Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η λειτουργία των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων Θηλέων Κρανιδίου κατά την πρώτη 15/ετία του 20ου αιώνα (1900-1915) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Εισαγωγή

 

Η αρχή του 20ου αιώνα βρίσκει το Κρανίδι να έχει ένα «πλήρες» Δημοτικό Σχολείο για τα κορίτσια, ενώ στο Φ.Ε.Κ. 246/16 Οκτωβρίου 1903 αναδημοσιεύτηκε και η σύσταση του δεύτερου «κοινού διτάξιου Δημοτικού Σχολείου Θηλέων». Έτσι το σύνολο των μαθητών και των δυο σχολείων ήταν κατά τι λιγότερο του 10% του πληθυσμού της πόλης.

 

1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων

 

Οι διδασκάλισσες

 

  • Δέσποινα Οικονόμου, πρωτοβάθμια. Τοποθετήθηκε από το Υπουργείο στις 10 Ιανουαρίου 1895 και απολύθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1915 με την υπ’ αριθμ. 32919 Υπουργική Πράξη.
  • Αθανασία Χαλκιοπούλου, πρωτοβάθμια. Διορίστηκε από το Υπουργείο στις 25 Σεπτεμβρίου 1895 και απολύθηκε «ως μη δυναμένη να εργάζεται επωφελώς εις Κρανίδιον» μετά από εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου. Πράξη Υπουργού 1832/25 Ιανουαρίου 1906, Φ.Ε.Κ. 24/27 Ιανουαρίου 1906.
  • Κυριακούλα Καθήκουρη, δευτεροβάθμια. Τοποθετήθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο στις 22 Δεκεμβρίου 1902, μετά την παραίτηση, με αίτησή της, από το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Άνω Βόλου, με την Υπουργική απόφαση 22582/13 Δεκεμβρίου 1902, Φ.Ε.Κ. 310/16 Δεκεμβρίου 1902 και είχε τότε 12 /ετή υπηρεσία. Στη συνέχεια πήρε μετάθεση «εις το 1οΔημοτικό Σχολείο Θηλέων Ύδρας» σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 14270 Υπουργική Πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.203/9 Σεπτεμβρίου 1908. Από το παραπάνω σχολείο απολύθηκε «δι’ ανεπάρκειαν περί την εκπλήρωσιν των εαυτής καθηκόντων», με την υπ’ αριθμ. 10960 Υπουργική Πράξη που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 89/18 Μαΐου 1912.
  • Μαρία Φωστίνη, δευτεροβάθμια. Πρωτοδιορίστηκε με εισήγηση του Δημοτικού Συμβουλίου και σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 397/26 Ιανουαρίου 1906 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας Σ. Βάρβιογλη «επί βαθμώ κανονισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου». Στις 22 Σεπτεμβρίου 1913 πήρε απόσπαση από το 1Ο 3/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου στο Δημοτικό Σχολείο Πορτοχελίου.
  • Ελένη Μίληση, δευτεροβάθμια. Πρωτοδιορίστηκε στο 1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου σύμφωνα με την υπ’αριθμ.4455 απόφαση της Νομαρχίας στις 23 Οκτωβρίου 1908.
  • Α(ν)δριανή Αντώνιζα, πρωτοβάθμια. Τοποθετήθηκε στο Σχολείο με μετάθεση στις 2 Σεπτεμβρίου 1915 σύμφωνα με την 32959 Υπουργική Πράξη.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του Δημοτικού Συμβουλίου, πρότεινε με την από 11 Νοεμβρίου 1902 πράξη του τον διορισμό στο (1ο) πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου της διδασκάλισσας Ελένης Γκιώνη, η οποία ήταν η πρώτη διδασκάλισσα του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Διδύμων. Η ανωτέρω εκπαιδευτικός υπηρετούσε τότε στην Κορινθία (Αθίκια και Άσσο).

 

Μαρία Β. Φωστίνη

 

Γεννήθηκε στο Κρανίδι στις 4 Απριλίου 1886. Ήταν η τέταρτη κόρη της εξαμελούς οικογένειας ευσεβών γονέων του καπετάν Βασίλη Φωστίνη και της Μαρίνας, κόρης του Αναγνώστη Παπαδία. Περάτωσε τις βασικές της σπουδές στην ιδιαίτερη πατρίδα της και φοίτησε στη συνέχεια στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Με την υπ’αριθμ.397/26 Ιανουαρίου 1906 πράξη του Νομάρχη Αργολίδας διορίζεται στο 1ο πλήρες Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Κρανιδίου «επί βαθμώ κανονισθησομένου υπό του Εποπτικού Συμβουλίου».

Τη σχολική χρονιά 1913-1914 τοποθετήθηκε με απόσπαση στο Δημοτικό Σχολείο Πορτοχελίου. Όπως πληροφορηθήκαμε ζήτησε την απόσπαση, προκειμένου να βρίσκεται κοντά με την αδελφή της η οποία ήταν παντρεμένη και διέμενε στο Πορτοχέλι. Αργότερα επανήλθε στο Κρανίδι. Ήταν αδελφή του μεγάλου Ιεράρχη, μακαριστού Παντελεήμονα Φωστίνη, τον οποίο ακολούθησε στη Μητρόπολή του φεύγοντας από το Κρανίδι. Υπήρξε η πρώτη πρόεδρος της «Φιλοπτώχου αδελφότητος Κυριών Κρανιδίου ο Άγιος Παντελεήμων» με τεράστιο φιλανθρωπικό έργο. Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία το Δεκέμβριο του 1976.[1] Διαβάστε τη συνέχεια »

«Περιμένοντας τους Γερμανούς…» – Φόβοι και ελπίδες στην Ελλάδα του Διχασμού | Δημήτρης Μπαχαράς


 

Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού και η δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης είναι λίγο-πολύ γνωστές: η σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου το 1915, σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι στον πόλεμο, οδήγησε τον Βενιζέλο, ύστερα από διπλές εκλογές το ίδιο έτος, σε αποχώρηση από την πρωτεύουσα και ύστερα από ένα διάστημα λίγων μηνών στη Θεσσαλονίκη (τον Σεπτέμβριο του 1916), όπου ανέλαβε την αρχηγία του κινήματος της Εθνικής Αμύνης και τη δημιουργία κυβέρνησης θετικά διακείμενης στους συμμάχους. Υπό τη δεύτερη αυτή κυβέρνηση τέθηκαν όλες οι βενιζελικές περιοχές, σε άμεση συνεργασία με τη Στρατιά της Ανατολής, που είχε αποβιβαστεί στη Μακεδονία ήδη από το 1915. Η Παλαιά Ελλάδα παρέμεινε υπό την επίσημη κυβέρνηση των Αθηνών, θεωρητικά ουδέτερη, πρακτικά διοικούμενη από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση του συζύγου της αδερφής του Κάιζερ, Κωνσταντίνου, η οποία άφηνε ευλόγως υπόνοιες δυνητικής συνεργασίας με τη Γερμανία στους βενιζελικούς – άποψη που διατρέχει και τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού.

Έτσι είχαμε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: τους βενιζελικούς και τους συμμάχους στις Νέες Χώρες από τη μία, και τη βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών από την άλλη. Εκ πρώτης όψεως μάλιστα, η αντιμαχία μοιάζει εκ των υστέρων άνιση για την εποχή, τόσο σε επίπεδο δυνάμεων όσο και σε επίπεδο φόβων και ελπίδων. Οι βενιζελικοί είχαν τη στήριξη του τεράστιου στρατού των συμμάχων στη Μακεδονία και την ελπίδα ότι μετά τον πόλεμο θα έπαιρναν είτε τη Μικρά Ασία, είτε την Κωνσταντινούπολη, είτε την Κύπρο, [1] ενώ οι βασιλικοί είχαν μόνο τα δικά τους στρατεύματα και την ελπίδα ότι στην καλύτερη περίπτωση η Ελλάδα θα παρέμενε ουδέτερη και δεν θα είχε πρόβλημα με τις γείτονες χώρες. Οι βενιζελικοί ήλπιζαν ότι θα επέστρεφαν θριαμβευτικά στην Αθήνα κάποια στιγμή, και θα έβαζαν ολόκληρη τη χώρα στον πόλεμο στην πλευρά των συμμάχων, ενώ οι βασιλικοί φοβούνταν ότι μπορεί να έχαναν τα πάντα ανά πάσα στιγμή. [2] Οι ελπίδες λοιπόν των βενιζελικών αποτελούσαν ταυτοχρόνως τον φόβο των αντιβενιζελικών: ποιος θα τους σταματούσε σε περίπτωση που οι βενιζελικοί και οι σύμμαχοι αποφάσιζαν να κατέβουν προς τον νότο; Είχαν εναλλακτικές λύσεις και πού μπορεί να στηρίζονταν οι ελπίδες τους;

 

Πορτρέτο του Βενιζέλου στο εξώφυλλο του «Le Petit Journal», 29 Οκτωβρίου 1916.

 

Στη συνέχεια αυτού του άρθρου παρουσιάζονται στοιχεία που αφορούν αυτά τα ερωτήματα και ρίχνουν φως σε μία σχετικά άγνωστη πτυχή που πήρε μικρή δημοσιότητα στον Τύπο εκείνα τα χρόνια: το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επέμβασης της Γερμανίας στη Μακεδονία και τη Θράκη για να βοηθήσει τον βασιλιά και την κυβέρνησή του εναντίον της Στρατιάς της Ανατολής. Αυτό θα αποτελούσε την κρυφή ελπίδα και προσδοκία των βασιλέων για ένα σύντομο, αλλά κρίσιμο, χρονικό διάστημα.

Τα δεδομένα που παρατίθενται στη συνέχεια προέρχονται κυρίως από το προσωπικό ημερολόγιο του Γεωργίου Στρέιτ και την απόρρητη αλληλογραφία των βασιλικών πρεσβευτών κυρίως στο Βερολίνο και στη Ρώμη (Γ. Θεοτόκης και Ε. Ζαλοκώστας αντίστοιχα) με το παλάτι, ενώ η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως από το καλοκαίρι του 1916 – πριν τον σχηματισμό της Προσωρινής Κυβέρνησης – έως τους πρώτους μήνες του 1917. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι δεν επρόκειτο απλώς για φόβους που καλλιέργησαν οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί, όπως έχει υποστηριχτεί, [3] αλλά για πραγματικά σχέδια που είχαν βάση και δυνατότητες πραγματοποίησης.

 

Γεώργιος Στρέιτ (1868-1948) καθηγητής νομικής, πολιτικός. Στενός φίλος του βασιλιά Κωνσταντίνου, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως σύμβουλός του στα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού.

 

Πρώτα από όλα πρέπει να καταστεί σαφές ότι τα σχέδια στα οποία θα αναφερθούμε εντάσσονταν απολύτως στο ευρύτερο πλαίσιο των στρατιωτικών σχεδιασμών και επιχειρήσεων της Γερμανίας στο Ανατολικό μέτωπο εκείνης της εποχής. Συγκεκριμένα, ξεκίνησαν ως σκέψεις από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1916, όταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι αντεπιτέθηκαν ύστερα από την αγγλογαλλική επίθεση κατά της λίμνης Δοϊράνης τον Αύγουστο (9-18), και συνεχίστηκαν με συγκεκριμένες προτάσεις μετά τη δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης από τον Βενιζέλο.

 

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Η αντεπίθεση της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στα Βαλκάνια[4] πυροδότησε παρασκηνιακά μια συζήτηση που ξέφευγε από την μέχρι τότε ανοιχτά διατυπωμένη άποψη των αντιβενιζελικών και των βασιλέων περί ουδετερότητας. Και η συζήτηση αυτή αφορούσε την ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο με την πλευρά της Γερμανίας. Οι Γερμανοί είδαν ότι με τη βοήθεια των Βούλγαρων είχαν καταφέρει να κερδίσουν σημαντικές μάχες στα ανατολικά της Μακεδονίας εναντίον των συμμάχων, και ότι είχαν σοβαρές πιθανότητες να τους κερδίσουν και στα δυτικά, ειδικά αν κατάφερναν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της βασιλικής ελληνικής κυβέρνησης και του στρατού στο πλευρό τους. Έτσι ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις.[5] Κύριος μοχλός και μέσο των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν ο στρατιωτικός ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα ταγματάρχης Falkenhausen (Φαλκενχάουζεν).

Συγκεκριμένα, από τα μέσα Αυγούστου και ύστερα ο ταγματάρχης πύκνωσε τις επαφές του με το παλάτι. Οι προτάσεις του Falkenhausen όμως, δεν ήταν αρκετά πειστικές για τους βασιλείς (Κωνσταντίνο και Σοφία). Ουσιαστικά τους ζητούσε να ξεκινήσουν προετοιμασίες πολέμου, καλώντας 2-3 κλάσεις στρατού,[6] χωρίς κανένα αντάλλαγμα και χωρίς καμία εγγύηση ότι θα τους βοηθούσε άμεσα και από κοντά η Γερμανία, δηλαδή ουσιαστικά στηριζόταν μόνο στα φιλογερμανικά αισθήματα του Κωνσταντίνου και στη σχέση της γυναίκας του με τον αδερφό της.

Έτσι, σε συνεργασία με τους κοντινούς τους ανθρώπους, απέρριψαν, αρχικά τουλάχιστον, τις προτάσεις, παρ’ όλο που οι φόβοι, ειδικά της Σοφίας, ότι οι σύμμαχοι μπορεί να επέβαλλαν τελικά τον Βενιζέλο συλλαμβάνοντας τους βασιλείς, εκφράζονταν στο κοντινό τους περιβάλλον,[7] – άλλωστε η χώρα δεν είχε ακόμη διαιρεθεί. Παρ’ όλα αυτά οι συναντήσεις δεν σταμάτησαν. Αντιθέτως, τον Σεπτέμβρη του 1916 πύκνωσαν τόσο, που δικαίως προκάλεσαν διάφορα σχόλια στον Τύπο και την κοινή γνώμη, αλλά και διαμαρτυρίες ξένων πρεσβευτών που εύλογα πίστευαν ότι οι βασιλείς συνεννοούνταν έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας,[8] – ειδικά αν λάμβανε κανείς υπόψη του και την πρόσφατη (Μάιος 1916) παράδοση του Ρούπελ στη Βουλγαρία.

Η στάση των βασιλικών απέναντι στις γερμανικές προτάσεις φάνηκε να αλλάζει με την άφιξη του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1916, όταν την ημέρα που έμαθαν ότι ο Βενιζέλος πάει στη Θεσσαλονίκη, ο Στρέιτ έγραφε ότι «ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός των εξωτερικών, λέγει, ήσαν το πρωί πανικόβλητοι, συνεβούλευον δ’ ότι πρέπει να εξέλθωμεν αμέσως της ουδετερότητος».[9] Αυτό βέβαια δεν έγινε, όμως η ταυτόχρονη σκλήρυνση της στάσης των συμμάχων και η ανοιχτή συμμαχία τους με τον Βενιζέλο, οδήγησε σε σοβαρές σκέψεις ακόμη και για δημοψήφισμα για την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο – σχέδιο το οποίο εγκρίθηκε από το συμβούλιο του στέμματος και ανατέθηκε στους Γούναρη και Ζαΐμη.[10]

 

Εθνικός Διχασμός: Πρωτοσέλιδο με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το βασιλιά Κωνσταντίνο, με τον τίτλο «Η Ελλάδα δεν είναι πια ουδέτερη». Εφημερίδα The New York Times: Mid-week pictorial, Σεπτέμβριος 1916.

 

Παρ’ όλα αυτά, όμως, και παρά τις συνεχιζόμενες πιέσεις του Φαλκενχάουζεν, οι βασιλικοί παρέμεναν αναποφάσιστοι. Καταλύτης στον τρόπο που έβλεπαν τα πράγματα υπήρξαν τα Νοεμβριανά, τα οποία τους ανάγκασαν να στρέψουν τις όποιες ελπίδες τους πλέον αποκλειστικά σε μια επέμβαση της Γερμανίας. Άλλωστε οι Γερμανοί τούς είχαν εγγυηθεί από νωρίτερα ότι σε ενδεχόμενη σύγκρουση με τους συμμάχους στον βορρά, θα νικούσαν.[11] Και η πρότασή τους αυτή τη φορά δεν αφορούσε απλώς μια μετριοπαθή στάση – όπως ουδετερότητα, επιστράτευση, κ.λπ.-, αλλά ένα σχέδιο αντεπίθεσης: οι βασιλικές στρατιωτικές δυνάμεις θα επιτίθονταν από τον νότο και οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν από τον βορρά, δημιουργώντας ένα διπλό μέτωπο που δύσκολα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η Στρατιά της Ανατολής.

Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι οι σύμμαχοι ζητούσαν πλέον (Δεκέμβρης 1916) την αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από τη Θεσσαλία, πράγμα που θα δυσκόλευε εξαιρετικά τους βασιλικούς στο κοινό σχέδιο με τους Γερμανούς. Γι’ αυτό τον λόγο είχαν ξεκινήσει τη συγκρότηση ομάδων ατάκτων που θα δρούσαν στα βόρεια της Θεσσαλίας, με στόχο να βοηθήσουν στην αναχαίτιση ενδεχόμενης προέλασης της Στρατιάς της Ανατολής προς τα νότια, αλλά και την αναμενόμενη γερμανική επίθεση από τον βορρά.

Τις άτακτες αυτές ομάδες, τις οργάνωνε ο ταγματάρχης Φαλκενχάουζεν,[12] με βασικό βοηθό του τον επίστρατο Φραγκίσκο[13] και τον Καραβίτη. Για τον εξοπλισμό τους είχαν προβλεφθεί 5.000 τυφέκια, 6 μυδραλιοφόρα και 11 κανόνια, με τα παρελκόμενά τους, και τις προμήθειες.[14] Μάλιστα, στη δημιουργία αυτών των ομάδων ενεργό ρόλο φαίνεται πως είχε παίξει η βασίλισσα Σοφία, η οποία εκτός των συναντήσεων που προαναφέρθηκαν στην Αθήνα με τον Φαλκενχάουζεν, είχε και μυστική αλληλογραφία μαζί του, με τηλεγραφήματα μέσω Βερολίνου. Η δράση της (μέσω αλληλογραφίας) πρέπει να έγινε πιο έντονη μετά τα Νοεμβριανά του 1916, οπότε τρομοκρατημένη έγραφε: «Από θαύμα σωθήκαμε μετά τον τρίωρο βομβαρδισμό εναντίον του παλατιού […] σωθήκαμε κατεβαίνοντας στα υπόγεια […] περιμένουμε τα πάντα τώρα […] σας παρακαλώ να μας πληροφορήσετε πότε ο στρατός της Μακεδονίας θα είναι έτοιμος με ενισχύσεις ώστε να περάσει στην αντεπίθεση. Πείτε στον Φαλκενχάουζεν να επικοινωνήσει μαζί μας πριν φύγει για τη Μακεδονία. Σοφία».[15]

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας (1870-1932) αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Το σχέδιο λοιπόν ήταν να λειτουργήσουν οι άτακτες ομάδες συμπληρωματικά στην κινητοποίηση των βασιλικών στρατευμάτων, σε περίπτωση που υποχωρούσαν στα βόρεια της Πελοποννήσου. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, οι βασιλικοί είχαν έτοιμο σχέδιο να επαναφέρουν άμεσα τα στρατεύματά τους στη Στερεά – πράγμα που δικαιολογεί και την πρωθύστερη ανησυχία των βενιζελικών και των συμμάχων.[16] Αν ο γερμανικός στρατός κατέβαινε προς τον νότο, οι βασιλικοί θα προέλαυναν προς βορρά, έχοντας έτοιμα τα αντάρτικα σώματα που θα καθυστερούσαν τη Στρατιά της Ανατολής μέχρι να φτάσουν.

 

Ο Βενιζέλος μετακινείται από τα Χανιά στη Θεσσαλονίκη, όπου δημιουργεί την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη σελίδα του «Exelsior» που απεικονίζει την άφιξη του Βενιζέλου και την υποδοχή του από τον στρατηγό Sarrail, διοικητή του Armée d’ Orient. «Exelsior», Οκτώβριος 1916.

 

Το δεύτερο όμως, και μεγαλύτερο, πρόβλημα των βασιλικών ήταν ότι οι Γερμανοί δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να αναλάβουν την πρωτοβουλία της επίθεσης. Άφηναν μεν να κυκλοφορούν φήμες πως θα επέμβουν, αλλά υποδείκνυαν στα τηλεγραφήματά τους στους βασιλείς να ενεργήσουν πρώτοι. Οι γερμανοί στρατηγοί έβλεπαν ότι το θέατρο των επιχειρήσεων στα Βαλκάνια είχε αλλάξει σε σχέση με το καλοκαίρι και ότι η Στρατιά της Ανατολής είχε δυναμώσει κι άλλο. Ταυτοχρόνως, είχαν να αντιμετωπίσουν το πολύ σοβαρό πρόβλημα της Ρουμανίας. Δεν ήταν λοιπόν έτοιμοι να αναλάβουν ένα καινούργιο μέτωπο, αν δεν είχαν ενδείξεις ότι υπάρχει σοβαρή στρατιωτική δύναμη που θα βοηθούσε. Αν οι συρράξεις ξεκινούσαν και οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονταν απασχολημένες στον νότο, θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για αυτούς να χτυπήσουν από τον βορρά. Στις 3 Δεκεμβρίου, ο Κάιζερ έγραφε σχεδόν εκβιαστικά στη Σοφία:

 

Είδα τους κινδύνους που εσύ και ο Τίνο περάσατε […] Η Αντάντ έδειξε ποιος είναι πλέον ο σκοπός της […] O Τίνο δεν έχει πλέον άλλη επιλογή παρά να στραφεί ανοιχτά εναντίον των σφαγέων του. Η παρέμβαση του Τίνου με τις συνεργαζόμενες δυνάμεις του εναντίον της δυτικής πτέρυγας του Σαράιγ θα φέρει τη λύση για την απόφαση σχετικά με τη Μακεδονία και την απελευθέρωση της φτωχής Ελλάδος. Ο Τίνο το ξέρει. Σκεφτόμενος εσένα και τον Τίνο, Βίλχελμ.[17]

 

Για τους βασιλικούς όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αν δεν ερχόταν σε βοήθειά τους η Γερμανία, θεωρούσαν πως ήταν χαμένοι και ότι οι βασιλείς θα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Πώς θα αναλάμβαναν πρώτοι την πρωτοβουλία μιας επίθεσης, χωρίς να γνωρίζουν αν τελικά θα τους βοηθήσουν εγγυημένα οι Γερμανοί; Θα ήταν σαν άλμα στο κενό. Επιβεβαιώνοντας λοιπόν την πρόθεσή τους να υλοποιήσουν το κοινό σχέδιο, προσπαθούσαν να πείσουν τους Γερμανούς να επιτεθούν αυτοί πρώτοι. Γι’ αυτόν τον λόγο και η Σοφία απαντούσε έξυπνα στις 26 Δεκεμβρίου στον αδελφό της πως, δεδομένης της κατάστασης για τους γερμανόφιλους στην Ελλάδα:

 

[…] η λύση που προτείνεις είναι η μόνη πιθανή, καθώς εάν επιτεθείτε εσείς στον Σαράιγ από βόρεια, θα αναγκαστεί να υποχωρήσει προς τα νοτιοανατολικά, όπου θα τον περιμένει ο δικός μας στρατός. Αυτή τη στιγμή όμως η απόσταση είναι μεγάλη, οι επικοινωνίες αποκομμένες και οι προμήθειες ελάχιστες. Μια δική σας αποφασιστική και άμεση επίθεση θα δημιουργούσε για την Ελλάδα τις προϋποθέσεις για επέμβαση και για έξοδο από τη φρικτή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Σε φιλώ, Σοφία.[18]

 

Ουσιαστικά, δηλαδή, προσπαθούσε να ερμηνεύσει την απάντηση του Κάιζερ ως πρωτοβουλία επίθεσης πρώτα από μέρους τους. Ταυτόχρονα, και οι υπόλοιποι βασιλικοί αποφάσισαν να πιέσουν. Στις 31 Δεκεμβρίου ο Ζαλοκώστας τηλεγραφούσε στον Θεοτόκη, στο Βερολίνο, τα αιτήματα των συμμάχων μετά τα Νοεμβριανά, περί εκκένωσης της Θεσσαλίας και απομάκρυνσης του στρατού στη βόρεια Πελοπόννησο, και ζητούσε να μάθει αν η επίθεση των Γερμανών στη Θράκη θα ξεκινούσε και πότε, ώστε να οργανώσουν την απάντησή τους στους συμμάχους. Δύο μέρες αργότερα, μετέφερε τηλεγράφημα της Σοφίας που προσπαθούσε να πιέσει να ξεκινήσει η επίθεση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα (2.1.1917).[19] Παράλληλα με τον Ζαλοκώστα, και ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε στον Κωνσταντίνο στις 30 Δεκεμβρίου 1916, λέγοντάς του ότι είδε τον Ζίμερμαν που συμφωνούσε μεν με τη γερμανική αντεπίθεση από τον βορρά, ωστόσο έπρεπε να πάρει την έγκριση του Χίντεμπουργκ. Ο Θεοτόκης ζητούσε να λάβει σαφή απάντηση αν θα γίνει η επίθεση. Αν αυτό δεν γινόταν, τότε το βασιλικό συμβούλιο, – «αν και θα ήθελε πάρα πολύ» [sic] -, δεν μπορούσε να αναλάβει καμία δράση.[20]

 

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας στο γραφείο του, με τη βασίλισσα Σόφια την 1η Φεβρουαρίου 1921. Bibliothèque nationale de France.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Πολιτικός, διετέλεσε τέσσερις φορές πρωθυπουργός της χώρας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού υποστήριξε την ουδετερότητα και την ελληνογερμανική προσέγγιση, συνταχθείς με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τις αντιβενιζελικές δυνάμεις.

Σε αυτές τις πιέσεις οι Γερμανοί απάντησαν ζητώντας ξανά την εγκατάλειψη της θέσης ουδετερότητας και την ένταξη στον πόλεμο φανερά, με το πλευρό της Γερμανίας. Μάλιστα, σε τηλεγραφήματα του Θεοτόκη αναφέρονταν τα οφέλη που θα υπήρχαν για τη χώρα από τη συνεργασία με Βουλγαρία και Τουρκία. Επίσης ρωτούσαν αν τα στρατιωτικά σώματα, που βρίσκονταν πίσω από τη συμφωνηθείσα με τους συμμάχους γραμμή, θα προχωρούσαν πάνω από τη γραμμή ουδετερότητας, ώστε τη στιγμή που θα ερχόταν ο γερμανικός στρατός να τους συναντούσε ευκολότερα στην Καβάλα. Αυτή όμως η λύση δεν ήταν δυνατή, όπως αρχικά ανέφεραν οι έλληνες αξιωματούχοι και στη συνέχεια και ο ίδιος Φαλκενχάουζεν.

Ένα από τα προβλήματα του σχεδίου ήταν η διάσπαση των αντιβενιζελικών δυνάμεων σε διαφορετικά σημεία. Στη μεταξύ τους αλληλογραφία για το παραπάνω σχέδιο, ο γερμανός στρατηγός πρότεινε στον Κωνσταντίνο να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του στην Καβάλα, τη Δράμα και τις Σέρρες, και να τις θέσει υπό τις διαταγές του Makheuser, ενώ ο ίδιος (ο Κωνσταντίνος) θα συγκέντρωνε υπό τις διαταγές του τους στρατιώτες που είχαν αποχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη και αυτούς που βρίσκονταν ακόμη εκεί και όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις της Παλαιάς Ελλάδας που βρίσκονταν διασκορπισμένες. Τότε θα έρχονταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι στο Μοναστήρι και θα άρχιζε η επίθεση.

Όμως, τα Νοεμβριανά, οι απαιτήσεις των συμμάχων που ήταν ασφυκτικές, ο αποκλεισμός, η δημιουργία της ουδέτερης ζώνης στη Θεσσαλία, η επικείμενη αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από την περιοχή και η συγκέντρωσή τους στο βόρειο μέρος της Πελοποννήσου, είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα που, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο δύσκολο για τους βασιλικούς. Οι περιορισμοί στις επικοινωνίες, η εξάντληση των αποθεματικών συντήρησης των υπαρχόντων στρατευμάτων λόγω του αποκλεισμού και η σταδιακή ενδυνάμωση της Στρατιάς της Ανατολής, είχαν φτάσει στα όριά τους τους βασιλικούς, τη στιγμή μάλιστα που οι φόβοι ότι οι σύμμαχοι θα κατέβαιναν προς τον νότο ανά πάσα στιγμή, με τελικό στόχο τη σύλληψη του βασιλιά και την επιβολή του Βενιζέλου, αυξάνονταν. Έτσι η ανάγκη επέμβασης του γερμανικού στρατού ήταν περισσότερο επιτακτική από ποτέ, και όσο καθυστερούσε, τόσο αυξάνονταν οι φόβοι και οι ανασφάλειες των βασιλικών. Εκείνη την περίοδο η βασίλισσα έγραφε: «αν η επίθεση δεν γίνει γρήγορα, θα είναι πολύ αργά».[21]

Ευγένιος Ζαλοκώστας (1855-1919 ). Διπλωμάτης, υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας στην κυβέρνηση Σπυρίδωνος Λάμπρου στα χρόνια 1916-1977.

Τη στιγμή λοιπόν, που ακόμη και η διατήρηση των ομάδων ατάκτων του Φαλκενχάουζεν είχε καταστεί δυσχερής, καθώς οι προμήθειες είχαν σχεδόν τελειώσει – όπως τηλεγραφούσε η Σοφία στις 2 Ιανουάριου 1917 – και που ο Ζαλοκώστας απευθυνόταν με αγωνία στον Θεοτόκη στο Βερολίνο, ζητώντας του να μάθει πότε επιτέλους θα ξεκινούσε η γερμανική επίθεση,[22] οι Γερμανοί φαίνεται ότι είχαν εγκαταλείψει πια οριστικά το σχέδιο της επίθεσης στη Στρατιά της Ανατολής. Και δεν ήταν μόνο οι καθυστερήσεις που οδηγούσαν σε αυτό το συμπέρασμα, αλλά και η επικέντρωση σε έναν άλλο στόχο: αυτόν της σωτηρίας των βασιλικών όπλων από τα χέρια των βενιζελικών και των συμμάχων.

Στις αρχές Ιανουάριου ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε από το Βερολίνο (5.1.1917) ότι οι Γερμανοί ζητούσαν διαβεβαίωση πως η Αθήνα θα φροντίσει ώστε τα όπλα τους να μην πέσουν στα χέρια των συμμάχων και, σε περίπτωση που χρειαζόταν, να τα καταστρέψουν – θα τους αποζημίωναν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Οι προσπάθειες μεταφοράς των όπλων αυτών στην Πελοπόννησο μετά τις 19 Ιανουάριου έβαζαν στην ουσία τέλος στις ελπίδες των βασιλικών,[23] παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις των Γερμανών στον Ζαλοκώστα ότι η επίθεση θα γίνει τελικά, αλλά μετά το τέλος της επίθεσης στη Ρουμανία.[24]

Η μόνη δραστηριότητα που μάλλον διατηρήθηκε για κάποιον καιρό ακόμη ήταν οι ομάδες των Φαλκενχάουζεν και Φραγκίσκου, για τη μεγάλη σημασία των οποίων τηλεγραφούσε η Σοφία στις 14 Ιανουάριου 1917. Φαίνεται ότι οι ομάδες αυτές ήταν ακόμη χρήσιμες για την απόκρυψη των όπλων και για τις απαραίτητες μικροσυμπλοκές που χρειάζονταν στη ζώνη ουδετερότητας για να δείξουν ότι οι βασιλικοί δεν θα παραδίδονταν αμαχητί.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως το πρόβλημα ήταν ότι καμιά από τις δυο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει το πρώτο βήμα χωρίς τις απαραίτητες εξασφαλίσεις. Οι Γερμανοί του Κάιζερ δεν μπορούσαν να στείλουν πρώτοι στρατό να αντιπαρατεθεί σε μια τεράστια στρατιά, όπως αυτή του Σαράιγ, χωρίς να είναι σίγουροι ότι τους ευνοούσαν οι συνθήκες. Και αν οι συνθήκες έμοιαζαν ευνοϊκές για αυτούς μετά το καλοκαίρι του 1916, η είσοδος της Ρουμανίας στον πόλεμο, το φθινόπωρο, με την πλευρά των συμμάχων, σίγουρα άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Αυτό εξηγεί και την αναποφασιστικότητα του Χίντεμπουργκ – την οποία θεωρούσαν υπεύθυνη για τη συνεχή αναβολή της γερμανικής επίθεσης τόσο ο Ζαλοκώστας, όσο και ο Θεοτόκης.[25] Ο επικεφαλής του γερμανικού στρατού παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ανοίγματος ενός νέου μετώπου για τους συμμάχους στον νότο, τη στιγμή που ήταν απασχολημένοι στον βορρά. Ούτε όμως και ο Κωνσταντίνος και η Σοφία μπορούσαν να αρχίσουν πρώτοι τις διαδικασίες σύγκρουσης με τους συμμάχους, καθώς θα διακινδύνευαν την απόλυτη καταστροφή των δυνάμεών τους, σε περίπτωση που οι Γερμανοί αποφάσιζαν τελικά να μην έρθουν σε βοήθεια. Έτσι, η όλη προσπάθεια διακόπηκε ουσιαστικά στις αρχές του 1917, βάζοντας τέλος στις βασιλικές ελπίδες, παρ’ όλο που τα αντάρτικα σώματα του Φαλκενχάουζεν συνέχισαν να δρουν τουλάχιστον έως τον Μάιο του 1917.[26]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νικ. Πετσάλης – Διομήδης, «Τη Σμύρνη ή την Πόλη; Μια εναλλακτική λύση που ο Βενιζέλος απέρριψε μάλλον βεβιασμένα» και Γ. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το κυπριακό ζήτημα», Θ. Βερέμης, Οδ. Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα, Φιλιππότης, 1980, σ. 101-118.

[2] Στο επίπεδο των φόβων μάλιστα, παρατηρείται το εξής παράδοξο: οι αντιβενιζελικοί φαίνεται ότι φοβούνταν οποιαδήποτε ανάμιξη στον πόλεμο, υπολογίζοντας σοβαρά και την περίπτωση νίκης των Κεντρικών Δυνάμεων – πράγμα διόλου απίθανο το 1915 ως πιθανότητα -, ενώ οι βενιζελικοί, όπως φαίνεται και από τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού, δεν φαίνεται να φοβούνταν καθόλου ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

[3] Για να απαιτήσουν την αποστράτευση και μεταφορά των βασιλικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο και την παράδοση του πολεμικού υλικού και του στόλου, βλ. Πετσάλη- Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 39-40.

[4] Η οποία ήταν γνωστή εκ των προτέρων στο παλάτι – ο Θεοτόκης είχε τηλεγραφήσει για αυτήν από το Βερολίνο από τις 4 Αυγούστου – χωρίς όμως να είναι γνωστή και η έκτασή της («Δεν γνωρίζω αν αυτή η επίθεση θα είναι αποφασιστική και γρήγορη, υποθέτω ότι θα είναι περιστασιακή»), ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, Θεοτόκης προς βασιλιά Κωνσταντίνο, 4.8.1916.

[5] Παρασκηνιακά βέβαια οι Γερμανοί είχαν προσπαθήσει και νωρίτερα να προσεγγίσουν τη βασιλική κυβέρνηση, για παράδειγμα υποσχόμενοι χρηματική βοήθεια για να κερδίσουν τις εκλογές – πρόταση την οποία απέρριψαν οι Σκουλούδης και Γούναρης – αλλά και μέσω παραινέσεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας προς τον Κωνσταντίνο. ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 6 και 7.7.1916.

[6] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[7] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 4.7.1916. Αυτοί οι φόβοι του παλατιού πάντως δεν φαίνεται να ήταν γνωστοί στον Φαλκενχάουζεν, αφού δεν τους χρησιμοποίησε καθόλου ως μέσο πίεσης.

[8] Βλ. διαμαρτυρίες Guillemin, ο οποίος κατηγορούσε τους βασιλείς ότι έκαναν σαφείς διακρίσεις («Ημερολόγιο Στρέιτ», 13.8.1916). Ειδικά με τη Σοφία υπήρχε πιο συχνή επαφή. Ο Στρέιτ έγραφε στο προσωπικό του ημερολόγιο «Αληθώς εις την Βασίλισσαν έρχονται συχνάκις την Κυριακήν, λέγει ο Βασιλεύς, αλλ’ αυτός (ο Βασιλιάς) δεν τους είδεν ή σπανιώτατα ακριβώς κατερχόμενος την ώραν εκείνη, ανά πάσαν Κυριακήν εις της Πριγκηπίσσης Ελένης» («Ημερολόγιο Στρέιτ», 6.9.1916).

[9] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 12.9.1916.

[10] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 8.11.1916.

[11] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[12] Πετσάλη-Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 70. Για την οργάνωση βλ. και τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, υπ. 2.

[13] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη, 14.1.1917.

[14] Θεωρούσε μάλιστα πως ένα περιστατικό στην Κορυτσά θα έδινε πάτημα για την ανάπτυξη αυτών των δυνάμεων ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916.

[15] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη, 23.11.1916.

[16] Οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί ανησυχούσαν αμέσως μετά τα Νοεμβριανά για το ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης στη Θεσσαλία. Γι’ αυτό και είχαν επιμείνει τόσο στη μεταφορά του βασιλικού στρατού στην Πελοπόννησο· βλ. Γιάνν. Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 313.

[17] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 3.12.1916.

[18] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 26.12.1916.

[19] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 31.12.1916 και 2.1.1917.

[20] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 30.12.1916.

[21] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 2.1.1917.

[22] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 6.1.1917.

[23] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς πρέσβη στο Βερολίνο (20.1.1917), όπου του αναφέρει ότι όπλα και πυρομαχικά θα μεταφερθούν στην Πελοπόννησο.

[24] Στο ίδιο.

[25] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, cp. 4, υπ. 2, Αλληλογραφία Ζαλοκώστα-Θεοτόκη 30.12.1916 και 13.1.1917.

[26] Βλ. συγκρούσεις με βενιζελικές και συμμαχικές δυνάμεις τον Μάιο του 1917 στην ουδέτερη ζώνη· ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, Έκθεση του διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού.

 

Δημήτρης Μπαχαράς

Ο Δημήτρης Μπαχάρας είναι ιστορικός και εργάζεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).  Έχει σπουδάσει στο Λονδίνο (MA, King’s College) και το Παρίσι (διδακτορικό, EHESS) και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε θέματα δημοκρατίας, φασισμού και αντικομμουνισμού την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς και στην ιστορία των προκρίτων της Πελοποννήσου του 19ου αιώνα. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια στο εξωτερικό και την Ελλάδα και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στη Γαλλία και την Ελλάδα.

«Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αθηνά (Δεκαπενθήμερο περιοδικό 1831)


 

Αθηνά ήτοι Ανάλεκτα Γεωγραφικά, Φιλολογικά, Ιστορικά, Οικονομικά και περί Εφευρέσεων. Ναύπλιο, 1 Ιαν. – Απρ. 1831, αρ. τχ. 1-8, σ. 1-128. Εκδότες: Γεώργιος Αινιάν – Γεώργιος Χρυσίδης. Διευθυντής: Γρηγόριος Παλαιολόγος. Μότο: «Ου γαρ έστι παρά ότου αν άνθρωπος θειότερον βουλεύσαιτο, ή περί παιδείας και αυτού και των αυτού οικείων» (Πλατ. Θεαγ.). Δεκαπενθήμερο, δεκαεξασέλιδο, με συνεχή σελιδαρίθμηση, διαστάσεων 22×14 εκ. Δεν υπάρχει ξεχωριστή σελίδα τίτλου, αλλά στην πρώτη σελίδα δηλώνονται τα στοιχεία του τεύχους και εν συνεχεία δημοσιεύεται το κείμενο. Τα οκτώ τεύχη που εξεδόθησαν είναι συσταχωμένα με χάρτινο περίβλημα όπου σημειώνεται ο πλήρης τίτλος, ο τόπος – χρόνος έκδοσης κ.λπ. Είναι πιθανό ότι το τεύχος Απριλίου τυπώθηκε και κυκλοφόρησε αργότερα, γιατί η «Ειδοποίησις» του Γ. Χρυσίδη, η οποία δημοσιεύεται στην τελευταία σελίδα, 123, έχει ημερομηνία 25 Μαΐου. «Εν τη Εθνική Τυπογραφία, διευθυνομένη υπό Παύλου Πατρικίου».

 

Αθηνά ήτοι Ανάλεκτα Γεωγραφικά, Φιλολογικά, Ιστορικά, Οικονομικά και περί Εφευρέσεων

 

Σχεδόν το σύνολο του τεύχους το συντάσσει ο Γεώργιος Αινιάν. Άλλοι συνεργάτες που δημοσιεύουν ενυπόγραφη ύλη είναι ο Γρ. Παλαιολόγος, διευθυντής, και ακόμη ένας που υπογράφει με το αρχικό «Τ». Πρόκειται πιθανώς για τον Κ. Τόμπρα, γιατί τα θέματα των άρθρων του αναφέρονται στην τυπογραφία («Αυτή η λαμπρά εφεύρεσις εξετέλεσε τον σκοπόν της ανακαλύψεως των γραμμάτων, διότι εχρησίμευσεν ως μέσον παιδείας») και σε άλλους τεχνικούς κλάδους (όπως περί ταχυγραφίας, εφημερίδων κ.ά.). Διαβάστε τη συνέχεια »

Γαζής Άνθιμος (Βυζίτσα, 1758 – Ερμούπολη, 1828)


 

Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη. Συλλογή προσωπογραφιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Κληρικός, λόγιος, εκδότης, μεταφραστής, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Αναστάσιος Γκάαζαλης. Γεννημένος στη Βυζίτσα, μικρό χωριό κοντά στις Μηλιές του Πηλίου, είναι μαζί με τον Δανιήλ Φιλιππίδη και τον εξάδελφό του Γρηγόριο Κωνσταντά, ιδρυτές της Μηλεωτικής Σχολής.

Εργάσθηκε επίμονα για την προαγωγή της παιδείας του έθνους και για την εθνική απελευθέρωση. Έλαβε τις πρώτες εγκύκλιες σπουδές στην πατρίδα του και ακολούθησε μαθήματα σε γνωστά σχολεία του ελληνισμού. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1774. Στην Κωνσταντινούπολη έλαβε το αξίωμα του αρχιμανδρίτη και μετονομάστηκε σε Άνθιμος. Το έτος 1796 έφθασε στη Βιέννη όπου υπηρέτησε ως εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου έως το 1817 όταν, μυημένος ήδη στην Φιλική Εταιρεία, ταξίδεψε στις Παρίστριες Ηγεμονίες με σκοπό την διάδοση και την επίτευξη των στόχων της Εταιρείας. Με την έκρηξη της Επανάστασης ανέλαβε έντονη δράση, συμμετέχοντας στην εξέγερση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μαγνησίας.

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ο Γαζής ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες, μη περιοριζόμενος στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα ασχολήθηκε συγχρόνως με εκδοτικές εργασίες ως υπεύθυνος επιμελητής ελληνικών επιστημονικών βιβλίων μεταξύ των οποίων μεταφράσεις του Δανιήλ Φιλιππίδη (Condillac, Λογική 1801· Lalande, Αστρονομία, 1803). Το έτος 1799 μεταφράζει και εκδίδει το βιβλίο του Benjamin Martin, Γραμματική των Φιλοσοφικών Επιστημών.

Στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα εκδίδει γεωγραφικούς χάρτες, γεωγραφικά βιβλία (Γεωγραφία του μητροπολίτη Μελετίου, 1807) και βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του για την έκδοση του Ελληνικού Λεξικού (τ. Α’: 1809, τ. Β’: 1812, τ. Τ’: 1816).

 

Παγκόσμιος χάρτης του Άνθιμου Γαζή (1800). Αντίτυπο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας.Ο σπάνιος παγκόσμιος χάρτης του Γαζή χρηματοδοτήθηκε «χάριν των φιλομαθών» από τον ελληνικής παιδείας λόγιο Γεώργιο Γολέσκου (Iordache Golescu), γιο του «ενδοξοτάτου άρχοντος μεγάλου Βορνίκου Ραδουκάνου Γολέσκου» (όπως αναγράφεται στο χάρτη) και πρεσβύτερο αδελφό του γνωστού διαφωτιστή Κωνσταντίνου Γολέσκου (Dinicu Golescu). Στο κάτω δεξιά μέρος του χάρτη απεικονίζεται η εικόνα του Αλέξανδρου Μουρούζη, του φαναριώτη ηγεμόνα της Βλαχίας εκείνη την εποχή. Αντίτυπο εκτίθεται και στην Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.

 

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ανέπτυξε δεσμούς με ξένους λογίους (Villoison, Barbié du Bocage, B.J. Kopitar, F.K. Alter, Fr. Thiersch), επιτυγχάνοντας, χάρη στις επαφές του, τη δημοσίευση επιδόσεων και επιτευγμάτων ελληνικών σε φιλολογικά περιοδικά και εφημερίδες της Αυστρίας και Γαλλίας.

Σημαντικές στάθηκαν και οι πολιτικές του δραστηριότητες ιδίως την εποχή του Συνεδρίου της Βιέννης (1814). Οι στενές σχέσεις του με τον μητροπολίτη πρώην Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, τον κατέστησαν ύποπτο στην μυστική αυστριακή αστυνομία που έκτοτε τον παρακολουθούσε.

Τον Ιανουάριο 1811, εκδίδει στη Βιέννη, το πρώτο ελληνικό περιοδικό γενικής παιδείας Ερμής ο Λόγιος. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την συμπαράσταση και την οικονομική χορηγία του μητροπολίτη Ιγνατίου και της «Φιλολογικής Εταιρείας» του Βουκουρεστίου, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης και ανανέωσης των ελληνικών πνευματικών επιδόσεων. Την ανάγκη για τη δημιουργία ελληνικού φιλολογικού περιοδικού είχε επισημάνει νωρίτερα ο Αδαμάντιος Κοραής, υποδεικνύοντας τον Άνθιμο Γαζή ως τον πλέον κατάλληλο να το διευθύνει.

Ο Άνθιμος Γαζής παρέμεινε εκδότης του περιοδικού στα πρώτα, δύσκολα χρόνια (1811-1815). Συγκέντρωσε αξιόλογο αριθμό συνεργατών, με στόχο την παρουσίαση θεμάτων σχετικά με την γλώσσα και την φιλολογία, την αρχαιολογία, την ελληνική μυθολογία, τις επιστήμες, την βιβλιοπαραγωγή, ελληνική και ξένη. Η συμβολή του στην έκδοση του Λόγιου Ερμή στάθηκε αποφασιστική, ιδίως χάρη στην επιμονή που έδειξε στην πρώτη περίοδο για την επιβίωσή του. Έτσι το περιοδικό συνέχισε να εκδίδεται και μετά την αναχώρηση του από την Βιέννη, με την ευθύνη του Θεόκλητου Φαρμακίδη και του Κωνσταντίνου Κοκκινάκη (1816-1821).

Τον πολυκύμαντο βίο του τελείωσε στην Ερμούπολη, τον Νοέμβριο 1828, ταλαιπωρημένος και παραμερισμένος Διδάσκαλος στην Τήνο, μετά το πέρας του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, δεν βρήκε την συμπαράσταση την οποία επερίμενε. Απέθανε «εν εσχάτη πενία και ελεεινότητι», σύμφωνα με τον βιογράφο του Αδ. Κοραή. Δ. Θερειανό (Αδ. Κοραής, υπό Δ. Θερειανού, τ. Β’, 1890, σ. 296).

 

Εργογραφία

 

  • Γραμματική των φιλοσοφικών επιστημών του Μπεντζαμίν Μαρτέν, Βιέννη, 1799
  • Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας, Βιέννη, 1800
  • Carte de la Grece ή Πιναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος, 1800
  • Πίναξ Γεωγραφικός της Ευρώπης, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Ασίας, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αμερικής, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αφρικής, 1807
  • Ελληνική Βιβλιοθήκη, Βενετία, 1807
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Α΄ τόμος, Βενετία, 1809
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Β΄ τόμος, 1812
  • Μαγνησία, 1814
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Γ΄ τόμος, 1816

Επίσης, ο Άνθιμος Γαζής επιμελήθηκε την έκδοση των παρακάτω έργων:

  • Αδολεσχία Φιλόθεος του Ευγένιου Βούλγαρη, Βιέννη, 1801
  • Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος, του ενός Θεού, Βιέννη, 1801
  • Λογική του Κοντιγιάκ σε μετάφραση Δ.Φιλιππίδη, Βιέννη, 1801
  • Εγχειρίδιον συμβουλευτικόν περί φυλακής των πέντε αισθήσεων του Νικόδημου Αγιορείτου, Βιέννη, 1801
  • Χημική Φιλοσοφία του Φουρκρουά σε μετάφραση Ηλιάδη Θεοδόσιου Βιέννη, 1802
  • Επιτομή Αστρονομίας του Λαλάνδ σε μετάφραση Δανιήλ Φιλιππίδη, Βιέννη, 1802
  • Σύνοψις των κωνικών τομών Γουίδωνος του Γρανδή σε μετάφραση του Γερμανού Σπαρμιώτη, Βιέννη, 1802
  • Ακολουθία των μαρτύρων Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ, Βιέννη, 1803
  • Αναλυτική πραγματεία των κωνικών τομών του Καϊλλέ, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Κούμα, Βιέννη, 1803
  • Γεωγραφία του Νικ. Θεοτόκη, Βιέννη, 1804
  • Ιστορία Καρόλου του ΙΒ΄ Βασιλέως της Σουηδίας του Βολταίρου σε μετάφραση του Κ.Τζιγαρά, Βιέννη, 1806
  • Γεωγραφία του Μελετίου Μήτρου, Βενετία, 1807.

 

Βιβλιογραφία


  • Αικατερίνη Κουμαριανού, «Άνθιμου Γαξή “Λεξικόν Ελληνικόν”. Η ιστορία μιας λεξικογραφικής προσπάθειας». Ο Ερανιστής, τ. Β’, τχ. 9/10 (1964), 163-186 και σε ανάτυπο·
  • Αλληλογραφία (1794-1819) Δανιήλ Φιλιππίδης – Barbie du Bocage – Άνθιμος Γαξής, έκδοση-σχόλια Αικατερίνη Κουμαριανού, πρόλογος Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα. ΟΜΕΔ, 1966.
  • Πολύχρονης Κ. Ενεπεκίδης, Κοραής – Κούμας – Αν. Γαξής … ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης, 1790-1821. Έρευναι εις ευρωπαϊκά αρχεία και χειρογράφους συλλογάς, Αθήνα, Εστία, 1967.
  • Ι. Μ. Χατξηφώτης. Άνθιμος Γαξής, 1758-1828. Νέα θεώρηση της ζωής και του έργου του με επιλογή κειμένων του και δεκαέξι πίνακες, Αθήνα, Εστία, 1969.
  • Οι τρεις Μηλιώτες διδάσκαλοι του γένους, Ανθ. Γαξής – Γρηγ. Κωνσταντάς, Δαν. Φιλιπίδης: βίοι παράλληλοι – πτυχές της ζωής και του έργου τους. Πρακτικά του Α’ Πανελληνίου Συνεδρίου 30 Σεπτ. – 1 Οκτ. 2000, επιμ. Κώστας Λιάπης, Βόλος 2000.

 

Αικατερίνη Κουμαριανού (1919-2012)

Ιστορικός, ομοτ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Σορβόννης.

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008

 

Η λειτουργία των 1ου και 2ου Δημοτικών Σχολείων Αρρένων Κρανιδίου κατά την πρώτη 15/ετία του 20ου αιώνα (1900 – 1915) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Εισαγωγή

 

Η αρχή του 20ου αιώνα βρίσκει το Κρανίδι να έχει δύο Δημοτικά Σχολεία για τα αγόρια ένα πλήρες (τετρατάξιο) και ένα κοινό (διτάξιο), ενώ η πόλη είχε τότε τρεις χιλιάδες τετρακοσίους εξήντα οκτώ (3.468) κατοίκους. Έτσι το σύνολο των μαθητών (άρρενες) και των δύο σχολείων ήταν το 10% και πλέον του πληθυσμού της πόλης.

 

1ο (πλήρες) Δημοτικό Σχολείο Αρρένων

 

Οι δημοδιδάσκαλοι

  • Ιωάννης Στρίγκος, πρωτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος με πρώτο διορισμό στο Κρανίδι στις 7 Σεπτεμβρίου 1886. Η απόλυσή του δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 297/12 Δεκεμβρίου 1914.
  • Δ. Τσαμαδός, πρωτοβάθμιος με διορισμό από το Δημοτικό Συμβούλιο στις 20 Οκτωβρίου 1901, ενώ λίγο αργότερα απεβίωσε.
  • Γεώργιος Παπαπροκοπίου, πρωτοβάθμιος, με μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Διδύμων «εις το εν Κρανιδίω πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων προς το συμφέρον της εκπαιδεύσεως και τη συγκατεθέσει του αρμοδίου Δημοτικού Συμβουλίου». Φ.Ε.Κ.234/29 Ιουλίου (ή Σεπτεμβρίου) 1900/Πράξη Υπουργού 17272/29 Ιουλίου 1900.

Με τη συμπλήρωση δύο χρόνων από την τοποθέτησή του το Εποπτικό Συμβούλιο στη νθ’ (59) πράξη της 28ης Σεπτεμβρίου 1902 εξετάζει την αναφορά του Διευθυντή του Σχολείου Κρανιδίου Ιωάννη Στρίγκου, ο οποίος περιέγραψε τη γενική εικόνα και συμπεριφορά του εριστικού και απρόσεχτου δημοδιδασκάλου Γεωργίου Παπαπροκοπίου. Έτσι ο ανωτέρω με την Υπουργική Πράξη 2179/4 Δεκεμβρίου 1902 που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.299/5 Δεκεμβρίου 1902 απολύεται από το Δημοτικό Σχολείο Κρανιδίου καθώς «ανωμαλίας περί τα οικονομικά του ιδιωτικού του βίου και το γόητρον αυτού εν Κρανιδίω κατέρριψαν και εις διάστασιν αυτόν προς τους συναδέλφους του περιήγαγον και εις ασέβειαν προς τας προϊσταμένας του αρχάς ώθησαν».

  • Βασίλειος Σκλιάς, δευτεροβάθμιος. Με την υπ’ αριθμ. λζ΄(37) πράξη της 6ης Σεπτεμβρίου 1900 παρ.3 το Εποπτικό Συμβούλιο αποφάσισε τη μετάθεση του δημοδιδασκάλου από το πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου «εις το κοινό» Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου. Η μετάθεση δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.227/22 Σεπτεμβρίου 1900 και η σχετική με αρ. 16563 Υπουργική απόφαση τού κοινοποιήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1900.
  • Ανδρέας Αδαμόπουλος, πρωτοβάθμιος. Μετάθεση από το πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στο κοινό Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου (Φ.Ε.Κ.276/18 Νοεμβρίου 1900). Η νέα μετάθεση από το 2ο (κοινό) Δημοτικό Σχολείο Αρρένων στο 1ο (πλήρες) μετά από πρόταση του Επιθεωρητή, δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.140/23 Ιουνίου 1912 κα του κοινοποιήθηκε με την υπ’αριθμ.17264 Υπουργική απόφαση, που υπέγραφε ο αντιβασιλεύς Κωνσταντίνος.
  • Σ. Γεωργακόπουλος, δευτεροβάθμιος. Διορισμός από το Υπουργείο στις 17 Φεβρουαρίου 1898 με προϋπηρεσία 6 έτη, 7 μήνες, 11 ημέρες. Μέχρι το 1913 υπηρετεί το σχολείο.
  • Δ. Αντωνόπουλος, δευτεροβάθμιος. Διορισμός από το Δημοτικό Συμβούλιο στις 29 Ιανουαρίου 1903. Είχε τότε προϋπηρεσία 1 έτος, 6 μήνες, 3 ημέρες.
  • Ιωάννης Παπούλιας. Διορίστηκε από το Υπουργείο στις 27 Ιανουαρίου 1914 και παραιτήθηκε με την υπ’αριθμ.22284 Υπουργική Πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1916.
  • Αθανάσιος Βήχος, τριτοβάθμιος. Διορίστηκε από τη Νομαρχία με την υπ’αριθμ.1990 πράξη του Νομάρχη στις 6 Φεβρουαρίου 1915 και η παραίτησή του δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ 165/29 Αυγούστου 1917.
  • ; Γερασίμου, πρωτοβάθμια. Διορίστηκε από τη Νομαρχία με την υπ’ αριθμ. 19003 πράξη στις 30 Νοεμβρίου 1915 και η απόλυσή της δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 247/5 Νοεμβρίου 1916. Η Γερασίμου, καθώς φαίνεται, ήταν η πρώτη γυναίκα εκπαιδευτικός που διορίστηκε στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου.

 

Ιωάννης Αντ. Στρίγκος

 

Αντώνιος Στρίγκος

Τον ανωτέρω δημοδιδάσκαλο θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως το κεντρικό πρόσωπο της εκπαιδευτικής ζωής του Κρανιδίου εκείνων των χρόνων. Ήταν το πρώτο από τα εννέα παιδιά, πέντε αγόρια (Γιάννης, Γιώργος, Ανδρέας, Νίκος, Παναγιώτης και τέσσερα κορίτσια (οι δίδυμες Βενετσιάνα – Σταματίνα, Μαρίκα, Μαρία) του ιερέα και διδασκάλου Αντωνίου Ιωαν. Στρίγκου και της Αικατερίνης, το γένος Πουλή.

Γεννήθηκε στο Κρανίδι τη 10/ετία του 1860 και για δυόμιση χρόνια φοίτησε στην Ιατρική Σχολή. Η μητέρα, όμως, πάντα του έλεγε ότι τα χρόνια είναι πολλά και έπρεπε να δουλέψει, για να βοηθήσει την πολυμελή οικογένεια. Έτσι αναγκάστηκε να αφήσει την ιατρική και να γίνει δάσκαλος. Διορίστηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1886 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του. Το 1892 με την υπ’ αριθμ. 23556/20 Οκτωβρίου 1892 Υπουργική Πράξη του ανατέθηκε η διεύθυνση του Σχολείου. Απολύθηκε μετά από 28 χρόνια υπηρεσίας κατόπιν εισήγησης του Εποπτικού Συμβουλίου (Πρακτικό 5ο/18 Οκτωβρίου 1914, Πράξη 3), επειδή ασθένησε σοβαρά και έπαιρνε συχνές άδειες. Τη σχετική γνωμάτευση «ότι πάσχει εκ χρονίας βρογχίτιδος και λαρυγγίτιδος… με σωματική εξάντλησιν» υπογράφουν οι γιατροί Κρανιδίου Π. Δέδες και Δ. Τσαμαδός. Έτσι απολύθηκε από την υπηρεσία και η απόλυσή του δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.297/12 Δεκεμβρίου 1914. Παλαιοί Κρανιδιώτες ομολογούν πως ο εκπαιδευτικός αυτός «ανέστησε» και διαπαιδαγώγησε γενεές ολόκληρες παιδιών του Κρανιδίου. Για τον λόγο αυτό όλη η πόλη γνώριζε «τον Γιάννη το δάσκαλο» και ιδιαίτερα τον σέβονταν και τον αγαπούσαν, αλλά και ο ίδιος με κάθε τρόπο και μέσο που διέθετε εκδήλωνε την αγάπη και το ενδιαφέρον προς τους συμπολίτες του. Τη γυναίκα του τη φώναζαν «δασκαλίνα» και ήταν φίλη της γιαγιάς του παπα – Γκίκα. Είχαν ένα γιο τον Αντώνη που απεβίωσε το 1979. Το σπίτι τους ήταν εκεί που σήμερα βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα. Και μία τελευταία λεπτομέρεια: Ο Γιάννης Στρίγκος ήταν πρώτος ξάδελφος της μητέρας του δασκάλου Μιχαήλ Παπαβασιλείου.

 

Οι μαθητές (ενδεικτικά):

 

  • Σχολικό έτος: 1904-1905

Εγγραφέντες: Α΄ εξήντα επτά (67), Β΄ πενήντα (50), Γ΄ σαράντα εννέα (49), Δ΄ τριάντα (30), Ε΄ εννέα(9)

Φοιτήσαντες: Α΄ εξήντα δυο (62), Β΄ πενήντα (50), Γ΄ σαράντα οκτώ (48), Δ΄ είκοσι εννέα (29),Ε΄ εννέα (9)

Σύνολο: 205/198

  • Σχολικό έτος: 1905-1906

Φοιτώντες: Α΄ εβδομήντα τρεις (73), Β΄ πενήντα τέσσερις (54), Γ΄ σαράντα τρεις (43), Δ΄ τριάντα πέντε (35), Ε΄ τέσσερις (4)

Εξετασθέντες: Α΄ ογδόντα ένας (81), Β΄ πενήντα έξι (56), Γ΄ τριάντα έξι (36), Δ΄ τριάντα τέσσερις(34), Ε΄ τρεις (3)

Σύνολο: 209/210

  • Σχολικό έτος: 1906-1907

Φοιτώντες: Α΄ ογδόντα εννέα (89), Β΄ εξήντα επτά (67), Γ΄ σαράντα έξι (46), Δ΄ σαράντα ένας (41), Ε΄ δώδεκα (12)

Εξετασθέντες: Α΄ εβδομήντα πέντε (75), Β΄ πενήντα επτά (57), Γ΄ σαράντα (40), Δ΄ είκοσι εννέα (29), Ε΄ τρεις (3)

Σύνολο: 245/204

  • Σχολικό έτος: 1907-1908

Φοιτώντες: Α΄ εκατόν πέντε (105), Β΄ σαράντα εννέα (49), Γ΄ τριάντα επτά (37), Δ΄ είκοσι τρεις (23)

Εξετασθέντες: Α΄ εκατόν έξι (106), Β΄ πενήντα πέντε (55), Γ΄ σαράντα δύο (42), Δ΄ τριάντα δύο (32)

Σύνολο: 214/235

Γενικά ο Μέσος Όρος των μαθητών κατά την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα κυμάνθηκε από 190/235 μαθητές. Επίσης, σύμφωνα με την έρευνά μας, σώζονται, μεταξύ άλλων βιβλίων του 1ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, το Μαθητολόγιο και ο Γενικός Έλεγχος έτους 1904.

 

Το διδακτήριο

 

Το Σχολείο στεγαζόταν στην Καποδιστριακή Σχολή της πόλης -περιοχή «Τερψιθέα»[1]– στη θέση που σήμερα βρίσκεται το 1ο Δημοτικό Σχολείο. Φαίνεται, ακόμη, ότι επειδή το διδακτήριο δεν επαρκούσε για τη στέγαση των μαθητών, νοικιαζόταν, για κάποια χρόνια, και μια ιδιωτική οικία ιδιοκτησίας Σπύρου Γεωργακόπουλου (Γεωργόπουλου) με μηνιαίο μίσθωμα εξήντα δραχμές (60 δρχ.).

 

Ο εξοπλισμός (όργανα και σκεύη)

 

Σύμφωνα με την απογραφή των τελευταίων ετών της 10/ετίας το σχολείο είχε:

  1. Θρανία: επτά + δεκαπέντε (7+15)
  2. Έδρες: τρεις (3)
  3. Τραπέζι: ένα (1)
  4. Μαυροπίνακες: τέσσερις (4)
  5. Οκρίβαντες: δύο (2) (τρίποδο υποστήριγμα)
  6. Χάρτες: τέσσερις + ένας (4+1)

 

 2ο (κοινόν) Δημοτικό Σχολείο Αρρένων

 

Οι δημοδιδάσκαλοι

 

  • Ανδρέας Αδαμόπουλος, πρωτοβάθμιος. Τοποθετήθηκε με μετάθεση από το «πλήρες» Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου στις 18 Νοεμβρίου 1900 και παρέμεινε για τέσσερα χρόνια.
  • Βασίλειος Σκλιάς, δευτεροβάθμιος. Τοποθετήθηκε με μετάθεση από το «πλήρες» Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου/Φ.Ε.Κ. 227/22 Σεπτεμβρίου 1900.

Οι ως άνω δημοδιδάσκαλοι φαίνεται ότι ήσαν οι πρώτοι που τοποθετήθηκαν στο «Κοινό» 2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου με τη σύστασή του.

  • Αλ. Κυριακόπουλος, πρωτοβάθμιος. Διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 8534 πράξη της Νομαρχίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1912 έχοντας προϋπηρεσία 7 έτη και 10 μήνες.
  • Μαρία Τακούση, (προσωρινή), τριτοβάθμιος. Διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 20209/3 Σεπτεμβρίου 1915 πράξη της Νομαρχίας. Απελύθη με την υπ’ αριθμ. 28350/1 Σεπτεμβρίου 1916 πράξη του Υπουργείου;

 

Οι μαθητές (ενδεικτικά):

 

  • Σχολικό έτος: 1904-1905

Εγγραφέντες: Α΄ πενήντα δύο (52), Β΄ τριάντα τέσσερις (34), Γ΄ είκοσι τέσσερις (24), Δ΄ δέκα εννέα (19)

Φοιτήσαντες: Α΄ πενήντα δύο (52), Β΄ τριάντα τέσσερις (34), Γ΄ είκοσι τρεις (23), Δ΄ δεκαέξι (16)

Σύνολο:129/125

  • Σχολικό έτος: 1905-1906

Φοιτώντες: Α΄ σαράντα πέντε (45), Β΄ τριάντα εννέα (39), Γ΄ είκοσι επτά (27), Δ΄ είκοσι (20)

Εξετασθέντες: Α΄ σαράντα ένας (44), Β΄ σαράντα (40), Γ΄ είκοσι επτά (27), Δ΄ δέκα εννέα(19)

Σύνολο:131/131

  • Σχολικό έτος: 1906-1907

Φοιτώντες: Α΄ σαράντα τρεις (43), Β΄ τριάντα έξι (36), Γ΄ τριάντα ένας (31), Δ΄ δέκα έξι (16)

Εξετασθέντες: Α΄ σαράντα ένας (41), Β΄ τριάντα τρεις (33), Γ΄ είκοσι οκτώ (28), Δ΄ δέκα (10)

Σύνολο: 126/112

  • Σχολικό έτος: 1907-1908

Εξετασθέντες: Α΄ σαράντα τέσσερις (44), Β΄ τριάντα τέσσερις (34), Γ΄ είκοσι τρεις (23), Δ΄ δεκατρείς(13)

Εγγραφέντες: Α΄ πενήντα (50), Β΄ τριάντα εννέα (39), Γ΄ είκοσι τέσσερις (24), Δ΄ δεκαέξι (16)

Σύνολο:114/129

Γενικά ο Μέσος Όρος των μαθητών κατά την πρώτη 10/ετία κυμάνθηκε από 125/129 μαθητές. Επίσης, σύμφωνα με την έρευνά μας, σώζονται, μεταξύ άλλων υπηρεσιακών βιβλίων του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, το Μαθητολόγιο και ο Γενικός Έλεγχος έτους 1900.

 

Το διδακτήριο

 

Το σχολείο, σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες, στεγαζόταν για μια πενταετία, από τις 5 Σεπτεμβρίου 1902 μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 1907) στην ιδιωτική οικία του Κυριάκου Σκρεπετού με μηνιαίο μίσθωμα πενήντα δραχμές (50 δρχ.).

Εν τούτοις ακολουθώντας τη βιβλιογραφία και τις γραπτές μαρτυρίες το 2/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – τύπου Καλλία (Συγγρού), του οποίου η πρώτη μειοδοτική δημοπρασία ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1900, φαίνεται να ολοκληρώθηκε το 1905 και να πρωτολειτούργησε το σχολικό έτος 1906-1907. Σύμφωνα με έντυπο[2] (1910) του Υπουργείου επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Υ.Ε.Δ.Ε.) του Γραφείου Αρχιτεκτόνων το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου είναι 2/τάξιο, χωρητικότητας διακοσίων επτά (207) μαθητών, με δαπάνη κατασκευής είκοσι έξι χιλιάδες τριακόσιες πενήντα δύο δραχμές (26.352 δρχ.). Το οικόπεδο αγοράστηκε πέντε χιλιάδες (5.000 δρχ.), ενώ το ενοίκιο που θα καταβαλλόταν θα ήταν τριακόσιες εξήντα δραχμές (360 δρχ.) κατ’ έτος. Την ανακοίνωση έκανε ο Υπουργός (Σπ. Στάης) στη Βουλή, όπου υπέβαλλε και τον σχετικό πίνακα.

 

Ο εξοπλισμός (όργανα και σκεύη)

 

Σύμφωνα με την απογραφή των τελευταίων ετών της 10/ετίας το σχολείο διέθετε:

  1. Θρανία: είκοσι τρία (23)
  2. Τραπέζι: ένα (1)
  3. Έδρα: μία (1)
  4. Μαυροπίνακες: δύο (2)

 

Οι επιθεωρητές

 

Από το 1900 έως το 1911 επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων Αργολίδας ήταν ο Ιωάννης Μεγαρεύς. Από το σχολικό έτος 1911-1912 στη θέση του τοποθετήθηκε ο Δημήτριος Μαυροκέφαλος. Τέλος από το σχολικό έτος 1915-1916 επιθεωρητής αναλαμβάνει ο Αθανάσιος Παπαϊωάννου.

 

Υποσημειώσεις


[1]Η περιοχή «Τερψιθέα», σύμφωνα με την περιγραφή παλαιών Κρανιδιωτών, ήταν μια όμορφη τοποθεσία που φύτρωναν αγριοπιπεριές και αγριοτρανταφυλλιές.

[2]Το αναφερόμενο έντυπο του Υπουργείου επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Υ.Ε.Δ.Ε.) του Γραφείου Αρχιτεκτόνων περιελάμβανε πίνακες με τις δαπάνες ανέγερσης διδακτηρίων σύμφωνα με τον νόμο ΒΤΜΘ΄(2349) του 1895.

 

Πηγές


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄, «Υλικό αταξινόμητο».
  • Γ.Α.Κ. Νομού Αργολίδας, «Μητρώον Εκπαιδευτικών».

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

Διαβάστε ακόμη:

 

Βυζάντιος Αλέξανδρος, Σκαρλάτου (Ναύπλιο, 14 Ιουλ. 1841 – Αθήνα, 28 Δεκ. 1898)


 

Αλέξανδρος Βυζάντιος (1841-1898). Δημοσιεύεται στο: Εθνικόν Ημερολόγιον, Χρονογραφικόν, Φιλολογικόν και Γελειογραφικόν (1900, σελ. 161-163) – Σκόκος Κωνσταντίνος.

Ο ποιητής και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Βυζάντιος Σκαρλάτου γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1841. Πατέρας του ήταν ο λόγιος Σκαρλάτος Βυζάντιος, και μεγαλύτερος αδελφός του ο Αναστάσιος, διπλωμάτης, ποιητής, λογογράφος και πολιτικός δημοσιογράφος.

Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ της νομικής το 1864. Γνώριζε ιταλικά, γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά. Ακόμη σπουδαστής αναμίχθηκε με την πολιτική ως μέλος της «Χρυσής Νεολαίας» και πήρε μέρος στο κίνημα κατά του Όθωνα.

Στην Αθήνα άσκησε τη δημοσιογραφία από την εφ. «Χρυσαλλίδα». Στα νιάτα του δημοσίευσε ποιήματα στον χώρο της «Αθηναϊκής Σχολής». Δεκαεννέα ετών έλαβε το τέταρτο βραβείο στον Ποιητικό Διαγωνισμό του Πανεπιστημίου Αθηνών (1860) και δύο χρόνια αργότερα παμψηφεί το πρώτο βραβείο με το μακρό επικολυρικό ποίημα Σωκράτης και Αριστοφάνης.

Στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μία από τις ξεχωριστές μορφές της δημοσιογραφίας, ως συντάκτης και εκδότης. Άρχισε τη σταδιοδρομία του το 1868 ως συντάκτης στην εφ. Ημέρα της Τεργέστης, όπου προσλήφθηκε από τον αδελφό του Αναστάσιο Βυζάντιο. Από το 1874, ανέλαβε μόνος του τη διεύθυνση της εφημερίδας την οποία μετονόμασε σε Νέα Ημέρα και εργάστηκε ως εκδότης της για εικοσιπέντε περίπου χρόνια. Το έντυπο αυτό έγινε εφημερίδα όλων των Ελλήνων και με το κύρος της επηρέασε σοβαρά τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Με τη βαθιά νομική και φιλοσοφική του κατάρτιση, την πολιτική του σύνεση, αλλά και την αγωνιστικότητα και τη γλωσσομάθεια του και, έχοντας ζήσει σε χώρες εξελιγμένες, προσπάθησε να επιβάλει τη συνέπεια στα κομματικά ζητήματα και έλαβε επίσημα θέση επάνω σε κρίσιμα πολιτικά θέματα, όπως ήταν η ενίσχυση του βασιλικού θεσμού, η κρίση για τον Χαρίλαο Τρικούπη, η ανατολική κρίση κ.ά.

 

Η «ανισορροπία» των κομμάτων είναι ίσως δυστύχημα εν ταις χώραις, ένθα έκαστον κόμμα αντιπροσωπεύει ιδίας αρχάς. Αλλ’ εν Ελλάδι ένθα τα κόμματα ουδέν άλλο είναι, ή κατά το μάλλον και ήττον πολυάριθμοι σπείραι θεσιθηρών και ουδέν άλλο αντιπροσωπεύουσιν, ή άθροισμά τι ιδιωτικών συμφερόντων, τι κερδίζει, ερωτώ, ή τι ζημιούται ο τόπος εάν ο δείνα ή δείνα κομματάρχης αριθμεί περισσοτέρας ή ολιγωτέρας ψήφους εν τη Βουλή;

 ………………………………

 Η Ελλάς είναι αδύνατον να ίδη καλητέρας ημέρας, είναι αδύνατον ν’ ανακύψη εκ της παρούσης ελεεινότητος, εάν δεν παύση ο πολιτικός ούτος γενιτσαρισμός, εάν δεν ισχύσωσι και παρ’ ημίν οι ολίγοι και οι άριστοι, οίτινες σήμερον είναι οιονεί εννόμως αποκεκλεισμένοι από πάσης εις τα δημόσια συμμετοχής.

 «Τίς πταίει, η Βασιλεία ή τα κόμματα;», Κλειώ Τεργέστης, Μάιος 1874. Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, Γ΄. Πάπυρος, 1966.

 

Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο ζήτημα της απελευθερώσεως της Κρήτης λόγω της συνεχούς επαφής του με τους οπλαρχηγούς, πολιτικούς και ιεράρχες και του κύρους που εξασκούσε σε ξένους πολιτικούς παράγοντες.

Το πρώτο βιβλίο του Αλ. Βυζάντιου κυκλοφόρησε το 1860. Ο συγγραφέας έγραψε τα έργα του σε γλώσσα αρχαΐζουσα, αλλά με ρομαντισμό, λυρική διάθεση και έμπνευση.

Στα 1898 επέστρεψε στην Ελλάδα και πέθανε τον ίδιο χρόνο, στις 28 Δεκεμβρίου. Μετά τον θάνατό του και με την επιμέλεια του Γρηγορίου Σ. Βυζάντιου δημοσιεύτηκε η συλλογή με τίτλο Έργα Αλεξάνδρου Σ. Βυζαντίου, όπου  και συμπεριλήφθηκαν όλα τα ποιητικά και επιστημονικά έργα του (Αθήνα 1902).

Ο Θ. Λιβαδάς, στη νεκρολογία του για τον Αλ. Βυζάντιο στη Νέα Ημέρα (1/13 Ιαν. 1899) τονίζει την ανεγνωρισμένη φιλοπονία του: «Ο Έλλην [δημοσιογράφος εν Τεργέστη] οφείλει, πλην του αναποφεύκτου κυρίου άρθρου, να συντάξη πολλάκις αυτός κι επιφυλλίδα σπουδαίαν και διδακτικήν, να ερμηνεύη είτε εν εκτάσει είτε συνοπτικώς τας περί των ελληνικών κρίσεις των κρατίστων ευρωπαϊκών εφημερίδων και περιοδικών, να κατατριβή δε πλείστας ώρας όπως σταχυολογή, ερμηνεύη, συνοψίζη, εξονυχίζη τα λεγά­μενα νέα της Ημέρας, μόνος μονώτατος, νύκτωρ και μεδ’ ημέραν εργαζόμενος».

 

Πηγές


  • Λ. Σταθακόπουλος – Γ. Γκίκας, Ανθολογία Ποιητών Αργολίδος και Κορινθίας 1798-1957, σ. 51, Αθήνα 1958.
  • Δ. Κ. Βαρβουνιώτης, «Η Νεότης ενός Ποιητού», εφ. «Δαναός», 15-1-1900.
  • Έργα Αλεξάνδρου Σ. Βυζαντίου. Εκδίδονται υπό Γρηγορίου Σ. Βυζαντίου, εισαγωγή Ι. Λ. Χαλκοκονδύλης, Αθήνα 1902.
  • Ε. Π. Φωτιάδης, Νεοελληνική Ιστοριογραφία Α’, Αθήνα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, [1959].
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. Β’, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, σ. 372-373.
  • Panayotis Moullas, Les concours poétiques de l’ Université d’ Athènes 1851-1877,  Αθήνα 1989 (και ειδική βιβλιογραφία σ. 443).
  • Lucia Marcheselli Loukas, «Βυζάντιος Αλέξανδρος», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974, τόμος Α΄, Αθήνα, 2008

 

Τύπος της Αργολιδοκορινθίας


 

Εβδομαδιαία ανεξάρτητη εφημερίς, πολιτική – επιστημονική, φιλολογική. Κόρινθος, 1959-1962, [το λήμμα αφορά στην περίοδο 1959-1962] αρ. φ. 1-2344. Ιδιόκτητες – διευθυντές σε όλη τη διάρκεια που εκδιδόταν, ήταν οι δημοσιογράφοι Λάμπης Αποστολίδης και Τάκης Ταρούσης. Πρωτοεκδόθηκε το 1958.

Ήταν εβδομαδιαία, κυκλοφορούσε πάντα τετρασέλιδη, με εξαίρεση ένα χρονικό διάστημα δύο μηνών κατά το έτος 1960, που κυκλοφόρησε δισέλιδη, διαστάσεων 48,5 Χ 32,8 εκ. Τυπωνόταν στην Κόρινθο και κυκλοφορούσε σε συνδρομητές, ενώ παράλληλα υπήρχε και αντιπρόσωπος τα εφημερίδας στην Αθήνα.

Όπως μαρτυρούσε και ο τίτλος της ασχολούνταν με θέματα που αφορούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Αργολιδοκορινθίας. Η ύλη της περιλάμβανε τα τοπικά νέα και ταυτόχρονα γινόταν εκτενής αναφορά στα αγροτικά κυρίως προβλήματα και προβάλλονταν αιτήματα της τοπικής κοινωνίας, που χρειαζόταν την κυβερνητική αρωγή. Η πολίτικη τοποθέτηση της εφημερίδας ήταν σαφώς συντηρητική με προτίμηση στο κόμμα της ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις), της οποίας τους τοπικούς βουλευτές στήριζε ανοιχτά, δημοσιεύοντας ομιλίες τους στη βουλή και προβάλλοντας γενικότερα τις δραστηριότητές τους.

 

Τύπος της Αργολιδοκορινθίας

 

Τα σχόλια στο κυρίως άρθρο της εφημερίδας άπτονταν διαφόρων θεμάτων της επικαιρότητας, ενώ χαρακτηριστικό ήταν πως ενίοτε καταπιανόταν και με ζητήματα που είχαν να κάνουν με τον επαρχιακό Τύπο. Πολλές φορές αναδημοσιεύονταν και άρθρα μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων ποικίλων θεμάτων. Κατά τα άλλα η εικονογράφησή της αποτελούνταν από φωτογραφίες πολιτικών προσώπων κατά κύριο λόγο ή τόπων στους οποίους αναφέρονταν. Διαβάστε τη συνέχεια »

Δίδυμα – Οδοιπορικό στον τόπο και στο χρόνο


 

Το χωριό Δίδυμα του Νομού Αργολίδας βρίσκεται στο κέντρο μιας μικρής αλλά εύφορης πεδιάδας, που περιβάλλεται από υψηλά βουνά προς το βορρά και από χαμηλότερα προς το νότο. Με την πρώτη ματιά ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από ένα τεράστιο κοίλωμα που βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού βορειοδυτικά του χωριού και που οι ντόπιοι ονομάζουν Μεγάλη Σπηλιά. Το κοίλωμα αυτό, όπως και ένα άλλο μικρότερο, η Μικρή Σπηλιά, [Δολίνες] που ανοίγεται στην επιφάνεια του εδάφους με αποτέλεσμα να μη γίνεται ορατό αμέσως, προήλθαν από καθίζηση του εδάφους.

 

Δίδυμα Αργολίδας

 

Σπήλαιο Διδύμων

 

Στον τόπο αυτό τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας χρονολογούνται από την Ύστερη Νεολιθική Εποχή (4.000-2.800 π.Χ.). Πρόκειται για λίθινα εργαλεία, που βρέθηκαν στη Μεγάλη Σπηλιά, όπου βρήκε καταφύγιο από τα στοιχεία της φύσης ο άνθρωπος εκείνης της εποχής.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως ελάχιστα ευρήματα από την Εποχή του Χαλκού (2.800-1.100 π.Χ.)· αντίθετα εμφανή είναι τα σημάδια από την Κλασική Εποχή (5ος-4ος αι. π.Χ.), περίοδο ακμής για ολόκληρη την Ερμιονίδα. Το σημαντικότερο τεκμήριο αυτής της περιόδου είναι το Κάτω Πηγάδι, που βρίσκεται ανάμεσα στο Πάνω και το Κάτω Χωριό. Σε λίθινη επιγραφή του 2ου αι. π.Χ. συναντούμε για πρώτη φορά το όνομα Διδυμία. Η ονομασία αφορούσε την περιοχή για την οποία έριζαν δύο μεγάλες πόλεις-κράτη εκείνης της εποχής, η Επίδαυρος και η Ερμιόνη. Η περιοχή αυτή, που τοποθετείται στα σύνορα των δύο πόλεων-κρατών, ταυτίζεται με εκείνη των Διδύμων.

Ο γνωστός περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ. γράφει για τα Δίδυμα:

 …χωρίον δέ έτερον, ο Διδύμους ονομάζουσι,… ενταύθα έστι μέν ιερόν Απόλλωνος, έστι δε Ποσειδώνος επί δε αυτοις Δήμητρος. αγάλματα δε ορθά λίθου λευκού.

 (…άλλο χωριό, που το ονομάζουν Διδύμους,… εδώ υπάρχει ιερό του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα και πίσω από αυτά της Δήμητρας. (Υπάρχουν) και αγάλματα όρθια από λευκή πέτρα.)

Μάλιστα στο ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας βρίσκεται εντοιχισμένο τμήμα κίονα με επιγραφή, στην οποία αναφέρεται προσφορά στη θεά Δήμητρα. Ακολουθώντας την πορεία του χρόνου, τα επόμενα μνημεία που συναντούμε ανάγονται στη βυζαντινή εποχή. Τα σημαντικότερα είναι το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου στο Αυγό, που χρονολογείται από τον 11ο αι., και το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου  που βρίσκεται στη Μικρή Σπηλιά πολύ κοντά στο χωριό. Πρόκειται για βραχοσκεπή διακοσμημένη με τοιχογραφίες πιθανά του 13ου αι. (Στη Μικρή Σπηλιά υπάρχει επίσης το ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, σκαμμένο στο τοίχωμα της σπηλιάς, το οποίο δεν έχει χρονολογηθεί ακριβώς).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

Διαβάστε τη συνέχεια »

Βαλλιάνος Θεόδωρος (1799-1857)


 

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος, ελαιογραφία. Δημοσιεύεται στο: Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003. Πηγή εικονογράφησης: Εθνική Πινακοθήκη.

Στρατιωτικός, αγωνιστής του 1821, μηχανικός – αρχιτέκτονας, πρόξενος και λόγιος. Ο άνθρωπος που έλαβε την εύφημο μνεία για την επιστασία των έργων μετατροπής του τζαμιού Αγά Πασά σε Βουλευτικό και καταγράφεται στο πρακτικό της πρώτης συνεδρίασης του Βουλευτικού ήταν ο στρατιωτικός μηχανικός Θεόδωρος Βαλλιάνος ο οποίος γεννήθηκε το 1799 στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόγκ) της Ρωσίας, ενώ η καταγωγή του ήταν από εύπορη οικογένεια της Κεφαλονιάς, η οποία μετακόμισε στην Ρωσία στα τέλη του 18ου αιώνα.

Σπούδασε στην Στρατιωτική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, ενώ ασχολούταν με τη θεολογία και την λογοτεχνία. Υπηρέτησε στον Ρωσικό Στρατό, φτάνοντας στον βαθμό του λοχαγού του μηχανικού. Το 1822 εγκαταλείπει τη θέση του για να κατέβει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στην Επανάσταση. Προέβη στη συγκρότηση στρατιωτικού σώματος Κεφαλονιτών, μιας και μαζί του είχε φέρει χρήματα και όπλα. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη και του Γιουσούφ Πασά στην Πάτρα. Στο Μεσολόγγι αγωνίστηκε κατά του Σκόδρα πασά.

Όπως γράφει στη μελέτη της για τους πρώτους Έλληνες μηχανικούς που δημοσιεύτηκε στα Τεχνικά Χρονικά το 1988 η Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ, ο Θ. Βαλλιάνος το 1824 με διαταγή της τότε κυβέρνησης ορίστηκε διοικητής μηχανικού και πυροβολικού στο Ναύπλιο. Εκεί αναλαμβάνει την επισκευή και τη μετατροπή του τζαμιού του Αγά Πασά σε Βουλευτικό, καθώς και την κατασκευή στρατώνων, του ‘Ιτς Καλέ, το Μπούρτζι, και άλλα κτίσματα. Στη συνέχεια ασχολείται με διάφορα έργα, όπως την επιστασία της κατασκευής της μεγάλης οδού Αίγινας – Περιβόλας, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, την επιστασία των εργασιών της φυτείας γεωμήλων, τη μελέτη και κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου του νησιού, τη μελέτη του στρατώνα, τη μετατροπή της κατοικίας του Αρχιμανδρίτη Αίγινας σε κυβερνείο κλπ.

Στην εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια έγινε αντισυνταγματάρχης, διευθυντής του μηχανικού και διοικητής του Οπλοστασίου και είναι ένας από τους πρώτους έλληνες μηχανικούς που επάνδρωσαν το πρώτο σώμα των Οχυρωματοποιών και Αρχιτεκτόνων, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 13.559 διάταγμα του Καποδίστρια της 28ης Ιουλίου του 1828, υπό τη διοίκηση του Γάλλου στρατιωτικού Aug. Theodore Garnot. Οι άλλοι ήταν οι Δημήτρης Σταυρίδης, I. Καλλέργης, Εμ. Μανιτάκης και Στεφ. Ησαΐας, οι οποίοι παρέμειναν στο σώμα και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τους συναντάμε ως στελέχη των κρατικών υπηρεσιών και κατά την Οθωνική περίοδο.

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος που αντικατέστησε τον Garnot στη διεύθυνση του σώματος, παρέμεινε για ένα διάστημα στην υπηρεσία μέχρι την εγκατάσταση της βασιλείας. Ανέλαβε μάλιστα και τη Διεύθυνση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου (της τότε σχολής των Ευελπίδων). Το 1833 απομακρύνεται από την ενεργό υπηρεσία (ενδεχομένως διότι ανήκε στη φιλο-καποδιστριακή μερίδα και συνδεόταν στενά με τη Ρωσία όπου είχε σπουδάσει και υπηρετήσει στο σώμα του Μηχανικού). Ο Όθων Α’ της Ελλάδας, τον όρισε πρόξενο Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Έμεινε στη θέση μέχρι το 1841 όταν και παραιτήθηκε για να αναλάβει το Δικαστικό Σώμα του Υπουργείου Στρατιωτικών, ενώ έγινε συνταγματάρχης. Πέθανε το 1857 στην Αθήνα.

 

Ενδεικτικά το συγγραφικό του έργο:

 

  • Επιστολαί περί των Ιερών Ακολουθιών της Ανατολικής Καθολικής Εκκλησίας. Συγγραφείσαι μεν Ρωσσιστί, και το πέμπτον ήδη εκδοθείσαι τω 1844 έτει εν Πετρουπόλει, μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν διάλεκτον υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Ερμού,1864.
  • Ιστορία της Ρωσσικής Εκκλησίας, συγγραφείσα μεν Ρωσσιστί και το δεύτερον εκδοθείσα τω 1848ώ έτει εν Πετρουπόλει. Μεθερμηνευθείσα δε εις την ημετέραν φωνήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου του Μηχανικού της Ελλάδος. Εν Αθήναις: εκ του τυπογραφείου Χ. Νικολαιδου Φιλαδελφεως, 1851.
  • Αλήθεια της Οικουμενικής εκκλησίας περί της ρωμαϊκής και των λοιπών πατριαρχικών καθεδρών,  συγγραφείσα μεν ρωσσιστί και εκδοθείσα τω 1849 έτει εν Πετρούπολη εξελληνισθείσα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι : Τύποις Χ.Νικολαίδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Ο Θάνατος του εκ Σμολένσκης Πρίγκιπος Ποτέμκην: Συμβάς κατά το 1812 έτος, ότε οι Γάλλοι εισέβαλον εις την Ρωσσίαν: τραγωδία εις τρεις πράξεις συνταχθείσα μεν γερμανιστί και εκρωσσισθείσα, μεταφρασθείσα δε εκ της Ρωσσικής Γλώσσης εις την ελληνικήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι: Τύποις Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1850.
  • Αι τελευταίαι ώραι του βίου του αυτοκράτορος Νικολάου του πρώτου.  Συγγραφείσαι μεν ρωσσιστί και εκδοθείσαι υψηλοτάτη αδεία εκ του Τυπογραφείου του Β’ τμήματος του ιδιαιτέρου της Α. Α. Μ. Γραφείου τη 24 Μαρτίου του 1855 έτους, εν Πετρουπόλει. Μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν γλώσσαν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος, 1855.
  • Λόγος της καθολικής Ορθοδοξίας προς τον ρωμαϊκόν Κατολικισμόν, και πραγματεία περί της διαφοράς της Προτεσταντικής ή της των διαμαρτυρομένων διδασκαλίας.  Από των της Ορθοδοξίας Αληθειών. Συγγραφέντα μεν ρωσσιστί και εκδοθέντα τω 1852 έτει εν Μόσχα. Εξελληνισθέντα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των Γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος. Εκ του Τυπογραφείου Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1853.
  • Παράρτημα της Αληθείας της Οικουμενικής Εκκλησίας: ήτοι Λόγος της Καθολικής Ορθοδοξίας προς τον Ρωμαϊκόν Κατολικισμό. Συγγραφείς μεν ρωσσιστί και εκδοθείς τω 1853ω έτει εν Μόσχα εξελληνισθείς δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Παράρτημα των περί ιερών ακολουθιών επιστολών, συγγραφέν μεν Ρωσσιστί και εκδοθέν εν Πετρουπόλει, εξελληνισθέν δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου των Γενικών Επιτελών του Στρατού της Ελλάδος. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1856.

 

Πηγές


  • «Οι πρώτοι έλληνες μηχανικοί – Καινούργια στοιχεία για το σώμα των οχυρωματοποιών και τους έξι μηχανικούς που το επάνδρωσαν», Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Τεχνικά Χρονικά: Επιστημονική Έκδοση ΤΕΕ Περιοχή Α, Οκτ.- Δεκ. 1988, τόμ. 8, τεύχ. 4 , σ. 63-89.
  • «Επί του… περιστυλίου!», ηλεκτρονικό περιοδικό της Βουλής των Ελλήνων, τεύχος 3, 22 Σεπτεμβρίου 2020.
  • Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη».

 

Αργείτικες Κώμες – Άννα Μπανάκα-Δημάκη, «Αρχαιολογικόν δελτίον», τόμος 54, 1999: Μελέτες, 91-102.


 

Η εμμονή των μελετητών στην αναφορά του Άργους, μιας από τις σημαντικότερες περιοχές της αρχαιότητας στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Πελοποννήσου, είναι δικαιολογημένη, καθώς τεκμηριώνεται από αποδείξεις που έρχονται στην επιφάνεια. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως και με τους αρχαίους οικισμούς που αναπτύχθηκαν κατά περιόδους γύρω από το Άργος. Πρόκειται για θέσεις, όπου τα αρχαιολογικά ευρήματα δηλώνουν την παρουσία μικρών ή μεγαλύτερων οργανωμένων εγκαταστάσεων, από τις οποίες κάποιες επιβιώνουν μέχρι τους νεότερους χρόνους.

Μερικές φορές η ύπαρξή τους βεβαιώνεται από επιγραφικό υλικό. Σύγχρονα τοπωνύμια και ιστορικές αναδρομές στην πεδινή και ορεινή Αργολίδα είναι μια πρώτη αναζήτηση, καταγραφή και σύνδεση των δεδομένων. Μαζί με τις ανασκαφικές μαρτυρίες των τελευταίων ετών γίνεται προσπάθεια ανάπλασης της εικόνας δύο οικισμών.

Δυστυχώς βασικές πηγές της αρχαίας γραμματείας, που αποτελούσαν μέρος της εργογραφίας αργείων ιστορικών, όπου πιθανότατα θα περιλαμβάνονταν στοιχεία για τις αργείτικες κώμες, έχουν διασωθεί εντελώς αποσπασματικά. Έκπληξη τουλάχιστον προκαλεί το γεγονός ότι ο Παυσανίας στην περιγραφή της αργείας χώρας χρησιμοποιεί τον όρο αυτούσιο μία μόνο φορά αναφέροντας την κώμη Λήσσα, ενώ υπονοεί την ύπαρξη περισσοτέρων, καθώς γνωρίζει ότι: «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας· και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν». [Ο Φορωνεύς ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν διασκορπισμένοι σε δάση και σε όρη. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν άστυ»]. Φαίνεται δε ότι προτιμά το χαρακτηρισμό πόλις εστίν ου μεγάλη αναφερόμενος σε κάποιο πόλισμα.

Σε όλες δε σχεδόν τις περιπτώσεις με άμεσο ή έμμεσο λόγο ακολουθεί η σχέση τους με το Άργος, που ποικίλλει από γεωγραφική, μυθολογική ή ιστορική άποψη. Η σχέση αυτή επιζεί και στα κείμενα άλλων ιστορικών και συγγραφέων, όπως στους Στράβωνα, Ησύχιο, Απολλώνιο Ρόδιο, Στέφανο Βυζάντιο.

Από αυτούς ο Στράβων αποδίδει με μεγαλύτερη ευχέρεια τους οικιστικούς όρους πόλισμα, πολίχνη, κώμη. Τους δυο δε τελευταίους χρησιμοποιεί αδιακρίτως, όταν αναφέρεται στην Ασίνη.

Από επιγραφικές μαρτυρίες, που είναι γνωστές βιβλιογραφικά μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι οι αργείτικες κώμες των ιστορικών χρόνων είναι περισσότερες από είκοσι. Αν βασισθουμε σε εξωτερικά κριτήρια, όπως κάποια σωζόμενη μέχρι τις μέρες μας ονοματολογική ομοιότητα, τότε θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε τη Λιμναία π.χ. στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Λίμνες στα ανατολικά της Πρόσυμνας. Το ξεπέρασμα όμως δυσκολιών, όπως της ακριβούς ταύτισης, είναι μεγάλο και εναπόκειται στα αποτελέσματα των μελλοντικών ανασκαφικών ερευνών.

Από τα στοιχεία απογραφής της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας αποδεικνύεται ότι οι θέσεις έχουν δεχθεί κατά καιρούς διαφορετικές ονομασίες, που σε μία τουλάχιστον από τις περιπτώσεις που θα μας απασχολήσουν το θέμα συνδέεται με σημαντική ιστορική και πολιτική φυσιογνωμία του νεοσύστατου μετά την Επανάσταση του 1821 Ελληνικού Κράτους. Στις μέρες μας είναι γνωστή με το όνομα Σπηλιωτάκη κοιλάδα αγροτική ανάμεσα στα βουνά Ζάβιτσα και Ψωριάρης δίπλα στο ποτάμι Ξοβριάς, που πηγάζει από τα ορεινά του Αχλαδόκαμπου, απέχει 7 χλμ. από τις πηγές της Λέρνας στους Μύλους και 5 χλμ, νοτιοδυτικά από το Κιβέρι. Το τοπωνύμιο συνδέεται με νεότερους ιστορικούς χρόνους και είναι άξιο μνείας. Διαβάστε τη συνέχεια »