Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Μικρό οδοιπορικό στα θεατρικά δρώμενα της Αργολίδας


 

 Ο Δημοσιογράφος- ερευνητής Γιώργος Αντωνίου, σ’ αυτό του το πόνημα, διερευνά την προϊστορία του θεάτρου στην Αργολίδα, όπως αυτή κατά καιρούς εκφράστηκε. Όπως ο ίδιος διευκρινίζει «σε καμιά περίπτωση δεν έχει την έννοια της θεατρικής έρευνας». Απλώς προσπαθεί να κάνει μια απλή καταγραφή κάποιων θεατρικών παραστάσεων που δόθηκαν στον τόπο μας πριν χρόνια.

 

«Νικήρατος»


Να αναφέρουμε αρχικά ότι το Ναύπλιο διεκδικεί – με τον ειδικό ρόλο που έπαιζε τότε – τη πρώτη «θεατρική παράσταση», που δόθηκε το 1826!!! Στα σαλόνια των πολιτευτών και των οπλαρχηγών της εποχής συζητούσαν «περί των εν τη λοιπή ελευθέρα και δούλη Ελλάδι συμβαινόντων. Έστιν ότε αλλά πολύ σπανίως την μονοτονίαν αυτήν των πολιτικών συζητήσεων διέκοπτε η απαγγελία ποιημάτων στρεφομένων περί τα κατορθώματα των υπέρ της ελευθερίας μαχομένων τότε ηρώων… Τα παθήματά των, άτινα διεκτραγώδουν ανά τας οδούς και τας ρύμας και τα γνωσθέντα καθ’ άπαντα τον πεπολιτισμένον κόσμον ανδραγαθήματά των ενέπνευσαν είς τινα του Ναυπλίου κυρίαν, Ευανθία Καΐρη, το πρώτον πατριωτικόν δράμα, το οποίον εγράφη αλλά και εξεδόθη κατά την διάρκειαν της Ελληνικής Επαναστάσεως. Το έργον φέρει τον τίτλον «Νικήρατος», εγράφη δε τον Ιούνιον του 1826…» (Ιστορία Νεοελληνικού Θεάτρου, Ν. Λάσκαρη).

Να σημειώσουμε ότι το έργον ήταν μια απλή αφήγηση των γεγονότων του Μεσολογγίου, μόνο που η Ευανθία Καΐρη είχε αλλάξει τα ονόματα των δρώντων προσώπων. Αργότερα το έργο «Νικήρατος» επανεκδόθηκε διορθωμένο από την Ελπίδα Ι. Κυριακού και παίχτηκε στη Σύρο από ερασιτέχνες το 1830 από τον πρώτο ελληνικό θίασο, και στη συνέχεια από το θίασο Μιχαλόπουλου. Από ερασιτέχνες και πάλι παίχτηκε στο Μεσολόγγι και στην Άνδρο στην «Καΐρειο» σχολή.

Και φτάνουμε στο 1910. Η εφημερίδα «Δαναΐς» μας πληροφορεί ότι: « ο υπό τον κ. Ευάγγ. Κουμαριώτη θίασος «Ορφεύς» έδωσε πρό τινος παραστάσεις τινας εν Ναυπλίω. Ο θεατρικός ούτος θίασος φαίνεται αρκετά καλώς κατηρτισμένος, ως εικάζομεν εκ των κρίσεων των επιχωρίων εφημερίδων. Είναι λυπηρόν ότι τόσον σπανίως επισκέπτονται τοιούτοι θίασοι το Ναύπλιον, το οποίον είναι το σπουδαιότερον διοικητικόν, δικαστικόν και στρατιωτικόν κέντρον της Πελοποννήσου και το οποίον φημίζεται, τόσον δε δικαίως, διά την εκλεκτήν αυτού κοινωνίαν».

Περί το 1930 φιλοξενούσε θεατρικά μπουλούκια το «Τριανόν» που λειτουργούσε ως Καφενείο – Θέατρο. Αρχικά με τους αδελφούς Ματαφά και στη συνέχεια με τον Αν. Πανόπουλο. Ο τελευταίος αξιοποιούσε τότε τις διασυνδέσεις του με θεατρίνους της Αθήνας και τη σχέση του με τον κινηματογραφάνθρωπο της εποχής, το Μαδρά. Εκεί γύρω στο 1935 ο Πανόπουλος εξάλλου διατηρούσε και κινηματογραφική αίθουσα στην Αθήνα. Από τη σκηνή του «Τριανόν» πέρασαν δεκάδες θίασοι…

Την ίδια εποχή στο Άργος καταφθάνουν μπουλούκια αλλά και συγκροτημένοι θίασοι και αρχίζουν να δίνουν παραστάσεις στην αίθουσα «Θηβαίου». Αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, αφού κατά βάση ήταν καφενείο, αλλά και κινηματογράφος, κοσμικόν κέντρον και βέβαια θέατρο μια και για αρκετά χρόνια διατηρούσε υποτυπώδη σκηνή με σανίδες. Το 1935 δε που έδωσε παραστάσεις ο Πέλος Κατσέλης με την «Καλλιτεχνική Συντροφιά» θεωρήθηκε μέγα πολιτιστικό γεγονός για την πόλη.  Μαζί του η Ελένη Χαλκούση, ο Κώστας Σαντοριναίος, και ο υποβολέας Φιλίτσης.

Από το ΄35 και μετά τα μπουλούκια  έπαυσαν να έχουν τον πρώτο λόγο. Το 1936 δίνει παραστάσεις ένας ακόμη αξιόλογος θίασος. Αυτή τη φορά ο Κ. Σαντοριναίος με τη «συμπαθή πρωταγωνίστρια Παμφίλη Αργυροπούλου». Το Αργειακό κοινό κατακλύζει κάθε βράδυ το θέατρο, «γεγονός σπανιώτατον διά την πόλιν μας», όπως γράφει εφημερίδα της πόλης. Να σημειώσουμε δε ότι οι περιοδεύοντες αυτοί θίασοι παρέμεναν περί την εβδομάδα, ανάλογα βέβαια με την εισπρακτική επιτυχία, υπήρχε δε ποικιλία ρεπερτορίου, αφού έπαιζαν κάθε βράδυ και διαφορετικό έργο. Άλλοι θίασοι που επισκέφτηκαν το Άργος την εποχή εκείνη ήταν του Ξύδη, του Παλαιολόγου, του Ρουγκέρη, του Χέλμη, έως βέβαια την κήρυξη του πολέμου του ΄40 που έπαυσε κάθε θεατρική δραστηριότητα.

 

«Νουνά» η Άννα Συνοδινού»


Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο αρχίζει νέα περίοδος και για τη θεατρική ζωή. Τα εναπομείναντα μπουλούκια, αλλά πολλοί περισσότερο οι θίασοι, καταφθάνουν στην Αργολίδα ο ένας μετά τον άλλο. Το 1951 «ένα εντελώς ξεχωριστό γεγονός κοσμικό και καλλιτεχνικό θα αποτελέσει η έναρξη των παραστάσεων του Αθηναϊκού θιάσου διακεκριμένων πρωταγωνιστών του θεάτρου και κινηματογράφου Άννας Λώρη και Περικλή Χριστοφορίδη… με 4 έργα διαλεγμένα από την παγκόσμια θεατρική παραγωγή», γράφει η «Ασπίς».

 Εντωμεταξύ οι Αργολιδείς – ιδιαίτερα δε οι Λυγουριάτες – είχαν πλέον τη δυνατότητα να γνωρίσουν τα ιερά τέρατα του θεάτρου, αφού άρχισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Δεκάδες πρωταγωνιστές, άλλοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, χορογράφοι, μουσικοί, τεχνικοί θεάτρου γίνονται ένα με τους κατοίκους του χωριού, αφού κατά τη διάρκεια των παραστάσεων διαμένουν σε σπίτια Λυγουριατών. «Καθ’ όλον το διάστημα της παραμονής εν Λυγουρίω του Εθνικού Θεάτρου, τόσον του προσωπικού όσον και των ηθοποιών, αρμονικώτατα έζων με τους κατοίκους, με τους οποίους έχουν συνάψει προσωπικάς φιλίας και δεσμούς έτσι η κ. Άννα Συνοδινού έγινε και νουνά, αναδεχθείσα εκ της κολυμβήθρας το θυγάτριον του Λεωνίδα Δ. Λιακοπούλου, ονομάσασα αυτό Λουΐζα – Ευαγγελία» (εφημ. Αργοναυπλία).

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

 

Η «σκηνή» του κινηματογράφου «ΠΑΝΑΚΕΙΑ» στο Λυγουριό γνωρίζει μεγάλες θεατρικές δόξες! Όλοι σχεδόν οι πρωταγωνιστές του Εθνικού Θεάτρου πέρασαν από κει, αφού εκεί γίνονταν οι πρόβες των θεατρικών παραστάσεων του Φεστιβάλ. Αλέξης Μινωτής, Θάνος Κωτσόπουλος, Κατίνα Παξινού, Άννα Συνοδινού, Στέλιος Βόκοβιτς, Χριστόφορος Νέζερ, Παντελής Ζερβός, Ελένη Χατζηαργύρη, Κάκια Παναγιώτου, Κούλα Αγαγιώτου, αλλά και αργότερα οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Πέτρος Φυσσούν, η Μελίνα, όλοι πέρασαν από το «Σινε-ΠΑΝΑΚΕΙΑ»…

 

Αρχαίο θέατρο Άργους. Θεατρική Παράσταση του Εθνικού θεάτρου με την Άννα Συνοδινού και τον Θάνο Κωτσιόπουλο, 1966.

 

Βρισκόμαστε γύρω στα 1960. Δεκάδες κινηματογραφικές αίθουσες ξεφυτρώνουν ανά την Αργολίδα. Οι περιοδεύοντες θίασοι βρίσκουν οργανωμένους πλέον χώρους για τις παραστάσεις τους. Βελτιώνονται τα σκηνικά. Η «Δαναΐς», η «Όαση», ο «Ορφέας»  στο Άργος, το «Τριανόν», η «Κορωνίς», η «Αίγλη» στο Ναύπλιο, το «Σινε-Πλαζ» στη Ν. Κίο δέχονται την «επιδρομή» αθηναϊκών θιάσων.

Έχουν προηγηθεί η Σοφία Βέμπο, ο Μάνος Κατράκης και η Ειρήνη Παπά με το Λαϊκό Θέατρο, ο Κάρολος Κουν με το Θέατρο Τέχνης, και συνεχίζουν με τους θιάσους τους η Γεωργία Βασιλειάδου, ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, η Σμαρούλα Γιούλη, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, ο Νίκος Ρίζος, η Χριστίνα Σύλβα, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Τζένη Καρέζη, ο Θανάσης Βέγγος, η Αντιγόνη Βαλάκου, ο Νίκος Κούρκουλος, ο Σταύρος Παράβας, ο Τόλης Βοσκόπουλος, η Ζωή Λάσκαρη….

Πάντως η τελευταία θεατρική παράσταση αθηναϊκού θιάσου στην περιοχή μας πρέπει να ήταν με το έργο «Πρόσωπο με πρόσωπο»  του Αλ. Γκέλμαν το 1989 στη «Δαναΐδα»… 

 

Τα παιδία παίζει…Θέατρο


Παράλληλα όμως με τις πολλαπλές καθόδους των Αθηναϊκών θιάσων τόσο προπολεμικά όσο και μετά τον πόλεμο αναπτύσσεται τοπικό θεατρικό κίνημα. Πολιτιστικοί, μορφωτικοί, θρησκευτικοί φορείς, αγροτικοί σύλλογοι, μαθητικές κοινότητες, άλλοι κοινωνικοί φορείς ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις. Τόσο στις πόλεις αλλά και στα χωριά στήνονται θεατρικές σκηνές συχνά με έργα ντόπιων λογοτεχνών ( Άγγελος Τερζάκης, Θεόδωρος Κωστούρος). Στην παράσταση μάλιστα του έργου του Θεόδωρου Κωστούρου «Άγιος Αναστάσιος» πρωταγωνιστούσε η σημερινή βουλευτής Αργολίδας κ. Έλσα Παπαδημητρίου, νεάνις τότε…

 

«Γκόλφω» παντού


Κατά κανόνα τα έργα ήταν πατριωτικού – θρησκευτικού περιεχομένου αλλά και «δράματα ειδυλλιακά εις ποικίλας πράξεις». Τη θρυλική «Γκόλφω» τη συναντά κανείς ανά την Αργολίδα σε διάφορες εκδοχές. Σε μία απ’ αυτές αναφέρεται ο Γιώργος Καραμάνος στο ανέκδοτο έργο του «Φωτογραφείον – το Μάνεσι»:

«Ντυμένοι οι περισσότεροι με στολές φαλαγγιτών και σκαπανέων ζούσαν με την πεποίθηση πως ξαφνικά αλλάζει η τύχη μας και ότι μας περιμένουν καλύτερες μέρες. Άμα πέσαμε και στο φαγοπότι της πρώτης επετείου – της δικτατορίας του Μεταξά – μας πήρανε τέτοιες χαρές που το γυρίσαμε στο θέατρο. Όλα σχεδόν τα χωριά της περιοχής προσβληθήκαμε από υπέρμετρο ζήλο για τα έργα του Περεσιάδη με ιδιαίτερη προτίμηση στη «Γκόλφω» και στην «Εσμέ».

 Εκδηλώσεις που δένανε πολύ με το φωτογράφο και πόσο μάλλον όταν κάποιοι επίσημοι τιμούσαν την πρώτη παράσταση με την παρουσία τους. Όπου στον τομέα αυτό ο πατέρας έδειξε και άλλες ικανότητες. Αυτός ειδικός σκηνοθέτης, αυτός για τα κοστούμια και τις γενειάδες, γέμισε το σπίτι μας από φουστανέλες, τσαρούχια, μαγγούρες και προβατόμαλλο… Η μόνη του δυσκολία στη διανομή του έργου. Όλοι εθελοντές «ηθοποιοί» διεκδικούσαν το ρόλο του «Τάσου» και για μια εβδομάδα δεν παίρναν κουβέντα.

 

Στιγμιότυπο από την παράσταση της «Γκόλφως», 1939, στο χωριό Μάνεσι. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από το «Φωτογράφο του χωριού», πατέρα του συγγραφέα Γ. Καραμάνου.

Κι ενώ σ΄εκείνη την πρώτη σύσκεψη διαλύθηκαν σχεδόν θυμωμένοι και νόμιζες πως η προσπάθεια ναυαγεί, το γύριζαν στις μεμονωμένες επισκέψεις στο σπίτι για να διαβάλει ο ένας τον άλλο. Μπασμένος όμως ο πατέρας στην ψυχολογία τους, τους έστρωσε στην ανάλογη θεραπεία διαβεβαιώνοντας τον καθένα χωριστά ότι υπερέχει όλων των άλλων και πως δεν είναι δυνατό να υποτιμηθεί η αξία του ερμηνεύοντας ένα δεύτερο ρόλο, αφού το χωριό γνωρίζει ποιος είναι ο ψωριάρης και ποιος ο εκλεκτός.

Με το που έφτανε η βραδυά της πρεμιέρας, όλα τούτα τα καραγκιοζιλίκια και οι φαγωμάρες ξεχνιόντουσαν με μιας. Θρίαμβος καταπληκτικός! Να κουνιέται ολόκληρο το σχολείο από το χειροκρότημα και τις φωνές. Παρών και ο Νομάρχης με την ακολουθία του επιβεβαίωνε και προσωπικά την επιτυχία με τα θερμά του συγχαρητήρια. Επιθυμία του να φωτογραφηθεί και με όλους τους παράγοντες της παράστασης, ανέβαζε πολύ την αξία ενός τέτοιου ενθύμιου, και ο πατέρας άλλαζε συνέχεια σασί με καινούριες πλάκες. Στη μια έβαζε τον αστυνόμο δεξιά, στην άλλη τον πήγαινε αριστερά, τον παλινδρομούσε με τη σκοπιμότητα να κολακευτούν οι δύο αγροφύλακες του χωριού που στέκονταν στις άκρες, ώστε να δοθούν και οι ανάλογες φωτογραφίες…»

Θεατρική έξαρση, λοιπόν και το 1958 τα μέλη του Π.Ο.Γ. (Προοδευτικός Όμιλος Γυμνού) ανεβάζουν τη «Μπουμπουλίνα» «σημειώσασα εξαιρετικήν επιτυχίαν, εις τα διαλείμματα δε απηγγέλθηκαν σατυρικοί στίχοι υπό του κ. Χρήστου Οικονόμου».

«Η Γκόλφω», 1963

Το 1960 «τη ευγενή φροντίδι του διδασκάλου κ. Ανδρέου Κεραμίδα και των μελών της Σχολικής Εφορείας επαίχθη θεατρική παράστασις «Η Γκόλφω» εις πράξεις πέντε…. Συνέπραξαν παίδες και νεάνιδες και χορός εκ ποιμένων και ποιμενίδων»!!!, ενώ το 1963 στην Αγία Τριάδα έχουμε άλλη μια «Γκόλφω» από νεολαίους του χωριού «με σκοπό την οικονομικήν ενίσχυσιν δια την θεμελίωσιν του Ιερού Ναού Αγίου Βλασσίου».  Για την ιστορία ν’ αναφερθούμε στη διανομή των ρόλων: Παν. Κυριάκου (Τάσος), Δημήτρης Λυκομήτρος (Γκόλφω), Βασ. Μαστοράκος, Δημ. Κυριάκου (Σταυρούλα), Παν. Μερμίγκης (Γιάννος), Γιώργος Σαλαπάτας (Αγωγιάτης), Γιώργος Μερκούρης (Ξένος).

Αξέχαστες θα μείνουν στους Ναυπλιώτες οι θεατρικές παραστάσεις υπό τον κ. Βασ. Χαραμή και τους μαθητές του Γυμνασίου, ενώ πληθώρα παραστάσεων έδιναν και το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών, η Χριστιανική Ένωση Νεανίδων Άργους, αλλά και ο στρατιωτικός θίασος του ΚΕΜΧ. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της διδακτορίας, μέσα στη γενικότερη πολιτιστική ύφεση, ακολούθησε και το ερασιτεχνικό θέατρο ανάλογη πορεία.

Το 1980 ιδρύθηκε το «Θέατρο Άργους» που μετεξελίχθηκε το 1984 σε «Δημοτικό Θέατρο Άργους» και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Τα τρία τελευταία χρόνια το Δη. Θε. Α. οργανώνει με επιτυχία και το «Φεστιβάλ Παιδικού Θεάτρου» με παιδικές θεατρικές ομάδες από την ευρύτερη περιοχή του Άργους. Σημαντική επίσης για την Αργολίδα αλλά και γενικότερα για όλη την Ελλάδα είναι η προσπάθεια για δημιουργία θεάτρου φυλακών μέσα στις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας. Την προσπάθεια ανέλαβε η ΝΕΛΕ και ο Λευτέρης Μπαρδάκος και το πρώτο έργο που ανέβηκε από φυλακισμένους στην ειδικά διαμορφωμένη από τους ίδιους σκηνή ήταν η «ΒΕΡΑ» του Δ. Κεχαΐδη, πλήθος κόσμου στις τριάντα παραστάσεις της.

Στο Ναύπλιο το 1991 υπάρχει η «Θεατρική Ομάδα» της ΝΕΛΕ, η οποία μετεξελίχθηκε μετά από ένα χρόνο σε «Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου», που τους τελευταίους μήνες δημιουργεί την «Παιδική Σκηνή». Στην περιφέρεια θεατρικά σχήματα συναντά κανείς στο Λυγουριό (Θεατρικό σχήμα Καββαδία, που ετησίως δίνει παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου), στη Ν. Κίο το θεατρικό σχήμα του Μορφωτικού Συλλόγου, ενώ σποραδικά ξεφυτρώνουν παιδικές σκηνές σε χωριά, όπως στο Λάλουκα, τη Δαλαμανάρα, το Κιβέρι…

Μετά από αυτό το μικρό θεατρικό οδοιπορικό στην Αργολίδα διαπιστώνουμε και την ανάγκη των ανθρώπων που συμμετείχαν στις προσπάθειες αυτές να εκφραστούν, αλλά και την ανάγκη του κοινού να παρακολουθεί και να υποστηρίζει τέτοιες κινήσεις. Όσο μάλιστα περνάει ο καιρός τόσο περισσότεροι θίασοι ξεπροβάλλουν, τόσο πιο φροντισμένες παραστάσεις παρακολουθούμε (ας σημειωθούν και τα πολλά βραβεία που έχει αποσπάσει κατά καιρούς τόσο το Δημοτικό Θέατρο Άργους όσο και το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου).

Μήπως πρέπει να αισιοδοξούμε;

 

Γιώργος Αντωνίου, « Μικρό οδοιπορικό στα θεατρικά δρώμενα της Αργολίδας», περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχος 324, σελ. 6-9, Άργος 1994.

  

 

Πολωνοί Φιλέλληνες


 
 

 

Παρόλη τη σημασία της στις ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ των Κρατών, η φιλελληνική κίνηση που εκδηλώθηκε στην Πολωνία κατά τη δεκαετή περίοδο του εθνικού μας αγώνα για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, δεν έχει ερευνηθεί ικανοποιητικά1.

Για το θέμα αυτό με το οποίο ασχολήθηκα στα πλαίσια της μελέτης μου για το παλαιότερο και πληρέστερο Μνημείο φιλελλήνων στον καθολικό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Ναύπλιο2, έχουν γραφεί δύο άρθρα: το πρώτο, φέρει την υπογραφή του Πολωνού ιστορικού Tadeusz Sinco και έχει για αντικείμενο το στρατευμένο πολωνικό φιλελληνισμό της δεκαετίας 1821-1831. Περιλαμβάνει ελλιπή κατάλογο των Πολωνών που συναγωνίστηκαν με τους Έλληνες κατά τον ηρωικό ξεσηκωμό του Εικοσιένα. Συντάχθηκε το 1932, έτος επίσκεψης του Sinco στην Αθήνα, και δημοσιεύτηκε το ίδιο έτος στο «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας»3. Γραμμένο στα πολωνικά, είναι ελάχιστα γνωστό.

Το δεύτερο, του επίσης Πολωνού νεοελληνιστή Janusz Strasburger4, έχει για αντικείμενο το φιλολογικό φιλελληνισμό στην Πολωνία κατά την Επανάσταση και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Γράφτηκε στα γαλλικά και δημοσιεύτηκε το 1972 στο περιοδικό σύγγραμμα του ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (Ι.Μ.Χ.Α.).

Τα δύο αυτά άρθρα και το υλικό που συγκέντρωσα μελετώντας τη φιλελληνική λογοτεχνία και το σχετικό με το θέμα αρχειακό υλικό στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην Ιστορική – Εθνική Εταιρεία της Ελλάδος, αποτελούν τις πηγές της παρούσας μελέτης που σκοπό έχει να κατακτήσει ευρύτερα γνωστή τη συμβολή του πολωνικού φιλελληνισμού, στρατευμένου και φιλολογικού, στην αίσια έκβαση της εθνικής μας υπόθεσης. Μιας μικρής ίσως συμβολής αλλά πραγματικά θαυμαστής αν υπολογίσουμε τη μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο χωρών και τους σχεδόν ανύπαρκτους μέχρι το 1821 ιστορικούς δεσμούς τους.

 

Ο φιλολογικός Φιλελληνισμός στην Πολωνία το 1821 -1831

 

 

Julius Słowacki

Όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο Φιλελληνισμός στην Πολωνία κατά την εξεταζόμενη περίοδο, υπήρξε ταυτόχρονα φιλολογικός και στρατιωτικός. Ο πρώτος είχε για όπλο την πέννα και ο δεύτερος το καριοφίλι.

Τον καλύτερο ορισμό των δύο αυτών μορφών φιλελληνισμού μας έδωσε ο ιστορικός Γεώργιος Τερτσέτης, ο αδέκαστος λειτουργός της δικαιοσύνης, που μαζί με τον επίσης ακριβοδίκαιο Αναστάσιο Πολυζωίδη, αρνήθηκε να καταδικάσει το σωτήρα του Έθνους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:

«Λέγω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά, είναι τέκνον ξένης φυλής, Αγγλογάλλος, Γερμανός, Πολωνός, Ιταλός, Αμερικάνος, πλην, αν και ξένης φυλής, ήλθε εις την ελληνικήν γη, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάρις της απολαύσεως της ελευθερίας και αυτονομίας των Χριστιανών Ελλήνων… 

Δεν θα ήτο πλήρης ο ορισμός του Φιλέλληνoς αν αμελούσαμε να συμπεριλάβουμε εις τον ορισμό αυτό ένα άλλο είδος Φιλελλήνων, εννοώ τους πολιτικούς άνδρας, ρήτορας ή συγγραφείς ή ιερείς, ή καθηγητάς όσοι τον τότε καιρό ερητόρευαν χάριν ημών, εις τας Βουλάς της πατρίδος των ή εδέοντο υπέρ της ευοδώσεως του έργου μας εις τους ναούς του Υψίστου, ή έστελναν ενδύματα και τρόφιμα εις τα ανήλικα ορφανά, πεινασμένα εις Ναύπλιο, Αίγινα και Κάλαμο, ή και όσοι άλλοι, προ πάντων με τίμιο και άοκνο κονδύλι εφημεριδογράφουν, επαινούσαν το φιλοκίνδυνο τόλμημα, εμόρφωναν την κοινή γνώμη εις Ευρώπη και Αμερική προς σωτηρία κι ευτυχία μας. Το μελάνι του σοφού είναι ισότιμο ενώπιον του Θεού με το αίμα μαρτύρων»5.

Δεν είχε παρέλθει χρόνος από την έκρηξη της Επανάστασης, όταν το περιοδικό «Μικρή Μέλισσα» της Κρακοβίας, υπό αυστριακή τότε κατοχή, δημοσίευσε άρθρο για τα διαδραματιζόμενα στον ελληνικό χώρο γεγονότα που είχαν προκαλέσει συγκίνηση και θαυμασμό στον πολιτισμένο κόσμο:

«Το Ελληνικό Έθνος που έζησε για αιώνες υπό το ζυγό της δουλείας, της αδικίας και της κάθε είδους καταπίεσης, όρθωσε το ανάστημά του κατά των τυράννων… Στο Έθνος αυτό αξίζει να στρέψουμε ευνοϊκά την προσοχή μας. Αποφασισμένοι να ζήσουν ελεύθεροι και υπό το κράτος δικαίου, οι Έλληνες πήραν τα όπλα για την πραγμάτωση ενός ιερού σκοπού. Το γεγονός αυτός συγκίνησε βαθειά την Ευρώπη. Στα μέγαρα των πλουσίων και στα σπίτια των φτωχών, γίνεται λόγο για τον αγώνα τους. Δεν ακούγονται πια οι κοινοί τόποι περί νέων πολιτικών αρχών. Τώρα είναι η φωνή του αισθήματος που αντηχεί παντού. Μια φωνή που εγκρίνει το δίκαιο ξεσηκωμό των υποτελών κατά των τυράννων. Μια φωνή που εκφράζει την ελπίδα για το θρίαμβο της ανθρωπιάς επί της Βαρβαρότητας, του φωτός επί του σκότους, των δικαιωμάτων του ανθρώπου επί της αυθαιρεσίας των δυναστών»6. 

Με το κείμενο αυτό η «Μικρή Μέλισσα» χαιρέτησε την Επανάσταση των Ελλήνων κατά των Τούρκων που για τέσσερις αιώνες κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Αφρική. Επανερχόμενη ένα χρόνο αργότερα στο ίδιο θέμα, η «Μικρή Μέλισσα» υπενθύμισε στους Πολωνούς που ζούσαν το δράμα του διαμελισμού της χώρας τους από τους Ρώσους, Πρώσους και Αυστριακούς, τον ηρωισμό της μικρής Ελλάδας που πήρε τα όπλα «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Στο τόλμημά τους αυτό είδαν το πρότυπο για την απελευθέρωση και της δικής τους χώρας από τους ξένους δυνάστες.

«Η βαρβαρότητα και η εκδίκηση των Τούρκων σε συνδυασμό με την ακατάσχετη σφαγή και λαφυραγωγία, αποσκοπούν στην εξολόθρευση των δυστυχών Ελλήνων. Αλλά το θάρρος που τους ενδυναμώνει στην απελπισία, αναπτερώνει τις ελπίδες τους για τη νίκη επί ενός ασύγκριτα ισχυρότερου κατακτητή. Από τη μια ο φανατισμός εξαγριώνει τις οθωμανικές ορδές. Από την άλλη, η δυστυχία που προκαλεί η καταπίεση τεσσάρων αιώνων, ωθεί τους Χριστιανούς στη νίκη ή στο θάνατο. Για τους πρώτους κάθε ανθρώπινη καρδιά αισθάνεται συμπόνοια. Για τους δεύτερους ο ουρανός καλεί σε εκδίκηση»7.

Άλλο φιλελεύθερο περιοδικό εκδιδόμενο στην υπό ρωσική κατοχή Βαρσοβία, η «SYBILLΑ», εκθειάζει στο τεύχος του Απριλίου 1821, «τους Έλληνες αγωνιστές που ρίχτηκαν στη φωτιά του πολέμου για να απαλλαγούν από τον απάνθρωπο ζυγό των Ασιατών:

«Ως Πολωνός, δεν θα άρμοζε να εύχομαι την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της μόνης Δύναμης που δεν ζήτησε τη δική μας ταπείνωση. Τήρησε μάλιστα τις συνθήκες διαμαρτυρόμενη για το διαμελισμό της χώρας μας. 

Σαν άνθρωπος όμως που συγκινείται από την ανθρώπινη δυστυχία και επιθυμεί την πρόοδο και το καλό των Εθνών, τάσσομαι με όλες μου τις δυνάμεις για την απαλλαγή των μαχόμενων Ελλήνων από τον ανίερο οθωμανικό ζυγό. Αυτών που βυθίζουν στο σκοτάδι και αλυσοδένουν το ωραιότερο κομμάτι της Ευρώπης, την κοιτίδα της ελευθερίας και του αρχαίου μεγαλείου»8.

Το άρθρο υπογράφεται από τον εκδότη του περιοδικού «SΥBILLΑ» Φραγκίσκο       Grzymala. Οι γραμμές αυτές μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε στην πραγματική του διάσταση το κίνημα του πολωνικού φιλελληνισμού.

Ζώντας υπό ξένη κατοχή και διαμελισμένοι από τους ισχυρούς γείτονές τους, οι δυστυχείς Πολωνοί είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται συμπάθεια προς τους Τούρκους οι οποίοι, όχι Βέβαια από συμπόνοια, αλλά για το δικό τους όφελος, αντέδρασαν στην διαίρεση της Πολωνίας από τους Αυστριακούς, Ρώσους και Πρώσους. «Οι Τούρκοι», γράφει ο δημοσιογράφος Gosztow, «ήταν οι μόνοι που δεν αναγνώρισαν το διαμελισμό της Πολωνίας. Το 1768, ο Σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στους Ρώσους επειδή παραβίασαν τα σύνορα των Λεχών9. Αν και η Τουρκία ενήργησε από συμφέρον, η πολιτική της κρίθηκε εξαιρετικά φιλοπολωνική»10.

Εκτός από τη Βαρσοβία και Κρακοβία, έντονη φιλελληνική δραστηριότητα ανέπτυξε το πολωνικό πανεπιστήμιο στην πόλη Βίλνους, τη σημερινή πρωτεύουσα της Λιθουανίας. Ελληνιστές, καθηγητές μετέφρασαν το καλοκαίρι του 1822, τον αντιοθωμανικό λίβελο «Η Αναγέννηση της Ελλάδος» του αρχαιολάτρη Krug, καθηγητού στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Από το ίδιο πανεπιστήμιο στο Βίλνους αναγγέλθηκε στους Πολωνούς η πανωλεθρία του Δράμαλη στα Δερβενάκια από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ενθουσιώδεις φοιτητές ανήρτησαν στις αίθουσες διδασκαλίας χάρτες με τις κατά ξηρά και θάλασσα νίκες των Ελλήνων.

Άλλος κλασικός δάσκαλος στο Βίλνους, ο Γοδεφρείδος Grodek (1762-1825), εξύμνησε το Ρήγα Φεραίο, τον Τυρταίο της Νέας Ελλάδας και των Βαλκανικών λαών, τους οποίους κάλεσε στο «Θούριο» να λάβουν τα όπλα κατά των Οθωμανών. Μεταξύ των φοιτητών που κέρδισε στην ελληνική υπόθεση, ήταν ο Όμηρος του Έθνους των Πολωνών Αδάμ Mickiewicz (1798-1855)11 και ο ιστορικός Αλέξανδρος Ghodzko (1804-1891). Ο Ghodzko εξέδωσε στην Αγία Πετρούπολη το 1825 συλλογή ελληνικών εθνικών ασμάτων μεταφρασμένων στα πολωνικά και αφιερωμένων στον φίλο του Mickiewicz.

«Παρόμοια έργα», γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Ν. Τωμαδάκης, «προσέφεραν μεγαλύτερη Βοήθεια εις την μαχομένην Ελλάδα από μία ολόκληρην στρατιάν». Εμπνευσμένους από φιλελληνικά αισθήματα στίχους έγραψαν οι πολύ αξιόλογοι ποιητές της ιδίας περιόδου Σεβερίνος Coszcynki, Φραγκίσκος Morawski και Ιούλιος Slowaski.

Στο έμμετρο έργο του «Ζήλος για τον Αγώνα», γράφει μεταξύ άλλων ο Coszcyhki:

Έλληνες, Έλληνες, παιδιά της δόξας, 

Σεις που διακριθήκατε στην ιστορία. 

Γιατί να μη μπορεί ένας Σαρμάτης12 

Να υποστηρίξει το δικό σας Αγώνα; 

Ποιος θα μπορούσε να σας καταλάβει 

καλύτερα από το λαό των Λεχών; 

Ποιος θα μπορούσε να σας συμπαρασταθεί καλύτερα 

απ’ αυτούς που στερήθηκαν τη δική τους πατρίδα; 

Στο «Λάμπρος, ο Έλληνας επαναστάτης», ο Slowaski εκθειάζει το γενναίο πειρατή του Αρχιπελάγους Λάμπρο Κατσώνη, και στο οδοιπορικό «Ταξίδι στην Ανατολή» το Φώτο Τζαβέλλα τον οποίο συγκρίνει με τον ήρωα των Θερμοπυλών Λεωνίδα. Καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους, ο Slowaski στάθμευσε στην Κέρκυρα και στην Πάτρα για να συναντηθεί με τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Σύγχρονος του Slowaski, ο επίσης ρομαντικός ποιητής Σιγισμόνδος Krasinski (1812-1859), μετέφρασε το ποίημα του Γάλλου Raffenel «DESTRUCTION D’ ISPARA» («Καταστροφή των Ψαρρών») ενώ στο δράμα «Ιρυδίων» έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε Έλληνα πολεμιστή.

Στρατευμένη στον εθνικό αγώνα των Ελλήνων ήταν και η Αιμιλία Sczniecka (1804-1896), ιδρύτρια της «Επιτροπής Βοηθείας προς τους Έλληνες». Φλογερή πατριώτισσα και διακεκριμένη κοινωνική λειτουργός, οργάνωσε εράνους για τα ορφανά των αγωνιστών και την περίθαλψη των τραυματιών. Με έδρα την πόλη Poznanη «Μπουμπουλίνα» της  Πολωνίας εργαζόταν  μυστικά από φόβο της «Ιερής Συμμαχίας». Στη φιλελληνική της δράση αναφέρεται ιδιαίτερα ο Josef Straszewicz,  ιστορικός της πολωνικής Επανάστασης το Νοέμβριο του 183013.

 

Στρατευμένος Φιλελληνισμός

 

 

Στο κέντρο της Ακροναυπλίας και σε μικρή απόσταση από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας, βρίσκεται η καθολική εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το 1839, ο Βασιλιάς Όθωνας δώρησε το εγκαταλελειμμένο τέμενος στην ευάριθμη καθολική κοινότητα του Ναυπλίου. Εντός του ιδίου ναού, ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιλαρίων Αύγουστος Touret ίδρυσε το 1841 τη γνωστή ως Μνημείο των Φιλελλήνων αψίδα επί της οποίας κατέγραψε 284 ονόματα αλλοδαπών φίλων της Ελλάδας οι οποίοι φονεύτηκαν στα πεδία των μαχών για την απελευθέρωση της από τον οθωμανικό ζυγό.

Από τις χώρες προέλευσης των 284 ονομάτων της αψίδας Touret, κηρυγμένο από το 1951 εθνικό Μνημείο, η Πολωνία κατέχει την όγδοη θέση με οκτώ ονόματα πεσόντων στη μάχη του Πέτα το 1822 και ανά ένας στην Εύβοια και στον Πόρο. Τα ονόματα άλλων 24 Πολωνών φιλελλήνων οι οποίοι φονεύτηκαν αγωνιζόμενοι υπέρ της Ελλάδος κατά τη δεκαετία 1821-1831, εντόπισα στις εξής κατά χρονολογική σειρά, πηγές:

  • Ερρίκου Treiber, «Αναμνήσεις οπό την Ελλάδα». Ο Treiber που συμμετείχε στην Επανάσταση υπό την ιδιότητα γιατρού της γερμανικής λεγεώνας, αναφέρει τα ονόματα των Πολωνών Sotowski και Dzerzawski.
  • Ο Ελβετός Ερρίκος Fornest, συντάκτης καταλόγου 423 Φιλελλήνων ο οποίος απόκειται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μνημονεύει τρία ονόματα Πολωνών Φιλελλήνων άγνωστων σε άλλες πηγές: Denkowski, Grabowski και Miomidowicz. Ανήκαν στο τάγμα αλλοδαπών το οποίο συστήθηκε το 1822 στην Κόρινθο από το Γερμανό στρατηγό Normann Von Ehrenfels.
  • Στο βιβλίο «Ιστορία του Τάγματος των Φιλελλήνων», γραμμένο από τον Γερμανό Δανιήλ Elster, συναντάμε για πρώτη φορά τα πολωνικά ονόματα Dobronowski, Tabernowski, Kosiwski, Pavlowski, Briffat. Του τελευταίου αμφισβητείται η εθνότητα.   
  • Στη μελέτη «Συμμετοχή Πολωνών στον Αγώνα των Ελλήνων», ο Θαδαίος Sinko παραθέτει σύντομες βιογραφικές σημειώσεις των άγνωστων σε άλλες πηγές συμπατριωτών του Gormowski, Gosczinski, Goslawski, Leczyhski, Iosandrowski και Pomorwski.  
  • Στο πληρέστερο περί Φιλελληνισμού του 1821 σύγγραμμα των Γερμανών W. Barth και M. KehrigKorn “ DIE PHILHLLENENZETT”   καταγράφονται για πρώτη φορά τα ονόματα επτά επί πλέον Πολωνών φιλελλήνων: Derkmann, Blasczowski, Bromikowski, Dobrycs, Gerzawski, Jakubowski και Jorosakowski.
  • Στο Μνημείο Φιλελλήνων της Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων στη μάχη του Πέτα Koulschelewski, Lasky, Mirziewski, Mlodowski, Dielsiewski, Dobronowski και των πεσόντων στην Εύβοια και στον Πόρο Pronokowski και Odworski.

Επιφανέστερος των 32 συνολικά γνωστών Πολωνών που επολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων το 1821-1831, είναι ο Mirziewski, πρώην αξιωματικός στη φρουρά του Μεγάλου Ναπολέοντος τον οποίο συνόδευσε στη νήσο Έλβα και αργότερα στο Παρίσι. Διακρίθηκε για τον ηρωισμό του στη Μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822, κατά την οποίο φονεύτηκε ενώ επιχειρούσε να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό. Τιμώντας τη μνήμη του, η Ελληνική Πολιτεία έδωσε το όνομά του σε οδό της περιοχής Φιλοπάππου Αθηνών.

Γράφει για τον Mirziewski ο ιστορικός Στασινόπουλος στο Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης τ. Γ’ σελ. 111:

«Χωρίς όρια ήταν ο ενθουσιασμός του για τον ηρωικό ξεσηκωμό των Ελλήνων. Λίγο πριν τη μάχη στου Πέτα, έκανε την ακόλουθη ομολογία στον Ιταλό συνταγματάρχη Dania: «Παντού όπου πολέμησα, υπό τον Ναπολέοντα και τον Μπολιβάρ, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στο Πεδεμόντιο, στη Νεάπολη και τη Νότια Αμερική, διαπίστωσα πόσο άσκημα πάει ο κόσμος. Έχω όμως ήσυχη τη συνείδησή μου γιατί από νέος αγωνίστηκα για τη δικαίωση των καταπιεζομένων. Πιστός στην αρχή μου αυτή, μια μόνο έχω επιθυμία. Να πεθάνω για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Ας δώσει ο Θεός να αναπαυτώ στην ηρωική αυτή γη. Μιλούσε με τόσο αυτοπεποίθηση ώστε οι Έλληνες υποκλίνονταν μπροστά του χωρίς να τον καταλαβαίνουν και σταύρωναν τα χέρια όπως έκαναν στην εκκλησία». 

Για τον Koulschelewski, υπάρχουν πολλές παραλλαγές του ονόματός του. Κατά τους Barth, Kehrig-Korn, πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο. Έπεσε μαχόμενος στου Πέτα στις 4 Ιουνίου 1822. Ο Mlodowski ήρθε στο Ναυαρίνο μαζί με 30 άλλους Γερμανούς και Πολωνούς Φιλέλληνες τον Ιανουάριο του 1822. Ήταν νέος φοιτητής και σκοτώθηκε στου Πέτα. Ο Dielsiewski αποβιβάστηκε στη Μονεμβασία στις 4 Απριλίου 1822, με το γαλλικό πλοίο «ΒΟΝΝΕ ΜΕRΕ». Στρατολογήθηκε στη λεγεώνα των Φιλελλήνων και έπεσε στη μάχη του Πέτα.

Για τον Dobronowski Έμμεριχ γνωρίζουμε ότι ήταν από τους πρώτους ξένους που έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Τον Pronokowski αναφέρει ο Tadeusz Sinco χωρίς άλλο προσδιορισμό εκτός από το θάνατό του στη μάχη του Πέτα. Ο τελευταίος των αναγραφομένων στο Μνημείο Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου, έπεσε κατά τη διάρκεια αψιμαχίας στον Πόρο το 1829.

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

 

Υποσημειώσεις

 

 

1   Η δημοσιευμένη μελέτη αποτελεί μέρος διάλεξης την οποία έδωσα την 25η Οκτωβρίου 1988 στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου LODZ της Πολωνίας.

2 Για το Μνημείο των Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου βλ. Μάρκου Ν.        Ρούσσου – Μηλιδώνη, περ. «Σύγχρονα Βήματα» αρ. 68 σελ. 224-254 B/DAS MONYMENT DER PHILHELLENEN IN NAFPLIO, Αθήνα 1992 σελ. 120.

3 TADEUSZ SINCO, Συμμετοχή Πολωνών στην Ελληνική Επανάσταση (πολωνικοί, «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας» αρ. 42 σελ. 272-300.

4 ANUSZ STRASBURGER, LE PHILHELLENISME EN POLOGNE AUX ANNEES DE L   INSURRECTION GRECQUE 1821-1828. Επετηρίδα Βαλκανικών Μελετών αρ. 12 (Θεσσαλονίκη 1972), σελ. 106-116.

Λόγος Γ. Τερτσέτη εκφωνηθείς εις τη Βουλή των Ελλήνων στις 28 Μαρτίου 1854   κατά τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου.

Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 2, έτος  1821, σελ. 296.

7 Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 3, έτος   1822 σελ. 69.

8  SYBILLA NADWISKANSKA, τ. 1 κεφ. VI σελ. 58.

9 Λεχοί καλούνται οι Πολωνοί από τον κατά τη μυθολογία γενάρχη τους Λεχ.

10 GOSZTOW, LA TURQUIE ET LA RUSSIE, Παρίσι 1913, σελ. 5.

11 Αδάμ MICKIEWICZ: Μεγάλος επικός ποιητής της Πολωνίας. Έγραψε τα έπη  «Κυρ Θαδαίος», «Πρόγονοι», «Νύχτα των ονείρων».

12 Συλλογική ονομασία των λαών της Βορείου Ευρώπης, κυρίως των Ρώσων, Πολωνών, Ουκρανών και των κατοίκων των τριών μικρών βαλτικών χωρών Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας.

13 JOSEF STRASZEWICZ, Πολωνοί και Πολωνέζες στην Επανάσταση της 29ης   Νοεμβρίου 1830 (στα γαλλικά), Παρίσι 1830.

  


Κόκκινος Θ. Κωνσταντίνος (1890-1976)

 
   


 

 

Κόκκινος Κωνσταντίνος

Δήμαρχος Ναυπλίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1890. Ήταν γιος του εμπόρου Θεόδωρου Κόκκινου. Η οικογένειά του είχε δώσει στο Ναύπλιο πολλούς δημάρχους και πολιτευτές.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές κατατάχτηκε στο στρατό ως εθελοντής και φοίτησε στην στρατιωτική σχολή υπαξιωματικών Κερκύρας, προήχθη δε σε ανθυπολοχαγό το 1913. Έλαβε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους 1912, 1913, 1918 και στην Μικρασιατική εκστρατεία το 1922.

Παραιτήθηκε από το στρατό το 1929 με το βαθμό του συνταγματάρχη και πολιτεύτηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Εξελέγη δε Δήμαρχος Ναυπλίου εκείνη τη χρονιά. Διορίστηκε πάλι Δήμαρχος το 1945, μετά την Απελευθέρωση.

Εξέδωσε ένα πρωτότυπο φωτογραφικό λεύκωμα, όπου παρουσίαζε νεωτεριστικά το έργο του ως Δημάρχου κατά την θητεία του 1929-1934. Συμμετείχε ως υποψήφιος Δήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος της αντιπολίτευσης στις δημοτικές εκλογές της δεκαετίας του 1950. Απεβίωσε την 1 Δεκεμβρίου 1976.

  

Πηγή


  •  Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007. 

Ναύπλιον  – Ετυμολογία του Ονόματος


 

Α΄ Ονοματολογικά. Η ονομασία της πόλεως κατά τους αρχαίους χρόνους ήταν Ναυπλία και απαντάται στην αρχαία Γραμματεία κατά πρώτον στον Ηρόδοτο στη φράση «Ναυπλίη χώρη». Γράφει ο Ηρόδοτος: «Μετά δε ταύτα εξαναχωρήσας (ο Κλεομένης) την στρατίην κατήγαγε ες Θυρέην, σφραγησάμενος δε τη θαλάσση ταύρον πλοίοισι σφέας ήγαγεν ες τε την Τιρυνθίην χώρην και Ναυπλίην = Μετά από αυτά, έφυγε ο Κλεομένης και οδήγησε τον στρατόν του στην Θυρέα κι αφού απέκλεισε την θάλασσα με πλοία μετέφερε τους δικούς του στην περιοχή της Τίρυνθας και της Ναυπλίας» (VI 76).

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Τύπος ονόματος na-u-pi-ri-jo στη Γραμμική Γραφή Β ταυτίζεται από ορισμένους γλωσσολόγους με το όνομα Ναύπλιος. Γενικότερη όμως παραδοχή της εκτιμήσεως αυτής δεν υπάρχει στους ειδικούς. Ίσως νεώτερες πινακίδες, πού κατά καιρούς ανευρίσκονται, να λύσουν το πρόβλημα. Έτσι παραμένομε στον Ηρόδοτο, ως πρώτη μνεία του ονόματος.

Το εθνικό όνομα, αυτό δηλαδή πού δηλώνει τον κάτοικο της πόλεως, το συναντούμε μεταγενεστέρως στον Στράβωνα (VIII, p. 374) και έχει τον τύπο Ναυπλιεύς / Ναυπλιείς.

Το κτητικό επίθετο έχει τους τύπους Ναύπλιος και Ναυπλίειος και απαντάται συχνά στον Ευριπίδη. Λέγει ο αρχαίος τραγωδός: Ναυπλίη χθών = γη του Ναυπλίου (Ορέστης, σ. 369), Ναύπλιοι λιμένες = λιμάνια του Ναυπλίου (Ελένη, σ. 453), Ναύπλιαι ακταί (Ελέ­νη, σ. 1586) και Ναυπλίειος λιμήν (Ορέστης, σ. 54). Η πόλις με τα ονόματα Ναύπλιον και Ανάπλιον-Ανάπλιν – Ανάπλι εμφανίζεται κατά πρώτον στα υστεροβυζαντινά χρόνια:

Συγκεκριμένα το όνομα Ναύπλιον αναφέρεται κατά πρώτον από τον Βυζαντινό ιστορικό Γεώργιο Κεδρηνό, πού έγραψε γύρω στα 1100 μ.Χ., στο έργο του Σύνοψις Ιστοριών: «στρατηγούντος έν Ναυπλίω Νικηφόρου Πατρικίου = όταν στρατηγός στο Ναύπλιο ήταν ο Ν. Π.» (Migne, τ. 122 II 499, σ. 232).

Το όνομα επισημαίνεται και πά­λιν σε υπόμνημα του επισκόπου Ναυπλίου και Άργους Λέοντος συνταχθέν κατά το έτος 1144 μ.Χ. Ακολούθως το συναντούμε στους ιστορικούς Μιχαήλ Χωνιάτη Ακομινάτο και Νικήτα Χωνιάτη Ακομινάτο πού έγραψαν γύρω στο 1200 μ.Χ. Λέγει ο Μιχαήλ σε επιστολή του προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστόν: «Οι μεν φασιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέ­λων…= Άλλοι μεν λέγουν από τα απόκρημνα βράχια του Ναυπλίου». Και ο Νικήτας: «Ο δε Σγουρός ούτος εκ Ναυπλίου γεγενημένος…» (Χρονική Διήγησις, σ. 800).

Τον τύπον αυτόν του ονόματος θα τον συναντήσωμε ακολούθως στους Ιστορικούς της αλώσεως Γεώργιο Σφραντζή και Λαόνικο Χαλκοκον­δύλη. Ο Σφραντζής γράφει: «Και εν Ναυπλίω τον πλείονα καιρόν διέτριβε» (Χρονικόν, Migne, τ. 156 IV 407, σ. 983). Και ο Χαλκοκονδύλης: «Ην δε ο νεανίας Πριάμου παις, του Ναύπλιον επιτετραμένου παρά Ουενετών = Ήταν δε ο νέος αυτός γυιός του Πριάμου, αυτόν που οι Βενετοί είχαν τοποθετήσει στο Ναύπλιον» (Απόδειξις Ιστοριών, Migne τ. 159 IX 241, σ. 445).

Το όνομα Ανάπλιον, και απλοποιημένο Ανάπλιν και Ανάπλι, εμφανίζεται κατά πρώτον στο Βυζαντινό ιστορικό και λόγιο Γεώργιο Παχυμέρη (1242-1310;), ο οποίος στο έργο του Μιχαήλ Παλαιολόγος, γράφει: «τα κατά την Πελοπόννησον ταύτα, Μονεμβασίαν, Μαΐνην, Ιεράκιον, Μυζηθράν (Ανάπλιον δε και Άργος εν Αμφιβόλοις ετίθει = Το Ναύπλιον και το Άργος ανέθεσε στους Αμφιβόλους)» (Migne τ. 143 I 88, σ. 523).

Την ίδια εποχή (περ. 1300 μ.Χ.) το μνημονεύει ο συγγραφέας του Χρονικού του Μορέως. Ο τύπος αναγράφεται και στις τρεις παραλλαγές. Δηλαδή μορφή Ανάπλιον (στ. 1587 και 2766), μορφή Ανάπλιν (στ. 2085) και Ανάπλι (στ. 2871) (Έκδ. J. Schmidt, Methuen, London 1904).

Και πάλιν μεταγενεστέρως συναντάται στον Γεώργιο Σφραντζή στη μορφή Ανάπλιν: «και πάλιν ευρίσκετο εις τε τον δεσπότην κύρ Δημήτριον και εις το Ανάπλιν, τον πλείονα καιρόν» (Χρονικόν Μικρόν, Migne τ. 156 υξ’, σ. 1070). Και πάλι θα το συναντήσομε στον Δωρόθεο Μονεμβασίας στο έργο του Χρονογράφος (γύρω στο 1600 μ.Χ.).

 

Ναύπλιος ο Νεώτερος

 Β’ Ετυμολογικά. Η ετυμολογία της λέξεως Ναυπλία είναι διαφα­νής. Δηλαδή η λέξις παράγεται εκ του ναύς + πλέω. Ο Στράβων εξηγεί την ετυμολογία της λέξεως ως εξής: «το δ’ έτυμον από του ταις ναυσίν προσπλείσθαι = την ετυμολογία της λέξης ερμηνεύει από τα πλοία» (VIII, p. 368). Υπήρχε όμως και η θέσις ότι το όνομα της πόλεως ωφείλετο στον Ναύπλιο, υιόν του Ποσειδώνος και της Δαναΐδος Αμυμώνης.

Ο Ναύπλιος υπήρξε ο θεμελιωτής και πρώτος οικιστής της πόλεως αυτής. Γράφει ο Παυσανίας: «οικιστής δε εγένετο αυτής Ναύπλιος Πο­σειδώνος λεγόμενος και Αμυμώνης είναι = αυτός που έχτισε την πόλη ήταν ο Ναύπλιος ο οποίος κατά την παράδοση ήταν γυιός του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης» (II 38 2).

Ο Παυσανίας δηλαδή θεωρεί το όνομα κυριώνυμο. Ας σημειωθή ότι η τάσις αυτή, του να αναζητούνται δηλαδή για τα τοπωνύμια πρώτοι οικιστές, είναι αρκετά διαδεδομένη στους αρχαίους χρόνους. Την άποψη όμως αυτή απορρίπτει ο γεωγράφος Στράβων ισχυριζόμενος ότι προηγείται το όνομα της πόλεως, ενώ το όνομα Ναύπλιος είναι νεώτερο δημιούργημα: «Από τούτου (του ετύμου) δε πεπλάσθαι φασί τον Ναύπλιον και τους παίδας αυτού παρά τοις νεωτέροις = Λέγεται δε ότι οι μεταγενέστεροι ξεκινώντας από την ονομασία αυτή ( της πόλης) δημιούργησαν το Κύριο όνομα που έδωσαν στον Ναύπλιο και τους απογόνους του». Και συνεχίζει αιτιολογών τη θέσιν του: «Ου γαρ Όμηρων αμνημονήσαι αν τούτων = Γιατί ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να τους ξεχάσει» (VIII, p. 368).

Ο Στέφανος ο Βυζάντιος (6ος  αιώνας μ.Χ.) υιοθετεί αυτή τη θέση: «Ναυπλία, πόλις Άργους. Στράβων ογδόη «από του ταις ναυσί προσπλείσθαι». Οι οικούντες Ναυπλιείς, ως Στράβων» (s.v. Ναυπλία). Αντιθέτως ο αρχαίος σχολιαστής του Ευριπίδη υιοθετεί τη θέσιν του Παυσανία: «Ναύπλιος γαρ Αργείος ανήρ, ναυτικής εμπειρίας έμπειρος… ότι εν λιμένι διέτριβε, εκ τούτου ομώνυμος αύτω ο λιμήν» (Σχόλιο στο στίχο 472 του Ορέστη).

Το ότι ο Ναύπλιος ήταν δεινός θαλασσοπόρος μαρτυρείται και από τον Απολλώνιο τον Ρόδιο: «Ναύπλιον, ος περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν = ο Ναύπλιος ο οποίος εξουσίαζε τους πάντες με τον στόλο του( τη ναυτική δύναμη)» (Αργοναυτικά, στ. 138).

Το λεξικό της Σούδας αναφέρεται στη σιγή του Ομήρου, πού μνημο­νεύει ο Στράβων, και δίδει μία ερμηνεία: «Τα δε ποιήματα αυτού ηφανίσθη υπό των Αγαμέμνονος απογόνων δια βασκανίαν. Υπολαμβάνω δε και τον ποιητήν Όμηρον αυτό τούτο πεπονθέναι, και μηδεμίαν του ανδρός μνήμην ποιήσασθαι = τα έργα αυτού χάθηκαν ( ξεχάστηκαν) από τους απογόνους του Αγαμέμνονα για λόγους αντιζηλίας. Υποψιάζομαι μάλιστα ότι και ο ποιητής Όμηρος αυτό έπαθε και δεν μνημονεύει τον άνδρα πουθενά» (δηλ. του Παλαμήδη) (λ. Παλαμήδης).

Παλαμήδης

Ο Παλαμήδης, ως γνω­στόν, μετέσχε του Τρωικού Πολέμου και είχε οικτρό τέλος από τέχνασμα του Οδυσσέα. Ήταν γιος του Ναυπλίου και της Κλυμένης. Ο εδώ αναφερόμενος Ναύπλιος ήταν πέμπτος απόγονος του πρώτου Ναυπλίου.

Το όνομα Ναύπλιον είναι ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του κτητικού επιθέτου Ναύπλιος, το οποίο, ως ήδη ελέχθη, θεωρείται παράγωγο του ονόματος Ναυπλία. Το εθνικό όνομα του τύπου αυτού είναι Ναυπλιώτης / Ναυπλιώτισσα και το κτητικό Ναυπλιακός και Ναυπλιώτικος.

Το όνομα Ανάπλιον παράγεται από το πρόθεμα (προτακτικό φωνήεν) α + Ναύπλιον, με απλοποίησιν του συμφωνικού συμπλέγματος fpl στο δεύ­τερο συνθετικό. Εθνικό όνομα του τύπου αυτού είναι Aναπλιώτης και Αναπλιώτισσα και το κτητικό Αναπλιώτικος.

Ας σημειωθή ότι η πόλις ως πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος επί πενταετίαν (1829-1834) καταγράφεται και ως Ανάπλιον, ονομασία πού μέχρι σήμερα διατηρείται σε χρήσιν λαϊκή και λογοτεχνική. Το πρόθεμα α στη λέξι Ανάπλιον αναπτύχθηκε χάριν ευφωνίας και απλοποιήσεως. Τούτο, ως γνωστόν, συνέβη και σε άλλα τοπωνύμια, όπως Ναύπακτος – Έπαχτος κ.λπ. Το προτακτικό φωνήεν είναι συνηθέστερο στην ποιητική γλώσσα και συνήθως δεν διαφοροποιεί τη σημασία της λέξεως. Έτσι ο τσιγγάνος λέγεται και Ατσίγγανος, η βδέλλα και αβδέλλα, η σκιά και ίσκιος, η μασχάλη και αμασχάλη, κ.λπ.

Συμπερασματικά, κατά την πιθανότερη θέσιν, η Ναυπλία είναι ή το πρώτον υπάρξασα λέξις και παράγεται εκ του ναύς + πλέω. Δηλώνει δε τον τόπο στον οποίο προσωρμίζοντο τα πλοία των χρόνων εκείνων, εύρι­σκαν δηλ. καλό αραξοβόλι.

 

 Αθανάσιος Βερτσέτης                                             

Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών                                            

Σταυρούλα Πετράκη – Βερτσέρη

Σχολική Σύμβουλος

* Η μετάφραση των αποσπασμάτων από τα αρχαία,  έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

Κουκλοθέατρο, Το θέατρο της Εμψύχωσης, Πειραματισμοί με Άψυχους Πρωταγωνιστές. 2ο Συνέδριο, Ναύπλιο – Άργος 7, 8, και 9 Οκτωβρίου 2010.


 

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου συνδιοργανώνει με το Δήμο του Άργους και την ευγενική χορηγία του Δήμου Ναυπλιέων το 2ο Συνέδριο Κουκλοθεάτρου με θέμα Κουκλοθέατρο, Το θέατρο της Εμψύχωσης, Πειραματισμοί με Άψυχους Πρωταγωνιστές στις 7, 8 και 9 Οκτωβρίου 2010. Το συνέδριο περιλαμβάνει ομιλίες από Παιδαγωγούς, Θεατρολóγους, Κοινωνικούς Ανθρωπολóγους και Εικαστικούς, καθώς επίσης εργαστήρια και παραστάσεις με αντικείμενο το θέατρο της εμψύχωσης.

Απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε φοιτητές, εκπαιδευτικούς και καλλιτέχνες, αλλά είναι ανοικτό και σε κάθε ενδιαφερόμενο. Σκοπός του συνεδρίου είναι η συζήτηση, ο προβληματισμός και η ανάδειξη της τέχνης του Κουκλοθεάτρου ως σύγχρονης τέχνης με σημαντική ιστορία και ακόμη σημαντικότερο μέλλον.

Οι εργασίες του Συνεδρίου θα ξεκινήσουν την Πέμπτη 7 Οκτωβρίου στις 16.30 με ομιλίες στην αίθουσα «Λήδας Τασοπούλου», στα διδακτήρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών (οδός Βασιλέως Γεωργίου Β´ και Ηρακλέους στο Ναύπλιο). Στον ίδιο χώρο, την Παρασκευή 8 Οκτωβρίου (πρωί – απόγευμα) και το Σάββατο 9 Οκτωβρίου (πρωί) προσφέρονται εργαστήρια από τους Χρίστο Αυτσίδη, Απόστολο Μαγουλιώτη και Στάθη Μαρκόπουλο. Τα βράδια της Παρασκευής και του Σαββάτου (ώρα 19.00-20.00) οι καλλιτέχνες θα δώσουν παραστάσεις στη Παιδική Νεανική Βιβλιοθήκη του Δήμου Άργους.

Η είσοδος είναι ελεύθερη για όλες τις δραστηριότητες του Συνεδρίου και χορηγούνται βεβαιώσεις στους συμμετέχοντες. Τη διοργάνωση του Συνεδρίου έχουν αναλάβει: η Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και η Εμμανουέλα Βογιατζάκη – Κρουκóβσκι, Εικαστικóς, μέλος ΕΕΔΙΠ του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Πληροφορίες:  27520 – 96129, 127, 130, 131, Fax : 27520 96128.

Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας – Ξενοφώντα Χρ. Ηλία


 

Ένας ογκώδης τόμος 700 σελίδων αποτελεί την κιβωτό πολύτιμων στοιχείων, όπως αυτά βρέθηκαν αποτυπωμένα σε γραπτές και προφορικές μαρτυρίες. Η κοπιώδης και σημαντικότατη εργασία του ερευνητή συγγραφέα Ξενοφώντα Ηλία αναφέρεται σε στοιχεία που συνέλεξε και αφορούν την περιοχή της Αλέας, τα χωριά Αλέα ή Μπουγιάτι, τη Σκοτεινή, τον Άγιο Νικόλαο, την Εξοχή, τη Φρουσούνα, το Πλατάνι και το Γυμνό. Η υπερδεκαετής έρευνα μαζί με την ιδιαίτερη ευαισθησία του συγγραφέα παρουσιάζουν ένα ολοκληρωμένο έργο με εκπληκτική ποικιλία μαρτυριών απαραίτητων για τον ιστορικό, αλλά και όποιον αγαπά και ενδιαφέρεται για τον τόπο.

Τοπογραφία της περιοχής του τέως δήμου Αλέας, κεφάλαια σχετικά με την αρχαία ιστορία του τόπου, αποσπάσματα περιηγητών που πέρασαν από την περιοχή, ανασκαφικά ευρήματα, οδοποιία, προβλήματα αναδασμού, ιστορικά στοιχεία με σημαίνουσα βαρύτητα για γεγονότα σχετικά με την επανάσταση του 1821, απογραφές πληθυσμού, εκλογές, καταγραφή και αναλυτικά στοιχεία για τους ιερούς ναούς της περιοχής, για τα δημοτικά σχολεία και το δυναμικό τους, κοινωνικά θέματα (φιλονικίες και συγκρούσεις κατοίκων), εθνικά κτήματα, υδρόμυλοι, πύργοι και παλαιά σπίτια, προσωπικότητες του τόπου, καταστήματα, σύλλογοι, επώνυμα κατοίκων αποτελούν μερικά από τα θέματα που παρουσιάζονται ανάγλυφα με τις παρατιθέμενες πηγές.

Ο ερευνητής παρεμβάλλει το δικό του λόγο προσπαθώντας και πετυχαίνοντας την άρμοση των μερών και την κατατόπιση του αγωνιστή. Γράφει στον πρόλογο του έργου του:

«Επιθυμία από τα μαθητικά μου χρόνια ήταν να ασχοληθώ με την ιστορία της ιδιαίτερης μου πατρίδας της Αλέας και προς το σκοπό αυτό εργάστηκα πολλά χρόνια συγκεντρώνοντας, επαληθεύοντας και αξιολογώντας τις διάφορες μαρτυρίες που άντεξαν στη φθορά του χρόνου». Ο συγγραφέας μελέτησε και ερεύνησε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα χειρόγραφα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, το αρχείο Βαρδουνιώτη, το αρχείο Δ. Τσώκρη, τον τοπικό τύπο, διάφορα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, το αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας, το αρχείο της κοινότητας Αλέας, τα αρχεία των Δημοτικών Σχολείων, το αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Άργους, πολλά βιβλία σχετικά και ότι άλλο θα μπορούσε να προσφέρει μεγάλη ή μικρή βοήθεια.

Ο Ξενοφώντας Ηλίας έκρινε σκόπιμο να παραθέσει αυτούσια πολλά έγγραφα που φωτίζουν την ιστορία της περιοχής, γιατί αυτά θεώρησε ότι είναι η ουσία του παρελθόντος ενός τόπου, αλλά και γιατί τα περισσότερα από αυτά ήταν αταξινόμητα. Οι δικές του παρεμβάσεις είναι διακριτικές και γιατί τα έγγραφα και τα στοιχεία μιλούν μόνα τους αλλά και γιατί ο αναγνώστης θα πρέπει να μείνει μόνος απέναντι στα στοιχεία αυτά, να μορφώσει δική του γνώμη και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Το έργο είναι μια ιχνηλασία στον ιστορικό, εθνικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, πολιτικό, αγροτικό και ποιμενικό βίο των κατοίκων της περιοχής από το απώτερο παρελθόν μέχρι τις μέρες μας. Ο συγγραφέας  αντικειμενικός, και θαρραλέος, εμβριθής και ακούραστος, επίμονος και υπομονετικός μας μεταφέρει την αλήθεια των αιώνων και μας κάνει μετόχους μιας πλούσιας ζωής σε μια ορεινή περιοχή της πατρίδας μας. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1994.

 

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, σελ. 20, Άργος, 1994.

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Καρούζου – Παπασπυρίδη Σέμνη  (1898 – 8 Δεκεμβρίου 1994)


 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.

Η Σέμνη Καρούζου  γεννήθηκε στην Τρίπολη. Ήταν αρχαιολόγος και υπήρξε η πρώτη γυναίκα έφορος αγγείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ονομαζόταν Πολυσέμνη Παπασπυρίδη και ήταν παντρεμένη με τον αρχαιολόγο και ακαδημαϊκό Χρήστο Καρούζο (1900 – 1977).

Στην αρχαιολογική υπηρεσία εισήχθη το 1921. Στην Κρήτη, όταν μετατέθηκε το 1924, συνδέθηκε φιλικά με το Ν. Καζαντζάκη, τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού και το Δημήτρη Μητρόπουλο. Στην Ερέτρια ήταν η επόμενη μετάθεσή της όπου μελέτησε τον αρχαιολογικό χώρο και συνέταξε ένα ευρετήριο των εκθεμάτων του μουσείου, εγχειρίδιο που στα χρόνια του πολέμου αποδείχτηκε πολυτιμότατο γιατί βοήθησε στην ανεύρεση των αρχαίων μετά τον ενταφιασμό τους για προστασία από τους κατακτητές.

Μετά από τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου επέστρεψε στην Ελλάδα στα 1930 και προβιβάστηκε σε Έφορο. Μετατέθηκε στο Βόλο κι αργότερα στο δικό μας τόπο, την Αργολίδα, την οποία αγάπησε. Το βιβλίο της για το Ναύπλιο είναι ένα αξεπέραστο δείγμα αυτής της αγάπης, αλλά και της επιστημονικής της κατάρτισης.

Συμμετείχε σε ανασκαφές εδώ και ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη διάσωση των παραδοσιακών και ιστορικών κτισμάτων της πόλης του Ναυπλίου.

 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο Λεύκωμα της Εκατονταετηρίδος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1937.

 

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή κι ο σύζυγός της ήταν οι μόνοι Έλληνες αρχαιολόγοι που παραιτήθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών. Στην διάρκεια του πολέμου του ΄40 εργάστηκε εντατικά για τον ενταφιασμό των αρχαίων του Εθνικού Μουσείου. Το τεράστιο έργο που κατάφερε να φέρει σε πέρας μαζί με το σύζυγό της, ήταν η επανέκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (1964), ενός από τα πλουσιότερα μουσεία του κόσμου, μετά από τον πόλεμο. Ένα τιτάνιο έργο, μια και έπρεπε να ξαναβρούν τη θέση τους στις μισοκατεστραμμένες αίθουσες τα αναρίθμητα έργα που είχαν ταφεί για προστασία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις αναμορφωμένες αίθουσές τους με τη νέα αισθητική αντίληψη όλοι κατάλαβαν τότε ότι τα έργα έπαιρναν μια νέα διάσταση. Και μόνο γι’ αυτή της την προσφορά θα άξιζε η Καρούζου την ευγνωμοσύνη όλου του κόσμου.

Με τη Χούντα των Συνταγματαρχών, έγινε persona non grata (ανεπιθύμητο πρόσωπο) απομακρύνθηκε από το Αρχαιολογικό Μουσείο και βρέθηκε σε εξορία για μικρό χρονικό διάστημα.

Εξέδωσε συνολικά 18 αυτοτελή έργα, δημοσίευσε 110 μελέτες κι έγραψε σειρά κριτικών βιβλίων, μεταφράσεων και άρθρων σε εφημερίδες. Μετά τη δικτατορία έγινε πρόεδρος του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Μεγάλου Μυθολογικού Λεξικού. Αξίζει να προσέξουμε τι γράφει γι’ αυτή ένας μεγάλος συνάδελφός της, ο Μανόλης Ανδρόνικος:

«Όταν πριν από μερικά χρόνια ένας καλοπροαίρετος δημοσιογράφος, σε κάποιο δημοσίευμά του που αναφερόταν στο πρόσωπό μου, με χαρακτήρισε ως το μέγιστο Έλληνα αρχαιολόγο, ένιωσα ντροπή και ταραχή για το λάθος του. Όταν υπάρχει μια Σέμνη Καρούζου, σκέφθηκα, πως μπορούν να το αγνοούν;»

Και καταλήγει στο άρθρο του στις 9.4.89 στο Βήμα ο Ανδρόνικος: «Και η αγάπη, ο απέραντος σεβασμός, η ευγνωμοσύνη όλων μας για την προσφορά της στην επιστήμη και στον τόπο είναι το μικρό μας ευχαριστώ στη μεγάλη κυρία της οικογένειάς μας».

Συνέγραψε οδηγούς για το Εθνικό Μουσείο και άλλα έργα. Υπήρξε αντιπρόεδρος (1975-1977) της «Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας».

Η Σέμνη Καρούζου (το γένος Παπασπυρίδη) έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών, στις 8 Δεκεμβρίου 1994, έχοντας καταφέρει να διαγράψει σπουδαία πορεία στο επιστημονικό πεδίο όπου δραστηριοποιήθηκε επί πολλές δεκαετίες (χρόνος υπηρεσίας 1921-1964).

Ενδεικτικά έργα:

  • National Museum: Illustrated Guide to the Museum, Εκδοτική Αθηνών, 2000.
  • Εθνικό Μουσείο: Γενικός οδηγός, Εκδοτική Αθηνών, 1999.
  • Museo Nazionale: Guida illustrata del museo, Εκδοτική Αθηνών, 1996.
  • Περίπατοι στην Ιταλία, εκδ. Ερμής, 1983.
  • Το Ναύπλιο, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.
  • Αγγεία του αναγορούντος (1963)

 

Πηγές


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, Άργος 1994.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 4, σ. 320), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ

Παρουσίαση του βιβλίου,  «Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς»


 

Παρουσίαση του βιβλίου,  «Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», πρακτικά του Συμποσίου  που πραγματοποιήθηκε 01-04/06/2006 στο Άργος. Επιμέλεια: Σταύρος Περεντίδης (Καθηγητής Ιστορίας των θεσμών στο Πάντειο Παν/μιο), Γιώργος Στείρης (Φιλόσοφος – Μεσαιωνολόγος, Λέκτορας Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων & της Αναγέννησης στο Παν/μιο Αθηνών).  Αίθουσα εκδηλώσεων Επιμελητηρίου Αργολίδας,  Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010  και  ώρα 20:00. Διοργάνωση:  Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους.

 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:

  • Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος Κορομπόκης.
  • Νίκος Καραπιδάκης,  Καθ. Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Ιόνιο Παν/μιο, τ. Δ/ντής Γ.Α.Κ.
  • Βασίλης Καρδάσης,   Καθ. Οικονομικής Ιστορίας στο Παν/μιο Κρήτης, Επισκέπτης Καθ. στο Παν/μιο Κύπρου.
  • Χρήστος Καρδαράς, Αναπληρωτής Καθ. Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Παν/μιο Πελ/σου.
  • Απόστολος Διαμαντής, Διδάκτορας Ιστορίας, διδάσκων στο Παν/μιο Πελ/σου, Δημοσιογράφος.

Το ομώνυμο  Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο, είχε πραγματοποιηθεί από το Δήμο Άργους, τη ΔΕΠΟΑΡ & το Παν/μίο Πελ/σου το 2006 στην αρχική κοιτίδα της οικογένειας Ζυγομαλά, το Άργος. Την Ακαδημαϊκή & επιστημονική ευθύνη της διοργάνωσης είχαν από κοινού ο Καθηγητής κ. Σταύρος Περεντίδης και ο Λέκτορας κ. Γεώργιος Στείρης.

Στόχος του Συμποσίου ήταν να συμβάλλει, με διεπιστημονικές προσεγγίσεις: στην καλύτερη γνώση μας για τους δύο λογίους, για τις σχέσεις τους με τους πρώτους Γερμανούς Φιλέλληνες, τις ανταλλαγές που μεσολάβησαν μεταξύ των μεν και των δε. Επίσης, εξετάστηκαν και διάφορες επί μέρους πτυχές της κοινωνίας του 16ου αιώνα, με βάση τις πληροφορίες που προκύπτουν από το έργο των Ζυγαμαλάδων και άλλων συγχρόνων τους.

Συμμετείχαν με ανακοινώσεις τους Έλληνες & ξένοι ειδικοί, Καθ. Παν/μίων & καταξιωμένοι ερευνητές:

– Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών.

– Ο γνωστός Νεοελληνιστής Καθ. Hans Eideneier όπως και ο Καθ. Ε. Gamillscheg, Δ/ντής του Τμ. Χειρογράφων, αυτογράφων & καταλοίπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Βιέννης.

– Οι Καθηγητές Φ. Δημητρακόπουλς, Αθ. Καραθανάσης, Β. Κατσαρός, Κ. Γ. Πιτσάκης, Νεοκλής Σαρρής, Ανδρόνικος Φάλαγκας.

– Οι Διευθυντές Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Μ. Παΐζη – Αποστολοπούλου και Δ. Γ. Αποστολόπουλος.

– Η Δρ D. E. Solti  και ο Υφηγητής  A. Rhoby, Ερευνητές της Ακαδημίας Επιστημών της Αυστρίας. 

– O Δρ Νότης Τουφεξής, Ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.

Σχετικά θέματα:

Άργος – Ετυμολογία του Ονόματος


 

Α΄ Ονοματολογικά. Το όνομα Άργος είναι αρκετά παλαιό. Συναντάται κατά πρώτον στα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας, τα ομηρικά έπη. Η σημασία όμως του ονόματος σ’ αυτά είναι σχεδόν πάντοτε ευρυτέρα της συγκεκριμένης πελοποννησιακής πόλεως. Δηλαδή το όνομα άλλοτε δηλώνει όλο τον ελλαδικό χώρο, άλλοτε την Πελοπόννησο και ενίοτε την Αργολίδα άπασα. Η πολυποίκιλη αυτή εννοιολογική χρήσις του ονόματος συνεχίστηκε και σε κείμενα της μεταγενέστερης των ομηρικών επών γραμματείας.

Για να γίνωμε πιο συγκεκριμένοι, ο όλος ελλαδικός χώρος δηλώνεται στα χωρία της Ιλιάδος I 246 (ενί Τροίη εκάς Άργεος ιπποβότοιο = στην Τροία, μακριά από το αλογοτρόφο Άργος), Μ 70 (νωνύμους απολέσθαι απ’ Άργεος ενθάδε Αχαιούς = ανώνυμοι Αχαιοί από το Άργος χάθηκαν εδώ), Ν 227, Ξ 70, και της Οδυσσείας ω 37 (ός θάνες έν Τροίη εκάς Άργεος = ο οποίος πέθανε στην Τροία μακριά από το Άργος), και στα Γεωγραφικά του Στράβωνος VIII, p. 369. Ως Πελοπόννησος δηλώνεται στο Ο 372 της Ηλιάδος, στο α 344 της Οδύσσειας (καθ’ Ελλάδα και μέσον Άργος), στις Ικέτιδες 15 του Αισχύλου, στον Πλούτο 601 του Αριστοφάνη, στον Αρίσταρχο, σχόλιο στο Δ 171 της Ηλιάδος, στα Γεωγραφικά του Στράβωνος.

Συγκεκριμένα, στον Στράβωνα διαβάζομε: «Οίμαι δ’ ότι και Πελασγιώτας και Δαναούς, ώσπερ και Αργείους, η δόξα της πόλεως ταύτης και τούς άλλους Έλληνας καλείσθαι παρεσκεύασεν = Νομίζω ότι και τους Πελασγούς και τους Δαναούς, όπως ακριβώς και τους ίδιους τους Αργείους και τους άλλους Έλληνες η δόξα αυτής της πόλης τους έκανε να αποκαλούνται Αργείοι» (VIII, p. 371). Και πάλι γράφει o Στράβων: «Άργος την Πελοπόννησον λέγει = Ονομάζει την Πελοπόννησο Άργος » (sc. Όμηρος) (VIII, p. 371). H στενότερη έννοια του ονόματος Άργος στα ομηρικά έπη ευρίσκε­ται στη χρήσι της ως χώρου της ηγεμονίας του Αγαμέμνονος (Ίλ. Β 108, 287, I 141, 283, Όδ. γ 251, 262), δηλώνεται δηλ. όλη η Αργολίδα.

Η πόλις του Άργους σε προϊστορικά και σε πρώιμα ιστορικά χρόνια είχε και άλλες ονομασίες, όπως Φορωνικόν άστυ, Αιγιάλεια, Ιάσιον. Το Φορωνικό άστυ οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ως την πρώτη πόλιν του κόσμου.

Το Άργος στα κείμενα χαρακτηρίζεται Αχαϊκόν, Ιππόβοτον, το Πελοποννήσιον, το κοίλον, πολυψίδιον, Άργος Ήρας ή Αργεία Ήρα κ.α. Το Άργος ρητώς ως πόλις της Πελοποννήσου αναφέρεται από τον Αριστο­φάνη: «Ώ πόλις Άργους, κλύεσθ’ οία λέγει = Ω! πόλη του Άργους άκου, όσα λέγει». (Πλούτος, σ. 601, Ιππής, σ. 813).Το όνομα αυτοτελές δεν έχει επισημανθή στις πινακίδες με γραμμική γραφή Β. Απαντά όμως εμμέσως, ως δεύτερο συνθετικό, στα ονόματα Πόδαγρος, Στόμαργος και Στύμαργος.

Στα αρχαία χρόνια υπήρχαν και εκφράσεις στις οποίες το όνομα Άργος αποκτούσε κάποια ιδιαίτερη σημασία. Συγκεκριμένα, Άργους γαία = Ελλάς, Άργεος μυχός= τα ενδότερα της Πελοποννήσου. Παροιμιώδης ήταν η έκφρασις «Άργους λόχος ή λόφος», πού εσήμαινε κατά τον Αποστόλιο (III 75) τη δεινή συμφορά λόγω σφαγής πού έλαβε χώρα εκεί. Επίσης, κατά τον Ζηνόβιο, υπήρχε έκφρασις «ως την Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται» (VI 52). Και παροιμίες: «Αργείοι φώρες»= οι προδήλως πονηροί (Αριστο­φάνη Ανάργυρος), «Αργείους οράς» για οξυδερκείς (Σούδα) κ.ά.

Άλλοι τύποι του ονόματος: Ως εθνικό το όνομα έχει τον τύπο Αργείος, προερχόμενο εκ του Αργέσ-jος, και απαντάται κατά πρώτον στα ομηρικά έπη, όπου Αργείοι= Έλληνες.

Υπάρχει όμως και δεύτερος τύπος Αργόλας, πού απαντάται στον Ευριπίδη (Ρήσος, σ. 41) και τον Αριστοφάνη (Αποσπ. 284). Ο Ευριπίδης γράφει: «πυραίθει στρατός Αργόλας = ο αργειακός στρατός ανάβει φωτιές». Υπάρχουν ακόμη και οι τύποι Αργείωνες, Αργειώται και Αργειάδαι. Στα νεώτερα χρόνια επεκράτησε ο τύπος Αργίτης. Το όνομα Αργόλας εσήμαινε και είδος όφεων εξ Άργους, κατά το λεξικό της Σούδας. Υπάρχει όμως και θηλυκός τύπος Αργολίς, για να δηλωθή η Αργεία γυναίκα (Πολύαινος) και ή χώρα (Παυσανίας II 15 4). Ο Στέφανος ο Βυ­ζάντιος (6ος αι. μ.Χ.) γράφει: «Αργολίς η χώρα και η γυνή». Η λέξις Αργολίς στις δύο αυτές σημασίες είναι ούσιαστικοποιημένο επίθετο με εννοούμενες τις λέξεις γη και γυνή.

Η λέξις όμως Αργολίς απαντάται και ως επίθετο σε αρχαία κείμενα. Έτσι έχομε το Αργολίς εσθής στον Αισχύ­λο (Ικέτιδες, σ. 236) και στον Ηρόδοτο Αργολίς μοίρα (I 82).

Κτητικό του ονόματος Άργος είναι το επίθετο Αργολικός, πού απα­ντάται κατά πρώτον στον Ηρόδοτο (VI 152). Υπάρχει και τύπος Αργολιστικός, πού υπάρχει στα Ελληνικά Οξυρύγχια (τ. IV, σ. 272, 10). Στα νεώτερα χρόνια επεκράτησε ο όρος Αργίτικος, πού σημαίνει περισσότερο τα τής Αργολίδος γης και λιγότερο τα του Άργους.

Επιρρήματα από το όνομα Άργος έχουν επισημανθή τρία στην αρχαία και Βυζαντινή γραμματεία: α) Αργόθεν= εκ του Άργους και απαντάται στο Σοφοκλή (Αντιγ., σ. 106) και τον Ευριπίδη (Ιφιγ. εν Ταύροις, σ. 70). β) Αργολιστί= κατά τον τρόπο των Αργείων, και απαντάται στον Πίνδαρο (Ισθ. 5 86) και στον Σοφοκλή (Αποσπ. 411). γ) Αργολικώς, πού χρησιμοποιείται από τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης (722, 63).

Υπάρχει και το ρήμα Αργολίζω, είμαι με το μέρος των Αργείων, και απαντάται στον Ξενοφώντα (Έλλην. IV 8 34) και τον Έφορο (Στεφ. Βυζ. λ. Άργος).

Το όνομα Άργος στην αρχαιότητα είχε ευρεία διάδοση. Δηλαδή πέραν του Πελοποννησιακού Άργους, καλουμένου υπό του Ομήρου Αχαϊκού Άργους, υπήρχαν και: Άργος Πελασγικόν (στη Θεσσαλία), Άργος Ορεστικόν (στη Μακεδονία), Άργος Αμφιλοχικόν (στην Αμφιλοχία), Άργος Κυπριακόν, και επίσης άλλες πόλεις ή θέσεις με το όνομα αυτό, όπως στην Κιλικία, Θράκη, Τροιζήνα, Καρία, Νίσυρο, Κάσο, Κάλυμνο, Ρόδο, Ήπει­ρο, Καλαβρία, Απουλία τής Ιταλίας κ.ά.

Για όλες αυτές τις τοποθεσίες υπάρχουν αναφορές στα κείμενα τής αρχαίας Γραμματείας και ο ενδιαφερόμενος μπορεί να τις βρή στις μεγάλες αρχαιογνωστικές Γραμματολογίες.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Β’ Ετυμολογικά


 

Ως προς την στην ετυμολογία του ονόματος, το τοπωνύμιο Άργος συνήθως προσδιορίζεται από τους γλωσσολόγους ως λέ­ξις αβέβαιας ετυμολογίας.

1. Ετυμολόγησις του ονόματος έχει ήδη επιχειρηθή από τα αρχαία χρόνια: Τον πρώτο π.Χ. αιώνα ο γεωγράφος Στράβων έγραφε στα «Γεω­γραφικά» του: «Άργος δε και το πεδίον λέγεται παρά τοις νεωτέροις, παρ’ Ομήρω δ’ ούδ’ άπαξ. Μάλιστα δ’ οίονται Μακεδονικόν και Θετταλικόν είναι». (VIII, p. 372). Δηλαδή, η λέξις Άργος σημαίνει το πεδίον, την πε­δινή χώρα, και η λέξις είναι Μακεδονική – Θεσσαλική, δηλ. πελασγική – προελληνική.

Το ότι η λέξις Άργος σημαίνει πεδίον επανέλαβε σε μεταγενέστερα χρόνια, τον 6° μ.Χ. αιώνα, ο Στέφανος ο Βυζάντιος, γράφων στα «Εθνικά» του: «Άργος σχεδόν πάν πεδίον κατά θάλασσαν» (λ. Άργος). Τη θέσιν ότι το όνομα είναι προελληνικό υπεστήριξαν κατά τους νεώτερους χρόνους ορισμένοι γλωσσολόγοι, όπως ο V. Windevens, στο έργο του Le Pelasgique (Louvain 1952, σ. 18 κ.έ.) και ο γλωσσολόγος – συντάκτης του έγκυρου γερμανόφωνου ετυμολογικού λεξικού, με τίτλο Griechisches etymo­logisches Wortebuch, Η. Frisk (Heidelberg 1960-1972, λ. Argos). Αμφότεροι παραπέμπουν σε ινδοευρωπαϊκή ρίζα ark- από την οποία παράγεται το ελληνικό ρήμα αρκέω (= διασφαλίζω, προφυλάσσω) και το λατινικό όνομα arx (= ακρόπολις, φρούριο). Αξιοπρόσεκτο είναι ότι στον Όμηρο το ρήμα αρκέω σημαίνει προφυλάσσω, αποκρούω. Την έννοια επαρκώ για πρώτη φορά συναντούμε στους τραγικούς ποιητές.

2. Από τα αρχαία χρόνια έρχεται και η άποψις ότι το τοπωνύμιο Άργος είναι κυριώνυμο. Λέγεται δηλαδή ότι ο Άργος ο τρίτος βασιλιάς της πόλεως του Άργους, πού έως τότε λεγόταν φορωνικόν άστυ, μετονό­μασε την πόλιν, δίδοντας σ’ αυτήν το όνομά του.

Λέγει σχετικά ο Παυσα­νίας: «Άργος δε, Φορωνέως θυγατριδούς, βασιλεύσας μετά Φορωνέα ωνόμασεν αφ’ αυτού την χώραν = Ο Άργος, ο γυιός του Φορωνέως, που βασίλευσε μετά τον Φορωνέα, ονόμασε την χώρα από το δικό του όνομα» (II 16 1). Άλλες μεταγενέστερες καταγραφές, όπως π.χ. αυτή του Μεγάλου Ετυμολογικού, λεξικού του 11ου αιώνα, θεωρούν ως ονοματοδότη της πόλεως άλλον Άργον μεταγενέστερο. Συγκεκριμένα, τον δισέγγονο του προμνημονευθέντος Άργου, πού έμεινε γνωστός ως Άργος ο πανόπτης. Αυτός ο Άργος, κατά τις αρχαίες αναφορές είχε 100 οφθαλμούς και ήταν φύλακας της Ιούς. Ο Λουκιανός λέγει ότι υπήρχε και αρχαία παροιμία «οξύτερον του Άργου οράν» (Ιστορ. 18), ενώ ο Θε­μίστιος αναφέρει άλλη «Άργου πλείονας έχει οφθαλμούς».

Άλλο Βυζαν­τινό λεξικό, του 11ου επίσης μ.Χ. αιώνος, το Γουδιανό, αναφέρει Άργον, πολυόμματον κύνα. Γράφει το λεξικό: «Άργος, χώρα Πελοποννήσου, από του Άργου του πολυομμάτου κυνός ωνομασμένη». Από τα ανωτέρω συ­νάγεται ότι ο Παυσανίας και ορισμένα Βυζαντινά λεξικά αναζητούν κάποιον ονοματοδότη της πόλεως, διαφοροποιούνται όμως στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου ονοματοδότη. Οι θέσεις πάντως αυτές δεν αντιμε­τωπίζουν το πρόβλημα της ρίζας του ονόματος.

3. Αξιοπρόσεκτη είναι και η θέση του γραμματικού του 6ου μ.Χ. αιώνα Γεωργίου Χοιροβοσκού, ο οποίος δέχεται ότι το τοπωνύμιο Άργος παράγεται από τη λέξιν αργός πού σημαίνει δύο τινά: α) αργός= λευκός και β) αργός= ταχύς. Οι σημασίες αυτές πράγματι υπάρχουν στα ομηρικά έπη: Στο ο 161 της Οδύσσειας διαβάζομε: «αιετός αργήν χήνα φέρων», όπου το αργός= λευκός. Και στο Α 50 της Ηλιάδος γίνεται λόγος για «κύνας αργούς», δηλαδή ταχείς σκύλους.

Τις θέσεις αυτές επαναλαμβάνει το Μέγα Ετυμολογικόν (λεξικό του ενδεκάτου μετά Χριστόν αιώνος). Από τους νεώτερους γλωσσολόγους ο P. Chantraine, στο πολύ έγκυρο ετυμολο­γικό λεξικό του τής αρχαίας Ελληνικής, συσχετίζει, ως προς τη ρίζα, το όνομα Άργος με το επίθετο εναργής, οπότε το όνομα Άργος δηλώνει τον λευκό, τον λαμπρό. Ο συνάδελφος Γιώργος Μπαμπινιώτης επιχειρεί να ερμηνεύση την έννοια του λευκός και γράφει ότι «ίσως δηλώνει την όψη πού παρουσιάζει η αργολική πεδιάδα (= λευκή) την εποχή του θερισμού» (λ. Άργος). Στην περίπτωσιν δηλ. αυτή το τοπωνύμιο είναι περιγραφικό του χώρου, με συγκεκριμένη περιγραφή του χρώματος της περιοχής, όπως τούτο π.χ. γίνεται στα νεώτερα τοπωνύμια Ασπρόχωμα, Κοκκιναράς, Κοκ­κινιά κ.α.

4. Άλλοι ετυμολόγοι θεωρούν ότι το όνομα Άργος είναι η λέξις αγρός και παίρνει αυτόν τον τύπο από αναγραμματισμό των συμφώνων γρ, πού γίνονται ργ και αναβιβασμό του τόνου. Το τοπωνύμιο κατ’ αυτήν την ετυμολόγηση είναι περιγραφικό (appellativum), κατά τη γλωσσολογική ορολογία, και προσδιορίζει τη γεωλογική σύστασιν του εδάφους, όπως τούτο γίνεται λ.χ. στα νεώτερα τοπωνύμια Βράχος, Ράχες, Βουλιαγμένη, Πέντε Πηγάδια, Τράχωνες (τραχώνι= βράχος) κ.ά. Κατά τους νεώτερους χρόνους από τους πρώτους πού υιοθέτησαν την εκδοχή αυτή ήταν ο Άγγλος πολιτικός και λόγιος του 19ου αιώνα Γουίλιαμ Γλάδστων στην πραγματεία του Homeric Studies (Achaeis, παρ. 8).

5. Ως μία, τέλος, άλλη ετυμολογία του ονόματος είναι η προτεινόμε­νη από τον διαπρεπή γλωσσολόγο και ελληνιστή του 19ου αιώνα Γεώργιο Κούρτιο, κατά την οποία το όνομα πρέπει να συσχετισθή με το ρήμα ορέγω και το λατινικό regio και σημαίνει «μέρος της χώρας». Πριν ή τελειώσω τη σύντομη αυτή αναφορά στα ονοματολογικά και την ετυμολογία του ονόματος Άργος, θα πρέπει να δηλώσω και τη δική μου προτίμηση στις πολλές προταθείσες θέσεις.

Νομίζω, λοιπόν, ότι η παλαιότερη πρόταση φαίνεται να είναι και η πλέον έγκυρη. Είναι δηλαδή η πρόταση του Στράβωνα, σύμφωνα με την οποία το όνομα Άργος παράγεται από την λέξιν αγρός, στην οποία συμ­βαίνει αντιμετάθεσις των συμφώνων ργ και επίσης αναβιβασμός του τόνου, φαινόμενο αρκετά διαδεδομένο στην ελληνική γλώσσα, ήδη από τα προελ­ληνικά χρόνια (π.χ. ερχομενός > Ορχομενός, ξανθός > Ξάνθος, κοντός > Κόντος κ.λπ.).

* Η μετάφραση των αποσπασμάτων από τα αρχαία,  έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Αθανάσιος Βερτσέτης                                              

Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών                                            

Σταυρούλα Πετράκη – Βερτσέρη

Σχολική Σύμβουλος

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.