Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Αναγνώστης Γκελμπερής (; – 1821) – Από όργανο της εξουσίας μάρτυρας της Ελευθερίας


 

Σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο 1821, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να παρουσιαστεί ο σχεδόν άγνωστος ήρωας από την Κυνουρία που φέρει το όνομα Αναγνώστης Γκελμπερής. [Ανακοίνωση του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου στο 9ο Τσακώνικο Συνέδριο, Λεωνίδιο 17-19 Μαρτίου 2023].

Ο πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως και ιστορικός της Επαναστάσεως Αμβρόσιος Φραντζής τον θεωρεί Τσάκωνα. H μελέτη όμως των υπαρχόντων στοιχείων αποδεικνύει ότι καταγόταν από την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της Τσακωνιάς, τα Λυμποχώρια. Λυμποχώρια, και κατά παρετυμολογίαν Ολυμποχώρια, ονομάζονταν τα χωριά Άγιος Βασίλειος, Πλατανάκι και Παλαιοχώρι, στις ανατολικές υπώρειες του Πάρνωνα και λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Λεωνιδίου, από την ύπαρξη στην περιοχή αυτή της αρχαίας πόλεως Γλυππία, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ή, Γλυμπείς, κατά τον ιστορικό Πολύβιο.

Ο ακριβής τόπος καταγωγής του Γκελμπερή έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών, ασφαλώς λόγω αγνοίας των πραγματικών δεδομένων. Έτσι, ο Νικόλαος Σπηλιάδης στον πρώτο τόμο του έργου του θεωρεί ότι ο Γκελμπερής κατάγεται από το Γεράκι, ενώ σε διορθωτική σημείωση στον δεύτερο τόμο του έργου του αναφέρει ότι καταγόταν «από τα Ολυμποχώρια, κατά την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου», χωρίς όμως να διευκρινίζει από ποιο ακριβώς χωριό των Λυμποχωρίων. Γερακίτη θεωρεί τον Γκελμπερή και ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο γνωστό έργο του «Η Ναυπλία». Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος έχει την άποψη ότι ο Γκελμπερής ήταν αξιωματικός του χωρίου Κοσμά. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ενώ για τον ηρωικό θάνατο του Γκελμπερή o Φωτάκος αναφέρει πολλές λεπτομέρειες στα «Απομνημονεύματά» του, δεν τον μνημονεύει καθόλου στο άλλο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», όπου τόσοι και τόσοι άλλοι Πελοποννήσιοι ήρωες έχουν βρει την τιμητική θέση τους.

 

Το κάστρο του Γερακιού Λακωνίας.

 

Εξάλλου, τα λήμματα των διαφόρων εγκυκλοπαιδειών είναι τηλεγραφικά και ανεπαρκέστατα. Εξάλλου όλα, αντιγράφοντας προφανώς το ένα το άλλο, προσδιορίζουν ως ιδιαίτερη πατρίδα του το χωριό Άγιος Βασίλειος.

Από συνδυασμό αρχειακών ιστορικών στοιχείων, άγνωστων μέχρι τούδε, και από εσωτερικές μαρτυρίες εγγράφων του ίδιου του Γκελμπερή, αποδεικνύεται ότι ιδιαίτερη πατρίδα του δεν ήταν ούτε το Γεράκι ούτε ο Κοσμάς ούτε ο Άγιος Βασίλειος, αλλά το χωριό Πλατανάκι. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά ο Γκελμπερής εγκαταστάθηκε στον Άγιο Βασίλειο, και αυτό ήταν φυσικό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι από εκεί ήταν και η καταγωγή του.

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε ούτε πού έμαθε τα πρώτα γράμματα. Είναι βέβαιο πάντως ότι διέθετε αρκετή παιδεία, και αυτό αποδεικνύεται από τα 110 και πλέον ανέκδοτα γράμματά του που διασώζονται στο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον άνθρωπο και τη δράση του, αλλά και για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Τουρκοκρατούμενη Κυνουρία και σε όλη την Πελοπόννησο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τα γράμματα αυτά χαρακτηρίζονται από ευχέρεια γραφής, ορθογραφική ακρίβεια και μεγάλη εκφραστική ικανότητα, και είναι όλα δείγματα υψηλού γραμματικού και μορφωτικού επιπέδου, σπάνιου για την τότε ελληνική κοινωνία. Εικάζουμε ότι λόγω των σχέσεών του με πολλούς Τούρκους εγνώριζε και μιλούσε άριστα και την τουρκική γλώσσα. Στο ίδιο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους διασώζονται επίσης διάφορα ταμειακά Κατάστιχα της επαρχίας Άργους με τη γραφή και υπογραφή του Γκελμπερή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικές στιγμές του Νοσοκομείου Άργους (μέρος II) – Παναγιώτης Ν. Τσελφές, Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους


 

 Το Νοσοκομείο των κληροδοτημάτων

 

Το σημερινό Νοσοκομείο Άργους οφείλει την ύπαρξή του στη μεγάλη αγάπη κάποιων Αργείων για την πόλη και τους συμπολίτες τους. Αυτοί προσέφεραν τις περιουσίες τους για τις ανάγκες της υγειονομικής περίθαλψης των κατοίκων μιας μεγάλης περιοχής του Άργους και γύρω από αυτό, από το άκρο της Κυνουρίας μέχρι και τη Νεμέα. Από τις προσφορές τους, πολλές χάθηκαν από τις δυσκολίες των καιρών (πόλεμοι) και την εγκληματική αδιαφορία αυτών στους οποίους ανατέθηκε η διαχείριση. Άλλες όμως αξιοποιήθηκαν, ώστε να προκύψει το σπουδαίο και μεγάλο νοσηλευτικό ίδρυμα που έχουμε σήμερα.

Με πρώτους τους Αικατερίνη Καλλιοντζή (διαθήκη 1924) και τον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη (διαθήκη 1936) ξεκίνησε μια σειρά δωρεών και κληροδοτημάτων που έχτισαν, επέκτειναν και συνεχίζουν ακόμη σήμερα τη βελτίωση των εγκαταστάσεων και της λειτουργίας του Νοσοκομείου Άργους.

 

Το κληροδότημα «Δεσμίνη – Καλλιοντζή»

 

Η δωρεά «Δεσμίνη – Καλλιοντζή» έγινε το 1936, με διαθήκη του Δημοσθένη Δεσμίνη προς το Ίδρυμα «Δημοτικόν Νοσοκομείον Δεσμίνη – Καλλιοντζή». Η δωρεά συμπληρώθηκε από προσφορά του Αναστασίου Στεργίου.

Η ανάγκη λειτουργίας νοσοκομειακής μονάδας στο Άργος είναι πολύ παλιά. Είναι φυσικό πως το «Λαϊκό Ιατρείο» που δημιουργήθηκε και στηρίχτηκε στη φιλανθρωπική δραστηριότητα κάποιων πολιτών, δεν αναπλήρωσε την έλλειψη νοσοκομείου. Η κεντρική εξουσία ακολούθησε τις συγκεκριμένες ανάγκες της εποχής και προγραμμάτισε ανέγερση Σανατορίων ανά την επικράτεια. Το Σανατόριο της Αργολιδοκορινθίας, το κρατικό πρόγραμμα επενδύσεων, του τομέα υγιεινής, του 1935, το τοποθέτησε στην περιοχή Φανερωμένης Χιλιομοδίου. Σανατόριο στη Φανερωμένη δεν έγινε ποτέ, αλλά για νοσοκομείο στην Αργολιδοκορινθία είχε προκριθεί η περιοχή του Ναυπλίου ή η περιοχή μεταξύ Ναυπλίου και Άργους, αφού για μη ερμηνεύσιμους λόγους, υπήρχε η άποψη πως το νοσοκομείο έπρεπε να γίνει κοντά στη θάλασσα.

Ο τοπικός τύπος υποστήριξε με πάθος πως το νοσοκομείο της Αργολιδοκορινθίας (δεν υπήρχε ούτε στην Κόρινθο), έπρεπε να γίνει σε θέση που να εξυπηρετεί τόσο την Κόρινθο, όσο και το Ναύπλιο και την Κυνουρία. Αυτή η θέση ήταν το Άργος. Η πλάστιγγα φάνηκε να γέρνει αποφασιστικά υπέρ του Άργους, όταν εμφανίστηκε το Κληροδότημα Δεσμίνη – Καλλιοντζή.

Η Αικατερίνη σύζυγος Δημητρίου Καλλιοντζή[1] μία εκ των τεσσάρων θυγατέρων του Κωνσταντίνου και της Ελένης Νυσταζοπούλου, γεννήθηκε στο Άργος το 1855 και πέθανε στην Αθήνα το 1932. Ο σύζυγός της Δημήτριος Καλλιοντζής, γεννημένος και αυτός στο Άργος, ασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου στην Αθήνα. Το ζεύγος Καλλιοντζή απέκτησε δύο παιδιά, τον Αγαμέμνονα και τον Χαρίλαο, που είχαν την ατυχία να πεθάνουν σε ηλικία 10 και 25 ετών αντίστοιχα. Στη συνέχεια η Αικατερίνη έχασε και το σύζυγό της το 1909, αλλά παρέμεινε στην Αθήνα.

 

Η Αικατερίνη Καλλιοντζή σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Το 1924 με ιδιόχειρη διαθήκη άφηνε την περιουσία της για την ίδρυση νοσοκομείου στο Άργος. Λίγες ημέρες προ του θανάτου της, άλλαξε τη διαθήκη και άφησε την περιουσία της στον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη, μετά την προφορική διαβεβαίωση πως και αυτός θ’ αφήσει την περιουσία του για τον ίδιο σκοπό.

Δημοσθένης Δημητρίου Δεσμίνης[2] (1868-1936) γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Κληροδότησε την περιουσία του, μαζί με αυτή της θείας του Αικατερίνης Καλλιοντζή, την οποία είχε κληρονομήσει, για την ανέγερση νοσοκομείου στο Άργος. Η διαθήκη του που συντάχτηκε την 24η Ιανουαρίου 1936, δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 30 Μαρτίου 1936.

 

Ο Δημοσθένης Δεσμίνης σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Με τη διαθήκη άφησε στην Αγγελική, σύζυγο Γ. Γεροντόπουλου, το γένος Δημ. Γκομόζη και στο γιό της Δημήτριο Γ. Γεροντόπουλο, μια οικία με τον περιβάλλοντα χώρο της, στη συνοικία Αγία Φωτεινή της Αθήνας, σε ανταμοιβή των πολυετών υπηρεσιών και περιποιήσεων προς αυτόν. Το σύνολο της υπόλοιπης περιουσίας του άφησε στο ίδρυμα που με τη διαθήκη συνέστησε, με την επωνυμία «Δημοτικόν Νοσοκομείον Άργους». Σκοπός η δημιουργία και λειτουργία νοσηλευτικού ιδρύματος, «για τη νοσηλεία απόρων της επαρχίας Άργους και των πλησίον περιφερειών, το οποίο θα συμπληρώση μίαν μεγάλην έλλειψιν της ιδιαιτέρας μου παρτίδος του Άργους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χειροτεχνική εργασία στα υφαντουργικά εργοστάσια του Άργους – Όψεις της εργατικής εμπειρίας και της γυναικείας ταυτότητας. Λεβειδιώτη Μαρία-Ελισάβετ, Ιστορικός-Λαογράφος


 

Πρόλογος

 

Η παρούσα ερευνητική απόπειρα έγινε στα πλαίσια μιας εξαμηνιαίας μεταπτυχιακής μου εργασίας και αφορά τον προβληματισμό για την εργασιακή εμπειρία των γυναικών στα εργοστάσια της περιοχής του Άργους, και συγκεκριμένα των υφαντουργείων, από τα τέλη του 19ου ως τα τέλη του 20ου αιώνα. Τα ερωτήματα που γεννήθηκαν σχετίζονται με την ενασχόληση των επιστημών με το φύλο, εννοώντας τη γυναίκα, την θεώρηση της ταυτότητάς της ως ενεργό κοινωνικό υποκείμενο. Στη συνέχεια μέσα από την ερευνητική διαδικασία προέκυψαν ερωτήματα σχετικά με την καταγωγή των εργατριών, την καθημερινότητα της εργασίας τους, τις σχέσεις τους με τα αφεντικά τους και τους άλλους εργαζόμενους, αλλά και τις συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές.

Εργοστάσιο Υφαντουργίας Αφοί Δ. Μαρίνου. Φωτογραφία: Πλάτων Ριβέλλης. Δημοσιεύεται στο πρόγραμμα του «Φεστιβάλ Άργους», 23-30 Ιουνίου 1995.

Για τις απαντήσεις των παραπάνω ερωτημάτων η έλλειψη πηγών που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα με δυσκόλεψαν ιδιαιτέρως. Παρά την πραγματοποίηση της σχετικής αναζήτησης με σκοπό τη βιβλιογραφική τεκμηρίωση από τις τοπικές πηγές στην πορεία διαπίστωσα ότι είναι αρκετά φτωχές οι αναφορές. Έτσι με τη μέθοδο της επιτόπιας και εθνογραφικής έρευνας επεδίωξα να συλλέξω περισσότερα στοιχεία σχετικά με την πρόσληψη της εργασιακής εμπειρίας και αντιμετώπισης του κοινωνικού υποκειμένου.

Πρόκειται για μία συλλογή αφηγήσεων, η ανάλυση των οποίων έχει σκοπό την ανάδειξη της πολυπλοκότητας των τρόπων με τους οποίους τα υποκείμενα, και συγκεκριμένα οι γυναίκες, δίνουν σάρκα και οστά στην επιθυμία τους να επιτύχουν, ν’ αναγνωριστούν και να αποδεσμευτούν από τις κοινωνικές συμβάσεις, ή να υποδείξουν αυτές στις οποίες υποτάσσονται.[1]

Η συμμετοχή των γυναικών σε εργασιακά περιβάλλοντα είναι συνδεδεμένη με τον κύκλο ζωής τους, καθώς στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, οι γυναίκες που εργάζονται διατηρούν την απασχόληση τους ως ότου να κάνουν οικογένεια ή να εκπληρώσουν έναν οικογενειακό σκοπό.

Η φυσιογνωμία της εργάτριας εντάσσεται μέσα σ’ ένα σύστημα αξιών, δημιούργημα των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων, υπακούει σε ρόλους και υποτάσσεται στα στερεότυπα μιας κοινωνίας με ηθικολογικά πρότυπα. Οι συλλογικές αναπαραστάσεις δημιουργούν τη συνθετότητα του ειδώλου της εργάτριας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όπως επαγγελματική ιδιότητα, οικογενειακή κατάσταση, εξωτερική εμφάνιση και τον βαθμό εκπολιτισμού.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βιομήχανοι – υφαντουργοί Άργους


 

Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία του Άργους ήταν τα εργοστάσια υφαντουργίας. Τα εργοστάσια αυτά, τα οποία λειτούργησαν σε γενικές γραμμές από τη δεκαετία 1930 μέχρι και τη δεκαετία 1990, απασχόλησαν εκατοντά­δες εργάτες και εργάτριες. Πολλές οικογέ­νειες στήριξαν την οικονομία τους στα υ­φαντουργεία, τα οποία κατά την περίοδο της ακμής τους αποτελούσαν τον σημαντι­κότερο ίσως οικονομικό παράγοντα της πό­λης. Όμως, η ανθηρή υφαντουργία του Άρ­γους, όπως και όλης της Ελλάδας, δέχτηκε από τη δεκαετία 1970 ισχυρό πλήγμα εξαιτίας του διεθνούς ανταγωνισμού και οδη­γήθηκε στην κατάρρευση και στο σφράγι­σμα των εργοστασίων.

Πριν προχωρήσουμε στη βιομηχανι­κή υφαντουργία της πόλης μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναζητήσουμε τις ρίζες της, ό­χι στην αρχαία ή τη βυζαντινή εποχή, αλλά στο πρόσφατο παρελθόν.

 

Εισαγωγικά

 

Αναζητώντας τις απαρχές της αρχεια­κής υφαντουργίας στα τέλη του 19°“ αιώ­να, διαπιστώνουμε ότι οι πληροφορίες που μας παρέχονται από πρωτογενείς πηγές εί­ναι ελάχιστες. Στην εφημερίδα «Δαναός» του ομώνυμου Συλλόγου (φ. 7/4-2-1896) υπάρχει ένα ιδιαίτερα κολακευτικό σχόλιο για τις υφάντριες, το οποίο θεωρούμε σκό­πιμο να παραθέσουμε:

Υφαντουργία. Η πολλάς εκατοντάδας οικογενειών εκτρέφουσα αγαθή υφαντουρ­γία ανυψώθη εις επίζηλον σημείον. Εξ αυ­τής τρέφεται κόσμος πολύς χορηγούσης ερ­γασίαν εις απόρους και φίλεργους γυναίκας, οίαι εισίν αι επαρχιώτιδες και δη αι Αργείαι. Υφαντουργεία και βαφεία ατμοκίνητα και άλλα διά των προχείρων μέσων λειτουργούντα δίδουσι ζωήν εις τον πεινώντα κόσμον και στολίζουσι το Άργος. Πρόοδος, πρόο­δος αληθής, πρόοδος πραγματική.

Επίσης, ο Ιωάννης Κοφινιώτης στην Ιστορία του για το Άργος (1892) μας πλη­ροφορεί ότι «σήμερον πολλά υφαντουργεί­α λειτουργούσι κατακευάζοντα περί τα δύο εκατομμύρια πήχεις υφασμάτων βαμβακε­ρών διαφόρων ειδών, άτινα πωλούνται καθ ’ άπασαν την Πελοπόννησον, ιδία όμως, εν τη Κορινθία. Προς τούτοις ιδρύθη και ατμοκίνητον βαφείον, εν ω βάπτονται τα εις την υφαντουργίαν χρήσιμα νήματα».

Με βάση τις πηγές αυτές καταλήγου­με στο συμπέρασμα ότι στα τέλη του 18ου αι. είχε αναπτυχθεί η οικοτεχνία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η υφαντουργία του «Δα­ναού» και τα υφαντουργεία του I. Κοφινιώτη είναι έννοιες συναφείς· και δεν εννοούν φυσικά κάποιες βιομηχανικές μονάδες, διό­τι δεν υπήρχαν βιομηχανίες την εποχή ε­κείνη. Είναι σαφής η πληροφορία ότι (σε ελεύθερη απόδοση:) φτωχές αλλά προκομ­μένες (φίλεργοι) γυναίκες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής (επαρχιώτιδες) ύφαιναν και συντηρούσαν τις οικογένειές τους και ότι τα υφαντά τους πωλούνταν σ’ όλη την Πελοπόννησο και πιο πολύ στην Κορινθία, όπως σημειώνει ο Ιωάννης Κοφινιώτης λίγα χρόνια πιο πριν, ο οποίος δίδει και το μέγεθος του μόχθου (δύο εκατομ­μύρια πήχεις). Ο ενθουσιασμός του αρθρογράφου του «Δαναού» είναι ολοφάνερος: «Πρόοδος, πρόοδος αληθής, πρόοδος πραγ­ματική».

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Όταν, όμως, μία υφάντρια υφαίνει ε­παγγελματικά, προτιμά να έχει έτοιμη την πρώτη ύλη, για να αποδώσει. Δεν μπορεί ν’ ασχολείται με την κατεργασία ή τη βαφή του νήματος ή με το στήσιμο του αργα­λειού, δηλαδή το διάσιμο. Έ­τσι, η ανάγκη και η ζήτηση της αγοράς έ­φεραν το πρώτο ατμοκίνητο βαφείο. Στη συνέχεια ιδρύθηκαν προφανώς κι άλλα. (Το «ατμοκίνητον βαφείον» του Κοφινιώτη έ­γινε «Βαφεία ατμοκίνητα» του Δαναού).

Αλλά την εμπορία των υφαντών την είχαν οι έμποροι, οι οποίοι ήλεγχαν τις α­γορές. Ορισμένοι από αυτούς ήταν γυρο­λόγοι πραματευτές. Μία υφάντρια και μά­λιστα επαρχιώτισσα δεν είχε αυτή τη δυ­νατότητα. Υπό τις συνθήκες αυτές εμφα­νίζονται οι πρώτοι υφαντουργοί, πρωτίστως έμποροι, οι οποίοι είχαν κάποια εμπειρία από τις υφαντουργικές δραστηριότητες της εποχής τους, και αναπτύσσουν μία πολύ κα­λή συνεργασία με τις υφάντριες.

 

Το ξεκίνημα

 

Στην αρχή οι βιομήχανοι υφαντουρ­γοί Άργους του περασμένου αιώνα, οι ο­ποίοι μνημονεύονται παρακάτω, ξεκίνησαν την ύφανση με χειροκίνητους ξύλινους αρ­γαλειούς, οι οποίοι κατασκευάζονταν από ντόπιους μαραγκούς. Στις περισσότερες πε­ριπτώσεις έδιναν δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους. Οι βιομήχανοι στα πρώτα στάδια της επαγγελματι­κής τους καριέρας ήταν απλοί βιοτέχνες, όπως και οι συνάδελφοί τους που παρέμειναν βιοτέχνες, αλλά οι πρώτοι εξελίχθηκαν σε βιομήχανους, προϊόντος του χρόνου.

 

Βιοτέχνες υφαντουργοί Άργους, 1969 (αρχ. Ευάγγελου Γιαννακόπουλου).

 

Αυτοί, λοιπόν, είχανε στην α­ποθήκη τους μια διάστρα και ετοίμαζαν το στημόνι, καρφώνοντας παλούκια στον τοί­χο. Δηλαδή, το διάσιμο γινότανε με πρω­τόγονο τρόπο, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα, αν κάποια γυναίκα θέλει να υφάνει. Στη συνέχεια ο βιοτέχνης έδινε το στημόνι στην υφάντρια, καθώς επίσης και το νήμα σε κούκλες για το υφάδι. Το νήμα – εννοείται – πάντοτε βαμμένο. Πολλές φο­ρές η υφάντρια δεν ύφαινε σε δικό της αρ­γαλειό· της τον χορηγούσε ή της τον χάρι­ζε ο βιοτέχνης υφαντουργός, ο οποίος πλή­ρωνε την κατασκευή του. «Δεν ξέρω ιστο­ρικά αν όλοι πλήρωναν την κατασκευή του αργαλειού, μας είπε ο Σπύρος Νικολόπουλος, αλλά τουλάχιστο ο πεθερός μου ο Νάσκος έτσι ξεκίνησε». Άλλοι, πάλι, υφαντουργοί ξεκίνησαν διαφορετικά. Ο Μα­ρίνος π.χ. άνοιξε υφαντήριο το 1933 στην οδό Ζαΐμη με δέκα περίπου ξύλινους αρ­γαλειούς. Κάθε επιχείρηση έγραψε τη δι­κή της ιστορία μέσα στο χρόνο από το ξε­κίνημά της μέχρι την παρακμή της. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σελίδες Αργειακής Υφαντουργίας: Κλωστοϋφαντήρια Ρασσιά – Λαλουκιώτη


 

Ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς διαμόρφωσης κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας ενός τόπου, είναι η ίδια η ιστορία των επιχειρήσεών του. Η λειτουργία τους, ο κύκλος εργασιών τους, οι περίοδοι ακμής και παρακμής, αντιστοιχούν στους κοινωνικούς κύκλους οργάνωσης και λειτουργίας και επιδρούν τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά στην κοινωνία και ιδιαίτερα στην τοπική. Ο εξηλεκτρισμός και η εκβιομηχάνιση αποτέλεσαν τους βασικότερους παράγοντες της αναπτυξιακής διαδικασίας στην ελληνική κοινωνία κυρίως της μεταπολεμικής περιόδου. Όμως, η συμβολή της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας στην αλλαγή των οικονομικών και των κοινωνικών δομών είναι καταλυτική και πολυποίκιλη.

Οι μικρές τοπικές κοινωνίες που αναπτύσσονται μεν παράλληλα αλλά και με ρυθμό περισσότερο εντατικό απ’ ότι τα μεγάλα αστικά κέντρα, οι αλλαγές αυτές γίνονται περισσότερο αισθητές: γύρω από τις παλαιές αναπτυσσόμενες παραγωγικές δραστηριότητες (π.χ. αγροτικός τομέας) και από τις νέες βιομηχανικές/βιοτεχνικές, διαμορφώνεται ένας σημαντικός οικονομικός ιστός παράπλευρων και συμπληρωματικών δραστηριοτήτων.

Εμπόριο και υπηρεσίες εξασφαλίζουν ένα μεγάλο τμήμα στον ιστό και λειτουργούν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, σε ρυθμούς που καθορίζονται άμεσα από τους δυο βασικούς τομείς δραστηριοτήτων. Η σχέση τους είναι συμπληρωματική και οι επιδράσεις ευθέως ανάλογες. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη του αγροτικού και βιομηχανικού/βιοτεχνικού τομέα επενεργεί θετικά στην ανάπτυξη του εμπορίου/των υπηρεσιών και το αντίστροφο. Η σημερινή παρατηρούμενη ύφεση των τοπικών οικονομιών πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από την σχέση αυτή.

Πριν όμως φτάσουμε στην ύφεση, θα πρέπει να δούμε τις βασικές αλλαγές της αναπτυξιακής διαδικασίας και σε τοπική κλίμακα. Η πρώτη βασική αλλαγή σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα δημιουργείται από τη μετανάστευση του εργασιακού δυναμικού και τη συγκρότηση ενός σημαντικού εργατικού δυναμικού στον τριτογενή τομέα και ιδιαίτερα στη μεταποίηση. Η υφαντουργία κυρίως στο Άργος και η κονσερβοποιία, σε μικρότερο βαθμό, στο Ναύπλιο θα αποτελέσουν τους κύριους αγωγούς της μεταβολής αυτής.

O ιδρυτής του εργοστάσιου υφαντουργίας το 1935, Ιωάννης Λαλουκιώτης (1879-1951).

Η κλωστοϋφαντουργία Ρασσιά-Λαλουκιώτη θα απασχολήσει σε περιόδους ακμής πάνω από 300 εργαζόμενους, ενώ ανάλογη θα είναι η εξέλιξη  και σε μικρότερες παραγωγικές μονάδες.  Το μεγαλύτερο δε μέρος των εργαζομένων στην υφαντουργία είναι γυναίκες, πράγμα που επιτρέπει μια αλλαγή οικονομικής και κοινωνικής θέσης του «άλλου μισού» της κοινωνίας.

Μια δεύτερη σημαντική αλλαγή αφορά στην εισαγωγή μιας νέας εργασιακής κουλτούρας τόσα από την τεχνική όσο και από την κοινωνική και ιδεολογική της άποψη. Δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά στα τεχνικά της χαρακτηριστικά όπως, για παράδειγμα, το μαζικό χαρακτήρα της παραγωγής, την οργάνωση της εργασίας σε βάρδιες, κλπ. Εκείνο που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι να κατανοήσουμε τον «οικογενειακό» χαρακτήρα που λαμβάνει η οργάνωση της εργασίας ως προς την ιδιοκτησία αλλά και ως προς την σχέση ιδιοκτησίας (εργοδότης) και εργαζομένων, καθώς και τη σχέση παραγωγικής μονάδας και κοινωνικού συνόλου. Η τελευταία, οι οικονομολόγοι θα μιλούσαν σήμερα για την «κοινωνική ευθύνη» των επιχειρήσεων, εμφανίζεται με την ανταπόδοση στο κοινωνικό περιβάλλον μέρους των δυνατοτήτων που άντλησαν από αυτό. Έτσι, οι προσφορές εθελοντικού χαρακτήρα αποτελούν τον κυριότερο μηχανισμό της ανταποδοτικής σχέσης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πνευματοποιείον – Πνευματοπωλείον Μαυράκη


 

Η κοινωνική ιστορία ενός τόπου είναι συνυφασμένη με τις δραστηριότητες των ανθρώπων του. Εκτός από εκείνες τις λίγες που παράγουν μεγάλα γεγονότα ικανά να αλλάξουν τη φυσιογνωμία και  τους προσανατολισμούς του, υπάρχουν και οι πολλές, σχεδόν καθημερινές δραστηριότητες που παράγουν πολιτισμό. Δραστηριότητες πολιτικές, άλλες που οργανώνονται στα γράμματα και τις τέχνες, πολλές που πηγάζουν από την οικονομία, δραστηριότητες παραγωγικές γύρω από τις οποίες διαμορφώνεται, εξελίσσεται και μεταβάλλεται ο κόσμος της εργασίας.

Πολλές από αυτές είναι άμεσα συνδεδεμένες  με τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται, λειτουργούν και ανταποδίδουν στο κοινωνικό τους περιβάλλον ένα μέρος, μικρό ή μεγάλο, των δυνατοτήτων που άντλησαν από αυτό. Οι οικονομολόγοι θα μίλαγαν για την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων. Όσοι ασχολούνται με την κοινωνική ιστορία θα έβαζαν στο λογαριασμό κι ένα διάλογο ανάμεσα σ’ αυτές και την υπόλοιπη κοινωνία. Η κοινωνική ιστορία ενός τόπου είναι συνυφασμένη, μεταξύ άλλων, και με την ιστορία των επιχειρήσεών του. Συμβαίνει μάλιστα ορισμένες από αυτές να μετατρέπονται, λόγω της μακράς χρονικής διάρκειας των δραστηριοτήτων  τους, σε διηγητή της τοπικής ιστορίας και οι χώροι τους σε τετράδιο με σημειώσεις και αναμνήσεις από διαφορετικές εποχές.

Ετικέτα ούζου της ποτοποιΐας Β. Χ. Μαυράκη.

Η ποτοποιΐα Χ. Μαυράκη, έχοντας όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αποτελεί μια από τις ιστορικές επιχειρήσεις του Άργους και της Αργολίδας. Βραβεύτηκε εξάλλου το 2005 για την ιστορική της παρουσία από τη Νομαρχία Αργολίδας και σήμερα εξακολουθεί να θυμίζει, σε πείσμα των καιρών αλλά και της ίδιας της δυναμικής επιχειρηματικότητας που τη χαρακτηρίζει, πως μοντερνισμός και ιστορικό παρελθόν αποτελούν αδιαχώριστες συνιστώσες της ίδιας κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης είτε πρόκειται για μια επιχείρηση, είτε για την τοπική κοινωνία στην οποία δραστηριοποιείται, είτε ακόμα και για το σύνολο της κοινωνίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παλίρροια: Βιομηχανία Αεριούχων Ποτών Άργους


 

Μια γκαζόζα με ιστορία… παλίρροιας

 

Στην έρευνα για την κοινωνική ιστορία των επιχειρήσεων, μπερδεύονται πολλές φορές οι αναμνήσεις όσων συνδέονται μαζί τους αλλά και εκείνες του ερευνητή με την επιχειρηματική πραγματικότητα. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εταιρείες με παλιές καταβολές που ο χρόνος προσπαθεί να σβήσει, τότε η έρευνα γίνεται ακόμα πιο δύσκολη και τα σημάδια ανασύρονται κυρίως από την ανθρώπινη μνήμη για να καταγραφούν. Αυτό συμβαίνει και με μια ιστορική εταιρεία για την Αργολίδα, όπως η βιομηχανία αεριούχων ποτών «Παλίρροια».

Το πώμα της «Παλίρροιας».

Οι κάτοικοι της Αργολίδας θα θυμούνται ακόμα τα κοντόχοντρα μπουκαλάκια με το γνωστό σήμα της εταιρείας για τις πορτοκαλάδες, τις λεμονάδες και τις σόδες της. Όχι όμως μόνο οι κάτοικοι της Αργολίδας!

Θυμήθηκα το αρχικό σήμα της εταιρείας στο κοντόχοντρο μπουκαλάκι, πιτσιρικάς σε κάποιο καφενεδάκι στον Προφ. Ηλία στον Πειραιά και αναρωτήθηκα αν επρόκειτο για κάποια άλλη εταιρεία με το ίδιο όνομα ή για λάθος δικό μου. Η έρευνα γύρω από το θέμα αυτό θα απαντούσε στα ερωτήματά μου.

 

Από τη Σμύρνη στο Άργος

 

Στην ιστορία της χώρας υπάρχουν στιγμές που θεωρούνται οι χειρότερες για την πορεία της. Μια από αυτές είναι και η Μικρασιατική καταστροφή. Πολλές φορές όμως, με την άνεση που δίνει ο χρόνος στον ερευνητή, αναρωτιέται αν οι στιγμές αυτές δεν έφεραν μαζί με τη δυστυχία των Ελλήνων μικρασιατών και ένα ανεκτίμητο κύμα δημιουργίας στην ελλαδική κοινωνία. Σήμερα η έρευνα μας επιτρέπει τη σταδιακή ανασυγκρότηση του παζλ της ιστορίας της χώρας και ιδιαίτερα του μέρους εκείνου που αναφέρεται στην επίδραση της άφιξης των μικρασιατών στην κοινωνική και οικονομική της πορεία. Μια άφιξη που χάρισε στην ελλαδική κοινωνία όχι μόνο δημογραφική ζωντάνια, αλλά και οικονομική άνθιση. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καφές και καφενεία – Καφενεία του Άργους


 

Οι αναφορές στο άρωμα και στη γεύση του καφέ ανέκαθεν ήταν ιδιαίτερα θαυμαστές. Πάντοτε υπάρχει ένας καλός λόγος για το ανεπανάληπτο αφέψημα του καφέ, που μας ξεκουράζει, μας τονώνει και μας κάνει να νιώθουμε ζεστασιά. Ο καφές έχει διεγερτι­κές επιδράσεις. Τονώνει το νευρικό μας σύ­στημα και διατηρεί το πνεύμα μας σε κα­θαρότητα και εγρήγορση. Ποιητές, συγγρα­φείς, καλλιτέχνες και λογής δημιουργοί μα και τεχνίτες και απλοί άνθρωποι του λαού δημιουργούν και εργάζονται συντροφιά μ’ έναν καφέ.

 

Πάντοτε υπάρχει ένας καλός λόγος για το ανεπανάληπτο αφέψημα του καφέ, που μας ξεκουράζει και μας τονώνει…

 

Την αρχαία εποχή ο καφές δεν ήταν γνω­στός και καφενεία δεν υπήρχαν. Οι αρχαίοι εί­χαν στη διάθεσή τους τα «θερμοπώλια» (μα­γειρεία, καπηλειά) τους προδρόμους των ση­μερινών καφενείων, όπου μπορούσαν να απο­λαύσουν ένα ζεστό τσάι του βουνού, ένα χαμο­μήλι ή κάτι άλλο κι ακόμη να φάνε, να πιούν κρασί και να συζητήσουν.

Το καφεόδενδρο, που είναι θάμνος ή μι­κρό δένδρο, κατάγεται από την Αιθιοπία της Αφρικής και μάλιστα από την επαρχία Kaffa, απ’ όπου και η ονομασία του αφεψήματος. Παλιότερα γραφόταν καφφές και καφφενείον (αγγλ. coffee). Φαίνεται πως οι αρχαίοι κάτοικοι της Αιθιοπίας, της άλλοτε Αβησσυνίας, γνώρι­ζαν τις διεγερτικές επιδράσεις των κόκκων του καφέ.

Εξάλλου, σύμφωνα με την παράδοση, ένας Αιθίοπας βοσκός παρατήρησε ότι οι κα­τσίκες του, όταν έτρωγαν τους σταχτοπράσινους κόκκους από τα καφεόδενδρα, γίνονταν ζωη­ρές και χοροπηδούσαν. Οι ίδιοι οι Αιθίοπες προφανώς είχαν δοκιμάσει καφέ πολλούς αιώ­νες πριν από την εμφάνιση των καφενείων. Ε­ξάλλου, είχαν επινοήσει να ρίχνουν κόκκους σε λιωμένο λίπος, το οποίο, όταν πάγωνε, το έκα­ναν μπάλες και το έτρωγαν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους – Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840-1940) | Γεώργιος Κόνδης


  

1. Διαδικασία αστικοποίησης και κοινωνικά δίκτυα

 

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ο­ρισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγράφει ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημια­στικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πώς εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά διαδικασίες αστικοποίησης; Πώς και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτή­ρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πο­λιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάστα­ση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, κα­θώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, θα μας δώσει τη δυνατό­τητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την ε­ξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο.

Το Άργος, λοιπόν, αποτελεί το κοινωνικό και οικονομικό κέντρο μιας ευ­ρύτερης περιοχής χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα και την αστική του ο­λοκλήρωση. Ουσιαστικά παραμένει στο στάδιο μιας μετέωρης ημιαστικής κατάστασης, η οποία εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο των κοινωνικών και οι­κονομικών σχέσεων όσο και σε αυτό της ίδιας της μορφολογίας του και της διαδικασίας ανάπτυξης του αστικού του ιστού.

 

Αεροφωτογραφία του κέντρου του Άργους και της γύρω περιοχής από τα βορειοανατολικά, το 1956. Δημοσιεύεται στα: «Argos: Une ville grecque de 6000 ans», Marcel Piérart and Gilles Touchais, Παρίσι, 1996 και Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.
Η ευάερη και ημιαγροτική πτυχή του οικισμού είναι ακόμα πολύ έντονη. Αναγνωρίζουμε στην κάτω αριστερή γωνία το δημαρχείο, στην επάνω αριστερή γωνία το σπίτι του Κωνσταντόπουλου.
Λίγο πιο δεξιά, το Καποδιστριακό σχολείο, δεξιά το Καλλέργιον (και ακριβώς αριστερά του διακρίνονται οι προκαταρκτικές εργασίες για την κατασκευή του Αρχαιολογικού μουσείου). Σε συνέχεια, βλέπουμε το ιστορικό κυπαρίσσι, το εμβληματικό δέντρο που είχε φυτευτεί γύρω στο 1830, κατά την παράδοση, από τον αγωνιστή της Επανάστασης Δημήτριο Καλλέργη. Το πρωί της Τρίτης 3ης Ιανουαρίου 2017, συνεργείο το υλοτόμησε, εξαφανίζοντας παράλληλα και ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του Άργους.
Πίσω από το κυπαρίσσι υπάρχουν παρκαρισμένα λεωφορεία όπου και ο σταθμός του ΚΤΕΛ. Σε συνέχεια, αριστερά, το καφενείο «Πάνθεον» του Φασαρία (Τάσου Αγγελόπουλου), σήμερα «Μυριόφυλλο» και στη γωνία το καφενείο του Φώτη Αλεξόπουλου, εκεί οπού τώρα υψώνεται το ξενοδοχείο «Μορφέας».
Κατά μήκος της δυτικής πλευράς της πλατείας, το καφενείο του Λάζαρου Κούτσα, σήμερα «Ρετρό», το συγκρότημα που περιλαμβάνει το ξενοδοχείο των αδελφών Σαγκανά, το αρχοντικό του μεγαλέμπορου και Δήμαρχου Άργους Χαράλαμπου Μυστακόπουλου, το καφενείο «Θηβαίος» (με το μεγάλο πάνινο κουβούκλιο) και, ακριβώς δίπλα, σχηματίζοντας τη γωνία, το περίφημο «Yali kaféné», που σύντομα έμελλε να δώσει τη θέση του στο πρώτο πολυώροφο κτίριο.
Στο κέντρο ο Καθεδρικός Ιερός Ναός του Σημειοφόρου και Θαυματουργού, Επισκόπου Άργους, Αγίου Πέτρου (852-922). Η θεμελίωση του Ναού, πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1859, εορτή της Αγίας Μαρίνας, με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, από τον Επίσκοπο Αργολίδας Γεράσιμο Παγώνη και τον Δήμαρχο Πέτρο Διβάνη. Τα εγκαίνια του Ναού, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865.

 

Ενώ, για παράδειγμα, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της μετεπαναστατικής περιόδου το Άργος επουλώνει τις πληγές του πολέμου και των διαρκών καταστροφών,[1] στο πλαίσιο του νέου ελληνικού κράτους δε δίνεται έστω η εντύπωση ενός ρυθμού ανάπτυξης, πα­ρά τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες οι οποίες εκφράζονται. Τα πάντα φαίνε­ται να οργανώνονται όχι με βάση τις ανάγκες και τις προοπτικές που δύναται και πρέπει να αναπτύξει στην ευρύτερη περιοχή, αφού έτσι κι αλλιώς α­ποτελεί κέντρο της, αλλά με βάση συγκυριακές κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις.

Βλέπουμε για παράδειγμα, ότι βασικοί οδικοί άξονες ή ακόμα έργα υποδο­μής απαραίτητα για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, δεν αποτελούν στοιχεία μιας αυτονόητης αναπτυξιακής διαδικασίας. Αντίθετα όταν συμβαί­νουν, εμφανίζονται ως δώρο ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας πολιτικών ανδρών. Έτσι, η σύνδεση της πόλης με την προς Κόρινθο περιοχή παραμένει ζητούμενο για πολλά χρόνια και μόλις προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 πραγματοποιείται με την κατασκευή της γέφυρας του ποταμού Χάραδρου (Ξεριά).[2] Το ίδιο συμβαίνει και με τους οδικούς άξονες σύνδεσης του Άργους με τα υπόλοιπα μεγάλα κέντρα ή περιοχές. Συ­χνά, γίνεται λόγος για τον άξονα Άργους-Ναυπλίου,[3] ενώ σε αρκετά άρθρα περιγράφονται τα οικονομικά οφέλη από την κατασκευή του δρόμου που θα ενώνει το Άργος με το Άστρος Κυνουρίας.[4]

 

Η γέφυρα του ποταμού Χάραδρου (Ξεριά), δεκαετία του 1930.

 

Είναι επίσης γνωστό το πρόβλη­μα των δρόμων μέσα στην πόλη (αστικό οδικό δίκτυο), διότι, εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται για χωμάτινους δρόμους, τις περισσότερες φορές και κυρίως το χειμώνα είναι αδιάβατοι.[5] Παράλληλα, το επίπεδο της δημόσιας υγείας είναι από πολύ χαμηλό έως α­νύπαρκτο. Τα δημόσια αποχωρητήρια αποτελούν μια άθλια εικόνα για το σύ­νολο της πόλης.[6] Δεκάδες είναι οι περιπτώσεις καταγγελιών και οι διαμαρτυ­ρίες του τύπου για την καθαριότητα και τα προβλήματα υγιεινής που προκύ­πτουν. Ο Κ. Ολύμπιος, ίσως ο καλύτερος χρονικογράφος του Άργους, περι­γράφει τον τραγέλαφο χρησιμοποιώντας τους στίχους του Σουρή:[7]

«Ο Έλλην δύο δίκαια ασκοί πανελευθέρως

το πέρδεσθαι τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος».

Το πρόβλημα συνεχίζει για χρόνια να απασχολεί την πόλη, παρά τις φιλό­τιμες προσπάθειες των αστυνομικών να μειώσουν την έκταση του φαινομέ­νου[8] και τις διαμαρτυρίες αρκετών εμπόρων και επαγγελματιών.[9] Έτσι, για δεκαετίες ολόκληρες το Άργος παραμένει σ’ ένα υποβαθμισμένο επίπεδο, το οποίο ελάχιστη σχέση έχει με διαδικασίες αστικοποίησης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 – Η στάση της επαρχίας Σπετσών και Ερμιονίδας και η εμπλοκή του καπετάν Σταμάτη Μήτσα


 

Η άρνηση του βασιλιά Όθωνα να δεχθεί τα πρόσωπα που πρότεινε και τους όρους που έθεσε ο Κωνσταντίνος Κανάρης για να σχηματίσει κυβέρνηση, όταν του δόθηκε η εντολή τον Ιανουάριο του 1862, απογοήτευσε τον λαό. γιατί πίστευε ότι με την κυβέρνηση του γηραιού πυρπολητή η κατάσταση θα βελτιωνόταν. Έτσι ο βασιλιάς αναγκάστηκε και έδωσε ξανά την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υπασπιστή του Αθανάσιο Μιαούλη, που ορκίστηκε πρωθυπουργός.

 

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877). Σπουδαία μορφή του ναυτικού αγώνα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετέπειτα ναύαρχος και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας σε ένα διάστημα 33,5 ετών (1844, 1848-49, 1864, 1864-65 και 1877) και για 2 χρόνια και 3 μήνες συνολικά. Φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Αθανάσιος Μιαούλης

Μετά τη ματαίωση των προσδοκιών του λαού το κλίμα που δημιουργήθηκε για το Οθωνικό καθεστώς ήταν εξαιρετικά δυσμενές και «το πολιτικό βαρόμετρο», όπως γράφει ο Γιάννης Κορδάτος, «έδειχνε θύελλα  σε όλη την Ελλάδα». Ακολούθησαν, μοιραία, έντονες αντικαθεστωτικές εκδηλώσεις με βασικό κέντρο την Αθήνα που είχε τότε 300.000 κατοίκους.

Γρήγορα, όμως, επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές (νομούς σήμερα), όπως στις Κυκλάδες, Μεσσηνία, Αρκαδία, Λακωνία, Φωκίδα, Φθιώτιδα, Εύβοια, Αιτωλοακαρνανία και Αργολίδα.

Η μεγαλύτερη αντίδραση παρουσιάστηκε στο Ναύπλιο, μια πόλη των 10.000 κατοίκων περίπου από τις μεγαλύτερες τότε της Ελλάδας, που με την εκτόπιση και τη φυλάκιση πολλών αξιωματικών σ’ αυτή εξελίχθηκε στο σημαντικότερο αντικαθεστωτικό κέντρο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »