Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Δαναΐδες’

Ο μύθος των Δαναΐδων


 

Οι Έλληνες είναι ένας λαός γνωστός με διαφορετικά ονόματα στην ιστορία. Κάθε ιστορική εποχή οι άνθρωποι, που κατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο, είχαν ένα νέο όνομα, άλλοτε καινούριο, άλλοτε παλαιό και ξεχασμένο, άλλοτε δανεισμένο από τους ξένους.

Στην Ιλιάδα του Ομήρου οι δυνάμεις που εκστρατεύουν στην Τροία ονομάζονται με τρία διαφορετικά ονόματα: 170 φορές Αργείοι, 148 φορές Δαναοί και 598 φορές Αχαιοί.  Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη γύρω από τις Μυκήνες. Ο όρος Αργείοι προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Το όνομα Δαναοί αποδίδεται στη  φυλή που εξουσιάζει στο Άργος και την ευρύτερη Πελοπόννησο. Οι Έλληνες του Τρωικού Πολέμου ήταν μια μικρή αλλά δυνατή φυλή στη Θεσσαλία, στην περιοχή του Πελασγικού Άργους. Στους επόμενους αιώνες ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, απέναντι στους «βάρβαρους», που αντιπροσώπευαν τους απολίτιστους.

Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες αναφέρονται ως Έλληνες. Αιώνες αργότερα ο Ιησούς κήρυττε το λόγο του σε εβραίους και Έλληνες. Την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και στο Μεσαίωνα οι Έλληνες ήταν γνωστοί στην Ανατολή  ως Ρωμαίοι, ενώ στη Δύση τους έλεγαν Γραικούς από το όνομα μιας φυλής Βοιωτών, που ονομάζονταν Γραικοί και μετανάστευσαν στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ. Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek προέρχεται από την ελληνική Γραικός (στη λατινική Graecus).

Οι Δαναοί, που αναφέρονται στα έπη του Ομήρου, ήταν τα Ελληνικά φύλλα, που κατοικούσαν στην Ελλάδα από τον 15ο αιώνα π.Χ. και είναι απόγονοι σύμφωνα με τη μυθολογία του Δαναού, που καταγόταν από την Αίγυπτο και ήταν απόγονος της Ιούς με καταγωγή από το Άργος.

 

Από την Ιώ στο Δαναό του Άργους

 

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

Σύμφωνα με τη μυθολογία η Ιώ, κόρη του Ίασου, βασιλιά του Άργους και απόγονου του Ίναχου ή κόρη του ιδίου του Ίναχου, γενάρχη των Αργείων, ήταν ιέρεια της θεάς Ήρας στο αρχαίο Ηραίο, που βρίσκονταν μεταξύ των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Ο Δίας ερωτεύθηκε την Ιώ παράφορα, αλλά η Ήρα αντιλήφθηκε την παράνομη σχέση και άρχισε μια μεγάλη περιπέτεια για την Ιώ. Ο Ζευς, για να την προστατεύσει από την οργή της συζύγου του, τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η Ήρα όμως υποχρέωσε το Δία να της παραδώσει την ωραία αγελάδα κι εκείνη έβαλε να τη φυλάει ο πανόπτης Άργος, ένα φοβερό τέρας με πολλά μάτια διάσπαρτα σε όλο του το σώμα, που, όταν μερικά από τα μάτια «κοιμούνταν» κάποια στιγμή, πάντα κάποια έμεναν ανοικτά. Ο Δίας ζήτησε από τον Ερμή να τον βοηθήσει να απελευθερώσει τον έρωτά του. Ο θεός Ερμής μεταμφιεσμένος σε βοσκό πήρε ένα μαγικό αυλό, αποκοίμισε με τη μουσική του όλα τα μάτια του Άργου, τον αποκεφάλισε και ελευθέρωσε την Ιώ. Η Ήρα τότε έστειλε στην αγελάδα – Ιώ μια αλογόμυγα, που την τσιμπούσε ασταμάτητα και την ανάγκαζε να περιπλανείται αδιάκοπα σε ξένες χώρες.

 

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία - Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία – Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

 

Η Ιώ περιπλανήθηκε ως αγελάδα γύρω από τις Μυκήνες  κατόπιν διέτρεξε την ακτή του Ιονίου πελάγους (που εξαιτίας της πήρε το όνομά του), έφθασε στην Ιλλυρία, διέσχισε όλη τη Σκυθία και την ακτή της Μαύρης θάλασσας, έφθασε στον Προμηθέα, που ήταν δεμένος στον Καύκασο, πέρασε από το Βόσπορο, που εξαιτίας της πήρε το όνομά του (βους+πόρος), και κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου γέννησε το γιο της από το Δία, τον Έπαφο, ο οποίος θα γινόταν γενάρχης της φυλής των Δαναών. [1]

Ο Έπαφος παντρεύτηκε την κόρη του Νείλου Μέμφιδα και γέννησαν τη Λιβύη. Η Λιβύη ενώθηκε με  το Θεό Ποσειδώνα και έκανε διδύμους γιους, τον Αγήνορα και το Βήλο. Ο Αγήνορας πήγε στη Φοινίκη, ενώ ο Βήλος έμεινε στην Αίγυπτο και με την Αγχινόη έκανε κι εκείνος δυο διδύμους γιούς, το Δαναό και τον Αίγυπτο. Ο Αίγυπτος έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου, ενώ ο Δαναός βασίλευσε στη Λιβύη. Τα δύο αδέλφια από το γάμο τους με πολλές γυναίκες απέκτησαν πολλά παιδιά. Πενήντα γιους ο Αίγυπτος, πενήντα κόρες ο Δαναός.

Μετά το θάνατο του πατέρα τους τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη για τα όρια των κρατών τους και την πατρική κληρονομιά. Ο Αίγυπτος πρότεινε στο Δαναό να συμφιλιωθούν και να παντρευτούν οι πενήντα γιοι του τις πενήντα κόρες του. Ο Δαναός απέρριπτε κατηγορηματικά την πρόταση του αδελφού του, γιατί θεωρούσε τους γάμους μεταξύ συγγενών ανόσια πράξη και γιατί είχε πάρει χρησμό από έναν Αιγύπτιο μάντη, που έλεγε ότι θα τον σκότωνε ένας γιος του αδελφού του. Για να απαλλαγεί από την ασφυκτική επιμονή του αδελφού του και να γλιτώσει από την εκπλήρωση του θανατηφόρου χρησμού, ο Δαναός αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα, το Άργος.

Με τις οδηγίες της θεάς Αθηνάς ναυπήγησε ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, την πεντηκόντορο (πενηντάκωπο), έβαλε καθεμιά από τις κόρες του να τραβάει ένα κουπί, ανοίχτηκαν στη θάλασσα για το Άργος και μετά από πολλές ημέρες στη θάλασσα έφτασαν στη Λίνδο της Ρόδου, αποικία των Αργείων. Εκεί ο Δαναός αφιέρωσε άγαλμα στην  Αθηνά μέσα σε ναό που έχτισαν οι Δαναΐδες. Λένε μάλιστα ότι τρεις από τις κόρες του πέθαναν κατά την παραμονή τους στο νησί και τα ονόματα τους πήραν οι πόλεις Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος. Από τη Ρόδο ο Δαναός και οι υπόλοιπες κόρες του σαλπάρισαν για την Πελοπόννησο και αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι, το σημερινό Κιβέρι, κοντά στη Λέρνη. Έτσι εκπληρώθηκε μια προφητεία που είχε  δώσει ο Προμηθέας στην πρόγονο του, την Ιώ: «Πέμπτη γενιά γυναικεία μετά από τον Έπαφο, με πενήντα κόρες πάλι στο Άργος αθέλητά της θα’ ρθει, για να ξεφύγει γάμο συγγενικό των ξαδέρφων˙ κι αυτοί ξετρελαμένοι από τον πόθο, σαν γεράκια ξοπίσω σε περιστέρες θα ριχτούν κυνηγώντας γάμους αταίριαστους». [2]

Στο Άργος βασίλευε τότε ο Γελάνωρ της γενιάς των Ιναχιδών, από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να πάρει την εξουσία ως νόμιμος διάδοχος του θρόνου, αφού ήταν απόγονος του Ίναχου, και είπε ότι είχε την υποστήριξη της Αθηνάς. Ο Γελάνωρ φυσικά αρνήθηκε, αλλά συμφώνησαν  να αποφασίσει ο λαός και οι υπήκοοί του μαζεύτηκαν το ίδιο εκείνο βράδυ, για να συζητήσουν το ζήτημα. Ο Γελάνωρας και ο Δαναός συζητούσαν το πράγμα, ώσπου νύχτωσε χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Είπαν λοιπόν  να το ξανασκεφτούν και να αποφασίσουν την άλλη μέρα.

Το πρωί, μόλις ξύπνησαν, συγκεντρώθηκε ο λαός και βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα απρόσμενο θέαμα: Ένας  λύκος είχε ορμήσει σε μια αγέλη βοδιών και σκότωσε τον αρχηγό τους ταύρο. Ο Λαός ερμήνευσε ως θεϊκό σημάδι το γεγονός, παραλλήλισε το εισβολέα λύκο  με το Δαναό και τον ταύρο αρχηγό της αγέλης με το Βασιλιά Γελάνωρα και αποφάσισαν να δώσουν τη Βασιλεία στο Δαναό. Με αυτό τον τρόπο, λοιπόν, ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους, έχτισε την ακρόπολη με τεράστιους λαξευτούς ογκόλιθους, που ονομάσθηκε Λάρισα από την κόρη του βασιλιά Πελασγού, και θεμελίωσε ναό προς τιμή του Λυκείου Απόλλωνος, γιατί πίστευε ότι ο θεός αυτός έστειλε το λύκο εναντίον του κοπαδιού των βοδιών. [3]

Η εγκατάσταση του Δαναού και των θυγατέρων του στο Άργος συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του εγχώριου πολιτισμού. Θέσπισαν τελειότερους νόμους για θέματα του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου. Έμαθαν στους ντόπιους τη ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, που μπορούσαν να κάνουν μακρινά ταξίδια. Διδάξαν τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών. Άνοιξαν  πηγάδια και με αρδευτικά έργα ξαναζωντάνεψαν την αργείτικη γη. [4] Αύξησαν το φυτικό πλούτο με την καλλιέργεια νέων άγνωστων φυτών, που μετέφεραν από την προηγούμενη πατρίδα τους και η διψασμένη αργολική πεδιάδα πλουτίσθηκε, ώστε να ονομασθεί από τον Όμηρο  για τη γονιμότητά της «μαστάρι της  γης» (ούθαρ αρούρης). [5]

Ο Δαναός έγινε μάλιστα τόσο ισχυρός ηγεμόνας στο Άργος, που όρισε με νόμο οι Αργείοι στο εξής από Πελασγοί να λέγονται Δαναοί. Αργότερα όλοι οι Πελασγοί της Ελλάδας ονομάστηκαν Δαναοί, γι’ αυτό και στα Ομηρικά έπη η ονομασία αυτή συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και  νησιωτικής Ελλάδας. [6]

Η Αργολίδα όμως υπέφερε από παρατεταμένη ξηρασία από παλιά, γιατί  σε διαμάχη μεταξύ της Ήρας και του Ποσειδώνα για  την κατοχή της περιοχής με κριτή τον Ίναχο η πόλη δόθηκε στην Ήρα. Ο Ποσειδώνας πήρε πολύ άσχημα την αποτυχία του να κατακτήσει ένα ζωτικό χώρο στη στεριά και με την ιδιότητα του βασιλιά της θάλασσας και όλων των υδάτων ξέρανε ολόκληρη την περιοχή του Άργους και κατάντησε τον Ίναχο ένα χείμαρρο, που γέμιζε νερό μόνο την εποχή των βροχών. Οι  Δαναΐδες επινόησαν την τέχνη να ανοίγουν πηγάδια και εφοδίασαν την πόλη με αρκετά, μεταξύ των οποίων και τέσσερα Ιερά, αλλά και πάλι η πόλη υπέφερε από τη λειψυδρία.

Ο Δαναός τότε έστειλε τις κόρες του να βρουν πηγές νερού. Μια απ’ αυτές, η Αμυμώνη, που έψαχνε για πηγή νότια του Άργους, βλέπει ένα ελάφι και, καθώς το κυνήγησε στο δάσος, είδε μπροστά της ένα σάτυρο που κοιμόταν.  Στην προσπάθειά της να τον τοξεύσει, το βέλος έπεσε δίπλα στο Σάτυρο και τον ξύπνησε. Ο Σάτυρος, όταν είδε την όμορφη Δαναΐδα, επιχείρησε να τη βιάσει. Η Αμυμώνη έβγαλε απελπισμένες κραυγές για βοήθεια και την άκουσε ο Ποσειδώνας. Ο Θεός, μόλις ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα, εξακόντισε κατά του σάτυρου την τρίαινά του, η οποία δεν πέτυχε το Σάτυρο και καρφώθηκε  σ’ ένα βράχο. Ο σάτυρος το έσκασε και η Αμυμώνη γλίτωσε. Ο θεός όμως ερωτεύτηκε την όμορφη Δαναΐδα, η οποία ανταποκρίθηκε στο θεϊκό έρωτα και ο Ποσειδώνας πλάγιασε με την Αμυμώνη.

 

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος. Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες». ( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος.
Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες».
( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

 

Όταν αργότερα εκείνη του εξήγησε το λόγο που βρέθηκε εκεί, ο Ποσειδώνας έδειξε την τρίαινά του και είπε στην Αμυμώνη να την τραβήξει από το βράχο. Και, όταν η Αμυμώνη την τράβηξε, από τις τρεις τρύπες των δοντιών της τρίαινας πετάχτηκαν τρεις κρουνοί νερό. Έτσι έληξε η λειψυδρία, που ο Ποσειδώνας είχε επιβάλει στο Άργος, και η περιοχή έγινε πλούσια με πολλές καλλιέργειες. [7]

 Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Όμως ενώ ο Δαναός ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του, κατέπλευσε στο Άργος ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι γάμοι των γιων του με τις κόρες του αδελφού του. Ο  Δαναός αρνήθηκε και πάλι και οι γιοι του Αίγυπτου πολιόρκησαν το Άργος. Ο Δαναός με τις κόρες του κλείστηκαν στην ακρόπολη του Άργους, αλλά στην πόλη δεν υπήρχαν πήγες και δεν είχαν νερό. Όταν ο Δαναός κατάλαβε ότι η δίψα θα τον κάνει γρήγορα να παραδοθεί, προσποιήθηκε ότι δέχεται να κάνει αυτό που του ζητούσαν οι γιοι του Αιγύπτου, εάν αυτοί θα έλυναν την πολιορκία. Έτσι λύθηκε η πολιορκία και κανονίστηκε να γίνει ομαδικός γάμος.

Τα ανδρόγυνα τα ζευγάρωσε ο Δαναός. Σε κάποια ζευγάρια η εκλογή του οφειλόταν στο γεγονός ότι νύφη και γαμπρός είχαν μητέρες της ίδιας κοινωνικής τάξης. Σε άλλα ζευγάρια έμοιαζαν τα ονόματά τους και έτσι η Κλείτη, η Σθενέλη και η Χρυσίππη παντρεύτηκαν τον Κλείτο, το Σθένελο και το Χρύσιππο. Για τα υπόλοιπα ο Δαναός τράβηξε κλήρο μέσα από ένα κράνος και, αφού ο κάθε νέος έμαθε ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές και ο Δαναός παράθεσε συμπόσιο, όπου έψαλαν και το τραγούδι του γάμου, τον Υμέναιο.

Επειδή όμως ο Δαναός φοβόταν ακόμη το χρησμό, που έλεγε ότι θα τον σκοτώσει ένας γιος του αδελφού του, πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου μάζεψε τις κόρες του, τους μοίρασε μυτερές βελόνες, που τις έκρυψαν μέσα στα μαλλιά τους, και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της στον ύπνο του την πρώτη νύχτα του γάμου, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν στην πατρική προσταγή και τα μεσάνυχτα, μετά το γαμήλιο γλέντι, καθεμιά κάρφωσε τον εξάδελφο και σύζυγό της στην καρδιά.

Μόνον ένας επέζησε, ο Λυγκέας, που η σύζυγός του η Υπερμνήστρα του έσωσε τη ζωή είτε γιατί ο σύζυγος και εξάδελφός της είχε σεβαστεί την παρθενιά της, είτε γιατί  υπερίσχυσε ο πόθος της μητρότητας, είτε γιατί το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή  και δεν τον θανάτωσε. Τον βοήθησε μάλιστα να το σκάσει από την πόλη και να πάει στη Λυγκεία, εξήντα στάδια μακριά, και να ανάψει έναν πυρσό, σύνθημα ότι είχε φτάσει σώος, ενώ ανέλαβε κι αυτή την υποχρέωση να απαντήσει με άλλον πυρσό από την ακρόπολη. Από τότε οι Αργείοι εξακολουθούσαν κάθε χρόνο να ανάβουν πυρσούς σε ανάμνηση αυτής της συμφωνίας.

Το Κριτήριον του Άργους - Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το πρωί ο Δαναός πληροφορήθηκε την ανυπακοή της Υπερμήστρας,  που παράκουσε τη διαταγή του και δε θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα. Αμέσως τη φυλάκισε για να την τιμωρήσει και την πέρασε από δίκη. Η δίκη αυτή έγινε στον ιστορικό χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Οι Αργείοι όμως επικαλούμενοι το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, προστάτιδας της συζυγικής κλίνης, αρνήθηκαν την καταδίκη. Έτσι η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της Αφροδίτης, που προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης, αθωώθηκε! Ο Λυγκέας και η Υπερμήστρα ενώθηκαν πάλι, ο Δαναός και ο Λυγκέας συμφιλιώθηκαν και ο Λυγκέας έγινε γενάρχης του βασιλικού γένους των Αργείων και απόλυτος κύριος στο Άργος και αναγνωρίστηκε βασιλιάς μαζί με την Υπερμνήστρα, που αφιέρωσε στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα ένα ξόανο της Αφροδίτης.

Ύστερα απ’ αυτά ο Λυγκέας παράχωσε τα κεφάλια των δολοφονημένων αδελφών του στη Λέρνη και κήδεψε τα σώματα τους με όλες τις τιμές κάτω από τα τείχη του Άργους. Οι Δαναΐδες, αφού καθαρίστηκαν για το ανοσιούργημά τους από την Αθηνά και τον Ερμή στη λίμνη Λέρνη, ήρθαν σε δεύτερο γάμο με ντόπιους νέους. Ο Δαναός προκήρυξε γαμήλιους αγώνες, τα «Σθένεια», και στον κάθε νικητή έδινε για έπαθλο μια κόρη του. Έτσι έκανε γαμπρούς τους άριστους από τους Αργείους νέους και οι Δαναΐδες έγιναν μητέρες των απόγονων του Δαναού, από τους οποίους προήλθε μια μεγάλη γενιά ένδοξων ηρώων, μεταξύ των οποίων ο Παλαμήδης και ο Ηρακλής.

Όταν πέθανε ο Δαναός, οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς και κόσμησαν τον τάφο του με ένα λαμπρό μνημείο, ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα του μαζί με της Υπερμνήστρας με την επιγραφή:  «Οι ανδριάντες αυτοί εικονίζουν ήρωες˙ τον ισχυρότερο βασιλιά του Άργους Δαναό και την Υπερμνήστρα, η οποία μόνη από τις αδελφές της είχε τα χέρια αμόλυντα». [8]

Τις κόρες όμως του Δαναού, τις Δαναΐδες, μολονότι η Αθηνά και ο Έρμης με την άδεια του Δία τις εξάγνισαν, οι Κριτές των Νεκρών τις καταδίκασαν μετά το θάνατό τους και την κάθοδό τους στον Άδη να μεταφέρουν και να ρίχνουν αιώνια νερό σε ένα πιθάρι τρύπιο σαν κόσκινο («τετρημένον πίθον»), για να τιμωρηθούν για τη δολοφονία των συζύγων τους την πρώτη νύχτα του γάμου.

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν - εκτός της Υπερμνήστρας - από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν – εκτός της Υπερμνήστρας – από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

 

Από τις πενήντα Δαναΐδες ξεχωριστή θέση στην Αργολική Μυθολογία, εκτός από την Υπερμνήστρα, έχει και η Αμυμώνη, που συνάντησε τον Ποσειδώνα στην πηγή της Λέρνης και κοιμήθηκε μαζί του. Ο γιος της Αμυμώνης από τον Ποσειδώνα, ο Ναύπλιος, έγινε ο ιδρυτής της πόλης του Ναυπλίου και επώνυμος ήρωας της Ναυπλίας. Απόγονός του μετά από 5 γενεές ήταν ο Ναύπλιος ο Νεώτερος,  διάσημος θαλασσοπόρος, που ανακάλυψε την πλοήγηση με τη Μεγάλη Άρκτο, έλαβε μέρος  την Αργοναυτική Εκστρατεία και απέκτησε τρεις γιους, το Ναυσιμέδοντα, τον Οίακα και τον Παλαμήδη, γνωστό για τη σοφία και την ευγένειά του, που θεωρήθηκε εφευρέτης του Ελληνικού αλφαβήτου, των αριθμών, της χρήσης των νομισμάτων, των μέτρων και σταθμών και της διαίρεσης του έτους.

 

Η ερμηνεία του μύθου

 

Η αφήγηση του μύθου του Δαναού και των θυγατέρων του αφορά θεούς, ήρωες και «δαίμονες» σε μια εποχή που ο άνθρωπος αγωνιούσε να εξηγήσει όσα συνέβαιναν γύρω του. Η γόνιμη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων  αναγνώριζε μεταφυσικές δυνάμεις και πνεύματα σε κάθε αντικείμενο και σε κάθε φυσικό φαινόμενο. Το φυσικό περιβάλλον με οποιαδήποτε μορφή – βουνά, σπηλιές, δάση, ποταμοί, θάλασσα, πηγές, έλη – έχει επηρεάσει τους μυθολογικούς κύκλους. Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, γιατί αποτελεί το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια. Οι νύμφες λατρεύονταν ομαδικά ή σε μικρά ιερά και οι θάλασσες και τα βουνά είχαν δικά τους πνεύματα. Τα ποτάμια ήταν ιερά με θεϊκή υπόσταση και οι θνητοί ζητούσαν τη βοήθειά τους για την ευφορία της γης και την ευγονία των ανθρώπων.

Ο Μύθος του Δαναού συμβολίζει αρχικά τις μετακινήσεις και τις συγκρούσεις ανάμεσα στους Αχαιούς και στους Αιγυπτίους, που  περιγράφονται και σε αρχαία κείμενα που έφτασαν ως εμάς. Την εποχή του χαλκού, γύρω στα 1500 προ Χριστού, ο χώρος που καταλαμβάνει η Ελλάδα  είχε  υποστεί μεγάλες γεωλογικές μεταβολές  από εκρήξεις ηφαιστείων, καταποντίσεις, καταβυθίσεις  στεριάς  και νησιών, εμφάνιση νησιών και οι κάτοικοι της  περιοχής  αναστατώθηκαν. Πολλοί αναζήτησαν την επιβίωση σε άλλες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην ανάμειξη και τη σύνθεση των αρχαίων πολιτισμών της Μεσογείου, των «Λαών της θάλασσας».

Η Ιώ, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία και την Παλαιά Διαθήκη, ήταν γενάρχης όλων των λαών της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ηρόδοτος βεβαιώνει πως όλοι οι λαοί αποκαλούσαν την Ιώ με το ίδιο όνομα. [9] Στην Αίγυπτο την είπαν Ίσιδα και οι Εβραίοι την έλεγαν Σιών (Ίσις + Ιώ = Σιών). Οι Αιγύπτιοι έλεγαν πως η Ιώ τους δόθηκε ως νύφη από τους Έλληνες. [10] Άλλοι ισχυρίζονται πως η Ιώ κατάγονταν από τη Σιδώνα της Φοινίκης και την απήγαγαν οι Έλληνες, όπως άλλωστε, αργότερα, και την Ευρώπη, κόρη του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα. [11] Έτσι κάποια στιγμή έφυγε από το Άργος, για να επιστρέψει στην πατρίδα της.

Η Ιώ έφτασε στην Αίγυπτο δια ξηράς μετά από απίστευτες περιπέτειες. Το δρομολόγιό της δεν είναι τυχαίο. Περιλαμβάνει τις Ιλλυρικές ακτές στο Ιόνιο, το Βόσπορο, τη Φρυγία, τον Καύκασο και τη Μικρά Ασία μέχρι να καταλήξει στις βόρειες ακτές της Αφρικής. Περιπλανήθηκε δηλαδή στις περιοχές, όπου οι αρχαίοι Έλληνες αναζητούσαν το χαλκό και άλλα μέταλλα στα μεταλλεία  των ακτών του Ιόνιου και της Μαύρης θάλασσας, κυρίως στην περιοχή του Καύκασου.

Ο Μύθος της όμως συνδυάζεται και με το Φοινικικό έθιμο να χτίζονται πόλεις ακολουθώντας μια αγελάδα.  Με τη μορφή της Αγελάδας, μητέρας και τροφού του λαού, η Ιώ καθοδηγούσε το χτίσιμο νέων πόλεων, που θεμελιώνονταν χρησιμοποιώντας μαντικές αγελάδες σε περιοχές με άφθονα νερά και ποτάμια.   Έτσι έχτισε και τη Θήβα ο Κάδμος, Φοίνικας απόγονος της Ιούς, έτσι χτίστηκε και το Ίλιον της Τροίας από τον Ίλο. Τα νερά που αναπηδούν ορμητικά από τα έγκατα της γης, όπως και τα ρεύματα των ποταμών και τα κύματα του πελάγους συνδυάζονται σταθερά με τα άλογα και τους ταύρους, ζώα που χαρακτηρίζονται για την ορμητικότητά τους.

Μερικά χρόνια αργότερα ο πολιτισμός του Αιγαίου και της Κρήτης, που  αριθμεί πολλές χιλιετηρίδες ύπαρξης, προσπαθεί να ξανανθίσει. Η ζωή θα ξαναρχίσει μόλις η κατάσταση  θα ηρεμήσει. Οι αυτόχθονες είναι λίγοι κι έτσι θα βρουν ευκαιρία  εγκατάστασης  πολλοί μετανάστες,  κυρίως από την Αίγυπτο. Γιατί την εποχή πριν από τα Τρωικά, το 1500 π.Χ., όπως αναφέρουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, ξέσπασαν στην Αίγυπτο λοιμώδεις ασθένειες (οι 7 πληγές του Φαραώ σύμφωνα με την Αγία Γραφή). Οι ντόπιοι απέδωσαν τις ασθένειες στους ασεβείς αλλόφυλους, που ζούσαν στην Αίγυπτο. Για να αποφύγουν την οργή των ντόπιων  οι  αλλόφυλοι, φεύγουν μετανάστες σε άλλα μέρη.

Ο Δαναός, τέταρτη γενεά μετά την Ιώ, κατασκεύασε πρώτος πλοίο με τη βοήθεια της Αθηνάς και κωπηλατώντας με τις 50 κόρες κατευθύνθηκε προς την Ευρώπη. Οι άποικοι που έφυγαν μαζί με το Δαναό από την Αίγυπτο εγκαταστάθηκαν  στην αρχαιότερη σχεδόν ελληνική πόλη, στο Άργος. [12] Σύμφωνα με το Πάριο χρονικό ο  Δαναός με τους Αιγύπτιους ήρθε στο Άργος  το έτος 1247. Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η Ιώ πήγε στην Αίγυπτο από τη στεριά και ότι ο Δαναός έμαθε στους Αργείους να φτιάχνουν πλοία ικανά για μακρινά ταξίδια, μάλλον στο Άργος δεν ήταν εξοικειωμένοι με τα πλοία αυτοί που υποδέχτηκαν το Δαναό.

Το Άργος είχε γνωρίσει την οργή του Ποσειδώνα και ήταν «πολυδίψιο». Στην Αργολίδα η σχέση του ανθρώπου με το νερό είναι ζωτική και μυστηριακή. Σημαντικότερος από τους ποταμούς της Αργολίδας θεωρείται ο Ίναχος, που συνδέεται με τη γενεαλογία των αργείων. Όταν η Ήρα και ο Ποσειδώνας φιλονίκησαν για την εξουσία στην αργεία γη, διάλεξαν τον Ίναχο ως κριτή της διαμάχης. Ο Ίναχος αποφάσισε υπέρ της θεάς. Η Ήρα, νικήτρια στη διαμάχη με τον Ποσειδώνα, θεωρούσε τη Σπάρτη, τις Μυκήνες και το Άργος ως τις πιο αγαπημένες της πόλεις. Η σύζυγος του Δία και βασίλισσα του Ολύμπου, προστάτρια των ναυτιλομένων και κυρίαρχη των λιβαδιών, ήταν η θεότητα με τα πλουσιότερα ιερά από τον 8ο αι. π. Χ, καθώς η σύνδεσή της με τη θάλασσα, τη γονιμότητα της γης και κατ΄ επέκταση με τη γεωργία συνιστά νέο είδος κοινωνίας.

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Ο Ποσειδώνας εξοργισμένος καταράστηκε τον Ίναχο, που έχασε τη θεϊκή του δύναμη και η κοίτη του ξεράθηκε. Μάλιστα η οργή του θεού συνεχίσθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδας πλημμύρισε. Χρειάσθηκε η παρέμβαση της Ήρας, για να αποσύρει ο Ποσειδώνας το θαλασσινό νερό. Είναι όμως ο ίδιος θεός που μπορεί να κάνει να αναβλύσει ακόμα και γλυκό νερό, όταν για κάποιο λόγο καταλαγιάζει ο θυμός του. Όταν η κόρη του Δαναού Αμυμώνη ενώθηκε με το θεό της θάλασσας ερωτικά, ανάβλυσαν στη στιγμή οι πλούσιες πηγές της Λέρνας. Οι περισσότερες Δαναΐδες, που με τα ονόματά τους [Ακταίη, Γλαύκη, Ρόδη, Ερατώ, Ηλέκτρα, Αγαύη, Ιφιμέδουσα, Αυτονόη, Στύγνη, Ιπποδάμεια, Ιππομέδουσα, Ιπποδίκη, Ιπποθόη, Ιππαρέτη, Ευίππη, Γλαυκίππη, Χρυσίππη, Διωξίππη, Υπερίππη] θυμίζουν Νηρηίδες – Ωκεανίδες, είναι Νύμφες των πηγών. [13]

Ο συσχετισμός των Δαναϊδων με τα φρέατα του Άργους πιθανότατα συνδέεται με κάποια αρδευτικά έργα, που έδωσαν τη δυνατότητα στο Δαναό να γίνει βασιλιάς στο Άργος. Οι Αιγύπτιοι, που είχαν πείρα στη διαχείριση των υδάτινων πόρων του Νείλου, έφεραν νερά στον Αργίτικο κάμπο λόγω της τεχνογνωσίας τους και πήραν την εξουσία. [14]

Το όνομα της Αμυμώνης δόθηκε στην κυριότερη πηγή της Λέρνας στους πρόποδες του Ποντίνου όρους. Η συνάντηση και η τελική ένωση της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού, με το θεό Ποσειδώνα, υπονοεί την αίσια έκβαση του θέματος με την ανεύρεση του νερού και τη γονιμότητα της γης στο Άργος, που υπέφερε από λειψυδρία. Προφανώς οι τρεις πηγές, που αναφέρονται στο μύθο, είναι η πηγή της Αμυμώνης, η πηγή της Λέρνης και η πηγή του μικρού Ανάβαλου στο Κιβέρι, οι οποίες δε στερεύουν ποτέ, ούτε και στα μέσα του καλοκαιριού, και προσφέρουν άφθονο νερό στην ευρύτερη περιοχή και στις πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου μέχρι σήμερα. [15]

Η οργή των γιων του Αίγυπτου, που καταδιώκουν τις Δαναΐδες, για να τις παντρευτούν, είναι η οργή των χειμάρρων, που απειλούν με τη βιαιότητά τους τις νύμφες των πηγών, που πλημμυρίζουν και καταστρέφουν την  πεδιάδα το χειμώνα. Το καλοκαίρι, που η ορμή τους γαληνεύει, αφομοιώνονται με τις πηγές, γίνονται σύζυγοί τους. Αλλά στην έξαρση της ζέστης του καλοκαιριού οι χείμαρροι ξεραίνονται ολοκληρωτικά. Οι γιοι του Αίγυπτου σκοτώνονται τότε από τις συζύγους τους, δηλαδή οι πηγές των χειμάρρων εξαφανίζονται, ενώ οι απλές πηγές τρέχουν ακόμα. Τα σώματά τους, δηλαδή οι στεγνές κοίτες τους, φαίνονται, αλλά τα κεφάλια τους είναι σκεπασμένα από τα νερά της Λέρνας, της πιο υγρής περιοχής της Αργολίδας, όπου το νερό κρατιέται κρυμμένο στα βάθη της γης.

Ένας όμως από τους γιους του Αίγυπτου έχει επιζήσει. Είναι ο Λυγκέας, που ξέφυγε στη Λύγκεια ή Λύρκεια, την περιοχή από όπου πηγάζει ο Ίναχος. Αυτός ο γιος του Αίγυπτου, που ξέφυγε από τη γενική σφαγή των αδελφών του, είναι ίσως ο ίδιος ο Ίναχος, που κυλάει ακόμα τα νερά του προς τη θάλασσα, ενώ οι άλλοι χείμαρροι του κάμπου έχουν στερέψει. [16]

 

Δαναΐδες (1785) - Martin Johann Schmidt (1718–1801), National Gallery of Slovenia.

Δαναΐδες (1785) – Martin Johann Schmidt (1718–1801), National Gallery of Slovenia.

 

Η τιμωρία των Δαναΐδων, που προσπαθούν μάταια στον Άδη να γεμίσουν ένα τρύπιο πιθάρι, συνδέεται με τη μαγεία της βροχής και εκφράζει μια εναλλαγή τόσο γνωστή στη Ελλάδα ανάμεσα σε πλημμύρες και ξηρασία, το φαινόμενο δηλαδή που παρατηρείται το καλοκαίρι στον κάμπο του Άργους. Οι πηγές στερεύουν και το λίγο νερό που τρέχουν εξατμίζεται κάτω από τη θέρμη των ακτίνων του Ήλιου ή χάνεται μέσα στο διψασμένο έδαφος. Ο κάμπος του Άργους, που το χειμώνα τον διασχίζουν πολλοί ορμητικοί χείμαρροι, το καλοκαίρι ξεραίνεται. Την αντίληψη αυτή ενισχύει η παράδοση, που αναφέρει ότι οι κόρες του Δαναού δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους πώς να ανοίγουν πηγάδια και έτσι κατέστησαν «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος. Αυτός έγινε ο «Πίθος των Δαναΐδων» ή το «άντλημα στον πίθο των Δαναΐδων», που συμβολίζει τη ματαιοπονία και αναφέρεται σε μια μάταιη εργασία ή κόπο χωρίς τέλος.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Γ΄κεφ.1,3

[2] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 864-870

[3] Παυσανίου, Κορινθιακά, κεφ. 19, 3

[4] Ησίοδος, αποσπάσματα από τις «Ηοίες». Αποσπ. 31

[5] Στράβων, Γεωγραφικά, Η, 371, 8

[6] Στράβων Γεωγραφικά. Η,371,9

[7] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄, κεφ. 1, 4

[8] Παυσανίου, Κορινθιακά, 10,10, 2

[9] Ηρόδοτου, ιστορία 1, 1

[10] Δίων Χρυσόστομομος, Τρωικός, σελ. 180.

[11] Δίκτυς, Β΄, 26,

[12] Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλος 1, 23

[13] Κακριδής Ιω. Ελληνική Μυθολογία, Οι Ήρωες, σελ. 174

[14] Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Ομηρικά σχόλια, Ραψ. Δ.

[15] Άννα Μπανάκα, Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα.

[16] Decharme Paul, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ 223.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Απολλόδωρος, ΒΙΒΛΙΟ Γ’, Επιτομή, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ 1999.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2002.
  • Δίκτης ο Κρητικός, Εφημερίδα του Τρωικού πολέμου, Βιβλία 1-6, Μετάφραση Γιατρομανωλάκης Γ., εκδ. ΑΓΡΑ 1996.
  • Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Εκδ. ΖΗΤΡΟΣ 2009.
  • Δίων Χρυσόστομομος, ΑΠΑΝΤΑ (τρίτος τόμος), εκδ. ΚΑΚΤΟΣ 2015.
  • Κακριδής Ι. Θ.,  Ελληνική Μυθολογία, τομ 1-5, Εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ 1986.
  • Ησίοδος, Θεογονία, Έργα και Ημέραι, Ασπίς Ηρακλέους, Ηοίαι. εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Λεκατσάς Π. , εκδ. Ζαχαρόπουλος 1941.
  • Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, τομ 1-5, επιμ. Νικ. Παπαχατζής, εκδ. ΕΚΔΟTΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, Αθήνα, 1980.
  • Στράβων, Γεωγραφικά, τομ. 1-17, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ 1994.
  • Μπανάκα Άννα , Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα,  argοlikivivliothiki.gr
  • Decharme Paul, Ελληνική Μυθολογία, τόμ. 1-5, μτφρ. Ζαρούκα Κ., εκδ. ΜΕΡΜΗΓΚΑ.

 

Αλέξης Τότσικας

Read Full Post »

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους – Μνημείο με ιστορία που χάνεται στο μύθο


 

Στην οδό Γούναρη του Άργους, 150 περίπου μέτρα μετά το Αρχαίο Θέατρο και λίγο πριν από τη διασταύρωση με την οδό Φορονέως, μια πινακίδα της αρχαιολογικής υπηρεσίας κάτω από την ένδειξη «οδός Άπιδος» γράφει «Κριτήριο – Νυμφαίο» και δείχνει αριστερά προς το λόφο, που έχει στην κορυφή του το κάστρο Λάρισα. Λίγοι την προσέχουν και πολύ λιγότεροι έχουν επισκεφτεί αυτό το αρχαίο μνημείο της πόλης, που συνδέεται με τις απαρχές της ιστορίας της.

 

Τι ήταν λοιπόν αυτό το Κριτήριο; 

 

Η πρόσβαση στο μνημείο γίνεται σήμερα από την μικρή πλακόστρωτη οδό Άπιδος. Ο Άπις, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Φορωνέα και αδερφός της Νιόβης, η οποία έγινε η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ερωτικά ο Δίας και γεννήθηκε ο ήρωας Άργος. Μετά τον θάνατό του Φορωνέα τον διαδέχθηκε ο γιος του Άπις, που δεν έκανε παιδιά. Στο μικρό χρονικό διάστημα, που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος στο τέλος της τσιμντένιας κλίμακας.

Στο τέλος του δρόμου, μετά από 150 περίπου ανηφορικά μέτρα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από 48 τσιμεντένια σκαλοπάτια, που οδηγούν σε ένα άνδηρο (πλάτωμα). Το άνδηρο στηρίζεται σε έναν τοίχο, που το ύψος  φτάνει τα 3 μέτρα σε κάποια σημεία. Είναι χτισμένος  με το κυκλώπειο σύστημα που συναντάμε στις Μυκήνες και στην Τίρυνθα, δηλαδή με μεγάλους πολυγωνικούς ογκόλιθους τοποθετημένους σε οριζόντια ασύμμετρη δόμηση χωρίς συνδετικό υλικό. Οι πέτρες έχουν κοπεί πολυγωνικά με ευθύγραμμες ακμές και προσαρμόζονται ακριβώς η μια στην άλλη χωρίς ενδιάμεσες σφήνες.

Στο εντυπωσιακό άνδηρο οδηγεί μια κεντρική κλίμακα με 6 πέτρινα σκαλοπάτια πλάτους 2,10 μ., που βρίσκεται στο κέντρο του κυκλώπειου τοίχου της ανατολικής πλευράς. Δυστυχώς σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, γιατί τα γειτονικά σπίτια είναι χτισμένα σε απόσταση μισού μέτρου από τον αρχαίο τοίχο και κάνουν αδύνατη την πρόσβαση στην κεντρική σκάλα – είσοδο του μνημείου. Η πρόσβαση στο άνδηρο γίνεται από τα τσιμεντένια σκαλοπάτια.

Το μεγαλύτερο μέρος του χώρου διαστάσεων 35Χ 21 μέτρα πάνω από τον τοίχο και τη σκάλα έχει σχηματιστεί με λάξευση του βράχου και φαίνεται ότι δεν υπήρχε εκεί κανένα οικοδόμημα, παρά μόνο ένας ορθογώνιος περίβολος στο κέντρο του πλάτους 4 μέτρων, που πιθανότατα ανήκε σε ιερό.

 

Ο Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος.

 

Η δυτική πλευρά του αναχώματος, που το κρατάει ο πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος, είναι λαξευμένη στο φυσικό βράχο του λόφου και σε συνδυασμό με το κυκλώπειο σύστημα του τοίχου παραπέμπει σε κάποιο αρχαίο μνημείο. Η κατασκευή του πολυγωνικού τοίχου τοποθετείται χρονολογικά στα μισά του 7ου αι. π.Χ.

Ο Παυσανίας, που πέρασε από το Άργος τον 2ο αιώνα μ.Χ. αναφέρει: «Το χωρίον τόδε, Κριτήριον ονομάζουσιν, Υπερμνήστραν ενταύθα υπό Δαναού κριθήναι λέγοντες».  Το μέρος δηλαδή αυτό το ονομάζουν κριτήριο και λένε ότι εδώ δικάστηκε από το Δαναό η Υπερμνήστρα.

Εδώ λοιπόν, σύμφωνα με το μύθο και τη διήγηση του περιηγητή Παυσανία, ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την Υπερμήστρα, τη μοναδική από τις κόρες του που παράκουσε τη διαταγή του και δεν θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα, την πρώτη νύχτα του γάμου των 50 θυγατέρων του Δαναού με τους 50 γιους του Αίγυπτου, που είχαν έρθει για να πάρουν την εξουσία του Άργους. Ο χώρος, λοιπόν, συνδέεται με το μύθο των Δαναΐδων.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ποσειδώνας ζευγαρώθηκε με τη Λιβύη, κόρη του Νείλου, και απέκτησε δυο γιους, τον Αγήνορα και το Βήλο. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, ο Αγήνωρ πήγε στη Φοινίκη και έκανε δικό του βασίλειο, ενώ ο Βήλος έμεινε στην Αίγυπτο, πήρε γυναίκα την  Αγχινόη, κόρη και αυτή του Νείλου, και απόκτησε δίδυμους γιους, τον Αίγυπτο και το Δαναό.

Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε το Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά της Αραβίας, την οποία και ονόμασε «Αίγυπτο». Ο Αίγυπτος απέκτησε 50 γιους και ο Δαναός 50 κόρες, τις Δαναΐδες. Άλλοι έλεγαν  πως τα παιδιά κάθε αδελφού ήταν από την ίδια μάνα και άλλοι πως είχαν γεννηθεί από τον ίδιο πατέρα, αλλά από περισσότερες γυναίκες, που είχε καθένας από τα αδέρφια (Ευρώπη, Αντινόη, Τεγέα και Κασσιέπεια).

Κάποτε όμως τα παιδιά του Βήλου, ο Αίγυπτος και ο Δαναός, συγκρούστηκαν, γιατί ο Δαναός φθονούσε τον Αίγυπτο, που είχε αρσενικά παιδιά, ενώ ο ίδιος είχε μόνο κορίτσια. Φοβόταν μάλιστα ότι οι γιοι του Αίγυπτου θα κάνουν γυναίκες τους τις κόρες του και θα του πάρουν την εξουσία. Ο Δαναός τότε φοβούμενος τους 50 γιους του Αίγυπτου, ύστερα από χρησμό της Αθηνάς, αρμάτωσε καράβι με 50 κουπιά, όσα και τα κορίτσια του, και με αυτό έφυγε μαζί με τις κόρες του.

Πρώτα προσέγγισαν τη Λίνδο της Ρόδου, που ήταν αποικία των Αργείων, όπου ο Δαναός ίδρυσε το ιερό της Λινδίας Αθηνάς. Τελικά αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι, το σημερινό Κιβέρι, απ’ όπου έφτασε στο Άργος.  Όταν έφτασε εκεί ο Δαναός ζήτησε από το Γελάνωρα, που ήταν τότε Βασιλιάς του Άργους, να του παραδώσουν το θρόνο, με το επιχείρημα ότι προγιαγιά του ήταν η Ιώ, η κόρη του Ίναχου και ερωμένη του Δία, που κυνηγημένη από την Ήρα μεταμορφώθηκε σε αγελάδα  και κρύφτηκε στην Αίγυπτο. Ο Γελάνωρας και ο Δαναός συζητούσαν το πράγμα, ώσπου νύχτωσε χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Είπαν λοιπόν  να το ξανασκεφτούν και να αποφασίσουν την άλλη μέρα.

Το πρωί, μόλις ξύπνησαν, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα απρόσμενο θέαμα: Ένας  λύκος είχε ορμήσει σε μια αγέλη βοδιών και ο ταύρος, ο αρχηγός της αγέλης, προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Οι Αργείοι παρομοίασαν τον επιτιθέμενο λύκο με το νεοφερμένο Δαναό και τον αμυνόμενο ταύρο με το Γελάνωρα και όλοι συμφώνησαν να γίνει βασιλιάς του Άργους εκείνος, που το ζώο του θα επικρατήσει στη μονομαχία. Έτσι, όταν ο λύκος κατασπάραξε τον ταύρο, δέχτηκαν βασιλιά το Δαναό, που ανέβηκε στο θρόνο του Άργους και έκανε και ένα ναό αφιερωμένο στο Λύκειο Απόλλωνα, που πίστευε ότι είχε στείλει το λύκο. Σ’ αυτό το μύθο στηρίζεται η σχέση της πόλης με το λύκο, που αποτελεί και σήμερα έμβλημά του Άργους.

Ο Δαναός, ως βασιλιάς της πόλης, αφιερώθηκε στο να διδάξει τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών στους Αργείους, να ανοίξει πηγάδια και να ποτίσει τις καλλιέργειες και ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του. Όταν όμως έγιναν άντρες οι γιοι του Αίγυπτου, πήραν τα καράβια, ήρθαν στο Άργος  και ζήτησαν να τους παντρέψει ο Δαναός με τις κόρες του, τις Δαναΐδες, για να ξεχαστεί η έχθρα τους. Υπήρξαν αντιρρήσεις, αλλά οι γιοι του Αίγυπτου, δε σήκωναν κουβέντα. Ο Δαναός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να αναμετρηθεί μαζί τους, καμώθηκε με δόλο ότι δέχεται την πρότασή τους και συμφωνήθηκε ο γάμος των 50 γιων του Αίγυπτου με τις 50 κόρες του Δαναού.

Πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου όμως, ο Δαναός μάζεψε τις κόρες του, τους έδωσε από ένα μαχαίρι και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι νύφες, λοιπόν, αποκεφάλισαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα του γάμου, έριξαν τα σαράντα εννιά κεφάλια τους στη λίμνη Λέρνη και θάψανε τα σώματά τους μπροστά στα τείχη του Άργους. Οι φόνισσες όλες έμειναν για πάντα με το μίασμα και καταδικάστηκαν για το ανόσιο και φρικτό έγκλημά τους, όταν πέθαναν και πήγαν στον κάτω κόσμο, να μεταφέρουν νερό και να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν ένα πιθάρι με τρύπες («τετρημένον πίθον»), που δε θα γέμιζε ποτέ. Αυτός είναι ο γνωστός «πίθος των Δαναΐδων».

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Μία από τις 50 όμως, η Υπερμνήστρα, που είχε παντρευτεί το Λυγκέα, επειδή, λένε, έμεινε ευχαριστημένη από την πρώτη νύχτα του γάμου, το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή. Ο πατέρας της, ο Δαναός, τη φυλάκισε και αποφάσισε να την δικάσει για την πράξη της αυτή. Οι Αργείοι όμως αρνήθηκαν την καταδίκη της Υπερμνήστρας και επικαλέστηκαν το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και προστάτιδας της συζυγικής κλίνης. Έτσι η Αφροδίτη προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη  και η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της θεάς αθωώθηκε! Η δίκη αυτή έγινε στο χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Μετά την αθώωση της Υπερμνήστρας ο Λυγκέας έγινε βασιλιάς του Άργους και η Υπερμνήστρα αφιέρωσε στη Θεά Αφροδίτη ένα ξόανο.

 

Πώς όμως ταυτίστηκε το μνημείο αυτό με το αρχαίο κριτήριο;

 

Οι αρχαιολόγοι, που ανέσκαψαν το μνημείο, εντόπισαν δυο ανάγλυφα στην πρόσοψη του πολυγωνικού τοίχου, που στηρίζει το άνδηρο του Κριτηρίου. Τα ανάγλυφα απεικονίζουν τρεις γυναικείες μορφές καθιστές σε θρόνους, επιβλητικές σαν σεβάσμιες «θεές» του κάτω κόσμου, και δύο επιγραφές, που τις ονομάζουν Επιτελίδες.

Επιτελίδε[σσι] / Δα[ρι]κίς ίσσατο / [κα]ι Λ[υ]σικράτεια

Επιτελίδων ταί I Διονυσίου α[νεθέ]τ[αν] ε[υξάμεναι]

 

1ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

2ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

Οι τρεις Επιτελίδες, όπως και οι Ευμενίδες, ήταν θεότητες που «επιτελούσαν» τα αιτούμενα. Ικανοποιούσαν δηλαδή τις παρακλήσιες. Τη βοήθειά τους ζητούσαν συνήθως  οι ετοιμόγεννες Αργείτισσες  και τους έκαναν προσφορές, για να προστατεύσουν τη γονιμότητα και να κάνουν πιο εύκολη τη γέννα τους.

Οι Επιτελίδες όμως σχετίζονται και με την απονομή δικαιοσύνης και την τιμωρία εγκληματικών πράξεων. Έτσι το αργείτικο Κριτήριο μοιάζει με τον αθηναϊκό Άρειο Πάγο, όπου ο Ορέστης, γιός του Αγαμέμνονα των Μυκηνών, αθωώθηκε για τη δολοφονία της μητέρας του Κλυταιμνήστρας  με την παρουσία στο δικαστήριο των Ερινύων-Ευμενίδων.

Η μυθολογία φαίνεται να συμφωνεί με τους αρχαιολόγους για το Κριτήριο, καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους, Δαναός, δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα. Η παρουσία αναθηματικών ενεπίγραφων ανάγλυφων, που εικονίζουν τις «Επιτελίδες», οδήγησε τους μελετητές στην ταύτιση του κτηρίου με το «Κριτήριο», το  αρχαιότερο δικαστήριο του κόσμου, που λειτούργησε στα αρχαϊκά χρόνια στα κράσπεδα του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους. Το «Κριτήριο» του Άργους με το πολυγωνικό ανάλημμα και το ρωμαϊκό νυμφαίο. Ψηλότερα δύο δεξαμενές του νυμφαίου (άριθ. 1 και 2), λαξευμένες στο βράχο και καμαροσκεπείς. Το νερό έφτανε με μακρύ αγωγό στις δεξαμενές και έπειτα διοχετεύονταν στην πόλη με δίκτυο μικρότερων αγωγών, των όποιων ο κεντρικός τροφοδοτούνταν από τις εκροές 3, 4 και 5 της δεξαμενής 2. Από τον τοίχο της ανατολικής πλευράς της δεξαμενής διατηρήθηκαν τα τμήματα 6, 7 και 8. Ο ισοπεδωμένος με λάξευση χώρος (άριθ. 10) μπροστά στο νυμφαίο ήταν του Κριτηρίου. Ανέβαινε κάνεις εκεί με τη σκάλα 11, στη μέση του ισχυρού αναλημματικού τοίχου. Ο ορθογώνιος περίβολος 9 ανήκε ίσως σε ιερό. Δημοσιεύεται στο: Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164.

 

Νυμφαίο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο» πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια. Στο χώρο αυτό ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός το 124/5 μ.Χ. έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου-Σπηλαίου», που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο για την περισυλλογή και τη διοχέτευση του νερού στην πόλη του Άργους.

Νυμφαία οι αρχαίοι Έλληνες από τους μυθικούς χρόνους χαρακτήριζαν τόπους ιερούς αφιερωμένους στις νύμφες των πηγών. Τέτοιοι ιεροί τόποι αρχικά ήταν κάποια φυσικά διαμορφωμένα  σπήλαια μέσα στα οποία ανάβλυζαν πηγές.

Αλλά Νυμφαία οι αρχαίοι ονόμαζαν και τα αψιδωτά οικοδομήματα που στέγαζαν τις βρύσες των πόλεων, οι οποίες ήταν συνήθως αφιερωμένες στις Νύμφες. Στη ρωμαϊκή και ελληνιστική περίοδο αυτά τα οικοδομήματα άρχισαν να γίνονται επιβλητικότερα και πολυτελέστερα με κίονες, δεξαμενές, στοές κ.λπ.

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, για να εξασφαλίσει νερό στο Άργος, έφτιαξε ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα κατέληγε στο Νυμφαίο του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους.

 

Το Αδριάνειο Υδραγωγείο ήταν κτισμένο με πέτρες και κορασάνι. Το Κουρασάνι ήταν κονίαμα που φτιαχνόταν από άμμο ή χώμα, ασβέστη, τριμμένο κεραμίδι και μερικές φορές ενισχυόταν με ασπράδι αυγών, τραγόμαλο, άχυρο και μαλλιά ζώων. Το Ρωμαϊκό αυτό κονίαμα ήταν ισοδύναμο ή εφάμιλλο με το τσιμέντο και είχε εξαιρετικές υδραυλικές, μηχανικές και θερμομονωτικές ιδιότητες.

Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου είναι οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές σήμερα στην περιοχή «Σταθέικα» και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς», ενώ σώζεται ακόμα ένα τμήμα του μήκους 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας.

Το νυμφαίο που δημιούργησε ο Ανδριανός αποτελείται από δύο δεξαμενές για νερό και μια θολωτή στέγη. Το κατώτερο τμήμα των δεξαμενών ήταν λαξευμένο στο βράχο. Το υπόλοιπο τμήμα των δεξαμενών ήταν χτισμένο πάνω στο βράχο με οπτόπλινθους, συμπαγή ψημένα τούβλα που σχημάτιζαν καμάρες με στέγη.

Σε κεντρικό σημείο του κτηρίου ήταν στημένο ένα άγαλμα με τη μορφή του μυθικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.

Η πρόσοψη του νυμφαίου είχε πλάτος 15,50 μ. και μια κιονοστοιχία αρχικά, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε με τοίχο. Από τον τοίχο αυτό διατηρούνται σήμερα τρία τμήματα στην πρόσοψη του νυμφαίου.

Το νερό εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και αναπηδούσε από το αριστερό του αγάλματος. Το άγαλμα με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή μετάγγισης.

 

Το υδραγωγείο υδροδότησης και ο δρόμος προς το αρχαίο θέατρο.

 

Στη συνέχεια, το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή πάνω από μία υδραυλική κλίμακα δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους.

Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους ήταν ένα μεγάλο δημόσιο λουτρικό συγκρότημα από το οποίο σώζεται ακόμη και σήμερα ένας πλινθόκτιστος τοίχος ύψους 11 μ. στα νοτιοανατολικά του αρχαίου Θεάτρου.

Το λουτρικό αυτό συγκρότημα λειτούργησε έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια  του 5ου και του 6ου αι. μ.Χ.). Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως στην περιοχή της αρχαίας αγοράς και άλλα κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Σήμερα το «Κριτήριο» και «Νυμφαίο» συνδέεται με το αρχαίο θέατρο του Άργους με ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, παράλληλο με τον αγωγό υδροδότησης, που οδηγούσε το νερό στην πόλη, που προσφέρει εκπληκτική πανοραμική θέα της πόλης και καταλήγει στο κέντρο του αρχαίου θέατρου του Άργους.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Στη διαδρομή μάλιστα υπάρχει και ένα ανάγλυφο πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο, που στο δεξιό του τμήμα εικονίζει έφιππη ανδρική μορφή με τ’ άλογο να βαδίζει προς τ’ αριστερά και τον ιππέα να κρατά στρογγυλή αργείτικη ασπίδα και δόρυ. Στο αριστερό τμήμα εικονίζεται κρατήρας με κωνικό πόδι, όπου στα δεξιά του ανελίσσεται ένα φίδι με το κεφάλι του να φτάνει στο χείλος του αγγείου. Ο λαός το έχει ταυτίσει με τον Αϊ Γιώργη που σκοτώνει το φίδι, αλλά η ιστορία του είναι πολύ παλαιότερη. Το ανάγλυφο αυτό χρονολογείται στα τέλη του 5ου – αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και αποδίδει τη σχέση του Άργους με τα άλογα.

 

Το ανάγλυφο του ιππέα.

 

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος «πολυδίψιον» και «ιππόβοτον». Και τα δύο αυτά επίθετα φαίνεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Γιατί το βόρειο τμήμα της αργολικής πεδιάδας, από το Άργος προς το Κουτσοπόδι, είναι άνυδρο και δικαιολογεί το «πολυδίψιον  Άργος» του Ομήρου. Η νότια πεδιάδα όμως, από το Άργος μέχρι την παραλία του Τημενίου είναι πλούσια σε νερά και λιβάδια και εξηγεί το «ιππόβοτον Άργος», γιατί σ’ αυτά έβοσκαν άλογα.

Τέτοιες απεικονίσεις αλόγων σε αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους στους πρόποδες των λόφων της Λάρισας και της Ασπίδας είναι συχνότατες. Και πολλά από τα μικρά χάλκινα άλογα, που ήταν αφιερωμένα στο ιερό της Ολυμπίας, προέρχονται σύμφωνα με τους αρχαιολόγους από αργείτικα εργαστήρια.

Αυτή είναι η ιστορία του Κριτηρίου και νυμφαίου του Άργους, που χάνεται στο μύθο. Σήμερα όμως ο χώρος αυτός παραμένει άγνωστος, αφανής και αναξιοποίητος. Οι πολίτες τον αγνοούν, οι αρχές τον υποβαθμίζουν με τη στάση τους και οι φορείς δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να τον αξιοποιήσουν, ενώ προσφέρεται ως χώρος για την πραγματοποίηση ποιοτικών εκδηλώσεων. Βρίσκεται στις υπώρειες του ιστορικού κάστρου του Άργους, παρέχει πανοραμική θέα της πόλης, έχει μεγάλη ιστορία, προσφέρει υποβλητική ατμόσφαιρα, ειδικά τους θερινούς μήνες. Θα μπορούσε να αναδειχθεί με τη διοργάνωση μουσικο-θεατρικών ή άλλου είδους εκδηλώσεων στον περιβάλλοντα χώρο του, αφού πρώτα, φυσικά, διαμορφωθεί κατάλληλα, και να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για την ιστορία και την πολιτιστική ζωή της πόλης.

Το γεγονός ότι δεν έχει εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο μπορεί να είναι και πλεονέκτημα. Θα έδινε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν μικρό περίπατο από το παρκινγκ της λαϊκής αγοράς μέχρι εκεί από τα κάθετα προς την οδό Γούναρη πλακόστρωτα δρομάκια και για μια βόλτα στην περιοχή της Φορονέως, που δεν υπολείπεται σε γραφικότητα της αθηναϊκής Πλάκας ή του παλιού Ναυπλίου.

 

Πηγές


  • Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα» (μέρος 2), argolikivivliothiki.gr
  • Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164-167.
  • Παπαχριστοδούλου Ι., «Ανάγλυφα Ευμενίδων εξ Αργολίδος», Αρχ. Δελτίον , τόμος 23 (1968), σελ. 117 κ.ε.
  • Τότσικας Αλέξης, «Μύθος και Ιστορία», Άργος, 2018, σελ. 32-37.

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αργειακός Πολιτισμός


Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Read Full Post »

Δαναοί (μυθολογία)


 

Η Λιβύη κόρη του Έπαφου και βασίλισσα της ομώνυμης χώρας, γέννησε με τον Ποσειδώνα δίδυμους γιους τον Αγήνορα και τον Βήλο. Ο Αγήνωρ αναχώρησε για τη Φοινίκη όπου ίδρυσε βασίλειο και έγινε γενάρχης μιας μεγάλης γενιάς. Ο Βήλος πήρε το βασίλειο της Αιγύπτου, παντρεύτηκε την κόρη του Νείλου Αγχινόη και απέκτησε κι αυτός δίδυμους γιους τον Αίγυπτο και τον Δαναό, στον οποίο έδωσε το βασίλειο της Λιβύης, τον δε Αίγυπτο όρισε για διάδοχό του. Από το γάμο τους με πολλές γυναίκες τα δύο αδέλφια απέκτησαν πολλά παιδιά. Πενήντα γιους ο Αίγυπτος, πενήντα κόρες ο Δαναός.

Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Αίγυπτου στην πατρική κληρονομιά. Θέλοντας να συμφιλιωθούν, ο Αίγυπτος πρότεινε στον Δαναό να νυμφευθούν οι γιοι του τις πενήντα κόρες του.

Εκτός από τις διαφορές για τα όρια των κρατών τους, ο Δαναός απέρριπτε κατηγορηματικά την πρόταση του αδελφού του να νυμφευθούν οι ανεψιοί του τις πενήντα κόρες του, θεωρώντας τους αιμόμικτους αυτούς γάμους ανόσια πράξη.

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι είχε πάρει χρησμό από έναν Αιγύπτιο μάντη, πως θα θανατωνόταν από έναν γιο του αδελφού του. Για να απαλλαγεί από την ασφυκτική επιμονή του αδελφού του και να γλιτώσει από την εκπλήρωση του θανατηφόρου χρησμού, ο Δαναός αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του, και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα.

Με τις οδηγίες της Αθηνάς ναυπήγησε πρώτος μια πεντηκόντορον (πενηντάκωπο πλοίο) την Δαναΐδα,[1] και παίρνοντας τις κόρες του αναχώρησε με προορισμό το αργολικό λιμάνι: «Δαναός τους Αιγύπτου παίδας δεδοικώς, υποθεμένης Αθηνάς αυτώ ναύν κατεσκεύασε πρώτος και τας θυγατέρας ενθέμενος έφυγε»[2]

Έτσι εκπληρώθηκε μια ακόμη προφητεία που είχε δώσει ο Προμηθεύς στην πρόγονο του Δαναού Ιώ«Πέμπτη μετά από αυτόν (τον Έπαφο) γενιά γυναικεία, με τις πενήντα κόρες πάλι στο Άργος αθέλητά της θα’ ρθη, των ξαδέρφων γάμο συγγενικό για να ξεφύγει˙ κι αυτοί ξεφρενιασμένοι από τον πόθο, σαν τα γεράκια θα ριχτούν ξοπίσω σε περιστέρες, κυνηγώντας γάμους αταίριαστους.»[3]

Στο Άργος βασίλευε ο Γελάνωρ της γενιάς των Ιναχιδών, από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να πάρει την εξουσία, αφού του έκανε γνωστή την καταγωγή του. Ο γέροντας και χωρίς διάδοχο Γελάνωρ έφερε αντιρρήσεις, με την επέμβαση όμως του αργειακού λαού του παρεχώρησε τον θρόνο.

Είχε προηγηθεί μια πάλη μεταξύ λύκου και ταύρου, προστάτη μιας αγέλης βοδιών, που έβοσκε μπροστά στα τείχη (Παυσαν. Κορινθ. 19, 3). Στην πάλη αυτή νικητής αναδείχθηκε ο λύκος. Οι Αργείοι που είχαν συγκεντρωθεί και παρακολουθούσαν, ταύτισαν τον ταύρο με τον Γελάνορα, και έκριναν ότι ο μοναχικός λύκος αντιπροσώπευε τον ξενόφερτο Δαναό.

Αφού έγινε κύριος του Άργους ο Δαναός, έχτισε την ακρόπολη με τεράστιους λαξευτούς ογκόλιθους, που ονομάσθηκε Λάρισα από την κόρη του βασιλιά Πελασγού. Στην κορυφή της έχτισε ναό προς τιμήν του Λαρισαίου Διός, όπου τοποθετήθηκε ξόανο (ξύλινο ομοίωμα) του θεού. Στην πόλη θεμελίωσε ναό προς τιμή του Λυκείου Απόλλωνος, γιατί πίστευε ότι ο θεός αυτός έστειλε τον λύκο εναντίον του κοπαδιού των βοδιών.

Σε λίγο καιρό κατέπλευσε ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του, και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι αιμόμικτοι γάμοι. Ο Δαναός προσποιήθηκε ότι δέχεται. Αφού έγινε κλήρωση για να γνωρίζει ο κάθε νέος ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές. Ο Δαναός παράθεσε και συμπόσιο, όπου για πρώτη φορά εψάλη ο Υμέναιος.

Τη νύχτα όμως του γάμου ο Δαναός, κατατρυχόμενος ακόμη από το φόβο της εκπληρώσεως του χρησμού, έδωσε σε κάθε κόρη του ένα εγχειρίδιο με την εντολή να θανατώσουν τους συζύγους στον ύπνο τους. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν και πραγματοποίησαν την πατρική προσταγή.

Δύο όμως από αυτές, δεν μπόρεσαν να υψώσουν δολοφονικό χέρι και να βάψουν το ξίφος με το αίμα των εξαδέλφων – συζύγων τους. Η Ρόδη (ή Βεβρύκη) σύζυγος του Ιππόλυτου και η Υπερμνήστρα που είτε γιατί ο σύζυγος και εξάδελφός της Λυγκεύς την σεβάστηκε είτε γιατί  υπερίσχυσε ο πόθος της μητρότητας κατά τον Αισχύλο, δεν τον θανάτωσε. Από το χέρι του Λυγκέα βρήκε τελικά τον θάνατο ο Δαναός, και έτσι επαληθεύτηκε ο χρησμός του Αιγύπτιου μάντη.

Ο Δαναός όρισε με νόμο, οι Αργείοι από Πελασγοί στο εξής να λέγονται Δαναοί, ονομασία που στα Ομηρικά έπη συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, χαρακτηρίζοντας «ποιητική αδεία» τους Έλληνες ως μίαν ολότητα: «κατ’ Ευριπίδην, Πελασγιώτας δ’ ονομασμένους το πρίν, Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν᾽ Ελλάδα».[4]

Οι Δαναΐδες, αφού καθαρίστηκαν από το ανοσιούργημά τους από την Αθηνά και τον Ερμή, ήρθαν σε δεύτερο γάμο με εντόπιους νέους. Ο Δαναός προκήρυξε γαμήλιους αγώνες, τα «Σθένεια». Στον νικητή έδινε για έπαθλο μια κόρη του. Έτσι έκανε γαμβρούς τους άριστους από τους Αργείους νέους, και οι Δαναΐδες έγιναν μητέρες των θηλυσπόρων απογόνων του Δαναού, από τους οποίους προήλθε μια μεγάλη γενιά ένδοξων ηρώων, μεταξύ των οποίων και ο Παλαμήδης. Ένας ακόμη ο Ηρακλής, θα γινόταν ο λυτρωτής του καρτερόθυμου Τιτάνα Προμηθέα, όπως ο ίδιος είχε προαναγγείλει στην Ιώ: «Απ’ τη σπορά της (της Υπερμνήστρας), κάποιος αντρειωμένος άντρας θα γεννηθεί, δεινός τοξότης που απ’ τα πάθη αυτά θα με λυτρώσει»[5]

Η εγκατάσταση του αγλαόθρονου Δαναού και των θυγατέρων του στο Άργος, υπήρξε ευεργετική και συνέβαλε σημαντικά στην περαιτέρω ανάπτυξη του υπάρχοντος εγχώριου πολιτισμού. Θέσπισαν τελειότερους νόμους, στους οποίους υπήγαγαν θέματα του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου. Καθιέρωσαν την λατρεία της Αθηνάς και τα θεσμοφόρια. Δίδαξαν την ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, καταλληλότερων για μακρινά ταξίδια. Η αργείτικη γη ξαναζωντάνεψε, με την ανόρυξη φρεάτων και με τα αρδευτικά έργα που δίδαξαν στους Αργείους ο Δαναός και οι κόρες του. Όπως μας πληροφορεί ο Στράβων,

 «έχει όμως και πολλά φρέατα τα οποία οφείλει στην ευτυχή ανακάλυψη των θυγατέρων του Δαναού. Διά τούτου δε αναφέρουν στον στίχο (του Ησιόδου): «το Άργος ήταν στερημένο από νερό, αλλά χάρις στις Δαναΐδες απέκτησε και κατέστη ένυδρο».[6]

Αύξησαν επίσης τον φυτικό πλούτο, με την καλλιέργεια νέων άγνωστων φυτών που μετέφεραν από την προηγούμενη πατρίδα τους. Με τα έργα αυτά αρδεύτηκε η διψασμένη αργολική πεδιάδα και πλουτίσθηκε, ώστε να ονομασθεί για την γονιμότητα και την πολυφορία της ούθαρ αρούρης (μαστάρι της γης) από τον Όμηρο.

Οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους Δαναό, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς, και κόσμησαν τον τάφο του με λαμπρό μνημείο το οποίο ονόμασαν «Πλίνθιον», ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα του μαζί με της Υπερμνήστρας με την επιγραφή:

 «Οι ανδριάντες αυτοί εικονίζουν ήρωες˙ τον ισχυρότερο βασιλιά του Άργους Δαναό και την Υπερμνήστρα, η οποία μόνη από τις αδελφές της είχε τα χέρια αμόλυντα».[7]

Οι Δαναΐδες λατρεύτηκαν σαν νύμφες των πηγών. Παρά τον εξαγνισμό τους όμως, όπως αναφέρει μια μεταγενέστερη παράδοση, στον Άδη καταδικάστηκαν με την αιώνια τιμωρία να γεμίζουν με νερό έναν πίθο χωρίς πυθμένα: «Εις τον των Δαναΐδων πίθον υδροφορείν» έλεγε μια αρχαία παροιμία, για αυτούς που οι προσπάθειες που κατέβαλαν για να πετύχουν κάτι, απέβαιναν μάταιες.

Από τις πενήντα Δαναΐδες ξεχωριστή θέση στην Αργολική Μυθολογία παίρνουν η Υπερμνήστρα και η μητέρα του πρώτου Ναυπλίου Αμυμώνη.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Κατά τον Αθ. Σταγειρίτη η ναυς του Δαναού ονομαζόταν «Αργώ». Ο ίδιος θεωρεί πιθανό από αυτήν την πρώτη Αργώ να πήρε το όνομά της και η μεταγενέστερη της Αργοναυτικής εκστρατείας: «Ωνομάσθη δε ως είρηται από του ναυπηγού Άργου ή από της πόλεως Άργους ή επειδή εναυπηγήθη, ως η ναύς του Δαναού, Αργώ καλουμένη και εκείνηּη επειδή είχε Αργείους ηγεμόνας….»  (Ωγυγία βιβλ. Θ’ σελ. 143)

[2] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β, 12.

[3] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 864-870, εκδ. Κάκτου, μετ. Τάσου Ρούσσου.

[4] Στράβων Γεωγραφικά. Η,371,9.

[5] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 882-885, εκδ. Κάκτου, μετ. Τ. Ρούσσου.

[6] Γεωγραφικά, Η, 371, 8, Εκδ. Πάπυρος, μετ. Κ. Αραπόπουλου: «φρεάτων δ’ ευπορείν α ταις Δαναΐσιν ανάπτουσιν ως εκείνων εξευρουσών αφ’ ού και το έπος ειπείν τούτο «Άργος άνυδρον εόν, Δαναοί θέσαν Άργος ένυδρον»

[7] Παυσανίου, 10,10, 2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «Ηρώων δε εισίν αι εικόνες, Δαναός μέν ισχύσας των εν Άργει μέγιστον, Υπερμνήστρα δε α τε καθαράς χείρας μόνη των αδελφών».


Read Full Post »

Αμυμώνη (μυθολογία)


 

Αμυμώνη  του Félix-Henri Giacomotti

Αμυμώνη του Félix-Henri Giacomotti

Μια απ’ τις πενήντα Δαναΐδες, κόρη του Δαναού. Μητέρα της Αμυμώνης ήταν η Ευρώπη, και επομένως η Αμυμώνη ήταν ομοθαλής αδελφή της Αγαύης ή Αγαυής, της Αυτομάτης και της Σκαιής. Η Αμυμώνη, κατά την επικρατούσα εκδοχή, παντρεύτηκε τον γιο του Αιγύπτου Εγκέλαδο και τον δολοφόνησε την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όπως έπραξαν με τους συζύγους τους και οι άλλες 48 από τις Δαναΐδες. Ωστόσο, το όνομά της (που σημαίνει «αθώα») την ταυτίζει ίσως με την Υπερμήστρα, τη μόνη Δαναΐδα που δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της. Όταν έφτασε μαζί με τον πατέρα και τις αδελφές της στο Άργος, βγήκε όπως και οι άλλες, με διαταγή του τελευταίου να αναζητήσει νερό.

Αποκομμένη κάποια στιγμή δέχτηκε επίθεση Σατύρου. Κάλεσε σε βοήθεια τον Ποσειδώνα, που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος.

Στη θέση που την έκανε δική του ο Ποσειδώνας χτύπησε το έδαφος με την τρίαινά του κι’ ανέβλυσε πηγή, η γνωστή, ως τις μέρες μας, πηγή της Αμυμώνης.

   

Πηγές


  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969.
  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »