Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Παράπλευρες απώλειες |Ιστορίες & Παραμύθια από την Τριπολιτσά – Έφη Δαρδαβέση, Τρίπολη, 2012.


 

Μυθοπλασία βασισμένη σε ιστορικά στοιχεία και πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης και της άλωσης της Τριπολιτσάς, λίγο πριν και λίγο μετά το Σεπτέμβρη του 1821. Επικεντρώνεται στην ιστορία και τους θρύλους που αφορούν στις γυναίκες του χαρεμιού του Χουρσίτ πασά και την τραγική τύχη τους.

Εμπεριέχει επίσης πληροφορίες θρύλους και ιστορικά στοιχεία για ελληνίδες που αιχμαλωτίστηκαν στη συνέχεια από τον Ιμπραήμ. Πλέκεται γύρω από τέσσερα πρόσωπα την νεαρή Αϊσέ και τον μανιάτη Γιώργη, την οικονόμο Φατμέ και τον εβραίο Σήφη, των οποίων οι σχέσεις δημιουργούνται και καθορίζονται στη διάρκεια της πολιορκίας και της Άλωσης της Τριπολιτσάς.

Στόχος του έργου είναι, μέσα από τις τραγικές ζωές των ηρώων να αναδειχθεί η θέση της γυναίκας της εποχής και ο ρόλος της στην κοινωνία την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Για το λόγο αυτό αναφέρονται και περιλαμβάνονται πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική οργάνωση της Τριπολιτσάς και του Μοριά κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο.

 

Παράπλευρες απώλειες

 

Έφη Δαρδαβέση

 

Η Έφη Δαρδαβέση γεννήθηκε το 1961 στην Τρίπολη Αρκαδίας όπου και κατοικεί. Είναι παντρεμένη, μητέρα 2 παιδιών. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας. Από τα φοιτητικά χρόνια εργάσθηκε σε διοικητικές θέσεις σε διάφορους τομείς. Για 20 χρόνια και ως το Νοέμβρη του 2010 εργάσθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Την ενδιαφέρει η ιστορία και η πολιτική επιστήμη και μελετά την ιστορία της Ελλάδας στα νεώτερα χρόνια. Έχει ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την ιστορία της Αρκαδίας και της Τρίπολης.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και την Ελληνική Επανάσταση – Νίκος Π. Γεωργακόπουλος, Τρίπολη, 2006.  


 

Με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας επιχει­ρεί να δώσει το στίγμα του πνευματικού βί­ου των υπόδουλων κατοίκων του Μοριά, εντοπίζο­ντας τις πνευματικές εστίες, όπου εκδηλώθηκε η ενδιάθετη θέρμη των αοιδίμων δασκάλων της επο­χής για το φωτισμό του Γένους, τη συνδιαλλαγή της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αποδυ­νάμωση των εξουσιαστικών δομών και την εθνική αποκατάσταση.

Στα ταπεινά σχολεία, σε συνεργασία με τις άλ­λες δυνάμεις του ελληνισμού, προετοιμάστηκε και επιβεβαιώθηκε (με το μεγαλούργημα του ’21) η στενή σχέση πνευματικής καλλιέργειας και κατά­κτησης της πολιτικής και εθνικής ελευθερίας, μέ­σα από το ιδεολογικό μέγεθος και τον οικουμενι­κό χαρακτήρα του ελληνισμού. Καταδείχτηκε έτσι, ο στενός σύνδεσμος των αξιολογήσεων της ελληνικής παιδείας με τη συλλογική μνήμη, την εθνική μας ταυτότητα.

 

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά

 

Σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου: 

 

Η τραγωδία του ελληνισμού στα 1453 έκανε, τις βυθισμένες σε μεταφυσική μακαριότητα συνειδήσεις, να ανανήψουν. Η Ελλάδα περιμαζεύει τα συντρίμμια της, πλάθει τα όνει­ρά της, ανασυντάσσει τις δυνάμεις της και οργανώνει την αντίστα­σή της απέναντι στον Ασιάτη κατακτητή για να επιβεβαιώσει την ταυτοπροσωπία της.

Την αναγκαστική προσαρμογή της στις νέες συνθήκες ακολού­θησε η δημιουργία δυνάμεων αυτοργάνωσης από τις εξέχουσες τάξεις του ελληνισμού – Εκκλησία, κοινότητες, οπλαρχηγοί, Φαναριώτες, ελληνικές παροικίες – οι οποίες, συν τω χρόνω, μετεξελίχθησαν σε παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης, αστικής και πολιτιστικής αναγέννησης και πολιτικής απελευθέρωσης. Η μεταβατική αυτή πο­ρεία σημαδεύτηκε από τη συνάντηση με το λαϊκό στοιχείο δύο κό­σμων διαφορετικών: του αρχαίου ελληνικού και του βυζαντινού.

Σε λίγες περιπτώσεις θα επιτευχθεί αρμονική σύνθεση· το βυζαντινο-ορθόδοξο στοιχείο ήταν εξόχως συντηρητικό. Απέρριπτε κάθε επα­φή με τον ορθό λόγο – το κυρίαρχο στοιχείο του κλασικού πολιτι­σμού – όπως και κάθε σχέση με τη δυτική αναγέννηση, που είχε γονιμοποιηθεί απ’ αυτόν, προκειμένου να διαφυλάξει την καθαρότητα της ορθοδοξίας.

Ωστόσο, από τα μέσα του 17ου αι. στις ελληνικές παροικίες και τις φραγκοκρατούμενες περιοχές, παρατηρείται μια προσπάθεια υπέρβασης της θρησκευτικής μονολιθικότητας και διαμόρφωσης μιας καθολικότερης εθνικής ιδεολογίας με κυρίαρχο στοιχείο την κλασική αρχαιότητα, προκειμένου να συγκινηθούν οι λαοί της Ευ­ρώπης για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι προσδοκίες δικαιώ­θηκαν με την υπερίσχυση του Διαφωτισμού, όμως οι παρενέργειες (αρχαΐζουσα και λογιωτατισμός) από την ασύμμετρη πορεία, θα τα­λανίσουν για πολύ τον τόπο.

Σ’ όλη αυτήν την εξελικτική διαδικασία η σχολική παιδεία στο Μοριά αλλά και σ’ άλλες ελληνικές περιοχές έπαιξε ρόλο πρωταγωνιστικό. Χάρη στη γόνιμη σύνθεση του ελληνικού με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, που πραγματοποιήθηκε στα σχολεία μας, παρά τις εγγενείς αδυναμίες, κατακτήθηκε η ωριμότητα της επιστημονικής γνώσης και παραμερίστηκε σε μεγάλη έκταση η δεισιδαιμονία που μάστιζε το λαό. Εμπεδώθηκε η κριτική ματιά για ό,τι συμβαίνει γύ­ρω μας – καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση και αναδείχθηκε η εθνι­κή μας οντότητα. Δοκιμάσθηκαν νέες πνευματικές συνθέσεις και σφυριλατήθηκε το φιλελεύθερο φρόνημα για να καταξιωθεί στην κατάλληλη στιγμή, στην απώθηση της τυραννίας, την ανάκτηση της πολιτικής ελευθερίας και τη θεμελίωση μιας δημοκρατικής πολιτεί­ας.

Την ανεκτίμητη αυτή κληρονομιά έχουμε χρέος να την καταστή­σουμε πρότυπο του εκπαιδευτικού μας ιδεώδους και της πολιτικής μας πρακτικής για δύο, κυρίως, λόγους:

Πρώτον γιατί, ενώ έχουν περάσει σχεδόν δύο αιώνες ελεύθερου εθνικού βίου, κανένα από τα μεγάλα οράματα εκείνης της περιόδου – εθνικά, πολιτικά, πολιτιστικά – δεν κατορθώσαμε να πραγματοποι­ήσουμε σ’ όλη τους την έκταση. Η ορμή του νεοελληνικού Διαφωτι­σμού θα δεχθεί, πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο Αγώνας, ισχυρά πλήγ­ματα από τις συντηρητικές άρχουσες τάξεις. Αυτές, προκειμένου να ελέγχουν την εξουσία και να μη χάσουν τα προνόμιά τους επιδόθη­καν σ’ έναν εξοντωτικό εμφύλιο σπαραγμό, κατέστησαν αναγκαία την ξένη παρέμβαση και – εκτός των άλλων δεινών – οδήγησαν σε συρρίκνωση το ιδεώδες της νέας δημοκρατικής και φιλελεύθερης αγωγής.

Ο δεύτερος λόγος προβάλλει περισσότερο απειλητικός: εξωελληνικές δυνάμεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία του ελ­ληνισμού, με αποτέλεσμα να αδυνατίζουν τα χαρακτηριστικά της εθνικής μας ταυτότητας. Γινόμαστε μέρα με τη μέρα πιο ευάλωτοι στη διαλυτική ομοιομορφία του μέλλοντος, που απεργάζεται η νέα τάξη πραγμάτων…Σε εποχές όπου οι εσωτερικές μας αντιστάσεις αδυνατίζουν, τα οράματα και οι επιδιώξεις καλύπτονται από την αχλύ μιας, υποτιθέ­μενης, καταναλωτικής ευδαιμονίας, χρειαζόμαστε μια ποιοτικά ανώτερη παιδεία, η οποία να εμπνέεται από το θεσπέσιο ΗΘΟΣ των αοίδιμων δασκάλων της εποχής. Είναι η καλύτερη απόδοση ευγνωμοσύνης που τους οφείλουμε.

Νίκος Π. Γεωργακόπουλος

Δεκέμβριος 2005

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάστασις και το απόρρητον των επιστολών


 

 

Εις το εξάμηνον χρονικόν διάστημα από της καταστολής της Ναυπλιακής Επαναστάσεως, κατ’ Απρίλιον του 1862, μέχρι της εξώσεως του Όθωνος, κατ’ Οκτώβριον του αυτού έτους, σοβαρόν θέμα απησχόλησε την Γερουσίαν, την κοινήν γνώμην και τον τύπον της εποχής, ή πρωτο­φανής δηλαδή και αντισυνταγματική ενέργεια του υπουργού των Εσωτε­ρικών και πρωθυπουργού Γενναίου Κολοκοτρώνη να επιχείρηση, δια του υπουργού της Δικαιοσύνης, ωμήν επέμβασιν της πολιτικής εξουσίας εις την δικαστικήν, ως εκ του τρόπου που εξεδηλώθη, συνιστώσαν δε και ανεπίτρεπτον απόπειραν αλλοιώσεως και κατάφωρου καταστρατηγήσεως του συνταγματικώς κατωχυρωμένου δικαιώματος των πολιτών περί του απαραβίαστου του απορρήτου των επιστολών.

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία.

Το θέμα έχει τας ρίζας του εις τα γεγονότα, τα οποία έλαβον χώραν εις το Ταχυδρομικόν Γραφείον του Ναυπλίου την νύκτα που εξερράγη η Επανάστασις. Ως γνωστόν, την εσπευσμένην κήρυξιν της αντιοθωνικής αυ­τής Επαναστάσεως, την νύκτα της 1ης Φεβρουαρίου 1862, επροκάλεσεν η κατάσχεσις και αποσφράγισις εις το Ταχυδρομικόν Γραφείον επιστολής των επαναστατών προς τους εν Αθήναις συνωμότας, ενέργεια της εισαγγε­λικής και της αστυνομικής αρχής ερχόμενη εις πλήρη αντίθεσιν με ρητήν και θεμελιώδη διάταξιν του Συντάγματος του 1844 θεσπίζουσαν δια του άρθρου 14 ότι «το απόρρητον των επιστολών είναι απαραβίαστον».

Η αντισυνταγματική αυτή ενέργεια των τοπικών αρχών, νομάρχου, εισαγγε­λέως και αστυνόμου, δικαιωθείσα αμέσως εις την πράξιν με την ανακάλυψιν του συνωμοτικού δικτύου και την εσπευσμένην κήρυξιν της επαναστάσεως, απετέλεσε προηγούμενον και καθιερώθη έκτοτε ως κοινή πρακτική, και μετά την καταστολήν της επαναστάσεως, δια την ανακάλυψιν και εξάρθρωσιν συνωμοτικών κινήσεων εις την πόλιν του Ναυπλίου, πράγμα που επροκάλεσεν, όπως θα διαπιστώσωμεν, την αντίδρασιν του διευθυντού του Ταχυδρομικού Γραφείου Ναυπλίας.

Αξίζει εδώ να υπενθυμίσωμεν, ότι η κατασταλείσα Φεβρουαριανή Ναυπλιακή Επανάστασις είναι η μόνη εις την ιστορίαν των εν Ελλάδι από της απελευθερώσεως Επαναστάσεων που είχε πραγματικόν παλλαϊκόν χαρακτήρα και συμμετοχήν, αφού μόνον εις τον κεντρικόν της πυρήνα μετείχον[1], εκτός των στρατιωτικών, δημόσιοι υπάλληλοι, εφέται, πρωτοδίκαι, δικηγόροι, δημοτικοί σύμβουλοι, εκπαιδευτικοί και εν μέσω αυτών η ψυχή της επαναστάσεως αρχόντισσα του Ναυπλίου Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, χήρα του γερουσιαστού Παπαλεξοπούλου και κόρη του πολιτευτού Πατρών Καλαμογδάρτη.

Ο παλλαϊκός αυτός παλμός της Ναυπλιακής Επαναστάσεως δεν ήτο φυσικά δυνατόν να κατασιγάση με την καταστολήν της και την είσοδον των κυβερνητικών στρατευμάτων εις το Ναύπλιον, ούτε με την φίμωσιν του τύπου και το κλείσιμον των τοπικών εφημερίδων[2] ως συμμετασχουσών εις την επανάστασιν. Αντιθέτως, ήρχισαν οσημέραι αυξανόμενοι αι φιλελεύθεροι εκδηλώσεις [3] του Ναυπλιακού λαού με ακμαίον και αδιάπτωτον πάντοτε το δημοκρατικόν του φρόνημα και την πίστιν του εις τας αρχάς και ιδέας της Φεβρουαριανής Επαναστάσεως.

Ταυτοχρόνως όμως εκλιμακούντο, από την άλλην πλευράν, αι μετά εκδικητικής μανίας διώξεις και οι κατατρεγμοί αδιακρίτως των πολιτών υπό των τοπικών στρατιωτικών και αστυνομικών άρχων με ομαδικάς φυλακίσεις, προπηλακισμούς και συχνούς περιορισμούς της κυκλοφορίας εις τας οδούς, εις τα πλαίσια επιχειρήσεων «τιμωρίας της πόλεως», η οποία και απεκλήθη τότε «ατρόμητος Μασσαλία της ελευθέρας Ελλάδος»[4].

Μεταξύ των αυθαιρε­σιών των τοπικών αρχών ήτο και η κατάσχεσις εις το ταχυδρομείον και παραβίασις του απορρήτου των επιστολών. Το φαινόμενον δεν ήτο βεβαίως ασύνηθες κατά την οθωνικήν περίοδον, αλλά την φοράν αυτήν φαίνεται ότι ο Γενναίος ηθέλησε να του προσδώση… νομικήν κάλυψιν και επίσημον υπόστασιν.

Απαρχή του δημιουργηθέντος θορύβου υπήρξεν η καταγγελία του γερουσιαστού Ρ. Παλαμήδη εις την Γερουσίαν[5], ότι ο υπουργός της Δικαιοσύνης εξέδωκεν εγκύκλιον, δια της οποίας επιτρέπει εις τους Εισαγγελείς να κατάσχουν και αποσφραγίζουν εις τα ταχυδρομεία επιστολάς, γεγονός που επροκάλεσε γενικήν αναστάτωσιν, αφού δι’ αυτού επεχειρείτο απροκάλυπτος καταπάτησις του άρθρου 14 του Συντάγματος.

Απουσιάζοντος του υπουργού της Δικαιοσύνης Ευστ. Ηλιοπούλου εκτός Αθηνών, ο παριστάμενος εις την συνεδρίασιν της Γερουσίας υπουργός των Εσωτερικών και πρωθυπουργός Γενναίος Κολοκοτρώνης, καθώς και άλλοι παρόντες υπουργοί, συνεμερίσθησαν την κοινήν αγανάκτησιν και με έντονους εκφράσεις απεδοκίμασαν την τυχόν τοιαύτην ενέργειαν, ισχυριζό­μενοι συνάμα, ότι αγνοούν εντελώς την ύπαρξιν τοιαύτης εγκυκλίου. (Αναφέρομεν διεξοδικώς τα διατρέξαντα κατά την συνεδρίασιν αυτήν της Γερουσίας, δια να καταδειχθή εναργέστερον εν συνεχεία το μέγεθος της υποκρισίας και της παρελκυστικής τακτικής του Γενναίου).

Υπεσχέθη δε η κυβέρνησις να δώση τας δέουσας πληροφορίας εις την Γερουσίαν. Κατά την επομένην συνεδρίασιν[6] ο Παλαμήδης προσεκάλεσε τους υπουργούς να εκπληρώσουν την υπόσχεσίν των, οι οποίοι όμως επέμειναν αρνούμενοι ότι εξεδόθη τοιαύτη εγκύκλιος και επρότειναν αναβολήν της συζητήσεως μέχρι της επανόδου του αρμοδίου υπουργού της Δικαιοσύνης. Τότε ο Παλαμήδης, αντί άλλης απαντήσεως, ανέγνωσε και κατέθεσεν εις τα πρακτικά την υπουργικήν εγκύκλιον, μακροσκελή και εκτεταμένην και έχουσαν, κατά τα κυριώτερα και επίμαχα αυτής μέρη, ως έξης:

  Άρ. Πρωτ. 5295

 ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


Προς τους παρ’ Εφέταις κ. κ. Εισαγγελείς
Κοινοποιούμεν υμίν παρακατιόν
το υπό σημερινήν ημερομηνίαν έγγραφον ημών προς το επί
των Εσωτερικών Υπουργείον.
                                                                            

Εν Αθήναις τη 30 Ιουλίου 1852

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΕΥΣΤ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Αριθ. 5229

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Εν Αθήναις τη 30 Ιουλίου 1862

Επί του ζητήματος, εάν επιτρέπηται, και ιδίως εν τοις Ταχυδρομικοίς Γραφείοις, ή κατάσχεσις και αποσφράγισις ιδιωτικών επιστολών και κατά τίνας τύπους τα μέτρα αυτά πρέπει να ενεργώνται, εκθέτομεν Υμίν τα έξης, επιστρέφοντες εσωκλείστως τας υπ’ άρ. 9623 και 9327 Υμετέρας επισημειώσεις.

….Καθώς η ανακριτική αρχή δύναται να εισέλθη εις την οικίαν τινός και να ενεργήση αυτόθι κατ’ οίκον έρευναν καταλαμβάνουσα και αποσφραγίζουσα όσας εύρη υπόπτους επιστολάς ή άλλα έγγραφα, μόλις από του Ταχυδρομείου εξελθόντα, ούτω δύναται και εις το Ταχυδρομείον αυτό να μεταβή προς ανεύρεσιν και κατάσχεση τοιούτων επιστολών και εγγράφων, διότι και τότε το αυτό δικαίωμα ενασκείται (Mittermaier, Strafverfahren I 340).

 Άρα εις την λύσιν του ζητήματος, αν συγχωρήται να κατασχεθώσιν επιστολαί εν τω Ταχυδρομείω), πρέπει να οδηγώσιν αι περί της κατ’ οίκον ερεύνης διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, και ιδίως να ενεργήται η έ­ρευνα τότε μόνον, όταν υπάρχη πιθανότης, ότι δι’ αυτής δύναται να κατορθωθή ή ευκολυνθή η ανακάλυψις ωρισμένου εγκλήματος ή πλημμελήματος.

Η πιθανότης δε αύτη υπάρχει πάντοτε ως προς τας επιστολάς του προφυλακισμένου, ένεκα της προφυλακίσεώς του, δι’ ης κόπτεται πάσα συγκοινωνία αυτού μετά των έξω και δια τούτο δύναται να κατασχεθώσι και εν τω Ταχυ­δρομείω) (Faustin Helie τόμ. 5 σελ. 516, Mittermaier Strafverfahren I 139).

Αλλά και επιστο­λαί ανθρώπων μη προφυλακισμένων ή μη διατελούντων υπό ανάκρισιν δύναται να κατασχεθώ­σιν εν τω Ταχυδρομείω, εάν υπάρχωσιν αι προϋποθέσεις της κατ’οίκον ερεύνης. Πλην ενταύθα οφείλει η ανακριτική αρχή να ενεργή μετά πολλής της περισκέψεως και δι’ ακριβούς σταθμίσεως των περιστάσεων, διότι δια της κατασχέσεως εφάπτεται των τιμαλφεστέρων του πολίτου δικαίων, υπ’ αυτού του θεμελιώδους Νόμου (αρθρ. 14) προστατευομένων.

Δια τούτο, ένεκα της σπουδαιότητος του μέτρου, οφείλει κατά κανόνα να λαμβάνη προς τούτο πρότερον την άδειαν του Δικαστικού Συμβουλίου. Μόνον δε περιστάσεις όλως έκτακτοι, μη επιδεχόμεναι αναβολήν, δύνανται να δικαιώσωσι την άνευ αποφάσεως του Δικαστικού Συμβουλίου ενέργειαν της κατασχέσεως υπό της ανακριτικής αρχής πλην και τότε δεν πρέπει να αποσφραγίζεται η επιστολή, πριν η το Δικαστικόν Συμβούλιον επιτρέψη την αποσφράγισιν.

Ηδύνατό τις να παρατηρήση, ότι περί επιστολών προσώπων ποσώς μη διατελούντων υπό κατηγορίαν προς πρόσωπα ωσαύτως μη κατηγορούμενα δεν πρέπει να επιτρέπηται το μέσον της εν τω Ταχυδρομείω κατασχέσεως και αποσφραγίσεως, ουδέ δυνάμει βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου, διότι τούτο μόνον επί πιθανοτήτων θέλει εκδίδει το βούλευμα και ούτω μικρά έσεται η προστασία του πολίτου κατά ενδεχομένης καταχρήσεως, της καταστρεφούσης το τιμαλφέστερον των δικαιωμάτων αυτού, και ότι επομένως εν τοιαύτη περιπτώσει η ανακριτική αρχή να καταφεύγη εις την κατ’ οίκον έρευναν παρά τω μη κατηγορούμενα) λήπτη της επιστολής, προσπαθούσα δια της τοιαύτης ερεύνης να ευρίσκη την ύποπτον επιστολήν μετά την υπό του πολίτου λήψιν αυτής, αφού ούτος δεν κατηγορείται.

Αλλ’ η τοιαύτη γνώμη δεν είναι βάσιμος, διότι δι’ ον λόγον επιτρέπεται η δια της κατ’ οίκον ερεύνης κατάσχεσις και αποσφράγισις των επιστολών μη κατηγορουμένων προς μη κατηγορούμενα πρόσωπα, οσάκις μετά λόγου δύναται να υποτεθή (και περί τούτου δέον να κρίνη το Δικαστικόν Συμβούλιον) ότι η κατασχεθησομένη επιστολή θέλει συντελέσει ης την ανακάλυψιν ωρισμένου αδικήματος, δύναται η ανακριτική Αρχή να επιχειρή και εν τω Ταχυδρομείω την των τοιούτων επιστολών κατάσχεσιν και αποσφράγισιν. Του δε Δικαστικού Συμβουλίου η σύμπραξις είναι μεγίστη εγγύησις, και ασυγχώρητος προσβολή κατά της δικαστικής εξουσίας η δυσπιστία…

Αυτά και άλλα εξ ίσου καταπληκτικά αναφέρει εις το έγγραφόν του ο επί της Δικαιοσύνης υπουργός συγχέων, προφανώς εσκεμμένος, τας διατάξεις περί προστασίας του οικογενειακού ασύλου, το οποίον κατά το Σύνταγμα ηδύνατο κατ’ εξαίρεσιν να παραβιάζεται, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, με τας διατάξεις περί του απορρήτου των επιστολών που ήτο κατά το Σύνταγμα απαραβίαστον (και βεβαίως όχι μόνον εντός των Ταχυδρομείων), με αναφοράς μάλιστα εις την διεθνή νομικήν βιβλιογραφίαν και παραπομπάς εις τα συγγράμματα ευρωπαίων νομοδιδασκάλων και κυρίως του διαπρεπούς Γερμανού ποινικολόγου Mittermaier και άλλων Γάλλων και Βέλγων νομομαθών, αναφοράς κατά πάντα ανεπιτυχείς, αυθαιρέτους και ασφαλμένας, ως μετ’ ολίγον διεπιστώθη και θέλει κατωτέρω καταδειχθή.

Φυσικά ανάγνωσις της υπουργικής εγκυκλίου επροκάλεσε την γενικήν αγανάκτησιν εις την Γερουσίαν, ο δε γερουσιαστής Γρηγοριάδης εγερθείς εζήτησε «να απαγορευθή η είσοδος του υπουργού της Δικαιοσύνης εις την Γερουσίαν, διότι τοιούτος υπουργός δεν είναι Έλλην».

Όπως όμως προκύπτει εκ του περιεχομένου του εγγράφου, ιθύνων νους εις την όλην μεθόδευσιν της εκδόσεως της εγκυκλίου υπήρξεν ο υποκρινόμενος πλήρη άγνοιαν του πράγματος και διαρρηγνύων τα ιμάτια του ενώπιον της Γερουσίας υπουργός των Εσωτερικών και πρωθυπουργός Γενναίος Κολοκο­τρώνης, κατά του οποίου δικαίως κατεφέρθησαν η κοινή γνώμη και αι εφημερίδες της εποχής. Ούτω γράφει εις το κύριον άρθρον της η εφημερίς των Αθηνών «Το Μέλλον της Ανατολής»:[7]

 

…Παρουσιάζεται εις την Γερουσίαν προς έκπληξιν όλου του κόσμου μια εγκύκλιος του υπουργού της Δικαιοσύνης καταστρέφουσα, προς αθέτησιν των θεμελιωδεστέρων του Συντάγματος διατάξεων, του απορρήτου των επιστολών, τους στοιχειωδέστερους και αναγκαιότερους της κοινωνικής υπάρξεως όρους, ζητείται εν μέσω της γενικής ανυπομονησίας και αγανακτήσεως λόγος από το υπουργείον δια την κυνικήν αυτήν της εξουσίας αναίδειαν, και ο υπουργός των Εσωτερικών, όστις προυκάλεσε την αποστολήν του τοιούτου καταχθονίου έγγραφου αιτήσας την γνωμοδότηση του επί της Δικαιοσύνης συναδέλφου του, ωφελούμενος από την απουσίαν τούτου, υποκρίνεται εντελή άγνοιαν περί της εγκυκλίου, χαρακτηρίζει κακοήθη τον υπουργόν της Δικαιοσύνης επί τη υποθέσει, καθ’ ην είχεν υπογράψει τοιούτον έγγραφον, και υπόσχεται να αναμίξη τον ουρανόν και την γήν, όπως ικανοποίηση τους εμπαιχθέντας θεσμούς και την προσβληθείσαν κοινήν γνώμην…

 

Και επανέρχεται ο ορθογράφος εις το επόμενο φύλλον [8]: …Η προς τους Εισαγγελείς εγκύκλιος προεκλήθη παρά του υπουργού των Εσωτερικών, όστις αγανακτών, διότι οι προκάτοχοί του υπουργοί, οι εισαγαγόντες μετά του κ. Μουντζουρίδου την ωραίαν αυτήν βιομηχανίαν εις την Ελλάδα, εκρύπτοντο και ερυθρίων δια ταύτην, ηθέλησε να προστατεύση αυτήν δια των Νόμων, και προς τούτο απηυθύνθη προς τον Νομοδιδάσκαλον υπουργόν της Δικαιοσύνης, όστις φοβερός Προκρούστης των Νόμων, τεντώσας τα άρθρα του Ποιν. Νόμου και κοντεύσας το άρθρον 14 του Συντάγματος, τη συμβουλή και δύο Νομοδιδασκάλων, ως Οθωμανών υπηκόων αποφανθέντων, συνέταξε την εγκύκλιον, ήτις τίποτε ολιγώτερον δεν κάμνει η ρητώς να κατάργηση το άρθρον 14 του Συντάγματος, δυνάμει δε ολόκληρον το Σύνταγμα.

Όχι δε μόνον ο Γενναίος ήτο γνώστης των πραγμάτων και εμπνευστής της όλης μεθοδεύσεως περί την έκδοσιν της εγκυκλίου, αλλά διατηρούσε αναρμοδίως, ανεπίτρεπτος και παρανόμως τακτικήν και μυστικήν αλληλογραφίαν με τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, εις τας ενεργείας του οποίου αντιδρούσε, ως θα διαπιστώσωμεν, ο διευθυντής του Ταχυδρομικού Γρα­φείου Ναυπλίας. Μια των επιστολών αυτών του Γενναίου με ημερομηνίαν 9-7-1862 απεκαλύφθη και εδημοσιεύθη[9] μετά πάροδον ολοκλήρου διετίας, την 21-10-1864, έχουσα δε ως έξης:

 

Κύριε…

Εν Αθήναις τη 9-7-1862

Έλαβον το γράμμα σου και είδον ότι είσαι ταραγμένος και χίλια σχέδια υπαγορεύεις. Και εγώ εις τα χαρτιά χίλια και άλλα τόσα σχεδιάζω, αλλ’ εις την εφαρμογήν σε έχω χάριν να επιτυγχάνης. Προ δύο ήμερων δεν μου τα έγραφες αυτά. Ας είναι! έχεις δίκαιον, ο λόγος της ανησυχίας των πνευμάτων ήτο η φήμη ότι θα έλθη ο Γαριβάλδης[10], ήδη τα πνεύματα ησύχασαν και μετά δύο ημέρας θα είναι οπωσούν εντελώς ήσυχα, αποδειχθείσης της φήμης όπως ήτο φαντασμαγορικής. Τουλάχιστον ούτω φαίνεται έως σήμερον. Σεις αι αρχαί ως έχουσαι ευθύνην, λάβετε αυτού δια το Ναύπλιον μέτρα πάντοτε προσέχουσαι.

Μένω, Γ. Θ. Κολοκοτρώνης.

 

Ας επανέλθωμεν όμως εις την Γερουσίαν, όπου ματά τινας ημέρας εδέησε να προσέλθη[11] ο υπουργός της Δικαιοσύνης Ευστ. Ηλιόπουλος δια να δώση τας αιτουμένας πληροφορίας και εξηγήσεις. Αναφερόμενος εις το ιστορικόν της υποθέσεως είπεν, ότι το θέμα ανέκυψεν από αναφοράν με ημερομηνίαν 17-5-1862 του διευθυντού του Ταχυδρομείου Ναυπλίας προς το προϊστάμενόν του υπουργείον των Εσωτερικών ζητούντος οδηγίας συνε­πεία κατασχέσεως υπό της εισαγγελικής αρχής επιστολών εις το Ταχυδρομείον, ότι μετά ταύτα, κατά τας αρχάς Ιουλίου, επανήλθεν ο αυτός διευθυντής με νέαν αναφοράν ζητών οδηγίας από τον υπουργόν των Εσωτερικών, ότι ο τελευταίος συνεπεία των επανειλημμένων αυτών αιτή­σεων εζήτησε την γνωμοδότησιν του επί της Δικαιοσύνης υπουργού, ότι η κατάσχεσις και παραβίασις του απορρήτου των επιστολών εις τα Ταχυδρο­μεία είχε καταντήσει από ετών σύνηθες φαινόμενον, το οποίον η εγκύκλιος προσπαθεί να… περιορίση θέτουσα όρους και προϋποθέσεις, ότι δια το περιεχόμενον της εγκυκλίου εζήτησε προηγουμένως και εξησφάλισε την σύμφωνον γνώμην των Νομοδιδασκάλων Καλιγά, Παπαρρηγοπούλου και Οικονομίδου και ότι τέλος η εγκύκλιος δεν είναι υποχρεωτική δια τους εισαγγελείς απηχούσα απλώς και κοινοποιούσα την γνώμην του υπουργού προς τον υπουργόν των Εσωτερικών.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Φυσικά αι εξηγήσεις αύται εξώργισαν περισσότερον τους γερουσιαστάς, εκ των οποίων ο Χρηστίδης κατήγγειλε, ότι η εγκύκλιος παραμορφώνει την θέσιν, την γνώμην και το πνεύμα του Mittermaier και των λοιπών ευρωπαίων νομομαθών, ενώ τας θέσεις του υπουργού κατέκριναν δριμύτατα και οι Παλαμήδης, Πολυζωίδης, Γρηγοριάδης και ο γηραιός ναύαρχος Κανάρης. Ο τελευταίος μάλιστα κατέθεσε εις τα πρακτικά την εξής δήλωσιν, δείγμα του εξαίρετου ήθους και του ακεραίου χαρακτήρος του γηραιού αγωνιστού:

 

Προς την Γερουσίαν

Αναγνωρίζω εις τα πολυμελή σώματα την ισχύν των αποφάσεων της πλειονοψηφίας, αλλά δεν αναγνωρίζω εις κανένα το δικαίωμα της καταργήσεως σαφούς, ρητής και απολύτου διατάξεως του Ελληνικού Συντάγματος, όποια είναι και η εξασφαλίζουσα το απόρρητον των επιστολών άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως.

Αναγνωρίζω προσέτι εις μόνην την νομοθετικήν αρχήν το επικρατέστερον κύρος επί της ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και ουδέποτε εις την δικαστικήν, ήτις χρεωστεί να υποτάσσηται εις τας αποφάσεις της πρώτης, πολύ δε ολιγώτερον δύναμαι να δώσω σημασίαν τινά εις γνώμας Δικηγόρων, τους οποίους η εκτελεστική εξουσία προσκαλεί δια να την εφοδιάσουν με σοφιστικός γνωμοδοτήσεις προς ακύρωσιν Συνταγματικών Νόμων.

Οι Δικηγόροι, ως τοιούτοι, χαίρουν το δικαίωμα να γνωμοδοτούν επί των μεταξύ ιδιωτών ανακρινομένων δικαστικών υποθέσεων, το δε Συνταγματικόν Δίκαιον εξαρτάται από άλλους ερμηνευτικούς κανόνας παρά τους μεταχειριζομένους υπό διεστραμμένης λογικής ή πεπορωμένης συνειδήσεως εις μερικός υποθέσεις του Ιδιωτικού δικαίου.

Προ του Ελληνικού Συντάγματος ο Ποινικός Νόμος εξησφάλιζε το απόρρητον των επιστολών απέναντι ιδιωτικών παραβιάσεων ήλθεν επομένως το Σύνταγμα, το οποίον ηθέλησε να παρέξη την ιδίαν ασφάλειαν απέναντι της εκτελεστικής εξουσίας, ουδέν επομένως σόφισμα χωρεί προς ανατροπήν ή ελάττωσιν της Συνταγματικής ταύτης εγγυήσεως, την οποίαν θεωρώ ως την πρωτίστην όλων των Συνταγματικών εγγυήσεων του ελληνικού έθνους, θεωρούμενην υπό ηθικήν έποψιν.

… Εάν λοιπόν μέλλω να μειονοψηφίσω εις το ζωτικόν τούτο ζήτημα, οφείλω ως μέλος της Γερουσίας και ως Πολίτης ακόμη υπηρετήσας την Πατρίδα μέχρι των εσχάτων ημερών μου, οφείλω να διαμαρτυρηθώ με όλην την δύναμιν της συνειδήσεως και του πατριωτισμού μου κατά πάσης ανατροπής ή ελαττώσεως της Συνταγματικής αρχής του απορρήτου των επιστολών, υπό οιανδήποτε πρόφασιν ή αυθεντίαν ενεργουμένην και παρακαλώ να καταχωρηθή το παρόν μου έγγραφον ολόκληρον εντός των πρακτικών της συνεδριάσεως.

Υποσημειούμαι με την προς το Σύνταγμα οφειλομένην υπόληψιν

Εν Αθήναις τι 25η Αυγούστου 1862

ΚΩΝ. ΚΑΝΑΡΗΣ

 

Η ανάγνωσις της δηλώσεως αυτής του γηραιού μπουρλοτιέρη, γε­νομένης επί τη προοπτική ότι η κυβερνητική πλειοψηφία εις την Γερουσίαν θα εκάλυπτε τελικώς την επαίσχυντον κυβερνητικήν αυθαιρεσίαν, επροκάλεσε πανδαιμόνιον επευφημιών. Κάτωχρος ο Εύστ. Ηλιόπουλος δευτερολογών και υπεραμυνόμενος της εγκυκλίου του κατέληξεν εις την μελοδραματικήν έπωδόν:…Καταδικάσετέ με, κύριοι, δεν φοβούμαι θ’αποθάνω γενναίως και ενδόξως πλησίον του Mittermaier και των Βέλγων Νομομαθών.

Ως προς το τελευταίον, ο κόλαφος δια τον υπουργόν της Δικαιοσύνης ήλθε μετά τινας ημέρας με την δημοσίευσιν, την 22-9-1862, μακροσκελούς επιστολής του ιδίου διαπρεπούς Γερμανού ποινικολόγου αποκρούοντος τας θέσεις του υπουργού. Την επιστολήν, η οποία είχε συνταχθή καθ’ υπαγόρευσιν του ασθενούντος Mittermaier[12] από τον εγγονόν του Ο. Krafft, εδημοσίευσε χωρίς το όνομα του παραλήπτου, δι’ ευνόητους λόγους καθ’ όσον επρόκειτο περί δικαστικού λειτουργού, η εφημερίς «Το Μέλλον της Ανατολής»[13], έχει δε κατά τα κύρια και επίμαχα μέρη της ως έξης:

 

Carl Joseph Anton Mittermaier (1787-1867)

Εντιμότατε Κύριε

Την υμετέραν επιστολήν της 13ης τρέχοντος μηνός έλαβεν ο πάππος μου καθηγητής Mittermaier κλινήρης προ τεσσάρων ήδη εβδομάδων από οξείαν ασθένειαν, όστις διατελών πάσχων εισέτι, δεν δύναται να ασχοληθή εις επιστημονικήν εργασίαν. Ουχ ήττον όμως η σπουδαιότης του ζητήματος, το οποίον τω ανεκοινώσατε δια της επιστολής σας, επιβάλλει αυτώ, έστω και δια βραχέων, να σας εκφράση τας περί τούτου πεποιθήσεις του. Αύται είναι αι εξής:

Ότι ο υπουργός υμών έχει όλως δι’ όλου άδικον. Το απόρρητον των επιστολών είναι εκ των ιερωτάτων εκείνων δικαιωμάτων, ων η εγγύησις οφείλεται εις πάντα πολίτην. Ούτε υπουργός, ούτε άλλη τις διοικητική αρχή έχει δικαίωμα να κάμη εξαιρέσεις εις τα περιφρουρημένα ταύτα δικαιώματα… Είναι αληθές, ότι εν Γαλλία κατά το 1855 οι υπουρ­γοί, οι νομάρχαι και η αστυνομία αυθαιρέτως περιώριζον αυτά αλλά τούτο συνέβαινεν εν Γαλλία εις περιστάσεις, καθ’ ας ουδείς νόμος ήτο σεβαστός και η αυθαιρεσία των διοικητι­κών αρχών επηρέαζε τα δικαστήρια…

Ο υμέτερος υπουργός προφανώς εξεβίασε τεμά­χια τίνα εκ του συνειρμού της περί ποινικής δικονομίας πραγματείας μου. Τα εκεί εκτεθέντα αναφέρονται μόνον εις την πράξιν των Γερμανικών δικαστηρίων [14] και οσά­κις πρόκειται περί πράγματι κατηγορουμένου και ευρισκομένου ήδη είς τάς φύλακας ή τουλάχι­στον τοσούτον ενοχοποιημένου, ώστε η φυλάκισίς του να επιτρέπηται. Προσέτι ο κύριος υπουρ­γός εφήρμοσε μετά προφανούς αυθαιρεσίας τας περί κατ’ οίκον ερεύνης διατάξεις επί της κατασχέσεως των επιστολών…

Εν γένει η παστρική αύτη θεωρία περί της κατασχέσεως των επιστολών εν τη ποινική δικονομία είναι απλούν λείψανον του παλαιού εκείνου ιεροεξεταστικού ανακριτικού συστήματος, καθ’ όν πάν μέσον ετίθετο εις ενέργειαν δια να αγρευθή ο ένοχος και συλλεχθώσι πάσαι αι δυναταί αποδείξεις. Καίτοι αι εξηγήσεις αύται είναι ανδρός ασθενούς, ούχ ήττον όμως είναι ζωηραί πεποιθήσεις ανδρός, όστις αισθάνεται εισέτι ζωήν εν τω βίω και αναφέρονται εις πεντηκονταετή πείραν. (υπογρ.) Mittermaier

Ανακοινώνων υμιν τας λέξεις ταύτας του πάππου μου μένω ευσεβάστως (υπογρ.) Ο. Krafft.

Και αυτά μεν ως προς την ξένην ποινικήν νομολογίαν που επεκαλείτο ανεπιτυχώς η υπουργική εγκύκλιος δια να στηρίξη τα σαθρά επιχειρήματά της. Εκείνο όμως που την καθιστούσε περισσότερον ύπουλον και επαίσχυντον ήτο ο λόγος που κατέφυγεν εις αυτήν. Πράγματι η διάταξις του άρθρου 14 του Συντάγματος του 1844 ήτο τόσον σαφής, κατηγορηματική και δεσμευτική, ώστε δεν άφηνε περιθώρια δια κυβερνητικούς ελιγμούς, υπουργικάς αλλοιώσεις και «αυθεντικάς» παρεμηνείας. Κατ’ αντίθεσιν όρος άλλας ξένας συνταγματικός διατάξεις που, όπως είδομεν, επέτρεπον κατ’ εξαίρεσιν και υπό όρους παραβίασιν του απορρήτου των επιστολών εις ωρισμένας περιπτώσεις, η ελληνική σχετική διάταξις του άρθρου 14 του Συντάγματος του 1844 κατωχύρωνε το απαραβίαστον αυτών δι’ όλους ανεξαιρέτως τους πολίτας, κατηγορουμένους ή μη, ένοχους ή αθώους, υποδίκους ή καταδίκους, ελευθέρους ή εν φυλακαίς. Όπως μάλιστα προκύπτει από τα πρακτικά της Αης των Ελλήνων Συνελεύσεως το άρθρον αυτό έψηφίσθη[15] ως κατετέθη, εν πλήρει ομοφωνία, εν τάχει και άνευ συζητήσεως, διότι το περιεχόμενόν του εθεωρήθη φυσικόν και αυτονόητον.

Η Εθνοσυνέλευσις λοιπόν της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 την διάταξιν του άρθρου 14 του Συντάγματος δεν την αντέγραψεν εξ άλλων συνταγμάτων και ξένων προτύπων, αλλ’ αυτούσιαν την ανέσυρε μέσα από την ψυχήν, τα σπλάγχνα και τα συναισθήματα, τα ήθη και τας παραδόσεις του ελληνικού λαού[16].

Ούτε πάλιν η διάταξις αυτή περιωρίζετο εις την προστασίαν του απορρήτου των επιστολών ειδικώς και μόνον εντός των Ταχυδρομικών Γραφείων, ώστε να επιτρέπη την κατάσχεσιν και αποσφράγισίν των εκτός αυτών κατά τας διατάξεις της κατ’ οίκον ερεύνης, αφού αι διατάξεις αυταί δεν δύνανται φυσικά να καταργούν άλλας ρητάς συνταγματικός επιταγάς. Απλώς και μόνον προκλητικώτατα ο υπουργός επεξέτεινε αυθαιρέτως τας διατάξεις της κατ’ οίκον ερεύνης δια να περιλάβη εν αυτή ανεπιτρέπτως κατασχέσεις και αποσφραγίσεις επιστολών και δημιουργήση ούτω παρανομολογίαν, επί της οποίας ερειδόμενος να εφαρμόση εν συνεχεία τας αρχάς της… αναλογίας («άρα και εις τα Ταχυδρομεία δυνατή η κατάσχεσις και αποσφράγισις, διότι και εκεί το αυτό δικαίωμα ενασκείται!») με τελικόν προφανή στόχον να υπερκέραση εύλογους δισταγμούς γνησίων δικαστικών λειτουργών, όπως οι εγχειρίσαντες την εγκύκλιον εις τον γερουσιαστήν Παλαμήδην, ή αντιδράσεις ευσυνείδητων ταχυδρομικών υπαλλήλων, όπως ο διευθυντής του Ταχυδρομικού Γραφείου Ναυπλίας.

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Τελικώς, μετά την γενικήν κατακραυγήν, η Γερουσία δια της κυβερνη­τικής πλειοψηφίας απεδέχθη την υποκριτικήν εξήγησιν του υπουργού της Δικαιοσύνης, ότι η εγκύκλιος δεν ήτο υποχρεωτική δια τους εισαγγελείς, απηχούσα απλώς και κοινοποιούσα την γνώμην του προς τον πρωθυπουργόν, εξήγησιν εντελώς ανεπαρκή, αφού ήδη πρώτος ο εισαγγελεύς Εφετών Ναυπλίου, από όπου εξεκίνησε το όλον θέμα, είχε σπεύσει πάραυτα να κοινοποίηση την εγκύκλιον εις τους εισαγγελείς Πρωτοδικών της περιφερείας του[17] προς συμμόρφωσιν και εφαρμογήν κατά τας υπουργικάς υποδείξεις δια την κατάφωρον παραβίασιν της συνταγματικής επιταγής.

Οι αγώνες όμως του Ναυπλιακού λαού, η ευσυνειδησία των λειτουργών της ταχυδρομικής Υπηρεσίας, η γενναία αντίδρασις των γηραιών αγωνι­στών της Γερουσίας, η φιλελεύθερα και αγωνιστική στάσις των εφημερίδων της εποχής, ενί δε λόγω η δημοκρατική αντίδρασις της κοινής γνώμης των Ελλήνων, δεν απέβησαν επί ματαίω.

Μετά τινας ημέρας, την 11-10-1862, επήλθεν η έξωσις του Όθωνος και η Βα των Ελλήνων Συνέλευσις εις το αντίστοιχον άρθρον του νέου Συντάγματος, περί προστασίας του απορρήτου των επιστολών[18], επισφραγίζουσα τους αγώνας αυτούς και ερμηνεύουσα επακριβώς το πνεύμα τής διατάξεως προσέθεσε την λέξιν «απολύτως»: Το απόρρητον των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστον, διάταξις στερεό­τυπος επαναλαμβανόμενη εις όλα τα μετέπειτα Συντάγματα της Ελληνικής Πολιτείας, με εξαίρεσιν το δικτατορικόν σύνταγμα του 1968, κατά το οποίον το απόρρητον των επιστολών δύναται κατ’ έξαίρεσιν να παραβιάζεται δια λόγους δημοσίας τάξεως και ασφαλείας κατόπιν εγκρίσεως του Δικαστικού Συμβουλίου, διάταξις απηχούσα, κατά φωτογραφικήν ομοιότητα, το πνεύμα και τας ιδέας του τελευταίου επί της Δικαιοσύνης υπουργού του Όθωνος.

 

Νικόλαος Δ. Πιέρρος

Πολιτικός Μηχανικός

Μέλος Δ.Σ. της  Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. Ν ι κ. Δ. Π ι έ ρ ρ ο υ, Υλικαί παροχαί επί Μεσοβασιλείας εις τους πρωτεργάτας και τα θύματα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, σσ. 131-134.

[2] Πρώται έκλεισαν «Ο Έλλην Συνταγματικός» και «Η Εφημερίς των Δικα­στηρίων», «ανακοπείσης της εκδόσεως και των εκδοτών απομακρυνθέντων» (εφ. «Ναυπλία» φ. της 29-10-1864).

[3] Σχετικαί ειδήσεις εις αθηναϊκόν τύπον της εποχής.

[4] Βλ. ανταποκρίσεις και επιστολάς εκ Ναυπλίου εις εφ. «Το Μέλλον της Ανατολής» άρ. φ. 16, 18, 19 από 19-9-1862 έως 29-9-1862.

[5] Συνεδρίασις της 17-8-1862.

[6] Συνεδρίασις της 19-8-1862.

[7] Άρ. φ. 8 της 22-8-1862. Ως προς την παρατιθεμένην αρθρογραφίαν πρέπει να τονισθή, ότι είναι μαχητική, άλλα σαφώς αμερόληπτος, αφού ευρισκόμεθα ακόμη εις την οθωνικήν περίοδον, την χρυσήν εποχήν του ελληνικού τύπου, την λεγομένην περίοδον του «πολιτικού τύπου», κατά την οποίαν αι εφημερίδες κύριον σκοπόν και αντικείμενον είχον την κατάκτησιν των πολιτικών ελευθεριών του λαού. Μετά την έξωσιν του Όθωνος μετετράπησαν εις κομματικός, όπως ο «Εθνοφύλαξ» του Ζαΐμη, το «Εθνικόν Πνεύμα» του Κουμουνδούρου, η «Ώρα» του Τρικούπη κ.λ.π.

[8] Άρ. φ. 9 της 25-8-1862.

[9] Εφ. «Ο Συνταγματικός Έλλην», Ναύπλιον, έτ. Β’, φ. 63, 21-10-1864.

[10] Από ετών ο διεθνής αυτός επαναστάτης επρογραμμάτιζεν απελευθερωτικόν αγώνα εις τας τουρκοκρατούμενος περιοχάς Σερβίας και Ελλάδος. Αι φήμαι όμως, ότι επίκειται η άφιξίς του εις Ναύπλιον δι’ επαναστατικήν δράσιν, επροκλήθησαν ίσως εκ του γεγονότος, ότι αρκετοί εκ των αξιωματικών της αποτυχούσης Ναυπλιακής Επανα­στάσεως των εξαιρεθέντων της αμνηστίας του Όθωνος και αναχωρησάντων κατά την συμφωνίαν δια δυο ατμοπλοίων εις εξωτερικόν κατέληξαν μετά μακράν περιπλάνησιν εις Ιταλίαν συνδεθέντες μετά του Γαριβάλδη και κατετάγησαν μάλιστα εις το πυροβολικόν σώμα λαμβάνοντες ήδη μέρος εις τας εν Ιταλία πολεμικάς επιχειρήσεις (Ν ι κ. Δ. Π ι έ ρ ρ ο υ,   ενθ’ ανωτ. σσ. 130, πρβλ. κ. Εφ. «Αιών» άρ. φ. 2057 της 13-8-1862).

[11] Συνεδρίασις της 24-8-1862.

[12] Ήτο ήδη 75 ετών με πλουσίαν επιστημονικήν και πολιτικήν δράσιν: διαπρεπής ποινικολόγος και Νομοδιδάσκαλος, Καθηγητής εις τα πανεπιστήμια της Βόννης και τής Χαϊδελβέργης, βουλευτής, Πρόεδρος της Συνελεύσεως της Βάδης, αρχηγός του συντηρη­τικού δημοκρατικού κόμματος, μέλος του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου της Φραγκ­φούρτης. Από του 1848 αποσυρθείς τής πολιτικής αφωσιωθή αποκλειστικώς εις την επιστήμην.

[13] Έτος Α’, άρ. φ. 17 της 22-9-1862.

[14] Προφανώς ο Mittermaier κάμνει εδώ σαφή αντιδιαστολήν της κατά το ελληνικόν Σύνταγμα πλήρους προστασίας του απορρήτου των επιστολών προς την Γερμ. νομοθεσίαν, καθ’ ην επετρέπετο η παραβίασίς του δια τους φυλακισμένους η υπό σοβαράν κατηγορίαν διατελούντος, διάταξιν την οποίαν φαίνεται να αποστρέφεται ως ίδιον του εν Γερμανία δεσποτισμού και των Ιεροεξεταστικών λειψάνων του μεσαίωνος.

[15] Συνεδρίασις της 24-1-1844.

[16] Ιδού πώς κατέγραψε και κατέταξε τας παραδόσεις αυτάς η παγκόσμιος Ιστορία:

Κατά τον Πλούταρχον, οι Αθηναίοι συλλαβόντες γραμματοφόρους του Φιλίππου κομίζοντας επιστολήν αυτού «τη Ολυμπιάδι» επιγραφομένην, «ουκ έλυσαν, ουδ’ απεκά­λυψαν απόρρητον ανδρός αποδήμου προς γυναίκα φιλοφροσύνην» (Πλουτ. Πολ. Παραγγ. 3). Αυτά τον 4ον π.Χ. αιώνα. Είκοσι ένα αιώνας αργότερον, το 1657 μ.Χ., το προοίμιον του Διατάγματος, δια του οποίου το κοινοβούλιον της Αγγλίας συνέστησε γενικόν ταχυδρομείον, εχει ως έξης: «Η εγκαθίδρυσις γενικού ταχυδρομείου, ωφέλιμος εις το εμπόριον και εις την μεταφοράν εγγράφων, έσεται συνάμα και ο κάλλιστος τρόπος προς ανακάλυψιν και πρόληψιν των κακοηθών και επικινδύνων κατά της Δημοκρατίας σχεδίων».(Blacstone. Τομ. 1.1, σσ. 587, σημ. 1).

[17] Εφ. «Το Μέλλον της Ανατολής», Έτος Α’, άρ. φ. 12 της 5-9-1862

[18] Αρθ. 20 του Συντάγματος 1864

Read Full Post »

Ναύπλιο – Th. du Moncel


 

Ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel (1821- 1884) γεννήθηκε στο Παρίσι και εκτός από ικανός σχεδιαστής και χαράκτης των λιθογραφημένων πινάκων του, ήταν αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος. Το πλούσιο δημοσιευμένο έργο του μαρτυρεί την πολυμέρεια των γνώσεων και ενδιαφερόντων του, που επεκτείνεται σε πολλούς τομείς του επιστητού. Ενώ η μια πλευρά των επιστημονικών του ενασχολήσεων τον στρέφει σε μελέτες για τη φυσική και ειδικότερα τον ηλεκτρισμό, η άλλη, που υπηρετεί την αγάπη του για την αρχαιολογία, τον οδηγεί αναπόφευκτα στην Ελλάδα.

Στο λεύκωμα, Excursion par terre dAthènes à NauplieΠαρίσι, [1845], το οποίο  περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, σημειώνει για το Ναύπλιο:

 

[…] Υπάρχει ένας μεγάλος δρόμος από το Ναύπλιο στο Άργος και αν σ’ αυτόν ενώσουμε εκείνον από τον Πειραιά στην Αθήνα, εκείνον από την Αθήνα στη Θήβα, και εκείνον που διασχίζει τον ισθμό της Κορίνθου, θα έχουμε το σύνολο περίπου των αμαξιτών δρόμων που συναντάει κανείς στην Ελλάδα, και οι οποίοι, αν προστεθούν ο ένας στη συνέχεια του άλλου, αναπτύσσουν μήκος περίπου δώδεκα λεύγων.

Από όλους αυτούς τους δρόμους, τη μεγαλύτερη κίνηση έχει εκείνος του Ναυπλίου – Άργους. Όλες τις ώρες αναχωρούν από τη μία και την άλλη πόλη διάφορες άμαξες, όπως στη Νάπολη, μέσα στις οποίες συνωστίζονται, αν όχι δεκαοκτώ άτομα, τουλάχιστον ένας μεγάλος αριθμός, ώστε να μην μένει κενό ακάλυπτο. Είναι μια παράξενη αντίθεση να βλέπεις αυτή την κίνηση σε μια χώρα όπου, σε όλα τα πέριξ, με δυσκολία συναντάς ανθρώπινη ύπαρξη. Ήταν ήδη αργά όταν είχα τελειώσει την εξερεύνηση της πόλης του βασιλέως των βασιλέων, και ο οδηγός μου με φόβισε πως δεν θα μπορούσαμε να μπούμε στο Ναύπλιο, γιατί οι πύλες αυτής της πόλης κλείνουν μόλις πέσει η νύχτα.

Th. du Moncel

Επιταχύναμε, λοιπόν, το βήμα και μετέθεσα για την επομένη την εξερεύνηση των ερειπίων της Τίρυνθας, μπροστά από τα οποία περάσαμε μετά από πορεία μιάμισης ώρας: μισή ώρα αργότερα μπήκαμε στο Ναύπλιο. Η πρώτη εικόνα του Ναυπλίου είναι απόλυτα ευνοϊκή. Καταρχήν η θέση του είναι υπερβολικά γραφική και επιπλέον προαναγγέλλει μια μεγάλη πόλη, πράγμα που πιθανώς το οφείλει στα φρούρια που το περιβάλλουν. Τα σπίτια του είναι επίσης ωραιότερα και πιο συμμετρικά από εκείνα της Αθήνας. Οι δρόμοι δεν είναι ούτε λαβυρινθώδεις ούτε ανώμαλοι, όπως στις πόλεις της Ανατολής.

Τέλος, κατανόησα πλήρως γιατί την είχαν αρχικά επιλέξει ως έδρα της ελληνικής κυβέρνησης, κατά προτίμηση από κάθε άλλη πόλη. Αυτή η πρώτη εικόνα με είχε, λοιπόν, γοητεύσει και νόμιζα ότι βρισκόμουνα σε μια από τις ευρωπαϊκές μας πόλεις· αλλά ήταν καιρός να πάω στο πανδοχείο όπου θα ξεπεζεύαμε, και να δω με τα μάτια μου το εσωτερικό αυτών των σπιτιών, για να απαλλαγώ από ψευδαισθήσεις. Μεγάλες αίθουσες ολόγυμνες, χωρίς άλλα έπιπλα από ένα άσχημο μικρό σιδερένιο κρεβάτι και μια καρέκλα μισοξεψαθιαμένη, μπροστά σε ένα τραπέζι χοντροπελεκημένο, χώροι ευκολίας μέσα στην κουζίνα, μια ξύλινη απότομη σκάλα, αρκετά κακά τοποθετημένη, αυτό ήταν το ωραιότερο πανδοχείο του Ναυπλίου.

Ωστόσο, μετά την προηγούμενη νύχτα, δεν είχα πλέον το δικαίωμα να είμαι, δύσκολος και, παρά την απογοήτευσή μου, έπρεπε να θεωρούμαι ευτυχής. Το πρωί της επομένης μέρας περιδιάβασα στην πόλη και αντιλήφτηκα ότι δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο αρχικά είχα πιστέψει. Αυτό που ιδιαίτερα τράβηξε την προσοχή μου, ήταν η περίεργη αρχιτεκτονική ορισμένων σπιτιών, κυρίως εκείνων που βρίσκονται στην πλατεία, και τα οποία διακοσμούν φεγγίτες κατά το τουρκικό στυλ του Μεσαίωνα.

Ο κ. Wilkinson [i], αν και είναι ο απόστολος του κλασικού ρυθμού, τους βρήκε τόσο ενδιαφέροντες ώστε τους σχεδίασε σχεδόν όλους. Όσο για μένα, έπρεπε να επωφεληθώ από τον λίγο χρόνο που διέθετα για να σχεδιάσω την άποψη του Ναυπλίου και να επισκε­φθώ τα κάποια μνημεία που η πόλη αυτή διαθέτει. Μπορούν να συνο­ψισθούν στα τρία φρούρια που δεσπόζουν στην πόλη και στις δύο εκκλησίες από τις οποίες η μία, η μητρόπολη, είναι ενδιαφέρουσα ως αρχιτεκτονική, μολονότι είναι, όπως εκείνες της Αθήνας, πολύ μικρών διαστάσεων και με τρούλους.

Το πλέον σημαντικό και ενδιαφέρον από τα φρούρια είναι εκείνο του Παλαμηδίου που, όπως και όλα τα άλλα οχυρά αυτής της πόλης, είναι ενετικής κατασκευής, καθώς επίσης το μαρτυρεί το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου που υπάρχει παντού. Αυτή η ακρόπολη που για να την ανεβείς χρειάζεσαι περισσότερο από ένα τέταρτο της ώρας, έχει σχήμα πενταγώνου και στις πλευρές της φέρει πέντε συμμετρικούς προμαχώνες. Περιέχει επτά ξεχωριστά οχυρά, που έχουν τα ονόματα του Αχιλλέα, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, του Φωκίωνος, του Θεμιστοκλή, το οχυρό του Φρούραρχου και το οχυρό του Μιλτιάδη. Μέσα στο τελευταίο βρίσκονται οι πολιτικοί κρατούμενοι που πριν από λίγο καιρό τους χρησιμοποιούσαν για να ράβουν ρούχα, κουβέρτες και σεντόνια.

 

Άποψη του Ναυπλίου, λεπτομέρεια, Th. du Moncel.

 

Ο βράχος επάνω στον οποίο είναι κτισμένο αυτό το φρούριο είναι κάθετα κομμένος από τις τρεις πλευρές και καταλαμβάνει όλο τον ισθμό που ενώνει τη χερσόνησο όπου βρίσκεται το Ναύπλιο, έτσι ώστε αυτό το φρούριο, αν ανεφοδιαζόταν, θα ήταν απόρθητο. Μια πα­ρόμοια θέση δεν ήταν δυνατόν να παραμεληθεί κατά την αρχαιότητα. Έτσι, βλέπουμε, ήδη από τους αρχαιότερους χρόνους, ο τόπος αυτός να κατοικείται και να παίρνει το όνομα του Παλαμήδη, από το όνομα ενός γιου του Ναυπλίου, που υπήρξε ο ιδρυτής της πόλης. Ακόμη και σήμερα ανακαλύπτει κανείς, στα τείχη της ακρόπολης, λείψανα αρχαίων κυκλώπειων κτισμάτων [ii].

Εκτός από το φρούριο του Παλαμηδίου, υπάρχουν επίσης στο Ναύπλιο δύο άλλα οχυρά που συμπληρώνουν το αμυντικό σύστημα της πόλης. Αυτά είναι το φρούριο Άγιος Θεόδωρος ή Μπούρτζι, κτισμένο επάνω σε έναν απομονωμένο σκόπελο μπροστά στην πόλη, και το φρούριο Ιτς – Καλέ που την επιστέφει.

 

Άποψη του Ναυπλίου, επιχρωματισμένη λιθογραφία. Σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel, δημοσιεύεται στο λεύκωμα Excursion par terre d’ Athènes à Nauplie … Παρίσι, 1845.

 

Στον [παραπάνω] πίνακα  αναγνωρίζουμε εύκολα αυτά τα διάφορα φρούρια καθώς και τους δύο μεγάλους προμαχώνες που προεκτείνονται μέσα στη θάλασσα από τη βόρεια πλευρά. Αυτή η μακριά υπόλευκη γραμμή που εκτείνεται στη βάση του φρουρίου του Παλαμηδίου, είναι ένα υδραγωγείο που εφοδιάζει με νερό την πόλη. Τέλος, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ως ιδιομορφία του τόπου, αυτές τις μεγάλες καλαμιές που φυτρώνουν ως τη θάλασσα.

Μου έδειξαν ακόμη στο Ναύπλιο τον ταρσανά, τους στρατώνες, τις γενικές αποθήκες του στρατού, το Ορφανοτροφείο, την επισκοπή και το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, στις 9 Οκτωβρίου 1831. Επισκέφθηκα, στη συνέχεια, το προάστιο της Πρόνοιας, που είναι έξω από την πόλη και αρχίζει να αποκτάει μια κάποια σημασία. Σε ένα βράχο, γειτονικό με το προάστιο αυτό, ο βασιλιάς της Βαυα­ρίας ανέθεσε τελευταία στον κ. Siegel να φιλοτεχνήσει ένα ανάγλυφο κολοσσιαίο λιοντάρι, όπως εκείνο της Λουκέρνης, για να χρησιμεύσει ως επιτύμβιο μνημείο των Βαυαρών που πέθαναν στην Ελλάδα. Αυτό το λιοντάρι είναι ωραίο έργο και δημιουργεί θαυμάσια εντύπωση.

Η πόλη του Ναυπλίου, μαζί με το προάστιο της Πρόνοιας, αριθμεί περίπου έξι χιλιάδες κατοίκους. Την εποχή του Παυσανία, υπήρχαν ακόμη στο Ναύπλιο κατάλοιπα τοίχων, ένας ναός του Ποσειδώνα, ένα λιμάνι και μια κρήνη που ονομαζόταν Κάναθος, όπου έλεγαν ότι η Ήρα λουζόταν εδώ κάθε χρόνο και ξανάβρισκε την παρθενιά της.

Εξάλλου, η πόλη αυτή δεν είχε μεγάλη σημασία κατά την αρχαιότητα. Μόνον στον Μεσαίωνα την συναντάμε συχνά με το όνομα Napoli di Romania. To 1203 την κατέλαβαν οι Ενετοί που είχαν συνασπισθεί με τους Φράγκους [iii], αλλά, λίγο αργότερα, την κυρίευσε ο βασιλιάς Giovanizza. To 1383 [iv], οι Ενετοί την αγόρασαν από την χήρα του Πέτρου Cornaro, και εγκατεστημένοι εδώ, άντεξαν ένδοξα τις επιθέσεις του Μωάμεθ Β’, που την πολιόρκησε μάταια το 1460. Ο Σουλεϊμάν αναγκάσθηκε επίσης, το 1537, να λύσει την πολιορκία. Μετά από δύο χρόνια, η δημοκρατία, για να εξαγοράσει την ειρήνη, παρέδωσε το οχυρό αυτό στο σουλτάνο.

Το 1686 ο αρχιστράτηγος Μοροζίνης το έθεσε και πάλι υπό το λάβαρο της Βενετίας. Τότε είναι που κτίστηκαν αυτά τα ωραία φρούρια που ακόμη θαυμάζουμε. Το 1715 οι Τούρκοι το ανέκτησαν και το διατήρησαν ως το 1822. Την εποχή αυτή αναγκάσθηκαν να παραδώσουν στους Έλληνες τα εξωτερικά οχυρά. Αλλά μόνον το 1823 η πόλη πέρασε οριστικά στην ελληνική κυριαρχία. Το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς εξεστράτευσε πάλι για να καταλάβει αιφνιδιαστικά το Ναύπλιο· όμως, η ναυμαχία του Ναυαρίνου ματαίωσε το σχέδιο του και απελευθέρωσε την Ελλάδα [v].

 

 Υποσημειώσεις


[i] Ιωάννης Gardner Wilkinson (1797 – 1875). Άγγλος αιγυπτιολόγος. Μελέτησε τις αρχαιότητες της Αιγύπτου όπου και παρέμεινε δώδεκα χρόνια. Επισκέφθηκε επίσης την Ελλάδα. Έχει πλούσιο δημοσιευμένο έργο, κυρίως για την Αίγυπτο. Υπήρξε μέλος της Royal Society του Λονδίνου. (Σημ.τ.Μ.).ι.

[ii] Στο Παλαμήδι δεν υπήρχαν αρχαία ίχνη· αντίθετα, στην Ακροναυπλία σώζονται τμήματα ελληνιστικού τείχους καθώς και ίχνη τείχους που συχνά θεωρείται κυκλώπειο.

[iii] Δεν είναι ακριβές. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου παρέδωσαν την πόλη, το 1212, στον Βιλλεαρδουΐνο, ο οποίος το φθινόπωρο του ίδιου έτους την παραχώ­ρησε, όπως και το ‘Αργος, στον Όθωνα de la Roche, ως αναγνώριση για τη συμβολή του στην προσπάθεια κατάκτησης της Πελοποννήσου. (Σημ.τ.Μ.).

[iv] Το 1388 (Σημ,τ.Μ).

[v] Τα σχέδια του Ιμπραήμ δεν τα ματαίωσε το Ναυαρίνο, αλλά νωρίτερα ο Μακρυγιάννης με τη μάχη στους Μύλους της Λέρνης, τον Ιούνιο του 1825. (Σημ.τ.Μ).

 

Πηγή


  • Th. Du Moncel, «Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο», μετάφραση: Ειρήνη Λούβρου – Αρχαιολογική επιμέλεια: Νικόλας Φαράκλας. Εκδόσεις Ολκός – Αριάδνη, Αθήνα, 1984. 

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μια έκθεση «γιορτάζει», ένα σπίτι καταρρέει – Η οικία του Χαρίλαου Τρικούπη στο Άργος σε αντίφαση με το αφιέρωμα της Βουλής


  

Με μια σημαντική έκθεση η Βουλή των Ελλήνων τιμά τον Χαρίλαο Τρικούπη αναδεικνύοντας το έργο του οραματιστή πολιτικού που ταυτίστηκε με την λέξη «εκσυγχρονισμός». Το αρχείο, η βιβλιοθήκη, ιστορικά κειμήλια, προσωπογραφίες, αντικείμενα της οικογενείας Τρικούπη, καθώς και έντυπο υλικό, αλλά και φωτογραφικά τεκμήρια από τις συλλογές της Βιβλιοθήκης της Βουλής, περιλαμβάνονται στην έκθεση «Χαρίλαος Τρικούπης: έκθεση ιστορικών κειμηλίων της οικογένειας Τρικούπη» στη Βουλή των Ελλήνων.

 

Η αίθουσα της Βουλής των Ελλήνων που φιλοξενεί την έκθεση. (Φωτ. Αλέξανδρος Φιλιππίδης, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή)

Υπάρχει ένας περισσότερο κι ένας λιγότερο προφανής λόγος για να μας απασχολεί σήμερα ο Χαρίλαος Τρικούπης. Η δραματική κατάληξη του πρώτου σοβαρού εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος στη νεότερη ιστορία της χώρας με την πτώχευση του 1893 δημιουργεί αναπόφευκτους συνειρμούς. Μπορεί οι συνθήκες, έναν αιώνα και 19 χρόνια μετά, να μην επιτρέπουν απευθείας συγκρίσεις, ωστόσο ο πειρασμός είναι μεγάλος. Αλλά ποιος ο λόγος να καταφεύγεις σε θεωρητικές ακροβασίες, όταν η πραγματικότητα μας τα προσφέρει όλα στο πιάτο;

Το σπίτι των Τρικούπηδων στο Άργος, εκεί που πιθανότατα γεννήθηκε και (αποδεδειγμένα) έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο άνθρωπος ο οποίος σφράγισε τα πολιτικά μας πράγματα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, κινδυνεύει με αφανισμό. Τμήμα του ανατολικού εξώστη έχει καταρρεύσει ήδη από το 2003 και σήμερα στη διώροφη ερειπωμένη κατοικία βρίσκουν καταφύγιο τοξικομανείς και άστεγοι αλλοδαποί.

Την ίδια στιγμή, η Βουλή των Ελλήνων γιορτάζει τον εμβληματικό Χαρίλαο Τρικούπη (1832-1896) με μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση ιστορικών κειμηλίων της οικογένειας Τρικούπη.

Το αρχείο, η βιβλιοθήκη, ιστορικά κειμήλια, προσωπογραφίες, προσωπικά και οικογενειακά αντικείμενα που παρουσιάζονται είναι δωρεά της Rita Frei-Τρικούπη, χήρας του Κωνσταντίνου Σπ. Τρικούπη, το 2010, προς τη Βιβλιοθήκη της Βουλής. Έντυπο υλικό, φυλλάδια, βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, φωτογραφικά τεκμήρια από τις συλλογές της Βιβλιοθήκης της Βουλής υποστηρίζουν και συμπληρώνουν την έκθεση που έχει ελάχιστα προβληθεί αν και «τρέχει» από τον περασμένο Μάρτιο (θα διαρκέσει μέχρι το τέλος του 2012).

 

Απαγόρευση

  

Η μειωμένη προβολή της οφείλεται στην απαγόρευση μεμονωμένων επισκέψεων σε εκθέσεις της Βουλής των Ελλήνων για λόγους ασφαλείας. Η έκθεση, δηλαδή, είναι «κλειστή» και μπορεί να τη δει κανείς μόνο αν είναι μαθητής ή μέλος μιας ομαδικής επίσκεψης. Η άρθρωση της έκθεσης κινείται σε δύο παράλληλους άξονες, ανάμεσα, δηλαδή, στα προσωπικά κειμήλια και στα τεκμήρια της πολιτικής δραστηριότητας των δύο μεγάλων ανδρών της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα.

 

Βιτρίνα της έκθεσης όπου δεσπόζει το πορτρέτο του Χαρίλαου Τρικούπη φιλοτεχνημένο από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα. (Φωτ. Αλέξανδρος Φιλιππίδης, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή)

 

Αν πάντως δεν έχετε την ευκαιρία να δείτε την έκθεση, όλα τα αντικείμενα της δωρεάς θα φυλάσσονται στην Μπενάκειο Βιβλιοθήκη στην οδό Ανθίμου Γαζή, αφού πρώτα ολοκληρωθούν οι εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου. Εκεί προβλέπεται αίθουσα Τρικούπη και μια μόνιμη έκθεση.

Πλην της Βιβλιοθήκης της Βουλής, άλλοι σημαντικοί οργανωμένοι πυρήνες αρχειακού υλικού περί τον Χαρίλαο Τρικούπη διασώζονται στον Δήμο Μεσολογγίου, στο ΕΛΙΑ και στο Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο.

 

Οικία Τρικούπη στο Άργος

  

Η αντίφαση ως σπαρταριστή εισαγωγή στο «ελληνικό πρόβλημα»: εντός του εθνικού Κοινοβουλίου η έκθεση, καλοσχεδιασμένη, πυκνή, πλούσια, «πανηγυρικού» χαρακτήρα (καλλιτεχνικός σχεδιασμός: Γιάννης Μετζικώφ) και την ίδια στιγμή 120 χιλιόμετρα νοτιότερα ένα από τα πρώτα μετεπαναστατικά κτίρια της ελεύθερης Ελλάδας, αφημένο στην τύχη του, αν και αποτελεί κρατική περιουσία: από το 1985 περνάει στην ιδιοκτησία της Αγροτικής Τράπεζας που προτίθεται να εγκαταστήσει εκεί το υποκατάστημά της στο Άργος. Μια πρόθεση που έμελλε να μείνει στα χαρτιά.

Το σπίτι χτίστηκε το 1829 με σχέδια του Αυστριακού προξένου Γκρόπιους από τον τέκτονα Κομνηνό Τήνιο, καλύπτοντας μέρος του οθωμανικού μεντρεσέ. Πρόκειται για ένα από τα δύο κτίρια που κατασκεύασε ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), λόγιος, πολιτικός και πατέρας του Χαρίλαου, με την πώληση των οικοπέδων στο Ηραίον του Άργους που του είχαν δοθεί ως αποζημίωση για τη συμμετοχή του στην Επανάσταση.

  

Νεότερη εκδοχή

  

Βιογραφία Χαρίλαου Τρικούπη (Φυλλάδιο 1892)

Ενώ στην ιστοριογραφία έχει περάσει το Ναύπλιο ως τόπος γέννησης* του Χαρίλαου Τρικούπη, τα τελευταία χρόνια κερδίζει έδαφος το Άργος. Στους θερμούς υποστηρικτές της νεότερης εκδοχής ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης, ο οποίος αρθρογραφεί υπέρ του Άργους από τις σελίδες του περιοδικού «Αρχαιολογία & Τέχνες» (1997).

«Kατά τον Σπυρόπουλο», σημειώνει ο κ. Δωροβίνης, «ο Σπυρίδων Τρικούπης έφτασε στο Ναύπλιο το 1824 και αγόρασε από την τότε Κυβέρνηση γαίες στο χωριό Αβδήμπεη, τις οποίες το 1826-30 μεταπώλησε σε τρεις επιφανείς Ναυπλιώτες. Με το χρηματικό ποσό που έλαβε μπόρεσε να χτίσει τα σπίτια του Άργους και του Ναυπλίου.

Το 1830, λέει κατηγορηματικά ο Σωτηρόπουλος, αποκρούοντας ρητά το 1832, γεννήθηκε ο Χαρίλαος, μόλις είχε ολοκληρωθεί το σπίτι στο Άργος. Στο Άργος κατοικούσαν πολλοί Έλληνες αντικαποδιστριακοί όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης και ο Πολυζωίδης που συναντώνταν στο νεόκτιστο σπίτι για διαβουλεύσεις.

Ο Σπ. Τρικούπης πώλησε το σπίτι το 1847 στον Π. Α. Κυπαρίσση. Από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι το 1940 η τοπική μνήμη διατηρεί ζωηρά την ονομασία του σπιτιού ως “οικίας Τρικούπη” και συγκεκριμένη απήχησή της συναντάμε στον τοπικό Τύπο, ως απλή αναφορά ή σε ειδικά άρθρα με μνεία παλαιών κτιρίων του Άργους. Με τις ανακατατάξεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου η ονομασία αυτή εξαφανίζεται και το σπίτι αποκτά το “κατασκευασμένο” όνομα των τελευταίων του ιδιοκτητών (“σπίτι του Κωλέττη”)».

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

Σχετικά με τον τόπο γέννησης του Χαρίλαου Τρικούπη, στο φύλλο 19/2η σελίδα της 28ης  Απριλίου 1896 στην εφημερίδα « Δαναός» ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης σε συμπληρωματική σημείωση του αναφέρει:

 

Συνεπεία των εν τω αριθ. 16 του «Δαναού» γραφέντων περί του τόπου της γεννήσεως του αοιδίμου Χ. Τρικούπη, εγράφη εν τη «Ακροπόλει» ότι ο Χ. Τρικούπης ενώπιον του πρώην βουλευτού Άργους κ. Ιω. Ζωγράφου, ταγματάρχου της Χωροφυλακής, προτείναντος αυτώ μετά την 16 Απριλίου να εκτεθή εν Άργει, εκείνου παραιτουμένου είπεν, ότι ούτε εγεννήθη εν Άργει, ούτε εγκατάστασιν έχει ενταύθα.

Μετά ταύτα όμως ο κ. Ιω. Ζωγράφος, εν Μεσολογγίω ήδη ως εκ την υπηρεσίας του διατρίβων έγραψεν ενταύθα ότι, ότε προέτεινε τω Χ. Τρικούπη να εκτεθή, ως υποψήφιος βουλευτής Άργους, αυτού παραιτουμένου, ιδού τι είπεν αυτώ ο αοίδιμος Χ. Τρικούπης.

« Δικαίωμα να εκτεθώ λόγω εγκαταστάσεως δεν έχω. Έχω όμως τοιούτο λόγω γεννήσεως και το Άργος θεωρείται τόπος της γεννήσεως μου. Διότι, ότε ο πατήρ μου διέστη προς τον Καποδίστριαν, η οικογένειά μου μετώκησεν εις Άργος, όπου ο πατήρ μου δι’ έλλειψιν καταλλήλου οικίας, ωκοδόμησε την και νυν καλουμένην οικίαν Τρικούπη. Κατόπιν όμως, ένεκα απειλουμένων ταραχών εν Άργει, προσωρινώς και προς ασφάλειαν η οικογένειά μας κατέφυγεν εις Ναύπλιον, όπου και εγεννήθην. Της τάξεως δε αποκαταστάσης, επανήλθομεν και διεμείναμεν εις Άργος».

Αύτη εστίν η μαρτυρία του αξιοτίμου κ. Ιω. Ζωγράφου και ταύτα είπεν αυτώ ο αοίδιμος ανήρ. Όθεν, ο Χ. Τρικούπης, ως τόπον της γεννήσεως του εθεώρει το Άργος. Ταύτα δε συμφωνούσιν εν πολλοίς προς όσα διηγήθη ημίν ο γηραιός δικηγόρος κ. Εμμ. Σωτηρόπουλος και προεδημοσιεύσαμεν. (Δ. Κ. Βαρδουνιώτης )    

Αναλυτικά για το θέμα μπορείτε να διαβάσετε στην Αργολική Βιβλιοθήκη, στο τέλος του άρθρου που αφορά στον Χαρίλαο Τρικούπη.

 

Τα οικήματα των Τρικούπηδων

 

Η έκθεση υιοθετεί την «επίσημη» θέση περί Ναυπλίου, μέσα από δύο σημειώματα της εποχής αλλά γενικά κρατά χαμηλούς τόνους ως προς το θέμα. Η κ. Αντζελα Καραπάνου, η μία από τις δύο επιμελήτριες της έκθεσης και του καταλόγου μαζί με την κ. Μαρία Βλασσοπούλου, μας λέει ότι ο τόπος γέννησης του Χαρίλαου Τρικούπη κρίνεται στις λεπτομέρειες για τις οποίες δεν μπορούμε ακόμα σήμερα να είμαστε εντελώς βέβαιοι. «Δεν αποκλείεται η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου, αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και μητέρα του Χαρίλαου, να γέννησε στο Ναύπλιο, λίγες μόνο ημέρες πριν από την αποπεράτωση της νεόδμητης οικίας στο Άργος και τη μετακίνηση της οικογένειας εκεί».

Η φωτογραφία του σπιτιού στο Άργος υπάρχει στην έκθεση όπως και άλλων οικημάτων που συνδέθηκαν με τη ζωή του Σπυρίδωνος και του Χαρίλαου Τρικούπη. Το σπίτι της οικογένειας στο Μεσολόγγι ανήκει στον Δήμο και λειτουργεί «Μουσείο Τρικούπη», ενώ το κομψό νεοκλασικό κτίριο της οδού Ακαδημίας 54, όπου έζησαν ο Χαρίλαος Τρικούπης με την αδελφή του Σοφία για πολλά χρόνια κατεδαφίστηκε το 1936. Αντίθετα, επιβίωσε το σπίτι των Τρικούπηδων στα Πατήσια, το μετέπειτα Άσυλο Ανιάτων. Με το ερείπιο του Άργους έχουμε την ευκαιρία να δείξουμε ότι μαθαίνουμε από τα λάθη μας.

 

Δημήτρης Ρηγόπουλος

Καθημερινή, Τέχνες & Γράμματα, Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Άργος στην Αγγλική Βιβλιογραφία


 

Ένας από τους σκοπούς που πρέπει να επιτύχη κάθε τοπικό συνέδριο είναι και η συγκέντρωση της βιβλιογραφίας, Ελληνικής και ξένης, για τον υπό εξέταση νομό. Έτσι θα ταυτισθή και η έννοια τοπικό με την αντί­στοιχη αγγλική λέξη topic που σημαίνει το προκείμενο θέμα. Όσον αφορά στο Άργος και γενικώτερα την Αργολική ή πλουσιώτερη ξένη βιβλιογραφία είναι στην αγγλική γλώσσα[1] και κατά δεύτερο λόγο στην γαλλική[2] και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες[3].

Χρέος των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Δαναός και Παλαμήδης και των τοπικών Βιβλιοθηκών είναι να συγκεντρώσουν την αντίστοιχη ξένη βιβλιογραφία για το νομό Αργολίδος, αφού έρθουν σε επαφή με τις μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλιοθήκες από τις οποίες μπορούν με την μέθοδο της ανταλλαγής να λάβουν σε βιβλιογραφικά δελτία και σε φωτοτυπημένα αποσπάσματα έργων όσα σχετίζονται με τον νομό.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Μ’ αυτό τον τρόπο ο μελλοντικός ερευνητής των αργολικών θεμάτων θα μπορή να βρίσκη στον τόπο της έρευνάς του και κυρίως στις τοπικές Βιβλιοθήκες του νομού την πιο ουσιαστική βοήθεια και ενημέρωση. Μικρή συμβολή στην εκπλήρωση αυτού του σκοπού αποτελεί και η δημοσίευση της παρούσης ανακοινώσεως.

Γκιζέλα Ρίχτερ

Αρχίζοντας από τα τελευταία άρθρα των εγκυκλοπαιδειών του αγγλό­φωνου κόσμου για το Άργος βλέπουμε ότι τονίζονται ιδιαίτερα στην αρ­χαιολογία η προϊστορική περίοδος, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Αμερικάνου αρχαιολόγου Μπλέγκεν[4] για το Ηραίο του Άργους με τον τίτλο Prosymna, όπως και στα έργα των Βαλντστάϊν[5] και Λέμαν[6] για το Ηραίο και την Αργολίδα. Για την Αρχιτεκτονική και την Γλυπτική, στις oποιες ο Αργολικός γενικά χώρος έχει προσφέρει βασικό υλικό για χρονολόγηση και αξιολόγηση, βασίζονται στα έργα του Ντίνσμουρ «Η Αρχιτεκτονική της Αρχαίας Ελλάδος»[7] και της Γκιζέλα Ρίχτερ «Η Γλυπτική και οι Γλύπτες των Ελλήνων»[8].

Όσον αφορά στην ιστορία μετά την Μυκηναϊκή εποχή, την εποχή του Φείδωνος, των Περσικών πολέμων και του Πελοποννησιακού πολέμου δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην Ελληνιστική περίοδο της ιστορίας του Άργους, επειδή οι αρχαίες πηγές προσφέρουν πλουσιώτερο και λεπτομερέστερο υλικό. Κατόπιν εντάσ­σουν την ιστορία της πόλεως στη γενική ιστορία της Ελλάδος και μνημο­νεύουν ιδιαίτερα τις χρονιές των επιδρομών των Γότθων 267 και 395 μ.Χ. Σταματούν ακόμα στα αποτελέσματα που είχε η Τετάρτη Σταυροφορία για την Αργολική, δηλαδή την παρακμή του Άργους και την άνοδο σε πολι­τική και στρατιωτική σημασία του Ναυπλίου.

Τονίζονται ακόμη οι κατα­στροφές από τούς Τούρκους του 1397 και 1500 και κυρίως ο σημαντικός ρόλος που έπαιζε το Άργος στον αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821. Στα άρθρα που αναφέρονται στο Άργος το υλικό προέρχεται για την αρχαία περίοδο σε αποσπάσματα των συγγραφέων Ηροδότου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και κυρίως του Πλουτάρχου, τα Γεωγραφικά του Στράβωνα και φυσικά του Παυσανία.

Πλουσιώτερο υλικό υπάρχει για την Αργολική στην πληθώρα των εκδόσεων των νεωτέρων χρόνων για την Ελλάδα, όπου βρίσκουμε παντός είδους πληροφορίες. Αυτές υπάρχουν στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Άγγλων συγγραφέων και μπορούν να αξιολογηθούν ανά­λογα με την παιδεία του συγγραφέα, ανθρωπιστική ή πολιτική και κοινω­νική.

Αναγκαία είναι η μετάφραση των αποσπασμάτων των έργων αυτών που αναφέρονται στο Άργος στους τρεις τελευταίους αιώνες. Για την περί­οδο 1700-1750 έχουμε 75 εκδόσεις, 1750-1800 115 και για την περίοδο 1804 -1853 450. Αν αναλογισθούμε το ρόλο της Αργολίδας στην ιστορία της Πελοποννήσου ειδικότερα και ότι βρέθηκε στη δίνη όλων των αξιοσημείω­των γεγονότων της Ελληνικής ιστορίας αυτών των περιόδων, μπορούμε να καταλάβουμε την αξία που έχει για τις Αργολικές σπουδές μια μελλον­τική αναδίφηση των αγγλικών εκδόσεων αυτών των περιόδων.

Οι συγγραφείς των έργων αυτών περιέρχονται την ύπαιθρο τις περισ­σότερες φορές με κίνδυνο της ζωής τους και όταν τα κίνητρά τους δεν είναι εμπορικά, όπως για την Λεβάντ Κόμπανυ ή θρησκευτικά, όπως ο αντιπαπισμός και ο προσηλυτισμός, αλλά η τάση φυγής από τον Ευρω­παϊκό Βορρά, η αρχαιοφιλία και η αισθητική καλλιέργεια, τότε μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για ην ζωή του τόπου.

Βρίσκουμε χρήσιμες γεωγραφικές παρατηρήσεις μαζί με τις περιγραφές αρχαιολογικών ευρημάτων στα έργα αυτά, που βοήθησαν όχι μόνο την ερασιτεχνική ασχολία, αλλά και την επιστημονική και έγιναν κίνητρα για την αναζωπύρηση του συγ­χρόνου περιηγητικού πνεύματος. Η έκδοση του τουριστικού δρομοδείκτη της Πελοποννήσου στα γερμανικά από την κρουαζιέρα του Ναυπλίου το 1833 είναι εκδήλωση αυτού του πνεύματος, που επιζή μέχρι σήμερα στις τουριστικές ευρωπαϊκές εκδόσεις για την Ελλάδα.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Από τους Άγγλους περιηγητές σημαντικώτερος σαν συγγραφέας είναι ο στρατιωτικός Γουίλιαμ Λήκ [9], που επεσκέφθη την Αργολική τον Ι­ούνιο του 1802, 25 ετών τότε, και τον Μάρτιο του 1806. Καταγράφει τις εντυπώσεις του λεπτομερειακά και με ημερολογιακό τρόπο στο έργο του «Ταξίδια στον Μοριά». Σαν πρότυπό του έχει τον Παυσανία, που ακολουθεί τα βήματά του, προσπαθώντας να βρη και να ταυτίση μ’ αυτά που έβλεπε ό,τι είχε καταγράψει ο Παυσανίας[10] στα Αργολικά του.

Δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη σύσταση του πληθυσμού, την παραγωγή της πεδιά­δας του Άργους και παρατηρεί ότι λόγω τής ποιότητας του νερού οι γυναί­κες του Ναυπλίου είναι ωραιότερες από τις Αργίτισσες (!), γι΄ αυτό ίσως να υπεχώρησαν προ των γυναικών του Άργους και οι Σπαρτιάτες στον μεταξύ τους πόλεμο, θα προσθέταμε εμείς σήμερα με βρετανικό χιούμορ. Με γλωσσικά θέματα ασχολείται και στο άλλο του βιβλίο «Έρευνες στην Ελλάδα».

Ο Άγγλος ιστορικός Φίνλεη [11] κάνοντας ένα απολογισμό του έργου του Λήκ γράφει: «Οι μακροχρόνιες και κοπιαστικές του προσπά­θειες να καθαρίση την αρχαία ιστορία της Ελλάδος από τα σκοτάδια και την νεώτερη από τις παρερμηνείες τον έκαναν άξιο της επιδοκιμασίας της Αγγλίας και της ευγνωμοσύνης της Ελλάδος».

Ο Λήκ βρήκε κατόπιν πολλούς μιμητές των βασικών γραμμών του έργου του, εμπλούτισε έτσι την αγγλική βιβλιογραφία και την εξύψωσε με το έργο του σε επιστημονικό επίπεδο. Μετά απ’ αυτόν μπορούμε να ξε­χωρίσουμε τους συγγραφείς που διαπνέονται από ρωμαντική διάθεση για τα Ελληνικά πράγματα και η πλούσια σε ιστορία και φυσικές ομορφιές Αργολική γη πάντοτε δημιουργούσε τέτοια διάθεση, από εκείνους που συνδυάζουν την γνώση των αρχαίων πηγών, την αισθητική καλλιέργεια και την παρατηρητικότητα της σύγχρονης Ελληνικής ζωής.

Πολλοί νεώ­τεροι συγγραφείς θα αποφεύγουν την υπερβολική περιγραφή των μνημείων της ιστορίας και της αρχαιολογίας του τόπου και θα στρέφωνται, μετά τον Λήκ, προς την περιγραφή των κληρονόμων αυτού του παρελθόντος.

Πρό­θεσή τους θα είναι να διδάξουν τους συμπατριώτες τους στην Αγγλία, αλλά και τους Έλληνες, που δεν είχαν τότε τη μόρφωση, αλλά κυρίως τα δικά τους εφόδια σε πηγές, εκδόσεις, πανεπιστημιακά συγγράμματα. Η συγγραφική αυτή παράδοση πάνω σ’ αυτές τις βασικές γραμμές συνεχίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό μέχρι σήμερα έτσι, ώστε να βρίσκουμε σήμερα στο λήμμα «Άργος»[12] στις αγγλικές Βιβλιοθήκες πληροφορίες πάσης φύσεως, που περιλαμβάνουν ακόμα και συμβουλές προς τον ξένο για τη συμπεριφορά του μέσα σ’ ένα καφενείο του Άργους: «να μη συναναστρέφεσαι πολλή ώρα την ίδια παρέα στο ίδιο τραπέζι, γιατί θα σε παρεξηγήσουν οι άλλοι, που δεν τους έκανες την ίδια τιμή».

Διαβάζοντας τέτοιες παρατηρήσεις πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη το διαφορετικό χα­ρακτήρα του φλεγματικού Άγγλου επισκέπτη της χώρας μας, αλλά και το πνεύμα αυτών των παρατηρήσεων χάριν της δικής μας αυτογνωσίας πολλές φορές μέσα από τα μάτια των ξένων, αφού ο λαός μας λέει ότι «όσα βλέπει ο ξένος σε τρεις μέρες δεν βλέπει ο ντόπιος σε τρία χρόνια».

Εκδόσεις για τις πολεμικές επιχειρήσεις των Άγγλων στην Ελλάδα κατά τον τε­λευταίο πόλεμο [13] διαφωτίζουν πολλά σημεία της τοπικής ιστορίας, όπως ο βομβαρδισμός του Άργους και του αεροδρομίου στο Κουτσοπόδι στις 14 -10/1943 με τις τραγικές συνέπειες του για τον άμαχο πληθυσμό.

Οι εργασίες όλων των ανωτέρω κατηγοριών που βρίσκονται σήμερα στις Βιβλιοθήκες των υπερβορείων σκοτεινών αγγλικών πόλεων σαν πνευ­ματικά έργα εμπνευσμένα από το Ελληνικό φως της πανάρχαιης Αργο­λικής γης [14] δεν παύουν να φωτίζουν και σήμερα όπως και την εποχή που γράφτηκαν από συγγραφείς με ελληνική ανθρωπιστική καλλιέργεια. Και με τα λόγια του Λήκ από το τελευταίο του έργο εκφράζω μια ευχή για την Αργολική γη, αλλά και για κάθε Ελληνικό τόπο: «οι πληροφορίες μου εστάθηκαν στους Έλληνες χρήσιμες, πράγμα που με ικανοποίησε ιδιαί­τερα, γιατί μόνο με την προαγωγή της Ελληνικής Παιδείας μπορούν οι χώρες που αποτελούσαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία να ανακτηθούν από την βαρβαρότητα και να αποδοθούν στην Χριστιανοσύνη».

  

Γεωργίος Α. Ντελόπουλος

Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρον Argos εις την Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια και την Αμερικανικήν.

[2] Άρθρον Άργος εις Encyclopedioue Larousse και αναφορές για το Άργος εις
Bul. de Corr. Hellenioue 1904.

[3] Άρθρον Άργος εις την Γερμανική Εγκυκλοπαίδεια Real Enc.

[4] Biegen, C. W., Prosymna (1937).

[5] Wald st ein, C, The Argive Hereaum, Vol. 1 (1902), vol. 2(1905).

[6] Lehmann, H., Argolis (1937).

[7] D i n s m o o r, W. B., The Architecture of Ancient Greece (1950).

[8] R i c h t e r, G. M. A.,The Sculpture and Sculptors of Ancient Greece the Greeks.

[9] Leake, W. M., Travels in the Morea, vol. 2, ch. 19-22 (1835).

[10] Levi, Peter, Pausanias – Guide toGreece, London Penguin Books series.

[11] Finlay, G., articles in «THE TIMES» (1864-1870).

[12] Catalogues ofBritishMuseum (British Council inAthens, Library).

[13] K. A.F. History of Military Operations 2nd World War II.

[14] Τ ο ζ e r, Η. F., Geography of Greece, pp. 292-294,1873. Clark, Peloponne­sus: Notes of Study and Travel (1858). Ho ρ ρ in, J. C, The Vases. Cosa, Η. F. de, The Bronzes (Excavations of the American School of Athens at the Heraion of Argos 1892). American Archaeological Journal since 1892 (many articles). Volgraff, W., in Bull, de Corr. Hellen. 1904 pp. 364-399, 1906 pp. 1-45, 1907 pp. 130-184. C u r t i u s E., Peloponnesos, ii 350-364 (Gotha 1851). Tod, Μ. N., A Selection of Greek Histori­cal Inscriptions, p. 5, 59, 60, 62, 3, 176-177-186, 188 Oxford 1946. Δια το Άργος εις τας αρχαίας πηγάς βλέπε τας εκδόσεις των συγγραφέων Ηροδότου, Ξενοφώντος, θουκυδίδου, Πλουτάρχου, Στράβωνος, Παυσανίου εις την σειράν της Loeb Library.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Βέικος Λάμπρος (; 1827)


 

Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο έργο του «Η Επανάσταση του ’21», σημειώνει: Τίμησε το Σούλι απ’ όπου καταγόταν. Πολέμησε παλικαρίσια τόσο σ’ αυτό όσο κι έπειτα σ’ όλον τον εθνεγερτικό αγώνα. Έμεινε περίφημο το γράμμα που έστειλε από το πολιορκημένο από τον Κιουταχή Μεσολόγγι στον Ταΐραγα.

 

Βέικος Λάμπρος, Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ενδοξότατε Ταΐραγα,

Ημείς είμεθα φίλοι, και η περίστασις της θρησκείας το έφερε να πολεμήσωμεν, όμως πάντοτε η φιλία μας ας τρέχη. Φίλε μου, βλέπω όπου έχεις δύο φοραίς οπού ήλθες εις αντάμωσιν δια να μεσιτεύσης να παραδοθή το Μεσολόγγι, ακόμη βλέπω οπού ο Ρούμελης μας ζητεί δυο ντάπιαις δια να βάλη ανθρώπους του. Ηξεύρετε πολλά καλά ότι τον Θεόν τον έχομεν μαζή, και η ελπίδα μας κρέμαται από εκεί, όθεν ως φίλον, σε αφίνω να στοχασθής ότι ένα Κάστρον με τζεμπιχανέδες, με ζαϊρέν, με νερά και καθεξής όλα τα χρειαζούμενα, εις αυτόν τον καιρόν και ημείς εδώ μέσα, να το παραδώσωμεν, θα έχομεν πρώτον την συνείδησιν του Θεού, και δεύτερον την κατηγορίαν όλου του κόσμου, και ξεχωριστά εσένα τον φίλον μας, οπού εις αυτόν είμεθα βέβαιοι ότι όχι μόνον δεν θα εύρομεν εις το έξης τόπον να ζήσωμεν, παρά ούτε δια το όνομά μας θα ερώτηση κανένας, τόσον μισητοί θα είμεσθεν, όσον από τον Θεόν, τόσον και από την ανθρωπότητα, μπιλέμ, και από τούς ιδίους εδικούς μας και φίλους μας όθεν τω Ρούμελη χώρισέ του το παστρικά καθώς μας γνωρίζεις, ότι να ηξεύρη καλά χωρίς να κάμη γιουρούσι να εμβή με το σπαθί του Μεσολόγγι δεν πέρνει.

Ταύτα και μένω

ο φίλος σου Λάμπρος Βέΐκος

1825 Ιουλίου 20 Μεσολόγγιον

Προς τούτοις λάβε και τέσσαρες μποτίλιαις ρούμι να ταις δώσης τους μπαϊρακτάριδές σου όταν θα κά­μουν γιουρούσι.

 

Λάμπρος Βέικος

 

Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη και σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου. Παρ’ όλο που είχε προβλέψει τη συμφορά που θ’ ακολουθούσε την παράφρονη εκστρατεία του Κόχραν και του Τσώρτς, δεν καταδέχτηκε να οπισθοχωρήσει.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Δράκος Γεωργάκης (Σούλι 1788 – Χαλκίδα 1827)


 

Δράκος Γεωργάκης, Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο έργο του «Η Επανάσταση του ’21», αναφέρει: Ακάματος αγωνιστής από τα νεα­νικά του χρόνια στο Σούλι. Πολέμησε στα Πέντε Πηγάδια, στην Άμπλιανη, στο Μανιάκι, στο Μεσο­λόγγι. Στη μάχη του Ανάλατου, αφού λαβώθηκε στο χέρι, πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Κιουταχής προσπάθη­σε να τον χρησιμοποιήσει για να πείσει την πολιορκη­μένη φρουρά της Ακρόπολης να παραδοθεί. Πηγαίνον­τας τον στη Χαλκίδα να τον κλείσουν στα μπουντρούμια του κάστρου, είτε δολοφονήθηκε είτε αυτοκτόνησε για να γλιτώσει από τα φοβερά μαρτύρια.

 

Δράκος Γεωργάκης

 

Βιβλιογραφία:

Μπαρμπαρούσης Σπ. Γεώργιος, «Σουλίωτες: Ο Γεώργιος Δράκος και η οικογένεια των Δρακαίων του Σουλίου», εκδόσεις Ίαμβος, 2006.

Δημήτρης Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 21», τόμος τρίτος, Εκδόσεις Ν. Βότση, 1977².

Ιωάννου Σταυριανού, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εισαγωγή – Έκδοση – Σχόλια,  Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821


 

Χάρη στην οικονομική της ευρωστία και την προνομιακή της θέση, η μονή Καρακαλά, στρατηγικής σημασίας και με οχυρωματικές δυνατότητες, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά την Ελληνική Επανάσταση. Υπήρξε, κατά γενική ομολογία, κέντρο απόκρουσης των εχθρών, γεγονός που μαρτυρείται και από πλήθος ανέκδοτων εγγράφων αλλά και οπλοστάσιο και τόπος παρασκευής πολεμοφοδίων. Βρέθηκε εκεί «φόρμα εις την οποίαν έχυναν τα μολυβόβουλα, ευρωπαϊκή», οι μοναχοί ήταν διαρκώς «οπλοφορούντες» και η παρουσία των ηγουμένων και μοναχών της μονής στην Επανάσταση είναι αξιόλογη.

Νεώτεροι μελετητές, στηριζόμενοι προφανώς στον Μιχ. Λαμπρυνίδη, αναφέρουν ότι κατά το 1821 ο ηγούμενος της μονής Διονύσιος Σουρίλος προέτρεπε τους κατοίκους των χωρίων Χέλι και Κοφίνι Ναυπλίας να συμμετάσχουν στον Αγώνα και προσθέτουν αμάρτυρα ότι την πληροφορία παρέχει γράμμα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Λανθασμένη όμως είναι η πληροφορία ότι ο ηγούμενος επονομαζόταν Σουρίλος και ηγουμένευε το 1821. Εμόναζε πράγματι κατά την παραπάνω περίοδο στη μονή ο Διονύσιος Μπεβάρδος που έλαβε μέρος στις μάχες της περιοχής, στην πολιορκία του Ναυπλίου στη μάχη στο Κατόγλι, κ,ά., ως ιερομόναχος και όχι ως ηγούμενος.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Στο μοναχολόγιο της μονής του 1850 αναφέρεται ότι ο Διονύσιος Μπεβάρδος ήταν μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής κατά την πάρα-πάνω χρονολογία, ονομαζόταν κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε στο Αβδήμπεϊ του δήμιου Μηδέας, εκάρη μοναχός το 1809 και προχειρίσθηκε Ιερομόναχος στη μονή Καρακαλά, από τον τότε Λακεδαιμόνιο Αρχιεπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο Καλαμαμά, την 21η Ιανουαρίου του 1821. Ηγούμενος της μονής κατά το 1821-1823 υπήρξε, όχι ο Διονύσιος Μπεβάρδος, αλλά ο θείος του Συμεών, όπως ο ίδιος ο Διονύσιος αναφέρει σε επιστολή του την 18η Νοεμβρίου 1873, «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος:»  

«… την μονήν ταύτην ιδρυθείσαν επί Τουρκοκρατίας υπό των ευσεβών Χριστιανών, διώκησεν επί πεντηκονταετίαν ο θείος μου Συμεών Μπεβάρδος όστις μετά των συναδέλφων του απάντων συγγενών μου κατετρόμαξαν τους τολμητίας να κατακτήσουν την μονήν ταύτην Οθωμανούς. Μάρτυρες αξιόπιστοι είναι οι επιζώντες και αποθανόντες στρατηγοί και αρχηγοί, Τζόκρης, Στάϊκος, Λυγουριώτης, Νικηταράς και Μήτζης,….»

Και συνεχίζοντας ο Διονύσιος Μπεβάρδος την επιστολή του προς την Ιερόν Σύνοδον, μας δίνει και άλλες σπουδαίες ιστορικές πληροφορίες: «… κατά το έτος 1812 τη επιταγή του θείου μου εισήχθην εν τη Μονή ταύτη και υποτακτούσα. Κατά το 1821 εχειροτονήθην και ιερεύς και κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου ονομάσθην ηγούμενος, όπου και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον…».

Ο ηγούμενος όμως Συμεών, επονομάζονταν Μπουχέλης ή Ξηροκαστελιώτης και όχι Μπεβάρδος, κατά μία πληροφορία, απεβίωσε κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή Αγώνος τον κατέταξε το 1865 στους αξιωματικούς ε’ τάξεως. Αποκαλυπτικές πληροφορίες για τον ηγούμενο Συμεών Μπουχέλη ή Ξηροκαστελιώτη μας δίνουν ανέκδοτα Έγγραφα από το Αρχείον Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Η ανιψιά του Συμεών Μπουχέλη σύζυγος του Αναγνώστη Σουρίλου, απευθύνει αίτηση το 1865 «προς την επί του Αγώνος Σ. Επιτροπήν», αναφέροντας ότι είναι η μόνη κληρονόμος του ηγουμένου, «όστις ηγωνίσθη εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα εξ αρχής και παρευρεθείς εις πολλάς μάχας και πολεμήσας ανδρείως κατά του φυσικού εχθρού της πατρίδος, παρευρέθη τέλος εις την πολιορκίαν της Ναυπλίας ότε απεβίωσεν κατά το έτος 1822».

Και συνεχίζοντας, παραπέμπει για την αξιοπιστία των λόγων της, σε «έγκλειστο πιστοποιητικό του Δήμου Μηδέας με την μαρτυρίαν και τεσσάρων ευυπολήπτων μαρτύρων», προτείνοντας ως μάρτυρα και τον στρατηγό Τζόκρη, «ως γνωρίζοντα εξ ιδίας αντιλήψεως την θυσίαν του και τον θάνατόν του εις το πεδίον του Άρεως». Προσθέτει επίσης, ότι ο Συμεών Μπουχέλης ήταν «Έφορος συνεισφορών». Η ανιψιά του Συμεών ζητούσε να της αποδοθεί «η ανήκουσα αποζημίωσης», επειδή ο θείος της, ηγούμενος της μονής Ξηροκαστελλίου εδικαιούτο την  «δέουσαν αμοιβήν των οφειλομένων εις  άπαντος τους αγωνισθέντας υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας και ενδόξως  μαχόμενους».

Ο χρόνος θανάτου του παραπάνω ηγουμένου ορίζεται επακριβώς από ανέκδοτα έγγραφα. Οι μοναχοί της μονής απευθύνονται στο Υπουργείο της θρησκείας την 22αν Αυγούστου 1824 και αναφέρουν ότι προ έξι σχεδόν μηνών, κατά τον Φεβρουάριο του 1824, πέθανε ο ηγούμενός τους «ο μακαρίτης Συμεών και συνελθόντες άπαντες και συσκεφθέντες», εξέλεξαν για ηγούμενο το συνάδελφό τους «Καλλίνικον Ιερομόναχον  και παρακαλούν το «Υπουργείον της Ιεράς Θρησκείας», να επικυρώσει την ηγουμενίαν «δι΄εναφραγίστου του ευδοκίμου διπλώματος. Ο διάδοχος του ηγουμένου Συμεών, Διονύσιος Μπεβάρδος , απλός Ιερομόναχος, οίκος αναφέρθηκε προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1821 έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, μαζί με άλλους μοναχούς και ενόπλους της μονής.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

 

Εκτός του Διονυσίου, στην πολιορκία του  Ναυπλίου  έλαβαν μέρος με επικεφαλής τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας και ο Νικόλαος Γ. Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Αναγνώστης Αναστασό­πουλος από το Λυγουριό, ο Αναστάσιος Μπούσκος από το Τζαφέραγα πού εκπλήρωνε, και χρέη εφόρου (επιμελητή) των πολιορκητών, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι αδελφοί Κακάνη, ο Μπεκιάρης και άλλοι από τα περίχωρα του Ναυπλίου, μαζί με Αργείους, Λυγουριάτες, Δρεπανοχωρίτες, ο ηγούμενος της μονής Αυγού με ένοπλους μοναχούς, ο Γεώργιος Λύκος με αρκετούς Χελιώτες.

Όταν οι Οθωμανοί απείλησαν τον Πύργο στο Κατόγλι με 1200 ιππείς και πεζούς και 3 κανόνια, ο στρατηγός Δ. Τζόκρης κατέλαβε τον Πύργο στο Κατόγλι, έγινε μάχη πολύωρη και οι Οθωμανοί ήλπιζαν να κυριεύσουν τον Πύργο. Στη δύσκολη αύτη στιγμή, πρώτος ο ηγούμενος της, μονής του Καρακαλά, Διονύσιος, έσπευσε με 200 άνδρες ρασοφόρους, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους Έλληνες κι έτσι διαλύθηκε η πολιορκία στο Κατόγλι και στο Παλαμήδι.

Όταν λίγο αργότερα, το 1825, ο Διονύσιος προτάθηκε από τους δημογέροντες Ναυπλίου ως ηγούμενος, ο Διοικητής του Ναυπλίου, στο σχετικό διοριστήριό του, γράφει τα έξης: «… διορίζεσαι ηγούμενος   εν τη ρηθείση μονή, ων εύελπις, ότι αξίως της υπολήψεώς την οποίαν οι επαρχιώται έχουν δείξει, θέλεις εκπληροίς τα χρέη της ηγουμενίας σου». Ο Διονύσιος, σε μεταγενέστερο έγγραφο απολογία του «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος», αναφέρει: «…κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου διωρίσθην ηγούμενος και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον».

Η πληροφορία αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του διοριστηρίου του, που εκδόθηκε το 1825. Η εκτίμηση των κατοίκων του Ναυπλίου (δημογερόντων) προς αυτόν προκύπτει και από όσα περιλαμβάνονται στην πρότασή τους, προς τον διοικητήν Ναυπλίου: «…ο Διονύσιος…», γράφουν, «εφάνη πάντοτε ευάρεστος εις όλους μας δια την ακριβή των χρεών του εκπλήρωσιν και διότι παλλάς τας προσθήκας εις όλας τας παρελθούσας ήδη δεινός περιστάσεις έχοντας άγρυπνον το μονύδριον τούτο εις την επαρχίαν μας εις αυτού δε διαφυλάξαμεν όλην την ατομικήν μας ύπαρξιν, αυτού εφυλάξαμεν από την άγρυπνον επιτήρησιν του Καθηγουμένου Διονυσίου…».

Πληροφορίες για την προσφορά της μονής στον Αγώνα αντλούμε και από τον περιηγητή Captain Amhercromby Trant, ο οποίος παρέχει την είδηση ότι οι καλόγηροι, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είχαν εξοπλισθεί, πήραν πενήντα Αλβανούς επί πληρωμή και κατόρθωσαν τρεις φορές να αποκρούσουν τις επιθέσεις των αποσπασμάτων του τουρκικού στρατού.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Στην πολιορκία του Ναυπλίου είχαν πάρει μέρος και οι Φιλέλληνες, κυρίως Γερμανοί, που είχαν σωθεί μετά τη μάχη του Πέτα και είχαν αποβιβαστεί, 200 περίπου, στο Λουτράκι. Από εκεί πήγαν στην Κόρινθο, στην Πιάδα και στο Λυγουριό και κατόπιν «τοποθετήθηκαν στο Ξηροκάστελλο και στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου». Κατά το Φωτάκο, «ανέλαβον να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέρα», Και συνεχίζει: «Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί έναν περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον». Οι Φιλέλληνες δεν είχαν επαρκή μέσα τροφοδοσίας, και όπως αναφέρεται σε σχετικό ανέκδοτο έγγραφο, πωλούσαν «πετσιά» (δέρματα) στους μοναχούς και τα αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα.

Κατά τον Ιούλιο του 1822, ο Δράμαλης προελαύνει ανενόχλητα προς το Ναύπλιο, καίοντας και λεηλατώντας το Άργος και τα γύρω χωριά. Δεν ξέρομε κατά πόσο έφθασε στη μονή. Ξέρoμε όμως ότι ή παντελής έλλειψη τροφίμων ανάγκασε τους Έλληνες στρατιώτες να καταφύγουν στη μονή για την κάλυψη των αναγκών τους. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1824, η μονή δοκιμάσθηκε.

Κοντά στο χωριό Δαλαμανάρα ο Νικηταράς και ο Πλαπούτας ενώθηκαν με τον Π. Κολοκοτρώνη και το Τζόκρη, με σκοπό να διαλύσουν την πολιορκία του Ναυπλίου, και κατά την πολύνεκρη σύγκρουση κοντά στην Τίρυνθα (Κούτσι) μεταξύ «Κυβερνητικών και ανταρτών», η μονή Ξηροκαστελλίου λεηλατήθηκε από στρατιώτες.

Πολύτιμη είναι η πληροφορία του Γεωργίου Κουντουριώτη, σε επιστολή του με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1824, προς τον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη, στην Ύδρα, κατά την οποία, οι Ποριώτες που είχαν έλθει στην Πελοπόννησο στρατοπέδευσαν στη μονή Καρακαλά:

«…Οι Κρανιδιώται καταβάντες εις την Άρειαν, δια να την καταλάβωσι προς παλιορκίαν του Ναυπλίου δια ξηράς, εύρον εν αυτή μερικούς στρατιώτας του Πάνου Κολοκοτρώνη και βιάσαντες δια των όπλων κατεδίωξαν αυτούς, ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης ακούσας τον ήχον των τουφεκίων εξήλθεν του φρουρίου πανστρατιά κατά των Κρανιδιωτών, οι δε Κρανιδιώται αντεστάθηκαν  γενναίως εις την ορμήν του πολεμήσαντες δύο ώρας. Οι Ποριώται διοικούμενοι από τον Χριστόδουλον του Μερτίκα, όντες στρατοπεδευμένοι εις εν μονύδριον ονομαζόμενον Καρακαλάς, ακούσαντες τον πόλεμον, έτρεξαν προς βοήθειαν των Κρανιδιωτών, και ενωθέντες έτρεψαν εις φυγήν τον Πάνον Κολοκοτρώνην εμβάσαντες δις εις το φρούριον και φονεύσαντες από τούς στρατιώτας του ένα και πληγώσαντες τρεις…».

Στη συνέχεια αναφέρει ο Γ. Κουντουριώτης τα έξης; «Ο Πάνος λοιπόν μη δυνάμενος να ανθέξη εις τους Κρανιδιώτας και Ποριώτας και να τους απομακρύνη από το φρούριον, ήρχισε τα κανόνια από το Παλαμήδι και την πάλιν, ρίψας περίπου των τεσσαράκοντα και ούτως τους, απεμάκρυνεν του φρουρίου και κατέλαβον την θέσιν των την Άρειαν…».  Η πληροφορία για τη στρατοπέδευση στη μονή των Ποριωτών, των οποίων ο αριθμός μας είναι άγνωστος, αλλά ασφαλώς θα ήταν υπολογίσιμος, αφ’ ενός αποτελεί πρόσθετη είδηση για τον εμφύλιο, αφετέρου ενισχύει την άποψη για τη στρατηγική Θέση της μονής.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Κατά την εισβολή των Αιγυπτιωτών του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η μονή Ξηροκαστελλίου, συνέβαλε στον εφοδιασμό των Ελλήνων αγωνιστών στο Μεσσηνιακό κόλπο με τρόφιμα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Παραδόξως όμως οι πηγές σιωπούν γενικά για τη μονή αυτή την περίοδο, αν μάλιστα λάβομε υπ’ όψη ότι η περιοχή του Ναυπλίου είχε παραμείνει στα χέρια των Ελλήνων. Από μεταγενέστερα έγγραφα προκύπτει ότι συμμετείχε στον Αγώνα και ο κατά το 1832 διορισθείς ως ηγούμενος της μονής Αμφιλόχιος, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά οι μάχες στις οποίες συμμετείχε.

Ο ίδιος σε έγγραφό του που απευθύνει «προς την Σεβαστήν Επιτροπήν της Ελλάδος»  αναφέρει τα εξής: «Ο υποφαινόμενος διωρίσθην δυνάμει του εγκλειομένου υπ’ αριθ. 2368 διατάγματος, ηγούμενος του εν τη επαρχία Ναυπλίου κειμένου Ιερού Μοναστηρίου του Ξηροκαστελλίου. Επειδή δε σκοπεύω ήδη να μεταβώ εις το χρέος μου, παρακαλώ να επικυρωθή και παρά της Σεβαστής Eπιτροπής το έγγραφον του διορισμού μου, και ελπίζω η αποκατάστασίς μου ν’ αποβή επωφελής και προς το Ιερόν εκείνο Μοναστήριον και προς το Εθνικόν ταμείον, εν ω παραμυθούμαι  αναλόγως του επαγγέλματός μου και αυτών που υπέφερον υπέρ της ελευθερίας αγώνων…».

Οι πηγές μας πληροφορούν πάλι για τη μονή κατά  το 1829, όπως ήδη έχομε αναφέρει, όταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία χρήσιμα για τη βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όρισε με το από 22 Ιανουαρίου 1828 Ψήφισμα, Εκκλησιαστική Επιτροπή. Κατά την περιοδεία του, το πρώτο κλιμάκιο της παραπάνω Επιτροπής επέλεξε τη μονή Ξηροκαστελλίου ως επίκαιρο σταθμό, από όπου προβαίνει σε ενέργειες κ α τ ά την 6η Φεβρουαρίου 1829 για τη διευθέτηση διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων.

Μετά το θάνατο του Αμφιλοχίου, το Διοικητήριο Ναυπλίας διατάζει την καταγραφή της περιουσίας της μονής, καθιστώντας υπεύθυνο για την διευθέτηση του όλου θέματος το στρατηγό Τζόκρη ο οποίος υπήρξε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμπολεμιστής με τους ηγουμένους και μοναχούς της, μονής. Παράλληλα ορίζεται από την Πολιτεία Επιτροπή για την καταγραφή της περιουσίας της.

Το 1833, η δημοσιονομική κατάσταση, που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία, φθάνοντας στην Ελλάδα, ήταν αποκαρδιωτική. Τα οικονομικά της χώρας είχαν υποστεί ανεπανόρθωτα πλήγματα, μέσα στη σύγχυση και το χάος που επικράτησε το 1832, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Τόσο από πλευράς οικονομίας όσο και διοίκησης, η ανεπάρκεια ήταν εμφανής. Το χάος που επικρατούσε γενικότερα στην ελληνική ζωή χαρακτήριζε και την κατάσταση της Εκκλησίας και κατά συνέπεια των μοναστηριών.

Τα μοναστήρια είχαν αποδυναμωθεί και λόγω της συμμετοχής μοναχών στον Αγώνα και λόγω της οικονομικής ενίσχυσης προς τα στρατιωτικά σώματα. Το ίδιο συνέβη και με τη μονή Ξηροκαστελλίου. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ένα κολοβό έγγραφο σε γαλλική γλώσσα της 9ης Μαρτίου 1833 με το οποίο εντεταλμένος της Πολιτείας ενημερώνει τον Όθωνα δια της Αντιβασιλείας, ότι ο ηγούμενος Αμφιλόχιος, που διορίσθηκε τον Μάιο του 1832, βρήκε το μοναστήρι εκτεθειμένο στη μανία των ατάκτων στρατευμάτων και εξ ολοκλήρου λεηλατημένο.

Ο παραπάνω εντεταλμένος, προκειμένου να προφυλάξει τη μονή από την πλήρη ερείπωση, παρακάλεσε το διοικητή Ναυπλίας να φροντίσει για την καταγραφή των περιουσιακών της στοιχείων. H καταγραφή απέδειξε διασπάθιση της περιουσίας της από τον προηγούμενο Διονύσιο Μπεβάρδο και τους συμμοναστές του και προτείνεται ο διορισμός ικανού ηγουμένου και συγκεκριμένα του Ιωάσαφ Βυζαντίου, γνωστού για το «χρηστόν του ήθος».

Με άλλο έγγραφο του ίδιου, πάλι γραμμένο ατή Γαλλική γλώσσα, ο αρμόδιος που ερεύνησε τα σχετικά με τη μονή πράγματα, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς είκοσι επτά κατοίκων του Ναυπλίου, που με αναφορά τους ικετεύουν το βασιλιά να αφήσει ηγούμενο τον ιερομόναχο Διονύσιο, αντί του Ιωάσαφ Βυζαντίου, εξαίροντας τα προσόντα του και την εθνική του προσφορά, επισημαίνει ότι ο ηγούμενος Διονύσιος κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του, των πέντε συνεχών ετών, παραμέλησε την περιουσία της μονής, άφησε την εκκλησία να ερειπωθεί, και άφησε τις κυψέλες, που αποτελούσαν ένα από τα κύρια εισοδήματά της, να καταστραφούν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι γι’ αυτό το λόγο η προηγούμενη Κυβέρνηση τον αντικατέστησε με τον Αμφιλόχιο, που πέθανε τέσσερις μήνες μετά το διορισμό του.

Επωφελούμενος ο Διονύσιος επανάκτησε την ηγουμενία αυτοβούλως, ισχυριζόμενος ότι η έκρυθμη κατάσταση της μονής οφειλόταν σε στρατιώτες και παρέσυρε τους κατοίκους της περιοχής με το μέρος του. Πρότεινε επίσης ο εντεταλμένος της Πολιτείας, επειδή παρόμοιες καταχρήσεις έχουν γίνει σε πολλά μοναστήρια, να απευθύνουν εγκύκλιο προς επισκόπους, αρχιεπισκόπους και τοπικούς διοικητές, τονίζοντας ότι κάθε μελλοντική παρόμοια κατάχρηση θα τιμωρείται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού θα βρίσκονται υπό την προστασίαν του βασιλέως, θα καθιστούν δε υπεύθυνο για την τήρηση της εγκυκλίου τον Υπουργό Θρησκευμάτων.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο Όθων μετά την πρόταση αυτή διορίζει ηγούμενο τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, εφιστώντας την προσοχή του για τη διαφύλαξη της περιουσίας της μονής, κινητής και ακίνητης, προτρέποντάς τον συγχρόνως σε επαγρύπνηση για τη βελτίωσή της, την ακριβή τήρηση των μοναστικών κανόνων, την εμμελή διαγωγή των μονα­ζόντων, κ.ά..

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Πολιτεία διόρισε ως ηγούμενο στη μονή τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, άνδρα λόγιο, διδάσκαλο, ιεροκήρυκα, απόστολο της Φιλικής Εταιρείας και αργότερα Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Θρησκείας, προκειμένου να φροντίσει για την εύρυθμη λειτουργία της. Για τη ζωή και το έργο του Ιωάσαφ Βυζαντίου υπάρχει τεράστιο αρχειακό υλικό, ανέκδοτο και εκδεδομένο. Κατά την παραμονή του ως ηγουμένου στη μονή Καρακαλά, ο Ιωάσαφ κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης και ευρυθμίας της, καθώς επίσης και την τακτοποίηση και βελτίωση των οικονομικών της, όπως επιβεβαιώνεται από το Κατάστιχο του 1833, το οποίο συνέταξε κατά τρόπο συστηματικό ο ίδιος, όπως προαναφέραμε.

Αναλώθηκε στη διακονία της μονής Ξηροκαστελλίου, όπως επισημαίνεται σε ανέκδοτο έγγραφό του:«…εγκατέλειψα τα συνήθη και σύντροφα επιτηδεύματά μου, την τριακονταετή διατριβήν μου εις τα σχολεία και άμβωνας και εζημειώθην από το διδασκαλικόν μου επάγγελμα περίπου 40 δίστηλα κατά μήνα ασχολούμενος με κουβέλια, άροτρα κ.λ π.».

Στη μονή Ξηροκαστελλίου βρισκόταν κατά την περίοδο της ηγουμενίας του Ιωάσαφ, μεγάλη ποσότητα πολεμοφοδίων: «δύο βαρέλια με πυρίτιδα, οκάδων 81, εν κιβώτιον πλήρες φυσέκια, οκάδον 45. Εν βαρέλιον μέ μολύβδινους σφαίρας οκάδες 37 και εν κιβώτιον εισέτι με εξήκοντα δεσμίδας (ντεσέδες) φυσέκια, τα οποία ο Κύριος Δημ. Τζόκρης έχει εκεί ενατοποθετειμένα από  την παρελθούσαν εποχήν περί ων κατά προφορικήν διαταγήν της Γραμματείας αυτής αποστείλαντες δύο Διοικητικάς υπηρεσίας να τα διαφυλάττωσιν…».

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους αναφέρεται: «….όλα ταύτα ως η ποιότης των και η κατάστασίς των είναι εντελώς εκ των Ευρωπαϊκών πολεμοφοδίων. Την πυρίτιδα, φυσέκια και μολυβόβουλα έφερε ο στρατηγός Τζόκρης από την Επίδαυρον…. Δεν αναφέρεται στο Έγγραφο ο ακριβής χρόνος μεταφοράς των παραπάνω πολεμοφοδίων, ούτε για ποιο λόγο μεταφέρθηκαν. Μνημονεύεται μόνο ότι βρίσκονταν στη μονή από την «παρελθούσαν εποχήν» και λίγο αργότερα με διαταγή της Αντιβασιλείας παραδίδονται σε αρμόδιο  απεσταλμένο και μεταφέρονται στο οπλοστάσιο Ναυπλίου, όπως μαρτυρείται και από επιστολή του Ιωάσαφ προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν», κατά την οποία παρέδωσε τα πολεμοφόδια στον Ιωάννη Αντωνιάδη, ανθυπολοχαγό του πυροβολικού. Εκτός των παραπάνω όπλων και πολεμοφοδίων υπήρχαν στη μονή σύμφωνα με άλλες καταγραφές που έγιναν κατά καιρούς και τρία τουφέκια και μια κουμπούρα.

Κατά τη χαώδη περίοδο που επικράτησε μετά από τη δολοφονία του Καποδίστρια, δοκιμάστηκε η μονή ποικιλοτρόπως όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε ανέκδοτο έγγραφο του «προηγουμένου» της μονής Διονυσίου Μπεβάρδου προς τον «Καθηγούμενον Ιωάσαφ Βυζάντιον», αναφέρεται ότι «…οι Ρουμελιώται εις όλην την επαρχίαν μπουλούκια και όσοι έφθαναν, άρπαζαν όλοι με τη βίαν, εγώ μήτε άρματα είχα, μήτε ημπορούσα να κάμω τίποτε, μόνον εκοιτάξαμεν όλοι να γλυτώσωμεν την ζωήν μας καθώς και όλος ο κόσμος χωριστά έτρωγαν και πουλούσαν εκείνοι, και χωριστά οι στρατιώται του Τζόκρη εις το μοναστήρι».

Σημειώνει επίσης ότι: «…τόσοι στρατιώται μέσα εις το μοναστήρι του Τζόκρη και του Καλλέργη δεν άφησαν τίποτε, μήτε γέννημα, μήτε λάδι, μήτε σάλιο στο στόμα…». Η παραπάνω πληροφορία του ηγουμένου επιβεβαιώνεται και από όσα αναφέρει σε έγγραφό του ο Διοικητής Ναυπλίας Σ. Αλεξόπουλος: «…η μονή εδοκίμασεν ζημίας απείρους από τους Δ. Τζόκρην και Δ. Καλλέργην, τροφοδοτουμένων ολοκλήρους μήνας εκεί και παρακολουθούντων αυτούς στρατιωτών…».

Ας σημειωθεί επίσης, ότι η μονή υπήρξε τόπος εκλογής των δημογερόντων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέσαμε, η παρουσία της μονής σε κρίσιμες στιγμές του Αγώνα υπήρξε σημαντική παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο αυτήν.

Οι μοναχοί της έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις καθοριστικές για την πορεία της Επανάστασης (πολιορκία Ναυπλίου, μάχη στο Κατόγλι κ.ά.) και από τα πολεμοφόδια που είχαν αποθηκευθεί σε ειδικούς χώρους της, υπήρξε δυνατή η ενίσχυση των αγωνιστών της περιοχής σε κρίσιμες ώρες.

Υπήρξε, λόγω της καίριας θέσης της, τόπος ανάσχεσης τουρκικών επιθέσεων, αλλά και στρατωνισμού ανδρών, ελλήνων και Φιλελλήνων. Λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και δοκιμάστηκε, από την εισβολή των Ρουμελιωτών στην  Πελοπόννησο κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μετά την απελευθέρωση, συνέχισε την πνευματική και κοινωνική της δραστηριότητα, που την κατατάσσει σε ένα από τα από αξιόλογα μοναστικά κέντρα στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.

 

Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία

 

Πηγή


Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »