Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οι δημοδιδάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων (1880-1899) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων από τη σύστασή του (1829 – 1830) μέχρι και το έτος 1897 λειτουργούσε ως μονοτάξιο. Με εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου του Νομού Αργολίδας και την υπ’ αριθμ. Ιστ΄/21 Οκτωβρίου 1897 πράξη του προάγεται σε 2/τάξιο, ενώ είχε 92 μαθητές. [1] Ήδη από 15/ετίας ο τότε Δήμαρχος Διδύμων Αντώνιος Παπαδήμας με την υπ’ αριθμ. 249/19 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς τον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος και σε απάντηση της υπ΄αριθμ.1155 διαταγής εκείνου, του αναφέρει ότι προ 10/μήνου δημοδιδάσκαλος στο σχολείο δεν έχει διοριστεί. Στη συνέχεια ο Έπαρχος με την υπ΄ αριθμ. 1257/25 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς το «Επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον» ζητεί να «μεριμνήση» για τον διορισμό του δημοδιδασκάλου στην κενή θέση του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων. Το θέμα φαίνεται πως λύθηκε προσωρινά, γιατί οκτώ χρόνια αργότερα έχουμε επανάληψη των ίδιων γεγονότων.

Στις 20 Μαΐου 1890 ο δήμαρχος Διδύμων Α. Αντωνόπουλος υποβάλλει αναφορά την οποία υπογράφουν και 50 κάτοικοι του Δήμου «Προς την Βουλήν του Έθνους δια του αξιοτίμου Βουλευτού του Νομού Αργολιδοκορινθίας Κου Αγγέλου Γεωργαντά».[2] Με αυτή καθιστούσε γνωστό στην Εθνική αντιπροσωπεία την πλημμελή λειτουργία του Σχολείου τονίζοντας ότι:

Σε διάστημα δύο ετών έχουν μετατεθεί από το σχολείο οι δημοδιδάσκαλοι χωρίς αυτοί να αντικατασταθούν άμεσα. Έτσι το σχολείο για τρεις και τέσσερις μήνες παραμένει κλειστό. Αυτό έγινε και τον προηγούμενο χρόνο, με αποτέλεσμα οι 80 μαθητές να μη διδάσκονται κανονικά τα μαθήματά τους και ιδιαίτερα να βλάπτονται οι μαθητές εκείνοι που θέλουν να δώσουν εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Είναι «κακόν μέγιστον και ολέθριον εις μίαν πρωτεύουσαν Δήμου εκ 1.400 περίπου ψυχών να μένη το Δημοτικόν Σχολείον εις αργίαν ένεκα των συχνών μεταθέσεων των Δημοδιδασκάλων… ενώ ο Δήμος ούτος αν και δεν επαρκή εις την συντήρησιν των αναγκών του πληρώνη προκαταβολικώς την εισφοράν υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ετησίως 1.325 δραχμών…».

Την αναφορά αυτή ο Πρόεδρος της Βουλής με το υπ΄ αριθμ. 100/26 Μαΐου 1890 έγγραφό του τη διεβίβασε «Εις το Υπουργείον Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», το οποίο την παρέλαβε με αρ.πρωτ.6740/28 Μαΐου 1890.

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε πως εξαιτίας των πολιτικών παρεμβάσεων και της ευκολίας με την οποία πραγματοποιούνταν οι υπηρεσιακές μεταβολές (διορισμοί, μεταθέσεις, απολύσεις κ.λπ.) αρκετά σχολεία της χώρας «έκλειναν» για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα αυτό συνέβαινε στα σχολεία των Δήμων ορεινών περιοχών με δύσκολη πρόσβαση και μικρό αριθμό κατοίκων ή σε Δήμους με «νοσώδες κλίμα», που ευνοούσε τους «ελώδεις πυρετούς».

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

Την ανωτέρω 20/ετία (1880-1899) οι δημοδιδάσκαλοι του Σχολείου για τους οποίους βρέθηκαν στοιχεία ήσαν οι εξής:

 

  • 1882: Νικόλαος Βεντούρης, Απόλυση

«Ως μη αναλαβόντα μέχρι σήμερον τα καθήκοντά του επιφυλασσόμενοι δια να διορίσωμεν αντ’ αυτού… καταλληλότερον».

Φ.Ε.Κ.149/29 Σεπτεμβρίου 1882 – Κοινοποίηση 30 Οκτωβρίου 1882.

  • 1885: Νικόλαος Πόγκας Β΄ τάξεως, Διορισμός

Πράξη Υπουργού 10736/31 Αυγούστου 1885

Φ.Ε.Κ.227/31 Αυγούστου 1885. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

Το 1887 ο Νικόλαος Πόγκας πήρε μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο των Σπετσών (Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ.18843/30 Δεκεμβρίου 1887). Δεν γνωρίζουμε πόσο χρόνο παρέμεινε στις Σπέτσες πάντως το 1906 απολύθηκε από το Α΄ πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών «διότι υποβιβασθείς εν η θέσιν υπηρετεί εδήλωσεν ότι δεν αποδέχεται την επί βαθμώ κατωτέρω του πτυχίου του». Την απόλυσή του πραγματοποίησε το Εποπτικό Συμβούλιο Νομού Αργολίδος. Φ.Ε.Κ.14/18 Ιανουαρίου 1900 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1209/19 Ιανουαρίου 1906.

  • 1886: Αμάνδραυλος(;), Β΄ τάξεως

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο της Στυμφαλίας.

  • 1887: Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου

Μετάθεση, με αίτησή του, στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18843/30 Δεκεμβρίου 1887. Προηγουμένως είχε τοποθετηθεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Στυμφαλίας, όπου δεν παρουσιάστηκε.

  • 1888: Κωνσταντίνος Παπασωτηρίου

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, με αίτησή του, στο αντίστοιχο Λαύκας του Δήμου Στυμφαλίας. Φ.Ε.Κ.23/1 Μαρτίου 1888 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 2458/8 Μαρτίου 1888. Μηνιαίος μισθός 80 δραχμές.

  • 1888: Αντώνιος Ηλ. Καλογήρου Β΄ τάξεως

Μετάθεση στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο τέλος σχεδόν της σχολικής χρονιάς, τον Απρίλιο του 1888, από το αντίστοιχο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Λυγουρίου. «Εκ των καλών διδασκάλων της νέας μεθόδου» της συνδιδακτικής.

  • 1888: Γεώργιος Παπαϊωάννου

Μετάθεση με την υπ΄ αριθμ. 15680/12 Νοεμβρίου 1888 πράξη του Υπουργού από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ποταμιάς Ευβοίας στο αντίστοιχο των Διδύμων. Απόλυση στη συνέχεια από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, γιατί κατά πληροφορία του «αρμοδίου Νομάρχου μετατεθείς δεν μετέβην εις την θέσιν του». Φ.Ε.Κ.15 Ιανουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18256/26 Ιανουαρίου 1889.

  •  1889: Ιωάννης Φάφαλης

Διορισμός με σημείωμα πολιτικού παράγοντα «εις το αργούν Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων». Φ.Ε.Κ.27/1 Φεβρουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1305/3 Φεβρουαρίου 1889.

  • 1890: Κ. Κόττας

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Διδύμων στο αντίστοιχο Λουτρακίου με αίτησή του. (Φ.Ε.Κ.109/14 Μαΐου 1890).

  • 1890: Σπυρίδων Κανδηλώρας

Μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο του Μενιδίου Δήμου Αχαρνών. Φ.Ε.Κ.293/12 Νοεμβρίου 1890 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 17757/14 Νοεμβρίου 1890. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

  • Ρήγας Παπαθανασίου, Τριτοβάθμιος

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σκοτεινής Δήμου Αλέας στο αντίστοιχο «αργούν» των Διδύμων με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιθεωρητή Μ. Βρατσάνου. Φ.Ε.Κ.146/22 Μαΐου 1891 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 9372/25 Μαΐου 1891. Το 1892 ο Ρήγας Παπαθανασίου υπηρετεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, όπως αναφέρεται στο «Μητρώον των εν τω Κράτει Δημοτικών Σχολείων».

  •  1893: Λουκάς Α. Ρόδης, Τριτοβάθμιος

Με αίτησή του μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών στο αντίστοιχο των Διδύμων. Φ.Ε.Κ.196/27 Ιουλίου 1893 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 21350/24 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές.

  • 1893: Αθανάσιος (αναφέρεται και ως Απόστολος) Μητσάκος, Δευτεροβάθμιος

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο «αργούν» Πασιά Χώνικα του Δήμου Προσυμναίων. Υπουργική πράξη 22626/23 Σεπτεμβρίου 1893 – Φ.Ε.Κ.196/27 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 120 δραχμές.

  • 1893: Πέτρος Κ. Παπαναστασίου

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Γρανίτσας του Δήμου Νυμφασίας «εις το τριβάθμιον σχολείον του Δήμου Διδύμων». Φ.Ε.Κ.221/23 Οκτωβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το 1894 ο Πέτρος Παπαναστασίου παίρνει μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο Τατσίου Δήμου Αλέας. Υπουργική Πράξη 15542/31 Αυγούστου 1894 –  Φ.Ε.Κ.195/31 Αυγούστου 1894 με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές.

  • 1894: Δημήτριος Παπαδήμας

Τριτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος με καταγωγή από τα Δίδυμα. Πρώτος διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 15546/31 Αυγούστου 1894 πράξη του αρμοδίου Υπουργού δημοσιευμένη στο Φ.Ε.Κ.195/3 Σεπτεμβρίου 1894. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το επόμενο έτος, 1895, απολύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου ΒΠΖ(2087) και την υπουργική πράξη 14142/31 Αυγούστου 1895 «καταχωρηθείσα» στο Φ.Ε.Κ.209/4 Σεπτεμβρίου 1895. Στη συνέχεια έγινε ανάκληση της απόλυσης του Δημητρίου Παπαδήμα με την υπ΄ αριθμ. 15758/22 Σεπτεμβρίου 1845 πράξη του Υπουργού που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.230/23 Σεπτεμβρίου 1895. Μέχρι και την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα ο Δημήτριος Παπαδήμας υπηρέτησε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, οπότε και απολύθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1908.

Θεωρούμε πως ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος είναι το ίδιο πρόσωπο που αναφέρεται στους απολυθέντες μαθητές της Γ΄ τάξης του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου μαζί με τον έτερο διδυμιώτη μαθητή και μετέπειτα δημοδιδάσκαλο Γεώργιο Λ. Πέτρου, αδελφό του σπουδαίου γιατρού, Γιάννη Λ. Πέτρου. Τα προσωπικά στοιχεία που αναγράφονται στο Γενικό Έλεγχο είναι:

Δημήτριος Παπαδήμας, τόπος καταγωγής Δίδυμα, ετών 14, επάγγελμα πατέρα κτηματίας, βαθμολογία «Λίαν καλώς» 8.

Ημερομηνία Γενικού Ελέγχου 30 Ιουνίου 1889.

Σχολάρχης: Βαρθολομαίος Παναγιωτόπουλος.

  • 1898: Γεώργιος Παπαπροκοπίου

Τοποθετήθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο ως ο πρώτος Διευθυντής του 2/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με την υπ΄ αριθμ. ΙΘ΄/30 Σεπτεμβρίου 1898 πράξη του, αφού ο Δήμος δεν «ήθελε» να προτείνει κάποιον άλλον.

Ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος ήταν αρκετά ικανός, αφού είχε διοριστεί και στο Πρότυπο Σχολείο του Διδασκαλείου Πελοποννήσου (1890). Ήταν όμως εξαιρετικά εριστικός, φιλόνικος και με ιδιαίτερα «χαλαρή» επαγγελματική συνείδηση όπως αποδεικνύεται από τα σωζόμενα έγγραφα της υπηρεσιακής του θητείας. Από αυτά, άλλωστε, διαπιστώνεται ότι ο Γεώργιος Παπαπροκοπίου για πολλά χρόνια με τη συμπεριφορά του ταλαιπωρούσε τις προϊστάμενες αρχές, οι οποίες τον καλούσαν τακτικά σε απολογία και του «άλλαζαν» σχολεία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ.-Υ.Ε.Δ.Ε. Δ’ «Εποπτικόν Συμβούλιον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος», Θυρ.182, Υλικό αταξινόμητο.

[2] Ο Άγγελος Γεωργαντάς εκλεγόταν αρχικά βουλευτής της επαρχίας Άργους και στη συνέχεια του Νομού Αργολιδοκορινθίας. Συνολικά είχε εκλεγεί βουλευτής 5 φορές από το 1879 έως το 1895.

 

Πηγή:

Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄ και Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄ «Διορισμοί – μεταθέσεις, απολύσεις» – Υλικό αταξινόμητο.

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

 

Ναύπλιο. Σε πρώτο πλάνο το μπούρτζι και στο βάθος το κάστρο του Άργους. Έργο του Γερμανού ζωγράφου Carl Anton Joseph Rottmann, περίπου το 1834. Υδατογραφία, 27.8 cm Χ 38 cm.

 

Ναύπλιο. Σε πρώτο πλάνο το μπούρτζι και στο βάθος το κάστρο του Άργους. Έργο του Γερμανού ζωγράφου Carl Anton Joseph Rottmann, περίπου το 1834. Υδατογραφία, 27.8 cm Χ 38 cm.

 

O Carl Rottmann (1797-1850), ένας από τους μεγάλους Γερμανούς ζωγράφους του 19ου αιώνα, επισκέφθηκε την Ελλάδα στα 1834-35, μαζί με τον αρχιτέκτονα Ludwig Lange, για να απαθανατίσει με τον χρωστήρα του την ελληνική γη και το ελληνικό φως. Έδωσε μια αληθινή εικόνα της Ελλάδος όπως ήταν τότε, και δίκαια έχει αποκληθεί ο «ζωγράφος της Ελλάδος». Υπήρξε ο ευνοημένος ζωγράφος τοπίων του Βασιλιά Λουδοβίκου του πρώτου.

 

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)


 

Ο ένατος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων περιλαμβάνει τα πρακτικά του συμποσίου που πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο, το 2015, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 300 χρόνων από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους, το τέλος της βενετοκρατίας και γενικότερα της παρουσίας δυτικών κυριάρχων στην Πελοπόννησο.

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά(επ. επιμ.) Ευτυχία Λιάτα. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2016), έκδ. Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ι. Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2017.

 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Περιεχόμενα τόμου

 

  • Ευτυχία Δ. Λιάτα, Από την πρώτη στη δεύτερη βενετοκρατία: επισημάνσεις, σ. 29-40.
  • Μαρίνα Κουμανούδη, Επαμφοτερισμοί της Κυριάρχου στο Κράτος της Θάλασσας. Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540),  σ. 41-82.
  • Αγγελική Τζαβάρα, Αρχειακές μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου (14ος-15ος αι.), σ. 83-100.
  • Κατερίνα Β. Κορρέ, Η Napoli di Romania των stradioti (15ος-16ος αι.): πώς ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα, σ. 101-118.
  • Χρήστος Τσενές, Οι Greghesche του 16ου αι., σ. 119-122.
  • Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δύο εποχών (1389-1540, 1686-1715), σ. 125-144.
  • Χρύσα Μαλτέζου, Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της βενετοκρατίας, σ. 145-154.
  • Κώστας Τσικνάκης, Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573), σ. 155-175.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Λόγιοι και χρονογράφοι, σ. 179-210.
  • Σωτήρης Κουτμάνης, Ναυπλιώτες στη Βενετία (16ος ‒ αρχές 18ου αι.). Η κοινότητα της διασποράς ως τοπική ιστορία, σ. 211-219.
  • Σπύρος Θ. Τακτικός, Η υπηρεσία της Δημόσιας Σιταποθήκης στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 223-236.
  • Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακοί θεσμοί στο βενετικό Ναύπλιο, σ. 237-256.
  • Αλέξης Μάλλιαρης, Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη βενετική περίοδο (1686-1715), σ. 257-267.
  • Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα, Εκκλησιαστικά του Ναυπλίου. Η Λατινική Αρχιεπισκοπή, σ. 271-286.
  • Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Στοιχεία της καθημερινότητας από το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, σ. 287-298.
  • Ιωάννα Στεριώτου, Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος-18ος αι.), σ. 301-312.
  • Αφροδίτη Κούρια, Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα, σ. 313-326.
  • Δημήτριος Χ. Γεωργόπουλος, Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688), σ. 327-330.
  • Αναστασία Βασιλείου, Κεραμική ιταλικών εργαστηρίων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, σ. 331-348.
  • Αγγελική Πανοπούλου, Το territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 351-370.
  • Μαρία Βελιώτη, Ανταποκρίσεις των Γάλλων Προξένων περί Ναυπλίου (1692-1715)», σ. 371-384.

 

Μπορείτε να διαβάσετε την έκδοση σε μορφή pdf: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Έκθεση: «Άρωμα Γυναίκας στη Νεοελληνική Ζωγραφική». Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Ναύπλιο.   


 

Είκοσι εννέα εξαίρετοι πίνακες της νεοελληνικής ζωγραφικής, από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη, παρουσιάζονται στην έκθεση, με σκοπό να προβάλουν την εικόνα της γυναίκας μέσα από αντιπροσωπευτικές προσωπογραφίες και ηθογραφικές σκηνές. Έργα των σημαντικότερων Ελλήνων ζωγράφων υψώνουν έναν ύμνο στη γυναίκα, ενώ παράλληλα μας μιλούν έμμεσα για τη θέση της μέσα στην ελληνική κοινωνία.

 

Άρωμα Γυναίκας στη Νεοελληνική Ζωγραφική

 

Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα των ζωγράφων: Αριστείδη Οικονόμου, Γεώργιου Άβλιχου, Νικηφόρου Λύτρα, Νικολάου Γύζη, Γεώργιου Ιακωβίδη, Θεόδωρου Ράλλη, Iάκωβου Ρίζου, Παύλου Μαθιόπουλου, Περικλή Βυζάντιου, Θάλειας Φλωρά – Καραβία, Σοφίας Λασκαρίδου, Νικόλαου Λύτρα, Κωνσταντίνου Παρθένη, Γιάννη Μόραλη και πολλών άλλων καλλιτεχνών.

Επιμέλεια έκθεσης: Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου.

Διάρκεια: 21 Ιουνίου 2019  –  21 Μαρτίου 2020.

Διεύθυνση: Σιδηράς Μεραρχίας 23, Ναύπλιο – Τηλ.27520 21915, 21935.

 

Η επιμελήτρια της έκθεσης Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου (Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου, Υπεύθυνη Παραρτήματος της ΕΠΜΑΣ στο Ναύπλιο) γράφει για την έκθεση:

 

«Η έκθεση Άρωµα Γυναίκας στην Ελληνική Ζωγραφική παρουσιάζει την εικόνα της γυναίκας στη νεοελληνική τέχνη, µέσα από έργα Ελλήνων ζωγράφων του 19ου και του 20ού αιώνα που ανήκουν στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου. Έργα που δίνουν στον επισκέπτη τη δυνατότητα να δει τις εκφάνσεις της νεοελληνικής τέχνης, μέσω της οποίας αναδεικνύεται η εικόνα της γυναίκας και ο κόσμος της.

Από τα πρώτα µετεπαναστατικά χρόνια, σε μια κοινωνία που επείγεται να ορίσει, να μορφοποιήσει και να προβάλει την ταυτότητά της, η προσωπογραφία ήταν προορισμένη να διαδραματίσει ρόλο καθοριστικό. Αποτελεί το βασικό µέσο για τη νοµιµοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας, τόσο των προσώπων όσο και των αξιών που αντιπροσωπεύουν.

Οι καλλιτέχνες Ανδρέας Κριεζής (1813-1877), ∆ιονύσιος Τσόκος (1820-1862) και Θεόδωρος Βρυζάκης (1819-1878) φιλοτεχνούν έργα που απεικονίζουν Ελληνίδες ντυμένες με περίτεχνες και καταστόλιστες εθνικές φορεσιές, τονίζοντας µε αυτόν τον τρόπο την εθνική τους ταυτότητα. Γρήγορα όµως τα πολύµορφα ευρωπαϊκά ενδύµατα κατακτούν τη νεοσύστατη ελληνική αστική κοινωνία και παραµερίζουν την εθνική παραδοσιακή φορεσιά.

Η ίδρυση του Σχολείου των Τεχνών το 1836 και η λειτουργία του Πανεπιστημίου το 1837, συμβάλλουν στην πνευματική ανάπτυξη της µικρής Ελλάδας και η τέχνη καλείται να αισθητοποιήσει τις φιλοδοξίες τής, υπό διαµόρφωση, αστικής τάξης. Στις προσωπογραφίες αυτές της πρώιµης αστικής κοινωνίας, η ενδυµασία αποτελεί µια σιωπηλή γλώσσα που αποκαλύπτει πολλά, όχι µόνο για τη γυναίκα που τη φοράει, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο και το πολιτισµικό περιβάλλον στο οποίο ζει. Αυτό οδηγεί τους ζωγράφους να απεικονίζουν τις γυναίκες µε ωραίες πολυτελείς ενδυµασίες, περίτεχνα κοσµήµατα – αναπόσπαστα εξαρτήµατα της ενδυµασίας τους –, περιποιηµένη κόµµωση, επιδιώκοντας να τονίσουν την προσωπική και κοινωνική ταυτότητα των γυναικών προσδίνοντάς τους συγχρόνως κύρος και επίσηµο χαρακτήρα.

Οι ζωγράφοι Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Αριστείδης Οικονόµου (1823-1887), Νικόλαος Κουνελάκης (1829-1869), Ιωάννης ∆ούκας (1841-1916), Γεώργιος Άβλιχος (1842-1909) µας δίνουν ενδιαφέρουσες εξιδανικευµένες προσωπογραφίες γυναικών, άλλοτε σύµφωνα µε το πνεύµα του κλασικισµού και άλλοτε σύµφωνα µε το πνεύµα του ροµαντισµού.

Από το δεύτερο µισό του 19ου αιώνα, οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες του αστικού εκσυγχρονισµού έχουν επίδραση στη θέση και τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, στοιχείο που αναδεικνύεται και στην ελληνική τέχνη. Υπέροχα πορτρέτα της αστικής τάξης και των οικείων προσώπων των καλλιτεχνών μας δίνουν την εικόνα της μεγαλοαστής της εποχής του Χαρίλαου Τρικούπη σε όλο το μεγαλείο της.

 

Nικηφόρος Λύτρας (Πύργος Τήνου 1832 – Αθήνα 1904)
Αναμονή, π. 1895 – 1900
Λάδι σε μουσαμά, 68 x 50 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Κληροδότημα Απόστολου Χατζηαργύρη
Αρ. έργου 69.

 

Οι τρεις κορυφαίοι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου, ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), θα οδηγήσουν την τέχνη της προσωπογραφίας στην πλήρη ωριμότητά της και θα τιμήσουν το είδος με μερικά αριστουργήματα. Θα διακριθούν ιδιαίτερα όμως στην ηθογραφία, που κυριαρχεί µετά το 1870, αναδεικνύοντας τον ιδιωτικό κόσµο της γυναίκας, όπου απεικονίζεται ως παιδίσκη, ως έφηβη, ως µητέρα. ∆εν παρουσιάζουν την πραγµατική εικόνα της Ελληνίδας κόρης, µητέρας-συζύγου, αλλά απεικονίζουν τα ήθη και έθιµα, την καθηµερινή ζωή της, µέσα στον ιδιωτικό της χώρο, µε σκοπό να συγκινήσουν και να ψυχαγωγήσουν τη νέα αστική τάξη, που είναι και η κύρια πελατεία τους.

 

Γεώργιος Ιακωβίδης (Χύδηρα Λέσβου1853- Αθήνα 1932)
Το γράμμα, 1916
Λάδι σε μουσαμά, 41 x 31 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά Αργύρη Χατζηαργύρη
Αρ. έργου 1799

 

Στα ηθογραφικά έργα του Νικόλαου Γύζη (1842-1901) µε τίτλους Κου-κου και Ψυχοµάνα, τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση, προβάλλεται η γυναίκα-µητέρα ως πρότυπο αφοσίωσης και τονίζεται ο καθοριστικός της ρόλος στην ανατροφή των παιδιών. Στο έργο Κου-κου, που απεικονίζει την οικογένεια του καλλιτέχνη, αποτυπώνεται η σχέση µητέρας και παιδιού µέσα σε ατµόσφαιρα ευτυχίας, ενώ στο έργο Ψυχοµάνα τονίζεται η φιλάνθρωπη προθυµία µιας νεαρής µητέρας να βοηθήσει στην επιβίωση του ορφανού παιδιού. Πρόκειται για συνθέσεις συγκινησιακά φορτισµένες, στις οποίες ο Γύζης υµνεί την Ελληνίδα µάνα και παράλληλα αποδίδει εξαιρετικά τα πορτρέτα των προσώπων που συµµετέχουν στις σκηνές, αναπτύσσοντας τις καθαρά πλαστικές δυνατότητές του στο σχέδιο, το χρώµα και στη λειτουργία του φωτός.

 

Nικόλαος Γύζης ( Σκλαβοχώρι Τήνου 1842 – Μόναχο 1901)
Κου κου, 1882
Λάδι σε μουσαμά, 100 x 75 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά Ανωνύμου στη μνήμη Δ. Τζιρακοπούλου
Αρ. έργου 3411.
Στο έργο Κου-κου, που απεικονίζει την οικογένεια του καλλιτέχνη, αποτυπώνεται η σχέση µητέρας και παιδιού µέσα σε ατµόσφαιρα ευτυχίας.

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί καλλιτέχνες υπερβαίνουν τη φυσιοκρατική µορφολογική απόδοση και κινούνται στον χώρο των ιδεών και των συµβόλων. Ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) επηρεασµένος από τους ιδεαλιστές ζωγράφους του 19ου αιώνα, δηµιουργεί γυναικείες µορφές και τις συνδέει µε την αλληγορία µιας αφηρηµένης έννοιας. Χαρακτηριστικό έργο του είναι Οι ελευθέριες τέχνες µε τα πνεύµατά τους, στο οποίο εικονίζεται µια φτερωτή γυναικεία µορφή, η Μουσική, η µητέρα όλων των Τεχνών. Κρατάει λύρα, υψώνει θριαµβευτικά το δεξί της χέρι και συνοδεύεται από τα πνεύµατα των Τεχνών, τους µικρούς ερωτιδείς. Η σύνδεση της γυναικείας µορφής µε κάποιο µουσικό όργανο θα αποτελέσει αγαπηµένο µοτίβο αρκετών ιδεαλιστών καλλιτεχνών.

 

Νικόλαος Γύζης – «Ψυχομάνα».
Στο έργο Ψυχοµάνα τονίζεται η φιλάνθρωπη προθυµία µιας νεαρής µητέρας να βοηθήσει στην επιβίωση του ορφανού παιδιού.

 

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Ιάκωβος Ρίζος (1849-1926) και ο Παύλος Μαθιόπουλος (1876-1956) απεικονίζουν κοµψές γυναίκες της αθηναϊκής κοινωνίας σύμφωνα με το ύφος και την αισθητική της belle époque.

 

Μαθιόπουλος Παύλος (Αθήνα 1876 – Αθήνα 1956), «Καθιστή γυναίκα». Παστέλ σε χαρτόνι, 90×68 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη.

 

Η γυναίκα από τα τέλη του 19ου αιώνα, µέσω της πνευµατικής της χειραφέτησης, επαναπροσδιορίζει τη θέση της µέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία, µε αδιάψευστο µάρτυρα την ίδια την τέχνη, που απεικονίζει την εικόνα της “Νέας Γυναίκας”. Τα πορτρέτα λόγιων γυναικών, αλλά και ηθοποιών αποτελούν ένα ευδιάκριτο γυναικείο θεµατικό σύνολο στη ζωγραφική παραγωγή των καλλιτεχνών, προβάλλοντας τον ρόλο της γυναίκας-δηµιουργού. Η Σοφία Λασκαρίδου και η Θάλεια Φλωρά-Καραβία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα Ελληνίδων καλλιτεχνών, που είχαν την τύχη να γεννηθούν και να ανατραφούν σε οικογένειες µε αντισυµβατικές για τα δεδοµένα αντιλήψεις. Αντιπροσωπευτικό έργο της ενότητας αυτής, αποτελεί το πορτρέτο της Ηθοποιού Κυβέλης από τη Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960).

 

Θάλεια Φλωρά Καραβία (Σιάτιστα 1871 – Αθήνα 1960)
Η ηθοποιός Κυβέλη, 1931
Λάδι σε μουσαμά, 139 x 104 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά των κληρονόμων της Κυβέλης
Αρ. έργου 5583.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα στη νεοελληνική τέχνη, οι ανανεωτικές τάσεις που είχαν αρχίσει να διαµορφώνονται από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχαν προετοιµάσει το κοινό να δεχτεί ακόµα πιο πρωτοπόρες τεχνοτροπίες. Ταυτόχρονα, η βαθµιαία αστικοποίηση του κράτους, σε συνδυασµό µε την εµφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην πολιτική ζωή, θερµού υποστηριχτή των νέων καλλιτεχνικών ρευµάτων, εδραιώνει το καινούριο πνεύµα στην ελληνική ζωγραφική. Η υποχώρηση της φυσιοκρατικής περιγραφής και η αναζήτηση της ατοµικότητας µε την κυριαρχία της δηµιουργικής χειρονοµίας του ζωγράφου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του µοντερνισµού.

Εξαίρετο γυναικείο πορτρέτο, στο οποίο ενσωµατώνονται τα µηνύµατα του ευρωπαϊκού µοντερνισµού και η αναζήτηση της ατοµικής αλήθειας αποτελεί η Προσωπογραφία δίδος Μ. Χορς του Νικόλαου Λύτρα (1883-1927), µία από τις ωραιότερες προσωπογραφίες της µοντέρνας τέχνης, προβάλλοντας και τονίζοντας την εικόνα της “Νέας Γυναίκας”, που µε θαρραλέο βλέµµα και µε αυτοπεποίθηση κοιτά τον θεατή.

 

Νίκος Λύτρας (Αθήνα 1883 – Αθήνα 1927)
Προσωπογραφία δίδος Μ. Χορς, π. 1916 – 1917
Λάδι σε μουσαμά, 110 x 84 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Αρ. έργου 496.

 

Την περίοδο του Μεσοπολέµου η ζωγραφική γίνεται ανθρωποκεντρική και οι Έλληνες καλλιτέχνες µετά τα µεγάλα ηθικά, κοινωνικά και οικονοµικά προβλήµατα που δηµιούργησε η Μικρασιατική Καταστροφή, αναζητούν στην παράδοση αξίες που γίνονται πρότυπα. Σε αυτήν την παράδοση ψάχνουν να διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους, την “ελληνικότητά” τους, συµπαρατάσσοντας ή διαχωρίζοντας στοιχεία από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη. Απεικονίζουν τη γυναίκα µε µια πολυφωνία εκφραστικών τρόπων, σύµφωνα µε τα πρότυπα του µοντερνισµού και µε χαρακτηριστικά που έρχονται σε αντίθεση µε εκείνα των γυναικών του 19ου αιώνα.

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967), µία από τις σηµαντικές µορφές της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα, µας έδωσε µε πρωτότυπες εικαστικές µορφές τις κυρίαρχες ιδεολογικές αναζητήσεις της κοινωνίας. Μετά το 1920 έγινε ο “επίσηµος” προσωπογράφος της ανερχόµενης εύπορης προοδευτικής κοινωνίας της Αθήνας. Το Πορτρέτο της Αριστοβούλης Λοπρέστη, µε το οποίο συµµετείχε στη διεθνή έκθεση της Βενετίας, στην Μπιενάλε (1934), αποτελεί προσπάθεια διείσδυσης στα βάθη της ψυχής της απεικονιζόµενης, την οποία πετυχαίνει µε την τρυφερή µατιά και τη συγκέντρωση στο ουσιώδες.

Αντιπροσωπευτικό έργο αυτής της περιόδου είναι και η Προσωπογραφία της Φρόσως Σκουµπουρδή, του Περικλή Βυζάντιου (1893-1972), που απεικονίζει τη γυναίκα σε πλάγια στάση, κοντά µαλλιά, απλό ντύσιµο, αγέρωχη στάση, να κρατά βιβλίο – στοιχείο πνευµατικής χειραφέτησης– και να κοιτά τον θεατή γεµάτη αυτοπεποίθηση, χωρίς καµία συστολή. Αλλά και η Αυτοπροσωπογραφία της Αγλαΐας Παπά (1904-1984) αποτελεί µια εικόνα της γυναίκας δηµιουργού την περίοδο του αστικού εκσυγχρονισµού του Μεσοπολέµου, στην οποία η ζωγράφος προσπάθησε να διεισδύσει στις εσωτερικές πτυχές της προσωπικότητάς της µέσω µιας δυναµικής σύνθεσης.

Στην έκθεση παρουσιάζονται επίσης έργα των Νίκου Νικολάου (1909-1986), Γιώργου Σικελιώτη (1917-1984), Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989), Γιάννη Μόραλη (1916-2009), Γιώργου Μαυροΐδη (1912-2003), ζωγράφων που επηρέασαν τη µεταπολεµική αισθητική της Ελλάδας.

Η ελληνοκεντρική ιδεολογία της Γενιάς του Τριάντα άφησε βαθιά τη σφραγίδα της στη νεοελληνική τέχνη, επηρεάζοντας πολλούς νεότερους επιγόνους, όπως οι Αλέκος Φασιανός (1935) και Βασίλης Σπεράντζας (1938) που αποδίδουν τη γυναίκα με μια ιδιαίτερη μορφοπλαστική γλώσσα, με έναν προσωπικό συμβολισμό. Αλλά και ο Δημήτρης Μυταράς (1934 -2017) μεταμορφώνει με πρωτόγνωρη ζωντάνια τις θεατρικές γυναικείες μορφές του, που προκαλούν την εντύπωση της γυναίκας των ονείρων μας.

Οι αφαιρετικές τάσεις και οι πρωτοποριακές αναζητήσεις των πιο τολμηρών καλλιτεχνών δεν καταφέρνουν να εκτοπίσουν την παραστατική ζωγραφική που επιβιώνει ανανεωμένη και πολύμορφη τη δεκαετία του ’70. Οι καλλιτέχνες Χρίστος Καράς (1930), Σαράντης Καραβούζης (1938-2011) και Αχιλλέας Δρούγκας (1940) δημιουργούν ποιητικές – φανταστικές συνθέσεις, τις οποίες εμψυχώνει ο μύθος της γυναίκας. Οι ζωγράφοι Σωτήρης Σόρογκας (1936), Χρόνης Μπότσογλου (1941) και Εδουάρδος Σακαγιάν (1957), απεικονίζουν τη μητέρα τους από διαφορετικές εικαστικές αφετηρίες· με μια βιωματική, αμφίσημη ζωγραφική γλώσσα, προκαλούν το βλέμμα του θεατή ενεργοποιώντας τη συγκίνηση και τον στοχασμό για το πρόσωπο της μητέρας.

Ο Παναγιώτης Τέτσης (1925-2016) αλλά και οι νεότεροι Στέφανος Δασκαλάκης (1952), Χρήστος Μποκόρος (1956) και Γιώργος Ρόρρης (1963), ενθαρρυμένοι από το πνεύμα ανεξιθρησκίας του μεταμοντερνισμού υποστήριξαν την παραστατική ζωγραφική και  μας  δίνουν υπέροχα πορτρέτα γυναικών, με πλούσια και τολμηρά χρώματα.

Την αποκάλυψη της αλήθειας της γυναικείας μορφής επιδιώκουν ο Μιχάλης Μανουσάκης (1953), με την ιδιαίτερη προσωπική γραφή του, ο Σάββας Γεωργιάδης (1975), μέσα από τα υπερμεγέθη, αινιγματικά γυναικεία πρόσωπα και η Μαρία Φιλοπούλου (1964) με το Γυμνό της, ως εικαστικός τόπος εσωτερικής ομορφιάς και κάθαρσης κάτω από το ζωογόνο φως της Μεσογείου.

Μέσα από την εικαστική αυτή περιήγηση, γίνεται αυταπόδεικτο πως η γυναίκα υπήρξε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες από καταβολής της νεοελληνικής τέχνης, επιτρέποντάς μας να παρακολουθήσουμε την πολύπλευρη εικόνα των αισθητικών τάσεων και τις διαφορετικές εικαστικές αφετηρίες των Ελλήνων δημιουργών» καταλήγει η Λαµπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου.

 

 

Με αφορμή ένα …γράμμα – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Ο Γιάννης Σπετσιώτης ανακαλύπτει μια επιστολή του αειμνήστου εκπαιδευτικού και συγγραφέα Απόστολου Γκάτσου, προς τον Γιάννη Βλαχογιάννη και μας την κοινοποιεί με την ευχή να διαφυλάξουμε, να διασώσουμε και να αξιοποιήσουμε την παράδοση κάθε τόπου.   

 

Ένιωσα ιδιαίτερη έκπληξη, χαρά και συγκίνηση όταν πριν από λίγους μήνες, καθώς φυλλομετρούσα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους φακέλους με λαογραφικό περιεχόμενο, βρήκα ένα γράμμα του «δασκάλου μας» Απόστολου Γκάτσου. Ο αείμνηστος Πρόεδρος του Ερμιονικού Συνδέσμου το έστελνε στον Γιάννη Βλαχογιάννη με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1933, ενώ ήταν φοιτητής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επιστολή του, γραμμένη με σεβασμό, ενημέρωνε τον διακεκριμένο ιστορικό και συγγραφέα πως, ως τακτικός αναγνώστης της επιφυλλίδας του στην εφημερίδα «ΠΡΩΪΑ», διάβασε με πολύ ενδιαφέρον το θέμα της «προηγούμενης Κυριακής» με τον τίτλο «Προσωπίδα». Σ΄ αυτή ο Γιάννης Βλαχογιάννης αναφερόταν στη λεπτή, αμνιακή μεμβράνη – προσωπίδα – που κάποιες φορές επικάθεται στο πρόσωπο του βρέφους την ώρα της γέννησης. [1]

Καθώς δε το θέμα ήταν ιδιαιτέρως ευχάριστο, σημείωνε ο «κυρ-Απόστολος», το διάβαζα δυνατά για να το ακούν και οι «ηλικιωμένες» Ερμιονίτισσες που βρίσκονταν στη συντροφιά μου. Όταν τελείωσα την ανάγνωση, δυο απ’ αυτές αναφέρθηκαν σ’ ένα σημαντικό τοπικό έθιμο, σήμερα ολότελα ξεχασμένο, σχετικό με τον ομφάλιο λώρο, «τη λουρίδα του αφαλού», όπως τον αποκαλείτε στην επιφυλλίδα σας. Σύμφωνα, λοιπόν, με την περιγραφή τους για να ξεραθεί ο λώρος γρηγορότερα τον πασπαλίζουν με στάχτη και καφέ. Όταν τελικά αποκοπεί τον ρίχνουν για τροφή σε κόκορα πιστεύοντας πως η επόμενη γέννα θα φέρει αγόρι ή σε κότα, αν το ζευγάρι επιθυμεί κορίτσι.

 

Με αφορμή ένα …γράμμα

 

Τελειώνοντας την ανάγνωση της επιστολής αναλογίστηκα από πόσο «μακριά» ερχόταν η διήγηση αυτή! Πόσα τέτοια λαογραφικά στοιχεία, πόσα ήθη και έθιμα, παραδόσεις, μουσικές, τραγούδια, γλωσσικά ιδιώματα, συνήθειες, φωτογραφίες, χειρόγραφα, βιβλία, εργαλεία, σκεύη και άλλα πολύτιμα πετράδια του τοπικού μας πολιτισμού έχουν χαθεί στο διάβα του χρόνου…

Μακάρι όσα έχουν απομείνει να τα διαφυλάξουμε, να τα συντηρήσουμε και κατάλληλα να τα αξιοποιήσουμε. Το χρωστάμε σ’ αυτούς που μας τα παρέδωσαν, στους εαυτούς μας, στους νέους και τις νέες της Ερμιόνης και σε όσους στο μέλλον αγαπήσουν και κατοικήσουν αυτόν τον τόπο!

 

Υποσημείωση


[1] Στη λαϊκή μας παράδοση η «προσωπίδα» λέγεται και Σκέπη της Παναγίας. Θεωρείται δε ως προάγγελος καλής υγείας, ομορφιάς και τύχης για το νεογέννητο. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας την αφαιρούσαν και την άπλωναν σε νέο θυμάρι, για να στεγνώσει. Κατόπιν την έριχναν σε τρίστρατο, για να τη διασκελίσει κάποιος που καταγόταν από την πόλη και είχε μεγάλη θέση! Στις 40 ημέρες, μετά την ευλογία του ιερέα, την έκαναν περιδέραιο και την κρεμούσαν στο μωρό για φυλακτό! Λέγεται πως με προσωπίδα (πέπλο) γεννήθηκε ο Μέγας Ναπολέων και ο Λόρδος Βύρων!

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία | Αλέξης Τότσικας


  

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το βιβλίο του Αλέξη Τότσικα, με τίτλο «Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία» στο οποίο – για πρώτη φορά – καταγράφετε η ιστορία ενός τόπου, που προσπαθεί να συντονιστεί με το σήμερα και ταυτόχρονα διατηρεί την απόλαυση ενός κόσμου, που ακούς μόνο σε διηγήσεις για μια χώρα για πάντα χαμένη. Ενός τόπου μυστηρίου, που προσφέρει ησυχία, ευκαιρίες για προσωπική περιπέτεια και μοναξιά και αντιστέκεται στην έξαλλη διασκέδαση, που πολλές φορές επιβάλλει η ύπαρξη της θάλασσας.

 

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία

 

Το Κιβέρι είναι ένα μεγάλο χωριό της Αργολίδας, ένα παραθαλάσσιο χωριό στη δυτική ακτή του Αργολικού κόλπου, απέναντι ακριβώς από το Ναύπλιο.

Αν αναζητήσει κανείς τις ρίζες των ανθρώπων αυτού του τόπου, θα χρειαστεί να φτάσει μέχρι τα πολύ παλιά χρόνια. Πρόκειται για ένα από τα χωριά της Αργολίδας με μεγάλη ιστορική διαδρομή, που ξεκινάει από τη μυθολογική και την προϊστορική εποχή, παρουσιάζεται στην αρχαιότητα, συνεχίζει την παρουσία του κατά τη βυζαντινή εποχή, την εποχή της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο και την Αργολίδα, για να παίξει ρόλο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και την επανάσταση του 1821 μέχρι να διαμορφωθεί οριστικά στα νεότερα χρόνια και να ριζώσει στον τόπο που ξεκίνησε την ιστορία του, για να κοσμεί τα δυτικά παράλια του Αργολικού κόλπου.

Ο τόπος αυτός σχετίζεται με τον Ηρακλή και τη Λερναία Ύδρα. Εδώ αποβιβάστηκε ο Δαναός με τις κόρες του, όταν ήρθε να γίνει βασιλιάς στο Άργος. Η περιοχή κατοικείται σίγουρα από τα αρχαία χρόνια, καθώς έχουν ανακαλυφθεί μυκηναϊκοί τάφοι. Συνεχής ήταν η κατοίκηση του τόπου ανά τους αιώνες. Στην αρχαιότητα έγινε θέατρο μαχών ανάμεσα στους δύο ισχυρούς γείτονες της εποχής, τους Αργείους και τους Σπαρτιάτες. Στο μεσαίωνα υπήρχε εκεί ισχυρό κάστρο των Φράγκων, στους οποίους ανήκε ως το 1389. Από τότε το Κιβέρι ανήκει στους Βενετούς ως το 1481, οπότε περνά κατεστραμμένο στους Τούρκους.

Η γεωγραφική του θέση καθιστούσε το Κιβέρι στρατηγικό σημείο από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη ιστορία. Πρόκειται για έναν τόπο με πλούσια για την έκτασή του ιστορία, ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους. Μια ιστορία συνδεδεμένη με την τύχη του γειτονικού Άργους από την προϊστορική και αρχαϊκή εποχή, αλλά και του Ναυπλίου από την εποχή της φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Κατά την προϊστορική περίοδο η ευρύτερη περιοχή του σημερινού Κιβερίου συνδέεται με τις τρεις πηγές, της Αμυμώνης, της Λέρνης και του Ανάβαλου, που αναβλύζουν γλυκό νερό από τότε μέχρι σήμερα.

Αυτή την ιστορία επιχειρεί να καταγράψει το βιβλίο αυτό σε τρεις φάσεις. Το πρώτο μέρος εξιστορεί και τεκμηριώνει την ιστορική διαδρομή από τη μυθολογική περίοδο μέχρι την επανάσταση του 21, που το χωριό καταστάλαξε στους πρόποδες του μικρού λόφου δίπλα στη θάλασσα. Στο δεύτερο μέρος δίνει την εικόνα της παραδοσιακής κοινωνίας και τους όρους με τους οποίους επιβίωσε σ’ αυτό τον τόπο μέχρι τη δεκαετία του 1950, χωρίς τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής και καταναλωτικής εποχής, που ακολούθησε. Το τελευταίο μέρος αναφέρεται στο νεότερο Κιβέρι με τη ραγδαία οικονομική και οικιστική του ανάπτυξη και την εξέλιξή του σ’ έναν αξιόλογο παραθαλάσσιο τουριστικό προορισμό…

  

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία

Αλέξης Τότσικας

 Σχήμα 17Χ24

 Σελίδες 248

 ISBN 978-960-9650-20-5

 Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού

 Άργος, 2018 

 

Ο μύθος της Ψωροκώσταινας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Υπήρξε στην πραγματικότητα η Ψωροκώσταινα ή πρόκειται για μια ανύπαρκτη ηρωίδα; Το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου, φιλοξενεί άρθρο με τίτλο «Ο μύθος της Ψωροκώσταινας» στο οποίο ο συγγραφέας του, κ. Σπύρος Ζερβόπουλος ασχολείται με το θέμα και καταθέτει μετά από έρευνα τα δικά του συμπεράσματα. Ας δούμε όμως τι γράφει.

   

«Ο μύθος της Ψωροκώσταινας»

 

«Ψωροκώσταινα» είναι ένας πολύ γνωστός μειωτικός και περιπαικτικός χαρακτηρισμός που λέμε για τη χώρα μας, ένας αυτοφαυλισμός που έχει πει και ο Ν. Σαραντάκος. Τον χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να αναφερθούμε στην υπανάπτυξη, την έλλειψη χρημάτων ή την ανοργανωσιά του νεοελληνικού κράτους, όπως γράφει και το ΛΚΝ [Λεξικό της κοινής νεοελληνικής]. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης, συνήθως απ’ τον χώρο της Αριστεράς, ο όρος «ιδεολογία ή σύνδρομο της Ψωροκώσταινας» ως κριτική απέναντι σε συντηρητικές απόψεις για την κατάσταση στη χώρα μας. Πρόσφατα μάλιστα είχε δημιουργηθεί παρεξήγηση σε μια πολιτική συζήτηση μεταξύ Στ. Κούλογλου και Βασ. Κικίλια για τη φράση ακριβώς αυτή.

Ταυτόχρονα, επίσης, είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι η λέξη «Ψωροκώσταινα» προήλθε από παρωνύμιο υπαρκτού προσώπου που έζησε στο Ναύπλιο στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Πριν κάνουμε λόγο για την ιστορία αυτού του προσώπου, όπως μας παραδίδεται, ας δούμε πότε εμφανίζεται η λέξη στα γραπτά τεκμήρια που έχουμε.

Οι πρώτες ανευρέσεις της λέξης είναι σε απομνημονεύματα και ιστορικά κείμενα σχετικά με την Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους. Ο Νικόλαος Δραγούμης σε ιστορικές του αναμνήσεις (Πανδώρα, 1853) διηγείται ότι το 1833, όταν ήταν κυβερνητικός υπάλληλος στο Ναύπλιο, ζήτησε από έναν βαρκάρη να τον μεταφέρει στο πλοίο που βρισκόταν ο Όθωνας που μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα. Όταν είπε στον βαρκάρη ότι θα πληρωθεί από την κυβέρνηση μετά την επιστροφή τους, αυτός του γύρισε την πλάτη και του απάντησε απαξιωτικά «Η ψωροκώσταινα!». Την ίδια άρνηση αντιμετώπισε και απ’ τους υπόλοιπους βαρκάρηδες, και αναγκάστηκε να αναφέρει απογοητευμένος στον προϊστάμενό του ότι «την κυβέρνησιν ονομάζουσι όλοι ψωροκώσταινα και ουδέ λεπτόν εμπιστεύονται εις αυτήν».

 

Πανδώρα, 1853, σελίδα 261.

 

Επίσης και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του (γραμμένα λογικά στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα) αναφέρει ότι Ψωροκώσταινα έλεγαν την τελευταία κυβέρνηση πριν από την έλευση του Όθωνα. Το ίδιο και ο Αναστάσιος Γούδας στους «Παράλληλους Βίους» του (1873).

 

Γενναίου Κολοκοτρώνη «Απομνημονεύματα»

 

Σε άλλες πηγές, ο χαρακτηρισμός αυτός προσάπτεται σε κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Για παράδειγμα, ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, αγωνιστής του 1821 και γραμματικός του Θ. Κολοκοτρώνη, στα Απομνημονεύματά του γράφει (αναφερόμενος σε γεγονότα του 1824): «Ημείς ανήλθομεν εις Τρίπολιν κατά τα μέσα Ιουνίου, η δε φρουρά ηυτομόλησεν εις την Διοίκησιν, την τότε λεγομένην Βουλήν και μετά ταύτα ψωροκώσταινα». Και ο Δημήτριος Παπαντωνόπουλος ομοίως στο βιβλίο του «Πεντηκονταετηρίς της Ελληνικής Επαναστάσεως (1873)», αναφέρεται σε γεγονότα του 1824.

 

Δημήτριος Παπαντωνόπουλος «Πεντηκονταετηρίς της Ελληνικής Επαναστάσεως (1873)

 

Φαίνεται, λοιπόν, ότι αρχικά η λέξη ήταν σκωπτικός χαρακτηρισμός για κάποια κυβέρνηση ή κυβερνήσεις της παραπάνω ιστορικής περιόδου. Σιγά – σιγά θα γενικεύτηκε η χρήση της, εκτός των ιστορικών αυτών συμφραζομένων, και αφορούσε πλέον αφηρημένα το νεοελληνικό κράτος/χώρα. Στις πρώιμες αυτές ανευρέσεις της λέξης δεν υπάρχει καμία αναφορά ή σύνδεση με πραγματικό πρόσωπο. Πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως θα δούμε και παρακάτω, είναι στις αρχές του 20ου αιώνα.

Μια καλή παρουσίαση της ιστορίας της Ψωροκώσταινας, δηλαδή του προσώπου απ’ το οποίο φέρεται να προέρχεται η λέξη, υπάρχει εδώ από την ιστοσελίδα της Αργολικής Βιβλιοθήκης.

Οι περισσότερες πληροφορίες στην πραγματικότητα αντλούνται από άρθρο του Μιχαήλ Λαμπρυνίδη, Ναυπλιώτη λόγιου, συγγραφέα, βουλευτή και νομομαθούς, που δημοσιεύτηκε το 1904 (εφημερίδα Αθήναι, 1-2-1904, αναδημοσίευση στο Ημερολόγιον Σκόκου, 1905), το οποίο και αποτελεί την πρώτη χρονολογικά πηγή για το θέμα μας. Ας δούμε συνοπτικά τα κυριότερα σημεία της ιστορίας της, όπως την παραθέτει ο Λαμπρυνίδης:

«Η Ψωροκώσταινα στην πραγματικότητα λεγόταν Πανώρια, ήταν σύζυγος του έντιμου εμπόρου Χατζή – Κώστα Αϊβαλιώτη και ζούσε στο Αϊβαλί. Κατά την καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους το 1821, σκοτώνονται μπροστά στα μάτια της ο σύζυγος της και τα τέσσερα παιδιά τους. Αυτή σώζεται και καταφεύγει στα Ψαρά. Εκεί αναγνωρίζεται από τον Βενιαμίν Λέσβιο, που δίδασκε στο Αϊβαλί, ο οποίος και την παίρνει μαζί της και καταλήγουν στο Ναύπλιο. Η Πανώρια προσφέρει τις φροντίδες της στον Βενιαμίν Λέσβιο μέχρι τον θάνατό του, το 1824. Στη συνέχεια, παρά τη φτώχεια της, παίρνει υπό την προστασία της ορφανά παιδιά του πολέμου, τα οποία τρέφει κάνοντας μεροκάματα και ζητιανεύοντας στους δρόμους. Τον Ιούνιο του 1826, στον έρανο που έγινε στο Ναύπλιο για τις ανάγκες του Αγώνα, η πάμφτωχη Ψωροκώσταινα προσφέρει ένα αργυρό δαχτυλίδι και ένα γρόσι, προκαλώντας μεγάλη συγκίνηση. Όταν άνοιξε το πρώτο ορφανοτροφείο στο Ναύπλιο από τον Καποδίστρια, η Ψωροκώσταινα προσφέρει αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες της. Λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει, και κηδεύεται από τα ορφανά σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης».

 

Εφημερίδα Αθήναι, 1-2-1904

 

Ημερολόγιον Σκόκου

 

Σε αυτή την ιστορία αργότερα προστίθενται μερικές ακόμη ψηφίδες. Ο Ευάγγελος Δαδιώτης, (1900 – 1992), [λόγιος, εκδότης, ιδρυτικό μέλος, Γενικός Γραμματέας και επίτιμο μέλος της Ένωσης Κυδωνιατών], με καταγωγή απ’ το Αϊβαλί, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αιγαιοπελαγίτικα τ. 13 [1], αφήνει να εννοηθεί ότι το παρωνύμιο Ψωροκώσταινα είναι στην πραγματικότητα παραφθορά του αρχικού παρωνυμίου της Ψαροκώσταινα, που της είχε δοθεί επειδή είχε βρεθεί στα Ψαρά μετά την καταστροφή του Αϊβαλιού. Επίσης, μας παραθέτει τα ακριβή λόγια της Ψωροκώσταινας στον έρανο του 1826: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Η ιστορία της Ψωροκώσταινας έκτοτε γνωρίζει μεγάλη διάδοση και εμφανίζεται ακόμη και σε ιστορικά βιβλία: Στην «Παιδεία επί Τουρκοκρατίας» του Τρύφωνος Ευαγγελίδου (1936), στην Ελληνική Επανάσταση του Διονύσιου Κόκκινου (5ος τόμος, σελ. 360), στα Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα του Τάκη Λάππα (1960), σε σημείωμα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στο περιοδικό Νέος Ελληνομνήμων 13 (1916), 368 (ο οποίος επικαλείται δημοσίευμα της εφημερίδας Έθνος του 1915).

 

Παιδεία επί Τουρκοκρατίας» του Τρύφωνος Ευαγγελίδου (1936)

 

Σπυρίδωνας Λάμπρου «Νέος Ελληνομνήμων» 13 (1916), 368.

 

Αναφέρονται επίσης και άλλες εκδοχές της ιστορίας: Ο Τάσος Μουμτζής, με καταγωγή επίσης απ’ το Αϊβαλί, γράφει (Αναμνήσεις 1894-1924, 1971) [2] ότι η κυρά Κώσταινα ήταν γυναίκα του δημάρχου του Αϊβαλιού. Όταν ήλθε πρόσφυγας στο Ναύπλιο τέθηκε επικεφαλής γυναικών προσφύγων που υπηρετούσαν τον αγώνα. Μετά την Επανάσταση αναγκάστηκε να ζητιανεύει για να ζήσει, και το παρωνύμιο Ψωροκώσταινα της το έδωσε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ήλιου παρατίθεται μία τελείως διαφορετική εκδοχή: Η Ψωροκώσταινα ήταν γυναίκα κάποιου Κώστα από το χωριό Τζαφέρ Αγά (Ασίνη), ο οποίος σκοτώθηκε από τους ζηλωτές του Συντάγματος (προφανώς στις ταραχές μετά τον θάνατο του Καποδίστρια).

 

Εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ήλιου

 

Η ιστορία της Ψωροκώσταινας, όπως μας είναι δοσμένη, δίνει την εντύπωση ότι έχει πολλά στοιχεία μύθου, παρηγορητικού μύθου, με αρκετούς συμβολισμούς: Η πραγματική Ψωροκώσταινα ήταν μια γυναίκα που πρώτα ήταν πλούσια και αρχόντισσα, τα έχασε όμως όλα από τους Τούρκους∙ παρά τη φτώχεια και τη δυστυχία της, προσέφερε στον Αγώνα ανιδιοτελώς και μεγαλόψυχα με όλες της τις δυνάμεις. Ίσως να μην είναι τυχαία και η σύνδεσή της με τον Βενιαμίν Λέσβιο, ο οποίος ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και είχε προσφορά στην Επανάσταση. Μην ξεχνάμε ότι ο Μ. Λαμπρυνίδης γράφει το άρθρο του σε μια εποχή λίγο μετά τη χρεοκοπία, τον διεθνή οικονομικό έλεγχο, τον χαμένο πόλεμο του 1897, όταν και πιθανότατα θα ήταν πολύ δημοφιλής η λέξη.

Όπως είδαμε και παραπάνω, στην ιστορία της Ψωροκώσταινας κεντρικό ρόλο έχει ο έρανος που έγινε στο Ναύπλιο τον Ιούνιο του 1826. Για να θυμηθούμε τα γεγονότα, μετά την πτώση του Μεσολογγίου οι Έλληνες βρέθηκαν σε πολύ δυσχερή θέση, χωρίς οικονομικά μέσα, όπλα και πολεμοφόδια, και με τον Ιμπραήμ να λεηλατεί την Πελοπόννησο. Έτσι, στις 8-6-1826 διοργανώθηκε από τη Διοίκηση έρανος στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου. Εκεί, ο δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος εκφώνησε εμπνευσμένη και συγκινητική ομιλία, συνεισέφερε ταυτόχρονα και τα λίγα χρήματα που είχε, παρακινώντας όλους να συνδράμουν με ό,τι είχαν. Ο Λαμπρυνίδης έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα και έχει γράψει και άλλα άρθρα για το περιστατικό αυτό. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αρχικά, ο Λαμπρυνίδης είχε γράψει ένα άρθρο με τίτλο «Σκηναί πατριωτικαί εν Ναυπλίω κατά την κρισιμωτάτην περίοδον του εθνικού ημών αγώνος» (περιοδικό Αρμονία, τ. 3ος, 1902), όπου πραγματευόταν το περιστατικό του εράνου της 8-6-1826. Ως πηγές του επικαλείται: «Επιστολή του Γάλλου Στρατηγού Roche προς το εν Παρισίοις Φιλελληνικόν Κομιτάτον, γραφείσα εν Ναυπλίω κατά τον Ιούλιον του 1826 (Documents relatifs a l’etat present de la Grece: publies d’apres les communications du Comite Philhellenique de Paris, Νο II σελ. 30 και Νο III σελ. 46, 47)». Η μεν πρώτη πηγή, δηλαδή η αναφορά στο τεύχος ΙΙ σελ. 30 (ονλάιν εδώ) είναι πράγματι η επιστολή του Roche∙ η δεύτερη πηγή (τεύχος ΙΙΙ σελ. 46,47) είναι γαλλική μετάφραση άρθρου της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος της 12-6-1826. Η Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος ήταν το επίσημο έντυπο της Διοίκησης, με αρχισυντάκτη τότε τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, στην οποία δεν δημοσιεύονταν μόνο νομοθετικά και διοικητικά κείμενα, αλλά και ειδησεογραφικά άρθρα∙ το συγκεκριμένο άρθρο είχε περιγραφή του εράνου που είχε γίνει μόλις λίγες μέρες πριν. (Ο Λαμπρυνίδης παραθέτει και μία ακόμη πηγή, την Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Αυγ. Fabre, στην οποία όμως δεν υπάρχει καμία αναφορά για τον έρανο της 8-6-1826).

Ο Λαμπρυνίδης στη διήγησή του κρατά τον βασικό κορμό των πηγών του, δηλαδή της επιστολής του Roche και του άρθρου της Γενικής Εφημερίδας, παρεμβάλλοντας όμως πολλές προσθήκες με επώνυμους και ανώνυμους ανθρώπους που εμφανίζονται να συμμετέχουν στον έρανο. Πουθενά όμως σε αυτό το άρθρο δεν υπάρχει η Ψωροκώσταινα – ούτε άλλωστε στις πηγές του Λαμπρυνίδη.

Δύο χρόνια αργότερα, την 25η Μαρτίου 1904, ο Λαμπρυνίδης αναδημοσιεύει το ίδιο πιο πάνω άρθρο στην εφημερίδα Αθήναι με τον τίτλο «Σελίδες Πατριωτισμού: Σκούφος – Γεννάδιος». Έχει ελάχιστες αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο άρθρο του, με κυριότερη το ότι εμφανίζεται τώρα και η Ψωροκώσταινα να συμμετέχει στον έρανο. Τι είχε μεσολαβήσει; Είχε δημοσιεύσει λίγο πριν το άρθρο του για την ζωή της Ψωροκώσταινας που είδαμε παραπάνω (1-2-1904, εφ. Αθήναι).

 

Εφημερίδα Αθήναι: «Σελίδες Πατριωτισμού: Σκούφος – Γεννάδιος»

 

Στη συνέχεια, έρχεται ο γιος του Γεωργίου Γεννάδιου, Ιωάννης Γεννάδιος, και εκδίδει ολόκληρο βιβλίο με τίτλο «Ο Γεώργιος Γεννάδιος σωτήρ της όλης πατρίδος εν Ναυπλίω τω 1826» (1905), με αποκλειστικό σκοπό να αποδείξει ότι δεν ήταν ο Νικόλαος Σκούφος αυτός που είχε εκφωνήσει τον περίφημο λόγο στον έρανο του 1826, όπως ισχυριζόταν ο Λαμπρυνίδης (στην πραγματικότητα ο Roche). Έτσι, ερευνά όλες τις σχετικές πηγές και παραθέτει διηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων, άρθρα, αποσπάσματα από βιβλία ιστορίας κτλ., απ’ τα οποία πράγματι προκύπτει ότι ο Νικ. Σκούφος δεν είχε καμία σχέση με το γεγονός. (Σημειώνεται ότι ο Λαμπρυνίδης στο άρθρο του βάζει τον Ν. Σκούφο να εκφωνεί λόγο κάποια στιγμή πριν απ’ τον έρανο, και τον Γ. Γεννάδιο την ημέρα του εράνου, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει απ’ την επιστολή του Roche – ούτε απ’ τις άλλες πηγές!).

 

«Ο Γεώργιος Γεννάδιος σωτήρ της όλης πατρίδος εν Ναυπλίω τω 1826»

 

Από τις ίδιες όμως αυτές πηγές προκύπτει επίσης ότι πουθενά δεν υπάρχει καμία αναφορά σε Ψωροκώσταινα ή Χατζηκώστα ή κάτι σχετικό. Σημειώνεται ότι στο πιο πάνω άρθρο της Γενικής Εφημερίδας της Ελλάδας, που είναι και η πιο κοντινή μαρτυρία στο γεγονός, αναφέρεται ότι το αποκορύφωμα της συγκίνησης κατά τη διάρκεια του εράνου ήταν όταν «… ως και έν παιδίον, το οποίον ζη πωλούν εις τους δρόμους νερόν, ή ζητούν ελεημοσύνην, επρόσφερεν και αυτό το πτωχόν, αλλά φίλον της πατρίδος τέκνον, δύο τάλληρα, και η πράξις αύτη εκίνησε πολλούς θεατάς εις δάκρυα …». Το ίδιο γράφει και ο Αλέξανδρος Σούτσος, που ήταν επίσης αυτόπτης μάρτυρας, σε βιβλίο του το 1829: «… και προς το εσπέρας το κίνημα κατέστη τόσον γενικόν, τόσον ένθουν, ώστε και παιδίον τί, αποζών εκ της ελεημοσύνης των διαβατών, εθεάθη αποσύρων εκ της ζώνης του δύο τάλληρα, προϊόν ενός έτους περισυλλογών, και προσφέρον αυτά μετά προθυμίας».

Ανακεφαλαιωτικά: Ο Λαμπρυνίδης δημοσιεύει ένα άρθρο το 1902 που περιγράφει με εξαντλητική λεπτομέρεια τον περίφημο έρανο του 1826, χωρίς καμία αναφορά σε Ψωροκώσταινα. Σημειωτέον ότι στις σύγχρονες πηγές ως η πιο συγκινητική στιγμή περιγράφεται αυτή με το ζητιανάκι που προσφέρει το υστέρημα του. Το 1904 ο Λαμπρυνίδης δημοσιεύει άρθρο με τη ζωή της Ψωροκώσταινας, που είναι και η πρώτη αναφορά για το πρόσωπο αυτό. Της δίνει μάλιστα στο άρθρο αυτό και πρωταγωνιστικό ρόλο στον έρανο της 8-6-1826. Λίγο μετά, στις 25-3-1904, αναδημοσιεύει το ίδιο άρθρο του 1902, προσθέτοντας τώρα και την Ψωροκώσταινα. Στο μεταξύ, από τις διαθέσιμες πηγές που υπάρχουν για τον έρανο αυτό, πουθενά δεν προκύπτει συμμετοχή της Ψωροκώσταινας. Αν πάλι υπήρχε κάποια παλιά προφορική παράδοση για την Ψωροκώσταινα, είναι εύλογο ότι θα την ήξερε ο Ναυπλιώτης Μ. Λαμπρυνίδης όταν έγραφε το άρθρο του το 1902, και δεν θα την ανακάλυπτε πρώτη φορά το 1904.

Βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να υπάρχει κάποιος κόκκος αλήθειας σε όλα αυτά∙ δηλαδή να προήλθε πράγματι η λέξη από κάποιο υπαρκτό πρόσωπο της εποχής, μία πολύ φτωχή γυναίκα ή μια ζητιάνα, χωρίς όμως να είναι γνωστές και να μπορούν να τεκμηριωθούν οι λεπτομέρειες της ζωής της. Από την άλλη, μπορεί να μην προήλθε από το παρωνύμιο κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, αλλά να είναι ένας, ας πούμε, αφηρημένος ονοματικός σχηματισμός, όπως για παράδειγμα η φράση «και η κουτσή Μαρία».

Μια παρόμοια και χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι ψωρομανώληδες (και μπαλτηριτζιμπλάκηδες, δηλαδή ξυπόλητοι) του Αδαμάντιου Κοραή, λέξεις με τις οποίες χαρακτηρίζει σε επιστολές του τους αβράκωτους, τους ακραίους της Γαλλικής Επανάστασης. Είναι μάλλον απίθανο να προέρχεται αυτή η λέξη του Κοραή από κάποιον συγκεκριμένο Μανώλη, αλλά, αντίθετα φαίνεται ότι σχηματίστηκε από τη σύνθεση του προθήματος ψωρο-, που έχει φυσικά μειωτική σημασία, και ενός κοινού, συνηθισμένου βαφτιστικού ονόματος. Κάτι ανάλογο είναι πιθανότατο να συνέβη και με τη λέξη Ψωροκώσταινα, χωρίς να κρύβεται πίσω της κανένα ιστορικό πρόσωπο και ευφάνταστες ιστορίες για τη ζωή της.

Ο κύριος Νίκος Σαραντάκος γράφει στο τέλος του άρθρου:

Εγώ δεν έχω κάτι να προσθέσω, νομίζω καταδεικνύεται με ατράνταχτα επιχειρήματα πως το πρόσωπο της Πανώριας Χατζηκώστα – Ψωροκώσταινας είναι κατασκευή. Προσθέτω μόνο ότι στις μεταγενέστερες αφηγήσεις το όνομα της ανύπαρκτης ηρωίδας έχει εξευγενιστεί ελαφρώς σε «Πανωραία Χατζηκώστα» – αφού «ήταν» αρχόντισσα έστω και ξεπεσμένη!

 

Σπύρος Ζερβόπουλος

 

Σημειώσεις Βιβλιοθήκης


 

[1] «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑΣ» Ευάγγελου Δαδιώτη.

Ψωροκώσταινα: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Το όνομα «Ψωροκώσταινα» το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.

Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδας. Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανωραία Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν. Η Πανωραία σύντομα άφησε τα Ψαρά και φθάνει στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Εκεί την ακολούθησε κι εγκαταστάθηκε και ο Βενιαμίν ο Λέσβιος. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.Το 1826 έγινε έρανος** στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανωραία, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα». Η πλύστρα Πανωραία όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις – να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή. Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία. Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.

Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανωραίας;

Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά. Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία. Χαρακτηρισμός, που για όσους γνωρίζουν την ιστορία, δεν είναι απαξιωτικός, διότι η Πανωραία Χατζηκώστα η επονομασθείσα Ψαροκώσταινα και Ψωροκώσταινα υπήρξε μια αξιομίμητη πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.

[2] (Από το βιβλίο: Τάσος Μουμτζής, Αναμνήσεις 1894-1924, Θεσσαλονίκη, 1971).

Όσοι γλίτωσαν, οι περισσότεροι γυναικόπαιδα, μεταφέρθηκαν στα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά και τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου. Εκεί πολλοί νεαροί κατατάχτηκαν στο στρατό και το ναυτικό της Επανάστασης και πήραν μέρος σε πολλές μάχες, όπου διακρίθηκαν για την παλικαριά τους. Πολλοί έγιναν βαθμοφόροι. Ο Στρατής και ο Παναγής Πίσσας με 60 Αϊβαλιώτες. Κοντά στον Γιατράκο ο Αποστόλης Χατζής με 80 Αϊβαλιώτες. Ο Δημητρός Καπανδάρος πολεμά με 50 συμπατριώτες του στην Πελοπόννησο, 300 άλλοι πολεμούν στο Άργος τον Δράμαλη, 100 με τον Κριεζώτη υπερασπίζουν την Ακρόπολη, όπου σκοτώθηκε το πρωτοπαλίκαρο του Αϊβαλιού, ο Νικόλας Τζίτζιρας. Στην μάχη του Πέτα σκοτώθηκαν ο Άγγελος Ζωντανός και ο Μανώλης Αμμανίτης. Ο Στυλιανός Γονατάς, προπάππος του στρατηγού Στ. Γονατά, πρώην πρωθυπουργού της Ελλάδος, πολεμά παντού με πείσμα, προαγόμενος κάθε τόσο επ’ ανδραγαθία. Ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης μαζί με τον πατέρα του Νικόλα έχουν στο ενεργητικό τους την εκπόρθηση του Παλαμηδιού, γιατί αυτοί κατάστρωσαν το πολεμικό σχέδιο και το βάλανε μπρος την παραμονή τ’ Άη Αντρέα, μπαίνοντας στο Παλαμήδι που το θεωρούσαν όλοι απόρθητο. Ο Ι. Σαλτέλης, στο φρούριο των Ψαρών, αντί να παραδοθή – δεύτερος Γεωργάκης Ολύμπιος – έβαλε μπουρλότο στο βαρέλι με το μπαρούτι και βρήκε ένδοξο θάνατο μαζί με πολλούς συμπατριώτες του. Στο πολεμικό ναυτικό ο Δ. Σαλτέλης υπηρέτησε ως ιδιαίτερος γραμματέας του ναυάρχου Μιαούλη. Τέλος, ο Στρατής Πίσσας με τα πολλά προσόντα του γίνεται γρήγορα αξιωματικός του τακτικού στρατού, πολεμά στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στη Χίο, στην Κάρυστο, στο Χαϊδάρι και στο Παλαμήδι. Το 1843 γίνεται φρούραρχος Αθηνών, μένοντας στη θέση αυτή επί είκοσι περίπου χρόνια. Το 1864 ήταν αρχηγός στρατού κατοχής στα Ιόνια νησιά. Αργότερα έγινε πρόεδρος του αναθεωρητικού δικαστηρίου, οπότε και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του αντιστρατήγου.
Στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε της ελεύθερης ελληνικής γωνιάς, η γυναίκα του δημάρχου του Αϊβαλιού ετέθη αμέσως επικεφαλής, όσων μπορούσαν να υπηρετήσουν τον αγώνα, γυναικών προσφύγων, και επέτυχε να συμπληρώση με γυναικείο προσωπικό τα νοσοκομεία, τα αναρρωτήρια όπου νοσηλεύονταν οι ασθενείς και τραυματίες, μαγειρεία, πλυντήρια κλπ.

Ύστερα από κάμποσα χρόνια σκληρής ζωής η κυρά Κώσταινα (στα παλιά χρόνια οι γυναίκες έπαιρναν το όνομα του ανδρός τους: κυρά Τάσαινα, κυρά Γιάνναινα κλπ.), πολύ φτωχή κι αρρωστημένη, καθόταν κάτω απ’ τον πλάτανο στην πλατεία του Ναυπλίου και ζητιάνευε, επικαλούμενη τις προσφερθείσες υπηρεσίες της. Κάποτε περνούσαν με συνοδεία τον αρχιστράτηγο της Επαναστάσεως, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Τον πήγαιναν στο στρατοδικείο για να δικαστή με τις βαρειές κατηγορίες: προδοσία και εχθρότητα κατά του βασιλιά. Βλέποντας την κυρά Κώσταινα λέει στους συνοδούς του: «Νά η Ελλάδα· ήταν πάντα, είναι και θα ’ναι Ψωροκώσταινα».

 

Διαβάστε ακόμη:

Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα (Πανώρεια Χατζή- Κώστα Αϊβαλιώτη)

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος | Κατερίνα Παπαδριανού

Η Ψωροκώσταινα – Κριτική του Πάνου Τουρλή

Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως: η Ψωροκώσταινα. Ημερολόγιον Σκόκου 1905, Μ. Γ. Λαμπρυνίδης: Η Ψωροκώσταινα

 

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της Αργείας κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα: «Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη».

 

Στοιχεία φιλοκαλικής ποιμαντικής από τον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη

 

Εισαγωγή – Η προέλευση του ησυχασμού – Η θέωση του Χριστιανού – Η ησυχαστική οδός (Ερημία και σιωπή – Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα – Μετάνοια και ταπείνωση – Ακτημοσύνη – Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες – Σκληραγωγία) – Πνευματική Νήψη (Απάθεια – Καθαρότητα καρδιάς – Θεωρία – Θεοπτία – Νοερά προσευχή – Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος – Ιάσεις και θαύματα – Προφητικό χάρισμα – Προόραση – Θείες εμπειρίες) – Επίλογος – Βιβλιογραφία

 

  1. Πρόλογος

 

Η παρούσα φροντιστηριακή εργασία εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια του β’ εξαμήνου του μεταπτυχιακού προγράμματος «Χριστιανική Αγωγή» και ειδικότερα στα πλαίσια του μαθήματος της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής που διδάσκεται από την κ. Βαρβάρα Γιαννακοπούλου.

Μέσα από το γνωστικό αντικείμενο της Φιλοκαλικής Ποιμαντικής και την ένθερμη διδασκαλία της κ. Β. Γιαννακοπούλου συνειδητοποίησα τον γνήσιο σκοπό της σύγχρονης Ποιμαντικής. Ο οποίος είναι να οδηγεί τον σύγχρονο, κατατρεγμένο, συγχυσμένο, αγχώδη Ορθόδοξο Χριστιανό στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη, δηλαδή στην πολυπόθητη Θέωση. Ακόμη κατανόησα την ουσιαστική και σωτηριώδη αξία του ησυχασμού ως ευθεία απάντηση στην αναζήτηση του σημερινού ανθρώπου και στη σύγχυση των πολλών κοσμοθεωριών και μυστικιστικών και αποκρυφιστικών συστημάτων.

Η οπτική μας θα εστιάσει στον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη, ο οποίος ανήκει στους πατέρες της Φιλοκαλίας και στα ποιμαντικά στοιχεία του βίου και του έργου του. Πιο συγκεκριμένα θα δούμε την ποιμαντική διακονία του και πως κατάφερε ως πνευματικός ποιμένας να συνδέσει το ποίμνιο του με τον Αρχιποίμενα Ιησού Χριστό.

Θα ήθελα επίσης να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στη διδάσκουσα κ. Β. Γιαννακοπούλου που μας εισήγαγε με τόση εν Χριστώ αγάπη και οικογενειακή θέρμη στον κόσμο της Φιλοκαλίας και άγγιξε της καρδιές μας.

  1. Εισαγωγή

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

Βασική πηγή του παρόντος πονήματος είναι η Φιλοκαλία, ως ανθολόγιο ή συλλογή πνευματικών κειμένων, γραμμένων στα ελληνικά ανάμεσα στον 4ο έως τον 14ο αιώνα. Φιλοκαλία σημαίνει αγάπη του κάλλους, αγάπη για κάθε ωραίο και καλό επομένως και για την πηγή κάθε ωραίου και καλού που είναι ο ζωοδότης Θεός. Ο ακριβής τίτλος του έργου αυτού είναι «Φιλοκαλία των αγίων Θεοφόρων πατέρων», όπου βλέπει κανείς πως ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται. Οι συγγραφείς της συλλογής αυτής ονομάζονται θεοφόροι πατέρες και νηπτικοί πατέρες.

Η αρχική δημοσίευση της Φιλοκαλίας και οι μετέπειτα μεταφράσεις της αποτέλεσαν ένα κίνημα πνευματικής ανανέωσης, αναγέννησης και διάδοσης του ησυχασμού. Ισχυρή επίδραση είχε στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Ενδεικτικό θρησκευτικό κέντρο αποτέλεσε το 19ο αιώνα το μοναστήρι της Όπτινα απ’ όπου πέρασαν επίλεκτοι Ρώσοι διανοούμενοι όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι κ.α. Αργότερα δε διαδόθηκε και στη Δύση όπου μελετήθηκε ως αυθεντικό έργο Ορθόδοξης πνευματικής παράδοσης.

Η μελέτη της Φιλοκαλίας σήμερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδοξίας. Ένα ταξίδι στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας που τιμούν την Ιερά Παράδοση. Μία ματιά στην ιδεώδη κοινοτική ζωή και στην αδιάλειπτη προσευχή που διέδωσε άλλοτε ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Μια προσέγγιση των μοναχών – ασκητών, που η ζωή τους ολόκληρη έχει γίνει προσευχή και που το πρόσωπο τους αντικατοπτρίζει ένα Φως φερμένο από αλλού. Ένα Φως που είναι η απέραντη Αγάπη.

«Η πνευματική διδασκαλία, όπου στηρίζεται η ζωή αυτών των μοναχών, ονομάζεται γενικά ησυχασμός. Η ησυχία πρέπει να εννοηθεί εδώ με πολλούς τρόπους. Και πρώτα πρώτα σημαίνει την υλική μόνωση κι σιωπή, που βοηθούν την κατάνυξη της ψυχής. Έπειτα σημαίνει την εσωτερική γαλήνη, που προκαλεί η νήψις. Η λέξη αυτή που σημαίνει την (πνευματική) εγκράτεια, δηλώνει την επαγρύπνηση πάνω στους λογισμούς, δηλαδή τις κακές υποβολές που τα πάθη γεννούν μέσα στην ψυχή και ευρύτερα, τον αποκλεισμό κάθε δραστηριότητας της φαντασίας και του εσωτερικού διαλόγου κατά την προσευχή. Τέλος εκφράζει την ειρήνη της ψυχής που συγκεντρώνεται στον εαυτό της με τη βοήθεια της γλυκύτητας που δοκιμάζει υπό την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος». [1]

Μελετώντας το ανεκτίμητο έργο «Η Περιπέτειες ενός προσκυνητή» εξερευνούμε την πνευματική παράδοση και παρατηρούμε πως ακόμα και οι στάσεις του σώματος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη μέθοδο πραγματοποίησης της προσευχής. Δηλαδή έχουμε μια αναπνευστική τεχνική της προσευχής σε συνδυασμό με την επανάληψη του Θείου ονόματος.

 

  1. Η προέλευση του ησυχασμού

 

«Ο πρώτος συγγραφέας που παρουσιάζεται στη Φιλοκαλία είναι ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας που ολόκληρη η Χριστιανική παράδοση ετίμησε ως τον ¨πατέρα των μοναχών¨… και μόνο το όνομα του Αντωνίου στη θέση αυτή έχει αξία συμβόλου». [2] Ο ίδιος αντιτάσσει το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής έναντι του αόρατου πολέμου των πειρασμών και εφαρμόζοντας τον αναχωρητισμό, απομονώνεται και εδραιώνει την αντίληψη της πνευματικής ζωής που θα ακολουθήσουν αργότερα και οι υπόλοιποι θεοφόροι πατέρες.

Την ησυχαστική παράδοση συνέχισαν οι μοναχοί της ερήμου και οι Πατέρες της Εκκλησίας με γνώμονα την Αγία Γραφή και την Αποστολική παράδοση. Ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις των διαφόρων αιρέσεων, διαφύλαξαν ανόθευτο το δόγμα όπως επίσης περιφρούρησαν και το Χριστιανικό ποίμνιο. «Η διδασκαλία των πνευματικών δασκάλων της φιλοκαλικής παράδοσης, βασισμένη στο λόγο των προηγουμένων και ταυτόχρονα στην προσωπική τους πείρα, συνδεόταν οργανικά με τη μεγάλη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτοί μιλούσαν επίσης από την πείρα τους και τα χωρία τους με φιλοκαλικές απηχήσεις δεν λείπουν από τα θεολογικά τους έργα. Αν αυτά δεν περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, το πνεύμα τους είναι παρόν παντού μέσα σ’ αυτήν, σαν μυστικό υφάδι που στηρίζει ολόκληρο το έργο».[3]

 

  1. Η θέωση του Χριστιανού

  

Η ησυχαστική πνευματικότητα είναι ουσιαστικά χριστιανική. Μελετώντας τη ζωή και τη διδασκαλία των αγίων «νηπτικών» βλέπουμε πως κατανοούσαν πλήρως την ανθρώπινη φύση τους, σωματική και πνευματική. «Διότι ο Θεός – Λόγος φωτίζει πάντα άνθρωπο (βλ. Ιω. 1,9) και σε κάθε ανθρώπινο νου δίδεται αυτό που ο άγιος Ιουστίνος (+165) αποκαλούσε ¨σπέρματα¨ του Λόγου». [4] Αυτή την ανοιχτή και ευμενή στάση, που παροτρύνει σε διάλογο, τη συναντάμε συχνά στους ησυχαστές που ζουν μια ευαγγελική ζωή. Η χριστιανική πίστη είναι για εκείνους το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, που με εμπιστοσύνη και διαύγεια καρδιάς και πνεύματος γίνονται δέκτες της αποκαλύψεως του Κυρίου.

Γνωρίζουν «ότι ο τριαδικός Θεός, από αγάπη και για να τους κάμει μετόχους της χαράς Του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον αόρατο κόσμο των αγγέλων και την ορατή οικουμένη με τον άνθρωπο ως βασιλέα και λειτουργό του… Δημιουργημένος με το σκοπό της θέωσης ο άνθρωπος, δεν είναι ωστόσο θείος από τη φύση του… Η αξία της ανθρώπινης ψυχής προέρχεται από το γεγονός πως είναι ικανή να θεωθεί… Η ψυχή είναι εικόνα του Θεού, διότι φέρει εγγεγραμμένη στο βάθος της την έννοια του καλού και μία έλξη για ότι είναι σύμφωνο με τον Θεό». [5] Η θέωση είναι ένα ελεύθερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο που παρέχεται από την απέραντη αγάπη του Δημιουργού. Είναι δεδομένο πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει τέλειος και ολοκληρωμένος μόνο αν λάβει αυτό που ονομάζουν οι Πατέρες «δωρεά του Αγίου Πνεύματος», μετέχοντας έτσι στη Θεία φύση. Αυτός είναι και βασικός σκοπός της ποιμαντικής, να οδηγήσει τους ποιμενόμενους στο «καθ’ ομοίωση» με τον Πλάστη.

 

  1. Η ησυχαστική οδός

  

1. Ερημιά και σιωπή

  

Κατά τον ορθόδοξο Συναξαριστή ένας μοναχός χαρακτηρίζεται ησυχαστής, ερημίτης, αναχωρητής όταν ζει σε αυστηρή απομόνωση και αφοσιώνεται στην προσευχή και τη θεωρία. Προφανώς γι’ αυτό δεν είναι προσιτή και σε όλους. Οι μεγάλοι ησυχαστές βέβαια συμβούλευαν τους μαθητές τους να θέτουν ως θεμέλιο της πνευματικής τους προόδου, την υπακοή και την αδελφική αγάπη, μέσα στο πλαίσιο της κοινοβιακής ζωής.

 

2. Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα

  

Οι ησυχαστές δάσκαλοι προτείνουν τη μεσολάβηση ενός πνευματικού πατέρα στον πνευματικό αγώνα κάθε πιστού. Ο μαθητής οφείλει στην πορεία να εξασκεί την υπακοή του στον πνευματικό πατέρα, σαν ιατρό της ψυχής, που έχει συμβολικά τη θέση του Χριστού. Στην περίπτωση του μοναχού σκοπός είναι να υποτάξει ολοκληρωτικά τη θέληση του στη Θεία θέληση, υπερπηδώντας το γιγάντιο εμπόδιο του εγωισμού.

 

3. Μετάνοια και ταπείνωση

 

«Διά της σταυρικής Θυσίας και Αναστάσεως του Μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος εδόθη και η χάρις της μετανοίας στον κόσμο». [6] Η συντριβή της καρδιάς είναι στενά συνδεδεμένη με την ταπείνωση. Από εκεί πηγάζει η πνευματική χαρά.

Προτού αρχίσει ο θεόφρων Άγιος την ασκητική ζωή ρώτησε τους ασκούμενους Αγίους Πατέρες ποια πολιτεία να διαλέξει. Εκείνοι τον συμβούλευσαν πρώτον να υποταχθεί σε ένα γέροντα και να γυμνασθεί. Έπρεπε με τα κατορθώματα της μακάριας υπομονής και ύστερα αφού βάλει καλό θεμέλιο την πέτρα του Χριστού την Θεία ταπείνωση, η οποία είναι η αρχή και η ρίζα των αρετών, να πάει και να αγωνιστεί μόνος του στην ησυχία. Τους άκουσε ο Άγιος και κάνοντας υπακοή υποτάχθηκε στον ηγούμενο του και συγκατοίκησε με τους λοιπούς αδελφούς.

Πρώτα δοκιμάστηκε στα κατώτερα διακονήματα, έπειτα τοποθετήθηκε να ψάλλει στο χορό της Εκκλησίας γιατί όταν ήταν νέος είχε μάθει μουσική. Καθώς έψαλλε έχυνε πολλά δάκρυα κατανύξεως και μετανοίας, ο μακάριος. Το ίδιο πάθαινε και με τα ιερά αναγνώσματα και ήταν όλος εκστατικός. Όλη καρδιά του ήταν αναμμένη από το Θείο πυρ και φλέγονταν τα σπλάγχνα του από τη Θεία Χάρη που κατοικούσε μέσα του.

Τα πρώτα χρόνια της ασκητικής ζωής του Αγίου Μάξιμου τον έλεγαν πλανημένο, τον αποστρέφονταν και τον έδιωχναν για να μη πλησιάσει κοντά τους. Αλλά ο ταπεινός και απλανής φωστήρας δέχτηκε με μεγάλη του χαρά να τον ονομάζουν πλανημένο και όχι άγιο. Υποκρινόταν πάντα πως είναι πλανημένος και όταν μιλούσε με άλλους έκανε πως είναι μωρός, για να αφανίσει με αυτόν τον τρόπο την υπερήφανη ανθρωπαρέσκεια, την οίηση και να καρποφορήσει την ταπεινοφροσύνη, η οποία φέρνει στον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό το λόγο δεν κατοικούσε σε έναν τόπο όπως οι άλλοι, αλλά ως πλανημένος μετακόμιζε από τόπο σε τόπο και όπου πήγαινε έφτιαχνε μικρή καλύβα από χόρτα, τόση ώστε να χωράει μόνο το πολύπαθο σώμα του. Μετά από λίγο την έκαιγε και πήγαινε σε άλλο μέρος και έφτιαχνε άλλη.

 

4. Ακτημοσύνη

 

Εφάρμοζε σε τέτοιο βαθμό την ακτημοσύνη, ώστε δεν απέκτησε ποτέ ούτε σκαλιστήρι, ούτε ντορβά, ούτε σκαμνί, ούτε τραπέζι, τσουκάλι ή αλεύρι, ή λάδι, ή κρασί ή ψωμί, ούτε κανένα άλλο από τα αναγκαία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά περνούσε τη ζωή του σε ερήμους και άβατους τόπους. Έκαιγε την καλύβα του και έφευγε. Οι άλλοι όμως δε γνώριζαν τη Θεία Χάρη που τον σκέπαζε, την ελπίδα που τον δρόσιζε και την παντοτινή προσευχή που τον γλύκαινε.

 

5. Άσκηση – Νηστείες – Αγρυπνίες

  

Ο Άγιος Μάξιμος πήγαινε συχνά στον τότε Πατριάρχη Άγιο Αθανάσιο στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα λόγω των γλυκύτατων λόγων του τον ονόμασε νέο Χρυσόστομο. Εκείνος προσπάθησε να τον βάλει στα κοινόβια που έφτιαξε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος δεν ήθελε να αναχωρήσει από το ναό της Θεοτόκου εν Βλαχέρναις, όπου έμενε στα προαύλια. Εκεί με αγρυπνία και προσευχή αγωνιζόταν όλες τις νύχτες. Την ημέρα υποκρινόταν τον μωρό και φαινόταν στους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, για να παραμένει ταπεινός.

Αργότερα  στο Άγιο Όρος ο Άγιος Μάξιμος υπέμεινε την πείνα και τη δίψα, τη γυμνότητα, τα κρύα, τους παγετούς του χειμώνα και τον καύσωνα του καλοκαιριού χωρίς να έχει σκέπη σπιτιού, χωρίς δεύτερο ένδυμα, χωρίς υποδήματα, χωρίς καμία υπόληψη. Σπάνια και από μεγάλη ανάγκη πήγαινε καμιά φορά σε κανένα αδελφό για να παρηγορήσει λίγο το σώμα του με ψωμί και αλάτι και με λίγο κρασί αν εύρισκε. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης ήταν «ως πετεινόν του ουρανού, ως άσαρκος εκατοικούσε εις εκείνη την έρημον». [7]

Κατά τον Θείο Παύλο, ο αείμνηστος Μάξιμος σταύρωσε τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες. Είχε αγγελική διαγωγή, μεγάλη υπομονή, ολονύκτια στάση προσευχής, αένναα δάκρυα, αδιάκοπτη προσευχή, μετάνοια, ησυχία, πραότητα, ταπείνωση και έφτανε στο σημείο να χτυπά το κεφάλι του στο πετρώδες έδαφος ζητώντας συγχώρεση. Γι’ αυτό έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος σαν τον Πέτρο Αθωνίτη και τον Μέγα Αθανάσιο που ήθελε να μιμηθεί. Γι’ αυτό και ο νους του έφτανε σε θεωρία και έβλεπε αποκαλύψεις μυστηρίων. Όλοι οι γέροντες γνώριζαν ότι κατοικούσε μέσα του η Θεία Χάρη και τον έλεγαν τίμιο Μάξιμο και φωστήρα υπέλαμπρο.

 

7. Σκληραγωγία

 

Ο Γρηγόριος παρακάλεσε το Άγιο Μάξιμο να σταματήσει να καίει το κελί του και να συμμαζευτεί σε έναν τόπο καθώς έλεγε ο σοφός Ισαάκ ο Σύρος. Για να κάνει περισσότερο καρπό και να ωφελήσει και άλλους πολλούς, ως εμπειρότατος στην αρετή. Γιατί είχε φτάσει και στον Άγιο το γήρας και κόντευε ο θάνατος. Ο Γρηγόριος τον προέτρεψε να μεταδώσει το τάλαντο, δηλαδή το χάρισμα που έλαβε ο Άγιος από το Θεό και να διαδώσει το Θείο σπόρο της διδασκαλίας του στο λαό του Θεού, διά μέσου της κατοικίας του σε έναν τόπο. Αυτές τις συμβουλές του Θείου Γρηγορίου έμαθαν και οι άλλοι μεγάλοι γέροντες και συμφώνως τον συμβούλεψαν και αυτοί να καθήσει σε έναν τόπο. Βρήκε λοιπόν ο Άγιος Μάξιμος ένα σπήλαιο, έφτιαξε μια περίφραξη με κλαδιά και χορτάρια και το είχε για κελί του. Από δω και πέρα δε ξανά έκαψε την καλύβα του αλλά πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή του με ακτημοσύνη και με υπεράνθρωπη άσκηση. Αργότερα έσκαψε και το μνήμα του κοντά στο κελί του, πήγαινε εκεί για την ακολουθία του Όρθρου και έκλαιγε ο Καυσοκαλύβης καθώς έψαλλε κάποια νεκρώσιμα εξαποστειλάρια που είχε φτιάξει ο ίδιος.

 

Άγιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης

 

  1. Πνευματική Νήψη

  

1. Απάθεια – Καθαρότητα της καρδιάς

 

«Η όλη προσπάθεια της καταπολεμήσεως των παθών τείνει πάντοτε εις την δημιουργία της ψυχικής εκείνης καταστάσεως, η οποία καλείται απάθεια. Ο Νηπτικός οφείλει διά της αδιαλείπτου ασκητικής του προσπάθειας να φθάσει εις την κατάσταση εκείνη, καθ’ ην ουδέν πάθος πλέον θα είναι δυνατόν να εύρη τόπον εδραιώσεως εν τη ψυχή του». [8]

Ο Άγιος Μάξιμος παρουσίαζε γνωρίσματα άκρας απάθειας. Δεν ένιωθε ενόχληση κατά την ώρα της προσευχής από ότι και να συνέβαινε στον εξωτερικό κόσμο, η ψυχή του βρισκόταν σε ειρηνική κατάσταση και ήταν «δυσκίνητη προς την κακία», ήταν σε εγρήγορση ο νους και το σώμα του ακόμα και στον ύπνο, κάτι που μαρτυρούσε τη γνήσια ψυχική καθαρότητα του. Τα γνωρίσματα αυτά του χάρισαν διορατικότητα και προορατικότητα, που θα αναλύσουμε παρακάτω.

 

2. Θεωρία – Θεοπτία

  

Η εμφάνιση της Θεοτόκου στον Άγιο Μάξιμο στην κορυφή του Άθω

  

Την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, που είναι μετά τη Θεία Ανάληψη εμφανίστηκε στον Άγιο η Θεοτόκος έχουσα αγκαλιά τον Κύριο και του είπε: «Ακολούθησε με πιστότατε Μάξιμε και ανέβα πάνω στον Άθω για να λάβεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθώς επιθυμείς». Βλέποντας δυο και τρεις φορές αυτή τη Θεία οπτασία, άφησε τη Μεγίστη Λαύρα και μετά από επτά ημέρες ανέβηκε στην κορυφή του Όρους το Σάββατο της Πεντηκοστής και πέρασε όλη τη νύχτα άγρυπνος.

Έμεινε εκεί μόνος τρία μερόνυχτα προσευχόμενος αδιαλείπτως στο Θεό και στη Θεοτόκο δια μέσου της νοεράς προσευχής. Εκεί δέχτηκε πειρασμούς, φαινόταν ότι γίνονταν βροντές και αστραπές, ότι γινόταν σεισμός και ξεκολλούσαν πέτρες από τα βουνά. Όλα αυτά ήταν φανταστικά μέσα στη νύχτα για να τον φοβίσουν οι δαίμονες. Την ημέρα άγριες φωνές ακούγονταν και ταραχές σαν να υπήρχε κοντά πλήθος ανθρώπων. Φαίνονταν πολλοί άσχημοι άνθρωποι να ανεβαίνουν στο Όρος, να ορμούν στον Άγιο με σφεντόνες και κοντάρια για να τον κατεβάσουν από την κορυφή γιατί δεν υπέφεραν οι κατάρατοι να κατοικήσει εκεί. [9]

Ο Άγιος Μάξιμος έχοντας τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και με αδιάλειπτη νοερά προσευχή παρακαλούσε το Θεό και τη Θεοτόκο την ανάδοχο του και προστάτη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε σε αυτόν η Θεοτόκος με πολλή δόξα σα βασίλισσα, κρατώντας πάλι στα χέρια της τον Υιό της, το δημιουργό πάσης της Κτίσεως. Την αναγνώρισε ο Άγιος από το εξαίσιο και Θείο εκείνο φως που έλαμπε και φώτιζε τριγύρω όλα τα μέρη εκείνα, κατάλαβε ότι ήταν Θεία Οπτασία και αληθινή εμφάνεια της Θεοτόκου. Την δοξολόγησε με άρρητη χαρά και είπε: «Χαίρε και Χαριτωμένη, ο Κύριος με τα σου». Έπεσε, προσκύνησε τον Κύριο και την Κυρία Θεοτόκο και δέχτηκε την ευλογία του Κυρίου. Άκουσε από την Παναγία να του λέει να πάρει τη Χάρη κατά τον δαιμόνων, ως σεπτός αθλοφόρος και να κατοικήσει στους πρόποδες της κορυφής του Άθω, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Υιού της, για να ανεβεί σε ύψος αρετής και να γίνει δάσκαλος και οδηγός σε πολλούς και να τους σώσει. Μετά από αυτά του δόθηκε άρτος ουράνιος για τροφή αφού ήταν τόσες μέρες νηστικός.

Ευθύς μόλις πήρε τον άρτο και τον έβαλε στο στόμα του, τον περικύκλωσε άνωθεν Θείο Φώς και ακούστηκε Αγγελικός ύμνος. Η Θεοτόκος ανέβηκε στα ουράνια και ήταν τόση η λάμψη και η ευωδία που έμεινε στην κορυφή του όρους, ώστε ο Άγιος έμεινε εκστατικός και δεν ήθελε να κατέβη και να στερηθεί την ευωδία εκείνη και τη λάμψη. Μετά από τρεις ημέρες κατέβηκε, σύμφωνα με την προσταγή της Θεοτόκου και πήγε στον Ναό της. Μετά από μέρες ανέβηκε πάλι στην κορυφή και ζητούσε με δάκρυα τη Θεία εμφάνιση της. Είδε μόνο φως και μύρισε την ίδια ευωδία γεμίζοντας από χαρά και ευφροσύνη άρρητη. Το ίδιο έγινε δύο και τρεις φορές αλλά τη Θεοτόκο δεν την είδε ξανά όπως την πρώτη φορά.

 

3. Η νοερά προσευχή

  

«Μέσο αυτοδιαποιμάνσεως του πνευματικού ποιμένος προς ένωση με τον Αρχιποίμενα και καρποφορία ποιμαντική είναι η νήψη και αδιάλειπτος προσευχή. Οι εξ Ονόματος του Αρχιποίμενος ασκούντες την ποιμαντορία καρποφορούν διά της μυστικής ενώσεως τους μετ’ Αυτού, μένοντες εν Αυτώ, ως το κλήμα εν τη αμπέλω, προσευχόμενοι και επικαλούμενοι, το όνομα Αυτού». [10] Την αδιάλειπτη προσευχή, πρώτος απ’ όλους, δίδαξε ο Ιησούς με το έξοχο παράδειγμα Του.

Όπως γνωρίζουμε οι ανθολόγοι των φιλοκαλικών κειμένων, όπως και ο Άγιος Μάξιμος ο Καψοκαλύβης, θέλησαν να τονίσουν την αξία της νοεράς προσευχής. Για το λόγο αυτό επιλέχτηκε το μέρος εκείνο του ασκητικότατου βίου του, που η Θεοτόκος του δώρισε το χάρισμα της αδιαλείπτου, αυτοκινήτου και δια Πνεύματος Αγίου, καρδιακής προσευχής. Συνεπώς μας δημιουργείται η εξής απορία: υπάρχει άραγε δυναμικότερη απόδειξη, για τη σημασία της προσευχής του Ιησού, από τη δωρεά της Θεοτόκου στον πιστό δούλο της Μάξιμο;

Ο ίδιος έλεγε πως παρόλο που ήταν μέσα σε πολλούς ανθρώπους, ήταν σαν να βρίσκεται μόνος στην έρημο και έκανε αδιαλείπτως νοερά προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με», κινούμενη πάντοτε μέσα στην καρδιά του μαζί με το νου, κάτι που είναι σπάνιο και δυσκολοεύρετο. Από μικρό παιδί είχε το χάρισμα της προσευχής, με αρετή και ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το υπερφυσικό γεγονός, θα μελετήσουμε το διαφωτιστικό διάλογο του Αγίου Μάξιμου με το μεγάλο δάσκαλο της νοεράς προσευχής Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, έναν από τους ελάχιστους θεωρητικούς μοναχούς που επιδίδονταν στην νοερά προσευχή την εποχή εκείνη. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί διαμάντι της Φιλοκαλίας που άφησε πνευματικό πλούτο και εκτεταμένη θεολογική γραμματεία για τη νοερά προσευχή.

 

Σύναξις Αγιορειτών Αγίων. Στο κέντρο ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης.

 

«Ανταμώνοντας ο Θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον Άγιο Μάξιμο κι συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο:

 

-Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;

Και εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει:

Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου που έγινε σ’ εμένα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλη με άμετρη θερμότητα καρδιάς κι εκεί που ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μια θερμότητα και φλόγα, η οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε αλλά με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε η καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε η προσευχή από την καρδιά μου συγχώρεσε με.

Και ο θείος Γρηγόριος του λέει:

-Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του ¨Κύριε Ιησού Χριστέ¨, σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;

Και ο θείος Μάξιμος του είπε:

Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο οποίος είναι μια αγάπη υπερβολική στο Θεό και μια αρπαγή του νου στον Κύριο.

Και ο Άγιος Γρηγόριος του λέει:

-Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά που είπες;

Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει:

Δος μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου.

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα που θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;

Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε:

Όχι δεν μπορεί, γιατί όταν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο διά μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον η προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί να ενεργήσει τις δυνάμεις του, αλλά μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει όπου θέλει, ή σε άυλο αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη του. Και τούτο που λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οι άνθρωποι τους περίπαιζαν και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαϊας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ.

Με τον ίδιο τρόπο τώρα οι δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, αλλά τις έχουν για πλάνη κι εκείνους που τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πως πωρώθηκαν οι άνθρωποι εκείνοι και σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο που ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ιωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς λέγοντας ότι «θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό και στους δούλους μου και στις δούλες μου». Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά εκείνα που δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα οποία, κατά το θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πως τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό που θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα που θέλει».[11]

 

4. Η διάκριση των σημείων της πλάνης και της χάριτος.

 

Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:

-Είναι και άλλα, Καυσοκαλύβη μου, που να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;

Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε:

-Άλλα είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχίζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασίαν στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα κι εκείνος που βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αυτή την πλάνη είθε να μας γλυτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.

Αλλά τα σημεία της χάρης είναι αυτά όταν πάει στον άνθρωπο η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός του φέρει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή ευκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πως μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη ον στο είναι για την άπειρη Του δύναμη που συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται η καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ. και απολαμβάνει η ψυχή του μια αγαλλίαση απερίγραπτη.

 

Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα που του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και  πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο». [12]

 

5. Ιάσεις και Θαύματα του Αγίου Μάξιμου του Καυσοκαλύβη

 

«Οι ιάσεις ψυχών και σωμάτων και τα ποικίλα θαύματα είναι μια μορφή της Αποκαλύψεως του Θεού στον κόσμο, είναι σημείο της παρουσίας και βασιλείας Του, το προανάκρουσμα του τελικού θριάμβου επί της φθοράς και του θανάτου. Διά τούτο το κήρυγμα της Βασιλείας του Ιησού συνωδεύετο από ιάσεις και θαύματα». [13]

Και μόνο με το λόγο του, ο Άγιος Μάξιμος, γιάτρευε πολλούς ανθρώπους, ακόμα και τα δαιμόνια έδιωχνε από τους δαιμονισμένους. Τους ζητούσε να απέχουν από τη μνησικακία, την αδικία, την επιορκία, τη μέθη και την πορνεία. Βασική συμβουλή του ήταν να νηστεύουν το κρέας, να δίνουν με όλη την καρδιά τους ελεημοσύνη, να μετανοούν και να μεταλαμβάνουν τα άχραντα Μυστήρια για να υγιαίνουν πάντοτε.

Ακόμα και κάποιο μοναχό Μερκούριο παρεκίνησε κάποτε να διώξει το δαιμόνιο από ένα δαιμονισμένο. Μπροστά στον Άγιο ο μοναχός θεράπευσε το δαιμονισμένο με το όνομα του Ιησού Χριστού.

Ο Άγιος Μάξιμος κάποτε συνάντησε στη στράτα του έναν υποτακτικό κάποιου γέροντος που έπασχε κακώς από δαιμόνιο. Του ζήτησε να κάνει τέλεια υπακοή στο γέροντα του, να απέχει από τυρί και κρασί και ότι θα θεραπευτεί στο όνομα του Ιησού Χριστού. Πραγματικά ως θαύμα ο υποτακτικός με τα λόγια αυτά θεραπεύτηκε.

Μια άλλη φορά ένας μοναχός ήθελε να ταξιδεύσει στην Κωνσταντινούπολη με ένα καΐκι. Ο Άγιος όμως δεν τον άφησε γνωρίζοντα τον κίνδυνο. Πραγματικά το καΐκι αυτό βυθίστηκε στη θάλασσα με όλους τους επιβάτες του.

Μία μέρα ήρθε το λιμάνι της Λαύρας ένα καΐκι και οι άνθρωποι του πήγαν να συναντήσουν τον Άγιο, όμως είχαν μαζί τους ένα δαιμονισμένο, που είχε το δαιμόνιο της αχορτασίας. Έτρωγε δηλαδή κάθε μέρα το φαγητό πέντε αντρών και πάλι δε χόρταινε. Οι συνοδοί του τον έριξαν στα πόδια του Αγίου και παρακαλούσαν να τον ελευθερώσει από το δαιμόνιο. Τότε ο Άγιος πήρε ένα παξιμάδι και το έδωσε στον πάσχοντα λέγοντας του: Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού , τόσο να τρως, να χορταίνεις και να ειρηνεύεις. Από τότε ο πάσχων ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο της αχορτασίας και δεν έτρωγε περισσότερο από την ποσότητα του παξιμαδιού εκείνου που του έδωσε ο Άγιος. Μάλιστα έγινε μοναχός και κάθησε κοντά στον Άγιο, πρόκοψε οδηγούμενος από τη Θεία Χάρη και έγινε άριστος μοναχός.

Για να αποκαλυφθεί πως η χάρη του Αγίου Πνεύματος μένει αχώριστη από το Θείο Λείψανο του Αγίου έχουν καταγραφεί συγκεκριμένα θαύματα. [14] Κάποιος μοναχός Διονύσιος Κοντοστέφανος, αφού έπασχε από σφοδρούς πόνους στο κεφάλι επί πολλές μέρες, προσέτρεξε στον τάφο του Αγίου και παρακαλώντας τον με μεγάλη πίστη και δάκρυα να του δώσει την υγεία του, αποκοιμήθηκε λίγο και ξυπνώντας από θαύμα βρέθηκε υγιής και δόξαζε τον Άγιο. Πήρε δε στα χέρια του και λίγο χώμα από τον τάφο του Αγίου και μύρο ανάβλυσε θαυμάσιο που γέμισε από άρρητη ευωδία τις αισθήσεις του. Ακόμα και ο Άγιος Νικόδημος, που είχε δει ο ίδιος τον Άγιο Μάξιμο να πετάει στον αέρα, ασθένησε βαριά και έφτασε ως το θάνατο. Τότε επικαλέστηκε με δάκρυα τον Άγιο Μάξιμο, ο οποίος του φανερώθηκε σε όνειρο, τον γιάτρεψε και έζησε δοξάζοντας το Θεό και τον Άγιο γιατί ήταν σχεδόν νεκρός και αναστήθηκε.

 

6. Προφητικό Χάρισμα – Προόραση

 

Όπως γνωρίζουμε η διόραση είναι η φυσική γνώση που είχε ο άνθρωπος από τη δημιουργία του, πριν όμως τα πάθη σκοτίσουν τον νου του. «Η προόραση όμως είναι υπέρ φύση γνώση, που κατά χάρη δίδεται στους άξιους». [15]

 Ο Άγιος Μάξιμος ήταν τόσο καταπλουτισμένος ο μακάριος από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε και τα μακρά όντα έβλεπε σαν να ήταν πλησίον και τα άδηλα και μέλλοντα προεγνώριζε και προέλεγε σα να ήταν παρόντα.

Ένας μοναχός που ονομαζόταν Βαρλαάμ, ήταν υποτακτικός κάποιου γέροντα. Ο Άγιος Μάξιμος τον επέπληξε για τη σκληρότητα και την παρακοή που έδειχνε στο γέροντα του και του είπε από αυτά τα πταίσματα σου θα έχεις κακό τέλος, θα πεθάνεις από κρύο και παγετό, το οποίο έγινε και βγήκε αληθινή η προόραση του Αγίου.

Σε έναν άλλο μοναχό που ονομαζόταν Αθανάσιο, προείπε ο Άγιος ότι θα θανατωθεί από τους Ισμαηλίτες. Και αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε τελικά.

Ακόμα και τον ερχομό των βασιλέων προεγνώριζε και έλεγε πως οι Ρωμαίοι θα έρθουν σε μένα για να ακούσουν προφητείες και να λάβουν πρόγνωση των μελλόντων και όχι για να ωφεληθούν. Πέρασε λίγος καιρός και ήρθε σε αυτόν ο Ιωάννης Κατακουζηνός και ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος που ήταν βασιλεύοντες. Ο Άγιος προφήτευσε για αυτούς όλα εκείνα που έμελε να τους ακολουθήσουν, λέγοντας τους να υπομείνουν όλα τα επερχόμενα λυπηρά. Έπειτα τους δίδαξε πολλά ψυχωφελή και κατάλληλα πράγματα για βασιλείς. Όταν θα αναχωρούσαν είπε στον Κατακουζηνό ότι θα γίνει ηγούμενος σε μοναστήρι και στον Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα είναι μακρά αλλά ασήμαντη και ότι θα του φέρει πολλές ταραχές. Μετά από αυτά τους αποχαιρέτησε λέγοντας «χαίρετε και υπάγετε εν ειρήνη». Πέρασε λίγος καιρός και έστειλε στην Κωνσταντινούπολη προς τον Κατακουζηνό ένα παξιμάδι, ένα κρεμμύδι και ένα σκόρδο. Με αυτά τα προμήνυε ότι θα γίνει μοναχός. Όπως και έγινε γιατί ύστερα από λίγο καιρό καταπιέστηκε από τον Παλαιολόγο και έγινε χωρίς να θέλει μοναχός. Έφαγε τότε το παξιμάδι, θυμήθηκε τον Άγιο και τον θαύμαζε. Ομοίως και ο Παλαιολόγος έβλεπε τα πράγματα να γίνονται όπως τα είχε προφητεύσει ο άγιος και τον θαύμαζε βαθιά.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το περιστατικό κατά ο οποίο ο Πατριάρχης Κάλλιστος πηγαίνοντας με κληρικούς του στη Σερβία για την ένωση και την ειρήνη της Εκκλησίας, πέρασε από το Άγιο Όρος και πήγε στην καλύβα του Αγίου Μάξιμου για να τον δει. Ο Άγιος βγήκε να τον προϋπαντήσει και έλαβε την ευλογία του. Μετά τον ασπασμό έψαλλε το «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ…» προμηνύοντας με αυτό το θάνατο και την ταφή τους. Πράγματι, πηγαίνοντας ο Πατριάρχης και οι κληρικοί του στη Σερβία, δηλητηριάστηκαν όλοι, πέθαναν και τάφηκαν στην εκκλησία των Σέρβων. Έτσι έλαβε τέλος η προφητεία του Αγίου γι’ αυτούς.

Άλλοτε πάλι πήγαν στον Άγιο δυο μοναχοί. Μετά τα συνομιλία τους, πήρε ένα παξιμάδι τους το έδωσε και τους είπε να πάνε το γρηγορότερο στο μοναστήρι του Δωρόθεου για να μη κινδυνέψουν στη στράτα τους από το χειμώνα. Εκείνοι παραξενεύτηκαν γιατί ήταν καιρό τρύγου και δε φαινόταν ούτε σύννεφο. Πριν όμως φτάσουν στο μοναστήρι του Δωρόθεου σηκώθηκε βίαιος άνεμος και έγινε φοβερή μεταβολή στον ουρανό. Ακολούθησε πλήθος από αστραπές, βροντές, χαλάζι, βροχή και σταμάτησε ο τρύγος γιατί εξαφάνισε τα ατρύγητα αμπέλια, διαλύοντας τα τελείως. Αφού τα είδαν όλα αυτά οι μοναχοί διακήρυτταν σε όλους την προφητεία του Αγίου.

Ένας μοναχός Λαυριώτης που λεγόταν Ιάκωβος, ήρθε τον Άγιο και του ζητούσε να του φτιάξει ένα γράμμα που θα τον βοηθούσε να βρει χρήματα για να τερματίσει τη σκλαβιά του αδερφού του. Ο Άγιος αφού αρχικά τον υπέμεινε, μετά του είπε αυστηρά να πάει να βγάλει τα εξήντα φλουριά του από τον τοίχο του πύργου που τα είχε κρυμμένα και να τα δώσει για να εξαγοράσει την ελευθερία του αδερφού του. Επίσης τον προειδοποίησε να μην είναι πλεονέκτης και ψεύτης. Ακούγοντας αυτά ο Ιάκωβος, ομολόγησε την αλήθεια, ζήτησε συγχώρεση από τον Άγιο για το τόλμημα του και το έλαβε.

 Ο Αρχιερέας Τραϊανουπόλεως ξεκίνησε μία φορά με το διάκονο του να πάει στον Άγιο. Θέλοντας να τον δοκιμάσει εάν αληθινά έχει το προορατικό χάρισμα, πήρε στο δρόμο το ράσο του διακόνου του και το φόρεσε αυτός. Τον αρχιερατικό μανδύα τον έδωσε στο διάκονο του και εκείνος τον φόρεσε. Έφτασε λοιπόν πρώτος ο αρχιερέας σα διάκονος και ζήτησε από τον Άγιο να τον ευλογήσει και αν θέλει να επιτρέψει στον αρχιερέα που τάχα περίμενε έξω να εισέλθει. Ο Άγιος Μάξιμος τότε του απάντησε ότι ήθελε να τον ευλογήσει γιατί εκείνος ήταν ο αληθινός αρχιερέας.

Κάποιος μοναχός Νικόδημος πήγε κάποτε στον όσιο χάριν ωφελείας. Τότε ο Άγιος του είπε ότι γρήγορα θα πεθάνει. Του αποκάλυψε τη μέρα της κοιμήσεως του και τα ονόματα εκείνων που θα παραβρίσκονταν στον ενταφιασμό του. Όταν έφτασε η μέρα εκείνη που είχε προβλέψει, την δεκάτη Τρίτη Ιανουαρίου, εκοιμήθει ο Άγιος, όντας ενενήντα πέντε χρονών και τάφηκε στο μνημείο που είχε σκάψει ο ίδιος κοντά στην καλύβα του. Ο ενταφιασμός του έγινε από εκείνους μόνο που είχε πει γιατί δεν ήθελε πλήθος λαού. Ακόμη άφησε εντολή να μη μεταθέσουν σε άλλο τόπο το λείψανο του.

 

7. Θείες εμπειρίες

  

Κάποιος ασκητής που ονομαζόταν Μεθόδιος πηγαίνοντας μια μέρα στον Άγιο, είδε Θείο Φως που έλαμπε τριγύρω του. Δεν τολμούσε να τον πλησιάσει μέχρι που τον πρόσταξε ο Άγιος να τον πλησιάσει.

Πολλοί έλεγαν επίσης ότι ο Άγιος δεχόταν ουράνιο άρτο, γιατί το χειμώνα πήγε επίσκεψη ο Γρηγόριος, που ήταν νοσοκόμος της Λαύρας, μαζί με έναν άλλο αδελφό και από το πολύ χιόνι ήταν σκεπασμένος ο τόπος και πατήματα ανθρώπων δε φαίνονταν πουθενά. Μετά από πολύ κόπο πήγαν στην καλύβα του Αγίου έχοντας μαζί τους ψωμί, κρασί κ.α. Καθώς όμως μπήκαν στην καλύβα του, είδαν ένα ζεστό και καθαρότατο ψωμί, που μοσκοβολούσε. Περιεργάστηκαν το χώρο για να βρουν ίχνη φωτιάς αλλά μη βρίσκοντας τίποτα έμειναν εκστατικοί θαυμάζοντας τον ουράνιο άρτο. Πέσανε στα πόδια του Αγίου ζητώντας να τους δώσει μέρος του άρτου. Ο Άγιος τους σπλαχνίστηκε και τους έσωσε τον μισό άρτο λέγοντας τους να το πάρουν, να το φάνε και να μην το πουν σε κανέναν όσο ζούσε. Αλλά και νερό πόσιμο και γλυκό του έδωσε, όπως αποκάλυψαν οι ίδιοι μετά το θάνατο του. Άλλοι αδελφοί είπαν ότι και το νερό της θάλασσας έκανε γλυκό και ήπιε αυτός, δίνοντας και σε εκείνους να πιούν.

Μια μέρα ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μαζί με άλλον ένα μοναχό ξεκίνησαν από τη μονή του Βατοπεδίου και πήγαν στην καλύβα του Αγίου. Δεν τον βρήκαν εκεί και το έψαχναν τριγύρω. Ανεβαίνοντας πιο ψηλά ο Άγιος Νικόδημος τον είδε στη γούρνα του Αγελαρίου, περίπου δυο μίλια μακριά, που ο ενδιάμεσος δρόμος ήταν δύσβατος και πετρώδης. Ξαφνικά σαν από θαύμα βλέπει τον Άγιο Μάξιμο να υψώνεται από τη γη, πάνω ψηλά στον αέρα και σαν υπόπτερος αετός να πετά πάνω από το δάσος και τις μεγάλες πέτρες και ήρθε εκεί που ήταν ο Άγιος Νικόδημος. Εκείνος τρόμαξε, έπεσε στα πόδια του και τον υποδέχτηκε. Ο Άγιος Μάξιμος τον ρώτησε πόση ώρα περίμενε σε εκείνον τον τόπο, τον πήρε από το χέρι, τον οδήγησε στην καλύβα του, τον δίδαξε πολλά και τον συμβούλεψε να μην πει σε κανέναν αυτό που είχε δει όσο θα ζούσε ο Άγιος.

 

  1. Επίλογος

 

Η ιερά ιστορία της Εκκλησίας μας διδάσκει ότι η ακράδαντη πίστη στο Θεό, Θείες εντολές, οι Άγιες αρετές και άσβεστη ελπίδα για τη σωτηρία και τη Θέωση πλουτίζουν και διευκολύνουν τη δυσχερή πορεία της κατά Χριστό τελειώσεως.  Το απόσταγμα της εμπειρίας των θείων και ασκητών Πατέρων είναι ότι η πνευματική ζωή είναι ο ίδιος ο Χριστός, η ένωση του πιστού με τον Θεό είναι η ζωή, όπως ο χωρισμός του πιστού από το Θεό είναι ο θάνατος.

Το συγκεκριμένο πόνημα παρουσίασε τα ποιμαντικά στοιχεία του Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλυβίτου, ο οποίος με την άγια ζωή του διαμόρφωσε μια πορεία πνευματικής ζωής. Συνετέλεσε στην εμπέδωση και τη διάδοση του μοναχικού ιδεώδους και διαφώτισε τον πιστό λαό εκ της θέσεως του απλού μοναχού – ασκητού. Εύχομαι το παράδειγμα του Αγίου να μας διδάξει, να μας φωτίσει και να μας οδηγήσει στην αυτοπραγμάτωση και την κατά Θεό σωτηρία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999, σελ. 13

[2] Στο ίδιο, σελ.19

[3] Στο ίδιο, σελ. 31

[4] Στο ίδιο, σελ. 83

[5] Στο ίδιο, σελ. 89-93

[6] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003, σελ. 18

[7] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995, σελ.31

[8] Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000, σελ. 45

[9] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π. σελ. 27

[10] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004, σελ.35

[11] Πέτρος Δαμασκηνός, Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 310-312.

[12] Του ιδίου, σελ. 312-313.

[13] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ. 137

[14] Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης…, ό.π.  σελ. 51

[15] Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία…, ό.π. σελ.135-136

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Deseille Πλακίδας Αρχιμανδρίτης, Φιλοκαλία. Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο, μετάφραση από τα γαλλικά Άννα Κωστάκου-Μαρίνη, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1999.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η θυσία του μεγάλου Αρχιερέως και Αρχιποίμενος ως προϋπόθεση και σκοπός της ποιμαντικής, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2003.
  • Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Ποιμαντική κατά την Θεολογία και Πράξη των Αγίων (διδακτικές σημειώσεις), Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2004.
  •  Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Η πνευματική καθοδήγηση στην συνοπτική φιλοκαλία του Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, Εκδ. Γεώργιος Α. Γκέλμπεσης, Αθήνα 2010.
  • Δαμασκηνός Πέτρος , Τόμος Πέμπτος, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μτφρ. Αντωνίου Γ. Γαλίτη, Εισαγωγή – Σχόλια Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, φιλ. Επιμέλεια Ιγνατίου Σακαλή, εκδ. «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988.
  • Κορναράκης Ιωάννης, Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας, β’ έκδοση,  Αθήνα 2000.
  • Νικόδημος ο Αγιορείτης Άγιος, Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης: Βίος, πολιτεία και θαύματα: ιερά ασματική και πανηγυρική ακολουθία, εκδ. Ι. Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου, Άγιον Όρος 1995.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Οι νηπτικοί πατέρες περί της κατά Χριστόν τελειώσεως του ανθρώπου, Αθήνα 1996.
  • Σωτηρόπουλος Χαράλαμπος, Νηπτικοί και Πατέρες των μέσων χρόνων, Αθήνα 2000.

 

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

*Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Παιχνίδια στην αυλή του σχολείου (Ερμιόνη Αργολίδας) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Μέχρι το 1970, αν θυμάμαι καλά, τα δημοτικά σχολεία στην περιφέρεια λειτουργούσαν πρωί και απόγευμα. Το πρωινό μάθημα ξεκινούσε στις 8:00 και τελείωνε στις 12:00, ενώ το απογευματινό πρόγραμμα διαρκούσε από τις 2:00 έως τις 4:00 τον χειμώνα και από τις 3:00 έως τις 5:00 το καλοκαίρι. Τετάρτη και Σάββατο απογευματινό μάθημα δεν κάναμε. Προτού, λοιπόν, χτυπήσει το κουδούνι «για μέσα» αλλά και στα διαλείμματα παίζαμε διάφορα παιχνίδια που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερη προετοιμασία, καθώς ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος. Παιχνίδια διασκεδαστικά, «κερδοφόρα» ορισμένες φορές, που έδιναν αφορμή για πειράγματα και ζαβολιές, ενώ ταυτόχρονα η πλεονάζουσα ενέργειά μας διοχετευόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο! Θα περιγράψουμε ορισμένα απ’ αυτά!

 

  1. Λάδι – Ξίδι

 

Παιδιά, κυρίως της ίδιας τάξης, χωρίς «αριθμητικό περιορισμό», συγκεντρωνόμαστε στον τοίχο του σχολείου. Κολλάγαμε το ένα πάνω στο άλλο σε ευθεία γραμμή και αρχίζαμε να πιέζουμε πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, ξεφωνίζοντας «ξίδι», όταν πιέζαμε και «λάδι», όταν χαλαρώναμε. Κάποιες φορές λέγαμε και «λαδόξιδο» και τότε η πίεση μεταφερόταν γρήγορα από τη μια πλευρά στην άλλη και το αντίθετο. Ιδανικό παιχνίδι για τις κρύες μέρες του χειμώνα που μας χάριζε διασκέδαση και …ζεστασιά. Αργότερα σε κάποια σχολεία είχα δει το ίδιο παιχνίδι με την ονομασία «ζουμί».

 

  1. Τα χαρτάκια από τις καραμέλες

 

Αγόρια και κορίτσια, μαζεύαμε τα χαρτάκια που ήσαν διπλωμένες οι καραμέλες. «Οι παίχτες» στεκόμαστε στην ίδια ευθεία και σε απόσταση περίπου δυο μέτρων από τον τοίχο του σχολείου. Ρίχναμε, άλλοτε ταυτόχρονα και άλλοτε ένας – ένας από το ίδιο πάντα σημείο, με δύναμη και προσοχή, τα χαρτάκια, αρχικά τα συνηθισμένα και τελευταία τα δυσεύρετα, προς τον τοίχο. Κέρδιζε το παιδί που το χαρτάκι του έφθανε πλησιέστερα στον τοίχο και μάζευε ξεφωνίζοντας τα χαρτάκια των υπολοίπων. Αργότερα τα «καραμελόχαρτα» αντικαταστάθηκαν από φωτογραφίες ηθοποιών, ποδοσφαιριστών και άλλες εικόνες εποχής, που τα παιδιά «κέρδιζαν» στις τσίχλες και τις «τύχες».

 

Ερμιόνη, παιδιά που παίζουν κρυφτό. Φωτογραφία της Ρίνας Λουμουσιώτη. Ευχαριστίες στην Πρωτοβουλία Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης για την παραχώρηση της φωτογραφίας.

 

  1. Οι σακκακιές

 

Χειμωνιάτικο παιχνίδι αποκλειστικά για αγόρια. Ένα από τα 5-6 παιδιά της ομάδας «τα φύλαγε» είτε οικιοθελώς είτε – απουσία …εθελοντή – γιατί του έπεφτε ο κλήρος, καθώς τα παιδιά «τα έβγαζαν». Έσκυβε, λοιπόν, ακουμπώντας τα χέρια στα λυγισμένα γόνατα και με το κεφάλι προφυλαγμένο ανάμεσα στα πόδια, για μη συμβεί «κατά λάθος και ξεπίτηδες» κάποιο …ατύχημα.

Αν το κεφάλι ξεπρόβαλε δειλά φωνάζαμε: «Το κεφάλι μες τη γούρνα, μη στο φάει καμιά γουρούνα»! Στη συνέχεια με γρήγορες κινήσεις χτυπούσαμε με τα σακάκια την καμπουριασμένη πλάτη του. Αυτός, χωρίς να σηκώνεται, κουνώντας τα χέρια του δεξιά, αριστερά στα τυφλά, προσπαθούσε να πιάσει κάποιο από τα σακάκια που …αιωρούνταν πάνω απ΄ το κεφάλι του. Όταν το κατάφερνε, ο κάτοχος του σακακιού έπαιρνε τη θέση του και τα φύλαγε. Οι «σακακιές» στην πλάτη δεν πονούσαν. Αν, όμως, τα κουμπιά του ρούχου έβρισκαν ευαίσθητα σημεία, όπως τ’ αυτιά, ο πόνος ήταν οξύς και αβάσταχτος. Θυμάμαι, τότε, πως για να περάσει τα τρίβαμε τόσο δυνατά που κοκκίνιζαν και γίνονταν «σαν …λαγάνες»!

 

  1. Το «ακούσιο» χτύπημα της μύτης

 

Την ώρα που ένα παιδί καθόταν ξέγνοιαστο παρακολουθώντας κάτι ή μιλούσε και ήταν απασχολημένο ή διάβαζε συγκεντρωμένο πλησίαζε κάποιο άλλο, αθόρυβα, κοντά του. Τέντωνε το δάκτυλό του (δείκτη) ακριβώς στο ύψος της μύτης του «αμέριμνου» παιδιού και χωρίς να γίνει αντιληπτό φώναζε το όνομά του. Εκείνο, καθώς γύριζε απότομα και …απρόσεχτα χτυπούσε, τις περισσότερες φορές, τη μύτη του πάνω στο τεντωμένο δάχτυλο. Το «συμβάν» έφερνε πολλά γέλια στην παρέα, αλλά κάποιες φορές δημιουργούσε έντονες παρεξηγήσεις και ψυχρότητα στις σχέσεις των παιδιών.

 

  1. Το Κουτσαλώνι

 

Ένα πολύ διαδεδομένο παιχνίδι, διασκεδαστικό και δυναμικό, που κυριαρχούσε στα διαλείμματα του σχολείου. Παιζόταν, από αγόρια και κορίτσια, όπως το γνωστό «κυνηγητό», με τη διαφορά πως τα παιδιά  ισορροπούσαν στο ένα πόδι (κουτσό) και τρέχανε με μικρά και γρήγορα πηδηματάκια. Η εναλλαγή των ποδιών επιτρεπόταν, όχι όμως και το «κλασικό» τρέξιμο με τα δυο πόδια. Όποιος παραβίαζε τον βασικό κανόνα του παιχνιδιού έχανε και τα φύλαγε. Επίσης, επειδή στο «κουτσαλώνι», ο χώρος που «τρέχαμε», πάντα με κουτσό, ήταν οριοθετημένος, έπαιρνε τιμωρία όποιος έβγαινε έξω απ΄ αυτόν. Το παιδί, λοιπόν, που κυνηγούσε προσπαθούσε ν’ αγγίξει (να πιάσει) κάποιο από τα παιδιά της ομάδας, για να πάρει τη θέση του. Ιδανικός χώρος για το «κουτσαλώνι» ήταν ο δρόμος μπροστά στην ανατολική είσοδο του Ταξιάρχη μέχρι την είσοδο του Ι.Λ.Μ.Ε. (Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης).

Σημ. «Εμνήσθην ημερών αρχαίων» αλλά ήταν όμορφα, νοσταλγικά και συγκινητικά… Γι’ αυτό θα επανέλθουμε…

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης