Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας’

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Εθνεγερσία του Μάρτη 1821: Τρεις Επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα – Στέλιου Αλειφαντή & Σέργιου Ζαμπούρα


 

Το 1901 ο Δ. Γρ. Καμπούρογλου εξέδωσε, με δική του εισαγωγή και σχολιασμό («Εισαγωγικά Μελετήματα»), το «Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα», το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είχε ο ίδιος εντοπίσει ένα χρόνο νωρίτερα, καταχωνιασμένο στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης όπου και εργαζόταν ως επιμελητής. Το πλούσιο και πολύτιμο αυτό υλικό περιλαμβάνει τρείς επιστολές, [1] που ο Ιωάννης Καποδίστριας έγραψε προς τον συμπατριώτη του, επτανήσιο Διονύσιο Ρώμα, τον χειμώνα και την άνοιξη του 1821. Κομιστές των επιστολών ήταν έμπιστοι άνθρωποι του Καποδίστρια, οι Σπυρίδωνας Ναράντζης, Πρόξενος της Ρωσίας στη Βενετία και ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, διερμηνέας του ρωσικού Προξενείου στη Πάτρα. Την περίοδο εκείνη, ο Καποδίστριας, γραμματέας επικρατείας (υπουργός) επί των Εξωτερικών του αυτοκράτορα/τσάρου της Ρωσίας Αλέξανδρου, βρισκόταν στο Laibach (σημερινή Ljubljana της Σλοβενίας), όπου λάμβανε χώρα μία από τις διπλωματικές Διασκέψεις των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Ρώμας, παλαιός πολιτικός του συνεργάτης από το 1803 [2] στην «Επτάνησο Πολιτεία» (1800-1807), ήταν αυτοεξόριστος στην Βενετία, διεξάγοντας αγώνα ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλλει στα Επτάνησα (1816-1823) ο άγγλος ύπατος αρμοστής, λόρδος Thomas Maitland.

Η μελέτη των συγκεκριμένων επιστολών και άλλων συναφών υπομνημάτων είναι εξόχως διαφωτιστική, αποκαλυπτική θα μπορούσε κανείς να πει, για την πραγματική στάση, τον αποφασιστικό ή και, τολμούμε να υποθέσουμε, ηγετικό ρόλο του, κατά μία έκφραση χαρακτηριστική για τις δυτικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις, «διαβόητου» («infamous» [3]) Ιωάννη Καποδίστρια, στην Επανάσταση του Μάρτη 1821 και, ειδικότερα, στην προετοιμασία της έκρηξής της. Καθιστούν, κατά την άποψή μας, σαφές και προφανές, τα κείμενα αυτά, ότι η συμβολή του Καποδίστρια, δεν περιοριζόταν στην, εν πολλοίς αποτελεσματική, διπλωματική αποτροπή της επαπειλούμενης συλλογικής ευρωπαϊκής καταδίκης της, ή και του κινδύνου η «Ιερά Συμμαχία» να συνέδραμε στρατιωτικά, όσο και διπλωματικά, τους Οθωμανούς στην προσπάθειά τους να καταπνίξουν στο αίμα την επανάσταση. [4] Τα υπομνήματα και οι επιστολές του ανθρώπου, παρέχουν ισχυρά τεκμήρια, ότι, στη πραγματικότητα, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν ένας  αμέτοχος διπλωματικός παρατηρητής, αλλά ένας ένθερμος υπέρμαχος ελληνικού ξεσηκωμού, άριστος γνώστης και μέτοχος όχι μόνο των διπλωματικών διεργασιών αλλά και των προεπαναστατικών διεργασιών που οδήγησαν στην ένδοξη εκείνη άνοιξη του 1821. Σε μερικά από τα τεκμήρια ή τις ενδείξεις αυτές, εστιάζουμε εδώ την προσοχή μας.

 

Η ευρωπαϊκή πολιτικο-διπλωματική συγκυρία

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Προτού ασχοληθούμε με τις προς Ρώμα επιστολές, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ορισμένα ειδοποιά χαρακτηριστικά ή βασικές τάσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων της εποχής. Ήταν μια εποχή, κατά την οποία οι απανωτές επαναστατικές εκρήξεις φιλελεύθερων και εθνικών κινημάτων, στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και στις χώρες υπό τον οθωμανικό ζυγό, καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή έως αδύνατη την μετα-ναπολεόντεια «Συννενόηση των Δυνάμεων» (Concert of Powers) – Αγγλίας, Αυστρίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Πρωσίας. [5]

Η αναζωογόνηση της «Συμμαχίας» αυτής, ήταν βασική επιδίωξη του ρώσου τσάρου Αλέξανδρου στις διπλωματικές Διασκέψεις που με δική του πρωτοβουλία συνεκάλεσε στο Troppau (Φθινόπωρο 1820) και το Laibach (Ιανουάριος-Μάιος 1821). Στη πράξη, ωστόσο, οι Διασκέψεις αυτές, στις οποίες η Αγγλία και η Γαλλία απέστειλαν μόνον παρατηρητές, ήταν συνάξεις της «Ιεράς Συμμαχίας» (Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας) και εξυπηρετούσαν τελικά μόνο τις επιδιώξεις του αυστριακού Υπουργού Εξωτερικών, Μέττερνιχ: Την αναγωγή, δηλαδή, της βίαιης καταστολής των επαναστατικών κινημάτων σε θεμελιώδη «αρχή» της ευρωπαϊκής διπλωματίας («Πρωτόκολλο Troppau», Νοέμβριος 1820) και την ευρύτερη ευρωπαϊκή αποδοχή τετελεσμένων, όπως η καταστολή του κινήματος των καρμπονάρων στο ιταλικό Βασίλειο της Νεάπολης, τον Ιανουάριο του 1821.

Η, παρά τις επίπονες προσπάθειες του Καποδίστρια, ρυμούλκηση του τσάρου στην αυστριακή πολιτική, υπήρξε πρόσκαιρη μόνο επιτυχία του Μέττερνιχ, από τον οποίο είχε εγκαίρως φροντίσει να αποστασιοποιηθεί ο κατά τα άλλα ιδεολογικά συγγενής του, συντηρητικός Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, λόρδος Castlereagh.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Η εμμονή του Μέττερνιχ «να γενικεύσει» την αρχή των επεμβάσεων, έγραφε ο Castlereagh, ήδη τον Μάιο του 1820, «και να την καταστήσει σύστημα [διεθνών σχέσεων] ή να την επιβάλλει ως υποχρέωση [των ευρωπαϊκών Δυνάμεων], είναι ένα σχέδιο απολύτως ανεφάρμοστο και ανάρμοστο» (“… a Scheme utterly impracticable and objectionable…”). [6] Τον Νοέμβριο 1820, απέστειλε οδηγίες προς όλες τις αγγλικές πρεσβείες, γιά αποχή από κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευση, επί τη βάσει της «αρχής» της ένοπλης επέμβασης τους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Όπως διείδε ο Καποδίστριας, ήταν οι οδηγίες αυτές του Castlereagh που σηματοδότησαν την διάλυση, ουσιαστικά, της μεταναπολεόντιας «ευρωπαϊκής συμμαχίας όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στο Αάχεν».[7] Εφεξής, οι συννενοήσεις θά γίνονταν ανάλογα με την περίσταση, ad hoc, μεταξύ δύο ή περισσότερων δυνάμεων. Ακριβώς σ’ αυτό το πλαίσιο συνεννοήσεων, ο διάδοχος του Castlereagh, George Canning, θα επιφέρει λίγο αργότερα  το τελειωτικό χτύπημα στον Μέττερνιχ και στο «μαλακό υπογάστριο» της «Ιεράς Συμμαχίας»: Το «ελληνικό ζήτημα», που κατέστη βάση μιας μερικής αγγλο-ρωσικής επαναπροσέγγισης δια της οποίας επήλθε ο απεγκλωβισμός της Ρωσίας από την πολιτική Μέττερνιχ. Από αγγλική σκοπιά, βέβαια, η«κονιορτοποίηση» της Ιεράς Συμμαχίας διά της «λύσης» του «ελληνικού ζητήματος»,  μέσα από ένα νέο ρωσο-τουρκικό πόλεμο, που, όμως, δεν θα κατέληγε σε ρωσικό έλεγχο των Στενών, συνιστούσε έναν άλυτο ακόμα γρίφο της περίτεχνης διπλωματίας του Canning. [8]

Εν μέσω αυτών των ευρωπαϊκών πολιτικο-διπλωματικών διεργασιών, ο μέχρι πρότινος Στρατηγός του αυτοκρατορικού ρωσικού στρατού, ο Εθνεγέρτης της νεώτερης Ελλάδας, πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, κήρυξε στις 24 Φεβρουαρίου 1821, από το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, την Επανάσταση, σπέρνοντας τον πανικό στην Υψηλή Πύλη και όχι μόνο, με τον ισχυρισμό του ότι οι Έλληνες σύντομα θα έβλεπαν και μία «Κραταιά Δύναμη» να «υπερασπίζεται τα Δίκαιά» τους. Είκοσι μέρες αργότερα ξεσπούσε η Επανάσταση και στον Μοριά.

 

Καποδίστριας και Υψηλάντης

 

Όπως σημειώνει ο Καποδίστριας στο γνωστό υπόμνημά του 1826 προς τον διάδοχο του Αλέξανδρου, τσάρο Νικόλαο, ένα επίσημο διπλωματικό έγγραφο που ορισμένοι, εσφαλμένα, θεώρησαν «αυτοβιογραφία», ο Αλέξανδρος δεν δίστασε να αποκηρύξει «το εγκληματικό κίνημα των Εταιριστών όπως, επίσης και να καταδικάσει τις πράξεις του πρίγκιπα Υψηλάντη». Για να προσθέσει, ο Καποδίστριας, ευθύς αμέσως: «…Όμως, ούτε η έντονη αποδοκιμασία ούτε και όποια άλλη ενέργεια θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία της επανάστασης…».

Ο Καποδίστριας, ούτε τότε, ούτε αργότερα, θέλησε να μιλήσει ανοικτά και με σαφήνεια «περί του Υψηλάντη, περί της Εταιρείας του και του τρόπου με τον οποίον ήρχισεν η Επανάστασις». [9] Επέμεινε, βέβαια, στο ότι «ποτέ» ο ίδιος «δεν ενέκρινε το επιχείρημα του Υψηλάντη» και «την αναρχίαν και κακοήθειαν των οπαδών του». [10] Τι ακριβώς δεν ενέκρινε, ωστόσο; Όχι, βεβαίως, «το μέγα και γιγαντιαίον της ελευθερίας μας επιχείρημα», αλλά «τον τρόπον με τον οποίον ήρχισε… χωρίς όπλα, χωρίς πολεμικάς έξεις, χωρίς επιστήμονας στρατιωτικούς, χωρίς χρήματα, και το χειρότερον γέμοντες από τα ελαττώματα πολλών αιώνων δουλείας…». [11] Το μυστήριο της συνεργασίας ή διαφωνίας Υψηλάντη-Καποδίστρια δεν επιλύεται ούτε από τα όσα ο Υψηλάντης φέρεται να είχε εκμυστηρευθεί σε δικούς του ανθρώπους, ότι δηλαδή ο ίδιος είχε έγκαιρα και διεξοδικά ενημερώσει τον Καποδίστρια για το όλο εγχείρημα, τον Μάϊο ή Ιούνιο 1820, ότι ο Καποδίστριας «επεδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού του φίλου, που ήθελε να θυσιάσει την ζωή του για την ευτυχία της πατρίδας του» και ότι, ακόμα, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε την προς τα έξω προβολή και καλλιέργεια της εντύπωσης ότι ο τσάρος ευνοούσε και υποστήριζε τα επαναστατικά σχέδια. [12] Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο Αλέξανδρος γνώριζε για την υπόθεση πολύ λιγότερα πράγματα απ’ όσα γνώριζε ο Καποδίστριας. [13]

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Στο υπόμνημα του 1826, ο Καποδίστριας αναφέρεται σε μία παλαιότερη συνομιλία του με τον Υψηλάντη, τον χειμώνα του 1819-1820 στην Πετρούπολη, όπου όταν ο στρατηγός τον ερώτησε απεγνωσμένα «Και οι ΄Ελληνες τι θα απογίνουν; Οι Τούρκοι σφάζουν και η Ευρώπη δεν προτίθεται να κάνει το παραμικρό!», ο Καποδίστριας, τον συμβούλευσε μεν ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να έχουν την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσαν ποτέ να «… εξαναγκάσουν τον [ρώσο] αυτοκράτορα να αναλάβει δράση…», αφού, ωστόσο, προηγουμένως, υπογράμμισε και τα εξής: «Όσοι Έλληνες διαθέτουν όπλα θα συνεχίσουν να αντιστέκονται στα βουνά, όπως κάνουν εδώ και αιώνες. Αν στον επικείμενο πόλεμο με τον Αλή Πασά καταφέρουν να κρατήσουν το Σούλι και άλλα τέτοια οχυρά, τότε η αντίστασή τους θα είναι μακρά. Από αυτή την θέση, την κάπως ευνοϊκή, δεν θα χρειάζεται να περιμένουν οτιδήποτε από την Ευρώπη. Αν πάλι ο χρόνος και οι εξελίξεις μεταβάλουν την υφιστάμενη κατάσταση, τότε ίσως οι νέες περιστάσεις να είναι καλύτερες για τους Έλληνες…». [14] Ο Καποδίστριας ανέπτυσσε εδώ την πρόβλεψη, εκτίμηση, ή θέση ότι οι έλληνες επαναστάτες θα συνέχιζαν την ένοπλη αντίσταση, δημιουργώντας, όπως επί γενιές ολόκληρες εδίδασκαν η Μάνη και το Σούλι, εδαφικά τετελεσμένα. Επρόκειτο για μία πολιτική θέση η οποία, σε διεθνές επίπεδο, εναρμονιζόταν με την παραδοσιακή ρωσική στάση ενθάρρυνσης των επαναστατικών θυλάκων, ως ερεισμάτων που η Ρωσία θα μπορούσε κατά βούληση να αξιοποιήσει εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το κρίσιμο στοιχείο της τοποθέτησης αυτής του Καποδίστρια, ωστόσο, έγκειτο στην εθνική, πρωτίστως, υπόστασή της, στην πεποίθησή του, δηλαδή, ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις και να μην εξαρτάται από έξωθεν υποκίνηση ή στήριξη. [15] Παρά την επίσημη θέση του και παρά τις με κάθε ευκαιρία επίσημες διαβεβαιώσεις του ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την Εταιρία των Φιλικών, ο Καποδίστριας φαίνεται εδώ να σκέφτεται και να ομιλεί περισσότερο σαν Φιλικός και λιγότερο σαν Υπουργός του ρώσου Αυτοκράτορα. Όπως δε έχει επισημάνει ο Γκριγκόρι ΄Αρς, « όλα τα γεγονότα συνηγορούν στο ότι όλες οι πράξεις της ελληνικής επαναστατικής οργάνωσης είχαν σκοπό την εθνική απελευθέρωση του ελληνικού λαού. Μεταξύ των επιδιώξεών της και των πολιτικών στόχων της τσαρικής κυβέρνησης υπήρχε πάντα μεγάλο ρήγμα, εάν όχι πραγματικό χάσμα» [16].

 

Οι προς Ρώμα Επιστολές

 

Ας έλθουμε όμως τώρα, στις προς Ρώμα επιστολές. Στην πρώτη επιστολή με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου (5 Φεβρουαρίου) 1821, o Καποδίστριας, όντας ήδη παραλήπτης αρκετών επιστολών του Ρώμα, φαίνεται ότι κρίνει απαραίτητο να τον προϊδεάσει σχετικά με τις επικείμενες επαναστατικές εξελίξεις. Τον διαβεβαιώνει ότι η μεγάλη καθυστέρηση της απάντησής του, οφείλεται αποκλειστικά στις βεβαρημένες υποχρεώσεις του και σπεύδει να τονίσει ότι, όπως θα εξηγήσει στον Ρώμα και διά ζώσης ο Ναράντζης, «μοι είναι αδύνατον να παρακολουθώ τας λεπτομέρειας ιδιαιτέρας αλληλογραφίας».

Δεν είναι γνωστό το περιεχόμενο των επιστολών Ρώμα, στις οποίες αναφέρεται ο Καποδίστριας, ωστόσο στους μήνες που προηγήθηκαν επικρατούσε οργασμός προ-επαναστατικών δραστηριοτήτων της Εταιρίας των Φιλικών στον Μοριά όπου το μέγα ζήτημα προβληματισμού ήταν ο χρόνος και ο τόπος έναρξης της επανάστασης. Ήδη τον Αύγουστο του 1820, επιστρέφοντας από προηγηθείσα επαφή του με τον Καποδίστρια, ο Φιλικός Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, διερμηνέας στο ρωσικό προξενείο της Πάτρας, συνάντησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Οδησσό και του μετέφερε την άποψη των πελοποννήσιων προεστών, ότι για να προλάβουν τις οθωμανικές προετοιμασίες καταστολής της, έπρεπε να επισπευτεί η έκρηξη της επανάστασης και ότι τούτο να γίνει όχι στον Μοριά αλλά στις Ηγεμονίες, ως αντιπερισπασμός αλλά και για να δημιουργηθεί ευκαιρία ρωσικής επέμβασης.[17] Τον Οκτώβριο 1820, για την στρατιωτική προπαρασκευή του Αγώνα, ο Αλ. Υψηλάντης έστειλε τον Περραιβό και τον Παπαφλέσσα στη Πελοπόννησο. 

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

Ο Ρώμας, όντας έφορος της Εταιρίας των Φιλικών στην Ζάκυνθο σε στενή επικοινωνία με τον Μοριά, θα γνώριζε αυτές τις διεργασίες και είναι εύλογο  να υποθέσουμε ότι ζητούσε τις απόψεις του Καποδίστρια γι’ αυτές. Ο Καποδίστριας τον παρέπεμψε στον «κύριο Κόμη Συγούρο» που «θα σας είπη, όσα τω έγραψα σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος μας», πληροφορώντας τον ότι και ένας ακόμα έμπιστός του «ο Ναράντζης θα συμμετάσχη της συνδιαλέξεώς σας».  Δεν γνωρίζουμε τι συγκεκριμένα είχε γράψει ο Καποδίστριας στον Συγούρο και τι ο τελευταίος μετέφερε στον Ρώμα «σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος».  Όμως σ’ αυτήν την πρώτη επιστολή ο Καποδίστριας ενθαρρύνει τον Ρώμα και τον διαβεβαιώνει για την ανάγκη σταθερότητας στην εκπλήρωση του εθνικού σκοπού, για τον οποίο εργαζόταν ο Ρώμας όντας, ήδη από Απρίλιο 1819, μυημένος στην Εταιρία των Φιλικών από τον Αριστείδη Παππά.[18] Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο 1818, ο Παππάς, στη Κέρκυρα,  γνωρίζουμε ότι είχε μυήσει στην Εταιρία των Φιλικών τον Βιάρο Καποδίστρια, αδελφό του Ιωάννη.[19] Φιλικός – και μάλιστα Έφορος της Εταιρίας στην Κέρκυρα – να θυμίσουμε επίσης, ήταν και ο άλλος αδελφός, Αυγουστίνος Καποδίστριας.[20] Στα Επτάνησα, είχαν μυηθεί στην Εταιρία και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως και άλλοι μωραΐτες οπλαρχηγοί που, την άνοιξη του 1819, μετά από συνεννόηση Αυγουστίνου Καποδίστρια-Ρώμα, συναντήθηκε στην Κέρκυρα με τον Ιωάννη Καποδίστρια.[21] Στην επιστολή της 24ης Ιανουαρίου 1821, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε τον ζακύνθιο Φιλικό να έχει «Υπομονή, Εγκαρτέρησις και Θάρρος… Ας είμαστε σταθεροί εις την απόφασιν να εκπληρώσωμεν τα καθήκοντα ημών προς την Πατρίδα…»

Ο Καποδίστριας έγραψε την δεύτερη επιστολή του προς το Ρώμα, με ημερομηνία 6/18 Απριλίου 1821, αφού έχει ξεσπάσει η Επανάσταση, στην Μολδοβλαχία, το Μοριά, από κοντά και στη Στερεά. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της προηγηθείσης επιστολής του Ρώμα. Ωστόσο από την απάντηση του Καποδίστρια και τις συσχετίσεις με τα συμβάντα της περιόδου μπορούμε να υποθέσουμε ότι, πιθανόν, ο Διονύσιος Ρώμας να ζητούσε νέα παρέμβαση του Καποδίστρια στον τσάρο υπέρ της επανάστασης, αλλά και ότι, επιπρόσθετα,   στην δική του επιστολή προέβαλε αντιρρήσεις που εξέφραζε κυρίως ο υπό τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο [22] κύκλος της Πίζας και Προεστοί για την ηγεσία Υψηλάντη.

Η ουσία των θέσεων που εξέφραζε τότε ο Ιγνάτιος και τις οποίες υιοθετούσε και ο Ρώμας, ήταν η πεποίθησή τους ότι απόλυτη και αναγκαία προϋπόθεση της επανάστασης ήταν η εξωτερική στήριξή της και ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να ξεκινήσει, τότε μόνο όταν αυτό θα επέτρεπαν και θα το επέβαλαν συμφέροντα και αποφάσεις Μεγάλων Δυνάμεων. [23] Η αντίληψη αυτή της διαρκούς αναζήτησης «προστάτιδων δυνάμεων», συγκρούονταν με την πραγματικότητα της διαφοροποίησης των επιδιώξεων των ελλήνων επαναστατών και των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Ωστόσο, στη περίπτωση του Ιγνάτιου, ή του Ρώμα, η πραγματικότητα δεν οδήγησε σε ουσιαστική αναθεώρηση της αντίληψης αυτής της διαρκούς αναζήτησης προστασίας, αλλά απλά και μόνο σε έναν, ούτως ειπείν, διεθνή αναπροσανατολισμό της εξάρτησης, από την Ρωσία στην Αγγλία, σ’ αντίθεση με τον Καποδίστρια που κράτησε αποστάσεις από την ρωσική διπλωματία. [24] 

Ο Καποδίστριας στην επιστολή εκδηλώνει εκνευρισμό για την στάση του Ρώμα. Τον επιπλήττει γιατί δεν αντιλαμβάνεται την θεσμική ιδιότητα του Καποδίστρια στη Πετρούπολη, εκθέτοντάς τον στα μάτια του τσάρου, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις Αλέξανδρου A’ και Καποδίστρια βρίσκονταν σε τεντωμένο σκοινί. Σε κάθε περίπτωση είναι κατηγορηματικός για να μην επιτρέψει την οιαδήποτε παρανόηση όχι απλώς του Ρώμα αλλά και στην αντίληψη του οιουδήποτε άλλου που ενδεχομένως θα διάβαζε την επιστολή: «… Ζητείτε, Κόμη μου, οδηγίας από εμέ. Από ποιον; Από εμέ ως ιδιώτην, ή από εμέ ως δημόσιον άνθρωπον; Δεν πρέπει να συγχέωνται αι δύο αυταί ιδιότητες. Είναι ολίγον εκείνο, το οποίον δύναμαι ως δημόσιος άνθρωπος, περί τούτου έχετε ήδη απόδειξιν. Δεν δύναμαι να πράξω περισσότερον. Εάν μοι ήτο δυνατόν, θα το έπραττον, χωρίς να παραστή ανάγκην ωθήσεων και προτροπών ουδαμόθεν. Το λέγω αυτό και περί μέλλοντος. Οσάκις δυνηθώ να ωφελήσω την κοινήν Πατρίδα, θα το πράξω με όλην μου την ψυχήν. Η υπόθεσις της Πατρίδος είναι και θα είναι πάντοτε υπόθεσις ιδική μου. Η ιερώτερα καθώς και η προσφιλέστερα πάσης άλλης».

Στην συνέχεια αυτής, ίσως της πιο αποκαλυπτικής επιστολής ο Καποδίστριας εξηγεί με σαφήνεια – … «ως ιδιώτης» – την πολιτική του θέση έναντι της ελληνικής εξέγερσης (οι υπογραμμίσεις δικές του): « η αναγέννησις και η αληθής ανεξαρτησία ενός λαού δεν δύναται να είναι, ειμή το μόνον και ίδιον έργον του. Η εξωτερική βοήθεια δύναται να την στερεώση, ουδέποτε να την δημιουργήση. Αι ημέτεραι Ιονικαί ατυχίαι καταδεικνύουν αρκετά την μεγάλην ταύτην αλήθειαν. Αν η ημετέρα ανεξαρτησία δεν προήρχετο εκ περιστάσεων αλλοτρίων και εξωτερικών, αι αλλότριαι και εξωτερικαί περιστάσεις δεν θα ήθελον μας την αρπάσει». Δύσκολα, πράγματι, θα μπορούσαμε να φανταστούμε περιεκτικότερη δήλωση των εθνικών ελληνικών προτεραιοτήτων του Καποδίστρια, σε μια εποχή που παρέμενε ακόμα στην υπηρεσία του ρώσου Αυτοκράτορα! Πρόκειται, κατά την άποψή μας, για ισχυρότατο τεκμήριο ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, όπως ορισμένοι θεωρούν και θέλουν να πιστεύουν, στην θεμελιώδη αντίληψη της Εταιρίας των Φιλικών υπέρ μιας αυτοδύναμης ελληνικής εξέγερσης. Αντίθετα, το 1821, ήταν ο Καποδίστριας που κατεξοχήν εξέφραζε ακριβώς αυτήν την επαναστατική θέση.

Περαιτέρω, είναι βεβαίως αξιοσημείωτο και επιβεβαιώνει τα ανωτέρω, το γεγονός ότι στην επιστολή αυτή, ο Καποδίστριας αντιπαρέρχεται την επιχειρηματολογία κύκλων που αντιπολιτεύονταν την ηγεσία Υψηλάντη, περί της αν-επάρκειας των μέσων για την διεξαγωγή του Αγώνα, και εστιάζει ευθέως στο ζήτημα της πολιτικής ενότητας των ηγετικών παραγόντων του Αγώνα. Με δεδομένη  πλέον την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης, ο Καποδίστρια θεωρεί το ζήτημα «περί επάρκειας των μέσων» προσχηματικό για την διεκδίκηση της ηγεσίας του Αγώνα. Επιμένει ότι το κρίσιμο πλέον ζήτημα δεν είναι ο χρόνος έναρξης της Επανάστασης αλλά το ζήτημα της συσπείρωσης όλων για την στρατιωτική επιτυχία της. Με ευθύτητα γράφει στον Ρώμα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Τώρα λοιπόν, αν εις την μεγάλην επιχείρησιν, περί ής πρόκειται, είναι επαρκή τα μέσα –αν η ενότης μεταξύ των ανθρώπων, οίτινες θα τα διαχειρισθούν, είναι αληθής, ειλικρινής και αδιάλυτος – έσται με την ευλογίαν του Θεού, και η υπόθεσις θα ευδοκιμησει. Οίαι δήποτε και να είναι αι δυσκολίαι θέλουσιν υπερπηδηθή. Εν εναντια περιπτώσει, θα ήτο βαρύτατον και ασυγχώρητον έγκλημα, το να εκτεθούν τόσα και τόσον πολύτιμα συμφέροντα, να οπισθοδρομήσουν τόσαι και τόσον ωραίαι ελπίδες, όπως επισύρωμεν επί της πατρίδος μας νέας έτι και σκληροτέρας πιέσεις».

Μερικές γραμμές παρακάτω, ο Καποδίστριας φαίνεται να θέτει  προσωπικά τον Ρώμα ενώπιον των ευθυνών του, καλώντας τον να επιλέξει τη στάση που τελικά θα κρατούσε:

«Αν λοιπόν αι γνώσεις, τας οποίας κατέχετε, σας επιτρέπουν να θεωρειτε ως δυνατήν την έκβασιν, αν πιστεύητε, ότι δύνασθε να συντελέσητε εις τούτο, μη αρμηθήτε την συνδρομήν σας. Εν προσωπον περισσότερον, και μάλιστα πρόσωπον οποίον είσθε σεις, δύναται να προσθέση πολύ εις την πλάστιγγα. Εν εναντία όμως περιπτώσει, μεταχειρίσθητε την επιβλητικότητά σας εις τρόπον, ώστε να επανελθη εκαστος εις την προτέραν αφάνειαν. Αύτη  μόνη δύναται να επιφυλάξη εις την Πατρίδα άνθρωπον τινα ικανόν να την υπηρετήση μιαν ημέραν».

Η αποστροφή αυτή της επιστολής συνιστά μια ακόμη ένδειξη της ηγετικής στην εθνεγερσία θέσης του … «ιδιώτη» Ι. Καποδίστρια που την εκφράζει μάλιστα όντας ως υπουργός εξωτερικών του τσάρου. Εύλογα, ωστόσο, λόγω της δημόσιας ιδιότητας του προσπαθούσε να διαφυλάξει την ήδη λεπτή θέση του έναντι του τσάρου, κρατώντας τα προσχήματα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Αγνοώ, ως αγνοώ καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα, δεν δύναμαι να κρίνω. Αγνοώ πάντα ταύτα, καίτοι πλέον ή άπαξ μοι προσεφέρθη μικρα τις γνωσις’  λέγω δε μικρά τις, διότι το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους. Εγώ δε δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι».

Ο Ρώμας διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές θα πρέπει να αντιλαμβανόταν πλήρως ότι, στη πραγματικότητα, ο Καποδίστριας γνώριζε «καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα», στο οποίο … «δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι», όπως και τον επιπλέον υπαινιγμό ότι «το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους».

Η τρίτη επιστολή, με ημερομηνία 2 Μαΐου 1821, φαίνεται ότι απαντά σε προηγούμενη επιστολή με την οποία ο Ρώμας του επεσήμανε προβληματισμούς και εκτιμήσεις κάποιου μη-κατονομαζόμενου νέου για τις εξελίξεις, επιζητώντας τον σχολιασμό του Καποδίστρια.

 Ο Καποδίστριας αρνείται να απασχοληθεί με ζητήματα που θίγει ο νέος, «εις τας πολύ ενδιαφέρουσας επιστολάς του», για τις οποίες παρακαλούσε τον  Ρώμα να ευχαριστήσει τον εύελπι νέο αλλά και να τον πληροφορήσει ότι ο Καποδίστριας δεν θα απαντούσε και ότι τις «κατέστρεψε«. Φαίνεται μάλιστα να αντιδιαστέλλει τα θέματα που θίγει ο αναφερόμενος νέος με τα πραγματικά σημαίνοντα θέματα των ημερών, που δεν ήταν άλλα από τις οθωμανικές θηριωδίες εναντίον των Χριστιανών στη Πόλη, που προκαλούσαν την φρίκη («αι εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστολαί μου φθάνουσι μέχρι πρώτης Απριλίου- εμποιεί φρίκην…«).

Η επιστολή αποτελεί κραυγή στους επαΐοντες, ότι  «κατά γενικόν κανόνα διευθύνονται κακώς οι υποθέσεις υπό των αγνοούντων αυτάς«. Ότι, «είναι κακόν και ήκιστα έντιμον το διευθύνειν μακρόθεν και άνευ προσωπικού κινδύνου, επιχείρησιν μέλλουσα να αποφασίση περί της κεφαλής και της υπάρξεως των ημετέρων ομοεθνών«. Ότι δεν ήταν ώρα εκείνη για περισπούδαστες αναλύσεις για τα τεκταινόμενα, για τα «γεγονότα» τα οποία «επέρχονται μετά της ταχύτητος της σκέψεως». Ότι «ευρισκόμεθα ενώπιον δύο επαναστάσεων» (της ελληνικής και των αλβανών του Αλή Πασά) και ότι «οποία έσσεται η έκβασις τοσαύτης διαπάλης, ο Θεός μόνος δύναται να το ηξεύρει«. Ότι, τελικά, ήταν η ώρα της έμπρακτης και ουσιαστικής συνεισφοράς του καθενός στον Αγώνα, από όποια θέση και αν βρισκόταν. «Έκαστος εξ’ ημών εν τη προκειμένη υποθέσει βεβαίως δεν δύναται ειμή να εκπληρώση το καθήκον αυτού’  εγώ δε εκτελώ και θα εκτελώ το χρέος μου … Περί τούτου εστέ βέβαιος…«.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Μετά τον Μάρτη του ΄21 και μέχρι την ουσιαστική παραίτησή του από το ύπατο ρωσικό αξίωμά του, τον Αύγουστο του 1822, συνέχισε τις προσπάθειες να μεταπείσει τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, ότι δεν ήταν το «αυστριακό σύστημα» που «μπορούσε να διατηρήσει την ειρήνη και την συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων» και ότι, αντίθετα, ήταν προς το απόλυτο συμφέρον της Ρωσίας να αναλάβει αποφασιστικές, στρατιωτικές όσο και διπλωματικές πρωτοβουλίες, προκειμένου να επιβάλλει τον τερματισμό των τουρκικών θηριωδιών  εναντίον των ομοδόξων της στην βυθιζόμενη στο αίμα οθωμανική αυτοκρατορία και να ηγεμονεύσει σε έναν από κοινού με τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, διπλωματικό διακανονισμό του Ανατολικού Ζητήματος. [25] Έδινε, στην ουσία, μάχες οπισθοφυλακής. Όχι χωρίς αποτελέσματα, αφού τελικά έπεισε τον Τσάρο να μην διαρρήξει όσα διπλωματικά ερείσματα του είχαν απομείνει στους χριστιανούς της περιοχής, να απορρίψει κάθε ιδέα «συλλογικής δράσης» του πρίγκιπα Μέττερνιχ και του βρετανού πρέσβη, λόρδου Stewart, δηλώνοντας σ’ αυτούς ότι «θεωρεί την ελληνο-τουρκική σύγκρουση του ένα ζήτημα το οποίο θα διευθετηθεί αποκλειστικά ανάμεσα στην Ρωσία και την Υψηλή Πύλη», [26] και φτάνοντας τέλος ο τσάρος να ανακαλέσει τον ρώσο πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη, βαρόνο Στρόγκανοφ, ο οποίος, αφού επέδωσε ένα σκληρό διάβημα στην Υψηλή Πύλη,  στις 4 Ιουλίου 1821, αηδιασμένος από τις τουρκικές φρικαλεότητες και την οθωμανική διπλωματική κωλυσιεργία, αρνήθηκε να αποδεχθεί την καθυστερημένη απάντηση του Ρεϊς-Εφέντη Μοχάμεντ Σαντίκ, στις 26 Ιουλίου και, στις 10 Αυγούστου, επιβιβάστηκε σε ρωσική φρεγάτα που απέπλευσε αμέσως για την Οδησσό. «Ότι κατάφερε να φύγει χωρίς να κακοποιηθεί», σημειώνει ένας σύγχρονος ιστορικός, «οφείλετο εν πολλοίς σε προσπάθειες» των ομολόγων του πρέσβεων της Αγγλίας και της Αυστρίας. «Η Βρετανία και η Αυστρία επιθυμούσαν να αποτρέψουν την διάλυση της τουρκικής αυτοκρατορίας στα χέρια της Ρωσίας, και το κοινό αυτό συμφέρον τους απαιτούσε ότι έπρεπε να συνεργασθούν για την διατήρηση της ειρήνης». [27]

Προφανώς, ο Καποδίστριας θα είχε αντιληφθεί ότι, πέραν των διπλωματικών αυτών παραστάσεων, οι εισηγήσεις του δεν μπορούσαν να έχουν περαιτέρω επίδραση στην πολιτική του τσάρου. Από τον Μάιο, έγραφε σχετικά στον Ρώμα:

«Δέεσθε, ως και εγω δέομαι εκ βάθουςψυχής, εις την θείαν Πρόνοιαν, ίνα ευσπλαχγνισθη τους ημέτερους. Αύτη μόνη δύναται να εμπνεύσει γενναία αισθήματα εις μόνον Ισχυρόν, όστις δύναται να έλθη εις αυτούς αρωγός. Γένοιτο! »

 

Συμπερασματικά

 

Μέσα από τις τρεις διασωθείσες επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα, με τα παραλειπόμενά τους, τις υπαινικτικές αναφορές αλλά και τα όσα έκρινε, με τόλμη, ότι έπρεπε να πει ευθέως, «ως ιδιώτης», μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τον δραματικό τρόπο με τον οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας βίωσε την έκρηξη της Επανάστασης του ’21.

Αλλά και την αφοσίωσή του σε αυτήν! Οι συγκεκριμένες επιστολές, όπως και άλλα κείμενα του, υποδεικνύουν ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, αλλά ότι, αντιθέτως, ήταν εκείνος, εν πολλοίς, ο οποίος συνέλαβε, και το 1821 κατ’ εξοχήν εξέφραζε, την πολιτική αντίληψη, θέση, σχέδιο ή στρατηγική της κατάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας. Την ιδέα, δηλαδή, ότι, αν και βεβαίως, σε κάθε βήμα της, έπρεπε με προσοχή να συνυπολογίζει τις επιδιώξεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, τις προτεραιότητες, ακόμα και τις εμμονές και προκαταλήψεις των βασιλέων και των αξιωματούχων τους, ωστόσο η επανάσταση έπρεπε και να προετοιμασθεί, και να ξεκινήσει και να προχωρήσει, αυτοτελώς, αν επρόκειτο να επιβληθεί και να καταστεί λειτουργικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος: Ως κράτος αδύναμο, εκ των πραγμάτων τότε, και κατ’ αρχήν, αλλά σε θέση, με δυνατότητα και με προοπτική να εδραιώσει την εθνική του ανεξαρτησία, στην απορρόφηση των κραδασμών του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων. [28]

Θα πρέπει, συμπερασματικά, να τονίσουμε ότι, πέρα και ανεξάρτητα από την διπλωματική του δεινότητα, πέρα και από την ιδεολογία ή κοσμοθεωρία του [29] και την βαθιά ορθόδοξη του πίστη, την φυσιογνωμία του Ιωάννη Καποδίστρια και την ανεκτίμητη προσφορά του στην Ελλάδα, πάνω από όλα, ή σε τελική ανάλυση, προσδιόρισε η πολιτική του Πράξη. Σε όλο τον δημόσιο βίο του, ο οποίος ξεκίνησε στα χρόνια της «Επτανήσου Πολιτείας» (1800-1807). Εκεί, να θυμίσουμε, για πρώτη φορά αναδείχθηκαν οι σπάνιες ηγετικές, πολιτικές, διοικητικές, οργανωτικές και άλλες του ικανότητες και δυνατότητες. Εκεί, συναντήθηκε γιά πρώτη φορά με τους πέραν των Επτανησίων «Έλληνες της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και του Αιγαίου», τους «[οπλ-]αρχηγούς της Ελλάδας» με «την γενναία και χριστιανική ψυχή», [30] με τους οποίους θα διατηρούσε έκτοτε διαρκή επαφή και συνεργασία. Αλλά η πολυσχιδής προεπαναστατική δράση του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως και η ανάπτυξη της πολιτικής του σκέψης, παραμένουν εξέχοντα ζητήματα, για τα οποία υπάρχει πολύτιμο, πρωτογενές και άλλο, υλικό το οποίο χρήζει διεξοδικότερης διερεύνησης και συσχέτισης με το ευρύτερο ελληνικό και διεθνές ιστορικό πλαίσιο της εποχής.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Οι επιστολές, οι οποίες είναι γραμμένες στην ιταλική γλώσσα, καθώς και οι μεταφράσεις τους περιλαμβάνονται στο: Δ. Γρ. Καμπούρογλου,  Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, Τομ. Α’, 1819-1825, Αθήνα, 1901, σελ. 33-40 . Οι υπογραμμίσεις σε αποσπάσματα επιστολών του Ι. Καποδίστρια περιλαμβάνονται στις επιστολές.

[2] Για μια περιεκτική  αναδρομή των διαχρονικών σχέσεων Καποδίστρια-Ρώμα, Χ.Ν. Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση: στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις. Αθήνα 2015, σελ. 102-114 (Διδακτορική διατριβή: Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών).

[3] Κ. Μάρξ & Φρ. ΄Ενγκελς, Η Ελλάδα. Η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα. Εισαγωγή-μετάφραση-υπομνηματισμός Παναγιώτη Κονδύλη, σελ. 64

[4] Σε «Υπόμνημα προς τους Έλληνας», τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1822 (Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τόμος ΣΤ, σελ 234, Κέρκυρα 1984), αμέσως μετά, δηλαδή, την αποχώρησή του από την Αγία Πετρούπολη για την Γενεύη, μεταξύ άλλων ο Καποδίστριας έγραφε: «… Όσον κατ’ εμέ, όχι μόνο δεν φοβούμαι την εγκατάλειψιν της Ευρώπης, αλλά και την επιθυμώ. Εν μόνον φοβούμαι, μήπως αι φιλότουρκοι Δυνάμεις δώσουν πραγματικάς χείρας βοηθείας εις τους ολοθρευτάς μας, αλλά και τότε η γνώμη μου δεν αλλάζει. Είναι συμφερώτερον, είναι ενδοξώτερον να αποθάνωμε με τα άρματα εις τας χείρας, παρά να υποπέσωμεν και αύθις από το γιαταγάνι των Τούρκων, ζωή μυριάκις φοβερωτέρα από τον θάνατον. Ελπίζω όμως ότι η Ιερά Συμμαχία δεν θέλει καταντήσει εις τοιαύτην αισχρότητα….»

[5]  Θεσμοθετήθηκε, ως «Πενταμερής Συμμαχία» στα Συνέδρια του Άαχεν (Aix-la-Chapelle -1818), όπου η Γαλλία αποκαταστάθηκε ως ισότιμη ευρωπαϊκή Δύναμη, του Τροπάου (Troppau -1820), με αντικείμενο την καταστολή της επανάστασης στη Νάπολι (Ιούλιος 1820) ζήτημα στο οποίο η Αγγλία και μερικώς η Γαλλία διαφώνησαν με Αυστρία και Ρωσία σχετικά με την ανάληψη συλλογικής δράσης, του Λάϊμπαχ (Laibach-1821) με αντικείμενο τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις στην Ιταλία, όπου συνεχίστηκαν οι διαφωνίες Βρετανίας και Γαλλίας με Αυστρία και Ρωσία και τέλος της Βερόνα (Verona-1822) με αντικείμενο την ισπανική εξέγερση, όπου η Αγγλία διαχώρισε πλήρως την θέση της στην ανάληψη συλλογικής δράσης αλλά και υποστήριξης μιας γαλλικής επέμβασης για την καταστολή της. Η «Ιερά Συμμαχία» ήταν ένας στενότερος ατελέσφορος και θνησιγενής συνασπισμός που δημιουργήθηκε (Σεπτέμβριος 1815) από τους αυτοκράτορες της ορθόδοξης Ρωσίας, καθολικής Αυστρίας και προτεσταντικής Πρωσίας γιά να καταρρεύσει με το θάνατο του Τσάρου Αλέξανδρου Α’.

[6] The Cambridge History of British Foreign Policy, 1783-1919, τόμος ΙΙ: 1815-1866 (Cambridge At the University Press, 1923, Appendix A: “Lord Castlereagh’s Confidential State Paper of May 5th 1820”, σελ. 631). Τόσο αντιπαθής ήταν στους φιλελεύθερους κύκλους της Αγγλίας ο Castlereagh, ώστε ο ποιητής  Percy Shelley, στο ποίημά του “The Mask of Anarchy”, είχε γράψει ότι ενσαρκώνει και προσωποποιεί το έγκλημα της δολοφονίας (“…I met Murder on the way, he had a mask like Castlereagh…”). Ο διπλωματικός πραγματισμός του, ωστόσο, συναντήθηκε στην πράξη της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής με τον φιλελεύθερο αστισμό του διαδόχου του George Canning, ο οποίος μετακινείται από την αδιέξοδη συντηρητική πολιτική της «ουδετερότητας» και μη-παρέμβασης σε πολιτική ενεργητικής μεσολάβησης και παρέμβασης σε διεθνή ζητήματα.

[7] Ιωάννης Καποδίστριας, Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου από το 1798 έως το 1822. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2014, σελ. 126

[8] Στη πολιτική της εναλλαγής συμμαχιών και της παρέμβασης γιά την επίλυση του «ελληνικού ζητήματος» του George Canning, «τα στρατηγικά συμφέροντα λίγο είχαν να κάνουν με την Ελλάδα καθαυτή, αλλά περιστρέφονταν γύρω από Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ρωσία». Andrew Montgomery Endort, “British Foreign Policy under Canning”, Thesis, University of Montana, 2008, p.71

[9] «Υπόμνημα προς τους ΄Ελληνας», οπ. παρ., σελ. 234-235

[10] Οπ. παρ., σελ. 242

[11] Οπ. παρ., σελ. 235

[12] Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης-Καποδίστριας. Έρευναι εις τα αρχεία. Σελ. 123-125

[13] Καθόσον αφορά στοιχεία από τα κρατικά ρωσικά αρχεία, δείτε μελέτες του ρώσου ειδήμονα Γκρ. Αρς, όπως «Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία»,  Αθήνα 2011.

[14] Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας,οπ. παρ., σελ. 120

[15] Ο Καποδίστριας είχε εκφράσει τις ίδιες απόψεις, για παράδειγμα στα 1818, στους οσποδάρους της Μολδαβίας και της Βλαχίας όταν απέστειλαν αντιπροσώπους τους, αντίστοιχα τους Πανταζόγλου και Α. Μαυροκορδάτο (τον νεώτερο), για να χαιρετίσουν τον Αλέξανδρο Α’ κατά την άφιξη του στα σύνορα: «Στις συνομιλίες που είχα μαζί τους προσπάθησαν να μου αποδείξουν ότι ως ΄Ελληνες ανυπομονούσαν να μάθουν πότε τα στρατεύματα της Ρωσίας θα περνούσαν τον Προύθο, καθώς πίστευαν ότι η διατήρηση της ειρήνης με τους Τούρκους ήταν αδύνατη. «Νομίζετε, λοιπόν», απάντησα, «ότι θα περάσουν τον Προύθο γιά να σας ανακηρύξουν ανεξάρτητους ηγεμόνες; Δείξτε μου ανάλογο ιστορικό παράδειγμα. Δεν υπάρχει! Φαντάζεστε ότι η τύχη σας θα αποτελέσει εξαίρεση του κανόνα; Γιά να γίνουν όσα περιγράφετε θα πρέπει να χυθεί αίμα, να θυσιασθούν ζωές και περιουσίες, και γιά ποιό λόγο; Για να αντικαταστήσουμε το τουρκικό σαρίκι με ευρωπαϊκό καπέλο! Ως ΄Ελληνας, η μόνη ελευθερία που οφείλω να επιθυμώ γιά τους ομοεθνείς μου είναι αυτήν που μπορούν να αποκτήσουν με τις δικές τους δυνάμεις, αφότου προηγουμένως έχουν οδεύσει προς τον αληθινό πολιτισμό. Αλλά από το σημείο αυτό η πατρίδα μας βρίσκεται μακριά ακόμα. Γι’ αυτό και ο καθένας από εμάς οφείλει να αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις, ώστε να προετοιμαστεί η οδός μέσω της οποίας θα αναδειχθεί η πατρίδα μας έθνος πολιτισμένο. Ως υπουργός όμως της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, σας δηλώνω ότι ο αυτοκράτορας έχει την σταθερή και αμετάπειστη  πρόθεση να εδραιώσει την ειρήνη με τους Τούρκους στη βάση των υφισταμένων συνθηκών. Αν οι ΄Ελληνες θελήσουν να επωφεληθούν –καλοπροαίρετα- από αυτό το σύστημα, τότε όχι μόνο δεν θα χάσουν αλλά θα κερδίοσυν πολλά». Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου, Οπ.παρ., σελ. 88.

[16] Γκρ. ΄Αρς, Οπ. παρ., σελ. 406

[17] Αλ. Δεσποτόπουλου, «Παράγοντες, Διάρκεια, Φάσεις και Ιδιομορφία της Ελληνικής Επαναστάσεως», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελ.17

[18] Ο  Ρώμας θα έχει κεντρικό ρόλο στην δραστηριότητα της Φιλικής Εταιρίας στην Ζάκυνθο μέχρι το Φθινόπωρο του 1820, όταν λόγω έντασης των διώξεων της αγγλοκρατίας, θα καταφύγει στην Βενετία, όπου θα παραμείνει αυτοεξόριστος για τέσσερα χρόνια χωρίς να διακόψει τους δεσμούς του με την οργανωτική προσπάθεια των Φιλικών. Δες Βλαχόπουλος, οπ. παρ. σελ. 102

[19] Αρχείο Ξάνθου, Τόμος Α’ σελ. λη

[20] Ντίνος Οικονόμου, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Ελληνική Εθνεγερσία, Αθήνα, 1972 σελ. 55

[21] Ντίνος Οικονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966, σελ. 75. Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Οπ. Παρ., σελ. 100-104

[22] Κούκου, Ελένη, Ανέκδοτοι επιστολαί του Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας Ιγνατίου προς τον Ι. Καποδίστριαν. «Δέλτιον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος», 12 (1957-8), σελ. 151-177. Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ, Υπομνήματα συναφή Ιγνατίου, Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας και Ιω. Καποδίστρια περί της τύχης της Ελλάδος.  «ΑΘΗΝΑ», 60 (1956), σελ. 145-182.

[23] Βλαχόπουλος, όπ. παρ., σελ.61.

[24] Konstantina Zanou, Beyond ‘Neo-Hellenic Enlightenment’ Greek intellectuals between the Ionian Islands, Italy and Russia (1800–1830), CAS Working Paper Series, Sofia, No. 6/2014 , p.19

[25] Καποδίστριας, Επισκόπηση, όπ.παρ. σελ. 132 κ.ε.

[26] Irby C. Nichols, JR. The European Pentarchy and the Congress of Verona. . M. Nijhof, The Hague, 1971, σελ.6

[27] Οπ. παρ. σελ.7

[28] Πρόκειται για την έννοια του «παρεμβαλλόμενου» κράτους (buffer state): Μartin Wight, Power Politics, London,: Pelican Books, 1979, σελ. 160. Στο σημαντικό αυτό έργο της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων, το οποίο είναι ιδιαίτερο χρήσιμο για την κατανόηση της εποχής της «Συνεννόησης Δυνάμεων», η οποία, κατ’ αυτόν ξεκίνησε με το Συνέδριο της Βιέννης του 1815 και τερματίσθηκε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, ο Wight διακρίνει τα «παρεμβαλλόμενα κράτη» από «παρεμβαλλόμενες ζώνες» (buffer states or zones), ή περιοχές, τις οποίες ορίζει ως «κενό ισχύος» που διεκδικούν δύο οι περισσότερες δυνάμεις, όπου κάθε μία προωθεί σ’ αυτές την επιρροή της, «αναλόγως της ισχύος της, με δύο τρόπους: Είτε υπεραμύνεται την ουδετερότητά της ή την ανεξαρτησία της, είτε επιβάλλει την κατοχή της και, ενδεχομένως την προσάρτηση και μετατροπή της σε μεθοριακή επαρχία».

[29] Ειδοποιά χαρακτηριστικά της κοσμοθεωρίας αυτής, έχουν επιχειρήσει, με γοητευτικό ομολογουμένως τρόπο, να αναδείξουν ερευνητές όπως η Κωνσταντίνα Ζάνου, «Η ρωσική στιγμή του Ιονίου και η κληρονομιά της». Εισήγηση στο Πανιώνιο Συνέδριο, Μάιος 2014

[30] Καποδίστριας, Επισκόπηση, οπ.παρ., σελ.15-16.

 

Στέλιος Αλειφαντής – Σέργιος Ζαμπούρας

 

Read Full Post »

Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος: Ιστορία, και μια πολιτιστική μάχη. Μελέτη του Βασίλη Δωροβίνη στο περιοδικό «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τεύχος 13ο (1979).


 

Το ιστορικό υλικό, τα γεγονότα και oι θέσεις που παρουσιάζονται στη μελέτη αυτή έχουν την ιδιοτυπία να συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, με την έννοια ότι η πολιτιστική μάχη που έγινε και γίνε­ται στην πόλη του Άργους για την αξιο­ποίηση του κτιρίου των Στρατώνων Καπο­δίστρια με τη μετατροπή του σε πνευματι­κό κέντρο υπήρξε η άμεση αφορμή για να αρχίσει η σχετική ιστορική έρευνα.

Η έρευνα άρχισε μεθοδικά από το τοπικό αρχείο του φιλολογικού συλλόγου Ο Δα­ναός, συνεχίστηκε στο αρχείο της δημόσι­ας βιβλιοθήκης Ο Παλαμήδης, στο Ναύ­πλιο, και περατώθηκε μετά από συστημα­τικές αναζητήσεις, τόσο για γραφτές μαρ­τυρίες όσο και για παλαιές αναπαραστά­σεις του κτιρίου, στη βιβλιοθήκη της Βου­λής, στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη, στην Μπενάκειο βιβλιοθήκη, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σε ορισμένες ιδιωτικές βιβλιο­θήκες, καθώς και στα φωτογραφικά αρ­χεία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του Πολεμικού Μουσείου.

 

Η βορινή πλευρά των Στρατώνων Καποδίστρια το 1905. Φωτογραφία: Αριστείδης Λάιος (1871-1965).

Η βορινή πλευρά των Στρατώνων Καποδίστρια το 1905. Φωτογραφία: Αριστείδης Λάιος (1871-1965).

 

Ουσιαστική υπήρξε η συμβολή του Γάλλου ερευνητή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Michel Sève, καθώς και του Μου­σείου του Λούβρου πού παραχώρησε και τη φωτογραφία του σχεδίου του Papety, πολύτιμου για μια περίοδο της ιστορίας των Στρατώνων για την οποία δεν βρέθη­καν ακόμα γραφτές πηγές.

Θά πρέπει, επίσης, να μνημονευτεί η διευκόλυνση που δόθηκε από το γραφείο του Υπουργού Εθνικής Αμύνης για τη μελέτη των φακέλων των Στρατώνων, οι οποίοι υπάρ­χουν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υ­πουργείου (πράγμα που οδήγησε στη δια­πίστωση ότι σε κανέναν οργανισμό, υπη­ρεσία ή ίδρυμα συνδεόμενο με το Υπουρ­γείο δεν έχει γίνει η παραμικρή επιστημο­νική εργασία για τη μελέτη, κατάταξη και αξιολόγηση δειγμάτων, τουλάχιστο, της αρχιτεκτονικής στρατιωτικών κτιρίων, ιδι­αίτερα της καποδιστριακής και οθωνικής περιόδου· τούτο επιβεβαιώνεται και από την ευκολία με την οποία κατεδαφίστηκαν οι καποδιστριακοί στρατώνες της Ακρο­ναυπλίας και με την οποία παραχωρήθη­καν – για να κινδυνεύσουν να κατεδαφι­στούν – οι Στρατώνες του Άργους), θά πρέπει, τέλος, να αναφερθεί η προθυμία των αρμοδίων της Αμερικανικής και της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής να δι­ευκολύνουν την έρευνα στα αντίστοιχα αρχεία τους.

Για λόγους συστηματικούς η μελέτη χωρί­στηκε σε δύο μέρη – το πρώτο αναφέρεται στην ιστορία των Στρατώνων (αλλά και στα ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με αυτούς), από την εποχή της πρώτης οικο­δόμησής τους (δεύτερη ενετοκρατία Άρ­γους) ως το 1968, οπότε το κτίριο εκκενώ­θηκε οριστικά από τον στρατό. Στο δεύτε­ρο μέρος, δίνονται συμπυκνωμένα οι κυρι­ότερες φάσεις της «μάχης των Στρατώ­νων» και επιχειρείται μια πρώτη κοινωνιο­λογική ερμηνεία της.

Για τη συνέχεια της μελέτης του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος – Ιστορία, και μια πολιτιστική μάχη

Read Full Post »

Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833 | Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη. Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά, «Μνήμων», τόμος 8 (1982), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.


 

Ορισμένα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Κερκύρας (Ι.Α.Κ) και του Αρχείου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος (Ι.Ε.Ε.) περιέχουν πληροφορίες για την ιδεολογία, την πολιτική δραστηρι­ότητα και τους στόχους του καποδιστριακού ή ρωσικού κόμματος από την παραίτηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια (Μάρτιος 1832) ως τη σύλληψη του Θ. Κολοκοτρώνη (Σεπτέμβριος 1833). Παρακάτω επιχειρείται αξιο­λόγηση των νέων αυτών πληροφοριών. Στο τέλος δημοσιεύονται τα ίδια τα έγγραφα.

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Μετά την 27 Σεπτεμβρίου 1831 το καποδιστριακό κόμμα κατάφερε για ένα διάστημα να διατηρήσει την εξουσία. Είχε τον έλεγχο της Γερουσίας καθώς και την πλειοψηφία της διορισμένης από αυτήν Διοικητικής Επι­τροπής, η οποία συστήθηκε για να καλύψει το κενό της εκτελεστικής εξουσίας που άφησε η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Την αποτε­λούσαν οι Αυγουστίνος Καποδίστριας, Θ. Κολοκοτρώνης και I. Κωλέττης. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στα μέλη της Δ.Ε. ανατράπηκε, όταν τα πιστά στον Αυγουστίνο στρατεύματα συγκρούσθηκαν με τους Ρου­μελιώτες στο Άργος (Δεκ. 1831) κατά την έναρξη της Ε’ Εθνοσυνέλευσης. Ο Θ. Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε από την Δ.Ε. και στις 8 Δεκεμβρίου η παραπάνω Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Αυγουστίνο πρόεδρο της προσω­ρινής Κυβερνήσεως της Ελλάδος. Απομονωμένος πια ο I. Κωλέττης αποχώρησε από την Δ.Ε. Σε λίγες μέρες «οι συνταγματικοί» εγκατέλειψαν το Ναύπλιο με τον Κωλέττη επικεφαλής.

Σε συνεργασία με τους αντικαποδιστριακούς της Ύδρας, με τους οποίους είχε αρνηθεί να συμφιλιωθεί ο Αυγουστίνος, ο I. Κωλέττης σχημάτισε την κυβέρνηση της Περαχώρας και συγκρότησε νέα Εθνοσυνέλευση. Διαμορφώθηκαν έτσι δύο κέντρα εξουσίας: στο Ναύπλιο η κυβέρνηση Αυγουστίνου και η Ε’ Εθνοσυνέλευση· στην Περαχώρα ο I. Κωλέττης και η Δ’ κατά συνέχεια Εθνική Συνέλευση. Η κρίση είχε κορυφωθεί και οδηγούσε στον εμφύλιο πόλεμο.

Στις εξελίξεις αυτές αναμείχθηκαν ενεργά οι αντιπρέσβεις των τριών δυνάμεων. Ο Ρώσος Rückman υποστήριζε ανεπιφύλακτα τους καποδιστριακούς, ενώ ο Γάλλος Rouen τον I. Κωλέττη και τους συνεργάτες του. Αμφίρροπη ήταν η στάση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins: ήθελε τη συντριβή των καποδιστριακών και κατά συνέπεια τη μείωση της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα· ωστόσο φοβόταν μήπως η χωρίς έλεγχο ενδυνά­μωση των Ρουμελιωτών του I. Κωλέττη αυξήσει τη γαλλική επιρροή. Ο φόβος αυτός τον ωθούσε σε πρόσκαιρες συμμαχίες με τη ρωσική πλευρά.

Η προέλαση των Ρουμελιωτών ως το Άργος και η γνωστοποίηση του πρωτοκόλλου της 7ης Μαρτίου 1832, που ήταν καρπός της Διάσκεψης του Λονδίνου, οδήγησαν τον Αυγουστίνο σε παραίτηση. Τότε ο αγώνας των ατόμων και των πολιτικών ή κοινωνικών ομάδων που στεγάζονταν κάτω από τον τίτλο του καποδιστριακού κόμματος μπήκε σε νέα φάση. Στόχος τους ήταν να αποτραπεί η ολοκληρωτική νίκη των συνταγματικών που θά είχε σαν αποτέλεσμα τη δική τους συντριβή. Η δράση τους δεν ήταν συν­τονισμένη· ωστόσο υπάρχουν αρκετά κοινά σε όλους σημεία, στον ιδεο­λογικό κυρίως τομέα, όπως δείχνουν τα κείμενά τους.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κυρίας Αλέκας Μπουτζουβή – Μπανιά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833. Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη

Read Full Post »

Η Θεσμοθέτηση των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας


 

Οι Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας υπήρξαν η φυσική συνέχεια της γεωργικής σχολής που οικοδομήθηκε από τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια κατά το 1829-1830, με τη συνδρομή του φιλέλληνα Ελβετού  Εϋνάρδου. Το όραμα του κυβερνήτη για τη λειτουργία της γεωργικής σχολής διατηρήθηκε για πενήντα έτη. Η έλλειψη υλικών μέσων δυσχέραινε τη λειτουργία της και μετατράπηκε σε γεωργικό σταθμό, ενώ στη συνέχεια παραχωρήθηκε η έκταση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ιδρύθηκε η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας. Τα επιστημονικά ρεύματα της εποχής στην Ευρώπη επηρέασαν και τις σωφρονιστικές τοποθετήσεις των εκπροσώπων του ελληνικού συστήματος δικαίου. Για πρώτη φορά η φράση «κοινωνική άμυνα» άγγιζε το σωφρονιστικό σύστημα στην Ελλάδα.

Η έλευση του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου στον βαυαρικό κώδικα, που διέκοψε οριστικά το αμετάβλητο των ποινών, και στη συνέχεια η γαλλική αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα το 1932, ανέδειξαν εκπροσώπους σωφρονιστικών συστημάτων όπως τον Charles Lukas στη Γαλλία και τον Ducpitiaux στο Βέλγιο [1], οι οποίοι μύησαν Έλληνες, εκπροσώπους του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος.

Στον σωφρονιστικό ορίζοντα εκδηλωνόταν το ενδιαφέρον για τη βελτίωση του ποινικού νόμου, με σκοπό την επίτευξη μιας δικαιοσύνης περισσότερο αποτελεσματικής, περισσότερο γενναιόδωρης και περισσότερο ηθικοπλαστικής. Συγκεκριμένα στον ορίζοντα διαφαινόταν η ηθικοποίηση του εγκληματία, κάτι που θα το πραγματοποιούσε η εργασία των κρατουμένων. Η διδασκαλία των αγροτοκτηνοτροφικών και βιοτεχνικών εργασιών σε κρατουμένους θα τους απέδιδε βιοποριστικό επάγγελμα και ηθική βελτίωση.

Ακολούθως, ο Αναμορφωτής, ο Σωφρονιστής, ο επιστήμονας Κοινωνιολόγος και προπάντων Ανθρωπιστής Παναγιώτης Σκουριώτης ανέλαβε από την ελληνική πολιτεία στις 14 Φεβρουαρίου 1925 με προεδρικό διάταγμα να ιδρύσει και να παγιώσει τις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας στον νομό Αργολίδας, τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη του Ναυπλίου, με συνολική έκταση 790 στρέμματα, εκ των οποίων καλλιεργήσιμα ήταν μόνο τα 100.

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Το έργο του πρώτου διευθυντή των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας ήταν δύσκολο και, για πολλούς, ακατόρθωτο. Οι πρώτοι 67 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1925, οι 166 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1927 και οι 494 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1931 επιδόθηκαν στη βελτίωση του εδάφους, μετατρέποντάς το από άγονο σε καλλιεργήσιμο, καθώς και στη βελτίωση του υδροφόρου ορίζοντα.

Έκθεσις... Αλεξ. Κουλάτσου

Έκθεσις… Αλεξ. Κουλάτσου

Συνάμα με την εργασία των κρατουμένων, υπήρξε φιλότιμη και αξιόλογη η εργασία του προσωπικού των φυλακών. Οι υπάλληλοι εργάστηκαν σαν να ήταν δική τους περιουσία, «προστάτευαν τα ζώα και τις καλλιέργειες από τσακάλια της περιοχής, παρακολουθούσαν τους εργαζόμενους κρατουμένους και τους φρόντιζαν καθόσον η περιοχή μαστιζόταν από ελονοσία» (ελεύθερη απόδοση στη δημοτική αποσπάσματος έκθεσης του διευθυντή Αλεξ. Κουλάτσου, 1932). Αμέριστη ήταν η συμπαράσταση από την πολιτεία. Η αεροπορική άμυνα βοήθησε κι αυτή με τη σειρά της στην εκχέρσωση θάμνων και ελών που αποτελούσαν εστίες μόλυνσης. Επί της βασιλείας του Όθωνα, Βαυαροί ανέλαβαν να γίνουν άμεσα αποστραγγιστικά έργα σε μεγάλη βαλτώδη περιοχή όπου διέμεναν εργαζόμενοι κρατούμενοι, για τη βελτίωση των συνθηκών κράτησής τους.

Η μορφολογία της περιοχής εξυγιάνθηκε, και η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας το 1931 έφτασε να περιλαμβάνει 1.250 στρέμματα, από τα οποία τα 1.000 ήταν καλλιεργήσιμα. Οι ποικιλίες των καλλιεργειών τα πρώτα έτη λειτουργίας της αγροτικής φυλακής ήταν σιτηρά (κριθάρι, βρώμη, σανά, άχυρα, αραβόσιτος), κηπευτικά (τομάτες, σπανάκι, αντίδια, μελιτζάνες, μπάμιες, κρεμμύδια, πατάτες, αγκινάρες), όσπρια (κουκιά, ρεβίθια), αμπέλια και μέλι.

Η κτηνοτροφία ξεκίνησε ουσιαστικά το τρίτο έτος της λειτουργίας της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας – συγκεκριμένα, όταν διαπιστώθηκε ότι θα ήταν πολύ αποδοτική για τη φυλακή η πώληση των ζώων (σε ιδιώτες και κυρίως σε δημόσιους υπαλλήλους) και παράλληλα η παραγωγή γάλακτος. Το 1929 το ποίμνιο περιλάμβανε περί τα 500 πρόβατα και το 1927 το βουστάσιο περιλάμβανε 12 αγελάδες και 2 ταύρους, ενώ το χοιροστάσιο, 72 χοίρους. Η κτηνοτροφία αποτελούσε και μέρος των προϊόντων παρασκευής του συσσιτίου των κρατουμένων (από την ετήσια έκθεση του διευθυντή Παν. Σκουριώτη).

Η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας κληρονόμησε και το ιπποστάσιο με 6 ίππους του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Με την πάροδο των ετών αυξήθηκαν οι ίπποι, που χρησιμοποιούνταν ως μεταφορικό μέσο στις καθημερινές εργασίες.

Οι καθημερινές ανάγκες των κρατουμένων ανέπτυξαν και τις ανάλογες τέχνες εντός της φυλακής. Η επιπλοποιία και η ξυλουργία ήταν από τις κύριες δραστηριότητες των κρατουμένων. Κατασκεύαζαν κι επισκεύαζαν έπιπλα για τη φυλακή, αλλά και για ιδιώτες. Ανάλογη ήταν και η δραστηριότητα στο σιδηρουργείο. Τα έσοδα αναλογούσαν στο ημερομίσθιο της εποχής και ήταν έσοδα της φυλακής.

Οι ανάγκες των κρατουμένων για ένδυση και υπόδηση ανέπτυξαν εντός της φυλακής τις τέχνες του ράφτη, του βαλιτσοποιού και του υποδηματοποιού. Συγκεκριμένα, το 1931 κατασκευάζονταν υποδήματα ανδρών, γυναικών και παιδιών, για πελάτες εκτός φυλακής. Η αγγειοπλαστική και η κεραμοποιία αναπτύχθηκαν καθαρά για τον καλλωπισμό των κήπων, αλλά και των στεγών της φυλακής. Η καλαθοποιία, ως ενασχόληση, κέρδισε το ενδιαφέρον πολλών κρατουμένων, καθόσον τα κέρδη που αποκόμιζαν εκείνη την εποχή όσοι ασκούσαν το επάγγελμα του καλαθοποιού ήταν αρκετά για το ξεκίνημά τους εκτός φυλακής, χωρίς να απαιτείται ουσιαστικό κεφάλαιο.

Τα σημαντικότερα όμως βήματα στη βιοτεχνία έγιναν το 1932. Η σκέψη να παρασκευάζουν οι κρατούμενοι τον άρτο και το τυρί για το συσσίτιό τους εδραίωσε στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας τη βιοτεχνία που, μέχρι και σήμερα, της αποδίδει τα μεγαλύτερα έσοδα.

Τα έσοδα της αγροτικής φυλακής, από τα πρώτα έτη της ίδρυσής της, ήταν τέτοια που διαφαινόταν ότι ως παραγωγική μονάδα, και με μια ορθή οικονομική διαχείριση, θα απέδιδε κέρδη. Ο συνδυασμός ανάμεσα στις πωλήσεις των προϊόντων και στο εργατικό δυναμικό των κρατουμένων εδραίωνε τα προϊόντα στην τοπική αγορά.

 

Η διαχρονική σημασία της εργασίας των κρατουμένων

 

Η κυριότερη απαίτηση για να πετύχει η εδραίωση του θεσμού των αγροτικών φυλακών ήταν η γνώση της προσωπικότητας του εγκληματία. Αυτό συνίστατο στην προαγωγή της εξατομίκευσης και στην καθημερινή ενασχόληση του διευθυντή των φυλακών, του ιερέα/δασκάλου και του προσωπικού της φύλαξης με την προσωπικότητα του εγκληματία.

Η επιλογή της εργασίας του εγκλείστου καθοριζόταν από τις συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος, αλλά και από την κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση πριν διαπράξει το έγκλημα. Λόγω της αγροτικής ελληνικής οικονομίας της εποχής (1930), οι κρατούμενοι είχαν ήδη εμπειρία στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Η προσαρμογή του κρατουμένου στην αγροτική φυλακή ήταν τριπλή, φυσική, επαγγελματική και διανοητική. Η ανάθεση εργασίας μετέτρεπε και τον πιο εσωστρεφή, οκνηρό και φοβισμένο κρατούμενο σε εργατικό, φίλεργο άνθρωπο, με όνειρα για τη ζωή του. Η επαφή του με τη φύση και τα ζώα απέκρουε κάθε ψυχογενή πάθηση, καθώς και τη μονοτονία του μυαλού που χαρακτηρίζει κάθε έγκλειστο.

Ο ρόλος του προσωπικού της Τίρυνθας ήταν η κοινωνική άμυνα της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους εγκλείστους των αγροτικών φυλακών. Το προσωπικό της εποχής είχε εμπειρία στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, καθόσον ο πρωτογενής τομέας ήταν η βασική ασχολία των κατοίκων της Αργολίδας. Την εμπειρία του τη μετέδιδε και στους κρατουμένους, τους νουθετούσε και ανέφερε κάθε δραστηριότητά τους στον διευθυντή των φυλακών, κάτι που αποτυπωνόταν καθημερινά στο ημερολόγιο της φυλακής. Το προσωπικό της φύλαξης εργαζόταν επί εικοσιτετραώρου βάσεως.

Η τροποποίηση του νόμου Περί φυλακών στις 28 Σεπτεμβρίου 1925 μετέτρεψε την εργασία των κρατουμένων σε υποχρεωτική. «Η εργασία είναι το έτερον στοιχείο αποτίσεως ποινής». Ο κατάδικος δεν είχε τη δυνατότητα να αρνηθεί την εργασία, η οποία απέβλεπε στην υγιεινή και ηθική βελτίωση, στην επαγγελματική μόρφωση και στην οικονομική του υποστήριξη (έκθεση του διευθυντή των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Αλεξ. Κουλάτσου, 1932).

Συμπερασματικά, από τα πρώτα έτη της λειτουργίας της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας ο σκοπός της ίδρυσής της είχε επιτευχθεί. Η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας περιλαμβάνει πια καλλιεργήσιμες εκτάσεις, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και βιοτεχνικές μονάδες που συντηρούνται από την εργασία των κρατουμένων. Η ελληνική και κυρίως η τοπική κοινωνία μόνο κέρδος είχε από τη θεσμοθέτησή της. Η κοινωνικοποίηση των κρατουμένων και η ηθικοποίηση του εγκληματία μέσω της εργασίας έδωσε την απάντηση σε πολλά μοντέλα αντεγκληματικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν την ίδια περίοδο σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο πρωτογενής τομέας, στον οποίο στηρίχθηκε όλη η οικονομία της εποχής, συντήρησε για πολλές δεκαετίες την αυτάρκεια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, και αυτή με τη σειρά της επέφερε μόνο κέρδη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, υλικά και κυρίως ηθικά. Η κοινωνική άμυνα της πολιτείας, που μαστιζόταν από τη φτώχεια και τις αρρώστιες, απέναντι στα εγκλήματα ήταν η πρωτοποριακή στρατηγική της υγιούς επανένταξης των ατόμων με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, που θα είχαν επιλύσει τα βιοποριστικά τους προβλήματα.

 

Αναδρομή ανάμεσα στις δεκαετίες

 

Το 1952 ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Καλογερόπουλος Σπυρίδωνας επισημαίνει την αναγκαιότητα της ανασύστασης της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας. Τονίζει ότι οι συνέπειες του πολέμου, της εχθρικής κατοχής και του Εμφυλίου διέκοψαν κάθε δημιουργική εργασία και ότι επήλθαν πολλές φθορές στις εγκαταστάσεις της φυλακής, ενώ επαινεί το προσωπικό αναφέροντας ότι, πέρα από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, ασχολείται και με την παραγωγική ανασύσταση της φυλακής. Η μέριμνα από την πολιτεία ήταν άμεση. Η έκθεση του Γεωργικού Επιθεωρητή των Φυλακών δίνει και το εισιτήριο για την οικονομική ενίσχυση της φυλακής, τονίζοντας ότι «οι φυλακές της Τίρυνθας είναι η δεύτερη Αγροτική Φυλακή του Κράτους η οποία όχι μόνο πραγματοποιούσε σημαντικά κέρδη, αλλά ήταν πρότυπο στην εργασία και στα κέρδη» (σύμφωνα με όσα έγραψε ο Γενικός Διευθυντής κ. Τριανταφυλλίδης στον Γεωργικό Επιθεωρητή).

Αξιόλογη μεταρρύθμιση στο σωφρονιστικό σύστημα της εποχής ήταν η καθιέρωση των «επί λόγω τιμής εργαζομένων» με την υπ’ αριθ. 10339/25-2-1955, άρθρο 2, Διαταγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Περί Οργανώσεως Ανοικτών Σωφρονιστικών Καταστημάτων». Για να ενταχθεί ένας κρατούμενος στην ομάδα των «επί λόγω τιμής», έπρεπε να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Να είναι εργαζόμενος κρατούμενος χωρίς διαρκή και άμεση επίβλεψη, β) να είναι κρατούμενος με έως δύο ποινές φυλάκισης ή πρόσκαιρης κάθειρξης ή να έχει εκτίσει το ¼ της ποινής του μέχρι 12 έτη κάθειρξης, γ) να μην έχει ροπή προς το έγκλημα, σύμφωνα με ιατρική ψυχολογική και κοινωνική εξέταση, και δ) να επιδεικνύει καλή διαγωγή. Παράλληλα, θεσμοθετήθηκε η σύσταση επιτροπής, απαρτιζόμενης από τον διευθυντή, τον γεωπόνο, τον ιερέα και τον ιατρό της φυλακής, που θα επέβλεπε τις εργασίες των κρατουμένων οι οποίοι θα έδιναν υπόσχεση λόγου τιμής απέναντι στους υπαλλήλους και στους υπόλοιπους κρατουμένους.

Ακολούθως, από το 1960 οι τεχνικές εργασίες στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας για την εύρυθμη λειτουργία της, άνθησαν. Επικεντρώθηκαν στην ύδρευση και στην κατασκευή γεωτρήσεων. Στη στήλη «Τεχνικές Εργασίες» της εφημερίδας Νέα Πορεία του Νομού Αργολίδας, αναφέρθηκε στις 5 Αυγούστου 1962 η ίδρυση υδατόπυργου με αλεξικέραυνο στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας.

Σημαντικό ήταν το γεγονός ότι ο διευθυντής της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας κ. Δερμιτζάκης αναφέρει στις 21-10-1960 το ξεκίνημα των εργασιών ανέγερσης κατοικιών για τη στέγαση των υπαλλήλων με τις οικογένειές τους, λαμβάνοντας υπόψη του την ανάγκη στέγασης «των υπαλλήλων με οικογένεια που διαμένουν σε ανθυγιεινά οικήματα, καθώς και των άλλων οι οποίοι στερούνται κατοικία» (ελεύθερη απόδοση στη δημοτική).

Η μελέτη του γεωργικού απολογισμού μάς δηλώνει ότι τα φυτώρια των δένδρων, ειδικά δε των εσπεριδοειδών, μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον της εποχής. Σε γενικές γραμμές η εκμάθηση τεχνών στους κρατουμένους παρέμεινε η ίδια (καλαθοπλεκτική, αρτοποιία, ξυλουργία, ραπτική, σιδηρουργία, υποδηματοποιία, τυροκομία) και τη δεκαετία του ’60. Η γεωργία και η κτηνοτροφία εκσυγχρονίστηκαν με μηχανές (χειράμαξες, χειροκίνητες αντλίες, χορτοκοπτική μηχανή, αμελκτική μηχανή). Η προμήθεια αυτοκινήτου για τη μεταφορά προϊόντων στην Αθήνα ήταν το μέσο «για την επίτευξη καλύτερων τιμών» (γεωργικός απολογισμός του 1960, προϊστάμενος Γεωργικής Υπηρεσίας Αθανάσιος Σκαρτσίλας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας απασχόλησε τον πανελλαδικό Tύπο. Σε ανάλυση που έκανε σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα Βραδυνή (22-9-1976, αριθμός φύλλου 18.193), ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Γεώργιος Καρπούζος ανέφερε ότι ο σωφρονισμός του κρατουμένου διαβαθμίζεται σε τρεις τάξεις. Η πρώτη τάξη ήταν η περίοδος της παρατήρησης του κρατουμένου και διαρκούσε το πολύ έως έξι μήνες. Σε αυτή πραγματοποιούνταν έρευνα της σωματικής και ψυχικής υγείας του κρατουμένου, του προηγούμενου βίου του και των επαγγελματικών του κλίσεων. Στη δεύτερη τάξη το Συμβούλιο του καταστήματος διενεργούσε τοποθέτηση ύστερα από βαθύτερη εκτίμηση της εν γένει διαγωγής του κρατουμένου και, όταν αυξανόταν προοδευτικά η εμπιστοσύνη προς αυτόν, έδινε έγκριση ώστε να τοποθετηθεί ο κρατούμενος στην ομάδα των «επί λόγω τιμής», όπου εργαζόταν στους αγρούς χωρίς επίβλεψη. Ακολούθως, στην τρίτη τάξη ο κρατούμενος μεταφερόταν στο ανοιχτό σωφρονιστικό κατάστημα, όπου δεν φρουρείτο. Σε αυτό οι κρατούμενοι απολάμβαναν ανέσεις και ελευθερία, ενώ οι υπάλληλοι ενεργούσαν για την επανένταξή τους στην κοινωνία. Σημειωτέον είναι ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, πολλοί κρατούμενοι αυτής της τάξης εργάζονταν τα πρωινά σε ιδιωτικές εργασίες και επέστρεφαν το απόγευμα χωρίς συνοδεία.

Σε έτερο δημοσίευμα (εφημερίδα Βραδυνή, 23-9-1976, αριθμός φύλλου 18.194) ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας ανέλυσε τα αποτελέσματα του έργου των υπαλλήλων της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας στον σωφρονισμό των κρατουμένων, τονίζοντας ότι οι κρατούμενοι που αποφυλακίσθηκαν την πενταετία 1970-1975 αποκαταστάθηκαν πλήρως κοινωνικά, ενώ παρεξέκλινε από αυτούς μόνο το 5%.

Από τους γεωργικούς απολογισμούς των ετών από το 1973 έως και το 1975 (γεωργικοί απολογισμοί προϊσταμένου Γεωργικής Υπηρεσίας Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας Δημητρίου Μπόλη) προκύπτει ότι οι γεωργικές καλλιέργειες και οι κτηνοτροφικές δραστηριότητες απέδιδαν τα μέγιστα στη φυλακή. Τούτο διαφαίνεται και στον τοπικό Τύπο, στην εφημερίδα Αργολικά Νέα (29-5-1975, αριθμός φύλλου 266), όπου αναφέρεται ότι, λόγω των αποδόσεων (ποιοτικών και ποσοτικών) των εσπεριδοειδών (πορτοκαλιών) που καλλιεργούνταν στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας, οι ντόπιοι έμποροι είχαν υποστεί οικονομική ζημιά. Τα πορτοκάλια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας ήταν ανάρπαστα και πρώτα στη ζήτηση για τις εξαγωγές, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Ακολούθως, οι τοπικοί παράγοντες της εποχής αντιλαμβάνονταν ότι η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας αποτελούσε την Εδέμ της Αργολίδας και επιδίωκαν να πείσουν την κοινή γνώμη προκειμένου να μετατραπεί σε Γεωπονική Σχολή (Αργολικά Νέα, 16-9-1976, αριθμός φύλλου 295).

 

Άνθρωποι, ζώα, δέντρα και κτίρια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, όπως απεικονίζονται σε σπάνιο φωτογραφικό υλικό της δεκαετίας του 1950 (ιστορικό αρχείο Α.Φ. Τίρυνθας)

Άνθρωποι, ζώα, δέντρα και κτίρια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, όπως απεικονίζονται σε σπάνιο φωτογραφικό υλικό της δεκαετίας του 1950 (ιστορικό αρχείο Α.Φ. Τίρυνθας)

 

Οι επόμενες δεκαετίες, δυστυχώς, με βάση τους γεωργικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς, έδειξαν μια παραγωγική στατικότητα, μια επαναληπτικότητα σε ό,τι αφορά τις γεωργικές καλλιέργειες και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Για πρώτη φορά οι πωλήσεις στα ζώα παρουσίασαν καθοδική πορεία, ενώ δεν έγινε καμία ουσιαστική μελέτη που να αφορά τις καλλιέργειες. Θεωρητικά αποτυπωνόταν ότι οι εισπράξεις από εσπεριδοειδή μειώνονταν, αλλά δεν πάρθηκε καμία ριζική απόφαση που θα είχε μακρόπνοο αποτέλεσμα.

Για πρώτη φορά το αντικείμενο της εργασίας των κρατουμένων διαχωρίζεται από το φυλακτικό προσωπικό. Υπεύθυνοι είναι πλέον οι γεωργοτεχνίτες, οι οποίοι έχουν την αρμοδιότητα να διδάξουν στους κρατουμένους τις γεωργικές, κτηνοτροφικές και τεχνικές εργασίες. Το 1985 η πολιτεία ενέταξε την Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας σε πειράματα αρδεύσεων για τρία έτη, κάτι που βοήθησε τις καλλιέργειες κτηνοτροφικών φυτών τα οποία χρησιμοποιούνταν για εσωτερική κατανάλωση από τα ζώα της φυλακής.

Το 1990, με πιο συντονισμένη προσπάθεια από την πλευρά των υπαλλήλων αλλά και με την ορθή επιλογή κρατουμένων, η οικονομική και σωφρονιστική απόδοση της φυλακής είχε αξιόλογο αποτέλεσμα. Το μόνο πρόβλημα το οποίο διογκώθηκε με το πέρασμα των ετών ήταν η έλλειψη προγραμματισμού στην εκμηχάνιση των καλλιεργειών και των κτηνοτροφικών μονάδων.

Ο σωφρονιστικός και ο ποινικός έλεγχος των κρατουμένων της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο. Οι επισκέψεις σχολών (εισαγγελέων, δικαστών), συλλόγων (δικηγορικών), όπως και εκπροσώπων των σωφρονιστικών συστημάτων άλλων χωρών, καθώς και προξένων, ήταν τακτικές.

Το πέρασμα της Ελλάδας από τον πρωτογενή τομέα στον τριτογενή χωρίς μακροοικονομική μελέτη, η μεγάλη εισροή αλλοδαπών στη χώρα μας χωρίς κοινωνική και ανθρωπιστική μέριμνα και προγραμματισμό, ήταν λογικό να διαταράξουν και τη λειτουργία της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας.

Στα τέλη του 1990 το φυλετικό μωσαϊκό των κρατουμένων άλλαξε, ακολουθώντας τους μεταναστευτικούς παλμούς της κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη και η ευκαιρία για σωφρονισμό με εργασία σε καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης έπρεπε να δοθεί και σε ανθρώπους που ήταν μετανάστες στη χώρα μας. Ήταν επιτακτική η ανάγκη μεταγωγής αλλοδαπών (μετά τον ενδελεχή έλεγχο από τα Συμβούλια των κλειστών φυλακών) σε καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης, έτσι ώστε να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία ομαλά, αποκτώντας σταδιακά και εργασιακό υπόβαθρο στην επανένταξή τους. Επίσης, μετά το 1995, η πολιτεία εξέτασε σταδιακά και το ενδεχόμενο να μετάγονται στις αγροτικές φυλακές και κρατούμενοι που είχαν απεξαρτηθεί πλήρως από τοξικές ουσίες και επιδίωκαν να εργασθούν.

 

Το Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας ενενήντα χρόνια μετά

 

Το διώροφο νεοκλασικό διοικητήριο [2], που ήταν αρχικά η θερινή έπαυλη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια και στη συνέχεια γεωργική σχολή, έχει ανακαινιστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρχαιολογίας, καθόσον το αγροτικό κατάστημα κράτησης βρίσκεται σε Α΄αρχαιολογική ζώνη.

 

Το σπίτι του Καποδίστρια κάτω από τα τείχη της Τίρυνθας, σημερινό «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών, λιθογραφία, 1843.

Το σπίτι του Καποδίστρια κάτω από τα τείχη της Τίρυνθας, σημερινό «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών, λιθογραφία, 1843.

 

Το αγροτικό κατάστημα κράτησης περιλαμβάνει μόνο θαλάμους κοιτωνισμού, ενώ υφίστανται και άλλοι βοηθητικοί χώροι όπως μαγειρείο, αρτοποιείο, αίθουσα διαλέξεων, αίθουσα διδασκαλίας και βιβλιοθήκη. Το μαγειρείο και το αρτοποιείο ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Με την εποπτεία της Αρχαιολογίας Ναυπλίου έχει πραγματοποιηθεί αναπαλαίωση και αντικατάσταση της στέγης και της κεραμοσκεπής των αποθηκών των συνεργείων. Συγκεκριμένα, στις αποθήκες αυτές φυλάσσονται τα τρόφιμα και τα παραγόμενα προϊόντα από τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις (κρέατα, λαχανικά, κηπευτικά κ.λπ.) που προορίζονται για την τροφοδοσία των κρατουμένων (της ενταύθα φυλακής αλλά και των κρατουμένων του Κ.Κ. Ναυπλίου και του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης του Κορυδαλλού). Επίσης εκεί έχουν τοποθετηθεί και οι ψυκτικοί θάλαμοι όπου διατηρούνται τα κρέατα και τα λαχανικά μέχρι τη μεταφορά και τη διάθεσή τους. Τα συνεργεία της φυλακής στεγάζονται σε σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις και καλύπτουν τις ανάγκες συντήρησης των μηχανημάτων και της κτιριακής υποδομής της φυλακής, γενικότερα.

Οι κτηνοτροφικές μονάδες απαρτίζονται από κτίρια της άνω γραμμής και της κάτω γραμμής [3], όπου σταβλίζονται τα ζώα, καθώς και από θαλάμους μικρών διαστάσεων όπου διαμένουν οι εργαζόμενοι στις εγκαταστάσεις αυτές κρατούμενοι. Από την υπηρεσία καταβάλλονται συνεχώς προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση των εν λόγω εγκαταστάσεων αλλά και ολόκληρου του κτιριακού συγκροτήματος της φυλακής γενικότερα, με στόχο τη διασφάλιση ικανοποιητικών συνθηκών διαβίωσης των φιλοξενούμενων εδώ κρατουμένων, αλλά και των υπαλλήλων.

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Το κτίριο Αγάμων διατηρήθηκε, όμως εκεί δεν διαμένουν πλέον υπάλληλοι, αλλά κρατούμενοι που ονομάζονται αγροφύλακες. Είναι υπεύθυνοι για τις γεωργικές καλλιέργειες και πολλοί από αυτούς έχουν εμπειρία και πιστοποίηση για τη χρήση των γεωργικών μηχανημάτων. Το εξωτερικό κτίριο ανακαινίστηκε διατηρώντας την ομοιομορφία και τις προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής της περιοχής.

Αξιόλογο κτίριο είναι και οι αποθήκες των σιτηρών, όπως και ο μύλος όπου αλέθουμε τους καρπούς που παράγουμε για να σιτίζουμε τα ζώα. Οι αποθήκες αυτές ήταν το ιπποστάσιο του Ιωάννη Καποδίστρια.

Το συγκρότημα του καταστήματος και οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις υδροδοτούνται με πόσιμο νερό από δίκτυα. Παράλληλα λειτουργεί και άλλο δίκτυο υδροδότησης, το δε νερό προέρχεται από τις γεωτρήσεις της φυλακής. Το νερό όμως αυτό είναι μη πόσιμο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την καθαριότητα των χώρων της φυλακής και των κτηνοτροφικών μονάδων, καθώς και για την άρδευση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Το νερό αυτό διοχετεύεται στο δίκτυο μέσω αντλητικών συγκροτημάτων και μεγάλης αποθηκευτικής επίγειας δεξαμενής. Τα ανθρώπινα και οικιακά λύματα της φυλακής μεταφέρονται μέσω αντλιοστασίων και αποχετευτικού αγωγού στον σταθμό βιολογικού καθαρισμού της πόλης του Ναυπλίου.

 

Περιβάλλον

Το γεωφυσικό περιβάλλον του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας είναι ποικιλόμορφο. Στο βόρειο τμήμα το υπέδαφος είναι περισσότερο ξηρό και πετρώδες και ενδείκνυται για καλλιέργειες όπως πατάτας, ελαιόδεντρων και κηπευτικών. Είναι ιδανικό για τη διαμονή των ζώων κατά τους χειμερινούς μήνες. Αντιθέτως, στο νότιο τμήμα (παραθαλάσσια), λόγω του υδροφόρου ορίζοντα που είναι πολύ υψηλός, το έδαφος είναι πιο βαλτώδες. Στις εκτάσεις αυτές καλλιεργούνται κτηνοτροφικά φυτά, δημητριακά και σιτηρά. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τα ζώα μεταφέρονται σε θερινό ποίμνιο ή μπανιέρες (για τους χοίρους), έτσι ώστε να είναι πιο παραγωγική η ανάπτυξή τους.  Γενικότερα όμως το κλίμα είναι ιδανικό για την καλλιέργεια και την παραγωγή εσπεριδοειδών. Σε γενικές γραμμές το κλίμα είναι ήπιο και δρα ευεργετικά στην ψυχολογία των κρατουμένων, ενώ βοηθάει στην παραγωγική διαδικασία γενικότερα.

 

Γεωργία-Κτηνοτροφία-βιοτεχνία

Το «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας, φωτογραφία εποχής,  από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Το «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας, φωτογραφία εποχής, από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Το Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας αποτελεί και σήμερα αξιόλογη παραγωγική μονάδα αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, δραστηριοποιείται δε στους εξής τομείς:

Γεωργικός τομέας: Καλλιεργήσιμη έκταση 705 στρέμματα, ακαλλιέργητη (δρόμοι, κτίρια, βοσκότοποι) 395 στρέμματα, συνολική έκταση 1.100. Καλλιεργούνται εσπεριδοειδή σε μεγάλη έκταση. Τα προϊόντα αυτά καλύπτουν τις ανάγκες των δύο καταστημάτων κράτησης της Αργολίδας και του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού. Οι πλεονάζουσες ποσότητες εσπεριδοειδών διατίθενται στο ελεύθερο εμπόριο. Από την ελαιοκομία παράγεται ελαιόλαδο που καλύπτει εν μέρει τις ανάγκες τροφοδοσίας των κρατουμένων της φυλακής. Τέλος, καλλιεργούνται λαχανικά, σιτηρά – δημητριακά και κτηνοτροφικά φυτά. Η παραγωγή λαχανικών καλύπτει τις τοπικές ανάγκες και οι πλεονάζουσες ποσότητες διατίθενται για την κάλυψη των αναγκών του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού και του Κ.Κ. Ναυπλίου. Η παραγωγή σιτηρών και κτηνοτροφικών φυτών καλύπτει τις εκτροφικές ανάγκες του ζωικού κεφαλαίου του καταστήματος.

Κτηνοτροφικός τομέας: Εκτρέφονται βοοειδή, αρνιά, χοίροι, κόνικλοι (κουνέλια), όρνιθες και κοτόπουλα. Η παραγωγή κρέατος καλύπτει κατά κύριο λόγο τις διατροφικές ανάγκες των κρατουμένων του ενταύθα καταστήματος κράτησης και οι πλεονάζουσες ποσότητες διατίθενται στο συγκρότημα των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού και του Κ.Κ. Ναυπλίου. Τα πλεονάζοντα αρνιά, χοίροι, κόνικλοι και βοοειδή πωλούνται στο ελεύθερο εμπόριο και τα εισπραττόμενα χρηματικά ποσά κατατίθενται στους λογαριασμούς των Κεφαλαίων Εργασίας Κρατουμένων. Επίσης οι παραγόμενες ποσότητες πρόβειου γάλακτος διατίθενται με τακτικό πλειοδοτικό διαγωνισμό στο ελεύθερο εμπόριο και τα εισπραττόμενα χρηματικά ποσά κατατίθενται στους ίδιους, ως άνω χρηματικούς λογαριασμούς.

Βιοτεχνικός τομέας: Υφίσταται σύγχρονη μονάδα αρτοποιείου που παρασκευάζει ψωμί και καλύπτει τις καθημερινές ανάγκες αρτοτροφοδοσίας των κρατουμένων του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας και του Καταστήματος Κράτησης Ναυπλίου. Το αρτοποιείο παράγει ψωμί, 142 τόννους περίπου σε ετήσια βάση, με απόδοση 157%! Επίσης και το γιαουρτοποιείο παράγει σε ετήσια βάση περίπου 17.000 κεσέδες γιαούρτι και καλύπτει τις ανάγκες διατροφής των κρατουμένων.

 

Κίνηση Κρατουμένων

Όπως είναι αντιληπτό, η αρχή του θεσμού των αγροτικών καταστημάτων κράτησης στηρίζεται στο να γίνουν οι κρατούμενοι όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνα άτομα, καθώς και στην ομαλή επανένταξή τους στην κοινωνία, νιώθοντας την προσφορά τους σε αυτήν. Δίνεται έμφαση στην προσωπική ευθύνη του κάθε ατόμου που μετάγεται στο κατάστημα για εργασία, ενώ παράλληλα το προσωπικό του καταστήματος προσπαθεί να ενσταλάξει στους τροφίμους τον σεβασμό στον συνάνθρωπο και στο περιβάλλον.

Η δράση των κρατουμένων με την προσωπική τους εργασία κινητοποιεί τη διαντίδραση με τους εκπροσώπους της κοινωνίας, τους υπαλλήλους (π.χ. τους γεωπόνους, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τη διεύθυνση), για να εισηγηθούν να τους εντάξουν στο κοινωνικό σύνολο με την επιβράβευση του έργου τους, υπολογίζοντας δηλαδή τα ημερομίσθιά τους τα οποία θα μειώσουν ευεργετικά το υπόλοιπο της ποινής τους.

Το έτος 2014 για τις αγροτικές φυλακές ήταν πιο αισιόδοξο από τα προηγούμενα έτη όσον αφορά το εργατικό δυναμικό των κρατουμένων. Αυτό προήλθε από την τροποποίηση των προϋποθέσεων μεταγωγής κρατουμένων στα αγροτικά καταστήματα με την υπ’ αριθμ. 81630/9-10-2014 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, βάσει της οποίας μετάγονται κρατούμενοι με ποινές ή συνολικές ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης επτά ετών χωρίς προϋποθέσεις. Με αυτές τις προϋποθέσεις δόθηκε η δυνατότητα στα Συμβούλια Εργασίας των αγροτικών φυλακών να μπορούν να διοχετεύουν εργατικό δυναμικό στις καθημερινές εργασίες και ανάγκες της φυλακής από το υπάρχον εργατικό δυναμικό της φυλακής, δίνοντας σημαντικό κίνητρο και σκοπό στους κρατουμένους ώστε να γίνουν ακόμα πιο παραγωγικοί και συνεργάσιμοι. Στη συνέχεια, η αξιολόγηση των ουσιαστικών (εργατικότητα, ηθικός έλεγχος) και των τυπικών (ύψος ποινής και έκτιση αυτής) προϋποθέσεων του ανωτέρω δείγματος κρατουμένων από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της φυλακής οδηγεί στο να λάβουν οι κρατούμενοι άδειες, όπου αυτόματα κερδίζουν το δικαίωμα της διαβίωσης στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις της φυλακής χωρίς ουσιαστική επίβλεψη.

Παράλληλα μετάγονται και κρατούμενοι που έχουν λάβει τακτικές άδειες από τα καταστήματα κράτησης, ενώ με σχετικές διαταγές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου Εργασίας του Α.Κ.Κ.Ε. Τίρυνθας, τοποθετούνται για εργασία στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις της φυλακής.

 

Εργασία Κρατουμένων

Είναι κατανοητό ότι η μέριμνά μας είναι να αναθέσουμε ένα αντικείμενο εργασίας ανάλογα με τις προϋποθέσεις κράτησης του κάθε κρατουμένου και προσπαθούμε να τους εμφυσήσουμε υπευθυνότητα και απόκτηση αυτοπεποίθησης, σεβασμού προς τον εαυτό τους και, κατ’ επέκταση, σεβασμού προς τους άλλους συνανθρώπους τους. Οι κρατούμενοι στο κλειστό τμήμα της φυλακής εργάζονται στο μαγειρείο και στο αρτοποιείο της, καθώς και στην καθαριότητα των θαλάμων και των κοινόχρηστων χώρων της.

Όσοι συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για εργασία στον αγροτικό τομέα της φυλακής, απασχολούνται στα αγροκτήματα τις πρωινές ώρες σε μια ομάδα περίπου 10-15 ατόμων συνοδεία ενός φύλακα και ενός γεωργοτεχνίτη φυτικής παραγωγής και επιστρέφουν στο κεντρικό τμήμα του καταστήματος. Συνήθως καλλιεργούν κηπευτικά και συμμετέχουν στο μάζεμα των εσπεριδοειδών και των ελαιών, πάντα με την επίβλεψη των υπαλλήλων.

Ορισμένοι κρατούμενοι απασχολούνται στο τεχνικό τμήμα: στο ηλεκτρολογείο, ως υδραυλικοί, στο ξυλουργείο, αφού πρώτα μας αποδείξουν ότι έχουν τεχνικές γνώσεις. Οι εργασίες τους είναι αναγκαίες για την καθημερινή λειτουργία των εγκαταστάσεων, την επισκευή και τη συντήρηση των κτιρίων.

Τέλος, οι κρατούμενοι που λαμβάνουν τακτικές άδειες διαμένουν στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Διαμένουν σε παραδοσιακά σπιτάκια που συντηρούνται από τους ίδιους με τη βοήθεια της υπηρεσίας. Κάθε κρατούμενος έχει τον δικό του χώρο, όπου διαμένει και τον καθαρίζει. Κατά τη διάρκεια της ημέρας οι περισσότεροι κρατούμενοι απασχολούνται σε διάφορες εργασίες, όπως είναι η εκτροφή των ζώων και η καλλιέργεια της γης.

Οι κρατούμενοι που απασχολούνται στα πρόβατα, στα αρνιά και στα βοοειδή επιτελούν εργασίες όπως είναι η σίτιση και το βούρτσισμα των ζώων, η συγκέντρωση και η ανακύκλωση του φυτικού και ζωικού λιπάσματος, η κουρά των προβάτων, η επισκευή των φρακτών, η συντήρηση του αχυρώνα και η εποπτεία των ακαλλιέργητων βοσκοτόπων, ενώ συμμετέχουν στη διαδικασία του τοκετού οποιαδήποτε ώρα.

Παράλληλα, εκτρέφονται όρνιθες ελευθέρας βοσκής που παράγουν αυγά για τη σίτιση των κρατουμένων, καθώς και η ποικιλία ενός ορισμένου είδους κουνελιών η οποία είναι γνωστή πανελλαδικώς και αυξάνει τον ζήλο των κρατουμένων να ασχοληθούν μετά την αποφυλάκισή τους με τη συγκεκριμένη αυτή εκτροφή.

Σε άπαντες τους εργαζόμενους κρατουμένους υπολογίζονται ευεργετικά ημέρες εργασίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τα προεδρικά διατάγματα, η δε τοποθέτηση σε εργασία αποφασίζεται από το Συμβούλιο Εργασίας Κρατουμένων.

 

Πειθαρχία Κρατουμένων

Σε γενικές γραμμές η τάξη και η πειθαρχία στο κατάστημα διατηρούνται λόγω του κινήτρου της εργασίας των κρατουμένων. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις πειθαρχικών παραβάσεων αντιμετωπίζονται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, είτε με την επιβολή πειθαρχικών ποινών είτε με την παροχή συμβουλών, συστάσεων ή παρατηρήσεων. Για την επιβολή των εν λόγω πειθαρχικών ποινών τηρούμε τη νόμιμη διαδικασία, την προβλεπόμενη από τον σωφρονιστικό κώδικα. Επίσης ορισμένοι απείθαρχοι κρατούμενοι μετάγονται σε κλειστές φυλακές για λόγους τάξης, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία από τον Κώδικα.

 

Σίτιση Κρατουμένων

Τα παρασκευαζόμενα και χορηγούμενα συσσίτια στους κρατουμένους είναι αρίστης ποιότητας και σε ικανοποιητικές ποσότητες. Παρασκευάζονται κατά το πλείστον από νωπά προϊόντα αρίστης ποιότητας που παράγει η φυλακή και από αυτά που προμηθεύεται η υπηρεσία από το ελεύθερο εμπόριο, με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις περί προμηθειών. Στα είδη που προμηθεύεται η υπηρεσία από το εμπόριο γίνεται έλεγχος της ποσότητας και της ποιότητας αυτών σε κάθε παραλαβή, δείγματα δε των προϊόντων αυτών αποστέλλονται για έλεγχο στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Στη σίτιση των κρατουμένων λαμβάνουμε απαραίτητα υπόψη τη θρησκεία των κρατουμένων και την ιατρική σύσταση για δίαιτα κάποιων εξ αυτών.

 

Προτάσεις  

Ο θεσμός των αγροτικών καταστημάτων κράτησης έχει αποδείξει, στα χρόνια της ύπαρξής του, ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αντεγκληματικών πολιτικών. Συγκεκριμένα, τα αγροτικά καταστήματα κράτησης είναι ενσωματωμένα στο κοινωνικό σώμα και οργανώνουν μεθοδευμένες και παραγωγικές απαντήσεις για κάθε είδος εγκληματικού φαινομένου μέσω της αποδυνάμωσής του. Από την ίδρυσή τους δεν αποτέλεσαν ποτέ συγκυριακή επιλογή. Απεναντίας, τα αγροτικά καταστήματα ήταν προϊόν μιας σφαιρικής θεώρησης, μιας συνεκτικής αντεγκληματικής πολιτικής για την αποφυγή κάθε παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς του ατόμου και για τον πλήρη σωφρονισμό του.

Οι κρατούμενοι, διανύοντας το τελευταίο στάδιο έκτισης της ποινής τους, διαπιστώνουν ότι η πολιτεία δεν είναι μόνο τιμωρός για τις έκνομες ενέργειές τους αλλά και «άνθρωπος», αφού δεν τους κλείνει πια στο σκοτεινό και ανήλιο κελί αλλά τους αφήνει να ζουν μέσα στη φύση σε ημιελεύθερο καθεστώς, προετοιμάζοντάς τους και με σειρά άλλων ευεργετικών μέτρων (άδειες, ευεργετικά υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας κ.λπ.) για την κοινωνική τους επανένταξη. Και είναι γνωστό ότι, καίτοι διαμένει μεγάλος αριθμός κρατουμένων εκτός της φυλακής χωρίς ουσιαστική επίβλεψη, οι αποδράσεις των κρατουμένων της κατηγορίας αυτής είναι ελάχιστες, ενώ η ψυχική τους υγεία είναι αρίστη.

Με ίδιο σκεπτικό λειτουργεί και η διαμονή κρατουμένων με ποινές μέχρι επτά χρόνια κάθειρξης χωρίς προϋποθέσεις. Οι κρατούμενοι αυτών των κατηγοριών, αντί να εκτίουν τις ποινές αδρανείς δικάζοντας με το μυαλό τον εαυτό τους, κοιτωνίζονται πλέον στα αγροτικά καταστήματα, όπου με την εργασία τους μειώνουν την ποινή τους και παράλληλα αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνία τούς χρειάζεται και τους θεωρεί αναπόσπαστο κομμάτι της.

Άποψή μας είναι ότι πρέπει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να έχει πάντα ενσωματωμένο στη σωφρονιστική του πολιτική τον θεσμό των αγροτικών καταστημάτων κράτησης. Να διαφυλάξει αυτή την εναλλακτική μορφή σωφρονισμού, ως μορφή αειφόρου ανάπτυξης της κοινωνίας μας.

Επίσης θα πρέπει να ανοιχθούν δίαυλοι συνεργασίας της υπηρεσίας μας (της γεωργικής) με γεωπονικά πανεπιστήμια, έτσι ώστε να βελτιώσουμε την τεχνογνωσία μας στις αγροτικές καλλιέργειες και στις κτηνοτροφικές μας δραστηριότητες, με σκοπό να γίνουν ανταγωνιστικές αλλά και να στηρίζονται στην αειφόρο ανάπτυξη μέσω της εναλλακτικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Ακολούθως, θα πρέπει να συνεχισθεί η υπάρχουσα συνεργασία μας με συνεταιρισμούς του νομού μας, έτσι ώστε να μπορούμε να διοχετεύουμε τα προϊόντα μας στο ευρύτερο εμπόριο. Τέτοιες συνεργασίες αναπτύχθηκαν μετά το 2011 με τον Συνεταιρισμό Αγελαδοτρόφων Αργολίδας και με τοπικά εργοστάσια, όπου απορροφούν το αγελαδινό μας γάλα για την παρασκευή σοκολατούχου γάλακτος και κρεμών, καθώς και τα εσπεριδοειδή μας αντίστοιχα για την παρασκευή χυμών.

Έχουμε ήδη προτείνει σε δύο βιολογικές φαρμακευτικές εταιρίες να συνεργαστούμε, για να μπορούμε να καλλιεργούμε εναλλακτικά φαρμακευτικά φυτά, όπως ρίγανη, ματζουράνα (έχει γίνει με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν), χαμομήλι και στέβια, και αναμένουμε απάντηση συνεργασίας.

Σημαντικό θα ήταν να εξετάσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το ενδεχόμενο να αποδεσμευτούν οι τιμές πώλησης των προϊόντων μας από τις τιμές εμπορίου της Νομαρχίας, όταν πρόκειται να πουλήσουμε προϊόντα σε άλλα καταστήματα κράτησης, με σκοπό να είμαστε προτεραιότητά τους. Η ενίσχυση και η επέκταση της καλλιέργειας των δημητριακών στα χωράφια του καταστήματός μας, μας βοήθησε να εκτρέφουμε τα ζώα μας με δικές μας ζωοτροφές, μειώνοντας έτσι το κόστος εκτροφής τους. Σεβόμενοι την ιστορία του καταστήματός μας ως της πρώτης γεωπονικής σχολής που καθιέρωσε την καλλιέργεια πατάτας, επεκτείναμε την καλλιέργειά της, με αποτέλεσμα πολύ ενθαρρυντικό.

Η ύπαρξη κτιριακών εγκαταστάσεων (παλαιών σφαγείων) μάς δίνει τη δυνατότητα να σκεφτούμε ότι θα μπορούσαμε να επαναλειτουργήσουμε τα σφαγεία σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και να εξυπηρετούμε και πολίτες, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα επιπλέον έσοδο στο γεωργικό μας ταμείο.

Επιπλέον, ζητάμε να εξετασθεί το ενδεχόμενο να ενισχυθούν τα ημερομίσθια των κρατουμένων που εργάζονται στο αρτοποιείο και στις αποθήκες της αγροτικής φυλακής, καθόσον οι κρατούμενοι αυτοί εργάζονται πολλές ώρες (από τα ξημερώματα) και λαμβάνουν ένα ημερομίσθιο, ενώ θα μπορούσαν να λαμβάνουν ένα και μισό (1 & ½), έτσι ώστε να προτρέπονται οι κρατούμενοι από τις κλειστές φυλακές να μεταχθούν στο κλειστό τμήμα της αγροτικής φυλακής με μεγαλύτερο ημερομίσθιο.

Θεωρούμε ότι θα ήταν σημαντικό εκ μέρους και των άλλων Διευθύνσεων των καταστημάτων κράτησης της Ελλάδας το έργο της ενίσχυσης των ατόμων που πληρούν τις προϋποθέσεις να εργαστούν στις αγροτικές φυλακές και έχουν κάποια εμπειρία σε μια τέχνη, έτσι ώστε να μπορούμε, αφού υφίσταται ο εξοπλισμός στα συνεργεία μας, να φτιάχνουμε π.χ. πινακίδες, επιγραφές, σκεύη, έπιπλα ή και συσκευασίες για άλλες δημόσιες υπηρεσίες ή άλλα σωφρονιστικά καταστήματα.

Η τοποθεσία του Α.Κ.Κ.Ε. Τίρυνθας ακριβώς απέναντι από τον Ο.Α.Ε.Δ. Αργολίδας μάς έχει οδηγήσει στη σκέψη ότι θα μπορούσαμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο οι εξωτερικοί κρατούμενοι που λαμβάνουν άδειες και επιθυμούν να αποκτήσουν πιστοποίηση σε κάποια τέχνη, να μπορούν να συμμετέχουν στα μαθήματα και στα εργαστήρια του Ο.Α.Ε.Δ.

Στις βλέψεις μας για το μέλλον είναι να διατηρήσουμε όλα τα παραπάνω προϊόντα μας σε καλή ποιότητα και σε αρεστή ποσότητα. Σκοπός μας είναι να ενισχύσουμε, πέρα από τον πρωτογενή τομέα, τον τομέα της συσκευασίας και μεταποίησης των προϊόντων μας, έτσι ώστε να γίνουμε ακόμα πιο ανταγωνιστικοί σε αυτά. Βέβαια, η δημιουργία ενός συσκευαστηρίου μαζί με σφαγείο προϋποθέτει κάποιο οικονομικό κόστος για τα επόμενα έτη, αλλά θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο θα μπορέσουμε να το αποσβέσουμε σχετικά γρήγορα.

Προτροπή όλων μας είναι μια αντεγκληματική πολιτική που κάνει επίκληση «στη δύναμη της αλληλεγγύης και στη διαπαιδαγώγηση της εμπιστοσύνης στον άνθρωπο» [4]. Γνώμονας για τη συνέχιση του έργου μας είναι μια αντεγκληματική πολιτική που θα βασίζεται στην αειφόρο ανάπτυξη του κοινωνικού ιστού και θα εμπεριέχει τον σωφρονισμό συνδυάζοντάς τον με παραγωγική εργασία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Marc Ancel: Η νέα κοινωνική άμυνα, κεφάλαιο VI «Η νέα κοινωνική άμυνα σύμφωνα με την θετική και εποικοδομητική της έποψη», σ. 391 κ.ε., μετ. Η. Σαγκουνίδου – Δασκαλάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1995.

[2] Διοικητήριο: το κτίριο στο οποίο στεγάζονται σήμερα τα γραφεία της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας. Ονομάζεται έτσι λόγω μιας μεγάλης επιγραφής που υπάρχει σε αυτό, στην οποία αναγράφεται η συγκεκριμένη αυτή λέξη.

[3] Άνω γραμμή – κάτω γραμμή: Όροι που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση μεταξύ του ορεινού και του παραθαλάσσιου τμήματος, τα οποία διαχωρίζονται με την παλαιά εθνική οδό Αθηνών – Ναυπλίου. Επ’ αυτών βρίσκονται και θέσεις φύλαξης, στις οποίες τοποθετούνται μέλη του φυλακτικού προσωπικού για την άσκηση καθηκόντων επιτήρησης.

 [4] Βλ. Mireille Delmas – Marty: «Πρότυπα και τάσεις αντεγκληματικής πολιτικής», μετ. Χ. Ζαραφωνίτου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1991, σ. 162.

 

Ευαγγελία Κατερίνη

Προϊσταμένη Διευθύνσεως Αγροτικού

Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας

Περιοδικό «Οιονεί…Κρατούμενος», περιοδική έκδοση για τις φυλακές και το σωφρονιστικό σύστημα η οποία πραγματοποιείται με τη στήριξη της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΣΥΕ), Αρ. Φύλλου 19, Μάρτιος- Απρίλιος- Μάιος, 2015.


Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης.


 

 

Στα πλαίσια ευρύτερης εργασίας μου, που περιέλαβε αποδελτίωση βι­βλιογραφίας και πολυετή έρευνα σε αρχειακές πηγές, στην Ελλάδα και στο Παρίσι, βρέθηκα να εξετάσω, παρεμπιπτόντως, τη σχέση του Κα­ποδίστρια με την πόλη του Άργους, σχέση που αποδεικνύεται άμεση και συνεχής. Σε άλλη μελέτη μου [1] έδειξα την προσωπική ανάμιξη του Κυ­βερνήτη στο σχεδιασμό και στην ανέγερση δημοσίων κτηρίων στην πόλη αυτή, σε επιμέρους μελέτες που ήδη προγραμμάτισα τη δημοσίευση τους, με αντικείμενο τα δημόσια κτήρια και του Άργους, η ανάμιξη αυ­τή θα φανεί σε όλες τις λεπτομέρειες της [2], ενώ σε χωριστό άρθρο που ετοιμάζω για προσεχές τεύχος του «Ελλέβορου» θα αναφερθώ στην ορ­γάνωση και διεξαγωγή της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 στο Άργος.

Στο παρόν άρθρο έχω συγκεντρώσει τις βεβαιωμένες και διασταυρω­μένες πληροφορίες για τις επισκέψεις και τη διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος, από το 1828 μέχρι τη δολοφονία του (27-9-1831). Λίγους μήνες, λοιπόν, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα (7-1-1828) και ενώ η έδρα της Κυβερνήσεως και, επομένως, η «κύρια κατοικία» του Κυβερνή­τη, μέχρι το φθινόπωρο του 1829 (οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στο Ναύ­πλιο), βρισκόταν στην Αίγινα, δεν είχε ακόμα οριστικά αποφασιστεί αν η μεταφορά της πρωτεύουσας θα γινόταν στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Τού­το φαίνεται από ενέργειες του πρώτου συμβουλευτικού σώματος που ιδρύθηκε επί Καποδίστρια, του «Πανελληνίου», αλλά και από έγγραφα του ίδιου. Έτσι, από απάντησή του στο τελευταίο, με ημερομηνία 21-8-1828 [3], πληροφορούμαστε ότι είχε λάβει έγγραφο του Πανελληνίου της προηγουμένης (με αρ. 35), στο οποίο εκφραζόταν η επιθυμία να γίνει μεταφορά της πρωτεύουσας σε μία από τις δυο πόλεις, πράγμα που εκ­φράστηκε και «δια ζώσης», από τον Α. Δεληγιάννη και τον Ζαΐμη, «Προβούλους» (μέλη) του Πανελληνίου, που και του εγχείρησαν το έγ­γραφο αυτό. Ο Κυβερνήτης απαντούσε ότι ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταφορά, αλλά ότι επρόκειτο για σημαντικό θέμα με το οποίο όφει­λε να ασχοληθεί η Κυβέρνηση, όπως επίσης και ότι «εις ολίγον διάστημα καιρού» θα έπρεπε να βρεθεί κατοικία για τον ίδιο στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Στην τοπική ιστορική μνήμη, όπως παρέμεινε ζωντανή μέσα από τα γραπτά σοβαρών λογίων, πέρασε το γεγονός ότι ο Καποδίστριας επι­σκεπτόταν κατά καιρούς και διέμενε στο Άργος. Έτσι, ο Βαρδουνιώτης, στο έργο του «Καταστροφή του Δράμαλη» [4], αναφέρει ότι «Ο Κυ­βερνήτης Καποδίστριας ετίμα εξόχως και υπερηγάπα τον Τσώκρην. Ως εκ τούτου, οσάκις ήρχετο εις Άργος, τούτο δε έπραττε συνεχώς, διέμενεν εις την οικίαν του Τσώκρη, εν η τω παρεχωρήθη αίθουσα, η νοτιοδυ­τική, και σώζεται εν μικρόν γραφείον του Κυβερνήτου, ως πολύτιμον κειμήλιον της οικογενείας». Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται, κατά λέξη, από τον Κ. Ολύμπιο, σε μεταγενέστερο άρθρο του [5].

Ας δούμε, όμως, κατά χρονολογική σειρά, τις βεβαιωμένες επισκέψεις του Καποδίστρια στο Άργος, οπότε και θα διευκρινισθεί το θέμα της παραμονής και φιλοξενίας του στο σπίτι του Τσώκρη. Με έδρα την Αίγι­να, η επαφή και παραμονή στην Αργολίδα γινόταν συνήθως με πλοίο, που έπιανε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου, στο οποίο επισκευές είχε φροντίσει να γίνουν ο Φρούραρχος της πόλης Χάιντεκ [6].

Η πρώτη επίσκεψή του στο Άργος μαρτυρείται από δημοσίευμα της τότε εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δη­λαδή της «Γενικής Εφημερίδος», τον Απρίλιο του 1828 [7]. Σε αυτό αναφέ­ρεται ότι:

 

«Ο Κυβερνήτης επέρασε την νύκτα εις το χωρίον Άγιον Γεώργιον, και την 6 (Απριλίου) έφθασεν εις το Άργος, όπου έμεινεν έως σήμερον πολλά πρωί. Ενησχολήθη επίσης εις το να επισκεφθή καθ’ όλα της τα μέρη ταύτην την πόλιν, ήτις εξέρχεται καθ’ ημέραν εκ των ερειπίων της, και ήτις παριστάνει δια της κινήσεως της φιλοτεχνίας και του εμπορίου πολλά παρηγορητικόν θέαμα. Ο Κυβερνήτης έδωκεν επίσης και εις το Άργος διαφόρους ακροάσεις, και εδέχθη πολλάς αναφοράς. Κατά δε την 8 ώραν το πρωί (Σημ. Σ. της 11 Απριλίου, δηλαδή μετά πέντε μέρες παραμονής στο Άργος) έφθασεν εις Ναύπλιον».

 

Σημειώνω ότι, τότε, το σπίτι του Δημ. Τσώκρη είχε οικοδομηθεί, τουλάχιστο κατά κύριο μέρος του, στην πόλη [8].

Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε [9] ότι από τις 7 Ιου­λίου είχε επιβιβαστεί ο Καποδίστριας στο ρωσικό πλοίο «Αζόφ», ότι στις 8 έφτασε στη Μεσσηνία κι ότι από κει, δια ξηράς, έφτασε στις 13 στους Μύλους. «Αποφασίσας να κάμη την οδοιπορίαν του δια ξηράς εις Ναύπλιον, δια να επισκεφθή τας κατειρηπωμένας πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου». Και ασφαλώς, τότε, θα πέρασε από το Άργος, δεδομέ­νου ότι η επαφή από Μύλους προς Ναύπλιο γινόταν οδικά μέσω Άρ­γους, αφού δεν υπήρχε παραλιακός δρόμος και, επιπλέον, από πολλές γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι τα έλη στην παραλία Μύλων – Ναυπλίου ανέδιδαν τόσην αποφορά, που πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί ομαλή πορεία από την παραλία. Στις 16 έφτασε στην Ελευσίνα.

Για το 1829, και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερί­δας [10], φαίνεται να είχε επισκεφθεί ο Καποδίστριας πρόσφατα το Άργος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, ενώ λίγες μέρες αργότερα (Απρίλιος) οι Αργείοι, πρώτοι από τους κατοίκους όλων των άλλων πόλεων και με την προοπτική της σύγκλισης της Δ’ Εθνοσυνέλευσης στην πόλη, τον εξέλεξαν ομόφωνα πληρεξούσιό τους, σε «εκλεκτικήν συνέλευσιν».

Κατά την προετοιμασία της Εθνοσυνέλευσης, ο Κυβερνήτης ασχολεί­ται προσωπικά με το θέμα του καταλύματος του στο Άργος, που είναι το σπίτι του Δ. Τσώκρη. Έτσι, σε έγγραφό του της 30 Μαΐου [11], γράφει: «Διατάττεται ο παρ’ ημίν κύριος Σκαρλάτος Παπαρρηγόπουλος να μέ­τρηση εις τον πολιτικόν αρχιτέκτονα κύριον Θ. Βαλλιάνον γρόσια χίλια, γρ. 1.000, δια να συμπληρωθώσιν αι αναγκαίαι επιδιορθώσεις της εν Άργει οικίας του Τζόκρη, ήτις είναι προσδιορισμένη εις χρήσιν μας». Συναφής προς αυτό είναι η αναγραφή, με αύξοντα αριθμό 213, σε ανα­λυτική κατάσταση εξόδων του Χάιντεκ, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1829 [12], δαπάνης 2280 πιάστρων, «για το σπίτι της Α.Ε. του Προέδρου στο Άργος» (η αναγραφή στα γαλλικά). Εξάλλου, με το με αρ. 4963 έγγρα­φο του, της 11 Ιουνίου [13], ο Γραμματέας της Επικρατείας (αντίστοιχος προς τον σημερινό πρωθυπουργό) Ν. Σπηλιάδης, πληροφορεί τους Εκτά­κτους Επιτρόπους και τους Προσωρινούς Διοικητές ότι «Κατ’ επιταγήν της Α.Ε. του Κυβερνήτου, υπ’ αριθ. 12883, η Γενική Γραμματεία μετα­βαίνει περί τας 25 του ήδη μεσούντος εις Άργος, και θα παραμείνη εκεί καθ’ όλην την διάρκειαν της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως», δηλαδή μεταφέ­ρεται στο Άργος και το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματα του [14], αναφέρει σχετικά ότι ο Κυβερνήτης «έστειλε και μένα και εκατέβηκα και εγώ εις το Άργος, και εβγήκε και ο Κυβερνήτης και κόνευσε εις του Τσώκρη το σπίτι». Το ότι ο Καποδίστριας, σε όλη τη διάρκεια της Δ’ Εθνοσυνέλευ­σης, διέμεινε στο Άργος επιβεβαιώνεται και από τα κείμενά του Bory de Saint Vincent.

Στο πρώτο [15], γράφει ότι «Ο Πρόεδρος διέμενε τότε στο Άργος (Σημ. Σ. τον Ιούλιο του 1829), όπου βιάστηκα να μπω στην ακολουθία που τον συνόδευε, όταν άνοιξε τις εργασίες του Πανελληνίου (sic, εννοεί της Εθνοσυνέλευσης), σ’ ένα από τα παλαιότερα αρχαία θέα­τρα». Στην λεπτομερέστερη «Αφήγησή» του για το ταξίδι της γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελλοπόννησο [16], βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τον Καποδίστρια και τη διαμονή του στο Άργος. Συ­γκεκριμένα αναφέρει ότι στις 13 Ιουλίου, μ’ ένα από τα καλύτερα άλογα του Χάιντεκ, πήγε στον αρχηγό του κράτους, «που τότε διέμενε στο Άργος (…). Ο κ. Καποδίστριας, αρχίζοντας κάθε πρωί να εργάζεται στις τέσσερεις η ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του όταν με ανήγγειλαν στις έξι». Και παρακάτω αναφέρει ότι «Το σπίτι που οικοδόμησαν για τον πρόεδρο (sic), μικρό αλλά βολικό, με ένα όροφο και άνετη διάταξη στο εσωτερικό του, ήταν το μόνο στο Άργος το οποίο θα δεχόταν, για εξοχική κατοικία, ο υποδεέστερος των επικεφαλής του γραφείου ενός των υπουργών μας. Με την ταπεινή αλλά κομψή μορφή του και με την καθα­ριότητά του μου θύμισε εκείνους τους πύργους τραπουλόχαρτων που κα­νονικοί αστοί θέλουν να κτίσουν στα κτήματά τους και αριθμός από τους οποίους αυξάνει γρήγορα στα προάστεια του Παρισιού, ιδιαίτερα γύρω στο δάσος της Βουλόνης» (οι αναγνώστες ας έχουν υπόψη τους το σύγ­χρονο χάλι του «Τσώκρειου»…). Και για την ίδια την πόλη του Άργους σημειώνει ότι, όταν την επισκέφθηκε, δεν ήταν κατά κυριολεξία πόλη, αλλά μεγάλη κωμόπολη, με πληθυσμό καθώς έλεγαν οκτώ χιλιάδων κα­τοίκων, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα, δίχως μόνιμη κατοικία, ζούσαν σε υπόστεγα.

Η «Γεν. Εφημερίς» της 13 Ιουλίου [17] αναφέρει ότι, στις 11 Ιουλίου, ο Κυβερνήτης, πεζός και δίχως φρουρά, πήγε με τους πληρεξουσίους, στις 5 το πρωί, στη λειτουργία (στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου) και μετά πέρασαν στο διαρρυθμισμένο για την Εθνοσυνέλευση χώρο του αρ­χαίου θεάτρου. Άνοιξε τις εργασίες της Συνέλευσης και, στις 7 το πρωί, «απήλθεν έφιππος εις την οικίαν του».

Μετά ένα, περίπου, μήνα έγινε το κλείσιμο των εργασιών της Συνέ­λευσης. Όπως αναφέρει η «Γεν. Εφημερίς» της 7 Αυγούστου [18], «Χθες έγινεν η απόλυσις της Εθνικής Συνελεύσεως. Από την 5 ώραν το πρωί οι πληρεξούσιοι ήσαν συνηγμένοι εις το συνέδριον. Πλήθος θεατών κατείχε το θέατρον και την παρακειμένην πεδιάδα. Εν ημίταγμα πεζικού, μία ίλη ιππικού και η εθνική φρουρά περιεστοίχουν τον δρόμον και τον υπέρ το θέατρον λόφον. Προαγορεύσαντος λοιπόν του Προέδρου της Συνελεύσεως ότι η πρώτη περίοδος των εργασιών αυτής ετελείωσεν, εστάλη εννεαμελής επιτροπή εις την οικίαν του Εξοχωτάτου Κυβερνήτου να τον προσκαλέση να υπάγη να απολύση την σύνοδον». Ο Καποδίστριας, συνο­δευόμενος από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου «και τινας άλλους των ευδοκίμων» (μεταξύ τους ο Μιαούλης και ο στρατηγός Τρεζέλ, αρ­χηγός του στρατού), έφτασε στο αρχαίο θέατρο, κάθησε στην προεδρική έδρα και μετά από λίγο εκφώνησε τον λόγο του, που η εφημερίδα δημο­σιεύει παρακάτω.

Με νέο έγγραφό του, προς τους ίδιους παραλήπτες, ο Σπηλιάδης τους κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου, ότι στις αρχές της προσεχούς εβδομά­δας, η κυβέρνηση θα ξαναγύριζε στην Αίγινα [19]. Στις 29 Αυγούστου, σε αναλυτικό λογαριασμό τους Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κ. Ράδου, για τα έξοδα που έγιναν, με διαταγή του Καποδίστρια, για την Εθνοσυ­νέλευση, σημειώνεται το ποσό των 17522 γροσιών και 23 παράδων για τα έργα που έκανε ο Βαλλιάνος στη διαμόρφωση του αρχαίου θεάτρου («δια την οικοδομήν του Συνεδρίου») και «δι’ επισκευήν της οικίας εν η εκατοίκησεν η Α. Εξοχ.», σύμφωνα με τον λογαριασμό του Βαλλιάνου.

Όπως αναφέραμε, από τον Οκτώβριο του 1829 η Διοίκηση αρχίζει να μετακομίζει στο Ναύπλιο. Νέες αναφορές, γραπτές εννοείται, για διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος έχουμε, πάλι, στη «Γεν. Εφημερί­δα». Έτσι αναφέρει [20] ότι, στο τέλος της περιοδείας του στην Πελοπόννη­σο, ο Κυβερνήτης φτάνει στο Άργος στις 31 Οκτωβρίου, όπου διανυκτε­ρεύει, και το μεσημέρι της 1 Νοεμβρίου μπαίνει στο Ναύπλιο. Προς το τέλος του μήνα ξαναγυρίζει στο Άργος και διαμένει εκεί. Στη στήλη «Εγχώριοι ειδήσεις» της ίδιας εφημερίδας, της 29 Νοεμβρίου [21], αναφέ­ρεται ότι «Από την Δευτέραν της παρούσης εβδομάδος ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης διατρίβει εις Άργος. Σήμερον ήλθε να περάση ώρας τινάς ενταύθα (ενν. στο Ναύπλιο) προς ενέργειαν των αξιόλογων υποθέσεων, περί τας οποίας ανενδότως καταγίνεται, και αυθημερόν επέστρεψεν εις την πόλιν εκείνην». Στο επόμενο φύλλο της[22], στην ίδια στήλη, πληροφο­ρεί ότι, την προηγουμένη, ο Καποδίστριας επέστρεψε στο Ναύπλιο.

Το 1830, ο Καποδίστριας συνεχίζει να μεταβαίνει και να διαμένει στο Άργος, όπου είχαν κτίσει σπίτια επιφανείς της αντιπολίτευσης, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο άγγλος στρατηγός Ρ. Τσερτς και ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκινς. Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε ότι, κατά το επόμενο έτος, το βράδυ της 10 Ιουνίου 1831, ο Καποδίστριας πάει στο Άργος [23], για τα εγκαίνια του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, που γίνο­νται το πρωί της 11 Ιουνίου. Στα εγκαίνια αυτά δόθηκε μεγάλη επιση­μότητα [24]. Μαρτυρία της ίδιας εφημερίδας [25] αναφέρει νέα επίσκεψη του στις 13 Ιουλίου, και ότι επιστρέφει στο Ναύπλιο την επομένη το βράδυ.

Τελευταία αναφορά της εφημερίδας αυτής, για άλλη επίσκεψη του Καποδίστρια στο Άργος, υπάρχει στα τέλη Αυγούστου [26], όπου γίνεται μνεία για μετάβασή του στην πόλη το δειλινό της 27 Αυγούστου, καθώς και επιστροφή του στο Ναύπλιο το βράδυ της 28, δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συχνή επαφή του Καποδίστρια με την πόλη του Άργους, της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούσε και, συχνά, συνέβαλε στη διαμόρφωσή της. Στο Άργος σαφώς υπερείχαν οι φιλοκαποδιστριακοί, με επικεφαλής τον Δ. Τσώκρη, αν και είχαν μετα­κομίσει επιφανείς αντικαποδιστριακοί που, σύμφωνα με μαρτυρία του ί­διου του Καποδίστρια, δεν έπαυαν να συνωμοτούν εναντίον του. Η δη­μιουργία «Παλατιού της Κυβερνήσεως» και στο Άργος (το σημερινό «Καλλέργειο») επισημοποίησε την παρουσία της κυβέρνησης στην πόλη αυτή, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δημιουργία των Στρατώνων του Κα­ποδίστρια και του συγκροτήματος των κτηρίων του «Δημοσίου Κατα­στήματος» (σημερινού Δημαρχείου και των δύο παρακειμένων κτηρίων). Πιθανώς στο Άργος να έβρισκε την απαραίτητη ανάσα από την εντατι­κή εργασία του και από τα καθημερινά κρατικά καθήκοντα. Η είδηση της 29-11-1829, στη «Γεν. Εφημερίδα», που ήδη αναφέραμε, ακριβώς αυτό μας αφήνει κα υποθέσουμε.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Βλ. τη μελέτη μου στα γαλλικά «Ο Καποδίστριας και ο σχεδιασμός του Άργους» στο «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, συμπλήρωμα VI, «Αργειακές Μελέτες», 1980.

[2] Βλ. ήδη τους «Στρατώνες Καποδίστρια στο ‘Αργος», στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τόμος 13, 1979 και σειρά άρθρων στο περιοδικό «Αρχαιολογία» (1989 και 1990).

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Γεν. Γρ., φ. 114.

[4] Εκδόθηκε το 1915, σελ. 251-252.

[5] Σε τμήμα σειράς άρθρων του, με τον γενικό τίτλο «Περί την Εκατονταετηρίδα», Δ’ Συνέχεια, για την οικογένεια Τσώκρη, στην εφημ. «Τελέσιλλα», 1-6-1930.

[6] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.11.

[7] Φύλλο της 11- 4 – 1828, αρ. 25, σελ.105.

[8] Βλ. ειδικότερες παρατηρήσεις και πληροφορίες στη μελέτη μου «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο ‘Αργος», στα «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», 1980.

[9] Φ. της 18-7-1828, αρ. 51, σελ. 209.

[10] Φ. της 6-4-1829, αρ. 27, σελ. 105.

[11] ΓΑΚ, Γεν. Γρ., φ. 203.

[12] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.47.

[13] ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ, και Πρ. Δ., φ.83.

[14] ‘Εκδ. μηνιαίου «Νέου Κόσμου», 1934, σελ. 95.

[15] Πρώτος της «EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE», Παρίσι, 1836, σελ. 467.

[16] Τόμος 2ος , Παρίσι, 1837-8, σελ. 391-406.

[17] Αρ. φ. 49.

[18] Αρ. 54 σελ. 220.

[19] Εγκύκλιος αρ. 6189, ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ. και Πρ, Δ., φ. 85.

[20] Φύλλο της 1 Νοεμβρίου, αρ. 86. Η ίδια πληροφορία και στο φ. της 15 Νοεμβρίου.

[21] Αρ. 93-94, σελ. 441.

[22] Αρ. 95, της 3 Δεκεμβρίου. Η ανταπόκριση από το Ναύπλιο, με ημερομηνία 2-12-29.

[23] Φ. της 13-6-1831, αρ. 44, σελ.247.

[24] Βλ. σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος» (29/8 και 4/9/1984). Ο Καποδίστριας αναφέρεται στο γεγονός, σε επιστολή του προς τον έλληνα επιτετραμ­μένο στο Παρίσι, Σούτζο, με ημερομηνία 15-6-1831 (δημοσιεύθηκε στον Δ’ τόμο των Ε­πιστολών του).

[25] Φ. της 15-7-1831, αρ. 53.

[26] Φ. της 29-8-1831, σελ. 414.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 * Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 84-90, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Διαβάστε ακόμη: Ιωάννης Καποδίστριας

 

Read Full Post »

«Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)». Νίκος Φ. Τόμπρος, ΚΔ’ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 30,31 Μαΐου – 1 Ιουνίου 2003. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη, 2004.


 

 

Ένα από τα ζητήματα που θα πρέπει να επισημάνουμε, ξεκινώντας την δια­πραγμάτευση του θέματος, είναι πως τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου της Αί­γινας χαρακτηρίζουν δυο περίοδοι, οι οποίες σχετίζονται τόσο με την έδρα του ιδρύματος, όσο και με τα μέτρα που υιοθετήθηκαν γι’ αυτό από την πλευρά των κυ­βερνήσεων, Καποδίστρια, Αντιβασιλείας, Όθωνα. Η πρώτη ξεκινάει τον Μάρτιο του 1829 και ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1834. Την περίοδο αυτή το Ορφανο­τροφείο εδρεύει στην Αίγινα και χαρακτηρίζεται από την παρουσία του Καποδί­στρια αλλά και της Αντιβασιλείας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Στη δεύ­τερη περίοδο (Ιούλιος 1834-1844) έδρα του ιδρύματος είναι το Ναύπλιο, ενώ τη λειτουργία του ρυθμίζουν τα μέτρα της Αντιβασιλείας και αργότερα του Όθωνα.

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε με την πρώτη περίοδο του Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ίδρυμα παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί υπήρξε παράδειγμα άσκησης κοινωνικής πολιτικής καθώς ήταν το πρώτο φι­λανθρωπικό κατάστημα στην Ελλάδα, στο οποίο στεγάστηκαν τα περιπλανώ­μενα και απροστάτευτα παιδιά που δημιούργησε η Επανάσταση, αλλά και για­τί, σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η οργάνωσή του θα αποτελούσε υπόδειγμα της φιλανθρωπίας του και κυρίως του εκπαιδευτικού του συστήματος που ευ­ελπιστούσε να εφαρμόσει στο νεοσύστατο κράτος. Επειδή όμως το θέμα του Ορφανοτροφείου και η λειτουργία του εμπλέκονται, από το 1833 με την διοί­κηση της χώρας από την Αντιβασιλεία, επιχειρείται μια προσπάθεια να κατα­νοήσουμε τους λόγους που η Αντιβασιλεία επέλεξε να μεταφέρει το ίδρυμα, τον Ιούνιο του 1834, στο Ναύπλιο. Οι λόγοι της συγκεκριμένης επιλογής, όπως επι­χειρούμε να δείξουμε, σχετίζονται με την πορεία του ιδρύματος στη διάρκεια των ετών 1829-1833.

Το τέλος της δεκαετίας 1820-1830 σηματοδοτείται τόσο από την παρουσία του Καποδίστρια στη διοίκηση της χώρας, όσο και από τις προσπάθειές του να την ανοικοδομήσει, λόγω των καταστροφών που είχε επιφέρει η Επανάσταση, καθιστώντας την κράτος ευνομούμενο και σύγχρονο.

Στα πλαίσια της εσωτερικής του πολιτικής άμεσης προτεραιότητας ενέργει­ες υπήρξαν η Παιδεία και η στέγαση των περιπλανώμενων και απροστάτευτων παιδιών, που προέκυψαν από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, σε ασφαλές μέρος. Για το πρώτο θέμα ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε στον Eynard ότι ήταν δια­τιθέμενος να στηρίξει «την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δύο μεγάλας βάσεις, την εργασίαν και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν», δίνοντας έτσι το στίγμα της εκ­παιδευτικής του πολιτικής. Στο ίδιο κλίμα άλλωστε κινήθηκε και το ΙΑ’ ψήφι­σμα της Δ’ Εθνοσυνέλευσης «περί οργανώσεως της παιδείας εν Ελλάδι». Με το ψήφισμα αυτό η Κυβέρνηση καθιστούσε σαφές ότι ο προγραμματισμός των ενεργειών της για την κοινωνική και πολιτική ανόρθωση της χώρας ήταν επιτα­κτική ανάγκη, ανόρθωση η οποία θα επιτυγχανόταν «δια της ιεράς θρησκείας και της ορθής Παιδείας ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν».

Το δεύτερο θέμα, αυτό της συγκέντρωσης των ορφανών που κυκλοφορού­σαν στην ελληνική επικράτεια, τον απασχολούσε ιδιαίτερα, προτού ακόμα ανα­λάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Είχε επιδείξει μάλιστα το ενδιαφέρον του αποστέλλοντας προσωπικές εκκλήσεις και διαβήματα σε πλούσιους Έλληνες των παροικιών και φιλέλληνες ευρωπαϊκών χωρών στα οποία παρουσίαζε την ανάγκη αφενός της περίθαλψης των ορφανών της Ελλάδας και αφετέρου της εκ­παίδευσής τους. Με τον ερχομό του στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1828, δραστηριοποιήθηκε σε αυτόν τον τομέα, ώστε να δημιουργηθεί το ίδρυμα στο οποίο θα συγκεντρώνονταν τα ορφανά του πολέμου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »