Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Νόμοι’

Το Σύνταγμα του 1844 – Ακρίτας Καϊδατζής


 

Το Σύνταγμα του 1844* αποτελείται από 107 άρθρα κατανεμημένα στα εξής δώδεκα μέρη: «Περί Θρησκείας», «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων», «Περί συντάξεως της πολιτείας», «Περί του Βασιλέως», «Περί διαδοχής και αντιβασιλείας», «Περί της Βουλής και της Γερουσίας», «Περί της Βουλής», «Περί της Γερουσίας», «Περί των Υπουργών», «Περί δικαστικής εξουσίας», «Γενικαί διατάξεις» και «Ειδικαί διατάξεις». Εκτός από το κείμενο του Συντάγματος, η Εθνοσυνέλευση υιοθέτησε επίσης 18 Ψηφίσματα, που ρυθμίζουν διάφορα θέματα και τα οποία έχουν τυπική ισχύ ίδια με αυτή του Συντάγματος. Εξάλλου, στις 18 Μαρτίου 1844, την ίδια ημέρα που δημοσιεύθηκε το Σύνταγμα, η Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον, πρωτοποριακό για την εποχή του, εκλογικό νόμο.

Με τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος ξεκινάει για την Ελλάδα η περίοδος της συνταγματικής μοναρχίας. Στο πολίτευμα αυτό ο βασιλιάς εξακολουθεί να κατέχει τις περισσότερες κρατικές εξουσίες, σε αντίθεση όμως με την απόλυτη μοναρχία βασιλεύει εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα. Βέβαια, ο Όθωνας δεν σεβάστηκε πάντοτε τα όρια αυτά. Ανεξάρτητα από τις παραβιάσεις του Συντάγματος, που και συχνές και σοβαρές υπήρξαν, η περίοδος της απολυταρχίας είχε πάντως παρέλθει ανεπιστρεπτί.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844). Δημοσιεύεται το σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση, που προέκυψε μετά την επανάσταση της Γ΄ Σεπτεμβρίου και με το οποίο καθιερώθηκε η συνταγματική μοναρχία στο ελληνικό κράτος.

 

Η νομική φύση και τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος

 

Όσον αφορά τη νομική φύση του, το Σύνταγμα του 1844 αποτελεί «σύνταγμα–συνάλλαγμα». Έτσι χαρακτηρίζονται τα συντάγματα τα οποία δεν θεσπίζονται από μια κυρίαρχη και αδέσμευτη συντακτική συνέλευση, αλλά αποτελούν προϊόν συμφωνίας του βασιλιά με το έθνος, οι οποίοι έτσι θεωρείται ότι συνάπτουν μεταξύ τους ένα είδος «συμβολαίου».

Φορέας της συντακτικής εξουσίας στην περίπτωση αυτή θεωρείται ο μονάρχης, ο οποίος απλώς δέχεται να αυτοπεριοριστεί και να αυτοδεσμευτεί με Σύνταγμα. Από νομική άποψη, λοιπόν, το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε έργο του βασιλιά, με τον οποίον η Εθνική Συνέλευση απλώς συνέπραξε. Αυτό φαίνεται και από το προοίμιο του Συντάγματος, που αρχίζει με τη φράση: «Όθων, ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» και διακηρύσσει ότι «συνωμολογήθη μεταξύ Ημών και των πληρεξουσίων του Έθνους».

Βέβαια, από πολιτική άποψη, τον κύριο ρόλο στην παραγωγή του Συντάγματος τον είχε η Εθνοσυνέλευση, η οποία προσδιόρισε αυτοτελώς σημαντικά στοιχεία του πολιτεύματος. Εξάλλου, ο μονάρχης δεν παραχώρησε το Σύνταγμα αυτοβούλως, αλλά αναγκάστηκε να ενδώσει στη θέσπισή του μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν στην κατάρτιση του Συντάγματος δεν αναιρούν τον νομικό χαρακτήρα του ως «συντάγματος–συναλλάγματος». Ο χαρακτήρας αυτός αποτυπώνεται άλλωστε και στο περιεχόμενό του, κυρίως με την καθιέρωση της μοναρχικής αρχής.

Πράγματι, η νομική φύση ενός συντάγματος δεν απορρέει μόνο από τον τρόπο παραγωγής του, αλλά εξίσου και από τα κύρια χαρακτηριστικά του πολιτεύματος που αυτό εγκαθιδρύει.

Τα χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1844 μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

α) Καθιερώνει – κι αυτό αποτελεί ίσως το πιο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του – τη μοναρχική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο μονάρχης είναι ο ανώτατος άρχοντας και το κυρίαρχο όργανο του κράτους. Η αρχή αυτή καθορίζει και το χαρακτήρα του πολιτεύματος ως συνταγματικής μοναρχίας.

β) Δεν προβλέπει διαδικασία αναθεώρησης, ανήκει δηλαδή στα λεγόμενα «απολύτως αυστηρά» Συντάγματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία άλλη δυνατότητα κατάργησης, τροποποίησης ή προσθήκης διατάξεων στο Σύνταγμα, παρεκτός εάν ο μονάρχης παραχωρήσει ένα νέο «σύνταγμα-συνάλλαγμα».

γ) Καθιερώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αν και σε αρκετά ατελή μορφή. Η νομοθετική εξουσία «ενεργείται συνάμα» από το Βασιλιά, τη Βουλή και τη Γερουσία. Η εκτελεστική εξουσία «ανήκει» στο Βασιλιά, αλλά ενεργείται από τους υπουργούς που αυτός διορίζει. Η δικαστική εξουσία πηγάζει από το βασιλιά, αλλά «ενεργείται» δια των δικαστηρίων.

δ) Θεσπίζει, δίπλα στην αιρετή Βουλή, ένα δεύτερο – μη αιρετό – νομοθετικό σώμα, τη Γερουσία.

ε) Αναγνωρίζει ευρύτατες εξουσίες στο Βασιλιά, ο οποίος, εκτός από την εκτελεστική εξουσία, έχει ουσιώδη συμμετοχή και στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας. Παράλληλα, προβλέπεται ότι οι υπουργοί ευθύνονται για τις πράξεις του Βασιλιά.

στ) Τέλος, το Σύνταγμα του 1844 ακολουθεί την παράδοση των πρώτων συνταγμάτων της Επανάστασης του 1821 και προστατεύει τις ατομικές ελευθερίες, εμπλουτίζοντας μάλιστα το σχετικό κατάλογο με νέα δικαιώματα, όπως το απόρρητο των επιστολών και το άσυλο της κατοικίας. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να μνημονευθεί και το άρθρο 107 του Συντάγματος, που αφιερώνει την τήρηση του Συντάγματος στον «πατριωτισμό των Ελλήνων».

Συνολικά, και παρά τα φιλελεύθερα στοιχεία του, πρόκειται για ένα σύνταγμα μοναρχικό και συντηρητικό. Ιστορικά πρότυπά του υπήρξαν κυρίως το γαλλικό μοναρχικό σύνταγμα του 1830 και, λιγότερο, το δημοκρατικό βελγικό σύνταγμα του 1831. Σε αρκετά σημεία μάλιστα οι διατάξεις του Συντάγματος του 1844 αποτελούν αντιγραφή των αντίστοιχων διατάξεων των συνταγμάτων αυτών.

 

Οι ρυθμίσεις για τη θρησκεία και τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας

 

 Στην προμετωπίδα του Συντάγματος του 1844 τέθηκε η επίκληση: «Εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Στο σημείο αυτό, η Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου ακολούθησε το πρότυπο των Συνταγμάτων του Αγώνα. Δημιουργήθηκε έτσι μια παράδοση την οποίαν έμελλε να ακολουθήσουν όλα τα κατοπινά συντάγματα της Ελλάδας, με την εξαίρεση του δημοκρατικού Συντάγματος του 1927. Η αναφορά αυτή έχει βέβαια έναν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα: ισοδυναμεί με επίσημη διαβεβαίωση, εν είδει όρκου, ότι όσα συμφωνήθηκαν και αποφασίσθηκαν στο Σύνταγμα είναι θεμελιώδη για την υπόσταση του έθνους και θα τηρηθούν ως τέτοια.

Επίσης κατά το πρότυπο των συνταγμάτων της Παλιγγενεσίας, προτάχθηκε στο συνταγματικό κείμενο το περί θρησκείας κεφάλαιο, που το συνθέτουν δύο άρθρα. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος, επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η ανατολική ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ κάθε άλλη γνωστή θρησκεία είναι ανεκτή και η λατρεία της τελείται ανεμπόδιστα. Ωστόσο, απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και κάθε άλλη επέμβαση κατά της επικρατούσας θρησκείας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας είναι δογματικά ενωμένη με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αλλά διοικητικά αυτοκέφαλη και ανεξάρτητη και διοικείται από Ιερά Σύνοδο Αρχιερέων.

Στις συνταγματικές αυτές διατάξεις αποτυπώνεται η βούληση για αποκατάσταση των σχέσεων κράτους και εκκλησίας, οι οποίες είχαν διαταραχθεί επί αντιβασιλείας, όταν η Εκκλησία της Ελλάδας ανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» και ο βασιλιάς αναγορεύθηκε σε «αρχηγό της Εκκλησίας» (σύμφωνα με το σύστημα του «καισαροπαπισμού»). Το εκκλησιαστικό ζήτημα είχε αποτελέσει μια από τις κύριες πηγές διαμαρτυρίας κατά της αντιβασιλείας. Με το Σύνταγμα του 1844 καθίσταται εφικτή η επανασύνδεση της Εκκλησίας της Ελλάδας με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο βασιλιάς παύει να αποκαλείται «αρχηγός» της. Προς την κατεύθυνση αυτή, το άρθρο 2 του Συντάγματος περιέχει δύο σημαντικές διευθετήσεις. Πρώτον, η Εκκλησία της Ελλάδας διατηρεί διοικητικά το αυτοκέφαλο, παράλληλα όμως διατηρεί και τη δογματική της εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Δεύτερον, η Εκκλησία της Ελλάδας διοικείται από σύνοδο αρχιερέων, καθιερώνεται δηλαδή ένα σημαντικό στοιχείο ανεξαρτησίας της από το κράτος.

Ωστόσο, οι διευθετήσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο που θέτει η επιδίωξη δημιουργίας μιας «εθνικής» εκκλησίας του ελληνικού κράτους. Αυτό το νόημα έχει και ο πανηγυρικός χαρακτηρισμός, στην πρώτη κιόλας φράση του Συντάγματος, της ορθόδοξης Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Η («επίσημη») Εκκλησία της Επικρατείας εντάσσεται στους θεσμούς του κράτους και υποτάσσεται έτσι στο Σύνταγμα και την πολιτική εξουσία. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από ένα τρίτο – και πολύ σημαντικό για τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας – άρθρο του Συντάγματος του 1844. Πρόκειται για το άρθρο 105, το οποίο δεν βρίσκεται στο «περί θρησκείας» πρώτο κεφάλαιο του Συντάγματος, αλλά στο τελευταίο κεφάλαιο («Ειδικαί διατάξεις»). Εκεί προβλέπεται η έκδοση ειδικών νόμων, προκειμένου να ρυθμιστούν, μεταξύ άλλων, τα «περί του αριθμού των Επισκόπων του Κράτους, της εξασφαλίσεως των προς συντήρησιν των κληρικών… και περί των ιερών καταστημάτων και των εν αυτοίς λειτουργούντων ή μοναζόντων», όπως επίσης και «περί των εκκλησιαστικών κτημάτων». Με την αναγνώριση της εξουσίας του νομοθέτη να παρεμβαίνει στα διοικητικά ζητήματα της Εκκλησίας θεσμοποιείται η στενή σύνδεση του κράτους με την Εκκλησία. Πάντως, οι ειδικοί αυτοί νόμοι, παρά τη ρητή συνταγματική επιταγή για έκδοσή τους «όσον ένεστι ταχύτερον», εκδόθηκαν με αρκετή καθυστέρηση και κάλυψαν εν μέρει μόνο τα προς ρύθμιση αντικείμενα. Έτσι, μόλις το 1852 δημοσιεύθηκαν οι νόμοι Σ΄ «Περί Επισκοπών και Επισκόπων και περί του υπό τους Επισκόπους τελούντος κλήρου», και ΣΑ΄ «Νόμος Καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας τη Ελλάδος».

Το Σύνταγμα του 1844, όσον αφορά το εκκλησιαστικό ζήτημα, εμπεριέχει έναν θεμελιώδη συμβιβασμό, ο οποίος άλλωστε αποτυπώνεται και στον δυισμό των κανόνων που ρυθμίζουν τα της Εκκλησίας: Ως προς τα δογματικά και πνευματικά ζητήματα, η Εκκλησία της Ελλάδας είναι ενωμένη με τις άλλες ομόδοξες εκκλησίες και ιδίως με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διέπεται από τους ιερούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Από την άλλη, ως προς τα διοικητικά ζητήματα, θεωρείται Εκκλησία της Επικρατείας, δηλαδή του ελληνικού κράτους, και διέπεται από τους νόμους του. Ο συμβιβασμός αυτός παγιώθηκε με τον «Πατριαρχικό Τόμο» του 1850, με τον οποίον το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδας και αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις. Η ιδιαίτερη σημασία της διευθέτησης του εκκλησιαστικού στο Σύνταγμα του 1844 έγκειται στο ότι οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις σφράγισαν ανεξίτηλα την ελληνική συνταγματική ιστορία και έμελλε να επαναληφθούν, με επουσιώδεις τροποποιήσεις, σε όλα τα Συντάγματα που ακολούθησαν, όπως άλλωστε και στο ισχύον Σύνταγμα του 1975/1986/2001.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας

 

Το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας, που καθιερώνει ο Καταστατικός Χάρτης του 1844, αντιδιαστέλλεται τόσο προς την βαυαρική και οθωνική απολυταρχία (1832-1843), που ήταν μια απεριόριστη μοναρχία, όσο και προς τη βασιλευόμενη δημοκρατία, η οποία καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1864 και διήρκεσε, με μικρά διαλείμματα, μέχρι το 1967.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Η μοναρχική αρχή και ο θεσμικός ρόλος του βασιλιά

 

Το πολίτευμα χαρακτηρίζεται από την ισχύ της μοναρχικής αρχής. Σύμφωνα μ’ αυτήν η κυριαρχία ανήκει στον μονάρχη, που αναγνωρίζεται ως φορέας και πηγή της κρατικής εξουσίας. Ο μονάρχης είναι «ιερός» και «απαραβίαστος», δεν είναι απλώς ο ανώτατος άρχοντας (δηλαδή ο αρχηγός του κράτους), αλλά το κυρίαρχο όργανο του κράτους. Υπέρ του μονάρχη συντρέχει το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Αυτό σημαίνει ότι είναι αρμόδιος για κάθε ζήτημα που δεν ανήκει ρητώς στην αρμοδιότητα άλλου κρατικού οργάνου. Ως το ανώτατο όργανο του κράτους, αποδέχεται εκείνους μόνο τους περιορισμούς της εξουσίας του που είναι ρητά διατυπωμένοι στο Σύνταγμα.

Το Σύνταγμα, άλλωστε, απονέμει ευρύτατες και σημαντικότατες εξουσίες στον βασιλιά, ο οποίος συμμετέχει και στις τρεις λειτουργίες της κρατικής εξουσίας: νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Καταρχάς, αποτελεί τον κύριο παράγοντα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, του «ανήκει». Ο βασιλιάς διορίζει και παύει χωρίς κανένα περιορισμό τους υπουργούς «του». Επίσης, διορίζει και παύει τους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ εκδίδει και τα αναγκαία διατάγματα για την εκτέλεση των νόμων. Εξάλλου, ο βασιλιάς χαρακτηρίζεται ως ο «ανώτατος Άρχων του Κράτους», αποτελεί δηλαδή συμβολικά την κεφαλή του κρατικού μηχανισμού. Είναι αυτός που άρχει των ενόπλων δυνάμεων, κηρύσσει πόλεμο και συνομολογεί διεθνείς συνθήκες.

Παράλληλα, ο βασιλιάς αποτελεί σημαντικό παράγοντα της νομοθετικής λειτουργίας. Έχει, μαζί με τη Βουλή και τη Γερουσία, την αρμοδιότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας, μπορεί δηλαδή να συντάσσει και να υποβάλλει στη Βουλή προτάσεις νόμου προς συζήτηση και ψήφιση. Έχει ακόμη, επίσης μαζί με τη Βουλή και τη Γερουσία, δικαίωμα αναβλητικής αρνησικυρίας, μπορεί δηλαδή να απορρίψει μια πρόταση νόμου, οπότε αυτή δεν μπορεί να υποβληθεί ξανά στην ίδια βουλευτική σύνοδο, αλλά σε κάποια επόμενη. Η βασική νομοθετική αρμοδιότητα του βασιλιά είναι να κυρώνει και να δημοσιεύει τους νόμους μετά την ψήφισή τους από τη Βουλή. Έμμεσα, εξάλλου, ο βασιλιάς συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας με το να διορίζει χωρίς περιορισμό τα μέλη της Γερουσίας, ενώ διαθέτει και την αρμοδιότητα διάλυσης της Βουλής.

Τέλος, ο βασιλιάς είναι παράγοντας και της δικαστικής εξουσίας. Πέρα από την, συμβολικής κυρίως σημασίας, διακήρυξη ότι η δικαιοσύνη «πηγάζει» απ’ αυτόν και ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται «εν ονόματί του», έχει και ορισμένες ουσιαστικές δικαστικές αρμοδιότητες. Πρόκειται βασικά για την αρμοδιότητα απονομής χάριτος, δηλαδή το προνόμιο να χαρίζει, να μεταβάλλει ή να ελαττώνει ποινές που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια. Εξάλλου, ο βασιλιάς διορίζει και τους δικαστές.

Παράλληλα με τις παραπάνω τρεις λειτουργίες, έχει και μια τέταρτη λειτουργία, ως ρυθμιστής του πολιτεύματος (ρυθμιστική λειτουργία). Στο πλαίσιο αυτό, ο βασιλιάς εκδίδει τα διατάγματα για το διορισμό και την παύση της κυβέρνησης, για την τακτική ή έκτακτη σύγκληση της Βουλής και της Γερουσίας, καθώς και για τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών.

Βέβαια, οι παραπάνω εξουσίες του βασιλιά είναι πλέον εξουσίες συνταγματικά ρυθμισμένες. Η άσκησή τους οριοθετείται από την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή του «ανεύθυνου» του βασιλιά και της αρχής που απαιτεί την προσυπογραφή των πράξεών του. Ο βασιλιάς, ως πρόσωπο ιερό και απαραβίαστο, θεωρείται ότι δεν φέρει ευθύνη για τις πράξεις του. Την (πολιτική) ευθύνη την αναλαμβάνουν οι υπουργοί «του». Για τον λόγο αυτό, καμία πράξη του βασιλιά δεν ισχύει και δεν εκτελείται, αν δεν προσυπογράφεται από τον αρμόδιο (και υπεύθυνο) υπουργό. Έτσι, δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να «λογοδοτήσει» ή να δικαστεί ο βασιλιάς για οποιαδήποτε πράξη του. Αντ’ αυτού την ευθύνη φέρουν οι υπουργοί του: η Βουλή μπορεί να τους κατηγορήσει και τότε δικάζονται από τη Γερουσία (που, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί κατ’ εξαίρεση ως «δικαστήριο»). Για τη ρύθμιση της σχετικής διαδικασίας, μάλιστα, το Σύνταγμα προβλέπει την έκδοση ειδικού νόμου «περί ευθύνης των Υπουργών».

Με τις αρχές του ανεύθυνου και της προσυπογραφής συντελείται μια στοιχειώδης μετατόπιση από τις εξουσίες του μονάρχη στις αρμοδιότητες του υπουργικού συμβουλίου. Παράλληλα, με τη θέσπιση ποινικής ευθύνης των υπουργών εισάγεται έμμεσα και εν τοις πράγμασι ένας στοιχειώδης έστω «κοινοβουλευτικός έλεγχος» της κυβέρνησης. Οι θεσμοί αυτοί επέτρεψαν στη Βουλή να διεκδικήσει έναν ουσιαστικότερο πολιτικό ρόλο και δημιούργησαν ένα πρώιμο κοινοβουλευτικό «κλίμα». Βέβαια, η απόσταση από ένα πραγματικό κοινοβουλευτικό σύστημα (όπου η κυβέρνηση και οι υπουργοί εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της Βουλής) είναι ακόμη μεγάλη, όσο οι προσυπογράφοντες και υπεύθυνοι υπουργοί παραμένουν πρόσωπα της απόλυτης επιλογής του βασιλιά.

 

Τα δύο σώματα του κοινοβουλίου: Βουλή και Γερουσία

 

Στην Ελλάδα κοινοβούλιο συγκροτείται ουσιαστικά για πρώτη φορά το 1844, παρόλο που «Βουλευτικόν», δηλαδή ένα συλλογικό αντιπροσωπευτικό σώμα που «βούλεται» και «νομοθετεί», προβλεπόταν ήδη από το Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822. Το Σύνταγμα του 1844 θεσπίζει σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων, Βουλή και Γερουσία. Τέτοιο σύστημα είχε για πρώτη φορά προβλεφθεί, χωρίς βέβαια να εφαρμοστεί, στο λεγόμενο «ηγεμονικό» Σύνταγμα του 1832.

Η Βουλή είναι αιρετό σώμα. Τα μέλη της, που δεν μπορούν να είναι λιγότερα από 80, εκλέγονται για τρία χρόνια από τους πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο. Η εκλογή της Βουλής αποτελεί την πιο σημαντική μορφή συμμετοχής του λαού στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και, για τον λόγο αυτό, κορυφαίο δημοκρατικό στοιχείο του Συντάγματος. Το Σύνταγμα μάλιστα προβλέπει, σε μια διάταξη που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα, ότι «οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος» και όχι μόνο την επαρχία στην οποίαν εκλέγονται. Για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής πρέπει να είναι έλληνας πολίτης εγκατεστημένος στην Ελλάδα και να έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του. Οι ιδιότητες του βουλευτή και του γερουσιαστή είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Ασυμβίβαστη με τα καθήκοντα του βουλευτή είναι επίσης η οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία στο δημόσιο. Αν κάποιος διοριστεί σε τέτοια θέση, χάνει τη βουλευτική του ιδιότητα.

Η Γερουσία, ως δεύτερο νομοθετικό σώμα, δεν είναι αιρετή και τα μέλη της, που δεν μπορούν να είναι λιγότερα από 27, διορίζονται από τον βασιλιά και είναι ισόβια. Ο βασιλιάς μπορεί μάλιστα να αυξήσει τον αριθμό των γερουσιαστών, εάν κρίνει ότι συντρέχει ανάγκη, μέχρι το 1/2 του όλου αριθμού των βουλευτών. Η Γερουσία αποτελεί ένα αριστοκρατικό στοιχείο του πολιτεύματος και, λόγω της απόλυτης εξάρτησής της από τον μονάρχη, λειτουργεί ως αντίβαρο στο ρόλο της λαϊκής αντιπροσωπίας, αποδυναμώνοντας τον δημοκρατικό χαρακτήρα της τελευταίας. Εξάλλου, καλύπτει το κενό που άφησε η κατάργηση των δυο συμβουλευτικών του βασιλιά θεσμών της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή του ανακτοβουλίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για να διοριστεί κάποιος γερουσιαστής πρέπει να είναι έλληνας πολίτης εγκατεστημένος στην Ελλάδα, να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του και να έχει προηγουμένως ασκήσει κάποιο από τα πολιτικά, δικαστικά ή στρατιωτικά αξιώματα που απαριθμούνται αναλυτικά στο Σύνταγμα. Χαρακτηριστικό της εξάρτησης της Γερουσίας είναι και το ότι ο πρόεδρος του σώματος διορίζεται από τον βασιλιά (σε αντίθεση με τον πρόεδρο της Βουλής που εκλέγεται από το ίδιο το σώμα).

Από την άλλη, το Σύνταγμα προβλέπει δυο σημαντικές εγγυήσεις υπέρ της ανεξαρτησίας των βουλευτών και γερουσιαστών και υπέρ της «αυτονομίας» των κοινοβουλευτικών σωμάτων.

Συγκεκριμένα, οι βουλευτές και γερουσιαστές δεν καταδιώκονται ούτε με οποιονδήποτε τρόπο εξετάζονται για γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων· εξάλλου, όσο διαρκεί η βουλευτική σύνοδος (και με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων), δεν διώκονται ούτε συλλαμβάνονται ούτε φυλακίζονται χωρίς άδεια του σώματος στο οποίο ανήκουν. Επίσης, η Βουλή και η Γερουσία ορίζουν οι ίδιες τον τρόπο λειτουργίας τους με κανονισμούς που ψηφίζουν. Η σημασία των εγγυήσεων αυτών καταδεικνύεται από το γεγονός ότι επαναλαμβάνονται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα.

Η Βουλή και η Γερουσία αποτελούν παράγοντες της νομοθετικής εξουσίας, την οποίαν ασκούν από κοινού με τον βασιλιά. Οι αρμοδιότητές τους είναι βασικά νομοθετικές και συνίστανται στην υποβολή προτάσεων νόμου, τη συζήτηση και την ψήφισή τους. Επίσης, κάθε έτος ψηφίζουν τον προϋπολογισμό του κράτους και αποφασίζουν για τον απολογισμό. Περαιτέρω, η Βουλή και η Γερουσία έχουν κάποιες περιορισμένες αρμοδιότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου. Μπορούν να απαιτήσουν την εμφάνιση των υπουργών στις συνεδριάσεις τους και να ζητήσουν απ’ τους υπουργούς διασαφήσεις σε σχέση με υποβληθείσες αναφορές. Η πιο σημαντική, βέβαια, αρμοδιότητα του κοινοβουλίου, όσον αφορά τις σχέσεις της με την εκτελεστική εξουσία, είναι ότι μπορεί να κατηγορήσει (η Βουλή) και να δικάσει (η Γερουσία) τους υπουργούς, ενεργοποιώντας την ποινική ευθύνη τους για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, κατάχρησης δημόσιας περιουσίας και γενικά για κάθε παραβίαση του Συντάγματος. Το κοινοβούλιο λειτουργεί έτσι ως «ποινικό δικαστήριο» για τους υπουργούς. Δικαστικός είναι και ο χαρακτήρας της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Βουλής να κρίνει τις διαφορές σχετικά με την εκλογή των βουλευτών, οπότε λειτουργεί ως «εκλογοδικείο».

Κατά τα λοιπά, το κοινοβούλιο είναι αποστερημένο από τις βασικές αρμοδιότητες που ένα τέτοιο όργανο έχει σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, ο διορισμός των κυβερνήσεων δεν εξαρτάται από την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου, το οποίο δεν μπορεί επίσης να προκαλέσει την παραίτηση υπουργών ή κυβερνήσεων αποσύροντας την προς αυτούς εμπιστοσύνη του. Έτσι, παρά τη συγκρότηση και λειτουργία Κοινοβουλίου (Βουλή–Γερουσία), κοινοβουλευτικό σύστημα δεν λειτουργεί στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας και ούτε θα μπορούσε, άλλωστε, διότι μια τέτοια εκδοχή πολιτεύματος την αποκλείει το Σύνταγμα. Η συνταγματική διαρρύθμιση των πολιτειακών θεσμών και η διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ των οργάνων του κράτους είναι τέτοια που, ενόψει και του δεδομένου συσχετισμού δυνάμεων, καθιστά θεσμικά και πολιτικά αδύνατο το συγκερασμό της συνταγματικής μοναρχίας με το κοινοβουλευτικό σύστημα. Για την εισαγωγή του τελευταίου θα πρέπει να περιμένουμε το Σύνταγμα του 1864 και την αντικατάσταση της μοναρχικής από τη δημοκρατική αρχή, η οποία καθιστά δυνατή την κοινοβουλευτική εκδοχή του πολιτεύματος – που όντως εισάγεται το 1875.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Δυνατότητα εισαγωγής κοινοβουλευτικού συστήματος υπό το Σύνταγμα του 1844

 

Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του Συντάγματος του 1844 φαίνεται να αποκλείεται η λειτουργία κοινοβουλευτικού συστήματος στο πλαίσιο του πολιτεύματος της συνταγματικής μοναρχίας.

Αντίθετη άποψη έχει διατυπώσει ο Ηλίας Κυριακόπουλος στο έργο του Ο κοινοβουλευτισμός εν Ελλάδι ως πολιτικός και νομικός κανών (1929). Υποστήριξε εκεί (σ. 46 επ.) ότι η μη ανάπτυξη του κοινοβουλευτικού συστήματος στην περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας δεν οφειλόταν σε πλημμέλειες των συνταγματικών διατάξεων ούτε στην έλλειψη κανόνων που διευκόλυναν την καθιέρωση σταθερών κοινοβουλευτικών αρχών, αλλά στη μη εφαρμογή του Συντάγματος από τον Όθωνα και στις εσκεμμένες παραβιάσεις του.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Οι υπουργοί του στέμματος

 

Υπό τις παραπάνω συνθήκες (υπερεξουσίες του μονάρχη και ατροφική λειτουργία του κοινοβουλίου), δεν είναι παράδοξο ότι ο θεσμικός ρόλος της κυβέρνησης παραμένει υποβαθμισμένος. Καθώς η εκτελεστική λειτουργία συγκεντρώνεται στα χέρια του μονάρχη, η κυβέρνηση αδυνατεί να λειτουργήσει ως αυτοτελής παράγοντάς της. Εξάλλου, όσο πιο ασθενής είναι ο έλεγχος της κυβέρνησης από το κοινοβούλιο, τόσο ισχυρότερη είναι η εξάρτησή της από το μονάρχη. Κατ’ ακριβολογία μάλιστα, «κυβέρνηση» ως συλλογικό άμεσο όργανο του κράτους δεν υφίσταται: ο όρος δεν απαντάται πουθενά στο Σύνταγμα. Συνταγματικά όργανα είναι μόνον οι υπουργοί, δια των οποίων ο βασιλιάς ασκεί την εκτελεστική εξουσία. Το «Υπουργείον» (υπουργικό συμβούλιο) είναι απλώς το συλλογικό σώμα των υπουργών, ο δε «Πρόεδρος του Υπουργείου» (οι όροι αναφέρονται στο άρθρο 24 του Συντάγματος) καταχρηστικά μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί ως πρωθυπουργός.

Πράγματι, οι «πρωθυπουργοί» της συνταγματικής μοναρχίας δεν έχουν θεσμική εξουσία εντός της κυβέρνησης και βέβαια δεν επιλέγουν τους υπουργούς της. Ο μονάρχης είναι αυτός που επιλέγει εξίσου τόσο τον πρωθυπουργό όσο και τους υπουργούς, κατά την απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση του. Είναι ενδεικτικό ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι στην περίπτωση παύσης ολόκληρου του υπουργικού συμβουλίου από τον βασιλιά, προκειμένου να μην αρθεί ο κανόνας της προσυπογραφής, το σχετικό διάταγμα αρκεί να το προσυπογράφει ένας οποιοσδήποτε από τους παυθέντες υπουργούς. Αν πάλι αυτοί αρνηθούν να προσυπογράψουν το διάταγμα της παύσης τους, τότε αυτό υπογράφεται από τον πρόεδρο του νέου υπουργικού συμβουλίου που θα διορίσει ο βασιλιάς.

 

Η κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας διαλύεται αυτοδικαίως με τη συγκρότηση της πρώτης βουλευτικής συνόδου και πάντως το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από την ορκωμοσία του βασιλιά.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ιδρυθεί από την αντιβασιλεία και λειτουργούσε από το 1835 (σύμφωνα με το «Οργανικόν Διάταγμα περί συστάσεως Συμβουλίου της Επικρατείας» της 18 Σεπτεμβρίου 1835 και το «Διάταγμα περί της καθιδρύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας» της 12 Οκτωβρίου 1835). Όπως προέβλεπε και το Διάταγμα της 6 Απριλίου 1833 «περί της διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του», το όργανο αυτό συστάθηκε «προς συζήτησιν των σπουδαιοτέρων του Κράτους υποθέσεων και λύσιν διοικητικών αμφισβητήσεων», είχε δηλαδή διττή λειτουργία, αφενός ως συμβουλευτικό όργανο της διοίκησης – συγκεκριμένα ως σύμβουλος του Στέμματος – και αφετέρου ως δικαστήριο. Αν και κατά βάση υπήρξε συντηρητικό, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέδειξε έναν αξιoσημείωτα θετικό ρόλο μεσολαβητή μεταξύ λαού και βασιλιά κατά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, στη συνείδηση του λαού φαίνεται πως είχε συνδεθεί αμετάκλητα με τη βαυαρική και την οθωνική απολυταρχία, γι’ αυτό και η Εθνική Συνέλευση αποφάσισε την κατάργησή του.

Η διάλυση του Συμβουλίου της Επικρατείας συντελέστηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 102 του Συντάγματος, με διάταγμα που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου 1844, την τελευταία μέρα της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό τρίμηνης προθεσμίας.

 

ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Περί διαλύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας

ΟΘΩΝ

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Λαβόντες υπ’ όψιν το άρθρον 102 του Συντάγματος κηρύττομεν από την σήμερον διαλελυμένον το Συμβούλιον της Επικρατείας. Κατά την περίστασιν δε ταύτην ευδοκούμεν να εκφράσωμεν εις το Σώμα τούτο την Ημετέραν ευαρέσκειαν δια την μετά ζήλου πολυετή υπηρεσίαν του.

Ο Ημέτερος επί του Β. Οίκου Υπουργός θέλει εκτελέσει και δημοσιεύσει το παρόν Διάταγμα.

Εν Αθήναις, την 18 Ιουνίου 1844

ΟΘΩΝ

Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

 

Η θέση του λαού στο πολίτευμα: διείσδυση φιλελεύθερων και δημοκρατικών στοιχείων

 

Ο συντηρητικός και μοναρχικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και η ατροφία του κοινοβουλευτισμού θέτουν, όπως είναι εύλογο, τον λαό στο περιθώριο του συστήματος διακυβέρνησης. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την περίοδο της απολυταρχίας, τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά στοιχεία που εισάγονται με το Σύνταγμα του 1844 καθιστούν δυνατή τη συμμετοχή του λαού στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και τον έλεγχό της. Όπως επισημαίνει ο Αριστόβουλος Μάνεσης: «Το Σύνταγμα του 1844 έδινε μια θέση στο λαό εντός του κρατικού οργανισμού δια της αναγνωρίσεως εις αυτόν πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων, καθώς στο κείμενό του δεν κατάφερε να αποφύγει την διείσδυση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αρχών». Έτσι, η κατοχύρωση ατομικών ελευθεριών επιτρέπει τη συμμετοχή των πολιτών στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Παράλληλα, η επέκταση του εκλογικού δικαιώματος στο σύνολο σχεδόν του ανδρικού πληθυσμού συμβάλλει σταδιακά στην πολιτική χειραφέτηση του λαού. Εξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα, διακηρύσσοντας ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, αναγνωρίζει ότι τελικά ο λαός, αν και δεν είναι φορέας της κρατικής εξουσίας, μπορεί να προσδιορίσει την άσκησή της στο πλαίσιο του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη.

 

Φιλελεύθερα στοιχεία του πολιτεύματος: η κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών

 

Αν και γενικά συντηρητικό, κρίνοντας από τη σκοπιά των ατομικών ελευθεριών, το Σύνταγμα του 1844 έχει έναν σαφέστατα φιλελεύθερο προσανατολισμό. Θα ήταν, άλλωστε, πολύ δύσκολο για την Α΄ Εθνική Συνέλευση να αποστεί από τη σημαντική φιλελεύθερη παράδοση των Συνταγμάτων του Αγώνα. Έτσι, οι περί ατομικών ελευθεριών διατάξεις του Συντάγματος του 1844 επαναλαμβάνουν κατά βάση τα αντίστοιχα άρθρα εκείνων των Συνταγμάτων –βασικά δηλαδή του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827, που έχει χαρακτηρισθεί από τον Αλ. Σβώλο ως «το τελειότερον και ωραιότερον εκ των Συνταγμάτων της Επαναστάσεως».

Περαιτέρω, στο νέο Σύνταγμα υπάρχουν και μερικές ενδιαφέρουσες καινοτομίες.

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τις ατομικές ελευθερίες στο δεύτερο κεφάλαιό του (άρθρα 3-14), που επιγράφεται «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων». Σε άλλες διατάξεις, εκτός του κεφαλαίου αυτού, κατοχυρώνονται η θρησκευτική ελευθερία και η ελευθερία της λατρείας (στο άρθρο 1), καθώς επίσης και ορισμένα διαδικαστικού χαρακτήρα δικαιώματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης (στο κεφάλαιο περί δικαστικής εξουσίας).

 

Ο «κλασικός» κατάλογος των ελευθεριών και ο εμπλουτισμός του

 

Είναι σημαντικό ότι ο «κλασικός κατάλογος», όπως είχε διαμορφωθεί στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, εμπλουτίζεται στο νέο Σύνταγμα με νέα δικαιώματα. Έτσι, για πρώτη φορά ορίζεται ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απαραβίαστο», ενώ επίσης ρητά κατοχυρώνεται και το άσυλο της κατοικίας (το οποίο πάντως προβλεπόταν και στο μηδέποτε ισχύσαν ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832). Πρόκειται για δυο σημαντικές εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας των μηχανισμών του νεότευκτου κράτους. Η σημασία τους επιβεβαιώθηκε, αν και με αρνητικό τρόπο, κατά την εφαρμογή του Συντάγματος: οι παραβιάσεις του απορρήτου των επιστολών στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας ήταν τόσο σοβαρές, που η Β΄ Εθνοσυνέλευση αναγκάστηκε να διακηρύξει στο Σύνταγμα του 1864 ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστο».

Καινούργιες είναι επίσης οι διατάξεις που κατοχυρώνουν την αρχή του «φυσικού δικαστή» και την εγγύηση του «ορκωτού συστήματος». Σύμφωνα με την αρχή του φυσικού δικαστή, ο καθένας έχει δικαίωμα να δικαστεί από τον δικαστή που προβλέπει γενικά και εκ των προτέρων ο νόμος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να συσταθούν έκτακτα δικαστήρια, για να δικάσουν συγκεκριμένα πρόσωπα ή συγκεκριμένες πράξεις. Εξάλλου, η κατοχύρωση του ορκωτού συστήματος αποτελεί όχι μόνον εγγύηση ατομικής ελευθερίας, αλλά και πολιτικό δικαίωμα. Το ορκωτό σύστημα αποτελεί μέσο συμμετοχής των πολιτών (ενόρκων) στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, εγγύηση δημοκρατικής νομιμοποίησής της. Για το λόγο αυτόν, προβλέφθηκε ότι τα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και τα εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου δικάζονται από ορκωτά δικαστήρια.

Περαιτέρω, στα θετικά του Συντάγματος συγκαταλέγονται και οι διατάξεις του που ενισχύουν την προστασία των ατομικών ελευθεριών σε σχέση με την κατοχύρωσή τους στα Συντάγματα του Αγώνα. Η προσωπική ελευθερία, για παράδειγμα, κατοχυρώνεται πληρέστερα. Συγκεκριμένα, θεσπίζεται ότι όχι μόνον η φυλάκιση, αλλά και κάθε άλλος περιορισμός της ελευθερίας κίνησης επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτει από τις εργασίες της Συνέλευσης, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι απαγορεύονται η εξορία και η εκτόπιση. Προβλέφθηκε ακόμη ότι, με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων, κανείς δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται, εάν δεν του κοινοποιηθεί αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα.

Ιδιαίτερη σημασία στο Σύνταγμα του 1844 έχει το άρθρο για την ελευθερία της έκφρασης και ιδίως οι διατάξεις για την ελευθερία του τύπου. Σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατούσε μεταξύ των μελών της Συνέλευσης, πρωταρχική λειτουργία του τύπου είναι να ελέγχει την άσκηση της κρατικής εξουσίας και να θέτει φραγμούς στην ανάπτυξη απολυταρχικών τάσεων. Ως εκ τούτου, επίκεντρο των συζητήσεων ήταν η προστασία του τύπου απέναντι σε κρατικές επεμβάσεις. Το ενδεχόμενο ότι ο τύπος μπορεί να λειτουργεί και ο ίδιος ως εξουσία ήταν τόσο απομακρυσμένο την εποχή εκείνη, ώστε το ζήτημα της προστασίας των πολιτών απέναντι στον ίδιο τον τύπο να μην απασχολεί τον συντακτικό νομοθέτη. Για τον λόγο αυτόν, οι διατάξεις που τέθηκαν στο Σύνταγμα διαπνέονται από πνεύμα φιλελεύθερο και ενισχύουν την προστασία του τύπου σε σχέση με τα Συντάγματα του Αγώνα. Ορίζεται έτσι, καταρχάς, ότι ο καθένας μπορεί να διαδίδει τους στοχασμούς του δια του τύπου ή με άλλον τρόπο, χωρίς να υπόκειται σε άλλους όρους, παρά μόνο στους νόμους του κράτους. Περαιτέρω, τίθενται δυο ειδικές εγγυήσεις υπέρ του τύπου. Πρώτον, η λογοκρισία απαγορεύεται ρητά και απερίφραστα. Δεύτερον, στους φορείς του τύπου (συντάκτες, εκδότες και τυπογράφους εφημερίδων) απαγορεύεται να επιβάλλεται χρηματική προκαταβολή λόγω εγγύησης, κάτι που, μέσα στη γενική πενία της εποχής, θα μπορούσε να λειτουργήσει εν τοις πράγμασι ως ισχυρότατος περιορισμός της ελευθεροτυπίας. Ως περιορισμός του τύπου τίθεται πάντως η απαίτηση, οι εκδότες εφημερίδων να είναι έλληνες πολίτες.

Πολύ σημαντική επίσης είναι, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι ο κατάλογος των ελευθεριών ξεκινάει μ’ αυτή, και η διακήρυξη της γενικής αρχής της ισότητας: «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Η διάταξη αυτή είναι τόσο θεμελιώδης, που θεωρήθηκε περίπου ως αυτονόητη και έγινε δεκτή με χαρακτηριστική ευκολία από την Συνέλευση. Η γενική αρχή συνοδεύεται από την κατοχύρωση δύο ειδικότερων εκφάνσεών της, την ισότητα στα δημόσια βάρη και την ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις. Ισότητα στα δημόσια βάρη (δηλαδή φορολογική ισότητα) σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες αδιακρίτως συνεισφέρουν με παροχές προς το κράτος, ο καθένας ανάλογα με την περιουσία του. Από την άλλη, ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις (δημόσια επαγγέλματα) σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες – και μόνον αυτοί – μπορούν, ανάλογα με την αξία τους, να διοριστούν ως δημόσιοι υπάλληλοι ή να καταλάβουν άλλες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Η σχετική διάταξη υπήρξε αντικείμενο ζωηρής αντιπαράθεσης στη Συνέλευση, καθότι συνδέεται με το ακανθώδες ζήτημα του προσδιορισμού της ιδιότητας του έλληνα πολίτη. Από την άποψη αυτή, άλλωστε, το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις αποτελεί όχι μόνον έκφανση της αρχής της ισότητας, αλλά και πολιτικό δικαίωμα, δηλαδή δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Ενδιαφέρον έχει, εξάλλου, η ρύθμιση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας στο Σύνταγμα του 1844. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ανάγκη που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί αποζημίωση. Με επουσιώδεις τροποποιήσεις, η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα. Πέρα από τον εγγυητικό για την ατομική ιδιοκτησία χαρακτήρα της, η διάταξη είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: ότι ρυθμίζει συνταγματικά και άρα παγιώνει το θεσμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο άρθρο του Συντάγματος που αναφέρεται στην εκπαίδευση. Στις διατάξεις του κατοχυρώνεται καταρχάς το δικαίωμα του καθενός να ιδρύει εκπαιδευτικά καταστήματα, δηλαδή ένα κλασικό ατομικό δικαίωμα. Παράλληλα, όμως, ορίζεται ότι η ανώτερη εκπαίδευση παρέχεται με δαπάνες του κράτους, ενώ το κράτος συνδράμει τους δήμους για την παροχή της δημοτικής εκπαίδευσης. Τη ρύθμιση αυτή μπορούμε να την αντιληφθούμε και ως ένα πρόδρομο κοινωνικό δικαίωμα.

Πράγματι, το Σύνταγμα επιβάλλει μιαν υποχρέωση στο κράτος, τη χρηματοδότηση της ανώτερης και (από κοινού με τους δήμους) της δημοτικής εκπαίδευσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή παιδείας προς τους πολίτες. Σε εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου της εποχής, ο Νικόλαος Παππαδούκας σχολίαζε μάλιστα, προσφυώς, ότι «καθώς οι πολίται, αντί των φόρων και λοιπών αυτών υποχρεώσεων, δικαιούνται να έχωσι πρόχειρον τον εφημέριον και τον ειρηνοδίκην, ούτω δικαιούνται να έχωσι και τον δημοδιδάσκαλον». Παρόλο που οι σχετικές συζητήσεις στην Συνέλευση επικεντρώθηκαν κυρίως στο βαθμό της αυτονομίας των δήμων και, αντίστοιχα, της παρέμβασης του κράτους στη δημοτική εκπαίδευση, υπήρχε πάντως συνείδηση της σημασίας της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Όπως θα επισημάνει κατά τις συζητήσεις και ο πληρεξούσιος Ι. Περίδης, «η εκπαίδευσις είναι μέγα έργον, και καθ’ ό τοιούτον, πρέπει να απόκηται εις την πολιτείαν».

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το Σύνταγμα του 1844 επαναλαμβάνει τη διάταξη για την απαγόρευση της δουλείας, μια από τις πιο φιλελεύθερες και προοδευτικές διατάξεις που είχαν εισαχθεί από τα Συντάγματα του Αγώνα. Το σχετικό άρθρο όχι μόνο διακηρύσσει ότι στην Ελλάδα ούτε πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος, αλλά ορίζει επιπλέον ότι κάποιος που ήταν δούλος στη χώρα του καθίσταται ελεύθερος μόλις πατήσει σε ελληνικό έδαφος. Τέλος, χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση έγιναν δεκτές από τη Συνέλευση οι διατάξεις του Συντάγματος που προβλέπουν την αρχή της νομιμότητας των ποινών (δηλαδή, για να επιβληθεί ποινή, πρέπει αυτή να έχει προηγουμένως οριστεί σε νόμο), το δικαίωμα του καθενός να υποβάλλει εγγράφως αναφορές στις αρχές, καθώς επίσης την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της γενικής δήμευσης.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Η ελλειμματική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και η μη κατοχύρωση δικαιωμάτων συλλογικής δράσης

 

Στα αρνητικά του Συντάγματος του 1844 πρέπει πάντως να καταλογίσουμε την ελλειμματική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία βρίσκεται σε σχέση έντασης με την αναγνώριση της ορθόδοξης Εκκλησίας ως «επικρατούσας» θρησκείας. Στο άρθρο 1 ορίζεται, βέβαια, ότι κάθε άλλη – πέρα από την επικρατούσα – γνωστή θρησκεία «είναι ανεκτή», ενώ η λατρεία της τελείται ανεμπόδιστα και υπό την προστασία των νόμων. Ωστόσο, η απλή ανοχή των διαφορετικών θρησκειών με παράλληλη αναγνώριση μιας επίσης θρησκευτικής ιδεολογίας συνιστά απλώς ανεξιθρησκεία και όχι πραγματική θρησκευτική ελευθερία. Η τελευταία προϋποθέτει, αφενός, τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και, αφετέρου, τη διασφάλιση της θρησκευτικής ισότητας. Το Σύνταγμα του 1844, όμως, επιφυλάσσει σαφέστατα προνομιακή θέση στην επικρατούσα θρησκεία, καθώς μάλιστα ορίζει ότι απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και κάθε άλλη επέμβαση κατά αυτής. Ο Ποινικός Νόμος προέβλεπε αυστηρή τιμωρία (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) για τον προσηλυτισμό. Η ανεπάρκεια των συνταγματικών εγγυήσεων για την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας φάνηκε σε αρκετές περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστική τη δίωξη και καταδίκη του Θεόφιλου Καΐρη για τις λεγόμενες «κακοδοξίες» του.

Εξάλλου, μία σημαντική παράλειψη του Συντάγματος του 1844 εντοπίζεται στο ότι δεν κατοχυρώνει δύο βασικά δικαιώματα συλλογικής δράσης: την ελευθερία της συνάθροισης ή, αλλιώς, «ελευθερία του συνέρχεσθαι», δηλαδή το δικαίωμα διοργάνωσης και συμμετοχής σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις κλπ., και ιδίως την ελευθερία της συνένωσης ή «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι», δηλαδή το δικαίωμα σύστασης ενώσεων και σωματείων. Κοινό χαρακτηριστικό των δυο αυτών δικαιωμάτων είναι μπορούν να ασκηθούν μόνον από περισσότερους μαζί. Τα δικαιώματα αυτά έχουν μιαν ιδιαίτερη πολιτική σημασία, αφού η συμμετοχή στην πολιτική ζωή προϋποθέτει εν πολλοίς την άσκησή τους: αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι και τα ίδια τα κόμματα δεν είναι παρά πολιτικές ενώσεις. Η παράλειψη της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι μπορεί να θεωρηθεί ως μια συντηρητική παραφωνία σε έναν, κατά τα λοιπά, φιλελεύθερο κατάλογο ατομικών ελευθεριών. Η συντηρητική αυτή επιλογή πρέπει να αποδοθεί ακριβώς στον έντονα πολιτικό και δυνάμει επικίνδυνο για τους κρατούντες χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών. Το έλλειμμα προστασίας που συνεπάγεται η μη κατοχύρωσή τους είναι εντονότερο όσον αφορά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, δεδομένου ότι ο Ποινικός Νόμος προέβλεπε κεφάλαιο «περί αθεμίτων ενώσεων και εταιρειών», σύμφωνα με το οποίο τιμωρούνταν η σύσταση ενώσεων που αφορούν τις εξωτερικές ή εσωτερικές σχέσεις της επικράτειας και θρησκευτικούς ή άλλους σκοπούς.

 

Ελλειμματική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στην πράξη

  

Αν η αναγνώριση και κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο συνταγματικό κείμενο είναι σε γενικές γραμμές – και με τις επιφυλάξεις που προαναφέρθηκαν – επαρκής, ωστόσο, στη συνταγματική πραγματικότητα, το επίπεδο προστασίας των ελευθεριών κατά την εφαρμογή του Συντάγματος, δηλαδή στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας, είναι ιδιαίτερα χαμηλό. Αυτό το έλλειμμα αποτελεσματικής προστασίας των ατομικών ελευθεριών στην πράξη μπορεί να αποδοθεί σε δύο βασικούς λόγους: έναν θεσμικό και έναν πραγματικό.

Ο πρώτος λόγος απορρέει από την παράλειψη έκδοσης των αναγκαίων νόμων ή την παράλειψη κατάργησης προγενέστερων νόμων που ήταν αντίθετοι με το Σύνταγμα. Πράγματι, για την αποτελεσματική προστασία των ατομικών ελευθεριών συνήθως δεν αρκεί η συνταγματική κατοχύρωση, αλλά απαιτείται και η έκδοση ειδικών νόμων που ρυθμίζουν την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή διασφαλίζουν τις υλικές ή νομικές προϋποθέσεις τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις η έκδοση τέτοιων νόμων προβλέπεται ρητά στο ίδιο το Σύνταγμα: σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 105, το συντομότερο δυνατόν πρέπει να εκδοθούν ειδικοί νόμοι για μια σειρά θεμάτων, όπως, για παράδειγμα, «περί τύπου», «περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως», «περί της διαθέσεως και διανομής της εθνικής γης». Εξάλλου, αναφορά στο νόμο γίνεται και σε πολλά σημεία του καταλόγου των ατομικών ελευθεριών, με διατυπώσεις του τύπου: «όπως ο νόμος ορίζει», «όπως ο νόμος διατάσσει» κλπ. Πρόκειται για τη λεγόμενη «επιφύλαξη υπέρ του νόμου», που σημαίνει ότι η συνταγματική διάταξη περιορίζεται στη γενική αναγνώριση της ελευθερίας και κατά τα λοιπά παραπέμπει στον κοινό νόμο για την ειδικότερη ρύθμισή της. Το γεγονός, επομένως, ότι ορισμένοι απαραίτητοι για την προστασία και τη ρύθμιση των ατομικών ελευθεριών νόμοι είτε δεν εκδόθηκαν καθόλου είτε εκδόθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση επέδρασε ασφαλώς αρνητικά στη λειτουργία των ατομικών ελευθεριών.

Πολύ πιο αρνητικό όμως ήταν το γεγονός ότι διατηρήθηκαν σε ισχύ συγκεκριμένοι νόμοι της Βαυαροκρατίας, οι οποίοι μετά τη θέσπιση του Συντάγματος θα έπρεπε να θεωρηθούν αντισυνταγματικοί. Και τούτο μάλιστα, παρόλο που στο άρθρο 103 του νέου Συντάγματος ρητά προβλέπεται ότι όλοι οι νόμοι και τα διατάγματα που αντιβαίνουν στο παρόν Σύνταγμα καταργούνται. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί ο ανελεύθερος και «τυποκτόνος» Νόμος «περί εξυβρίσεως εν γένει και περί του τύπου» του 1837, ο οποίος όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά παρέμεινε, με τροποποιήσεις, σε ισχύ για πολλές δεκαετίες, αναιρώντας ουσιαστικά τη συνταγματική προστασία του τύπου.

 

Η αντίθεση των «τυποκτόνων» νόμων προς το Σύνταγμα

 

Μισόν αιώνα μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1844 και ενώ αυτό είχε ήδη αντικατασταθεί από το Σύνταγμα του 1864, ο διαπρεπής συνταγματολόγος Θεόδωρος Φλογαΐτης διαπίστωνε καταστρατήγηση του Συντάγματος στην οποίαν οδηγούσε η αντίθεση των κοινών νόμων προς τον Καταστατικό Χάρτη, επισημαίνοντας, όσον αφορά ειδικά την ελευθερία του τύπου, τα ακόλουθα:

«Και αληθεύει μεν, ότι αμφότερα τα Συντάγματα [του 1844 και του 1864] επέταξαν την προσεχή έκδοσιν νόμου περί τύπου ασφαλίζοντας την εν αυτοίς ρήτραν, ότι ‘ο τύπος είναι ελεύθερος’. Αλλά δεν εξεπληρώθη το επίτευγμα τούτο των Συνταγμάτων. Και δύναται μεν τις να ισχυρισθή, ότι ο περί εξυβρίσεως και περί τύπου νόμος του 1837, διατελών εν τελεία αντιφάσει και εναντιότητι προς το επελθόν Σύνταγμα, δεν δύναται να έχη νυν ισχύν, αλλ’ η δικαστική ημών νομολογία, υπεράγαν ούσα τυπική, εθεώρησε και θεωρεί τούτον ισχύοντα».

Ο δεύτερος λόγος αναποτελεσματικής προστασίας των ατομικών ελευθεριών πρέπει να αποδοθεί στον Όθωνα και στον συγκεκριμένο τρόπο διακυβέρνησης. Πράγματι, η διακυβέρνηση του Όθωνα και μετά τη θέσπιση του Συντάγματος συνέχισε να χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό και αυταρχισμό. Στην περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας ήταν συχνές και σοβαρές οι παραβιάσεις των ατομικών ελευθεριών, όπως της προσωπικής ελευθερίας και του απορρήτου των επιστολών, ενώ και ο τύπος υπέστη διάφορους διωγμούς.

Η κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο Σύνταγμα του 1844 συνιστά γενικά έκφραση του πολιτικού φιλελευθερισμού και, σε μεγάλο βαθμό, απηχεί τις επιδιώξεις αστικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Παράλληλα, βέβαια, επιβιώνουν και κάποιες αποκλίσεις από τη φιλελεύθερη παράδοση (π.χ. η ρύθμιση της θρησκευτικής ελευθερίας, η διατήρηση αυταρχικών νόμων περί τύπου κλπ.), οι οποίες πάντως δεν αναιρούν την παραπάνω εκτίμηση. Ωστόσο, η κατοχύρωση των ελευθεριών στο επίπεδο του Συντάγματος υποσκάπτεται – αν δεν αναιρείται – από την αναποτελεσματικότητα της προστασίας τους στο επίπεδο του κοινού νομοθέτη και της διοίκησης και, κυρίως, από τις συχνές παραβιάσεις τους στην πράξη από το οθωνικό καθεστώς.

 

Δημοκρατικά στοιχεία του πολιτεύματος

 

Το Σύνταγμα του 1844 δεν είναι ένα δημοκρατικό σύνταγμα. Κορυφαία και υποδειγματική έκφραση της δημοκρατικής αρχής υπήρξε η διακήρυξη στο Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 ότι «η Κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος∙ πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Το Σύνταγμα του 1844 κατοχυρώνει, όμως, τη μοναρχική αρχή, αναγνωρίζει δηλαδή ως κυρίαρχο όργανο του κράτους τον μονάρχη. Η θέσπισή του, επομένως, όσο κι αν αποτελεί σημαντική πρόοδο σε σχέση με τη βαυαρική και οθωνική απολυταρχία, συνιστά πάντως και μια συντηρητική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τη δημοκρατική παράδοση που είχαν διαμορφώσει τα συντάγματα του Αγώνα.

 

Πολιτικά δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη στο Σύνταγμα του 1844

 

Παρόλα αυτά, η ισχυρή δημοκρατική παράδοση του ελληνικού λαού δεν μπορούσε παρά να βρει έκφραση στις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης, έτσι ώστε, ακόμα και στα ασφυκτικά πλαίσια του μοναρχικού πολιτεύματος, ορισμένα δημοκρατικά στοιχεία να διεισδύσουν στο Σύνταγμα του 1844. Τέτοια στοιχεία αποτελούν ιδίως η αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων, με κορυφαίο το εκλογικό δικαίωμα, τόσο στην «ενεργητική» μορφή του, δηλαδή το δικαίωμα της ψήφου ή ‘δικαίωμα του εκλέγειν’, όσο και στην ‘παθητική’ μορφή του, δηλαδή το δικαίωμα να εκλεγεί κάποιος σε δημόσιες θέσεις ή, αλλιώς, το δικαίωμα του «εκλέγεσθαι». Το εκλογικό δικαίωμα κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα μόνον όσον αφορά τις εκλογές για την ανάδειξη της Βουλής, εκλογές ωστόσο διενεργούνταν και σε τοπικό επίπεδο, για την ανάδειξη των δημοτικών και   κοινοτικών αρχών. Η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος εισφέρει βέβαια στο πολίτευμα ένα περιορισμένης εμβέλειας δημοκρατικό στοιχείο, δεδομένου ότι το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα, η Γερουσία, δεν αναδεικνύεται από εκλογές, αλλά από τον μονάρχη.

Δημοκρατικό χαρακτήρα, καθότι συνεπάγονται συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, έχουν επίσης δύο ακόμη θεσμοί που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Ο πρώτος είναι το δικαίωμα των πολιτών για πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, ιδίως ως υπάλληλοι της διοίκησης. Ο δεύτερος είναι η εγγύηση του ορκωτού ή «ορκωτικού» συστήματος, δηλαδή η συμμετοχή πολιτών ως ενόρκων στη σύνθεση των δικαστηρίων.

Πάντως, τα πολιτικά δικαιώματα κάθε αυτά δεν απασχόλησαν ιδιαίτερα τις εργασίες της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης ούτε άλλωστε αποτέλεσαν πεδία τριβής κατά την εφαρμογή του Συντάγματος. Είναι κι αυτό μια ένδειξη της περιορισμένης σημασίας του δημοκρατικού στοιχείου στη λειτουργία του πολιτεύματος. Άλλωστε, το Σύνταγμα δεν αναγνώριζε τα ατομικά δικαιώματα με την κατεξοχήν πολιτική λειτουργία, δηλαδή τα δικαιώματα συλλογικής δράσης (δικαιώματα «του συνέρχεσθαι» και «του συνεταιρίζεσθαι»), η άσκηση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης του λαού.

Πολύ περισσότερο επίμαχο υπήρξε το ζήτημα του προσδιορισμού των φορέων των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του καθορισμού της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη. Υπήρξε σημαντική αντιπαράθεση σχετικά με το αν τα πολιτικά δικαιώματα πρέπει να κατοχυρώνονται ισότιμα τόσο για τους «αυτόχθονες» όσο και για τους «ετερόχθονες». Πρόκειται για τη διάκριση – που δεν απασχόλησε μόνο τη Συνέλευση, αλλά αποτέλεσε ένα οξύτατο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής – μεταξύ των γηγενών Ελλήνων από τις ελεύθερες επαρχίες του ελληνικού κράτους (Μωριάς, Ρούμελη κλπ.) και των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στο ελληνικό κράτος προερχόμενοι από τις επαρχίες που παρέμεναν στην οθωμανική αυτοκρατορία (Κωνσταντινούπολη, παραδουνάβιες ηγεμονίες, Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, Κρήτη, νησιά). Σχετικά με την νομική κατάσταση των «ετεροχθόνων», ετίθεντο κυρίως δύο ζητήματα: το αν θα έχουν πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις και αν θα έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.

Στα ζητήματα αυτά δόθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, το ζήτημα της πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις ρυθμίστηκε με ψήφισμα που επισυνάφθηκε στο Σύνταγμα και έχει την ίδια μ’ αυτό τυπική ισχύ. Σ’ αυτό προβλέφθηκε ότι σε δημόσιες θέσεις μπορούν να διοριστούν όσοι ετερόχθονες αγωνίστηκαν στην Επανάσταση, καθώς και όσοι εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Ελλάδα μέχρι το 1837. Για τους υπόλοιπους τέθηκαν ορισμένοι χρονικοί περιορισμοί (δύο μέχρι τεσσάρων ετών), προτού μπορέσουν να διοριστούν. Πάντως, οι περιορισμοί αυτοί δεν αφορούσαν θέσεις στο στρατό και το ναυτικό, καθώς και θέσεις καθηγητών, δασκάλων, προξένων και διερμηνέων. Αυστηρότερες ήταν οι προϋποθέσεις για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, οι οποίες προβλέφθηκαν σε μια περίπλοκη ρύθμιση του εκλογικού νόμου της 18ης Μαρτίου 1844, προφανής στόχος της οποίας ήταν να περιορίσει την εκλογή των ετεροχθόνων τουλάχιστον κατά τις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι έχουν κατά βάση όσοι ετερόχθονες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ή έλαβαν μέρος στις μάχες κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ενώ οι υπόλοιποι έπρεπε να έχουν κατοικήσει έξι χρόνια στην Ελλάδα και να έχουν αποκτήσει ακίνητη περιουσία στην επαρχία όπου είναι υποψήφιοι.

 

Ο εκλογικός νόμος της 18ης Μαρτίου 1844: καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας

 

Η Α΄ Εθνική Συνέλευση απέφυγε να ρυθμίσει την έκταση του δικαιώματος της ψήφου απευθείας στο Σύνταγμα και παρέπεμψε στον εκλογικό νόμο που ψήφισε η ίδια και μάλιστα δημοσιεύθηκε την ίδια μέρα με το Σύνταγμα, στις 18 Μαρτίου 1844. Ο εκλογικός νόμος του 1844 χαρακτηρίστηκε «σταθμός στην ιστορία του εκλογικού μας δικαίου» και «επαναστατικός για την εποχή του», καθότι πρωτοπορεί σε σχέση με τα ισχύοντα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι, ο εκλογικός νόμος καθιερώνει την άμεση, σχεδόν καθολική και μυστική ψηφοφορία για την ανάδειξη της Βουλής. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ψήφου σε «όλους τους εντός του βασιλείου γεννηθέντας Έλληνας», που έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και έχουν «ιδιοκτησίαν τινά εντός της επαρχίας» ή εξασκούν «οιονδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα». Κάθε πολίτης διαθέτει μία ψήφο και οφείλει να ασκεί το δικαίωμά του αυτοπροσώπως. Εξάλλου, η εκλογή διεξάγεται με πλειοψηφικό σύστημα δύο γύρων.

Ελάχιστοι ενήλικοι Έλληνες (εννοείται βέβαια ότι η «καθολικότητα» αναφέρεται ακόμα αποκλειστικά στον ανδρικό πληθυσμό) αποκλείονται από το δικαίωμα της ψήφου, πρακτικά μόνον οι οικόσιτοι υπηρέτες και οι μαθητευόμενοι τεχνίτες, που δεν έχουν ακίνητη ή προσοδοφόρα κινητή ιδιοκτησία.

Για να γίνει κατανοητό το ριζοσπαστικό περιεχόμενο του νόμου, αρκεί μια σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες της εποχής: στη Βρετανία δικαίωμα ψήφου είχε τότε μόνον ένας στους 12 πολίτες, ενώ στη Γαλλία μόλις 170.000 πολίτες σε σύνολο 32 εκατομμυρίων κατοίκων. Αποτελεί σίγουρα ένα παράδοξο η εισαγωγή ενός τόσο προοδευτικού θεσμού, της άμεσης και καθολικής ψηφοφορίας, σε ένα πολίτευμα κατά βάση συντηρητικό. Αναμφίβολα συνιστά έκφραση της ελληνικής δημοκρατικής παράδοσης. Πρέπει, ωστόσο, να συνυπολογιστεί ότι το δικαίωμα της ψήφου αποτελεί όχι μόνο τον κύριο μηχανισμό συμμετοχής του λαού στην πολιτική εξουσία, αλλά επίσης και τον βασικό παράγοντα νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα. Χωρίς να παραβλέπεται ότι η καθολική ψηφοφορία σταδιακά προώθησε τη χειραφέτηση των λαϊκών στρωμάτων και συνέβαλε στη διάπλαση μιας δημοκρατικής ιδεολογίας, πάντως παράλληλα εξασφάλισε και ένα minimum λαϊκής συγκατάθεσης στους εκάστοτε κρατούντες.

Ενώ η διεύρυνση του δικαιώματος της ψήφου (ή του εκλέγειν) συνάντησε καθολική αποδοχή στη Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου, ωστόσο το εύρος του δικαιώματος του εκλέγεσθαι υπήρξε αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, καθότι συνδέθηκε, όπως είδαμε, με τον προσδιορισμό της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη και τη διάκριση μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων. Έτσι, σε αντίθεση με το δικαίωμα του εκλέγειν, η ρύθμιση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι στον εκλογικό νόμο περιλαμβάνει περιορισμούς ως προς τους ετερόχθονες.

Παρά τις όποιες ατέλειές του, ο εκλογικός νόμος δεν παύει να αποτελεί έκφραση προοδευτικών και δημοκρατικών τάσεων. Η εφαρμογή του, ωστόσο, κάθε άλλο παρά δικαίωσε τις επιδιώξεις των συντακτών του. Όπως επισημαίνει και ο Γ. Σωτηρέλης, «οι εκλογές της περιόδου 1844-1862 υπήρξαν κατά βάση παρωδία εκλογών». Οι απροκάλυπτες παρεμβάσεις του Όθωνα και των κυβερνήσεών του με χρήση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους (που ενίοτε κατέληγαν σε αιματηρές ένοπλες συρράξεις), ο αθέμιτος επηρεασμός της βούλησης των εκλογέων από τοπικούς κομματάρχες, η εκτεταμένη βία και νοθεία ουσιαστικά αναίρεσαν τη δημοκρατική κατάκτηση της καθολικής και άμεσης ψηφοφορίας. Εξάλλου, η εκ του Συντάγματος ανάθεση στην ίδια τη Βουλή της αρμοδιότητας να ελέγχει το κύρος των εκλογών επισφράγισε τον παρωδιακό χαρακτήρα τους, καθότι, κατά κανόνα, η Βουλή ακύρωνε ή επικύρωνε την εκλογή βουλευτών όχι με κριτήρια νομιμότητας, αλλά βάσει καθαρά πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Χαρακτηριστικά είναι όσα ομολογεί, στην προκήρυξη που απηύθυνε προς τον ελληνικό λαό, η προσωρινή κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα το 1862:

«…ο περί εκλογής Βουλευτών Νόμος της 18ης Μαρτίου 1844, ει και επί βάσεων, και πράγματι και κατά την κρίσιν της Εθνικής Συνελεύσεως της Γ΄ Σεπτεμβρίου, ορθών και αληθών εστηριγμένος, είναι όμως αναντιρρήτως ατελής, ένεκα δε των ατελειών αυτού ενοθεύθη κατά το παρελθόν η εθνική θέλησις δι’ ακατανοήτου τόλμης περί την παράβασιν των διατάξεων αυτού» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φύλλο αριθμ. 9 της 25 Νοεμβρίου 1862).

 

Το ανολοκλήρωτο της καθολικής ψηφοφορίας

 

Πρωτοποριακή ήταν η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας με τον εκλογικό νόμο του 1844, ωστόσο αυτή παρέμενε ανολοκλήρωτη κατά την περίοδο ισχύος του Συντάγματος του 1844.

Όπως επισημαίνει ο Γ. Σωτηρέλης:

«Στην πραγματικότητα η καθολική ψηφοφορία, όπως ίσχυε στην περίοδο 1844-1862, ήταν ελλιπής, μονομερής και ανολοκλήρωτη. Δεν πρόκειται εδώ για τους μικρούς περιορισμούς του εκλογικού δικαιώματος, που ήταν άλλωστε αμελητέοι, ούτε βέβαια για την κακή εφαρμογή της καθολικής ψηφοφορίας. Αναφερόμαστε κυρίως στην παράλληλη ύπαρξη δύο θεσμών που αποδυνάμωναν σημαντικά την ισχύ της καθολικής ψηφοφορίας. Ο πρώτος ήταν η Γερουσία, με μέλη διορισμένα από τον μονάρχη, η οποία αποτελούσε το αντίβαρο και συχνά την τροχοπέδη της αντιπροσωπείας της καθολικής ψήφου, σχετικοποιώντας σημαντικά την σημασία της. Ο δεύτερος, και σπουδαιότερος, ήταν η διατήρηση, και κατά την περίοδο ισχύος του Συντάγματος του 1844, του αυστηρά τιμηματικού συστήματος των Βαυαρών για τις δημοτικές εκλογές. Ήταν πράγματι μία τραγελαφική κατάσταση, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούνταν ενεργητικοί και ικανοί μεν για την εκλογή των βουλευτών, παθητικοί δε και ανίκανοι, ως προς την – υποδεέστερη – εκλογή των δημοτικών αρχών. Η κατάσταση αυτή οδηγούσε σε μία διαρκή – de jure και de facto – αμφισβήτηση της καθολικής ψήφου, με αποτέλεσμα να διαιωνίζονται πλουτοκρατικές και οιονεί αριστοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές» (Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864–1909 (2003), σ. 74–75).

 

«Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμό των Ελλήνων»

 

Το άρθρο 107, η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος, αφιερώνει την τήρησή του στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Η διάταξη αυτή έμελλε να αποδειχτεί ιδιαίτερα ανθεκτική στον χρόνο. Επαναλήφθηκε σε όλα τα μεταγενέστερα ελληνικά συντάγματα, ενώ τη δεκαετία του 1960 (ως άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952) έγινε πολιτικό σύνθημα και έμβλημα λαϊκών κινητοποιήσεων.

Η ρήτρα του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844, με το ειδικό ηθικο-πολιτικό βάρος της, έχει ένα βαθύτατα δημοκρατικό περιεχόμενο. Αποτελεί το τυπικό θεμέλιο της αντίστασης των πολιτών σε απόπειρες κατάλυσης του Συντάγματος, ανάγοντας τον λαό σε εγγυητή της ομαλής εφαρμογής του. Εξάλλου, σε συνδυασμό με τον απόλυτα αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος (δηλαδή με το γεγονός ότι δεν προβλέπεται διαδικασία αναθεώρησής του), η ρήτρα του άρθρου 107 καθιστά τον λαό εν δυνάμει παράγοντα της συνταγματικής διαδικασίας. Ως «Σύνταγμα-συνάλλαγμα» μεταξύ του μονάρχη και του έθνους, το Σύνταγμα του 1844 καταρχήν δεν μπορεί να αντικατασταθεί παρά μόνον από ένα νέο Καταστατικό Χάρτη που θα συνομολογήσει ο μονάρχης. Όμως, απέναντι ακόμα και σ’ αυτόν τον μονάρχη, οι Έλληνες μπορούν να διατρανώσουν εμπράκτως τον πατριωτισμό τους, όταν απειλείται κατάλυση του Συντάγματος. Αυτό, άλλωστε, έγινε με το κίνημα του 1862 που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα και τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864.

 

Η θεσμική και πολιτική σημασία του άρθρου 107 του Συντάγματος

 

Η θεσμική και πολιτική σημασία του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 επισημαίνεται με εύγλωττο τρόπο στη σχετική εισήγηση της συντακτικής επιτροπής στην Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου:

«Ήδη εφθάσαμεν εις το τελευταίον μεν, αλλά κυριώτατον άρθρον του Συντάγματος. Πάντα τ’ άλλα, όσα εψηφίσατε μέχρι τούδε είναι η έκφρασις των ευχών σας και των του έθνους ευχών, το δε 107 άρθρον ο τρόπος, δι ού αι ευχαί υμών θέλουσι πραγματοποιηθή· εκείνα αποτελούσι το σώμα του πολιτεύματος, την δε ζώσαν και ενεργόν ψυχήν δίδει το 107 άρθρον. Τα πρώτα άνευ του τελευταίου τούτου καταντώσι νεκρά… Ο πατριωτισμός έδωκε το μεγαλείον του ονόματος εις τον Έλληνα,… ο πατριωτισμός ανέδειξεν αυτόν εκ δούλου ελεύθερον, ο πατριωτισμός απήλλαξεν αυτόν της ξενικής καχεξίας, εις τον πατριωτισμόν επομένως του Έλληνος έκρινεν εύλογον η επιτροπή ν’ αναθέση το τιμαλφέστερον χρήμα του Συντάγματος, το οποίον ήδη διαπράξατε».

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος κατά τη λειτουργία του πολιτεύματος

 

Οι πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί εκφράζουν και συμπυκνώνουν κοινωνικές σχέσεις και δυνάμεις. Η δομή και η λειτουργία τους δεν διαμορφώνεται μόνο από τις σχετικές διατάξεις στο συνταγματικό κείμενο, αλλά και από την πολιτική και συνταγματική πραγματικότητα, όπως αυτή προσδιορίζεται από την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και δυνάμεων όχι μόνο στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στον ευρύτερο ιστορικό χώρο. Για την κατανόηση της συνταγματικής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε στο ελληνικό κράτος μεταξύ 1844 και 1862, δηλαδή στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας, πρέπει ιδίως να συνεκτιμηθούν τρεις παράγοντες: α) η επιρροή του λεγόμενου ξένου παράγοντα και της διεθνούς συγκυρίας, β) η περιφρόνηση που επέδειξε προς το Σύνταγμα ο Όθωνας, με την άρνησή του να συμμορφωθεί προς το γράμμα και κυρίως προς το πνεύμα του, και γ) οι επανειλημμένες και ενίοτε σοβαρές παραβιάσεις του Συντάγματος, ιδίως των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, από τα όργανα της οθωνικής εξουσίας.

 

Ο «ξένος παράγων» και η διεθνής συγκυρία

 

Όπως ήταν επόμενο, λόγω της πολυδιάστατης εξάρτησης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ο λεγόμενος ξένος παράγοντας έπαιξε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Η εξωτερική επιρροή υπήρξε τόσο άμεση, με τις κατά καιρούς απροκάλυπτες επεμβάσεις των προστάτιδων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και των εγχώριων πολιτικών σχηματισμών (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό κόμμα), όσο και έμμεση, μέσα από τον αγωγό της βασιλείας. Εξάλλου, η διεθνής συγκυρία χαρακτηριζόταν από έντονη κινητικότητα και από κρίσιμες εξελίξεις και διεργασίες, που μετέβαλλαν τα δεδομένα του ανατολικού ζητήματος και καθιστούσαν την Ελλάδα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Την εποχή εκείνη παρατηρούνται τρεις παράλληλες τάσεις στη διεθνή πολιτική, οι οποίες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν τη θέση της Ελλάδος. Πρώτον, η άνοδος της ισχύος της Ρωσίας, που, ιδίως μετά τη νίκη της στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, εδραιώνει την επιρροή της στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία, με ορόσημο την ήττα της από τον Μωχάμετ Άλυ στην Αίγυπτο το 1839, βρίσκεται πλέον σε στάδιο αποσύνθεσης. Και τρίτον, η διατάραξη της – ούτως ή άλλως εύθραυστης – ισορροπίας που είχε διαμορφωθεί με το συνέδριο της Βιέννης και την Ιερά Συμμαχία: πλέον οι δυτικές δυνάμεις, στις οποίες έχει πια προστεθεί και η Γαλλία, επιδίδονται σε έναν οξύτατο ανταγωνισμό για την κατάκτηση χώρων επιρροής. Σε συνδυασμό με τις παραπάνω εξελίξεις, καταλυτική υπήρξε η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, η οποία υπήρξε αναπόσπαστο στοιχείο και κορυφαίο λάβαρο των εθνικών στόχων και προσδοκιών.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να τοποθετηθούν οι ποικίλες εξωθεσμικές παρεμβάσεις ξένων παραγόντων, οι οποίες όχι μόνο κατέλυαν την εθνική ανεξαρτησία, αλλά και νόθευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος. Υπό ομαλές συνθήκες, οι παρεμβάσεις αυτές συνίσταντο στην, αποικιοκρατικού τύπου, απροκάλυπτη συμμετοχή των ξένων πρεσβειών στην πολιτική ζωή του τόπου, ενώ σε στιγμές κρίσεις έφτασαν μέχρι και στη χρήση στρατιωτικών μέσων.

Οι πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων – για παράδειγμα ο Πρόκες Όστεν της Αυστρίας, ο Λάυονς της Αγγλίας ή ο Πισκατόρυ της Γαλλίας – συμπεριφέρονταν ως «πολιτειακοί» παράγοντες: είχαν λόγο στην επιλογή των κυβερνήσεων και τη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Η επιρροή τους φάνηκε από τους πρώτους κόλας μήνες λειτουργίας του συνταγματικού πολιτεύματος, όταν η αντιπαράθεση μεταξύ Κωλέττη και Μαυροκορδάτου για το σχηματισμό κυβέρνησης έγινε αντιληπτή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως αντιπαράθεση μεταξύ της γαλλικής και της αγγλικής αντιπροσωπείας. Τέτοια ήταν η αδιαφορία των ξένων παραγόντων για τους συνταγματικούς θεσμούς, ώστε ενίοτε απαξιούσαν να τηρούν ακόμα και τα προσχήματα, μη διστάζοντας να παρεμβαίνουν φανερά στη λειτουργία των οργάνων του κράτους, ακόμη και να υπαγορεύουν ή να συντάσσουν δημόσια έγγραφα. Καταγγέλλοντας το 1847 ενώπιον της Βουλής την (γαλλόφιλη) κυβέρνηση Κωλέττη για τις παρεμβάσεις της γαλλικής αντιπροσωπείας στην εσωτερική πολιτική ζωή, διερωτάται ο Μιχ. Σχινάς: «τίς δε γιγνώσκει ότι ο πρέσβυς, οι πράκτορες, ο πρόξενος της Γαλλίας λαμβάνουσι μέρος εις την εσωτερικήν ημών διοίκησιν και συντάσσουσι πολλάκις και αυτά τα δημόσια έγγραφα;».

Οι παρεμβάσεις κορυφώθηκαν με δραματικό τρόπο το 1850, όταν στα «παρκερικά» ο αγγλικός στόλος απέκλεισε τα ελληνικά λιμάνια, και ιδίως κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1854–1857), οπότε οι αγγλογαλλικές δυνάμεις έφτασαν στο σημείο να καταλάβουν και να επιβάλλουν κατοχή σε εδάφη της ελληνικής επικράτειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι φανερό ότι η διάταξη του άρθρου 98 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία «άνευ Νόμου στρατός ξένος ούτε είναι δεκτός εις την Ελληνικήν υπηρεσίαν, ούτε δύναται να διαμείνη εις το Κράτος, ή να διέλθη δι’ αυτού», είχε απολέσει κάθε ισχύ.

Πέρα απ’ τις άμεσες επεμβάσεις τους, οι προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν κατορθώσει να υφάνουν ένα πυκνό πλέγμα εξάρτησης, το οποίο κάλυψε ολόκληρη την περίοδο της οθωνικής βασιλείας. Κύριος μηχανισμός διαμεσολάβησης της εξάρτησης αυτής ήταν οι πολιτικοί σχηματισμοί της εποχής, δηλαδή το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα. Στην πραγματικότητα, είναι ακόμη πρόωρο να μιλάμε για κόμματα – πρόκειτο μάλλον για χαλαρούς μηχανισμούς προώθησης προσωπικών συμφερόντων, γύρω από τους οποίους συσπειρώνονταν επαγγελματικές ομάδες και τοπικοί κομματάρχες. Προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, τα τρία κόμματα προσδέθηκαν στο άρμα των αντίστοιχων ξένων δυνάμεων, οι οποίες τούς προσέφεραν μέσα και επιρροή. Ταυτόχρονα, βέβαια, οι ξένες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν με αδίστακτο τρόπο τα κόμματα ως οχήματα για την προώθηση των θέσεων τους στην ελληνική πολιτική σκηνή. Αυτές οι σχέσεις συνδιαλλαγής προκαλούσαν τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης και τελικά λειτουργούσαν υπέρ του Όθωνα, ο οποίος κατόρθωνε να παρουσιάζεται υπεράνω των κομματικών ανταγωνισμών και, με τον τρόπο αυτό, να αυξάνει το προσωπικό γόητρό του.

Ένας άλλος μηχανισμός εξάρτησης υπήρξε το επαχθές δάνειο των εξήντα εκατομμυρίων, το οποίο εγγυήθηκαν οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις υπέρ της Ελλάδας. Η καταβολή των τοκοχρεολυσίων του δανείου υπήρξε ένας μόνιμος βραχνάς για τις ελληνικές κυβερνήσεις και, φυσικά, ολοκλήρωνε την εξάρτησή τους και στο οικονομικό (πέρα από το πολιτικό και στρατιωτικό) επίπεδο.

 

Η «πολιτεία» του Όθωνα και η «αλλεργία» του για το Σύνταγμα

 

Το γεγονός ότι ο Όθωνας δεν είχε παραχωρήσει το Σύνταγμα οικειοθελώς αποδείχθηκε καταλυτικό για τη λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος. Έχοντας εξαναγκαστεί να αποδεχτεί το Σύνταγμα, ο Όθωνας δεν ένιωθε ότι δεσμεύεται πραγματικά απ’ αυτό και δεν θεωρούσε υποχρέωσή του να το σέβεται και να το εφαρμόζει. Η «πολιτεία» του ως συνταγματικού μονάρχη χαρακτηρίζεται από την αδιαφορία του απέναντι στις – ούτως ή άλλως περιορισμένες – συνταγματικές δεσμεύσεις του και γενικότερα από την περιφρόνησή του προς το Σύνταγμα και τους θεσμούς. Η στάση του αυτή διαμορφώθηκε τόσο από το ότι δεν αποδέχθηκε ποτέ το πολιτικό μήνυμα της 3ης Σεπτεμβρίου όσο και από το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας που τον διακατείχε, τη χαρακτηριστική καχυποψία του (αλλεργία) απέναντι στο πολιτικό σύστημα και ιδίως τους πολιτικές ηγέτες, αλλά και την ενδοτικότητά του απέναντι στους διάφορους αυλοκόλακες.

Στην άσκηση των βασιλικών του καθηκόντων, ο Όθωνας έρρεπε προς τον συγκεντρωτισμό. Δεν περιορίστηκε στις ήδη εκτεταμένες αρμοδιότητες που του αναγνώριζε το Σύνταγμα, αλλά επιδίωξε να συγκεντρώσει κάθε εξουσία στα χέρια του, μετερχόμενος κάθε πρόσφορο μέσο προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Υπερβαίνοντας τις αρμοδιότητές του, ο Όθωνας παρενέβαινε συστηματικά στο έργο της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης και ασκούσε αθέμιτες πιέσεις στους προσωπικούς φορείς τους. Δεν δίσταζε μάλιστα, καταχρώμενος τη σχετική αρμοδιότητά του, να παύει τους «απειθείς» δημοσίους υπαλλήλους και δικαστές. Εξάλλου, ο Όθωνας δεν αρκούνταν στην επιλογή υπουργών της απόλυτης αρέσκειάς του, αλλά παρενέβαινε και ο ίδιος άμεσα στο κυβερνητικό έργο, επιχειρώντας να χαράξει και να ασκήσει προσωπικά ιδίως την εξωτερική πολιτική. Κυρίως, όμως, ο Όθωνας ενέχεται για την παραχάραξη της λαϊκής βούλησης, όντας υπεύθυνος για τη συστηματική νόθευση των εκλογικών διαδικασιών, τόσο για την ανάδειξη Βουλής όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Συνολικά, ο Όθωνας επέδειξε πλήρη περιφρόνηση προς το Σύνταγμα, παραβιάζοντας το γράμμα του και διαστρέφοντας το πνεύμα του. Παρά ταύτα, κατόρθωσε να διατηρήσει την εξουσία του και να αναβάλει την εναντίον του εξέγερση επί μια σχεδόν εικοσαετία –μέχρι τον Οκτώβριο του 1862.

Δύο ήταν κυρίως οι λόγοι που συντέλεσαν στην παραμονή του στην εξουσία. Ο πρώτος ήταν η σοβαρή απαξίωση του πολιτικού – κομματικού συστήματος – των κόμματων και των ηγετικών στελεχών τους που επάνδρωναν τις κυβερνήσεις. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, στο οποίο αποδίδονταν ποικίλα δεινά (φαυλοκρατία, διαφθορά, πελατειακές σχέσεις κλπ.), απορροφούσε μεγάλο μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας, επιτρέποντας στον Όθωνα να εμφανίζεται υπεράνω των (μικρο)κομματικών αντιπαραθέσεων, δήθεν ως εκφραστής της «ενότητας του Έθνους». Ο δεύτερος και ίσως σημαντικότερος λόγος ήταν ότι ο Όθωνας ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Κατά τη διάρκεια ιδίως του Κριμαϊκού Πολέμου, ενθάρρυνε την εξέγερση του υπόδουλου ελληνισμού της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας και προέβαλλε σαφώς αντιτουρκικές θέσεις, προκαλώντας τη μήνιν των Αγγλογάλλων. Ως σύμβολο των μεγάλων εθνικών πόθων και προσδοκιών, κατόρθωσε να συσπειρώσει τον ελληνισμό και να διασώσει το εθνικό γόητρο απέναντι στην πολιτική των μεγάλων δυνάμεων, κερδίζοντας μεγάλη λαϊκή υποστήριξη και δημοτικότητα. Παράλληλα, με τον τρόπο αυτό πέτυχε να εξασφαλίσει ένα minimum λαϊκής συναίνεσης για τη βασιλική εξουσία, αποσπώντας το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τα σοβαρά πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που χρόνιζαν.

Ο ίδιος αυτός λόγος που επέτρεψε στον Όθωνα να παρατείνει τη βασιλεία του υπήρξε και αυτός που τελικά συνέτεινε στην πτώση του. Ο Όθωνας επαναπαύθηκε στην υψηλή (αλλά πρόσκαιρη) δημοτικότητα που απέκτησε στα εθνικά θέματα και αρνήθηκε να τη συνδυάσει με την αδιάβλητη εφαρμογή του Συντάγματος και το σεβασμό των θεσμών. Έτσι όμως έχασε την ευκαιρία να παγιώσει τη λαϊκή συναίνεση και να εδραιώσει τη βασιλεία του. Οι συνέπειες φάνηκαν, όταν η πολιτική που ακολουθούσε τον οδήγησε σε ρήξη με τις μεγάλες δυνάμεις, που μέχρι τότε αποτελούσαν το κύριο – και «φυσικό», θα λέγαμε – στήριγμά του. Η ξενική στρατιωτική επέμβαση και κατοχή, εξ αφορμής της στάσης που τήρησε η Ελλάδα στον Κριμαϊκό Πόλεμο, υπήρξε βαρύτατο πλήγμα για το εθνικό γόητρο και επανέφερε στο προσκήνιο τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την πολιτική καταπίεση, αλλά και τα ανεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα. Όταν οι εθνικές αποτυχίες απογύμνωσαν τον Όθωνα από την αίγλη του «σημαιοφόρου» της Μεγάλης Ιδέας, αυτό που έμεινε ήταν η εμμονή του στην παραβίαση του Συντάγματος και τη νόθευση της λειτουργίας του πολιτεύματος. Όπως ήταν επόμενο, σύσσωμη σχεδόν η αντιπολίτευση στράφηκε κατά του Όθωνα, συμπαρασύροντας αυτή τη φορά και την παραδοσιακή πολιτική ολιγαρχία.

Κατά την τριετία 1859–1862, όταν πλέον ο κριμαϊκός πόλεμος είχε τελειώσει και τα στρατεύματα κατοχής είχαν αποχωρήσει, το αντιδυναστικό ρεύμα γενικεύθηκε. Φιλελεύθεροι διανοούμενοι, η φοιτητική νεολαία, προσωπικότητες από την πολιτική και το στρατό, αλλά και πολλά παλαιοκομματικά στοιχεία διαμόρφωσαν, για διαφορετικούς λόγους, μιαν ευρύτατη αντι-οθωνική συσπείρωση, θέτοντας μάλιστα ζήτημα αποπομπής της δυναστείας. Ο Όθωνας επέλεξε την ρήξη με τις αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις, εντείνοντας την πολιτική καταπίεση. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του είναι ένα ιστορικό συνεχών παραβιάσεων του Συντάγματος: περιορισμός των ελευθεριών και ιδίως του τύπου, εκλογές βίας και νοθείας, αυθαίρετη διάλυση των Βουλών και εγκατάσταση αμιγώς αυλικών κυβερνήσεων.

 

Καταγγελίες για παραβιάσεις του Συντάγματος

 

Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πληθαίνουν οι καταγγελίες για τις συνεχείς παραβιάσεις του Συντάγματος. Χαρακτηριστική είναι η αγόρευση του Δ. Χρηστίδη στη Βουλή στα μέσα του 1861:

«Η ελευθερία του Τύπου ανεστάλη. Αλλεπάλληλοι κατασχέσεις κατέπαυσαν σχεδόν την κυκλοφορίαν των εφημερίδων∙ εντός τεσσάρων ή πέντε μηνών, εις οκτώ μόνον εφημερίδας γνωρίζω ότι έγιναν εβδομήκοντα περίπου κατασχέσεις, μόνον είκοσι υπεύθυνοι ανεκρίθησαν και δύο παρεπέμφθησαν εις δίκην. Εν τούτω, τέλος, το διαστήματι έλαβε χώραν μεγάλη και όλως αδικαιολόγητος πράξις. Διελύθη η Βουλή. Και ποία Βουλή; Η Βουλή, ήτις και ως εκ των στοιχείων, εξ ων συνέκειτο, και ως εκ της εθνικής οδού, εις την οποίαν εβάδιζεν, εφάνη ότι είχεν υψηλήν αποστολήν. (…) Η διαγωγή αύτη ή καταστιγματίζει το συνταγματικόν πολίτευμα και το καθιστά μισητόν και αποτρόπαιον εις τους λαούς και τούτο είναι έγκλημα ή αποδεικνύει την Ελλάδα μόνην αναξίαν Συντάγματος. Εκεί όπου εφθάσαμεν σήμερον, η Κυβέρνησίς μας δεν είναι συνταγματική. Παρεβιάσθησαν συνειδήσεις, κατεπατήθησαν δικαιώματα, ενοθεύθησαν κάλπαι, εξετοπίσθησαν επίσημοι άνδρες, ελογχεύθησαν συμπολίται, έγιναν κακά πρωτοφανή, ανήκουστα, με έναν λόγον ο νόμος έχασε πάσαν ισχύν, παν σέβας και ανέλαβε το κράτος αυτού η αυθαιρεσία» (πηγή: Δ. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική ιστορία της Ελλάδος, τόμ. Β΄ (1946), σ. 188–189).

Τέτοια ήταν η απαξίωση του Συντάγματος, που ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο θρυλικός μπουρλοτιέρης ήρωας του Αγώνα, έφτασε στο σημείο να αναρωτιέται ενώπιον της Βουλής:

«Τα πράγματα της πολιτείας μας δεν στέκονται διόλου καλά, αφού κατηντήσαμεν να ερωτώμεν ο είς τον άλλον – Έχομεν Σύνταγμα, ναι ή όχι; Διότι αν δεν έχωμεν, οι θέσεις τας οποίας κατέχομεν είναι περιτταί∙ και αν έχωμεν, ό,τι γίνεται προ πολλού εις την πολιτείαν από μέρους της εξουσίας μάς λέγει ότι το Σύνταγμα τούτο παραβιάζεται».

Τη νύχτα της 10ης Οκτωβρίου 1862, όταν πια η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, λαός και στρατός εξεγέρθηκαν και κατέλυσαν τη δυναστεία του Όθωνα. Αν και εν θερμώ, η «αποτίμηση» της βασιλείας του Όθωνα από το καθεστώς της 10ης Οκτωβρίου είναι ενδεικτική για το μέγεθος των παραβιάσεων του Συντάγματος στις οποίες αυτός ενέχεται – ενός Συντάγματος που, κατά τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, «ουδαμώς ετηρήθη».

Για την προσωρινή κυβέρνηση, «η θλιβερά εποχή της παρελθούσης τριακονταετίας» υπήρξε «εποχή ασεβείας προς τους νόμους, επιβουλής των δικαιωμάτων και της ηθικής του λαού». Οι συνθήκες αυτές ισοδυναμούν με μία «κατάστασιν απάδουσαν προς τον πολιτισμόν και την ηθικήν και υλικήν πρόοδον των εθνών, πολιτικήν οπισθοδρομικήν και της ηθικής πολεμίαν» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φύλλο αριθμ. 9 της 25ης Νοεμβρίου 1862).

Η προσωρινή μεταβατική κυβέρνηση δεν δίστασε να διακηρύξει ότι:

«Η καταλυθείσα εξουσία [του Όθωνος] κατέφυγεν εις την βαθμιαίαν καταπάτησιν του Συντάγματος, εις την νόθευσιν του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών, εις την εξόγκωσιν των δαπανών του κράτους, εις την καταπίεσιν του λαού και την διαίρεσιν όλων των τάξεων της κοινωνίας» (Πρακτικά Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Συνεδρ. ΚΘ΄, 21 Ιανουαρίου 1863).

Το χρονικό των παραβιάσεων του Συντάγματος από τον Όθωνα συνοψίζει η εφημερίδα «Αιών», στο κύριο άρθρο του φύλλου της 12ης Οκτωβρίου 1862, με τίτλο «Κατάλυσις της βασιλείας και της δυναστείας του Όθωνος»:

«[Η] από της εγκαταστάσεως του Συντάγματος πολιτική του βασιλέως Όθωνος υπήρξεν απαισία και αξιοθρήνητος. Ορκισθείς να τηρήσει τούτο, απεδέχθη εις την εφαρμογήν αυτού σύστημα αντίθετον και, τηρήσας το γράμμα, επεβουλεύθη το πνεύμα των συνταγματικών θεσμών. Περιττόν να αναμνήσωμεν την ολεθρίαν εκείνην τάσιν προς απορρόφησιν πάντων των δικαιωμάτων του πολίτου, προς συγκέντρωσιν πάσης εξουσίας εις ένα και μόνον και την επίμονον εργασίαν προς εκδολίευσιν των νόμων. Αντί η πρωτοβουλία να υπάρχη εις το Έθνος και τα υπουργεία να ώσιν υπέυθυνα, ως απαιτεί το Σύνταγμα, πάσαν την δύναμιν απερρόφησεν ο βασιλεύς Όθων εις εαυτόν, δεν ηθέλησε ποτέ ν’ αναγνωρίση το δικαίωμα των αντιπροσώπων του Λαού, τον εκλογικόν νόμον κατέστησε νεκρόν γράμμα ή όργανον εικονικότητος, την Γερουσίαν μετεποίησεν εις πτώμα, τους Δήμους κατεστήσατο όργανον πολιτικής ραδιουργίας και πιέσεως των πολιτών, εν γένει δε αντεθνικήν πολιτικήν ηκολούθησεν εσωτερικώς τε και εξωτερικώς…».

 

Πληρεξούσιοι Άργους: Χρήστος Βλάσσης – Δημήτριος Περρούκας.

 

 Παραβιάσεις του Συντάγματος από τα όργανα της κρατικής εξουσίας

 

Αν και ο Όθωνας είχε την κύρια ευθύνη για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και τη μη ομαλή λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι πρόθυμοι υποστηρικτές του, που συνέπρατταν μαζί του σε αντισυνταγματικές ενέργειες και πρακτικές, υπήρξαν πολλά μέλη της πολιτικής ολιγαρχίας της εποχής. Στη διάθεση του Όθωνα, για να εξυπηρετούν τις βλέψεις του, βρίσκονταν κατά κανόνα ορισμένοι γερουσιαστές, νομάρχες και βουλευτές. Πειθήνια όργανα και εκτελεστές των επιδιώξεων του Όθωνα υπήρξαν βέβαια κατεξοχήν οι υπουργοί των κυβερνήσεών του και, μέσω αυτών, τα κατώτερα όργανα της διοίκησης. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Ο Συνταγματικός Έλλην» (21.2.1862): «Το Σύνταγμα, αυτή η ασπίς των ελευθεριών, εις την τήρησιν του οποίου ο ηγεμών και σύμπαν το έθνος ωρκίσθη, κατέστη κατά την εφαρμογήν του το παίγνιον των υπουργών».

Ο Νικόλαος Δραγούμης καταγράφει τις μεθόδους που μετέρχονταν οι κυβερνήσεις – τα μέλη των οποίων, σημειωτέον, προέρχονταν από όλο σχεδόν το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων της εποχής –, ενθαρρύνοντας τον Όθωνα προς «το σύστημα της συγκεντρώσεως»:

«Η καταστολή της ελευθερίας των δημοκρατικών Αρχών, η καταδίωξις του τύπου, η επέμβασις εις τας εκλογάς τας τε βουλευτικάς και τας των δήμων, η αποβολή πάντων των οπωσούν ανεξάρτητον εχόντων το φρόνημα δημοσίων λειτουργών, και ιδίως των της Θέμιδος,… η δια παντός τρόπου πίεσις της συνειδήσεως των δικαστών, η διαστροφή των νόμων, ταύτα και άλλα εις έν μόνον απέβλεπον, εις την σύμπτυξιν πάσης δυνάμεως εις χείρας της εξουσίας και την δι’ αυτής παγίωσιν κυβερνήσεως πανισχύρου και διαρκούς» (Ιστορικαί αναμνήσεις, τόμ. Β΄, 3η έκδ., 1973, σ. 122 επ.)

Σοβαρή ευθύνη για τις παραβιάσεις του Συντάγματος έχει, επομένως, και μέρος του πολιτικού και διοικητικού προσωπικού, το οποίο δεν λειτουργούσε βέβαια απλώς ως υποχείριο του Όθωνα, αλλά παράλληλα εκμεταλλευόταν τη θέση του εντός του συστήματος εξουσίας, προκειμένου να εξυπηρετήσει προσωπικές ή ιδιοτελείς επιδιώξεις. Πολλά κρατικά όργανα, ιδίως μάλιστα σε τοπικό επίπεδο, κατάφερναν να αναπτύξουν μια σχετική αυτονομία από την κεντρική εξουσία του Όθωνα. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνονταν ποικίλα πλέγματα παραεξουσίας και σ’ αυτό συνέβαλε το ότι κάθε άλλο παρά ήταν εγγυημένη η εφαρμογή και τήρηση της τάξης στο νεοσύστατο και ανοργάνωτο ακόμα κράτος. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο πλέγμα αποτελεί η ληστεία, η οποία ανθούσε την εποχή εκείνη και την οποία δεν δίσταζαν να υποθάλπουν και να χρησιμοποιούν (και όχι μόνον ως μηχανισμό εκλογικής βίας) συγκεκριμένοι τοπικοί παράγοντες.

Εύγλωττο είναι το παρακάτω απόσπασμα από το «κλασικό» έργο του Εδ. Αμπού «Ο βασιλεύς των ορέων»:

«Τον Απρίλη του 1856 η έξοδος από την πόλη της Αθήνας ήταν επικίνδυνη. (…) Δυο ληστές με τα πιστόλια στα χέρια εσταμάτησαν τον Χάρρις και τον Λόμπστερ. Εκύτταζαν ολόγυρα και είδαν κάτω σε μια φάραγγα δώδεκα ληστές, οπλισμένους σαν αστακούς, που εφύλαγαν πενήντα ή εξήντα αιχμαλώτους. Όσοι επέρασαν εκείθε από το πρωί εληστεύθησαν και έπειτα  εδέθηκαν για να μη προδώσουν τους ληστές. (…)

Ο ήρως των Αθηνών ήταν ακριβώς η μάστιξ της Αττικής. Στα σαλόνια και στα καφενεία, στα κουρεία όπου μαζεύεται ο κάτω λαός και στα φαρμακεία, όπου πηγαίνουν οι αστοί, στους λασπόδρομους της αγοράς, στο κονιορτοβριθές σταυροδρόμι της ‘Ωραίας Ελλάδος’, στο θέατρο της μουσικής της Κυριακής και στην οδό Πατησίων για άλλο τίποτε δεν μιλούσαν παρά μόνο περί του μεγάλου Χατζησταύρου που ωρκίζονταν στο όνομά του, του ακατάβλητου, του τρόμου των χωροφυλάκων, του ‘βασιλέως των ορέων» (…)

Το πολιτικόν του τάλαντον τον κατέστησε γνωστότατον και όλα τα κόμματα ακολουθούσαν τις συμβουλές του προκειμένου να γίνουν εκλογές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και αντιθέτως προς την αρχή περί αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων κατά την οποίαν ένας άνθρωπος αντιπροσωπεύει πολλούς, μόνον ο Χατζησταύρος είχε καμμιά τριανταριά βουλευτές για να τον αντιπροσωπεύουν…».

Ο οθωνικός συγκεντρωτισμός και οι καταχρήσεις των φορέων της κρατικής εξουσίας οδήγησαν σε αθρόες προσβολές των δικαιωμάτων των πολιτών. Καθώς μάλιστα άμεσα υπεύθυνα γι’ αυτές ήταν κατά κανόνα τα κατώτερα κρατικά όργανα, ο λαός ανέπτυξε καχυποψία απέναντι στη διοίκηση του κράτους και αποστροφή απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του.

Στο μυθιστόρημά του «Τζένη Θεοτόκη. Αι Αθήναι του Όθωνος» ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος παραθέτει μια χαρακτηριστική περιγραφή ενός αντιπροσώπου της εκτελεστικής εξουσίας στην Αθήνα του 1845:

«Ο φουστανελοφόρος εύσωμος αστυνομικός κλητήρ ενεφανίσθη. Παραπλεύρως της φουστανέλας κατά μήκος του αριστερού μηρού του εκρέμετο ένα ρόπαλον, μήκους πενήντα εκατοστών και πάχους τριών δακτύλων, του οποίου το ζυγόν εκαλύπτετο από ταινίας κυανάς και λευκάς αυστηρώς εναλλασσομένας και συμβολίζουσας τα δύο χρώματα της ελληνικής σημαίας. Το ρόπαλον εκείνον έφερε κατά μήκος με κεφαλαία γράμματα την φράσιν «ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ». Αλλ’ ο εξοπλισμός του αντιπροσώπου τούτου της εκτελεστικής εξουσίας δεν περιωρίζετο μέχρι του δια ροπάλου συμβολισμού της ισχύος του νόμου∙ σελλάχιον τεραστίων διαστάσεων άφηνε να διαφαίνωνται δύο κεφαλάς μαύρας πιστολιών, επί των οποίων ο νόμος είχε θεωρήσει περιττόν το ιδιαίτερον επίγραμμα…»

Οι συστηματικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων, η εξαιρετικά χαμηλή συνείδηση της νομιμότητας και ένα γενικότερο κλίμα ανομίας στην κοινωνία είχαν ως αποτέλεσμα την απαξίωση του Συντάγματος στη λαϊκή συνείδηση. Αδυνατώντας να ασκήσουν ανεμπόδιστα τα δικαιώματα που το Σύνταγμα τυπικά τους αναγνώριζε, οι πολίτες έτειναν να τα βλέπουν ως νεκρό γράμμα ή μόνον ως σύνολο «κενών λέξεων». Έτσι όμως ακυρώνονταν στην πράξη τα πολιτικά αιτήματα και οι αξίες της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.

 

Πληρεξούσιος Ναυπλίας: Μιχαήλ Ιατρός.

 

«Κενές λέξεις» τα συνταγματικά δικαιώματα

 

Γράφει χαρακτηριστικά, με αφορμή την επέτειο του κινήματος του 1843, η εφημερίδα «Ευαγγελισμός» στο κύριο άρθρο του φύλλου της 3ης Σεπτεμβρίου 1862:

 

«Βαρυπενθής ανατέλλει σήμερον η εθνική αύτη ημέρα∙ διότι, αν ρίψωμεν τους οφθαλμούς μας προς τα οπίσω, θέλομεν ίδει ότι πάντα τα δικαιώματα του Έλληνος, τα εν τω πολιτικώ τούτω Ευαγγελίω γεγραμμένα, λέξεις μόνον υπήρξαν κεναί και ουδέν πλέον∙ καθ’ όλα τα παρελθόντα έτη ο Έλλην εδιοικήθη κατά το θείον δίκαιον, το δίκαιον του ισχυροτέρου…».

 

Στο ίδιο πνεύμα και το κύριο άρθρο του φύλλου της 7ης Φεβρουαρίου 1862 της εφημερίδας «Ο Συνταγματικός Έλλην» υποστηρίζει:

 

«Αλλά την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τί εχαρακτήρισεν ανέκαθεν; Καταπάτησις αναιδής του Συντάγματος και της ελευθερίας των εκλογών δια διορισμού βουλευτών, καταδίωξις του πατριωτικού τύπου, εξύβρισις του ιερού ημών Αγώνος και των αγωνιστών, περιφρόνησις και εξευτελισμός της θρησκείας και του κλήρου, προσβολαί αδιάκοποι κατά του ηρωϊκού στρατού της Ελλάδος και∙ και…»

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος από τα δικαστήρια (το Σύνταγμα ως θεμελιώδης νόμος του κράτους)

 

Η περίοδος κατά την οποία ίσχυσε ο Καταστατικός Χάρτης του 1844 είναι η πρώτη στην ελληνική συνταγματική ιστορία όπου ένα Σύνταγμα τίθεται σε εφαρμογή σε συνθήκες οργανωμένου κράτους με σχετικά σταθερούς θεσμούς. Στις συνθήκες αυτές αρχίζει πλέον να αναδεικνύεται η διπλή φύση του Συντάγματος, το οποίο περιέχει τόσο κανόνες πολιτικούς όσο και κανόνες νομικούς. Μέχρι τότε, το Σύνταγμα γινόταν αντιληπτό καταρχάς ως σύμβολο και έκφραση της εθνικής ανεξαρτησίας, και κυρίως ως ένα πλέγμα κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τη συγκρότηση των κρατικών οργάνων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δηλαδή ως καταστατικός χάρτης του πολιτεύματος. Με άλλα λόγια, το σύνταγμα αντιμετωπιζόταν κυρίως ως πολιτικό και όχι τόσο ως νομικό κείμενο. Κατά την εφαρμογή του Συντάγματος του 1844, όμως, αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιείται ότι το Σύνταγμα αποτελεί επίσης νόμο και μάλιστα τον θεμελιώδη νόμο του κράτους∙ και, ως εκ τούτου, ότι οι διατάξεις του μπορούν να ερμηνευτούν με τις μεθόδους της νομικής ερμηνείας, να καταστούν αντικείμενο νομικής αντιπαράθεσης και ενδεχομένως να αποτελέσουν κανόνες βάσει των οποίων θα κριθούν υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων.

Οι υποθέσεις όπου είναι περισσότερο πιθανό να τεθεί ζήτημα εφαρμογής μιας συνταγματικής διάταξης από τα δικαστήρια αφορούν, κατά κανόνα, αντιδικίες ιδιωτών με το κράτος. Σε μια τέτοια δίκη ο ιδιώτης ενδέχεται να επικαλεστεί ότι μια συγκεκριμένη πράξη ενός κρατικού οργάνου είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, δηλαδή τον θεμελιώδη και υπέρτατο νόμο του κράτους, και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να εφαρμοστεί σε βάρος του. Η εξέταση του αν η κρατική αυτή πράξη συμφωνεί ή δεν συμφωνεί με το Σύνταγμα καλείται Έλεγχος Συνταγματικότητας. Γενικά, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, ανάλογα με την κρατική πράξη που εξετάζεται. Μπορεί έτσι να εξεταστεί η συνταγματικότητα μιας πράξης της νομοθετικής εξουσίας, δηλαδή ενός νόμου, ή μιας πράξης της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή μιας διοικητικής πράξης, ή ακόμα και μιας πράξης της δικαστικής εξουσίας, μιας δικαστικής απόφασης, όταν αυτή εξετάζεται σε δεύτερο βαθμό από ένα ανώτερο δικαστήριο.

Είναι αλήθεια ότι, κατά την περίοδο αυτή, ελάχιστες ήταν οι υποθέσεις όπου τα δικαστήρια επικαλέστηκαν και εφάρμοσαν κάποιον κανόνα του Συντάγματος. Και πάντως, όλοι συμφωνούσαν ότι ειδικά τη συνταγματικότητα των νόμων τα δικαστήρια δεν μπορούν να την ελέγχουν, διότι αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο χώρο της νομοθετικής εξουσίας. Πράγματι, ο Άρειος Πάγος, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, ήδη από το 1847, με την απόφαση 198/1847, ρητά ασπάσθηκε την άποψη αυτή και αρνήθηκε να προβεί σε έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου που τέθηκε ενώπιόν του.

Παρόλα αυτά, με την ίδια απόφαση συντελέστηκε έμμεσα μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: ανεξάρτητα από το συμπέρασμα του συλλογισμού (ότι δηλαδή δεν ελέγχεται η συνταγματικότητα ενός νόμου), ωστόσο αναγκαία προϋπόθεση αυτού του συλλογισμού είναι ότι πάντως οι κανόνες του Συντάγματος έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, και η ίδια η κατάληξη της υπόθεσης ήταν ότι τελικά δικαιώθηκε ένας πολίτης στην αντιδικία που είχε με το Ελληνικό Δημόσιο. Το κρίσιμο ζήτημα στην υπόθεση ήταν εάν ο ιδιώτης αυτός είχε ή δεν είχε την κυριότητα ορισμένης έκτασης. Ο ίδιος υποστήριζε ότι η κυριότητά του είχε αναγνωριστεί με πράξη της Βουλής, δηλαδή με νόμο. Το Δημόσιο αντέτεινε ότι ο σχετικός νόμος είχε εκδοθεί καθ’ υπέρβαση της συνταγματικής εξουσίας της Βουλής. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι τα δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να ελέγχουν το περιεχόμενο των νόμων και ότι, εφόσον η πράξη που επικαλείται ο ιδιώτης φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα του νόμου, τα δικαστήρια υποχρεούνται να την εφαρμόζουν∙ κατά συνέπεια, η επίδικη έκταση ανήκε πράγματι σ’ αυτόν.

Η σημασία της παραπάνω απόφασης δεν έγκειται τόσο στα νομικά ζητήματα που πραγματεύεται, όσο μάλλον στη διαφαινόμενη ανάδειξη ενός εγγυητικού ρόλου των δικαστηρίων υπέρ των πολιτών. Ο Άρειος Πάγος φαίνεται να στέλνει ένα μήνυμα: Σε μια συντεταγμένη πολιτεία, η εκτελεστική εξουσία δεσμεύεται, όσον αφορά τις σχέσεις της με τους πολίτες, από κανόνες, τύπους και διαδικασίες∙ και ότι τα δικαστήρια δεν θα διστάσουν να εφαρμόσουν τις εγγυήσεις αυτές στις αντιδικίες των ιδιωτών με το Δημόσιο. Ο ρόλος που φαίνεται να αναλαμβάνουν τα δικαστήρια αποκτά ακόμη πιο ουσιαστική αξία, εάν τον αντιπαραβάλουμε με τη θλιβερή πρακτική των αυθαιρεσιών και των καταχρήσεων της Διοίκησης. Υπό την έννοια αυτή, μπορούμε να διαβλέψουμε μια τάση εισαγωγής δικαιοκρατικών στοιχείων στη λειτουργία του πολιτεύματος.

Τη σημασία των τυπικών εγγυήσεων που τα δικαστήρια εφαρμόζουν υπέρ των πολιτών μπορούμε να τη δούμε και σε μια μεταγενέστερη απόφαση του Αρείου Πάγου: Η απόφαση 141/1864 δημοσιεύθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1864, λίγες μόλις ημέρες μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1864, ωστόσο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αναφέρονται σε προγενέστερο χρόνο. Επρόκειτο για μια πολύ ιδιαίτερη υπόθεση. Κάποιος ονόματι Χατζή Σπύρου βρισκόταν στη φυλακή για φόνο. Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Οκτωβρίου, δηλαδή τη νύχτα που ξέσπασε η εξέγερση κατά του Όθωνα, ο εξεγερμένος λαός άνοιξε τις φυλακές και απελευθέρωσε όλους τους κρατούμενους. Ο Χατζή Σπύρου θεώρησε ότι η πράξη αυτή ισοδυναμεί με γενική αμνηστεία, η οποία φυσικά περιλαμβάνει και το έγκλημά του. Ο Άρειος Πάγος δέχτηκε την άποψή του και έκρινε ότι πράγματι η απελευθέρωση των κρατουμένων από το «επαναστατικό καθεστώς» της 10ης Οκτωβρίου 1862 συνιστούσε απονομή αμνηστείας, όπως άλλωστε αργότερα επιβεβαίωσε και η Β΄ Εθνική Συνέλευση∙ ως εκ τούτου, έκρινε ότι ο Χατζή Σπύρου δεν υπέχει πλέον ποινική ευθύνη για το φόνο.

Βέβαια, υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1844, η εφαρμογή του Συντάγματος από τα δικαστήρια είναι όχι μόνο σπάνια, αλλά και εξαιρετικά περιορισμένη: Τα δικαστήρια δεν φτάνουν μέχρι το σημείο να ελέγξουν την ουσιαστική συνταγματικότητα των κρατικών πράξεων (πολλώ δε μάλλον, των νόμων), δεν ελέγχουν δηλαδή εάν το περιεχόμενό τους συμφωνεί με τις διατάξεις του Συντάγματος και κυρίως μ’ αυτές που ρυθμίζουν τα ατομικά δικαιώματα. Περιορίζονται μόνο σε τυπικά ζητήματα, π.χ. εάν μια πράξη της Βουλής φέρει τα τυπικά στοιχεία του νόμου ή εάν μια πράξη του εξεγερμένου λαού μπορεί από τυπική άποψη να θεωρηθεί ως απονομή αμνηστείας. Για την καθιέρωση του δικαστικού ελέγχου της ουσιαστικής συνταγματικότητας, και μάλιστα των νόμων, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, στο ευνοϊκότερο πλαίσιο που έθεσε το Σύνταγμα του 1864. Ωστόσο, τα θεμέλια για την εξέλιξη αυτή τίθενται ήδη από την περίοδο αυτή, με την αναγνώριση εκ μέρους των δικαστηρίων της εγγυητικής υπέρ των πολιτών αποστολής τους και με την εφαρμογή της, τυπικής έστω, νομιμότητας ακόμα και σε βάρος του κράτους.

 

Αποτίμηση

 

Το Σύνταγμα είχε γίνει ανέκαθεν αντιληπτό από τους Έλληνες ως σύμβολο της εθνικής ανεξαρτησίας και παράλληλα ως εγγύηση της ατομικής και πολιτικής τους ελευθερίας. Το αίτημα για τη θέσπιση Συντάγματος δεσπόζει στους αγώνες του ελληνικού λαού. Η εγκαθίδρυση, εκ των έξω και εκ των άνω, της αυταρχικής μοναρχίας του Όθωνα το 1833 υπήρξε, για τον λόγο αυτό, ένα βαρύτατο πλήγμα στη συνταγματική συνείδηση του λαού και μια σημαντική οπισθοδρόμηση σε σχέση με το – εκπληκτικό, για την εποχή του και όχι μόνο – δημοκρατικό και φιλελεύθερο «κεκτημένο» των συνταγμάτων της Επανάστασης. Από την άποψη αυτή, η επάνοδος, με τη θέσπιση του Συντάγματος του 1844, σε καθεστώς συνταγματικό αποτελεί μια θετική εξέλιξη.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο Σύνταγμα υπολείπεται κατά πολύ από το επίπεδο συνταγματισμού στο οποίο είχαν κατορθώσει να φτάσουν οι επαναστατημένοι Έλληνες. Είναι ένα Σύνταγμα συντηρητικό, γιατί καθιερώνει τη μοναρχική αντί της δημοκρατικής αρχής. Κυρίως όμως, είναι συντηρητικό στην ιστορική θεώρησή του, αν συγκριθεί με τα προηγηθέντα Συντάγματα του Αγώνα. Από την άλλη, πρόκειται για ένα Σύνταγμα μετριοπαθές. Απ’ αυτό δεν λείπουν τα φιλελεύθερα στοιχεία (όπως ο σχετικά πλήρης κατάλογος των ατομικών ελευθεριών), καθώς επίσης και ορισμένα δημοκρατικά στοιχεία, ιδίως μάλιστα αν συνδυαστεί με τον πρωτοποριακό εκλογικό νόμο και την καθιέρωση σχεδόν καθολικού δικαιώματος ψήφου. Και σίγουρα αξίζει ιδιαίτερη αναφορά η περίφημη διάταξη του άρθρου 107, που αφιερώνει την τήρηση του Συντάγματος στον πατριωτισμό των Ελλήνων, μια διάταξη που κοσμεί όλα τα ελληνικά συντάγματα μέχρι σήμερα. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Σύνταγμα του 1844 δεν παραχωρήθηκε μονομερώς από τον μονάρχη, αλλά ψηφίστηκε από μια Εθνική Συνέλευση, που μπορεί να μην είχε κυρίαρχη εξουσία, υπήρξε ωστόσο απόρροια μιας κορυφαίας ιστορικο–πολιτειακής στιγμής, της εξέγερσης της 3ης Σεπτεμβρίου 1862.

Η κύρια και μεγάλη αδυναμία της συνταγματικής μοναρχίας δεν ήταν, ωστόσο, το Σύνταγμα του 1844 καθεαυτό, δηλαδή το συνταγματικό κείμενο, αλλά η αποτυχία εφαρμογής του στην πράξη. Όπως επισημαίνει ο Γ. Αναστασιάδης, «το Σύνταγμα του 1844 έμεινε στην ιστορία όχι βέβαια για τις θεσμικές του προβλέψεις αλλά για τις συνεχείς παραβιάσεις του». Η μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό ανήκει βέβαια στον Όθωνα, ο οποίος ποτέ δεν αντιλήφθηκε τη σημασία της «3ης Σεπτεμβρίου» και συνέχισε να «πολιτεύεται» σαν απόλυτος μονάρχης. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπουμε και τις βαρύτατες ευθύνες της ελληνικής πολιτικής ολιγαρχίας, η οποία έβλεπε το Σύνταγμα ως ένα «εργαλείο» για την εδραίωση της εξουσίας της. Όπως αναφέρει και ο Νεοκλής Καζάζης, το Σύνταγμα του 1844 «ως επί το πλείστον έμεινε χάρτης άγραφος, μηδενός τηρήσαντος τας διατάξεις αυτού: μήτε των ολιγαρχικών οίτινες προυκάλεσαν την πολιτικήν εκείνην μεταβολήν, μήτε του Όθωνος, όστις το απεστρέφετο».

Τέλος, το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε το πρώτο Σύνταγμα του ελληνικού κράτους το οποίο εφαρμόστηκε – όσο εφαρμόστηκε – σε συνθήκες σχετικής σταθερότητας και με μια κάποια διάρκεια. Από την άποψη αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ως ορόσημο της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και απαρχή των μετέπειτα εξελίξεων: μέσα από την εφαρμογή του, μέσα ακόμα από τις αδυναμίες και τις παραβιάσεις του, προετοίμασε το έδαφος για το Σύνταγμα του 1864.

Συμπερασματικά, και κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε μια τομή, όχι όμως και μια ρήξη (όπως θα ανέμενε κανείς από κάθε νέο Σύνταγμα). Τομή υπήρξε, διότι έβαλε τέλος στην απολυταρχία. Στην προσπάθειά του, όμως, να συμβιβαστεί με τα κεκτημένα της μοναρχίας, απέτυχε να επιφέρει τη ρήξη. Δημιούργησε, ωστόσο, τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις για να εγκαθιδρυθεί η δημοκρατική αρχή με το συνταγματικό πολίτευμα του 1864.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Η της Τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις – Πρακτικά [1844], Ανατύπωση – ευρετήρια – δημοσιεύματα τύπου, Έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, επιμ. Γ. Σωτηρέλης (1995).
  • Αλιβιζάτος, Νίκος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, τεύχος Α΄ 1821–1941 (1981).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας 1821–1941 (2001).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, ‘Η της Τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις’ Εθνική Συνέλευση (1843–1844). Η ιστορική φυσιογνωμία της και οι διαδικασίες δημιουργίας του Συντάγματος του 1844 (1992).
  • Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).
  • Δημάκης, Ιωάννης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων (1991).
  • Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ιστορικά κείμενα (1979)
  • Δρόσος, Γιάννης, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας (1996).
  • Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999).
  • Κονιδάρης, Ιωάννης, «Κράτος και Εκκλησία το 1843», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 90–98.
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Το Βελγικό Σύνταγμα του 1831 και τα Ελληνικά Συντάγματα του 1844 και 1864», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, 150 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτικού βίου 1844–1994 (2000).
  • Μανιτάκης, Αντώνης, Οι σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος-Έθνος στη σκιά των ταυτοτήτων (2000).
  • Μπιλής, Δημήτρης, «Ο εκλογικός νόμος του 1844: Θεσμική χειραφέτηση και πολιτικές υστεροβουλίες», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 137-150.
  • Παππαδούκας, Νικόλαος, Ιππόδαμος. Αρχαί Συνταγματικού δικαίου ή το Ελληνικόν Σύνταγμα σχολιασμένον (1848).
  • Πετρίδης, Παύλος, Σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, τ. Α΄ 1821–1862 (1994), τ. Β΄ 1862–1917 (1997).
  • Σαρίπολος, Νικόλαος Ι., Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου (1851).
  • Σβώλος, Αλέξανδρος, «Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος» [1934], σε: Τα ελληνικά Συντάγματα 1822–1975/1986, επιμ. Λ. Αξελός – πρόλογος Ευ. Βενιζέλος (1998), σ. 55–104.
  • Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος (1987).
  • Τασόπουλος, Γιάννης, «Οι ατομικές ελευθερίες στο Σύνταγμα του 1844: Πολιτική τομή ή νομική εγγύηση;», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 99–110.
  • Τάχος, Αναστάσιος, Σκιαγραφία του πρώτου Ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας (1835–1844) (1971).
  • Τρωϊάνος, Σπύρος / Δημακοπούλου Χαρίκλεια, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1999).
  • Τσαπόγας, Μιχάλης, «Η Συνταγματική Μοναρχία: Περιεχόμενο και εφαρμογή του Συντάγματος του 1844», σε: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004), σ. 55-58.
  • Φλογαΐτης, Θεόδωρος, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, 2η έκδ. (1895).

 

Ακρίτας Καϊδατζής

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ (εκλογή: Ιούλιος 2015). Διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία, Συνταγματικές Ελευθερίες. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Δικαστικός έλεγχος του νόμου, Ιστορία του συνταγματικού δικαίου, Σύνταγμα και πολιτική, Πολιτικός συνταγματισμός.

 

 *  Έχει δημοσιευθεί στο συλλογικό έργο: Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 12, Νεώτερος Ελληνισμός 1827- 1862 (επιμ. Γ.Αναστασιάδη), Εκδ. Δομή, 2η έκδ., σελ. 318-369. 

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Αρχαίες φυλακές


 

Η ιστορία των φυλακών στον τόπο μας ξεκινάει μετά την κατάλυση της δημοκρατικής πόλης-κράτους. Η αρχαία ελληνική πόλη, σε αντίθεση με τις ανατολικού (ή δυτικού) τύπου μοναρχίες, δεσποτείες και τα λοιπά θεοκρατικά καθεστώτα, αρνείται την έννοια και την πρακτική του εγκλεισμού στις φυλακές: του «σωφρονισμού» σε αυτές και των βασανιστηρίων, που ακολουθούν τη στέρηση της ελευθερίας. Γι’ αυτό φυλακές στην αρχαία Αθήνα δεν υπάρχουν (φυλακή ονομάζουν την περιπολία στα τείχη ή σε θαλάσσιες περιοχές, για την άμυνά τους).

Το μικρό δεσμωτήριο εξάλλου της πόλης των Αθηνών (η «φυλακή» του Σωκράτη) χρησιμοποιείται, όπως το σημερινό κρατητήριο, για ώρες ή μέρες: με σκοπό την εφαρμογή της ποινής του θανάτου (με κώνειο) ή για την αποπληρωμή χρέους προς το δημόσιο ταμείο. Ο πολιτισμός των Ελλήνων αρνείται τη φυλακή και γι’ αυτό οι πολίτες δεν φυλακίζονται, θανατώνονται, όταν επιχειρούν να καταλύσουν το πάτριο πολίτευμα (ή όταν βεβηλώνουν τους πάτριους θεούς), ή εξορίζονται, το συνηθέστερο, για διάστημα 10 ετών, όταν κρίνονται επικίνδυνοι για την πόλη. Μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στη Ρώμη αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες φυλακές, που υπάρχουν και στο Βυζάντιο. (Νίκος Βαρδιάμπασης)

 

Στην εποχή μας, η επιβολή ποινής για κάποιο αδίκη­μα είναι σχεδόν συνώνυμη με τη «φυλάκιση», δη­λαδή τη στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό σε κάποιο κρατικό σωφρονιστήριο. Μολονότι η α­νάδειξη της φυλακής ως κατ’ εξοχήν χώρου έκτι­σης της νομοθετημένης τιμωρίας αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στο δυτικό Μεσαίωνα, ωστόσο η στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο μιας «τιμωρητικής» πολιτικής δεν είναι ά­γνωστη στην ελληνική αρχαιότητα. Η παραδειγματική και αρχετυπική έκφανση του περιορισμού της ελευθερίας ως τιμωρίας που επι­βάλλεται από τον κρατούντα την – υπέρτατη άλλωστε – εξουσία βρίσκεται στο μύθο του Προμηθέα.

Ο δεσμώτης του Καυκάσου αντιπροσωπεύει τον αρχέτυπο μύθο της θεϊκής τιμωρίας. Ο Προμηθέας σε παράσταση μελανόμορφου λακωνικού κυπέλλου.

Παραβαίνοντας τη θέληση των θεών, ο Προμηθέ­ας δίνει στους ανθρώπους τη φωτιά. Για την πράξη του αυτή, που έχει ήδη οριστεί ως κακό, ο Ζευς του επιβάλλει σκληρή τιμωρία: να μείνει αιώνια δε­μένος στον Καύκασο. «Για τούτα τα σφάλματα πληρώνω την ποινή, στον πάσσαλο δεμένος εδώ στο ξάγναντο», αναφωνεί ο Προμηθέας στην ομώ­νυμη τραγωδία. Η μυθολογική σύλληψη αντιλαμ­βάνεται τον περιορισμό ως δεσμά, τα οποία δεν προϋποθέτουν εγκλεισμό, αντίθετα μπορούν να πραγματοποιούνται υπαίθρια. Όμως στον Προμη­θέα Δεσμώτη ο Αισχύλος χρησιμοποιεί την ορο­λογία του ποινικού δικαίου της δικής του εποχής για να περιγράψει τα παθήματα του ήρωά του.

Σε ακόμη ένα περίφημο παράδειγμα από το χώρο του μύθου, ο Κρέοντας φυλακίζει την Αντιγόνη επει­δή παρέβη το νόμο του κράτους του οποίου ο ίδιος είναι εκφραστής. Στον αντίποδα των υπαίθριων δε­σμών του Προμηθέα, στην ψηλότερη βουνοκορφή, πρόκειται εδώ για απόλυτο εγκλεισμό, βαθιά μέσα στη γη, που θα οδηγήσει στο θάνατο. Περίπου την εποχή που γράφτηκε ο Προμηθέας Δεσμώτης και ίσως λίγα χρόνια πριν από την Αντιγόνη, δηλαδή περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., χρονολογείται η ανέγερση ενός κτιρίου που βρέθηκε στις ανασκαφές κοντά στην αθηναϊκή Αγορά.

Το κτίσμα αυτό, γνωστό ως Πόρος, έχει ταυ­τιστεί ως φυλακή και η μεταγενέστερη φιλολογική παράδοση το έχει συνδέσει με το μύθο του Προ­μηθέα. Δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για το δεσμωτήριον του Σωκράτη, όμως η θέση του κτιρίου αυτού στο κεντρικότερο σημείο της αρχαίας πόλης υποδεικνύει πως η χρήση του ήταν ενταγμένη στο δημόσιο βίο. Φαίνεται ότι το κτίριο αυτό αναμορφώθηκε στα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 4ου αιώνα και άλλη μια φορά στα τέλη του 4ου. Δεν είναι γνωστό αν στην Αθήνα υπήρχαν περισσότερα από ένα δεσμωτήρια, κάτι που υπαινίσσεται, τουλάχιστον για τα τέλη του 4ου αιώνα, η χρήση της λέξης στον πληθυντικό για πρώτη φορά στην κωμωδία του Μενάνδρου Δύσκολος.

 

Η αποκαλούμενη φυλακή του Σωκράτη στο λόφο του Φιλοπάππου.

 

Δεσμωτήρια ή αλλιώς κατ’ ευφημισμόν οική­ματα μαρτυρούνται σε πολλές αρχαιοελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ξενοφώντα, σε μια περίοδο στάσεως το 363 π.χ., μεγάλος αριθμός αριστοκρατικών από όλες τις πόλεις της Αρκαδίας οδηγήθηκαν στην πόλη της Τεγέας όπου φυλακί­στηκαν, μάλιστα πολύ σύντομα δημιουργήθηκε α­διαχώρητο στο δεσμωτήριον και ορισμένοι κρα­τούμενοι μεταφέρθηκαν στο πρυτανείο.

Κατά τη διάρκεια ακόμη μιας στάσεως, στη Θήβα αυτή τη φορά, μαθαίνουμε ότι η μια από τις αντιμαχόμενες μερίδες με τέχνασμα απελευθέρωσε τους κρατού­μενους από τη φυλακή και τους προμήθευσε με ό­πλα, κατορθώνοντας έτσι να αποκτήσει τον έλεγχο της πόλεως. Στην Τεγέα υπήρχε μόνο μια φυλακή, όμως σε έκτακτες περιπτώσεις και άλλα δημόσια κτίρια μπορούσαν προσωρινά να χρησιμοποιηθούν για τη φύλαξη των κρατουμένων. Εξάλλου στον πόλεμο η φυλάκιση ήταν η συνήθης ποινή που επέβαλ­λαν οι στρατηγοί μέσα στο πλαίσιο των καθηκό­ντων τους, και ελλείψει φυλακών μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κάθε είδους κτίρια, ή ακόμη χαντάκια, λατομεία και λάκκοι. Για τους κρατούμε­νους από τις Συρακούσες οι Αθηναίοι χρησιμοποί­ησαν ένα λατομείο πέτρας στον Πειραιά.

Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη βαρύτητα των αδικημάτων εκείνων τα οποία δίνουν αφορμή να ζητηθούν ή να θεσπι­στούν ειδικά προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, μας πληροφορεί ότι στο Άργος επιβαλλόταν εξαι­ρετική ποινή σε εκείνον που είχε γίνει αφορμή να ψηφιστεί νέος νόμος ή να κτισθεί νέα φυλακή. Στο ίδιο παραδειγματικό – συμβολικό πλαίσιο και πάλι, σύμφωνα με τον Παυσανία οι Κροτωνιάτες τον 5ο αιώνα μετέτρεψαν το σπίτι ενός εγκληματία σε δεσμωτήριον. Στην αττική νομοθεσία, η πρώτη εμφάνιση περιοριστικής της ελευθερίας ποινής ανάγεται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.

Στον Σόλωνα αποδίδεται ο νόμος που τιμωρούσε τον ένοχο κλοπής με χρη­ματική ποινή και παράλληλα θέσπιζε ως παρεπό­μενη ποινή τον πενθήμερο περιορισμό του ενόχου στην ποδοκάκκη. Πρόκειται για ένα όργανο ξύλι­νο, αφού τον 4ο αιώνα αναφέρεται συνήθως ως ξύλον, στο οποίο προσδενόταν το πόδι με αποτέλε­σμα την ακινητοποίηση του σώματος. Ήταν στη δια­κριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της Ηλιαίας να επιβάλει αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος δεν λάμ­βανε χώρα σε κλειστό χώρο αλλά γινόταν δημό­σια, «ώστε να μπορούν να τον δουν όλοι δεμέ­νο», όπως σχολιάζει ο Δημοσθένης. Αρχικά λοιπόν ο περιορισμός στην ποδοκάκκη είχε προεχό­ντως ατιμωτικό χαρακτήρα, στοχεύοντας ιδίως στη δημόσια διαπόμπευση, στη συνέχεια όμως η χρή­ση του οργάνου αυτού γενικεύθηκε μέσα στη φυ­λακή.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο σωματικός κολα­σμός ταιριάζει στους δούλους, οι οποίοι ευθύνονται για τις παραβάσεις τους με το σώμα τους, σε αντί­θεση με τους ελεύθερους ανθρώπους, στους οποί­ους ο νόμος τις περισσότερες φορές επιβάλλει πρόστιμα. Η συνήθης τιμωρία των δούλων ήταν τα δεσμά, και, όπως πληροφορούμαστε, ένας πρόχει­ρος τόπος εγκλεισμού τους ήταν οι μύλοι. Αυτό το διακριτικό στοιχείο των πολιτών από τους δούλους υπήρξε καθοριστικό για τη θεσμοθέτηση του πε­ριορισμού των πολιτών στη φυλακή, που, τουλάχι­στον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ήταν φει­δωλή.

Εξαίρεση στη δυσκολία του Αθηναίου νο­μοθέτη να αποδεχθεί τη φυλάκιση πολι­τών αποτελούσαν όσοι όφειλαν χρήματα στο δημόσιο. Η οφειλή αυτή μπορούσε να προέρχεται από συμβατική αιτία: τη συλ­λογή των φόρων αναλάμβαναν πολίτες έπειτα από πλειστηριασμό, κατά τον οποίο ο πλειοδότης απο­κτούσε το δικαίωμα να εισπράττει, για ένα έτος συ­νήθως, το συγκεκριμένο φόρο (λιμενικά τέλη, μετοίκιο κ.λπ.) και να αποδίδει στο κράτος το ποσόν που ορίστηκε. Με ανάλογο τρόπο γίνονταν οι μι­σθώσεις των μεταλλείων, καθώς και οι μισθώσεις των κτημάτων που ανήκαν στα ιερά, για διάρκεια δέκα ετών.

Αλλά οι περισσότεροι οφειλέτες που βρίσκο­νταν στη φυλακή ήταν εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν κάποια χρηματική ποι­νή που τους είχε επιβληθεί. Συχνά βλέπουμε, στους δικανικούς λόγους, τον κατηγορούμενο να τονίζει στους δικαστές ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα σήμαινε γι’ αυτόν το τέλος της ζωής του ως πολίτη και τον ισόβιο εγκλεισμό του στη φυλα­κή. Και πράγματι γνωρίζουμε αρκετούς ένδοξους πολίτες που πέρασαν από τη φυλακή για τέτοια χρέη, ή ακόμη πέθαναν εκεί, όπως ο Μιλτιάδης, άρρωστος ήδη όταν καταδικάστηκε σε πρόστιμο πενήντα ταλάντων, που, αδυνατώντας να το πληρώσει, τελείωσε τη ζωή του στη φυλακή το 489 π.Χ.

Το 353 π.Χ. ο Αθηναίος Τιμοκράτης πρότεινε να ψηφιστεί ένας νόμος που θα έδινε τη δυνατότη­τα στους οφειλέτες του δημοσίου – με εξαίρεση ορισμένες μόνο κατηγορίες, όπως οι εκμισθωτές των φόρων – να μη φυλακίζονται, εφ’ όσον παρείχαν χρηματική εγγύηση. Ο Δημοσθένης με δριμύτητα προσέβαλε το ψήφισμα που εισηγήθηκε ο Τιμοκράτης, ως αντίθετο με τους νόμους, υπενθυμίζο­ντας στο λαϊκό δικαστήριο ότι πρόκειται για «φω­τογραφική» ρύθμιση, που έχει στόχο να απαλλά­ξει κάποιους φίλους του που βρίσκονταν στη φυ­λακή για χρέη προς το δημόσιο. Θυμίζει ακόμη ότι πολλοί γνήσιοι Αθηναίοι έχουν οδηγηθεί στο δεσμωτήριο, φυλακισμένοι είτε για οφειλές είτε έ­πειτα από δικαστική απόφαση, αλλά υπέμειναν τα δεσμά υποτασσόμενοι στους νόμους, και δίνει πα­ραδείγματα πολλών επιφανών ανδρών που πέρα­σαν χρόνια στη φυλακή. Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Τιμοκράτη ότι το ψήφισμα που πρότεινε εισά­γει ρύθμιση ευνοϊκή για τους πλουσίους, οι οποί­οι μπορούν να παράσχουν χρηματική εγγύηση κι έτσι διαφεύγουν τη φυλάκιση, αντίθετα με τους α­πλούς ανθρώπους: όταν ασκούν κάποια εξουσία, ο κατηγορούμενος και το περιβάλλον του, ευχαρίστως φυλακίζουν τους φτωχούς, όταν όμως πρόκει­ται για τους ίδιους, πιστεύουν ότι δεν πρέπει να πάθουν το ίδιο.

Στην Αθήνα αρμόδιοι για την επίβλεψη του δεσμωτηρίου ήταν οι ένδεκα, άρχοντες κληρωτοί με ενιαύσια θητεία. Δική τους δικαιοδοσία ήταν η σύλληψη που προβλεπόταν από το νόμο για ορι­σμένες κατηγορίες αδικούντων. Καθώς η εισαγγε­λική αρχή, που σήμερα ασκεί τη δίωξη για ένα έ­γκλημα, ήταν έννοια ξένη προς το αρχαιοελληνι­κό δίκαιο, κατά το οποίο ο κάθε πολίτης ήταν ε­νεργός, δικαιούμενος ή μάλλον υποχρεωμένος να κινεί τη δίωξη όποιου έβλαπτε την πόλιν, ο εν­διαφερόμενος πολίτης είτε συνελάμβανε ο ίδιος το δράστη και τον παρέδιδε στους ένδεκα (απαγωγή), είτε τους οδηγούσε στον τόπο της σύλληψης (εφήγησις) είτε τέλος υποδείκνυε το δράστη στους άρ­χοντες (ένδειξις), οι οποίοι οδηγούσαν το συλληφθέντα στη φυλακή μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Οι διαδικασίες αυτές εφαρμόζονταν κυρίως ενα­ντίον κακούργων που καταλαμβάνονταν έπ’ αυτο­φώρω ή εξόριστων που επέστρεφαν παράνομα ή α­κόμη εναντίον όσων είχαν καταδικαστεί στην απο­στέρηση των δικαιωμάτων συμμετοχής στο σώμα των πολιτών, αλλά επιχειρούσαν να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Η προφυλάκιση εφαρμοζόταν εξάλλου ευρύτατα σε υποθέσεις κατηγορουμένων για εγκλήματα κα­τά του πολιτεύματος και κατά των θεμελιωδών αρ­χών της πόλεως. Τα παραδείγματα προέρχονται κυρίως από τα τέλη του 5ου αιώνα και αργότερα, ό­πως στην υπόθεση του έτους 404 π.χ., όταν οι στρατη­γοί, ταξίαρχοι και πολίτες, που κατηγορήθηκαν ότι συνωμοτούσαν με σκοπό την ανατροπή της δημοκρατίας, προφυλακίστηκαν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο στρατηγός Θρασύβουλος κατηγορή­θηκε για προδοσία της πόλεως και κατάχρηση χρημάτων που προορίζονταν για εξαγορά αιχμα­λώτων και κρατήθηκε στη φυλακή μέχρι να δικαστεί. Λίγα όμως χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για δωροδοκία και προφυλακίστηκε εκ νέου. Ακόμη μια εφαρμογή της αποστέρησης της ελευθερίας στην αττική νομοθεσία είχε τη μορφή εξασφαλιστικού μέτρου κατά των μελλοθανάτων. Μετά την έκδοση της απόφασης, ο καταδικασθείς παραδιδόταν στους ένδεκα, που τον οδηγούσαν στο δεσμωτήριο, μέχρι την εκτέλεση. Στις περιστάσεις που οι νόμοι για λόγους θρησκευτικούς ανέστελλαν την εκτέλε­ση, η παραμονή εκεί ήταν πολυήμερη, όπως συνέ­βη με τον Σωκράτη, μέχρι την επιστροφή στην Αθήνα του ιερού πλοίου. Την ορισμένη για την ε­κτέλεση ημέρα, οδηγούσαν τον κατάδικο έξω από την πόλη, στο δήμιο, ενώ η χορήγηση του κωνείου γινόταν μέσα στη φυλακή.

Από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., πιθανώς ως α­ποτέλεσμα της μεταρρύθμισης του Εφιάλτη, η φυ­λάκιση μπορούσε να επιβληθεί και ως κύρια ποι­νή για κάποιο αδίκημα, όταν προτεινόταν από τον ένα διάδικο. Έτσι και ο Αριστοτέλης αργότερα α­παριθμεί τις ποινές που προέβλεπε η αττική νομο­θεσία ως εξής: δεσμός, θάνατος, εξορία, αποστέ­ρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, δήμευση της περιουσίας. Δεν σώζεται όμως κανένας νόμος που να επιβάλλει ποινή φυλάκισης για κάποιο αδίκη­μα σε περίπτωση που η ποινή απέρρεε απ’ ευθεί­ας από το νόμο χωρίς να θεσπίζεται η διαδικασία της πρότασης και αντιπρότασης από τους διαδί­κους.

Όσο για τις συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στις φυλακές, φαίνεται πως κατά κανόνα οι κρα­τούμενοι ήταν δεμένοι στο ξύλον, καθώς ποικίλες πηγές χρησιμοποιούν τη λέξη δεσμώτης ως συνώ­νυμο του να βρίσκεται κάποιος εν δεσμωτηρίω. Εκείνοι που αποφυλακίζονται έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα αναφέρονται ως «ανίκανοι να περπατήσουν σαν τους άλλους ανθρώπους, αλλά ξαναγυρίζουν στην ίδια στάση και στις ίδιες κι­νήσεις που έκαναν δεμένοι», καταδεικνύοντας ό­τι η φυλάκιση και τα δεσμά συνεπάγονταν το ένα το άλλο. Απαγορευόταν όμως να υποβάλλονται οι πολίτες σε βασανιστήρια, είχε μάλιστα εκδοθεί ει­δικό ψήφισμα γι’ αυτό το σκοπό, που η χρονολο­γία του μας είναι άγνωστη.

Ωστόσο η γενική τάση που θεωρούσε το σώμα ενός πολίτη απαραβίαστο, σε περιόδους πολιτικών αναταραχών μπορούσε να αμφισβητηθεί, και έτσι το 409/8 π.χ. η αθηναϊκή βουλή δια βοής αποφάνθηκε να καταργηθεί ο νόμος και να δεθούν στον τροχό οι πολίτες που κατηγορούνταν για την παρωδία των ιερών μυστηρίων, ώ­στε να καταδώσουν και τους υπόλοιπους συνωμό­τες. Ορισμένοι κατόρθωσαν να το αποφύγουν, ορί­ζοντας εγγυητές και τελικά δραπετεύοντας από την πόλη, πολλοί όμως ήταν αυτοί που συνελή­φθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Μεταξύ αυ­τών ήταν και ο ρήτορας Ανδοκίδης, ο οποίος αρ­γότερα θα πει στους συμπολίτες του: «θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο να μιλήσω για τη φυλάκισή μου και για όλα εκείνα που υπέφερα με το σώμα μου τότε».

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη φυλάκιση αρ­γό θάνατο. Για τον πλατωνικό Σωκράτη η αρχή της ζωής στη φυλακή είναι το τέλος της ελεύθερης ζω­ής. Μετά την πρώτη ψηφοφορία που τον έκρινε έ­νοχο, και την πρόταση των κατηγόρων του να επι­βληθεί η θανατική ποινή, ο Σωκράτης καλείται, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, να αντιπροτεί­νει την ποινή που ο ίδιος θεωρεί κατάλληλη για το αδίκημα που διέπραξε: «Ποιο από αυτά που ξέ­ρω καλά πως είναι κακά να αντιπροτείνω, τιμω­ρώντας μ’ αυτό ο ίδιος τον εαυτό μου; Μήπως τη φυλάκιση; Και γιατί δα πρέπει να περάσω τη ζωή μου στο δεσμωτήριο, δούλος του κάθε άρχο­ντα που έρχεται στην εξουσία; Μήπως το πρόστι­μο, που κι αυτό δα επιφέρει τη φυλάκιση μέχρι να το πληρώσω;». Κάποιος θεός θα διατάραξε την κρίση του ανθρώπου εκείνου που πρότεινε για τον εαυτό του την ποινή της φυλάκισης αντί για πρό­στιμο, σχολιάζει ο Λυσίας, ενώ και ο Θουκυδίδης σημειώνει πως οι Αθηναίοι συμφώνησαν τελικά να παραδώσουν τα όπλα τους στους Συρακούσιους, ώ­στε να μην τελειώσουν τη ζωή τους στη φυλακή.

 

Η φυλακή του Σωκράτη όπως τη φαντάστηκε ο Νταβίντ. Πίνακας του Zακ-Λουί Νταβίντ (1787) Ο Θάνατος του Σωκράτη. Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Είναι άγνωστο πότε ανεγέρθηκε η πρώτη φυλακή στην Αθήνα ή σε άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Πρόκειται όμως για γεγονός που σηματοδότησε τη μετάβαση από την ιδιωτική κράτηση ενός πολίτη από συμπολίτη του για χρέη, στη θέσπιση της φυλάκισης ως δημόσιας τιμωρίας και, παράλληλα, τη μετάβαση από τη δημόσια διαπόμπευση στον εγκλεισμό. Η θέση που καταλαμβάνει η φυλακή στην αρχαιοελληνική, ιδίως στην αθηναϊκή, κοινωνία είναι η συνισταμένη δυο αντιμαχόμενων εννοιών, που όμως και οι δυο βρίσκονται στον ιδεολογικό πυρήνα της δημοκρατικής πόλεως.

Από τη μια, η απέχθεια των πολιτών για το σωματικό κολασμό και τον περιορισμό, που θεωρούνταν ανάρμοστα με την ιδιότητα του πολίτη, από την άλλη η διαρκής αναζήτηση της ισονομίας, της πραγματικής εξίσωσης των πολιτών, που δεν επιτρέπει στους πλούσιους να πληρώνουν μόνον πρόστιμα ή χρηματικές εγγυήσεις τη στιγμή που οι φτωχοί, αδυνατώντας να πληρώσουν, βρίσκονται κλεισμένοι στο δεσμωτήριο. Η διαπάλη αυτή δεν επηρέασε μόνον τους υπέρμαχους της αθηναϊκής δημοκρατίας, αφού αντανάκλασή της βρίσκεται και στον Πλάτωνα, όταν στους Νόμους προτείνει την αποφυλάκιση όσων οφείλουν πρόστιμα είτε με την πληρωμή είτε όταν έπειθαν τους άρχοντες ή τον αντίδικό τους ότι είχαν περάσει αρκετό χρόνο στη φυλακή.

 

Στέφανος Παύλου

Αν. καθηγητής Νομικής Θράκης

Μαρία Γιούνη

Επ. καθηγήτρια Νομικής Θράκης

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η ιστορία των φυλακών», τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788 – 1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

  

Χριστόδουλος Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849.

Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά.

Η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος (φ. της 12ης Απριλίου 1847 ), εξ αφορμής της παύσης του από τη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι «την παύσιν του επροκάλεσεν προ πολλού χρόνου ανυπέρβλητος κοινωνική ανάγκη, διότι εις έσχατον βαθμόν εκπεφαυλισμένος από τον φατριασμόν, ως επικεφαλής του Αρείου Πάγου, ύψωσε εξ αρχής σημαίαν ανταρσίας εναντίον της κυβερνήσεως, εκείθεν δε, ως εκ φοβερού προμαχώνος, κατεπολέμει την κυβέρνησιν και το έθνος».

Και συνεχίζει «εσήποντο επ’ άπειρον χρόνον αι υποθέσεις εις τον άρειον Πάγον και δεν διεκπεραίωνε καμμίαν ειμή» … «δια να καταστρέψη πολίτην τινά, ανήκοντα εις το επικρατούν σύστημα και να θυσιάση εις κανένα συμφατριαστήν του την περιουσίαν η την τιμήν του θύματός του, οδηγούμενος από μόνον το πάθος του φατριασμού του…».

Αντιθέτως, η μεν εφημερίδα «Αθήνα» (φ. 1482 της 18/3/1848), εξ αφορμής του αναδιορισμού του στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, τον χαρακτηρίζει άνθρωπο απολαύοντα την υπόληψη του κοινού για τον ανεπίληπτο χαρακτήρα και την τιμιότητά του, η δε εφημερίδα «Ελπίς» (φ. της 26ης Μαρτίου 1849), επ’ ευκαιρία του θανάτου του, έγραψε ότι «η ελευθεροτυπία εύρισκεν εν τω Αρείω Πάγω, του οποίου προήδρευσεν ο μακαρίτης, την δικαστικήν εκείνην ανεξαρτησίαν, ήτις δίδει θάρρος εις τον δικαζόμενον και θέτει φραγμόν εις το αυθαίρετον της εξουσίας».

Επίσης, με αφορμή τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» (φ. 949/19 Μαρτίου 1849 ) έγραψε ότι κατά την κηδεία του «η πόλις των Αθηνών έδειξε πολλήν και δικαίαν συναίσθησιν δια την στέρησιν ενός διακεκριμένου, δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, δικαστικού», ενώ ο Π. Αργυρόπουλος, στη «Θέμιδα» του Σγούτα ( έτος 1849 σ. 470 ), έγραψε ότι ο «Κλονάρης είτε δικάζων, είτε υπερασπίζων υποδίκους, είτε καταδιώκων ενόχους, είτε διοικών τα δικαστικά πράγματα … έφερεν αείποτε πνεύμα ευθύτητος και επιεικείας, πνεύμα ολοτελούς αμεροληψίας … θα ήτο δε ύβρις να είπωμεν ότι ήτο απλώς αδωροδόκητος. Ήτο υπέρτερος και των εμμέσων δωροδοκιών, δηλαδή των επιρροών της εξουσίας».

Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, δικαστής που διακρίθηκε προπάντων για το σθένος του, κατά τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε, είπε ότι ο Κλονάρης ανήκεν στους ολίγους «… δια των οποίων την παιδείαν και την αρετήν η πατρίς μας δικαίως σεμνύνεται … κατά την πολιτικήν του διαγωγήν ήτο μετριοπαθής … το μέγα του ανδρός προτέρημα ήτο το φιλοδίκαιόν του,το οποίο ουδέποτε εις ουδεμίαν πλαγίαν σκέψιν, εις ουδεμίαν επιρροήν υπεχώρει». Έχω την εκτίμηση ότι είναι άδικες οι κρίσεις που εκφέρει η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος.

 

Κράτος δικαίου

 

Το ελληνικό έθνος, παράλληλα προς τον αγώνα του για την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, προσπάθησε να οργανωθεί πολιτειακώς σε κράτος δικαίου. Όλα τα προσωρινά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου προβλέπουν την διάκριση εξουσιών και σύσταση και λειτουργία κριτηρίων προς απονομή της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, η μακρά νύχτα της δουλείας, οι ανάγκες του απελευθερωτικού πολέμου και οι διχόνοιες μεταξύ των επαναστατημένων, δεν επέτρεψαν την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας δεν υπήρχε καμμία υποδομή για την οργάνωση και λειτουργία δικαστηρίων, προπάντων δεν υπήρχαν νομικοί και γενικώς πρόσωπα ικανά να στελεχώσουν δικαστήρια. Ο Νικόλαος Σπηλιάδης, στην από 10η Απριλίου 1827 αναφορά του προς την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας γράφει ότι «τα κριτήρια της Ελλάδος έμειναν εις το χαρτί». Αλλά και η κατάσταση δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού, ήταν χαώδης.

Ο Κυβερνήτης από τους πρώτους μήνες της ανάληψης της διακυβέρνησης της νεοσύστατης πολιτείας, βοηθούμενος από τον αδελφό του Βιάρρο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Γενατά, διαπρεπείς νομομαθείς της εποχής εκείνης, επιδόθηκε στον προσωρινό καθορισμό του ισχύοντος δικαίου και στην στοιχειώδη δικαστική οργάνωση του κράτους. Ειδικότερα, με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 «περί διοργανισμού των δικαστηρίων» ορίσθηκε ότι τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιέχονται στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, «εις δε τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν».

 

Απάνθισμα των εγκληματικών

 

Το Απάνθισμα των εγκληματικών ήταν ένας πρόχειρος ποινικός κώδικας, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στις 17 Απριλίου 1823, είχε δε καταρτισθεί από εννεαμελή επιτροπή αποτελούμενη από δυο επισκόπους, έναν ιεροδιάκονο, δυο μοναχούς και τέσσερις λαϊκούς. Το νομοθέτημα αυτό εστερείτο γενικού μέρους, περιείχε δε μόνον 89 άρθρα που προέβλεπαν και τιμωρούσαν συγκεκριμένα εγκλήματα.

Πρέπει να τονισθεί η με το ψήφισμα αναγωγή, της επιείκειας σε αυτοτελή πηγή του ποινικού δικαίου, ρύθμιση η οποία υπέθαλπε την αυθαιρεσία των δικαστών αλλά και επέτρεπε σ’ αυτούς να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες προς τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και το περί δικαίου συναίσθημα του λαού.

Η προσφυγή στην επιείκεια ήταν εύκολη λύση και ήταν συχνή και για εγκλήματα ακόμη για τα οποία υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο Απάνθισμα των Εγκληματικών. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στην υπ’ αριθ. Β/7 Σεπτεμβρίου 1829 απόφαση του πρωτόκλητου (εγκληματικού) δικαστηρίου της Κάτω Μεσσηνίας, το οποίο έκρινε «κατ’ επιείκειαν» τον κατηγορούμενο για την πρόκληση εμπρησμού εξ αμελείας, καίτοι το έγκλημα αυτό ρητώς προεβλέπετο και ετιμωρείτο από την παράγραφο ΟΘ’ του Απανθίσματος των Εγκληματικών, η οποία όριζε ότι «όποιος εξ απροσεξίας καύση οικίαν ή πλοίον ή καρπούς θερισμένους ή αθέριστους, να φυλακώνεται από τέσσαρας ημέρας έως τρεις μήνας και να πληρώνη την ζημία».

Παρά ταύτα το δικαστήριο, δικάζον κατ’ επιείκειαν και εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος «έχων μερικά χαλκώματα κρυμμένα προ καιρού και μη διακρίνων τον κρύπτοντα αυτά τόπον, έβαλεν φωτιάν, ήτις, μετ’ ολίγην ώραν, υψωθείσα παρά του αέρος, διεσπάρη πολλαχούκαι κατέκαυσε μέγα μέρος καρπίμων δένδρων» και δεύτερον, ότι η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν «ουδέ το πολλοστόν μετρούμενον προς την οποίαν επροξένησεν ζημίαν», επιβάλλει σ’ αυτόν την ποινή «φέρων δεσμά εις τους πόδας, να ασχολείται εις τον καθαρισμόν της πόλεως Καλαμάτας, ημέρας τριάκοντα μίαν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν».

Επίσης, το Πρωτόκλητο (εγκληματικό) δικαστήριο των Βορείων Σποράδων, με την υπ’ αριθ. 27 της 27ης Απριλίου 1829 απόφασή του, σε κηρυχθέντες ενόχους πειρατείας, επέβαλε δυο κύριες ποινές, πρώτον φυλάκιση τριών ετών, δεύτερον, «να καθαρίζουν τους δρόμους της πόλεως (Τήνου) δις της εβδομάδος». Ο καθαρισμός όμως της πόλεως δεν προβλεπόταν ως ποινή, κύρια η παρεπόμενη, από το Απάνθισμα των Εγκληματικών. Στις αποφάσεις αυτές ανευρίσκει κανείς την ιδέα του θεσμού της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, ρύθμιση η οποία εισήχθη στην ποινική νομοθεσία μας, με τον Ν.2408 / 1966, μετά από 165 χρόνια.

Με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 προβλέπεται ακόμη συγκρότηση τακτικών δικαστηρίων για τη διαχείριση της πολιτικής, εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης· ειδικότερα προβλέπεται η συγκρότηση ειρηνοδικείων, πρωτοκλήτων δικαστηρίων, εμποροδικείου στη Σύρο και ενός η περισσοτέρων «Ανεκκλήτων Κριτηρίων».

Το «Ανέκκλητον Κριτήριον» αποτελείται από έναν πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, επτά κριτές, έναν δημόσιο συνήγορο, ένα γραμματέα και τρεις παρέδρους – τοπικούς δημογέροντες, κρίνει δε «όσας υποθέσεις το πρωτόκλητον και το εμπορικόν δικαστήριον αποφασίσουν εκκλητώς», δηλαδή λειτουργούσε ως εφετείο. Με το υπ’αριθ. 10152 / 16 Μαρτίου 1829 ψήφισμα του Κυβερνήτη συστήθηκε το πρώτο Ανέκκλητο Κριτήριο του οποίου «δημόσιος συνήγορος» διορίσθηκε ο Χριστόδουλος Κλονάρης.

Ο όρος «δημόσιος συνήγορος» απαντάται στους λόγους των αττικών ρητόρων και δήλωνε τον κατήγορο που διώριζε η βουλή των Πεντακοσίων ή η Εκκλησία του Δήμου με την εντολή να επισπεύσει και υποστηρίξει ενώπιον της Ηλιαίας την κατηγορία για αδικήματα στρεφόμενα εναντίον των συμφερόντων του δήμου και διωκόμενα κατά τον τύπο και την διαδικασία της εισαγγελίας.

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο στο Άργος

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο άρχισε την 27ην Νοεμβρίου 1829 επίσημα τις εργασίες του και συνήλθε σε δημόσια πανηγυρική συνεδρίαση,  στο Άργος. Κατά τη συνεδρίασή του αυτή ο δημόσιος συνήγορος Χριστόδουλος Κλονάρης εξεφώνησε «λόγον εισόδιον», το ιδιόγραφο πρωτότυπo του οποίου υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαίου και ήδη απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. Υπ. Δικαίου 15-30 Νοεμβρίου 1829). Ο εισόδιος αυτός λόγος είναι η πρώτη εισαγγελική αγόρευση στον χώρο του νεοελληνικού κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης με την αγόρευσή του αυτή έθεσε σημαντικά ζητήματα, στα οποία έδωσε ορθές λύσεις. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «η δικαιοσύνη είναι κυρία βάσις της κοινωνίας και χωρίς νόμους δικαίους και την αναγκαίαν αυτών ισχύν είναι αδύνατον να συντηρηθή πολιτεία», επισημαίνει την βαρειά ευθύνη που αναδέχθηκαν οι δικαστές και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν στο δρόμο των έργων τους.

Διαπιστώνει την έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας των άλλων κατεστημένων αρχών και συνιστά στους δικαστές να προσέχουν μήπως «και τα δικαστήρια ολισθήσουν εις εκείνην την αφημίαν», διότι τότε το πολιτικόν σώμα πρέπει να λογίζεται εις «βαρείαν ασθένειαν». Ειδικώς, επισημαίνει την έλλειψη ποινικών νόμων, λέγων ότι «αν εξαιρέσωμεν ολίγους κανόνας, περιεχομένους εις το Εγκληματικόν Απάνθισμα, εις τα λοιπά έχετε να βαδίσετε χωρίς νόμους, ή μάλλον έχετε να ακολουθήσετε την γνώμην σας ως Νόμον … και οι δικασταί θα γίνετε και νομοθέται», οπότε «ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας δια τους δικαζόμενους είναι μέγας και η ευθύνη γίνεται βαρεία δια τους δικαστάς».

Περαιτέρω εξαίρει την σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων ως αγγέλων – φυλάκων των δικαζομένων και εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ακόμη νόμοι, λέγων ότι «αι καλαί νομοθεσίαι δεν αυτοσχεδιάζονται εις ολίγων μηνών διάστημα … της ευνομίας τα μνημεία είναι έργα χρόνων μακρών, ίσως δε η αυθαιρεσία δεν είναι περισσότερον επικίνδυνος από τους αυτοσχέδιους νόμους, όσους δεν ωρίμασεν η ακάματος μελέτη».

Επανέρχεται στο υπαρκτό πρόβλημα της έλλειψης γραπτών ποινικών νόμων και διερωτάται: Ποία δύναται να είναι η θεραπεία του προκειμένου ελλείματος; Απαντά ότι «όπου ο νόμος σιωπά, η νομολογία αντικατασταίνει την επιείκειαν, της οποίας τους κανόνας η καλή συνείδησις αποκαλύπτει εις τους δικαίους άνδρας».

Αμέσως όμως, συλλογιζόμενος πόσον διαφέρουν αι γνώμαι του ενός από του άλλου και πόσον αβέβαιαι και ακροσφαλείς είναι αι ανθρώπιναι κρίσεις, αποδοκιμάζει την υπέρβαση ή τον παραμερισμό του υπάρχοντος γραπτού νόμου και την μη αναγκαία προσφυγή στην επιείκεια και προσθέτει ότι «οσάκις η σιωπή του νόμου μας εγκαταλείπει εις μόνας τας εμπνεύσεις της συνειδήσεως και του ορθού λόγου, δηλαδή είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να προσφύγουν στην κατ’ επιείκειαν κρίση, η φρόνησις παραγγέλει να μην εμπιστευόμεθα εαυτούς μόνους, αλλά να προστρέχωμεν και σε βοηθήματα και να συμβουλευώμεθα τα φώτα των επισήμων νομοδιδασκάλων και τον γραπτόν λόγον των καλυτέρων νομοθεσιών, όσαι μάλιστα συμφωνούν περισσότερον με το πνεύμα των ολίγων αλλ’ ιδίων μας νόμων».

Σοφές επισημάνσεις και οδηγίες που συναντά κανείς στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό μας, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην αρχαιοελληνική σκέψη. Τις επισημάνσεις του Κλονάρη, τις σχετικές με την ανάγκη και σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων, ανευρίσκουμε στον Ευρυπίδη, ο οποίος στις Ικέτιδες (στίχος 430) λέγει ότι «… γεγραμμένων δε των νόμων ο τα ασθενής ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει …νικά δ’ ομείων τον μέγαν δίκαι· έχων», στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική (1354 a30) και στα Πολιτικά (1382b) λέγει «…μάλιστα μεν ουν προσήκει τους ορθώς κειμένους νόμους, όσα ενδέχεται, πάντα διορίζειν αυτούς και ότι ελάχιστα καταλείπειν επί τοις κρίνουσιν …αν τε εις αν τε πλείους ώσι, περί τούτων είναι κυρίους περί όσων εξαδυνατούσιν οι νόμοι λέγειν ακριβώς», αλλά και στον Πλάτωνα, ο οποίος στους Νόμους (876a) αξιώνει να περιγράφονται στο νόμο τα εγκλήματα και οι ποινές ώστε «δούναι τα παραδείγματα τοίσοι δικασταίς του μήποτε βαίνειν έξω της δίκης».

Οι συμβουλές του Κλονάρη προς τους δικαστές να γίνουν και νομοθέτες και να διαμορφώνουν την κρίση τους «κατ’ επιείκειαν», όταν ο νόμος σιωπά, μας θυμίζουν την διδασκαλία του Αριστοτέλους στα Ηθικά Νικομάχεια (1137a και 1137b) για το επιεικές δίκαιο ως επανόρθωμα – συμπλήρωμα του θετού δικαίου και την σύστασή του προς τον δικαστή «επανορθούν το ελλειφθέν, ο καν ο νομοθέτης αυτός (αν) είπεν εκεί παρών, και ει ηδεί, ενομοθέτησεν (αν)».

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης, αναφερόμενος και στην αποστολή και τον ρόλο της δημόσιας συνηγορίας, υπόσχεται ότι θα παρέχει χείρα βοηθείας εις τα αδύναμα της κοινωνίας μέλη, θα υπερασπίζεται την συντήρηση της κοινής ευταξίας και θα επιμελείται της καταδιώξεως των εγκλημάτων.

Διαβάζοντας κανείς τα όσα λέγει για την αποστολή της «δημοσίας συνηγορίας» νομίζει ότι διαβάζει τον ισχύοντα κώδικα δικαστικών λειτουργών κατά τον οποίον ο σύγχρονος εισαγγελεύς δεν είναι μόνον ο κατήγορος, αλλά και ο εγγυητής της νομιμότητας και της προστασίας του ανθρώπου, από τη βία και την αυθαιρεσία των εκ του πράγματος ισχυρών συνανθρώπων του και του πανίσχυρου κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης κλείνει την σοφή αγόρευσή του με επιγραμματική διατύπωση μίας βασικής αρχής της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, λέγων: «κρίσεις ταχείαι και δίκαιαι, ποιναί μέτριαι και ανάλογοι με την βλάβην του κακού, ταύτα είναι ο ισχυρότερος χαλινός των εγκλημάτων». Την βασική αυτή αρχή είχε διατυπώσει ο Πλάτων στον διάλογο Κριτίας (106), λέγων «δίκη δε ορθή τον πλημμελούντα εμμελή ποιεί».

 

 Παναγιώτης Γ. Δημόπουλος

Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου ε.τ.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Γκαλίνα Βιντσέντσο


  

Ιταλός λόγιος και θερμός φιλέλληνας. Εξερχόμενος στην επαναστατημένη Ελλάδα, στις πρώτες στιγμές του Αγώνα, είχε μεταφέρει μαζί του, σύμφωνα με πληροφορίες, κείμενα ευρωπαϊκών Συναγμάτων, ενώ και ο ίδιος είχε «στέρεη» νομική και πολιτειακή κατάρτιση.

Μαζί με τον Μαυροκορδάτο και τον Νέγρη συνέταξαν το κείμενο του πρώτου Συντάγματος της Επιδαύρου, το οποίο ψηφίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1822.

Ο Γκαλίνα ασχολήθηκε κυρίως με τη διατύπωση του κειμένου και κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες, αφού τα βασικά σημεία του συνταγματικού χάρτη συντάχθηκαν από τον Μαυροκορδάτο και τον Νέγρη.

Η Συνέλευση του Βουλευτικού, σε συνεδρίασή της στις 12 Μαρτίου του 1822 στην Κόρινθο, ενέκρινε την απονομή αργυρού παρασήμου στον Γκαλίνα, για τη συμβολή του στη σύνταξη του συνταγματικού χάρτη.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τα Συντάγματα του Αγώνα», τεύχος 69, 8 Φεβρουαρίου 2001.

Read Full Post »