Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, (Ένα οδοιπορικό των λέξεων «Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός»)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

 Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική

(Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)

 

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος της Κυριακής» κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).

Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.

 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει «Γραικέ μου»!

Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».

Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

Για το άρθρο «Οπερ έδει δείξαι» του κ. Δημήτρη Μαρωνίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οπερ έδει δείξαι – Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

 

Read Full Post »

Η δίκη των τόνων


 

 

Ιωάννης Κακριδής (1901 -1992): Αρχείο Φάνη Ι. Κακριδή. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Ιωάννης Κακριδής (1901 -1992): Αρχείο Φάνη Ι. Κακριδή. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Έχουν περάσει 70 χρόνια από την πειθαρχική δίωξη του καθηγητή I.Θ. Kακριδή (1901-1992), που έμεινε γνωστή στην πνευματική ιστορία του τόπου ως «H Δίκη των Tόνων». Η δίκη αυτή όμως με τις περιπέτειες του μονοτονικού είναι μια από τις λιγότερο γνωστές σελίδες της ιστορίας,  αν και το περιεχόμενό της δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρο. Το «Γλωσσικό ζήτημα» ταλάνισε τη χώρα μας από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μετά την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης του 1821 και λύθηκε οριστικά τη δεκαετία του 1980 με την καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού συστήματος.

Πολλοί θεωρούν, εσφαλμένα, ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους τόνους και τα πνεύματα στη γραφή τους . Οι αρχαίοι Έλληνες όμως έγραφαν με μεγαλογράμματη γραφή, με κεφαλαία γράμματα δηλαδή, και δε χρησιμοποιούσαν τόνους, όπως φαίνεται σε όλες τις αρχαίες επιγραφές. Τα πρώτα δείγματα τονικών συμβόλων που σώζονται βρίσκονται σε παπύρους του 2ου αι. π.Χ. Το πολυτονικό σύστημα, δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια (βαρεία, οξεία, περισπωμένη), τα δύο πνεύματα (δασεία, ψιλή) και η υπογεγραμμένη επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη το Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ. Σκοπός του ήταν να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να τη διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά. Η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ’ ότι προφέρονται στη γλώσσα μας.

Στην ελληνιστική περίοδο, δηλαδή μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η προφορά της γλώσσας έχει απομακρυνθεί από αυτή της κλασικής περιόδου (5ος και 4ος αι. π.Χ.) σε βαθμό ώστε να κρίνεται απαραίτητο να συνταχθούν βοηθήματα για την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Σιγά – σιγά και οι Έλληνες χρειάζονταν καθοδήγηση, για να προφέρουν σωστά λέξεις, που δεν χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ομιλία.

Αργότερα η εξάπλωση του Χριστιανισμού συνδέθηκε με την ελληνική γλώσσα με τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, τις επιστολές Αποστόλου Παύλου και τα άλλα χριστιανικά κείμενα, που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα. Όταν ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στη Δύση, η ελληνική γλώσσα έμεινε συνυφασμένη με το πολυτονικό σύστημα. Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα ελληνικά. 

Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια, αρκετοί θεωρούν ότι η χρήση του όχι μόνο είναι επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, αλλά και θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Πρώτες σκέψεις για κατάργησή του άρχισαν από την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν επικράτησαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε προστέθηκε και άλλο μείζον θέμα, η κατάργηση της καθαρεύουσας και η υιοθέτηση της δημοτικής. Ο 20ος αιώνας μπήκε με τη διαμάχη για το «Γλωσσικό ζήτημα» σε έξαρση, με σφοδρές αντιπαραθέσεις μεταξύ “καθαρευουσιάνων” και “δημοτικιστών”, που σήμερα μοιάζουν απίστευτες.

Το Νοέμβριο του 1901 ξεσπούν τα Ευαγγελικά: Ο Αλέξανδρος Πάλλης αρχίζει να δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολη τη μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική. Εκστρατεία του Τύπου, καθηγητών του πανεπιστημίου με επικεφαλής το Μιστριώτη και δυνάμεων της Εκκλησίας ξεσηκώνουν φοιτητές και «λαϊκές μάζες», που ζητούν ν’ απαγορευτεί η δημοσίευση και να αφοριστούν οι υπαίτιοι. Δεκαήμερες ταραχές και αιματηρές συγκρούσεις με το στρατό αφήνουν 11 νεκρούς, οδηγούν σε παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη και παύση του μητροπολίτη Προκοπίου, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της μεταγλώττισης. Σε συλλαλητήριο στους στύλους του Ολυμπίου Διός καίγονται αντίτυπα με τη μετάφραση των Ευαγγελίων.

Το Νοέμβριο του 1903 έχουμε τα Ορεστειακά: Στο Βασιλικό Θέατρο παίζεται η Ορέστεια, σε μετάφραση του Γ. Σωτηριάδη, σε γλώσσα η οποία πλησιάζει προς τη δημοτική. Ο Μιστριώτης και πάλι, που επιμένει πως η διδασκαλία του αρχαίου δράματος πρέπει να γίνεται στη γλώσσα του πρωτοτύπου, υποκινεί ταραχές. Γίνεται συλλαλητήριο με αίτημα να ματαιωθεί η παράσταση και σε συμπλοκή με το στρατό 3 πολίτες πέφτουν νεκροί και 7 τραυματίζονται.

Ο 19ος αιώνας είναι, ως προς το ζήτημα της “ορθής” για την εκπαίδευση γλώσσας, ο αιώνας των αρχαϊστών και της αττικίζουσας. Προς το τέλος του αιώνα αυτού επικρατεί η λύση της καθαρεύουσας, οπότε η σφοδρή γλωσσική διαμάχη που ξεσπά διεξάγεται, για πολλές δεκαετίες, στον 20ο αιώνα πλέον, μεταξύ των “καθαρευουσιάνων” και των “δημοτικιστών”, παρότι ο λαός μας μιλάει τη «δική» του γλώσσα, τη δημοτική με τις διάφορες εκφάνσεις της, και ο εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, μιλάει και γράφει στη γλώσσα του λαού.

Το 1931 ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου απευθύνθηκε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και στην Ακαδημία Αθηνών και τους ζήτησε να υποβάλουν κάποιες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ορθογραφικού και του τονικού συστήματος. Ωστόσο καμία από τις προτάσεις αυτές δεν υπερίσχυσε, ώστε να κατατεθεί στο υπουργείο Παιδείας και να αποτελέσει την αφετηρία για τη μεταρρύθμιση.

Το 1938 ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς συγκροτεί μια επιτροπή, με επικεφαλής το γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη, με σκοπό να συντάξει τη γραμματική της δημοτικής. Η επιτροπή προτείνει και την απλοποίηση του τονικού συστήματος, την αντικατάσταση δηλαδή του τόνου με ένα σημάδι και την κατάργηση των πνευμάτων. Ο Μεταξάς  απορρίπτει την πρόταση με το αιτιολογικό ότι οι θέσεις των μελών της επιτροπής έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.

Ιωάννης Κακριδής, καθ. Φιλοσοφικής Σχολής (11/2/33 έως 26/3/68)

Ιωάννης Κακριδής, καθ. Φιλοσοφικής Σχολής (11/2/33 έως 26/3/68)

Την ίδια εποχή ο καθηγητής  Ιωάννης Κακριδής έκανε δυο ομιλίες για την «ελληνική κλασική παιδεία» και το 1939 τις εκδίδει σε ένα τεύχος, ένα βιβλιαράκι  24 σελίδων με τίτλο «ελληνική κλασική παιδεία». Στη 2η ανατύπωση αυτού του τεύχους ο καθηγητής κατάργησε τον περιττό φόρτο πνευμάτων και τόνων, δηλαδή απλοποίησε μονάχα ως προς  τους τόνους την ελληνική γραφή. Η καινοτομία του Ιωάννη Κακριδή ήταν τελείως ανώδυνη, αφού διατήρησε όλη την ιστορική ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, ακόμα και την «οξεία» στις δισύλλαβες και πολυσύλλαβες λέξεις. Αν καταργούσε την ιστορική ορθογραφία και καθιέρωνε τη φωνητική, τότε ασφαλώς η καινοτομία του θα ήταν ριζική.

Η καινοτομία αυτή του Ιωάννη Κακριδή ξεσηκώνει τη μήνι της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έπρεπε να περιμένουν όμως μέχρι να καταληφθεί η Αθήνα από τους Γερμανούς, για να τον σύρουν σε δίκη το 1942. Η Δίκη των τόνων είναι μια ιστορία που, στην ουσία της, ελάχιστα έχει να κάνει με τους τόνους. Ο Κακριδής ήταν ένας νέος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που υποστήριζε τη δημοτική και κάποιες προοδευτικές ιδέες σχετικά με τη στάση, που πρέπει να κρατάμε ως προς την αρχαιότητα και το κλέος της. Κάποιοι παλαιότεροι και συντηρητικότεροι συνάδελφοί του θέλησαν να τον ξεφορτωθούν μέσα στη ναζιστική κατοχή και αφορμή στάθηκε το βιβλιαράκι για την Ελληνική κλασική παιδεία, που ήταν γραμμένο στη δημοτική και στο μονοτονικό.

Να θυμηθούμε επιπλέον ότι το Σεπτέμβρη του 1941 ιδρύεται το ΕΑΜ, που οργανώνει και καθοδηγεί μαζί με τον ΕΛΑΣ την αντίσταση του ελληνικού λαού. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που αντιμετώπισε ήταν η μόρφωση των παιδιών του λαού και εκπόνησε το Σχέδιο Λαϊκής Παιδείας, με το οποίο προβλεπόταν και η λύση του γλωσσικού ζητήματος. Οι συζητήσεις για τη γλώσσα εκείνη την ώρα γίνονταν με την προοπτική μιας γενικότερης αλλαγής στην απελευθερωμένη Ελλάδα, όπου θα λυνόταν και το γλωσσικό ζήτημα. Είχαν έντονο αντιστασιακό χαρακτήρα και δεν περιορίζονταν στη γλώσσα. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα έπρεπε να λυθούν και μια σειρά άλλα πνευματικά και καλλιτεχνικά προβλήματα. Τα πνευματικά θέματα που προβλήθηκαν και συζητήθηκαν ήταν η Λαϊκή Μόρφωση, η μελέτη και αξιοποίηση της Λαϊκής Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου, η μελέτη και αξιοποίηση των λαϊκών διοικητικών θεσμών (Κοινότητα) κ.ά. Η συζήτηση και η αντιδικία, που άρχισε με τη «Δίκη των τόνων», ήταν μια αντιδικία ανάμεσα σε δυο κόσμους και φούντωσε με την έκδοση από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων της Νεοελληνικής Γραμματικής της Δημοτικής Γλώσσας του Μανόλη Τριανταφυλλίδη στις αρχές του 1942.

Το χειμώνα, λοιπόν, του 1941-1942 και ενώ η χώρα βρισκόταν υπό φασιστική κατοχή και τα πτώματα από την πείνα γέμιζαν τους δρόμους της Αθήνας, οι καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής πάσχιζαν να σώσουν το έθνος από το μονοτονικό σύστημα, που με «εγκληματικόν απέναντι του έθνους χαρακτήρα» χρησιμοποίησε ο καθηγητής Ι. Κακριδής στο βιβλίο του «Ελληνική Κλασική Παιδεία» από το Νοέμβριο του 1939! Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών θυμήθηκε τότε πως από την κατάργηση των τόνων «κινδυνεύουν τα πάτρια» και το Πειθαρχικό Συμβούλιο κάλεσε τον Ι. Κακριδή σε απολογία. Οι γλωσσαμύντορες με επικεφαλής το Ν. Εξαρχόπουλο οχυρωμένοι πίσω από την κατοχική κυβέρνηση βρήκαν την ευκαιρία να υπερασπιστούν… δασείες και περισπωμένες. Ήδη από τα Ευαγγελικά κατηγορούσαν τους δημοτικιστές ως στρεβλωτές της εθνικής γλώσσας, προδότες που παραχωρούν τη χώρα στο σλαβισμό, ανατροπείς της κοινωνίας και υπονομευτές του εθνικού φρονήματος.

Η ενέργεια  αυτή μετέθετε το ζήτημα του εθνικού κινδύνου από τους κατακτητές και συνεργάτες τους στον καθηγητή Ι. Κακριδή, που έκανε μια αναγεννητική προσπάθεια, και ξεσήκωσε την οργή και την αγανάκτηση όλων των πνευματικών ανθρώπων. Ήταν μια «πατριωτική» ενέργεια, που ο Μ. Τριανταφυλλίδης χαρακτήρισε «πατριωτισμό της περισπωμένης». «Η Δίκη των Τόνων», που έγινε στο όνομα της «γλωσσικής ενότητας της ελληνικής φυλής», ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1941 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1942.  Ο Ιωάννης Κακριδής έπεσε στα μαλακά, με ποινή δύο μήνες προσωρινή απόλυση από τη Φιλοσοφική Σχολή.

Την παραπομπή υπέγραψαν 13 καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών: Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Φαίδων Κουκουλές, Εμμανουήλ Πεζόπουλος, Αντώνιος Χατζής, Γεώργιος Π. Οικονόμος, Γεώργιος Σακελλαρίου, Νικόλαος Βλάχος, Σπυρίδων Μαρινάτος, Χρίστος Καπνουκάγιας, Απόστολος Δασκαλάκης, Διονύσιος Ζακυθηνός, Αναστάσιος Ορλάνδος και Ερρίκος Σκάσσης. Είχαν μειοψηφήσει ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και ο Σωκράτης Κουγέας.

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

Πολλοί εκπρόσωποι του πνευματικού κόσμου στάθηκαν στο πλευρό του Ιωάννη Κακριδή και υποστήριζαν ότι, αν στην πράξη ο Κακριδής είναι ο πρώτος καθηγητής πανεπιστημίου που εφαρμόζει «άτονη» και «απνευμάτιστη» ορθογραφία στα βιβλία του, δεν είναι και ο πρώτος που την κήρυξε θεωρητικά. Πριν απ’ αυτόν κορυφαίοι φιλόλογοι, παιδαγωγοί και γλωσσολόγοι, όπως ο Χατζιδάκις, ο Τσούντας, ο Σωτηριάδης, ο Παπασωτηρίου, ο Τζάρτζανος, ο Τριανταφυλλίδης, αλλά και πνευματικοί άνθρωποι, όπως ο Βηλαράς, ο Ελισαίος Γιαννίδης, ο Καζαντζάκης κ.α., είχαν ταχθεί υπέρ της κατάργησης των τόνων και των πνευμάτων. Ο Βηλαράς μάλιστα υπήρξε ο πιο ριζοσπαστικός, γιατί μαζί με τους τόνους και τα πνεύματα έκανε και την πρώτη απόπειρα να εφαρμόσει τη φωνητική ορθογραφία. Επομένως, όποιος κατηγορούσε τον Κακριδή, για να ’ναι συνεπής και δίκαιος, θα έπρεπε να κατηγορήσει πρώτα τους ηθικούς αυτουργούς της «καινοτομίας».

Ο Κ. Βάρναλης μάλιστα γράφει σε χρονογράφημά του με τον τίτλο «Ορθογραφομαχία»: «Δεν υπάρχει σχεδόν άνθρωπος που να μην έγινε σοβαρός με τις σημερινές συνθήκες της ζωής και δεν υπάρχει επίσης άνθρωπος που να συγχύζει τα ζωτικά προβλήματα με τις μπαγκατέλες. Κι όμως, η φιλοσοφική σχολή του αθηναϊκού Πανεπιστημίου θυμήθηκε τα δημοκοπικά κλέη της μιστριωτικής εποχής και εξεστράτευσε εναντίον του κ. Ι. Κακριδή, επειδή ο κ. καθηγητής εφόνευσε ασπλάχνως τους τόνους και τα πνεύματα της ελληνικής γραφής…».

Ήταν λυπηρό, όταν τόσοι σοφοί και τόσοι μεγάλοι δημιουργοί προσπαθούσαν ν’ απλουστεύσουν το πρόβλημα της ελληνικής γραφής, να υπάρχουν άλλοι που αισθάνονταν ως «ανώτερο καθήκον» την προσπάθεια να εμποδίσουν και την πιο αθώα προοδευτική ορμή. Παράλληλα μάλιστα με τη διατήρηση των τόνων, υποστήριζαν την κυριαρχία και τη βίαιη επιβολή της καθαρεύουσας. Η απρόσιτη και για πολλούς εντελώς ακατάληπτη γλώσσα είχε επιβληθεί ως γλώσσα της εξουσίας, του Τύπου και των σχολικών βιβλίων, με αποτέλεσμα να χρειάζεται μεταφραστής για ένα τρέχον υπηρεσιακό κείμενο και στους διαδρόμους των δημόσιων υπηρεσιών να είναι εγκατεστημένος ειδικός «σκιτσογράφος» μέχρι τη δεκαετία του 1970!

Ο αγώνας όμως για την επικράτηση της δημοτικής υπήρξε συνεχής. Ώσπου το 1976 αναγνωρίστηκε πλέον επισήμως από την κυβέρνηση Καραμανλή με υπουργό παιδείας τον Γ. Ράλλη, και έκτοτε διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Μετά την καθιέρωση της δημοτικής η αντιπαράθεση περιορίστηκε μεταξύ των υπερασπιστών του «πολυτονικού» κι αυτών του «μονοτονικού». Ώσπου το 1982, από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου με υπουργό παιδείας το Λευτέρη Βερυβάκη, λύνεται κι αυτή η διαμάχη με την επίσημη καθιέρωση του “μονοτονικού”.

Μεγάλη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων, ποιητών, συγγραφέων, εκδοτών κ.α. επιμένουν και σήμερα στην ιστορική ορθογραφία και στη διατήρηση του πολυτονικού συστήματος, προκειμένου να μη διασπαστεί η εικόνα της γλωσσικής μας συνέχειας. Ίσως η διατύπωση ενός όχι φανατικού δημοτικιστή, του ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη, πως «γύρω από τη μονοτονική γραφή κονταροχτυπιούνται δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους, οι Έλληνες που θέλουν να φαίνονται Έλληνες και οι Έλληνες που θέλουν να είναι Έλληνες», να αναδεικνύει το γεγονός ότι αυτό που εμφανίζεται ως κρίση της ορθογραφίας είναι στην πραγματικότητα κρίση της κοινωνίας.

Η «Δίκη των τόνων»

Η «Δίκη των τόνων»

Η «Δίκη των τόνων» είναι από εκείνα τα γεγονότα της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος, που πρέπει να έχουμε υπόψη, για να μπορούμε να καταλάβουμε και να εκτιμήσουμε τις συζητήσεις, που γίνονται και σήμερα γύρω από τη γλώσσα. Το βιβλίο «Η δίκη των τόνων» (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, αʹ έκδοση 1943, βʹ έκδοση 1998) περιέχει τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής, όπου έγιναν οι πρώτες επιθέσεις κατά του Κακριδή, τη δικογραφία, τις καταθέσεις των μαρτύρων, και τις επιστολές συμπαράστασης, που έγραψαν διάφοροι διανοούμενοι της εποχής.

Όσο για το Γιάννη Κακριδή, το μεγάλο φιλόλογο και δάσκαλο, για τον οποίο ο Albin Lesky έχει πει ότι «δε νοείται ευρωπαϊκή φιλολογία τον 20ο αιώνα χωρίς το Γιάννη Κακριδή», ισχύει μια πικρή, αλλά ιστορική αλήθεια: Όλους τους πρωτοπόρους αργούν να τους καταλάβουν οι άνθρωποι της εποχής τους. Η αναγνώριση γι’ αυτούς έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση, πολλές φορές και μετά το θάνατό τους!

 

Αλέξης Τότσικας, «Δεύτερη Ανάγνωση | Γεγονότα και έθιμα που σημαίνουν κατι…», έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος, 2013.

Διαβάστε ακόμη: Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)

 

Read Full Post »

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους – Μνημείο με ιστορία που χάνεται στο μύθο


 

Στην οδό Γούναρη του Άργους, 150 περίπου μέτρα μετά το Αρχαίο Θέατρο και λίγο πριν από τη διασταύρωση με την οδό Φορονέως, μια πινακίδα της αρχαιολογικής υπηρεσίας κάτω από την ένδειξη «οδός Άπιδος» γράφει «Κριτήριο – Νυμφαίο» και δείχνει αριστερά προς το λόφο, που έχει στην κορυφή του το κάστρο Λάρισα. Λίγοι την προσέχουν και πολύ λιγότεροι έχουν επισκεφτεί αυτό το αρχαίο μνημείο της πόλης, που συνδέεται με τις απαρχές της ιστορίας της.

 

Τι ήταν λοιπόν αυτό το Κριτήριο; 

 

Η πρόσβαση στο μνημείο γίνεται σήμερα από την μικρή πλακόστρωτη οδό Άπιδος. Ο Άπις, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Φορωνέα και αδερφός της Νιόβης, η οποία έγινε η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ερωτικά ο Δίας και γεννήθηκε ο ήρωας Άργος. Μετά τον θάνατό του Φορωνέα τον διαδέχθηκε ο γιος του Άπις, που δεν έκανε παιδιά. Στο μικρό χρονικό διάστημα, που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος στο τέλος της τσιμντένιας κλίμακας.

Στο τέλος του δρόμου, μετά από 150 περίπου ανηφορικά μέτρα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από 48 τσιμεντένια σκαλοπάτια, που οδηγούν σε ένα άνδηρο (πλάτωμα). Το άνδηρο στηρίζεται σε έναν τοίχο, που το ύψος  φτάνει τα 3 μέτρα σε κάποια σημεία. Είναι χτισμένος  με το κυκλώπειο σύστημα που συναντάμε στις Μυκήνες και στην Τίρυνθα, δηλαδή με μεγάλους πολυγωνικούς ογκόλιθους τοποθετημένους σε οριζόντια ασύμμετρη δόμηση χωρίς συνδετικό υλικό. Οι πέτρες έχουν κοπεί πολυγωνικά με ευθύγραμμες ακμές και προσαρμόζονται ακριβώς η μια στην άλλη χωρίς ενδιάμεσες σφήνες.

Στο εντυπωσιακό άνδηρο οδηγεί μια κεντρική κλίμακα με 6 πέτρινα σκαλοπάτια πλάτους 2,10 μ., που βρίσκεται στο κέντρο του κυκλώπειου τοίχου της ανατολικής πλευράς. Δυστυχώς σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, γιατί τα γειτονικά σπίτια είναι χτισμένα σε απόσταση μισού μέτρου από τον αρχαίο τοίχο και κάνουν αδύνατη την πρόσβαση στην κεντρική σκάλα – είσοδο του μνημείου. Η πρόσβαση στο άνδηρο γίνεται από τα τσιμεντένια σκαλοπάτια.

Το μεγαλύτερο μέρος του χώρου διαστάσεων 35Χ 21 μέτρα πάνω από τον τοίχο και τη σκάλα έχει σχηματιστεί με λάξευση του βράχου και φαίνεται ότι δεν υπήρχε εκεί κανένα οικοδόμημα, παρά μόνο ένας ορθογώνιος περίβολος στο κέντρο του πλάτους 4 μέτρων, που πιθανότατα ανήκε σε ιερό.

 

Ο Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος.

 

Η δυτική πλευρά του αναχώματος, που το κρατάει ο πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος, είναι λαξευμένη στο φυσικό βράχο του λόφου και σε συνδυασμό με το κυκλώπειο σύστημα του τοίχου παραπέμπει σε κάποιο αρχαίο μνημείο. Η κατασκευή του πολυγωνικού τοίχου τοποθετείται χρονολογικά στα μισά του 7ου αι. π.Χ.

Ο Παυσανίας, που πέρασε από το Άργος τον 2ο αιώνα μ.Χ. αναφέρει: «Το χωρίον τόδε, Κριτήριον ονομάζουσιν, Υπερμνήστραν ενταύθα υπό Δαναού κριθήναι λέγοντες».  Το μέρος δηλαδή αυτό το ονομάζουν κριτήριο και λένε ότι εδώ δικάστηκε από το Δαναό η Υπερμνήστρα.

Εδώ λοιπόν, σύμφωνα με το μύθο και τη διήγηση του περιηγητή Παυσανία, ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την Υπερμήστρα, τη μοναδική από τις κόρες του που παράκουσε τη διαταγή του και δεν θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα, την πρώτη νύχτα του γάμου των 50 θυγατέρων του Δαναού με τους 50 γιους του Αίγυπτου, που είχαν έρθει για να πάρουν την εξουσία του Άργους. Ο χώρος, λοιπόν, συνδέεται με το μύθο των Δαναΐδων.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ποσειδώνας ζευγαρώθηκε με τη Λιβύη, κόρη του Νείλου, και απέκτησε δυο γιους, τον Αγήνορα και το Βήλο. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, ο Αγήνωρ πήγε στη Φοινίκη και έκανε δικό του βασίλειο, ενώ ο Βήλος έμεινε στην Αίγυπτο, πήρε γυναίκα την  Αγχινόη, κόρη και αυτή του Νείλου, και απόκτησε δίδυμους γιους, τον Αίγυπτο και το Δαναό.

Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε το Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά της Αραβίας, την οποία και ονόμασε «Αίγυπτο». Ο Αίγυπτος απέκτησε 50 γιους και ο Δαναός 50 κόρες, τις Δαναΐδες. Άλλοι έλεγαν  πως τα παιδιά κάθε αδελφού ήταν από την ίδια μάνα και άλλοι πως είχαν γεννηθεί από τον ίδιο πατέρα, αλλά από περισσότερες γυναίκες, που είχε καθένας από τα αδέρφια (Ευρώπη, Αντινόη, Τεγέα και Κασσιέπεια).

Κάποτε όμως τα παιδιά του Βήλου, ο Αίγυπτος και ο Δαναός, συγκρούστηκαν, γιατί ο Δαναός φθονούσε τον Αίγυπτο, που είχε αρσενικά παιδιά, ενώ ο ίδιος είχε μόνο κορίτσια. Φοβόταν μάλιστα ότι οι γιοι του Αίγυπτου θα κάνουν γυναίκες τους τις κόρες του και θα του πάρουν την εξουσία. Ο Δαναός τότε φοβούμενος τους 50 γιους του Αίγυπτου, ύστερα από χρησμό της Αθηνάς, αρμάτωσε καράβι με 50 κουπιά, όσα και τα κορίτσια του, και με αυτό έφυγε μαζί με τις κόρες του.

Πρώτα προσέγγισαν τη Λίνδο της Ρόδου, που ήταν αποικία των Αργείων, όπου ο Δαναός ίδρυσε το ιερό της Λινδίας Αθηνάς. Τελικά αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι, το σημερινό Κιβέρι, απ’ όπου έφτασε στο Άργος.  Όταν έφτασε εκεί ο Δαναός ζήτησε από το Γελάνωρα, που ήταν τότε Βασιλιάς του Άργους, να του παραδώσουν το θρόνο, με το επιχείρημα ότι προγιαγιά του ήταν η Ιώ, η κόρη του Ίναχου και ερωμένη του Δία, που κυνηγημένη από την Ήρα μεταμορφώθηκε σε αγελάδα  και κρύφτηκε στην Αίγυπτο. Ο Γελάνωρας και ο Δαναός συζητούσαν το πράγμα, ώσπου νύχτωσε χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Είπαν λοιπόν  να το ξανασκεφτούν και να αποφασίσουν την άλλη μέρα.

Το πρωί, μόλις ξύπνησαν, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα απρόσμενο θέαμα: Ένας  λύκος είχε ορμήσει σε μια αγέλη βοδιών και ο ταύρος, ο αρχηγός της αγέλης, προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Οι Αργείοι παρομοίασαν τον επιτιθέμενο λύκο με το νεοφερμένο Δαναό και τον αμυνόμενο ταύρο με το Γελάνωρα και όλοι συμφώνησαν να γίνει βασιλιάς του Άργους εκείνος, που το ζώο του θα επικρατήσει στη μονομαχία. Έτσι, όταν ο λύκος κατασπάραξε τον ταύρο, δέχτηκαν βασιλιά το Δαναό, που ανέβηκε στο θρόνο του Άργους και έκανε και ένα ναό αφιερωμένο στο Λύκειο Απόλλωνα, που πίστευε ότι είχε στείλει το λύκο. Σ’ αυτό το μύθο στηρίζεται η σχέση της πόλης με το λύκο, που αποτελεί και σήμερα έμβλημά του Άργους.

Ο Δαναός, ως βασιλιάς της πόλης, αφιερώθηκε στο να διδάξει τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών στους Αργείους, να ανοίξει πηγάδια και να ποτίσει τις καλλιέργειες και ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του. Όταν όμως έγιναν άντρες οι γιοι του Αίγυπτου, πήραν τα καράβια, ήρθαν στο Άργος  και ζήτησαν να τους παντρέψει ο Δαναός με τις κόρες του, τις Δαναΐδες, για να ξεχαστεί η έχθρα τους. Υπήρξαν αντιρρήσεις, αλλά οι γιοι του Αίγυπτου, δε σήκωναν κουβέντα. Ο Δαναός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να αναμετρηθεί μαζί τους, καμώθηκε με δόλο ότι δέχεται την πρότασή τους και συμφωνήθηκε ο γάμος των 50 γιων του Αίγυπτου με τις 50 κόρες του Δαναού.

Πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου όμως, ο Δαναός μάζεψε τις κόρες του, τους έδωσε από ένα μαχαίρι και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι νύφες, λοιπόν, αποκεφάλισαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα του γάμου, έριξαν τα σαράντα εννιά κεφάλια τους στη λίμνη Λέρνη και θάψανε τα σώματά τους μπροστά στα τείχη του Άργους. Οι φόνισσες όλες έμειναν για πάντα με το μίασμα και καταδικάστηκαν για το ανόσιο και φρικτό έγκλημά τους, όταν πέθαναν και πήγαν στον κάτω κόσμο, να μεταφέρουν νερό και να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν ένα πιθάρι με τρύπες («τετρημένον πίθον»), που δε θα γέμιζε ποτέ. Αυτός είναι ο γνωστός «πίθος των Δαναΐδων».

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Μία από τις 50 όμως, η Υπερμνήστρα, που είχε παντρευτεί το Λυγκέα, επειδή, λένε, έμεινε ευχαριστημένη από την πρώτη νύχτα του γάμου, το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή. Ο πατέρας της, ο Δαναός, τη φυλάκισε και αποφάσισε να την δικάσει για την πράξη της αυτή. Οι Αργείοι όμως αρνήθηκαν την καταδίκη της Υπερμνήστρας και επικαλέστηκαν το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και προστάτιδας της συζυγικής κλίνης. Έτσι η Αφροδίτη προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη  και η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της θεάς αθωώθηκε! Η δίκη αυτή έγινε στο χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Μετά την αθώωση της Υπερμνήστρας ο Λυγκέας έγινε βασιλιάς του Άργους και η Υπερμνήστρα αφιέρωσε στη Θεά Αφροδίτη ένα ξόανο.

 

Πώς όμως ταυτίστηκε το μνημείο αυτό με το αρχαίο κριτήριο;

 

Οι αρχαιολόγοι, που ανέσκαψαν το μνημείο, εντόπισαν δυο ανάγλυφα στην πρόσοψη του πολυγωνικού τοίχου, που στηρίζει το άνδηρο του Κριτηρίου. Τα ανάγλυφα απεικονίζουν τρεις γυναικείες μορφές καθιστές σε θρόνους, επιβλητικές σαν σεβάσμιες «θεές» του κάτω κόσμου, και δύο επιγραφές, που τις ονομάζουν Επιτελίδες.

Επιτελίδε[σσι] / Δα[ρι]κίς ίσσατο / [κα]ι Λ[υ]σικράτεια

Επιτελίδων ταί I Διονυσίου α[νεθέ]τ[αν] ε[υξάμεναι]

 

1ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

2ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

Οι τρεις Επιτελίδες, όπως και οι Ευμενίδες, ήταν θεότητες που «επιτελούσαν» τα αιτούμενα. Ικανοποιούσαν δηλαδή τις παρακλήσιες. Τη βοήθειά τους ζητούσαν συνήθως  οι ετοιμόγεννες Αργείτισσες  και τους έκαναν προσφορές, για να προστατεύσουν τη γονιμότητα και να κάνουν πιο εύκολη τη γέννα τους.

Οι Επιτελίδες όμως σχετίζονται και με την απονομή δικαιοσύνης και την τιμωρία εγκληματικών πράξεων. Έτσι το αργείτικο Κριτήριο μοιάζει με τον αθηναϊκό Άρειο Πάγο, όπου ο Ορέστης, γιός του Αγαμέμνονα των Μυκηνών, αθωώθηκε για τη δολοφονία της μητέρας του Κλυταιμνήστρας  με την παρουσία στο δικαστήριο των Ερινύων-Ευμενίδων.

Η μυθολογία φαίνεται να συμφωνεί με τους αρχαιολόγους για το Κριτήριο, καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους, Δαναός, δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα. Η παρουσία αναθηματικών ενεπίγραφων ανάγλυφων, που εικονίζουν τις «Επιτελίδες», οδήγησε τους μελετητές στην ταύτιση του κτηρίου με το «Κριτήριο», το  αρχαιότερο δικαστήριο του κόσμου, που λειτούργησε στα αρχαϊκά χρόνια στα κράσπεδα του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους. Το «Κριτήριο» του Άργους με το πολυγωνικό ανάλημμα και το ρωμαϊκό νυμφαίο. Ψηλότερα δύο δεξαμενές του νυμφαίου (άριθ. 1 και 2), λαξευμένες στο βράχο και καμαροσκεπείς. Το νερό έφτανε με μακρύ αγωγό στις δεξαμενές και έπειτα διοχετεύονταν στην πόλη με δίκτυο μικρότερων αγωγών, των όποιων ο κεντρικός τροφοδοτούνταν από τις εκροές 3, 4 και 5 της δεξαμενής 2. Από τον τοίχο της ανατολικής πλευράς της δεξαμενής διατηρήθηκαν τα τμήματα 6, 7 και 8. Ο ισοπεδωμένος με λάξευση χώρος (άριθ. 10) μπροστά στο νυμφαίο ήταν του Κριτηρίου. Ανέβαινε κάνεις εκεί με τη σκάλα 11, στη μέση του ισχυρού αναλημματικού τοίχου. Ο ορθογώνιος περίβολος 9 ανήκε ίσως σε ιερό. Δημοσιεύεται στο: Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164.

 

Νυμφαίο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο» πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια. Στο χώρο αυτό ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός το 124/5 μ.Χ. έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου-Σπηλαίου», που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο για την περισυλλογή και τη διοχέτευση του νερού στην πόλη του Άργους.

Νυμφαία οι αρχαίοι Έλληνες από τους μυθικούς χρόνους χαρακτήριζαν τόπους ιερούς αφιερωμένους στις νύμφες των πηγών. Τέτοιοι ιεροί τόποι αρχικά ήταν κάποια φυσικά διαμορφωμένα  σπήλαια μέσα στα οποία ανάβλυζαν πηγές.

Αλλά Νυμφαία οι αρχαίοι ονόμαζαν και τα αψιδωτά οικοδομήματα που στέγαζαν τις βρύσες των πόλεων, οι οποίες ήταν συνήθως αφιερωμένες στις Νύμφες. Στη ρωμαϊκή και ελληνιστική περίοδο αυτά τα οικοδομήματα άρχισαν να γίνονται επιβλητικότερα και πολυτελέστερα με κίονες, δεξαμενές, στοές κ.λπ.

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, για να εξασφαλίσει νερό στο Άργος, έφτιαξε ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα κατέληγε στο Νυμφαίο του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους.

 

Το Αδριάνειο Υδραγωγείο ήταν κτισμένο με πέτρες και κορασάνι. Το Κουρασάνι ήταν κονίαμα που φτιαχνόταν από άμμο ή χώμα, ασβέστη, τριμμένο κεραμίδι και μερικές φορές ενισχυόταν με ασπράδι αυγών, τραγόμαλο, άχυρο και μαλλιά ζώων. Το Ρωμαϊκό αυτό κονίαμα ήταν ισοδύναμο ή εφάμιλλο με το τσιμέντο και είχε εξαιρετικές υδραυλικές, μηχανικές και θερμομονωτικές ιδιότητες.

Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου είναι οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές σήμερα στην περιοχή «Σταθέικα» και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς», ενώ σώζεται ακόμα ένα τμήμα του μήκους 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας.

Το νυμφαίο που δημιούργησε ο Ανδριανός αποτελείται από δύο δεξαμενές για νερό και μια θολωτή στέγη. Το κατώτερο τμήμα των δεξαμενών ήταν λαξευμένο στο βράχο. Το υπόλοιπο τμήμα των δεξαμενών ήταν χτισμένο πάνω στο βράχο με οπτόπλινθους, συμπαγή ψημένα τούβλα που σχημάτιζαν καμάρες με στέγη.

Σε κεντρικό σημείο του κτηρίου ήταν στημένο ένα άγαλμα με τη μορφή του μυθικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.

Η πρόσοψη του νυμφαίου είχε πλάτος 15,50 μ. και μια κιονοστοιχία αρχικά, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε με τοίχο. Από τον τοίχο αυτό διατηρούνται σήμερα τρία τμήματα στην πρόσοψη του νυμφαίου.

Το νερό εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και αναπηδούσε από το αριστερό του αγάλματος. Το άγαλμα με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή μετάγγισης.

 

Το υδραγωγείο υδροδότησης και ο δρόμος προς το αρχαίο θέατρο.

 

Στη συνέχεια, το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή πάνω από μία υδραυλική κλίμακα δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους.

Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους ήταν ένα μεγάλο δημόσιο λουτρικό συγκρότημα από το οποίο σώζεται ακόμη και σήμερα ένας πλινθόκτιστος τοίχος ύψους 11 μ. στα νοτιοανατολικά του αρχαίου Θεάτρου.

Το λουτρικό αυτό συγκρότημα λειτούργησε έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια  του 5ου και του 6ου αι. μ.Χ.). Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως στην περιοχή της αρχαίας αγοράς και άλλα κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Σήμερα το «Κριτήριο» και «Νυμφαίο» συνδέεται με το αρχαίο θέατρο του Άργους με ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, παράλληλο με τον αγωγό υδροδότησης, που οδηγούσε το νερό στην πόλη, που προσφέρει εκπληκτική πανοραμική θέα της πόλης και καταλήγει στο κέντρο του αρχαίου θέατρου του Άργους.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Στη διαδρομή μάλιστα υπάρχει και ένα ανάγλυφο πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο, που στο δεξιό του τμήμα εικονίζει έφιππη ανδρική μορφή με τ’ άλογο να βαδίζει προς τ’ αριστερά και τον ιππέα να κρατά στρογγυλή αργείτικη ασπίδα και δόρυ. Στο αριστερό τμήμα εικονίζεται κρατήρας με κωνικό πόδι, όπου στα δεξιά του ανελίσσεται ένα φίδι με το κεφάλι του να φτάνει στο χείλος του αγγείου. Ο λαός το έχει ταυτίσει με τον Αϊ Γιώργη που σκοτώνει το φίδι, αλλά η ιστορία του είναι πολύ παλαιότερη. Το ανάγλυφο αυτό χρονολογείται στα τέλη του 5ου – αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και αποδίδει τη σχέση του Άργους με τα άλογα.

 

Το ανάγλυφο του ιππέα.

 

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος «πολυδίψιον» και «ιππόβοτον». Και τα δύο αυτά επίθετα φαίνεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Γιατί το βόρειο τμήμα της αργολικής πεδιάδας, από το Άργος προς το Κουτσοπόδι, είναι άνυδρο και δικαιολογεί το «πολυδίψιον  Άργος» του Ομήρου. Η νότια πεδιάδα όμως, από το Άργος μέχρι την παραλία του Τημενίου είναι πλούσια σε νερά και λιβάδια και εξηγεί το «ιππόβοτον Άργος», γιατί σ’ αυτά έβοσκαν άλογα.

Τέτοιες απεικονίσεις αλόγων σε αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους στους πρόποδες των λόφων της Λάρισας και της Ασπίδας είναι συχνότατες. Και πολλά από τα μικρά χάλκινα άλογα, που ήταν αφιερωμένα στο ιερό της Ολυμπίας, προέρχονται σύμφωνα με τους αρχαιολόγους από αργείτικα εργαστήρια.

Αυτή είναι η ιστορία του Κριτηρίου και νυμφαίου του Άργους, που χάνεται στο μύθο. Σήμερα όμως ο χώρος αυτός παραμένει άγνωστος, αφανής και αναξιοποίητος. Οι πολίτες τον αγνοούν, οι αρχές τον υποβαθμίζουν με τη στάση τους και οι φορείς δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να τον αξιοποιήσουν, ενώ προσφέρεται ως χώρος για την πραγματοποίηση ποιοτικών εκδηλώσεων. Βρίσκεται στις υπώρειες του ιστορικού κάστρου του Άργους, παρέχει πανοραμική θέα της πόλης, έχει μεγάλη ιστορία, προσφέρει υποβλητική ατμόσφαιρα, ειδικά τους θερινούς μήνες. Θα μπορούσε να αναδειχθεί με τη διοργάνωση μουσικο-θεατρικών ή άλλου είδους εκδηλώσεων στον περιβάλλοντα χώρο του, αφού πρώτα, φυσικά, διαμορφωθεί κατάλληλα, και να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για την ιστορία και την πολιτιστική ζωή της πόλης.

Το γεγονός ότι δεν έχει εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο μπορεί να είναι και πλεονέκτημα. Θα έδινε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν μικρό περίπατο από το παρκινγκ της λαϊκής αγοράς μέχρι εκεί από τα κάθετα προς την οδό Γούναρη πλακόστρωτα δρομάκια και για μια βόλτα στην περιοχή της Φορονέως, που δεν υπολείπεται σε γραφικότητα της αθηναϊκής Πλάκας ή του παλιού Ναυπλίου.

 

Πηγές


  • Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα» (μέρος 2), argolikivivliothiki.gr
  • Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164-167.
  • Παπαχριστοδούλου Ι., «Ανάγλυφα Ευμενίδων εξ Αργολίδος», Αρχ. Δελτίον , τόμος 23 (1968), σελ. 117 κ.ε.
  • Τότσικας Αλέξης, «Μύθος και Ιστορία», Άργος, 2018, σελ. 32-37.

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Τεκτονικές Στοές Άργους


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Τεκτονικές Στοές Άργους»

Πέπλο σιωπής και απόλυτο σκοτάδι υπάρχει σε ότι αφορά τις δυο τεκτονικές στοές που ιδρύθηκαν στο Άργος, μετά την στέψη του Γεωργίου του Α΄ ως βασιλιά των Ελλήνων το 1863 και την ενσωμάτωση των Ιονίων νήσων, που έφερε ως προίκα του.[1]

Η πρώτη στοά ιδρύεται το 1863 με το όνομα «Πρόνοια» και η δεύτερη – ένα χρόνο μετά – το 1864, με το όνομα «Πρόοδος». Τα γεγονότα – και τα πρόσωπα που έπαιξαν κύριο ρόλο – που συνέβαλαν στην επανεμφάνιση του τεκτονισμού στην Ελλάδα μετά την απομάκρυνση, το 1862, του Όθωνα και τον ερχομό του Γεωργίου του Α΄ στον θρόνο της Ελλάδος, περιγράφονται από τον Νέστωρα Λάσκαρη, στην εγκυκλοπαίδεια της «Ελευθέρας Τεκτονικής» στο λήμμα « Ελλάς» σελ.376 ως εξής:

« Περί τα τέλη του 1863 ιδρύεται εν Αθήναις υπό της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας Στοά υπό το διακριτικόν όνομα « Πανελλήνιον». Την σύστασιν της Στοάς ταύτης επηκολούθησεν η των Στοών « Αρχιμήδης» εν Πάτραις, « Ποσειδών» εν Πειραιεί, « Παίδες Λεωνίδου» εν Σύρω, « Πρόνοια» εν Άργει, « Σκουφάς» εν Χαλκίδι, «Ανεξαρτησία» εν Λαμία. Αι επτά αύται Στοαί συνενωθείσαι εζήτησαν δια κοινού εγγράφου περί τας αρχάς του 1864 την άδειαν παρά της προϊσταμένης αυτών αρχής, της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας όπως συστήσωσιν ανεξάρτητον Μεγάλην Ανατολήν της Ελλάδος.

Η Μεγάλη όμως Ανατολή της Ιταλίας ηρνήθη να παράσχει την άδειαν ταύτην, απλώς δε μόνον επέτρεψε την ίδρυσιν Διευθυντηρίου τεκτονικού υπό την αιγίδα της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας. Ούτως η Ανώτατη Διοίκησις του εν Ελλάδι Τεκτονισμού απηρτίσθη εκ των αδελφών Σπήλιου Αντωνοπούλου και Δ. Μαυροκορδάτου, υπουργών, και Ν. δαμασκηνού, καθηγητή Πανεπιστημίου. Αναπληρωτής δε του τυχόν εκ των τριών κωλυομένου ωρίσθη ο καθηγητής Πανεπιστημίου Ι. Παπαδάκης. Το Διευθυντήριον ευθύς άμα τη συστάσει του άρχισε να ιδρύει νέας Στοάς μεταξύ των οποίων τον « Ρήγαν Φεραίον» εν Λαμία, την « Ποσειδωνίαν» εν Πειραιεί, την « Πρόοδον» εν Άργει και την « Κέρκυραν» εν Κερκύρα.

Βλέπουμε ότι η « Μεγάλη Ανατολή» της Ιταλίας είναι η μητέρα στοά, αυτή ιδρύει και αυτή καθοδηγεί τις θυγατρικές τεκτονικές στοές στην Ελλάδα από την έδρα της στην Φλωρεντία.

Την πρώτη στοά που ιδρύει, είναι στην Πρωτεύουσα Αθήνα με το όνομα «Πανελλήνιον».

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου, 1826.

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου, 1826.

Με το όνομα όμως «Πανελλήνιον» γνωρίζουμε ότι λειτούργησε στο Ναύπλιο η πρώτη τεκτονική στοά της Ελλάδος από το 1825. ( Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, Τεκτονική στοά Ναυπλίου, 19/12/2012).

Γιατί λοιπόν δεν επανασυστήθηκε στο Ναύπλιο και το διακριτικό όνομα «Πανελλήνιον» μεταφέρθηκε στην νέα πρωτεύουσα από τη παλιά;

Γιατί η στοά έγινε στο Άργος και όχι στο Ναύπλιο; Ίσως το όνομα « Πανελλήνιον» ν’ ανήκει μόνο στην τεκτονική στοά της Πρωτεύουσας της Χώρας. Αλλά ίσως και τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την αποτυχία της «Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862» να έπαιξαν καθοριστικό αρνητικό ρόλο, μιας και το Ναύπλιο ήταν από παντού ρημαγμένο, σε αντίθεση με το Άργος που – συγκριτικά- ανθούσε οικονομικά και υπερίσχυε πολιτικά.

Το 1864  ιδρύονται 13 συνολικά στοές σε 8 πόλεις ( Αθήνα, Πάτρα, Πειραιάς, Σύρος, Άργος, Χαλκίδα, Λαμία, Κέρκυρα) μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε μια χώρα που όχι μόνο δεν είχε στα 35 χρόνια περίπου που ήταν ελεύθερη, τεκτονική δραστηριότητα, αλλά η τεκτονική παρουσία ήταν αυστηρώς απαγορευμένη.

Ο τεκτονισμός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην προεπαναστατική περίοδο στην Ελλάδα,  στο άρθρο «Τεκτονισμός- Συμβολή στην Επανάσταση του 1821 – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού 7/10/2009», θα βρει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης αρκετές πληροφορίες γι’ αυτό – υποχρεώθηκε από τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια να σταματήσει την δράση του και να διαλύσει τις οργανώσεις του.

Ο « Μεγάλος Διδάσκαλος της Εθνικής Μεγάλης Στοάς» Ευστ. Λιακόπουλος στο βιβλίο του «Ο Τεκτονισμός στην Ελλάδα» περιγράφει με σαφήνεια το πώς και το γιατί ο Ι. Καποδίστριας διέλυσε όλες τις « Μυστικές Εταιρείες» που λειτουργούσαν τότε στην χώρα μας.

«Οι λόγοι που έκλεισε απότομα η προεπαναστατική περίοδος του Ελληνικού Τεκτονισμού είναι δυστυχώς καθαρά ιστορικοί και ταυτίζονται με εκείνους που προσδιόρισαν τη μοίρα του νέου Ελληνισμού».

Διονύσιος Ρώμας. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”.

Διονύσιος Ρώμας. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”.

Η Επανάσταση στην τελική της φάση επέζησε κυριολεκτικά χάρις στις «προστάτιδες» δυνάμεις εξαιτίας της απρόσμενης εμφάνισης του παράγοντα Ιμπραήμ στο πεδίο της μάχης. Έτσι οι ξένοι με τη μεγαλύτερη άνεση επέβαλλαν  στο ασθενικό πια κρατίδιο τους δικούς τους πολιτικούς πειραματισμούς. Οι φυσικοί ηγέτες αυτού του τόπου, που γνώριζαν την ψυχολογία του λαού και μπορούσαν να του επιβληθούν με τον τρόπο τους , παραχώρησαν τη θέση τους σε μια «επιβεβλημένη» ηγεσία και διοίκηση, με όλα τα παρεπόμενα κακά.

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, τέκτονας ο ίδιος και φιλελεύθερος, απαρνήθηκε και τις δυο του αυτές ιδιότητες με πόνο ψυχής φαντάζομαι, κάτω από το βάρος μιας σκληρής πραγματικότητας. Αναγκάστηκε να καταργήσει το Σύνταγμα [2] και να κυβερνήσει δικτατορικά για να επιβάλλει κάποια τάξη στο χάος που είχε δημιουργηθεί.

Στις 8 Ιουνίου του 1828 με την υπ’ αριθ. 2953 Μυστική Εγκύκλιο του προς το « Πανελλήνιον» [3] ζητεί τη διάλυση των Μυστικών Εταιρειών, στη συνέχεια δε στις 22 Αυγούστου 1831 καλεί τους Υπαλλήλους να δηλώσουν ότι δεν ανήκουν σε Μυστικές Εταιρείες επί ποινή απολύσεως. Στην πρώτη εγκύκλιο του περιλαμβάνει στις Μυστικές Εταιρείες που δεν συμβιβάζονται με τα «κατά νόμους καθεστώτα» και «την από αιώνων γνωριζομένην από του ονόματος της Αδελφοποιίας ή Αγάπης».

Έτσι, εντελώς άδοξα έκλεισε η πρώτη αληθινά λαμπρή περίοδος του «προεπαναστατικού τεκτονισμού» στην Ελλάδα».

Είδαμε ότι οι τεκτονικές στοές που ιδρύονται στο τέλος του 1863 είναι εξαρτημένες από την Τεκτονική στοά «Μεγάλη Ανατολή» της Ιταλίας με έδρα της την Φλωρεντία και ως δορυφόροι της καθοδηγούνται από αυτήν.  Σύντομα όμως οι νέες  στοές αναπτύσσονται διασυνδέονται μεταξύ τους και θέλουν ν’ αυτονομηθούν από το Ιταλικό κέντρο.

Έτσι αρχές του 1864 ζητούν την άδεια «από την προϊσταμένη αυτών αρχή» να « συστήσωσιν ανεξάρτητον Μεγάλην Ανατολήν της Ελλάδος». Με λίγα λόγια γυρέψανε  την ανεξαρτησίαν τους και οι Ιταλοί αντί γι’ αυτήν τους επιτρέψανε να φτιάξουν ένα «Διευθυντήριο» όλων αυτών των στοών, υπό την αιγίδα τους βέβαια. Οι Ιταλοί πρέπει να θύμωσαν για την κίνηση αυτή κάποιων Ελληνικών στοών, γιατί αμέσως μετά την ίδρυση του Διευθυντηρίου το οποίο και έλεγχαν απολύτως άρχισαν μέσα στο 1864 να ιδρύουν νέες στοές στην Λαμία, στον Πειραιά, στην Κέρκυρα και στο Άργος.  

Έτσι η τεκτονική στοά του Άργους «ΠΡΟΝΟΙΑ» που ζήτησε μαζί με τις άλλες 6 στοές από τους Ιταλούς την ίδρυση Ανεξάρτητης Ελληνικής στοάς «Μεγάλης Ανατολής» εξαφανίστηκε και κανείς πλέον στο μέλλον και πουθενά δεν ξανακάνει λόγο γι’  αυτήν και τη θέση της παίρνει η νέα στοά του Άργους με το όνομα « ΠΡΟΟΔΟΣ». Η νέα αυτή στοά του Άργους η «ΠΡΟΟΔΟΣ» γίνεται ύστερα από 3 χρόνια το 1867, μαζί με άλλες επτά στοές ιδρυτικό μέλος της πρώτης Ελεύθερης Τεκτονικής στοάς της Ελλάδος «ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΟΛΗ» .

Στην « ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ» τ. 138/2012 ο συλλέκτης Κ. Συνοδινός δημοσιεύει ένα σπάνιο έγγραφο – ντοκουμέντο που προέρχεται από την Ιταλική « ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΟΛΗ» και μας πληροφορεί τα εξής:

Ε.: Δ.: Τ: Μ.: Α.: Γ.·. Σ.: .

Παγκόσμιος Τεκτονία

Επιστήμη, Ελευθερία, Εργασία, Αδελφότης, Αλληλεγγυότης

Ιδών των εξ Αθηνών Τεκτονικών πίνακα του Ημετέρου Τεκτ.·. Διευθυντηρίου εν Ελλάδι, υπό ημερομηνίαν 16 Φεβρουαρίου 1867 (M..Χ.) δι’ ου εξαιτείται, όπως δύνηται να ενεργή αυτόνομον Κέντρον και ούτω αποκατασταθή Μ.Α. της Ελλάδος ως και παρά τοις λοιποίς ελεθέροις έθνεσι,, ο Μ.Δ., του Τάγμ.·. ψηφί­ζει,

Α’. Το εν Αθήναις Ημέτερον Τεκτονικόν Κέ­ντρον κηρύσσεται αυτόνομον.

Β’. Αι οκτώ υπαριθμούμεναι Στοαί «απολύονται  του εξαρτήματος της Μ.·. Αν.·, της Τεκτονίας, όπως δυνηθώσι να αποκαταστήσωσι το νέον Τεκτ. Κέντρον εν Ελλάδι».

Γ’. Η Μ.·. Α.·. υπόσχεται ν’ αναγνωρίση την αποκατασταθησομένην Ελληνικήν Μ.·. Αν.·, και να παραδεχθή αυτήν ως κανονικήν εις τας ανταποκρίσεις αυτής.

Εκτελεστέον παρά του αναπληρωματικού

Μ.·. Δ.·. Αδ.·. Λ. Φραπόλλι.

Εν Φλωρεντία της Ημ. Αν. Α. Φ.1000-867

 Ο Μ. Δ. Φ. Δελούκα

 Παρά τω Μ.·. Δ.·, ο Α’.·. Πρόσθ.·. Μ.·. Δ.

 Δ. Φραπόλλι

Ο Μ.·. Αρχειοφ.˙.

Πίος Αδούκα

Λέσχαι ανεξάρτητοι δυνάμει της άνωθεν δια­ταγής,

«ΠΑΙΔΕΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ» εν Σύρω,

«Πανελλήνιον» εν Αθήναις,

«Ποσειδονία» εν Πειραιεί,

«Σκουφάς» εν Χαλκίδι,

«Κέρκυρα», εν Κέρκυρα,

«Αρχιμήδης» εν Πάτραις,

«Ρήγας Φεραίος εν Λαμία,

« Πρόοδος» εν Άργει.

Στο ιδρυτικό της « Μεγάλης Ανατολής» της Ελλάδος η τεκτονική στοά Άργους « ΠΡΟΟΔΟΣ» είναι η 8η στη σειρά όπως φαίνεται στο έγγραφο « GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA» που με ημερομηνία 16/02/1867 σας παρουσιάζουμε.

 

GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA

GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA

 

Άρα με το έγγραφο αυτό της 16/02/1867 οι οκτώ στοές που αναφέρονται με όγδοη την στοά του Άργους « ΠΡΟΟΔΟΣ» «απολύονται του εξαρτήματος της Ιταλικής Μεγάλης Ανατολής» και όχι μόνο μπορούν να δημιουργούν δικό τους νέο τεκτονικό κέντρο στην Ελλάδα αλλά και πλέον γίνονται «Λέσχαι Ανεξάρτητοι» με καθοδήγηση όχι πλέον Ιταλική αλλά την νέαν Ελληνική «Μεγάλη Ανατολή».

Οι τεκτονικές στοές του Άργους δεν άφησαν ορατά ίχνη στην πορεία τους μέσα στην Αργολική Κοινωνία. Πιστεύω πως για πρώτη φορά, μετά από 150 χρόνια απόλυτης σιωπής γράφεται κάτι για το θέμα αυτό. Και για το μόνο που είμαστε σίγουροι είναι η ύπαρξη των στοών αυτών.

Γιατί τίποτε δεν γνωρίζουμε – μέχρι σήμερα τουλάχιστον και  εύχομαι το παρόν να γίνει αρχή για να μάθουμε στο μέλλον – για την οργάνωσή τους, την τεκτονική τους ή άλλη παράλληλη δραστηριότητα και λειτουργία, την έδρα τους, τα ιδρυτικά και ηγετικά μέλη τους.

Ένα μεγάλο ερωτηματικό για μένα είναι: το γιατί το « ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΡΙΟ» κατήργησε την πρώτη στοά «ΠΡΟΝΟΙΑ» και ίδρυσε την νέα, την «ΠΡΟΟΔΟ». Δηλαδή ποιοι Αργείοι « ανυπάκουοι» τέκτονες τιμωρήθηκαν με «διαγραφή» – όπως θα έλεγαν σήμερα –  από την Μεγάλη Ανατολή της Ιταλίας και ποιοι « υπάκουοι» Αργείοι τέκτονες ίδρυσαν την νέα στοά « ΠΡΟΟΔΟΣ»

Τέκτονας δεν γινόταν ο οιοσδήποτε τότε. Είναι γνωστό ποιοι αποτελούσαν τους ηγετικούς πυρήνες στην ίδρυση τεκτονικών στοών την εποχή εκείνη και πόσο αναγκαία ήταν ορισμένα «προσόντα» που έπρεπε να διαθέτει κανείς για να γίνει μέλος, να μυηθεί και να ανέλθει στην κλίμακα των 33 βαθμίδων μιας τεκτονικής στοάς.

Άνθρωποι χωρίς μόρφωση και καταξίωση στο χώρο τους, χωρίς ένα θετικό χαρακτηριστικό που να τους έκανε να διακρίνονται  και να ξεχωρίζουν στο Κοινωνικό, Οικονομικό, Πολιτικό, Πνευματικό, στρατιωτικό, Δικαστικό ή Θρησκευτικό περιβάλλον τους, δεν θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν μέλη μιας τεκτονικής στοάς. Αυτά τα χαρακτηριστικά όμως τα είχε ένα πολύ μικρό ποσοστό του – ούτως ή άλλως – μικρού αστικού πληθυσμού της Χώρας μας, που πάνω από 70% ήσαν γεωργοί, κτηνοτρόφοι ή εργάτες χειρώνακτες, αγράμματοι οι περισσότεροι.

Το Άργος το 1863 είχε 11.000 κατοίκους και ήταν το Εμπορικό και Βιοτεχνικό κέντρο της Αργολίδας. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν μικροκαλλιεργητές γης, κτηνοτρόφοι, εργάτες, υπάλληλοι και μικρέμποροι. Μειοψηφία αλλά με δεσπόζουσα οικονομική – κοινωνική – πολιτική θέση στο Άργος είχαν, οι πολύ λίγοι μεγαλοκτηματίες μαζί με τους μεγαλέμπορους και βιοτέχνες, τους λίγους τότε γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, εκπαιδευτικούς, Δημόσιους και δημοτικούς υπαλλήλους, τους τοκογλύφους εισοδηματίες και μερικούς στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτοί μαζί με τους πολιτικούς και Δημοτικούς Άρχοντες, τους στρατιωτικούς, τους δικαστικούς και τους κληρικούς αποτελούσαν την  «Άρχουσα τάξη» της πόλης. Σ’ αυτήν την «Elite» θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε τους ιδρυτές και τα μέλη των δύο τεκτονικών στοών του Άργους.

Ο Ερευνητής του μέλλοντος ίσως σταθεί πιο επιμελής και πιο τυχερός από τον συγγραφέα του παρόντος και βρει στοιχεία και αποδείξεις και καταγράψει τους ιδρυτές, τα μέλη και την δράση των δύο τεκτονικών στοών του Άργους.

Οι τέκτονες της εποχής εκείνης ήταν από τα πιο προοδευτικά και φιλελεύθερα μυαλά που διέθετε ο τόπος μας [4] .  Η ύπαρξη τους σ’ ένα τόπο που έμεναν και είχαν τις δραστηριότητες τους δεν σήμαινε ότι θα υπήρχε και τεκτονική στοά εκεί. Τέκτονες χωρίς στοά υπάρχουν παντού όχι όμως και το αντίθετο.

Οι τεκτονικές στοές στο Άργος ακόμη και αν έπαψαν πολύ νωρίς να υπάρχουν και να λειτουργούν, οι τέκτονες του Άργους υπήρχαν και σίγουρα θα είχαν πολλαπλή δραστηριότητα μέσα στο Άργος. Αυτούς και την δράση τους ο ερευνητής του μέλλοντος οφείλει να βρει και να παρουσιάσει. Γιατί είμαι σίγουρος ότι μέσα από κάποιο Κοινωνικό, Πολιτιστικό ή Επιμορφωτικό σύλλογο ή λέσχη θα συνευρίσκονταν και μέσω του φορέα αυτού θα προσπαθούσαν να παρέμβουν με τις απόψεις και το έργο τους στην κοινωνία του Άργους.

Όσοι γνωρίζουν και έχουν στοιχεία ή οι απόγονοι των πρωτοπόρων αυτών Αργείων τεκτόνων που γνωρίζουν τα ονόματα και την δράση τους, οφείλουν να καταθέσουν τις μαρτυρίες τους. Ταμπού και μυστικά δεν υπάρχουν πλέον γι’ αυτούς που μελετούν την Ιστορία και οι τεκτονικές στοές στο Άργος και οι τέκτονες του είναι κομμάτι της Ιστορίας του Άργους και πρέπει και να καταγραφεί και να μελετηθεί.

 Γιώργος Γιαννούσης

 Οικονομολόγος- Πρόεδρος

 της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 Ιστορίας και Πολιτισμού. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Τα  Ιόνια νησιά και ιδιαίτερα η Κέρκυρα και η Ζάκυνθος είχαν έντονη και διαρκή την τεκτονική παρουσία.

[2] Εννοεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Με απόφαση της Βουλής, τον Ιανουάριο του 1828 ανέστειλε και τυπικά τα άρθρα του Συντάγματος αυτού και συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στα χέρια του.

[3] «Πανελλήνιον»: Γνωμοδοτικό Σώμα από 27 μέλη, το οποίο συνέστησε ο Καποδίστριας σε αντικατάσταση της Βουλής, ένα είδος Υπουργικού Συμβουλίου. « Πανελλήνιον». Ίδιο όνομα με την πρώτη τεκτονική στοά στο Ναύπλιο. Να πιστέψουμε ότι τυχαία ονομάστηκε έτσι, το ανώτατο και μόνο τότε Συμβούλιο που υπήρχε;

[4] Αρχηγός της «Χρυσής Νεολαίας» η οποία επί Όθωνος ζητούσε την αποκατάσταση του Συντάγματος και ψυχή της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 ήταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879) ο οποίος τον Νοέμβριο του 1865 έγινε ο πρώτος τέκτονας Πρωθυπουργός μετά τον Ι. Καποδίστρια.

 

Read Full Post »

Περί «Κρυφού Σχολειού» και το δημοτικό «Φεγγαράκι μου λαμπρό», Δημητρίου Γ. Κατσαφάνα


 

 

Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

Συνδέεται ή όχι το δημοτικό παιδικό τραγούδι Φεγγαράκι μου λαμπρό με το κοινό σχολείο, το οποίο λειτουργούσε υποτυπωδώς στους νάρθηκες των εκκλησιών και στα κελλιά των μοναστηριών; Αν ναι, πότε τραγουδήθηκε, ποια είναι η καταγωγή του, η γέννησή του; Το πρόβλημα είναι σοβαρό από την άποψη, ότι μερικοί μελετητές εξαρτούν την ύπαρξη ή όχι του κρυφού σχολειού, του σχολείου πού λειτουργούσε νύχτα, από την σύνδεσή του με το γνωστό αυτό παιδικό τραγούδι.

Σχετικά με τη γνησιότητα, το νόημα του τραγουδιού αυτού έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα οι πιο διαφορετικές και αντιφατικές απόψεις. Αναφέρουμε ενδει­κτικά τις κυριότερες: Ο Γιάννης Βλαχογιάννης θεωρεί ότι η παιδεία την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν εμποδιζόταν και ότι τούτο είναι να­νούρισμα πού έλεγε «ή κάθε μανούλα, να ετοιμάση, να καλοπιάση το μισοξυπνημένο παιδί της για να το ξεκινήση…». Ο ιερέας δάσκαλος πήγαινε, κατά τον Βλαχογιάννη, «αξημέρωτα στην εκκλησία, και περισ­σότερο άμα είχε νά προσέξη το νάρτηκα είτε και μέσα στα σκαλοπάτια του εικονοστασίου, όπου βοηθούσανε και τ’ αναμμένα κανδήλια».

 

Ο Δη­μήτριος Καμπούρογλου υποστηρίζει ότι «αβασανίστως και ακρίτως επαναλαμβάνεται ότι παρεμποδιζόντων των Τούρκων την έκπαίδευσιν ηναγκάζοντο τα παιδάκια τη νύκτα με το φεγγάρι να πορεύωνται εις διδάσκαλον προς εκπαίδευσιν». Ο Λίνος Πολίτης, εξάλλου, υποστήριξε ότι «το περίφημον κρυφό σχολειό είναι ένα ιστορικό ψέμμα», αφού, καθώς λέει, μάλλον δεν πρέπει να μιλάμε για τέχνη και παιδεία στους δύο πρώτους αιώνες μέχρι τού τέλους του ΙΣΤ’. Μόνο, συνεχίζει, «από τις αρχές του 17ου αιώνα» αρχίζουν να γίνωνται αισθητά τα ρεύματα για μια πνευματική αναγέννηση, όπου πλέον «όχι κρυφά μα φανερά σχο­λεία ιδρύονται τώρα σε πάρα πολλές πόλεις…».

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του Δημητρίου Γ. Κατσαφάνα – συγγραφέα, ερευνητή της υστεροβυζαντινής περιόδου – πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Περί «Κρυφού Σχολειού» και το δημοτικό «Φεγγαράκι μου λαμπρό»

  

Σχετικά θέματα: Έλληνικόν Σχολείον έν καιρώ δουλείας – Νικόλαος Γύζης

Read Full Post »

Η Κασσιανή και…το τροπάριό της


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Η Κασσιανή και…το τροπάριό της»

  

Κάθε χρόνο το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται στους Ορθόδοξους Ναούς το τροπάριο της Κασσιανής, ένας από τους πιο δημοφιλείς ύμνους μετανοίας, που συγκινεί κάθε πιστό και αναφέρεται στη μνήμη μιας πόρνης, την οποία γλίτωσε ο Ιησούς από το λιθοβολισμό και εκείνη άλειψε αργότερα με μύρο τα πόδια του και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Σε αυτή τη γυναίκα αναφέρεται το τροπάριο και έχει σκοπό να τονίσει την αξία της μετάνοιας στη ζωή μας, μετάνοια που προαπαιτείται και για τη σωστή συμμετοχή μας στα Πάθη του Κυρίου.

«Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου· αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.

Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος». (μεταγραφή Φώτη Κόντογλου)

 

Εάν ρωτήσουμε σε ποια αμαρτωλή γυναίκα αναφέρεται το τροπάριο, οι περισσότεροι θα απαντήσουν, εσφαλμένα, ότι αναφέρεται στην ίδια την Κασσιανή ή στη Μαρία τη Μαγδαληνή. Μεγάλο λάθος! Σε ποια γυναίκα, αλήθεια, αναφέρεται και ποια ήταν η Κασσιανή;

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Η αμαρτωλή γυναίκα του ύμνου αυτού είναι ανώνυμη, μια μοιχαλίδα, που ο Χριστός την έσωσε, όταν το έξαλλο πλήθος των Φαρισαίων ήθελε να την  λιθοβολήσει για το ηθικό της παράπτωμα, με την περίφημη φράση του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Και η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα, όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στον σωτήρα της Χριστό. Αγοράζει αρώματα, ντύνεται σεμνά και ταπεινωμένη, με δάκρυα στα μάτια, έρχεται και πλένει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της.

Το περιστατικό αναφέρουν οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές. Ο Ματθαίος (κστ`, 6-7),  ο Μάρκος (ΙΔ` 3) και ο Λουκάς που γράφει (ζ. 37-38): «Και ιδού γυνή εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω». Κανένας από τους τρεις δεν αναφέρει το όνομά της από σεβασμό, ίσως, στη μνήμη της και για να αποφύγουν τη δημόσια διαπόμπευσή της.

Η Κασσιανή ήταν βυζαντινή ποιήτρια που έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με στοιχεία για τη ζωή της, που αντλούμε από Βυζαντινούς χρονογράφους (Κωδινός, Γλυκάς, Πτωχοπρόδρομος, Ζωναράς, Γεώργιος Αμαρτωλός κ.α.), επειδή δεν την επέλεξε ως σύζυγό του ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, έγινε μοναχή και αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση.

Ο Θεόφιλος (813-842) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας και η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από την τελευταία εικονομαχική ακμή. Σύμφωνα με τους βυζαντινούς χρονογράφους το 830 μ.Χ., η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του, η Ευφροσύνη, θέλοντας να βρει άξια σύζυγο στο θετό γιο της διοργάνωσε ένα είδος καλλιστείων, στέλνοντας εντολή σε όλα τα θέματα, τις διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, να συγκεντρωθούν οι ωραιότερες κοπέλες, που κατάγονταν από τις ευγενέστερες οικογένειες, σε μια αίθουσα του Παλατιού κι έδωσε στο Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο για να το δώσει σ’ αυτήν που θα προτιμούσε.

Δώδεκα «κάλλιστοι παρθέναι» ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και κατέφθασαν στο Παλάτι. Ανάμεσα στις υποψήφιες ξεχώρισαν δύο: η Κασσία, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγό-ταν από οικογένεια ευπατρίδων, και η επίσης αρχόντισσα Θεοδώρα.

Ο νεαρός αυτοκράτορας θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής και θέλοντας να δοκιμάσει την ευφυΐα της τη ρώτησε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» δηλαδή ότι «από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα», υπονοώντας την Εύα και το προπατορικό αμάρτημα. Η Κασσιανή όμως αποστόμωσε τον Θεόφιλο ανταπαντώντας του «αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττω», δηλαδή ότι «και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας την Παναγία και τη γέννηση του Χριστού. Η απάντηση κακοφάνηκε στον αυτοκράτορα που της είπε «ω γύναι! Είθε να εσίγας» και διάλεξε για σύζυγό του την ωραία, αλλά σεμνή Θεοδώρα από την Παφλαγονία δίδοντάς της το χρυσό μήλο της εκλογής.

Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτεί από τον κόσμο και να μονάσει. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του πρόσκαιρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιώνιας Βασιλείας του Χριστού». Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση.

Εκεί στο μοναστήρι εκδήλωσε το έμφυτο καλλιτεχνικό της ταλέντο και το βαθύ θρησκευτικό της συναίσθημα συνθέτοντας εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια και Ιδιόμελα. Στην ήσυχη ατμόσφαιρα του μοναστηριού συνέθεσε και το περίφημο «Τροπάριο της Κασσιανής» από το όνομά της, που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.

Σύμφωνα με μια ρομαντική, αλλά καθόλου αληθινή παράδοση, ο Θεόφιλος δε λυτρώθηκε ποτέ από τον έρωτα που του ενέπνευσε η ομορφιά της Κασσιανής και την αναζητούσε στα Μοναστήρια της αυτοκρατορίας του. Κάποτε που έφτασε στο μοναστήρι της, η Κασσιανή κρύφτηκε για να αποφύγει την ανεπιθύμητη αυτή συνάντηση. Ήταν τότε που συνέθετε το ιδιόμελο της. Το κείμενο βρισκόταν στο αναλόγιο μισοτελειωμένο, ως τη φράση: «ών (ποδών) έν τώ παραδείσω Εύα το δειλινόν».

Ο Θεόφιλος διάβασε το τροπάριο, αναγνώρισε το ύφος της Κασσίας, και θέλησε να την πειράξει για μια ακόμα φορά. Πήρε τη γραφίδα και συμπλήρωσε τη φράση «κρότων τοίς ωσίν ηχηθείσα τώ φόβω εκρύβη», κάνοντας έτσι υπαινιγμό στο φόβο που αυτή ένιωσε όταν άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του. Όταν ο Θεόφιλος έφυγε, η Κασσία γύρισε στο κελί της και με έκπληξη είδε την επέμβαση του Θεόφιλου. Χωρίς όμως να απαλείψει τη φράση, συνέχισε και ολοκλήρωσε τον ύμνο της.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι εκτός από τη θρησκευτική ποίηση η Κασσιανή ασχολήθηκε και με κοινωνική ποίηση, γνωμικά και επιγράμματα. Τα θέματά της αναφέρονταν στο χαρακτήρα του ανθρώπου, στους καλούς τρόπους, τη γυναίκα, τη φιλία, την ευτυχία, το ήθος κ.α. Η Κασσιανή εκοιμήθη στις 7 Σεπτεμβρίου στην ιδιαίτερη πατρίδα της την Κάσο. Μέχρι σήμερα υπάρχει η λάρνακα και το ψηφιδωτό, καθώς και εντοιχισμένη πλάκα με χρονολογία 890 μ.Χ. Τα λείψανα της Αγίας Κασσιανής μεταφέρθηκαν αργότερα στην Ικαρία.

Το επεισόδιο της Κασσιανής με το Θεόφιλο ήταν φυσικό να περάσει και στην περιοχή της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, όπου γράφηκαν πολλά ποιήματα και τρυφερά διηγήματα και μυθιστορήματα. Το θέμα της Κασσιανής επηρέασε έντονα πολλούς Βυζαντινούς χρονογράφους, ιστορικούς και φιλολόγους, όπως τον Κωστή Παλαμά, τον Ψυχάρη, τον Πολίτη κ.α.

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις,  θέσεις, άρθρα και επιστημονικές τους εργασίες ή να σχολιάζουν επίκαιρα γεγονότα.

Φιλοξενούμε λοιπόν σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα σημαντικό άρθρο για την παιδεία του Φιλόλογου – Συγγραφέα,  Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία»

 

Η γνωριμία με εκπαιδευτικά συστήματα άλλων χωρών και η αξιοποίηση της εμπειρίας τους είναι όχι απλώς χρήσιμη, αλλά αναγκαία. Ένας ιδιαίτερος κλάδος στο χώρο των παιδαγωγικών επιστημών, η συγκριτική παιδαγωγική ή συγκριτική εκπαίδευση, επιδιώκει να μελετήσει και να συγκρίνει τα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών του κόσμου, να εντοπίσει τις διαφορές και τις ομοιότητές τους και να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την εκπαιδευτική πολιτική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί το εκπαιδευτικό σύστημα της Φιλανδίας, που έχει 5,2 εκατομμύρια κατοίκους – το μισό πληθυσμό της Ελλάδας – και βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της εκπαιδευτικής κοινότητας της Ευρώπης. Οι σημαντικές βαθμολογικές επιδόσεις, που σημειώνει στις διεθνείς συγκριτικές μελέτες (PISA), στάθηκαν αφορμή για να δημιουργηθεί ένας μύθος σχετικά με τα εκπαιδευτικά επιτεύγματα της χώρας αυτής. Δεκάδες δημοσιογράφοι και εκπαιδευτικοί σπεύδουν στο Ελσίνκι, για να διαπιστώσουν από κοντά τα αίτια αυτής της εκτίναξης. Και φυσικά όλοι ευελπιστούν να ανακαλύψουν το φοβερό μυστικό, που κρύβεται πίσω από την εντυπωσιακή άνοδο του επιπέδου των μαθητών.

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Φθάνοντας σε ένα σχολείο του Ελσίνκι μπορεί κάποιος να δει εφήβους, αλλά και μικρά παιδιά,  από 8 μηνών μέχρι 16 ετών, να παίζουν στην παιδική χαρά του σχολείου. Τα παιδιά κάνουν μια προκαταρτική τάξη (pre-school) μεταξύ του 6ου και του 7ου έτους της ηλικίας τους στο νηπιαγωγείο ή στους παιδικούς σταθμούς. Τα επίσημα μαθήματα αρχίζουν όταν γίνονται 7 χρονών και μένουν στο ίδιο σχολείο έως ότου γίνουν 16. Ακολούθως θα πάνε ή στο λύκειο, που θα τους οδηγήσει στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ή σε μια επαγγελματική σχολή.

Το Δημοτικό και το Γυμνάσιο συστεγάζονται και λειτουργούν ως ένα ενιαίο σχολείο,  ώστε να μην επιβαρύνεται η ψυχολογία των παιδιών από τη μετάβαση από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Στα σχολεία της Φινλανδίας οι μαθητές περνούν 9-10 χρόνια στο ίδιο σχολείο. Αυτή η συνύπαρξη κάνει να φαίνεται το φινλανδικό σχολείο λιγότερο εφηβικό γκέτο από ό,τι ένα συνηθισμένο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Οι δάσκαλοι αναγνωρίζουν ότι αυτή η ενιαία σχολική δομή βοηθά το προσωπικό να ξέρει τους μαθητές και τις οικογένειές τους πολύ καλά, αφού οι μαθητές είναι εκεί από τη νηπιακή ως την εφηβική ηλικία. Επίσης οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία αυτά λένε ότι το σύστημα του ενιαίου σχολείου σε ένα γνωστό περιβάλλον κάνει τα παιδιά να αισθανθούν ασφαλέστερα, χωρίς το φόβο για το άγνωστο, και πιο εύκολη τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο, το Λύκειο.

Η δημόσια διοίκηση της Φινλανδίας λειτουργεί με το μοντέλο της αποκέντρωσης εξουσιών. Το Υπουργείο Παιδείας της Φινλανδίας χαράσσει την εκπαιδευτική πολιτική, καθορίζει κατευθυντήριες γραμμές και στρατηγικές επιλογές, ελέγχει την παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης και ετοιμάζει τη σχετική εκπαιδευτική νομοθεσία.

Το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΠ) συντάσσει τη βασική δομή των προγραμμάτων σπουδών και των εξετάσεων, αξιολογεί τα αποτελέσματα εκμάθησης, συντονίζει τα δίκτυα πληροφοριών, οργανώνει την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, παράγει υλικό εκμάθησης και αναπτύσσει τον εκπαιδευτικό τομέα με διάφορα project. Τα εκπαιδευτικά συμβούλια των δήμων έχουν την ευθύνη για την παροχή της εκπαίδευσης σε τοπικό επίπεδο βάσει των κατευθυντήριων οδηγιών. Οι δήμοι προσλαμβάνουν το προσωπικό του σχολείου μαζί με το Συμβούλιο των γονέων και κηδεμόνων. Η κρατική επιχορήγηση προς τους δήμους αγγίζει το 57% και από εκεί και πέρα αναλαμβάνουν οι δήμοι να καλύψουν τα υπόλοιπα.

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Τα μικρά παιδιά παρακολουθούν 19 ώρες, αργότερα 23 ώρες και στις μεγάλες τάξεις οι μαθητές κάνουν 30 ώρες την εβδομάδα. Το σύστημα δίνει αρκετή ευελιξία στους τοπικούς φορείς να προσθέσουν επιπλέον μαθήματα ή επιπλέον ώρες σε υπάρχοντα μαθήματα ανάλογα με τις ανάγκες ή τους στόχους που έχουν θέσει. Η επίσημη σχολική ημέρα τελειώνει περίπου στις 1 το μεσημέρι, αλλά μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις του σχολείου για να γευματίσουν, να διαβάσουν, να κάνουν αθλητισμό κλπ. Σε όλα τα σχολεία προσφέρεται ένα γεύμα στους μαθητές και αυτό διευκολύνει τα ωράρια των σχολείων και τους γονείς των μαθητών που εργάζονται.

Η ύλη της διδασκαλίας καθορίζεται από την κεντρική εξουσία, αλλά οι εκδοτικοί οίκοι της Φινλανδίας είναι αυτοί που φέρνουν το βάρος της δημιουργίας των κατάλληλων σχολικών βιβλίων. Από τις διαθέσιμες στην αγορά σειρές των σχολικών βιβλίων κάθε σχολείο μπορεί να αποφασίσει ποιες σειρές θα χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες τους βάσει της μεθόδου διδασκαλίας, της τιμής και λοιπών κριτηρίων. Τα βιβλία εφόσον βρίσκονται σε καλή κατάσταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά από τις ακολουθούμενες τάξεις.

Βασική αρχή του εκπαιδευτικού της συστήματος είναι η ισότητα των ευκαιριών στην εκπαίδευση, που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μαθητές δύο ταχυτήτων, αλλά προχωρούν με όλους τους μαθητές επιδιώκοντας υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά ως τα 16 τους. Στη μικρή κοινότητα του σχολείου θα βρεις παιδιά με ειδικές ανάγκες, αφού, σκοπίμως, δεν υπάρχουν ειδικά ιδρυματικά σχολεία. Θα βρεις βρέφη να μαθαίνουν από μικρά να συνυπάρχουν με μεγάλους και αναπήρους, όπως στην κοινωνία των μεγάλων, καλλιεργώντας το αίσθημα της ευθύνης και της αλληλεγγύης των μεγάλων παιδιών προς τα μικρότερα και προς τα διαφορετικά.  Και υπάρχει ιδιαίτερη φροντίδα για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Κάθε μαθητής, ανεξάρτητα από την επίδοσή του, θεωρείται ότι μπορεί να προσφέρει στην τάξη του και στο σχολείο. Οι αδύναμοι μαθητές δε χαρακτηρίζονται ως άχρηστοι και προβληματικοί και δεν τίθενται στο περιθώριο. Στόχος του συστήματος είναι ο εντοπισμός τους όσο το δυνατόν νωρίτερα, κυρίως στο νηπιαγωγείο ή στον παιδικό σταθμό, για να τους δώσουν μια επιπλέον βοήθεια και υποστήριξη. Εάν υπάρχει πρόβλημα με τη συμπεριφορά κάποιων μαθητών, πρώτα γίνεται κουβέντα με τα ίδια τα παιδιά και, εάν δεν βρεθεί φόρμουλα για την επίλυση του  προβλήματος, καλούνται οι γονείς. Και οι αποβολές δεν έχουν την τιμητική τους στα σχολεία αυτά.

Μια άλλη παράμετρος είναι η καλή γνώση των Αγγλικών, που διδάσκονται μόνο στο σχολείο τους κι όχι στα φροντιστήρια και σε ιδιαίτερα μαθήματα. Κι αυτό γιατί η καλή γνώση μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους Φιλανδούς, επειδή η γλώσσα τους είναι ξεκομμένη από τις υπόλοιπες παραδοσιακές γλώσσες της Ευρώπης, όπως και η Ελληνική. Τα παιδιά αποκτούν την πρώτη τους επαφή με τις ξένες γλώσσες μέσα από την τεχνολογία, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, από τα game boy κλπ και  κυρίως παρακολουθώντας ταινίες στη τηλεόραση. Έτσι από πολύ νωρίς προσπαθούν να διαβάζουν τους υπότιτλους και παράλληλα ακούνε την ξένη γλώσσα.

Τα παιδιά στη Φινλανδία, στις πρώτες έξι τάξεις, κάνουν συχνά τεστ, όχι όμως για να βαθμολογηθούν (να τιμωρηθούν όπως τα ελληνόπουλα), αλλά για να διαπιστωθούν οι αδυναμίες τους, ώστε να τους παρασχεθεί εξατομικευμένη ενισχυτική διδασκαλία. Η φιλοσοφία τους είναι ότι «η βαθμολογία αποθαρρύνει και ωθεί ακόμη περισσότερο στην άρνηση μάθησης τον κακό μαθητή, ενώ επιβραβεύει τον καλό μαθητή, που έτσι κι αλλιώς δε χρειάζεται την επιβράβευση».

Συνήθως τα σχολεία στην Φινλανδία έχουν πολλούς ανοικτούς χώρους, γυάλινους τοίχους, έξυπνο σχεδιασμό, βιβλιοθήκες και υπολογιστές. Αισθάνεσαι εκεί μέσα μια ηρεμία και μια ησυχία που σε ξενίζει. Κι αυτό θα μπορούσε να οφείλεται σε μια άλλη πολιτιστική διαφορά, ότι οι μαθητές δεν φορούν παπούτσια, αλλά περπατούν γύρω με τις κάλτσες τους. Αυτό δίνει μια αίσθηση ενός φιλικού χώρου ή ακόμα και οικογενειακού.

Αίθουσα Δημοτικού Σχολείου στη Φινλανδία

Αίθουσα Δημοτικού Σχολείου στη Φινλανδία

Βασική παιδαγωγική αρχή είναι να ενθαρρύνονται  τα παιδιά να λένε τη γνώμη τους και να συζητούν με τους καθηγητές τους και η βαθμολογία τους προκύπτει κυρίως από τη συμμετοχή τους στις συζητήσεις, που γίνονται μέσα στην τάξη. Η απομνημόνευση είναι κάτι που δεν υπάρχει στην εκπαίδευση της Φινλανδίας. Επιπλέον υποβαθμίζεται και αποθαρρύνεται ο ανταγωνισμός εντός του σχολείου και καλλιεργείται η αυτοπεποίθηση σε κάθε μαθητή. Οι παιδαγωγοί τους δεν έχουν κανένα λόγο να απαιτήσουν από τα παιδιά να μάθουν απ’ έξω πράγματα, που μετά από μερικές εβδομάδες δε θα θυμούνται. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα παιδιά τους να σκέπτονται λογικά, με κριτική σκέψη, κατανοώντας περίπλοκα νοήματα και αλληλοσυσχετισμούς. Με λίγα λόγια τους ενδιαφέρει να αγαπήσουν τα παιδιά τη μάθηση και το βιβλίο για να συνεχίσουν να μαθαίνουν μόνα τους. Με το ζόρι δε μαθαίνει κανείς. Με το ζόρι μπορείς μόνο να αποστηθίσεις ξένη γνώση, για λίγο καιρό.

Όταν το απόγευμα οι Φιλανδοί μαθητές πάνε στο σπίτι, αφήνουν τη σάκα με τα βιβλία στο σχολείο. Όλη η υπόλοιπη ημέρα τους ανήκει. Χαίρονται την παιδικότητά τους. Τεστ για το σπίτι απαγορεύονται. Η λέξη φροντιστήριο δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό τους. Είναι πρώτα στην Ευρώπη στην ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων και τελευταία σε τηλεθέαση.  Στη Φινλανδία οι διακοπές το καλοκαίρι διαρκούν δύο μήνες. Και όταν τελειώνουν οι μαθητές γιορτάζουν, γιατί μετά από δύο μήνες διακοπών θα βρεθούν ξανά με τους συμμαθητές και δασκάλους φίλους τους, στη μικρή κοινότητα του σχολείου τους.

Στην Ελλάδα βλέπεις παιδιά με τσάντες να κυκλοφορούν μέχρι τα μεσάνυχτα τρέχοντας σαν τον Βέγγο να προλάβουν το επόμενο μάθημα αποστήθισης, προς μεγάλη ικανοποίηση των φροντιστηρίων. Είναι δυνατόν αυτά τα τραύματα της χαμένης παιδικότητας να μην έχουν βαθιές και μακροχρόνιες ψυχικές συνέπειες; Τα περισσότερα ελληνόπουλα πάνε άκεφα σε άθλια σχολεία, που μοιάζουν σαν γκαράζ αυτοκινήτων. Συναντούν δασκάλους, στην πλειονότητά τους σκυθρωπούς και δίχως όρεξη, για τους οποίους η λέξη εξατομικευμένη προσέγγιση μαθητή με ιδιαίτερα προβλήματα υπάρχει μόνο στα λεξικά. Πρέπει να αποστηθίσουν κακογραμμένα βιβλία πάνω στα οποία θα εξεταστούν. Όποιος έχει την καλύτερη μνήμη ή τις καλύτερες τεχνικές αποστήθισης, όχι απαραίτητα και το καλύτερο μυαλό, θα επιβραβευθεί. Οι κακοί μαθητές θα τιμωρηθούν και θα σπρωχθούν στη μαθησιακή άρνηση. Η μαθητική διαρροή σε κάποιες περιοχές της χώρα μας ξεπερνά το 30% , ενώ στη Φινλανδία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η απάντηση της υπουργού παιδείας της Φινλανδίας είναι: «είμαστε μια μικρή χώρα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε έναν μαθητή».

Γιατί αλήθεια συμβαίνουν όλα αυτά τα τραγικά στο σημαντικότερο τομέα μιας χώρας, όπως είναι η παιδεία, από την οποία εξαρτώνται όλα τα άλλα; Γιατί βασανίζουμε δίχως λόγο ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, τα παιδιά μας; Γιατί, ενώ πληρώνουμε τα περισσότερα λεφτά στον κόσμο για την παιδεία (στην παραπαιδεία των φροντιστηρίων), έχουμε μια τόσο άθλια δημόσια παιδεία;

Γιατί το σύστημα της Φιλανδίας στηρίζεται στην πλήρη έλλειψη διαφθοράς. Στη Φιλανδία οι διορισμοί και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών γίνονται κυρίως με ευθύνη των δήμων. Φαντάζεστε αυτό να συνέβαινε και στην Ελλάδα; Θα γινόταν «το σώσε» από διαφθορά και αναξιοκρατία. Υπάρχει επίσης διαφορετική ψυχολογία σε ένα λαό, που περνάει τα δύο τρίτα της χρονιάς μέσα στη νύχτα και το κρύο από ένα μεσογειακό λαό. Το κλίμα τους δημιουργεί προβλήματα, όπως η κατάθλιψη και ο αλκοολισμός, αλλά και κάποια θεαματικά πλεονεκτήματα, τα οποία φαίνονται στην εκπαίδευση.

Αυτοί οι ήσυχοι μελαγχολικοί άνθρωποι έχουν λιγότερη διάθεση για πονηριά και διαφθορά και είναι πάντα εντάξει στις υποχρεώσεις τους ως υπεύθυνοι πολίτες. Επίσης οι μαθητές εκεί είναι πιο ήσυχοι! Ξέρετε τι είναι να προσφερθεί σε ένα δάσκαλο μία τάξη με ήσυχα πειθαρχημένα παιδιά; 

Εμείς είμαστε πιο ζωηροί και έχουμε πρωτίστως να καταπολεμήσουμε τη διαφθορά και τη δημόσια σπατάλη. Αν ποτέ το καταφέρουμε, ας ρίξουμε μία κλεφτή ματιά και στο Φινλανδικό σύστημα.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;


 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Εγκαινιάζουμε λοιπόν, το «Ελεύθερο Βήμα» με ένα ιδιαίτερα σημαντικό άρθρο της Dr. Μαριέττας Ιωαννίδου, Καθηγήτριας του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, με θέμα:

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;

 

« O Καζαντζάκης βάζει με μεγάλη ευκολία τους ήρωές του να απαρνιούνται δύο αγαθά που ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ: το σεξ και τον πλούτο». Ήμουν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν πήγα ν’ ακούσω την ομιλία μιας συγγραφέως, της Λιλής Ζωγράφου, που είχε κάνει αίσθηση για την τολμηρότητα της γραφής της και της θεματογραφίας της και έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει τον Καζαντζάκη δημοσιεύοντας το 1959 τη μελέτη της «Νίκος Καζαντζάκης. Ένας τραγικός».

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Το παραπάνω απόσπασμα της ομιλίας της με έβαλε σε σκέψεις, γκρέμιζε ένα είδωλό μου, κατά κάποιον τρόπο, επειδή είχα από το Λύκειο διαβάσει κιόλας τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα και τον θαύμαζα απεριόριστα! Την περίοδο εκείνη μάλιστα διάβαζα την «Οδύσσειά» του και ήμουν άκρως εντυπωσιασμένη, όχι μόνον από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά κι από τη γλώσσα του, με τις ασυνήθιστες και πρωτάκουστες για μένα λέξεις, που με γοήτευαν, σαν θύελλα… Κυρίως στο έργο αυτό, αλλά και στα μυθιστορήματά του είχα συναντήσει πληθώρα γυναικών κι αντρών που ζούσαν παθιασμένους έρωτες. Πώς ήταν λοιπόν δυνατό ο ίδιος να μην είχε γνωρίσει ποτέ τον έρωτα?

Δύο χρόνια μετά την ομιλία της Ζωγράφου, το 1975, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γεωργίου Π. Σταματίου «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» όπου, ουσιαστικά, γίνεται μια προσπάθεια ανατροπής των όσων υποστήριζε η Λιλή Ζωγράφου, συμπεραίνοντας ότι «ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν τέλεια φυσιολογικός άντρας, ικανός, όσο λίγοι, να κατακτήσει μια γυναίκα σωματικά και ψυχικά».

Ενώ η Ζωγράφου αναφέρεται στη μελέτη της σε συζητήσεις που είχε με την πρώτη σύζυγο του Καζαντζάκη τη Γαλάτεια, ο Σταματίου στηρίζεται κυρίως σε επιστολές και πληροφορίες που του παραχώρησε η δεύτερη γυναίκα του συγγραφέα, η Ελένη.

Μια ακόμη αντίφαση, οι δύο αυτές μελέτες, από τις τόσες πολλές που υπάρχουν για τον Καζαντζάκη ως άνθρωπο κι ως συγγραφέα, θα λέγαμε. Για μένα πάντως υπήρξαν το κίνητρο μιας προσπάθειας να απαντήσω στο ερώτημα αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν τελικά μισογύνης ή αντίθετα υμνητής του θηλυκού ανθρώπινου γένους.

 

Θα αρχίσω με τη σχέση του Καζαντζάκη με τη Γυναίκα στην προσωπική του ζωή:

 

Για τη σχέση του με τη μητέρα του, Μαρία ή Μαριγώ, το γένος Χριστοδουλάκη, έχουμε αρκετές μαρτυρίες, κυρίως σε επιστολές του προς τους γονείς του και τις δύο αδελφές του, αλλά και προς τη γυναίκα του Ελένη και τον συγγραφέα κι αδελφικό του φίλο Παντελή Πρεβελάκη.

Τη μάνα του ο Καζαντζάκης την αναφέρει ως μια «άγια γλυκότατη γυναίκα» με «καλοσύνη κι αντοχή και κατανόηση», ενώ τον πατέρα του τον χαρακτηρίζει συχνά ως «ανήμερο θεριό». Στο θεριό αυτό ήταν τελείως υποταγμένη η Μαριγώ, που πέρασε τη ζωή της γεμάτη εγκαρτέρηση και υποταγή στη μοίρα της. Το τελευταίο της παιδί, ο Γιώργος, πέθανε σε παιδική ηλικία. Ο θάνατος της μητέρας του, το 1932, τον βρήκε στην Τσεχοσλοβακία, κι έκανε την καρδιά του να σπαράξει, όπως γράφει στον Πρεβελάκη. Το όραμα της μητέρας του τον κυνηγούσε μέχρι το τέλος του.

Οι δύο αδελφές του, η Αναστασία και η Ελένη, ήταν θύματα κι αυτές της δεσποτείας του πατέρα τους, καπετάν Μιχάλη. Πάντως είχαν την πολυτέλεια να ψωνίζουν τα προικιά τους στα καλύτερα καταστήματα του Ηρακλείου, όπου ο πατέρας τους είχε ανοιχτό λογαριασμό στο όνομά τους! Στο σπίτι της  στην Αθήνα, όπου έμενε μετά τον γάμο της για αρκετά χρόνια η μικρότερη αδελφή , η Ελένη, φιλοξενούσε συχνά τον αδελφό της.

Η Γαλάτεια  πάντως, αναφέρει στο βιβλίο της για τον Καζαντζάκη πως δεν παρατήρησε ποτέ κάποιο ίχνος αγάπης και στοργής ανάμεσα στον Νίκο και τις αδελφές του. Τον υπηρετούσαν μόνον κι αυτός δεν τις έβγαζε ποτέ περίπατο, όπως κάνανε οι αδελφοί για τις αδελφές… (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Οπωσδήποτε όμως αυτό που έδενε τα τρία παιδιά ήταν το ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το σκληρό φέρσιμο του Δυνάστη-πατέρα τους.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το έργο «Καπετάν Μιχάλης» (σ. 197) Η Ρηνιώ, που πίσω από τη μορφή της κρύβεται μία από τις δύο αδελφές του Καζαντζάκη, περιποιείται τους καλεσμένους σ’ ένα γλέντι στο σπίτι τους και τραβάει την προσοχή του πατέρα της.

«…Κάπου την είχε δει την κοπέλα τούτη – ποια να’ ταν; Όλη τη βραδιά τι περιποίησες του είχε κάμει, πως ψυχανεμίζουνταν άσφαλτα το τι ήθελε, νερό, κρασί, μεζέ, τσιγάρα κι έτρεχε και του το’ φερνε! Έγνεψε στη γυναίκα του, που μοίραζε το ψητό στους καλεσμένους: – Ποια ‘ναι η καλή κοπέλα αυτή; τη ρώτησε δείχνοντας με το μάτι του τη Ρηνιώ, κάπου την έχω δει – μα πού; Η κυρά-Κατερίνα αναστέναξε.

– Είναι η κόρη σου…αποκρίθηκε…»

Ας δούμε τώρα τις γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκε ο Καζαντζάκης, δύο συζύγους και μερικές φίλες. Ο πλατωνικός δεσμός του με τη Γαλάτεια Αλεξίου ξεκίνησε το 1901 στο Ηράκλειο. To λογοτεχνικό της ψευδώνυμο ήταν Πετρούλα Ψηλορείτη.

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Ήταν δύο ολότελα διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετική ιδιοσυγκρασία και κοινωνική προέλευση. Αυτό που τους ένωνε ήταν η αγάπη τους για τα γράμματα. Υπήρξαν το πιο πολυσυζητημένο ζευγάρι των νεοελληνικών γραμμάτων. Η σχέση τους ήταν ιδιότυπη: «Παράξενος έρωτας. Αγκαλιές, φιλιά, γλυκόλογα, όχι. Τίποτα. Τίποτα απ’ αυτά. Η ώρα περνούσε με κουβέντες γύρω από τα βιβλία» γράφει στο βιβλίο για τη σχέση τους η Γαλάτεια (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Ο Νίκος τής έστελνε βιβλία, που μέσα στα λόγια των ηρώων τους κρυβόταν τα δικά του τρυφερά μηνύματα. Η ίδια ανήσυχο πνεύμα, προοδευτικό και καλλιεργημένο, κολακευόταν από το ενδιαφέρον του. Ήταν όμως και αρκετά προσγειωμένη ώστε δυσκολευόταν να καταλάβει τις μεταφυσικές αγωνίες του. Ο ίδιος υπήρξε πολέμιος κάθε κοινωνικού θεσμού στην προσπάθειά του να κατακτήσει τις πιο ψηλές κορφές της ελευθερίας. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να επισημοποιήσουν με γάμο τον πολύχρονο δεσμό τους.

«Την Τοτώ και μίαν καλύβην», έλεγε, δεν αποφάσιζε όμως να την παντρευτεί και να εναντιωθεί στη θέληση του πατέρα του, που ούτε να ακούσει ήθελε για το γάμο αυτό. Το 1910 το ζευγάρι φεύγει στην Αθήνα (η Γαλάτεια εγκαταλείπει την ευθύνη του νοικοκυριού του σπιτιού της και τη φροντίδα των τριών μικρότερων αδελφών της που είχε αναλάβει μετά το θάνατο της μητέρας της) και συμβιώνουν, σ’ ένα σπίτι στα Πατήσια. Mια μαρτυρική ζωή, όπως την περιγράφει η Γαλάτεια. Τελικά, ένα χρόνο αργότερα, επιστρέφουν στην Κρήτη για να παντρευτούν στο εκκλησάκι ενός νεκροταφείου, το μόνο μέρος όπου ο Καζαντζάκης ελπίζει να μη διανοηθεί ο πατέρας του να τον κυνηγήσει…

Ακολούθησε μια κοινή ζωή 15 χρόνων χωρίς την τέλεια ένωση. Ο ίδιος ταξίδευε, συνολικά απουσίασε τρία χρόνια στο εξωτερικό, σε μερικά από τα ταξίδια του αυτά συνάπτει παροδικούς δεσμούς και παράλληλα στέλνει στη Γαλάτεια τα πιο φλογερά του γράμματα: «Μη με ξεχνάς. Σου ‘δοκα πολλές πικρίες μα Σ’ αγαπώ. Δε μπόρεσα ποτέ να βρω τα λόγια που θα μπορούσανε να Σε πείσουνε. Μα όταν κοιτάξεις με ησυχία και καλοσύνη τη ζωή μου, θα με πιστέψεις», της γράφει.  

Δύσκολο για τη Γαλάτεια να τον πιστέψει, φύση νευρική, δεν μπορούσε να αντέξει την κατάσταση κι η αρμονία δεν επήλθε ποτέ ανάμεσά τους. Εκείνη ζήλευε, αγανακτούσε, δεν επιδοκίμαζε τα έργα του, ενώ όλοι τα εγκωμίαζαν.

Η αδελφή της Γαλάτειας, η συγγραφέας Έλλη Αλεξίου, θα αποκαλύψει αργότερα: «Νίκος-Γαλάτεια, δέκα χρόνια είχαν ερωτικό δεσμό χωρίς συμβίωση. Δεκάξι χρόνια κάνανε παντρεμένοι. Εικοσιέξι χρόνια συνολικά, χωρίς σαρκικό δεσμό» ( Στο βιβλίο της : Για να γίνει μεγάλος).

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Στα 1924, που ο Καζαντζάκης επιστρέφει στην Ελλάδα, ζητάει μια καλή δαχτυλογράφο. Η συγγραφέας Λιλίκα Νάκου του συστήνει μια χλωμή, νέα κοπέλα, που υποκύπτει σαν υπνωτισμένη στη γοητεία του Καζαντζάκη. Η Ελένη Σαμίου είναι μια εξαίρετη δαχτυλογράφος, που δέχεται ευχάριστα τη μοίρα της αφανούς προσωπικότητας, εντελώς αντίθετη από τη Γαλάτεια. Γλυκιά, αφοσιωμένη, ιδανική σύντροφος γι΄αυτόν. Παρά τη διαφορά της ηλικίας (αυτή ήταν 20 χρόνια νεότερη) και της μόρφωσής τους, υπήρχε τέλεια αρμονία στη σχέση τους.

Συχνά οι μελετητές του Καζαντζάκη αναφέρονται με θαυμασμό στην απόφαση του  να ξαναγράψει επτά φορές την «Οδύσσεια», αναζητώντας την τελειότητα, (33.333 στίχους), αλλά προσπερνούν το γεγονός ότι και η Ελένη έπρεπε να την αντιγράψει επίσης εφτά φορές, στη γραφομηχανή της εποχής εκείνης!

Η γυναίκα αυτή θα γίνει η δεύτερη γυναίκα του, θα την παντρευτεί, μετά από 20άχρονο δεσμό, το 1945, ώστε να μπορέσουν να βγάλουν διαβατήριο συζύγων και να ταξιδέψουν στην Αμερική, μαζί με τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Εντελώς διαφορετική από τη Γαλάτεια, η Ελένη, υπομονετική κι ακούραστη, στάθηκε στο πλευρό του φροντίζοντάς τον ακατάπαυστα. Δαχτυλογραφούσε τα έργα του, τον συνόδευε στα ταξίδια του και φυσικά είναι αυτή που του έκλεισε τα μάτια, όταν εκείνος έφυγε για πάντα στις 26 Οκτωβρίου 1957.

Έζησαν μαζί 35 χρόνια. Στον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη έγραφε: «Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου, χωρίς αυτήν θα ‘χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη, (…) γενναία συναθλήτρια, δροσερή πηγή στην απάνθρωπη ερημιά μας, παρηγοριά μεγάλη…». Για χάρη της περιόρισε τις σχέσεις του με γυναικεία πρόσωπα του παρελθόντος.

Από το 1933 μέχρι το 1946 το ζεύγος είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα, μια περίοδος ευτυχισμένη και δημιουργική, που τη σκιάζουν μόνο αρρώστιες (ο Καζαντζάκης υπέφερε από αλλεργίες), η Κατοχή και η αθεράπευτη δίψα του για τα ταξίδια. Η Ελένη τον ακολουθεί παντού και του συμπαραστέκεται με στοργή. Στο πλευρό του βρίσκεται επίσης κι όταν αυτός δέχεται διεθνείς τιμές, βραβεία διάφορα, την πρεμιέρα της ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Jules Dassin. Δίπλα του θα είναι και στο νοσοκομείο στο Φράιμπουργ, όπου θα αφήσει την τελευταία του πνοή κι όπου του υποσχέθηκε να συνεχίσει το δρόμο που χάραξε εκείνος. Και την υπόσχεση αυτή την κράτησε ταξιδεύοντας σ’ όλο τον κόσμο για να μεταφέρει τη φλόγα της ψυχής του, κάνοντας διαλέξεις, γράφοντας προλόγους σε έργα του, δίνοντας στη δημοσιότητα αδημοσίευτο υλικό.

Η Ελένη Καζαντζάκη πέθανε το 2004, σε ηλικία 101 ετών, και σύμφωνα με τη θέλησή της τάφηκε δίπλα στον τάφο του άντρα της.

 

Ας αναφερθούμε τώρα εν συντομία τα άλλα γυναικεία πρόσωπα στη ζωή του Καζαντζάκη.

 

Το 1921 ο Κ. βρίσκεται σ’ ένα συνέδριο στο Βερολίνο. Εκεί γνωρίζει μια όμορφη Πολωνοεβραία φοιτήτρια, τη Ραχήλ Λίπσταϊν. Μαζί με τρεις φίλες της αποτελούν μια συντροφιά που ο Κ. θα ονομάσει «πύρινο κύκλο». Γίνονται φίλοι κι όπως αναφέρει ο Πρεβελάκης, με μια από τις κοπέλες αυτές, την Ιτκα Χόροβιτς, ο Κ. είχε και ερωτική σχέση. Με την Ραχήλ διατήρησε μακρόχρονη αλληλογραφία την οποία, μετά το θάνατό του, συνέχισε η γυναίκα του Ελένη (δες: Ο Ασυμβίβαστος).

Το καλοκαίρι του 1923 γνωρίζει στη Γερμανία τη Γερμανοεβραία Έλσα Λάνγκε. Μια μεγάλη φιλία αναπτύχθηκε ανάμεσά τους και ακολούθησε πολυετής και θερμή αλληλογραφία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο πρώτο ταξίδι που κάνει στο εξωτερικό μαζί με την Ελένη Σαμίου, το 1926 στην Παλαιστίνη, έχει μια θερμή συνάντηση με την «πολυαγαπημένη» του Έλσα Λάνγκε, τη μοιραία γυναίκα της ζωής του. Η Ελένη δείχνει στην περίπτωση αυτή μεγάλη κατανόηση, όπως διαβάζουμε στη μελέτη του Σταματίου (σ. 105). Θα γράψει, χρόνια αργότερα: «Συλλογούμαι τους ανθρώπους που αγάπησα, τι χαρές και τι πίκρες τους έδωκα. Πικρότατη, χλωμότατη προβαίνει μέσα μου, χύνοντας όπως συνηθίζει, χοντρά, ζεστά δάκρυα απάνω στα χέρια μου, η Ελίζαμπεθ… Πάντα, όταν τη θυμούμαι, με κυριεύει σφοδρή, ακατανίκητη επιθυμία να πεθάνω…».

 

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Τις Εβραίες φίλες του ο Καζαντζάκης τις αποθανάτισε στο έργο του: θηλυκές, καλλιεργημένες, περήφανες. Όμορφες, λεπτές, αδάμαστες ψυχές. Ο έρωτας ως φυσική συνέπεια και ολοκλήρωμα μιας ανθρώπινης ζεστής σχέσης. Η Ίτκα και η Λεία στην «Αναφορά στον Γκρέκο». Η Ραχήλ ως Ράλα στην «Οδύσσεια», ως Νοεμή στον «Καπετάν-Μιχάλη». Σύμφωνα με τη Λιλή Ζωγράφου, «Η Εβραία στάθηκε για τον Καζαντζάκη το σύμβολο της μητρότητας. Καμιά άλλη πριν απ΄αυτήν δεν του είχε ξυπνήσει τη λαχτάρα να την δει μητέρα του γιου του». (σ. 118)

Από ελληνίδες, γνωστή είναι η θυελλώδης, σύντομη σχέση του με τη μεταφράστρια, διηγηματογράφο και γνωστή χρονικογράφο της εποχής εκείνης Έλλη Λαμπρίδη. Στο προσωπικό του ημερολόγιο αναφέρεται συχνά στην «αγαπημένη Μουντίτα», όπως την αποκαλούσε. Η σχέση τους κράτησε μόνον έναν χρόνο, από τον Φεβρουάριο του 1918 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1919, διατήρησαν όμως μια βαθιά φιλία και στενή συνεργασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λαμπρίδη υπερασπιζόταν πάντα με πάθος τον Καζαντζάκη, ακόμα κι όταν κάποιος αμφισβητούσε τον αντρισμό του, έφτασε μάλιστα να ομολογήσει σε συνέντευξη στον Γιάννη Μαγκλή (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 17 Φεβρουαρίου 1993: «Γι’ αυτές που κατηγορούν τον Καζαντζάκη για ανίκανο, αν θες γράψτο, πες το, ο Καζαντζάκης μού πήρε την παρθενιά μου στην Ελβετία…».

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926.
Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ας δούμε όμως πιο διεξοδικά τις κυρίαρχες γυναικείες μορφές σε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, αρχίζοντας από τον Καπετάν Μιχάλη (Ελευθερία ή Θάνατος) (1950) το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, μυθιστόρημά του, εκείνο στο οποίο δίνει τα βιώματα της πρώτης νιότης του. Μέσα στις σελίδες του ανασταίνεται μια Κρήτη αδάμαστη, φλογερή και αιώνια ανυπόταχτη, ώς και στο Θεό. Η πλοκή εκτυλίσσεται στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη, με κυρίαρχη μορφή τον καπετάν-Μιχάλη, που αγωνίζεται για τη λευτεριά της. Δίπλα στον πρωταγωνιστή – που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον πατέρα τού Καζαντζάκη – εμφανίζονται διάφορες γυναικείες φιγούρες: η κυρά Κατερίνα, η περήφανη καπετάνισσα, κυρά στο σπίτι του Καπετάν-Μιχάλη, που πίσω της κρύβεται η υπομονετική Μαριγώ Καζαντζάκη, η μάνα του συγγραφέα, ενώ στη Ρηνιώ αναγνωρίζουμε μια από τις αδελφές του.

Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι ενώ ο Καπετάν Μιχάλης είναι αμείλιχτος στην τήρηση της ηθικής τάξης, υπάρχουν στο έργο δύο «κρούσματα» αιμομιξίας, που βέβαια δεν φτάνει στη σωματική πραγμάτωσή της, αλλά είναι αναμφίβολη ως πρόθεση και ως βαθύ, μύχιο γεγονός.

Το πρώτο αναφέρεται στην δίδυμη αδελφή του καπετάν Πολυξίγκη, την κυρά Χρυσάνθη, που «όλη τη ζωή της την είχε χαλαλίσει για τον κοτσονάτο αδελφό της, τον έπλενε, τον έραβε, τον συγύριζε, του μαγείρευε και τον καμάρωνε. (…) Κάθε φορά που γύριζε από τις μπερμπαντιές του, ξημερώματα, τινάζεται η κυρά Χρυσάνθη χαρούμενη από τον ύπνο της, του βγάζει τα στιβάνια (παπούτσια), του ζεσταίνει νερό να πλυθεί, του κάνει ένα καφεδάκι, πικρό πολύ, να συνεφέρει. Κι ως τον ζυγώνει, οσμίζεται κρυφά, λαχταριστά, στα μουστάκια του και στα μαλλιά, τις βαριές μυρωδιές που του’ χαν αφήσει οι γυναίκες. Έτσι μπόρεσε κι η κακομοίρα η κυρά-Χρυσάνθη να χαρεί στον κόσμον ετούτον τον έρωτα».

Μια φορά που ο καπετάν Πολυξίγκης τής μιλάει απότομα, αυτή σωριάζεται λιπόθυμη. Με ξίδι προσπαθεί αυτός να τη συνεφέρει και μόλις αυτή ανοίγει τα μάτια της και τον βλέπει σκυμμένο απάνω της τον αγκαλιάζει:

«- Γιωργάκη μου, Γιωργάκη μου, μουρμούριζε και τρίβουνταν απάνω του και γελούσε κι έκλαιγε και δεν ήθελε να τον αφήσει. Με αγαπάς, Γιωργάκη μου, πες μου ένα καλό λόγο… Κούνησε αυτός τα χείλη βαριεστημένος: – Θες να σου κάμω ένα καφεδάκι, της είπε, να συνεφέρεις? Η κυρά Χρυσάνθη έδωκε μια, ξεκούμπωσε το πολκάκι της, πλάνταζε.

– Δε μου αποκρίνεσαι σ’ αυτό που σε ρωτώ, φώναξε, ωχού, και χάθηκα η κακομοίρα! Κι έκανε πάλι να λιγοθυμίσει, μα ο αδελφός της πρόλαβε: – Σε αγαπώ, Χρυσάνθη μου, είπε, σήκω απάνω. Έφεξε με μιας το πρόσωπο της αδελφής, κούμπωσε το πολκάκι, πετάχτηκε απάνω. Πήγε κι ήρθε σβέλτα, σαν είκοσι χρονών, χτενίστηκε, συγυρίστηκε, έβαλε μυρωδιά, κρυφοκοίταζε τον αδελφό και δεν τον αποχόρταινε:

«Ε, και να μην ήμουν αδερφή του, συλλογίζουνταν βαθιά μέσα της, τι παιδιά θα ‘κανα μαζί του! Γίνηκε κατακόκκινη, ντράπηκε. «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!», μουρμούρισε. Μπήκε μέσα, έβαλε δυο τρία καρβουνάκια στο προύτζινο θυμιατό κι άρχισε να κάνει το σταυρό της και να θυμιατίζει το σπίτι».

Η ίδια συναισθηματική / σεξουαλική ένταση παιδεύει και την ανιψιά του καπετάν Πολυξίγκη Βαγγελιώ απέναντι στον αδελφό της Διαμαντή, προπάντων αφότου ο θείος της την πάντρεψε με το δάσκαλο Τίτυρο, αδελφό του καπετάν Μιχάλη. Μένουν μαζί κι οι τρεις, γιατί η Βαγγελιώ δεν αποχωρίζεται τον αδελφό της. Μια μέρα που αυτός χτυπούσε τον ταλαίπωρο σύζυγο, για να τον αναγκάσει να φύγει από το σπίτι, η Βαγγελιώ είχε λύσει τα μακριά μαλλιά της, είχε πάρει το φιλντισένιο της νυφιάτικο χτένι και χτενίζονταν. Έβλεπε, άκουγε και γελούσε. «Καμάρωνε τον αδελφό της, το φαρδύ γυμνωμένο στήθος όλο τρίχες, το δυνατό σηκωμένο μπράτσο, το μπόι του το κυπαρισσένιο. Και κοίταζε με σιχαμό τον άντρα της το βερέμη». Η ίδια ονειρευόταν έναν άντρα απαράλλακτο με τον αδελφό της «…αλλιώς ας έμενε ανύπαντρη, χίλιες φορές καλύτερα, να ζήσει, να σογεράσει με τον αδελφό της, να μην παντρευτεί κι αυτός. Μια γυναίκα θα τους χαλνούσε όλη τη γλύκα. Να πεθάνουν και να τους θάψουν μαζί και στο μνήμα τους να φυτέψουν δύο κυπαρίσσια: ένα αρσενικό λαμπάδα, κι ένα θηλυκό, ανοιχτόκλαρο και να σμίγουν κάτω από τη γη οι ρίζες τους» (σ. 137) Κι όταν ο Τίτυρος θα φαρμακώσει ύπουλα τον Διαμαντή, η Βαγγελιώ δεν θ’ αντέξει, θα κρεμαστεί στην αυλή της. Οι σελίδες που αναφέρονται σ’ αυτό το περιστατικό είναι, πιστεύω, από τις τελειότερες του βιβλίου.

Η γυναίκα όμως που οπωσδήποτε δεσπόζει στο επικό όσο και πρωτόγονο κλίμα του «Καπετάν Μιχάλη» είναι η Εμινέ-χανούμ, «…Κερκέζα, πεντάμορφη, άγρια, από εκείνες που τρώνε ανθρώπους» (σ. 21), το πιο άγριο θηλυκό πλάσμα που δημιούργησε η φαντασία του Καζαντζάκη. Μια γυναίκα-χίμαιρα που δεν υποτάσσεται παρά μόνο όταν αυτή θέλει, και μόνον στον πιο δυνατόν άντρα. Μεγαλωμένη ανάμεσα σε δυνατούς άντρες, η μόνη αρετή που θαυμάζει είναι η σωματική ρώμη. Η πρώτη της συνάντηση με τον καπετάν-Μιχάλη θα γίνει στο σπίτι του «αδελφοποιητού» του Νουρήμπεη – σε κανέναν άλλον δεν θα παρουσίαζε ο Νουρήμπεης την αγαπημένη του για να τραγουδήσει – :

«Στο περβάζι της πόρτας, στα μεσοσκότεινα, μια κοπέλα φεγγοβόλησε, φεγγαροπρόσωπη… κρυφοπαχιά, αφράτη, με μεγάλα λοξά μάτια, με βαμμένα μάγουλα, χείλια, φρύδια, τσίνουρα. Τα νύχια της κι οι απαλάμες βαμμένα με κινά, και κρατούσε, σα μωρό στην αγκαλιά της, ένα μικρό γυαλιστερό μπουζούκι» (σ. 29).

Όταν ο καπετάν-Μιχάλης ενθουσιάζεται από το τραγούδι της, σπάζει με τα δυο δάχτυλα το ποτήρι της ρακής που έπινε. Εντυπωσιασμένη από τη δύναμη του Κρητικού η Εμινέ ζητάει προκλητικά από τον Νουρήμπεη, να κάνει το ίδιο κι όταν αυτός αποτυχαίνει, τον περιπαίζει φανερά για την αναξιότητά του. Τον παλικαρά Καπετάν – Μιχάλη τον θέλει με όλη της την καρδιά και καταστρώνει σχέδια για να τον αποκτήσει. Δε διστάζει να βαφτιστεί Χριστιανή (παίρνει το όνομα μιας άλλης μοιραίας γυναίκας: της Ομηρικής Ελένης) και να παντρευτεί τον καπετάν-Πολυξίγκη, ελπίζοντας έτσι να πλησιάσει τον απρόσιτο άντρα που ποθεί και μισεί θανάσιμα επειδή δεν την πλησιάζει, τον Καπετάν-Μιχάλη.

Έχει συνείδηση της ομορφιάς της και προκαλεί όποιον της αρέσει, χωρίς ενδοιασμούς . «…Μα εγώ είμαι Μουσουλμάνα, έχω άλλο Θεό κι άλλο Νόμο. Εσύ τρως χοιρινό και δε μαγαρίζεις, μα αν δαγκάσεις κανέναν άντρα, μαγαρίζεις. Σε μας ανάποδα: με χοιρινό μαγαρίζουμε, με τον άντρα δε μαγαρίζουμε…». Όταν πληροφορείται τον τραυματισμό του Νουρήμπεη, στα γεννητικά όργανα, που του προκάλεσε κατά το θανάσιμο πάλαιμά τους ο Μανούσακας, ο αδελφός του Καπετάν Μιχάλη, σχολιάζει με σαρκασμό: «Κακόμοιρε Νουρήμπεη, ασικλή, γυναικά, λιοντάρι της Τουρκιάς, πού κατάντησες… μήτε θα γκαστρώνει, μήτε θα γκαστρώνεται, μουλάρι!»

Ο Καπετάν-Μιχάλης προσπαθεί να πνίξει τον καημό του για την Εμινέ και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης. Η σκέψη της όμορφης Κερκέζας όμως θολώνει το μυαλό του και μπαίνει ανάμεσα σ’ αυτόν και στην Κρήτη: «Όσο ζει αυτή, εγώ θα ’μαι άτιμος», αποφασίζει, και καρφώνει το μαχαίρι στον κόρφο της, υπογράφοντας έτσι και τη δική του καταδίκη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Στον «Τελευταίο πειρασμό» ο Καζαντζάκης δίνει τη ζωή του Χριστού μ’ ένα δικό του, ιδιόρρυθμο τρόπο. Τον παρουσιάζει στην αρχή Σταυρωτή, μετά για ένα διάστημα Ασκητή και τέλος τον δείχνει να επιστρέφει για να σώσει τους Ανθρώπους και να τους οδηγήσει στη λύτρωση. (Η ομώνυμη ταινία του Martin Scorsese το 1988, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών σ’ όλο τον κόσμο και τίναξε τις πωλήσεις της μετάφρασης του βιβλίου στα ύψη).

Πρωταρχικό ρόλο στο έργο κατέχουν η μάνα του Χριστού, η Μαγδαληνή, οι αδελφές του Λαζάρου και η γρια Σαλώμη, φίλη της Μαρίας. Η μορφή της Παναγίας μέσα στο έργο στερείται τη Θεϊκή δύναμη. Είναι απλά και μόνο η ΜΑΝΑ, σαν κάθε μάνα, που λαχταράει για το παιδί της: «… δεν το νιώθεις γέροντα, μουρμούρισε η Μαρία. Είμαι σαν όλες τις γυναίκες, αγαπώ όλες τις έγνοιες και τις χαρές της γυναίκας, μου αρέσει να πλένω, να μαγειρεύω, να πηγαίνω στη βρύση, να γλυκοκουβεντιάζω με τις γειτόνισσες και να κάθουμαι, το δειλινό στο κατώφλι, να κοιτάζω τους διαβάτες. Κι η καρδιά μου, σαν όλων των γυναικών, είναι κι εμένα γεμάτη πόνο». (σ. 69)

Αφαιρεί δηλαδή ο Καζαντζάκης ακόμα κι από τη μορφή της Παναγίας, την ικανότητα να σκεφτεί κάτι που να υπερβαίνει τα γήινα ενδιαφέροντά της. Δεν μπορεί να καταλάβει τον προορισμό του Θεανθρώπου γιου της, ούτε θέλει να πιστέψει ότι ο γιος της διαφέρει από τα άλλα παιδιά: «Δε θέλω εγώ τον γιο μου άγιο, μουρμούρισε. Άνθρωπο τον θέλω, σαν και τους άλλους, να παντρευτεί, να μου κάνει αγγόνια, αυτός είναι ο δρόμος του Θεού» (σ. 176).

Και το οιδιπόδοιο σύμπλεγμα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον γιο της φαίνεται ολοκάθαρα:

«… παρά τρίχα, όταν ο γιος της ήταν είκοσι χρόνων, το θεριό ετούτο – η Μαγδαληνή – να της τον αρπάξει, μα γλίτωσε… Γλίτωσε από τη γυναίκα, συλλογίζουνταν η Μαρία κι αναστέναξε, γλίτωσε από τη γυναίκα, μα από το Θεό?» (σ. 178).

Η Μαγδαληνή είναι η αγαπημένη γυναικεία φιγούρα στα έργα του (Αναφορά στον Γκρέκο, Ο τελευταίος πειρασμός, ο Χριστός ξανασταυρώνεται). Είναι η ενσάρκωση του ερωτικού πειρασμού, αυτή που βάζει σε δοκιμασία το Χριστό. Η Μαγδαληνή, κόρη ραβίνου, ξαδέλφη του Ιησού, έπεσε στην αμαρτία από ερωτική απογοήτευση: «… για να ξεχάσω έναν άντρα, να λυτρωθώ, παραδόθηκα σε όλους τους άντρες». (σ. 87) Με παραστατικό τρόπο ο Καζαντζάκης παρουσιάζει την «πόρνη» και τη θέση της στην κοινωνία. Ο κόσμος τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης και δεν τη συγχωρεί ποτέ. Γι’ αυτό εκείνη, βαθιά μετανιωμένη, πιστεύει στο Θεό και επιστρέφει στο δρόμο της αρετής. Πιστεύει και γίνεται σύμβολο της μετάνοιας.

Η Μαγδαληνή εξαγνίζεται με την αγάπη της, αλλά δεν παύει να είναι γήινη. Αγαπάει όπως θα αγαπούσε κάθε απλή γυναίκα. Δεν έχει μεταφυσικές αγωνίες. Είναι φτιαγμένη, όπως κάθε γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη, για την πρόσκαιρη ζωή: «… Δεν είμαστε εμείς άντρες, να ΄χουμε ανάγκη από άλλες αιώνιες ζωές, είμαστε γυναίκες και μια στιγμή με τον άντρα που αγαπούμε είναι αιώνια παράδεισο. Μια στιγμή μακριά από τον άντρα που αγαπούμε αιώνια Κόλαση. Ζούμε εμείς οι γυναίκες, εδώ στη γης ετούτη την αιωνιότητα!» (σ. 367)

Ένα κρυφό ερωτικό μαράζι τη βασανίζει, ο πόθος για τον άντρα που δεν της δόθηκε. Κι ο Χριστός όμως είναι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος, που βασανίζεται από ερωτικό ενδιαφέρον για τη Μαγδαληνή, μέχρι να φτάσει στην κορυφή της εξαΰλωσης, στο Θεό. Τις ώρες του μαρτυρίου του πάνω στο Σταυρό, λίγο πριν το τέλος, σ’ ένα φευγαλέο όραμα-πειρασμό, τον τελευταίο πειρασμό, ονειρεύεται πως κρατάει τη Μαγδαληνή αγκαλιά και τη γεμίζει φιλιά κάτω από μια ανθισμένη λεμονιά…

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη  Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Η Κατερίνα,  η όμορφη χήρα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», παύει κι αυτή να αποτελεί κίνδυνο μόνον αφού τη σκοτώσει ο Αγάς, ο εραστής της. Στο μυθιστόρημα αυτό, γεμάτο από ποικίλους τύπους γυναικών, η ζωή τής Κατερίνας ανταποκρίνεται απόλυτα στον τρόπο ζωής της Μαγδαληνής. Στο μικρό χωριό που ζει, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αναβιώνουν κάθε πέντε χρόνια τα Πάθη και η Σταύρωση του Χριστού. Τα πρόσωπα που υποδύονται τους αντίστοιχους ρόλους, διαλέγονται σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους και την κοινωνική τους ζωή. Οι χήρες είναι οι αγαπημένες γυναικείες μορφές στον Καζαντζάκη. Είναι ο τύπος της γυναίκας που υπόσχεται, που διαθέτει πείρα, αλλά τής λείπει το αρσενικό. Η ελληνική παράδοση θέλει την αντρική φαντασία να οργιάζει στο άκουσμα του τίτλου της χήρας, που θρηνεί πάντα τον χαμένο της σύζυγο κι εκλιπαρεί για παρηγοριά. Πάντα βρίσκεται κάποιος που την παρηγορεί…

Η Κατερίνα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος χήρας στο έργο του Καζαντζάκη. Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κολασμένης ζωής και τη λαχτάρα για εξαγνισμό: δύο αντίθετες δυνάμεις που παλεύουν μέσα στην ψυχή της. Η σύναξη των γερόντων αποφασίζει πως αυτή θα υποδυθεί τον ρόλο της Μαγδαληνής. «Τη Μαγδαληνή την έχουμε… τη χήρα την Κατερίνα. Όλα τα ‘χει η κολασμένη: και πόρνη είναι κι όμορφη και μακριά μαλλιά έχει τετράξανθα, της φτάνουν ως τα γόνατα» (σ. 18).

Η ίδια αποδέχεται το ρόλο της. Συναισθάνεται ποια είναι η θέση της στην κοινωνία και δέχεται, αποσκοπώντας σαν την πραγματική Μαγδαληνή, να φτάσει στον εξαγνισμό και στη λύτρωση: «… με κάλεσε προχτές και μου ‘πε πως είναι θέλημα της Δημογεροντίας εγώ μεθαύριο να κάμω την Μαγδαληνή. Ντράπηκα. Έχω ακουστά τι θα πει Μαγδαληνή, κι εγώ είμαι – έτσι κατάντησα – η Μαγδαληνή του χωριού… Κι όμως, όταν μου το ‘πε, ντράπηκα. Μα τώρα Γιαννακό, δεν ντρέπουμε. Αν έβρισκα το Χριστό κι αν είχα ένα μπουκάλι λεβάντα, θα το ‘σπαζα και θα του ‘πλενα τα πόδια, κι ύστερα θα του τα σφούγγιζα με τα μαλλιά μου… Έτσι μου φαίνεται. Και θα στεκόμουν πλάι στην Παναγιά την Παρθένα και δεν θα ντρεπόμουν.

Μήτε κι αυτή θα ντρέπουνταν που θα μ’ έβλεπε κοντά της…» (σ. 99-100)

Το χωριό όμως τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης, κι όταν τη συναντούν το πρωί αναθεματίζουν το κακό συναπάντημα. Kι αυτοί όμως παραδέχονται πως η Κατερίνα είναι σωστός πειρασμός και δε βρίσκουν τη δύναμη να τής αντισταθούν: «Θεριό είναι τούτη», συλλογίζονται, «θεριό και τρώει ανθρώπους….». (σ. 38).

Η μόνη σωτηρία γι’ αυτήν είναι ένας αγαπημένος άντρας που με τη δύναμη της αγάπης θα μπορέσει να την οδηγήσει στο σωστό δρόμο. Αυτόν τον άντρα τον βρίσκει στο πρόσωπο του βοσκού Μανωλιού. Ο Μανωλιός, σαν άλλος Χριστός, θα αγωνιστεί για να γλιτώσει από τον πειρασμό της όμορφης χήρας, αλλά να σώσει και την ίδια. Κι όταν, για να σώσει τον Παναγιώταρο, θα πει ότι τάχα αυτός σκότωσε το αγαπημένο Γιουσουφάκι του Αγά, η χήρα θα τον υπερασπιστεί δημόσια, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την οργή των άλλων γυναικών, που θα της επιτεθούν. Η δυνατή αγάπη της για τον Μανωλιό δεν την αφήνει να ησυχάσει. Πηγαίνει στον Αγά και δηλώνει ότι εκείνη σκότωσε, από ζήλια, το Γιουσουφάκι. Προσφέρει ένα μαχαίρι στον Αγά και του ζητά να τη σκοτώσει. Εκείνος δεν θα διστάξει να το καρφώσει «ως τη λαβή, στην καρδιά της» (σ. 236).

Η όμορφη χήρα Κατερίνα, με την πράξη της αυτή όχι μόνον εξιλεώνεται για όλα της τα κρίματα, αλλά σίγουρα γίνεται παράδειγμα αυτοθυσίας για όλους τους ανθρώπους.

Η γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη κατέχει το μυστικό της αγάπης. Ο άντρας παλεύει σ’ όλη του τη ζωή να καλυτερέψει τον κόσμο κινούμενος όμως από φιλοδοξία ή υψηλή αντίληψη του καθήκοντος. Η γυναίκα κατέχει το μεγάλο μυστικό της αγάπης, η αγάπη της όμως δεν κατευθύνεται σε στόχους κοινωνικούς, δεν αποβλέπει στην καλυτέρευση του κόσμου. Οι ηρωίδες του αδιαφορούν για κοινωνικούς αγώνες. Εξαίρεση αποτελεί η μαύρη επαναστάτρια Ράλα, στο Κ’ της «Οδύσσειας» και η γυναίκα του λοχαγού, η αντάρτισσα, στο έργο «Αδερφοφάδες», έργο με φόντο τον Εμφύλιο. Μια γυναίκα που μισεί τον άντρα της εξαιτίας της διαφορετικής τους πολιτικής τοποθέτησης και αγωνίζεται για λευτεριά και ανεξαρτησία.

Στο πιο γνωστό έργο του, «Αλέξης Ζορμπάς», δύο γυναίκες παίζουν πρωτεύοντα ρόλο: η Μαντάμ-Ορτάνς και η χήρα Σουρμελίνα. Πολλές από τις φαλλοκρατικές ιδέες που ο συγγραφέας εκφράζει με το στόμα του Ζορμπά, μαζί με την μοίρα των γυναικών όπως αυτή περιγράφεται, κυρίως στην «Οδύσσεια», έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Η γαλλίδα Ορτάνς συγκεντρώνει όλα εκείνα τα ελαττώματα που αποδίδονται στη γυναίκα: αφέλεια, ευκολοπιστία, στενοκεφαλιά. Στο πρόσωπό της σκιαγραφείται η εικόνα της παρακμής και της φθοράς. Η γριά γυναίκα, ζώντας μια πλούσια ερωτική ζωή στα νιάτα της – ήταν ευνοούμενη του συμμαχικού στόλου, με το λαχταριστό κορμί της να μυρίζει στρώματα-στρώματα αγγλική κολώνια, γαλλική βιολέτα, ρούσικο μόσχο και ιταλικό πατσουλί – κατέληξε κάπου στην Κρήτη ν’ αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία. Η αλλοτινή αρχόντισσα φιλάει τα πόδια του Ζορμπά, όταν εκείνος σκηνοθετεί έναν ψεύτικο αρραβώνα μεταξύ τους και της δίνει «το πρώτο τίμιο φιλί της ζωής της». Ο Καζαντζάκη σαρκάζει εδώ την κρυφή και έντονη λαχτάρα της γυναίκας για γάμο και η Ορτάνς, που όταν ήταν νέα, έβλεπε το γάμο σαν το όνειρο των μικροαστών γυναικών, ενώ θεωρούσε τον εαυτό της ελεύθερο από τέτοιους συμβιβασμούς, τώρα εκλιπαρεί τον Ζορμπά να την παντρευτεί.

Πρώην πόρνη κι αυτή – έστω πολυτελείας – διψάει για εξαγνισμό. Είναι περιφρονημένη από τους ανθρώπους, σπατάλησε μια ολόκληρη ζωή κυνηγώντας πάθη και χίμαιρες. Για την αγάπη του Ζορμπά ζει μέσα στην ψευδαίσθηση μιας τίμιας ζωής. Μετανοημένη, ελπίζει πως ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί το μεγάλο της όνειρο – ο γάμος, αλλά, τραγική ειρωνεία, ταυτόχρονα πλησιάζει μοιραία και ο θάνατος. Η Ορτάνς πεθαίνει στην ξένη χώρα χωρίς να προλάβει να επανορθώσει τα όσα θα ήθελε.

Αντίποδας στην παρακμή της μαντάμ-Ορτάνς είναι η άλλη ηρωίδα του μυθιστορήματος, η χήρα Σουρμελίνα, η αποθέωση της θηλυκότητας. Είναι όμορφη και δεν είναι πόρνη, γι’ αυτό όλοι τη μισούν. Είναι ένα κράμα ανθρώπου και οράματος, έτσι όπως πρωτοεμφανίζεται στο μυθιστόρημα. Βρέχει κι οι άντρες του χωριού βρίσκονται στο μοναδικό καφενείο προσπαθώντας να διώξουν την ανία τους με τσίπουρο και χαρτί. Ξαφνικά, ανάμεσα από τις στάλες τις βροχής και τα θολά τζάμια του καφενείου προβάλλει σαν όραμα η χήρα: «… τη στιγμή εκείνη περνούσε τρεχάτη, με ανασηκωμένο το μαύρο της φουστάνι ως τα γόνατα, με μαλλιά χυμένα στους ώμους, μια γυναίκα. Στρουμπουλή, κουνιστή, τα ρούχα της κολνούσαν απάνω της και φανέρωναν προκλητικό, τραγανό, σαν ψάρι σπαρταριστό, το κορμί της…» (σ. 124).

Οι άντρες μένουν εκστατικοί και τρομαγμένοι στο πέρασμά της. Τους αναστατώνει, είναι μια ξένη κι απόμακρη οπτασία, που προκαλεί λυσσαλέο πόθο. «Ας είναι καλά η χήρα!», τολμάει να ομολογήσει ο καντηλανάφτης, «την έχει μαθές όλο το χωριό για πλάνος: σβήνεις το λυχνάρι και θαρρείς δεν αγκαλιάζεις τη γυναίκα σου, παρά τη χήρα. Κι έτσι βγάζει, που λες, όμορφα παιδιά το χωριό μας». (σ. 125).

Η παρουσία της όμορφης χήρας στο χωριό γίνεται επικίνδυνη. Ο Παυλής πέφτει στη θάλασσα και πνίγεται επειδή δεν μπορεί να αντέξει την περιφρόνηση που αυτή τού δείχνει. Και το χωριό θα εκδικηθεί λιθοβολώντας τη χήρα μέχρι θανάτου, ανήμερα του Πάσχα, γιορτή της αγάπης… Πριν το τραγικό τέλος της όμως η Σουρμελίνα θα ενδώσει στη γοητεία που ασκεί επάνω της ο ξένος. Θα τον επιτρέψει να την κατακτήσει κι έτσι θα επιβεβαιωθεί η πίστη του Καζαντζάκη πως η ελευθερία στη γυναίκα είναι ουτοπία και η μοναξιά ιδανικό που δεν της ταιριάζει. Ο έρωτας, ο γάμος και η μητρότητα δεσμεύουν τη γυναίκα και δεν την επιτρέπουν να υπάρξει ως ελεύθερο άτομο, κορμί και ψυχή. 

Μετά την αναδρομή αυτή στις γυναίκες και στο ρόλο τους στη ζωή και στο έργο του Καζαντζάκη θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο αρχικό  ερώτημα, αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν μισογύνης ή το αντίθετο: υμνητής της Γυναίκας.

Στην προσωπική του ζωή τα πράγματα, από όσα ανέφερα παραπάνω, είναι ξεκάθαρα πιστεύω: ερωτεύτηκε γυναίκες με έντονη προσωπικότητα, ανυπόταχτες, που δεν ήταν διατεθειμένες να απαρνηθούν τον εαυτό τους, να εναρμονιστούν ολοκληρωτικά στο δικό του τρόπο ζωής. Γι’ αυτό η τελευταία, η Ελένη, αποδείχτηκε η ιδανική του συντρόφισσα: Όπως παρατηρεί η Έλλη Αλεξίου: «Η Ελένη φρόντιζε για το κάθε τι του συντρόφου της με μοναδική αφοσίωση, με σωστή αυταπάρνηση, με αυτοθυσία… Ήταν ένας αφάνταστα πολύτιμος άνθρωπος, δοσμένος ολοκληρωτικά στη δημιουργική ευτυχία και τη συγγραφική ακτινοβολία του άντρα της». (σ. 194) Κοντά στην Ελένη ο Καζαντζάκης ξεκουράστηκε. Η Ελένη ήταν πλασμένη στα μέτρα του. Στα μέτρα αυτοθυσίας, που απαιτούσε η συμβίωση μαζί του.

 

Πώς θα μπορούσαμε όμως να τον χαρακτηρίσουμε μέσα από τα σπουδαιότερα έργα του?

 

Αυτό που είναι γενικά αποδεκτό είναι ότι  υπήρξε η πιο αντιφατική προσωπικότητα των Νεοελληνικών Γραμμάτων. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν να μην αντιφάσκει και στο θέμα «Γυναίκα», ένα θέμα που γύρω του, μαζί με το θέμα «θάνατος», περιστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής του?

Η Γυναίκα στα έργα του δεν έχει, όπως είδαμε, ποτέ πρωταγωνιστικό ρόλο, πάντα δευτερεύοντα. Είναι συνήθως ένα αδύναμο πλάσμα, υποταγμένη στη μοίρα της, που έχει ανάγκη προστασίας. Ζητά να βρει τον άντρα που θα την ολοκληρώσει, που θα την κάνει μάνα. Γιατί εκεί βρίσκει η γυναίκα τη λύτρωσή της, την απόλυτη ολοκλήρωσή της: στη μητρότητα. Τόσο όμως οι άντρες όσο κι οι γυναίκες στο έργο του μάχονται μ’ έναν εχθρό, τη σάρκα τους, κι αγωνίζονται για την εξουθένωσή της. Η γυναίκα είναι το πονηρό, η πρόκληση στην αμαρτία, η ζεστή, η αμαρτωλά επιθυμητή, που ο άντρας θα τη ρίχνει κάτω άγρια, θα τη χαίρεται βίαια, χωρίς ούτε μια φορά να αντισταθεί στον πειρασμό να τη σκοτώσει αφού τη χορτάσει, κάθε φορά με την ελπίδα πως λυτρώθηκε, κάθε φορά με την πεποίθηση πως τη νίκησε. Μέσα στις σελίδες του έργου του εκτυλίσσονται βίαιες ερωτικές σκηνές, πλούσιες σε πρωτογονισμό και κτηνωδία. Σκηνές χωρίς συναισθήματα, μόνον ο σαρκικός έρωτας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Στο έργο του δεν έχει σημασία αν η γυναίκα είναι Ευρωπαία ή Ανατολίτισσα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως φαίνεται να δείχνει προτίμηση στις Γιαπωνέζες και τις Κινέζες (Αναφορά στον Γκρέκο), στις γυναίκες της μαύρης ράτσας και πάνω απ’ όλες στις Εβραίες. Τις λευκές τις ονομάζει συχνά «υπεροπτικές και ξεδιάντροπες». (Βραχόκηπος σ. 199). Πάντα όμως η γυναίκα στέκεται εμπόδιο στον αγώνα του άντρα για λύτρωση, στην ανάβασή του από τον άνθρωπο στον Θεό, στην αποδέσμευσή του από την ύλη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ο Καζαντζάκης, πιστεύει στις δύο αμφίδρομες δυνάμεις που διέπουν την ανθρώπινη ζωή: η μία έχει τάση προς τα πάνω και ανεβάζει τον άνθρωπο, ενώ η άλλη τον σπρώχνει προς τα κάτω. Η δύναμη που σπρώχνει προς τα κάτω είναι η γυναίκα και ειδικότερα οι ηδονές που προκαλεί το γυναικείο κορμί. Αιώνια η θηλυκότητα σπρώχνει τον άντρα προς τη γήινη προέλευσή του, γίνεται πειρασμός για τον άντρα που θέλει να είναι λεύτερος, κι αυτός φτάνει στο σημείο να τη σκοτώσει, παρόλο που μετά πληρώνει με το σπαραγμό της αντρικής ψυχής του (Καπετάν Μιχάλης). Kαι για την ίδια τη γυναίκα όμως το κορμί της είναι ευλογία μαζί και κατάρα. Ευλογία όταν γίνεται φορέας της μητρότητας, κατάρα, όταν καταδυναστεύει με τις προσταγές του τη ζωή της γυναίκας και της κόβει το δρόμο για τον εξαγνισμό και τη λύτρωση. Αυτή η λαχτάρα εξαγνισμού φωλιάζει στα κατάβαθα της ψυχής κάθε γυναίκας, ακόμα και της πόρνης. Η ψυχή της γυναίκας όμως είναι η ίδια της η σάρκα, όπως λέει στον «Τελευταίο Πειρασμό» (σ. 97) κι αυτό δημιουργεί ένα «βαθύ γκρεμό» ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα: «γιατί η ψυχή του αντρούς αϊτοφωλιάει ψηλά στην κεφαλή του και της γυναίκας η ψυχή κλωσάει βαθειά στα δυο βυζιά της!» (Οδυσ. Ε’ 720-721). Ο άντρας μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, ενώ η γυναίκα σαρκώνει το πνεύμα.

Φράσεις που βάζει ο Καζαντζάκης στο στόμα των ηρώων του όπως «Είμαι άντρας…τυραννώ τα θηλυκά, αυτό θέλω» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σ. 298), «Εγώ νομίζω πως άνθρωπος είναι αυτός που θέλει να ‘ναι λεύτερος. Η γυναίκα δε θέλει να ΄ναι λεύτερη, είναι λοιπόν η γυναίκα άνθρωπος?» (Ζορμπάς, σ. 187) έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Υπάρχουν φυσικά και αγωνιζόμενες γυναίκες στο έργο του, αλλά αυτές συνήθως επιτυγχάνουν τη λύτρωσή τους με την υποταγή τους στον άντρα που αγαπούν. Ο Καζαντζάκης όμως πίστευε πως η πραγματική ελευθερία επιβάλλει την απάρνηση των κοινωνικών όρων ζωής, τη μοναξιά, την ερημική ζωή. Κατά την άποψή του λοιπόν δεν μπορούσε η γυναίκα να είναι ελεύθερος άνθρωπος επειδή εμποδίζεται σ΄αυτό από την ίδια της τη φύση.

Παρόλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μέσα στο ίδιο αυτό έργο συναντούμε και διαφορετικές φωνές: «Σκλάβα δεν είσαι εσύ, γυναίκα, να γονατάς μπροστά μου» λέει στην Οδύσεια (Ζ’, στ. 624) και παρακάτω: «Κι ό,τι καλό στον κόσμο χάρηκε και προκοπή είδε ο νους του, μονάχα στη γυναίκα το χρωστάει, την κορμιοκαταλύτρα» (Ψ΄ στ. 432-433) «Άλλο δεν είναι στον κόσμο τον απάνω, άλλο δεν είναι από τη γυναίκα» διαβάζουμε στον «Καπετάν Μιχάλη». Δε διστάζει ορισμένες φορές να παραδεχτεί και την υπεροχή της γυναίκας απέναντι στον άντρα ή καλύτερα τη δύναμη της αδυναμίας της. Η γοητεία της, το κλάμα της και πάνω απ΄ όλα η μητρότητα είναι τα σημεία υπεροχής της. Η Γυναίκα γεννάει ένα νέο «Σωτήρα του Θεού», συντελεί λοιπόν στη σωτηρία του Θεού που κινδυνεύει, αφού οι άνθρωποι πρέπει πολεμώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνεύμα, να σώσουν το Θεό της «Ασκητικής», -Salvatores Dei – .

Έτσι η γυναίκα γίνεται «ακριβή συνεργάτισσα» του Θεού, αφού κρατά στον κόρφο της και βυζαίνει αυτόν που θα σώσει το Θεό! Στην «Αναφορά στον Γρέκο», «η φωνή της γυναίκας τινάζεται αθάνατη» (σ. 443) και ο καλόγερος εξομολογείται «…(η γυναίκα) μας πηγαίνει από τον πιο σίγουρο, τον πιο σύντομο δρόμο στην Παράδεισο… Η γυναίκα, η γυναίκα κι όχι η προσευχή… κι όχι η νηστεία μου ‘δωκε τη σιγουράδα αυτή, μου ‘φερε το Θεό στην κάμαρά μου, ας είναι καλά (σ. 272-278). Ακόμα κι ο ίδιος ο Θεός φαίνεται να συμπαθεί ιδιαίτερα τις γυναίκες: «…όταν θα φτάσει η γυναίκα στην πόρτα της Παράδεισος, θα σταθεί και θα ρωτήσει: Θα μπουν μέσα και οι σύντροφοί μου, Κύριε? Ποιοι σύντροφοι? θα τη ρωτήσει ο Θεός. Να, η σκάφη, η κούνια, το λυχνάρι, η στάμνα, ο αργαλειός. Αν δεν μπουν, δεν μπαίνω. Κι ο Θεός καλόκαρδος, θα γελάσει: Γυναίκες είστε, θα πει. Μπορώ να σας χαλάσω χατήρι? Εμπάτε όλοι μέσα. Γέμισε σκάφες και κούνιες κι αργαλειούς η Παράδεισο. Δεν έχω πια πού να βάλω τους αγίους» (Ο τελευταίος πειρασμός σ. 478).

Νίκος Καζαντζάκης, ο Όμηρος της σύγχρονης Ελλάδας, όπως το αποκάλεσαν μερικοί! «Ένα ανώμαλο ρήμα» όπως άρεσε ο ίδιος να αποκαλεί τον εαυτό του. Ποτέ δεν απαρνήθηκε το ανδροκρατούμενο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Μια κοινωνία όπου παλικαράδες, άγριοι και ακατασίγαστοι πολεμιστές ήταν ο στόχος θαυμασμού. Ο ίδιος όμως από νωρίς έχασε την πεποίθησή του στον μέχρι παραλογισμό ηρωισμό που βίωνε γύρω του κι άρχισε να ψάχνει, να ψάχνει τον δικό του δρόμο, τον δικό του Θεό, κι έναν δαίμονα ίσως που ένιωθε μέσα του να τον τυραννάει. Στην πορεία του αυτή θα αναθεωρήσει τις ιδέες του και θα πέσει συχνά σε αντιφάσεις. Άντρας και γυναίκα όμως, αναφέρει συχνά, είναι δύο αντίμαχες δυνάμεις, δημιουργικές μαζί και καταστροφικές. Ο άντρας είναι το φως, η γυναίκα η φωτιά.

 

Ήταν μισογύνης ο Καζαντζάκης?

 

Θεωρώ πως το γεγονός ότι απέδιδε στη γυναίκα διαφορετικές από τον άντρα ιδιότητες, που καθιστούν δύσκολη τη σύγκρισή της με αυτόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί μισογυνισμός. Σίγουρα δεν ήταν φεμινιστής, μισογύνης όμως? Όχι! Μάλλον ο Καζαντζάκης λάτρεψε τη γυναίκα, σίγουρα στην προσωπική ζωή του. Όπως διαβάζουμε στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Αγάπησα γυναίκες, στάθηκα τυχερός, εξαίσιες γυναίκες μου έτυχαν στο δρόμο μου, ποτέ οι άντρες δεν μου ΄καμαν τόσο καλό και δεν με βοήθησαν τόσο στον αγώνα μου όσο οι γυναίκες ετούτες».

Το γεγονός τώρα ότι στο έργο του, οι ήρωές του, δεν αναφέρονται πάντα κολακευτικά στη γυναίκα, έχει νομίζω να κάνει με τις πολλές αντιφάσεις που χαρακτήριζαν το μεγάλο, ανήσυχο αυτό πνεύμα του συγγραφέα: αντινομία ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο φως και στο σκοτάδι, στην ύλη και στο πνεύμα, στο ανθρώπινο και το θείο, στη δειλία και στη μεγαλομανία, στον ορθολογισμό και το συναίσθημα, στην εξύμνηση και την περιφρόνηση της γυναίκας. Διάσπαρτο με αντινομίες, ολόκληρο το έργο του! (Όσο για το φαλλοκρατικό, όπως θεωρήθηκε, «η γυναίκα μας τραβάει προς τα κάτω» εννοεί πιστεύω πως η γυναίκα είναι βασικά πλασμένη για τη γήινη ζωή, προσωποποίηση της γονιμότητας, της φύσης, της ίδιας της Ζωής. Σίγουρα δεν εκφράζει μίσος προς το «αιώνιο θηλυκό».)

Χαρακτηριστική ίσως για το πώς έβλεπε τον άντρα και τη γυναίκα ο Καζαντζάκης είναι η ομολογία του στην «Ασκητική» (σ. 22-23):

«Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δύο αιώνια ρεύματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν. Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: …Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!

Και η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: Κάθομαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα. Δέχομαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη….. Είμαι η Μήτρα!

Αφουκράζουμε τις δυο φωνές τους. Δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι».

 Δρ. Μαριέττα Ιωαννίδου

Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Φρικτές σκηνές ληστείας στην Πελοπόννησο το 1836, σύμφωνα με την αφήγηση του Γερμανού Πρίγκιπα Πύκλερ – Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη


Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

 

Τέλος Μαΐου του 1836 ο Πύκλερ αρχίζει την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο, ξεκινώντας από την Κόρινθο. Επισκέπτεται το Ναύ­πλιο και το Άργος. Στην Τριπολιτσά, την 1η Ιουνίου του 1836, ο Πύκλερ είναι καλεσμένος από τον Δημήτρη Πλαπούτα Κολιόπουλο, ο οποίος δί­νει μια μεγάλη δεξίωση με αφορμή τα γενέθλια του Βασιλιά Όθωνα και την πρώτη επέτειο της ενθρόνισής του. Μετά από μια δεκαήμερη διαμονή στην πόλη αυτή, όπου ασχολείται κυρίως με την καταγραφή των τελευ­ταίων βιωμάτων του, ξεκινάει για τη Σπάρτη.

«Με την ευκαιρία της επίσκεψής μου στο Παλαμήδι είδα τους φυλα­κισμένους, οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, και ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χοντρογιανναίους. Οι δύο έγι­ναν πολύ χοντροί και του Σωτήρου έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρό­τερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει στο ύψος κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθάσει στο τελικό του ύψος και έχει γίνει ένας από τους πιο όμορφους άντρες, που μπορεί κανείς να φανταστεί. Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με υποδέχθηκαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ ανταποκρίθηκα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβούνται πολύ την απόφαση του δικαστηρίου για τη δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι».     

Στην αρχή της διαδρομής τον συνοδεύει ο Κολιόπουλος μαζί με μια δωδεκάδα αξιωματικούς από τη φάλαγγά του. Οι πιο πολλοί είναι συγγενείς του. Όταν αποχαιρετούν τον Πύκλερ μετά από μισή ώρα, ο Κολιόπουλος επιμένει να τον συνο­δεύουν δύο από τους αξιωματικούς του μέχρι τη Σπάρτη. Επιπλέον, τα μουλάρια με τις αποσκευές προστατεύονται από τέσσερις χωροφύλακες, που τρέχουν, όπως λέει ο Γερμανός, σαν μαθημένοι δρομείς και αντέχουν πιο καλά από τα άλογα.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φρικτές σκηνές ληστείας στην Πελοπόννησο το 1836

Read Full Post »

Τα Ημερολόγια του ’21 των Πρώσσων Αξιωματικών Bollmann & Bellier De Launay, Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη, Μνημοσύνη, τόμος 13ος 1995-1997.


Τα Ημερολόγια του '21 των Πρώσσων Αξιωματικών

Τα Ημερολόγια του ’21 των Πρώσσων Αξιωματικών

Στην αξιόλογη σειρά «ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΚΑ 1821-1831» που εκδόθηκε το 1975 από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος ανατυπώθηκαν, σε 10 τόμους, 120 φιλελληνικά συγγράμματα γραμμένα σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Πρόκειται κυρίως για πολιτικά φυλλάδια, εκκλήσεις και ποιήματα, αλλά και για διηγήματα, πορτραίτα ηρώων, θεατρικά έργα και άλλα.

Ο επιμελητής της σειράς I. Μαζαράκης – Αινιάν, στην εισαγωγή του, εκθέτει τους σκοπούς της επανεκδόσεως των φιλελληνικών φυλλαδίων αυτών: Θέλει να παρουσιάσει αντιπροσωπευτική εικόνα των φιλελληνικών εκδηλώσεων στις διάφορες χώρες. Ως προς την επιλογή των συγγραμμάτων ο Μαζαράκης – Αινιάν γράφει μεταξύ άλλων το εξής: «Στη σειρά αυτή δεν ήταν δυνατόν να περιληφθούν βιβλία πολυσέλιδα, γι’ αυτό λείπουν οι πολύτιμες διηγήσεις των ξένων εθελοντών που κατέβηκαν στην Ελλάδα […]». Όσο δικαιολογημένος φαίνεται αυτός ο περιορισμός τόση έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι παρά ταύτα η σειρά περιέχει δύο ημερολόγια εθελοντών, τις «Παρατηρήσεις για την ηθική, πολιτική και στρατιωτική κατάσταση της Ελλάδος» του Louis de Bollmann, και «Μερικά λόγια για την Ελλάδα», του Wilhelm Bellier de Launay.

Tο κύριο κριτήριο για την υποδοχή των δύο μοναδικών ημερολογίων αυτών στη σειρά φαίνεται ότι ήταν η συντομία τους· το πρώτο περιλαμβάνει 46 σελίδες, το δεύτερο μόνο 30. Αναλύοντας στη συνέχεια λεπτομερώς τα δύο βιβλία αυτά θα ήθελα να δείξω ότι η επιλογή τους δεν ήταν εύστοχη και ότι θα ήταν προτιμότερο να λείπει η κατηγορία ημερολογίων εθελοντών εντελώς από τη σειρά. Ενώ το ημερολόγιο του Bellier de Launay δεν σχολιάζεται καθόλου από το Μαζαράκη-Αινιάν, το ημερολόγιο του Bollmann αναφέρεται ως χαρακτηριστικό δείγμα της απογοητεύσεως που αισθάνθηκαν πολλές φορές οι ξένοι […]

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Bollmann & Bellier De Launay

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »