Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Άστιγξ Αμπνεϊ  Φραγκίσκος   – Frank Abney Hastings (1794-1828)


 

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Άγγλος στρατιωτικός και φιλέλληνας, γιος του στρατηγού Καρόλου Άστιγξ. Λόγω του χαρακτήρα του και της μεγάλης του κλίσης στα ναυτικά, εισήλθε στο ναυτικό από παιδί, λαμβάνοντας μάλιστα μέρος στη μεγάλη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ σε ηλικία μόλις 12 ετών. Το 1819, έχοντας τον βαθμό του πλοιάρχου, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από το στρατό για πειθαρχικό παράπτωμα (μετά από έναν απρόσεκτο ατυχή χειρισμό του στην πορεία του πλοίου που διοικούσε, συγκρούστηκε με τον ναύαρχό του) και έφυγε στο Παρίσι.

Τάχθηκε αμέσως υπέρ του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και τον Απρίλιο του 1822 έφτασε στην Ύδρα. Κατατάχθηκε στο ναυτικό, αφού προηγουμένως είχε έρθει σε επαφή με το ναύαρχο Τομπάζη και τον Μαυροκορδάτο, κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων για τις ναυτικές γνώσεις και τις ικανότητες του. Λίγο μετά την κατάταξή του ανέλαβε την διοίκηση της πολεμικής κορβέτας « Θεμιστοκλής». Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ναυτικές επιχειρήσεις της εποχής και κυρίως στην εκστρατεία της Κρήτης.

 

Frank Abney Hastings, λιθογραφία, Karl Krazeisen.

 

Ήταν ο εμπνευστής της αναδιοργάνωσης του επαναστατικού ναυτικού και τον εξοπλισμό του με ατμοκίνητα πλοία. Μετά από εισήγησή του η οποία έγινε δεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση, μετέβη στην Αγγλία προκειμένου να επιβλέψει την ναυπήγηση του πλοίου «Καρτερία» το 1825, του οποίου υπήρξε κυβερνήτης. Ο ίδιος συνέβαλλε στην ναυπήγηση, προσφέροντας 5.000 λίρες από την προσωπική του περιουσία. Μάλιστα θα προετοιμάσει το πλοίο αγοράζοντας με δικά του χρήματα τα ναυτιλιακά όργανα και τούς χάρτες και μετά από πολλές ατυχίες και ένα περιπετειώδες ταξίδι, το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο του ελληνικού στόλου, μπήκε στο λιμάνι του Ναυπλίου την 1η Σεπτεμβρίου 1826.

Ο Άστιγξ ως κυβερνήτης του Βρετανικού Ναυτικού. Προσωπογραφία από την βιβλιοθήκη Φίνλεϋ. Δημοσιεύεται στο «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Αθήνα, 1928.

Η πρώτη αποστολή του ήταν η υποστήριξη του Γόρδωνα στο λιμάνι του Πειραιά. Το πλήρωμα της « Καρτερίας» αποτελούσαν γενναίοι ναυτικοί τους οποίους είχε επιλέξει ο ίδιος. Στο πλοίο επέβαινε και ο Αμερικανός γιατρός Σαμουήλ Χάου, ενθουσιώδης Φιλέλληνας, θαυμαστής του Άστιγξ και αργότερα βιογράφος του. Το «Καρτερία» έλαβε μέρος στον Αγώνα με πολλές επιτυχείς ενέργειες.

Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία του πλοίου ήταν η σημαντική συμμετοχή του στον αποκλεισμό της Ερέτριας τον χειμώνα του 1827 και στον βομβαρδισμό του Ωροπού με κύριο σκοπό την λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Στον Ωροπό, η «Καρτερία» κυρίευσε δύο εχθρικά φορτηγά γεμάτα με εφόδια.

Την άνοιξη του 1827 η «Καρτερία» βομβάρδισε το Νιόκαστρο, οχυρό του Μεσολογγίου και την Ναύπακτο, ενώ τον Απρίλιο με μια τολμηρή καταδρομή, εισήλθε στον Παγασητικό κόλπο και έκαψε 8 εχθρικά δικάταρτα φορτηγά.

Από τα σημαντικότερα κατορθώματα του Άστιγξ, ήταν η είσοδός της μοίρας που διοικούσε, τον Σεπτέμβριο του 1827,  στον Κορινθιακό κόλπο δια μέσου των τρομερών πυροβολείων του Ρίου και του Αντίρριου. Η «Καρτερία» πέτυχε την σημαντικότερη επιτυχία της σε όλο τον πόλεμο βυθίζοντας στον κόλπο της Ιτέας την Τουρκική ναυαρχίδα και καταστρέφοντας 9 από τα 11 Τουρκικά πλοία.

Τον Μάρτιο του 1828 οργάνωσε, από κοινού με τον αρχηγό των χερσαίων στρατευμάτων, στρατηγό Τσώρτς τον κανονιοβολισμό του Αιτωλικού, προπύργιου του Μεσολογγίου. Μετά από προστριβές και διαφωνίες των δύο αξιωματικών, επικράτησε τελικά  η λογική και το συμφέρον της πατρίδας. Η τελική επίθεση από θάλασσα αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Μαΐου 1828. Όμως και πάλι λόγω κακού συντονισμού και έλλειψης πειθαρχίας σε ορισμένα τμήματα του στρατού ξηράς, οι ναύτες ξεκίνησαν νωρίτερα την τελική έφοδο.

Σε αυτή την κρίσιμη επίθεση, ο Άστιγξ εγκατέλειψε την ασφάλεια του πλοίου του και έλαβε μέρος αυτοπροσώπως, οδηγώντας την επίθεση από την πρώτη γραμμή. Όρθιος, πάνω σε ένα μικρό σκάφος (εφόλκιο), ενθάρρυνε τους ναύτες του, φωνάζοντας με όλη την δύναμη της φωνής του «Εμπρός» ενώ οι ναύτες ενθουσιασμένοι τον ζητωκραύγαζαν.  Δυστυχώς, την ώρα που πλησίαζε στην ακτή, μία οβίδα από ένα Τουρκικό πυροβόλο έπληξε το σκάφος. Τρεις ναύτες σκοτώθηκαν. Ο Άστιγξ μαζί με άλλους είκοσι στρατιώτες του πληγώθηκε στον βραχίονα. Αναγκάζονται να τον αποσύρουν αναίσθητο από την μάχη.

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Στην « Καρτερία» ο Άστιγξ συνέρχεται και λέει: Δεν είναι τίποτε και ελπίζω να επανέλθω εις το στρατόπεδον εντός δέκα ημερών. Δυστυχώς ο γιατρός του σκάφους είχε μετατεθεί και ο αντικαταστάτης του δεν είχε φτάσει ακόμη. Ο αρχίατρος Γυέτ, που κλήθηκε από το ελληνικό στρατόπεδο, χωρίς να γνωρίζει την σοβαρότητα του τραύματος απεφάνθη ότι δεν υπήρχαν λόγοι υπερβολικής ανησυχίας. Όταν τέλος ο Γυέτ είδε το τραύμα, διέταξε την άμεση μεταφορά του Άστιγξ στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχαν περισσότερα μέσα, προκειμένου να αποκόψουν το πληγωμένο χέρι επειδή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος γάγγραινας. Παρά τους αφόρητους πόνους του ο Άστιγξ και συναισθανόμενος την τραγική του κατάσταση, έγραψε την διαθήκη του, και όρισε τον πλοίαρχο και αντιπλοίαρχο στη διοίκηση της « Καρτερίας». Μεταφερόμενος προς την Ζάκυνθο, πέθανε στις 20 Μαΐου 1828  από τέτανο. Ήταν μόλις 34 ετών. Η σορός του παρέμεινε για λίγο στο Λοιμοκαθαρτήριο του νησιού.

Με εντολή του Καποδίστρια, μεταφέρθηκε και τοπο­θετήθηκε βαλσαμωμένος στην κρύπτη της Εκκλησίας του Ορφανοτροφείου της Αίγινας. Η κηδεία του έγινε με μεγάλες τιμές τον επόμενο χρόνο στον Πόρο, όπου μεταφέρθηκε με την «Καρτερία», στην οποία επέ­βαινε ο Ιωάννης Καποδίστριας και με την συνο­δεία μοίρας πολεμικών πλοίων. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικού­πης. Αργότερα το 1861, τα οστά του Άστιγξ μετακομίστηκαν στον ναύσταθμο του Πόρου, όπου και στήθηκε μνημείο προς τιμήν του.

  

Πηγές


  • Κωνσταντίνος Ράδος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Ναυτική Επιθεώρησις, Εν Αθήναις, 1928.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2ος, Αθήνα, 1930. 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

Σιώκος Αθανάσιος (Θάνος, 1897-1935)


 

Αθανάσιος Σιώκος

Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού από το Ναύπλιο [1] και θύμα του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 [2]. Υπήρξε Αντιπλοίαρχος- Αρχιεπιστολέας και στο χώρο της δολοφονίας του, στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, όπου και κατοικούσε, υπάρχει επιτύμβια πλάκα, στην οποία αναγράφεται το εξής κείμενο: «Νόμοις Πατρίδος Πειθόμενος Ευγενής Ανήρ Τήδε Κείται Πεσών Υψηλόν Παράδειγμα Πασίν Αντιπλοίαρχος Β Ναυτικού ΑΘΑΝΑΣΙΩ Χ ΣΙΩΚΩ ΑΡΧΙΕΠΙΣΤΟΛΕΙ Β ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ ΠΕΣΟΝΤΙ ΩΔΕ ΤΗ 1ΜΑΡΤΙΟΥ 1935. Οι ενόπλοις Αυτού Συνάδελφοι ΑΝΕΘΗΚΑΝ».

Την ημέρα που εξερράγη το κίνημα ειδοποιήθηκε ότι στασιαστές αξιωματικοί έφθασαν στο Ναύσταθμο για να τον καταλάβουν. Αμέσως έδωσε το σήμα του συναγερμού και με το πιστόλι στο χέρι, έσπευσε στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί βρήκε τρεις στασιαστές αξιωματικούς, οι οποίοι τον πυροβόλησαν, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός από τις σφαίρες τους.

Πήρε μέρος στους Πολέμους 1917-1918 και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Διετέλεσε συντάκτης της «Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας» του 1930.

Υπήρξε Διοικητής μοίρας αντιτορπιλικών και ανθυποβρυχιακών έργων, ενώ το 1919 έφερε στο Ναύσταθμο κατ΄ εντολή της υπηρεσίας του τα γερμανικά υπερτηλεβόλα ΡΥΡ από το Κίελο, ενώ δίδαξε Πυροβολική στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων της Νορβηγίας. Το 1924, βραβεύθηκε για τη μελέτη του  «Η νήσος Ελιγολάνδη» από την Βασιλική Ναυτική Ακαδημία  της Νορβηγίας και το 1930 βραβεύθηκε  από το  Βασιλικό Ναυτικό της Ελλάδας για  το έργο του «Μαθήματα Εξωτερικής Βλητικής και Πυρίτιδων».

Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις πολλές από τις οποίες είχαν σχέση με το πυροβολικό. Χρημάτισε καθηγητής στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην έδρα πυροβολικής τα έτη 1921,1923,1931 και 1932.

Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επί του Θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» καθώς και στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επί του Θωρηκτού «Ύδρα» και του αντιτορπιλικού «Ασπίς» και ως κυβερνήτης του τορπιλοβόλου «Αρέθουσα». Επίσης διετέλεσε κυβερνήτης του επίτακτου «Αρχιπέλαγος» και του τορπιλοβόλου «Σμύρνη». Διευθυντής Πυροβολικού του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Πάνθηρ» το 1934.

Νυμφεύθηκε την Αγγελική Πεζοπούλου, κόρη του καθηγητή ιατρικής Νικολάου Κ. Πεζόπουλου,  και απέκτησε δύο παιδιά: το Χρήστο Σιώκο, Μάχιμο Αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού μέχρι και το 1948 και στη συνέχεια – μετά από σπουδές στο Στάνφορντ-  ηλεκτρολόγο – μηχανολόγο και Γενικό Διευθυντή της Καναδικής Τηλεόρασης και την Καίτη Λιακοπούλου, Φιλόλογο, σύζυγο του ιατρού  χειρουργού Κεφαλής και Τραχήλου Αντωνίου Λιακόπουλου. 

Απέκτησε τρία εγγόνια  τον Θάνο Σιώκο κάτοικο Καναδά και τους Τάσο και Θάνο Λιακόπουλο κατοίκους Αθηνών. Πατέρας του αείμνηστου ήρωα ήταν ο Χρήστος Σιώκος, δικηγόρος Ναυπλίου και μητέρα του η Αικατερίνη Οικονομοπούλου εκ Συκιάς Κορινθίας. Δρόμοι στην Αθήνα, στην Καλλιθέα και στο Ναύπλιο έχουν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


[1] Στον ιστότοπο «aetogenia» αναφέρεται  ότι γεννήθηκε στο Κιάτο το 1897 και ήταν Ναυπλιακής καταγωγής.

[2] Οι πολιτικές εξελίξεις του 1935, καθώς και των επόμενων χρόνων, σημαδεύτηκαν από το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, με πρωταγωνιστές από τη μια τους βενιζελικούς αξιωματικούς και από την άλλη την αντιβενιζελική κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη. Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 απέβλεπε στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από το στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.

 

Πηγές


 

Read Full Post »

Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21


 

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Πα­λατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύ­στρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πό­ρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.

Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυ­αρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!

Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.

Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.

Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

 

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.

 

Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα

 

Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγι­να και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλα­δικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.

 

Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.

 

Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.

 

Αποτίμηση των σχεδίων

 

Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντε­λής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυ­τοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν  δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπε­ράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν  δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.

Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.

 

Η σειρά με τις λιθογραφίες

 

Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάι­ζεν»[2].

Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσ­δήποτε ο Peter von Hess.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.

Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
  • Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μα­κρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδη­μος και μια άποψη της Αίγινας.
  • Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
  • Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυ­ρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
  • Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπε­τάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικά­ρια του».
  • Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρε­γάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρ­τερία»».

Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

 

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).

 

Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιά­σματα».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.

 

Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρο­μαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φω­τοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογρα­φία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντα­σία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].

 

Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν

 

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:

 

«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ απο­τίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγρά­φου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.

Μετά τον θάνατον του Κρα­τσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, με­τά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνα­τόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύνα­ται να είναι μόνον το Μουσείον Αθη­νών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρι­σθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσι­σα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύ­ναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».

 

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνι­στή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.

Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.

Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρ­τί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάι­ζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν  στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες. 

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.

[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.

[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνι­κής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέ­λεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.

[4] Βλ. Υποσ. 1.

 

Βιβλιογραφία


  • «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερ­σίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθή­κης, 1971.
  • Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικο­σιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πε­ντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρε­βελάκης.
  • «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπο­γραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρε­βελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνι­κής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανο­μοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
  • «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πο­λιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

   

Read Full Post »

Σταυριανός Ιωάννης (1804-1887)


  

Ιωάννης Σταυριανός. Προσωπογραφία, λάδι σε καμβά, 140 επί 80 που ανήκει στον Ιουστίνο Σταυριανό, απόγονο του ήρωα.

Ο Ιωάννης Σταυριανός ήταν ευκατάστατος έμπορος από τη Λόφου της επαρχίας Λεμεσού. Γεννημένος το 1804 έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Λεμεσό και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου ανέπτυξε πλούσια εμπορική δραστηριότητα με την Αίγυπτο. Παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης μυήθηκε στην Αλεξάνδρεια στη Φιλική Εταιρεία.

Με την έναρξη του αγώνα του 1821 στην Πελοπόννησο, έπλευσε στην Ελλάδα επικεφαλής ομάδας Κυπρίων Αγωνιστών [i], την οποία χρηματοδότησε ο ίδιος. Το 1825, επειδή εξαντλήθηκαν τα οικονομικά του, κατατάχτηκε μαζί με τους συντρόφους του στο στρατόπεδο του τακτικού στρατού. Η σημαντική για την εποχή μόρφωσή του συνέτεινε στην ανέλιξή του από υπαξιωματικό σε αξιωματικό.

Έλαβε μέρος σ’ όλες τις μάχες που έγιναν γύρω από την Αθήνα του 1826-27 με αρχηγό τον Καραϊσκάκη [ii]. Συνελήφθη αιχμάλωτος κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και τον διέσωσε από την εκτέλεση ο αρχηγός της έφιππης σωματοφυλακής του Κιουταχή Χουσέιν Ντούλλας, που άγνωστο πότε τον άφησε ελεύθερο. Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής.

Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα.  Συνυπογράφει με τους Σωματάρχες της φρουράς της Ναυπλίας Έκθεση Προς τους εξοχώτατους Κυρίους Πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, όπου για να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρεξηγήσεις και προσπάθειες δυσφήμησης δηλώνεται ο σκοπός της Επανάστασης και οι αιτίες που την προκάλεσαν. Η Έκθεση παραδόθηκε στους προξενικούς πράκτορες της Γαλλίας και της Αυστρίας στο Ναύπλιο. Την έκθεση αυτή εκτός από τους Σωματάρχες της φρουράς και τον αρχηγό των στρατιωτικών δυνάμεων Ναυπλίας Αρτέμη Μίχου υπογράφουν επίσης Η επί της ασφαλείας επιτροπή και το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων.

Ο Σταυριανός στέλνει επίσης μία επιστολή στις 9 Φεβρουαρίου 1862 απ’ το Ναύπλιο προς τον αντισυνταγματάρχη, επιθεωρητή της Χωροφυλακής Δ. Κουτσογιαννόπουλο, στην οποία περιγράφει τη μάχη στην Άρια. Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο υπ’ άρ. 6 φύλλο της εφημερίδας Συνταγματικός Έλλην στις 13 Φεβρουαρίου 1862. Η συμμετοχή του Σταυριανού στη Ναυπλιακή Επανάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να τεθεί σε αργία δι’ ασυμβίβαστον προς το επάγγελμα του αξιωμα­τικού διαγωγήν μαζί με άλλους 17 πρωτεργάτες του κινήματος (Φ.Ε.Κ  αρ. 27/18-5-1862) .

Με το ίδιο διάταγμα ορίστηκε η Αίγινα σαν τόπος διαμονής των περισσότερων από τους αξιωματικούς αυτούς. Από τον τύπο της εποχής μαθαίνουμε τη συμπάθεια και τη θέρμη με τις οποίες υποδέχτηκε ο λαός της Αίγινας τους εκτοπισμένους αξιωματικούς και ιδιαίτερα το Σταυριανό: Των πάντων δε την συμπάθειαν συνεκίνησεν ο αντιμοίραρχος Σταυριανός, φέρων μεθ’ εαυτού κόρην δεκαεπταετή, παραλυτικήν συγκινούσαν δια την θέσιν της και τούς λίθους αυτούς (Εφημερίδα Αιών. αρ. φύλ. 2033 της 20ής Μαΐου 1862).

Στο ίδιο φύλλο του Αιώνος δημοσιεύεται μια έντονη διαμαρτυρία των εκτοπισμένων αξιωματικών της φρουράς της Ναυπλίας από την Αίγινα με ημερομηνία 16 Μαΐου 1862 σχετικά με μία πράξιν, που συντάχτηκε από μερικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού δι’ ης απεκάλεσαν παραβάτας των όρων της στρα­τιωτικής τιμής, όλους τους κατά την Ναυπλιακήν επανάστασιν ευρεθέντας συνα­δέλφους των, παρά την αμνηστία που είχε δοθεί. Στην πράξη αυτή ο τύπος είχε δώσει ευρύτατη δημοσιότητα τον προηγούμενο Απρίλιο. Παρόμοια διαμαρτυρία των εκτοπισμένων στη Σκόπελο και στη Σκιάθο είχε δημοσιευτεί λίγο νωρίτερα, στις 13 Μαΐου 1862. Το θέμα έλαβε μεγάλη έκταση από τον ευνοϊκά διατεθειμένο προς τους εκτοπισμένους τύπο τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία (Βλ. εφημερίδες Αθηνά, αρ. φύλ. 3054, 23 Μαΐου 1862 και 3056, 30 Μαΐου 1862, Φως, 19 και 23 Μαΐου 1862, η Φωνή του Λαού. στη Λαμία κ.τ.λ.).

Σε λιγότερο από ένα μήνα μετά την έξωση του Όθωνα οι διωχθέντες αξιωματικοί επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία, αλλά ο Σταυριανός δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτούς. Φαίνεται πως μόνος του προτίμησε την αποστρατεία, ήταν ήδη άλλωστε 59 ετών. Το Μάιο του επόμενου χρόνου η Προσωρινή Κυβέρνηση απένειμε στον απόστρατο αντιμοίραρχο Ιωάννη Σταυριανό το βαθμό του ταγματάρχη και την αντίστοιχη σύνταξη. (Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου…»).

Έγραψε απομνημονεύματα με τον τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία». Πέθανε σε ηλικία 83 χρόνων, στις 2 Μαρτίου 1887 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Προτομή Ιωάννη Σταυριανού που βρίσκεται στη γενέτειρα του ήρωα Λόφου, της επαρχίας Λεμεσού. Το έργο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Θεόδουλος Θεοδούλου. Εγκαινιάστηκε το 1998 από τον πρώην πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη. Χρηματοδοτήθηκε από το Σύνδεσμο Αποδήμων Λόφου.

 

Το 1998, με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου, έγινε κατορθωτή η ανακομιδή των οστών του Ιωάννη Σταυριανού από την Αθήνα στη γενέτειρά του Λόφου, τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε οστεοφυλάκιο. Στα χέρια των τελευταίων απογόνων του βρίσκονται αρκετά κειμήλια όπως τα όπλα του, η στρατιωτική στολή του, διάφορα έγγραφα του αγώνα και τα χειρόγραφα των απομνημονευμάτων του.

 

Άκης Θεοδώρου

Φιλόλογος

 

Υποσημειώσεις


[i] Είναι ιστορικό γεγονός ότι πολλοί Κύπριοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Ο αριθμός των Κυπρίων αγωνιστών που έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Από τα διάφορα έγγραφα ή πηγές που σώζονται, μαρτυρείται η επώνυμη συμμετοχή 500 περίπου Κυπρίων, ενώ γίνεται επίσης αναφορά σε ομάδες Κυπρίων που έδρασαν κάτω από διάφορους αρχηγούς ή αυτόνομα. Χαρακτηριστική είναι η σημαία ομάδας Κυπρίων που σώζεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας πάνω στην οποία αναγράφεται με ανορθογραφίες «Σημαία Ελληνική Πάτρης Κύπρου». Οι αναφορές αυτές επιτρέπουν σε κάποιους μελετητές να υπολογίζουν την κυπριακή συμμετοχή σε 1000 περίπου αγωνιστές. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι περιηγητές υπολογίζουν τον αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της Κύπρου σε 80 με 100 χιλιάδες, τότε αριθμητικά η συμμετοχή της Κύπρου, ανάλογα με τον πληθυσμό της, είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

[ii] Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη Ελληνική Ιστορία», που κυκλοφόρησε το 1982 από την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, ο Σταυριανός περιγράφει με λεπτομέρειες τις μάχες των Αθηνών το 1826-1927 και την πολιορκία της Ακρόπολης. Αναφέρεται μάλιστα με σαφήνεια στο θάνατο του Καραϊσκάκη: «o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου … Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους…».

  

Πηγές


  • Χειρόγραφο Ιωάννη Σταυριανού.
  • Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η μάχη στα Βασιλικά


 

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Στη Ρούμελη η Επανάσταση εκδηλώθηκε ταυτόχρονα με την Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, και μέσα σε δύο μήνες πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων το μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου και οι σημαντικότερες πόλεις. Όταν ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε τον Αλή πασά στα Γιάννενα, πληροφορήθηκε την εξέγερση της Ανατολικής Στερεάς, έστειλε 8.000 πεζούς και 800 ιππείς με επικεφαλής τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά και τον Αλβανό Ομέρ Βρυώνη για να την καταπνίξουν και μετά να εισβάλουν στην Πελοπόννησο και να λύσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Με μάχες στην Αλαμάνα (23 Απριλίου 1821) ο Αθανάσιος Διάκος, στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου) ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και στα Βρυσάκια της Εύβοιας (15 Ιουλίου) ο Αγγελής Γοβγίνας, προσπάθησαν να ανακόψουν την κάθοδο των Τούρκων στην Πελοπόννησο και κατόρθωσαν να τους καθηλώσουν στη Βοιωτία, όπου περίμεναν ενισχύσεις.

Τον Αύγουστο του 1821 οι Τούρκοι οργάνωσαν νέα, ενισχυμένη εκστρατεία κατά της Πελοποννήσου. Μια δύναμη από 8.000 ενόπλους – οι περισσότεροι έφιπποι – και πλήθος άμαξες φορτωμένες με εφόδια, με επικεφαλής το γνωστό από την εκστρατεία της Χαλκιδικής Μπεϊράν πασά, ως αντιστράτηγο, και τους Μεμίς πασά, Σαχίν Αλή πασά και Χατζή Μπεκίρ πασά, κατέβηκε από τη Λάρισα και στρατοπέδευσε στο Ζητούνι (Λαμία), ενώ μία άλλη από 4.000 άνδρες με επικεφαλής τον Μαχμούτ πα­σά της Δράμας στρατοπέδευσε στον Δομοκό. Σχέδιο των Τούρκων ήταν οι δυνάμεις αυτές, αφού ενωθούν με τις δυνάμεις του Κιοσέτ Μεχμέτ πασά και του Ομέρ Βρυώνη, να προελάσουν στην Πελοπόννησο και να λύσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ιωάννης Δυοβουνιώτης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σύμφωνα με τον Φιλήμονα, μέσα Αυγούστου πρώτος ο Γιαννάκης Δυοβουνιώτης πληροφορήθηκε την άφιξη του τουρκικού στρατού στο Ζητούνι και ειδοποίησε τους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Στερεάς, οι οποίοι συνήλθαν στο χωριό Εργίνι (στους πρόποδες της Φοντάνας), για να συσκεφθούν πού θα αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στρατό κατά την πορεία του από τη Λαμία στη Λιβαδειά. Στη σύσκεψη αλλά και στη μάχη δεν έλαβε μέρος ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που ήταν μακριά.

Ο Γιάν­νης Γκούρας και ο γιος του γερο-Πανουργιά, ο Νάκος, πρότειναν να οχυρωθούν στη διάβαση της Φοντάνας, αλλά επικράτησε η πρόταση του Δυοβουνιώτη, να στήσουν ενέδρα στη στενωπό του δημό­σιου δρόμου των Βασιλικών, όπου και το ομώνυμο χωριό της Φθιώτιδας, που ήταν τότε ακατοίκητο.

Οι δυνάμεις των Ελλήνων, περίπου 1.600 άνδρες, τοποθετήθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο του Δυοβουνιώτη – ο οποίος ορίστηκε και αρχηγός – ως εξής: στο πυκνό δάσος στην είσοδο της διάβασης ο Δυοβουνιώτης, στο εσωτερικό δεξιά ο Αντώνης Κοντοσόπουλος και αριστερά ο Κομνάς Τράκας, ο Κώστας Καλύβας και ο Κώστας Μπίτης και στην έξοδο της διάβασης ο Γκούρας, ο Πανουργιάς και ο γιος του αρχηγού, ο Γιώργος Δυοβουνιώτης – στον οποίο οφείλουμε και περιγραφή της μάχης – ενώ 200 άνδρες υπό τον Παπαντρέα στάλθηκαν στη διάβαση της Φοντάνας.

Στις 22 Αυγούστου ο Μπεϊράν πασάς με δύο πα­σάδες – ο Χατζή Μπεκίρ είχε πεθάνει στη Λαμία- στρατοπέδευσε στην Πλατανιά. Την επομένη έστειλε ένα σώμα από 300 πεζούς στη Φοντάνα και 200 ιππείς στα Βασιλικά για ανίχνευση. Οι ιππείς μη συναντώντας κάποια αντίσταση προχώρησαν στο εσωτερικό της διάβασης και τότε οι κρυμμένοι μέσα στο δάσος Έλληνες τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και τους αποδεκάτισαν. Ανάλογη τύχη είχαν και οι Τούρκοι πεζοί στη Φοντάνα. Την ίδια μέρα έφθασε και ο οπλαρχηγός του Οδυσσέα Γιάννης Ρούκης με όσους άνδρες είχε.

 

Πόλεμος των Βασιλικών. Πίνακας των Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη.

 

Στις 26 Αυγούστου το πρωί ο Μπεϊράν πασάς, αφού άφησε φρουρά στην Πλατανιά για τη φύλαξη των αποσκευών, ξεκίνησε με όλο το στρατό του για να ανοίξει τα στενά. Οι Τούρκοι, μόλις έφθασαν στην είσοδο των στενών, άρχισαν τους κανονιοβολισμούς και ύστερα έπεσαν πάνω στους άνδρες του Κοντοσόπουλου και του Καλύβα, τους οποίους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν, όπως και τις δυνάμεις του Γκούρα, που είχε προστρέξει σε βοήθεια. Ο Γκούρας και οι άλλοι οπλαρχηγοί οχυρώθηκαν σε ένα ερημοκλήσι και εκεί αντέταξαν άμυνα. Σε λίγο έφθασαν και 250 Λιβαδίτες με αρχηγούς τους Βασί­λη Μπούσγο, Γιάννη Λάππα και Μήτρο Τριανταφυλλίνα, που έδωσαν νέα τροπή στη μάχη.

Με την κραυγή «Έφθασεν ο Οδυσσεύς», ο Γκούρας διέταξε γενική επίθεση, ενώ ο ίδιος μαζί με τον Ρούκη έκαναν κυκλωτικό ελιγμό και βρέθηκαν στα νώτα του εχθρού, ο οποίος, όμως, είχε προσβληθεί και από τους άνδρες του Δυοβουνιώτη, που ενέδρευαν στο δάσος, αλλά και από τις δυνάμεις του Παπαντρέα, που είχαν σπεύσει από τη Φο­ντάνα.

Η μάχη ήταν σφοδρή και, επειδή η τοποθεσία ήταν στενή και δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν οι πεζοί ούτε και να δράσει το ιππικό του Μπεϊράν πασά, οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν και βαλλόμενοι από όλες ης πλευρές υπέστησαν βαριές απώλειες. Το μέγεθος της καταστροφής δίνεται από τον Δημήτριο Αινιάν με την ακόλουθη περιγραφή:

 

«Εις την κοιλάδα των Βασιλικών είχεν ήδη μετακομισθή το μεγαλύτερον μέρος των αμαξών και ό­λα σχεδόν τα φορτηγά, και όταν ωπισθοδρόμουν οι Τούρκοι, ενέπιπτον εις αυτά, και εγίνετο τοσούτος θόρυβος και σύγκρουσις, ώστε ουδ’ οι πολεμούντες δεν εφρόντιζον πλέον περί ενός γενικού σχεδίου υπερασπίσεως, αλλ’ όλοι εστράφησαν εις φυγήν προσπαθούντες ποίος ποίον να προλάβη διά να σωθή ώστε οι Έλληνες ηκολούθουν καταδιώκοντες και φονεύοντες χωρίς αντίστασιν, έως ού ευγήκαν οι Τούρκοι από τα στενά, αφήσαντες εις την εξουσίαν των Ελλήνων όλας τας τροφάς, τα πολεμοφό­δια, τα πυροβόλα και δύο περίπου χιλιάδας φορ­τηγά».

 

Από τους 8.000 Τούρκους σκοτώθηκαν πάνω από το ένα τρίτο, μεταξύ των οποίων και ο Μεμίς πασάς από τον ίδιο τον Γκούρα και ο γιος του Μπεϊράν πασά, ενώ είναι άγνωστος ο αριθμός αυτών που αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν μικρές, περίπου 50 νεκροί και τραυματίες, ενώ τα λάφυρα που αποκόμισαν ήταν άφθονα, ανάμεσα τους και 800 άλογα, 2 κανόνια και 18 σημαίες. Ο Μπεϊράν πασάς αποσύρθηκε πανικόβλητος στη Λαμία και άφησε στο στρατόπεδο του στην Πλατανιά βοδάμαξες, σκηνές και πολεμοφόδια, που πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων.

 

Η μάχη στα Βασιλικά. Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας νικούν τους Τούρκους στη Φοντάνα. Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Η ήττα στα Βασιλικά σήμανε και το τέλος της σταδιοδρομίας του (κατ’ άλλους αυτοκτόνησε και κατ’ άλλους εκτελέστηκε με διαταγή του σουλτάνου). Η μάχη στα Βασιλικά ήταν η σημαντικότερη που δόθηκε στην Ανατολική Στερεά από την έναρξη του Αγώνα. Συνετρίβη μία πολύ ισχυρή επίλεκτη τουρκική δύναμη. Δεν ενώθηκαν οι δυνάμεις του Μπεϊράν πασά με του Ομέρ Βρυώνη, που αποχώρησαν και οι δύο στη Λαμία, και έτσι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Στερεάς οι δυνάμεις των επαναστατών. Απομακρύνθηκε επίσης ο κίνδυνος συντριβής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο και παράλληλα δόθηκε η δυνατότητα στους Έλληνες να απελευθερώσουν την Τρίπολη.

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

 

Βιβλιογραφία


  • Αινιάν Δημήτριος, «Η εις Βασιλικά μάχη», περ. Βιβλιοθήκη του Λαού (1852), σ. 45-50.
  • Μαζαράκης – Αινιάν Ιωάννης, «Χειρόγραφα Γ. Δυοβουνιώτη. Μάχη Βασιλικών – Εκστρατεία Δράμαλη – Μάχες Αράχοβας και Πέτα», περ. Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, τ. 27 (1984), σ. 25 – 42.
  • Φιλήμων Ιωάννης, «Δοκίμιον Ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Ναυπλία, 1834, τ. Δ’, σ. 126 – 134 και 265 – 273.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Καραϊσκάκης – Θάνατος στη μάχη ή δολοφονία από ελληνικό χέρι;


 

Ο θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη καλύπτεται από διαφορετικές αφηγήσεις και φήμες για το τι πραγματικά συνέβη. Φήμες ότι ο θάνατός του προήλθε από φίλια πυρά ή και ότι ήταν προϊόν οργανωμένου σχεδίου. Παρακάτω παρουσιάζουμε μια έρευνα του Άρη Χατζηστεφάνου για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φίλιππου Κουτσάφτη και του ιστορικού Διονύση Τζάκη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής στις 21 Μαρτίου του 2010.

  

Γεώργιος Καραϊσκάκης, έργο του Karl Krazeisen.

[…] Ίσως ήμουν από τους λίγους ανθρώπους που δέχτηκαν με τόση χαρά και κυρίως ανακούφιση μια πρόσκληση στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Παλαιότερα ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι, αν ζητούσα από τον μεγαλύτερο ιατροδικαστή της χώρας ένα «πόρισμα» για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, θα μου έκλεινε το τηλέφωνο. Ποιος τολμάει να ενοχλήσει τον προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών για μια υπόθεση που έκλεισε το 1827;  Ο Φίλιππος Κουτσάφτης, όμως, δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση. Για την ακρίβεια, αντέδρασε λες και περίμενε εδώ και καιρό μια ευκαιρία για να συνδυάσει τις δύο αγαπημένες του ασχολίες, τη μελέτη της Ιστορίας και την ιατροδικαστική.

Για το συγκεκριμένο πόρισμα, βέβαια, δεν απαιτούνταν η παρουσία του στον τόπο του συμβάντος. Το πτώμα είχε μεταφερθεί από την πρώτη στιγμή στη Σαλαμίνα, ενώ οι συνεχείς επιχωματώσεις στο Νέο Φάληρο είχαν αλλάξει οριστικά τη γεωγραφία του εδάφους στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, πριν τον συναντήσω, αποφάσισα να επιθεωρήσω μόνος μου τον «τόπο του εγκλήματος»… Δευτέρα πρωί και βρίσκομαι σταματημένος στο φανάρι έξω από το κτίριο της «Καθημερινής», κοντά στις εκβολές του Κηφισού.

Τον Απρίλιο του 1827 είχαν στρατοπεδεύσει εδώ ισχυρές δυνάμεις του Κιουταχή. Απένα­ντί τους, προς την πλευρά της Καστέλλας, οι άντρες του Καραϊσκάκη ετοιμάζονταν για μία από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Για πρώτη φορά, ύστερα από σειρά αποτυχιών που κορυφώθηκαν με την πτώση του Μεσολογγίου, ο «γιος της καλογριάς» είχε αρχίσει να αντιστρέφει το αρνητικό κλίμα.

Για τη συγκεκριμένη μάχη στο Φάληρο, όμως, είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Πίστευε ότι οι δύο Βρετανοί αξιωματικοί, που είχαν οριστεί αρχηγοί όλων των δυνάμεων της Αττικής – ο Τσωρτς για το στρατό ξηράς και ο Κόχραν για το ναυτικό – τον οδηγούσαν σε βέβαιη σφαγή. Αυτοί ήθελαν ολομέτωπη σύγκρουση τακτικού στρατού, όπως τους είχαν μάθει στις στρατιωτικές ακαδημίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός, όπως εξηγούσε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς, «ήθελε να εφαρμόσει τη δοκιμασμένη παρτιζάνικη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού».

 

Ποιος τράβηξε τη σκανδάλη;

 

Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μάχης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827, μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση.

Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη, αφαιρώντας τη ζωή του Αρβανίτη αρχιστράτηγου; Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυκλοφόρησε έντονη φημολογία πως ο δράστης ήταν Έλληνας. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημήτρης Φωτιάδης, ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς.

Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης»:

 «Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρί­σκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ‘χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κά­τω από τον έλεγχό της. (…) Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολο­φονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

 

Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νι­κόλαο Κασομούλη, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, λίγες ώρες πριν πεθάνει, άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας, είπε στους συναγωνιστές του: « Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκη­ση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π…….. και αυτός».

Παρ’ όλα αυτά, νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσότερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή.

 

Χτυπήθηκε από ψηλά

 

«Βλέπετε, έχουμε και εμείς το μικρό μας CSI», μου είπε γελώντας ο Φίλιππος Κουτσάφτης, καθώς με ξεναγούσε στα εργαστήρια της υπηρεσίας. Στο γραφείο του κοιτάξαμε και πάλι μαζί το κείμενο του Δημήτρη Φωτιάδη για τις συνθήκες θανάτου του Καραϊσκάκη, το οποίο περιλαμβάνει τις περισσότερες λεπτομέρειες και συνηγορεί με αντίστοιχες αφηγήσεις του Κασομούλη. Αφού μου επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να γίνει μόνο μια «ιατροδικαστική προσέγγιση», που θα παρουσιάζει όλες τις πιθανές εκδοχές, ο ιατροδικαστής ανέτρεξε στο κείμενο που είχε ετοιμάσει.

 

Η περιγραφή της δολοφονίας (Κείμενο του λόγιου Δημήτρη Φωτιάδη)

 

«Ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας, περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας. Και να, τρώει ένα βόλι στο βουβώνα από τα πλάγια κι ομπρός, από τ’ αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω. Πέφτει από τ’ άλογο. Τρέχουν οι καβαλάρηδες μας να τον συντρέξουν.

– Δεν είναι τίποτα! Τους φωνάζει και μ’ όση δύναμη τ’ απόμενε ξανακαβαλικεύει. Πισωδρομούνε σιγά και μ’ όλη την τάξη. Μα, σαν έφτασαν εκεί όπου έπειτα στήσανε το μνημείο του, πίσω από το σημερινό σταθμό του ηλεκτρικού σιδεροδρόμου στο Νέο Φάληρο, δεν μπορεί πια να κρατηθεί πάνω από το άλογο και ξεπεζεύει. Του λένε να τον πάνε σηκωτό, μ’ αυτός αρνιέται. Δε θέλει να τρομάξει το ασκέρι πως είναι του θανατά. Αυτός μπροστά κι ολόγυρα του καπεταναίοι, μπουλούξηδες και παλικάρια ξεκινάνε με τα πόδια, όσο που με την απαλάμη του κρατάει τη λαβωματιά του. Αφού ανέβηκαν τον ανήφορο, τονε συμβουλεύουνε να πάγει πάνω στα καράβια, για να ‘χει πιότερη φροντίδα κι ησυχία να τονε δούνε οι γιατροί.

– Ένα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να ‘ρθει κοντά μου. (…) Τούτη τη φορά μονάχα δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των Φράγκων γιατρών, γιατί, όπως θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δεν χτυπήθηκε από τους Τούρκους, μα δολοφονήθηκε και φοβήθηκε μην τον αποτελειώσουν οι γιατροί του Κόχραν και του Τσωρτς».

 

Το «πόρισμα» του ιατροδικαστή (Του Φίλιππου Κουτσάφτη)

 

Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλά ιατροδικαστικά κενά, με κάθε επιφύλαξη μπορούμε να εξαγάγουμε τα εξής συμπεράσματα:

Πρώτον, η πύλη εισόδου του τραύματος είναι η αριστερή βουβωνική χώρα.

Δεύτερον, η βολίδα είχε φορά από μπροστά αριστερά και άνω, προς τα πίσω δεξιά και κάτω. Τρίτον, το θύμα, σαν στόχος, ήταν πολύ δύσκολος εκ των έξω, καθώς περιστοιχιζόταν από συντρόφους του που ήταν και αυτοί πάνω σε άλογα.

Τέταρτον, ο πυροβολισμός πρέπει να έγινε από διαφορετικό ύψος. Στο σημείο αυτό, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: α) Εάν έγινε από μεγάλη απόσταση, τότε ο σκοπευτής πρέπει να ήταν σε κάποιο δέντρο ή σε κάποια μάντρα, θα λέγαμε δηλαδή σήμερα ότι ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, β) εάν έγινε από μικρή απόσταση, πρέπει να τον πυροβόλησε κάποιος από τον περίγυρό του, με την προϋπόθεση κατά τη στιγμή του πυροβολισμού να είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο άλογο. Δηλαδή, δεν πυροβόλησε καθήμενος.

Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε την απόσταση του πυροβολισμού. Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η εκδοχή του αποστρακισμού της σφαίρας σε κάποια επιφάνεια.

Παρουσιάζουμε τρεις εκδοχές, γιατί δεν γνωρίζουμε την απόσταση και την κατάσταση του πυρο­βολισμού και, φυσικά, δεν είδαμε το τραύμα. Μου έκανε, πάντως, ιδιαίτερη εντύπωση αυτό ακριβώς που γραφείο Φωτιάδης, ότι ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο και ήταν «περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας».

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί το εξής: Το γεγονός ότι ανέβηκε και πάλι στο άλογο του, όπως αναφέρεται, συνηγορεί στο ότι το τραύμα δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, άρα, μπορεί να ήταν πράγματι στη βουβωνική χώρα. Σημειώθηκε, δηλαδή, αιμορραγία για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν πεθάνει, οπότε πράγματι ήταν σε θέση να συζητεί ακόμη και να αρνείται να τον δουν ξένοι γιατροί.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, γνωρίζουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος, η πύλη εισόδου του τραύματος και η φορά της βολίδας συνηγορούν στο ότι χτυπήθηκε από υψη­λότερο σημείο – κατά πάσα πιθανότητα ο δράστης ήταν όρθιος επάνω σε άλογο. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης κατάφερε να ιππεύσει και πάλι, ο Κουτσάφτης υποστηρίζει ότι το τραύμα μπορεί πράγματι να ήταν στη βουβωνική χώρα και να μην ήταν άμεσα θανατηφόρο. Εάν δεχτούμε λοιπόν ως ακριβείς τις περιγραφές του Κασομούλη και του Φωτιάδη, η ιατροδικαστική εξέταση αφήνει πολύ μεγάλες πιθανότητες ο Καραϊσκάκης να δολοφονήθηκε πραγματικά από Έλληνες. Τα στοιχεία όμως, όπως θα έλεγαν και οι ήρωες του CSI, δεν μπορούν ακόμη να σταθούν στο δικαστήριο εάν δεν εντοπίσουμε και το κίνητρο της δολοφονίας.

 

Οι πιθανοί δράστες

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.

Έπρεπε για άλλη μία φορά να απευθυνθούμε στους ειδικούς. Και ίσως κανένας δεν έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια τόσο εντατικά με τη ζωή του Καραϊσκάκη όσο ο Διονύ­σης Τζάκης, ιστορικός και συγγραφέας του Λευκώματος με τίτλο «Γεώργιος Καραϊσκάκης».

Η λίστα των πιθανών «υπόπτων» που μου παρέθεσε ο Έλληνας καθηγητής, των ανθρώπων δηλαδή που «ευχήθηκαν και ίσως επιδίωξαν το θάνατο του Καραϊσκάκη στη διάρκεια της επανάστασης», είναι ιδιαίτερα μεγάλη: « Αγραφιώτες που δεν τον ήθελαν στρατιωτικό αρχηγό στην επαρχία τους, ανταγωνιστές στρατιωτικοί και πολιτικοί που αντιπαρατέθηκαν σκληρά μαζί του, ιδίως το 1822 – 1824. Επίσης, αρκετοί επιθυμούσαν να απομακρυνθεί από την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1826 – 1827. Επειδή διαφωνούσαν με τα πολεμικά του σχέδια, με τον τρόπο που διοικούσε, με τις προτεραιότητες που έθετε, επειδή θεωρούσαν άλλον καταλληλότερο ή έτρεφαν προσωπικές φιλοδοξίες ».

Παρ’ όλα αυτά, ο Διονύ­σης Τζάκης απεκδύεται πεισματικά το ρόλο του ιστορικού-αστυνόμου. «Ο ιστορικός», μας λέει, «δεν είναι αστυνομικός ή ανακριτής να διερευνά υποθέσεις αναζητώντας «κίνητρα» και πιθανούς «ενόχους». Δεν αξιολογεί γεγονότα ή πρόσωπα για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, για όσα θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είχαν κάνει ή να είχαν αποφύγει, και μάλιστα με κριτήριο τις δικές του μεταγενέστερες ιδέες και αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εθνικά, ηθικά, δικονομικά ».

Κάθε προσπάθεια λοιπόν για την ανεύρεση της αλήθειας θα σκοντάφτει σε ανυπέρβλητα εμπόδια εάν δεν λαμβάνει υπόψη τον ιστορικό χωροχρόνο των γεγονότων. Ούτως η άλλως, μας λέει ο Διονύ­σης Τζάκης, «όπως όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις, έτσι και η ελληνική συνυφαίνεται με πολιτικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις, καθώς οι Έλληνες πολεμούσαν για να απαλλαγούν από τους Οθωμανούς και, συγχρόνως, δημιουργούσαν μια πρωτόγνωρη (και ριζικά διαφορετική από την οθωμανική) μορφή πολιτικής οργάνωσης, το εθνικό κράτος».

Ακόμη όμως και «οι φήμες ότι δολοφονήθηκε», επισημαίνει ο Έλληνας ιστορικός, «μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής, αλλά και τους τρόπους πρόσληψης του θανάτου του από τους σύγχρονους του. Μάλιστα, οι εν λόγω φήμες προικίζουν το μύθο του ήρωα Καραϊσκάκη με ένα οικουμενικό μοτίβο, όπου ο ήρωας δεν είναι δυνατόν να καταβληθεί και να πεθάνει, παρά μόνο ως αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας, συνωμοσίας κ.λπ.».

Ίσως, τελικά, το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα με βεβαιότητα είναι ότι οι επιπτώσεις από την αναγγελία του θανάτου του και η στρατιωτική πανωλεθρία στη μάχη του Φαλήρου είναι δραματικές σε όλα τα μέτωπα. «Την ψυχολογική αυτή στιγμή, που τα πάντα έδειχναν να καταρρέουν μέσα σε ένα κλίμα τρόμου», θα γράψει ο Τάσος Βουρνάς, «θέλησε να εκμεταλλευτεί ο Ιμπραήμ για να προσεταιριστεί τους καπεταναίους της Ρούμε­λης». Και του Μοριά.

Με πρώτο τον Δημήτρη Νενέκο, αρκετοί οπλαρχηγοί συνθηκολογούν – προχωρούν σε αυτό που θα μείνει στη λαϊκή συνείδηση ως «προσκύνημα». Θα χρειαστεί να ακουστεί βροντερή η φωνή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να σταματήσει η ολοκληρωτική συνθηκολόγηση και να σωθεί τελικά η επανάσταση: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

 

Ο Καραϊσκάκης και το spread δανεισμού

 

Ένα από τα σενάρια που επανέρχονται πεισματικά στην επιφάνεια σχετικά με το θάνατο του Καραϊσκάκη, αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξε το Λονδίνο στα τελευταία χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Ακόμη και ιστορικοί που απορρίπτουν κατηγορηματικά τις εικασίες του Φωτιάδη για σχέδιο δολοφονίας του Έλληνα ήρωα από τους Κόχραν και Τσωρτς, συμφωνούν ότι η στρατηγική που του πρότειναν στη μάχη του Φαλήρου ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Γιατί όμως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε οριστεί αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας με τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και ορκισμένων εχθρών του όπως ο Ζαΐμης, υποτάχθηκε στις εντολές των Βρετανών; Στο βιβλίο του «Ο θάνατος του Καραϊ­σκάκη», ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις υποτέλειας που είχαν δημιουργήσει στην επαναστατημένη Ελλάδα τα δύο δάνεια που της υποσχέθηκε το Λονδίνο. «Το πρώτο δάνειο», όπως σημείωνε και ο μεγάλος ερευνητής Κυ­ριάκος Σιμόπουλος, «τοκογλυφικό και ανήθικο ως συμφωνία, κατασπαταλήθηκε στον εμ­φύλιο. (…) Το δεύτερο χάθηκε στις κερδοσκοπικές παραγγελίες φρεγατών που δεν έφθα­σαν ποτέ στην Ελλάδα».

Ξένα δάνεια, περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, κερδοσκοπία και… φρεγάτες. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από δημοσιεύματα εφημερίδων των τελευταίων ημερών και όχι από ιστορικά κείμενα για το μακρινό 1821. Κι όμως, οι περισσότεροι ιστορικοί και ακαδημαϊκοί, με τους οποίους μιλήσαμε όλες αυτές τις εβδομάδες, μας προειδοποίησαν να μην καταφύγουμε σε εύκολους και απλοϊκούς παραλληλισμούς. «Κάποιοι είναι έτοιμοι να συνδέσουν το ’21 και το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων με το spread δανεισμού και τη Γερμανία», μου είπε γνωστός ακαδημαϊκός, που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του. Ίσως γιατί, όπως μας εξήγησε και ο Διονύσης Τζάκης, «τα γεγονότα οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε μέσα στη δική τους ιστορική συνάφεια».

 

Πηγή


  • Καθημερινή, Περιοδικό «Κ», τεύχος 355, 21 Μαρτίου 2010.

 

Read Full Post »

Κατσικογιάννης Χρήστος (;- περ. 1890)


 

Στρατιωτικός. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε. Ήταν γιος του στρατηγού Ευστάθιου Κατσικογιάννη* ή Κατσικοστάθη. Ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, έγινε κι αυτός αξιωματικός του στρατού. Το 1862, έλαβε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση ως ένας εκ των σωματαρχών της φρουράς του Ναυπλίου και συνυπέγραψε επιστολή των επαναστατών προς τις Μεγάλες Δυνάμεις με την οποία ήθελαν οι επαναστάτες να εξηγήσουν τα αίτια και τους σκοπούς της Επανάστασης.

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

Μετά την κάθοδο των βασιλικών στρατευμάτων με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν, ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ως στρατοπεδάρχης της Άρειας Ναυπλίου, αντιστάθηκε σθεναρά. Στις 8 Φεβρουαρίου – μετά την νίκη των επαναστατών- εξέδωσε ημερησία διαταγή με την οποία συγχαίρει τους στρατιώτες του αλλά και θρηνεί για το αδελφικό αίμα που χύθηκε κατά την φονική μάχη.

Την 1η Μαρτίου 1862, το Ναύπλιο βρίσκεται σε οικτρή θέση. Έχει ήδη αρχίσει η πολιορκία της πόλης και των φρουρίων του Ναυπλίου. Ο Αρχηγός Αρτέμης Μίχου συγκαλεί συμβούλιο και ζητά την γνώμη του, αφού πρώτα διαβάζει το τελεσίγραφο του Χαν με το οποίο τους καλεί « όπως εντός 24 ωρών δηλώση, αν η φρουρά και οι πολίται υποτάσσονται άνευ ουδεμιάς συνθηκολογήσεως», και καταθέτει την προσωπική του γνώμη. «…πάσαν περαιτέρω ενέργειαν θεωρώ ματαίαν και ότι άνευ ελπίδος προς ευόδωσιν του σκοπού της επαναστάσεως είναι αμάρτημα να επιμένωμεν εις περαιτέρω δεινά και χύσιν αδελφικού αίματος και προτείνω να ζητηθή γενική αμνηστία».

Τη γνώμη του Αρχηγού ασπάστηκαν όλοι οι παρόντες, εκτός από τον Δ. Γρίβα, τον Θρ. Μάνο, τον Ν. Σμόλεντς, τον Χρ. Γρίβα, τον Αλ. Πραΐδη, τον Γ. Πετιμεζά και βεβαίως τον Χρήστο Κατσικογιάννη. Θεώρησαν ότι είναι νωρίς ακόμη να καταλήξουν σε τέτοια απόφαση και, επειδή δεν μπόρεσαν να πείσουν τους άλλους, αποχώρησαν από το συμβούλιο αγανακτισμένοι.

Ο Όθωνας υπέγραψε μερική αμνηστία στις 8 Μαρτίου 1862. Απ’ αυτήν εξαιρούντο 19 στρατιωτικοί και πολιτικοί μεταξύ των οποίων και ο Χρήστος κατσικογιάννης.

Στις 6 Απριλίου, συνυπέγραψε την απόφαση της εθελουσίας εξορίας, η οποία κατέληγε:«Αποφαινόμεθα: Υποβάλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει ». Στις 10 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, μετά την θεία λειτουργία, οι εξαιρεθέντες από την αμνηστία, επιβιβάστηκαν στα δύο ξένα πλοία που είχαν σταλεί γι’ αυτόν τον σκοπό και ακολούθησαν τον δρόμο της εξορίας. 

Ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ο Αντωνόπουλος, ο Στέλβαχ, ο Μπότσαρης, ο Τριτάκης, ο Γραμματικόπουλος, ο Μάνος, ο Πραΐδης και ο Γρίβας επιβιβάστηκαν στο Αγγλικό πλοίο « Κάστωρ». Τούτο προκύπτει από ευχαριστήρια επιστολή των πιο πάνω προς τον πλοίαρχο. (Ε.Λ.Ι.Α. Αρχείο Οικογένειας Κατσικογιάννη, Φάκελος 1, υποφάκελος 1.3. έγγραφα:45-59).

Μετά την έξωση του Όθωνα έλαβε μέρος στην Β’ Εθνοσυνέλευση και διορίστηκε από αυτήν, ως πληρεξούσιος στην επιτροπή για τη μελέτη του ορθού αριθμού του στρατού. Αναμίχτηκε στα πολιτικά πράγματα της περιόδου και τιμήθηκε με πολλά μετάλλια. Το 1865 ο Χρήστος Κατσικογιάννης διετέλεσε Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας.

 

Υποσημείωση


* Κατσικογιάννης Ευστάθιος (1793-1836). Ο Ευστάθιος Κατσικογιάννης ή Κατσικοστάθης υπήρξε πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου τον οποίο ακολούθησε μαζί με τα αδέλφια του στις αρχές του αγώνα. Πολέμησε στο πλευρό του στη Γραβιά, στα Βασιλικά, στην Άμφισσα και συμμετείχε σε μάχες στην Εύβοια, στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Κατά την Επανάσταση συντηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα. Προήχθη σε στρατηγό το 1822 και χιλίαρχο το 1828. Μετά την Επανάσταση εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1835 ήταν αντισυνταγματάρχης και έφτασε στο βαθμό του συνταγματάρχη. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1836 φέρων τον βαθμό του Συνταγματάρχη στην Εθνοφυλακή της Βασιλικής Φάλαγγας.

 

Πηγές


  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

Πραΐδης Αλέξανδρος (1834 – 12/10/1866)


 

Αλέξανδρος Πραΐδης

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1834 στη Σύρο*. Ήταν γιος του Μακεδόνα στην καταγωγή Γεωργίου Πραΐδη, αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Το καλοκαίρι του 1852 τελείωσε – μεταξύ των αρίστων μαθητών της τάξης του – το «Γυμνάσιο των Αθηνών». Η αγάπη του για το στρατό και η επιθυμία του να γίνει αξιωματικός ήταν τόση ώστε παρά τις δυσκολίες και τις συνεχείς αιτήσεις του πατέρα του το 1852 και 1853 προς τον υπουργό των Στρατιωτικών για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων, αποδεχόμενος να καταβάλλει το ½ των διδάκτρων, δεν τον απέτρεψαν από το στόχο του. Τελικά, με το από 12 Ιανουαρίου του 1854 βασιλικό διάταγμα του Όθωνα «κατατάσσεται εις την Στρατιωτικήν Σχολήν Ευελπίδων ».

Στις 10 Νοεμβρίου του 1857, μετά τετραετή φοίτηση, εξήλθε πρώτος με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή Μηχανικού και τοποθετήθηκε σε μια από τις 10 Στρατιωτικές Διευθύνσεις Μηχανικού που λειτουργούσαν στις πρωτεύουσες των νομών και ασχολούνταν με δημόσια και στρατιωτικά έργα. Στις 10 Αυγούστου 1859 μετατάχθηκε στο πυροβολικό και τοποθετήθηκε στη μοναδική τότε Μοίρα Πυροβολικού. Τον Δεκέμβριο του 1859 έγινε Ανθυπολοχαγός και στις 10 Σεπτεμβρίου 1860 διορίστηκε ως καθηγητής της τοπογραφίας και των καταμετρήσεων, στην Σχολή Ευελπίδων.

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1861 πήρε φύλλο πορείας για το Ναύπλιο και ανέλαβε  Υπασπιστής του Οπλοστασίου. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση από την φρουρά της πόλης και η οποία κατέληξε σε αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των βασιλικών στρατευμάτων του στρατηγού Χαν και των επαναστατών πολιτικών και στρατιωτικών, με σκοπό την «κατάπτωσιν του ισχύοντος κυβερνητικού συστήματος».

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, εμφορούμενος από αντιδυναστικές ιδέες και υπηρετώντας στο Οπλοστάσιο, υπήρξε πρωτεργάτης της αντιοθωνικής κίνησης και στενός συνεργάτης του αρχηγού της επανάστασης Αρτέμη Μίχου. Έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες και τραυματίστηκε δυο φορές.

«Στην πολιορκία του Μύλου Ταμπακόπουλου από τα βασιλικά στρατεύματα, οι υπερασπιστές του εξακολουθούν να αμύνονται και μετά την απώλεια της Άρειας. Ύστερα όμως από τον τραυματισμό του διοικητή τους Αλέξανδρου Πραΐδη και μπροστά στον κίνδυνο να περικυκλωθούν, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη θέση. Υποχωρώντας τακτικά προς το Ναύπλιο προσβάλλονται από νέα τμήματα κυβερνητικών. Μερικοί από αυτούς αιχμαλωτίζονται. Οι περισσότεροι, φέρνοντας στα χέρια τον τραυματισμένο Πραΐδη, ρίχνονται στη θάλασσα και κατορθώνουν να φτάσουν το μεσημέρι στην πόλη, ενώ οι βασιλικοί πυρπολούν τον Μύλο». ( Αναστ. Γούναρης. Η Ναυπλιακή Επανάσταση/ 1 Φεβρουαρίου-8 Απριλίου 1862)

Αλέξανδρος Πραΐδης

Μετά την επικράτηση των Οθωνικών, κάποιοι εκ των επαναστατών πήραν αμνηστία, όχι όμως και ο Πραΐδης, ο οποίος επέλεξε τον δρόμο της αυτοεξορίας, μαζί με άλλους πρωτεργάτες της επανάστασης που κι αυτοί είχαν εξαιρεθεί. Στις 8 Απριλίου 1862, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, επιβιβάστηκε  σε ένα από τα δύο ξένα πλοία – που είχαν σταλεί γι’ αυτό τον σκοπό – και έφτασε στην Σμύρνη, όπου και παρέμεινε μέχρι την έξωση του Όθωνα, την 12η του Οκτώβρη 1962. Λίγες μέρες αργότερα επαναπατρίστηκε και επανήλθε στο στράτευμα. Με διαταγή του Υπουργού των Στρατιωτικών, τοποθετήθηκε Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού. Αργότερα διετέλεσε διοικητής της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγος» μέχρι τη διάλυσή της το 1864.

Στις 14 Ιουνίου 1866 ανέλαβε καθήκοντα Υπασπιστή του Υπουργού Στρατιωτικών. Μετά όμως από μικρό διάστημα, στις 21 Αυγούστου,  ξέσπασε η Κρητική επανάσταση από τον Κρητικό λαό που ποτέ δεν είχε αποδεχτεί την υποδούλωση και την κατοχή του νησιού από τους Βενετούς και τους Τούρκους και κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα.

Ο Πραΐδης, πάντα δραστήριος και αγωνιστής, έμαθε ότι ο αδελφός του Υπουργού Στρατιωτικών, ταγματάρχης του Γενικού επιτελείου Ιωάννης Ζυμβρακάκης ετοιμαζόταν να κατέβει στην Κρήτη για να λάβει μέρος στον αγώνα, ζήτησε από τον Υπουργό Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη την άδεια να ενταχθεί κι αυτός στο Σώμα εθελοντών του αδελφού του. Ο Υπουργός έκανε αποδεκτό το αίτημά του. Το εθελοντικό Σώμα, αποτελούμενο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και φοιτητές, αναχώρησε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1866 με το ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και με Κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη και έφτασε στην περιοχή των Σφακίων το πρωί της 1ης Οκτωβρίου.

Στις δυτικές επαρχίες της Κρήτης που είχαν επαναστατήσει, ο γενικός αρχηγός των Τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων Μουσταφά πασάς, επικεφαλής 45.000 ανδρών, είχε αρχίσει τις επιχειρήσεις κατά του Σελίνου, των χωριών της Κυδωνίας και της επαρχίας Αποκορώνου. Έκαψε και λεηλάτησε 90 περίπου χωριά. Ο Ταγματάρχης Ζυμβρακάκης, που βρισκόταν στο Λουτρό Σφακίων, μόλις έμαθε ότι ο Μουσταφά πασάς μπήκε στην επαρχία Αποκορώνου, μετακινήθηκε αμέσως με το Σώμα των εθελοντών του για να συναντήσει τα Κρητικά Σώματα, στο Βαφέ, όπου το βράδυ της 3ης Οκτωβρίου βρήκε 280 άνδρες με 4 αρχηγούς.

Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Μουσταφά πασάς, μετά την κατάληψη του χωριού Βάμος και της Μονής καρύδι, άρχισε να προελαύνει κατά των εθελοντών, οι οποίοι κατείχαν τις μεταξύ Μποσνέρου και Αλικάμπου θέσεις. Η υπεροχή του εχθρού ήταν συντριπτική. Σε σύσκεψη που έγινε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, οι μεν εθελοντές του Ζυμβρακάκη επέμεναν να δοθεί η μάχη μέχρις εσχάτων στο Βαφέ, οι δε Κρητικοί καπετάνιοι πρότειναν να αποσυρθούν όλοι και να αμυνθούν στα νότια υψώματα του Βαφέ.

Αν και η γνώμη των Κρητών ήταν ορθή, επικράτησε η γνώμη των πρώτων, με την οποία συμφώνησε και ο Ζυμβρακάκης και τα τμήματα κατέλαβαν τις θέσεις τους, χωρίς να κρατήσουν εφεδρείες, λόγω του μικρού αριθμού των μαχητών.

Όταν τα στρατεύματα του Μουσταφά πασά έφτασαν, επακολούθησε μια άγρια φονική μάχη, η οποία κατέληξε σε νίκη των Τουρκοαιγυπτίων. Ο Υπολοχαγός Πραΐδης, επικεφαλής ενός τμήματος εθελοντών, υπερασπιζόταν τους αριστερά από το Βαφέ λοφίσκους μαζί με απόσπασμα Κρητικών υπό τον οπλαρχηγό Κριάρη. Μαχόμενος γενναία αφού απέκρουσε έξι αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις και μη δεχόμενος να υποχωρήσει, έπεσε ηρωικά. Μαζί του σκοτώθηκαν άλλοι 16 εθελοντές. Κανείς δεν γνωρίζει πού, πότε και από ποιους θάφτηκε.

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, ο παρά πάντων αγαπώμενος και θαυμαζόμενος νέος, με το παράδειγμά του, έδειξε ότι είναι υπέρτατη τιμή να πεθαίνεις για την Πατρίδα.

 

 Υποσημείωση


* Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών (Πανδέκτης) αναφέρει  ότι γεννήθηκε στην Αθήνα ενώ, το Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού του 1868, στο Ναύπλιο.

  

Πηγές


  • Νικόλαος Φωτιάδης Αντιστράτηγος ε.α., «Ο θάνατος του Μακεδόνα Υπολοχαγού Αλέξανδρου Πραΐδης κατά την μάχη στο Βαφέ Κρήτης», περιοδικό «Τολμών», Τριμηνιαία έκδοση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ειδικών Δυνάμεων, τεύχος 8, 2003.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »