Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Αντώνης Οικονόμου – Ένας ξεχασμένος ήρωας του ’21


 

Η ιστορική γνώση, η γνώση του παρελθόντος κάθε έθνους, είναι ασφαλής πηγή πληροφοριών, που οδηγούν σε συμπεράσματα χρήσιμα για τη χάραξη της μελλοντικής εθνικής πορείας. Η αντικειμενική καταγραφή του παρελθόντος είναι, βέβαια, αδύνατη. Συχνά, όμως, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας δεν οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία του ιστορικού, αλλά σε συνειδητή επιλογή, που στοχεύει στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων. Έτσι, με τη μέθοδο της αποσιώπησης, της παρανόησης ή της διαστρέβλωσης, κρίσιμα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα παρουσιάζονται αλλοιωμένα, ξένα από την πραγματική τους διάσταση ή αγνοούνται τελείως. Η ιστορία γίνεται μέσο ιδεολογικής προπαγάνδας. Από τη μοίρα αυτή δεν εξαιρεθήκαν ούτε οι κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας μας. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι οι παραδοσιακοί ιστορικοί της επανάστασης του 21 εξύμνησαν αφειδώς τον πατριάρχη Γρηγόριο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, το Μαυροκορδἀτο και τον Γκούρα, τους Μαυρομιχαλαίους, τους Δεληγιανναίους και γενικά τους προύχοντες του Μοριά, και τόσα άλλα πρόσωπα αμφίβολης τουλάχιστον προσφοράς στην υπόθεση του Ελληνικού ξεσηκωμού; Αφιέρωσαν βέβαια λίγες σελίδες και στον Παπαφλέσσα [1], τον Αθανάσιο Διάκο, τον Καραϊσκάκη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τόσους άλλους γνήσιους αγωνιστές που έπεσαν ηρωικά στα πεδία της μάχης. Ίσως γιατί αυτοί σκοτώθηκαν νωρίς. Αγνόησαν όμως ή υποβάθμισαν την προσφορά του Αντώνη Οικονόμου και του Λυκούργου Λογοθέτη ή συσκότισαν το θάνατο του Καραϊσκάκη και τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, επιφύλαξαν τη μοίρα των ηττημένων σ’ όλους τους λαϊκούς αγωνιστές. Χρέος δικό μας η δικαίωση των αδικημένων, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Ένας αδικημένος και ξεχασμένος ήρωας του 21 είναι ο Υδραίος Καπετάνιος Αντώνης Οικονόμου, μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η επίσημη ιστοριογραφία [2] του 19ου αιώνα τον είχε καταδικάσει σε αφάνεια.

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Γεννήθηκε και έδρασε στην Ύδρα στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Την εποχή αυτή η Ύδρα, που πριν από 150 περίπου χρόνια ήταν ένα χωριό δυστυχισμένων προσφύγων της Αττικής, της Μεγαρίδας, της Αργολίδας και της Εύβοιας, που ζούσαν πρωτόγονη ζωή σε άθλια καλύβια πάνω στο άγονο νησί, είχε γίνει η πλουσιότερη πόλη της Ελλάδας χάρη στη ναυτιλία της. Ενώ ως τις αρχές του 18ου αιώνα δεν είχαν παρά λίγα πλοιάρια, με τα οποία έκαναν κοντινές μεταφορές ή πειρατεία, από τα μέσα του ίδιου αιώνα σχημάτισαν μαζί με τα άλλα Ελληνικά νησιά (Σπέτσες, Ψαρά κλπ) το μεγάλο Ελληνικό εμπορικό στόλο, που κυριάρχησε στις μεταφορές του ανατολικομεσογειακού χώρου [3].

Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται σε δύο κυρίως γεγονότα της διεθνούς συγκυρίας: Στη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), με την οποία η Ρωσία απέκτησε το δικαίωμα να υπερασπίζεται τους ορθόδοξους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι Έλληνες ναυτικοί το δικαίωμα να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία. Στη Γαλλική επανάσταση και τους πολέμους του Ναπολέοντα, στη διάρκεια των οποίων τα μεγάλα λιμάνια της Δύσης (Μασσαλία, Λιβόρνο, Γένοβα) είχαν αποκλεισθεί από τον Αγγλικό στόλο και άφησαν στην Ελληνική Εμπορική ναυτιλία το πεδίο ελεύθερο για δράση στην ανατολική Μεσόγειο. Οι Άγγλοι ήταν απασχολημένοι στον πόλεμο, οι Ολλανδοί δε ριψοκινδύνευαν, οι Γενοβέζοι και οι Βενετοί είχαν αποκλεισθεί και νεκρωθεί. Οι ριψοκίνδυνοι Υδραίοι, λοιπόν, εκμεταλλευόμενοι άλλοτε την προσωρινή απομάκρυνση των Αγγλικών πολεμικών και άλλοτε τη θαλασσοταραχή, που δεν επέτρεπε καταδιώξεις, κατόρθωναν να σπάζουν τον αποκλεισμό και να μεταφέρουν στους πεινασμένους των αποκλεισμένων λιμανιών σιτοφορτία από τον Εύξεινο, που πληρώνονταν με χρυσάφι. Είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής της Ύδρας, που με τον εμπορικό της στόλο ενταγμένο στις υπηρεσίες της διεθνούς αγοράς, πέτυχε να συνδέσει τη Ρωσική παραγωγή με την Ευρωπαϊκή αγορά [4].

Η ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας ευκολύνθηκε και από λειτουργικούς παράγοντες: Το κεφάλαιο για την κατασκευή ή την αγορά του πλοίου σχηματιζόταν συνεταιρικά, κάθε πλοίο, δηλ. αποτελούσε μια εταιρεία. Με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά, που ήταν να ταξιδέψει ένα πλοίο, συγκεντρωνόταν ένα εταιρικό κεφάλαιο (σερμαγιά) για την αγορά του εμπορεύματος. Για τα κέρδη, λοιπόν, είχαν ενδιαφέρον πολλοί άνθρωποι, που τα μοιράζονταν με το σύστημα των μεριδίων. Η διαφορά όμως στη διανομή των μεριδίων ήταν μεγάλη και, μοιραία, δημιουργήθηκαν τάξεις. Στην πρώτη ανήκαν οι μεγάλοι πλοιοκτήτες, οι πρόκριτοι, που λέγονταν νοικοκυραίοι, στη δεύτερη οι πλοίαρχοι, οι λεγόμενοι καραβοκύρηδες, και ακολουθούσε ο λαός, από τον οποίο προέρχονταν τα πληρώματα των πλοίων [5].

Οι πλοιοκτήτες ήταν βαθύπλουτοι. Είχαν χτίσει στο νησί αρχοντικά σπίτια με μεγαλοπρέπεια και εσωτερικό πλούτο μεγάρων. Τα έπιπλα, τα υφάσματα για τα φορέματα των γυναικών, τα κοσμήματα, τα σκεύη, τα είδη χρήσεως, τη διακόσμηση των αιθουσών και των σπιτιών τα έφερναν από τα καταστήματα πολυτελείας των μεγάλων ευρωπαϊκών λιμανιών. Οι πλοίαρχοι είχαν μεγάλη μερίδα από τα κέρδη και οι ναύτες ζούσαν άνετα. Φτώχεια στο νησί δεν υπήρχε.

Οι καραβοκυραίοι κάτοχοι του μεγάλου κεφαλαίου, κρατούσαν στα χέρια τους όλη την κοινοτική διοίκηση, που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος και βρισκόταν κάτω από την προστασία τού Καπουδάν-πασά, ο οποίος ασκούσε τη γενική επίβλεψη των νησιών. Είχε διαμορφωθεί έτσι στην Ύδρα ένα αριστοκρατικό ολιγαρχικό πολίτευμα: Οι κεφαλαιούχοι εξέλεγαν δώδεκα «γέροντες», που αποτελούσαν το κοινοτικό συμβούλιο και χωρίζονταν σε τρία τετραμελή τμήματα[6]. Κάθε τμήμα διοικούσε το νησί επί τέσσερις μήνες και συνεδρίαζε καθημερινά για να λύσει τα ζητήματα σε συνεργασία με το διοικητή, που τον εξέλεγαν οι προεστοί του νησιού, αλλά τον διόριζε ο Καπουδάν-Πασάς. Πρώτος διοικητής ορίστηκε την 27 Δεκεμβρίου 18Ο2 ο Γεώργιος Βούλγαρης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Δημ. Βούλγαρη, και μετά το θάνατό του, τον Αύγουστο του 1812, διορίστηκε ο Νικόλαος Κοκοβίλας [7].

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Ο Αντώνης Οικονόμου «ων πλοίαρχος και καταστάσεως υδραϊκής μεσαίας»[8], πλοίαρχος δηλ. που προερχόταν από τη μεσαία τάξη του νησιού, ξεχώριζε ανάμεσα στους μικρούς καραβοκύρηδες, που διατηρούσαν γερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα, τους ναύτες και τους τεχνίτες. Φημιζόταν για την ευφυΐα του, τον ευθύ χαρακτήρα του και την παλικαριά του. Αψηφούσε τις μεγάλες φουρτούνες, γι’ αυτό και το τσούρμο τον αναγνώριζε ως σωστό θαλασσόλυκο. Είχε κατορθώσει να αποκτήσει και δικό του πλοίο.

Η μεγάλη ακμή όμως της Ύδρας, επειδή προήλθε από τη διεθνή συγκυρία, είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η εμπορική ναυτιλία της, ταγμένη στην υπηρεσία των μεγάλων Ευρωπαϊκών συμφερόντων, γνώρισε βαθιά κρίση, όταν, με το τέλος του Ευρωπαϊκού πολέμου το 1815, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δε χρειάζονταν πια τις υπηρεσίες της [9]. Οι πόλεμοι ευνοούν τη ναυτιλία: Μεγαλώνουν οι ανάγκες μεταφορών και εισαγωγών, υψώνονται τα ναύλα, αυξάνει ο αριθμός πλοίων, πλοιάρχων και ναυτών. Όταν οι συνθήκες ομαλοποιηθούν, τα λιμάνια γεμίζουν δεμένα πλοία και ναύτες άνεργους στην προκυμαία. Το ίδιο συνέβη και τότε στην Ύδρα [10]. Οι έκτακτες μεταφορές μειώθηκαν, άρχισαν να κινούνται στη Μεσόγειο και άλλες εμπορικές σημαίες, τα ταξίδια των υδραίικων καραβιών λιγόστεψαν. Το 1820 και στις αρχές του 1821 βρίσκονταν στην Ύδρα άνεργοι πολλοί πλοίαρχοι και ναύτες. Οι 28.000 περίπου κάτοικοι του νησιού [11], από τους οποίους οι δέκα χιλιάδες περίπου ήταν ναύτες, είτε Υδραίοι, είτε προερχόμενοι από άλλα νησιά, αλλά εγκατεστημένοι στην Ύδρα για να βρουν δουλειά, αντιμετώπιζαν οξύ οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Ο Αντώνης Οικονόμου λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της επανάστασης ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο βρήκε μεγάλη φουρτούνα και έχασε το καράβι του, που αποτελούσε και όλη την περιουσία του, σε ναυάγιο κοντά στα Γάδειρα, έξω από το Γιβραλτάρ. Παλεύοντας ώρες με τα κύματα κατόρθωσε να γλιτώσει και γύρισε στην πατρίδα του. Χρήματα δεν είχε και, δραστήριος άνθρωπος καθώς ήταν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει πιστώσεις και να αποκτήσει νέο πλοίο, αντί να μείνει στην Ύδρα με τη μοίρα του καραβοτσακισμένου.

Στην Κωνσταντινούπολη τότε έβραζαν τα πράγματα της Φιλικής Εταιρείας. Ο Οικονόμου [12] από τις πρώτες μέρες που έφτασε εκεί γνώρισε τον Παπαφλέσσα. Νέος, πατριώτης και με θερμή ιδιοσυγκρασία καθώς ήταν, παραδόθηκε στο κήρυγμα του κινητήριου νου της προεπαναστατικής προετοιμασίας: «Ήρθε ο καιρός να φύγει ο Τούρκος. Η πατρίδα θα ξεσηκωθεί σε λίγο με όλες τις δυνάμεις της. Όλοι οι αρχηγοί της Πελοποννήσου, της Στερεάς, της Μολδοβλαχίας, των Σπετσών, οι Έλληνες του Εξωτερικού έχουν μυηθεί στο κίνημα». Και στο τέλος η γνωστή επωδός της προεπαναστατικής σειρήνας: Η ενίσχυση της Ρωσίας.

Ο Παπαφλέσσας ήξερε τι έκανε. Ο Οικονόμου δεν ήταν οποιοσδήποτε. Ήταν Υδραίος. Και η Ύδρα δεν ήταν μέχρι τότε θερμή για τους μυητές της Φιλικής Εταιρείας. Αρκετοί υδραίοι πλοίαρχοι, που περνούσαν από το Βόσπορο, είχαν μυηθεί, αλλά οι πρόκριτοι του νησιού ήταν δύσκολοι. Ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του κινήματος. Όταν ο Αναγνωσταράς πήγε στην Ύδρα, επικοινώνησε με το Λάζαρο Κουντουριώτη, τον κορυφαίο πρόκριτο του νησιού, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ο Κουντουριώτης άκουσε τον Αναγνωσταρά με συγκίνηση, αλλά στο τέλος ζήτησε από το Μωραΐτη οπλαρχηγό έγγραφο του Καποδίστρια ή μια έγκυρη βεβαίωση ότι ο Καποδίστριας ήταν αρχηγός της Επαναστατικής Εταιρείας. Ο Αναγνωσταράς, που αγνοούσε και ο ίδιος την Αρχήν της Εταιρείας, δεν ήταν σε θέση να δώσει στον Κουντουριώτη τέτοια πληροφορία και έφυγε από την Ύδρα άπρακτος.

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας έστειλαν στην Ύδρα τον Περραιβό, για να βολιδοσκοπήσει τους Κουντουριωταίους, αλλά ούτε αυτός μπόρεσε να αλλάξει τα φρονήματά τους. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναγκάστηκε να γράψει στο Λάζαρο Κουντουριώτη «…Φίλε, δεν είναι καιρός να επιμένεις εις τοσούτον βαθύν λήθαργον… Τι στέκεις λοιπόν, Ποιον άλλον καιρόν προσμένεις,…» [13]. Στις αρχές του Φλεβάρη του 1821 τους ξανάγραψε ο ‘Αθιμος Γαζής «…Έφθασεν ο καιρός δια να λάμψει πάλιν ο σταυρός και να λάβει πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής πατρίς μας, την ελευθερίαν της… Ο καιρός ήλθεν και πρέπει να ανάψετε την λαμπάδα του πατριωτισμού… Σας παρακαλεί η πατρίς, φίλοι, ετοιμασθήτε. Ετοιμασθήτε».

Κανένας όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Οι Κουντουριωταίοι και οι άλλοι προύχοντες σκέφτονταν πιο πολύ το πετσί τους και τις κάσες τους με τα τάληρά τους [14]. Οι προεστοί δεν ήθελαν την αλλαγή, γιατί θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν δαπάνες για τη μετατροπή των πλοίων τους σε πολεμικά, και μάλιστα για μια επιχείρηση επικίνδυνη και που δεν επρόκειτο να τους αποφέρει κέρδη [15]. Η έμφυτη ορμή του λαού όμως ζητούσε άμεση εξέγερση. Στους πεινασμένους και δυσαρεστημένους κάθε μεταβολή ήταν επιθυμητή, γι’ αυτό στο τέλος η δημοκρατική ανυπομονησία τσάκισε την απερισκεψία της αριστοκρατίας [16].

Μέσα σε τέτοιο κλίμα βρέθηκε ο Αντώνης Οικονόμου, όταν επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη στην Ύδρα φλεγόμενος από την ιδέα της επανάστασης και βρήκε πρόθυμα για προσηλυτισμό τα πνεύματα των πλοιάρχων και των ναυτών. Έδωσε τον επαναστατικό παλμό στην καρδιά του λαού της Ύδρας και οδήγησε την Ύδρα, τον δεξιό βραχίονα της Ελλάδας προς τη θάλασσα, πάνοπλη στον Αγώνα. Η δράση του είναι μια σημαντική σελίδα στην ιστορία του αγώνα. Ελληνική επανάσταση χωρίς τη συμβολή του πανίσχυρου υδραίικου ναυτικού ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία [17]. Ο μεγάλος υδραίικος στόλος δεν έσωσε μόνο τον ξεσηκωμένο Μοριά, αλλά έγινε βασικό στήριγμα του ναυτικού και του γενικού επαναστατικού αγώνα. Χωρίς την Ύδρα το Αιγαίο δε θα γινόταν Ελληνική λίμνη. Η τουρκική αρμάδα θα έκανε στενό αποκλεισμό και σε μικρό χρονικό διάστημα η επανάσταση στο Μοριά θα έσβηνε.

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Αυτά φαίνεται σκεπτόταν ο Καπετάν Αντώνης, όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες ειδήσεις για την επανάσταση στην Πελοπόννησο, και άρχισε να στρατολογεί άνδρες κοινολογώντας ότι θα πάει μαζί τους στην Πελοπόννησο για να πάρει μέρος στον αγώνα. Οι πρόκριτοι της Ύδρας τον πίστεψαν και με τη σκέψη, ότι με αυτό τον τρόπο θα απαλλαγούν και από τον Οικονόμου και από τους ενοχλητικούς άνεργους ναύτες, δεν έφεραν δυσκολίες στη στρατολόγηση. Έτσι ο Οικονόμου κατόρθωσε να εξοπλίσει σώμα από 500 άνδρες. Στο μεταξύ οι πρόκριτοι όχι μόνο δεν είχαν σκοπό να συμπράξουν στον αγώνα, αλλά για να εμφανίσουν την Ύδρα αμέτοχη στην επανάσταση και να την απαλλάξουν από τον κίνδυνο αποβίβασης τουρκικού στρατού, έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη τους ναύτες, που υποχρεώνονταν να δίνουν κάθε χρόνο στον τούρκικο στόλο [18]. Τους ναύτες αυτούς τους περίμενε η σφαγή και ο πνιγμός στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευτυχώς, όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια, πληροφορήθηκαν τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι στην Πόλη και πρόλαβαν να γυρίσουν πίσω και να σωθούν [19].

Τα επαναστατικά μηνύματα, λοιπόν, έφταναν στην Ύδρα το ένα μετά το άλλο. Μετά την Πελοπόννησο οι Σπέτσες και τα Ψαρά ρίχτηκαν στον αγώνα. Κάθε μέρα έφταναν στην Ύδρα απεσταλμένοι από διάφορα μέρη   της Πελοποννήσου και ζητούσαν να βγει και η Ύδρα στον αγώνα. Οι πρόκριτοι όμως εξακολουθούσαν να συνεδριάζουν καθημερινά στην Καγκελαρία περιμένοντας να πεισθούν για τη σοβαρότητα του κινήματος και μετά να αποφασίσουν για τη συμμετοχή τους στον Αγώνα [20]. Ο Οικονόμου ανυπομονούσε. Δεν του έφτανε όμως ο λαός, που ήταν ήδη μαζί του. Είχε ανάγκη από όλα τα πλοία και από χρήματα, για να τα κινήσει. Και τα πλοία και τα χρήματα βρίσκονταν στα χέρια των προκρίτων.

Όταν είδε ότι δεν υπήρχε πια καιρός για συσκέψεις και εγγυήσεις, αποφασισμένος να τελειώσει το γρηγορότερο έκανε το πραξικόπημα. Αφού συμφώνησε με τους πιο πολλούς καπεταναίους και με τους απεσταλμένους από το Μοριά Πέτρο Μαρκέζη και Γεώργιο Αγαλόπουλο, προχώρησε σε λαϊκό κίνημα. Τη νύχτα της 28ης Μαρτίου 1821 η μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας κτύπησε δαιμονισμένα: Ήταν το επαναστατικό σύνθημα. Αμέσως η αγορά πλημμύρισε από τους ένοπλους, που είχε οργανώσει ο Οικονόμου για τη δήθεν εκστρατεία στην Πελοπόννησο, και τελάληδες όρμησαν στους δρόμους της Ύδρας φωνάζοντας: Στα άρματα, όλοι στα άρματα.

Καθώς μετά την πρώτη έκπληξη οι πολίτες κατέβαιναν προς την αγορά και ρωτούσαν τι τρέχει, πετάχτηκαν από την ταβέρνα του Κουτσογιάννη, που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς, ο Αντώνης Οικονόμου με το Γκίκα, γιο του πρόκριτου Θεόδ. Γκίκα, που ήταν αντίθετος με το συντηρητικό πατέρα τους και μετείχε στο κίνημα. Τους περικύκλωσαν αμέσως ένοπλοι και πολίτες, και τότε ο Οικονόμου ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι και είπε [21]: «Τα αδέρφια μας οι Μοραΐτες πήραν τ’ άρματα και χτυπούν τους Τούρκους και εμείς σαπίζουμε εδώ ακίνητοι γιατί οι προεστοί μας δε θέλουν την επανάσταση. Δεν είναι ντροπή να μένουμε εδώ, ενώ άλλοι σκοτώνονται; Οι αρχόντοι δε θέλουν να κινηθούν γιατί φοβούνται τον πόλεμο. θέλουν την ησυχία τους. Όμως εμείς θαλασσομαχούντες μαζέψαμε τα πλούτη στις στέρνες τους. Είναι σωστό να προτιμούνται τα πλούτη από την ελευθερία;…»

«-Ζήτω η επανάσταση. Στα άρματα.» Φώναζαν αμέσως όλοι οι συγκεντρωμένοι. Ο λαός της Ύδρας ήταν ώριμος για την επανάσταση. Όταν μάλιστα είδαν μαζί με τον Οικονόμου και το γιο του τρανού προύχοντα Γκίκα, ενθουσιάστηκαν και σήκωσαν στα χέρια το αρχοντόπουλο. Το συγκεντρωμένο πλήθος διευθυνόμενο από ανθρώπους του Οικονόμου έτρεξε στην παραλία, όπου υπήρχαν σωροί καυσόξυλα για φόρτωση. Πήραν τα ξύλα για ρόπαλα και γυρνούσαν στους δρόμους φωνάζοντας «λευτεριά ή θάνατος», «κάτω τα τζάκια». Οι οργανωμένοι ένοπλοι του Οικονόμου όρμησαν στα αγκυροβολημένα πλοία, που ήταν άδεια από ναύτες την ώρα της εφόδου, και τα κατέλαβαν. Η νύχτα πέρασε με ταραχή, χωρίς όμως να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ανάμεσα στο λαό δεν υπήρχαν αντιφρονούντες. Οι πρόκριτοι, που την ώρα της εφόδου βρίσκονταν στην Καγκελαρία, κλείστηκαν έντρομοι στα σπίτια τους, αλλά κανείς δε σκέφτηκε να τους θίξει.

Την άλλη μέρα το πρωί τα πλοία είχαν καταληφθεί. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν οπλοφόροι και ροπαλοφόροι κραυγάζοντας υπέρ της επανάστασης. Το μεσημέρι ο Οικονόμου όρμησε στην Καγκελαρία, καθαίρεσε δια βοής του λαού το διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα και ανέλαβε ο ίδιος την πολιτική, στρατιωτική και ναυτική διοίκηση του νησιού με την έγκριση του λαού. Ο λαοπρόβλητος πλέον ηγέτης έβγαλε αμέσως διαταγή να σχηματισθούν ένοπλες περιπολίες και απαγόρεψε τις αντεκδικήσεις και βιαιοπραγίες. Άρχισαν επίσης αμέσως να συντάσσονται κατάλογοι για τη στρατιωτική κατάταξη. Άλλοι κατατάσσονταν στο σώμα για δράση στη στεριά και άλλοι εγγράφονταν ναύτες.

Αλλά για να κινηθούν τα πλοία χρειάζονταν χρήματα. Οι εθελοντές στρατιώτες και ναύτες έπρεπε να πάρουν μισθοτροφοδοσία και μια που θα έφευγαν έπρεπε να δοθεί και κάποιο επίδομα στις οικογένειές τους. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Στο ταμείο της Καγκελαρίας βρέθηκε ένα μικρό ποσό, που δεν έφτανε ούτε για ν’ αγοράσουν είκοσι οκάδες μπαρούτι. Δημόσιο ταμείο δεν υπήρχε. Τα λεφτά βρίσκονταν στις στέρνες των προκρίτων.

Ο Οικονόμου τότε έστειλε τετραμελή επιτροπή στους πρόκριτους, που άλλοι βρίσκονταν στον πύργο του Λάζαρου Κουντουριώτη και άλλοι στο μοναστήρι, μέσα στο Κάστρο, και ζήτησε να ανοίξουν τις κάσες τους και να καταβάλουν τα έξοδα της επιστράτευσης. Οι πρόκριτοι, που δεν είχαν αντιληφθεί ακόμα την έκταση του κινήματος και σκέπτονταν πώς θα αντιμετωπίσουν τις ταραχώδεις σκηνές της νύχτας και ποια απόφαση θα πάρουν τελικά για την επανάσταση, μόλις πληροφορήθηκαν την καθαίρεση του Κοκοβίλα και την ανάληψη της εξουσίας από τον επαναστάτη πλοίαρχο, βεβαιώθηκαν πως τα πλοία τους επιτάχτηκαν από το λαό και είδαν ότι είναι περικυκλωμένοι από ένοπλους, έστειλαν αναγκαστικά 30.000 τάληρα και έσπευσαν αμέσως να επιστρέψουν στα σπίτια τους «από τας οπισθίας εξόδους του οικήματος όπου συνεδρίαζαν [22]». Μα το ποσό αυτό ήταν λίγο και οι ένοπλοι κραύγαζαν απειλητικά έξω από τα σπίτια των πλουσίων προκρίτων: « – Θέλουμε και άλλα. Μην τα λυπάσθε. θα ξοδευτούν για την πατρίδα. Εμείς θαλασσοπνιγήκαμε τόσες φορές για να πλουτίσετε εσείς.»

Και έδωσαν και άλλα. Στις 31 του Μάρτη, μέσα σε τρεις μέρες δηλ., οι πλούσιοι καραβοκυραίοι άνοιξαν τις κάσες τους και συγκέντρωσαν 130.000 τάληρα. Το ποσό αυτό ήταν αρκετό για τις άμεσες ανάγκες του στόλου. Εξοπλίστηκαν αμέσως 92 μεγάλα πλοία και δόθηκαν σε κάθε ναύτη 8 τάληρα και από 50 τάληρα σε κάθε μια από τις οικογένειές τους.

Μετά απ’ αυτό τα πράγματα ηρέμησαν. Οι πρόκριτοι δε φάνηκαν διατεθειμένοι να αντιδράσουν κατά του Οικονόμου, ούτε κι εκείνος έδειξε εχθρική διάθεση εναντίον τους. Ζήτησε μάλιστα και τη σύμπραξη του Λάζαρου Κουντουριὡτη στη διοίκηση, αλλά ο υπερήφανος Υδραίος πρόκριτος με πληγωμένο τον εγωισμό του από το κίνημα αρνήθηκε. Δέχτηκε όμως να νομιμοποιήσει το νέο επαναστατικό καθεστώς και το αναγνώρισε με το παρακάτω έγγραφο της 31 Μαρτίου:

Δηλοποιεῖται διά τοῦ παρόντος κοινού ἐνσφραγίστου τε καί ἐνυπογράφου γράμματος, ότι συνελεύσεως κοινής γενομένης διά την καλήν σύστασιν της πατρίδος μας, ἐκρίναμεν άξιον διά ν’ άναδεχθή την φροντίδα της τοπικής διοικήσεως τόν τιμιὡτατον πατριὡτην μας κύριον καπετάν ‘Αντώνην Οἰκονόμου, τῷ ὁποίῳ δίδομεν πᾶσαν πληρεξουσιότητα εἰς τό νά διοικῇ μετά των κατά καιρόν συμψηφισθέντων προεστὡτων προκρίτων, κάτωθεν ύποσημειωμένων, τήν πολιτείαν τούτην, κρίνων και άνακρίνων πᾶσαν ἐπιτυχοῦσαν ύπόθεσιν πολιτικήν τε καί ἐμπορικήν.

‘Ο αναγορευθείς κοινή διοικητής κύριος καπετάν, Αντώνιος θέλει έχει μετ’ ἑαυτοῦ καί τέσσαρας ουμβούλους ἐκλεγομένους ὑπό αὐτοῦ. Οἱ μέν δύο θέλει ἔχουσιν είς πᾶσαν συνέλευσιν έλευθέραν τήν εἴσοδον καί τήν ψήφον ίσοδύναμον τοῖς κατά καιρόν προεστῶσι προκρίτοις. Οἱ δέ δύο μόνην τήν αύτοπρόσωπον παράστασιν πρός ήσυχίαν τοῦ λαού.

‘Ο ρηθείς διοικητής καπετάν Ἀντώνιος έχει άπόλυτον ἐξουσίαν, χρείας τυχούσης, νά ἐκστρατεύη διά ξηράς καί θαλάσσης, κατ’ άρέσκιαν, πᾶσαν άναγκαιοῦσαν δύναμιν, ἐπί κεφαλής τής όποίας δύναται ν’ άπέλθη καί ο ίδιος όψέποτε βουληθῇ. ‘Ημείς δέ οί κάτωθεν γεγραμμένοι προεστῶτες, οἱ φέροντες τό πρόσωπον τοῦ κοινού τούτου, ύποσχόμεθα ἑτοίμως και άναντιρρήτως προμηθεϋσαι τήν τοιαύτην δύναμιν καί τά έξοδα της τοιαύτης ἐκστρατείας.

‘Η άναγκαία κουστωδία τῆς πατρίδος θέλει νά είναι ὑπό τήν ἐξουσίαν του διοικητοϋ κυρίου καπετάν ‘Αντωνίου καί θέλει είναι είς χρέος δι’ αὐτῆς να διατηρήται ή εἰρήνη, διακαιοσύνη και καλή διαγωγή πάντων των κατοίκων, χωρίς να παραβλέπεται ή παραμικρά άταξία.

Οἱ κατά καιρόν προεστῶτες θέλουσιν είναι άνεξάρτητοι άπό τοϋ διοικητοϋ καπετάν ‘Αντωνίου. Ούτως ευχαριστήσει ήμῶν τελεία σινεφωνήθη, δι’ ό καί εἰς τήν περί τούτου ἔνδειξιν ύπογραψόμεθα αύτοχειρί πάντες. .

Ύδρα 31 Μαρτίου 1821

Οἱ κάτοικοι της Ύδρας

Ακολουθούσαν οι υπογραφές εξήντα επιφανών προκρίτων της Ύδρας [23], απ’ αυτούς που αποτελούσαν την ολιγαρχική παράταξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έγγραφο αυτό έφερε την υπογραφή «οι κάτοικοι της Ύδρας» και όχι «οι πρόκριτοι της Ύδρας», όπως γινόταν ως τότε. Η αριστοκρατική ηγεσία φαινόταν να έχει καταργηθεί και να έχει αντικατασταθεί από ένα λαϊκό πολίτευμα, ψυχή και νους του οποίου ήταν ο Αντώνης Οικονόμου[24].

 

Αντώνης Οικονόμου – Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (Αναστάσιος Αλεβίζος, 1914-1985). Δημοσιεύεται στο: Γιώργης Λαμπρινός, «Μορφές του εικοσιένα», Τοξότης, Αθήνα, 1956.

 

Ο Οικονόμου υπήρξε τότε ο μόνος αρχηγός στην Ελλάδα που διέθετε ολόκληρη τη δύναμη του τόπου του. Το χέρι του κρατούσε παντοδύναμο όπλο: Το πλήθος των χωρίς εργασία δευτερευόντων πλοιάρχων και τους 10.000 άνεργους ναύτες, για τους οποίους «η κατάοχεσις της χρηματικής περιουσίας των εκπεσόντων προκρίτων θα ήταν η πλέον ευχάριστος πράξις [25]». Κύριος της Ύδρας, του στόλου και του πλούτου της, μπορούσε, στην αρχή τουλάχιστον του αγώνα, να γίνει και κύριος της κατάστασης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ενώ όλοι αγωνιούσαν για την έξοδο της Ύδρας στον αγώνα, χωρίς την οποία ήταν χαμένοι, δεν είχε παρά να ζητήσει έναν αντιπρόσωπο από κάθε μεγάλη επαρχία και να σχηματίσει προσωρινή ελληνική κυβέρνηση υπό την εξουσία του. Δεν θα ήταν αναγκασμένος να καταλύσει άλλη ελληνική αρχή, αφού τέτοια δεν υπήρχε. Και ολόκληρη η Ελλάδα θα υπάκουε, γιατί είχε ανάγκη το στόλο. Αλλά ο Οικονόμου δε σκέφτηκε κάτι τέτοιο, γιατί δεν είχε ούτε τις φιλοδοξίες, ούτε την ιδιοσυγκρασία δικτάτορα. Ήταν ένας αγνός ιδεολόγος και τολμηρός πατριώτης.

Οι πρόκριτοι αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας επιχείρησαν να φύγουν κρυφά στη Ζάκυνθο, γιατί δεν ανέχονταν να μένουν υπό τον Οικονόμου, έναν απλό πλοίαρχο. Και εκείνος, αντί να τους αφήσει να φύγουν και να απαλλαγεί απ’ αυτούς, τους εμπόδισε. Αναγνώριζε ότι ο αγώνας είχε ανάγκη απ’ όλες τις δυνάμεις του Γένους και δεν αρνιόταν στους πρόκριτους τον πατριωτισμό, παρόλο που περίμενε την αντίδρασή τους και γνώριζε ότι δεν ήταν φίλοι του. Το κατάλαβε όταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε να μετάσχει στη διοίκηση.

Για να εξασφαλίσει την εξουσία του ο Οικονόμου επιχείρησε να αντικαταστήσει τους πλοιάρχους των πλοίων, που ήταν αφοσιωμένοι στους πρόκριτους, με ανθρώπους της προσωπικής του εμπιστοσύνης. Συνάντησε όμως την αντίδραση των πλοιοκτητών και των πλοιάρχων [26]. Τότε, αντί να επιβάλει τη θέλησή του με τη βία σε ανθρώπους, που η εχθρότητά τους δε θα μειωνόταν, όσο φιλικά και αν τους φερόταν, αναγνώρισε το δίκιο τους και άφησε στους πλοιοκτήτες το δικαίωμα να έχουν στα πλοία τους δικούς τους ανθρώπους, αντί να κηρύξει το στόλο εθνικό και κτήμα του Αγώνα. Αν εγκαθιστούσε δικούς του πλοιάρχους, η εξουσία του θα ήταν στερεωμένη. Μπορούσε να φύγει σε εκστρατεία και να είναι βέβαιος ότι οι πρόκριτοι δε θα είχαν τη δύναμη να κάνουν το παραμικρό εναντίον του. Γιατί δύναμη της Ύδρας ήταν τα πλοία της. Και οι εχθροί του θα ήταν αφοπλισμένοι.

Αλλά ο Οικονόμου δε σκεπτόταν τίποτα άλλο, παρά μόνο πώς θα υπηρετήσει την πατρίδα. Του χρειάστηκαν 15 ημέρες για να ετοιμάσει τα πλοία και στις 16 Απρίλη 1821, Σάββατο της Διακαινησίμου, συγκεντρώθηκαν οι Υδραίοι όλων των τάξεων, έγινε δοξολογία και δέηση υπέρ του αγώνα και, ενώ από τα πλοία ερρίπτοντο κανονιοβολισμοί, υψώθηκε στο διοικητήριο η επαναστατική σημαία και η Ύδρα μπήκε επίσημα στον αγώνα Συντάχτηκε ταυτόχρονα το παρακάτω έγγραφο, που αποτελεί την πρώτη επαναστατική πράξη της Ύδρας, και με το οποίο αναγνωρίζονταν αρχηγός του Υδραίικου στόλου ο Ιάκωβος Τομπάζης:

 

Εν ονόματι του Θεού Παντοκράτορος.

Το Ελληνικόν Έθνος, βεβαρημἐνον πλέον ν’ αναστενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν, υπό του οποίου τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδιστικώς, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν ή εις τα όπλα, δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσους, τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό. Το ιερόν όνομα της Ελευθερίας αντηχεί εις όλα τα μέρη της Ελλάδος και πάσα ελληνική καρδία αναφλἐγεται από την επιθυμίαν του να επαναλάβη το ιτολύτιμον τούτο δώρον του Θεού, ή ν’ απολεσθή εις τον   υπέρ τούτου αγώνα.

Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας δέν θέλουσι μένει ολιγώτερον πρόθυμοι εις τον ευγενή τούτον αγώνα. Αλλά καταφρονούντες πάντα κίνδυνον, δια να καταστρέψουν τους τυράννους των, θέλουν μεταχειρισθή τούτο το μόνον μέσον, το οποίον η φύσις της τοπικής αυτών θέσεως δίδει εις αυτούς προς τον σκοπόν τούτον.

Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της νήσου ταύτης, επιτρέπομεν εις τον καπετάν-Γιακουμάκην Νικολάου Τομπάζην, του πλοίου ο Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ, και άλλα πολεμικά ξύλα υπό την ελληνικήν σημαίαν, να υπάγη μετά του πλοίου τούτου όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα και να ενεργή κατά των οθωμανικών δυνάμεων ξηράς τε και θαλάσσης παν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ου η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους ν’ αποκατασταθή με στερέωσιν.

Παρακαλούμεν τους άρχοντας των θαλασσίων και ηπειρωτικὡν δυνάμεων πασών των ευρωπαϊκών εξουσιών όχι μόνον να μην επιφέρωσι κανένα εμπόδιον εις το πλοίον τούτο και εις τας ενεργείας της αποστολής αυτού, αλλά και να προσφέρωσι πάσαν βοήθειαν και υπεράσπισιν συγχωρημένην από την ουδετερότητα αυτών. Τούτο ελπίζομεν εκ μέρους της γενναιότητος των πολιτισμένων εθνών. Και ήθελεν είσθαι ύβρις προς αυτούς εάν αμφιβάλλωμεν καν μίαν στιγμήν περί της προθύμου αυτών ευνοίας εις τούτον τον αγώνα μας, όστις γίνεται υπέρ των δικαιωμάτων της ανθρωπότητος.

Οι απόγονοι των ενδόξων εκείνων ανδρών, οίτινες ετίμησαν το ανθρώπινον γένος με τας υψηλάς αυτών αρετάς και εφώτισαν τον κόσμον, μάχονται υπέρ της ελευθερίας εναντίον εις τους τυράννους των, βαρβάρους απογόνους του βαρβάρου Οσμάνου, τους εξολοθρευτάς των επιστημών και τεχνών, και εχθρούς της ιεράς θρησκείας του Ιησού Χριστού. Τις θέλει .είσθαί ποτέ την περίστασίν μας, ή να μη εύχεται υπέρ ημών;

Εξεδόθη εις την Καγκελαρίαν της νήσου Ύδρας τη 16 Απριλίου 1821

Οι κάτοικοι της Νήσου Ύδρας

 

Την ημέρα αυτή ο Αντώνης Οικονόμου είχε πραγματοποιήσει το μεγάλο του σκοπό. Έδωσε την Ύδρα στον Αγώνα. Αλλά και οι πρόκριτοι εξετέλεσαν το καθήκον τους, έστω και αναγκαστικά. Στην προσπάθειά τους να υπερκεράσουν τώρα τον Οικονόμου πρόσφεραν πρόθυμα την ημέρα που κηρύχτηκε η επανάσταση νέα ποσά για την κίνηση του στόλου και έτσι η δημοτικότητά τους άρχισε να αποκαθίσταται. Και βέβαια ούτε ώρα δεν έπαψαν να συνωμοτούν.

Από την ημέρα εκείνη ο Οικονόμου δεν είχε παρά δυο δρόμους, αν ήθελε να τελειώσει την αποστολή του: Ή έπρεπε να παραιτηθεί από τη διοίκηση και να αρκεστεί στη δόξα ότι έβγαλε την Ύδρα στον αγώνα, ή όφειλε να πάρει ριζικά μέτρα για να στερεώσει την κυριαρχία του στην Ύδρα [27], να μεταβληθεί δηλ. σε πραγματικό δικτάτορα, αδυσώπητο και σκληρό προς τους αντιπάλους του. Αλλά δεν έκανε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της επανάστασης και ασχολείτο συνεχώς με τις ανάγκες του στόλου. Και οι πρόκριτοι, που ο εγωισμός τους δεν μπορούσε να ανεχθεί έναν δημαγωγό, όπως τον αποκαλούσαν, με συστηματικές ενέργειες κατόρθωσαν να κλονίσουν τη θέση του [28].

Στις 18 Απρίλη απηύθυνε προκήρυξη στα νησιά του Αιγαίου και καλούσε τους άλλους νησιώτες να επαναστατήσουν. Παρόμοια προκήρυξη απηύθυνε στους καθολικούς κατοίκους των Κυκλάδων, που αντιδρούσαν. Την επόμενη μέρα, 19 Απρίλη, σαν υπεύθυνος ευρωπαίος ναυτικός αρχηγός όριζε με διαταγή στους Έλληνες πλοιάρχους να σέβονται τις ουδέτερες σημαίες, να μην προκαλούν δυσαρέσκεια στους ευρωπαίους πλοιάρχους, να μην ενεργούν αδικαιολόγητες νηοψίες με τη βία, και γενικά να σέβονται τους όρους του διεθνούς δικαίου. Με το μέτρο αυτό ήθελε να περιορίσει τις πειρατικές διαθέσεις των Ελλήνων και να εμφανίσει νομιμόφρονα την ελληνική επανάσταση απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη [29].

Η ενέργεια αυτή του Οικονόμου δυσαρέστησε τους έλληνες ναύτες – οπαδούς του. Με τόσους αιώνες αναρχία στη θάλασσα είχαν αποκτήσει πειρατικές συνήθειες, που δεν μπορούσαν να κοπούν με ένα διάταγμα. Οι πρόκριτοι για να κερδίσουν τη συμπάθεια των ναυτών και να απομονώσουν τον Οικονόμου προπαγάνδιζαν ότι οι Τούρκοι πρέπει να περνούν από μαχαίρι χωρίς έλεος και ότι οι ναύτες που θαλασσοπνίγονται πρέπει να μοιράζονται τη λεία από τα τουρκικά πλοία [30]. Έτσι μετά από λίγες μέρες δυο υδραίικα καράβια κυρίευσαν ένα τούρκικο πλοίο, που μετέφερε τον πατριάρχη των Μουσουλμάνων και άλλους Τούρκους στη Μέκκα για προσκύνημα, τους έσφαξαν όλους με άγριο τρόπο πάνω στο κατάστρωμα [31] και επιστρέφοντας στην Ύδρα ήθελαν να οικειοποιηθούν και τα λάφυρα, που πήραν παραβιάζοντας όχι μόνο τη διαταγή του Οικονόμου, αλλά και τον παλαιότερο κανονισμό περί διανομής της λείας. Οι πρόκριτοι ζήτησαν από τον Οικονόμου να εφαρμόσει τον κανονισμό, αλλά όταν εκείνος ζήτησε να παραδοθεί η λεία για διανομή, οι ναύτες δεν υπάκουσαν, τον έβρισαν και τον απείλησαν. Έθιγε άγραφα δικαιώματα εκείνων που πριν από λίγο τον είχαν αποθεώσει. Οι πρόκριτοι πήραν το μέρος των ναυτών, για να τους αποσπάσουν από το κόμμα του Οικονόμου και έτσι έγιναν δημοφιλείς και απέκτησαν και πάλι δύναμη.

Ο Οικονόμου, λοιπόν, βρέθηκε απογυμνωμένος από το λαό. Δεν απέμειναν παρά ελάχιστοι πιστοί κοντά του. Η ώρα του τέλους έφτανε. Οι πρόκριτοι έφερναν εμπόδια σε κάθε πράξη του και εκείνος, όταν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ελπίδα συμβιβασμό μαζί τους, άρχισε να φέρεται προκλητικά και απότομα. Κρατούσε μάλιστα κοντά του και τον Καλοδήμα, που την ημέρα του γάμου του Λάζαρου Κουντουριώτη είχε φονεύσει τον πατέρα του μέσα στην εκκλησία [32]. Οι συνωμοτικές ενέργειες των προκρίτων προχωρούσαν και, όταν παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία, γκρέμισαν τον Οικονόμου από την εξουσία.

Στις 12 Μάη 1821, όταν έλειπε από το λιμάνι ο στόλος με τους πιο πολλούς από τους οπαδούς του Οικονόμου, οι πρόκριτοι οργάνωσαν επιχείρηση για τη θανάτωσή του. Την εκτέλεση ανέλαβαν οι πλοίαρχοι Λάζαρος Παναγιώτας και Θεόφιλος Δρένιας μαζί με τον Αντώνη Κριεζή και δέκα ένοπλους, που όρμησαν στο Διοικητήριο, όπου βρισκόταν ο Οικονόμου με το γιο του, τον Καλοδήμα και δώδεκα σωματοφύλακες. Ο Οικονόμου, που κατάλαβε το σκοπό τους, πυροβόλησε πρώτος το Δρένια, αλλά αστόχησε. Τον πέτυχε όμως ο γιος του Οικονόμου και τον έριξε νεκρό. Ο Παναγιώτας τραυμάτισε τον Καλοδήμα, αλλά τραυματίστηκε κι αυτός από τους σωματοφύλακες [33] του Οικονόμου. Στο μεταξύ έφτασαν και άλλοι άνθρωποι του Κριεζή και ο Οικονόμου απομονωμένος κλείστηκε στο Διοικητήριο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια από το παράθυρο. Έτρεξαν μερικοί να τον υπερασπίσουν και η συμπλοκή γενικεύτηκε.

Οι επιτιθέμενοι άρχισαν να πυροβολούν προς το διοικητήριο από τα διπλανά σπίτια του Βούλγαρη, του Μανώλη Τομπάζη, του Αναστάση Κριεζή και από τον ταρσανά, ενώ ο Γεώργιος Σαχτούρης και οι πλοίαρχοι άρχισαν να κανονιοβολούν το διοικητήριο από τα πλοία τους. Ο Οικονόμου βλέποντας τον κίνδυνο κατόρθωσε να διαφύγει από την πίσω πόρτα του διοικητηρίου και έτρεξε προς την ακτή καταδιωκόμενος από τον Κριεζή και τους ανθρώπους του. Έφτασε στη θέση Καμίνι, πήρε μια ψαρόβαρκα με λίγους δικούς του, ανέβηκε στη γολέττα του Τομπάζη, που βρισκόταν εκεί χωρίς ναύτες, και απέπλευσε για να διαφύγει. Τον καταδίωξαν όμως με άλλο πλοίο και κινδυνεύοντας αποβιβάστηκε στον Γιαλαμιδά, στα δυτικά του νησιού, και έτρεξε στα υψώματα, αλλά κυκλώθηκε από τους αντιπάλους του και αναγκάστηκε να παραδοθεί.

Τον επιβίβασαν αμέσως σε μια βάρκα με 10 ναύτες, για να τον μεταφέρουν στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου και να τον θανατώσουν. Μεταξύ όμως των 10 ναυτών έτυχαν μερικοί συγγενείς του Οικονόμου, που απαίτησαν από τους άλλους να τον αφήσουν ελεύθερο [34]. Έτσι ο Αντώνης Οικονόμου σώθηκε και κατέφυγε στο Κρανίδι μαινόμενος κατά των συμπατριωτών του και φοβερίζοντας ότι θα επιστρέψει στην Ύδρα για να εκδικηθεί. Οι Κρανιδιώτες τον φιλοξένησαν, γιατί τον σέβονταν και τον θαύμαζαν.

Τότε όμως έφτασε στην Ύδρα ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος από την Πάτρα και ο Ναθαναήλ, ηγούμενος στο Μοναστήρι του Φονιά, για να ζητήσουν ναυτική υποστήριξη από τους Υδραίους για τον αποκλεισμό της Πάτρας, γιατί ο άγγλος πρόξενος των Πατρών, Γκρην, εφοδίαζε από τη Ζάκυνθο τους αποκλεισμένους Τούρκους. Οι πρόκριτοι τότε δε δίστασαν να εκβιάσουν την κατάσταση. Απάντησαν ότι όσο ο Οικονόμου βρίσκεται στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου «οχλαγωγών και απειλών [35]» δεν εγκρίνουν να απομακρυνθούν τα πλοία τους από το νησί, γιατί κινδυνεύουν. Ζήτησαν μάλιστα από το Θεοχαρόπουλο να συλλάβει και να φυλακίσει τον Οικονόμου, για να ησυχάσει το νησί, και τότε θα βοηθήσουν την επανάσταση. Οι Κρανιδιώτες, που είχαν αρνηθεί να απομακρύνουν τον Οικονόμου ή να τον παραδώσουν στους Πρόκριτους, πείστηκαν να τον παραδώσουν στο Θεοχαρόπουλο, ο οποίος τον μετέφερε και τον φυλάκισε στον μοναστήρι της Άγιας Βαρβάρας, στις Κλουκίνες Καλαβρύτων [36], όπου έμεινε απομονωμένος με λίγους συντρόφους του, υπό την προσωπική ευθύνη του Θεοχαρόπουλου υπενάντιο στους Υδραίους πρόκριτους.

Οι παλιοί συνεργάτες του Οικονόμου Γκίκας Θ. Γκίκας και Πέτρος Μαρκέζης διέφυγαν από την Ύδρα και με 300 οπαδούς τους, πήγαν στο στρατόπεδο των Τρικόρφων, όπου έγιναν δεκτοί από τον Κολοκοτρώνη και πήραν μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Γεώργιος Αγαλλόπουλος πήγε στο Μυστρά και έφτιαξε δικό του σώμα. Άλλοι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ύδρα και διασκορπίστηκαν σε διάφορα σώματα, που δρούσαν στην Ανατολική Πελοπόννησο. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας μάλιστα έστελνε από τα Τρίκορφα γράμματα στους Πρόκριτους της Ύδρας, τους αποκαλούσε «ασπρολάτρας», δούλους του χρήματος δηλαδή, και «απόγονους του Ιούδα [37] και τους απειλούσε ότι θα εκστρατεύσει εναντίον τους με τον Κολοκοτρώνη και 10.000 άνδρες, αν δεν του στείλουν πολεμοφόδια που ζητούσε. Τη συνένωση και εκδίκηση όλων αυτών των ένοπλων Υδραίων υπό τον Οικονόμου φοβούνταν πάντα οι Πρόκριτοι του νησιού.

Στο μεταξύ ο Οικονόμου δεν άντεξε την απομόνωση στην Αγία Βαρβάρα. Έφυγε με τους κρατούμενους εκεί συντρόφους του και πήγε στο μοναστήρι του Φονιά, στο Φενεό, όπου ήταν ηγούμενος ο Ναθαναήλ, προς τον οποίο είχε κάποια εμπιστοσύνη. Όταν έμαθε τη δραπέτευσή του ο Θεοχαρόπουλος, που είχε δώσει το λόγο του στους Υδραίους πρόκριτους για την ασφαλή κράτησή του, έσπευσε με σώμα ενόπλων αποφασισμένος να τον επαναφέρει στην Αγία Βαρβάρα ή να τον σκοτώσει. Αλλά ο Οικονόμου έκλεισε την πύλη του μοναστηριού, τοποθέτησε τους άνδρες του στα τείχη της μονής και απείλησε ότι θα πυρπολήσει το μοναστήρι. Επενέβησαν τότε οι μοναχοί και έπεισαν το Θεοχαρόπουλο να αποχωρήσει με την υπόσχεση ότι αναλαμβάνουν αυτοί την προσωπική ευθύνη για την κράτηση του Οικονόμου, ο οποίος τους έδωσε το λόγο της τιμής του, ότι δε θα φύγει από το μοναστήρι μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς.

Έτσι ο Οικονόμου παρέμεινε στο μοναστήρι του Φονιά, από όπου επικοινωνούσε και αλληλογραφούσε με τους φίλους του. Ο μεγαλύτερος γιος του, που έμενε μαζί του τον περισσότερο καιρό και συχνά πήγαινε στην Τριπολιτσά, και οι συγγενείς του, που πηγαινοέρχονταν και τον έβλεπαν, τον πληροφορούσαν για τα διαδραματιζόμενα στην Ύδρα και τις επιτυχίες της επανάστασης. Όλες αυτές οι πληροφορίες ηλέκτριζαν τον ατίθασο Υδραίο, που δεν ήταν δυνατόν να ησυχάσει.

Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς κινήθηκαν από όλες τις πλευρές οι διαδικασίες για τη συγκρότηση της Α’ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι όλων των επαρχιών συγκεντρώθηκαν στο Άργος, όπου μάλιστα στις 14 Δεκεμβρίου 1821 έγινε η έναρξη των εργασιών της Συνέλευσης με ένα είδος τελετής στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Ο Ν. Βάμβας εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο και οι πληρεξούσιοι ορκίστηκαν κατόπιν πίστη στην πατρίδα. Ο Οικονόμου αποφάσισε τότε να πάει στο Άργος με σκοπό να καταγγείλει τους Κουντουριωταίους και τους άλλους πρόκριτους της Ύδρας ότι καταλάβανε πραξικοπηματικά την εξουσία και ότι αυτός ήταν ο πραγματικός ηγέτης της πλειοψηφίας του λαού της Ύδρας [39]. Κατόρθωσε να εξοπλίσει Υδραίους συντρόφους του που ήταν μαζί του, έστειλε με το γιο του γράμμα στον Κολοκοτρώνη, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι έρχεται στο Άργος, έφυγε έφιππος με τους άνδρες του φέροντας και σημαία, που είχε φτιάξει στο μοναστήρι, και έφτασε στον Άγιο Γεώργιο Κορινθίας, μετόχι της μονής του Φονιά, όπου στάθμευσε.

Τη φυγή του Οικονόμου, όμως, πληροφορήθηκαν και οι πληρεξούσιοι των προκρίτων που βρίσκονταν στο Άργος. Ο εκτελών χρέη ηγουμένου στο μοναστήρι του Φονιά, Σαμουήλ, έστειλε αμέσως με έφιππο επιστολή στον ηγούμενο Ναθαναήλ, που βρισκόταν στο Άργος για τη συνέλευση, και του ανάγγειλε ότι ο κρατούμενος Υδραίος αρχηγός έφυγε με ένοπλο σώμα χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μοναχοί. Ο Ναθαναήλ, που είχε εγγυηθεί προσωπικά για την κράτηση του Οικονόμου στο μοναστήρι του Φονιά, έδειξε έντρομος την επιστολή στο Σωτήρη Χαραλάμπη και εκείνος στους πληρεξούσιους των προκρίτων της Πελοποννήσου και της Ύδρας, που καταταράχτηκαν. Δεν ήξεραν με πόση δύναμη ερχόταν ο Οικονόμου και οι ημέρες ήταν πονηρές, λόγω των αντιθέσεων των προκρίτων με τους στρατιωτικούς και της συμπάθειας των στρατιωτικών προς τον Οικονόμου.

Οι πρόκριτοι μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να στείλουν το Ναθαναήλ να συναντήσει τον Οικονόμου και να τον πείσει να επιστρέψει στο μοναστήρι του Φονιά ή τουλάχιστον να παραμείνει στον Άγιο Γεώργιο. Πράγματι ο Ναθαναήλ πήγε και συνάντησε τον Οικονόμου, αλλά μάταια προσπάθησε με παρακλήσεις, υποσχέσεις και υποδείξεις να τον μεταπείσει. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν πια. «Καλόγερε», είπε στο τέλος στο Ναθαναήλ, «δεν σε ακούω πια. Ως πότε θα με έχεις δεμένον;» Ο Ναθαναήλ ειδοποίησε αμέσως το Χαραλάμπη και τους άλλους πρόκριτους ότι δεν κατόρθωσε τίποτα και ότι ο Οικονόμου εντός ολίγου φεύγει κατευθυνόμενος προς το Άργος.

Οι Πελοποννήσιοι και Υδραίοι πρόκριτοι θορυβημένοι έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να εξοντώσουν τον Οικονόμου πριν φθάσει στο Άργος. Αλλά, για να δοθεί επίσημος χαρακτήρας στην αποστολή εναντίον του Οικονόμου, χρειαζόταν και η υπογραφή του Δημήτρη Υψηλάντη, που έφερε ακόμα τον τίτλο του αρχιστράτηγου και μαζί με τη Γερουσία της Πελοποννήσου αποτελούσε την υπέρτατη αρχή [40]. Για να πείσουν τον Υψηλάντη να υπογράψει τη διαταγή χρησιμοποίησαν το Νεόφυτο Βάμβα. Ο Βάμβας ήταν στην Ύδρα, όταν ο Οικονόμου έκανε το κίνημα και έλαβε την εξουσία, και γνώριζε τον ορμητικό χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα του Οικονόμου. Έτσι οι πληρεξούσιοι της Ύδρας εύκολα τον έπεισαν ότι οι πρόκριτοι του νησιού διέτρεχαν κίνδυνο και δημιουργούνταν περιπέτειες σε βάρος του αγώνα, αν άρχιζαν νέες ταραχές και εσωτερικές ανωμαλίες στην Ύδρα.

Τους φόβους του αυτούς ο Βάμβας μετάδωσέ στον Υψηλάντη και τον έπεισε να υπογράψει έγγραφο σύμφωνα με το οποίο στρατιωτικό σώμα θα πήγαινε να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον φυλακίσει στο Μεγάλο Σπήλαιο. Δινόταν μάλιστα η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν όπλα εναντίον του Οικονόμου, αν δεν υπάκουε και αντιστεκόταν [41]. Ο Υψηλάντης υπέγραψε το έγγραφο, που δε διέφερε από θανατική καταδίκη, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο υπηρετεί τα συμφέροντα της πατρίδας. Σχηματίστηκε αμέσως σώμα από ένοπλους άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση της Βοστίτσας (Αιγίου) Ανδρέα Λόντου με επικεφαλής τον Ευθύμιο Ξύδη, το Σπύρο Ξύδη από τα Κράβαρα, το Γεώργιο Κοντοβαζενίτη και από μισθοφόρους το Σωτήρη Χαραλάμπη με τον υπασπιστή του Ιωάννη Φεϊζόπουλο και τον Ανδρέα Νικολόπουλο. Η δύναμη του σώματος ήταν 70 άνδρες και κινήθηκαν προς ανεύρεση του Οικονόμου.

Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης, που πολιορκούσε τότε το φρούριο του Ναυπλίου, πήρε την επιστολή του Οικονόμου, πρόβλεψε τα δυσάρεστα και θέλησε να τα αποτρέψει. Παρήγγειλε λοιπόν στον Δημήτρη Τσώκρη, το στρατιωτικό διοικητή του Άργους, να σπεύσει να προφθάσει τον Οικονόμου, πριν μπει στο ‘Αργος και να τον πείσει να περιμένει μέχρι που να μπορέσει να πάει ο ίδιος να τον συναντήσει. Ο Κολοκοτρώνης σκόπευε, αφού κρατούσε ο Τσώκρης τον Οικονόμου έξω από την πόλη, να επέμβει και να τον συμφιλιώσει με τους Υδραίους πρόκριτους. Ο Τσώκρης αναχώρησε αμέσως έφιππος, για να εκτελέσει τη διαταγή του Κολοκοτρώνη.

Πρόλαβαν όμως οι δολοφόνοι των προκρίτων. Οι ένοπλοι του Λόντου και του Χαραλάμπη συνάντησαν τη μικρή ομάδα του Οικονόμοι μεταξύ Άργους και Κουτσοποδίου, στην περιοχή Κατσικάνι, «παρά τον Ξεριάν, εις μίαν θέσιν, όπου υπήρχε παλαιός τοίχος» [42]. Ο Οικονόμου είδε τους ένοπλους, αλλά δεν φαντάστηκε ότι έρχονταν εναντίον του, αλλιώς θα έσπευδε να φθάσει στον τοίχο και να οχυρωθεί. Ο Νικολόπουλος και οι Ξυδαίοι μόλις έφθασαν κοντά στον Οικονόμου του φώναξαν να διπλώσει τη σημαία του και να ρίξει κάτω τα όπλα του. Εκείνος δεν υπάκουσε και έτρεξε προς τον τοίχο, για να οχυρωθεί και να αμυνθεί. Ήταν αργά όμως. Τον πυροβόλησαν αμέσως άνανδρα και τον έριξαν νεκρό από το άλογό του. Οι σύντροφοί του διασκορπίστηκαν αμέσως και ταυτόχρονα έσπευσαν να φύγουν και εκείνοι που τον κτύπησαν εγκαταλείποντας τον Οικονόμου νεκρό [43].

«Ολίγην ώραν μόλις μετά τον φόνο του», σημειώνει ο Δ. Κόκκινος [44], «έφθασεν εκεί ο Δημήτρης Τσώκρης και ευρέθη προ του πτώματός του. Φρόντισε τότε δια την ταφήν του παρά τον τοίχο και επέστρεψε στο Άργος οργισμένος κατά των Υδραίων, τους οποίους συνάντησε στο σπίτι του Αναγνώστη Ιατρού και τους εκάκισε δια την πράξιν τους».

Η σύζυγός του πέθανε μετά από μια βδομάδα και η υπόλοιπη οικογένειά του μετακόμισε στις Σπέτσες [45], και οι υπόλοιποι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ύδρα μετά την οριστική επικράτηση των Προκρίτων. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας πέθανε την ίδια εποχή από λοιμική νόσο, που αναπτύχθηκε κατά την άλωση της Τριπολιτσάς.

Με το αίμα του Οικονόμου οι Υδραίοι συμβιβάστηκαν με τους Μοραΐτες, το μέτωπο των ολιγαρχικών βγήκε σοβαρότατα ενισχυμένο και η ήττα των φιλικών ήταν οριστική [46]. Ο Υψηλάντης με τον Κολοκοτρώνη απογοητευμένοι φεύγουν για την Ακροκόρινθο, ενώ οι αγωνιστές γογγύζουν για την εγκατάλειψή τους από τους ηγέτες του. Και ήταν η στιγμή , που το λαϊκό κίνημα προδομένο βρισκόταν στη βράοη του. Ζητούσε τους ηγέτες του [47]. Οι ακατάπαυστες εξεγέρσεις έδειξαν τη ζωντάνια του, όταν οι Κωλέττηδες και οι Μαυροκορδάτοι ξεπουλούσαν τη χώρα. Αν ζούσε και αναπτυσσόταν πολιτικά ο Ανδρούτσος και ο Οικονόμου, το λαϊκό στρατιωτικό επαναστατικό μέτωπο θα δημιουργούσε την πολιτική βάση του. Ο Υψηλάντης θα εξελισσόταν δυναμικά σε πρώτης γραμμής ηγέτη. Ο Παπαφλέσσας θα ‘βρισκε το αγωνιστικό κλίμα του, οι πολιτικές του ικανότητες θα διοχετεύονταν στο κανάλι της λαϊκής αντίστασης ενάντια σε ξένους και ντόπιους. Μα είχαν όλοι τους άσχημο τέλος. Και ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους παράγοντες του αγώνα ο Αντώνης Οικονόμου, ο άνθρωπος που κινητοποίησε την Ύδρα. Ένας πραγματικός ήρωας, πατριώτης και αγνός άνθρωπος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του 21.

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο πόθος, λοιπόν, των Ελλήνων, που συσπειρώνονταν στους Κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, για ανεξαρτησία και θεμελίωση ενός κράτους, που θα στηριζόταν στις εθνικές παραδόσεις και στις αρχές της ισοπολιτείας και της ελευθερίας, που είχε διαδώσει στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση, κατέληξε μετά από βαρύτατες θυσίες στη δημιουργία ενός κράτους μικρού σε έκταση, που δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες των αγωνιστών του 1821. Τα πάθη και η εξόντωση του Αντώνη Οικονόμου και άλλων λαϊκών αγωνιστών οδήγησαν το νεοσύστατο κράτος στην «προστασία» των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Η αντίπαλη προς τον Οικονόμου παράταξη δεν επικράτησε μόνο στη διάρκεια της επανάστασης του 21, αλλά καθόρισε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις τύχες του Ελληνικού κράτους για 150 χρόνια. Και επιφύλαξε σκληρή τύχη στους αδικοχαμένους αντίπαλους αγωνιστές. Τους καταδίκασε στην αφάνεια. Η επίσημη ιστοριογραφία όλα αυτά τα χρόνια αγνόησε τον Αντώνη Οικονόμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φύλλα του Κώδικα, όπου καταχωρούνταν τα πρακτικά τον καιρό που είχε την εξουσία στην Ύδρα ο Αντώνης Οικονόμου είναι κομμένα με ψαλίδι!

Μόλις τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία απλών ανθρώπων της Ύδρας αναζητήθηκαν στοιχεία, αποκαταστάθηκε η μνήμη και η τιμή του Αντώνη Οικονόμου στη γενέτειρά του, την Ύδρα, και στήθηκε η προτομή του δίπλα στους άλλους ήρωες του Αγώνα του 21. Και τον Απρίλη του 1988 στήθηκε ένα σημάδι θύμησης του Αντώνη Οικονόμου στην περιοχή που δολοφονήθηκε, στο Άργος. Με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας Εκδρομικών σωματείων Ελλάδας και τη συνεργασία του Δήμου Άργους τοποθετήθηκε στην είσοδο της πόλης του Άργους, αμέσως μετά τη γέφυρα του Ξεριά, μια μεγάλη πέτρα με την προσωπογραφία του Αντώνη Οικονόμου. Ένα σημάδι που κάνει τους περαστικούς να αναρωτιούνται για την ταυτότητα αυτού του «άγνωστου ήρωα». Μια απάντηση σ’ αυτά τα εύλογα ερωτήματα και παράλληλα μια προσπάθεια αποκατάστασης της μνήμης του Αντώνη Οικονόμου και της ιστορικής αλήθειας αποτελεί και το κείμενο αυτό.

Ο Αντώνης Οικονόμου, πρωτεργάτης της εξέγερσης της Ύδρας το 1821, αφού για δεκάδες χρόνια έμεινε ξεχασμένος, επιστρέφει την επικαιρότητα και καταλαμβάνει δικαιωματικά τη θέση που του αξίζει στις σελίδες της Ιστορίας. Οι άνθρωποι στάθηκαν διστακτικοί και άργησαν να τον αναγνωρίσουν. Σήμερα όμως, που η πάροδος του χρόνου επιτρέπει την ήρεμη και δίκαιη κρίση, αποκαθίσταται η ιστορική δικαίωση του φλογερού πατριώτη και η φυσιογνωμία του θα κοσμεί το πάνθεον των εκλεκτών ανδρών της πατρίδας.

 

Υποσημειώσεις


  1. Όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στο Μοριά, το Φλεβάρη του 1821, και προσπαθούσε να ξεσηκώσει του Έλληνες, οι Κοτζαμπάσηδες συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Λόντου στο Αίγιο, για να σκεφτούν με ποια μέτρα θα ματαιώσουν την εξέγερση (Συνέλευση της Βοστίτσας). Εκέι ο Π. Π. Γερμανός αποκάλεσε τον Παπαφλέσσα «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον» (Π. Π. Γ. Απομν. Σελ. 9). Ο Παπαφλέσσας όμως έμεινε ανένδοτος. (Η Επαν. Του 21, σελ 87).
  2. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού έθνους» (τόμος 7ος σελ. 493-494) αφιερώνει 15 ακριβώς σειρές για τον Αντώνη Οικονόμου και το κίνημά του και τον χαρακτηρίζει απερίφραστα «Εφήμερον δικτάτορα».
  3. Κρεμμυδά Β: Νεότ. Ιστορ. Σελ. 97-99.
  4. Κρεμμυδά Β: Εισαγωγή σε Ιστ. Νεοελ. Κοινωνίας σελ. 118-120.
  5. Δ. Κόκκινου: Ιστ. Ελλην, Επαν. σελ. 318. τομ. 1.
  6. Finley (τομ. 1 σελ 49). Ιστ. Ελλην, Επαν/σης.
  7. Μέχρι το 1770 την Ύδρα την κυβερνούσαν οι ιερείς. Με τα Ορλωφικά τοποθετήθηκε ως διοικητής Ρώσος αξιωματούχος και μετά την αποχώρησή του η εξουσία έμεινε αποκλειστικά στα χέρια των προκρίτων.
  8. Μαυροκεφάλου Αναστ. : «Διάλογοι αττικοί Δύο», Διάλογος Α’, σελ.4, Αθήνα 1863.
  9. Η κρίση αυτή ήταν μέρος μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης στον Ελλαδικό χώρο, η οποία δεν αποκλείεται να επιτάχυνε την έκρηξη της Επανάστασης του 1821.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π., σελ. 322.
  11. Ο σημερινός πληθυσμός της Ύδρας είναι 2.538 κάτοικοι (απογραφή 1971).
  12. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 321.
  13. Φιλήμονος : Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελλην. Επαναστάσεως, τ. Α’, σελ. 318-320.
  14. Κορδάτου Γ. Μ. Ιστ. Ελλάδας, τομ. 10ος, σελ 229.
  15. Finley ο.π. σελ 235.
  16. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ, Επίτομη Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως σελ. 79.
  17. Την ναυτική δύναμη της Ελλάδας στα 1821 δίνει ο παρακάτω πίνακας:

Ύδρα 115 μεγάλα πλοία

Σπέτσες 60 μεγάλα πλοία

Ψαρά 40 μεγάλα πλοία

Κάσος 15 μεγάλα πλοία

Τρίκερι 30 πλοία διάφορων μεγεθών

Γαλαξίδι 60 πλοία διάφορων μεγεθών

Τα σκάφη με εκτόπισμα από 60 έως 100 τόνους υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 200 σ’ όλη την Ελλάδα. Σ’ όλους αυτούς τους αριθμούς δεν υπολογίζονται καΐκια που υπήρχαν σε κάθε νησί ή λιμάνι. (, ο.π. τομ. Α’. Σημείωση στη σελ. 232).

  1. Η Ύδρα έπρεπε να δίνει κάθε χρόνο 300 ναύτες, αλλά τα τελευταία χρόνια, επειδή οι Σπέτσες και τα Ψαρά δεν μπορούσαν να καλύψουν τις δικές τους υποχρεώσεις προς την Πύλη, ο αριθμός των 800 Ελλήνων που απαιτούσε ο Σουλτάνος συμπληρωνόταν από τους Υδραίους.
  2. Κατά το Σπ. Τρικούπη (Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως Τομ. Α’, σελ 121) τους ναύτες αυτούς τους πρόλαβαν άνθρωποι του Οικονόμου στην Μήλο, τους εμπόδισαν και του γύρισαν πίσω και έτσι γλίτωσαν τη σφαγή (βλ. Και Μ. Οικονόμου Ι.Ε.Επ. σελ 165).
  3. Δημογέροντες εκείνη την τετραμηνία ήταν ο λάζαρος Κουντουριώτης, ο Θ. Γκίκας-Γκιώνης, ο Δημήτρης Τσαμαδός, και ο Βασίλης Μπουντούρης. Κυβερνήτης διορισμένος από τον Καπουδάν πασά, ο Νικόλαος Κοκοβίλας.
  4. Κορδάτου Γ: Μ.Ι.Ε. τομ. 10 σελ. 230.
  5. Δ. Κοκκίνου, ο.π. τ. 1, σελ.326.
  6. Υπογράφουν οι παρακάτω:

Λάζαρος Κουντουριώτης (Τ.Σ.) – Δημήτρης Τσαμαδός – Θοδωρής Γκίκας – Γεώργιος Γκιώνης – Νικόλαος Οικονόμου -Σταμάτης Ν. Μπουντούρης – Αναγνώστης Παπαμανόλης – Φρατζέσκος Βούλγαης – Γεώργιος Κηβοτός – Αναστάσιος Θεοδωράκης – Δημήτρης Κριεζής – Αντώνιος Βόκου – Αναγνώστης Γιουρδής – Γεώργιος Κουντουριώτης – Γιακουμάκης Τουμπάζης – Καπετάν Λάζαρος Λαλεχού – Αλέξανδρος Δημητρίου – Γιάννης Δημητρίου Ζάκα – Λάζαρος Παπαμανόλης – Κωνσταντής Μεθενίτης – Λάζαρος Νικολάου Κριεζή – Καπετάν Δημήτρης Βόκου – Νικόλας Παντελή – Γιάννης Γκέλης – Αναγνώστης Κριεμάδης – Καπετάν Θεοφάνης Βόκου – Λευτέρης Χατζή Γκιόνη – Σάβας Ανδρέα Σάβα – Γιάννης Φραντζέσκος Δοντάς – Αντώνιος Γεωργίου Κριεζή – Ηλίας – Γιάννης Μπητζηλής – Γιάννης Δοκός – Πολυχρόνιος Ιωάννου – Γεώργιος Δημητρίου Νέγκα – Αντρέας Γιάννη Θεοδόση – Αναστάσης Σερφιότης – Παντελής Γιάννη Γκίκα – Βασίλειος Ν. Μπουντούρη – Γιώργος Χατζή Γκιόνη – Ιωάννης Ορλάνδος (Τ.Σ.) – Μανόλης Τουμπάζης – Ανδρέας Δ. Βόκου-Μιαούλης – Γιάννης Βούλγαρης -Λάζαρος Πηνότσης – Γεώργιος Σαχτούρης – Βαγγέλης Δημητρίου – Ιωάννης Αναγνώστου – Γεώργιος Ιωάννου Κριεζή – Αντώνιος Δημητρίου – Νικολός Βόκου -Καπετάν Νικόλας Ούνγκρας – Καπετάν Παντελής Πέτρου – Αναγνώστης Ραφελιάς – Αναγνώστης Αντωνίου Ρηνότζη – Δημήτριος Ανδρέα Βόκου.

 

  1. Ι.Ε.Ε. τομ. ΙΒ σελ 102.
  2. Δ. Κόκκινου, τ. 1, σελ 327
  3. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 328-329.
  4. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 331
  5. Ι.Ε.Ε. ο.π. σελ. 124.
  6. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 332.
  7. Κορδάτου Γ. ο.π. σελ. 326.
  8. Finley ο.π. σελ. 239-240.
  9. Finley ο.π. σελ. 49.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 333.
  11. Ο Γ. Κορδάτος αναφέρει ότι δεν ήταν συγγενείς του, αλλά μπράβοι που είχαν σκοπό να τον πνίξουν. Όταν όμως τον άκουσαν να μιλά και να τους καλεί στο καθήκον, ντράπηκαν, και δεν εκτέλεσαν την εντολή που είχαν. (ο.π. σελ. 236).
  12. Σπ. Τρικούπη ο.π. σελ. 186.
  13. Φωτάκου: Απομν. Ελλην. Επαν/σης τομ. Α’, σελ. 115.
  14. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 55.
  15. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ ο.π. σελ. 99.
  16. Γ. Κορδάτου ο.π. σελ. 372.
  17. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 57.
  18. Σ. Τρικούπη ο.π. σελ. 99.
  19. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ 4, σελ 58. ο μοναδικός παλαιός τοίχος, που υπήρχε στην περιοχή αυτή μέχρι πρόσφατα, ήταν ένα τμήμα Ρωμαϊκού υδραγωγείου (;) που ξεκινούσε από την περιοχή Καρανταναίικα, ανατολικά του Αγίου-Προκόπη στο Αεροδρόμιο Άργους, διέσχιζε ένα τμήμα του Ξεριά και κατέληγε απέναντι από το παλαιό λατομείο του Ξηνταρόπουλου στα 800 μέτρα του δρόμου Άργους-Καρυάς. Σε κάποιο σημείο αυτού του τοίχου, πιθανότατα στα Καρανταναίικα, σκοτώθηκε ο Οικονόμου. Το τμήμα του τοίχου, που περνούσε μέσα από τον Ξεριά, σώζεται και σήμερα στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Καρυάς.
  20. κατά τον Μ. Οικονόμου (ιστορικά της Ελλη. Παλιγγενεσίας σελ. 167) ο Αντώνης Οικονόμου «εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθει εκεί. Οι δε συνοδοιπόροι του απήχθησαν».
  21. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 58.
  22. Μ. Οικονόμου Ι.Ελ.Παλιγ. σελ. 167.
  23. Τ. Βουρνά, Ιστορ. Ν. Ελλ. Τόμος 1, σελ 107.
  24. Γ. Βαλέτα, Το Προδωμένο Εικοσιένα, σελ 72.

Αλέξης Τότσικας

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 96-117, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

 

Read Full Post »

Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή Πασά. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Ο Ερανιστής», τόμος 19, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1993. 


 

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Προσωπογραφία του Αλή Πασά. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, 1826.

Η εξωτερική πολιτική του Αλή Πασά έχει γίνει επανειλημμένα αντικείμενο έρευνας και αρκετά βιβλία αφιερώνουν μεγάλο μέρος τους στο θέμα αυτό. Συχνά επίσης έχουν εξεταστεί και οι επαφές του Αλή με τους σύγχρονούς του ξένους περιηγητές. Εντούτοις η ιδιαίτερη αύτη σχέση που ανέπτυσσε, ο Αλή Πασάς, και σε μικρότερο βαθμό ο γιος του Βελή Πασάς, με τους ξένους που τους επισκέπτονταν, σε αντίθεση με τους άλλους υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, δεν τονίζεται πάντοτε επαρκώς, ούτε άλλωστε διερευνάται βα­θύτερα.

Στην πραγματικότητα η στάση του αυτή αποτελούσε μια μορφή άσκη­σης της εξωτερικής πολιτικής του. Και τούτο είτε γιατί οι ξένοι αυτοί πε­ριηγητές είχαν τη διπλή ιδιότητα του ταξιδιώτη και του επίσημου αντι­προσώπου ενός κράτους, κατά κύριο λόγο της Γαλλίας ή τής Βρετανίας, με συγκεκριμένη αποστολή στην επικράτειά του, είτε διότι οι περιηγητές αυ­τοί ήταν, ή ο Αλής πίστευε ότι ήταν, πρόσωπα σημαντικά στην πατρίδα τους, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξυπηρετήσουν τα σχέδιά του και να διαδώσουν τη φήμη του. Σε κάθε περίπτωση ο Αλής προσπαθούσε, συχνά με μεγάλη επιτυχία, να δημιουργήσει ευνοϊκή εικόνα για το άτομό του δίνοντας την εντύπωση του άξεστου ίσως, άλλά ικανού, φιλοπρόοδου και φωτισμένου ηγέτη που με επιτυχία κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης την επικράτειά του και εισήγαγε νέο πνεύμα και μεθόδους άγνωστες στην υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η εντυπωσιακή προσωπικότητα του Αλή, οι έξυπνοι χειρισμοί του και η πονηριά με την οποία κολάκευε τη ματαιοδοξία των ξένων είχαν τις περισσότερες φορές το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι οι περισσότεροι επι­σκέπτες έφευγαν από τα Γιάννινα γοητευμένοι και επαινώντας το έργο του, έχοντας δώσει μικρή ή καθόλου σημασία στην τυραννική του διακυ­βέρνηση, στον συμφεροντολογικό χαρακτήρα των ενεργειών του και στις αρνητικές συνέπειες που είχε η επέκταση της εξουσίας του στον ελλαδικό χώρο. Δεν ήταν πολλοί εκείνοι που πρόσεξαν μεν τα νεωτεριστικά στοιχεία που είχε εισαγάγει, αντιλήφθηκαν όμως παράλληλα και τα μελανά σημεία της διακυβέρνησής του και τις οδυνηρές επιπτώσεις που είχε για τους Έλληνες, χωρίς να παρασυρθούν από το προσωπείο που παρουσίαζε για να εντυπωσιάσει τους περιηγητές.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Πιο κάτω θα εξετάσουμε ορισμένες επιστολές του Αλή Πασά προς τρία πρόσωπα – τα δύο απ’ αυτά, ο Γεώργιος Φορέστης και ο William Martin Leake, είχαν άμεση σχέση με τη διαμόρφωση της εξωτερικής πο­λιτικής του. Ο γνωστός περιηγητής William Martin Leake, που βρισκό­ταν σε ειδική αποστολή στην Ελλάδα από το 1804 σταλμένος από το Foreign Office, εκπροσωπούσε επισήμως τη Βρετανία στην αυλή του Αλή Πασά από το 1809. Μετά την αναχώρησή του στη θέση αυτή τον διαδέ­χτηκε ο Γεώργιος Φορέστης το 1810. Το τρίτο πρόσωπο με το οποίο επίσης αλληλογραφούσε ο Αλή Πασάς ήταν ο φιλέλληνας Frederick North, ο μετέπειτα λόρδος Guilford, τον οποίο ο Βεζύρης είχε γνωρίσει ως απλό περιηγητή. Από τα γράμματα αυτά μπορούμε να δούμε διάφο­ρες πτυχές και πρακτικές της πολιτικής του Αλή σε σχέση με τη Μεγάλη Βρετανία, καθώς οι άντρες στους οποίους απευθύνονταν ήταν οι μεν δύο Βρετανοί και ο τρίτος Έλληνας αλλά και αυτός στην υπηρεσία της Βρε­τανίας. Ταυτόχρονα μπορούμε να παρακολουθήσουμε μέχρι κάποιο σημείο τη νοοτροπία του Αλή, διάφορα θέματα που σχετίζονται με γεγονότα στο εσωτερικό της επικράτειάς του αλλά και τον αντίχτυπο των διεθνών πολι­τικών εξελίξεων στις πράξεις και τη διαμόρφωση της πολιτικής του.

Η πρώτη, και χρονικά παλαιότερη, επιστολή του Αλή, γραμμένη από τα Γιάννινα στις 2/14 Δεκεμβρίου 1808, απευθύνεται στον Γεώργιο Φορέστη. Ο Γ. Φορέστης ήταν γιος του Σπυρίδωνα Φορέστη από τη Ζά­κυνθο∙ ο πατέρας του ήταν αρχικά γενικός πρόξενος της Βρετανίας στην Κέρκυρα, και με την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας διορίστηκε, στις 29 Ιουνίου 1803, από τον Γεώργιο Γ’ της Μ. Βρετανίας «επιτετραμμένος λειτουργός» (Resident Minister) στο ίδιο νησί. Οι Βρετανοί του προσέφεραν για τις υπηρεσίες του τίτλο ευγενείας. Ο Γεώργιος Φορέστης είχε σταλεί να σπουδάσει στην Αγγλία, αλλά η συμπεριφορά του νέου εκεί δεν προδίκαζε την καλή εξέλιξη που θά είχε αργότερα – το είχε ρίξει στη χαρ­τοπαιξία και αναγκάστηκε να γυρίσει μάλλον άδοξα στην πατρίδα του. Μετά την επιστροφή του άρχισε να εργάζεται κι αυτός για τους Άγγλους, δεν γνωρίζουμε όμως πότε και πώς άρχισε τη σταδιοδρομία του. Την εποχή που του γράφει ο Αλή Πασάς ο Γεώργιος Φορέστης δεν είχε, από όσο ξέρουμε, κάποιο επίσημο αξίωμα στην υπηρεσία της Βρετανίας, το γράμμα όμως κάνει φανερό ότι είχε δραστήρια ανάμειξη στην πολιτική της στην περιοχή. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Γ. Φορέστης ορίστηκε πρόξενος στα Γιάννινα τους πρώτους μήνες του 1810 και από τότε η δράση του κοντά στον Αλή και οι ενέργειές του αναφέρονται, συχνά τόσο στα επίσημα έγγραφα της εποχής όσο και από τους περιηγητές που επισκέπτονταν τα Γιάννινα. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εργασία για την προσωπικότητα και τη δράση ούτε του Σπυρίδωνα ούτε του Γεωργίου Φορέστη, μολονότι αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες για την εποχή τους και έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στα Επτάνησα κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας αλλά και πριν από αυτήν, και αναφέρονται πολύ συχνά από τους περιηγητές της εποχής.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Όψεις της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Αλή πασά

 

Σχετικά θέματα:

William Martin Leake (1777-1860)

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick North Guilford (1766-1827)

Ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής και η περιουσία του, Ahmet Uzun, Cumhuriyet Üniversitesi

 

Read Full Post »

Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας, Ευτυχία Λιάτα, «Ο Ερανιστής», τόμος 20, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1995. 


 

 «Ὁ ἔχων ἀπαίτησιν νά ἧναι ἀρχηγός, θυσιάζει αὐθορμήτως

ἀείποτε τά ἑαυτοῦ συμφέροντα χάριν τῶν οικογενειακῶν, καὶ

οὐδέποτε εκμεταλλεύεται τὰ τῆς οικογενείας, καὶ δή, τὰ

τιμαλφέστερα χάριν τῶν ἑαυτοῦ.»

 (Επιστολή Ανδρέα Α. Δεληγιάννη

προς Θεόδωρο Π. Δεληγιάννη, 22/9/1873.)

 

Είναι γνωστή η βαθιά αντιδικία μεταξύ στρατιωτικών και πρου­χόντων, των «πολιτικών», όπως νωρίς ονομάστηκαν, για τη σπου­δαιότητα του ρόλου που καθεμιά από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες δια­δραμάτισε στην ελληνική Επανάσταση. Αντιδικία που αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικό λόγο όταν οι πολεμικές συγκρούσεις έπαυσαν πλέον, και στην ουσία επαναλαμβάνει όσα στοιχεία πολιτικού λόγου ενείχαν ρήξεις που είχαν ήδη συμβεί κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Στο πεδίο της εξασφάλισης προνομίων και ανταμοιβών από την κυβέρνηση όσοι συνεισέφεραν, κυρίως σε υλικά μέσα, εμπλέκονται σε μια διελκυστίνδα διεκδικήσεων κάτω από το ένδυμα των οφειλόμενων αποζημιώσεων∙ ο λόγος λοιπόν για το μέγιστο μερίδιο και ο δρόμος προς το επιδιωκόμενο ο ίδιος για όλους: περνάει σε πρώτο επίπεδο από τη διογκωμένη προβολή – επιτυχέστερα μάλιστα δι’ αποδείξεων – του ρόλου που ο διεκδικητής διαδραμάτισε σ’ εκείνο τον κοινό αγώνα, και σε δεύτερο επίπεδο από την υποβάθμιση του ρόλου των άλλων. Με τη μέθοδο συνήθως των αποσιωπήσεων, της παραγνώρισης και όχι πάντα απαραίτητα της καταγγελίας διαμορφώνεται η εικόνα των ιστορικών γεγονότων και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά. Ο επίζηλος ρόλος του πρωταγωνιστή δεν επιφέρει μόνο δόξα αλλά και υλικά αγαθά: γι’ αυτό και πολλοί οι εκ των υστέρων διεκδικητές του σε ένα συντελεσμένο πολυπρόσωπο δράμα, όπου η σαφής διάκριση των ρόλων και δύσκολα κατορθωτή ήταν και όχι πάντα ξεκάθαρη.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Μόνοι αδιάψευστοι μάρτυρες τα γραπτά τεκμήρια∙ όμως κι αυτά δεν υπήρχαν πάντα, μολονότι κάποιοι φρόντιζαν ακόμα και μέσα στη δίνη του πολέμου να τα εξασφαλίσουν και να τα διαφυλάξουν, κάποτε δίχως την επιθυμητή ως το τέλος επιτυχία. Το μόνο που απέμενε πλέον ήταν η προ­σωπική μαρτυρία των αγωνιστών, όσων επέζησαν αυτοί βίωσαν τα γεγονότα, έστω κι αν τ’ αντιμετώπισαν από διαφορετική σκοπιά ο καθένας και έτσι, όταν υποχρεώθηκαν να τ’ ανακαλέσουν, τ’ αναπαράστησαν αναμφί­βολα με αρκετή υποκειμενικότητα, όμως κυρίως αυτοί υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων. Βέβαια, οι πράξεις, τα συμβάντα συντελέστηκαν μ’ ένα και μοναδικό τρόπο∙ η πρόσληψη και η εκ των υστέρων εκτίμηση υπήρξε δια­φορετική, συχνά συνειδητά παραμορφωμένη αποβλέποντας στο προσδο­κώμενο κέρδος (ηθικό και υλικό), κάποτε αθέλητα ως φυσική συνέπεια μιάς προδοτικής μνήμης, η οποία, όταν ύστερα από μακρό χρονικό διάστημα αναγκάζεται ν’ ανακαλέσει σκηνές από το παρελθόν – στην πλεινότητά τους δυσάρεστες – συγχέει το πλαστό, το επιθυμητό, με την αλήθεια του συντελεσμένου γεγονότος. Έτσι η ιστορική πραγματικότητα επιδέχεται την πρώτη της ιδεολογική χρήση ενώ ακόμα είναι νωπή, σχεδόν ζωντανή και μάλιστα από τους ίδιους τους δημιουργούς-της.

Οι αγωνιστές, οι άνθρωποι της Επανάστασης που βίωναν και διαμόρ­φωναν τα γεγονότα δίνοντας καθημερινά αγώνα ζωής και θανάτου, δεν σκέφτονταν το απώτερο μέλλον, μονάχα το εγγύς, το αύριο και με τους ίδιους από την πλευρά των ζωντανών έχοντας κερδίσει το παιχνίδι με το θάνατο. Πολύ περισσότερο οι άνθρωποι του Αγώνα δεν οραματίζονταν δάφνες και δόξες που άλλωστε ποιος ξέρει αν είχαν καν συνείδηση, έστω και αμυδρή εικόνα, από ποιόν να τις περιμένουν όλα για την πατρίδα, κα­θώς ώμνυαν. Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσαν για την κα­ταγραφή των πράξεών τους, δηλαδή του παρόντος: θέλουν να δουν τ’ όνομά τους, τα πολεμικά τους έργα στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογ­γίου λόγου χάρη και αντιδρούν στην αποσιώπηση. Όμως, τί άλλο ήταν στο μυαλό τους αυτή η πατρίδα πέρα από ένα ιδεολόγημα; Όχι ασφαλώς κυβέρνηση και υπουργοί κι αξιώματα και Σύνταγμα και γραφειοκρατία κι αλισβερίσι∙ αυτά προέκυψαν αργότερα. Στη διάρκεια του Αγώνα οι φιλοδοξίες ικανοποιούνταν από ιεραρχικά συστήματα, στρατιωτικά, πολιτι­κά, διοικητικά, που είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας

 

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης.


 

 

Στα πλαίσια ευρύτερης εργασίας μου, που περιέλαβε αποδελτίωση βι­βλιογραφίας και πολυετή έρευνα σε αρχειακές πηγές, στην Ελλάδα και στο Παρίσι, βρέθηκα να εξετάσω, παρεμπιπτόντως, τη σχέση του Κα­ποδίστρια με την πόλη του Άργους, σχέση που αποδεικνύεται άμεση και συνεχής. Σε άλλη μελέτη μου [1] έδειξα την προσωπική ανάμιξη του Κυ­βερνήτη στο σχεδιασμό και στην ανέγερση δημοσίων κτηρίων στην πόλη αυτή, σε επιμέρους μελέτες που ήδη προγραμμάτισα τη δημοσίευση τους, με αντικείμενο τα δημόσια κτήρια και του Άργους, η ανάμιξη αυ­τή θα φανεί σε όλες τις λεπτομέρειες της [2], ενώ σε χωριστό άρθρο που ετοιμάζω για προσεχές τεύχος του «Ελλέβορου» θα αναφερθώ στην ορ­γάνωση και διεξαγωγή της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 στο Άργος.

Στο παρόν άρθρο έχω συγκεντρώσει τις βεβαιωμένες και διασταυρω­μένες πληροφορίες για τις επισκέψεις και τη διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος, από το 1828 μέχρι τη δολοφονία του (27-9-1831). Λίγους μήνες, λοιπόν, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα (7-1-1828) και ενώ η έδρα της Κυβερνήσεως και, επομένως, η «κύρια κατοικία» του Κυβερνή­τη, μέχρι το φθινόπωρο του 1829 (οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στο Ναύ­πλιο), βρισκόταν στην Αίγινα, δεν είχε ακόμα οριστικά αποφασιστεί αν η μεταφορά της πρωτεύουσας θα γινόταν στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Τού­το φαίνεται από ενέργειες του πρώτου συμβουλευτικού σώματος που ιδρύθηκε επί Καποδίστρια, του «Πανελληνίου», αλλά και από έγγραφα του ίδιου. Έτσι, από απάντησή του στο τελευταίο, με ημερομηνία 21-8-1828 [3], πληροφορούμαστε ότι είχε λάβει έγγραφο του Πανελληνίου της προηγουμένης (με αρ. 35), στο οποίο εκφραζόταν η επιθυμία να γίνει μεταφορά της πρωτεύουσας σε μία από τις δυο πόλεις, πράγμα που εκ­φράστηκε και «δια ζώσης», από τον Α. Δεληγιάννη και τον Ζαΐμη, «Προβούλους» (μέλη) του Πανελληνίου, που και του εγχείρησαν το έγ­γραφο αυτό. Ο Κυβερνήτης απαντούσε ότι ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταφορά, αλλά ότι επρόκειτο για σημαντικό θέμα με το οποίο όφει­λε να ασχοληθεί η Κυβέρνηση, όπως επίσης και ότι «εις ολίγον διάστημα καιρού» θα έπρεπε να βρεθεί κατοικία για τον ίδιο στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Στην τοπική ιστορική μνήμη, όπως παρέμεινε ζωντανή μέσα από τα γραπτά σοβαρών λογίων, πέρασε το γεγονός ότι ο Καποδίστριας επι­σκεπτόταν κατά καιρούς και διέμενε στο Άργος. Έτσι, ο Βαρδουνιώτης, στο έργο του «Καταστροφή του Δράμαλη» [4], αναφέρει ότι «Ο Κυ­βερνήτης Καποδίστριας ετίμα εξόχως και υπερηγάπα τον Τσώκρην. Ως εκ τούτου, οσάκις ήρχετο εις Άργος, τούτο δε έπραττε συνεχώς, διέμενεν εις την οικίαν του Τσώκρη, εν η τω παρεχωρήθη αίθουσα, η νοτιοδυ­τική, και σώζεται εν μικρόν γραφείον του Κυβερνήτου, ως πολύτιμον κειμήλιον της οικογενείας». Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται, κατά λέξη, από τον Κ. Ολύμπιο, σε μεταγενέστερο άρθρο του [5].

Ας δούμε, όμως, κατά χρονολογική σειρά, τις βεβαιωμένες επισκέψεις του Καποδίστρια στο Άργος, οπότε και θα διευκρινισθεί το θέμα της παραμονής και φιλοξενίας του στο σπίτι του Τσώκρη. Με έδρα την Αίγι­να, η επαφή και παραμονή στην Αργολίδα γινόταν συνήθως με πλοίο, που έπιανε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου, στο οποίο επισκευές είχε φροντίσει να γίνουν ο Φρούραρχος της πόλης Χάιντεκ [6].

Η πρώτη επίσκεψή του στο Άργος μαρτυρείται από δημοσίευμα της τότε εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δη­λαδή της «Γενικής Εφημερίδος», τον Απρίλιο του 1828 [7]. Σε αυτό αναφέ­ρεται ότι:

 

«Ο Κυβερνήτης επέρασε την νύκτα εις το χωρίον Άγιον Γεώργιον, και την 6 (Απριλίου) έφθασεν εις το Άργος, όπου έμεινεν έως σήμερον πολλά πρωί. Ενησχολήθη επίσης εις το να επισκεφθή καθ’ όλα της τα μέρη ταύτην την πόλιν, ήτις εξέρχεται καθ’ ημέραν εκ των ερειπίων της, και ήτις παριστάνει δια της κινήσεως της φιλοτεχνίας και του εμπορίου πολλά παρηγορητικόν θέαμα. Ο Κυβερνήτης έδωκεν επίσης και εις το Άργος διαφόρους ακροάσεις, και εδέχθη πολλάς αναφοράς. Κατά δε την 8 ώραν το πρωί (Σημ. Σ. της 11 Απριλίου, δηλαδή μετά πέντε μέρες παραμονής στο Άργος) έφθασεν εις Ναύπλιον».

 

Σημειώνω ότι, τότε, το σπίτι του Δημ. Τσώκρη είχε οικοδομηθεί, τουλάχιστο κατά κύριο μέρος του, στην πόλη [8].

Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε [9] ότι από τις 7 Ιου­λίου είχε επιβιβαστεί ο Καποδίστριας στο ρωσικό πλοίο «Αζόφ», ότι στις 8 έφτασε στη Μεσσηνία κι ότι από κει, δια ξηράς, έφτασε στις 13 στους Μύλους. «Αποφασίσας να κάμη την οδοιπορίαν του δια ξηράς εις Ναύπλιον, δια να επισκεφθή τας κατειρηπωμένας πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου». Και ασφαλώς, τότε, θα πέρασε από το Άργος, δεδομέ­νου ότι η επαφή από Μύλους προς Ναύπλιο γινόταν οδικά μέσω Άρ­γους, αφού δεν υπήρχε παραλιακός δρόμος και, επιπλέον, από πολλές γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι τα έλη στην παραλία Μύλων – Ναυπλίου ανέδιδαν τόσην αποφορά, που πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί ομαλή πορεία από την παραλία. Στις 16 έφτασε στην Ελευσίνα.

Για το 1829, και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερί­δας [10], φαίνεται να είχε επισκεφθεί ο Καποδίστριας πρόσφατα το Άργος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, ενώ λίγες μέρες αργότερα (Απρίλιος) οι Αργείοι, πρώτοι από τους κατοίκους όλων των άλλων πόλεων και με την προοπτική της σύγκλισης της Δ’ Εθνοσυνέλευσης στην πόλη, τον εξέλεξαν ομόφωνα πληρεξούσιό τους, σε «εκλεκτικήν συνέλευσιν».

Κατά την προετοιμασία της Εθνοσυνέλευσης, ο Κυβερνήτης ασχολεί­ται προσωπικά με το θέμα του καταλύματος του στο Άργος, που είναι το σπίτι του Δ. Τσώκρη. Έτσι, σε έγγραφό του της 30 Μαΐου [11], γράφει: «Διατάττεται ο παρ’ ημίν κύριος Σκαρλάτος Παπαρρηγόπουλος να μέ­τρηση εις τον πολιτικόν αρχιτέκτονα κύριον Θ. Βαλλιάνον γρόσια χίλια, γρ. 1.000, δια να συμπληρωθώσιν αι αναγκαίαι επιδιορθώσεις της εν Άργει οικίας του Τζόκρη, ήτις είναι προσδιορισμένη εις χρήσιν μας». Συναφής προς αυτό είναι η αναγραφή, με αύξοντα αριθμό 213, σε ανα­λυτική κατάσταση εξόδων του Χάιντεκ, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1829 [12], δαπάνης 2280 πιάστρων, «για το σπίτι της Α.Ε. του Προέδρου στο Άργος» (η αναγραφή στα γαλλικά). Εξάλλου, με το με αρ. 4963 έγγρα­φο του, της 11 Ιουνίου [13], ο Γραμματέας της Επικρατείας (αντίστοιχος προς τον σημερινό πρωθυπουργό) Ν. Σπηλιάδης, πληροφορεί τους Εκτά­κτους Επιτρόπους και τους Προσωρινούς Διοικητές ότι «Κατ’ επιταγήν της Α.Ε. του Κυβερνήτου, υπ’ αριθ. 12883, η Γενική Γραμματεία μετα­βαίνει περί τας 25 του ήδη μεσούντος εις Άργος, και θα παραμείνη εκεί καθ’ όλην την διάρκειαν της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως», δηλαδή μεταφέ­ρεται στο Άργος και το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματα του [14], αναφέρει σχετικά ότι ο Κυβερνήτης «έστειλε και μένα και εκατέβηκα και εγώ εις το Άργος, και εβγήκε και ο Κυβερνήτης και κόνευσε εις του Τσώκρη το σπίτι». Το ότι ο Καποδίστριας, σε όλη τη διάρκεια της Δ’ Εθνοσυνέλευ­σης, διέμεινε στο Άργος επιβεβαιώνεται και από τα κείμενά του Bory de Saint Vincent.

Στο πρώτο [15], γράφει ότι «Ο Πρόεδρος διέμενε τότε στο Άργος (Σημ. Σ. τον Ιούλιο του 1829), όπου βιάστηκα να μπω στην ακολουθία που τον συνόδευε, όταν άνοιξε τις εργασίες του Πανελληνίου (sic, εννοεί της Εθνοσυνέλευσης), σ’ ένα από τα παλαιότερα αρχαία θέα­τρα». Στην λεπτομερέστερη «Αφήγησή» του για το ταξίδι της γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελλοπόννησο [16], βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τον Καποδίστρια και τη διαμονή του στο Άργος. Συ­γκεκριμένα αναφέρει ότι στις 13 Ιουλίου, μ’ ένα από τα καλύτερα άλογα του Χάιντεκ, πήγε στον αρχηγό του κράτους, «που τότε διέμενε στο Άργος (…). Ο κ. Καποδίστριας, αρχίζοντας κάθε πρωί να εργάζεται στις τέσσερεις η ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του όταν με ανήγγειλαν στις έξι». Και παρακάτω αναφέρει ότι «Το σπίτι που οικοδόμησαν για τον πρόεδρο (sic), μικρό αλλά βολικό, με ένα όροφο και άνετη διάταξη στο εσωτερικό του, ήταν το μόνο στο Άργος το οποίο θα δεχόταν, για εξοχική κατοικία, ο υποδεέστερος των επικεφαλής του γραφείου ενός των υπουργών μας. Με την ταπεινή αλλά κομψή μορφή του και με την καθα­ριότητά του μου θύμισε εκείνους τους πύργους τραπουλόχαρτων που κα­νονικοί αστοί θέλουν να κτίσουν στα κτήματά τους και αριθμός από τους οποίους αυξάνει γρήγορα στα προάστεια του Παρισιού, ιδιαίτερα γύρω στο δάσος της Βουλόνης» (οι αναγνώστες ας έχουν υπόψη τους το σύγ­χρονο χάλι του «Τσώκρειου»…). Και για την ίδια την πόλη του Άργους σημειώνει ότι, όταν την επισκέφθηκε, δεν ήταν κατά κυριολεξία πόλη, αλλά μεγάλη κωμόπολη, με πληθυσμό καθώς έλεγαν οκτώ χιλιάδων κα­τοίκων, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα, δίχως μόνιμη κατοικία, ζούσαν σε υπόστεγα.

Η «Γεν. Εφημερίς» της 13 Ιουλίου [17] αναφέρει ότι, στις 11 Ιουλίου, ο Κυβερνήτης, πεζός και δίχως φρουρά, πήγε με τους πληρεξουσίους, στις 5 το πρωί, στη λειτουργία (στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου) και μετά πέρασαν στο διαρρυθμισμένο για την Εθνοσυνέλευση χώρο του αρ­χαίου θεάτρου. Άνοιξε τις εργασίες της Συνέλευσης και, στις 7 το πρωί, «απήλθεν έφιππος εις την οικίαν του».

Μετά ένα, περίπου, μήνα έγινε το κλείσιμο των εργασιών της Συνέ­λευσης. Όπως αναφέρει η «Γεν. Εφημερίς» της 7 Αυγούστου [18], «Χθες έγινεν η απόλυσις της Εθνικής Συνελεύσεως. Από την 5 ώραν το πρωί οι πληρεξούσιοι ήσαν συνηγμένοι εις το συνέδριον. Πλήθος θεατών κατείχε το θέατρον και την παρακειμένην πεδιάδα. Εν ημίταγμα πεζικού, μία ίλη ιππικού και η εθνική φρουρά περιεστοίχουν τον δρόμον και τον υπέρ το θέατρον λόφον. Προαγορεύσαντος λοιπόν του Προέδρου της Συνελεύσεως ότι η πρώτη περίοδος των εργασιών αυτής ετελείωσεν, εστάλη εννεαμελής επιτροπή εις την οικίαν του Εξοχωτάτου Κυβερνήτου να τον προσκαλέση να υπάγη να απολύση την σύνοδον». Ο Καποδίστριας, συνο­δευόμενος από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου «και τινας άλλους των ευδοκίμων» (μεταξύ τους ο Μιαούλης και ο στρατηγός Τρεζέλ, αρ­χηγός του στρατού), έφτασε στο αρχαίο θέατρο, κάθησε στην προεδρική έδρα και μετά από λίγο εκφώνησε τον λόγο του, που η εφημερίδα δημο­σιεύει παρακάτω.

Με νέο έγγραφό του, προς τους ίδιους παραλήπτες, ο Σπηλιάδης τους κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου, ότι στις αρχές της προσεχούς εβδομά­δας, η κυβέρνηση θα ξαναγύριζε στην Αίγινα [19]. Στις 29 Αυγούστου, σε αναλυτικό λογαριασμό τους Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κ. Ράδου, για τα έξοδα που έγιναν, με διαταγή του Καποδίστρια, για την Εθνοσυ­νέλευση, σημειώνεται το ποσό των 17522 γροσιών και 23 παράδων για τα έργα που έκανε ο Βαλλιάνος στη διαμόρφωση του αρχαίου θεάτρου («δια την οικοδομήν του Συνεδρίου») και «δι’ επισκευήν της οικίας εν η εκατοίκησεν η Α. Εξοχ.», σύμφωνα με τον λογαριασμό του Βαλλιάνου.

Όπως αναφέραμε, από τον Οκτώβριο του 1829 η Διοίκηση αρχίζει να μετακομίζει στο Ναύπλιο. Νέες αναφορές, γραπτές εννοείται, για διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος έχουμε, πάλι, στη «Γεν. Εφημερί­δα». Έτσι αναφέρει [20] ότι, στο τέλος της περιοδείας του στην Πελοπόννη­σο, ο Κυβερνήτης φτάνει στο Άργος στις 31 Οκτωβρίου, όπου διανυκτε­ρεύει, και το μεσημέρι της 1 Νοεμβρίου μπαίνει στο Ναύπλιο. Προς το τέλος του μήνα ξαναγυρίζει στο Άργος και διαμένει εκεί. Στη στήλη «Εγχώριοι ειδήσεις» της ίδιας εφημερίδας, της 29 Νοεμβρίου [21], αναφέ­ρεται ότι «Από την Δευτέραν της παρούσης εβδομάδος ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης διατρίβει εις Άργος. Σήμερον ήλθε να περάση ώρας τινάς ενταύθα (ενν. στο Ναύπλιο) προς ενέργειαν των αξιόλογων υποθέσεων, περί τας οποίας ανενδότως καταγίνεται, και αυθημερόν επέστρεψεν εις την πόλιν εκείνην». Στο επόμενο φύλλο της[22], στην ίδια στήλη, πληροφο­ρεί ότι, την προηγουμένη, ο Καποδίστριας επέστρεψε στο Ναύπλιο.

Το 1830, ο Καποδίστριας συνεχίζει να μεταβαίνει και να διαμένει στο Άργος, όπου είχαν κτίσει σπίτια επιφανείς της αντιπολίτευσης, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο άγγλος στρατηγός Ρ. Τσερτς και ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκινς. Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε ότι, κατά το επόμενο έτος, το βράδυ της 10 Ιουνίου 1831, ο Καποδίστριας πάει στο Άργος [23], για τα εγκαίνια του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, που γίνο­νται το πρωί της 11 Ιουνίου. Στα εγκαίνια αυτά δόθηκε μεγάλη επιση­μότητα [24]. Μαρτυρία της ίδιας εφημερίδας [25] αναφέρει νέα επίσκεψη του στις 13 Ιουλίου, και ότι επιστρέφει στο Ναύπλιο την επομένη το βράδυ.

Τελευταία αναφορά της εφημερίδας αυτής, για άλλη επίσκεψη του Καποδίστρια στο Άργος, υπάρχει στα τέλη Αυγούστου [26], όπου γίνεται μνεία για μετάβασή του στην πόλη το δειλινό της 27 Αυγούστου, καθώς και επιστροφή του στο Ναύπλιο το βράδυ της 28, δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συχνή επαφή του Καποδίστρια με την πόλη του Άργους, της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούσε και, συχνά, συνέβαλε στη διαμόρφωσή της. Στο Άργος σαφώς υπερείχαν οι φιλοκαποδιστριακοί, με επικεφαλής τον Δ. Τσώκρη, αν και είχαν μετα­κομίσει επιφανείς αντικαποδιστριακοί που, σύμφωνα με μαρτυρία του ί­διου του Καποδίστρια, δεν έπαυαν να συνωμοτούν εναντίον του. Η δη­μιουργία «Παλατιού της Κυβερνήσεως» και στο Άργος (το σημερινό «Καλλέργειο») επισημοποίησε την παρουσία της κυβέρνησης στην πόλη αυτή, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δημιουργία των Στρατώνων του Κα­ποδίστρια και του συγκροτήματος των κτηρίων του «Δημοσίου Κατα­στήματος» (σημερινού Δημαρχείου και των δύο παρακειμένων κτηρίων). Πιθανώς στο Άργος να έβρισκε την απαραίτητη ανάσα από την εντατι­κή εργασία του και από τα καθημερινά κρατικά καθήκοντα. Η είδηση της 29-11-1829, στη «Γεν. Εφημερίδα», που ήδη αναφέραμε, ακριβώς αυτό μας αφήνει κα υποθέσουμε.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Βλ. τη μελέτη μου στα γαλλικά «Ο Καποδίστριας και ο σχεδιασμός του Άργους» στο «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, συμπλήρωμα VI, «Αργειακές Μελέτες», 1980.

[2] Βλ. ήδη τους «Στρατώνες Καποδίστρια στο ‘Αργος», στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τόμος 13, 1979 και σειρά άρθρων στο περιοδικό «Αρχαιολογία» (1989 και 1990).

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Γεν. Γρ., φ. 114.

[4] Εκδόθηκε το 1915, σελ. 251-252.

[5] Σε τμήμα σειράς άρθρων του, με τον γενικό τίτλο «Περί την Εκατονταετηρίδα», Δ’ Συνέχεια, για την οικογένεια Τσώκρη, στην εφημ. «Τελέσιλλα», 1-6-1930.

[6] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.11.

[7] Φύλλο της 11- 4 – 1828, αρ. 25, σελ.105.

[8] Βλ. ειδικότερες παρατηρήσεις και πληροφορίες στη μελέτη μου «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο ‘Αργος», στα «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», 1980.

[9] Φ. της 18-7-1828, αρ. 51, σελ. 209.

[10] Φ. της 6-4-1829, αρ. 27, σελ. 105.

[11] ΓΑΚ, Γεν. Γρ., φ. 203.

[12] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.47.

[13] ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ, και Πρ. Δ., φ.83.

[14] ‘Εκδ. μηνιαίου «Νέου Κόσμου», 1934, σελ. 95.

[15] Πρώτος της «EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE», Παρίσι, 1836, σελ. 467.

[16] Τόμος 2ος , Παρίσι, 1837-8, σελ. 391-406.

[17] Αρ. φ. 49.

[18] Αρ. 54 σελ. 220.

[19] Εγκύκλιος αρ. 6189, ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ. και Πρ, Δ., φ. 85.

[20] Φύλλο της 1 Νοεμβρίου, αρ. 86. Η ίδια πληροφορία και στο φ. της 15 Νοεμβρίου.

[21] Αρ. 93-94, σελ. 441.

[22] Αρ. 95, της 3 Δεκεμβρίου. Η ανταπόκριση από το Ναύπλιο, με ημερομηνία 2-12-29.

[23] Φ. της 13-6-1831, αρ. 44, σελ.247.

[24] Βλ. σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος» (29/8 και 4/9/1984). Ο Καποδίστριας αναφέρεται στο γεγονός, σε επιστολή του προς τον έλληνα επιτετραμ­μένο στο Παρίσι, Σούτζο, με ημερομηνία 15-6-1831 (δημοσιεύθηκε στον Δ’ τόμο των Ε­πιστολών του).

[25] Φ. της 15-7-1831, αρ. 53.

[26] Φ. της 29-8-1831, σελ. 414.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 * Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 84-90, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Διαβάστε ακόμη: Ιωάννης Καποδίστριας

 

Read Full Post »

«AN HPXIZE ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΟΥΣ…» – Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμού και η Ελληνική Επανάσταση – Αλέξης Πολίτης. «Ο Ερανιστής», τόμος 26, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2007. 


 

 

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).  Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.  αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).
Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.
αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Τα νέα της εξέγερσης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες έφτασαν στο Παρίσι γύρω στα μέσα του Απρίλη· λίγο αργότερα μαθεύτηκε και το επαναστατικό ξέσπασμα στον Μοριά. «Χαίρω χαράν δεν εμπορείς να φαντασθής πόσην», έγραφε στον συμπατριώτη του Βλαστό ο Κοραής στις 25 Μαΐου· επιδοκιμάζει το ότι τ’ αδέλφια του Βλαστού έτρεξαν «εις βοήθειαν της προσκαλούσης πατρίδος», κι αμέσως ύστερα προσθέτει: «Εί­κοσι έτη ηλικίας ολιγότερα αν είχα, ούτε θεοί ούτε δαίμονες ήθελον μ’ εμποδίσει» – να κατέβει δηλαδή κι αυτός στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Στο ίδιο όμως γράμμα, κοντά στον ενθουσιασμό προσθέτει και τους δισταγμούς του: «Να κρημνίση τις οικοδομήν μεγάλη σοφία δεν χρειά­ζεται»… «Η μεγάλη και τρομερά δυσκολία είναι εις την ανοικοδομήν, ήτις χρειάζεται αρχιτέκτονας Αριστείδας και τοιούτους άλλους οποίος ήτον ο Αριστείδης, και οποίον δεν βλέπω ακόμη κανένα εις το γένος. Αντί των τοιούτων έχομεν πολλούς ημισόφους, πολλούς σχολαστικούς, οι οποίοι αν επιθυμήσωσι να γενώσι δημαγωγοί και δημοκόποι εις λαόν ακόμη απαίδευτον», και τα λοιπά. Ενάμιση μήνα αργότερα, μέσα Ιουλίου, δια­τύπωνε με πιο μεγάλη σαφήνεια τί τον φόβιζε: «Ουδεμία αμφιβολία ότι το θηρίον πνέει τα λοίσθια· ουδεμία αμφιβολία ότι η Ελλάς μέλλει να ελευθερωθή απ’ αυτόν· αλλά φοβούμαι μη αγοράσωμεν την ελευθερίαν υπερβολικά. Με θλίβει ακόμα και ο λογισμός μη οι καλοί σου Ρ.», οι Ρώ­σοι δηλαδή, «μη μας έβαλαν εμπρός να δαμάσωμεν πρώτοι ημείς το θη­ρίον, διά να δώσωσι έπειτα εις αυτό την τελευταίαν πληγήν αυτοί». Τις τελευταίες μέρες του 1821 εξομολογιόταν στον αγαπημένο του Ιάκωβο Ρώτα: «Το πράγμα ήρχισεν άωρον εις έθνος το οποίον δεν έχει ακόμη αρκετά φώτα να καταλάβη τα αληθή του συμφέροντα»… «Αν ήρχιζε μετά 20 χρόνους, τότε ήθελαν ευρεθήν ωριμώτεροι οι καρποί της Χίου και των Κυδωνιών εξ ενός μέρους, και από το άλλο πλειότερος ο αριθμός των σπουδαζόντων εις την Ευρώπην νέων».

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Όταν ξέσπασε ο Αγώνας, ο γέροντας έκλεινε τα εβδομηντατρία του. Ζούσε στο Παρίσι από τα 1788· η Γαλλική Επανάσταση τον είχε κάνει να σκιρτήσει από ελπίδες για το ανθρώπινο γένος, ενώ παράλληλα παρατη­ρούσε μ’ ενθουσιασμό τα σημάδια της αλλαγής που έφταναν από την Ελλάδα. «Όλα ταύτα είναι σημεία αναντίρρητα ότι εξύπνησε τέλος πά­ντων η ταλαίπωρος Ελλάς· και η εξύπνισις αύτη προετοιμάζει αναγκαίως και την μέλλουσαν ελευθερίαν της», έγραφε στα 1814· λίγους μήνες αρ­γότερα πρόσθετε: «Δεν έμεινεν αμφιβολία»… «ότι έφθασε και των Γραι­κών ο καλός καιρός· και έφθασε με τόσην ορμήν ώστε καμία δύναμις αν­θρώπινος δεν είναι πλέον καλή να μας οπισθοποδίση».

Ωστόσο δεν περίμενε πως η αλλαγή θα ερχόταν τόσο σύντομα· ούτε καν το ήθελε καλά-καλά: «ήρχισα να φοβούμαι», έγραφε τον Ιούλιο του 1818, «όχι μη φωτισθή το γένος, αλλά μη, πριν αποκτήση φώτα αρκετά, κεφαλαί τινες ενθουσιαστικαί επιχειρήσωσι προ του πρέποντος καιρού την συντριβήν του ζυγού».

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Αλέξη Πολίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αν ήρχιζε μετά είκοσι χρόνους…. Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμου και η Ελληνική Επανάσταση

 

Read Full Post »

«Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης». Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.


 

 

Εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο των σχολικών εορτών της 25ης Μαρτίου αναρτώνται, παραδοσιακά, στις σχολικές αίθουσες προσωπογραφίες των ηγετικών μορφών της Επανάστασης του 1821. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσει κανείς ότι την οπτική επαναστατική αρμονική συγχορδία των πάνοπλων Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Ανδρούτσου και Μακρυγιάννη διαταράσσει η εικόνα του μαυροφορεμένου και μελαγχολικού κόμη Ι. Καποδίστρια, ο οποίος εικονιστικά και μόνο φαίνεται ως παραφωνία στον ρωμαλέο περίγυρο που τον πλαισιώνει. Το ομολογουμένως απλοϊκό αυτό σχήμα είναι απροσδόκητα αντιπροσωπευτικό της σχέσης του Κερκυραίου πολιτικού αφενός με την ιδέα της Ελληνικής Επανάστασης αφετέρου με τον οργανωτικό πυρήνα αυτής, την Φιλική Εταιρεία, της μυστικής εκείνης οργάνωσης που στόχο της είχε την προετοιμασία του Εθνικού Εγχειρήματος.

Νικόλαος Σκουφάς

Νικόλαος Σκουφάς

Το δημιούργημα των Ξάνθου, Σκουφά και Τσακάλωφ δεν ήταν ιστορικό unicum ενώ σε πολλά επίπεδα αντέγραφε τις οργανωτικές δομές παρόμοιων Εταιρειών της Ευρώπης με πολλά σημεία σύγκλισης αλλά και αποκλίσεις σε επίπεδο ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, κυρίως στον βαθμό αξιοποίησης της ιδεολογικής επαναστατικής κληρονομιάς του 1789. Επίσης δεν ήταν η πρώτη ελληνική εταιρεία. Της ίδρυσης της το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας είχαν προηγηθεί αντίστοιχες προσπάθειες με ερεβώδεις συχνά σκοπούς και πρόγραμμα, όπως η λέσχη «Αλέξανδρος» με ενδεχομένως τεκτονικές καταβολές, η Εταιρεία των Φίλων με στόχο την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων, η Εταιρεία της Αθηνάς και η Εταιρεία των Πέντε. [1] Πολλές ακόμη θα μπορούσαν να αναφερθούν. Σε αντίθεση με αυτές τις προσπάθειες οι οποίες πολλές φορές προέτασσαν σκοπούς μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς η Φιλική Εταιρεία είχε ξεκάθαρη εξ αρχής σκοποθεσία «την καλυτέρευση του έθνους και εάν ο Θεός σχωρίσει με ελευθερίαν».[2]

Ωστόσο αν και στην ιδρυτική της διακήρυξη η Φιλική Εταιρεία ομολογούσε ότι δεν ανέμενε την «φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων», έγινε σύντομα σαφές στην ηγετική της ομάδα ότι ο προσηλυτισμός προσώπων με μικρή οικονομική επιφάνεια και κύρος – συνακόλουθα- δεν ήταν ικανοποιητικός για την εικόνα που η Εταιρεία φιλοδοξούσε να προβάλει για τον εαυτό της. Την εικόνα του ισχυρού πυρήνα με τις απαραίτητες για το επαναστατικό εγχείρημα διασυνδέσεις και επαφές με τους «προκομμένους» του γένους. Γεγονός το οποίο θα ενέπνεε εμπιστοσύνη στους Έλληνες. Η μικρή προσέλευση άλλωστε μέχρι το 1816 έκανε πολλούς να θεωρήσουν ως έτος ίδρυσής της το 1816 και όχι το 1814. Παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα όπως ο προσεταιρισμός του Π. Σέκερη, του Λεβέντη, του Γρ. Μαρασλή, του Ηλ. Μάνεση και τον αδελφών Κούμπαρη, προσωπικοτήτων με οικονομική ευρωστία, οι Φιλικοί και η προσπάθεια τους στερούνταν του απαραίτητου κύρους και ακτινοβολίας, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει της ηγετικές τάξεις του γένους.

Αν και τα Ορλωφικά καθώς και το σύνολο των επαναστατικών εμπειριών των παρελθόντων αιώνων είχαν προκαλέσει σημαντικό πλήγμα στο γόητρο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ως δυνάμει ελευθερωτών των Ελλήνων, η εμφάνιση της προσπάθειας ως χαίρουσας της έγκρισης ενός ισχυρού εστεμμένου έτοιμου να συνδράμει στρατιωτικά αλλά και οικονομικά – κατά την προπαρασκευή της – την Επανάσταση, ήταν διαρκές και μόνιμο ζητούμενο. Αυτοί οι προβληματισμοί οδήγησαν τους Ξάνθο, Σκουφά. Τσακάλωφ στην επινόηση της «Αρχής», της κρυφής «κινούσας δύναμης» της Εταιρείας για την οποία ο Ξάνθος έγραψε στα Απομνημονεύματα του:

 

«…Ωνομάσθη Αρχή άγνωστος και αφανής εις όλους τους προσήλυτους αδελφούς της Εταιρείας ταύτης. Τα συμβάντα του αειμνήστου Ρήγα και Παπά Ευθύμιου και άλλα δικαιολογημένα αίτια, παρεκίνησαν τους Αρχηγούς, να φυλάξωσι μυστικήν την Αρχήν, μέχρι της ενάρξεως της επαναστάσεως. Διά τούτο πολλοί απατηθέντες εξέλαβον ως Αρχηγούς διάφορα υποκείμενα, όχι μόνον εκ των κατηχηθέντων προσηλύτων αδελφών της Εταιρείας ταύτης αλλά και εξ εκείνων οίτινες δεν είχον γνώσιν ίσως και διάθεσιν του εγχειρήματος»[3]

 

Ο Ξάνθος αναφέρει μέρος της αλήθειας καθώς στην μετοχή «απατηθέντες» παραλείπεται το ποιητικό αίτιο. Όσοι πείσθηκαν και σχημάτισαν λανθασμένη άποψη περί της αρχής καθοδηγήθηκαν στην συνέχεια εντέχνως από την προπαγάνδα της Εταιρείας, με την διαρροή φημών και επενδύοντας στις παραδόσεις του ομοδόξου «Ξανθού Γένους», των Ρώσων. Η απάντηση που έλαβε ο εφοπλιστής και μέλος της Φιλικής Σέκερης, σχετικά με την Αρχή, ότι η καταγωγή της δηλαδή τοποθετείται στα βάθη της Ρωσίας [4] είναι ενδεικτική των προθέσεων των Αρχηγών, να παραπέμψουν εμμέσως είτε στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ είτε στον υπουργό του, τον Ιωάννη Καποδίστρια του οποίου τα πλεονεκτήματα για την επίζηλη θέση του Αρχηγού της Φιλικής ως του πλέον προβεβλημένου Έλληνα της εποχής του ήταν προφανή και πασιφανή. Ωστόσο υπήρχαν και άλλες «ισχυρές υποψηφιότητες», μεταξύ αυτών και εκείνη του Μηλιώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή, ο οποίος όμως αρνήθηκε δηλώνοντας ότι δεν ήταν «σύμφωνος μολονότι δεν ήταν ενάντιος». [5]

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Την επίσημη πρόταση για την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας θα απευθύνει ο Ξάνθος στον Κόμη τον Χειμώνα του 1820 για να λάβει την αρνητική απάντηση του τελευταίου και να απευθυνθεί τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Για να κατανοηθούν τα αίτια της άρνησης αυτής υπάρχουν δύο κομβικής σημασίας ζητήματα: Η αποστολή Ν. Γαλάτη στον Καποδίστρια, και η κατάχρηση του ονόματος της Φιλομούσου Εταιρείας από τους Φιλικούς. Η πρώτη επαφή (υπήρξε μία ακόμη ίσως το 1814 με τον Τσακάλωφ)[6] του Έλληνα υπουργού εξωτερικών του Τσάρου με την Φιλική Εταιρεία έγινε διά του αντιπροσώπου της Νικολάου Γαλάτη μίας σχεδόν μυθιστορηματικής μορφής για τις προθέσεις του οποίου λίγα μπορούν να ειπωθούν με βεβαιότητα εκτός ίσως από τον έντονο καιροσκοπισμό του. Χαρακτηριστικό το οποίο οδήγησε τελικά στην εκτέλεσή του από τους Φιλικούς.

Ο αυτοδιαφημιζόμενος ως συγγενής του Καποδίστρια μυήθηκε από τον Σκουφά, ο οποίος στο τέλος της ζωής του παραδέχτηκε ότι η απόφαση του αυτή υπήρξε το μεγαλύτερο λάθος του. Αφού ο πρεσβύτερος των ιδρυτών του αποκάλυψε την αλήθεια για τα περί της Αρχής μυθεύματα και την άγνοια του Καποδίστρια για τις διακινούμενες φήμες, υποσχέθηκε την ένταξη του στον ηγετικό πυρήνα με την προϋπόθεση να ταξιδέψει στην Ρωσία και να προτείνει στον Καποδίστρια την ανάληψη της ηγεσίας. Ο τελευταίος αν και υποψιασμένος για την φύση της επισκέψεως αυτής όπως παραδέχεται στο υπόμνημα του προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ το 1826 – κείμενο το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης σημασίας ερμηνευτική κλείδα για την στάση του Καποδίστρια προς του «ελεεινούς εμποροϋπάλληλους» όπως αποκαλεί τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας- αποδέχτηκε το αίτημα του ενημερώνοντας παράλληλα τον Αλέξανδρο Α΄ ότι «κρίνων εκ της επιστολής δεν περιμένω άλλον τι παρά καμμίαν ανοησίαν». [7]

Η απαραδειγμάτιστη διαγωγή του «κενόδοξου» και «αχαλίνωτου» Γαλάτη σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιστορικού της Φιλικής, Ιωάννη Φιλήμονα υπήρξε το πρελούδιο της συνάντησής του με τον Καποδίστρια. Συστηνόμενος στην Μόσχα ως «Κόμης» και «Πρέσβης του Ελληνικού Έθνους» φορούσε την στολή της Ιονίου Πολιτοφυλακής και τόνιζε πως η επιρροή του ήταν τόση στα μέλη της Φιλικής – για την οποία μιλούσε απροσχημάτιστα- ώστε μία εντολή του αρκούσε για να δολοφονήσουν ακόμη και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. [8] Τα γεγονότα αυτά είναι άγνωστο πόσο υπονόμευσαν το κλίμα της συνάντησης, είναι γνωστή όμως η αντίδραση του Καποδίστρια τόσο από το υπόμνημα του 1826 όσο και από συμπληρωματικές πηγές. Αφού χαρακτήρισε την πρόταση του προϊόν παραφροσύνης, του ζήτησε να μεταφέρει στους εντολείς του ότι «αν δεν θέλουν να καταστραφούν και να συμπαρασύρουν εις τον όλεθρον το αθώον και δυστυχές έθνος των, πρέπει να εγκαταλείψουν τας επαναστατικάς ενεργείας των και να ζήσουν ως πρότερον υφ ας κυβερνήσεις ευρίσκονται, μέχρις ότου η Θεία πρόνοια αποφασίσει άλλλως».[9]

Παρά τον αποτρεπτικό λόγο του Κόμη η επικίνδυνη συμπεριφορά του Γαλάτη στο εσωτερικό της ρωσικής αυτοκρατορίας οδήγησε στην σύλληψη αλλά και στην ενίσχυση των αρχικών φόβων του Κερκυραίου διπλωμάτη περί των μελών της Εταιρείας, η οποία με την αποστολή Γαλάτη φαινόταν περίτρανα να μην διαθέτει το απαραίτητο από άποψη ποιότητας έμψυχο υλικό το οποίο θα την καθιστούσε ικανή να ηγηθεί της Ελληνικής Επανάστασης την στιγμή που – όπως καλύτερα από τον καθένα λόγω της θέσης του γνώριζε – η επανάσταση στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης δεν ήταν άκαιρη ή παρακινδυνευμένη αλλά πιθανότατα καταδικασμένη να αποτύχει πριν ακόμα εκδηλωθεί.

Ωστόσο ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος και προϊδεασμένος τόσο για τις συνωμοτικές κινήσεις κάποιας εταιρείας με επαναστατικούς σκοπούς όσο και για την προσπάθεια των μελών της να οικειοποιηθούν το όνομα του ως αρχηγού, να τον εμπλέξουν και τελικά να ταυτίσουν την Εταιρεία τους με την Φιλόμουσο Εταιρεία. Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί από τον Καποδίστρια τον Ανθ. Γαζή και τον Ιγνάτιο Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας με στόχο την συγκέντρωση χρηματικών ποσών «διά την έκδοσιν των κλασικών συγγραφέων και βοήθειαν πτωχών μαθητών όσοι σπουδάζουσι τας επιστήμας και τέλος διά την ανακάλυψην παντός είδους αρχαιοτήτων» όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη.

Η εταιρεία με την ξεκάθαρη αυτή φιλεκπαιδευτική σκοποθεσία και το εκπολιτιστικό πρόγραμμα – το οποίο σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο απέβλεπε και στην αναδημιουργία ενδεχομένως μίας ορθόδοξης οικουμένης [10] – γεννήθηκε κατά την διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης από την πίστη του Καποδίστρια ότι της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων έπρεπε να προηγηθεί ο φωτισμός αυτών σύμφωνα με την κοραϊκή ρήση ενώ τα πρώτα της μέλη ήταν ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και μερικές από τις πλέον προβεβλημένες προσωπικότητες της μοναρχούμενης Ευρώπης. Βρισκόταν δηλαδή στον αντίποδα τόσο ως προς τις καταβολές της όσο και ως προς την ιδεολογία των επαναστατικών κηρυγμάτων των Φιλικών, οι οποίοι προσπάθησαν να εμφανίσουν τις δύο εταιρείες ως μία για ευνόητους λόγους.

Ο ενήμερος από το Φιλικό Θ. Νέγρη Καποδίστριας αναφέρει στο υπόμνημά του προς τον Νικόλαο Α΄ σχετικά με τις προσπάθειες αυτές: «Τοιαύτη είναι η αρχή της Εταιρείας των Φίλων των Μουσών, της εν Ελλάδι αποκληθείσης Φιλομούσου Εταιρείας, ης την φύσην μετέπειτα ανήσυχοι και ταραχοποιοί άνθρωποι απεπειράθησαν να διαστρέψουν».[11] Τέτοιες φήμες ήταν εύκολο να εκθέσουν τον Καποδίστρια απέναντι στον ευμετάβλητο Αλέξανδρο, του οποίου οι διαρκείς ιδεολογικές μεταπτώσεις του είχαν προσδώσει το προσωνύμιο του «ανεμοδείκτη» αλλά και να επηρεάσουν δυσμενώς την εξέλιξη του ελληνικού ζητήματος. Εξαιρετικής σημασίας προκειμένου να κατανοηθεί η στάση του Καποδίστρια απέναντι στον «εταιρισμό» είναι το γεγονός ότι σε πολλούς κύκλους με κοινό χαρακτηριστικό τον φόβο απέναντι στην δυναμική εμφάνιση της Ρωσίας στον Βαλκανικό Νότο, η Εταιρεία που ίδρυσε ο υπουργός εξωτερικών του Τσάρου θεωρήθηκε όργανο προπαγάνδας της Τρίτης Ρώμης: μεταξύ αυτών ο παρατηρητής του Συνεδρίου της Βιέννης De la Garde Chambonas, ο υπουργός της αυστριακής αστυνομίας Hager και Αυστριακός Πρόξενος στην Κέρκυρα Von Paulich, ο οποίος δήλωνε ότι η Εταιρεία των Φιλομούσων έπρεπε να αποκαλείται εταιρεία των Φιλορώσων. [12]

Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι το εξής: Αν μία εταιρεία όπως η Φιλόμουσος δίχως ανατρεπτικούς σκοπούς, «γεννημένη» στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης, με χορηγούς όπως ο δημιουργός της Ιεράς Συμμαχίας Αλέξανδρος Α΄, δίχως μία δομή ύποπτη και παρεξηγήσιμη τύγχανε αυτής της αντιμετώπισης και η οποία ουκ ολίγες φορές έφερε τον Καποδίστρια στο στόχαστρο της μυστικής αστυνομίας του Metternich, ποία θα ήταν η τύχη μίας εταιρείας όπως η Φιλική με διακεκηρυγμένους επαναστατικούς στόχους και οργάνωση παρόμοια με άλλων ευρωπαϊκών επαναστατικών ομάδων της Ευρώπης, όπως η Φιλική;

Ο Κερκυραίος πολιτικός γνώριζε την απάντηση και για τον λόγο αυτό κατά την τελευταία του επίσκεψη στην Κέρκυρα το 1819 τόνισε στους συμπατριώτες του ότι ο κόσμος «έχειν ανάγκη ησυχίας» ενώ προσπάθησε, ενήμερος ων για την προσπάθειες εμπλοκής του ονόματός του, να διαψεύσει τις φήμες που τον ενέπλεκαν σε επαναστατικά προγράμματα «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας των», φοβούμενος «μήπως η κακοβουλία επωφεληθεί την περίστασιν και γενήσει παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», όπως επισημαίνει στο υπόμνημα του 1826, τονίζοντας παράλληλα την προτεραιότητα της ηθικής και πνευματικής τελείωσης του έθνους. [13]

 «Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.   Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, αν και οι Φιλικοί είχαν κατορθώσει να αυξήσουν την προσέλευση νέων μελών, προβλήματα απειθαρχίας στο εσωτερικό της και η αμφιβολία πολλών μελών της για την συμμετοχή του Καποδίστρια στο όλο εγχείρημα (όπως ο Λάζαρος Κουντουριώτης) επανέφεραν το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας από μία ισχυρή προσωπικότητα επιτακτικά στο προσκήνιο, αν και η αποτυχημένη απόπειρα του Γαλάτη κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική υπήρξε. Η διογκούμενη αυτή δυσαρέσκεια αλλά και προβλήματα πρακτικής φύσης όπως οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από τις προσπάθειες μελών να έρθουν σε επαφή με τον φερόμενο ως αρχηγό Καποδίστρια, με σκοπό να του ζητήσουν την συνδρομή του, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψουν την αλήθεια περί της αρχής.

Άλλωστε υπήρχε το παράδειγμα του απεσταλμένου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κυριάκου Καμαρινού ο οποίος όταν έμαθε από τον ίδιο τον Κόμη την αλήθεια «ως αχαλίνωτο άλογο» σύμφωνα με τον Παπαφλέσσα μιλούσε απροκάλυπτα περί της Εταιρείας και της Αρχής. Πρακτική η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή του από μέλη της Φιλικής. Είναι ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδαν οι ιδρυτές της στην απόκρυψη της αλήθειας περί της Αρχής, το γεγονός ότι όσοι θέλησαν είτε από απερισκεψία όπως ο Γαλάτης είτε από διάθεση εκδίκησης όπως ο Καμαρινός να αποκαλύψουν την αλήθεια, εκτελέσθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Καποδίστριας συσχετίζοντας τα γεγονότα έγραψε ότι: «ούτοι εθανατώθησαν ως οχληροί μάρτυρες της αλήθειας ην άλλοι προσεπάθουν να αποκρύψουν από τους Έλληνας». [14]

Σκέψεις όπως αυτές οδήγησαν τον Ξάνθο να επαναλάβει το εγχείρημα του Γαλάτη. Ο Ξάνθος παρουσιάζει την απόφαση να απευθυνθεί στον Καποδίστρια αφενός ως δική του επιλογή αφετέρου δίχως να αναφέρεται σε κανένα σημείο των απομνημονευμάτων του στην προγενέστερη αποτυχημένη απόπειρα, κάτι το οποίο επιτρέπει την υπόθεση ότι το 1817 ο Σκουφάς είχε κινηθεί αυτόνομα αποκρύπτοντας, ίσως για ψυχολογικούς λόγους, την κατάληξη της αποστολής του Γαλάτη. Σχετικά με την επιλογή του αναφέρεται στον Καποδίστρια ως «σημαντικόν τότε και άξιον εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν». Ο Σκουφάς αναχώρησε με προορισμό την Πετρούπολη το 1818 εφοδιασμένος με κείμενο της Συνθήκης, βάση της οποίας όλα τα μέλη της Φιλικής υπόσχονταν υπακοή στον Αρχηγό ενώ ο τελευταίος δεσμευόταν υπογράφοντας το «υποχρεωτικόν» έγγραφο με το οποίο δήλωνε την αποδοχή της κλήτευσης του. Σημασία ίσως έχει το γεγονός ότι στην Σφραγίδα της Συνθήκης σε περίοπτη θέση βρισκόταν μεταξύ των αρχικών των μελών το γράμμα «Ι» (Ιωάννης Καποδίστριας), σε μία παράτολμη προσπάθεια ίσως να αποτραπεί το αναπόφευκτο. [15]

Ωστόσο το κλίμα της μελλοντικής συνάντησης είχε υπονομευθεί από τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Εταιρείας όπως είχαν δείξει τα γεγονότα με τον Θ. Νέγρη και τον Κυρ. Καμαρινού, από την έλλειψη ωριμότητας των μελών της και την ευπιστία αυτών, όπως είχε δείξει περίτρανα η περίπτωση του Γαλάτη, από την διάθεση των μελών της να καπηλευθούν το όνομα της Φιλομούσου και του ιδρυτή της αφήνοντας έκθετο τον ίδιο στον τσάρο. Φήμες των οποίων το αβάσιμο ο Καποδίστριας επεδίωξε να καταδείξει με επιστολές του τόσο προς τον Πετρόμπεη όσο και προς τον Ρώσο Πρόξενο στο Ιάσιο Α. Πίνη όπου η Εταιρεία γνώριζε μεγάλη διάδοση. Με επιστολή του στον τελευταίο ζητούσε να «φοβερίσει και να απομακρύνει τους νομιζομένους ψευδαποστόλους της Εταιρείας» ενώ με παρόμοια επιστολή προς τον καθηγητή της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Κ. Βαρδαλάχο καταδίκαζε την «μανία των μυστικών εταιρειών που παραπλανούν όλα τα πνεύματα και απειλούν τις πιο πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης με καταστροφές».[16]

Για την συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου βασικές πηγές είναι τα απομνημονεύματα του Ξάνθου, το έργο του Φιλήμονος (ο μόνος με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της Φιλικής), ο Λεβέντης, ο φιλικός Ξόδηλος και ο Νικ. Υψηλάντης αδελφός του Αλεξάνδρου και του Δημητρίου. Δυστυχώς ο Καποδίστριας δεν αναφέρεται στην τόσο καθοριστική αυτή συζήτηση. Για τις δύο συναντήσεις που πιθανότατα έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1820 σημαντικότερη των μαρτυριών είναι αυτή του Ξάνθου. [17] Στην πρώτη συνέντευξη, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο φιλικός, αφού μίλησε στον υπουργό του τσάρου για την ανάγκη ανάληψης της ηγεσίας από μια σημαντική προσωπικότητα, ο τελευταίος του ζήτησε να υπάρξει μία δεύτερη συνάντηση «ίνα συνομιλήσωσι σπουδαιότερον». Από επιστολή του φιλικού Πατσιμάδη προς τον Ξάνθο, ο οποίος ανέμενε «χαροποιέστερον τι» μετά την πρώτη επαφή, φαίνεται να υποφώσκει στο στρατόπεδο των Φιλικών η ελπίδα της αποδοχής του αιτήματος τους. Ωστόσο από ορισμένους συνεργάτες του Ξάνθου όπως ο Κομιζόπουλος είχε γίνει αντιληπτή η «αμφιβολίαν δια την έκβασιν» από «τον τρόπον του γράφειν», δηλαδή από την συγκρατημένη γλώσσα του Ξάνθου στις επιστολές κατά το μεσοδιάστημα των δύο συναντήσεων. [18]

Η δεύτερη συνάντηση ήλθε να επιβεβαιώσει τους λιγότερο αισιόδοξους. Αφού ζητήθηκε από τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία του εγχειρήματος και την διεύθυνση του πολέμου, ο Ξάνθος έλαβε την αρνητική απάντηση του Καποδίστρια, ο οποίος επικαλέστηκε την θέση του δίπλα στον Αλέξανδρο Α΄ και το ασυμβίβαστο αυτής με την θέση του αρχηγού. Στην τελευταία έκκληση του Ξάνθου ότι δεν ήταν δυνατόν «ως Έλλην και εν υπολήψει παρ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνει αδιάφορος» την στιγμή μάλιστα που η ανάγκη εύρεσης αρχηγού ήταν αδήριτη, ο Κόμης αποκρίθηκε αρνητικά για δεύτερη φορά ενώ ευχήθηκε ο Θεός να τους βοηθήσει αν αυτοί γνώριζαν κάποιον εναλλακτικό τρόπο δράσης. [19] Δεν γνωρίζουμε αν η αντίδραση του Καποδίστρια ήταν ακριβώς αυτή καθώς τα απομνημονεύματα γράφθηκαν πολύ αργότερα όταν ο Ξάνθος θα μπορούσε να σταθμίσει τα πράγματα. Σχετικά με τις άλλες πηγές: Ο Ξόδηλος ενστερνίζεται τους ενδοιασμούς του Καποδίστρια, ενώ πιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της Φιλικής, Φιλήμονος στα δύο του έργα, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας και Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Στο πρώτο αποδίδει την άρνηση του Καποδίστρια στον ρόλο του Γαλάτη και του Καμαρινού, επισημαίνοντας παράλληλα ότι «εθεώρει πάντα παράκαιρον την ύπαρξιν» της Φιλικής, ενώ στο δεύτερο μας πληροφορεί για μία παλαιότερη άγνωστη συνάντηση σε απροσδιόριστο χρόνο ανάμεσα στον Ξάνθο και τον Καποδίστρια, κατά την οποία ο δεύτερος είχε αναρωτηθεί αν υπήρχαν αρκετοί «Θρασύβουλοι» μεταξύ των Ελλήνων, για να λάβει την απάντηση του πρώτου στην συνάντηση τους το 1820 ότι οι «Θρασύβουλοι» ήταν πλέον έτοιμοι. [20] Τέλος, ο εχθρικός προς τον Καποδίστρια Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει ότι η συνάντηση δεν έγινε ποτέ, καθώς ο Καποδίστριας πάντα αδιάφορος προς το μέλλον τον Ελλήνων, αρνήθηκε στον Ξάνθο κάθε συζήτηση. [21]

Το επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα αφορά στον τρόπο με τον οποίο τελικά επελέγη ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για την θέση του Αρχηγού και ποίος ο ρόλος του Καποδίστρια. «Απελπισθείς ο Ξάνθος από τον Κόμητα έστρεψεν τον στοχασμόν του εις άλλον υποκείμενον λαμπρόν ως τον Κόμητα επιτηδειότερον ίσως τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ο οποίος έχαιρε της υπολήψεως και της ευνοίας του τσάρου». Έτσι περιγράφει την απόφασή του ο Ξάνθος.[22] Ο χειρόγραφος κώδικας της Βουλής με αριθμό 41 αναφέρει ότι ο Ξάνθος σκόπευε να προσφέρει την αρχηγία στον υπουργό του τσάρου, με τον Υψηλάντη να αποτελεί επιλογή εν εφεδρεία καθώς η υποψηφιότητα του πρώτου υπερτερούσε από κάθε άποψη στις διαβουλεύσεις των Φιλικών. Ωστόσο το ενδεχόμενο η στάση του Ξάνθου στο Κίεβο, πριν συναντηθεί με τον Καποδίστρια στην Πετρούπολη, εικάζεται ότι ως στόχο της είχε μία πρώτη επαφή με τον Πρίγκιπα και την βολιδοσκόπηση των προθέσεών του.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του  πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

 

Ο ενθουσιώδης και ανυπόκριτος πατριωτισμός του Υψηλάντη ήταν άλλωστε γνωστός. Ήδη από το συνέδριο της Βιέννης ο De la Garde θα επισημάνει την εμμονή του στο «όνειρο της νεότητος», του όπως αποκαλούσε την επιθυμία του για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ – άγνωστο με ποιον τρόπο – σχεδίαζε να εκμεταλλευθεί για τον σκοπό αυτό την διαφυγή του Ναπολέοντα από την Έλβα το 1815 και την διεθνή τότε κατάσταση. [23] Το ενδεχόμενο της μύησής του στην Στοά «Τρεις Αρετές» [24], η ενίσχυση ποικίλλων «φιλελληνικών εταιρειών», οι πιθανολογούμενες διασυνδέσεις με τους αξιωματικούς εκείνους που αργότερα θα αποτελέσουν τον Πυρήνα της Επανάστασης των Δεκεμβριστών και κυρίως το γεγονός ότι οι αδελφοί του Δημήτριος Νικόλαος και Γρηγόριος ήταν ήδη μέλη της Φιλικής, ενεθάρρυναν το Ξάνθο να απευθυνθεί στον Πρίγκιπα. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι σε κανένα σημείο ο Ξάνθος δεν εμφανίζει την απόφαση του αυτή ως απόρροια κάποιας προτροπής του αντίθετου προς το όλο εγχείρημα Καποδίστρια, ενώ στην διήγηση της συνάντησής του με τον Υψηλάντη είναι αιχμηρός κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά στο πρόσωπο του Καποδίστρια και άλλων ομογενών οι οποίοι «καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς του ορφανούς». [25]

Ο Υψηλάντης σύμφωνα πάντα με τον Ξάνθο αποδέχθηκε τον τίτλο του «Γενικού Επιτρόπου της Αρχής» ή «Γενικού Εφόρου» [26] αφού πρώτα ζήτησε να διαπιστώσει από τους καταλόγους των μελών της Φιλικής το μέγεθός της. Αν και αναφορά στον ρόλο του Καποδίστρια στην επιλογή του Υψηλάντη ως εφεδρικού αρχηγού δεν γίνεται, ο Ξάνθος μνημονεύει ότι μετά την αποδοχή του χρίσματος, ο Υψηλάντης επισκέφθηκε τον Καποδίστρια ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Αυτοκράτορα με σκοπό να αποσπάσει την υπόσχεση οικονομικής ή στρατιωτικής συνδρομής σε μελλοντικό επαναστατικό εγχείρημα. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Φιλικό, ο υπουργός του τσάρου αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας όσα είχε επισημάνει και στον ίδιο. Πολλοί ερευνητές με στόχο να καταστήσουν τον Καποδίστρια περισσότερο ελκυστικό υποστήριξαν αφενός ότι εκείνος στην δεύτερη συνάντηση του με τον Ξάνθο υπέδειξε τον Υψηλάντη ως αντικαταστάτη [27] του, αφετέρου ότι ο Υψηλάντης αποδέχθηκε το χρίσμα μόνο μετά από υποτιθέμενη έγκριση του Καποδίστρια. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρίες όπως αυτή της Lulu Thurheim αδελφής της συζύγου του Ρώσου Πρέσβη στην Βιέννη, φίλης του Υψηλάντη και πιθανότατα «θύματος» της «ανατολικού τύπου γοητείας» του. Στα απομνημονεύματά της υποστηρίζει ότι για την ατυχή κατάληξη του εξέγερσης του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέρος της ευθύνης φέρει ο Καποδίστριας ενώ το ίδιο υπαινίσσεται και ο De la Garde. [28] Υποστηρικτική της ίδιας άποψης είναι και η μαρτυρία του Ν. Υψηλάντη, ο οποίος μνημονεύει την διαβεβαίωση του υπουργού του Τσάρου στον αδελφό του Αλέξανδρο ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να τον συνδράμει. Μαρτυρία τελείως ασύμβατη με τα υπάρχοντα στοιχεία, την προσωπικότητα την διορατικότητα και τον πολιτικό συντηρητισμό του Κερκυραίου διπλωμάτη.

Οι παραπάνω ωστόσο μαρτυρίες μικρή σημασία έχουν συγκρινόμενες με την επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αδελφό του Αλεξάνδρου Α’ και διάδοχό του, Νικόλαο Α’. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το 1828 στην Βιέννη, όπου διέμενε ο ίδιος και τα αδέλφια του μετά από την αποφυλάκιση τους Theresienstadt, όπου φυλακίσθηκαν μετά την αποτυχημένη εξέγερση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Με την επιστολή αυτή, καθώς και με άλλες παρόμοιου ύφους, με αποδέκτες άλλους εστεμμένους της Ευρώπης, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’,[29] ζητούσε την μεσολάβησή τους στον Αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Α΄ και στον καγκελάριο Metternich, προκείμενου να αρθούν οι ποικίλοι περιορισμοί που τους είχαν επιβληθεί στην μετακίνηση στο εσωτερικό της αυστριακής αυτοκρατορίας καθώς και η απαγόρευση της εξόδου από αυτήν. Άλλωστε η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη καθιστούσε απαραίτητη την αλλαγή του τόπου διαμονής του. Με την επιστολή του 1828 παρουσίαζε την δική του εκδοχή για την ανάληψη της ηγεσίας της Φιλικής, προσπαθώντας να αποσείσει όλες τις κατηγορίες από το πρόσωπο και να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, ο οποίος από τις πρώτες ημέρες του στον θρόνο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την επανάσταση των Δεκεμβριστών.

Κατά συνέπεια πολύ μικρή συμπάθεια θα επιδείκνυε προς πρόσωπα με υπονομευτική προς το status quo δράση. Σύμφωνα με την επιστολή Υψηλάντη, ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος για τις προετοιμασίες του, τις οποίες χαρακτήρισε «καλάς και καταλλήλους» παροτρύνοντας τον παράλληλα να προχωρήσει «μη δεικνύων δισταγμόν περί της επιτυχίας». Παράλληλα, δήλωνε ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ σε συνομιλία την οποία είχαν στα ανάκτορα του Τσερσκόε Σέλο ήταν ευνοϊκός απέναντι στο ενδεχόμενο της Ελληνικής Επανάστασης. Η πιο διαφωτιστική όμως φράση της επιστολής ακολουθεί: «Αληθές ότι η Α. Μ. ωμίλει πάντοτε αορίστως αλλά πάντοτε μετ’ ευνοίας τοιαύτης, οία εξήπτε πάντοτε τας ελπίδας μου και μετέτρεπεν αυτάς εις βέβαιον μέλλον».[30] Με την φράση αυτή καταδεικνύεται η αδυναμία του ρομαντικού πατριώτη Υψηλάντη να κατανοήσει τόσο την πολιτική πραγματικότητα του 1820 όσο και τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του τσάρου, ατοπήματα πολύ δύσκολο να διαπραχθούν από τον Καποδίστρια.

Ευτύχημα θεωρώ το γεγονός ότι η έρευνα μου στο ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας με έφερε σε επαφή με ανέκδοτη επιστολή του Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια, ενισχυτική της άποψης ότι ο Καποδίστριας δεν εμπλέκεται στην επιλογή του Υψηλάντη ούτε ότι τον ενεθάρρυνε σε κάποια από της αποφάσεις του. Στην επιστολή αυτή, η οποία γράφτηκε στο Theresienstadt το 1827 και αποτελεί μια ακόμη παράκληση με στόχο την βελτίωση των συνθηκών κράτησής του, ο Υψηλάντης δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο σε παρελθούσα συνάντηση τους, δεν διατυπώνει καμία μομφή, (πράγμα το οποίο πράττει στην επιστολή του προς τον τσάρο το 1828) με την ελπίδα ίσως να τον θέσει προ των ευθυνών του. [31] Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι δεν το πράττει όχι για να κερδίσει την εύνοια του Καποδίστρια αλλά επειδή γνώριζε ότι ο λόγος του σχετικά με την Φιλική ήταν πάντα αποτρεπτικός. Θα ζητούσε άλλωστε σε αυτήν την δύσκολη στιγμή την συνδρομή του ανθρώπου στα λάθη του οποίου «οφείλω άπασας τας δυστυχίας μου» όπως έγραφε στην επιστολή του στον Αυτοκράτορα το 1828; Το ενδεχόμενο στην επιστολή του 1827 να αποσιωπά τον ρόλο του Καποδίστρια από φόβο μήπως οι πάντα εν εγρηγόρσει αυστριακές αρχές χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο της επιστολής για να ενοχοποιήσουν τον Καποδίστρια είναι απίθανο καθώς:

α) στην επιστολή του 1828 με ευκολία καταφέρεται εναντίον του Καποδίστρια αλλά και των αυστριακών αρχών

β) όπως φαίνεται από την ανέκδοτη επιστολή του 1827 ο Υψηλάντης μέσω κάποιας φίλης την οποία δεν κατονομάζει πιθανότατα είχε κάποιον τρόπο να παρακάμπτει τον έλεγχο της αλληλογραφίας του.

Προς ενίσχυση της άποψης αυτής είναι και όσα αναφέρει ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του, σύμφωνα με το οποίο συμβούλευσε τον Πρίγκιπα να κρατά τις αποστάσεις του από τους «καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες νυν το χρήμα εν ονόματι μίας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν». [32]

Η επιστολή του Υψηλάντη το 1827 συμπληρώνει την εικόνα της ιστορικής αλήθειας και σε συνδυασμό με την επιστολή του 1828 δίνει μία γεύση της δεινής θέσης και της απόγνωσης του φυλακισμένου Πρίγκιπα, του οποίου η κατάσταση της υγείας διαρκώς επιδεινωνόταν καθιστώντας απαραίτητη την άρση και των τελευταίων περιορισμών που η αυστριακή κυβέρνηση είχε επιβάλει.[33]

Συμπερασματικά το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Καποδίστρια και αργότερα από τον Υψηλάντη αναδεικνύει σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο την διάσταση των απόψεων, των τάσεων και των εκτιμήσεων λίγο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης αλλά και σε ιστοριογραφικό επίπεδο την συχνή χρήση της ιστορίας ως προκρουστείου κλίνης, με την οποία επιχειρείται να ορισθεί η έννοια του «πατριωτισμού» μονοδιάστατα. Καθώς ο τελευταίος ίσως δεν είναι συνώνυμο μόνο της υψηλαντικής ανδρείας αλλά και της καποδιστριακής συγκράτησης και περίσκεψης.

  

Υποσημειώσεις 


 

[1] Β. Παναγιωτόπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής επανάστασης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄, Αθήνα 2003, σ. 10.

[2] Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (Ι.Α.Μ.Μ.), Συλλογή εγγράφων Φιλικής Εταιρείας, Φάκελλος ½, Διπλώματα (1818-1822).

[3] Ε. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 4.

[4] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834, σ. 182.

[5] Ι. Χατζηφώτης, Άνθιμος Γαζής (1758-1828) Η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1965, σ.119.

[6] Την πληροφορία αυτή αναφέρει μόνο η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία.

[7] Ι. Καποδίστριας, Απομνημονεύματα (Αυτοβιογραφία). Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Αθήνα 1986, σ. 82.

[8] C. M. Woodhouse, Capodistria. The founder of Greek Independence, Λονδίνο 1973, σσ. 162-163.

[9] Ελ. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης, Αθήνα 2005, σ.83.

[10] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1813-1822), τόμος Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 59-60.

[11] Καποδίστριας, ό, π., σ.59.

[12] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 57.

[13] Καποδίστριας, ό. π., σ. 111.

[14] Καποδίστριας, ό. π., σ. 128.

[15] Τ. Κανδηλώρου, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926, σ. 149.

[16] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 97

[17] Αρχείον Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α΄, Αθήνα 2000, σ. νβ΄.

[18] Αρχείον Ξάνθου, ό. π., τ. Β΄, σ. 72

[19] Ξάνθος, ό. π., σσ. 16-17.

[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄, Αθήνα 1859, σ. 29.

[21] Ε. Μωραϊτίνης Πατριαρχέας, Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, Αθήνα 1986, σσ. 213-214.

[22] Ξάνθος, ό. π., σ. 16

[23] Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας. Έρευναι εις τα Αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Αθήνα 1965, σ. 102.

[24] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 124.

[25] Ξάνθος, ό. π., σ. 16.

[26] Παναγιωτόπουλος, ό. π., σ. 28.

[27] Θ. Μακρής, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η προκυβερνητική πατριωτική του δράσις, Κέρκυρα 1964, σ. 156.

[28] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 107.

[29] Ar. Moutafidou, «Alexandros Ypsilantis in Theresienstadt. Preußen, Metternich und der russische Faktor», Südost-Forschungen, 63/64 (2004/2005), 232-244.

[30] Π. Ροδάκης, Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Φιλική, Αθήνα 1996, σ. 226.

[31] Γ. Α. Κ., Κέρκυρας, Αρχείο Ι. Α. Καποδίστρια, Φακ. 488, Αλληλογραφία Αλεξ. Υψηλάντη.

[32] Καποδίστριας, ό. π., σ. 130

[33] Moutafidou, ό. π., σ. 244.

 

Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου

Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Βελλίνης Γεώργιος (†1840)


 

Γεώργιος Βελλίνης: Εμπνευσμένος κληρικός, φιλικός και αγωνιστής του 1821 από το Ναύπλιο. Το 1810 ήταν εφημέριος στο Πλατανίτι Ναυπλίου. Οι Τούρκοι γρήγορα διαπίστωσαν την πατριωτική του δράση, έτσι το 1820 αναγκάστηκε να καταφύγει στο Γαλάζιο της Μολδαυΐας. Πήρε μέρος στην Επανάσταση της Μολδοβλαχίας, που κήρυξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το Φεβρουάριο του 1821 και μετά το άδοξο τέλος της πήγε στην Τεργέστη και κατόπιν ήλθε στο Ναύπλιο, όπου έγινε πρωθιερέας στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Πήρε μέρος στην Επανάσταση στην Αργολίδα, εμψυχώνοντας τούς πολεμιστές στα γύρω στρατόπεδα. Πήρε μέρος επίσης και στην τελευταία έφοδο του Στάϊκου Σταϊκόπουλου εναντίον των Τούρκων του Παλαμηδίου, η οποία και κατέληξε στην άλωσή του, στις 30 Νοεμβρίου 1822. Την ίδια μέρα τέλεσε την πρώτη ευχαριστήρια λειτουργία και δοξολογία στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται στο Παλαμήδι, χρησιμοποιώντας τα ιερά σκεύη του ναού της Αγίας Παρασκευής. Μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου ο Γεώργιος Βελλίνης ξαναγύρισε στη θέση του ως πρωθιερέας του ναού του Αγίου Γεωργίου και έγινε έφορος και δημογερόντων Ναυπλίου. Πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 1840 στο Ναύπλιο και τάφηκε μέσα στο ναό, κάτω από το Άγιο Βήμα.

Γιος του ήταν ο Σπυρίδων Βελλίνης , λόγιος και εκδότης της «Ιστορίας της Ελλάδας από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1821», που εξέδωσε το 1856.

 

Πηγές


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • «Ποικίλη Στοά», Εθνικόν Ημερολόγιον 1887, σελ. 293-294, Αθήναι.

Read Full Post »

Οι έφιπποι ανδριάντες του Κολοκοτρώνη – Η υπαίθρια γλυπτική


 

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου – Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας – Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη – Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας – Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος.

 

Η γλυπτική από τη φύση της εκπληρώνει το υψηλότερο όραμα της τέχνης. Την υπέρβαση της φθοράς και του θανάτου, την κατάκτηση της αιωνιότητας, τη διάρκεια. Λόγω της αντοχής των υλικών της, προοριζόταν κυρίως για τον ανοιχτό, υπαίθριο χώρο. Τα υπαίθρια γλυπτά έχουν αξία καλλιτεχνική αλλά και διδακτική, γιατί προβάλλουν πρότυπα και συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Λόγω της καλλιτεχνικής και της ιστορικής τους σημασίας θεωρούνται και είναι μνημεία, αφού με τον όρο «μνημείο» χαρακτηρίζεται ένα αντικείμενο που χρησιμεύει στη διαιώνιση της μνήμης ενός ή πολλών προσώπων, ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Μνημείο γίνεται ό,τι αξίζει να διασωθεί από τη λήθη και να μείνει στη μνήμη.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Τα δημόσια γλυπτά είναι μια ξεχωριστή κατηγορία έργων τέχνης. Θα τα βρούμε στις πλατείες, στα πάρκα, σε κάθε είδους δημόσιους χώρους, σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Το γλυπτό έργο τέχνης  φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού του, τοποθετείται σε χώρο, που γίνεται το άμεσο περιβάλλον του και  καλείται  να «συνομιλήσει» με το θεατή. Η επιλογή του χώρου είναι καθοριστική για το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα και την ένταξη του γλυπτού στο περιβάλλον. Τα κριτήρια επιλογής του αφορούν είτε την ιστορική σύνδεση του χώρου με το τιμώμενο πρόσωπο ή γεγονός, είτε αρχιτεκτονικές και χωροταξικές παραμέτρους. Τη συνολική, βέβαια, εικόνα του γλυπτού επηρεάζουν οι διαρρυθμίσεις του περιβάλλοντος χώρου, το πράσινό, ο φωτισμός, η κυκλοφορία και η κίνηση των πεζών καθώς και το βάθρο, το οποίο άλλοτε αναβαθμίζει και άλλοτε υποβαθμίζει το έργο τέχνης.

Οι έφιπποι ανδριάντες είναι μνημειακές παρουσιάσεις ενός ιππέα με το άλογό του σε ποικίλους βηματισμούς. Είναι Φιλοτεχνημένοι κυρίως σε ορείχαλκο, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητά τους. Το παλαιότερο σωζόμενο έφιππο άγαλμα ανήκει στην αρχαϊκή εποχή και είναι ο επονομαζόμενος «Ιππέας Rampin», που είχε βρεθεί σε μια πλαγιά της Ακρόπολης των Αθηνών. Έχει φιλοτεχνηθεί από μάρμαρο γύρω στο 560 π. Χ. και απεικονίζει κούρο ιππέα πάνω στο άλογό του.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Στην αρχαία Ρώμη έφιπποι ανδριάντες αναγείρονταν προς τιμήν αυτοκρατόρων, πολιτικών ανδρών και στρατιωτικών ηγετών. Σήμερα το μόνο σωζόμενο δείγμα της εποχής εκείνης είναι ο μπρούντζινος έφιππος ανδριάντας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, που χρονολογείται από το 2ο μ. Χ. αιώνα. Παλαιότερα, ο ανδριάντας στεκόταν σ’ ένα βάθρο στο κέντρο της Πλατείας του Καπιτωλίου στη Ρώμη, που είχε διαμορφώσει το δέκατο έκτο αιώνα ο Μιχαήλ Άγγελος. Σήμερα στο κέντρο της πλατείας υπάρχει ένα αντίγραφο του έφιππου ανδριάντα του Μάρκου Αυρηλίου, ενώ το πρωτότυπο φυλάσσεται στο Μουσείο του Καπιτωλίου.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Από τα σημαντικότερα δείγματα έφιππων ανδριάντων της αναγεννησιακής Ευρώπης είναι ο χάλκινος ανδριάντας του Βενετσιάνου Έρασμο ντα Νάρνι, γνωστού ως Γκαταμελάτα, φιλοτεχνημένος από το Φλωρεντινό γλύπτη Ντονατέλο, που βρίσκεται σήμερα στην  Πάντοβα της Ιταλίας. Το άγαλμα αυτό στήθηκε στο βάθρο του το 1453 και απεικονίζει τον Γκαματελάτα με πανοπλία και με σκήπτρο εξουσίας στο υψωμένο δεξί του χέρι. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους έφιππους ανδριάντες της Αναγέννησης, αφού υπήρξε ο πρόδρομος όλων των έφιππων μνημείων, που φιλοτεχνήθηκαν έκτοτε.

Στα νεότερα χρόνια της ευρωπαϊκής ιστορίας, έφιπποι ανδριάντες αυτοκρατόρων, βασιλιάδων, ηγεμόνων και στρατιωτικών ηγετών, φιλοτεχνημένοι κυρίως από χαλκό, συνωστίζονται στις ευρωπαϊκές πόλεις. Χαρακτηριστικός είναι ο έφιππος ανδριάντας του Μεγάλου Πέτρου, επονομαζόμενος «Μπρούτζινος Καβαλάρης», στην Πλατεία  των Δεκεμβριστών στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας

Στη νεότερη Ελλάδα η υπαίθρια γλυπτική με έφιππους ανδριάντες σε δημόσιους χώρους είναι διαδεδομένη και σήμερα υπάρχουν συνολικά 15 έφιπποι ανδριάντες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, που στήθηκαν όλοι κατά τον 20ο αιώνα.

Συγκεκριμένα ο ανδριάντας του Βασιλιά Κωνσταντίνου, φιλοτεχνημένος το 1938, στην είσοδο του Πεδίου του Άρεως στην Αθήνα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1966) στον Κήπο του Ζαππείου, απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο στην Αθήνα, του στρατάρχη και πρωθυπουργού της Ελλάδας Αλέξανδρου Παπάγου στη λεωφόρου Μεσογείων στην Αθήνα, του στρατηγού Στέφανου Σαράφη (2001) στον Άλιμο Αττικής του Βασιλιά Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη, ο μοναδικός στην Ελλάδα έφιππος ανδριάντας από μάρμαρο,  ο ανδριάντας του Μωχάμετ  Άλυ στην Καβάλα, που στήθηκε το 1934, δύο έφιπποι ανδριάντες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Παραλία της Θεσσαλονίκης (1973)  και στην Έδεσσα,  του Νικολάου Πλαστήρα (1987) στην Καρδίτσα, του βασιλιά Πύρρου της Ηπείρου στην  Άρτα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1990) στο Μαυρομμάτι Καρδίτσας, γενέτειρα του Καραϊσκάκη, και πιο πρόσφατος  (2010) έφιππος ανδριάντας του Συνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή,  ήρωα του 1940 στο αλβανικό μέτωπο, στην Πλατεία Φριζή στη Χαλκίδα.

Τιμητική θέση στον τομέα αυτό έχει ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός γέρος του Μωριά, με τέσσερις συνολικά έφιππους ανδριάντες. Έναν στο Ναύπλιο (1901) και έναν στην Αθήνα (1904) φιλοτεχνημένους από τον ίδιο γλύπτη, το Λάζαρο Σώχο, έναν στην Τρίπολη (1971), έργο του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου, και έναν στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας, γενέτειρας του Κολοκοτρώνη (2007).

 

Ο Λάζαρος Σώχος

 

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο μαζί με το αντίστοιχό του στην Αθήνα φιλοτέχνησε ο ίδιος γλύπτης, ο Λάζαρος Σώχος (1862-1911), ένας διακεκριμένος Έλληνας γλύπτης του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1862 στο χωριό Υστέρνια της Τήνου από φτωχή αγροτική οικογένεια. Σε ηλικία εννέα ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και πήγε στην Κωνσταντινούπολη σε κάποιο θείο του, λιθοξόο το επάγγελμα. Μπήκε στην τέχνη και έμαθε τα βασικά στοιχεία της γλυπτικής, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην καλλιτεχνική σχολή του Γάλλου Guillement, όπου κατέκτησε αμέσως τον θαυμασμό και την εκτίμηση των δασκάλων του και γνωρίστηκε με τη συμμαθήτριά του Θηρεσία Γ. Ζαρίφη, κόρη του τραπεζίτη Γεωργίου Ζαρίφη, που ανέλαβε την υποστήριξη των πρώτων δημιουργικών του προσπαθειών.

Όταν ο Guillemet πέθανε και η σχολή του έκλεισε, ο Σώχος, με μόνο εφόδιο μια συστατική επιστολή, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να παρακολουθήσει μαθήματα γλυπτικής στο Πολυτεχνείο με δάσκαλο το Λεωνίδα Δρόση, στο εργαστήριο του οποίου εργαζόταν με ευτελές ημερομίσθιο, και ζωγραφικής κοντά στο συμπατριώτη του Νικηφόρο Λύτρα. Τα έξοδα των αθηναϊκών σπουδών του κάλυπτε, ως ένα βαθμό, το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου, με τη χορήγηση υποτροφίας ύψους 30 περίπου δραχμών μηνιαίως. Τελικά αποφοίτησε με άριστα σε όλες τις τάξεις γλυπτικής και ζωγραφικής. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του το 1881, με τη βοήθεια της Θηρεσίας Γ. Ζαρίφη, η οποία τώρα ήταν κυρία Α. Βλαστού, ο Σώχος πήγε στο Παρίσι για μετεκπαίδευση και έγινε ο πρώτος Έλληνας εικαστικός που σπούδασε στο εξωτερικό. Στο Παρίσι διακρίθηκε και κέρδισε σε διάφορους διαγωνισμούς συνολικά δεκαεπτά αργυρά και χάλκινα μετάλλια προόδου.

Το 1901 επέστρεψε στην Ελλάδα  και το 1908 γίνεται καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην οποία δίδαξε Πλαστική  ως το 1911. Έργο του ήταν η αναστήλωση του Λέοντα της Χαιρώνειας. Φιλοτέχνησε επίσης πολλά έργα, τα οποία όλα σχεδόν κατά καιρούς βραβεύτηκαν. Στα σημαντικότερα δημιουργήματά του συγκαταλέγονται: ο Κολοκοτρώνης, που βραβεύτηκε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης, τα μνημεία του Παύλου Μελά και του Ανδρέα Συγγρού, η προτομή του Αδαμάντιου Κοραή, η οποία βρίσκεται στη Γαλλία, και τα δύο ανάγλυφα που βρίσκονται στην βάση του Ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην Αθήνα. Ο Λάζαρος Σώχος άφησε την τελευταία του πνοή το 1911.

  

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου

 

Ένα από τα σπουδαιότερα έργα νεοελληνικής γλυπτικής, που φέρει την υπογραφή του Τήνιου γλύπτη Λάζαρου Σώχου, είναι ο μνημειακός έφιππος ανδριάντας του ήρωα της Eλληνικής Eπανάστασης, Θεόδωρου Kολοκοτρώνη , που δεσπόζει στο κέντρο του πάρκου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής.

Το  1884, σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του Κολοκοτρώνη, που έφυγε από τη ζωή το 1843,  στο Ναύπλιο αποφασίστηκε η ανέγερση έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. O Θ. Κολοκοτρώνης (1770-1843), μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του αγώνα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Τούρκους, μεγάλος στρατηγός και πρωταγωνιστής της Επανάστασης του 1821, είχε μακρά σχέση με την πόλη του Ναυπλίου.  Σε αυτόν παραδόθηκε η πόλη μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους και εδώ έζησε επί αρκετά χρόνια, όπως και άλλοι γνωστοί οπλαρχηγοί. Μάλιστα, για την προσφορά του, του είχε παραχωρηθεί σπίτι στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς και κτήματα στην είσοδο της πόλης στη σημερινή οδό Άργους, μαζί με το εκκλησάκι των Aγίων Θεοδώρων, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ωστόσο ο Κολοκοτρώνης συνδέεται με το Ναύπλιο και με μια από τις πιο πικρές στιγμές της ζωής του, αφού στο Ναύπλιο συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο (1834) για συνομωσία κατά της Αντιβασιλείας και παρέμεινε φυλακισμένος στο Παλαμήδι ως το 1835.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ύστερα από καλλιτεχνικό διαγωνισμό, που προκήρυξε ο τότε Δήμαρχος Ναυπλίου Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, ένας δήμαρχος που εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα,  προκηρύχτηκε η κατασκευή ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το 1891 εκτέθηκαν τα προπλάσματα των υποψηφίων στη Βίλα Τζούλια της Ρώμης και στο διαγωνισμό προκρίθηκε ο Σώχος, στον οποίο τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε η δημιουργία του μνημείου. Το γύψινο πρόπλασμα  του  Σώχου  βράβευσε η Ακαδημία της Pώμης, ενώ εκτέθηκε επίσης στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, όπου και πήρε το πρώτο βραβείο. O Henri Jouin μάλιστα, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού, εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα «Eστία».

Tο χρηματικό ποσό για την κατασκευή του ανδριάντα ήταν ιδιαίτερα υψηλό και χρειάστηκε να γίνει  πανελλήνιος έρανος για τη συγκέντρωσή του. O ανδριάντας δουλεύτηκε στο Παρίσι τα χρόνια 1891–1895, στο εργαστήριο που είχε παραχωρήσει στο Σώχο ο Γάλλος καθηγητής του στη Σχολή Kαλών Tεχνών Antoine Mercie στο boulevard  Saint–Michel. Η χύτευση του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη έγινε σε δύο αντίτυπα  από ορείχαλκο (κράμα χαλκού). Το υλικό προερχόταν από κανόνια της Επανάστασης, που υπήρχαν στο Κάστρο του Παλαμηδίου.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Ο Σώχος για να αποδώσει τον Κολοκοτρώνη μελέτησε τα πρόσωπα των εν ζωή συγγενών του, διάβασε τα απομνημονεύματά του, είδε τη φορεσιά και τον οπλισμό του, που διατηρούνται στο Εθνικό Μουσείο, και μελέτησε ακόμη και την ιπποσκευή του. Απέδωσε έτσι ρεαλιστικά και με ιστορική αλήθεια όλες τις εξωτερικές λεπτομέρειες, αλλά κυρίως απέδωσε το θάρρος και τα ιδανικά σε ένα άγαλμα, που κοσμεί την Ελλάδα με το μεγαλείο του και τις ιδέες που συμβολίζει. O «Γέρος του Mοριά» παριστάνεται έφιππος με το αριστερό χέρι να κρατάει τα ηνία του αλόγου και με το δεξί να δείχνει προς τα εμπρός. Tο σύνολο του έργου είναι επιβλητικό και η αγέρωχη μορφή του Κολοκοτρώνη αποπνέει μνημειακότητα.

Ο Κολοκοτρώνης ευθυτενής ιππεύει αρσενικό άλογο, κρατά με το αριστερό χέρι τα χαλινάρια και με το δεξί τεντωμένο δείχνει μπροστά. Το κεφάλι του Κολοκοτρώνη είναι στραμμένο προς τα αριστερά. Όλη η ένταση της σύνθεσης συγκεντρώνεται στο δείκτη του δεξιού χεριού, που είναι τεντωμένος ίσια μπροστά. Το κεφάλι στρέφεται στους άλλους αγωνιστές, τους δείχνει το στόχο που πρώτος έχει αντιληφθεί, τους δείχνει σαν στρατηγός τον εχθρό, που πρέπει να πολεμήσουν. Όλη η στάση του εκφράζει δύναμη, ορμή και αποφασιστικότητα. Ο δείκτης του χεριού χαράσσει συμβολικά το δρόμο μπροστά, δείχνει το μέλλον. Εκφράζει το όραμα της ελευθερίας που κατακτιέται με αγώνες και θυσίες.

Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με μακριά μαλλιά που πέφτουν κυματιστά στους ώμους του και με μακρύ παχύ μουστάκι. Φορά πλούσια φουστανέλα, φαρδυμάνικη πουκαμίσα, φαρδύ ζωνάρι με τα άρματά του, μεγάλο τοξωτό σπαθί που κρέμεται αριστερά. Κάθεται σε στολισμένη σέλα, πατά σε αναβολείς και φορά σπιρούνια. Τα λουριά της σέλας και τα ηνία στο κεφάλι του αλόγου είναι στολισμένα με φούντες. Ο Κολοκοτρώνης φορά επίσης μια εντυπωσιακή αρχαιοπρεπή περικεφαλαία.

Γραμματόσημο - Έφιππος Κολοκοτρώνης

Γραμματόσημο – Έφιππος Κολοκοτρώνης

Από έγγραφα της εποχής ήταν γνωστό πως ο Σώχος, αφού έκανε την απαραίτητη έρευνα, επιθυμούσε να φιλοτεχνήσει τον Κολοκοτρώνη με την αυθεντική του μορφή ασκεπή, χωρίς κάλυμμα κεφαλιού, προκειμένου να φαίνεται η γνωστή του χαίτη, όπως φαίνεται και στο γνωστό μας πεντοχίλιαρο, που εκδόθηκε το 1984. Οι πιέσεις όμως ήταν έντονες, διότι η Επιτροπή λαχταρούσε έναν επιβλητικό ήρωα και όχι έναν απλό πολεμιστή, πόσο μάλλον με μακριά μαλλιά και ξυρισμένο εμπρός το κεφάλι, πράγμα που συνήθιζαν οι Αρβανίτες. Έτσι αναγκάζουν το γλύπτη να φορέσει στο Γέρο περικεφαλαία και μάλιστα βαριά, αρχαιοπρεπή, και έτσι τελικά ο ήρωας απέκτησε την εντυπωσιακή και όλο μεγαλείο περικεφαλαία του.

Δε γνωρίζαμε ούτε τις αντιδράσεις, ούτε τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, γι αυτή την επιβολή στην εικαστική του άποψη, μέχρι το 2002, όπου κατά τις εργασίες συντήρησης του ανδριάντα της Οδού Σταδίου στην Αθήνα από την αρχαιολογική υπηρεσία, αποκαλύφθηκε η ακόλουθη επιγραφή στην περικεφαλαία και το  εσωτερικό της χαίτης: Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909. Δεν είναι γνωστό εάν η ίδια σκωπτική επιγραφή υπάρχει και στο άγαλμα του Ναυπλίου, αλλά το περίεργο είναι το πώς αυτή η επιγραφή έχει χρονολογία το 1909, ενώ είναι γνωστό πως τοποθετήθηκε σε αυτή τη θέση το 1904.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Το γλυπτό  του Ναυπλίου χυτεύθηκε στο ίδιο χυτήριο µε το γλυπτό της  Αθήνας. Και τα δύο γλυπτά χυτεύθηκαν  κατά τµήµατα, τα οποία συναρμολογήθηκαν πιθανώς επί τόπου. Μια επιθεώρηση στο άγαλμα του Ναυπλίου αποδεικνύει την ύπαρξη 5 τµηµάτων:  την κεφαλή και το λαιµό  του αλόγου (µέχρι το µέσο του στήθους), το ανώτερο τµήµα του σώµατος του Κολοκοτρώνη µε την Περικεφαλαία, το κατώτερο  τµήµα του σώµατος  του Κολοκοτρώνη, τα πόδια του αλόγου και τη συµφυή  μεταλλική  βάση  και τέλος την ουρά και το µπροστινό αριστερό πόδι του αλόγου.

Η επιλογή του Σώχου να παραστήσει τον Κολοκοτρώνη έφιππο δεν έγινε απλά, για να προσδώσει κύρος και μεγαλοπρέπεια. Το άλογο το χρησιμοποιούσε καθημερινά ο Κολοκοτρώνης. Ήταν βασικό στοιχείο γρήγορης μετακίνησης και αιφνιδιασμού στον ανταρτοπόλεμο, που κυρίως διεξήγαγε νικηφόρα απέναντι σε έναν πολυάριθμο εχθρικό στρατό. Αυτός και οι συμπολεμιστές του ήταν συνεχώς ανεβασμένοι στα άλογά τους, έτσι που στα δημοτικά μας τραγούδια μεταφέρεται πως: Καβάλα παν, στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν’ αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι.

Το μεγαλόσωμο άλογό του έχει ακριβώς την ίδια στάση, την ίδια θέληση, την ίδια αποφασιστική ορμή με τον ιππέα του. Έχει περήφανα όρθιο τον λαιμό του και προβάλλει το μέτωπο επιθετικά. Έχει σηκωμένο το αριστερό μπροστινό πόδι του σε ελαφρύ βηματισμό και ανασηκωμένο το πίσω δεξιό. Δεν πατά και με τα τέσσερα πόδια του σταθερά και ήρεμα στη γη. Τα υψωμένα πόδια δεν δείχνουν μόνο κίνηση και ανησυχία. Από ορισμένους αυτή η κίνηση θεωρείται συμβολισμός της σχέσης του αναβάτη με τον ηρωισμό και τον ένδοξο θάνατο στη μάχη. Συνθετικά ο κάθετος άξονας του κεφαλιού του αλόγου δένει αρμονικά με τα δύο κάθετα σίγουρα πόδια και έρχεται σε αντίθεση με τη γεμάτη δύναμη καμπύλη του λαιμού, αλλά και τις μυώδεις καμπύλες της ράχης, του λαιμού και της κοιλιάς του αλόγου, ιδίως όταν παρατηρούμε το άλογο από το πλάι.

Η στάση του αλόγου του Κολοκοτρώνη  θεωρείται περίεργη, γιατί στη διεθνή γλυπτική γλώσσα είναι γνωστό ότι, εάν το άλογο του έφιππου ατόμου έχει και τα δυο μπροστινά του πόδια στον αέρα, σημαίνει πως αυτό το άτομο πέθανε στη μάχη. Εάν το άλογο πατά στη γη το ένα του μπροστινό πόδι και έχει το άλλο πόδι στον αέρα, τότε αυτός πέθανε αργότερα, από τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια των μαχών. Εάν το άλογο έχει και τα τέσσερα πόδια στη γη, τότε το άτομο αυτό απεβίωσε από φυσικό θάνατο.

Κι όμως το άλογο του έφιππου Κολοκοτρώνη έχει το ένα του πόδι στον αέρα, αν και είναι γνωστό πως ο Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από τραύματα της μάχης, αλλά στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μετά το γλέντι για το γάμο του μικρού του γιου Κολίνου (Κωνσταντίνου). Ίσως καλλιτέχνης και Αρχές ήθελαν να αποτίσουν ένα αιώνιο φόρο τιμής στον ηρωικό άντρα και παρέβλεψαν του κανόνες της διεθνούς γλυπτικής πρακτικής.

Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο Παρίσι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1895 και παρέμεινε πέντε χρόνια στις αποθήκες του Οπλοστασίου του Ναυπλίου, που ήταν μονάδα του Στρατού με σκοπό την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών,  η οποία άρχισε τη λειτουργία της μετά την Επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τον 19ο αιώνα.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Tα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν στις 23 Απριλίου του 1901, όταν Δήμαρχος Ναυπλίου ήταν ο πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη, δικηγόρος Δημήτριος Τερζάκης (1899-1903), που διατέλεσε και βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος. Τοποθετήθηκε στο Βοτανικό Κήπο του Ναυπλίου, που από τότε ονομάστηκε Πάρκο Κολοκοτρώνη. Το άγαλμα έχει ύψος  4,30 μέτρα και το βάρος του φτάνει τους 5 τόνους. Το βάθρο ήταν δωρεά του Ν. Κωτσάκη, σχεδιάστηκε στο Παρίσι από τους αδελφούς Tιερό, ανατέθηκε στο γλύπτη Ι. Καρακατσάνη και στον αρχιτέκτονα Α. Νικολούδη και κατασκευάστηκε το 1900 στο αθηναϊκό μαρμαρογλυφείο του Iωάννη Xαλδούπη. Στις γωνίες του σιδερένιου κιγκλιδώματος, που περιβάλλει το βάθρο του αγάλματος, είναι τοποθετημένα στο έδαφος 4 κανόνια που από χρονολογία που αναγράφεται επάνω σ’ ένα απ’ αυτά είναι κατασκευασμένα το 1670.

 

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

 

Μετά από 100 και πλέον χρόνια Ανδριάντας και βάθρο εμφάνισαν φθορές, όπως αλλοιώσεις και θραύσεις του βάθρου, επικαθίσεις αιθάλης από την ατμοσφαιρική ρύπανση, εμφάνιση σκουριάς στους μεταλλικούς συνδέσμους, ρηγματώσεις και απώλειες υλικού και βανδαλισμούς. Και το κυριότερο. Διαπιστώθηκε πως υπάρχει μικρή μετακίνηση του ανδριάντα από το βάθρο από δυναμική καταπόνηση κατά το παρελθόν (ίσως από σεισμό), γεγονός που σε συνδυασμό με την οξείδωση των μεταλλικών συνδέσμων του βάθρου προκάλεσε ανησυχία. Για το λόγο αυτό έγινε προσωρινή στερέωση του γλυπτού με τη βοήθεια γερανοφόρου οχήματος, προκειμένου να αποφευχθεί πτώση του μνημείου και ατύχημα από κάποιο σεισμό.

Το Σεπτέμβρη του 2013 ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο χαρακτηρίστηκε μνημείο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και μετά από αυτοψία στελεχών του υπουργείου Πολιτισμού, που πραγματοποιήθηκε στο πάρκο Κολοκοτρώνη,  δρομολογήθηκαν οι απαραίτητες εργασίες για την αποκατάστασή του με την απομάκρυνση του γλυπτού από τη βάση του και την επανατοποθέτησή του μετά την επισκευή του.

Συνεργεία του Υπουργείου Πολιτισμού αποκόλλησαν το άγαλμα του Κολοκοτρώνη από την μαρμάρινη βάση του και το κατέβασαν για την απαραίτητη συντήρηση την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013. Συνολικά 7 μήνες διήρκεσαν οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης των φθορών του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της μαρμάρινης βάσης του. Επανατοποθετήθηκε στις 2 Μαΐου 2014. Η επανατοποθέτηση του αγάλματος στην μαρμάρινη βάση του έγινε από ειδικό γερανοφόρο όχημα. Την επίβλεψη των εργασιών και την όλη προετοιμασία έκανε ο μηχανικός Γεώργιος Μπινιάρης.

 

 Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας

 

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Όμοιος ανδριάντας, έργο του ίδιου γλύπτη, υπάρχει και στην Aθήνα, μπροστά από το κτίριο της Παλαιάς Bουλής. O Λάζαρος Σώχος είχε κατασκευάσει και δεύτερο γύψινο πρόπλασμα του έφιππου Κολοκοτρώνη, πανομοιότυπο μ’ εκείνο του ανδριάντα του Ναυπλίου. Σκέφτηκε πως το δεύτερο αυτό έργο του έπρεπε να στηθεί  στην Aθήνα και έγραψε στον εξάδελφό του δικηγόρο Ξενοφώντα Σώχο ότι το προσφέρει δωρεάν, αρκεί να καταβληθεί το αντίτιμο του ορείχαλκου, για να χυτευθεί σε χαλκό το γύψινο πρόπλασμα. Έπειτα από αναφορά Aθηναίων δημοτών προς τον τότε δήμαρχο Aθηναίων Σπυρίδωνα Mερκούρη και προς το Δημοτικό Συμβούλιο και μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να αγοραστεί το πρόπλασμα του ανδριάντα από Γάλλο πολίτη, το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηνών αποφάσισε το 1900 να εγκρίνει αρχικά ποσό 5.000 δραχμών από δημοτικούς πόρους για την αγορά του προπλάσματος και επιπλέον τη σύσταση ερανικής επιτροπής με πρόεδρο τον αντιεισαγγελέα του Aρείου Πάγου Kωνσταντίνο Mανιάκη και γραμματέα το δικηγόρο Iωάννη Mακρόπουλο, για να συγκεντρώσει με πανελλήνιους εράνους τα υπόλοιπα χρήματα ύψους 16.000 φράγκων για την κάλυψη του συνολικού ποσού αγοράς και χύτευσης του αγάλματος.

Κατασκευάστηκε το 1900 στο Παρίσι και στήθηκε το 1904 στην Αθήνα. Υπήρξε μάλιστα διαφωνία για τον τόπο, όπου θα τοποθετηθεί το άγαλμα. Ο Δήμος Αθηναίων πρότεινε να στηθεί μπροστά στο Ζάππειο Μέγαρο, ενώ η Νομαρχία Αθηνών μπροστά στην Παλαιά Βουλή επί της οδού Σταδίου. Η Νομαρχία τελικά ενέκρινε την πλατεία Κολοκοτρώνη, όπως ήταν και η γνώμη του καλλιτέχνη, ο οποίος προτίμησε τη δεύτερη θέση και απέρριψε το Ζάππειο, καθώς θεώρησε ανάρμοστη την προβολή του γλυπτού στον Παρθενώνα. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε τελικά στη μικρή πλατεία μπροστά στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, που ονομάστηκε έκτοτε πλατεία Κολοκοτρώνη, αφού απορρίφθηκε έφεση του Δήμου κατά της απόφασης της Νομαρχίας. Άλλωστε στην περιοχή αυτή μετά το 1835 ο Κολοκοτρώνης έχτισε σπίτι, στη διασταύρωση των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Το Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου, που είναι ένα εντυπωσιακό κτίριο και αποτελεί ένα από τα πιο ιστορικά κτίσματα της Αθήνας, καθώς και ο περιβάλλων χώρος του, η πλατεία Κολοκοτρώνη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία για έναν σχεδόν αιώνα. Το οίκημα αυτό το 1834 αποτέλεσε προσωρινή κατοικία του βασιλιά Όθωνα. Το 1835 προστέθηκε μια μεγάλη οκταγωνική αίθουσα χωρητικότητας 200 και πλέον ατόμων για επίσημες τελετές και δεξιώσεις, η οποία  χρησιμοποιήθηκε για πάνω από μία δεκαετία (1843-1854) ως χώρος συνεδριάσεων της Βουλής και της Γερουσίας, μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Στις 18 Μαρτίου 1843 πραγματοποιήθηκε  εκεί η πανηγυρική συνεδρίαση της Βουλής, κατά την οποία ο Όθωνας ορκίστηκε υπακοή στο σύνταγμα αναγνωρίζοντας το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχία.   Τον Οκτώβριο του 1854 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά και τον Αύγουστο του 1858 ξεκίνησαν οι διαδικασίες κατασκευής νέου κτιρίου. Παράλληλα αποφασίστηκε η μετατροπή της πρόσοψης από διώροφη σε μονώροφη για οικονομικούς λόγους. Η οικοδόμηση περατώθηκε το 1871 και στις 11.09.1875 το κτίριο στεγάζει και πάλι τις λειτουργίες της Βουλής.

Από το 1931 η Βουλή φιλοξενείται πλέον στο κτίριο στο οποίο στεγάζεται μέχρι και σήμερα, ενώ στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής λειτούργησε το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Έπειτα από κάποιες καταστροφές που υπέστη το κτίριο αναπαλαιώνεται εκ νέου με σκοπό να στεγάσει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σήμερα η Παλαιά Βουλή είναι αρχιτεκτονικό κόσμημα στο κέντρο των Αθηνών. Η μεγαλοπρεπής αίθουσα των συνεδριάσεων αποτελεί χώρο ιστορικής μνήμης, αλλά και κατάλληλη στέγη για σημαντικές εκδηλώσεις ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Στην πλατεία Κολοκοτρώνη δεσπόζει ο έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ενώ μαρμάρινοι ανδριάντες δύο από τους σημαντικότερους πολιτικούς του 19ου αι. κοσμούν τον περίβολο του Μεγάρου. Ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, που τοποθετήθηκε στο προαύλιο της Παλαιάς Βουλής το 1920 σε κηπάριο προς την οδό Σταδίου μπροστά από την είσοδο του κτιρίου και μεταφέρθηκε το 1954 στη σημερινή του θέση στο πλάι του κτιρίου. Και ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1905 στα σκαλιά του Μεγάρου,  έργο του γλύπτη Γεωργίου Δημητριάδη, που τοποθετήθηκε στον περίβολο του Μεγάρου (ΒΑ γωνία) το 1931 και μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση το 1954.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Η αρχική θέση του αγάλματος ήταν στην γωνία Σταδίου και Κολοκοτρώνη. Η τοποθέτηση αυτή έδωσε φυσικά και την ονομασία στον γειτονικό δρόμο. Η διαμόρφωση της πλατείας και η λειτουργία της Παλαιάς Βουλής ως Μουσείου ανάγκασαν σε μετακίνηση του ανδριάντα στη σημερινή του θέση (στην είσοδο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου) το Φεβρουάριο του 1954.

Το άγαλμα είναι από ορείχαλκο (κράμα χαλκού) και ακολουθεί την παράδοση αυτού του τύπου αγαλμάτων. Έχει συνολικό ύψος περίπου 9 µέτρα  μαζί με το  βάθρο και είναι επιβλητικό πάνω στο ψηλό βάθρο του. Ο στρατηγός παριστάνεται έφιππος σε ηγετική στάση και ο θεατής πλησιάζοντας υποβάλλεται από το μέγεθος και το ύψος του. Το άγαλμα μας θυμίζει πάντα ότι την ελευθερία που απολαμβάνουμε οι σύγχρονοι Έλληνες τη χρωστάμε στους αγώνες και στην αυτοθυσία του ήρωα Κολοκοτρώνη και των άλλων ηρώων της επανάστασης, τους επώνυμους, αλλά και τους αφανείς. Για την απόδοση της μορφής του ήρωα ο γλύπτης μελέτησε πέρα από τα απομνημονεύματα, την ενδυμασία και τον οπλισμό του. Ιδιαίτερα για την απόδοση του προσώπου, πέρα από φυσιογνωμική μελέτη των συγγενών του, χρησιμοποίησε εκμαγείο που είχε ληφθεί από το νεκρό Κολοκοτρώνη και σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, λίγα μέτρα πίσω από τον ανδριάντα. Το κεφάλι είναι στραμμένο προς τα πίσω σαν να απευθύνεται στους ενόπλους αγωνιστές που τον ακολουθούν, για να βεβαιωθεί ότι βλέπουν τον εχθρό. Με τον τρόπο αυτό μαζί με την κίνηση που δίνει στην μορφή μεταφέρει και τον χαρακτήρα του αεικίνητου πολεμιστή και ικανού στρατηλάτη που είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης.

Το δεξί του χέρι είναι τεντωμένο μπροστά και οριζόντια. Ο δείκτης δείχνει προς ορισμένη κατεύθυνση, ίσως την πορεία προς την μάχη. Οι υπερπατριώτες λένε ότι δείχνει προς την Κωνσταντινούπολη. Μόνο που το άγαλμα έχει μετακινηθεί από την αρχική θέση στην οποία ήταν προορισμένο να στηθεί και η μετακίνησή του έχει αποπροσανατολίσει τους ερευνητές, οι οποίοι εικάζουν διάφορα.

Το µνηµείο εδράζεται σε µαρµάρινο βάθρο, που φέρει στις δύο πλαϊνές πλευρές του ένθετες  ανάγλυφες πλάκες από κράµα χαλκού, διακοσµηµένες  µε πολεµικές αναπαραστάσεις, οι οποίες έχουν επίσης φιλοτεχνηθεί από τον Σώχο το 1895 και το 1897.  Στις ένθετες ορειχάλκινες ανάγλυφες συνθέσεις από τη ζωή του Κολοκοτρώνη, που εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης μελετώντας τα απομνημονεύματά του, στη μια όψη παριστάνεται η καταστροφή του Δράμαλη και στην άλλη η προτροπή του Γέρου του Μωριά προς τους έλληνες να κάψουν τα συγχωροχάρτια των τούρκων, που τους είχε δώσει ο σουλτάνος και να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Ο Σώχος επέλεξε αυτές τις δύο σκηνές θεωρώντας τες τις δύο από τις πιο σημαντικές της ζωής του Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του.  Οι συνθέσεις αυτές θα κοσμούσαν αρχικά τον ανδριάντα του Ναυπλίου, επειδή όμως δεν είχαν ολοκληρωθεί ο καλλιτέχνης θέλησε να τοποθετηθούν στην Αθήνα.

Το µαρµάρινο βάθρο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα  Αλέξανδρο Νικολούδη και κατασκευάστηκε από τον γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη, ο οποίος χρησιµοποίησε δύο τύπους µαρµάρου, µάρµαρο Κοκκιναρά και Πεντελικό.

Ο ανδριάντας χυτεύθηκε σε 5 ξεχωριστά κοµµάτια: το κράνος,  το πάνω µέρος του σώµατος, το κάτω µέρος του σώµατος µαζί µε τη βάση, το κεφάλι του αλόγου και την ουρά του αλόγου. Η περικεφαλαία, τα χαλινάρια του αλόγου, η µπαρουτοθήκη και τα λουριά της αποτελούν ένθετα κοµµάτια, που προσαρτήθηκαν είτε µε συγκόλληση είτε µε βίδες.

Στην εμπρόσθια όψη του βάθρου έχει χαραχθεί η επιγραφή: Έφιππος χωρει γενναίε στρατηγέ ανά τους αιώνας διδάσκων τους λαούς πως οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι. Στην αντίθετη πλευρά θυμίζει ότι ο ανδριάντας αποπερατώθηκε με κοινό έρανο των ελλήνων το 1904. To 2002 στη διάρκεια εργασιών καθαρισμού και συντήρησης στο μνημείο οι συντηρητές ανακάλυψαν χαραγμένη σημείωση, στο εσωτερικό της χαίτης και της περικεφαλαίας, με την οποία ο Σώχος εκφράζει την αντίθεσή του στην τοποθέτηση της περικεφαλαίας που πρόσθεσε στο άγαλμα:  Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909.

Ο ανδριάντας του Θ. Κολοκοτρώνη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα υπαίθρια γλυπτά της πρωτεύουσας. Πέρα από σημείο αναφοράς για την οδό Σταδίου είναι σημείο συνάντησης, συγκεντρώσεων, αλλά και πολιτικής έκφρασης με συνθήματα πάνω στις μαρμάρινες επιφάνειές του αγάλματος. Ότι και να κάνουν όμως οι Έλληνες πάντα θα τιμούν τον μεγάλο στρατηγό που ανά του αιώνες διδάσκει τους λαούς «πώς οι δούλοι γίνονται ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ»!.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

 

Ο τρίτος έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη βρίσκεται στην Τρίπολη και είναι έργο του Έλληνα γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου (1916 – 2000), ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μνημειακής γλυπτικής στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.  Το άγαλμα είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος της πλατείας του Άρεως. Είναι χάλκινο και βλέπουμε τον Κολοκοτρώνη πάνω στο άλογό του, με το δεξί χέρι ψηλά να κρατά το γιαταγάνι του.

Η ιδέα της ανέγερσης του ανδριάντα αυτού ξεκίνησε από το 1911, ενώ μετά 19 χρόνια, το 1930, συγκροτήθηκε η πρώτη ερανική επιτροπή, που σαλπίζει εθνικό προσκλητήριο. Οι Αρκάδες ευαισθητοποιούνται και θέλουν να δουν την εμβληματική μορφή του Γένους περήφανη να κοιτάζει τα Τρίκορφα, όπου έδρασε με τα παλικάρια του. Υπήρχαν πολλές προτάσεις για το σχέδιο του αγάλματος, αλλά εγκρίθηκε η μακέτα του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου. Ο γλύπτης επισκέφτηκε ειδικά χαλκοχυτήρια στην Ιταλία, για να μελετήσει τις τεχνικές διαδικασίες της χύτευσης του Ανδριάντα. Το έργο τελικά κατασκευάστηκε στα εργαστήρια Miceloucci της Φλωρεντίας το 1966 επί δημαρχίας Τάσου Σεχιώτη και κόστισε 1.500.000 δραχ. συμπεριλαμβανομένου και του κόστους του βάθρου. Έχει ύψος 8-9 μέτρα. Ο Ανδριάντας παραδόθηκε από την Ερανική Επιτροπή στην Τρίπολη τον Αύγουστο του 1971 και τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν στις Γιορτές της Άλωσης, το Σεπτέμβριο του 1971.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη.

 

Ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη παρουσιάζει το Γέρο του Μοριά τη στιγμή που τραβά με το αριστερό του χέρι τα χαλινάρια και υποχρεώνει το άλογό του να σταθεί ακίνητο στα πίσω πόδια του, ενώ  αυτός ανασηκώνεται κραδαίνοντας το σπαθί του. Η στάση του αλόγου και η κίνηση του δεξιού χεριού του στρατηγού, η θέση του σώματός του και η έκφραση του προσώπου του δίνουν το χαρακτήρα μιας μεγάλης αποφασιστικής στιγμής. Ο Κολοκοτρώνης ανακόπτει τον ορμητικό καλπασμό του αλόγου του, για να εποπτεύσει καλύτερα το πεδίο της μάχης και να αποφασίσει γρήγορα προς τα πού είναι περισσότερο ανάγκη να στραφεί. Γι΄ αυτό το λόγο το έργο έχει οργανωθεί σε δύο σειρές με θέματα διαγώνια, όπως ο κορμός του ανασηκωμένου στα πισινά  πόδια αλόγου, το χαλινάρι και τα μπροστινά πόδια του, και κάθετα, όπως το σώμα του Κολοκοτρώνη, ο λαιμός, το πίσω μέρος και η ουρά του αλόγου, που δίνουν αμεσότητα και αλήθεια στο σύνολο. Μ’ αυτό  τον τρόπο το έργο κερδίζει ένα πλούσιο εκφραστικό περιεχόμενο στο έργο, που κινείται στο κλίμα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού και διακρίνεται για την μνημειακότητά του. Όταν το 1971 ο Αρκάς καθηγητής της κοινωνιολογίας Δημήτριος Τσάκωνας έκανε τα αποκαλυπτήρια του αριστουργηματικού αγάλματος του Κολοκοτρώνη,  που δεσπόζει στην Πλατεία Άρεως στην Τρίπολη, ο ελληνικός τύπος υποδέχτηκε θερμότατα το μνημειακό αυτό έργο του Φάνη Σακελαρίου.

Στο χώρο του μνημείου φυλάσσονται τα οστά του «Γέρου του Μοριά». Ο Κολοκοτρώνης πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών και ετάφη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών  με τη στολή του αντιστράτηγου. Στο πλευρό του τοποθετήθηκε το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε την Επανάσταση, ο θώρακας, η περικεφαλαία του, οι επωμίδες τις οποίες φορούσε κατά την υπηρεσία του στα Επτάνησα, ενώ ως σύμβολου αιώνιας δόξας του τοποθετήθηκε κάτω απ’ τα τσαρούχια του, στα πόδια του, η τουρκική σημαία. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους στην Τρίπολη. Το 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων,  φρόντισε για τη μεταφορά τους στην Τρίπολη συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους και αποδίδοντας τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας με λόγο που εκφώνησε για την περίσταση στην πλατεία της Τρίπολης.

Η μεταφορά των οστών του Κολοκοτρώνη από το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας στην Τρίπολη έγινε  σιδηροδρομικώς στις 10 Οκτώβριο του 1930 κατά τη διάρκεια των εορτών της Εκατονταετηρίδας από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και εναποτέθηκαν αρχικά  στην κρύπτη του Μνημείου Αρχιερέων και Προκρίτων δίπλα από την πλατεία Άρεως της Τρίπολης. Συγκινητικές στιγμές εκτυλίχτηκαν κατά τη μεταφορά και το τρένο υποχρεωνόταν να σταθμεύει σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της περιοχής από τα πλήθη, που συνέρρεαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον πρωταγωνιστή της επανάστασης του 1821, αλλά και στον  Ελ. Βενιζέλο.

Από τις 25 Σεπτεμβρίου 1993 τα οστά βρίσκονται σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα αυτού, που αποτελεί την «Τελευταία κατοικία» του Γέρου του Μοριά. Σήμερα εκεί στην πολυσύχναστη και ζωντανή αυτή πλατεία οι διαβάτες προσπερνούν δίπλα από το μνημείο. Και γύρω του και κάτω του, μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα τις Κυριακές. Αλλά υπάρχουν στιγμές, που από τα περήφανα βουνά του Μαινάλου, που φαίνονται αντίκρυ, μια αύρα ανάλαφρη φυσά. Μαζί μ’ ένα τραγούδι: Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά, κι ο ήλιος στα λαγκάδια, έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι …

 

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

 

Ο τελευταίος χρονολογικά έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη βρίσκεται στο χωριό Ραμοβούνι (Δημοτική κοινότητα Μίλα,  Δημοτικής ενότητας  Μελιγαλά , Δήμου  Οιχαλίας  Μεσσηνίας) της Μεσσηνίας, τόπο γέννησης του Κολοκοτρώνη. Το χωριό Ραμοβούνι βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού Μεσσηνίας,  45 χλμ. ΒΔ της Καλαμάτας.  Στο βουνό αυτού του χωριού γεννήθηκε κάτω από ένα  δέντρο (βελανιδιά) στις 3-4-1770 (Δευτέρα της Λαμπρής) ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης του Κωνσταντίνου και της Γεωργίτσας (Ζαμπιάς, Τζατζιάς), το γένος Κωτσάκη, προεστού της Αλωνίσταινας. Ο ίδιος διηγείται στον Τερτσέτη: εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις βουνό, εις ένα δένδρο από κάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενο Ραμοβούνι.

Το Σεπτέμβριο του 2006 ο Σύλλογος Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ» με πρωτοβουλία του προέδρου του, Αναστάσιου Καλαμπόκη, φιλοτέχνησε ανδριάντα του έφιππου Κολοκοτρώνη, που κρατάει στο δεξί του χέρι το γιαταγάνι και στο αριστερό το λάβαρο της Επανάστασης.

Στην απόφαση του Συλλόγου σημειώνεται ότι η κατασκευή του αγάλματος αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής για την ακροτελεύτια και ατίμητη παρακαταθήκη, που μας άφησε ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ με αυτές τις αδρές γραμμές: πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος.

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Η ανέγερση του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας στοίχισε το ποσό των 190.000 € και μεταξύ των χορηγών του ήταν ο Αναστάσιος Ηλ. Καλαμπόκης, Πρόεδρος του Συλλόγου, που κατέθεσε 18.000 €. Μια βελανιδιά, κάτω από την οποία η παράδοση λέει πως γεννήθηκε ο «Γέρος του Μοριά», και ένα παλιό εκκλησάκι, κάτω από το οποίο αναβλύζει μια πηγή, δίπλα από τον επιβλητικό ανδριάντα του έφιππου στρατηλάτη, προσυπογράφουν το ιστορικό  γεγονός. Η εγκατάσταση του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο βάθρο του στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας έγινε τις 16 Αυγούστου 2007 και στις 20 Νοεμβρίου 2007 ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας τέλεσε τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα.

Σύμφωνα με πρωτόκολλο του Συλλόγου Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Αντάμωμα των Απανταχού Πελοποννησίων θα πραγματοποιείται εφεξής κάθε έτος στον γενέθλιο τόπο του Κολοκοτρώνη, στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας και ειδικότερα θα πραγματοποιείται το πρώτο Σάββατο του μηνός Αυγούστου εκάστου έτους». Όπως σημειώνεται στο πρωτόκολλο, «η οργάνωση και η εποπτεία της διοργάνωσης τίθεται από τούδε και στο εξής υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα της Περιφέρειας Πελοποννήσου και της αντιπεριφέρειας Μεσσηνίας, οι οποίες και θα μεριμνούν για τη διοργάνωση του κάθε έτος».

 

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνη είναι η πλέον προσφιλής προσωπικότητα της νεοελληνικές γλυπτικής. Μόνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον προσεγγίζει, αλλά και αυτός από απόσταση. Η κοινή αποδοχή στο πρόσωπό του Κολοκοτρώνη αποτυπώνεται με πληθώρα εκδηλώσεων και άλλων εκφράσεων τιμής, που εξακολουθούν ενάμισι αιώνα μετά το θάνατό του. Επίσημοι κρατικοί θεσμοί επέλεξαν να φιλοτεχνηθεί η μορφή του σε χαρτονομίσματα, νομίσματα και γραμματόσημα. Το πορτραίτο του κατέχει πε­ρίοπτη θέση ανάμεσα στους ήρωες του 1821 σε σχολικές αίθουσες, γιορτές, διαλέξεις, ομιλίες, ποικίλα έντυπα. Κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα. Ακόμη και διαφημίσεις χρησιμοποίησαν τη μορφή του για να προβάλλουν επίκαιρα μηνύματα ποικίλου χαρακτήρα. Και βέβαια ο  θυμόσοφος γέρος με την περικεφαλαία έγινε αγαπημένη φιγούρα των σκιτσογράφων.

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έδωσαν το όνομά του σε δρόμους και πλατείες. Μόνο στην Αθήνα και στους όμορους Δήμους περίπου πενήντα δρόμοι και πέντε πλατείες φέρουν το όνομά του. Διάφοροι φορείς θεώρησαν ότι έπρεπε ο ανδριάντας ή η προτομή του να κοσμούν δημόσιους χώρους. Προτομές και ανδριάντες του υπάρχουν σχεδόν σε κάθε πόλη της νοτίου Ελλάδας,  αλλά και σε αρκετές πόλεις στην υπόλοιπη επικράτεια. Οι πλέον διάσημοι είναι οι δίδυμοι ορειχάλκινοι έφιπποι ανδριάντες του,  που τοποθετήθηκαν  σε κεντρικές πλα­τείες της Αθήνας, του Ναυπλίου και της Τρίπολης.  Πλήθος άλλοι ανδριάντες ή προτομές του Κολοκοτρώνη  έχουν τοποθετηθεί  στα Δερβενάκια, στη Θεσσαλονίκη, σε γειτονιές της Αθήνα και σε δημόσιους χώρους σε Δήμους της Αττικής,  όπως στο Α΄ Νεκροταφείο, Χολαργό, Νέα Φιλαδέλφεια, Χαϊδάρι, Παπάγου, Μαρούσι, Δάφνη και αλλού.

Το Άργος δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η προτομή του Κολοκοτρώνη τοποθετήθηκε στην οδό Φείδωνος επί της πλατείας Δημητρίου Πλαπούτα από τον Σύλλογο Αρκάδων Άργους. Το κόστος καλύφθηκε με χρήματα του Συλλόγου των μελλών του και δωρεές. Την πρωτοβουλία είχε ο Αργείος χρυσοχόος και τότε πρόεδρος του συλλόγου Ανδρέας Μέγκος, ο οποίος κατάγεται από το Ελαιοχώρι Κυνουρίας. Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με τη χαρακτηριστική του περικεφαλαία στο κεφάλι. Έχει παχύ μουστάκι, ενώ το κεφάλι του είναι στραμμένο ελαφρώς προς τα αριστερά. Στην βάση της προτομής αναγράφονται τα λόγια: ΘΕΟΔ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ 1770 – 1843 ΤΙΜΗ & ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟ ΤΟΥ ΜΩΡΙΑ και πιο κάτω ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΚΑΔΩΝ ΑΡΓΟΥΣ 1999», αλλά, δεν δίδονται πληροφορίες για τον καλλιτέχνη.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αντωνοπούλου, Ζ., «Τα γλυπτά της Αθήνας, Υπαίθρια Γλυπτική», 1834-2004, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2003.
  • Δημητρόπουλος Δημήτρης, Ο «ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ»: ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΚΗ ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2012.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1996.
  • Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, επιμ. (1937). Λεύκωμα της εκατονταετηρίδος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837 – 1937.
  • Δημήτρης Καμπουράκης, «Μια σταγόνα ιστορία», Εκδόσεις Πατάκη 2003.
  • Λυδάκης Στέλιος, «Οι Έλληνες Γλύπτες – Η νεοελληνική γλυπτική: ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών», στο «Έφιπποι ανδριάντες», Εκδοτικός οίκος «ΜΕΛΙΣΣΑ» τόμ. 5ος, Αθήνα 1981.
  • Μυκονιάτης Η., «Ελληνική Τέχνη, Νεοελληνική Γλυπτική», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα1996.
  • Πάρκο Κολοκοτρώνη. Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο.
  • ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ. project 1ο ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΡΙΠΟΛΗΣ.
  • Σκόκος Κωνσταντίνος,  «Ημερολόγιον Σκόκου», Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1893.
  • Υπαίθρια γλυπτική της Αθήνας, εφημερίδα «Καθημερινή», ένθετο «7 ημέρες», Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998.
  • Χαραλάµπους ∆ηµήτρης – Πολυκρέτη Κυριακή – Αργυροπούλου Βασιλική, «Ο∆ΗΓΟΣ  ΚΑΛΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ για την Προστασία των Υπαίθριων Μπρούντζινων Μνηµείων  στην Ελλάδα»,  ΤΕΙ Αθήνας, 2007.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « ΑΡΓΟΣ το πολυδίψιον», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Καλλέργης Δημήτριος (1803-1867)


Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

 

Στρατιωτικός και πολιτικός από την Κρήτη. Στις αρχές του 1822 κατεβαίνει στην Ελλάδα με τα αδέρφια του Νικόλαο και Εμμανουήλ, έχοντας μαζί τους πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Ο Δημήτρης το 1825 βρίσκεται στο Άργος, προερχόμενος από την Κρήτη, επικεφαλής 700 περίπου Κρητικών. Πολέμησε στο Νιόκαστρο, στη Γραμβούσα της Κρήτης, στην Αράχωβα, στην Αττική. Στη μάχη του Ανάλατου αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος. Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, γιατί πρωτοστάτησε στο κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος εκ μέρους του βασιλιά. Ιστορικό έμεινε το σπίτι του στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το Μουσείο Άργους.

 

Νύχτα, 3ης  Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) - Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

Προσωπογραφία του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη (1914) – Έργο του Γεωργίου Ιακωβίδη (1853-1932).

 

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

Καλλέργης Δημήτριος, λιθογραφία. Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα Γ΄ (1863).

 

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

Δημήτριος Καλλέργης. Λιθογραφία, J. Donon, Μαδρίτη.

 

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

Καλλέργης Δημήτριος -Νέος Αριστοφάνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στο έργο αυτό, που φιλοτέχνησε ο Βρυζάκης το 1858, απεικονίζεται η απελευθε­ρωμένη Ελλάδα ως αρχαία κόρη, πάνω σ’ ένα σύννεφο που την κρατά υπερυ­ψωμένη και κυρίαρχη στο κέντρο του πίνακα. Φορά δάφνινο στεφάνι στα ξέπλεκα μαλλιά της, και πατά στις σπασμένες αλυσίδες των δεσμών της. Έχει τα χέρια της απλωμένα δεξιά και αριστερά, σε μία συμβολική κίνηση εναγκαλισμού αλλά και προ­στασίας πλέον όλων όσοι με θυσίες και αγώνες συνετέλεσαν στην απελευθέρωσή της, όλων όσοι εξακολουθούν να διαθέτουν τις περιουσίες τους για την ανασυγκρότησή της, όπως υποδηλώνει ο σωρός των νομισμάτων που της προσφέρεται.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Γύρω της συνωστίζονται οι γνώριμοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, οι πρόδρομοι Ρήγας Φεραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μιχαήλ Σούτζος, οι γενναίοι αγωνιστές Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι ήρωες των ναυτικών αγώνων Κωνσταντίνος Κανάρης, Ανδρέας Μιαούλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Για την απόδοση των αναγνωρίσιμων φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τους, ο Βρυζάκης χρησιμοποιεί τις προσωπογραφίες των αγωνιστών που είχε σχεδιάσει ο Krazeisen και είχαν ευρέως διαδοθεί με μία σειρά λιθογραφίων που εκδόθηκε το 1831 στο Μόναχο [1].

Ο Βρυζάκης, εκφράζοντας τα συναισθήματα των Ελλήνων που αισθάνονταν την ανάγκη να τιμήσουν όσους θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία, φιλοτεχνεί την αλληγορική αυτή σύνθεση, η οποία φέρνει κοντά τους έναν κόσμο ηρωικό και ανακαλεί στη μνήμη τους την εποχή των αγώνων, που ο απόηχος τους είναι ακόμα ζωντανός και καθορίζει από πολλές απόψεις τη ζωή τους. Η εικόνα ενεργεί συγκι­νησιακά και προβάλλει ένα ζήτημα ηθικής στάσης, την αναγνώριση της αρετής, την απόδοση τιμής, αλλά και τη συνειδητοποίηση της υποχρέωσης για μίμηση και συνέ­χεια [2]. Βασικό ρόλο σ’ αυτό παίζει η δύναμη της αναπαράστασης με τα μορφολογικά της χαρακτηριστικά αλλά και οι συνειρμοί που την ακολουθούν. Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχύει αυτό που έχει υποστηριχθεί από πολλούς μελετητές ότι το έργο παραπέμπει στους στίχους τους αποδιδόμενους στον Ρήγα Φεραίο «Ω παιδιά μου ορφανά μου… » [3].

Επίσης οι επισημάνσεις του Goethe, σε κείμενο σχετικό με τις λιθο­γραφίες του Krazeisen με τους Αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης [4], στο οποίο αναφέρεται ότι το κοινό χρειάζεται, απαιτεί να βλέπει σε πιστές προσωπογραφίες όσους απέκτησαν ένα σημαντικό όνομα και επηρέασαν τη ζωή του, αλλά και η μακρι­νή υπόμνηση του τύπου της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα [5], με την οποία μπορεί να σχετισθεί η απεικόνιση της Ελλάδας, μεγαλύτερης σε μέγεθος από το πλήθος των αγωνιστών, που με την προστατευτική θέση των ανοικτών χεριών της δείχνει να τους σκεπάζει, διαμορφώνουν την αλληγορική λειτουργία του έργου και τον ιδεολογικό ρόλο που καλείται να παίξει. Άλλωστε οι διάφοροι τίτλοι που αποδίδονται στον πίνακα Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Υπέρ Πατρίδος το Παν, Η Ελλάς συνάγουσα τα τέκνα της και η ευρεία διάδοσή του σε λιθογραφημένη απόδοση, αποδεικνύει την ταύτιση του κοινού με την απεικόνιση, καθώς η παράσταση εκπληρεί το αίτημα της «ελληνικής μετεπαναστατικής κοινωνίας που είχε ανάγκη να διαβάζει εικαστικά τις μεγάλες στιγμές του ελληνικού έθνους, να τις αναπολεί ως σημεία αναφοράς και να τα εξιδανικεύσει παρά να αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα» [6].

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 400 και Φίλιππος Μαζαράκης – Αινιάν στο Αθήνα-Μόναχο 2000 σ. 402- 411

[2] Μυκονιάτης 1979, σ. 126-127

[3] Καλλιγιάννη-Αλεξοπούλου 1992, σ. 43-46

[4] Μυκονιάτης 1979, σ. 124-125 και σημ. 418

[5] Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426. Για τον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα (Mater Misericordia) βλ. Αγαθονίκου Έφη στον κατάλογο της έκθεσης Οι Πύλες του Μυστηρίου. Θησαυροί της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 1994, σ. 310, αρ. 157

[6] Μισιρλή στο 100 χρόνια Εθνική Πινακοθήκη 2000, σ. 65

 

Βιβλιογραφία


 

  • Λυδάκης, Ιστορία 1976, σ. 130, εικ. 193.
  • Λυδάκης 1976, σ.76, 78 εικ. 11.
  • Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426, 427 (εικ).
  • Παπανικολάου 2002, σ. 90, 92 (εικ.)
  • Margaritis στο Mythen der Nationen 1998, σ. 162

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »