Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831) – Προσωπογραφίες


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1776. Σε ηλικία 18 ετών έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, από όπου επα­νήλθε το 1797 και άρχισε να εργάζεται ως χειρουργός γιατρός. Ύστερα από την κατάλυση της Επτανήσου Πολιτείας, ο Καποδίστριας προσελήφθει στο ρωσικό Υπουρ­γείο Εξωτερικών, στο οποίο δημιούργησε λαμπρή καριέρα και τελικώς, κατέλαβε το αξίωμα του υπουργού και μέσω της θέσεως αυτής έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις της εποχής του. Όταν η Φιλική Εταιρεία του πρότεινε την αρχηγία του Αγώνα, ο μεγάλος Κερκυραίος αρνήθηκε, ώστε ως Ρώσος υπουργός να υπηρετήσει καλύτερα την επιτυχία της Επανάστασης. Την άνοιξη του 1827, ο Καποδίστριας εκλέγεται κυβερνήτης της Ελλάδας από τη συνέλευση της Τροιζήνας. Με την ανάληψη των καθηκόντων του, επιτέλεσε σωτήριο κυριολεκτικά έργο για την πατρίδα, που το διέκοψε το τραγικό του τέλος στο Ναύπλιο.

 

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας έργο του Κωνσταντίνου Ηλιάδη. Ελαιογραφία, Συλλογή Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας έργο του Κωνσταντίνου Ηλιάδη. Ελαιογραφία, Συλλογή Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Γεράσιμος Πιτζαμάνος, Ελαιογραφία σε χαρτόνι, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Γεράσιμος Πιτζαμάνος, Ελαιογραφία σε χαρτόνι, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πριν το 1836, αποδίδεται στην Ελβετίδα ζωγράφο Amélie Munier-Romilly (1788 – 1875). Bibliothèque de Genève.

 

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Άγνωστος. Ο Καποδίστριας κρατάει στο δεξί του χέρι ανοιχτό φάκελο, όπου ο άγνωστος αποστολέας έχει γράψει τα στοιχεία του παραλήπτη: «(Προς την) Α. Εξοχότητα I. Α. Καποδίστριαν (Κυβερν)ήτην της Ελλάδος. Εις Ναύπλιον».

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Άγνωστος. Ο Καποδίστριας κρατάει στο δεξί του χέρι ανοιχτό φάκελο, όπου ο άγνωστος αποστολέας έχει γράψει τα στοιχεία του παραλήπτη: «(Προς την) Α. Εξοχότητα I. Α. Καποδίστριαν (Κυβερν)ήτην της Ελλάδος. Εις Ναύπλιον».

 

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Διονύσιος Τσόκος (1820 -1862 ), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Προσωπογραφία Ιωάννη Καποδίστρια, Διονύσιος Τσόκος (1820 -1862 ), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια. Διαστ: 1,15×1,37μ. Μουσείο Καποδίστρια. Έργο φλαμανδού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε στην Ελβετία περί τα 1814. Ο Καποδίστριας το έστειλε δώρο στον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην Κέρκυρα.
Στο πορτρέτο ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται με επίσημη διπλωματική ενδυμασία, φέροντας στο δεξί πέτο το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Αγίας Άννης, στην ταινία που φέρει από τον αριστερό ώμο διαγώνια και καταλήγει δεξιά. Στον λαιμό του φέρει τον Σταυρό Β΄ τάξης του Τάγματος του Αγίου Βλαδιμήρου που του απονεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Α΄ τον Ιούνιο του 1814, για την επιτυχία της διπλωματικής αποστολής του στην Ελβετία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό, Νέος Αριστοφάνης, τέλος του 19ου αιώνα.

Ιωάννης Καποδίστριας. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό, Νέος Αριστοφάνης, τέλος του 19ου αιώνα.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne. Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία γύρω στο 1818., Καλλιτέχνες: «von L Brand ν{οη} R. Weber».

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία γύρω στο 1818., Καλλιτέχνες: «von L Brand ν{οη} R. Weber».

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου του I. Δ. Νεράντζη. Λειψία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου του I. Δ. Νεράντζη. Λειψία.

 

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Μολύβι σε πανί, έργο του Δημήτρη Κρέτση. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016. Έργο του Δημήτρη Κρέτση, μολύβι σε πανί, 2016.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, λιθογραφία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Καλλιτέχνες: Α. Brullof - Fr.Jent. Αποτελεί τύπωμα του ζωγραφικού πίνακα του Α. P. Brulloff (1798-1877). Από όλες τις προσωπογραφίες του Καποδίστρια όσο ζούσε, τη μεγαλύτερη δημοσιότητα και διάδοση γνώρισαν οι λιθογραφίες από αυτόν τον πίνακα. Η τεχνοτροπία είναι ιταλική. Ο Α. P. Brulloff σ' ένα σημείωμά του γράφει: «Είδα τον διάσημο κόμη Καποδίστρια στη Γενεύη και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση». Επομένως ο ζωγράφος συνάντησε και ζωγράφισε τον Καποδίστρια μεταξύ του 1826-1827 ή στη Γενεύη ή στο Παρίσι. Αυτός ο πίνακας-προσωπογραφία του Καποδίστρια βρισκόταν μέχρι το 1914 στην κατοχή της οικογένειας του ζωγράφου. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Πούσκιν, στην Πετρούπολη.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Καλλιτέχνες: Α. Brullof – Fr.Jent. Αποτελεί τύπωμα του ζωγραφικού πίνακα του Α. P. Brulloff (1798-1877). Από όλες τις προσωπογραφίες του Καποδίστρια όσο ζούσε, τη μεγαλύτερη δημοσιότητα και διάδοση γνώρισαν οι λιθογραφίες από αυτόν τον πίνακα. Η τεχνοτροπία είναι ιταλική. Ο Α. P. Brulloff σ’ ένα σημείωμά του γράφει: «Είδα τον διάσημο κόμη Καποδίστρια στη Γενεύη και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση». Επομένως ο ζωγράφος συνάντησε και ζωγράφισε τον Καποδίστρια μεταξύ του 1826-1827 ή στη Γενεύη ή στο Παρίσι. Αυτός ο πίνακας-προσωπογραφία του Καποδίστρια βρισκόταν μέχρι το 1914 στην κατοχή της οικογένειας του ζωγράφου. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Πούσκιν, στην Πετρούπολη.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Giovanni Boggi, 1827. Ο Giovanni Boggi θα πρέπει να είχε επισκεφτεί την Ελλάδα στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, όταν ζωγράφισε τις προσωπογραφίες των επιφανέστερων Ελλήνων αρχηγών. Δημοσίευσε το παρακάτω έργο για την Ελλάδα: Collection de portraits des personages Turcs et Grecs le plus renommes soit par leur cruaute soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece, desines d' apres nature par Boggi, Paris, 1826-9.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Giovanni Boggi, 1827. Ο Giovanni Boggi θα πρέπει να είχε επισκεφτεί την Ελλάδα στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, όταν ζωγράφισε τις προσωπογραφίες των επιφανέστερων Ελλήνων αρχηγών. Δημοσίευσε το παρακάτω έργο για την Ελλάδα: Collection de portraits des personages Turcs et Grecs le plus renommes soit par leur cruaute soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece, desines d’ apres nature par Boggi, Paris, 1826-9.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Γεώργιος Παπαγεωργίου (Καλαρρυτιώτης), μετά το 1842.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Γεώργιος Παπαγεωργίου (Καλαρρυτιώτης), μετά το 1842.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου.

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, λαϊκής τεχνοτροπίας, άγνωστος ζωγράφος. Μουσείο Ιστορικής & Εθνολογικής Εταιρείας.

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, λαϊκής τεχνοτροπίας, άγνωστος ζωγράφος. Μουσείο Ιστορικής & Εθνολογικής Εταιρείας.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια , χαλκογραφία, Thomas-François Guérin | Alphonse-Charles Masson, 1847. Η απόδοση της σκηνής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, μη γνωρίζοντας λεπτομέρειες, τοποθέτησαν τη σκηνή του εγκλήματος στο εσωτερικό του ναού και απεικόνισαν τον Καποδίστρια όπως φαντάζονταν πως μάλλον θα ήταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας. Ο πολιτικός εικονίζεται με φέσι, φουστανέλα και σελάχι. Είναι ζωσμένος με μαχαίρια και σπαθιά, χωρίς να διαφέρει ούτε ελάχιστα από τους δολοφόνους. Κατάλογος έκθεσης, «Ιωάννης Καποδίστριας – Ο πρωτομάρτυρας της νέας Ελλάδας». Η έκθεση πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου. Επιμέλεια: Λαμπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου.

 

Δολοφονία του Ι. Καποδίστρια. Έργο του Χαράλαμπου Παχή το 1872. Πιθανόν το έργο να είναι μια προμελέτη. Οι διαστάσεις του είναι σχετικά μικρές και η σκηνή εκτυλίσσεται στο εσωτερικό της εκκλησίας, έξω από την ιστορική πραγματικότητα.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Χαράλαμπος Παχής, β’ ήμισυ του 19ου αιώνα, Ελαιογραφία, Πινακοθήκη Δήμου Κερκυραίων.

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Χαράλαμπος Παχής, β’ ήμισυ του 19ου αιώνα,
Ελαιογραφία, Πινακοθήκη Δήμου Κερκυραίων.

 

Το έργο «Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια» του Χαράλαμπου Παχή (1844-1891), αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της εργασίας του ζωγράφου αφού μας διασώ­ζει, παρά τα αρκετά στοιχεία υπερβολής, μία ιδιαίτερα ρεαλιστική περιγραφή του τραγικού συμβάντος με εκφραστική δύναμη, γεμάτη συναισθηματισμό. Ο καλλιτέχνης στοχεύοντας ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο σχολιασμό του θέματος, αποδίδει με επιτυχία το δρα­ματικό ύφος της σύνθεσης που αποτελείται από πλήθος προσώπων σε κίνηση εντός ενός αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος με ενδιαφέροντα στοιχεία, κυρίως μη υπαρκτά. Η σκηνή του θανάτου, όπου αιμόφυρτος ο κυβερνήτης παραδίδει το πνεύμα εμπρός από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στο Ναύπλιο (Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 1831), συνοδεύεται από την φυγή των δολοφόνων, Κωνσταντίνου και Γεωργίου Μαυρομιχάλη και την καταδίωξή τους καθώς και από τον αιφνιδιασμό, την οδύνη όσων παρακολουθούν παραπλεύρως ή στο βάθος το συμβάν. Αποδίδεται η έκπληξη, η αγωνία, η θλίψη, ο θυμός των προσώπων, επι­φανών και μη. Η σχεδόν σκηνογραφική, συνοπτική απόδοση των στοιχείων στο βάθος αλλά και του ουρανού που προμηνύει καταιγίδα, επάνω από την απεχθή δολοφονία, ενι­σχύουν την δραματική φόρτιση και μας μεταφέρουν νοητά σε μια φανταστική σκηνή θεα­τρικού έργου. Λόγια και μη στοιχεία συναντώνται στην τέχνη του Κερκυραίου δημιουργού, οι τρόποι διαμορφώνονται από τις επιδράσεις της παιδείας του στην Ιταλία αλλά και την σχέση του με την τοπική λαϊκή ζωγραφική.

Βρισκόμαστε εμπρός από μία απόπειρα «ειδησιογραφικής» καταγραφής στην ζωγραφική, με εξαιρετικά στοιχεία αναπαράστασης. Η απεικόνιση της δολοφονίας αρκετά μετά την διενέργειά της, μας μεταφέρει τους απόηχους του ισχυρότατου πλήγματος για όλο τον ελληνισμό αλλά και την μεγάλη οδύνη της κερκυραϊκής επτανησιακής κοινωνίας.

Μαρία Μελέντη

Ιστορικός Τέχνης

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια δεν ανήκει στο ρεπερτόριο καλλιτεχνών με σταθε­ρά φιλελληνικά αισθήματα. Ο πίνακας του Διονυσίου Τσόκου φιλοτεχνήθηκε μετά από ειδι­κή παραγγελία ενός ιδιώτη, θαυμαστή του Καποδίστρια.

Ο Τσόκος δεν επέλεξε να απεικονίσει τη δραματική στιγμή της επίθεσης, αλλά λίγο αργό­τερα, τη στιγμή του βωβού πόνου των ατόμων που ήταν μάρτυρες, την απόγνωσή τους για το γεγονός ότι οι ελπίδες που έτρεφαν από το 1829 με τον Καποδίστρια για μια ανεξάρ­τητη Ελλάδα, κατέρρευσαν μεμιάς με τη δολοφονία του.

Με την απεικόνιση της σκηνής που εκτυλίχθηκε αμέσως μετά τη δολοφονία, ο ζωγράφος χρησιμοποίησε ως βάση τις αναφορές που έκαναν οι αυτόπτες μάρτυρες, τις οποίες εμβά­θυνε με την προσωπική του αντίληψη του χώρου. Είναι φανερό ότι προσπάθησε να προ­σαρμόσει την ζωγραφική του στα δυτικά-ιταλικά πρότυπα. Μάλιστα, σε μερικές μορφές δια­κρίνεται η επιρροή του δασκάλου του, LudovicoLipparini. Η χρωματικότητα θυμίζει την βενετσιάνικη πολυχρωμία που ο ίδιος ο Τσόκος είχε μελετήσει εντατικά.

Στο δεξί άκρο του πίνακα, κάτω από την καμάρα της πύλης, ο Τσόκος έχει απεικονίσει τον εαυτό του. Μπροστά του στέκεται η Μαντώ Μαυρογένους, ηρωίδα της εξέγερσης της Μυκόνου και στενή συνεργάτιδα του Καποδίστρια, στηριζόμενη σε ένα άτομο που τη συνο­δεύει. Την παραγγελία για τη δημιουργία του πίνακα είχε δώσει ο Άγγελος Γιαννικέσης από τη Ζάκυνθο, ο οποίοςσυγκαταλεγόταν στα πιο διακεκριμένα μέλη της ελληνικής κοινότη­τας εκεί. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει τον Διονύσιο Τσόκο κατά την διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων στην Accademia της Βενετίας.

Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο διαθέτει μερικές προπαρασκευαστικές μελέτες του πίνακα και το Μουσείο Μπενάκη έχει επίσης ένα ελαιογραφικό προσχέδιο.

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Ηρόδοτος


 

 

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.).  The Metropolitan Museum of Art,  New York.

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.). The Metropolitan Museum of Art, New York.

Ο Ηρόδοτος [1],περιηγητής, γεωγράφος και ιστορικός, γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό της Μ. Ασίας από επίσημη γενιά το 480 π.Χ., όταν εκεί κυβερνούσε η Αρτεμισία, ευφυής και δρα­στήρια σύμμαχος του Ξέρξη. Μετά τη νίκη των Ελλήνων στους περσικούς πολέμους και την κυριαρχία τους στο Αιγαίο η Αλικαρνασσός αγωνίστηκε να απαλλαγεί από τον τύραννο Λύγδαμη, διάδοχο της Αρτεμισίας, και ο Ηρόδοτος πήρε ενεργό μέρος στην προσπάθεια για την ανατροπή του Λύγδαμη και την απελευθέρωση της πατρίδας του, που επιτεύχθηκε το 454 π.Χ. Αργότερα ήρθε σε ρήξη με τους συμπατριώτες του και αναγκάστηκε να φύγει για την Αθήνα (451 π.Χ.), που εξελισσόταν τότε σε πολιτικό και πνευματικό κέντρο του Ελληνικού κόσμου. Το 444 π.Χ. μαζί με άλλους ονομαστούς Έλληνες (Πρωταγόρα, Ιππόδαμο, Εμπεδοκλή, κ.α.) πήρε μέρος στην ίδρυση της αποικίας των Θουρίων στη Ν. Ιταλία και έγινε πολίτης αυτής της πόλης. Ο θάνατός του τοποθετείται στο 430 π.Χ., λίγο μετά την έναρξη του πελοποννησιακού πολέμου.

 

Τα ταξίδια του

 

Στο διάστημα 460-444 π.Χ., από το διωγμό του Λύ­γδαμη ως την ίδρυση των Θουρίων, ο Ηρόδοτος παρακινημένος από την Ιωνική επιστημονική περιέργεια και την ορμή για μάθηση επισκέφτηκε όλες σχεδόν τις χώρες του τότε γνωστού κόσμου: Αίγυπτο, Λιβύη, Κυρήνη, Παλαιστίνη, Φοινίκη, Βαβυλώνα, Προποντίδα, Θράκη, Σκυθία, Κολ­χίδα, και βέβαια την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και τη Ν. Ιταλία, όπου έμεινε πολλά χρόνια. Σκοπός του ήταν η γνώση χωρών και λαών με διαφορετικά ήθη και έθιμα και η συλλογή πλούσιου εθνογραφικού, γεωγραφικού, ιστορικού, θρησκειολογικού και γενικά πολιτισμικού υλικού, που το κατέγραψε στην ιστορία του και αποτελεί πολύτιμη προσφορά στην παγκόσμια ιστορία.

Οι εμπειρίες της ζωής του επηρέασαν και το έργο του. Στην Ιωνία γνώρισε σε βάθος την επική και λυρική ποίηση. Όταν έφτασε στην Α­θήνα διδάχτηκε από την τραγωδία, που ήταν τότε στο αποκορύφωμά της, την τραγική μοίρα της ανόδου και της πτώσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Σ’ ένα βαθμό επηρεάστηκε και από τη σοφιστική, που γνώρισε στην Αθήνα και στη Ν. Ιταλία. Πολιτικά η επαφή του με τους δημοκρατικούς θεσμούς της Αθήνας του Περικλή τον έκανε να διαμορφώσει δημοκρατικό και φιλελεύθερο φρόνημα. Αποδοκιμάζει την τυραννίδα, μερικές φορές όμως εκφράζει την εκτίμησή του για ορισμένους τυράννους π.χ. την Αρτεμισία. Συμπαθεί τους Αθηναίους, συχνά όμως μιλάει ευνοϊκά και με εκτίμηση για τους Σπαρτιάτες. Με περιφρόνηση αναφέρει τους μηδίσαντες και ιδιαίτερα τους «Θηβαίους και άλλους Βοιωτούς».

 

Το έργο του [2]

 

«Ιστορίας απόδεξιν» ονόμασε ο ίδιος την ιστορία του και αφηγείται τις σχέσεις Ελλήνων και Βαρβάρων από την άνοδο του Κροί­σου ως το τέλος των Ελληνοπερσικών πολέμων. Οι Αλεξανδρινοί το χώρισαν σε εννέα βιβλία και στο καθένα έδωσαν το όνομα μιας από τις εν­νέα μούσες. Τα τρία πρώτα βιβλία αναφέρονται στην Ασία και περιλαμβάνουν τη βασιλεία του Κύρου και του Καμβύση, την κατάκτηση της Αιγύπτου και την εμφάνιση του Δαρείου. Τα τρία επόμενα αναφέρονται στην Ευρώπη, πραγματεύονται τη βασιλεία του Δαρείου και περιλαμβά­νουν την αποτυχία των Περσών στη Σκυθία και στο Μαραθώνα, και την αποτυχημένη ιωνική επανάσταση των Ελλήνων. Τα τελευταία τρία βιβλία αναφέρονται στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ξέρξη και περιλαμβάνουν τη μάχη των Θερμοπυλών, τη ναυμαχία του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, και τέλος τη μάχη των Πλαταιών.

Το έργο του Ηρόδοτου διακόπτεται συχνά, κυρίως στα πέντε πρώτα βιβλία, από παρεκβάσεις, «προσθήκες» τις λέει ο ίδιος, με ποικίλο περιε­χόμενο: γεωγραφικό, εθνογραφικό, νομολογικό, θρησκειολογικό, ανεκδο­τολογικό, επεισοδιακό (νουβέλες). Οι παρεκβάσεις αυτές είναι οργανικά δεμένες με την κατευθυντήρια γραμμή του έργου, έρχονται στην κατάλληλη στιγμή για να δικαιολογήσουν, να επεξηγήσουν, να συμπληρώσουν, να επεκτείνουν κύρια σημεία της αφήγησης, και προσφέρουν ξεκουραστι­κές ανάπαυλες του ακροατή από την κουραστική μακριά αφήγηση [3].

Το Ζ’ βιβλίο συγκεκριμένα αρχίζει με την άνοδο του Ξέρξη στον περ­σικό θρόνο και την απόφασή του να εκστρατεύσει εναντίον των Ελλήνων. Περιγράφει την πορεία του περσικού στρατού από τις Σάρδεις ως τον Ελλήσποντο, το πέρασμα από τον Ελλήσποντο μετά από το μαστίγωμά του, που συνιστά ύβρι του Ξέρξη που θα πληρωθεί με την ήττα του, το πέρασμα του περσικού στόλου από τον Άθω με τη διώρυγα, που άνοιξαν οι πέρσες στο πιο στενό μέρος της χερσονήσου, και την άφιξη του Ξέρξη στα Τέμπη.

Εκεί τον συναντούν άπρακτοι οι απεσταλμένοι του στην Ελλάδα και του ανακοινώνουν ότι οι Έλληνες δεν πρόσφεραν «γῆν καί ὕ­δωρ». Στο σημείο αυτό ο Ηρόδοτος θέλοντας να εξηγήσει γιατί ο Ξέρξης δεν έστειλε κήρυκες στην Αθήνα και στηΣπάρτη, αναφέρει το περιστα­τικό της θανάτωσης των κηρύκων του Δαρείου στις δυο πόλεις και με μια μικρή παρέκβαση, αφηγείται την ιστορία του Σπερθία και του Βούλη (κεφ. 133-137). Στο υπόλοιπο του Ζ’ βιβλίου ασχολείται με τις προετοι­μασίες των Ελλήνων για την άμυνά τους και τελειώνει με την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών.

 

Η γλώσσα και το ύφος του

 

Ο Ηρόδοτος, αν και η καταγωγή του ήταν δωρική, ακολουθώντας τους προκατόχους του έγραψε στην ιωνική διάλεκτο, αλλά «μεμειγμένη και ποικίλη», γιατί δανείστηκε πολλά στοιχεία από την ποίηση, ιδιαίτερα την επική, και από την παλαιά αττική διάλεκτο. Είναι μια γλώσσα φιλολογική που διαφέρει από την ομιλούμενη [4]. Στην έκφρασή του ακολουθεί την κατά παράταξη σύνταξη, όπου η μία πρόταση συνδέεται ελεύθερα και ισότιμα με την άλλη, αποδίδοντας τη ζωντάνια του προφορικού λόγου, και αποφεύγει τις πολλές εξαρτημένες προτάσεις, που συχνά θολώνουν την καθαρότητα του νοήματος. Στέκεται στο μεταίχμιο δύο εποχών, στο τέλος της αρχαϊκής και στην αρχή της κλασσικής, και είναι ικανός να αποδίδει τις ήρεμες εκδηλώσεις της ψυ­χής, τα ήθη, σε αντίθεση με το Θουκυδίδη, που με περίπλοκη έκφραση αποδίδει τα πάθη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., «Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί», εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1984, σελ. 38

[3] BuryJ., ό.π. σελ. 41

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ2, σελ. 436.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

 

Read Full Post »

Η αντιοθωνική εξέγερση στην Ερμούπολη (28 Φεβρουαρίου – 3 Μαρτίου 1862) και η ιδιαιτερότητα αυτής έναντι των εξεγέρσεων του Ναυπλίου και των άλλων πόλεων. Χρήστος Λούκος, Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Κρήτης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

 

Προσωπογραφία του Δημάρχου Ερμούπολης Αμβροσίου Δαμαλά. Τσιγκογραφία, «Ημερολόγιον Γυμνασίου Ερμουπόλεως», 1888.

Προσωπογραφία του Δημάρχου Ερμούπολης Αμβροσίου Δαμαλά. Τσιγκογραφία, «Ημερολόγιον Γυμνασίου Ερμουπόλεως», 1888.

Το αντιοθωνικό κίνημα, ως συνέπεια των Ναυπλιακών, ξέσπασε στην Ερμούπολη στις 28 Φεβρουαρίου 1862 και έληξε μετά από λίγες μέρες, όταν οι κυβερνητικές δυνάμεις, αφού νίκησαν όσους εξεγερθέντες μετέβησαν στην Κύθνο, κατέπλευσαν στη Σύρο. Στην αρχή θα παρουσιαστούν αναλυτικά τα γεγονότα και οι πρωταγωνιστές τους. Θα αναζητηθεί έπειτα ο βαθμός συμμετοχής των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, για να προσδιοριστεί κατά πόσο το κίνημα υπήρξε επανάσταση ή αντικυβερνητική στάση λίγων δυσαρεστημένων, στρατιωτικών και πολιτικών, με το καθεστώς.

Ιδιαίτερα θα εξεταστεί ο ρόλος του δημάρχου και του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης λόγω της βαρύνουσας επιρροής τους, καθώς και η αντίθετη συμπεριφορά της δημοτικής αρχής στην Άνω Σύρο. Τέλος θα τεθεί το ερώτημα αν στην Ερμούπολη, την πλέον ανεπτυγμένη οικονομικά και κοινωνικά πόλη του τότε ελληνικού κράτους, η διαχείριση του κινήματος από τις ηγετικές ομάδες συνιστά μια ιδιαιτερότητα σε σύγκριση με το Ναύπλιο και τις άλλες πόλεις που εξεγέρθησαν.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Λούκου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αντιοθωνική εξέγερση στην Ερμούπολη (28 Φεβρουαρίου – 3 Μαρτίου 1862)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Όμηρος


 

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Το προομηρικό έπος: Το έπος στον Όμηρο παρουσιάζεται σε τέλεια ανά­πτυξη και ως μορφή και ως περιεχόμενο [1]. Ο εξάμετρος στίχος έχει θαυ­μαστή ευκαμψία και ποικιλία, η γλώσσα είναι πλούσια και ικανή να εκ­φράζει και τα πιο ελαφρά κινήματα της ψυχής, οι ήρωες όλοι είναι τα­κτοποιημένοι γενεαλογικά και ο Τρωικός πόλεμος θεωρείται γνωστός. Γι’ αυτό και στην Ιλιάδα ο ποιητής εξιστορεί ένα επεισόδιο, το θυμό του Α­χιλλέα, χωρίς να πει σε ποιον πόλεμο ανήκει, παρουσιάζει τους ήρωές του από την αρχή με το όνομά τους ή μόνο με το πατρώνυμό τους (Ατρείδης για τον Αγαμέμνονα) χωρίς άλλη σύσταση, αναφέρεται παρεκβα­τικά σε παλαιά επεισόδια της τρωικής εκστρατείας και υπαινίσσεται μύ­θους εξωτρωικούς (π.χ. την εκστρατεία των Επτά επί Θήβας κ.α.) βέ­βαιος ότι όλα αυτά είναι από πριν γνωστά και ο ακροατής του μπορεί εύκολα να τα κατανοήσει.

Η ηρωική ποίηση λοιπόν είχε αρχίσει να διαμορφώνεται πολύ πιο πριν από τον Όμηρο και περιλάμβανε μια σειρά ποιημάτων γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο, τα «κύκλια έπη» όπως τα έλεγαν οι Αρχαίοι, από τα οποία σώθηκαν μόνο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Τα υπόλοιπα, από τα οποία μας σώθηκαν μόνο πληροφορίες και αποσπάσματα, είναι σύμφωνα με τις πηγές [2] η «Τιτανομαχία» (του Αρκτίνου του Μιλήσιου), η «Οιδιπό­δεια» (του Λακεδαιμόνιου Κιναίθωνα), η «θηβαίδα» (αποδιδόταν στον Όμηρο), οι «Επίγονοι» (του Ομήρου ή του Αντίμαχου του Κολοφωνίου), τα «Κύπρια έπη» (του Ηγησία ή του Στασίνου), η «Αιθιοπίδα» (του Αρ­κτίνου), η «Μικρή Ιλιάς» (του Λέσχη του Μυτιληναίου), η «Ιλίου πέρσις» (του Αρκτίνου), οι «Νόστοι» (του Αγία του Τροιζήνιου) και η «Τηλεγόνεια» (του Ευγάμμωνα του Κυρηναίου). Τα ομηρικά έπη λοιπόν με τη με­γάλη τεχνική στη σύνθεσή τους και την αισθητική τους ωριμότητα είναι τα πρώτα μνημεία του ελληνικού ποιητικού λόγου, βρίσκονται όμως στο τέλος μιας πλούσιας παραγωγής που χάθηκε.

 

Ο Όμηρος και το ομηρικό ζήτημα

 

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Για τον Όμηρο, που θεωρείται ποιητής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και πατέρας της δυτικής ποίησης, δε γνω­ρίζουμε σχεδόν τίποτα με βεβαιότητα. Υπάρχει αβεβαιότητα για τον τόπο και το χρόνο που γεννήθηκε ο ποιητής, για τους γονείς του, ακόμα και για την ίδια του την ύπαρξη. Ένας «βίος του Ομήρου» που μας διασώ­θηκε περιέχει μόνο θρύλους. Την πατρίδα του τη διεκδικούν επτά τουλάχιστον πόλεις σύμφωνα με ένα γνωστό επίγραμμα («ἑπτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν Ὁμηρου, Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ἰθάκη, Πύ­λος, Ἄργος, Ἀθήνη»). Η ιωνική όμως μορφή του ονόματός του, η ιω­νική γλώσσα των ομηρικών επών και άλλα στοιχεία μας οδηγούν στη βε­βαιότητα ότι ήταν ιωνικής καταγωγής [3](από τη Χίο ή τη Σμύρνη). Και ο χρόνος που έζησε αμφισβητείται, αλλά σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις εί­ναι ο 8ος αι. π.Χ. Η παράδοση ακόμα τον θέλει τυφλό, γιατί τον συγχέει με τον ποιητή ενός «Ύμνου στον Απόλλωνα», που παραδέχεται ότι είναι τυφλός, και κυρίως με την αναφερόμενη τυφλότητα των «αοιδών» γενι­κότερα και των μάντεων. Το θάνατό του τον τοποθετούν συνήθως στην Ίο, όπου στάθμευσε το πλοίο που τον πήγαινε στην Αθήνα.

Οι διαμάχες γύρω από το πρόσωπο του Ομήρου προκάλεσαν αμφι­σβητήσεις και για το έργο του, που οδήγησαν στο γνωστό από την αρ­χαιότητα και επίκαιρο ακόμα και σήμερα «ομηρικό ζήτημα»[4]. Το πρόβλη­μα ξεκίνησε από το 2ο αι. π.Χ., όταν ο Ξένων και ο Ελλάνικος υποστή­ριξαν ότι άλλος ποιητής έγραψε την Ιλιάδα και άλλος την Οδύσσεια. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν «χωρίζοντες». Το 17ο αι. ο Γάλλος μοναχός D’ Aubignac υποστήριξε ότι ποιητής ονομαζόμενος Όμηρος δεν έζησε ποτέ και η Ιλιάδα είναι συλλογή από μικρότερα έπη, χωρίς ενότητα, που τα συ­ναρμολόγησε κάποιος νεότερος. Το 1795 ο Γερμανός καθηγητής Α. Wolf στηριζόμενος στην υπόθεση ότι στην ομηρική εποχή δεν υπήρχε γραφή (η γραμμική γραφή Β αποκρυπτογραφήθηκε από το Ventris το 1953) και ότι ένας άνθρωπος ήταν αδύνατο να απομνημονεύσει τόσο μεγάλα ποιή­ματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελού­νται από μικρότερα έπη διαφόρων ποιητών, που μεταδίδονταν προφορι­κά και καταγράφηκαν για πρώτη φορά από τον Πεισίστρατο.

Μετά τη θεωρία του Wolf, που δημιούργησε διάφορες αναλυτικές τά­σεις, αλλά προκάλεσε και τη συγκρότηση των ενωτικών απόψεων, οι κυ­ριότερες θεωρίες που διατυπώθηκαν γύρω από το ομηρικό ζήτημα είναι:

α. Η θεωρία της ανάπτυξης. Οι οπαδοί της υποστηρίζουν ότι η Ιλιά­δα και η Οδύσσεια προήλθαν από έναν αρχικό πυρήνα (τη «μῆνιν» του Αχιλλέα και το «νόστο» του Οδυσσέα), που τον επεξεργάστηκαν γενεές αοιδών, οι οποίοι όλο και κάτι πρόσθεταν στο αρχικό κύτταρο.

β. Η θεωρία της συγκόλλησης ή των μικρών επών. Σύμφωνα μ’ αυτή η Ιλιάδα αποτελείται από 18 μικρότερες ενότητες, αρχικά ανεξάρτητες, και η Οδύσσεια από 3 αρχικά έπη (Τηλεμάχεια, νόστος Οδυσσέα, μνηστηροφονία), που τα συναρμολόγησαν με το πέρασμα του χρόνου οι ρα­ψωδοί, χωρίς να αποφύγουν τις ανωμαλίες και τις αντιφάσεις.

γ. Η ενωτική θεωρία. Στηρίζεται στην αρχαία παράδοση, δέχεται ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι έργα του Ομήρου, που γράφτηκαν με βά­ση ένα προκαθορισμένο σχέδιο, και αποδίδει τις διαφορές, που υπάρ­χουν ανάμεσα στα έπη, στα διαφορετικά θέματα που πραγματεύονται.

δ. Η νεοανάλυση. Οι νεοαναλυτικοί θεωρούν την Ιλιάδα έργο του Ομήρου, αλλά την Οδύσσεια νεότερο έργο άγνωστου ποιητή, αποδίδουντις ομοιότητες των δύο επών στην κοινή επική κληρονομιά και ρίχνουν το βάρος στα πρότυπα και τις πηγές του Ομήρου.

Το μόνο σημείο στο οποίο συμφωνούν σήμερα ενωτικοί και αναλυτι­κοί είναι ότι ο Όμηρος χρησιμοποίησε υλικό που είχαν δημιουργήσει πα­λιότεροι αοιδοί. Από εδώ και πέρα οι αναλυτικοί θα πουν ότι το χρησι­μοποίησε αδέξια, ενώ οι ενωτικοί ότι το χρησιμοποίησε διαλέγοντας, απορρίπτοντας, αναπλάθοντας και δημιουργώντας έτσι που να δώσει τη σφραγίδα της ποιητικής του μεγαλοφυΐας.

 

Γλώσσα και μέτρο των ομηρικών επών

 

Η Ιλιάδα (15.692 στίχοι) και η Οδύσ­σεια (12.210 στίχοι), είναι γραμμένες σε μια διάλεκτο ανάμεικτη από στοιχεία Ιωνικά,[5] που είναι και τα περισσότερα, και αιολικά. Χαρακτη­ριστικά της ιωνικής διαλέκτου είναι η κατάληξη των θηλυκών σε -η (ἡ­μέρη, ὥρη), η γενική των αρσενικών σε -εω (Πηληϊάδεω), η δοτ. πληθυντ. των θηλ. σε -ῃσι (πύλῃσι), η πατρωνυμική κατάληξη -ίδης (Πηλεΐδης), το επιτατικό πρόσφυμα ἐρι- (ἐριβῶλαξ) κ.α. Χαρακτηριστικά της αιολικής διαλέκτου είναι η συχνή ψίλωση των λέξεων (ἠέλιος, ἧμαρ), η αποκοπή των δισύλλαβων προθέσεων όταν ακολουθεί σύμφωνο (παρθέμενοι, πάρ ξίφεος), οι τύποι της ονομαστικής σε -α (ἱππότα, νεφεληγερέτα), η γενι­κή των αρσεν. σε -αο (φυλακίδαο), οι τύποι του απαρεμφάτου σε -μεναι και -μεν [ἔμμεν(αι), ἐλέμεν(αι)], η πατρωνυμική κατάληξη σε -ίων (Κρονίων), το επιτατικό πρόσφυμα ἀρι- (ἀρίγνωτος) κ.α.

Στην εκλογή και τη χρήση των λέξεων κύριο ρόλο παίζει η μετρική τους μορφή, η οποία πρέπει να υπακούει στους νόμους του δακτυλικού εξάμετρου. Είναι το μέτρο με το οποίο έχουν συντεθεί τα ομηρικά έπη και όλη η επική ποίηση των αρχαίων, γι’ αυτό το ονόμασαν και «ἔπος». Η βασική μορφή του στίχου είναι: – υυ — υυ – υυ — υυ — υυ — υ. Α­ποτελείται δηλ. από έξι πόδες καταληκτικούς (= λείπει μια συλλαβή από τον τελευταίο πόδα). Οι πόδες αποτελούνται από μια μακρά συλλαβή και δυο βραχείες -‘υυ), οπότε ονομάζεται «δάκτυλος» ή από δυο μακρές συλλαβές (-‘-), οπότε ονομάζεται «σπονδείος». Ο τόνος πέφτει στη μα­κρά συλλαβή του δάκτυλου ή στην πρώτη συλλαβή του σπονδείου, που γι’ αυτό ονομάζεται «θέση», ενώ οι δυο βραχείες του δάκτυλου ή η δεύ­τερη μακρά του σπονδείου που δεν τονίζονται ονομάζονται «άρση». Κά­θε στίχος έχει «τομές», θέσεις δηλ. στις οποίες τελειώνει μια λέξη, δεν τε­λειώνει όμως η μετρική ενότητα (ο δάκτυλος ή ο σπονδείος), και «διαι­ρέσεις», θέσεις δηλ. στις οποίες τελειώνει και η λέξη και η μετρική ενό­τητα. Κύριες τομές είναι η «πενθημιμερής», που γίνεται μετά το τρίτο μα­κρό (— υυ — υυ — ||), η κατά τρίτον τροχαίον, μετά από το πρώτο βραχύ του τρίτου ποδός (— υυ — υυ — υ ||), η «εφθημιμερής», μετά από το τέ­ταρτο μακρό (- υυ — υυ — υυ — ||) και η «τριημιμερής», μετά από το δεύτερο μακρό (— υυ – ||). Η πιο συχνή διαίρεση γίνεται στο τέλος τον τέταρτου ποδός, που είναι συνήθως δάκτυλος, και ονομάζεται βουκολι­κή, γιατί χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα από τους βουκολικούς ποιητές.  

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Β’, σελ. 158-159.

[2] Τσοπανάκη Α., «Εισαγωγή στον Όμηρο», Θεσσαλονίκη, 1967, σελ. 7-15.

[3] Καλογερά Β., «Αισθητική ανάλυση της Ιλιάδας», Θεσσαλονίκη, 1967, σελ. 24.

[4] Τσοπανάκη Α., ό.π. σελ. 80-92

[5] Τσοπανάκη Α., ό.π. σελ. 93 κ.ε.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή την έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο, με τίτλο «Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη», δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» αναλυτική παρουσίαση της έκθεσης της κας Λαμπρινής Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Ιστορικού Τέχνης Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη

  

Το θέμα της θάλασσας διαμορφώνεται ως δια­χρονικό σύμβολο της πορείας των Ελλήνων και η ζωγραφική, άμεσα συνδεόμενη με την ιστορία, την εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο. Τη δεύτερη περίο­δο του 19ου αιώνα (1862-1900), που ορίζεται από την έξωση του Όθωνα και συμπίπτει με την ωρίμανση της αστικής τάξης, τη θέση της ιστορικής ζωγραφικής παίρνει η ηθογραφία και η τοπιογραφία. Η τοπιογρα­φία παύει να βλέπει τον κόσμο με τα μάτια των ρομα­ντικών περιηγητών και γίνεται ρεαλιστική, υπαιθριστική, ενώ αρχίζει να αισθάνεται τις πρώτες επιδράσεις του Ιμπρεσιονισμού.

Η προκείμενη έκθεση «Η θάλασσα στη Νεοελληνική Τέχνη», περιλαμβάνει έργα που προέρχονται αποκλει­στικά από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου. Η έκθεση ακολου­θεί τη θεματογραφική παρουσίαση, δηλαδή θα εξετά­σουμε και θα παρουσιάσουμε δημιουργούς και έργα, με αφετηρία τη θεματογραφία τους που είναι η θάλασ­σα, μεγαλειώδης, όμορφη, ταραγμένη, μελαγχολική, ήρεμη, η οποία υπήρξε το αγαπημένο ζωγραφικό θέμα τους. Οι άνθρωποι της θάλασσας και η ζωή τους γίνο­νται αίσθημα, έργο τέχνης, εικαστική έκφραση.

 

Η έκθεση χωρίζεται σε τρεις ενότητες:

Α. Η θαλασσογραφία στη Νεοελληνική Ζωγραφική-19ος αιώνας

Υπαιθριστικοί προβληματισμοί και Ιμπρεσιονιστικά σκιρτήματα

 

Η θάλασσα, άμεσα συνδεδεμένη με τη ζωή του ελλη­νικού λαού, τις αναμνήσεις και τα βιώματά του, απο­τέλεσε πηγή έμπνευσης και καλλιτεχνικής δημιουργί­ας, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Η ελληνι­κή θαλασσογραφία περιορίστηκε σε σκηνές από την ανοιχτή θάλασσα, το ταπεινό ακρογιάλι και ανέπτυξε με επιτυχία την ηρωική σκηνή των ναυτικών συγκρού­σεων. Στα έργα των μεγάλων θαλασσογράφων μας, του Κωνσταντίνου Βολανάκη, του Βασίλειου Χατζή και του Ιωάννη Αλταμούρα συναντώνται υπαιθριστικοί προβληματισμοί και ιμπρεσιονιστικά σκιρτήματα.

Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης (1839-1907), εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες θαλασσογράφους απεικονίζοντας ναυμαχίες, σκηνές από λι­μάνια, καράβια και καΐκια αλλά και ανθρώπινες δρα­στηριότητες συνυφασμένες με τον κόσμο της θάλασ­σας. Διεκδικεί επάξια τον τίτλο του πατέρα της ελλη­νικής θαλασσογραφίας. Επηρεάστηκε τόσο από τους κορυφαίους Ολλανδούς θαλασσογράφους του 17ου αιώνα, όσο και από το γαλλικό Ιμπρεσιονισμό. Αναλύ­ει και ζωγραφίζει τον κόσμο του καραβιού με εξαίρε­τη ακρίβεια, δεξιοτεχνία και άνεση. Επιδιώξεις του εί­ναι η επιμέλεια του σχεδίου, η ακρίβεια των αναπαρα­στάσεων, η διαγραφή της ατμόσφαιρας.

Θαυμάσιο δείγμα της δουλειάς του το Ψαράδικο, στο οποίο η επιφάνεια της θάλασσας γίνεται πεδίο ανά­πτυξης των τονικών διαβαθμίσεων της ανατολής ή της δύσης. Οι ψαράδες καθρεφτίζονται στους μι­κρούς κυματισμούς της γαλήνιας θάλασσας και η ενασχόλησή τους με το μάζεμα των διχτύων αποκτά εδώ διαστάσεις ζωγραφικού γεγονότος. Οι συμπλη­ρωματικοί τόνοι του γαλάζιου και πορτοκαλί μεταδί­δουν τον παλμό τους στα σύννεφα και στον ανάλαφρο κυματισμό της θάλασσας. Οι χαρακτηριστικές βάρ­κες της λιμνοθάλασσας με τους μοναχικούς ψαράδες είναι τώρα μια ζωντανή εικόνα ονειροπόλησης, με την αργή κίνηση των σχημάτων και το γλυκό φως που ζω­γραφίζεται στην επιφάνεια του νερού. Όλα παραπέ­μπουν στην ανάγκη φυγής της ρομαντικής ψυχής και στο γεγονός ότι η θάλασσα παραμένει μέσον της αν­θρώπινης δραστηριότητας. Το λιμάνι εντάσσεται γρήγορα στη θεματική του Βο­λανάκη, ως κέντρο της καθημερινής ζωής, ως τόπος ευημερίας και εμπορίου.

 

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Στην αποβάθρα», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 70Χ45 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Στην αποβάθρα», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 70Χ45 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Στο έργο του το Λιμάνι του Βόλου, η προκυμαία κατέχει σημαντικό μέρος με το τυπικό σχήμα της καμπύλης και μοιράζεται εξίσου με τη θάλασσα, τη ζωγραφική επιφάνεια. Η επιμελημένη απόδοση των λεπτομερειών και η ακρίβεια στην ανα­παράσταση των οικοδομημάτων δίνουν τη δυνατότη­τα στον θεατή να αναγνωρίσει τον τόπο. Ενώ στο έργο Αποβάθρα ο κόσμος που συζητά ανέμελα, τα παιδιά με τα καλάθια τους, και η υπαίθρια αγορά με την κόκκι­νη τέντα ζωηρεύουν τη γαλήνη και τη σιωπή που απο­πνέει το λιμάνι, η οποία επιτυγχάνεται με την ανάμει­ξη των ερυθρών ιριδισμών με τη γαλάζια διαφάνεια του νερού, και καθιστούν την ζωγραφική επιφάνεια σε ποιητική αποκάλυψη.

 

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Το λιμάνι του Βόλου», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 32,5 Χ 48 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), «Το λιμάνι του Βόλου», περ. 1869-1875, λάδι σε μουσαμά, 32,5 Χ 48 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Βασίλειος Χατζής (1870-1915), μαθητής του Βολα­νάκη προχωρά σε μια προσωπική χρωματική αντίλη­ψη, εφαρμόζοντας τα ιμπρεσιονιστικά μηνύματα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Στο έργο του Καρά­βι στο Καρνάγιο, οι ελεύθερες τολμηρές πινελιές λευ­κού, κόκκινου, πράσινου χρώματος, γρήγορες και παρατακτικές απηχούν την αρχή των ιμπρεσιονιστών με τη διαίρεση και παράθεση του χρωματικού τόνου και την εφαρμογή των συμπληρωματικών χρωμάτων. Κύ­ρια γνωρίσματα της ζωγραφικής του είναι η τάση για αφαιρετική διατύπωση, η χρωματική ρευστότητα και η μείωση της υλικότητας των αντικειμένων.

 

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Καράβι στο καρνάγιο», περ. 1910, λάδι σε μουσαμά, 50Χ66 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Καράβι στο καρνάγιο», περ. 1910, λάδι σε μουσαμά, 50Χ66 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Ο κατάπλους», περ. 1900-1910, λάδι σε μουσαμά, 81Χ69 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Βασίλειος Χατζής (1870-1915), «Ο κατάπλους», περ. 1900-1910, λάδι σε μουσαμά, 81Χ69 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Την επίδραση του Ιμπρεσιονισμού αφομοίωσε με τον καλύτερο τρόπο, ο Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), που σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τε­χνών της Κοπεγχάγης με δάσκαλο τον CarlFrederickSorensen. Η θάλασσα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά έργα του Ιωάννη Αλταμούρα, μεταξύ των οποίων και στο έργο του, Το λιμάνι της Κοπεγχάγης, του 1874, χρονιά κατά την οποία οι Ιμπρεσιονιστές εξέθεσαν τα έργα τους στο Παρίσι στο φωτογραφείο του Ναντάρ. Ο καλλιτέχνης δεν ενδιαφέρεται για την διαμόρφωση της ακτής – προκυμαίας αλλά για τη θά­λασσα και τον ουρανό. Υιοθετεί την μεγάλη οριζόντια παράσταση της πρόσοψης του λιμανιού με τα κτίρια, τους πύργους, τις καμινάδες που καπνίζουν, τα περι­γράμματα των καμπαναριών, μοιράζοντας τη ζωγρα­φική επιφάνεια στα δύο. Τα ένα τρίτο καταλαμβάνει η θάλασσα και τα δύο τρίτα ένας ουρανός με σύννεφα. Πρόκειται για τοπίο χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού Βορρά. Τα χρώματα αλλά και οι πινελιές κάνουν τη θά­λασσα να πάλλεται σαν ένα ζωντανό στοιχείο υπαινίσσοντας την ροή του χρόνου που τρέχει και αλλά­ζει από τη μια στιγμή στην άλλη τα φαινόμενα του κό­σμου. Η θάλασσα εδώ, μέσω της υλικότητας της πινε­λιάς, αποκτάει υλική υπόσταση, μάζα και κίνηση.

Στα έργα του Αλταμούρα, το θέμα του είτε είναι καρνάγιο είτε καράβι ή καΐκι στην ακτή, αποτελεί την αφορμή για τον ζωγράφο για να καταγράψει τα φυσικά φαινόμενα και τις μεταβλητές ιδιότητες της ατμό­σφαιρας. Στο έργο του Καράβι στην ακρογιαλιά, ο ου­ρανός, το λιμάνι και η στεριά ντύνονται σε ένα ζεστό, ροζ κεραμιδί χρώμα, στο οποίο βυθίζονται καράβια, κατάρτια και ιστία την ώρα του δειλινού. Ο Αλταμούρας δεν ενδιαφέρεται για τον όγκο του αραγμένου καρα­βιού αλλά για τα στοιχεία του περιβάλλοντα χώρου, την γαλήνια ώρα του δειλινού στη Βόρεια θάλασσα.

Στο έργο του Καΐκι στις Σπέτσες, ο ζωγράφος έχει απο­κρυσταλλώσει πλήρως τις ιμπρεσιονιστικές αναζητή­σεις του μεταδίδοντας τη διαύγεια του πρωινού στις ελληνικές θάλασσες. Το μικρό αγκυροβολημένο κα­ΐκι, με τα διάφανα, λευκά αναπεπταμένα πανιά του δεσμεύει το φως του ήλιου ενώ όλο το έργο αποτε­λεί μια ποιητική εικόνα που λάμπει από το φως και το χρώμα του ελληνικού πρωινού.

 

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Καΐκι στις Σπέτσες», λάδι σε μουσαμά, 29Χ39 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Καΐκι στις Σπέτσες», λάδι σε μουσαμά, 29Χ39 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ανάλογη περίπτωση πρώιμου ιμπρεσιονιστή καλλι­τέχνη, είναι και ο Περικλής Πανταζής (1849-1884), ο οποίος ακολούθησε την ίδια μοίρα, με τον Αλτα­μούρα καθώς η ανησυχία του τον οδήγησε, έξω από τη στερεότυπη διαδρομή Αθήνα-Μόναχο, πρώτα στο Παρίσι και έπειτα στο Βέλγιο. Στη σύντομη σταδιο­δρομία του, την οποία ανέκοψε ο πρόωρος θάνατός του, πρόφτασε να περάσει από το ρεαλιστικό γεροχτισμένο τοπίο του Κουρμπέ, στην ελεύθερη πινελιά των Ιμπρεσιονιστών, προσπαθώντας να συλλάβει τη ρευ­στότητα των φαινομένων. Με κοφτές, γρήγορες πινε­λιές αποδίδει, στο έργο του Θαλασσογραφία, τη φευγα­λέα εντύπωση του κύματος, ενώ μέσα στο ευαίσθητο λευκό των αφρών, που αποδίδονται με τη φορά προς τα έξω, ανακλώνται τα χρώματα του ουρανού και της γης. Στο έργο αυτό είναι εμφανής η επίδραση του από τη ζωγραφική των Φλαμανδών που μοιράζουν τον πί­νακα σε ζώνες, με έναν ορίζοντα χαμηλό, που αναδει­κνύει τον ουρανό κυρίαρχο πεδίο μελέτης της κίνη­σης, της ρευστότητας, της φευγαλέας εντύπωσης.

Ο Συμεών Σαββίδης (1859-1927), από τους τελευ­ταίους εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου, εί­ναι ο πιο συνειδητός οπαδός της ζωγραφικής του Ιμπρεσιονισμού. Το έργο του Βάρκες στα Νερά του Βο­σπόρου, διακρίνεται για τη μεγαλύτερη ανάλυση του χρωματικού τόνου και τις αναζητήσεις σχετικά με τις αντανακλάσεις στο νερό. Ο Σαββίδης στο έργο αυτό συλλαμβάνει όλες τις μεταβολές των χρωματικών τόνων μιας ορισμένης στιγμής, την ακινητοποιεί και την αναλύει. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στα ψυχρά και τα θερμά χρώματα είναι έκδηλος και αυτό που χαρα­κτηρίζει τη σύνθεση είναι η αντανάκλαση στο νερό που συντελείται με σαφείς πινελιές και που σχηματί­ζεται μια δεύτερη ανεστραμμένη εικόνα. Οι μορφές στην στεριά αποδίδονται με χρωματικές στιγμογραφικές πινελιές.

 

Συμεών Σαββίδης (1859-1927), «Βάρκες στα νερά του Βοσπόρου», 1907, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 35Χ50 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Συμεών Σαββίδης (1859-1927), «Βάρκες στα νερά του Βοσπόρου», 1907, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 35Χ50 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Β. Η θαλασσογραφία στις αρχές του 20ού αιώνα στο πνεύμα του μοντερνισμού

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι Έλληνες ζωγράφοι εγκα­ταλείπουν το Μόναχο για τη νέα καλλιτεχνική πρωτεύ­ουσα της Ευρώπης, το Παρίσι. Η στροφή αυτή συμ­βαδίζει, όχι τυχαία, με το αίτημα επιστροφής στις γη­γενείς αξίες που διακηρύσσουν οι θεωρητικοί της εποχής και ιδιαίτερα ο Περικλής Γιαννόπουλος στην Ελληνική Γραμμή (1903), ο οποίος καλεί τους ζωγρά­φους να υμνήσουν το πνευματικό φως της Ελλάδας.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η «Ομάδα Τέχνη» (1917) θα αποτελέσει τον προθάλαμο της ελληνικής καλλιτεχνι­κής πρωτοπορίας με καλλιτέχνες, που δεν δίστασαν να έλθουν σε ρήξη με το παρελθόν. Μετά το 1922 οι ποικίλες πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές θα επιτρέ­ψουν την ανάπτυξη ενός πλουραλιστικού πνεύματος στις τέχνες και στον πολιτισμό.

Οι καλλιτέχνες βγαίνουν στη φύση και προσπαθούν να βρουν τα σχήματα και τα χρώματα για να αποδώ­σουν το ιδιαίτερο τοπίο της χώρας μας και την ξεχω­ριστή ποιότητα του ελληνικού φωτός. Το ζωγραφι­κό έργο τείνει να αυτονομηθεί από τον έξω κόσμο, να αποτελέσει όχι καταγραφή του φυσικού ελληνικού τοπίου αλλά το χρωματικό του ισοδύναμο. Οι καλλι­τέχνες θα δουν και θα ερμηνεύσουν τον κόσμο όχι με το βλέμμα και τις αισθήσεις αλλά με την ψυχή τους. Έτσι, ούτε τα σχήματα ούτε τα χρώματα είναι φυσιο­κρατικά όπως πριν.

Ο Γεώργιος Κοσμαδόπουλος (1895-1967), ο Βάσος Γερμένης (1896-1966), ο Αλέξανδρος Κορογιαννάκης (1906-1966) και ο Βασίλειος Μαγιάσης (1880-1926) διεκδικούν μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία του Μεταϊμπρεσιονισμού στην Ελλάδα. Οι ζωγράφοι όμως που αντιλαμβάνονται το νεοελληνικό τοπίο, με μια εντελώς νέα οπτική, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1920, είναι: ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967),ο Νικόλαος Λύτρας (1883-1927), ο Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928) και ο Μιχάλης Οικονόμου (1888-1923).

Ο Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ζωγράφους, μετά το 1920 συνθέτει τα τοπία του με έντονη τάση για σχηματο­ποίηση, απλωμένες χρωματικές επιφάνειες, σαφή πε­ριγράμματα, μειωμένο ρόλο της προοπτικής, μεγάλακαμπυλόγραμμα θέματα, μνημειακή απόδοση των όγκων και έντονα διακοσμητική διάθεση. Τα έργα αυ­τής της περιόδου σφραγίζονται από την εμπειρία της ζωγραφικής του Σεζάν, δηλαδή η σχέση των όγκων με το χώρο αποδίδεται πέρα από τη λογική της παραδο­σιακής προοπτικής. Το έργο του Τοπίο παραθαλάσσιο έχει καμπυλοκεντρική σύνθεση, κυρίως στο έδαφος με τα μικρά καμπυλόμορφα θέματα και με τον ορίζο­ντα να ανεβαίνει πολύ ψηλά, καταργώντας την έννοια του βάθους, αφήνοντας μια στενή λωρίδα ουρανού. Στο έργο του Καμένη, Σαντορίνη, η κυκλαδίτικη ατμό­σφαιρα διαγράφεται με ένα φως σκληρό και εντυπω­σιακό. Η εισαγωγή στον πίνακα γίνεται με ανοδική πο­ρεία. Εικονίζονται στο πρώτο επίπεδο ένας μαντρό­τοιχος και πιο πίσω το νησάκι της Καμένης. Οι θερ­μοί γαιώδεις τόνοι της στεριάς μέσα στο ψυχρό μπλε της θάλασσας με τις τυρκουάζ φωτεινές ζώνες που εναλλάσσονται, καθώς ένα μικρό χρωματικό κομμάτι εμπλέκεται με το άλλο ως το βάθος, προσδίδουν μια συνθετική ισορροπίαστο έργο. Η ένταση του χρώμα­τος ακόμη και στα πιο μακρινά επίπεδα, αναιρεί την εντύπωση του βάθους και κρατιέται η εικόνα στην επιφάνεια του καμβά. Επιβεβαιώνεται σε αυτό και σε πολλά παρόμοια το­πία πως δεν έχουμε απόδοση της οπτικής πραγματι­κότητας, αλλά μορφοποίηση μιας ιδέας με ζωγραφι­κά μέσα.

 

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Τοπίο παραθαλάσσιο», 1918-1920, λάδι σε χαρτόνι, 33,5Χ52,2 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Τοπίο παραθαλάσσιο», 1918-1920, λάδι σε χαρτόνι, 33,5Χ52,2 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Καμένη, Σαντορίνη», 1924-1925, λάδι σε μουσαμά, 50Χ56 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Μαλέας (1879-1928), «Καμένη, Σαντορίνη», 1924-1925, λάδι σε μουσαμά, 50Χ56 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Νικόλαος Λύτρας (1883-1927) μαζί με τον Κωνστα­ντίνο Παρθένη και τον Κωνσταντίνο Μαλέα, θεωρού­νται οι ανανεωτές της τέχνης των αρχών του 20ου αι­ώνα στην Ελλάδα. Έχει αφομοιώσει και υιοθετήσει τους βασικούς κώδικες της μοντέρνας τέχνης που εί­χαν καθιερωθεί από τη γενιά των μεταϊμπρεσιονιστών ζωγράφων. Καθιερώνει την αυτονομία της εικαστι­κής δράσης πάνω στη ζωγραφική επιφάνεια, όπου το θέμα του χτίζεται με πλατιές πινελιές παχύρευστου χρώματος και χειρονομιακή γραφή.

Στα έργα Φάρος  και Θαλασσογραφία, η θάλασσα έχει αποδοθεί με πηχτό χρώμα και ρευστές πινελιές, που της προσδίδουν μια υλική υπόσταση. Κυριαρχούν τα μπλε, τα ιώδη και οι ώχρες. Το φυσικό περιβάλλον ει­κονογραφείται απαλλαγμένο από την περιγραφικότη­τα και από τις αφηγήσεις της παραδοσιακής νατουραλιστικής τοπιογραφίας. Τα τοπία αποδίδονται με λιτή σύνθεση, πανοραμική από ψηλά θέαση, με με­γάλες απλοποιημένες επιφάνειες. Ο Λύτρας αναζητά σε αυτά τα έργα με τον κλειστό ορίζοντα και την ανο­δική σύνθεση, την αλήθεια του πραγματικού. Ερμη­νεύει κατά κάποιον τρόπο τον χαρακτήρα της δομής του ελληνικού τοπίου με την εσωτερική του νομοτέ­λεια παραπέμποντας στον Cezanne.

 

Νίκος Λύτρας (1883-1927), «Θαλασσογραφία», π. 1925, λάδι σε μουσαμά, 53Χ73 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Νίκος Λύτρας (1883-1927), «Θαλασσογραφία», π. 1925, λάδι σε μουσαμά, 53Χ73 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Μιχάλης Οικονόμου (1888-1923) εγκαταλείπει εν μέρει τη φύση ως φύση και της προσδίδει μία μετα­φυσική χροιά. Ζωγραφίζει τα τοπία του με έντονο ρο­μαντικό αίσθημα που είναι σαν να αναδύονται από ένα όνειρο. Στο έργο του ο μύλος, ο νερόμυλος αντικατο­πτρίζεται στα νερά της θάλασσας και μοιάζει σαν να αναδύεται μέσα από μιαν ανάμνηση. Η χρωματική ρευ­στότητα, το χαλαρό σχέδιο με όλα τα σχήματα ρευστά, με περιγράμματα σβηστά, ανατρέπουν τις βασικές αρ­χές της αναπαραστατικότητας και κάνουν την εικόνα να φαίνεται συναισθηματικά φορτισμένη και υποκειμενι­κή. Τώρα ούτε τα σχήματα ούτε τα χρώματα είναι φυ­σιοκρατικά. Ο νερόμυλος φαίνεται να έχει ζωγραφιστεί με τα μάτια της ψυχής, θολός και ρευστός, ως ανάμνη­ση, στο χώρο των ακαθόριστων μορφών.

Με ανάλογο τρόπο έχει ζωγραφιστεί και το Σπίτι του ψαρά δίπλα στη θάλασσα. Μία πορτοκαλοκόκκινη τέντα ρί­χνει τη μωβ σκιά της στην πρόσοψη του σπιτιού ενώ μια γυναικεία μορφή ενσωματώνεται μέσα στη σκιά, έτσι που μόλις την διακρίνεις. Ο διάλογος ψυχρών-θερμών χρωμάτων δίνει λάμψη και παλμό στο έργο.

 

Μιχάλης Οικονόμου (1884-1933), «Το σπίτι του ψαρά», λάδι σε χαρτόνι, 40,5Χ69,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Μιχάλης Οικονόμου (1884-1933), «Το σπίτι του ψαρά», λάδι σε χαρτόνι, 40,5Χ69,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Σε αυτήν την κατηγορία των καλλιτεχνών που ερμη­νεύουν τον κόσμο όχι με το βλέμμα, αλλά μέσα από τη νόηση ανήκουν ο Κωνσταντίνος Παρθένης και ο Γεράσιμος Στέρης. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1918-1920) στο έργο του ‘Υδρα, με σχέδιο λεπτό, υπαινικτι­κό και συγχρόνως στέρεο και διάφανο χρώμα, αφή­νει αναπνοές-κενά ανάμεσα στα χρωματικά πεδία, θέ­λοντας να άρει την υλικότητα των κτισμάτων και τη χρωματική πυκνότητα της θάλασσας. Η αρμονία των χρωμάτων βασίζεται στον διάλογο ανάμεσα στα μπλε-μωβ και τα κίτρινα-πορτοκαλιά, γαλάζια-πορτοκαλί δηλαδή ανάμεσα σε ψυχρά-θερμά και σε συμπληρω­ματικά χρώματα. Το έργο χαρακτηρίζεται από απλότη­τα και λιτότητα.

 

Κωνσταντίνος Παρθένης (1878|79-1967), «Ύδρα», 1918-1920, λάδι σε καμβά, 23Χ31 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κωνσταντίνος Παρθένης (1878|79-1967), «Ύδρα», 1918-1920, λάδι σε καμβά, 23Χ31 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Γεράσιμος Στέρης (1898-1987) θεωρείται πρόδρο­μος του ελληνικού μοντερνισμού. Μέσω των ταξι­διών του στην Ευρώπη απέκτησε μια εξαιρετικά επε­ξεργασμένη αίσθηση του νέου τρόπου αισθητικής αντίληψης του μοντερνισμού. Το έργο του, Ακρογιά­λι, είναι πλημμυρισμένο από γαλήνη και ποιητικότη­τα, που παραπέμπει στο πνεύμα της αρχαιότητας και καταδεικνύει ότι ο Στέρης είναι επηρεασμένος από τον GiorgiodeChirico. Οι τρεις μορφές δίπλα στο νη­σιώτικο αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα-πλαίσιο επισύρουν ανακλήσεις τόσο από την αρχαιότητα όσο και από το Βυζάντιο. Οι όγκοι των σπιτιών αποδομένοι σύμφω­να με την υστεροκυβιστική τέχνη, κλειστοί στο περί­γραμμα, στιβαροί, ακίνητοι και μνημειακοί, περικλεί­ουν ένα μυστήριο, σαν να μην κατοικήθηκαν ποτέ. Το έργο χαρακτηρίζεται από στατική ηρεμία, συγκρατη­μένη εκφραστικότητα και με τις μορφές να μοιάζουν απόκοσμες προσδίδοντας στο έργο μια αινιγματική ατμόσφαιρα.

 

Γεράσιμος Στέρης (1898-1987), «Ακρογιάλι», πριν 1963, λάδι σε μουσαμά, 57,5Χ72 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Γεράσιμος Στέρης (1898-1987), «Ακρογιάλι», πριν 1963, λάδι σε μουσαμά, 57,5Χ72 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Γ. Η θαλασσογραφία μετά το 1960

 

Οι Έλληνες καλλιτέχνες μετά τον εμφύλιο πόλεμο συμμετέχουν ενεργά στις αναζητήσεις της μοντέρ­νας τέχνης. Από τον πόλεμο και μετά, το κάθε έργο δεν είναι πλέον ενταγμένο σε ένα γενικότερο σύστημα αισθητικών αξιών αλλά ενεργοποιεί τα νοήματα του αποκλειστικά από τις θέσεις και τις βασικές αξίες του καλλιτέχνη. Ύστερα από το διάλειμμα της αφαίρεσης, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 70 και μετά, παρατη­ρήθηκε στην Ελλάδα μια νέα στροφή προς τη φύση και οι Έλληνες καλλιτέχνες πειραματίστηκαν με κάθε δημιουργική διαδικασία για την παραγωγή του έργου τέχνης.

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994) μαθη­τής του Παρθένη, θα βρεθεί πολύ νέος στο Παρίσι, όπου ανθεί ο ευρωπαϊκός Μοντερνισμός. Γοητεύτη­κε από τη μετακυβιστική ζωγραφική του Πικάσσο (1881-1973) και του Μπρακ (1882-1963) αλλά οδη­γήθηκε σ’ έναν ιδιότυπο ελληνοτροπικό Κυβισμό, γε­μάτο φως και χρώμα. Το έργο του Το Νερό, αποτελεί μέρος της ενότητας των τεσσάρων στοιχείων της φύ­σης (νερό, γη, αέρας, φωτιά-1965-66), στα οποία η έμφαση δίνεται αποκλειστικά στην καταγραφή των φυσικών στοιχείων και φαινομένων. Το έργο εικο­νογραφεί το θέμα των τεσσάρων στοιχείων που έχει καταβολές από την εποχή της Αναγέννησης και του Μπαρόκ, αλλά ως προς το εννοιολογικό του περιεχό­μενο συνδέεται με βαθύτατες κοσμολογικές αλήθειες που προσδιορίστηκαν στην ελληνική αρχαιότητα από τον Εμπεδοκλή και τον Αριστοτέλη, αλλά και στην ταοϊκή φιλοσοφία. Ο Γκίκας με ελευθερία και ευαισθη­σία χάρη στην αφομοιωμένη πλέον εμπειρία των χρω­μάτων και της πινελιάς επιχειρεί να προσεγγίσει τις αλήθειες αυτές μέσα από τη ζωγραφική τετραλογία του.

Στο έργο του, Το Νερό, ο ζωγράφος μεταφέρει την αίσθη­ση αλλά και την έννοια του νερού με μια σύνθεση χρω­μάτων, όγκων και εντυπώσεων, όπου πρωταγωνιστεί το φως και οι αντανακλάσεις του, το βάθος και η επιφάνεια, ο φευγαλέος χρόνος και η διαρκής μεταβολή.

 

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας (1906-1994), «Το νερό», λάδι σε μουσαμά, 200Χ229 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας (1906-1994), «Το νερό», λάδι σε μουσαμά, 200Χ229 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Αγήνορας Αστεριάδης (1898-1977) προσπάθησε να συνδυάσει στο έργο του την ελληνική παράδοση, το πνεύμα της βυζαντινής αγιογραφίας και τα διδάγ­ματα του κυβισμού και των άλλων εικαστικών ρευμά­των των αρχών του 20ου αιώνα.

Η μνημειακή του σύνθεση Πειραιάς είναι πολύ χαρα­κτηριστικό έργο επηρεασμένο από τη διακοσμητική λαϊκή ζωγραφική. Η σχηματοποίηση, η μικρογραφική πραγμάτωση αλλά και η αντίστροφη προοπτική, δηλώνουν αναφορές στην ανατολική και βυζαντινή τέχνη με την οποία ο ζωγράφος ανέπτυξε στενότατη σχέση.

Η χαρτογραφική ανάπτυξη του χώρου καταργεί την προοπτική και την τρίτη διάσταση. Το θέμα αναπτύσ­σεται κατακόρυφα με τα τρία λιμάνια του Πειραιά, να ξετυλίγονται ανοδικά από το Μικρολίμανο και τη Ζέα ως το μεγάλο κύριο εμπορικό λιμάνι. Τα σπίτια απει­κονίζονται μετωπικά. Το βαθύ μπλε της θάλασσας συ­νομιλεί ζωηρά με τις ώχρες της γης, ενώ τα λευκά των σπιτιών προσθέτουν τον χαρούμενο τόνο τους στη σύνθεση, που χαρακτηρίζεται από έναν έντονο μελω­δικό ρυθμό.

 

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1997), «Πειραιάς», 1973, Αυγοτέμπερα σε ξύλο, 202Χ122 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1997), «Πειραιάς», 1973, Αυγοτέμπερα σε ξύλο, 202Χ122 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Κώστας Τσόκλης (1930) αυτήν την περίοδο εστιάζει στο οντολογικό πρόβλημα της εικαστικής δημιουργί­ας. Κύριο γνώρισμα του καλλιτέχνη αυτήν την περίο­δο, είναι η σύνδεση πραγματικών αντικειμένων σχετι­κών με τη θάλασσα (ξύλο από βάρκα) και της ζωγρα­φικής επιφάνειας. Το έργο θαλασσινό τοπίο δημιουρ­γείται από τη σύμπτωση του πραγματικού με το εικα­στικό.

 

Κώστας Τσόκλης (1930), «Θαλασσινό τοπίο», 1979, λάδι σε μουσαμά, 69,5Χ80,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Κώστας Τσόκλης (1930), «Θαλασσινό τοπίο», 1979, λάδι σε μουσαμά, 69,5Χ80,5 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

 

Ο Παναγιώτης Τέτσης (1925) ζωγράφισε τη θάλασ­σα έτσι όπως τη βίωσε και συνεχίζει να τη βιώνει ως τώρα. Αυτό που ζωγραφίζει δεν είναι μόνον η θάλασ­σα, ο ουρανός, τα σύννεφα και η φωτεινή λάμψη, αλλά και κάτι άλλο, που θα τον μεταφέρει σε έναν κό­σμο διαφορετικό από τον πραγματικό. Τον κόσμο της δικής του ζωγραφικής. Η θέα του κόσμου, της φύσης του προσφέρει «ζωγραφική», σχήματα, φόρμες, χρώ­ματα, τόνο-φως. Το φως, μια ποιότητα που παραμε­λήθηκε στην αντίληψη του χρώματος από τη μοντέρ­να ζωγραφική, για τον Τέτση αποτελεί τη βάση της χρωματικής τοποθέτησης του στον κάθε πίνακα του. Το έργο του Ύδρα, Θάλασσα διαπνέεται από τέρψη των αισθήσεων, καθώς γίνεται φανερό ότι ο Τέτσης ζω­γραφίζει τη θάλασσα της Ύδρας ως βίωμα και μνήμη, ως γνώση προσωπική.

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μου­σείου Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο με αυτήν την θαλάσσια περιδιάβαση στις συλλογές του, στόχο έχει να φωτίσει το ρόλο της τέχνης μέσα από τη διαλε­κτική σχέση τέχνης, ιστορίας, κοινωνίας. Αλλά επειδή το σύγχρονο μουσείο από τον ορισμό του δίδει προτεραι­ότητα στο κοινό και η ύπαρξη του αξιολογείται από την ικανοποίηση των αναγκών του κοινού για μελέτη, εκπαί­δευση και ψυχαγωγία, η έκθεση αυτή δίνει τη δυνατότη­τα στον επισκέπτη να γνωρίσει την ελληνική ζωγραφική αλλά συγχρόνως η επίσκεψη του να αποτελεί προσωπι­κή εμπειρία, ενεργοποιώντας του τις αισθήσεις, τη φα­ντασία, τη γνώση, τον ψυχισμό, την εικαστική αγωγή και τη δεξιότητα κυρίως των παιδιών, μέσω των εκπαιδευτι­κών προγραμμάτων που θα υλοποιηθούν.

Μέσα από την εικαστική αυτή περιήγηση, γίνεται αυ­ταπόδεικτο πως η θέαση ελαχίστων ζωγραφικών πι­νάκων με θέμα είτε τη θάλασσα είτε το καράβι, γνώ­ριμο σύμβολο φυγής από την καθημερινότητα, αρκεί για ένα ταξίδι, που ο καθένας μας μπορεί να πραγμα­τοποιήσει οποιαδήποτε στιγμή το θελήσει. Ένα ταξίδι κατακλυσμένο από το φως και το χρώμα της Ελλάδας […]

  

Γενική Βιβλιογραφία


 

 

  • Βλάχος Μανόλης, Ο Ζωγράφος Κωνσταντίνος Βολανά­κης 1837-1907, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Αθήνα, 1974.
  • Βλάχος Μανόλης, Η Ελληνική Θαλασσογραφία, Eurobank-Όμιλος Λάτση, Αθήνα 1993.
  • «Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια. Τέσσερις αιώνες Ελ­ληνικής Ζωγραφικής», Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, επιστημονική επιμέλεια – εισα­γωγικά κείμενα ενοτήτων Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Αθήνα 1999.
  • «Ελληνική τοπιογραφία, 19ος-20ος αιώνας», Εθνική Πινα­κοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα, 1998, επιμέλεια Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Αγγέλα Ταμβάκη.
  • Κατάλογοι ατομικών και ομαδικών εκθέσεων, (Αρχείο Εθνικής Πινακοθήκης).
  • Κουρία Αφροδίτη, Πόρτολος Δημήτρης, Νίκος Λύ­τρας, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Ελληνικό λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 2008.
  • Κωτίδης Αντώνης, Ο Ζωγράφος Κ. Μαλέας (1879-1928), διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσα­λονίκης, Θεσσαλονίκη 1982.
  • Λυδάκης Στέλιος, Η ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφι­κής (16ος-20ος  αιώνας), εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1976.
  • Λυδάκης Στέλιος, Βολανάκης, εκδ. Αδάμ, Αθήνα 1997.
  • Μισιρλή Νέλλη, Ελληνική Ζωγραφική, 18ος-19ος  αιώνας,  εκδ. Αδάμ, Αθήνα 1993.
  • «Στα άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης – Άγνωστοι θησαυροί από τις συλλογές της», επιστημονική επιμέλεια-εισαγωγικά κείμενα ενοτήτων Μαρία Κατσανακη, Ζίνα Καλούδη, Άννυ Μάλαμα, Λίνα Τσίκουτα, Τώνια Γιαννουδάκη, Άρτεμις Ζερβού, Έφη Αγαθονίκου, Μαριλένα Κασιμάτη, Αθήνα 2011.
  • Χρήστου Χρύσανθος, Η ΕλληνικήΖωγραφική 1832-1922,  εκδ. Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1981.

  

Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου

Έκθεση: «Η θάλασσα στη νεοελληνική τέχνη»

Διάρκεια: 14 Ιουνίου 2014 – 30 Δεκεμβρίου 2014

Ώρες λειτουργίας:

Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο:10.00-15.00

Τετάρτη, Παρασκευή:10.00-15.00 & 17.00-20.00

Κυριακή: 10.00-14.00: Τρίτη :κλειστά

Σιδηράς Μεραρχίας 23 , Τ.Κ. 21100, Ναύπλιο, ΤΗΛ. 27520 21915-21935

Read Full Post »

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)


 

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Πλάτωνας (427-347 π.Χ.)

Ο Πλάτωνας [1](427-347 π.Χ.) ένας από τους διασημότερους φι­λοσόφους όλων των αιώνων, που το όνομά του σφράγισε την ιστορία της φιλοσοφίας, γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη δίνη του Πελοποννησια­κού πολέμου (431- 404 π.Χ.) Η καταγωγή του ήταν αριστοκρατική· το γέ­νος του πατέρα του, Αρίστωνα, κρατούσε από το βασιλιά Κόδρο και της μητέρας του, Περικτιόνης, από το Σόλωνα. Ο Κριτίας, αρχηγός των τριάκοντα τυράννων, ήταν θείος της μητέρας του και ο Χαρμίδης, ένας από τους τριάκοντα, αδελφός της. Και οι δυο, καθώς και οι αδελφοί του Πλάτωνα, ο Αδείμαντος και ο Γλαύκωνας, εμφανίζονται σαν πρόσωπα των διαλόγων του.

Η στενή σχέση του Πλάτωνα με τον κόσμο της παλιάς αττικής αρι­στοκρατίας θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπι­κότητας και της βιοθεωρίας του. Έγινε φορέας και εκφραστής των αντι­λήψεων της αθηναϊκής αριστοκρατίας στην οποία ανήκε και μέσα στην ο­ποία ανατράφηκε και έζησε. Ιδανικά και επιδιώξεις της τάξης του και δι­κά του ήταν η διαφύλαξη των παραδόσεων με ευλάβεια, η αντίδραση σε κάθε καινοτομία και μεταβολή, ο περιορισμός της εξουσίας του Δήμου, η χερσαία και αγροτική ζωή και οικονομία, η δουλοκτησία και γενικά η αίσθηση της ανωτερότητας απέναντι στο λαό και στους ξένους.

Η γνωριμία του με το Σωκράτη, ο οποίος στον καθημερινό του διά­λογο επέκρινε τη δημοκρατία των χρόνων του, επαινούσε το συντηρητικό πολίτευμα των προγόνων (π.χ. του Σόλωνα) και χλεύαζε τους σοφιστές και τις νέες ιδέες τους, άσκησε αποφασιστική επίδραση στον Πλάτωνα και ενίσχυσε τις συντηρητικές του αντιλήψεις. Η καταδίκη και η θανά­τωση του αγαπημένου του δάσκαλου, του Σωκράτη, το 399 βάθυνε το χάσμα που χώριζε τον Πλάτωνα από τη δημοκρατία της Αθήνας.

 

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

Αρχαίοι σοφοί στην Ακαδημία του Πλάτωνα: Ηρακλής Ποντικός, Σπεύσιππος, Πλάτων, Εύδοξος, Ξενοκράτης και Αριστοτέλης. Ψηφιδωτό από την Πομπηία. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης.

 

Μετά το θάνατο του Σωκράτη πήγε κοντά στο μαθητή του Σωκράτη Ευκλείδη στα Μέγαρα, όπου κυβερνούσαν οι ολιγαρχικοί και βρήκε ένα φιλικό και σύμφωνο με τις ιδέες του κλίμα. Η αρχαία παράδοση μας πλη­ροφορεί ότι κατά το 390 ταξίδεψε στην Αίγυπτο, όπου εντυπωσιάστηκε από το ιεροκρατικό και υπερσυντηρητικό της πολίτευμα. Μετά πήγε στην Κυρήνη και γνωρίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο. Τέλος έκανε τρία ταξίδια στη Σικελία (388, 367, 361 π.Χ.) για να πείσει τους τυράννους των Συρακουσών, Διονύσιο Α’ στο πρώτο ταξίδι και Διονύσιο Β’ στα άλλα δυο, να κάνουν τις μεταρρυθμίσεις που θα επανέφεραν τον παλιό αριστοκρατικό τρόπο πολιτικού βίου. Προσπάθησε δηλ. να εφαρμόσει στην πράξη την πολιτική του θεωρία, χωρίς όμως επιτυχία, γιατί οι τύ­ραννοι αυτοί δεν αποδείχτηκαν φιλομαθείς και πρόθυμοι να έχουν κοντά τους ένα σοφό για σύμβουλό τους, όπως ήλπιζε. Μετά την ειρήνη του Α­νταλκίδα (387), όταν στην Αθήνα δημιουργήθηκε κλίμα ευνοϊκότερο για τους ολιγαρχικούς, γύρισε στην Αθήνα και ίδρυσε φιλοσοφική σχολή – μια από τις πιο φημισμένες όλων των εποχών- την Ακαδήμεια, όπου συ­νέχισε να διδάσκει μέχρι το θάνατό του (347).

 

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό  του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

 

Το έργο του, που σώθηκε ολόκληρο αποτελείται από 42 διάλογους και 13 επιστολές. Πολλά απ’ αυτά δε θεωρούνται γνήσια. Οι ειδικοί τα ταξινομούν κατά χρονολογική σειρά σε τρεις ομάδες:

  • (α’) έργα νεανικά και πλησιέστερα στη μνήμη του Σωκράτη («Ευθύφρων», «Ιππίας», «Χαρ­μίδης», «Ίων» «Κρίτων» κ.ά.)
  • (β’) έργα της ώριμης ηλικίας,όπου η μορφή του Σωκράτη παραμένει ζωντανή και πρωταγωνιστεί στις συζητή­σεις, αλλά εκφράζει συχνά και τη σκέψη του Πλάτωνα («Πολιτεία», «Φαίδων», «Συμπόσιο» «Φαίδρος» κ.ά.)
  • (γ’) έργα της γεροντικής ηλι­κίας,λιγότερο λογοτεχνικά και περισσότερο λογικά και δύσκαμπτα («Τί­μαιος», «Κριτίας», «Νόμοι» κ.ά).

Όλα τα έργα του Πλάτωνα είναι σε διαλογική μορφή, εκτός από την «Απολογία» του Σωκράτη και τις επι­στολές του Πλάτωνα, και σ’ όλους τους διάλογους κύριο πρόσωπο είναι ο Σωκράτης, ο οποίος όμως φαίνεται ότι χάνει τη θέση του πρωταγωνι­στή στα προτελευταία έργα (Τίμαιο, Κριτία) και απουσιάζει εντελούς από τους «νόμους». Το όνομα του κύριου συνομιλητή του Σωκράτη απο­τελεί και τον τίτλο κάθε διαλόγου.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», σελ. 700.

-Flaceliere R.,«Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μτφρ. Γ. Βανδώρου, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, σελ. 294-296.

-Σακκά Δ., «Πλάτωνας», εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1985, σελ. 31-36

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

 

«Εν έτει 1862»: η ευρωπαϊκή και η ελληνική ιστορική συγκυρία. Χριστίνα Κουλούρη, Καθηγήτρια Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

 

Στόχος της ανακοίνωσης είναι η κατανόηση του ιστορικού πλαισίου της Ναυπλιακής Επανάστασης σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο. Με αφετηρία το 1848, τα κινήματα που έμειναν γνωστά ως η «άνοιξη των λαών» και στη συνέχεια το 1856, το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου, του πρώτου πολέμου που μπορεί να θεωρηθεί πανευρωπαϊκός και ο οποίος είχε συνέπειες και στην Ελλάδα, καταλήγουμε στη δεκαετία του 1860 όταν κορυφώνονται κάποιες εξελίξεις τόσο σε ελληνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Η επανάσταση του 1848 στη Γαλλία, έργο του Henri Félix Emmanuel Philippoteaux (1815–1884), μουσείο Carnavalet, Paris.    Οι φιλελεύθεροι υψώνουν την τρίχρωμη σημαία ως εθνικό έμβλημα της Γαλλίας (δεξιά) τη στιγμή που οι σοσιαλιστές απέναντί τους υψώνουν την κόκκινη σημαία (αριστερά).

Η επανάσταση του 1848 στη Γαλλία, έργο του Henri Félix Emmanuel Philippoteaux (1815–1884), μουσείο Carnavalet, Paris.
Οι φιλελεύθεροι υψώνουν την τρίχρωμη σημαία ως εθνικό έμβλημα της Γαλλίας (δεξιά) τη στιγμή που οι σοσιαλιστές απέναντί τους υψώνουν την κόκκινη σημαία (αριστερά).

 

Μπορούμε πράγματι να υποστηρίξουμε ότι η ναυπλιακή επανάσταση συνοψίζει όλα σχεδόν τα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της εποχής σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο. Τα χαρακτηριστικά αυτά αναλύονται σε δύο άξονες: α) τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της συνεχούς επέκτασης της εκβιομηχάνισης και της τεχνολογικής προόδου, έστω και με άνισους ρυθμούς, στην ευρωπαϊκή ήπειρο β) την έμπρακτη αμφισβήτηση της πολιτικής κληρονομιάς του Συνεδρίου της Βιέννης (1815) μέσα από τα κινήματα του φιλελευθερισμού και του εθνικισμού.

Η ναυπλιακή επανάσταση εκδηλώθηκε μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο που σηματοδοτούνταν από τη defacto υπέρβαση των πολιτικών δεδομένων της Ευρώπης της Ιεράς Συμμαχίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα χρόνια που προηγήθηκαν του ελληνικού 1862 αντιστοιχούν σε μια πολυεπίπεδη κρίση που δεν αφορούσε μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Εν έτει 1862» η ευρωπαϊκή και η ελληνική ιστορική συγκυρία

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αντιφών (ο Σοφιστής 5ος αι. π.Χ.)  


 
 

A 3rd century CE papyrus attributed to Antiphon' Peri aletheias Bk. I

A 3rd century CE papyrus attributed to Antiphon’ Peri aletheias Bk. I

Ο σοφιστής Αντιφώντας [1] έζησε στην Αθήνα τον 5° αι. π.Χ. και πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ολιγαρχικό ρήτορα Αντιφώντα και από τον τραγικό Αντιφώντα. Δεν α­ναφέρεται συνήθως στον κύκλο των πρώτων μεγάλων σοφιστών, αλλά η παρουσία του είναι ιδιαίτερα σημαντική μέσα στην όλη σοφιστική κίνη­ση. Έχουν σωθεί μάλιστα τόσο πολλά και τόσο περιεκτικά αποσπάσματα από το έργο του, όσο από κανέναν άλλο σοφιστή. Στη σκέψη του παρα­τηρούνται φανερές συγγένειες με απόψεις πρωιμότερων φιλοσόφων, ό­πως του Παρμενίδη, του Ξενοφάνη και του Εμπεδοκλή. Σε πολλές από­ψεις του θυμίζει το Δημόκριτο, ενώ στις πολιτικές του θεωρίες προσεγ­γίζει το σοφιστή Ιππία και κινείται παράλληλα μ’ αυτόν.

Η φιλοσοφία του αναπτυσσόταν κυρίως στο έργο του «Περί Αλη­θείας» (δυο βιβλία), που ήταν μια πολιτική πραγματεία. Από τα απο­σπάσματα που σώθηκαν φαίνεται ότι στο πρώτο βιβλίο αναπτυσσόταν μια γνωσιοθεωρία και προβλήματα φυσικής επιστήμης και στο δεύτερο βιβλίο ανθρωπολογικά προβλήματα και πολιτικές θεωρίες.

Άλλα έργα του ήταν το «Περί Ομονοίας», ένα βαθυστόχαστο έργο στο οποίο εξυμνεί την ομόνοια και καταδικάζει την αναρχία («ἀναρχίας οὐδέν κάκιον ἀνθρώποις» προσωκρ. Β. 61), η «τέχνη αλυπίας» με το οποίο εγκαινίασε τους παραμυθητικούς λόγους για την καταπολέμηση του ψυχικού πά­θους, και η «ονείρων κρίσις» με την οποία έφτανε στην ορθολογιστική εξήγηση των ονείρων.

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Βέικου θ., «Η Αρχαία Σοφιστική»Θεσσαλονίκη,1971, ό.π., σελ. 77-78.

Ντόκα Α ., «Ελληνικός Διαφωτισμός», εκδ. Φέξη, Αθήνα, 1961, ό.π., σελ. 106-107

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Αριστοφάνης (445-385 π.Χ.)


 

Αριστοφάνης

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης, ο πιο ονομαστός κωμωδιογράφος της αρχαιότητας, γεννήθηκε στο δήμο Κυδαθήναιον από Αθη­ναίους γονείς το 445 π.Χ. Για τη ζωή του ξέρουμε λίγα πράγματα από πληροφορίες που παίρνουμε μέσα από το έργο του. Πολύ νέος άρχισε να γράφει κωμωδίες και διακρίθηκε για τη δυνατή σατιρική του φλέβα και τη λυρική του έξαρση. Οι περισσότερες κωμωδίες του γράφτηκαν στην ε­ποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και συνδέονται μ’ αυτόν. Για την πολιτικο­κοινωνική του στάση άλλοι [1] τον θεωρούν αντιδραστικό, που ανήκε στην ολιγαρχική παράταξη και εκφράζοντας τα ανώτερα στρώματα της αθη­ναϊκής δουλοκτητικής κοινωνίας θεωρούσε υπεύθυνους για την ανώμαλη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί τότε, τον Περικλή, τους σοφιστές και γενικά τις νέες ιδέες, γι’ αυτό πολεμούσε τη δημοκρατία και προπαγάν­διζε την ειρήνη καλλιεργώντας έτσι την ηττοπάθεια. Άλλοι [2] δεν δέχονται ότι ήταν βασικά εχθρός της δημοκρατίας.

Το πιθανότερο είναι ότι ήταν ένας συντηρητικός δημοκράτης, [3] που θαύμαζε και νοσταλγούσε την επο­χή του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη, δεχόταν ίσως το πολίτευμα του Κλεισθένη που εξασφάλιζε ισορροπία ανάμεσα στους αγρότες της υπαί­θρου και την οικονομική ολιγαρχία του άστεως, αλλά απέρριπτε την «ά­κρατο» δημοκρατία και τις λαϊκές παροχές του Περικλή.

Το πολίτευμα που πολέμησε άλλωστε δεν ήταν παρά τυπικά δημοκρατία, που για να ε­πιβάλλει την εξωτερική του πολιτική χρησιμοποιούσε την εξαγορά, την πολιτική διείσδυση, τον εξανδραποδισμό και την ωμή βία. Μέσα στο συν­τηρητισμό του ο Αριστοφάνης πολέμησε τις νέες ιδέες του Ευριπίδη, των σοφιστών, αλλά και τον Σωκράτη.

 

Έγραψε πάνω από 40 κωμωδίες, από τις οποίες σώθηκαν 11: Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Βάτραχοι, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Εκκλησιάζουσαι, Πλούτος. «Τη διάσωση έντεκα δραμάτων του Αριστοφάνη τη χρωστάμε όχι στο ότι εκτιμήθηκε σωστά η ικανότητα του, αλλά στους Αττικιστές, που υπερβολικά λογάριαζαν την κωμωδία του σαν την πιο καθαρή πηγή για την αρχαία αττική διά­λεκτο [4]» .

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορδάτου Γ., «Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία» ό.π., σελ. 258-261.

[2] Lesky Α., ό.π., σελ. «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 593.

[3] Γεωργουσόπουλου Κ., «Κλειδιά και κώδικες Θεάτρου 2», σελ. 150-152.

[4] Lesky A., ό.π., σελ. 594.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Σχετικά θέματα:

Αττική κωμωδία

Read Full Post »

«Αργολικά Σημειώματα “Επίδαυρος ή Δαμαλάς;”,Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;” », Βούλα Κόντη, Σύμμεικτα, τόμος ένατος, Μνήμη Δ. Α. Ζακυθηνού, Μέρος ‘Α, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 1994


 

 

Επίδαυρος ή Δαμαλάς;

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Ο όσιος Νικών ο «Μετανοείτε», όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του, αναχωρώντας από την Κρήτη με προορισμό την Πελοπόννησο, έφθασε στην[Ε]πίδαυρον, ον και Δαμαλάν ειώθασι καλείν οι εγχώριοι.Οιμελετητές που έχουν ασχοληθεί είτε με το Βίο του οσίου είτε με τα πελοποννησιακά πράγματα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο αναφέρονται στο παραπάνω χωρίο, επισημαί­νοντας ότι ο βιογράφος, ταυτίζοντας λανθασμένα την Επίδαυρο με το Δαμαλά, συγχέει δύο γειτονικές περιοχές της βόρειας ακτής της Αργολίδας. Στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν το λάθος, άλλοι υπο­στηρίζουν ότι στο συγκεκριμένο χωρίο εννοείται η Επίδαυρος, η οποία κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο έφερε την επωνυμία Δαμαλάς, άλλοι ότι ο όσιος είχε αποβιβαστεί στην Επίδαυρο και ότι αργότερα, κατά την αναχώρησή του είχε μεταβεί στο Δαμαλά, από όπου είχε αποπλεύσει για την Αθήνα και άλλοι, άλλοτε δέχονται ότι παρά τη σύγχυση των τοπωνυμίων η μεσαιωνική ονομασία της Επιδαύρου ήταν Δαμαλάς και άλλοτε θεωρούν ότι ο όσιος είχε φθάσει στην Επίδαυρο και ότι από εκεί είχε μεταβεί στο Δαμαλά, όπου κήρυξε το θείο λόγο. Τέλος, ο Bon και ο Κορδώσης, χωρίς όμως και αυτοί να το τεκμηριώνουν, σημειώνουν ότι ο όσιος Νίκων είχε αποβιβαστεί στο Δαμαλά, τον οποίο θεωρούν ότι λανθασμένα ο βιογράφος του συγχέει με την Επίδαυρο, αντί για την αρχαίαΤροιζήνα.

 

Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;

 

Λίγο πριν από τα μέσα του 12ου αι., ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου, Λέων, είχε ιδρύσει στην περιοχή της Αρείας γυναι­κεία μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, γνωστή σή­μερα ως Αγία Μονή. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Λέων στο «Υπό­μνημα» της μονής, το οποίο είχε συντάξει τον Οκτώβριο του 1144, σε σύντομο χρονικό διάστημα αναγκάστηκε, για το φόβο των θαλαττίων ληστών, κατά πάσαν άδειαν τα πάντα ληιζομένων, να απομακρύνει τις μοναχές από τη μονή τους, που δεν απείχε πολύ από τη θάλασσα. Έτσι, έκτισε, ειδικά για το λόγο αυτό, άλλη ομώ­νυμη μονή, της πανάγνου δεσποίνης ημών και θεομήτορος, στην ενδοχώρα (πόρρω διακείμενον της θαλάσσης), στην τοποθεσίαν του Βούζη, ενώ μετέτρεψε την πρώτη μονή σε ανδρώα. Η τοποθεσία αυτή απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, δεν έχει ως σήμερα εντοπιστεί. Η πιθανότητα να διατηρείται και σήμερα το τοπωνύμιο, σε παρεφθαρμένη, όμως μορφή, φαίνεται μάλλον απίθανη, γιατί σε όλη την περιοχή του αργολικού κάμπου δε σώζεται κάτι παρεμφε­ρές. Αντίθετα, ο τύπος στη γενική, με τον οποίο παραδίδεται η ονομασία της τοποθεσίας, του Βούζη, παραπέμπει συνήθως σε ονό­ματα βυζαντινών οικογενειών και υποδηλώνει τον ιδιοκτήτη γης ή τοπικό άρχοντα. Ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ακριβώς τύπος του ονόματος (του Βούζη) μαρτυρείται, στα 1285, και στη νήσο Λήμνο· μνημονεύεται σε σιγιλλιώδες γράμμα του δούκα και απογραφέα του νησιού, Μιχαήλ Μακρεμβολίτου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βούλας Κόντη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αργολικά Σημειώματα

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »