Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ρωσία’

Ναυμαχία του Ναβαρίνου: Η συνεισφορά Ρωσικού Στόλου και η ίδρυση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού – (Πάνος Στάμου, Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών «ΚΕΡΙΕ»).


 

Το Ναβαρίνο, η σημερινή Πύλος στα νότια της Πελοποννήσου, δεν έμεινε στην ιστορική μνήμη  μόνον από τη ναυμαχία της 20ης Οκτωβρίου 1827, που ήταν η δεύτερη. Το Ναβαρίνο είναι γνωστό από την  πρώτη ναυμαχία, που έγινε το 425 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι πολέμησαν τους Σπαρτιάτες. Η δεύτερη όμως ναυμαχία (1827) δεν σημειώθηκε απλώς ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία της ιστορίας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων και ως η μεγαλύτερη ναυμαχία «της μίας πλευράς» (one-side battle), αλλά ήταν ίσως και η μεγαλύτερη ναυμαχία που έγινε στη νεότερη Ελλάδα. Εάν δε, δεν ήταν νικηφόρα για τους Στόλους των συμμαχικών δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, ίσως δεν θα υπήρχε σήμερα Ελλάδα ως κράτος.

Το έτος 1827 είναι η χρονιά που η Ελληνική Επανάσταση που άρχισε το 1821 βρίσκεται σε πολύ δύσκολη καμπή. Πριν ένα χρόνο είχε πέσει το  Μεσολόγγι. Τον Ιούνιο του 1827 έπεσε η Ακρόπολη των Αθηνών. Ολόκληρη η Ηπειρωτική Ελλάδα βρισκόταν στα χέρια του εχθρού. Η Πελοπόννησος βρισκόταν κάτω από τη συνεχή πίεση ενός επί πλέον κατακτητή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Στις Ελληνικές θάλασσες κυριαρχούσαν οι πειρατές. Η αναρχία και οι διχόνοιες συγκλόνιζαν τους αντιπροσώπους του Έθνους στο Ναύπλιο [1].

Στις 4 Απριλίου 1826 έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο της Ρωσο-Αγγλικής συμφωνίας της Πετρούπολης για την δημιουργία Ελληνικού Κράτους και είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίσημα μνεία για Ελληνικό Κράτος. Η Οθωμανική Πύλη όμως κωφεύει στις ειρηνευτικές αυτές προσπάθειες. Στο μεταξύ, η Γαλλία, που μέχρι τότε έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο στο αγγλορωσικό παιχνίδι, παρ’ όλη τη φιλοτουρκική πολιτική της, κατέβαλλε μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες για να κερδίσει ισότιμη θέση στο σχέδιο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος και να αυξήσει την επιρροή της στην ανατολική Μεσόγειο.

Στη πραγματικότητα όμως η Οθωμανική Πύλη γνωρίζοντας, ότι οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν επιθυμούσαν την επιτυχία της Ελληνικής Επαναστάσεως και την αποκατάσταση της Ελλάδος σε εντελώς ανεξάρτητο κράτος, αντιδρούσαν στις πιο πάνω κινήσεις εκ του ασφαλούς. Ο ισχυρισμός της Ελένης Κούκου ότι «Στόχος του ειρηνευτικού αυτού διακανονισμού ήταν η επαναφορά και αποκατάσταση του status quo ante bellum – του προ του πολέμου status quo (=καθεστώτος) – του οποίου μέρος αποτελούσε και η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…» [2] μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους.

 Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης είχαν η κάθε μία τους δικούς τους λόγους για την αντίθεση στη επιτυχία της Επανάστασης στην Ελλάδα. Όλες μαζί όμως, είχαν λόγους στρατηγικούς σ’ αυτή τους την αντίθεση: «Την προστασία των μεγάλων δρόμων που οδηγούσαν στην Ασία και, επιπλέον, την παρεμπόδιση της καθόδου των Ρώσων στη Μεσόγειο. Το τελευταίο ενδεχόμενο ανησυχούσε ιδιαιτέρως την Αγγλία και τη Γαλλία που έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τη μόνη ικανή δύναμη περιορισμού της ρωσικής επιρροής και, φυσικά, κάθε ανάλογης απόπειρας εξόδου της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου»[3].

Η επίσημη ανάμειξη των ξένων, των Μεγάλων Δυνάμεων της περιόδου, για πρώτη φορά στην Ελληνική υπόθεση ήταν ακριβώς στη περίοδο αμέσως πριν από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Οι πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, ο Ριμποπιέρ της Ρωσίας, ο Γκιγιεμινό της Γαλλίας και ο Κάνιγκ της Αγγλίας – προσπαθώντας  να πείσουν το Σουλτάνο να δεχθεί την κατάπαυση των εχθροπραξιών, απείλησαν ότι θα αποχωρούσαν οι πρέσβεις από την Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις γίνονταν «εν αγνοία της Ελλάδας» [4].

Τελικά, η Αγγλία και η Γαλλία πείσθηκαν επιτέλους ότι έπρεπε να σπεύσουν να επιλύσουν με ειρηνικό τρόπο το ελληνικό ζήτημα και να κηρύξουν τον πόλεμο οι Ρώσοι εναντίον της Τουρκίας. Οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις υπέγραψαν στο Λονδίνο τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827, την επονομαζόμενη «Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος», με την οποία ιδρυόταν ελληνικό κράτος, φόρου υποτελές στο Σουλτάνο [5]. Το πιο σημαντικό όμως μέρος της συνθήκης ήταν το μυστικό «συμπληρωματικό» άρθρο, το οποίο καθόριζε τα μέσα εξαναγκασμού κυρίως της Τουρκίας, για τη συμμόρφωσή της με τους όρους της συνθήκης. «…Αν σε ένα μήνα οι εμπόλεμες χώρες – Ελλάδα, Τουρκία – δεν συμμορφώνονταν με τους όρους της συνθήκης για ανακωχή, οι προστάτιδες Δυνάμεις θα φρόντιζαν να το επιβάλουν…» [6].

Την Άνοιξη του 1826, ο νέος αυτοκράτορας της Ρωσίας, Νικόλαος I, προάγωντας τον υπό δυσμένεια Senyavin στο βαθμό του ναυάρχου του ανέθεσε να οδηγήσει μια Ναυτική Μοίρα, που αποτελείται από εννέα πλοία γραμμής, επτά φρεγάτες, μιάς κορβέτας και τεσσάρων βριγκατντίνιων [7], προκειμένου να ενωθεί με τον Αγγλικό και το Γαλλικό Στόλο με την αυτοκρατορική πρόθεση να  ενισχυθούν οι Έλληνες να αποτινάξουν το ζυγό της Οθωμανικής κατοχής. Στις 8 Αυγούστου 1827, ο Senyavin έφθασε στο Πόρτσμουθ. Από εκεί όμως επέστρεψε στη Βαλτική Θάλασσα αφήνοντας πίσω του μια Μοίρα από τέσσερα πλοία γραμμής, τέσσερες φρεγάτες και πέντε μικρά μπριγκαντίνια υπό τον υπονάυαρχο κόμη Λόγκιν Χέυδεν (Login Ηeiden).

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 1827 στον κόλπο του Ναβαρίνου έχουν αγκυροβολήσει ο Αιγυπτιακός Στόλος και μία Τουρκική και μία Τυνησιακή Μοίρα.

Στις 13 Οκτωβρίου ο Ρωσικός στόλος είχε φθάσει στην περιοχή, ενώ στις 15 του ίδιου μήνα είχαν συγκεντρωθεί και οι τρεις στόλοι έξω από το Ναβαρίνο.

Sir Edward Codrington έργο του Thomas Lawrence.

Στις 16 Οκτωβρίου 1827 ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος υπό τον Ιμπραήμ πασά, αρχηγού των αιγυπτιακών στρατευμάτων της Πελοποννήσου, βρίσκεται ακόμα στον κόλπο του Ναβαρίνου και ο Άγγλος ναύαρχος  Κόδριγκτον λαβαίνει οδηγίες που ανέφεραν: «…Όσο για τα τουρκικά και αιγυπτιακά πλοία, που βρίσκονται τώρα στα λιμάνια του Ναβαρίνου και της Μεθώνης και που θα επιμείνουν εκεί, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επιθέσεως…». Η ώρα της σύγκρουσης δεν είναι μακριά!

Ο Τουρκοαιγυπτιακός Στόλος διέθετε συνολικά 89 πολεμικά πλοία, με 2240 πυροβόλα, ενώ ο συμμαχικός δεν αριθμούσε περισσότερα από 27 πλοία (12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα, που ήσαν ισχυρότερα του αντιπάλου του.

Η υπεροχή των 3 Δυνάμεων σε ποιότητα, εμπειρία και εκπαίδευση απομειωνόταν από τη δυσκολία συνεννοήσεως μεταξύ των, αλλά και από εγωιστικούς ανταγωνισμούς των επικεφαλής, του Άγγλου  Κόδριγκτον, που ήταν και ο αρχηγός, τον Γάλλο Δεριγνύ και τον Ρώσο Χέυδεν. Ο Κόδριγκτον δεν έκρυβε καθόλου την δυσαρέσκειά του. Στις 7 Αυγούστου έγραφε στον Φ. Άνταμ στην Κέρκυρα: «Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να εμπιστευθώ στη διαγωγή του Δεριγνύ και ούτε σε κανένα άλλο ομοεθνή του. Και τώρα τι στο διάβολο θα κάνω με όλους αυτούς τους λαρδοφάγους Ρώσους! … αν ήταν στο χέρι μου ποτέ δεν θα ήθελα να τους έχω υπό τις διαταγές μου, γιατί δεν θα μπορούσα να τους τιμωρήσω αν δεν με υπάκουαν… Τώρα όμως τι να κάνω; Δεν είναι στο χέρι μου!...» [8].

 

«Genoa» at the Battle of Navarino, 20 October 1827 – George Philip Reinagle. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου «Mosquito» που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Αφού οι Τούρκοι απέρριψαν την τελευταία προειδοποίηση των 3 Δυνάμεων, με τη δικαιολογία ότι απουσίαζε ο Ιμπραήμ πασάς, οι τρεις Στόλοι αποφάσισαν να αγκυροβολήσουν στο Ναβαρίνο εμπρός από τις Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις πιέζοντας τες με την παρουσία της ναυτικής τους ισχύος να υποχωρήσουν στις ειρηνευτικές προτάσεις.

Το μεσημέρι της 8ης / 20ης Οκτωβρίου 1827 [9] ο επικεφαλής Κόδριγκτον επάνω στο πλοίο 80 πυροβόλων «Ασία» οδήγησε μέσα στον κόλπο τον Αγγλικό Στόλο, που σχημάτισε την εμπροσθοφυλακή. Ακολούθησαν οι Γάλλοι. Ο Ρώσος νάυαρχος Χέυδεν επάνω στο 74 πυροβόλων πλοίο «Αζώφ» ακολούθησε με το δικό του Στόλο, πίσω και αριστερά από τους Άγγλους.

Υπάρχουν απόψεις ιστορικών που απομειώνουν τον βαθμό συμμετοχής των Ρώσων σ’ αυτή την μάχη. Οι Γάλλοι [10] μάλιστα υποστήριξαν ότι άργησαν τα Ρωσικά πλοία να μπουν στον κόλπο του Ναβαρίνου, άργησαν δηλαδή να λάβουν  θέσεις μάχης, πλέοντας στην πρύμη των Γάλλων. O καθηγητής Β. Σφυρόερας υποστηρίζει ότι από το μεσημέρι που άρχισε «Η ναυμαχία συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα, ιδίως μετά τις 3 μ.μ., όταν μπήκε στον αγώνα η ρωσική μοίρα, που ως την ώρα εκείνη βρισκόταν αρκετά πίσω…». Από την πλευρά των Ρώσων υπήρχε ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να περιμένουν για να δώσουν δρόμο στους Γάλλους, να μην τους εμποδίζουν να πλεύσουν στις θέσεις τους στην αριστερά πλευρά και ότι η Ρωσική ναυαρχίδα «Αζώφ» έπρεπε να πάει δίπλα στο Γαλλικό «Σειρήν» (Sirene). Πιο συγκεκριμένα, κατά τον καθηγητή Γιούρι Πρυάχιν [11] «…Στην ιστορική μνήμη των Ρώσων έμειναν τα κατορθώματα των πλοίων του Ρωσικού Στόλου, που βρίσκονταν στο κέντρο της Ναυμαχίας και ουσιαστικά πήραν επάνω τους το κύριο βάρος της μάχης…».

Κατά τον R.C. Anderson πιθανώς η αλήθεια είναι κάπου στη μέση των δύο απόψεων. Σύμφωνα όμως με ένα σχέδιο, που έκανε ένας αξιωματικός του Albion, και σε σημείωση που υπάρχει σ’ αυτό, το πρώτο Ρωσικό πλοίο και το τελευταίο γαλλικό αγκυροβόλησαν ταυτοχρόνως μιάμιση ώρα αφότου είχε αρχίσει η πολεμική δράση, «ενώ τα Αζώφ και Γκανγκούτ είναι σίγουρο ότι είχαν αναλάβει δράση πολύ πριν το Γαλλικό Breslau εμφανισθεί στη σκηνή…» [12].

Στην υπηρεσιακή αναφορά [13] του της 21ης Οκτωβρίου 1827 ο Αντιναύαρχος Εδουάρδος Κόδρικτον αναφέρει σχετικά: «Τα Τουρκικά πλοία ήσαν αγκυροβολημένα σε σχήμα ημισελήνου, έχοντας πλαγιοδετήσει…Ο συμμαχικός στόλος σχημάτιζε δύο στήλες, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κρατούσαν την προσήνεμη στήλη και οι Ρώσοι την υπήνεμη….Εξέδωσα διαταγές ότι κανένα πυροβόλο δεν θα βάλει, εκτός εάν οι Τούρκοι βάλουν πρώτοι και αυτές οι διαταγές τηρήθηκαν αυστηρά…». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σε μια τέτοια σημαντική αναφορά ο Άγγλος ναύαρχος δεν αναφέρει τίποτα για αργοπορία των Ρωσικών πλοίων να λάβουν τη θέση τους, γεγονός, που αν συνέβη και δημιουργήθηκε πρόβλημα στο σχηματισμό μάχης, είναι ζήτημα που θα έπρεπε να αναφερθεί στις παρατηρήσεις του ναυάρχου.

Μετά από ένα «τυχαίο επεισόδιο» [14], όπως το χαρακτήρισαν οι Άγγλοι, και αφού προκλήθηκαν οι Τούρκοι κι άνοιξαν πυρ σε Αγγλική λέμβο, ξέσπασε μια σκληρή ναυμαχία, χωρίς οι Στόλαρχοι να έχουν προλάβει να ετοιμάσουν κοινά σχέδια δράσεως.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Το «Αζώφ» με κυβερνήτη τον  Πλοίαρχο Mikhail Lazarev [15] προχώρησε προς το κέντρο της γραμμής μάχης, και παρόλο που δεν μπόρεσε να λάβει το σωστή θέση του λόγω του πυκνού καπνού και της συγχύσεως, βαλλόμενο από πέντε συγχρόνως εχθρικά πλοία, κατάφερε να βυθίσει με τα πυρά του «…τρεις φρεγάτες, ένα πλοίο γραμμής 80 κανονιών και να προκαλέσει ζημιές  σε μια κορβέτα….επίσης, σε συνεργασία με το Αγγλικό πλοίο γραμμής «Ασία» βύθισε την ναυαρχίδα του Αιγυπτιακού Στόλου…» [16]. Είχε όμως το «Αζώφ» 91 νεκρούς άνδρες και τραυματίες, τις πιο βαριές απώλειες μεταξύ των συμμαχικών πλοίων. Δύο ακόμα πλοία, μεταξύ τους η φρεγάτα του Τούρκου ναυάρχου, και ένα πλοίο γραμμής έπιασαν φωτιά και τινάχθηκαν στον αέρα από την έκρηξη των πυρομαχικών τους. Το ίδιο το «Αζώφ» όταν κτυπήθηκε είχε 153 τρύπες από τις εχθρικές βολές [17]. Τα πληρώματα των Ρωσικών πλοίων Gangut, Ezekiel και Castor διακρίθηκαν στην ναυμαχία, έχοντας απέναντί τους τουλάχιστον πέντε εχθρικά πλοία, αλλά και τα ίδια υπεστήκανε σοβαρές βλάβες. Το «Γκογκούτ» ανέφερε τη βύθιση μιας φρεγάτας και την ανατίναξη ενός πλοίου 64 πυροβόλων δύο καταστρωμάτων. Βύθισε επίσης ένα μικρότερο πολεμικό.

Το Ρωσικό πολεμικό «Αλέξανδρος Νιέφσκι», ιστιοφόρο πλοίο γραμμής 80 πυροβόλων, ήταν τέταρτο στη «γραμμή μάχης» της μοίρας  του ναυάρχου Χέυδεν. Κατά τη βαθμιαία εξασθένηση του ανέμου μόλις μπορούσε να κινείται. Μαζί με τα άλλα παραπλέοντα ρωσικά πλοία, όταν βρέθηκε μεταξύ των πυροβολείων Πύλου και Σφακτηρίας στο στόμιο του Ναβαρίνου δέχθηκε διασταυρούμενα πυρά καθώς και πυκνό τυφεκισμό από τουρκικό πυρπολικό που προσπαθούσε να προσεγγίσει. Τόσο το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» όσο και τα λοιπά ρωσικά σκάφη συνέχισαν τη πλεύση τους προς το υποδειχθέν σημείο αγκυροβολίας από τον ναύαρχο Κόδριγκτον, χωρίς να ανταποδώσουν ούτε μία βολή, παρόλο που δεχόντουσαν βροχή πυρών [18].  Μόλις το «Αλέξανδρος Νιέφσκυ» έφθασε στο σημείο αγκυροβολίας βρήκε εκεί αιγυπτιακή φρεγάτα, άνοιξε σφοδρό πυρ εναντίον της και την ανάγκασε να υποστείλει τη σημαία της και να παραδοθεί [19].Το «Αλέξανδρος Νέφσκι» επίσης αιχμαλώτισε ένα πλοίο 56 πυροβόλων, το οποίο ρυμούλκησε έξω από τον κόλπο την επόμενη μέρα, του έκοψε τους ιστούς και του άνοιξε τρύπες για να βυθιστεί [20].

Τα «Προβόρνιι» και «Ελένη» επιτέθηκαν σε τουρκική φρεγάτα, μεταξύ των «Armide» και «Αλέξανδρου Νέφσκι». Το «Κάστωρ» έλαβε θέση εμπρός από το Talbot για να καταστρέψει την τελευταία τουρκική φρεγάτα που είχε απομείνει, ενώ το «Κωνσταντίνος» υποστήριξε τα Talbot και «Κάστωρ».

 

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

Το σχεδιάγραμμα του πλοίου Albion με τη διάταξη των εμπλεκομένων πλοίων. Anderson, Naval wars…, p. 528-9.

 

Η ναυμαχία έληξε μετά από τέσσερες περίπου ώρες και οι απώλειες των Οθωμανών ήσαν τεράστιες: 60 εχθρικά πλοία καταστράφηκαν εντελώς και πολλά άλλα ανατινάχθηκαν από τους ίδιους τη νύχτα για να μην τα αιχμαλωτίσουν οι σύμμαχοι. Κατά το Γάλλο πλοίαρχο του Oθωμανικού Στόλου Λετελιέ τα μόνα πλοία που επέπλεαν την άλλη ημέρα ήταν μια φρεγάτα δίχως ιστούς, 4 κορβέτες, 6 μπρίκια και 4 ημιολίες. Είχαν 6000 νεκρούς περίπου και 4000 τραυματίες. Τα συμμαχικά πλοία είχαν 43 νεκρούς και 144 τραυματίες τα γαλλικά, 80 και 206 τα αγγλικά και 59 και 139 τα Ρωσικά. Τα Ρωσικά πλοία «Γκαγκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν σοβαρές βλάβες [21].

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Ο ναύαρχος Χέυδεν ανέφερε μετά τη Ναυμαχία στον αυτοκράτορα Νικόλαο Ι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα «….δεν βρίσκω αρκετά λόγια για να εκφράσω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, το υψηλό ηθικό και το ζήλο που επέδειξαν οι κυβερνήτες, οι αξιωματικοί και τα πληρώματα καθ’ όλη τη διάρκεια της έντονα αιματοβαμμένης Ναυμαχίας…. Πάλεψαν σαν λιοντάρια εναντίον ενός πολλαπλά ισχυρότερου και πείσμονα αντιπάλου. Δυστυχώς τα πλοία «Αζώφ», «Γκογκούτ» και «Ιεζεκιήλ» έπαθαν καταστροφικές ζημιές…» [22].

Κατά την ναυμαχία τα συμμαχικά πλοία βοηθούσαν το ένα το άλλο. Το «Αζώφ» υποστήριξε σε μια στιγμή της σκληρής μάχης το «Ασία» σε μια αψιμαχία με το 96 πυροβόλων πλοίο «Μωχάμετ Μπέη», το οποίο όπως αναφέρθηκε βύθισαν, και το Γαλλικό Breslau βοήθησε το πλοίο του Ρώσου αρχηγού της Μοίρας σε άλλη φάση της μάχης.

Ναύαρχος Παύλος Ναχίμωφ (Pavel Stepanovich Nakhimov 1802-1855). Μουσείο Ρωσικού Στόλου Μ. Θάλασσας Σεβαστούπολης.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου έλαβαν μέρος «…και δοκιμάστηκαν στη μάχη οι πιο κάτω αξιωματικοί του πλοίου «Αζώφ»: Ο Υποπλοίαρχος Ναχίμωφ, ο Σημαιοφόρος Κορνίλωφ και ο Ναυτικός Δόκιμος Ιστόμιν – οι αργότερα ένδοξοι Ναύαρχοι του Ρωσικού Στόλου, οι ήρωες της υπεράσπισης της Σεβαστούπολης – που διακρίθηκαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου για την ανδρεία τους, την εξαιρετική ναυτική τους εκπαίδευση, την ψυχραιμία και τη ναυτική τους δεξιοτεχνία…» [23]. Στον Ναχίμωφ απονεμήθηκε το Παράσημο του Αγίου Γεωργίου 4ης Τάξεως και προάχθηκε σε Πλωτάρχη. Τοποθετήθηκε αργότερα ως κυβερνήτης της κορβέτας που αιχμαλωτίσθηκε κατά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και ονομάσθηκε συμβολικά «Ναβαρίν». Με το «Ναβαρίν» ο Ναχίμωφ έλαβε μέρος με επιτυχία στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1828-1829 [24]!

Ο ναύαρχος Ναχίμωφ [25] έχει ταφεί στον καθεδρικό ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στη Σεβαστούπολη, μαζί με τους Μ. Λαζάρεφ, Β. Α. Κορνίλωφ και Βλ. Ιστόμιν.

Οι συμμαχικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν ήσαν ευχαριστημένες από τη νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας. Οι Άγγλοι, πίσω στην πατρίδα του,  για τη βοήθεια του Κόδρικτον προς το Ρωσικό στόλο  και για μερικές αποφάσεις του  τον ανακάλεσαν στο Λονδίνο λίγο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο. «…Η κυβέρνηση της Αγγλίας έδειχνε κεραυνόπληκτη προ του ανεπιθύμητου τετελεσμένου, που διέπραξε ο Κόδριγκτον…» σημειώνει η Ελένη Κούκου. Κατά μία άποψη ο Κόδρικτον και η διάλυση του Τουρκοαιγυπτιακού Στόλου είχαν βοηθήσει την ενίσχυση της θέσης των Ρώσων στη Μεσόγειο.

Μετά τη ναυμαχία ο Ρώσος αυτοκράτορας σε μια διπλωματική κίνηση απένειμε  στους τρεις συμμάχους ναυάρχους το παράσημο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης προβίβασε τον Lazarev  σε υποναύαρχο. Το «Αζώφ» παρασημοφορήθηκε με ένα νέο παράσημο το «Σήμα του Αγίου Γεωργίου» [26]. Ακολουθώντας τη ρωσική ναυτική παράδοση το παράσημο αυτό, το σήμα, περνά σε κάθε νέο πλοίο «Αζώφ» και φέρεται στον ιστό του. Η Βρετανική κυβέρνηση επίσης, θέσπισε ασημένιο μετάλλιο, αργότερα το 1847, το Μετάλλιο Γενικής Υπηρεσίας Ναυτικού. Στην οριζόντια μεταλλική μπάρα γράφει ΝΑVΑRΙΝΟ και απονεμήθηκε το 1848 σε 1142 επιζώντες Άγγλους της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου [27].

 Τα ρωσικά πλοία που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Ναβαρίνου υπό τον υποναύαρχο κόμη Login Petrovich van der Heiden ήσαν [28]:

   – Πλοία γραμμής: Το Γκανγκούτ (Gangut) 84 πυροβόλων, Αζώφ (Azov) 80 (ναυαρχίδα), Ιεζεκιήλ (Iezekiil) 80, Αλέξανδρος Νέφσκι (Aleksandr Nevskii)  80.

   – Φρεγάτες: Προβόρνι (Provornyi)  πυροβόλων 48, Κωνσταντίνος (Konstantin) 44, Ελάνη (Elena) 38 και Κάστωρ (Kastor) 36 πυροβόλων.

Ο Ρωσικός Στολίσκος από 4 πλοία γραμμής, 2 φρεγάτες και μια κορβέτα μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου έφτασε στη πλησιέστερη φιλική βάση της Μάλτας, στις 8 Νοεμβρίου, όπου επισκευάστηκε, ενώ το «Κωνσταντίνος» ακολούθησε τον Δεριγνύ στη Σμύρνη.

 

Το λιμάνι του Ναβαρίνου. Πηγή: Πολεμικό Ναυτικό.

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία George Phillip Reinagle, 1828. Ο Άγγλος ζωγράφος George Philip Reinagle, υπήρξε επιβάτης του βρετανικού πλοίου Mosquito που συμμετείχε στην ναυμαχία και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Όταν επέστρεψε ζωγράφισε και δημοσίευσε το 1828 το έργο «Illustrations of the Battle of Navarin».

 

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου και οι εξελίξεις της  πυροδότησαν πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, εναντίον της οποίας  στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Ο Ρωσικός Στολίσκος πήρε μέρος στον νέο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829), όπου ο αντιναύαρχος Χέυδεν πήρε υπό τις διαταγές του τον υποναύαρχο  Pyotr Rikord με τη Μοίρα του. Μετά το τέλος του πολέμου αυτού ο Στολίσκος του Χέυδεν επέστρεψε στη Βαλτική αφήνοντας πίσω του τον υποναύαρχο Rikord με επτά πλοία. Η Μοίρα αυτή επέστρεψε στη Ρωσία το καλοκαίρι του 1833.

Όπως φαίνεται και από τα πιο πάνω, στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν υπήρξε συμμετοχή συγκροτημένης Ναυτικής Δύναμης Ελληνικής. Το Ελληνικό Έθνος βρίσκεται σε αγώνα ανεξαρτησίας τα τελευταία έξι χρόνια στηριζόμενο κυρίως σε στρατιωτικά αποσπάσματα ξηράς.

Τα τρία νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά έχουν αναλάβει το ναυτικό αγώνα από την αρχή της Επαναστάσεως (1821), κινούμενα αυτόνομα και περισσότερο αυτοδύναμα, χωρίς να καλέσουν ναυτικές δυνάμεις άλλων νησιών να ενταχθούν σε μια ενιαία και πιο αποτελεσματική δύναμη. Τα τρία νησιά δημιούργησαν ναυτικές δυνάμεις και ηγήθηκαν του ναυτικού αγώνα, εξασφαλίζοντας στα πληρώματα τους και τον αναγκαίο βιοπορισμό «στον αργούντα πληθυσμό» [29]. Παράλληλα οι κοινότητες των νησιών αυτών είχαν αναλάβει και τις δαπάνες για τον εξοπλισμό και συντήρηση των πλοίων των. Τις ναυτικές δαπάνες ανέλαβε η Προσωρινή Κυβέρνηση από το 1824, αλλά πάλι οι ναυτικές δυνάμεις σχηματίζονταν από τα τρία νησιά. Η σύνθεση των πληρωμάτων και οι δαπάνες των πλοίων ήταν ζήτημα του πλοιοκτήτη, που συνήθως ναυτολογούσε συγγενικά πρόσωπα. Επομένως ο στόλος στο μεγαλύτερο μέρος της Επαναστάσεως ήταν στόλος εφοπλιστών και συντροφοναυτών και ο καθένας ήταν «καπετάνιος με το καράβι του και το πουγκί του» [30]. Δεν μπορεί επομένως κανείς να μιλάει για αμιγώς στρατιωτικής οργάνωσης ναυτικές δυνάμεις.

Μόλις το 1826, λίγους μήνες πριν από τα γεγονότα του  Ναβαρίνου, έγινε στο νησί της Ύδρας μια πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός υποτυπώδους κέντρου ελέγχου Ναυτικής Δύναμης , από φόβο μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826) [31]. Τον Απρίλιο του 1826 οι 48 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του νησιού δημιούργησαν την λεγόμενη «φροντιστική επιτροπή», που όμως μεταβίβασε την εξουσία φροντίδας του ναυτικού στους προκρίτους στις 6 Ιουνίου 1826 [32]. Από εδώ αρχίζει η προσπάθεια δημιουργίας Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Ουσιαστικά όμως, ήταν οι επιπτώσεις της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οι ειρηνευτικές προσπάθειες των συμμαχικών δυνάμεων και η πολιτική συγκυρία που δημιούργησε η κάθοδος από τη Ρωσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της δημιουργίας και συγκρότησης των Ελληνικών Ναυτικών Δυνάμεων σε κρατική βάση και υποδομή. Είναι δε η δεύτερη σημαντική προσπάθεια συγκροτήσεως τακτικών ναυτικών δυνάμεων στην Ελλάδα μετά το πρώτο αξιόλογο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη [33] κατά το Β’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο και μετά (1787-1792).

Στην διευθυντική ομάδα του Ναυτικού συμμετείχαν και αλλοδαποί εμπειρογνώμονες και φιλέλληνες που συμμετείχαν ενεργά στον Ελληνικό Αγώνα, όπως οι Ελβετός γιατρός L.A Gosse, ο συνταγματάρχης Heideck, ο Γάλλος Bailly.Το Μάρτιο του 1827, μετά την ανάληψη της αρχηγίας από το ναύαρχο Κόχραν, ο Γκός διορίζεται γενικός επιμελητής του στόλου και μεταφέρει το εφοδιαστικό κέντρο στο νησί του Πόρου, για ασφάλεια μακριά από τη συνεχώς εμπόλεμη Ύδρα [34]. Ο Πόρος γίνεται το εφοδιαστικό κέντρο των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων του Επαναστατικού Αγώνα, ο πρώτος Ναύσταθμος [35].

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. (5 Δεκεμβρίου) Έκδοση «Χριστούγεννα 1970 (5 Δεκεμβρίου). Αναμνηστική έκδοση για τα Χριστούγεννα 1970. Σχεδιάστηκε από τον Γ. Βελισσαρίδη, Π. Γράββαλο και τυπώθηκε στο τυπογραφείο Ασπιώτη ΕΛΚΑ. Από την ιστοσελίδα «Το Ελληνικό Γραμματόσημο».

 

Με τα χρήματα που έχουν διαθέσει φιλέλληνες επισκευάζονται τα πλοία «Καρτερία», μερικά πυρπολικά, το βρίκι «Σωτήρ» και το πλοίο του Μιαούλη «Άρης». Μετά τα τέλη του 1827 την ευθύνη της λειτουργίας του Ναυστάθμου ανέλαβε η Επιτροπή Επί Των Ναυτικών Υποθέσεων, που από το Μάρτιο του 1828 την αποτελούσαν και οι Κ. Μπότασης, Ν. Γιαννίτσης και Εμ. Τομπάζης, που μαζί με τον Άστιγγα ονομάσθηκαν Διευθυντές Ναυτικών Υποθέσεων.

Ο Ι. Καποδίστριας έφτασε στην Ελλάδα στις αρχές του 1828 και η άφιξη του Κυβερνήτη στην κατεστραμμένη από τον μακροχρόνιο πόλεμο χώρα θεωρήθηκε εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον [36]. Ο Καποδίστριας επωφελούμενος από την ευνοϊκή συγκυρία, με σωστές, βήμα-βήμα, κινήσεις και αποφάσεις κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό σύστημα προσωρινής διακυβερνήσεως της χώρας, προσπαθώντας να συνενώσει τις δυνάμεις που δρούσαν ανεξάρτητα σ’ όλη την τότε Ελληνική περιοχή. Η προσπάθεια αυτή βρήκε τις αντιδράσεις, μεταξύ των άλλων, των νησιών και των καπεταναίων, που μέχρι τότε δρούσαν αυτοδύναμα και ανεξάρτητα.

Ο Καποδίστριας συγκρότησε τον Ιανουάριο του 1829 το Πολεμικό Συμβούλιο, που ήταν η προϊσταμένη Αρχή του Στρατού και του Ναυτικού, στο οποίο προέδρευε ο ίδιος ο Κυβερνήτης [37]. Υπεύθυνος στη Επιτροπή αυτή για το Ναυτικό ήταν ο Α. Μαυροκορδάτος, που σημειωτέον είχε ταχθεί με την αγγλική πολιτική. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1829 δημιουργήθηκαν έξι Υπουργεία, μεταξύ των οποίων του Πολεμικού Ναυτικού με επί κεφαλής τον αδελφό του Κυβερνήτη, Βιάρο Καποδίστρια [38].

Η διοίκηση του Ναυτικού άρχισε να αναδιοργανώνεται στις αρχές του 1828, λίγους μήνες μετά το Ναβαρίνο. Το Μάρτιο του 1828 ιδρύεται η Υπηρεσία των Προσωρινών Διευθυντών των Ναυτικών Υποθέσεων. Τον Μάρτιο του 1829, όταν Διευθυντές ήσαν οι Εμ. Τομπάζης, Ανδρέας Γιαννίτσης και Νικόλαος Μπότασης, τα καθήκοντά τους μεγάλωσαν και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μετατρέπεται η Υπηρεσία αυτή σε Ναυαρχείο, με την ονομασία «Αρχηγείο Στόλου και Ναυτικό Τεχνικό Συμβούλιο» [39].

Επίσημα το Ναυαρχείο του Ελληνικού Ναυτικού συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1829 με υπεύθυνους τους Ναυάρχους Γεώργιο Σαχτούρη της Ύδρας, Γεώργιο Ανδρούτσο της νήσου των Σπετσών και Κωνσταντίνο Κανάρη από το νησί των Ψαρών. Είναι τότε που παίρνει το Ναυτικό επισήμως την ονομασία «Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου» [40].

Δύο χρόνια μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, με την συγκρότηση του Ελληνικού κράτους, παράλληλα έχει ιδρυθεί και το Πολεμικό Ναυτικό του.

Τα πλοία του Εθνικού Στόλου  αποτελούνταν από τρεις κατηγορίες:

1) Τα πλοία που είχαν παραγγελθεί από την Επανάσταση στο εξωτερικό (δηλαδή το «Ελλάς» και το «Καρτερία»),

2) Τα πλοία που ανήκαν στο Ελληνικό κράτος, που είχαν αγορασθεί στο εσωτερικό ή είχαν κατασχεθεί από πειρατές ή εχθρικά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά τις ναυμαχίες και

3) Τα πλοία που είχαν ναυλωθεί από την Κυβέρνηση ή είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτήν από τους πλοιοκτήτες.

Τα πλοία των δύο πρώτων κατηγοριών αναφέρονται στα αρχεία ως «Εθνικά πλοία», ενώ τα της τρίτης κατηγορίας αναφέρονται ως «πλοία σε εθνική υπηρεσία» και ήσαν ιδιόκτητα. Από τα 92 πλοία όμως όλων των κατηγοριών, μόνον τα 48 ήσαν κατάλληλα για υπηρεσία [41].

Το πλήρωμα του πλοίου «Рамять Азова» (Παμιάτ Αζόβα) στο Ναβαρίνο. Αποδίδουν τιμές στους Ρώσους νεκρούς της Ναυμαχίας. Ιανουάριος 1894. Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου Ελλάδος.

Στο Ναυτικό της Ελλάδας εκείνης της περιόδου έπρεπε ακόμα να γίνουν πολλά, ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει για πειθαρχημένα στρατιωτικά σχήματα. Για τους αλλοδαπούς συμβούλους και φιλέλληνες η κατάσταση ήταν ασφαλώς παράδοξη και σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους «τα πληρώματα φαίνονταν απείθαρχα και άτακτα…το εσωτερικό κάθε πλοίου παρουσίαζε σκηνή συγχύσεως και απειθαρχίας» [42]. Ο ίδιος ο Κόχραν ζήτησε να δημιουργηθεί κλίμακα ιεραρχίας τριών βαθμών, ώστε να μπορέσει να εισαχθεί στα πλοία «ευταξία και πειθαρχία παρόμοια με εκείνη των ευρωπαϊκών στόλων» [43].

Τα προβλήματα αυτά της νηπιακής ηλικίας του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας ξεπεράστηκαν σιγά-σιγά και παράλληλα με την κρατική συγκρότηση προχώρησε και η ενδυνάμωση και σωστή εκπαίδευση των Ναυτικών Δυνάμεων στα επόμενα χρόνια. Σημαντικό όμως είναι να μνημονεύομε αυτό το σημείο καμπής, από το οποίο ξεκίνησαν οι προϋποθέσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους και του Ναυτικού του, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας, είναι σίγουρα μια λαμπρή στιγμή στην Νεότερη Ελληνική Ιστορία, αφού επέβαλε τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους.  Έτσι, στις 22 Μαρτίου 1829 υπογράφεται στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο, που αναγνωρίζει την Αυτονομία της Ελλάδας, μέχρι τον Βόλο και τον Αμβρακικό κόλπο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 η Ρωσία υπογράφει συμφωνία με την Τουρκία (Ανδριανουπόλεως), που στο 10ο άρθρο της βεβαιώνει τα υπογραφέντα στο Λονδίνο περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ενώ και οι δύο συμφωνίες κρατούσαν την Ελλάδα υπόχρεη σε φόρους στο Σουλτάνο.

Τελικά, με  νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 3ης Φεβρουαρίου 1830, η Τουρκία αποδέχεται (24 Απριλίου 1830) την Ανεξαρτησία της Ελλάδας [44].

Η  Ναυμαχία του Ναβαρίνου πέρασε στην ιστορία και η σπουδαιότητά της άφησε τ’ αχνάρια της στη διεθνή λογοτεχνία της εποχής της.

Στις 9 Νοεμβρίου 1828 κυκλοφορούν στο Παρίσι τα νέα για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και λίγες ημέρες αργότερα ο Βίκτωρ Ουγκό συνθέτει ένα μέρος του ποιήματος που φέρει τον ομώνυμο τίτλο Ναβαρίνο [45]. Ο μεγάλος Ουγκό έγραφε στο ποίημά του: «Τώρα το Ναυαρίνο, η πόλη με τα βαμμένα σπίτια, τους χρυσούς θόλους, τ’ άσπρο Ναυαρίνο, που πάνω στο λόφο είναι χτισμένο ανάμεσα στα πεύκα, τον γαλήνιο κόλπο του σε μάχη φοβερή δανείζει σε δυο στόλους, που τις πρύμνες τους παράφορα τσουγκρίζουν. Κοίτα τους εκεί κάτω: είναι γεμάτος ο γιαλός καράβια κι έτοιμος τη φωτιά να καταπιεί, για το αίμα τους διψάει…». [46]!

Τον Αύγουστο του 1832 κι ο άλλος μεγάλος Γάλλος, ο Λαμαρτίνος έγραψε: «…Το μπουρίνι μας πετάει έξω από την πορεία μας και μας φέρνει πολύ κοντά στην ακτή του Ναυαρίνου. Ξεχωρίζουμε τα δυο νησάκια που κλείνουν την είσοδο του λιμανιού και το ωραίο βουνό με τις δυο κορφές, που στεφανώνει το Ναυαρίνο. Εδώ πριν από λίγο καιρό τα κανόνια της Ευρώπης καλούσαν την αναστημένη Ελλάδα…» [47]!

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Εύστοχες παρατηρήσεις στο Ε. Κούκου, Η Ναυμαχία στο Ναυαρίνο, oμιλία στο Α’ τοπικό συνέδριο στην Πύλο, 1 – 3 Μαΐου 1998. Η καθηγήτρια Ε. Κούκου ήταν από τους πιο βαθείς μελετητές της ιστορίας του Ι. Καποδίστρια.

[2] Ίδιο Ε. Κούκου.

[3] Φ. Tομαή  Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις φοβήθηκαν την Επανάσταση του 1821, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 25.03.2006.

[4] Ε. Κούκου ίδιο.

[5] Β. Σφυρόερα, ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών στο άρθρο του Ναυμαχία Ναβαρίνου, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica , σελ.271-272.

[6] Ίδιο Ε. Κούκου.

[7] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru

[8] Ίδιο Ε. Κούκου.

[9] Παλαιό/νέο ημερολόγιο. Όλες οι αναφερόμενες ημερομηνίες είναι του νέου ημερολογίου.

[10] Troude, Bataille navales de la France, Vol. 4, p. 240.  Επίσης R. C. Anderson Naval Wars in the Levant 1559-1853, Liverpool University Press, 1952, p. 527.

[11] Καθηγητής ιστορίας στη Ναυτική Ακαδημία Αγίας Πετρούπολης, στο βιβλίο του Έλληνες στην ιστορία της Ρωσίας 18- 19 αι., c. 256-259.

[12] Anderson, Naval wars…, p.527.

[13] The Naval History of Great Britain, tom. 6, London 1859. Βλ. επίσης Περιοδικό «Περίπλους» Ναυτ. Μουσείου Ελλάδος, τεύχος 57, 2006, σελ. 23-26.

[14] Ένα εχθρικό πυρπολικό πλησίασε το Αγγλικό πλοίο «Ντάρτμουθ» και ο κυβερνήτης έστειλε μια λέμβο με λίγους άνδρες για να αναγκάσει το εχθρικό πυρπολικό να απομακρυνθεί. Εκείνοι άρχισαν τότε να πυροβολούν και σκότωσαν το νεαρό Άγγλο υποπλοίαρχο και μερικούς ακόμη άνδρες. Το «Ντάρτμουθ» ανταπέδωσε το πυρ. Η γαλλική ναυαρχίδα «Σειρήν» κτυπήθηκε από την αιγυπτιακή φρεγάτα «Έσμίνα». Αμέσως ο Γάλλος διοικητής Δεριγνύ διέταξε σφοδρό κανονιοβολισμό κατά της εχθρικής φρεγάτας και σε ελάχιστα λεπτά το πυρ γενικεύθηκε .

[15] Κατά τα  1813-1825 έκανε με ιστιοφόρο τρεις φορές τον γύρω του κόσμου. Κατά τα 1833-1850 ήταν αρχηγός του Στόλου της Βαλτικής και των λιμένων της Μαύρης Θάλασσας. Βλ. ιστοσελίδα  http://www.neva.ru/EXPO96/admir.en.html.

[16] Πρυάχιν  ίδιο.

[17] Ίδια ιστοσελίδα. Επίσης Πρυάχιν ίδιο, όπου περιγράφει ότι από τις τρύπες οι 7 ήσαν στα ύφαλα του πλοίου.

[18] Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.

[19] Ίδιο.

[20] Anderson ίδιο.

[21] http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[22] Πρυάχιν ίδιο.

[23] Πρυάχιν ίδιο.

[24] Ίδιο Πρυάχιν.

[25] Η αυτοκρατορική κυβέρνηση τον τίμησε επί πλέον δίνοντας το όνομά του στο Ναυτικό Κολλέγιο της Αγ. Πετρούπολης και θεσπίζοντας το παράσημο της ‘Τάξεως  Ναχίμωφ’ (με δύο βαθμίδες) και το μετάλλιο ‘Ναχίμωφ’ για το προσωπικό του Ναυτικού.

[26] Ιστοσελίδα http://www.navy.ru, και ίδιο Πρυάχιν

[27] Δ. Γιαννόγλου στο Περιοδικό του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος Περίπλους, τευχ. 59, 2007, σελ. 50.

[28] R.C.Anderson Naval wars in the Levant, p.524. Επίσης στην Ιστοσελίδα http://wiki.phantis.com/index.php/Battle_of_Navarino#Russia_.28Rear_Admiral_Count_Login_Petrovich_van_der_Heiden.29 .

[29] Τρ. Κωνσταντινίδη, Καράβια, Καπεταναίοι και συντροφοναύται (1800-1830), Αθήναι 1954, σελ. 318.

[30] Αναργύρου, Σπετσώτικα, σελ. μγ’.

[31] Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό στην Καποδιστριακή περίοδο,  Αθήνα 1994, σελ. 28.

[32] Αντ. Λιγνός, Ιστορία της νήσου Ύδρας, τομ. Β’, σελ. 609-610.

[33] Π. Στάμου, Είναι ο Λ. Κατσώνης δημιουργός του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας?, Πρακτικά συνέδριου 1998 στη Λιβαδειά.

[34] Κ. Βάρφης Το Ναυτικό…., σελ. 28.

[35] Ι. Λαζαρόπουλος, Το Πολεμικό Ναυτικό, σελ. 193.

[36] Στ. Παπαγεωργίου, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Αθήνα 1986, σελ. 36.

[37] Στ. Παπαγεωργίου ίδιο, σελ. 55.

[38] Γενική Εφημερίς, 2 Νοεμβρίου 1829.

[39] Γενική Εφημερίς, 15 Μαρτίου 1829.

[40] Ι. Λαζαρόπουλος, ίδιο με πάνω, σελ. 209. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο, σελ. 16.

[41] Σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε ο Α. Μαυροκορδάτος για το ναυτικό στα χρόνια του Καποδίστρια, βλ. Κ. Βάρφη, Το Ναυτικό…., σελ. 17.

[42] S. Howe, An Historical Sketch of the Greek Revolution, New York 1828, p. 33. Επίσης Κ. Βάρφη, ίδιο όπως πάνω, σελ. 35.

[43] Αρχείο Ύδρας, τομ. ΙΓ’, σελ. 214 και Τρ. Κωνσταντινίδη, Το Αρχείον Άστιγγος, Ναυτική Επιθεώρησις, τεύχος 216, 1949.

[44]  Μ. Ραφαήλ, Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, Ορόσημο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», Νοέμβριος 1978.

[45] Φρειδερίκη Ταμπάκη-Ιωνά στο Ο φιλελληνισμός του Βίκτωρος Ουγκό, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 13.10.2002.

[46] Φ. Τομαή, Πλοίο διάρκειας η χώρα μου…, στο Λιμάνια του Ελληνισμού, Αθήνα 2004, σελ. 154.

[47] Φ. Τομαή Ίδιο.

 

Πάνος Στάμου,

Γενικός Γραμματέας Κέντρου ΕλληνοΡωσικών Ιστορικών Ερευνών (ΚΕΡΙΕ), Οκτώβριος 2007.

23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Κρίσεις Ευρωπαίων Ιστορικών και Διπλωματών για την Διπλωματική Σταδιοδρομία του  Ιωάννου Καποδίστρια


  

Η διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομία του Ιωάννου Καποδί­στρια ουσιαστικά αρχίζει το 1801 μέσα στο νεοσύστατο μικρό επτανησιακό κράτος, στην «Δημοκρατία των Επτά Ηνωμένων Νήσων», που αναγνωρί­σθηκε με την συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του 1800, και την επικύ­ρωση του πρώτου συντάγματος, του «Βυζαντινού».

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Τότε ανατέθηκε στο νε­αρό γιατρό Ιωάννη Καποδίστρια από την Επτανησιακή Γερουσία, το έργο της εφαρμογής του συντάγματος στα Ιόνια νησιά. Η  ανάληψη του δυσκό­λου αυτού έργου απεκάλυψε τις σπάνιες διπλωματικές ικανότητές του. Το 1803 εξελέγη Γενικός Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας, με πολλές και ουσιαστικές υπευθυνότητες. Στα καθήκοντά του περιελήφθησαν, τόσο η διεκπεραίωση όλων των εξωτερικών και διπλωματικών υποθέσεων όσο και η αναγνώριση και διασύνδεση του μικρού κρατιδίου, με τις ευρω­παϊκές χώρες, οπότε για πρώτη φορά ήλθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή διπλωματία.

Όταν το 1807, με την συνθήκη του Τιλσίτ, τα Επτάνησα περιήλθαν, για δεύτερη φορά, στην κατοχή των Γάλλων. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε να συνεργασθεί μαζί τους και δέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση του τσάρου της Ρωσίας Αλεξάνδρου να υπηρετήσει στη ρωσική διπλωματία. Πίστευε ότι υπηρετώντας την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, θα βοηθούσε ουσιαστικώτερα την πατρίδα του, στην απελευθέρωσή της[1]. Τον Ιανουάριο του 1809 έφθασε στην Πετρούπολη και αμέσως διορίσθηκε Σύμβουλος της Επι­κρατείας, στο τμήμα των Εξωτερικών Υποθέσεων της Ρωσίας.

Το πρώτο ουσιαστικό βήμα της διπλωματικής προαγωγής του έγινε το 1811, όταν διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης και εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνση του διπλωματικού γραφείου του Ρώσου ναυάρχου Τσιτσαγκώφ στο Βουκουρέστι και στο Δούναβη, όπου συνεχιζόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η σύντομη παραμονή του σ’ αυτή τη θέση στάθηκε αποφασιστική για τη μετέπειτα λαμπρή σταδιοδρομία του.

Ανέλαβε εντελώς εμπιστευτικές αρμοδιότητες, που τις χειρίστηκε με σπάνια διπλω­ματική ευστροφία. Έπρεπε να φροντίσει για την επικύρωση της συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812, που την θεωρούσε εντελώς ανεφάρμοστη και καταστρεπτική για τους λαούς της βαλκανικής Χερσονήσου – Σέρβους, Βλάχους, Μολδαβούς – τους οποίους η Ρωσία εγκατέλειπε, ακόμα μια φο­ρά, στην τουρκική υποδούλωση και εκδικητικότητα. Τότε για πρώτη φορά ο Καποδίστριας ήλθε σε άμεση επαφή με την τουρκική διπλωματία και γνώρισε τις πολιτικές μεθόδους που ακολουθούσε η Πύλη[2].

Ο Τσιτσαγκώφ εντυπωσιασμένος από τις προτάσεις και ενέργειες του Έλληνα διπλωμάτη έγραφε: «Άνθρωπος με αξιαγάπητο χαρακτήρα, με οξυδερκή κρίση. Ειλικρινά λυπόμασταν, γιατί έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα σχέδια και τις προτάσεις που μας είχε προτείνει, τις τόσο εμπεριστατω­μένες και χρήσιμες. Ο κόμης Καποδίστριας, που δεν απελπιζόταν ποτέ, για τις μελλοντικές εξελίξεις, πρότεινε να μου απευθύνει ένα Υπόμνημα, όπου θα εξέθετε όλες τις απόψεις του» για τους βαλκανικούς λαούς[3].

Το υπόμνημα αυτό, όταν έφθασε στα χέρια του Ρώσου αυτοκράτορα, τον εντυπωσίασε. Κάλεσε αμέσως τον Καποδίστρια στη Φραγκφούρτη, όπου βρισκόταν, τον αντάμειψε κατά πολλούς τρόπους, δείχνοντας εμπρά­κτως την εύνοιά του και του ανέθεσε την διεκπεραίωση ενός από τα πιο δύσκολα προβλήματα, που απασχολούσαν τότε την Ευρώπη: Την ενοποίη­ση της διηρημένης σε μικρά κρατίδια «καντόνια» Ελβετίας, την οποία «ο γαλλικός δεσποτισμός είχε υποδουλώσει», όπως του είπε, και την οποία έπρεπε να σώσουν από την επικίνδυνη για την ενοποίηση της Ευρώπης γαλλική επιρροή του Ναπολέοντα.

Η αγάπη του Καποδίστρια για τα «δη­μοκρατικά καθεστώτα», όπως του είπε ο τσάρος, τον έπεισε ότι ήταν ο μόνος ικανός να αναλάβει την «ευαίσθητη αυτή αποστολή» με επιτυχία[4]. Ο  Αλέξανδρος γράφοντας στον Ελβετό καθηγητή του Laharpe, στις 8 Ιανου­αρίου 1814, ανέφερε ότι ανέθεσε αυτή την κρίσιμη διπλωματική υπόθεση στον Καποδίστρια, γιατί τον εκτιμούσε ως «αξιέπαινο άνδρα για την αρε­τή του και για τις φωτισμένες και φιλελεύθερες απόψεις του»[5].

Η αποστολή του Καποδίστρια στην Ελβετία ήταν πραγματικά από τις δυσκολώτερες διπλωματικές υποθέσεις εκείνης της κρίσιμης περιόδου: Η Ελβετική Ομοσπονδία έπρεπε να συνδεθεί με τον Συνασπισμό των Με­γάλων Δυνάμεων, να ενοποιηθούν και οργανωθούν τα ανεξάρτητα μεταξύ τους καντόνια της Ελβετίας και να εξουδετερωθούν τα αντιμαχόμενα συμφέροντά τους, να αποσπασθεί ή χώρα από τη γαλλική επιρροή και να εξα­σφαλισθεί η συμμετοχή της Ομοσπονδίας στην βασική συζήτηση για την αναθεώρηση του Ελβετικού συντάγματος.

Ο Καποδίστριας έπρεπε να κατανικήσει την έντονη αντίδραση των αριστοκρατών, που δεν ήθελαν την ενοποίηση και να τους πείσει ότι το εθνικό συμφέρον επέβαλε να συνεργα­σθούν και να συμπράξουν με τους δημοκράτες για τη συγκρότηση γενικής συνελεύσεως, που θα ρύθμιζε τα όρια και κυρίως τα δικαιώματα ισοπολιτείας όλων των καντονίων.

Με εύστοχους διπλωματικούς χειρισμούς και με την τεράστια προσωπική επιρροή και το κύρος που ασκούσε στους συνομιλητές του κατόρθωσε να φέρει εις πέρας κατά τον καλύτερο τρόπο τη δύσκολη αυτή αποστολή: «Η ομοσπονδιακή Δίαιτα κατάρτισε το ομο­σπονδιακό Σύνταγμα, που εκείνος το συνέταξε, και αντιπροσωπεία των καντονιών θα πήγαινε στη Βιέννη, όπου θα άρχιζε το συνέδριο, για να το επικυρώσουν οι σύμμαχοι ηγεμόνες. Θα επιστρέφονταν επίσης στην Ελβε­τία, οι επαρχίες που κατείχαν ακόμα τα αυστριακά στρατεύματα», όπως ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε στον πατέρα του[6]. Και πρόσθετε: «Η ολο­κλήρωση μιας τόσο πολύπλοκης διαπραγματεύσεως μου στοίχισε πάμπολ­λα βάσανα και ταξίδια και εκθέσεις και σύνταξη κειμένων συνταγμάτων και πολλά άλλα σχέδια».

Η Ελβετία ευγνωμονούσα τον αντάμειψε ποικιλοτρόπως. Αρκετά καντόνια της Ελβετίας τον ανεκήρυξαν επίτιμο πολίτη[7]. Ο Ελβετός δι­πλωμάτης και ιστορικός Pictet de Rochemont θα γράψει με ενθουσιασμό:

 

«Τι μπορούμε να κάνουμε για τον εξαίρετο Έλληνα Καποδίστρια, τον φοί­νικα της διπλωματίας;… Χωρίς αυτόν η Ελβετία θα είχε εξ ολοκλήρου ανατραπεί… Αν ξαναπεράσει από τη Γενεύη χτυπήστε όλες τις καμπάνες των εκκλησιών μας και χαιρετίσετε τον ερχομό του με τους κεραυνούς των πυροβόλων μας»[8].

 

Ένας άλλος διπλωμάτης, ο Roveréa, που παρακολούθη­σε από κοντά τους αγώνες του Καποδίστρια για την ενοποίηση της Ελβε­τίας και τη σύνταξη του συντάγματός τους, γράφει: «Ο Έλληνας αυτός πρεσβευτής της Ρωσίας, που δίκαια έχαιρε της ειλικρινούς εμπιστοσύνης του τσάρου, είχε αποκτήσει τεράστιο κύρος, που το διετήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με την γλυκύτητα και ευγένεια των τρό­πων του και με τις μεγάλες προσωπικές του αρετές. Στην προσπάθειά του να συνδιαλλάξει και συμβιβάσει τους «διεφθαρμένους» αριστοκράτες κατη­γορήθηκε απ’ αυτούς ότι υπεστήριξε υπέρμετρα τους αντιπάλους τους, «τους φιλελευθέρους»[9]. Και πράγματι ο Καποδίστριας είχε έλθει σε σύγ­κρουση με την αριστοκρατική τάξη, που δεν ήθελε την ενοποίηση των με­γάλων και πλουσίων καντονιών με τα πτωχά αγροτικά.

Και αυτός ακόμη ο μεροληπτικός απέναντι στον Καποδίστρια και στην Ελλάδα Gobineau, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι η δικαιοσύνη απαιτούσε να ειπεί ότι κατά την παραμονή του στην Ελβετία «με μεγάλη διπλωματική επιτηδειότητα χειρίσθηκε το δύσκολο αυτό πρόβλημα και δι­καίως απέκτησε δικαιώματα στην ευγνωμοσύνη όλων των καντονίων, λόγω των φιλελευθέρων ιδεών του, οι οποίες του εξασφάλισαν τον θρίαμβο»[10].

Άλλοι μεγάλοι σταθμοί της διπλωματικής σταδιοδρομίας στην Ευρώ­πη του Καποδίστρια ήταν το συνέδριο της Βιέννης, 1814-1815, το συνέδριο στο Παρίσι και τα συνέδρια στο Aachen, Troppau και Laybach. Ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος κάλεσε τον Καποδίστρια, στο συνέδριο της Βιέννης: «Δεν έχω άλλον διπλωμάτη, τόσον ικανό, που θα είχε τη δύναμη να αντιμετρηθεί και να παλαίσει στις μάχες με τον Αυστριακό Metternich, που θα δοθούν στη Βιέννη», είπε στη Ρωξάνδρα Στούρτζα, την Ελληνίδα Κυρία επί των τιμών της τσαρίνας Ελισάβετ[11].

Στη Βιέννη είναι ο επίσημος πληρεξούσιος της Ρωσίας, σε όλα τα θέ­ματα. Αγωνίζεται να θέσει προς συζήτηση το θέμα των Επτανήσων, που ήδη τα κατείχαν οι Άγγλοι και το θέμα της απελευθερώσεως της Ελλά­δος, που ήταν και το δυσκολώτερο. Το θέμα των Ιονίων, έπειτα από τις σφοδρές αντιδράσεις του Αυστριακού Metternich και της Αγγλίας κάπως διευθετήθηκε – με τις τότε επικρατούσες δυσμενείς συνθήκες – με την υπογραφή της Συνθήκης για τα Ιόνια Νησιά, που οριστικοποιήθηκε και υπογράφηκε στις 5 Νοεμβρίου 1815 στο Παρίσι.

Τα Επτάνησα θα παρέ­μεναν δυστυχώς στην «προστασία» της Αγγλίας, διατηρώντας το συνταγματικό τους πολίτευμα[12]. Το γενικώτερο πρόβλημα της Ελλάδος δεν μπό­ρεσε να το εγγράψει επίσημα προς συζήτηση στο συνέδριο της Βιέννης, το κατέστησε όμως διπλωματικά γνωστό και το διεθνοποίησε, μέσω της Φι­λομούσου Εταιρείας, που ίδρυσε στη Βιέννη, κατά την διάρκεια των συ­ζητήσεων. Και αυτό ήταν μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία, μέσα στο τόσο αρνητικό κλίμα[13].

Οι ευρωπαίοι διπλωμάτες, που συμμετείχαν στο Συνέδριο της Βιέν­νης, χαρακτήρισαν τον Καποδίστρια ως «μέγα Ευρωπαίο διπλωμάτη»[14]. Ο J. C. Eynard, ο Ελβετός διπλωμάτης και μεγαλοτραπεζίτης έγραφε στο Ημερολόγιό του: «Ο Καποδίστριας με τη διπλωματική του μεγαλοφυΐα, σύντομα κατέλαβε μία από τις πιο εξέχουσες θέσεις των πρωταγωνιστών του Συνεδρίου της Βιέννης στις διαπραγματεύσεις όλων των δυσκόλων προβλημάτων[15]. Ο Γερμανός ιστορικός Η. Treitschke, παρακολουθώντας τους παράλληλους αγώνες του Καποδίστρια, κατά τη διάρκεια του Συνε­δρίου, για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πατρίδας του, γράφει χαρακτηριστικά: «Ο Έλληνας διπλωμάτης χρησιμοποιούσε, με σπάνιους δι­πλωματικούς χειρισμούς, όλο το κύρος του από την υψηλή θέση του για την απελευθέρωση της Ελλάδος»[16].

Η περίφημη για την εποχή «Revue Encyclopédique de Paris» σχολιάζοντας τη δράση του Καποδίστρια για τη πνευματική άνοδο της πατρίδας του, έγραφε: «Κανένας άλλος δεν εργάστηκε τόσο αποτελεσματικά όσο ο κόμης Καποδίστριας… ο οποίος χρησι­μοποίησε όλους τους τρόπους για να αυξήσει τα μέσα της μορφώσεως και εκπαιδεύσεως των νεαρών Ελλήνων, διευκολύνοντας με κάθε τρόπο τις σπουδές τους. Με τη γενναιοδωρία που τον χαρακτήριζε ενίσχυσε την ίδρυ­ση της Ακαδημίας των Ιονίων Νήσων»[17].

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Στο Συνέδριο του Παρισιού, το καλοκαίρι του 1815, όπου οι νική­τριες Δυνάμεις θα συζητούσαν το θέμα της ηττημένης Γαλλίας, μετά την οριστική ήττα του Ναπολέοντα, ο Καποδίστριας πραγματικά διέπρεψε με τις επαναστατικές προτάσεις του. Η Αυστρία, Πρωσία και Αγγλία επέμε­ναν ότι έπρεπε να ληφθούν αυστηρές κυρώσεις, εδαφικές, οικονομικές και στρατιωτικές εναντίον της Γαλλίας, φθάνοντας μέχρι και τον διαμελισμό της[18].

Μόνος ο Καποδίστριας είχε εντελώς αντίθετη γνώμη. Στο υπόμνημα που συνέταξε υποστήριζε ότι με την ήττα του Ναπολέοντα και τον τερμα­τισμό των πολυχρόνων πολέμων, οι σκοποί των συμμάχων είχαν εκπληρωθεί. Επομένως έπρεπε να μεταχειρισθούν την νικημένη χώρα με ήπιο τρό­πο, γιατί μονάχα έτσι θα εδραιωνόταν η τάξη και η ειρήνη σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο. Η Γαλλία έπρεπε να παραμείνει ισχυρή δύναμη, γιατί με το πιο δημοκρατικό πολιτικό της σύστημα θα αποτελούσε σημαντικό παράγοντα δι­πλωματικής ισορροπίας απέναντι στον απολυταρχικό δεσποτισμό της Αυστρίας και Πρωσίας. Πίστευε ακόμα ότι ευεργετώντας τη Γαλλία θα εξα­σφάλιζε τη φιλία της σε περίπτωση ρωσοτουρκικού πολέμου, που θα τον επεδίωκε, προκειμένου να απελευθερωθεί η Ελλάδα.

Παρά τις τεράστιες αντιδράσεις οι απόψεις του Καποδίστρια επεκράτησαν, εξασφαλίζοντας την ευγνωμοσύνη της Γαλλίας. Ο υπουργός των Εξωτερικών της Γαλλίας δούκας de Ridelieu έγραψε στον τσάρο Αλέξαν­δρο: «Έπειτα από μακρές και θλιβερές συζητήσεις, υπογράψαμε τη συμ­φωνία για τη μείωση των πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Γαλλίας προς τις νικήτριες δυνάμεις. Ο πληρεξούσιος της Υμετέρας Μεγαλειότητος (ο Καποδίστριας) υπήρξε ανυπολόγιστα πολύτιμος για μας και του οφείλουμε εξολοκλήρου τον επιτευχθέντα μετριασμό. Είμαι βέβαιος ότι ο κόμης Καποδίστριας, στις προσπάθειές του, υπερέβη κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβει από Σας. Παρακαλώ την Υ.Μ. να μη δυσαρεστηθεί απέναν­τί του»[19].

Ο Γάλλος διπλωμάτης κόμης Molet δεν θα διστάσει να γράψει κατηγορηματικά: «Εάν η Γαλλία είναι ακόμη Γαλλία, το οφείλει κυριολε­κτικά σε δύο ανθρώπους, που τα ονόματά τους δεν πρέπει ποτέ να τα ξε­χάσει. Στον Αλέξανδρο και στον Υπουργό του των Εξωτερικών Καποδί­στρια»[20]. Και ο Γάλλος ιστορικός Pasquier, εξαίροντας την ανυπολόγιστη προσφορά του Καποδίστρια προς τη Γαλλία, θα γράψει: «Ο κόμης Καπο­δίστριας πρόσφερε στη Γαλλία την πιο μεγάλη και σημαντική εκδούλευση»[21]. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΗ’, θέλοντας να δείξει εμπρά­κτως την ευγνωμοσύνη του στον Έλληνα διπλωμάτη, που με τη σθεναρή στάση του έσωσε τότε τη Γαλλία, του έστειλε επιστολή «με τις ωραιότερες φράσεις του κόσμου», όπως αναφέρει η Ρωξάνδρα Στούρτζα-Edling στα Απομνημονεύματά της, και του πρόσφερε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο Καποδίστριας όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά να το δεχθεί[22].

Στο Συνέδριο του Aachen (Aix la Chapelle), τον Σεπτέμβριο του 1818, ο Καποδίστριας υπήρξε από τις πιο εξέχουσες φυσιογνωμίες και κατέπλη­ξε τους Ευρωπαίους διπλωμάτες με τις ριζοσπαστικές, δημοκρατικές και φιλελεύθερες απόψεις του, για την εποχή εκείνη, ως προς το θέμα των δι­καιωμάτων των μικρών κρατών[23]. Βασικός στόχος του Καποδίστρια ήταν να αναγνωρισθεί στους μικρούς λαούς το δικαίωμα να αντιμετωπίζουν τα εθνικά τους προβλήματα με τη συνεργασία των μεγάλων κρατών και να μη επεμβαίνουν εκβιαστικά τα τελευταία στα εσωτερικά των μικρών. Με τον τρόπο αυτό θα άνοιγε ο δρόμος για την υπόδουλη Ελλάδα.

Οι προσπάθειες αυτές του Καποδίστρια προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις του Metternich και του Υπουργού των Εξωτερικών της Αγγλίας Castlereagh, οι οποίοι δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να δοθούν δικαιώματα στους μικρούς λαούς[24]. Όλοι όμως τότε οι αυτοκράτορες και οι βασιλείς – εκτός από τον Άγγλο – του απένειμαν τα μεγαλύτερα παράσημα και τιμητικές διακρί­σεις, για τις λαμπρές διπλωματικές επιτυχίες του[25].

Άγνωστη, μα λαμπρή σελίδα στην όλη διπλωματική σταδιοδρομία του Καποδίστρια, αποτελούν οι πολύχρονοι αγώνες του για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής των Μαύρων και την κατάργηση του επαίσχυντου δου­λεμπορίου στις ακτές της Αφρικής[26]. Τα συνέδρια του Troppau και Laibach, από το φθινόπωρο του 1820 μέχρι το τέλος της ανοίξεως του 1821, υπήρξαν από τις πιο δύσκολες, μα και λαμπρές περιόδους της διπλωματικής σταδιοδρομίας του Καποδίστρια και το προανάκρουσμα του τέλους στη θέση του Υπουργού των Εξωτε­ρικών στη Ρωσία. Κύριο θέμα των συνεδρίων ήταν η αντιμετώπιση της εκρηκτικής καταστάσεως που επικρατούσε στην Ευρώπη από τη κήρυξη επαναστατικών κινημάτων στην Ισπανία και την Ιταλία[27]. Οι ευρωπαϊκές μεγάλες Δυνάμεις πήραν εντελώς αντιδραστική στάση και αποφάσισαν να καταπνίξουν με τη βία κάθε επαναστατικό κίνημα.

Ο Καποδίστριας, γνωρίζοντας τον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε στην Ελλάδα, και το κίνημα που ετοίμαζε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αγωνιούσε, μήπως από τη μια στιγμή στην άλλη εκραγεί η ελληνική επανάσταση. Έπειτα από την απόφαση που είχαν πάρει οι μεγάλες Δυνάμεις, θα ήταν η χειρότερη ώρα. Πρώτη του ενέργεια ήταν η υποβολή ενός υπομνήματος, όπου αντέκρουε τις θέσεις του δεσπο­τικού Metternich, που ήταν ο κύριος υποστηρικτής της ένοπλης επεμβάσε­ως σε κάθε επαναστατικό κίνημα των μικρών και καταπιεζομένων λαών.

Ο Καποδίστριας αντίθετα υποστήριζε ότι αυτά έπρεπε να αντιμετωπίζονται με σταδιακές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις θεμελιωμένες στον διάλογο, ανά­μεσα στους μικρούς και στους μεγάλους. Απέκλειε εντελώς τη βίαιη κατα­στολή και υποστήριζε την παραχώρηση «λαϊκής ελευθερίας» και «πολιτικής και εθνικής ανεξαρτησίας» και μιας «καινούργιας τάξης πραγμάτων», η οποία για να είναι βιώσιμη έπρεπε απαραιτήτως να προβλέπει την παραχώρηση συνταγμάτων και συνταγματικών ελευθεριών στα μικρά κράτη, έστω και αρχικά περιορισμένων.

Η  φιλελεύθερη όμως και επαναστατική, για εκείνη την εποχή φωνή του Έλληνα διπλωμάτη, πνίγηκε ακόμα μία φορά από τα καταπιεστικά συμφέροντα των μεγάλων[28], αφήνοντας τον Καποδίστρια πικραμένο και απογοητευμένο «για την ανίατη αρρώστια του δεσποτισμού της γηραιάς Ευρώπης», όπως έγραφε.

Ως προς τα ελληνικά κινήματα, πού ξέσπασαν εν τω μεταξύ, ο Καποδίστριας έδωσε μια από τις σκληρότερες μάχες της ζωής του και κατήγαγε μια από τις λαμπρότερες διπλωματικές νίκες – ίσως τη λαμπρότερη – παρά την λυσσώδη αντίδραση του Metternich: Με Ισχυρά επιχειρήματα δια­φοροποίησε εντελώς τα ελληνικά επαναστατικά κινήματα, χαρακτηρίζοντάς τα – όπως και ήταν – εθνικοαπελευθερωτικά από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, ενώ τα άλλα, απέβλεπαν στην αποτίναξη απολυταρχικών καθεστώ­των, οπότε δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν εναντίον της Ελλάδος τα ίδια βίαια μέτρα. Τότε πραγματικά «έσωσε την Ελλάδα επαναστάσαν», όπως γράφει ο ιστορικός Ν. Σπηλιάδης[29].

Η παρουσία του Καποδίστρια στα δυο αυτά συνέδρια ήταν από τις πιο εντυπωσιακές και μοναδικές, όπως αναγνώρισαν όλοι οι σύνεδροι και οι Ευρωπαίοι ιστορικοί, οι σύγχρονοι και μεταγενέστεροι. Παραθέτω ελά­χιστες γνώμες και κρίσεις από το πλήθος, προτάσσοντας – για ευνόητους λόγους –  μια εντυπωσιακή κρίση του Metternich για τον μεγάλο πολιτικό του αντίπαλο: «Σε όλες τις διπλωματικές μάχες οι δικές μου απόψεις επικρατούν κατά το 85%. Με το υπόλοιπο όμως 15% ο Καποδίστριας κατορ­θώνει να είναι ο ουσιαστικός νικητής!…». Και σε άλλη περίπτωση θα γράψει: «Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος. Και τέτοιος είναι ο Καποδίστριας»[30]. Τον μισούσε και τον πολεμούσε σαν πολιτικό αντίπαλο. Τον θαύμαζε όμως σαν ικανό διπλωμάτη και άνθρωπο.

Ο Γάλλος Ιστορικός F. Huillier γράφει: «Επί επτά χρόνια η προσω­πικότητα του Καποδίστρια θα δεσπόζει στην ευρωπαϊκή διπλωματία με την άφθαστη δεξιοτεχνία του και με την αληθινή φυσική και ηθική ομορφιά του, που αγωνιζόταν να δημιουργήσει ένα κόσμο, που θα τον αποτελούσαν άνθρωποι τόσο τέλειοι σαν τον ίδιο…»[31]. Ο Ιστορικός Κ. Nicolson γράφει: «Η πιο ηγετική, επιβλητική και ανθρώπινη φυσιογνωμία στα συνέδρια της Ευρώπης, που συνήρπαζε τους πάντες με τα ισχυρά και βαθειά μελετημένα επιχειρήματά του, ήταν ο Καποδίστριας»[32]. Ο διπλωμάτης και ιστορικός Fr. Gentz γράφει: «Ο κόμης Καποδίστριας… είναι homme d’ honneur, με ακεραιότητα δοκιμασμένη, σε όλες τις υποθέσεις της Ευρώπης, ειλικρινής φίλος για κάθε τι το όμορφο «καλός κι αγαθός», ψυχή ευγενής και υπεράνω συμφερόντων, πνεύμα ανε­πτυγμένο και διαπεραστικό, με μόνιμη επιδίωξη μιας καλύτερης τάξης πραγμάτων… και πάνω απ’ όλα με μία απέραντη αγάπη για την πατρίδα του»[33].

Ο Ρώσος ιστορικός Gr. Ars επισημαίνει: «Σε όλα τα στάδια της εξαιρετικής και μοναδικής διπλωματικής σταδιοδρομίας του στη Ρωσία και στην Ευρώπη ο Καποδίστριας δεν έπαυσε ποτέ να είναι πρώτα ο Έλληνας πατριώτης και να βρίσκεται πάντοτε στο πλευρό της αγωνιζομένης πατρί­δας του»[34]. Ο ίδιος σε άλλο σημείο του έργου του γράφει ότι «ο Καποδίστριας σε όλους τους αγώνες και τις προσπάθειές του για τη μορφωτική και πνευματική αναγέννηση της Ελλάδος η κοσμοθεωρία του ήταν επηρεα­σμένη κυρίως από την κίνηση του διαφωτισμού». «Ο Καποδίστριας πρέσβευε πάντοτε τις φιλελεύθερες ιδέες και έδινε μάχες με τους αντιπάλους του, που πήγαζαν μεν από τον βαθύ του πόθο, που τον ενέπνεε στο να βοηθήσει τη σκλαβωμένη πατρίδα του, αναμφίβολα όμως ήταν ειλικρινείς και το αληθινό πιστεύω του» (Ch. Webster)[35]. «Ο Καποδίστριας ένοιωθε βαρειά ικανοποίηση δουλεύοντας επάνω σε κείμενα συνταγμάτων και αγωνιζόταν για την εφαρμογή τους στους μι­κρούς λαούς» (L. Lebzeltern, αυστριακός διπλωμάτης)[36].

Και μια γυναικεία κριτική, από τις πολλές, για τον Καποδίστρια: «Ο ισορροπημένος χαρακτήρας του και η ικανότητα που διαθέτει στο να κατανοεί σε βάθος όλα τα διεθνή προβλήματα, του δίνουν τη δυνατότητα να ασκεί επιβολή σε όλα τα θέματα που αναλαμβάνει… Το βλέμμα του είναι διαπεραστικό και περίσκεπτο, η ψυχή του ενός φιλοσόφου, που τα πάντα τον απασχολούν και για τα πάντα έχει τις πιο σωστές σκέψεις και λύσεις, που δεν διστάζει να αναγνωρίσει ότι τίποτε στον κόσμο δεν έχει μεγάλη αξία, αν το απογυ­μνώσεις από το πνεύμα… Είναι εντελώς αλλιώτικος, ξεχωριστός από όλους τους ανθρώπους του πνεύματος…» (Κόμισσα Lulu Thurheim)[37].

Και τέλος ή κρίση και ο χαρακτηρισμός του Καποδίστρια από ένα με­γάλο συγγραφέα και τον τότε μόνιμο γραμματέα της γαλλικής Ακαδημίας, τον Abel François Villemain[38]: «Εάν υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια αυθεν­τική ευγένεια, που να ξεχωρίζει… από την πνευματική διορατικότητα, από την απλότητα στην όλη συμπεριφορά, από την βαθύτητα του λόγου και της σκέψης, κανένας άλλος άνθρωπος δεν υπήρξε τόσο ευγενής και τόσο διο­ρατικός στη σύλληψη των προβλημάτων όσο ο κόμης Καποδίστριας… Η συνέχεια των γεγονότων απέδειξε ότι δεν είχε μονάχα αρχοντιά και αξιο­πρέπεια και βαθύτατη ευθυκρισία και αξιολόγηση των γεγονότων, αλλά και ηρωισμό ψυχής… Στο πρόσωπό του αναγνωρίζει κανείς ένα φιλόσοφο, πα­θιασμένο για τις τέχνες, ένα διανοούμενο γεμάτο πνευματική καλλιέργεια. Μιλώντας για την ομορφιά της αρχαίας φιλολογίας, ξαναεύρισκε την αγω­νιζομένη πατρίδα του, που από πολλά χρόνια αγωνιζόταν και πάσχιζε να την ελευθερώσει, υπηρετώντας στη ρωσική αυλή…».

 

Ελένη Κούκκου

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Αρχείον Καποδίστρια Α’, Κέρκυρα 1976, 24: «υπηρετών τη πατρίδα μου, υπηρετούν συγχρόνως και την Ρωσίαν, επί τω μεγάλω σκοπώ να προφυλάξω την Ελλάδα από τους πειρασμούς της γαλλικής πολιτικής», θα γράψει στο περίφημο Υπόμνημά του, του 1826. Βλ. και Ελένης Κούκκου, Ιστορία των Επτανήσων από το 1797, μέχρι την αγγλοκρατία. 4η  έκδοση, Αθήνα 2001, το ειδικό κεφάλαιο, για το «Βυζαντινό Σύνταγμα».

[2] Περισσότερα βλ. Ελένης Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Άνθρωπος – ο διπλωμάτης, έκδ. 14, Αθήναι 2001, 41 κ.ε., όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[3] Βλ. C. Lahovary, Mémoires de lAmiral Paul Tchitchagof en 1812, Paris 1909, 406. -G. Ars,Ο Καποδίστριας και το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα, 1809-1822, Moskva 1976, 301: «Ο Καποδίστριας δεν έπαιζε καθόλου τον ρόλο ενός απλού εκτελεστικού οργάνου. Το εφευρετικό του μυαλό προσανατολιζόταν στην αναζήτηση τρόπων, που θα του εξασφάλιζαν την επιτυχία των στρατιωτικών και διπλωματικών του σχεδίων», στα ρωσικά.

[4] Βλ. Patricia Kennedy-Grimsted, «Capodistrias and a «New Order» for restoration Europe: «The liberal ideas» of a Russian Foreign Minister 1814-1822», The Journal of Modern History 40 (1968) 173.

[5] N. Mikhailovich, L’empereur Alexander ler…, St. Petersburg, 1912, I, 340. Για την πολύπλευρη δράση του Καποδίστρια στην Ελβετία βλ. S. Lascaris, Capodistrias avant la revolution grecque, Lausanne 1918. Βλ. και Ελένης Κούκκου, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, 1803-1822, Α’ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, εκδ. 2η , Αθήναι 1986, πολλαχού.

[6] Π. Ενεπεκίδη, Ιωάννης Καποδίστριας, 176 γράμματα προς τον πατέρα τον, 1809-1820, Αθήναι 1972, 181-182.

[7] Τα ψηφίσματα της ανακηρύξεώς του ως επιτίμου πολίτη της Ελβετίας, βλ. Ελένης Κούκκου, Ο Καποδίστριας και Η Παιδεία, Α’ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, έκδ. 2η , Αθήνα 1986, 158 κ.ε.

[8] Βλ. S. Lascaris, Capodistrias avant la Révolution grecque, 85 κ.έ., Roveréa, Mémoires, t. IV, Paris 1848, 253.

[9] Comte de Gobineau, Deux Etudes sur la Grèce moderne, Capodistrias, le Royaunne des Hellènes, Paris 1905, 20.

[10] Τον χρόνο 1991, με την συμπλήρωση 700 χρόνων από τη σύσταση του ελβετικού κράτους η ελβετική πρεσβεία των Αθηνών οργάνωσε σημαντικές τιμητικές εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης προς τον Καποδίστρια, τόσο στην γενέτειρά του, την Κέρκυρα, όσο και στην Αθήνα.

[11] Comtesse Edling (Stourtza), Mémoires, Moscou, 1888, 143.

[12] Βλ. Ελένης Κούκκου, Ιστορία των Επτανήσων από το 1797μέχρι την αγγλοκρατία, 4η έκδοση, Αθήνα 2001, 197 κ.ε.

[13] Ελένης Κούκκου, Η Φιλόμουσος Εταιρεία…, πολλαχού. – Π. Ενεπεκίδη, ΡήγαςΥψηλάντηςΚαποδίστριας, Αθήναι 1965, 190 κ.ε.

[14] Ε. Μαυράκη, Ο Καποδίστριας και η εποχή του, Αθήναι, 10. – Π. Πετρίδη, Η διπλωματική δράσις του Ιωάννου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων, 1814-1831, Θεσσαλονίκη, 1974, 48, όπου και άλλη βιβλιογραφία.

[15] J. G. Eynard, Der danzenze Kongress, Berlin 1923, 74, 102, 112.

[16] Η. Treitschke, Der Wiener Kongress, 16.

[17] Τόμος III, 1819, 372.

[18] Βλ. επιστολή του Καποδίστρια προς τον Η. Stein, της 28 Ιουλίου 1815, στον G. Pertz, Das Leben des Ministers Freiherrn vom Stein, Berlin 1855, IV, 482.

[19] Βλ. στον Ε. Μαυράκη, ό.π., 16.

[20] Βλ. στον C. Grunwald, Alexander Ier, le Tzar mystique, Paris 1955, 249.

[21] Mémoires, publics par le duc d’Audiffret-Pasquier, Paris 1893, III, 429.

[22] Καποδίστρια, Επιστολαί διπλωματικαί, διοικητικαί…, μετάφρ. Μ. Σχινά, Α’, Αθήναι 1841, 37. – R. Stourdja-Edling, Mémoires, Moscou 1888, 244-246, 247.

[23] Βλ. R. Stourdja-Edling, ό.π., 249 ε. – J. Petropoulos, Politics and Statecraft…, Princeton – New Jersey 1968, 108.

[24] Βλ. Η. Kissinger, Grossmacht-Diplomatie, μετάφρ. Η. Jordan, Dusseldorf 1962, 261.-Π. Πετρίδη, ό.π., 94.

[25] Βλ. D. Arliotti, La vita di G. Capodistria, Corfu 1859, 54. – Ελένης Κούκκου, «Ο ανέκδοτος κατάλογος των υπαρχόντων του… Καποδίστρια», Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος (Δ.Ι.Ε.Ε.), 15 (1961), 71-72.

[26] Για το θέμα αυτό βλ. Hélène Koukkou, «Mémoire de Jean Capodistrias sur la suppression du trafic des Maures», Δ.Ι.Ε.Ε. 25 (1982) 5-14.

[27] Βλ. Καποδίστρια, Επιστολαί, A’, 43. – S. Lascaris, ό.π., 100 ε. – Ε. Κούκκου, ό.π., 110 ε.

[28] Τα κινήματα της Ισπανίας και Ιταλίας και κυρίως της Νεαπόλεως, πνίγη­καν στο αίμα από τα αυστριακά στρατεύματα. Βλ. Ε. Κούκκου, ό.π., 111 κ.ε. όπου και η άλλη βιβλιογραφία. Για τις ριζοσπαστικές συνταγματικές απόψεις του Καποδίστρια βλ. και Patricia Grimsted-Kennedy, ό.π., πολλαχού.

[29] Απομνημονεύματα, Αθήναι 1857, Α’, 6.

[30] Mémoires, III, 531, 549, 589, κ.ά.

[31] De la Sainte Alliance…, Paris1954, A’, 28.

[32] The congress of Vienna…,London 1946, 241.

[33] Βλ. Prokesch-Osten, Geschichte du Abfalls der Griechen…, Wien 1867, II, 89.

[34] Ο Ι. Καποδίστριας και το ελληνικό απελευθερωτικό κίνημα 1809-1822, Moskva 1976, στα ρωσικά. Του ιδίου, «Ioani Kapodistria ν Rossii», Voprosy Istorii 5 (1976), 319 ε., 309 κ.ά.

[35] The Congress of Vienna…,London 1934 , 91.

[36] Patricia Grimsted-Kennedy, ό.π., 183 ε.

[37] Mein Leben, 1913, II, 223.

[38] Souvenirs contemporains, 473, στον Lys. Oeconomos, Essai sur la vie de comte Capodistrias…, Toulouse-Paris 1926, 16 κ.ε.

 

 

Πηγή


  • Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

Διαβάστε ακόμη:

  

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »