Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας – Ξενοφώντα Χρ. Ηλία


 

Ένας ογκώδης τόμος 700 σελίδων αποτελεί την κιβωτό πολύτιμων στοιχείων, όπως αυτά βρέθηκαν αποτυπωμένα σε γραπτές και προφορικές μαρτυρίες. Η κοπιώδης και σημαντικότατη εργασία του ερευνητή συγγραφέα Ξενοφώντα Ηλία αναφέρεται σε στοιχεία που συνέλεξε και αφορούν την περιοχή της Αλέας, τα χωριά Αλέα ή Μπουγιάτι, τη Σκοτεινή, τον Άγιο Νικόλαο, την Εξοχή, τη Φρουσούνα, το Πλατάνι και το Γυμνό. Η υπερδεκαετής έρευνα μαζί με την ιδιαίτερη ευαισθησία του συγγραφέα παρουσιάζουν ένα ολοκληρωμένο έργο με εκπληκτική ποικιλία μαρτυριών απαραίτητων για τον ιστορικό, αλλά και όποιον αγαπά και ενδιαφέρεται για τον τόπο.

Τοπογραφία της περιοχής του τέως δήμου Αλέας, κεφάλαια σχετικά με την αρχαία ιστορία του τόπου, αποσπάσματα περιηγητών που πέρασαν από την περιοχή, ανασκαφικά ευρήματα, οδοποιία, προβλήματα αναδασμού, ιστορικά στοιχεία με σημαίνουσα βαρύτητα για γεγονότα σχετικά με την επανάσταση του 1821, απογραφές πληθυσμού, εκλογές, καταγραφή και αναλυτικά στοιχεία για τους ιερούς ναούς της περιοχής, για τα δημοτικά σχολεία και το δυναμικό τους, κοινωνικά θέματα (φιλονικίες και συγκρούσεις κατοίκων), εθνικά κτήματα, υδρόμυλοι, πύργοι και παλαιά σπίτια, προσωπικότητες του τόπου, καταστήματα, σύλλογοι, επώνυμα κατοίκων αποτελούν μερικά από τα θέματα που παρουσιάζονται ανάγλυφα με τις παρατιθέμενες πηγές.

Ο ερευνητής παρεμβάλλει το δικό του λόγο προσπαθώντας και πετυχαίνοντας την άρμοση των μερών και την κατατόπιση του αγωνιστή. Γράφει στον πρόλογο του έργου του:

«Επιθυμία από τα μαθητικά μου χρόνια ήταν να ασχοληθώ με την ιστορία της ιδιαίτερης μου πατρίδας της Αλέας και προς το σκοπό αυτό εργάστηκα πολλά χρόνια συγκεντρώνοντας, επαληθεύοντας και αξιολογώντας τις διάφορες μαρτυρίες που άντεξαν στη φθορά του χρόνου». Ο συγγραφέας μελέτησε και ερεύνησε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα χειρόγραφα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, το αρχείο Βαρδουνιώτη, το αρχείο Δ. Τσώκρη, τον τοπικό τύπο, διάφορα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, το αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας, το αρχείο της κοινότητας Αλέας, τα αρχεία των Δημοτικών Σχολείων, το αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Άργους, πολλά βιβλία σχετικά και ότι άλλο θα μπορούσε να προσφέρει μεγάλη ή μικρή βοήθεια.

Ο Ξενοφώντας Ηλίας έκρινε σκόπιμο να παραθέσει αυτούσια πολλά έγγραφα που φωτίζουν την ιστορία της περιοχής, γιατί αυτά θεώρησε ότι είναι η ουσία του παρελθόντος ενός τόπου, αλλά και γιατί τα περισσότερα από αυτά ήταν αταξινόμητα. Οι δικές του παρεμβάσεις είναι διακριτικές και γιατί τα έγγραφα και τα στοιχεία μιλούν μόνα τους αλλά και γιατί ο αναγνώστης θα πρέπει να μείνει μόνος απέναντι στα στοιχεία αυτά, να μορφώσει δική του γνώμη και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Το έργο είναι μια ιχνηλασία στον ιστορικό, εθνικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, πολιτικό, αγροτικό και ποιμενικό βίο των κατοίκων της περιοχής από το απώτερο παρελθόν μέχρι τις μέρες μας. Ο συγγραφέας  αντικειμενικός, και θαρραλέος, εμβριθής και ακούραστος, επίμονος και υπομονετικός μας μεταφέρει την αλήθεια των αιώνων και μας κάνει μετόχους μιας πλούσιας ζωής σε μια ορεινή περιοχή της πατρίδας μας. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1994.

 

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, σελ. 20, Άργος, 1994.

Read Full Post »

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Άργος – Ετυμολογία του Ονόματος


 

Α΄ Ονοματολογικά. Το όνομα Άργος είναι αρκετά παλαιό. Συναντάται κατά πρώτον στα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας, τα ομηρικά έπη. Η σημασία όμως του ονόματος σ’ αυτά είναι σχεδόν πάντοτε ευρυτέρα της συγκεκριμένης πελοποννησιακής πόλεως. Δηλαδή το όνομα άλλοτε δηλώνει όλο τον ελλαδικό χώρο, άλλοτε την Πελοπόννησο και ενίοτε την Αργολίδα άπασα. Η πολυποίκιλη αυτή εννοιολογική χρήσις του ονόματος συνεχίστηκε και σε κείμενα της μεταγενέστερης των ομηρικών επών γραμματείας.

Για να γίνωμε πιο συγκεκριμένοι, ο όλος ελλαδικός χώρος δηλώνεται στα χωρία της Ιλιάδος I 246 (ενί Τροίη εκάς Άργεος ιπποβότοιο = στην Τροία, μακριά από το αλογοτρόφο Άργος), Μ 70 (νωνύμους απολέσθαι απ’ Άργεος ενθάδε Αχαιούς = ανώνυμοι Αχαιοί από το Άργος χάθηκαν εδώ), Ν 227, Ξ 70, και της Οδυσσείας ω 37 (ός θάνες έν Τροίη εκάς Άργεος = ο οποίος πέθανε στην Τροία μακριά από το Άργος), και στα Γεωγραφικά του Στράβωνος VIII, p. 369. Ως Πελοπόννησος δηλώνεται στο Ο 372 της Ηλιάδος, στο α 344 της Οδύσσειας (καθ’ Ελλάδα και μέσον Άργος), στις Ικέτιδες 15 του Αισχύλου, στον Πλούτο 601 του Αριστοφάνη, στον Αρίσταρχο, σχόλιο στο Δ 171 της Ηλιάδος, στα Γεωγραφικά του Στράβωνος.

Συγκεκριμένα, στον Στράβωνα διαβάζομε: «Οίμαι δ’ ότι και Πελασγιώτας και Δαναούς, ώσπερ και Αργείους, η δόξα της πόλεως ταύτης και τούς άλλους Έλληνας καλείσθαι παρεσκεύασεν = Νομίζω ότι και τους Πελασγούς και τους Δαναούς, όπως ακριβώς και τους ίδιους τους Αργείους και τους άλλους Έλληνες η δόξα αυτής της πόλης τους έκανε να αποκαλούνται Αργείοι» (VIII, p. 371). Και πάλι γράφει o Στράβων: «Άργος την Πελοπόννησον λέγει = Ονομάζει την Πελοπόννησο Άργος » (sc. Όμηρος) (VIII, p. 371). H στενότερη έννοια του ονόματος Άργος στα ομηρικά έπη ευρίσκε­ται στη χρήσι της ως χώρου της ηγεμονίας του Αγαμέμνονος (Ίλ. Β 108, 287, I 141, 283, Όδ. γ 251, 262), δηλώνεται δηλ. όλη η Αργολίδα.

Η πόλις του Άργους σε προϊστορικά και σε πρώιμα ιστορικά χρόνια είχε και άλλες ονομασίες, όπως Φορωνικόν άστυ, Αιγιάλεια, Ιάσιον. Το Φορωνικό άστυ οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ως την πρώτη πόλιν του κόσμου.

Το Άργος στα κείμενα χαρακτηρίζεται Αχαϊκόν, Ιππόβοτον, το Πελοποννήσιον, το κοίλον, πολυψίδιον, Άργος Ήρας ή Αργεία Ήρα κ.α. Το Άργος ρητώς ως πόλις της Πελοποννήσου αναφέρεται από τον Αριστο­φάνη: «Ώ πόλις Άργους, κλύεσθ’ οία λέγει = Ω! πόλη του Άργους άκου, όσα λέγει». (Πλούτος, σ. 601, Ιππής, σ. 813).Το όνομα αυτοτελές δεν έχει επισημανθή στις πινακίδες με γραμμική γραφή Β. Απαντά όμως εμμέσως, ως δεύτερο συνθετικό, στα ονόματα Πόδαγρος, Στόμαργος και Στύμαργος.

Στα αρχαία χρόνια υπήρχαν και εκφράσεις στις οποίες το όνομα Άργος αποκτούσε κάποια ιδιαίτερη σημασία. Συγκεκριμένα, Άργους γαία = Ελλάς, Άργεος μυχός= τα ενδότερα της Πελοποννήσου. Παροιμιώδης ήταν η έκφρασις «Άργους λόχος ή λόφος», πού εσήμαινε κατά τον Αποστόλιο (III 75) τη δεινή συμφορά λόγω σφαγής πού έλαβε χώρα εκεί. Επίσης, κατά τον Ζηνόβιο, υπήρχε έκφρασις «ως την Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται» (VI 52). Και παροιμίες: «Αργείοι φώρες»= οι προδήλως πονηροί (Αριστο­φάνη Ανάργυρος), «Αργείους οράς» για οξυδερκείς (Σούδα) κ.ά.

Άλλοι τύποι του ονόματος: Ως εθνικό το όνομα έχει τον τύπο Αργείος, προερχόμενο εκ του Αργέσ-jος, και απαντάται κατά πρώτον στα ομηρικά έπη, όπου Αργείοι= Έλληνες.

Υπάρχει όμως και δεύτερος τύπος Αργόλας, πού απαντάται στον Ευριπίδη (Ρήσος, σ. 41) και τον Αριστοφάνη (Αποσπ. 284). Ο Ευριπίδης γράφει: «πυραίθει στρατός Αργόλας = ο αργειακός στρατός ανάβει φωτιές». Υπάρχουν ακόμη και οι τύποι Αργείωνες, Αργειώται και Αργειάδαι. Στα νεώτερα χρόνια επεκράτησε ο τύπος Αργίτης. Το όνομα Αργόλας εσήμαινε και είδος όφεων εξ Άργους, κατά το λεξικό της Σούδας. Υπάρχει όμως και θηλυκός τύπος Αργολίς, για να δηλωθή η Αργεία γυναίκα (Πολύαινος) και ή χώρα (Παυσανίας II 15 4). Ο Στέφανος ο Βυ­ζάντιος (6ος αι. μ.Χ.) γράφει: «Αργολίς η χώρα και η γυνή». Η λέξις Αργολίς στις δύο αυτές σημασίες είναι ούσιαστικοποιημένο επίθετο με εννοούμενες τις λέξεις γη και γυνή.

Η λέξις όμως Αργολίς απαντάται και ως επίθετο σε αρχαία κείμενα. Έτσι έχομε το Αργολίς εσθής στον Αισχύ­λο (Ικέτιδες, σ. 236) και στον Ηρόδοτο Αργολίς μοίρα (I 82).

Κτητικό του ονόματος Άργος είναι το επίθετο Αργολικός, πού απα­ντάται κατά πρώτον στον Ηρόδοτο (VI 152). Υπάρχει και τύπος Αργολιστικός, πού υπάρχει στα Ελληνικά Οξυρύγχια (τ. IV, σ. 272, 10). Στα νεώτερα χρόνια επεκράτησε ο όρος Αργίτικος, πού σημαίνει περισσότερο τα τής Αργολίδος γης και λιγότερο τα του Άργους.

Επιρρήματα από το όνομα Άργος έχουν επισημανθή τρία στην αρχαία και Βυζαντινή γραμματεία: α) Αργόθεν= εκ του Άργους και απαντάται στο Σοφοκλή (Αντιγ., σ. 106) και τον Ευριπίδη (Ιφιγ. εν Ταύροις, σ. 70). β) Αργολιστί= κατά τον τρόπο των Αργείων, και απαντάται στον Πίνδαρο (Ισθ. 5 86) και στον Σοφοκλή (Αποσπ. 411). γ) Αργολικώς, πού χρησιμοποιείται από τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης (722, 63).

Υπάρχει και το ρήμα Αργολίζω, είμαι με το μέρος των Αργείων, και απαντάται στον Ξενοφώντα (Έλλην. IV 8 34) και τον Έφορο (Στεφ. Βυζ. λ. Άργος).

Το όνομα Άργος στην αρχαιότητα είχε ευρεία διάδοση. Δηλαδή πέραν του Πελοποννησιακού Άργους, καλουμένου υπό του Ομήρου Αχαϊκού Άργους, υπήρχαν και: Άργος Πελασγικόν (στη Θεσσαλία), Άργος Ορεστικόν (στη Μακεδονία), Άργος Αμφιλοχικόν (στην Αμφιλοχία), Άργος Κυπριακόν, και επίσης άλλες πόλεις ή θέσεις με το όνομα αυτό, όπως στην Κιλικία, Θράκη, Τροιζήνα, Καρία, Νίσυρο, Κάσο, Κάλυμνο, Ρόδο, Ήπει­ρο, Καλαβρία, Απουλία τής Ιταλίας κ.ά.

Για όλες αυτές τις τοποθεσίες υπάρχουν αναφορές στα κείμενα τής αρχαίας Γραμματείας και ο ενδιαφερόμενος μπορεί να τις βρή στις μεγάλες αρχαιογνωστικές Γραμματολογίες.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Β’ Ετυμολογικά


 

Ως προς την στην ετυμολογία του ονόματος, το τοπωνύμιο Άργος συνήθως προσδιορίζεται από τους γλωσσολόγους ως λέ­ξις αβέβαιας ετυμολογίας.

1. Ετυμολόγησις του ονόματος έχει ήδη επιχειρηθή από τα αρχαία χρόνια: Τον πρώτο π.Χ. αιώνα ο γεωγράφος Στράβων έγραφε στα «Γεω­γραφικά» του: «Άργος δε και το πεδίον λέγεται παρά τοις νεωτέροις, παρ’ Ομήρω δ’ ούδ’ άπαξ. Μάλιστα δ’ οίονται Μακεδονικόν και Θετταλικόν είναι». (VIII, p. 372). Δηλαδή, η λέξις Άργος σημαίνει το πεδίον, την πε­δινή χώρα, και η λέξις είναι Μακεδονική – Θεσσαλική, δηλ. πελασγική – προελληνική.

Το ότι η λέξις Άργος σημαίνει πεδίον επανέλαβε σε μεταγενέστερα χρόνια, τον 6° μ.Χ. αιώνα, ο Στέφανος ο Βυζάντιος, γράφων στα «Εθνικά» του: «Άργος σχεδόν πάν πεδίον κατά θάλασσαν» (λ. Άργος). Τη θέσιν ότι το όνομα είναι προελληνικό υπεστήριξαν κατά τους νεώτερους χρόνους ορισμένοι γλωσσολόγοι, όπως ο V. Windevens, στο έργο του Le Pelasgique (Louvain 1952, σ. 18 κ.έ.) και ο γλωσσολόγος – συντάκτης του έγκυρου γερμανόφωνου ετυμολογικού λεξικού, με τίτλο Griechisches etymo­logisches Wortebuch, Η. Frisk (Heidelberg 1960-1972, λ. Argos). Αμφότεροι παραπέμπουν σε ινδοευρωπαϊκή ρίζα ark- από την οποία παράγεται το ελληνικό ρήμα αρκέω (= διασφαλίζω, προφυλάσσω) και το λατινικό όνομα arx (= ακρόπολις, φρούριο). Αξιοπρόσεκτο είναι ότι στον Όμηρο το ρήμα αρκέω σημαίνει προφυλάσσω, αποκρούω. Την έννοια επαρκώ για πρώτη φορά συναντούμε στους τραγικούς ποιητές.

2. Από τα αρχαία χρόνια έρχεται και η άποψις ότι το τοπωνύμιο Άργος είναι κυριώνυμο. Λέγεται δηλαδή ότι ο Άργος ο τρίτος βασιλιάς της πόλεως του Άργους, πού έως τότε λεγόταν φορωνικόν άστυ, μετονό­μασε την πόλιν, δίδοντας σ’ αυτήν το όνομά του.

Λέγει σχετικά ο Παυσα­νίας: «Άργος δε, Φορωνέως θυγατριδούς, βασιλεύσας μετά Φορωνέα ωνόμασεν αφ’ αυτού την χώραν = Ο Άργος, ο γυιός του Φορωνέως, που βασίλευσε μετά τον Φορωνέα, ονόμασε την χώρα από το δικό του όνομα» (II 16 1). Άλλες μεταγενέστερες καταγραφές, όπως π.χ. αυτή του Μεγάλου Ετυμολογικού, λεξικού του 11ου αιώνα, θεωρούν ως ονοματοδότη της πόλεως άλλον Άργον μεταγενέστερο. Συγκεκριμένα, τον δισέγγονο του προμνημονευθέντος Άργου, πού έμεινε γνωστός ως Άργος ο πανόπτης. Αυτός ο Άργος, κατά τις αρχαίες αναφορές είχε 100 οφθαλμούς και ήταν φύλακας της Ιούς. Ο Λουκιανός λέγει ότι υπήρχε και αρχαία παροιμία «οξύτερον του Άργου οράν» (Ιστορ. 18), ενώ ο Θε­μίστιος αναφέρει άλλη «Άργου πλείονας έχει οφθαλμούς».

Άλλο Βυζαν­τινό λεξικό, του 11ου επίσης μ.Χ. αιώνος, το Γουδιανό, αναφέρει Άργον, πολυόμματον κύνα. Γράφει το λεξικό: «Άργος, χώρα Πελοποννήσου, από του Άργου του πολυομμάτου κυνός ωνομασμένη». Από τα ανωτέρω συ­νάγεται ότι ο Παυσανίας και ορισμένα Βυζαντινά λεξικά αναζητούν κάποιον ονοματοδότη της πόλεως, διαφοροποιούνται όμως στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου ονοματοδότη. Οι θέσεις πάντως αυτές δεν αντιμε­τωπίζουν το πρόβλημα της ρίζας του ονόματος.

3. Αξιοπρόσεκτη είναι και η θέση του γραμματικού του 6ου μ.Χ. αιώνα Γεωργίου Χοιροβοσκού, ο οποίος δέχεται ότι το τοπωνύμιο Άργος παράγεται από τη λέξιν αργός πού σημαίνει δύο τινά: α) αργός= λευκός και β) αργός= ταχύς. Οι σημασίες αυτές πράγματι υπάρχουν στα ομηρικά έπη: Στο ο 161 της Οδύσσειας διαβάζομε: «αιετός αργήν χήνα φέρων», όπου το αργός= λευκός. Και στο Α 50 της Ηλιάδος γίνεται λόγος για «κύνας αργούς», δηλαδή ταχείς σκύλους.

Τις θέσεις αυτές επαναλαμβάνει το Μέγα Ετυμολογικόν (λεξικό του ενδεκάτου μετά Χριστόν αιώνος). Από τους νεώτερους γλωσσολόγους ο P. Chantraine, στο πολύ έγκυρο ετυμολο­γικό λεξικό του τής αρχαίας Ελληνικής, συσχετίζει, ως προς τη ρίζα, το όνομα Άργος με το επίθετο εναργής, οπότε το όνομα Άργος δηλώνει τον λευκό, τον λαμπρό. Ο συνάδελφος Γιώργος Μπαμπινιώτης επιχειρεί να ερμηνεύση την έννοια του λευκός και γράφει ότι «ίσως δηλώνει την όψη πού παρουσιάζει η αργολική πεδιάδα (= λευκή) την εποχή του θερισμού» (λ. Άργος). Στην περίπτωσιν δηλ. αυτή το τοπωνύμιο είναι περιγραφικό του χώρου, με συγκεκριμένη περιγραφή του χρώματος της περιοχής, όπως τούτο π.χ. γίνεται στα νεώτερα τοπωνύμια Ασπρόχωμα, Κοκκιναράς, Κοκ­κινιά κ.α.

4. Άλλοι ετυμολόγοι θεωρούν ότι το όνομα Άργος είναι η λέξις αγρός και παίρνει αυτόν τον τύπο από αναγραμματισμό των συμφώνων γρ, πού γίνονται ργ και αναβιβασμό του τόνου. Το τοπωνύμιο κατ’ αυτήν την ετυμολόγηση είναι περιγραφικό (appellativum), κατά τη γλωσσολογική ορολογία, και προσδιορίζει τη γεωλογική σύστασιν του εδάφους, όπως τούτο γίνεται λ.χ. στα νεώτερα τοπωνύμια Βράχος, Ράχες, Βουλιαγμένη, Πέντε Πηγάδια, Τράχωνες (τραχώνι= βράχος) κ.ά. Κατά τους νεώτερους χρόνους από τους πρώτους πού υιοθέτησαν την εκδοχή αυτή ήταν ο Άγγλος πολιτικός και λόγιος του 19ου αιώνα Γουίλιαμ Γλάδστων στην πραγματεία του Homeric Studies (Achaeis, παρ. 8).

5. Ως μία, τέλος, άλλη ετυμολογία του ονόματος είναι η προτεινόμε­νη από τον διαπρεπή γλωσσολόγο και ελληνιστή του 19ου αιώνα Γεώργιο Κούρτιο, κατά την οποία το όνομα πρέπει να συσχετισθή με το ρήμα ορέγω και το λατινικό regio και σημαίνει «μέρος της χώρας». Πριν ή τελειώσω τη σύντομη αυτή αναφορά στα ονοματολογικά και την ετυμολογία του ονόματος Άργος, θα πρέπει να δηλώσω και τη δική μου προτίμηση στις πολλές προταθείσες θέσεις.

Νομίζω, λοιπόν, ότι η παλαιότερη πρόταση φαίνεται να είναι και η πλέον έγκυρη. Είναι δηλαδή η πρόταση του Στράβωνα, σύμφωνα με την οποία το όνομα Άργος παράγεται από την λέξιν αγρός, στην οποία συμ­βαίνει αντιμετάθεσις των συμφώνων ργ και επίσης αναβιβασμός του τόνου, φαινόμενο αρκετά διαδεδομένο στην ελληνική γλώσσα, ήδη από τα προελ­ληνικά χρόνια (π.χ. ερχομενός > Ορχομενός, ξανθός > Ξάνθος, κοντός > Κόντος κ.λπ.).

* Η μετάφραση των αποσπασμάτων από τα αρχαία,  έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Αθανάσιος Βερτσέτης                                              

Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών                                            

Σταυρούλα Πετράκη – Βερτσέρη

Σχολική Σύμβουλος

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

Read Full Post »

Κουρμπέν Πωλ – Paul Courbin (1922-1994)


 

Paul Courbin

Παύλος Κουρμπέν. Διαπρεπής Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής. Γεννήθηκε στη Λυών και σπούδασε στην Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ του Παρισιού. Υπήρξε μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών (1949-1954) και Γενικός Γραμματέας της ίδιας Σχολής (1954-1960). Αργότερα εκλέχτηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού, όπου δίδαξε επί σειρά ετών αρχαιολογία και μεθόδους ανασκαφής, από το 1960 μέχρι το 1991.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών αρχίζει τις ανασκαφές στο Άργος, ο Πωλ Κουρμπέν συνδέθηκε με την ιστορική πόλη, όπου η ανασκαφική και ερευνητική του δραστηριότητα υπήρξε πολύ αξιόλογη. Με την εποπτεία του άρχισαν οι Γάλλοι νεαροί επιστήμονες τις έρευνες και χάρη στο ενδιαφέρον και στο ζήλο του Κουρμπέν κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από το Δήμο και με έξοδα του Γαλλικού κράτους. Τα εγκαίνια της νέας πτέρυγας έγιναν τον Ιούνιο1961 και άρχισε να φιλοξενεί τα διάφορα ευρήματα των ανασκαφών.

Ο Πωλ Κουρμπέν έχει δημοσιεύσει για το Άργος πολλές μελέτες και άρθρα στο επιστημονικό περιοδικό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής «Δελτίον Ελληνικής Αρχαιολογίας» (BCH). Μνημονεύουμε μερικές από τις εργασίες αυτές: «Γεωμετρικοί τάφοι του Άργους» (1974), που αναφέρεται στην ταφική αρχιτεκτονική και στα ταφικά έθιμα της γεωμετρικής εποχής, «Η σημασία του Αργειακού γεωμετρικού ρυθμού» (1992), «Μία οδός του Άργους» (1956), που αναφέρεται στην τοπογραφία της αρχαίας πόλης, και άλλες. Επίσης, έγραψε το πολύτιμο βιβλίο του «Η Γεωμετρική κεραμεική της Αργολίδας» (1966) και έλαβε μέρος σε διάφορα διεθνή επιστημονικά συμπόσια με θέματα για το Άργος.

«…Ένας από τους φίλους του Paul Courbin έγραψε ότι διατηρούσε την ανάμνηση «μιας δυνατής προσωπικότητας, ενός ενεργητικού και μεθοδικού δουλευτή, ενός οξυμένου κριτικού πνεύματος, ενός ανθρώπου γεμάτου από αιχμηρό χιούμορ και ενός συναδέλφου που τον διακατείχε η απόλυτη ειλικρίνεια»… Ο Ρ. Courbin έφτασε μαζί με τη γυναίκα του Colette Courbin και τα δύο παιδιά τους το 1949 στην Αθήνα, όπου και έμεινε δέκα χρόνια, σαν μέλος αρχικά και στη συνέχεια σαν Γενικός Γραμματέας της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Η κόρη τους, κυρία Florence Courbin, που είναι σήμερα μαζί μας, διάλεξε για να ζήσει στην Ελλάδα». 

Από την ομιλία του Δ/ντή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής κ. Rouland Etienne στην αίθουσα του «Δαναού» (8-9-1995).

Ο Κουρμπέν δεν ασχολήθηκε μόνο με το Άργος. Πολλά χρόνια αφιέρωσε για τις έρευνές του στο Μπασίτ των ακτών της Συρίας, όπου διεξήγαγε ανασκαφές από το 1971 έως το 1984, επειδή τον απασχολούσε ο ελληνικός αποικισμός στην ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις των Ελλήνων με τη Φοινίκη. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών αυτών δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Ανασκαφές στο Mπασiτ. Τάφοι του Σιδήρου» (1993).

Επίσης, εργάστηκε στην Αθήνα και στη Δήλο. Από μαθητής ήδη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό της άρθρα για «Έναν νέο αττικό αρχαϊκό κάνθαρο» (1952) και για την «Καταγωγή του αττικού κανθάρου» (1953). Για τις έρευνές του στη Δήλο έγραψε το βιβλίο «Ο οίκος των Ναξίων» (1980). Επίσης, δημοσίευσε το 1982 το βιβλίο του «Τι είναι αρχαιολογία».

Το ανασκαφικό και συγγραφικό έργο του Κουρμπέν αποτελεί σταθμό για την ιστορία του Άργους, για το οποίο έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη. Ο Δήμος Άργους τον τίμησε  ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο Δημότη Άργους. Μιλούσε αρκετά καλά την ελληνική γλώσσα. Πέθανε στην πατρίδα του ύστερα από μακρά ασθένεια στις 22 Μαΐου 1994.

  

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Χαράλαμπος Κριτζάς, « Πωλ Κουρμπέν – Μια από τις κορυφαίες μορφές της Αρχαιολογίας της Εποχή μας», Περιοδικό Αναγέννηση, σελ. 16-17, τεύχος 319, 1994.

Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

Τρικούπης Μ. Ιωάννης (1750-1824)


 

 

Ιωάννης Τρικούπης

Ο Ιωάννης Μ. Τρικούπης (1750-1824), πατέρας του Σπυρίδωνα και παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, γεννήθηκε και πέθανε στο Μεσολόγγι. Ήταν γιος του Ματθαίου Τρικούπη, πλοιάρχου και προεστού της πόλης, και της Ρήνας Αναστασίου Κουρκουμέλη.  Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε στη γενέτειρά του, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Παλαμά. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιθάκη μαθαίνοντας ιταλικά και γαλλικά, και κατόπιν στην Πάτρα. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γαβριήλ τον οποίο ακολούθησε για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, όταν εξελέγη πατριάρχης με το όνομα Γαβριήλ Δ’. Περί το 1780 επέστρεψε στο Μεσολόγγι, όπου εγκαταστάθηκε μονίμως.

Ως πρωτότοκος διαδέχθηκε τον πατέρα του, τόσο στις ιδιωτικές υποθέσεις τους όσο και στην ενασχόληση με τα κοινά, εκλεγόμενος και αυτός προεστός. Εξαιρετικά δίκαιος και τίμιος, έχαιρε μεγάλης υπόληψης μεταξύ των συμπατριωτών του. Συγχρόνως όμως είχε κερδίσει και τη συμπάθεια του Αλή Πασά, που του παρείχε ειδικά προνόμια, μεταξύ των οποίων και την άδεια να φορά ευρωπαϊκά ρούχα. Με τα κουστούμια αυτά, αλλά και λόγω της ευρωπαϊκής του κουλτούρας, έμοιαζε περισσότερο με ξένο ευγενή παρά με μεσολογγίτη προύχοντα. Με την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα και το επιχειρηματικό πνεύμα που τον διέκρινε, αύξησε σημαντικά την πατρική περιουσία, την οποία κατόπιν διέθεσε σχεδόν όλη για τις ανάγκες του Αγώνα.

Εβδομηντάχρονος σχεδόν, ήταν από τους πρώτους που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και με την κήρυξη της Επανάστασης εξελέγη πρόεδρος των δημογερόντων και στη συνέχεια των εφόρων της πόλης. Υπηρέτησε τον Αγώνα στο πολιτικό πεδίο, αρχικά ως γερουσιαστής στη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και κατόπιν ως μέλος του πολιτικού τμήματος του συμβουλίου της Γενικής Διευθύνσεως της Δυτικής Ελλάδος. Λίγο πριν τον θάνατό του, το 1824, εκλέχθηκε και μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα αντικαθιστούσε κατά την απουσία του τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Ο Ιωάννης παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Παλαμά, κόρη της γνωστής και λογίας οικογένειας της πόλης. Απέκτησαν εννέα παιδιά, επτά αγόρια και δύο κορίτσια: τον Σπυρίδωνα, τον Αναστάσιο, η ύπαρξη του οποίου μέχρι τώρα αγνοείτο από τους βιογράφους της οικογένειας, τον Μάνθο και τον Κωνσταντίνο, που βρήκαν ηρωικό θάνατο στο Μεσολόγγι, τον Απόστολο, τον Νικόλαο, για τον οποίο δεν έχουμε πολλά στοιχεία, τον Θεμιστοκλή, την Ειρήνη, κατόπιν σύζυγο Ιωάννη Ραζηκότσικα και τη Μαρία, κατόπιν σύζυγο του δημάρχου Μεσολογγίου Δημητρίου Καψάλη.

 

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο  της Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

  

Read Full Post »

Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, Πελοπόννησος 1802 (Άργος, Μυκήνες, Αχλαδόκαμπος, Τρίπολη, Επίδαυρος) 


 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Διπλωμάτης καριέρας ο Έλγιν, ήξερε να επωφελείται από τη θέση του και την εύνοια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς την πατρίδα του, την κραταιά τότε Βρετανική αυτοκρατορία, και πέτυχε κάθε είδους διευκολύνσεις στο έργο του που ανέλαβε και το οποίο ξεπέρασε, κατά τον λόρδο Βύρωνα, σε βανδαλισμούς, καταστροφές και αρπαγές, ακόμη και τους Γότθους. Στο διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, ο λόρδος Έλγιν συνέλαβε το σχέδιο της απόσπασης και μεταφοράς στην Αγγλία μεγάλου αριθμού έργων τέχνης από τον ερειπιώνα, κυρίως της Ακρόπολης, αλλά και από ολόκληρη την Ελλάδα.

Συνεπίκουρος πολύτιμος στο εγχείρημά του στάθηκε η σύζυγός του λαίδη Μαίρη Έλγιν, το γένος Νίσμπετ, η οποία δε δίστασε να υποβληθεί στις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους του ταξιδιού, συνοδεύοντας τον μαζί με τα παιδιά τους, στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1802, για να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς τις εργασίες του συνεργείου, να δώσουν οδηγίες και να εποπτεύσουν άμεσα τη διεκπεραίωση του έργου τους και την αποστολή στην Αγγλία των συγκεντρωμένων από την λεηλασία αρχαιοτήτων. Περιόδευσε μάλιστα μαζί του, αμέσως μετά την άφιξή τους στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο για να ανιχνεύσουν την περιοχή και να εξετάσουν τυχόν ευκαιρίες για ανασκαφές και ανεύρεση πολύτιμων αντικειμένων, τις δε εντυπώσεις της, όπως και τις επιτυχίες που είχαν, αποτύπωσε εύγλωττα στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, στην Αγγλία και στη Γαλλία.

Ιδιαίτερα, βορρά στην αρπακτική τους βουλιμία, μετά την Ακρόπολη, έπεσαν η Ελευσίνα, απ’ όπου, εκτός των άλλων, πήραν ένα ολόσωμο άγαλμα της θεάς Δήμητρας, το Δαφνί, η Αίγινα, το Σούνιο, η Νεμέα, η Τίρυνθα, οι Μυκήνες, η Θήβα, το Άργος, η Κόρινθος, η Ολυμπία, η Δήλος απ’ όπου πήρε έναν ωραιότατο βωμό.

Ακόμη και τον Αλή Πασά επισκέφθηκε ο ακόρεστος Χουντ ( ιερέας στην πρεσβεία της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη και άμεσος συνεργάτης του Έλγιν) στα Ιωάννινα και εξασφάλισε την υπόσχεση του να βοηθήσει τον Έλγιν στη συγκέντρωση αρχαιοτήτων. Και οι μεν λέοντες οι λαξευμένοι στο υπέρθυρο της πύλης των Μυκηνών σώθηκαν επειδή η μεταφορά τους στο κοντινότερο λιμάνι κρίθηκε αδύνατη εξαιτίας του μεγάλου βάρους τους και του μεγέθους τους, όπως και η Ολυμπία, και μάλιστα ο Ερμής του Πραξιτέλη, πολλά όμως, χειρόγραφα, τόσο από τον Άγιον Όρος όσο και από συλλογές στην Κωνσταντινούπολη και σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, δεν ξέφυγαν από την « αρπακτικήν διάθεσιν του χριστιανού τούτου ιερέως».

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο έργο του «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», γράφει:

«Η λαίδη Έλγιν ταξίδεψε το 1802 στην Ελλάδα οικογενειακώς: με τον σύζυγο, τα παιδιά και πολυπρόσωπη ακολουθία, γραμματικούς, υπαλλήλους, υπηρέτες. Έφτασαν στην Αθήνα με συνοδεία ένα πολεμικό μπρίκι και εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του υποπρόξενου της Αγγλίας Λογο­θέτη. Η οικογένεια Λογοθέτη, γράφει η λαίδη Έλγιν στο ημερολόγιό της, μετακόμισε σε άλλο σπίτι. «Επιδιορθώσαμε το μακρύ δωμάτιο και έβαλα το πιάνο μου. Εκεί παίρνουμε το μπρέκφαστ, διαβάζουμε και γράφουμε. Στο χαγιάτι τακτοποιούμε νομίσματα. Βγαίνουμε περίπατο με το αμαξάκι κάθε μέρα, αμέσως μετά το γεύμα»*.  Στις 15 Απριλίου η λαίδη Έλγιν πήγε στο δημόσιο λουτρό. «Υπήρχαν εκεί 300- 400 γυναίκες, Ελληνίδες και Τουρκάλες. Αυτό πού έβλεπα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία». Είδε χορεύτριες, τραγουδίστριες και γυναίκες πού έπαιζαν ντέφι. Οι χοροί της φάνηκαν άσεμνοι.

Λίγο αργότερα η οικογένεια Έλγιν θα πραγματοποίηση το γύρο του Μωριά. Πέρασε στη Σαλαμίνα με την άκατο της αγγλικής φρεγάτας «Νάρκισ­σος», βγήκε πρώτα στην Ελευσίνα και ύστερα στην παραλία των Μεγάρων. Ήταν πια νύχτα. Σχηματίσθηκε όμως πομπή με πυρσούς και «ισχυρή φρουρά Αλβανών πού πυροβολούσαν συνεχώς και τραγουδούσαν αδιάκοπα τα εθνικά τους άσματα». Ξαναμπαρκάρησαν στο πλεούμενο και έφτασαν στην Κόρινθο. Εκεί θα επισκεφθούν τη λαίδη Έλγιν οι γυναίκες του Νουρήμπεη. Ήρθαν κουρνιασμένες σε φορεία-κασόνια φορτωμένα σε μουλάρια. «Κάθε μια σ’ ένα κασόνι, ένα κασόνι σε κάθε πλευρό, όπως οι τσιγγάνοι στα κοφίνια». Παραπετάσματα από πορφυρό ύφασμα έκρυβαν τις χανούμισσες από τα αδιάκριτα βλέμματα.

Στο Άργος θα καταλύσουν στο αρχοντικό του κοτζαμπάση Βλασσόπουλου, πού ήταν μπαρατάριος (προστατευόμενος) των Άγγλων**. Από το Άργος προχώρησαν στην Τριπολιτσά, ύστερα από πρόσκληση του πασά, με πολυάριθμη συνοδεία Τούρκων και Ελλήνων καθώς και φρουρά Αλβανών. Μόλις πέρασαν τον Αχλαδόκαμπο τους υποδέχτηκαν τσαουσάδες, τατάρηδες και αξιωματούχοι του πασά. Για τη λαίδη Έλγιν έφεραν το φορείο της πασίνας. Το κρεμούσαν ανάμεσα σε δυο μουλάρια πού οδηγούσαν έξη ιπποκόμοι.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Το φορείο προοριζόταν για δυο άτομα καθισμένα αντικριστά και έμοιαζε με σοφά. Είχε ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια και ήταν σκεπασμένο με ύφασμα στολισμένο με χρυσά κρόσσια, μεγάλες χρυσές φούντες και δυο φαρδιά καφασωτά, παράθυρα από όπου αγνάντευαν τα πέριξ.

Η είσοδος στην Τριπολιτσά έγινε με συνοδεία 700 ντελήδων. Όλοι οι κάτοικοι, λαμπροστολισμένοι και αρματωμένοι, είχαν παραταχτεί στις δυό πλευρές των δρόμων για να υποδεχτούν τον πρεσβευτή και τη σύζυγό του. Από όλες τις ντάπιες βροντούσαν τα κανόνια. Ο πασάς έδωσε γραπτή άδεια στον Έλγιν για τη διενέργεια ανασκαφών στην Κόρινθο, Ολυμπία, Ήλιδα και αλλού. Στις 12 Μαΐου πήραν το δρόμο της επιστροφής. Στην Επίδαυρο μπαρκάρισαν σ’ ένα σπετσιώτικο ψαροκάικο και βγήκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στον Πειραιά.

Η λαίδη Έλγιν έδειξε μεγάλο ζήλο κατά την επιχείρηση λεηλασίας των μνημείων. Επιστατούσε στη συσκευασία και τη φόρτωση των καλλιτεχνικών θησαυρών. Στις 2 Ιουνίου 1802 έγραφε στη μητέρα της από την Αθήνα: «Χθες κατεβάσαμε από την Ακρόπολη και το τελευταίο από τα αντικείμενα πού χρειαζόμαστε. Μπορούμε άφοβα πια να περιφρονήσουμε τους εχθρούς μας. Είμαστε πολύ τυχεροί».***

Στις 15 Ιουνίου η οικογένεια Έλγιν άρχισε περιοδεία στις Κυκλάδες. Στη Τζιά θα φιλοξενηθεί στο αρχοντικό του Πάγκαλου, προξένου της Νεάπολης. «Μας είχαν ετοιμάσει μεγάλη υποδοχή. Μουσικοί και τραγουδιστές μας διασκέδασαν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Ακολούθησε χορός». Εννιά θυγατέρες είχε ο πρόξενος. «Η φιλοξενία τους ήταν μοναδική. Τραγούδησαν ελληνικά, ιταλικά και γαλλικά τραγούδια, χόρεψαν μενουέττα και πολλούς άλλους χορούς».

Από τη Τζιά στο Μαραθώνα. Διανυκτέρευσαν σε σκηνές στον τόπο της μάχης. Είδαν τον τύμβο πού είχε μισανοίξει ο Fauvel. Αποφάσισαν κι’ αυτοί μια πρόχειρη ανασκαφή με το πλήρωμα του πλοίου. Άνοιξαν τάφρο προς άλλη κατεύθυνση και βρήκαν θραύσματα αγγείων. Πλάι στον τύμβο υπήρχε ένα τετράγωνο κτίσμα. Υποθέτουν, γράφει η λαίδη Έλγιν, πώς ήταν ο τάφος του Μιλτιάδη. Κοντά στη Δήλο οι Άγγλοι βούλιαξαν ένα μανιάτικο πειρατικό καράβι. Αιχμαλωτίσθηκε ο καπετάν Ζάχαρης, 26 χρόνων, και 23 πειρατές. Αρχές Σεπτεμβρίου 1802 η οικογένεια Έλγιν γύρισε στην Πόλη διαμέσου Σμύρνης.

  

Στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, διαβάζουμε:

 

Τριπολιτσά, 11 Μαΐου 1802

 

[…] Συνεχίσαμε την πορεία μας και περάσαμε πανύψηλα βουνά, κάμπους και λοφοπλαγιές γεμάτες μυρτιές και άλλα αειθαλή. Μπαίνοντας στη μεγάλη πεδιάδα του Άργους κάναμε μια παρέκκλιση προς τ’ αριστερά, μισής ώρας περίπου, για να δούμε τα ερείπια της πόλης των Μυκηνών.

Σώζονται ακόμη οι μεγάλοι όγκοι των τειχών της αρχαίας Ακρόπολης, που λένε ότι είναι έργο Κυκλώπων. Σε μικρή απόσταση απ’ τα ερείπια αυτά υπάρχει ένας πελώριος θόλος, που κάποιοι πιστεύουν ότι είναι ο τάφος του Αγαμέμνονα και άλλοι ότι είναι το θησαυροφυλάκιο των Βασιλέων των Μυκηνών. Δύο μακρά τείχη συμπαγούς τειχοποιίας οδηγούν στην είσοδο αυτού του υπόγειου κτιρίου· όμως οι ορεινοί χείμαρροι είχαν παρασύρει τόσο χώμα, που απαιτούσε εξαιρετικό θάρρος να συρθεί κανείς μέσ’ απ’ την τρύπα, που ήταν κι η μοναδική είσοδος.

Μυκήνες, 1885

Μπήκα μετά από δισταγμό, έρποντας, και αυτό που αντίκρυσα με ικανοποίησε απόλυτα. Η πέτρα που σχηματίζει τα επιστήλια της πόρτας, είναι διαστάσεων που ξεπερνούν σε μέγεθος ο,τιδήποτε είχα δει στην Αθήνα. Τη μετρήσαμε και τη βρήκαμε εικοσιτέσσερα πόδια μήκος, δεκαεπτά πόδια πάχος και σχεδόν πέντε πόδια ύψος. Το σχήμα του θόλου είναι το σχήμα ενός πελώριου κοίλου κώνου φτιαγμένου από λαξευτές πέτρες.

Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά εκεί μέσα και, έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα, μπήκαμε σε μια δεύτερη αίθουσα πολύ πιο άτεχνης κατασκευής. Εδώ πρέπει να σας πω, ότι ο νεαρός Λογο­θέτης, ο φέρελπις γιος και κληρονόμος του Λογο­θέτη των Αθηνών, που αποκλειστική του ευθύνη ήταν να φροντίζει τον εαυτό του (αν και η μητέρα του του επέτρεπε να πηγαίνει οπουδήποτε πήγαινα εγώ) αρνήθηκε να μ’ ακολουθήσει στο δεύτερο θόλο — είδα τις τρίχες της κεφαλής του να σηκώνονται την ώρα που τρυπώναμε στον πρώτο θόλο, εγχείρημα, στη διάρκεια του οποίου τού ‘φυγε το καλπάκι του και γέμισε χώματα τα ρούχα του.

Μας είπαν ότι ο Αγάς του γειτονικού χωριού Χαρβάτι ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε το θόλο κι ότι είχε βρει μέσα ένα επιτάφιο φανάρι από μπρούτζο κρεμασμένο με μια αλυσίδα απ’ την κορυφή του θόλου· αφού δεν αποδείχθηκε ούτε χρυσό ούτε ασημένιο, το χάρισε σε κάποιους γύ­φτους. Μετά, προχωρήσαμε στην πεδιάδα του Άργους,  που είναι η πιο συστηματικά καλλιεργημένη περιοχή της Ελλάδας. Ο Βοεβόδας [σημ. Τούρκος διοικητής επαρχίας] έστειλε άλογα, πλούσια στολισμένα, για να μπουν στην πόλη πάνω σ’ αυτά ο Έλγιν κι η ακολουθία του.

Η συρροή θεατών ήταν πολύ μεγάλη· η πομπώδης αυτή είσοδος στην πόλη ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη για μένα με τον κόσμο να πυροβολεί προς κάθε κατεύθυνση και τα άλογα να κλωτσούν, ένιωσα πάρα πολύ τυχερή όταν βρέθηκα στο σπίτι του προστατευόμενού μας Μπαρατλή – Βλασόπουλου, [σημ. Baratly, έμπορος στον οποίο έχουν παραχωρηθεί προνόμια] όπου βρήκαμε κάθε λογής πολυτέλειες. Είναι πλούσιος και είχε επιπλώσει εκ νέου, το σπίτι του για την υποδοχή· είχαν ακόμη αγοράσει ένα σωρό καινούργια ασπρόρουχα, όλα κατά τα Αγγλικά πρότυπα.

Την εβδόμη Μαΐου παραμείναμε στο Άργος και την επομένη, μετά το γεύμα, ξεκινήσαμε για την Τριπολιτσά έχοντας δεχθεί τις εξαιρετικά πιεστικές επανειλημμένες προσκλήσεις του Πασά του Μοριά. Μας συνόδευαν ο δραγουμάνος του και πολυπληθής Τουρκική και Ελληνική συνοδεία, καθώς και ένας Αλβανός φρουρός ντυμένος με τη στολή των αρχαίων Μακεδόνων. Το βράδυ σταματήσαμε σ’ ένα χωριό εξαίσιας ομορφιάς· από τότε που έφυγα απ’ την Αγγλία ποτέ δεν ένοιωσα τόσο γοητευμένη με κάποιο τόπο.

Ξέρω ότι είναι αδύνατο να σας δώσω με την περιγραφή μου μια ιδέα απ’ τις γραφικές ομορφιές του Αχλαδόκαμπου. Τα σπίτια είναι απλές καλύβες από λάσπη, που απλώνονται στην πλαγιά ενός σχεδόν κάθετου βουνού, κατάσπαρτου από κάθε είδους αειθαλή και δέντρα όλων των αποχρώσεων και σχημάτων. Μετά από ένα περίπατο ανάμεσα στα βράχια και κάτω από τα δέντρα που ήταν γεμάτα αηδόνια, κοιμηθήκαμε σ’ ένα φτωχό καλύβι Αλβανών. Στους πρόποδες του λόφου και διασχίζοντας το χωριό κυλάει ένα μικρό ποταμάκι, που ήταν ξερό όταν είμασταν εκεί, αλλά το χειμώνα το νερό κυ­λάει ορμητικά και πρέπει να προσθέτει πολύ στην όλη εικόνα. Υπήρχαν πολλές ασυνήθιστα όμορφες κοπελιές σ’ αυτό το χωριό, αλλά κατά τα λεγόμενα όλων δεν έχουν την έμφυτη απλότητα, που θα περίμενε κανείς να συναντήσει σ’ αυτόν τον απόμερο τόπο. Κατά γενική ομολογία, αγαπούν τις διασκεδάσεις περισσότερο από όλες τις κυρίες της Πελοποννήσου. Νομίζω, απ’ ό,τι έχω δει, ότι αυτή είναι κι η ακριβέστερη περιγραφή τους.

Αχλαδόκαμπος

Το επόμενο πρωί, 9 Μαΐου, οι χωρικοί με τον ιερέα τους και τους γηραιότερους κατοίκους επικεφαλής, ήρθαν να παρακαλέσουν τον Έλγιν να ζητήσει την άδεια του Πασά του Μοριά να επισκευάσουν τη μικρή τους εκκλησία, που είναι τώρα πολύ ερειπωμένη, για να τελούν εκεί τη θεία λειτουργία, και δεν τολμούν να την επιδιορθώσουν χωρίς άδεια.

Πριν ξεκινήσουμε ήρθαν να μας συναντήσουν αγγελιοφόροι και οι αξιωματούχοι του Πασά που έφεραν ένα σκεπαστό φορείο για μένα, με το οποίο μεταφέρονται οι γυναίκες του Πασά απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Το μετέφεραν ανάμεσά τους δύο μουλάρια και το οδηγούσαν έξι άνδρες, όπως τα φορεία. Σε μερικά δύσκολα σημεία του δρόμου οι άνδρες σήκωναν κυριολεκτικά στα χέρια τα μουλάρια για να περάσουν. Ήμουν μέσα στο φορείο την πρώτη φορά που το επιχείρησαν κι επειδή καθόλου δεν το χάρηκα, παρακάλεσα να μ’ αφήσουν να βγω έξω την επόμενη φορά. Η Μάστερμαν κι εγώ είμασταν ξαπλωμένες φαρδιά-πλατιά αντικρυστά η μία στην άλλη, (σαν σε καναπέ με ωραία ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια, καλυμμένα από πορφυρό ύφασμα, που ήταν γαρνιρισμένο με χρυσά κρόσια και διακοσμημένο με μεγάλες χρυσές φούντες) με δυο μεγάλα καφα­σωτά παράθυρα, που πήρα το θάρρος να ανοίξω. Ένας μαύρος, που ήταν ο επικεφαλής αυτού του φορείου, βλέποντας τον Έλγιν να έρχεται για να μου μιλήσει, του έκανε νόημα να μην πάει από κείνη την πλευρά, γιατί ήταν ανοιχτή, αλλά από την άλλη, όπου το παράθυρο ήταν κλειστό. Ο Μαύρος με φρόντισε ιδιαιτέρως και δεν επέτρεπε τα αδιάκριτα βλέμματα. Ο τρόπος για να μπεις σε τέτοιο φορείο είναι να σκύβει κάποιος και να πατάς στη ράχη του — θα σας άρεσε κάτι τέτοιο; Στα τούρκικα τον ονομάζουν «το σκαλοπάτι»! Σας διαβεβαιώ ότι το μεταφορικό αυτό μέσον απο­δείχθηκε από χρήσιμο έως αναπαυτικό, ιδιαίτερα τις ώρες του αφόρητου καύσωνα στους πιο απότομους κι επικίνδυνους δρόμους πάνω στα βουνά.

Σταματήσαμε στα ερείπια των Αμυκλών, όπου λέγεται ότι υπήρχαν 365 εκκλησίες αφιερωμένες σε ισάριθμους αγίους. Τώρα δεν απομένει ούτε καλύβα και τα ερείπια — μόνο λίγοι κακοχτισμένοι τοίχοι και καμιά τοξοτή πόρτα — δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Εδώ μας υποδέχτηκε ο αρχικαφετζής του Πασά με τους υπηρέτες και τα σύ­νεργά του και μας ετοίμασε το φημισμένο τούρκικο καφέ του. Ο Δραγουμάνος μ’ άφησε να καταλάβω ότι θα ήταν καλύτερο να κάνω τη δημόσια είσοδό μου μέσα στο φορείο παρά έφιππη — υποθέτω το θεώρησε πιο σεμνό. Εγώ, βέβαια, συμμορφώθηκα με την υπόδειξή του, αλλά, αποφασισμένη να μη χάσω το θέαμα, στάθηκα αρκετά αναιδής, ώστε να ανοίξω και τα δύο παράθυρα.

Μας υποδέχτηκαν όλοι οι αξιωματούχοι της Αυλής του Πασά πάνω σε άτια πλούσια στολισμένα, και με τη συνοδεία ακολούθων και φρουρών, που έριχναν τζιρίτ**** και επιδείκνυαν την ιππική τους επιδεξιότητα. Είδα πολλούς να ρίχνουν το τζιρίτ και να τρέχουν να το σηκώσουν από το χώμα όπου ήταν πεσμένο, χωρίς να κατεβαίνουν απ’ τα άλογά τους. Άλλοι είχαν μπαστούνια με άγκιστρο στην άκρη και μ’ αυτά σήκωναν τα τζι­ρίτ από κάτω σε ταχύτατο ρυθμό. Η επιδεξιότητά τους ήταν θαυμαστή κι η επίδειξη αυτής της πομπής στην πεδιάδα της Μαντι­νείας ήταν ένα απ’ τα ωραιότερα θεάματα του κόσμου. Σκεφτόμουν συνεχώς πόσο θα χαιρόσαστε αν βλέπατε τη συντροφιά μας ιδιαίτερα ο Στρατηγός. Ήταν αληθινά ένα θέαμα μεγαλοπρεπέστατο.

Έστειλαν τρία άλογα παρελάσεως για τον Έλγιν, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκωτ, καθώς επίσης και πάρα πολλά εφεδρικά, όλα με τα λαμπρότερα στολίδια ο Αντικυβερνήτης και ο Αρχιθαλαμηπόλος πήγαιναν δίπλα τους, ο Δραγουμάνος πήγαινε μπροστά και τους ακολουθούσε μια πομπή από 600 ή 700 καβαλλάρηδες. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης ντυμένοι με τα καλά τους, ένοπλοι, είχαν παραταχθεί κατά μήκος των λεωφόρων, που οδηγούσαν στην πύλη της πόλης· και καθώς πλησιάσαμε, τα μεγάλα κανόνια έριχναν απ’ όλα τα κάστρα γύρω απ’ τα τείχη της πόλης.

Ένας άνδρας έριχνε χρήματα στα παιδιά και τους φτωχούς στους δρόμους, από ένα μεγάλο κεντητό κουτί. Υπήρχε κάτι το μεγαλοπρεπές σ’ αυτή του την πράξη. Το απόγευμα καταλήξαμε στο σπίτι του Δραγουμάνου, το οποίο διέθεσαν για τη διαμονή μας· εκεί μας υποδέχθηκαν οι αξιωματούχοι του Πασά και του Μπέη, για να μας συγχαρούν για την άφι­ξή μας. Έστειλαν απ’ το Σαράι του Πασά ένα πελώριο δείπνο από 30- 40 πιάτα γαρνιρισμένα κατά τα τουρκικά έθιμα.

 

10η Μαΐου

 

The letters of Mary Nisbet, London 1926

Ρυθμίστηκαν τα εθιμοτυπικά για την ακρόαση του Έλγιν απ’ τον Πασά και έστειλαν σε μένα δύο Τουρκάλες της αδελφής του Νουρή Μπέη να υπο­βάλλουν τις φιλοφρονήσεις της κυρίας τους για την άφιξή μου. Κι ο Πασάς έστειλε να με παρακα­λέσει να δεχθώ μέλη της φρουράς του, οποτεδή­ποτε ήθελα να πάω περίπατο στην εξοχή ή να δω τα αρχαία ερείπια κ.λ.π.

Έστειλαν τον αρχιθαλαμηπόλο με πολυάριθμη φρουρά και ακολούθους να συνοδεύσουν τον Έλγιν στο παλάτι του Πασά, με τρία άλογα πλου­σιοπάροχα στολισμένα για τον ίδιο, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκοτ. Καθώς οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς έχουν ελάχιστες επαφές με ξένους, αποκλείστηκα απ’ την ομήγυρη. Ο Έλγιν μου είπε ότι ο Πασάς τον δέ­χθηκε με σεβασμό και μεγαλοπρέπεια. Στην αίθουσα ακροάσεων οι αξιωματούχοι της Αυλής υποχρεώθηκαν να παραμείνουν όρθιοι. Ο Πασάς είπε κατ’ επανάληψη, ότι είχε προσπαθήσει να αποδώσει στον Άγγλο πρεσβευτή όλες τις τιμές και ότι είχε στην πραγματικότητα κάνει περισσότερα απ’ ότι θεωρούσε απαραίτητα για τρεις Πα­σάδες της τάξεώς του. Έτσι τώρα προσφωνώ τον Έλγιν, Πασά με εννιά αλογοουρές!

 

11η Μαΐου

 

Ο Πασάς ανταπέδωσε την επίσκεψη του Έλ­γιν σ’ ένα περίπτερο με θέα την πόλη. Ήταν ασυνήθιστα ευγενικός και χορήγησε γραπτές άδειες στους καλλιτέχνες μας να κάνουν ανασκαφές για αρχαιότητες στην Κόρινθο, την Ολυμπία, την Ήλιδα και αλλού. Επίσης έδωσε την άδεια να εξετάσουν το φρούριο της Ακροκορίνθου, αίτηση που είχε απορριφθεί ως τότε για όλους ανεξαιρέτως.

Το βράδυ μας επισκέφθηκε ο Νουρή Μπέης. Κατάγεται από την πλουσιότερη και αρχαιότερη τουρκική οικογένεια του Μοριά. Μου έστειλε ένα σάλι κι ένα κεντητό κουτί. Στον κύριο Χαντ και στον Δρ. Σκοτ έδωσε πανωφόρια από ερμίνα και έστειλαν στον Έλγιν ένα πολύ ωραίο από γούνα Ζιμπελίν, γιατί ο Πασάς είπε ότι δεν τολμούσε να ντύσει ένα πρόσωπο της τάξεώς του.

Το άλογο πάνω στο οποίο επέστρεψε ήταν το καλύτερο των σταύλων του Πασά και του το παρουσίασαν ντυμένο με πλούσια επιχρυσωμένα και κεντητά βελούδινα στολίδια. Ένα σάλι, ένα κεντημένο μαντήλι και δύο Ινδικά υφάσματα έστειλαν σε μένα.

 

12η Μαΐου

 

Ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Ο Πασάς είχε εξηγήσει λεπτομερώς στον Έλγιν τους κινδύνους που θα διατρέχαμε, αν συνεχίζαμε ως το Λεοντάρι ή προχωρούσαμε κι άλλο μέσα στην Αρκαδία, που ανυπομονούσαμε να δούμε. Αλλά οι αναρίθμητες συμμορίες ληστών, που λυμαίνονται αυτό το κομμάτι της Πελοποννήσου και αψηφούν την Πύλη, κάνουν το εγχείρημα εξαιρετικά επικίνδυνο για τους ταξιδιώτες.

Γευματίσαμε στις Αμύκλες και μετά από μια ξαφνική μπόρα, που μας έκανε μούσκεμα, φθάσαμε στο ‘Αργος κατά τις οκτώ το βράδυ. Στη διάρκεια της απουσίας μας ο Βοεβόδας της «Νάπολι ντι Ρομάνια» (Ναύπλιο) είχε καθαρίσει την είσοδο του υπογείου κτιρίου στις Μυ­κήνες. Βρήκαμε πολλά θραύσματα αγγείων και κομμάτια μάρμαρο που διακοσμούσαν την εξωτερική τους πλευρά. Υπήρχαν επίσης μερικά κομμάτια ενός αγγείου με μαρμάρινες ραβδώσεις εξαιρετικής Τέχνης.

Ολόκληρο το εσωτερικό αυτού του υπογείου κτίσματος έχει καλυφθεί με μπρού­τζινα καρφιά, πολλά από τα οποία υπάρχουν ακόμη. Φοβάμαι πως μοιάζει με θησαυροφυλάκιο, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι ο Τάφος του Αγαμέμνονα.

Μετά από ανάπαυση μιας ημέρας στο ‘Αργος ξεκινήσαμε με κατεύθυνση την Επίδαυρο. Στο δρόμο είδαμε τα φημισμένα τείχη της Τίρυνθας, όπου ζούσε ο Ηρακλής και που υποτίθεται ότι τα έκτισαν Κύκλωπες. Μοιάζουν έργο όντων θαυμαστών, δεν έχω ξαναδεί τόσο ογκώδη τείχη. Η θέα απ’ την κορυφή της ακροπόλεως είναι ιδιαίτερα γραφική.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Αφήσαμε τη Νάπολι ντι Ρομάνια στα δεξιά μας και, αφού περάσαμε διάφορα ερείπια αρχαίων Ελληνικών Ναών και τάφων, φτάσαμε στο χωριό Λυγουριό την ώρα του φαγητού. Σε απόσταση μιας ώρας απ’ το Λυγουριό είδαμε το ιερό Άλσος του Ασκληπιού και το Θέατρο, που θεωρούν ότι υπήρξε το τελειότερο του είδους του στην Ελλάδα. Οι κερκίδες είναι ακόμη σχεδόν άθικτες, περίπου 45 τον αριθμό, σε κοίλη κυκλική διάταξη και καθώς υψώνονται η μία πάνω απ’ την άλλη δημιουργούν μια θαυμάσια εντύπωση. Η σκηνή και όλη η διακόσμηση της πρόσοψης έχουν χαθεί και ο χώρος της ορχήστρας είναι σπαρμένος καλαμπόκι. Μερικά μαρμάρινα καθίσματα έχουν αφαιρεθεί. Έχουν φυτρώσει στο χώρο θάμνοι με ωραιότατο φύλλωμα. Η τοποθεσία είναι μαγευτική. Υπάρχουν εκεί κοντά πολλά άλλα ερείπια λουτρών, δεξαμενών και ναών.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Από κει, ακολουθήσαμε την κοίτη ενός χειμάρρου ανάμεσα από γκρεμούς και απόκρημνα βουνά ολόφυτα από μυρτιές, αρμπαρόριζες, πι­κροδάφνες, ελιές, χαρουπιές, αμμόχορτα και άλ­λους πανέμορφους θάμνους, που φυτρώνουν εκεί σε οργιώδη αφθονία, θα είχα σίγουρα καταστραφεί οικονομικά, αν μπορούσα να δωροδοκήσω τους θάμνους να εγκαταλείψουν τον καυτό ελληνικό ήλιο για τη δροσερή αύρα του Φέρθ. Αυτός αναμφισβήτητα, χωρίς καμιά εξαίρεση, στάθηκε ο πιο μαγευτικός περίπατος που έκανα ποτέ, ακριβώς στο στυλ μου: πολύ επικίνδυνος δρόμος και κατακόρυφα βουνά. Ήταν μια θλιβερή ζεστή ημέρα κι είμαστε έφιπποι για έντεκα συνεχείς ώρες, δεν θυμάμαι να ήμουν ποτέ περισσότερο κουρασμένη. Οι οδηγοί έχασαν το δρόμο κι έτσι είχε σκοτεινιάσει πια όταν φτάσαμε στο χωριό της Επιδαύρου.

Από την περιγραφή που έδωσαν κι οι γενίτσαροι ακόμα για τη βρωμιά και τα ζωύφια στις καλύβες, προτίμησα να κοιμηθώ στη σκηνή μας, όπου βέβαια η διαμονή δεν ήταν καθόλου ευχάριστη, γιατί η ζέστη ήταν αποπνικτική και η υγρασία διαπερνούσε το καραβόπανο.

Το επόμενο πρωί της 15ης Μαΐου, αφού είδαμε τα ερείπια, επιβιβαστήκαμε σε μια Σπετσιώτικη ψαρόβαρκα. Ο αντίθετος άνεμος μας εμπόδισε να αποβιβαστούμε στη νήσο Αίγινα, αλλά είδαμε τα ερείπια των ναών του Ποσειδώνα και του Πανελλήνιου Δία. Από τον πρώτο ναό σώζονται μόνον δύο κίονες και από τον άλλο, που λέγεται ότι είναι ο αρχαιότερος της Ελλάδας, είναι ορατοί εικοσιπέντε όρθιοι κίονες από κοινή πέτρα, Δωρικού ρυθμού και μεγάλων διαστάσεων. Τη νύχτα φτάσαμε στον Πειραιά και σταθήκαμε αρκετά τυχεροί: βρήκαμε στην αποβάθρα άλογα, που μας έφεραν στην Αθήνα στις οκτώ η ώρα περίπου.

 

Υποσημειώσεις:


 

*  The letters of Mary Nisbet of Dirleton Countess of Elgin, Arranged by Lieut. – Colonel Nisbet Hamilton, Grant, London 1926, σ. 177. Τον Μάιο του 1801 βρίσκονταν στην Αθήνα τα πεθερικά του Έλγιν, το ζεύγος Nisbet, και ασχολήθηκαν με συλλογή αρχαιοτήτων. Πολλά λάφυρα αποκόμισαν κατά την παραμονή τους στην Αθήνα, άλλα από ανασκα­φές, άλλα από αγορές και άλλα από δωρεές. Ο Bartholdy μας πληροφορεί ότι η κυρία Charlotte Hamilton Nisbet απόχτησε ένα από τα μάρμαρα πού αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές του λόρδου Aberdeen στην Πνύκα. Αυτό το μάρμαρο προοριζόταν να στολίσει ένα από τα τζάκια του μεγάρου τους (Voyage en Grèce fait dans les années 1803 et 1804…, Paris 1807, τ. Α’, σ. 160).

Ο πεθερός πάλι του Έλγιν απόχτησε τον μαρμαρένιο θρόνο του γυμνασιάρχου πού βρισκόταν στο μετόχι της Καισαριανής στην Αθήνα όπου ή κατοικία του μητροπολίτη (απεικονίζεται στο έργο των James Stuart και Nicholas Revett, The anti­quities of Athens…, London 1762, τ. Γ’, κεφ. 3). Ήταν δώρο του μητροπολίτη και κατέληξε στην έπαυλη της δισεγγονής του Nisbet (Adolf Michaelis, Der Parthenon, Leipzig 1870-1871, σ. 29). Πρόκειται για τον μητροπολίτη Γρηγόριο Γ’ πού μοίραζε με μεγάλη απλοχεριά τις αρχαιότητες των ναών της δικαιοδοσίας του. Στο ημερολόγιο του Έλγιν, πού έγραψε ο γραμματέας του Hamilton, διαβάζουμε: «Ο λόρδος Έλγιν εξασφάλισε άδεια του αρχιεπισκόπου να ερευνήση το εσωτερικό όλων των εκκλησιών και μοναστηριών στην Αθήνα και τα περίχωρα για την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Συχνά ασκήθηκε η εξουσία του αρχιεπι­σκόπου για να αποσπάση ο λόρδος Έλγιν μερικά περίεργα αντικείμενα. Η έρευνα αυτή απέφερε πολλά πολύτιμα ανάγλυφα, επιγραφές, αρχαία σκιάθηρα (ηλιακά ημερολόγια), μαρμάρινο θρόνο γυμνασιάρχου με τις μορφές του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα με εγχειρίδια και τον θάνατο της Λεαίνης» (Memorandum on the subject of the Earl of Elgin’s pur­suits in Greece, Edinburgh 1811, σ. 32).

** Ο Βλασσόπουλος ενεργούσε ανασκαφές στην περιοχή για λογαριασμό του Έλγιν. Επιστολή του επικεφαλής των συνεργείων της  λεηλασίας Lusieri προς τον Έλγιν (4 Ιουλίου 1804) αναφέρει ότι πλήρωσε 655 γρόσια στον Βλασσόπουλο για τις ανασκαφές στον τάφο του Αγαμέμνονα (Ιω. Γεννάδιου, Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα και τας Αθήνας ιδίως αρχαιολογήσαντες επιδρομείς 1440-1837, Έν Αθήναις 1930, σ. 11 σημ. 23).

***Να περιφρονήσουν τους ανταγωνιστές τους, τους Γάλλους δηλαδή, πού εποφθαλμιούσαν τα γλυπτά και έχασαν από τα χέρια τους την ευκαιρία εξ αίτιας της εισβολής του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο.

**** Η ρίψη του Τζιρίτ ήταν τρόπος διασκέδασης των Μωαμεθανών. Το Τζιρίτ ήταν ένα ευθύ λευκό ραβδί, κατά τι λεπτότερο από τη λαβή μιας ομπρέλας, και κυρτό στην άκρη. Δεν ήταν αγώνισμα εντελώς ακίνδυνο καθώς ένα κτύπημα στο κεφάλι μ΄ αυτό μπορούσε να αποβεί μοιραίο.

 

Πηγές


  • Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», τόμος Γ2, Πέμπτη Έκδοση, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα, 1997.
  • Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, «Πως λεηλατήθηκαν τα γλυπτά από τις μετόπες του Παρθενώνα», Εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη – Μία a posteriori*ιατροδικαστική εκτίμηση


 

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του Γέρου, γεννήθηκε στα 1798 και ήταν από τους πιο μορφωμένους Μωραΐτες στα χρόνια του μεγάλου ξεσηκωμού.** Μάλιστα ο Φωτάκος τον κατατάσσει δεύτερο μετά το Γεώργιο Σέκε­ρη. Είχε σπουδάσει στην Ακαδημία της Κέρκυρας (με συμμαθητή τον Γ. Τερτσέτη), ήταν άριστος μαθηματικός και γνώριζε καλά την αρχαία ελληνική και ιταλική γλώσσα και λίγα γαλλικά.

Σκοτώθηκε την εποχή του εμφυλίου, στις 13 Νοεμβρίου 1824, ημέρα Τρίτη και ώρα 4 μ.μ. λίγο έξω από το χωριό Παλλάντιο (Μπεσίρι) της Αρκαδίας, καθ’ οδόν προς Συλίμνα. Την επομένη το πτώμα του μεταφέρθηκε στη Συλίμνα και τάφηκε έξω από την εκκλησία του χωριού. Για τη δολοφονία του γράφτηκαν πολλά. Στις συνθήκες του θανάτου του αναφέρονται κυρίως ο αυτόπτης Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο Φωτά­κος.***

Συνέκδημος Ιατροδικαστική, 1870.

Για τη δολοφονία του Πάνου εντοπίσαμε μια a posteriori ιατροδικαστική εκτίμηση, που έγινε πολύ αργότερα και με βάση το κρανίο του, από τον γιατρό Ιωάννη Π. Πύρλα και δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» (Εν Αθήναις 1870, σσ. 101-103).

Ο Πύρλας υπήρξε πραγματικός ιατροφιλόσοφος με σημαντικό συγγραφικό έργο, μια πολύπλευρη προσωπικότητα, που άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην εποχή του. Γεννήθηκε στα 1818 στην Τρίπολη και πέθανε στα 1901 στην Αθήνα. Η «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» εκδόθηκε σε τρεις τόμους (1870-1874) και υπήρξε το τρίτο, και πλήρες, σύγγραμμα ιατροδικαστικής, που εκδόθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα.****

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν την ιατροδικαστική του εκτίμηση:

 

«Τα επί του κρανίου τοιαύτα τραύματα εν γένει εισί θανατηφόρα, οσάκις η σφαίρα εισέλθη εις τον εγκέφαλον. Ο θάνατος είναι τόσον ταχύτε­ρος, όσον το τραύμα κείται εγγύτερα τη βάσει του εγκεφάλου. Τοιούτον τραύμα τάχιστα θανατηφόρον υπέστη ο Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης το 1824.

Γνωστόν εστίν ότι ο πρωτότοκος ούτος υιός του Θ. Κολοκοτρώνου, όστις διεκρίνετο τω καιρώ εκείνω επί παιδεία και ικανότητα, εφονεύθη παρά την Τρίπολιν μετά την λήξιν εμφυλίου μάχης, συναφθείσης παρά τω χωρίω Θάνα, καθ’ ην ηττηθείς μετέβαινεν εις το χωρίον Σιλίμνα, ένθα ήτο στρατοπεδευμένος ο πατήρ αυτού· εν ω εβάδιζεν έφιππος επί της αγούσης εκ χωρίου Μπεσρίου εις Σιλίμναν, συνοδευόμενος παρ’ ο­λίγων σωματοφυλάκων˙ άνδρες εξ τον αριθμόν ευρισκόμενοι μετά την μάχην επί της θέσεως Κλεισούρα καλούμενης όπισθεν πετρών, πολύ απέχουσαν αυτού, πυροβολούσι κατά των οπι­σθίων αυτού μάλλον προς ύβριν παρά προς βλάβην, διότι μόλις η σφαίρα τουφεκίου έφθανεν, ότε μία μόνον σφαίρα τουφεκίου επιμήκους κρητικού, αφιχθείσα έτυχεν κακή μοίρα εξαιρε­τικώς μόνον τον Πάνον ήτις προσκρούσασα με­τά κρότου επί του κρανίου διήλθεν αυτό εκ των οπισθίων προς τα εμπρός και δεξιόθεν προς τ’ αριστερά πλαγίως, και επέφερεν αμέσως τον θά­νατον, καταπεσόντος του φονευθέντος εκ του ίππου και εγκαταλειφθέντος εκεί παρά των εριήρων εταίρων του, οίτινες ώχοντο φεύγοντες.

Το κρανίον του ατυχούς τούτου αρχηγού, το οποίον διατηρούμεν παρ’ ημίν, παρέχει λίαν περιέργους τας επ’ αυτού λυγράς οπάς της διελθούσης σφαίρας. Η μεν της εισόδου κείται επί της οπί­σθιας χώρας του δεξιού βρεγματικού οστού, 20 χιλιοστόμετρα απέχουσα της κορυφής του ινίου είνε κυκλική, και έχει διάμετρον κατά την εξω­τερική πλάκα του κρανίου 19 χιλιοστόμετρα, ά­γει δε ευρυνομένη εκ των εκτός προς την εσωτερικήν πλάκα, εν η η διάμετρος της οπής είνε 24 χιλιοστ. Η δε της εξόδου κείται επί του μετωπικού οστού προς τα όπισθεν και υπέρ άνω της αριστεράς ζυγωματικής αποφύσεως, (επί του μηνιγκίου), απέχουσα της οφθαλμικής κόγχης 25 χιλιοστομ. Η οπή αύτη έχει σχήμα ωοειδές ως κομβοδόχης πλατείας εκ των άνω προς τα κάτω, ευρυνόμενον δε εκ της εντός προς την εκτός πλάκα του κρανίου· και η μεν οπή της ε­ντός πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 7 χιλιοστ. την δε μείζονα 17 χιλιοστόμετ. η δε της έξω πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 22 χιλιοστομ. και την μείζονα 30 · ώστε η επί της έξω πλακός οπή, διατηρούσα το όμοιον σχή­μα της εντός, υπάρχει πολύ ευρύτερα.

Εκ της τοιαύτης διαθέσεως των οπών τούτων έπεται εκ των προρρηθέντων ότι η σφαίρα προσέκρουσεν καθέτως κατά του κρανίου εκ των οπισθίων, διόπερ και κυκλική εγένετο η οπή ότε διατρυπήσασα τας μήνιγκας του εγκεφάλου και αυτόν διαμπερές, καθ’ α απώλεσε μέρος της δυ­νάμεως αυτής, προσέκρουσεν αύθις πλαγίως επί της πλαγίας αριστεράς χώρας του μετωπικού ο­στού τούτων ένεκεν παρήχθη το τε επίμηκες ως κομβοδόχης σχήμα, η ευρύτης της όλης οπής, και το ευρύτερος της έξωθι πλακός. Εν συνόλω ειπείν αμφότεροι αι οπαί αύται της τε εισόδου, και της εξόδου διαφέρουσι πολύ προσαλλήλας˙ η της εισόδου είνε κανονική, και μείζονος διαμέ­τρου της εξόδου ως προς την μικροτέραν ταύτης διάμετρον. Ο δε θάνατος επήλθε τάχιστα ου μό­νον διότι η σφαίρα διήλθε διαμπερές και διαγω­νίως τον εγκέφαλον˙ αλλά και διότι διήλθε παρά την βάσιν αυτού.»

 

Υποσημειώσεις 


 

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Α posteriori, η γνώση που προέρχεται από την εμπειρία. Ο όρος «a posteriori» (Λατινικά: «εκ των υστέρων»), χρησιμοποιείται στην Φιλοσοφία μαζί με τον όρο «a priori» (Λατινικά: «εκ των προτέρων») για να προσδιορίσει έναν ειδικό τύπο σχολαστικής γνώσης. Ο ακριβής ορισμός του είναι ζωτικής σημασίας στην επιστημολογία, δηλαδή την μελέτη της γνώσης. Η φιλοσοφική εξέλιξη του όρου καθώς και η διενέξεις αναφορικά με τον ορισμό του και την χρήση του καθιστούν δύσκολη την επεξήγησή του. Δεινά υπεραπλουστευμένος ορισμός θα ήταν ο εξής: η a posteriori γνώση είναι γνώση που αποκτάται εμπειρικά και εξαρτάται από αυτήν την εμπειρία.

** Για τον Πάνο Κολοκοτρώνη βλέπε Χρίστου Στασινό­πουλου, «Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», Αθήνα χ.χ., Εκδόσεις Δεδεμάδη, τόμος Β’, σσ. 467- 470.

*** Θεόδωρου Ρηγόπουλου, «Απομνημονεύματα από των αρχών της επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881», Αθήναι 1979, σσ. 44-48, και Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδόσεις Χαρ. Μπούρα, τόμος 1ος, σσ. 542-546.

**** Γεωργίου Κατσά, «Η Ιατροδικαστική και τοξικολογία εν Ελλάδι από Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερον», περιοδικό «Ιατρική Πρόοδος», Μάιος 1937, σσ. 148-149.

 

Κώστας Δανούσης

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 33, Μηνιαία Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Φεβρουάριος 1991.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τρικούπη  Σοφία (1838-1916)

 


 

Σοφία Τρικούπη

Κόρη του Σπυρίδωνα και της Αικατερίνης Τρικούπη και αδελφή του Χαρίλαου Τρικούπη. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1838. Μεγάλωσε και μορφώθηκε στην αγγλική πρωτεύουσα και συναναστράφηκε τον κύκλο των επιφανών πολιτικών, καθηγητών και ευγενών ανδρών που είχε η οικογένεια. Με ευρύτητα καλλιέργειας και ισχυρό πνεύμα, έγινε κοινωνός των ιδεών και των σκέψεων του μεγάλου αδελφού της , για τον οποίο αισθανόταν αληθινό θαυμασμό, αφοσίωση και λατρεία.

Μετά το θάνατο των γονέων της, η ζωή της δόθηκε αμέριστα στην λατρεία  και την υπηρεσία του Χαρίλαου Τρικούπη. Το σπίτι της υπήρξε το κέντρο των ανώτερων διπλωματικών, πολιτικών και κοινωνικών συγκεντρώσεων. Οι αίθουσες στο σπίτι της Σοφίας Τρικούπη ήταν αυτές που έφεραν σε επικοινωνία την Ελλάδα με την Ευρώπη. Δεν υπήρχε μέλος  ηγεμονικής οικογένειας, δεν  υπήρχε επίσημος ή  επιφανής ξένος διερχόμενος από την Αθήνα, ο οποίος να μην επιζητούσε να επισκεφθεί τη Σοφία Τρικούπη, είτε όπως αρχικά συνέβαινε παρευρισκόταν  ο αδελφός της, είτε όχι. Είναι  ίσως  μοναδικό το παράδειγμα στην ιστορία  γυναίκας με τέτοιο εξαιρετικό χαρακτήρα.

Αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της, στη λατρεία και αφοσίωση του μεγάλου αδελφού της και στεκόταν στο πλευρό του σ’ όλη του τη ζωή , προσπαθώντας να τον απαλλάξει απ’ όλες τις μικροστενοχώριες και τις ενοχλήσεις που ήταν συνυφασμένες  με τη ζωή ενός πολιτικού.

Εξαιρετική φυσιογνωμία της νεώτερης Ελλάδας, η Σοφία Τρικούπη υπήρξε όπως γράφτηκε: « η ιδεώδης κόρη, αλλά και η ιδεώδης αδελφή, διανύσασα όλον τον βίον αυτής με μίαν ιδέαν, μίαν πίστιν, ένα αίσθημα προς τον μεγάλον αδελφόν της». Η ζωή της  Σοφίας Τρικούπη , αναπόσπαστη από την ύπαρξη του Χαρίλαου Τρικούπη, έληξε ουσιαστικά με το θάνατο του αδελφού της (1896) στις  Κάννες. Κλείσθηκε έκτοτε στο σπίτι της ζώντας με την ανάμνηση εκείνου. Απεβίωσε μετά από σύντομη ασθένεια το 1916 σε ηλικία 78 ετών, διατηρώντας μέχρι τελευταίας στιγμής όλη τη διαύγεια της ισχυρής διανοίας της.

Ο Φρέντι Γερμανός το 1992 εξέδωσε  το ιστορικό μυθιστόρημα «Γυναίκα από βελούδο», το οποίο αναφέρεται στη ζωή της Σοφίας Τρικούπη. Η  «Γυναίκα από βελούδο»,  πέρασε το 1985 κι από την ελληνική τηλεόραση, με τη μορφή του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ. Το σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Φρέντυ Γερμανός, επιλέγοντας τη Νίκη Τριανταφυλλίδη για το ρόλο της Σοφίας Τρικούπη και τον Αντώνη Αντωνίου γι’ αυτόν του Δηλιγιάννη.

Στην περίληψη του βιβλίου διαβάζουμε:

«Η ζωή της Σοφίας Τρικούπη, της «γυναίκας από βελούδο», μοιάζει με σενάριο – όπως άλλωστε συμβαίνει με τη ζωή κάθε μεγάλης ντίβας. Μεγαλωμένη στους ανθισμένους κήπους του Μπάκινγχαμ, κάτω απ’ το στοργικό βλέμμα της βασίλισσας Βικτώριας, γνώρισε πολύ νωρίς όλα τα διάσημα ονόματα του αιώνα της, τον Βίσμαρκ, τον Ντισραέλι, τον Τέννυσον, τον Κάιζερ, τον τσάρο Νικόλαο – ακόμα και τον Ανδρέα Κάλβο, που ζούσε τότε στην Αγγλία. Αργότερα, στην Αθήνα του 1880, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο αιχμηρές συμπληγάδες – την αφοσίωσή της για τον αδερφό της, τον Χαρίλαο Τρικούπη, και τον έρωτά της για τον ανελέητο αντίπαλό του, τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη.* Το βελούδο όμως δεν ξέφτισε. Ήταν πάντα η περήφανη ντίβα. Την πολιορκούσαν όλοι οι διάσημοι εραστές της εποχής, από τον Γεώργιο τον Α´ μέχρι τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Όμως εκείνη έμεινε πιστή ως το τέλος της ζωής της στον μεγάλο έρωτα – «τον πικρό έρωτα», όπως συνήθιζε να λέει στα γεράματά της».

* Η Λύντια Τρίχα στο βιβλίο της, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια βιογραφική περιήγηση», σελ, 183, σημειώνει: Από τα σωζόμενα έγγραφα και τις οικογενειακές αναμνήσεις καθίσταται σαφές ότι ο  Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο Χαρίλαος Τρικούπης και η Σοφία Τρικούπη, κατά την δεκαετία του 1860 είχαν θερμές φιλικές σχέσεις που αργότερα διαλύθηκαν. Δεν υπάρχει όμως καμία απολύτως ένδειξη για το φημολογούμενο ειδύλλιο μεταξύ Σοφίας και Δηλιγιάννη, που αποτέλεσε πριν από μερικά χρόνια και θέμα μυθιστορήματος.          

  

Πηγές

 


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »