Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Μιαούλης Αθανάσιος (1815- 1867)


 

Αθανάσιος Μιαούλης

Αθανάσιος Μιαούλης: Στρατιωτικός και πολιτικός. Ήταν πέμπτος γιος του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη (1815-1867). Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1815 και ως υπότροφος του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου. Υπηρέτησε στο αγγλικό ναυτικό, μετά στο ελληνικό και αργότερα διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα. Εισήρθε στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας το Σεπτέμβριο του 1855.

Στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη, ανέλαβε το υπουργείο των Ναυτικών το 1855. Μετά την παραίτηση του Βούλγαρη ανέλαβε ως πρωθυπουργός. Ήταν αφοσιωμένος στο θρόνο αλλά επί της πρωθυπουργίας του (13 Νοεμβρίου 1857 – 26 Μαΐου 1862), άρχισαν να πυκνώνουν οι λαϊκές εκδηλώσεις κατά του Όθωνα, των οποίων αποκορύφωμα υπήρξε η Ναυπλιακή επανάσταση.

Κατέστειλε μεν την επανάσταση αλλά αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του και παρέδωσε την εξουσία στον τελευταίο πρωθυπουργό του Όθωνα, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Έκτοτε δεν διαδραμάτισε κανένα πολιτικό ρόλο. Με την εκθρόνιση του Όθωνα αναγκάστηκε να εκπατρισθεί και επανήλθε μετά την άνοδο του Γεωργίου Α΄ στον Ελληνικό θρόνο.  Πέθανε το 1867 στο Παρίσι.

 

Πηγή


  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κορωναίος Ν. Πάνος  (1809-1899)


 

Πάνος Κορωναίος

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1808 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς κυθηραϊκής καταγωγής.  Η αδελφή του Κλεοπάτρα, η οποία παντρεύτηκε τον Κυθήριο ριζοσπάστη βουλευτή (Κοινοβούλιο Ιονίου Πολιτείας) Δημήτριο Ραπτάκη ήταν η γιαγιά του μουσικού Κλέωνος Τριανταφύλλου γνωστού ως Αττίκ. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία και σε ηλικία 17 περίπου χρονών κατατάχθηκε εθε­λοντικά στον τακτικό στρατό υπό τον Φαβιέρο στο Ναύπλιο και πήρε μέρος σε διάφορες μάχες και στην άτυχη απόπειρα του τελευταίου να καταλάβει τη Χίο (1827). To επόμενο έτος τέθηκε υπό τις διαταγές ενός άλλου Γάλλου αξιωματικού, του στρατηγού Μαιζόν. Οι Αγγλογάλλοι, μετά το πρωτόκολλο του Λονδίνου (Ιούλιος, 1828), που διασφάλιζε διεθνώς την ελληνική ανεξαρτησία, έστειλαν ένα γαλλικό στρατιωτικό σώμα υπό τον στρατηγό Μαιζόν για να εκδιώξει τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ.

 

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

 

Ο Κορωναίος, έχοντας αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία καθώς και πολλά τραύματα από τις μάχες, εισήλθε ως υπότροφος στη νεοϊδρυθείσα Σχολή Ευελπίδων με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1831 ήταν μόλις 23 ετών όταν αποφοίτησε ανάμεσα στους οκτώ πρώτους της σχολής, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Την 1η Δεκεμβρίου 1833 προήχθη σε υπολοχαγό και τοποθετήθηκε Υπασπιστής του Πυροβολικού Σώματος. Το 1837 έγινε λοχαγός και τοποθετήθηκε στο Ναύπλιο. Στην επανάσταση του 1843 τάχθηκε υπέρ των συνταγματικών ελευθεριών της Ελλάδας. Σύντομα εναντιώθηκε στο καθεστώς του Όθωνα και ετέθη από το Βασιλιά σε αργία δια απολύσεως από το 1853 έως το 1859. Έφυγε στο Παρίσι και ασχολήθηκε με στρατιωτικές μελέτες.

Πάνος Κορωναίος, Ξυλογραφία, 1899.

Το 1854 κατατάχθηκε στα ρωσικά στρατεύματα και ορίστηκε αρχηγός του εθελοντικού σώματος Επτανησίων Ελλήνων. Συμμετείχε στον πόλεμο της Κριμαίας 1853 – 1856 με τους Ρώσους ενάντια στους Τούρκους. Με τη μαχητικότητά του και τις επιδόσεις του στην ιστορική διάβαση του Δουνάβεως και άλλες νικηφόρες μάχες του απονεμήθηκε παράσημο από τη Ρωσία. Το 1860 πολέμησε με το γαλλικό στρατό στην εκστρατεία της Συρίας. Παρασημοφορήθηκε επίσης από τη γαλλική κυβέρνηση με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.

Υπήρξε οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης το Φεβρουάριου του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα (Ο­κτώβριος του ίδιου χρόνου). Στους μήνες της Μεσοβασιλείας (1862 – 63) αναδείχτηκε ηγετικό στέλεχος της παράταξης των Ορεινών (του Κωνσταντίνου Κανάρη) και – ως υπουργός Στρατιωτικών – αντιμετώπισε τις εμ­φύλιες συγκρούσεις του Ιουνίου 1863 («Ιουνιανά»).

Πάνος Κορωναίος, Ποικίλη Στοά, 1899.

Μετά την άνοδο του Γεωργίου Α’ στο θρόνο (Οκτώβριος 1863), ο Κορω­ναίος ανέλαβε διάφορα ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα και το 1866 συμμετέσχε στην εξέγερση της Κρήτης. Κατά την περίοδο που ακολούθησε αναδείχτηκε σε σημαίνου­σα πολιτική φυσιογνωμία της χώρας (το 1868 εξελέγη βουλευτής Αττικής, το 1875, 1879 και 1885 βουλευτής Κυθήρων), ασκώντας παράλληλα και τα στρα­τιωτικά του καθήκοντα. Αποστρα­τεύτηκε το 1880 με το βαθμό του αντιστράτηγου του πυροβολικού και κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του πρωταγωνίστησε στην ίδρυση και δραστηριοποίηση πατριωτικών σωματείων και οργανώσεων. Έχει συγγράψει στρατιωτικές με­λέτες, καθώς και το Έλεγχος των δημοσιευθέντων εντός και εκτός της Ελλάδος εγγράφων περί των συμβάντων του Ιουνίου (1863). Πέθανε στις 17 Νοέμβρη του 1899 στην Αθήνα.

  

Πηγές


  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, τομ. 5, 1986.
  • Βαγγέλης Γεωργίου, «Ο Εμφύλιος πόλεμος του 1863»,  Ιστορία εικονογραφημένη, Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, τεύχος 493, Ιούλιος 2009.
  • Τρύφων Ευαγγελίδης, «Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)», Αθήνα 1893.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εχθρικές ενέργειες των Άγγλων εναντίον του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των Αθηνών και της Κέρκυρας υπάρ­χουν πλήθος εγγράφων για τις συνωμοτικές ενέργειες του Άγγλου και του Γάλλου αντιπρέσβεων εναντίον του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδί­στρια και των πολλών άλλων ξένων προξένων, αξιωματικών και ναυάρ­χων και δύο αυτών χωρών, οι οποίοι υποκινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες αρχηγούς να στασιάσουν εναντίον του Κυβερνήτου.

1. Από το μεγάλο αυτό αριθμό των εγγράφων – πηγών που αποδει­κνύουν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο την ενοχή των δύο αυτών ξέ­νων δυνάμεων, τόσο στα στασιαστικά κινήματα και τις ανταρσίες των Ελλήνων όσο και στην τραγική τελευταία πράξη της δολοφονίας του Καποδίστρια, αναφέρω στην παρούσα ανακοίνωσή μου μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα και πληροφορίες από τις αδιάψευστες αυ­τές ιστορικές πηγές που αφορούν αποκλειστικά στις ενέργειες των Άγγλων, για τους οποίους οι πάντες έγραφαν -κυρίως οι νεώτεροι- ότι δεν υπάρχουν στοιχεία αποδεικτικά. Καταβάλλεται δε προσπά­θεια να φανερώσουν τη χρονολογική εξέλιξη.

Μία από τις παλαιότερες ειδήσεις για την στάση των ξένων εκπρο­σώπων -κυρίως της Γαλλίας και Αγγλίας- που είχαν καταφθάσει στον Πόρο τον Ιούνιο του 1828 για την περιβόητη συνδιάσκεψη του Πόρου, είναι οι συζητήσεις που θα είχαν με τον Κυβερνήτη και τους άλλους Έλληνες αρμοδίους για το θέμα της διαμορφώσεως των συνόρων του ελληνικού κράτους.

Ο Γάλλος συνταγματάρχης Theophile Feburier, σε έκθεσή του, στις 28 Αυγούστου 1828, προς τον Γάλλο κόμη Rayneval, που αντικαθι­στούσε προσωρινά τον επίσημο αντιπρόσωπο της Γαλλίας στον Πόρο de la Ferronays, του έκανε σαφή λόγο για την αντίδραση που οργανωνόταν στα σκοτεινά από τους Άγγλους και Γάλλους εκπροσώπους εναντίον του Καποδίστρια. Ο Γάλλος στρατηγός την προηγούμενη ημέρα μάλιστα είχε δεχθεί την επίσκεψη δύο μελών της οικογενείας Μαυρομιχάλη, οι οποίοι καταφέρθηκαν με πάθος εναντίον του Κυβερνήτη και έθεσαν τους εαυτούς τους στη διάθεση των Γάλλων και Άγγλων για κάθε τους αντικυβερνητική ενέργεια[1].

Ακόμη πιο σαφής και κατηγορηματικός για την στάση των Άγγλων εκπροσώπων στην συνδιάσκεψη του Πόρου εναντίον του Καποδί­στρια είναι ο Ρώσος εκπρόσωπος, ο διπλωμάτης J. Ribeaupierre, που ήταν παρών και αυτόπτης μάρτυς όλων αυτών των μακρών συζητήσεων και αντιδράσεων, που κράτησαν έξι ολόκληρους μήνες. Γράφει στα Ιστορικά Απομνημονεύματά του[2]:

 «Η εποχή εκείνη υπήρξε λίαν κοπιώδης εις εμέ. Η Αγγλία απηρνείτο το ίδιον αυτής δημιούργημα, ο δε Canning επισταμένως προσεπάθει να ελαττώσει τα όρια των συνό­ρων της δυστήνου Ελλάδος, ίνα μη δυνηθεί και αναπτύξει τας θαλασσί­ους αυτής δυνάμεις. Εζήτει πάσαν πρόφασιν να εγείρει εις τον κόμητα Καποδίστριαν προσκόμματα, να εξεγείρει τους εχθρούς της τάξεως και παρείχε εις τον Κυβερνήτην πάσαν δυσχέρειαν. Έχω δε πλήρη πεποίθησιν ότι η χειρ η οποία εφόνευσε τον Καποδίστριαν εξοπλίσθη πα­ρά πράκτορος της απεχθούς Αγγλίας!…».

2. Στον Πύργο της Ηλείας η Αγγλία είχε τοποθετήσει ως αντιπρόξενό της τον Αναστάσιο Πασχουάλη, όπως αναφέρεται στα έγγραφα, τα εξαιρετικώς πολλά, που σχετίζονται με την κατασκοπευτική του δρά­ση και τις σκοτεινές ενέργειές του. Σε έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας προς τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Κυβερνήσεως, της 17 Ιουλίου 1829, από το Άργος [3], αναφέρεται ότι ο κατά την Ελλάδα έκτακτος Επίτροπος κατήγγελε «στασιώδεις τινάς πράξεις», που γίνονταν στον Πύργο της Ηλείας. Και βεβαίωνε ότι «οι πρωταίτιοι αυτών των πράξεων συγκρο­τούσαν νυκτερινός και μυστικός συνελεύσεις εις του Αναστασίου Πασχουάλη, Αγγλικού Αντιπροξένου την οικίαν, ήτις είναι εν γένει το καταφύγιον όλων, όσους καταδιώκει δι’ ατοπήματα η επιτόπιος αρ­χή». Δεν εκρίθη όμως αυτό να τον συλλάβουν πριν από την ενημέρωση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins. Το υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε στον επί των Εξωτερικών Γραμματέα να επισημάνει στον Άγγλο αντι­πρέσβη, ότι αν όντως ήταν υπάλληλός του «να τον σωφρονίσει μόνος του, ειδεμή να ειδοποιήσει περί του εναντίου την Κυβέρνησιν, ήτις τό­τε θέλει λάβει η ιδία περί αυτού τα ανήκοντα μέτρα».

Από την μέχρι τώρα έρευνά μου δεν μπόρεσα να εύρω πληροφορίες για την απάντηση ή τις ενέργειες του Dawkins. Το πιθανότερο είναι ότι δεν προέβη σε καμιά αποφασιστική ενέργεια. Στις 6 Δεκεμβρίου 1829 ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιωάννης Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς την κυβέρνηση [4] ανέφερε ότι στην οικία του «αγγλι­κού προξένου» στον Πύργο, συνεχίζονταν οι συγκεντρώσεις των «κα­κοβούλων» και ανέφερε και τα ονόματα των Ελλήνων, που συμμετεί­χαν: «Λυκούργος Κρεστενίτης, Παπαγεωργίου, Γαλάνης, Παπασχοινάς, Α. Αχόλου, Α. Ξυλάρης, Αναγνώστης Τσιτσίκας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Σλαϊδής, και Α. Παπασταθόπουλος».

Τόμας Γκόρντον, έργο του Καρλ Κρατσάιζεν , Πόρος, 13 Απριλίου 1827.

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Ν. Καλλέργης, σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, από το Ναύπλιο, στις 2 Νοεμβρίου 1828, ανέφερε μια απίθανη και εξαιρετικά σημαντική πληροφορία για τον Άγγλο αντιπρέσβη Dawkins, ενδεικτική για την μετέπειτα αντικαποδιστριακή στάση του [5]: «Έφθασε ενταύθα (στο Ναύπλιο) εκ Ζακύνθου, προ της εχθές το εσπέρας επί του πλοίου του συνταγμα­τάρχου Κυρίου Θωμά Γόρδων, ο Κύριος Dawkins, Άγγλος, και σήμε­ρον προς το εσπέρας ή αύριον το πρωΐ εκκινεί δια ξηράς εις αντάμωσιν της Κυβερνήσεως. Μολονότι η ευγένειά του δεν εκοινοποίησε τί­ποτε, ούτε δια τον ερχομόν του, ούτε δια τον βαθμόν του υποκειμένου του, φημίζεται όμως ότι είναι πρέσβης απεσταλμένος προς την ελληνικήν Κυβέρνησιν…». Ο Καλλέργης τον επισκέφθηκε στην οικία του Γόρδων όπου έμενε και του πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Για την συνεχή συνεργασία του Άγγλου αντιπροξένου Παχουάλη ή Πασχουαλίνου, όπως αναφέρεται, με τον Λυκούργο Κρεστενίτη υπάρχουν αρκετές επώνυμες καταθέσεις, όταν άρχισαν σχετικές ανα­κρίσεις. Σε κατάθεση ενός μάρτυρα με δυσανάγνωστη υπογραφή, από την Αγουλινίτσα του Πύργου, της 29 Νοεμβρίου 1829 [6], αναφέρεται ότι ο Κρεστενίτης πληρωνόταν από τους «Ιγγλέζους» προκειμένου να «βγαίνει στο παζάρι και να λέγει, ότι οι Ιγγλέζοι είναι έθνος καλό και υπερασπίζονται τους φτωχούς Έλληνας και θα είδομεν το καλόν από αυτούς. Και λείποντες αυτοί είμεθα χαμένοι…».

Είχαν οργανώσει στον Πύργο και μυστική Εταιρεία. Και όταν ο μάρτυς, προσποιούμενος ζήτησε να γίνει «μέλος του φρονήματός της» του είπαν ότι ο Κρεστενίτης «μας είπεν ότι να παστρεύομεν τα τουφέκια μας και το περισσότερον τας μπιστόλες, διότι αυτές θα δουλεύουν καλιότερα διότι ο Καποδίστριας το παραχάλασε και εις ολίγας ημέρας έρχεται πρίγκυψ Ιγγλέζος, ο οποίος είναι και συγγενής του βασιλέως και είναι και πλούσιος άνθρωπος. Ο οποίος εις δέκα ημέρες έρχεται και ο Καποδίστριας πάει την στράτα του, διότι άλλα υποσχέθηκε και άλλα κάνει και τους απάτησεν όλους. Και οι πληρεξούσιοι άνοιξαν τα μάτια τους και εμετανόησαν και τόσον είναι προκομένοι οι Ιγγλέζοι, όπου δια 16 ημέρες ήλθεν Ιγγλέζος από την Λόνδραν και εκόνεψε σπίτι μου… κατ’ αίτησιν της Γε­νικής αστυνομίας του τμήματος της Ήλιδος δίδω την παρούσαν μου μαρτυρίαν και υπογράφομαι…».

Παρόμοια κατάθεση έκαναν την άλλη ημέρα, στις 30 Νοεμβρίου 1829, στο ίδιο αστυνομικό τμήμα και ο Αθανάσιος Φωτόπουλος και ο Αλέξης Κοτέρης(;) [7].

Στις 6 Δεκεμβρίου 1829, ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιω. Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς τον έκτακτον επίτροπον της ίδιας επαρχίας, έδινε ακόμη πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση του «κονσόλου της Βρεταννίας» στον Πύργο Αν. Πασχαλινού. Στην οικία του «εσυστήθη εταιρεία, η οποία σκοπόν έχουσα να αρχεύσουν οι Άγγλοι εις την Ελλάδα και ο αρχηγός αυτής είναι ο διαληφθείς κονσό­λας, όστις υπόσχεται εις εκείνους οίτινες καταχηθώσιν μεγάλας υπο­σχέσεις και ότι θέλουν χαίρονται ευδαιμονίαν» οικονομικήν. Τις πλη­ροφορίες αυτές τις είχε από τον Νικόλ. Πατρώνα, που είχε στενή φι­λία με τον Άγγλο πρόξενο και οσάκις τον επισκεπτόταν του «επαινού­σε τους Άγγλους και κατηγορούσε τον έξοχον Κυβερνήτην και να υπόσχεται μεγάλα πράγματα εις εκείνους οι οποίοι φρονούν δια τους Άγγλους».

Ο Πατρώνας ανέφερε ακόμη ότι ο Άγγλος πρόξενος είχε κατατάξει και «τους αποστόλους όπου έχει κατηχημένους ως έπεται: Αη κλάσις: Λυκούργον Κρεστενίτην, ένθερμος ζηλωτής και κορυφαίος των αποστόλων. Βα: παπά Γεώργιος Οικονόμου, Γαλάνης, Παπασχινάς, Αλέξανδρος Άχολος, γαμβρός του κονσόλου. Γη: Αναστάσιος Ζηλάρας(;), Αναγνώστης Τζίτζικας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Πιλαΐδης, επιστήθιος του Λυκούργου, Αθανάσιος Παπασταθόπουλος, ωσαύτως». Όλοι αυτοί «ομιλούν πλαγίως εις τους σχετικούς τους», προκειμένου να αυξήσουν τα μέλη της μυστικής αντικαποδιστριακής εταιρείας. Και όλοι προσπαθούσαν «να κινήσουν τον λαόν εις οχλαγωγίαν», εναντίον της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Ο Μανιατόπουλος προέτρεψε τον Πατρώνα «να υπάγει να κατηχηθεί εις αυτήν την εταιρείαν, με ό,τι μέσα ημπορέσει, όπου να ανακαλύψωμεν αυτήν», έγραφε στην αναφορά του. Μετά τρεις ημέρες, στις 9 Δεκεμβρίου 1829, ο Μανιατόπουλος πλη­ροφορούσε τον έκτακτον Επίτροπον Ήλιδος ότι ένας φίλος του – που δεν τον ονομάζει – του είπε ότι η εταιρεία αυτή είχε επεκταθεί και στα χωριά και ένας κάτοικος του χωριού Καραμελέα Λακωνίας «ενεργεί δια την γνωστήν σας Εταιρείαν και υπόσχεται μισθούς και βαθμόν εις εκείνους, οι οποίοι ήθελον τον ακολουθήσει»[8].

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Τα γεγονότα αυτά ανησύχησαν την κυβέρνηση, η οποία ανέθεσε στον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να ερευνήσει με κάθε προφύλαξη την υπόθεση του Άγγλου προξένου στον Πύργο. Ο Αναγνωστόπουλος, σε μακρά αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, από τον Πύργον, στις 15 Δεκεμβρίου 1829[9] τον ενημέρωνε λεπτομερώς για την ανησυχητική κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη αυτή, λόγω των συνωμοτικών ενεργειών του Πασχαλινού. «Η πόλις αυτή, έγραφε, είναι η εστία όλων των κακών ανεξαιρέτως- είναι συστημένη υπό των εγωιστών εχθρών της Ελλάδος, φωλεά τις δι’ ενός υπουργού του Πασχαλίγκου κονσό­λου… αυτός έχει όνομα και μορφήν άλλην αλλά καρδίαν εγωϊστού και τίγρεως. Το σπίτι του είναι ως μία λέσχη, όπου συναθροίζοναι συνεχώς οι προσήλυτοι και εταίροι και συνομιλούν και σχεδιάζουν κινήματα τινά δεικνύουν το πράγμα εναργέστατα ως μίαν εταιρείαν…».

Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο Πασχαλίγκος έλαβε πρό τινων ημερών επιστολήν τινά αξιωματι­κών εξ Αγγλίας, ειδοποιητικήν των πιστών του και πολυειδών εκδουλεύσεων. Του προσδιορίζονται εκ της (βασιλικής) Αυλής του δια μισθόν ενιαύσιον δίστηλα χίλια και διακοσίας λίρας στερλίνας δι’ αποζημίωσιν εξόδων του… Λέγει πολλά και μαινόμενος κατά καθεστώτων και κατά της Σ(εβαστής) Κυβερνήσεως…».

Ο Αναγνωστόπουλος αναφέρει ακόμη ότι «πέντε άνθρωποι διορι­σμένοι από την ενταύθα φωλεάν των εταίρων θέλει υπάγουν τρεις ώρας μακράν της Αγουλινίτσας, εις το χωρίον Ανεμοχώρι, δια να φυλάξουν εκεί και πάρουν εκ του ταχυδρομείου τα γράμματα της Κυβερνήσεως». Και ζητούσε άμεση αποστολή στρατιωτικής ενισχύσεως. Πιστεύει ότι βασικός σκοπός όλων αυτών των ενεργειών του Άγγλου προξένου – σύμφωνα με τις εντολές που έχει πάρει από τις αρμόδιες αρχές της χώρας του – είναι να πείσει τις ευρωπαϊκές χώρες ότι ο ελληνικός λαός δεν θέλει τον Κυβερνήτη «ως μη φυλάξαντα όσα υπεσχέθη». Γι’ αυτό και σκοπεύουν να «εκδιώξωσι τας αρχάς (τις κρατικές) και να φέρουν την αναρχίαν και των μαχαιροφόρων την επικράτησιν», όπως και στο πρόσφατο παρελθόν[10].

Ο προσωρινός Διοικητής Λεβαδείας και Θηβών Αθανάσιος Λιδωρίκης, σε αναφορά του προς τον Πληρεξούσιο Τοποτηρητή της Κυ­βερνήσεως, στις επαρχίες της Στερεάς Ελλάδος, Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Αράχοβα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, μεταξύ των άλλων πληροφοριών, που του έδινε για τις μάχες στην Στερεά Ελλάδα του ανέφερε ότι «οι Τούρκοι εις Εύριπον τρέφουν μεγάλας ελπίδας ότι αγγλικά πλοία μέλλουν να τους φέρουν τροφάς και να τους βοηθήσωσι» ποικιλοτρόπως[11].

Σε μακρά καταγραφή, κατά χρονολογική σειρά, των συνωμοτικών γεγονότων, ξένων και Ελλήνων, από τις αστυνομικές αρχές, στις 22 Μαρτίου 1831, ο Β. Μπουντούρης, αναφέρει[12]:

 «Οι κακόβουλοι περι­μένουν ανυπομόνως τον Μιαούλην. Συνήλθαν εις το κατάστημα της Τυπογραφίας (στην ‘Υδρα) και ομίλησαν τι να κάμουν, αν ιδούν τινά ανά­γκην. Εσυμβουλεύθησαν και τους Κουντουριώτας, οίτινες τους ενεθάρ­ρυναν, υποσχόμενοι:

1ον: Ν’ ανοίξουν το θησαυροφυλάκιόν των δια το γενικόν καλόν της Πατρίδος.

2ον: Είπαν εις τους πλοιάχους να μην απελπίζονται ότι έχουν εξωτερικούς βοηθούς (Άγγλους και Γάλλους).

3ον: Προς τον Δώκινς και Ρουάν[13], πέμπουν ανά 15 φύλλα του Απόλ­λωνος- και αυτοί ευχαριστηθέστες υπεσχέθησαν να δώσουν βοήθειαν, εν χρεία και ναυτιλιακά έγγραφα.

4ον: Ότι κατά τας ειδήσεις Μαυρο­κορδάτου και Τρικούπη, τα της Δυτικής Ελλάδος και Αιγαίου Πελά­γους υπάγουν καλά εις τον σκοπόν τους[14].

5ον: Ότι οι αντιπρέσβεις (Dawkins και Rouen) έπιασαν γράμματα του Κυβερνήτου προς την Ρωσίαν, διαλαμβάνοντα ότι προσπαθεί να φέρει τα πράγματα της Ελλάδος εις τον σκοπόν της Ρωσίας και επρόσθετε να μην επικυρώσει την έκτασιν των ορίων της Ελλάδος[15].

6ον: Ότι οι αυτοί αντιπρέσβεις τους υπόσχονται δάνειον διανεμηθησόμενον εις τους αντικυβερνήτας. Και δι’ όλα αυτά κηρύττουν θάνατον (του Κυβερνήτου) αλλ’ ουχί παύσιν της εφημερίδος» (του Απόλλωνος).

Ο ίδιος ο Βασίλειος Μπουντούρης, σε άλλο σημείωμά του στην ίδια αναφορά, γράφει, στις 3 Ιανουαρίου 1830, ότι «το πλοίον του Σ. Μπουντούρη ύψωσε την τρίχρουν σημαίαν (την γαλλική) με κανονιοβολισμούς». Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Γ. Ράδος, στις 22 Δεκεμβρίου 1829, στο ίδιο έγγραφο, αναφέρει ότι «πολλοί ραδιούργοι φλυαρούν ασυστόλως κατά της Κυβερνήσεως. Η περιοδεία τον Γόρδων (του Άγγλου στρατηγού) εις την Πελοπόννησον δίδει υποψίας ταραχής. Η υπόσχεσις του Λη (Georges Lee, Άγγλος πράκτορας) και του Μάσσων δια μερικόν δάνειον (στους αντικυβερνητικούς) αγνοείται εις τι απο­βλέπει». Επίσης ο Ράδος έστελνε στην αστυνομία «ονόματα Άγγλων εχόντων σχέσεις με τους Δεληγιάννηδες, Παπαλεξόπουλον, Σπηλιωτόπουλον κ.λ.π.»[16].

Στις 30 Απριλίου 1831, ο ναύαρχος Κων. Κανάρης, σε επιστολή του προς τον αδελφό του Κυβερνήτη Βιάρο Καποδίστρια, μεταξύ άλλων πληροφοριών για την τραγική κατάσταση της Ελλάδος, γράφει[17]: «… Η πρόοδος του καιρού δίδει αιτίας εμψυχώσεως εις την ραδιουργίαν και τα ποικιλόχρωα χρώματα των ξένων συνοπαδών της[18], δια των οποίων παριστάνουσιν εις τους μωρούς την αθανασίαν, έκαμαν τους ανόητους να λατρεύουν ως ημιθέους τους αρχηγούς της. Κατάσκοποι πληροφορίαι αναφέρουν και περί της αλώσεως του Ιω. Γρηγορακόγκονα· ήδη ούτε και τους πιστούς Σπαρτιάτας, ούτε εις τινα εξ αυτών εμπορεί τινάς να πιστεύσει ή να επιχειρισθεί φιλανθρωπικάς ενεργείας. Όλοι διε­φθαρμένοι (από τους ξένους). Άλλος από τας ανεξαλήπτους καταχρή­σεις τον άλλος από την αλλαγή της τύχης του (εννοεί με τα χρήματα που έλαβε), την οποίαν κολακεύεται να ελπίσει από την ανωμαλίαν και άλλος να πραγματεύεται την Σ. Κυβέρνησιν και να καταχράται το επιχεόμενον εις την αχαριστίαν άφθονον έλεός της, και άλλος άλλως. Δεν μένει πλέον ίχνος ελπίδος δια να θεραπευθεί η πληγή με έμπλαστρα μαλακτικά · αυτά ίσως επαπειλούν εις την γάγκρεναν!»

Ο προσωρινός Διοικητής των επαρχιών Νησίου, Ανδρούσης, Εμπλακίων και Λεονταρίου Σταμάτης Σεραφείμ, σε επιστολή του προς τον Κυβερνήτη, από το Νησί της Καλαμάτας, στις 20 Μαΐου 1829, ανέφερε μεταξύ άλλων[19]: Κατά την περιοδεία που έκανε στις επαρ­χίες που διοικούσε, διεπίστωσε ότι τα πνεύματα των κατοίκων ήταν πολύ ταραγμένα εξαιτίας «λόγων διασπαρέντων… από Ναύπλιον και Τριπολιτσάν… Οι λόγοι αυτοί είναι ότι εκ των συμμαχικών δυνάμεων απεφασίσθη ηγεμών τις δια την διοίκησιν της Ελλάδος εκ των εν Γερ­μανία πριγκίπων, και ότι δια να έλθει δεν μένει παρά να δείξουν κά­ποιον θέλησιν κατά τούτο οι Έλληνες. Τοιούτους λόγους… διεκήρυξεν, ως πληροφορούμαι, εις Τριπολιτζάν ο Άγγλος Γ. Λις… όστις φοβηθείς από ενδεχόμενα εναντίον του των κατοίκων κινήματα έφυγεν δια νυ­κτός εκείθεν, ως γράφει η Δημογεροντία της επαρχίας Τριπολιτζάς».

Ο Καποδίστριας του απάντησε, από το Άργος, στις 7 Ιουλίου 1829, ότι του εστάλθηκε ήδη «εικοσιπενταρχία της εκτελεστικής δυνάμεως από τον προσωρινόν Διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων», προκει­μένου να ηρεμήσουν τους κατοίκους της επαρχίας του «από την απάτην εις την οποίαν τους έρριψεν η κακόνοια και η ραδιουργία τινών…»[20].

Ο διοικητής Σταμάτης Σεραφείμ, σε μεταγενέστερη επιστολή του προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, από το Νησί, στις 18 Δεκεμ­βρίου 1829, έδινε συγκλονιστικές πληροφορίες για την αναταραχή που επικρατούσε στην επαρχία του, από τις διαδόσεις που διέσπειραν «ραδιούργοι», παρακινούμενοι από ξένους και κυρίως Άγγλους πρά­κτορες[21]:

 «Κατ’ αυτάς ελθόντες τινές από Τριπολιτζάν, ετάραξαν την κοινήν ησυχίαν των πολιτών διασπείραντες… ότι ο Γρίβας εισπήδησεν νυκτός εις Ναύπλιον, με δώδεκα χιλιάδας στρατιώτας, εκυρίευσεν το φρούριον, τα δε μέλη της Κυβερνήσεως και τον Αρχηγόν (τον Κυβερνήτην) επέρασεν εν στόματι μαχαίρας ότι εις το Άργος εσκόρπισεν και επέρασεν εις Σπέτζας και άλλους τοιούτους λόγους, οι οποίοι επροξένησαν τόσην ταραχήν, ώστε ολίγον έλειψεν οι ήσυχοι κάτοικοι των χω­ρίων να απαρατήσουν τας κατοικίας των και να καταφύγουν εις τα όρη…».

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Κων. Ράδος, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη, από το Ναύπλιο, στις 30 Δεκεμβρίου 1829 [22], του έδινε ακόμη πιο σαφείς πληροφορίες για τις συνωμοτικές ενέργειες των ξένων και κυρίως του Άγγλου στρατηγού Γκόρντων:

 «Διάφοροι ξένοι περιφερόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας τον κράτους και συ­χνά μεταβαίνοντες από Αίγιναν εις Άργος και Ναύπλιον και ενταύθα εις τα εκείσε, κοινολογούν ακαταπαύστως τόσους δημεγερτικούς λόγους και πλαστάς ειδήσεις, ώστε είναι απορίας άξιον, πώς μέχρι τούδε το αποτέλεσμά των δεν διέγειρε τους λαούς εις παντελή απειθαρχίαν διότι σιμά εις τας αποτροπαίους φλυαρίας των κατά των καθεστώτων, ότι είναι παράνομα, κηρύττουν, υπό το πρόσχημα θετικών ειδήσεων εις τας συναναστροφάς των, και δια των ομοφρονούντων των προς απαντάς, ότι η Κυβέρνησίς μας είναι αποδεδοκιμασμένη από τας τρεις συμμάχους δυνάμεις και ότι τούτου ένεκα εδιώρισαν (οι ξένες δυνά­μεις) άλλην αρχήν δια να δώσει και σύνταγμα εις την Ελλάδα, το οποί­ον της αφαίρεσεν η καθεστώτα αρχή και άλλα παρόμοια ανατρεπτικά της ησυχίας κακοβούλως διασπέρνουν και τα οποία, μ’ όλην την αφοσίωσιν των λαών και ευχαρίστησίν των, εις την καθεστώσαν Κυβέρνησιν, κατά φυσικόν λόγον, είναι αδύνατον, αν δεν περισταλεί η τόλμη των μέχρι τέλους, να μη κατασπαραχθεί, η μετά τοσούτους κόπους και ιδρώτας ευτυχής εισαχθείσα πειθαρχία και αρμονία».

Ο Ράδος στη συ­νέχεια αναφέρει τις αντικαποδιστριακές ενέργειες του Άγγλου πρά­κτορα Thomas Gordon, τον οποίον ξένοι συγγραφείς τον χαρακτηρί­ζουν ως θαυμαστή του Metternich και τουρκόφιλο, ο οποίος μαζί με άλλους Άγγλους τον G. Lee, τον Finlay και τον Church, αποτελούσαν τους πιο σημαντικούς πράκτορες της Αγγλίας στην Ελλάδα, και παρακινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες, που είχαν ιδρύσει το «πατριωτικόν κόμμα», όπως το ονόμαζαν, σε αντιδραστικές ενέργειες εναντίον του Κυβερνήτη[23]:

«Μ’ όλον ότι παρασιωπώ ήδη τα ονόματα των όσοι ανεδέχθησαν το ολέθρων τούτο έργον δια να μας φέρουν εις την φρικτήν ανωμαλίαν, εκ της οποίας μόλις ηρχίσαμεν να ανασάνωμεν πώς, (και εννοεί τα ονό­ματα των Άγγλων πρακτόρων) ημπορεί κανείς να εκλάβει με αδιαφορίαν την εις Πελοπόννησον περιοδείαν του κυρίου Γόρδωνος, και τι εζήτει εις Πάτρας και μάλιστα εις Καλάβρυτα; Διατί όλοι οι τοιούτοι (εννοεί τους Έλληνες) έχουν σχέσεις και συναναστροφάς με τους εγνωσμένους δυσαρέστους; Και διατί οι τελευταίοι, μετά την αντάμωσίν των (με τον Gordon) διασπείρουν μυρίας απευκταίας ψευδολογήσεις; Και τι δηλοί το μερικόν δάνειον, το οποίον εδοκίμασαν να προ­βάλλουν κρυφίως εις μερικούς πολίτας οι κύριοι Λι και Μάσσων, και περί του οποίου εγκαίρως ειδοποιηθεί η Σεβαστή Κυβέρνησις; Αναμφι­βόλως εκ τούτων μόνον δύναται έκαστος να γνωρίσει, ότι υποκρύ­πτουν (οι Άγγλοι) ραδιουργικόν πνεύμα, επισκοπώ να δυνηθούν υπό διάφορα προσχήματα να εφελκύουν ει δυνατόν κόμμα του Έθνους και τελευταίον να ενεργήσουν την σκοπουμένην ανατροπήν των καθεστώ­των, δια να μας καταστήσουν και αύθις έρμαιον και παρανάλωμα της τρομερός αναρχίας…».

Ο πρώην προεστός της Λεβαδείας Νικόλαος Νάκος, σε αναφορά του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από το Μεσολόγγι, στις 15 Ια­νουαρίου 1830[24], του έγραφε ποιος ήταν ο λόγος των επωνύμων Ελλή­νων, που ήσαν αντικυβερνητικοί: «… τον πειρασμόν τον έχουσιν εν όσω δεν απολαμβάνουν τα βεζιριέτια[25] τους, δηλαδή τας μακαρίτισας αυ­θαιρέτους εξουσίας των…». Και στη συνέχεια αναφέρεται στην περί­πτωση του Άγγλου Gordon: «Ο κύριος Παύλος Πονσιέρ, όστις έγινε προσήλυτος της ευθυδρομίας μου, αυθόρμητος ελθών μυστικώς μ’ είπεν ότι ο παγκάκιστος Γόρδων και ο Ρόμπινσον, προλαβόντως είχαν γράψει προς τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδος ερεθιστικός επιστολάς, πλήρεις αισχρολογιών και δημηγερσιών δια να μη δεχθούν τον νέο διοργανισμόν, ως αντιβαίνοντα την ελευθερίαν και την λαμπρότη­τα των θυσιών των αλλ’ όπως δύνανται να επιμένουσιν εις τα δίκαιά των και εις τας απαιτήσεις των, διότι εντός ολίγου τα πράγματα λαμβάνουσι μορφήν και ότι μετ’ ολίγον θέλει διαβώσιν ενταύθα (στο Ναύ­πλιο) και συνομιλήσωσιν… Αλλ’ όταν ήκουσαν ότι εδώ βασιλεύει ευνο­μία, ησυχία κ.τ.λ. φαίνεται να ήλλαξαν σχέδιον και ούτω μελετούν να απεράσουν εις Μύτικα και Δραγομέστον, όπου προσκαλέσαντες τους αποδοκιμασμένους αρχηγούς και στρατιώτας», τους παρακινούσαν να «κάμουν και αυτοί τας μυαράς συνδιαλέξεις των».

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στις 25 Μαρτίου του 1831 ο Ν. Παγκαλάκης, σε επιστολή του, από το Μαραθονήσι της Μάνης, προς τον Κυβερνήτη, του έγραφε ότι από πληροφορίες που του έδωσαν, τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να εξα­κριβώσει, η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων συνέχιζε την συνωμο­σία της [26], «… η φιλαργυρία και η φιλαρχία έκαμε τους μικρούς Μαυρομιχάλας να επιμείνωσι μέχρι τάδε εις τον ολέθριον σκοπόν των… Η εντεύθεν απελπισία των τους ηνάγκασε να προσφύγουν εις το σύνηθες καταφύγιόν των, τη νηπιότητα του εν Λιμένι όχλου και ακολουθούντες τα διαγεγραμμένα ίχνη της περισινής γενικής συνωμοσίας, ύψωσαν τας σημαίας των, διέσπειραν βοηθήματα Άγγλων, χρήματα εκ ζακύνθου, συνενόησιν με την’Υδραν και Σπέτσας και άλλα παρόμοια».

Ο Ιωάννης Μελάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Πάτρα, στις 4 Ιουλίου 1831, μεταξύ άλλων του έγραφε ότι η φοβερή αντικυβερνητική εφημερίδα του Πολυζωίδη «ο Απόλλων, με την ταραχοποιόν του λύραν, ταράττει και τας ενταύθα ακοάς και την λύραν αυτήν την χρεωστούμεν του ενταύθα προξένου της Μ. Βρετανίας. Μολονότι αυτή η βρομολύρα δεν αμφιβάλλω ότι κινείται από εξωτερικούς εχθρούς της Ελλάδος ελπίζω εις την θείαν Πρόνοιαν… να την συντρίψω…».

Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια 27], από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, του έγραφε ότι οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς)[28] την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ[29] να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας τον Αιγαίον πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…»29α.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ο διοικητής του Πόρου, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, της 22 Ιουλίου 1831, τον πληροφορούσε για την κατάσταση που επικρα­τούσε στο νησί, από τις ενέργειες του Μιαούλη, για την ετοιμαζομένη ανατίναξη των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως της ναυαρχίδος «Ελλάς»[30]. Ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ προσπάθησε ματαίως να πείσει τον Μιαούλη να μην ανατινάξει το ιστορικό δίκροτο[31]. Και πρό­σθετε: «Ο Μιαούλης συνέρχεται συνεχώς μετά των προκρίτων του Πό­ρου και τους διδάσκει εις την γλώσσαν των. Κηρύττεται δε αναφανδόν ότι αι δύο άλλαι δυνάμεις – Αγγλία, Γαλλία – υπερασπίζονται τους επαναστάτας και η Κυβέρνησις κοπιάζει εις μάτην με τους Ρώσους». Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, σε επιστολή του προς τους αντικαποδιστριακούς Ν. Γκίκα και Χ. Μέξη – τον Ιούλιον 1831, χωρίς ημερομη­νία – τους έγραφε ότι οι δυο αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας «εδέχθησαν τον αδελφόν του (Γεώργιον) και τους λοιπούς (αντικαποδιστριακούς) με φιλικά αισθήματα και εδικαίωσαν τα εύλογα ζητήμα­τά των… Η Κυβέρνησις εδυσαρεστήθη και εσκληρύνθη έτι μάλλον από τας προς αυτούς δεξιώσεις των αντιπρέσβεων, των υπερασπιστών τον Απόλλωνος…»[32].

 Ο Λεόντιος Καμπάνης, σε επιστολή του προς τον πρόεδρον του Ορφανοτροφείου, από την Αίγινα στις 31 Ιουλίου 1831, του έγραφε ότι όταν πήγε στη Σύρο [33], ο Αμβρόσιος Σκαραμαγκάς τον «προσκάλε­σε κατ’ ιδίαν και του είπεν ότι ο Κυβερνήτης είναι πεσμένος εντός του μηνός… και ότι και αν ακόμη δεν τον βλέπεις πεσμένον, ημείς εκλέγομε ιδικούς μας πληρεξουσίους και εις την πρώτην σννεδρίασιν της Συνε­λεύσεως πίπτει… Ο Λεοπόλδος όστις δεν εδέχθη τον θρόνον του Βελγί­ου θέλει έλθει εις την Ελλάδα και έως ου φθάσει, οι πρέσβεις των Δυνά­μεων (Αγγλίας-Γαλλίας) οίτινες επρότρεψαν τούτο το κίνημα θα λά­βουν τας ηνίας της Κυβερνήσεως εωσού φθάσει ο Λεοπόλδος!… Οι Υδραίοι χωρίς την σύμπραξίν των δεν ήθελαν κινηθεί…».

Ο αστυνόμος Αίγινας Γ. Φωτόπουλος, στις 4 Αυγούστου 1831, γρά­φει στον Κυβερνήτη, ότι αμέσως μετά την ανατίναξη των πολεμικών πλοίων από τον Μιαούλη στον Πόρο «υπήγαν έξω της Ύδρας δύο φρεγάται, αγγλική και γαλλική και εν βρίκιον και υπήγαν εις αυτάς οι πρό­κριτοι (της Ύδρας) και εκ των Ψαριανών ο Ν. Αποστόλου και Μοναρχίδης, ο Κοντόσταυλος και οι Ποριώτες και έμειναν μέσα πολλήν ώρα…».

Στις 5 Αυγούστου 1831, ο Θεόδωρος Ξένος, γράφει από τη Σύρο ότι «οι Υδραίοι έλαβαν αρκετάς ώρας συνδιάλεξιν εις Πόρον με τους ναυ­άρχους Άγγλον και Γάλλον…».

Στις 8 Αυγούστου 1831, ο Διοικητής Τήνου προς τον Κυβερνήτην, του έγραφε ότι μόλις έφθασε στο λιμάνι του νησιού ένα υδραίικο πλοίο οι αντιπρόξενοι της Αγγλίας, Γαλλίας και Ολλανδίας το χαιρέ­τισαν «δια της υψώσεως της σημαίας των, την οποίαν είχον υψωμένην μέχρις εσπέρας…». Πρόσθετε δε ότι είχε ακριβείς πληροφορίες «πως οι αντιπρόξενοι ούτοι συνήργουν όσα μυστικώς ηδύναντο, εις το να πείθωσι τον λαόν ότι το κίνημα των Υδραίων είναι ενεργούμενον δι ‘ άλ­λον δακτύλον…»[34].

Οι μαρτυρίες για την συνενοχή και των Άγγλων – εκτός από τους Γάλλους – δεν τελειώνουν εδώ. Αυτές που αναφέρθηκαν, όλες από τις ανέκδοτες πρωτογενείς πηγές, είναι τόσο σαφείς και κατηγορηματι­κές, ώστε δεν αφήνουν κενά και αμφιβολίες. Σαν επίλογο και επισφράγισμα, σε όσα αναφέρθηκαν καταγράφω μια επιγραμματική φράση του Λεοπόλδου, όπου κατηγορηματικά δήλωσε γιατί δεν αποδέχθηκε τον θρόνο της Ελλάδος. Όταν το 1863 ο νεοεκλεγμένος βασιλιάς της Ελλάδος Γεώργιος ταξίδευε για την Ελλάδα σταμάτησε στις Βρυξέλλες και επισκέφθηκε τον Λεοπόλδο. Ο Λεοπόλδος αποτεινόμενος στους Έλληνες, που αποτελούσαν τη συ­νοδεία του νέου βασιλέως, τους είπε: «Μία των κυριωτέρων αιτιών, δια τας οποίας απεποιήθην το στέμμα της Ελλάδος ήτο η πεποίθησίς μου ότι δεν θα ημπορούσα να πράξω ό,τι σκεπτόμουν αγαθόν εις τον τόπον σας… Η Αγγλία τότε δεν είχε απολύτως καμμίαν αγαθήν προαίρεσιν δια την Ελλάδα. Ακριβώς η τοιαύτη της Αγγλίας δυσμένεια με ηνάγκασε να αποποιηθώ της Ελλάδος»[35]!!!

 

 Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London, 1828-1831, Thessaloniki 1970, o. 195 κ.ε.

[2] ΓΑΚ, Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. Δ. 58, Ελληνική μετάφραση βλ. και στον «Παρνασσό», τ. Ζ’ (1883), σ. 686.

[3] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. ΚΔ 58.

[4] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[5] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθ. 2255.

[6] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[7] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[8] Στον ίδιο φάκελο του ΓΑΚ, ό.π.

[9] ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο αριθ. 95, ό.π.

[10] Βλ. και ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95 και 93 και άλλες αναφορές για το ίδιο θέμα του Π. Αναγνωστοπούλου, στις 3 και 6 Σεπτεμβρίου 1830, στις 9 Απριλίου 1831 κ.ά.

[11] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 118.

[12] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φάκ. 97.

[13] Ο Άγγλος και ο Γάλλος αντιπρέσβεις.

[14] Εννοούσε τις κατά του Κυβερνήτου ενέργειές τους.

[15] Επειδή Αγγλία και Γαλλία ήθελαν να περιορίσουν την Ελλάδα, ως τον Ισθμό της Κορίνθου.

[16] Δυστυχώς δεν βρέθηκε αυτό το έγγραφο.

[17] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 221.

[18] Εννοεί τους Άγγλους και Γάλλους, όπως αναφέρει σε άλλο έγγραφο.

[19] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 202.

[20] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 208. Σκόπιμα δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι ραδιούργοι», που τους γνώριζε όμως πολύ καλά, όπως ο ίδιος γράφει σε πολλές άλλες επιστολές του.

[21] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228.

[22] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228, αριθ. εγγράφου 4421.

[23] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London 1828-1831, Thessaloniki 1970, α 82 κ.ε’. – Douglas Dakin, British and American Philhellenes during the War of Greek independence, 1823-1833, Thessaloniki 1955, σ. 188 κ.ε’. – Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, 4, μέρος 1, σ. 127 κ.έ., έκδ. Κ. Διαμαντή.

[24] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 16Α.

[25] Τα προνόμια του βεζίρη.

[26] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[27] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 19.

[28] Η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, που ανατίναξε στον Πόρο ο Μιαούλης.

[29] Τον Ρώσο ναύαρχο.

[29]α Τη δολοφονία του Καποδίστρια.

[30] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[31] Η ανατίναξη των πλοίων έγινε την 1η Αυγούστου 1831.

[32], 33 Όλες αυτές οι επιστολές στον ίδιο «φάκελο Α’ Περί των εξ Ύδρας κινημάτων», ΓΑΚ, Ιστορικόν Αρχείον Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[34] Στον ίδιο φάκελλο των ΓΑΚ.

[35] «Εθνικόν Ημερολόγιον», 1869, σ. 254 σημ. του Μαρίνου Π. Βρετού.

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

 

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Λασκαρίδης ΕυρυσθένηςΟ συγγραφέας του δίτομου έργου «Κιανά»


 

 

Ευρυσθένης Λασκαρίδης

Γιατρός Μικροβιολόγος με καταγωγή από την Κίο της Μ. Ασίας. Η οικογένειά του ήταν από τις επιφανείς της ελληνικής κοινότητας της Κίου. Ο πατέρας του, Αριστοτέλης, συντέλεσε μαζί με άλλους στην ανέγερση του Παρθεναγωγείου της Κίου. Υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπίατρος στο 27° Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Σμύρνης που ανέλαβε τη φρούρηση του τομέα της Κίου μέχρι Παζάρ-κιοϊ και Γιάλβα. Πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους αλλά και στην Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έζησε και πέθανε στην Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν πολύ φιλάνθρωπος. Δεν έπαιρνε χρήματα από όσους δεν είχαν τη δυνατότητα. Δεν έκανε δική του οικογένεια. Είχε μια αδελφή που απέκτησε δύο κόρες. Η μια από αυτές παντρεύτηκε κάποιον από την οικογένεια Βελλίδη στη Θεσσαλονίκη.

Δέκα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σχηματίστηκε επιτροπή με σκοπό τη συλλογή υλικού για την έκδοση βιβλίου σχετικού με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις της Κίου της Μ. Ασίας. Πρόεδρος ορίστηκε ο Αν. Πινάτσης. Το έργο όμως δεν ολοκληρώθηκε από την επιτροπή αυτή λόγω των δυσμενών συνθηκών που  ακολούθησαν (β’ παγκόσμιος πόλεμος, κατοχή, θάνατοι μελών κτλ). Συγκεκριμένα, όταν πέθανε και ο λογογράφος Αντ. Θεοδωρίδης έχοντας γράψει μόνο για την αρχαία πόλη, όσοι είχαν απομείνει από την επιτροπή ανέθεσαν στον Ευρυσθένη Λασκαρίδη τη συνέχιση και την ολοκλήρωση  του  έργου.  Αυτός στην αρχή αρνήθηκε, αλλά τελικά αποφάσισε να συνεχίσει τη συγκέντρωση πληροφοριών, την προσθήκη νέων στοιχείων και την οργάνωση και καταγραφή τους σε δύο τόμους. Ο αρχικός τίτλος «Λεύκωμα της Κίου» άλλαξε σε «Κιανά».

Ο πρώτος τόμος αναφέρεται στην ιστορία της Κίου από την αρχαιότητα μέχρι το 1922, ενώ ο δεύτερος στο Βίο, τη Θρησκεία και τη Γλώσσα των Κιανών. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1966 με τη φροντίδα και την ευθύνη του Ευρυσθένη Λασκαρίδη. Σκοπός του έργου ήταν η γνωριμία των νεώτερων με την χαμένη πατρίδα της Κίου, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της, την ιστορία της, τη χαμένη ακμή της. Τα έσοδα σύμφωνα με απόφαση της Επιτροπής θα δίνονταν για ενίσχυση των φτωχών μαθητών της Νέας Κίου.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Τα απομνημονεύματα


 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

Καθαρώς στρατιωτική μορφή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ουδέποτε διανοήθηκε να συγγράψει Απομνημο­νεύματα. Εκτός του ότι δεν ήταν σε θέση να διατυ­πώσει γραπτώς όσα συνέβησαν, δεν πρέπει να είχε τη φιλοδοξία να εξασφαλίσει υστεροφημία. Στις προσκλήσεις του Τερτσέτη ήταν ανένδοτος. Τελικώς όμως υποχώρησε, θέτοντας όρο να μη δει το κείμενό του το φως της δημοσιότητας εφ’ όσον αυ­τός βρισκόταν στη ζωή. Ξετυλίγοντας τις αναμνήσεις του ο Κολοκοτρώ­νης και βάζοντας καθορισμένο φραγμό στην αφή­γησή του, σ’ ένα μήνα είπε όσα είχε να πει, κατά το έτος 1836.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης λέγει ότι έγραφε όσα ο Γέρος αφηγούνταν, επομένως δεν επεμβαίνει που­θενά. Το πολύτιμο εκείνο κείμενο για πρώτη φορά εκδόθηκε το 1850, ενώ άρχισε το 1846 και στην κυ­κλοφορία τέθηκε το 1851, με τον τίτλο στο εξώφυλ­λο Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, ενώ στο αρχικό εσώφυλλο υπάρχει ο πλήρης τίτλος Διήγησις συμβά­ντων της Ελληνικής φυλής από το 1770 έως τα 1836. Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κο­λοκοτρώνης, Αθήνησι 1846, σε συνολικές σελίδες λζ’ (Προλεγόμενα εκδότου) +306. Έκτοτε έχει εκ­δοθεί άπειρες φορές το βιβλίο.

Δεν υπάρχει στην εκ πρώτης όψεως αφελή αφή­γηση του πρωταγωνιστή της Ελληνικής Ελευθε­ρίας καμία αρχιτεκτονική διάταξη της προσφερό­μενης ύλης. Εν τούτοις μπορεί να διακρίνει κανείς 6 κύρια μέρη. Προεπαναστατικά – Πρώτον έτος Αγώνα – Δεύτερον έτος πολέμου – Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος – Καταπολέμηση Ιμπραήμ – Περίοδος Κα­ποδίστρια και Αντιβασιλείας. θα ήταν ματαιοπονία μια απόπειρα ανάλυσης του έργου. Κύρια χαρακτηριστικά του Απομνημονεύματος είναι δυνατόν να προσδιοριστούν. Λόγος πυκνός, σε βαθμό που ο αναγνώστης παρακολουθεί, αν έχει υπόψη του όσα διαδραματίστηκαν κατά την εφταε­τία της διεξαγωγής του πολέμου και στα στρατιωτι­κά και στα πολιτικά. Σαφής και ακριβολόγος ο α­φηγητής, αλλά καταπληκτικά σύντομος, σχεδόν τηλεγραφικός. Στα πρώτα επαναστατικά ο Κολοκο­τρώνης είναι η βάση για την έκθεση των γεγονότων από τους ιστοριογράφους του Αγώνα, που έγραψαν ύστερα απ’ αυτόν είτε σε μορφή απομνημονεύματος είτε συνθετικής έκθεσης.

Carl Krazeisen, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μολύβι σε χαρτί, 1827. Αθήνα. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Αποβαίνει λοιπόν πρώτη και ασφαλής πηγή. Αφηγείται ως αυτόπτης και πρωταγωνιστής, δεν διαστρέφει τα γενόμενα, δεν τα τροποποιεί με τρό­πο που να τον εξυπηρετούν. Εκθέτει με τη φυσική ροή των συμβάντων, αλλά με καταπληκτική συ­ντομία, προφανώς ηθελημένη. Αληθεύει η κρίση, ότι ο αφηγητής είναι αξιόπιστος, πρώτο χέρι πλη­ροφόρησης, κατορθώνει και ζωντανεύει περιστατι­κά, χωρίς έγγραφα, σημειώσεις, ημερολόγια, αντλώντας από το μοναδικό θησαυροφυλάκιο της μνήμης του και ανασύροντας όσα θέλει.

Ήρεμος ο Γέρος, ανεπηρέαστος από πάθη, δεν είναι αυστηρός, προσπαθεί να είναι επιεικής, απο­φεύγει να σχολιάζει, αφήνει τον αναγνώστη να κρί­νει μόνος του σφάλματα, παραλείψεις, αντιθέσεις, ενώ συμπεραίνει πάλι μόνος του για τα ευτυχή γε­γονότα. Αφηγείται αυτός και είναι τόσο ολιγόλογος σε πολύ σοβαρές πτυχές των πραγμάτων, ώστε ό­ποιος επιθυμεί να μάθει περισσότερα σε λεπτομέ­ρειες αναγκάζεται να προσφύγει στις λεγόμενες Κολοκοτρωνικές πηγές, για να μάθει και να εκτι­μήσει.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ξυλογραφία της Λουΐζας Μοντεσάντου, 1943.

Όποιος επιμένει να μπει στα κυκλώματα των δολοπλοκιών και αντιθέσεων, που προκάλεσαν τους δύο εμφυλίους πολέμους, ματαιοπονεί, γιατί ο αφηγητής όχι μόνο είναι λακωνικός, αλλά συχνά αποφεύγει και απλούς υπαινιγμούς. Πολλά και υπερβολικά καταθέτει ο Γ. Τερτσέτης για την αξία του Απομνημονεύματος Κολοκοτρώνη. Ούτε και με λίγες λέξεις μπορεί κανείς ν’ αποδώσει την αξία που έχουν, όσα λέγει και όσα δεν λέ­γει. Ο Γέρος έγραψε Ιστορία στα πεδία των μαχών με τα όπλα και τα πολεμικά του σχέδια. Δεν γράφει αφηγούμενος την Ιστορία της Επανάστασης. Αφήγη­ση με γνήσια απεικόνιση πραγμάτων, χωρίς χρονο­λογίες, λεπτομέρειες, κρίσεις, υπονοούμενα, συχνά καταντά γριφώδης· ορισμένες απλές φράσεις κρύ­βουν ολόκληρο κόσμο.

Είναι αφήγηση εύστροφη, γλαφυρή, από άνθρωπο που δεν είχε σοβαρή παι­δεία, ήθελε όμως να φαίνεται λόγιος και διατηρεί δείγματα λογιότητας στις εκφράσεις του. Εν τούτοις όπου κρίνει, κρίνει σωστά· έχουν ιστορική αξία οι παρατηρήσεις του. Αναμφισβήτητα και σε γεροντι­κή ηλικία ο αφηγητής διαθέτει ζωηρό πνεύμα, φα­ντασία γόνιμη, ευφυΐα, ευσέβεια, πατριωτισμό, γί­νεται διδάσκαλος, δεν είναι τραχύς και άκομψος οδοιπόρος στα όρη και στο ντουφέκι. Κατακρίθηκε ο Κολοκοτρώνης και ως πολέμαρχος και αφηγητής. Ισχύει πάντοτε η κρίση του Τερτσέτη, ότι το Απο­μνημόνευμά του είναι άγουρος καρπός πρόωρα τρυ­γημένος και αρέσει· είναι φύση άτεχνη αλλά πε­ριέχει αλήθεια, ιστορική τελειότητα.

 

† Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος

Βιβλιογραφία


Βιβλιογραφία για το θέμα στην από την α’ έκδοση φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1981, όπου στη γενική Εισαγωγή Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, σσ. 89-112 (Ε’ Κεφάλαιο, Τα Απομνημονεύματα, ενότητες 6: Προκαταρκτικά – Περιεχόμενον Απομνημονεύματος – Αξία – Γνώμες Τερτσέτη – Γλωσσική μορφή – Τελική κρίσις).

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Το γενεαλογικό του δένδρο


 

Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι».

 

Κωσταντής Ιω. Κολοκοτρώνης, ο πατέρας του Θοδωράκη, προσθέτει αμέσως στην αυτοβιογραφία του ο Θοδωράκης, ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Σύζυγο είχε λάβει τη θυγατέρα τού καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα, τη Ζα­μπία ή Ζαμπέτα. Και απέκτησε τέκνα αρσενικά τέσσερα και μία θυγατέρα. Πρωτότοκος ο Θοδωρά­κης, υστερότοκος ο Γιάννης, αποκαλούμενος Ζορ­μπάς (+1806 στο μοναστήρι Αιμυαλών). Ενδιάμεσοι: Χρίστος, Νικόλας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Με πατέρα αφοσιωμένο στα κλεφταρματολικά, μια κατατρεγμένη οικογένεια φυσικό ήταν να μετα­κινείται, να κρύβεται και να καταζητείται. Με την περιοχή Λεονταρίου υπήρχε δεσμός παλαιός της οι­κογενείας και εκεί σε κάποιο κρησφύγετο η Ζαμπία Κολοκοτρώνη έφερε στη ζωή τον πρωτότοκο γιο της κάτω από ένα δένδρο. Ήταν τα όρια τριών περιοχών: Μεγαλοπόλεως, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Εκεί βρισκόταν ένα χωριό Ρουπάκι, κοντά στο Τουρκολέκα του Νικηταρά. Το χωριό ερημώθηκε, ως φαί­νεται, στα μέσα του 16ου αιώνα, σκόρπισαν οι κά­τοικοι κι ένας απ’ αυτούς έφθασε στα ορεινά του Φαλάνθου, στο βορινό και δυσπρόσιτο Λιμποβίσι. Αυτός πρέπει να ήταν ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Σχετικά αφηγείται ο Θοδωράκης: «Ένας από το Ρουπάκι, αφού εχάλασε το χωριό του, ήλθε εις το Λιμποβίσι εις τον πρώτον του χω­ρίου εδώ και 300 χρόνους. Αυτός εφάνη έξυπνος και ο δημογέροντας τον έκαμε γαμβρόν του, ελέγετο Τζεργίνης». Επεξηγεί ο αφηγητής ότι με το όνομα Τζεργίνης ευρίσκονταν στη Μεσσηνία περίπου 60 οικογένειες. Και είναι τούτο ένδειξη ι­στορικότητας.

Από την πειστική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώ­νη έρχεται στο φως η αρχή της οικογενείας του, η συνέχεια της οποίας φαίνεται να έχει μυθικό χαρα­κτήρα, στηριζόμενη στην οικογενειακή παράδοση, αλλά δεν αποκλείεται στον πυρήνα της παραδόσε­ως να κρύπτονται ιστορικά στοιχεία. Γιος του Τζεργίνη ο ωραίος Δημητράκης, αιχμά­λωτος των Αλβανών και δέσμιος, διαγωνίστηκε με τους βασανιστές του στο πήδημα αλυσοδεμένος, με συμφωνία να ελευθερωθεί αν νικήσει. Έγινε το στοίχημα, ο Δημητράκης κέρδισε κι ελευθερώθηκε. Το στοίχημα ήταν ένα πήδημα αλυσοδεμένου. Ίσως στον πυρήνα της αφήγησης να κρύβεται η α­ποτελεσματική τόλμη δέσμιου, που κατόρθωσε να δραπετεύσει. Άξιος θαυμασμού πλέον και ικανός ο Δημητράκης Τζεργίνης έχει παρουσία. Παντρεύε­ται, αποκτά δύο τέκνα: Χρόνης, Λάμπρος. Κάποιος υπολογισμός μπορεί να τοποθετήσει χρονολογικώς όσα γίνονται στα τέλη του 16ου αιώνα. Αρχές του 17ου τα δυο παιδιά μεγαλώνουν. Ο Λάμπρος, κατά την παράδοση της οικογενείας, πνίγηκε νέος στη λίμνη του Φενεού, αλλ’ άφησε τέκνα.

Πιο γνωστός ο Χρόνης. Χροναίοι οι απόγονοί του. Ο τρίτος γιος του Δημητράκη Τζεργίνη, ο Δήμος, στερεώνει α­λυσίδα. Είναι προπάππος του Θ. Κολοκοτρώνη. Αναδύεται λοιπόν από τα βάθη της παράδοσης μέσα στο Λιμποβίσι ένας Τζεργίνης. Διακλαδίζε­ται η οικογένεια. Ξεχωρίζει ο γιος του Δημητράκη. Είτε γιος είτε εγγονός. Δήμος κι αυτός. Πιο πιθα­νόν είναι να πρόκειται για εγγονό, γιατί ο αφηγού­μενος τα οικογενειακά Θ. Κολοκοτρώνης τον Δήμο αναφέρει γαμπρό του καπετάν Χρόνη από το Χρυσοβίτσι και τον συνδέει με όσα γίνονται από τον Μοροζίνι, δηλαδή γύρω στα 1680. Τα γενόμενα τό­τε φαίνεται πως συνετέλεσαν ν’ αλλάξει επώνυμο η οικογένεια Τζεργίνη. Ο γιος του Δήμου εμφανί­ζεται ως Μπότσικας, που κατά την εξήγηση του α­φηγητή Θ. Κολοκοτρώνη σήμαινε μαυριδερός.

Ο Χρυσοβιτσιώτης καπετάν Χρονάς, ο πεθερός του Δήμου, πρέπει να ήταν καπετάνιος, συνεργαζόμενος με τους Ενετούς. Γέροντας πλέον, όταν ξαναγύριζαν οι Τούρκοι και οι Ενετοί αναγκάζονταν να εγκατα­λείψουν τον Μοριά, ο γερο – Χρόνης (ή Χρονάς) προέβαινε σε απίθανες ενέργειες, που μαρτυρούν, αν μη τι άλλο, τις φιλοενετικές εξαρτήσεις του. Πληροφορητής πάλι ο ίδιος ο Θοδωράκης: «Οι Χρυσοβιτσιώται, Λιμποβιστώται και οι Αρκουδορρεματίται επήγαν και επολέμησαν εις του Ντάρα τον Πύργο 6.000 Τούρκους… Αυτοί εχαλάσθησαν και εγλύτωσε ο Μπότσικας…».

Το επεισό­διο είναι μαρτυρημένο. Και ο Δήμος Μπότσικας εί­ναι ο γενάρχης της οικογένειας. Αναφέρεται ο γιος του Ιωάννης, γεροδεμένος άνδρας, με γλουτούς γε­μάτους. Ένας Αλβανός μόλις τον είδε, είπε: «Βρε, τι μπιθεκούρας είναι αυτός!».

Το νόημα αυτής της λέξης αποδίδει η ελληνική λέξη Κολοκοτρώνης. Και επικράτησε έκτοτε, με τον πρώτο γνωστό πλέ­ον Κολοκοτρώνη, τον Ιωάννη, που άφησε απογό­νους, αλλά είχε σκληρή τύχη. Σε κάποια συμπλο­κή αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και βρήκε θάνα­το αγχόνης στην Ανδρούσα.

Ο Θοδωράκης στην α­φήγησή του παρατηρεί ότι οι Κολοκοτρωναίοι δεν είχαν φυσικό θάνατο. Αναφέρονται πέντε παιδιά του Γιάννη Κολοκο­τρώνη: Αναγνώστης, Κωσταντής, Βασίλης, Αποστόλης, Γιώργης. Ο Βασίλης χάθηκε νωρίς. Οι Αποστόλης και Γιώργης βρήκαν αγωνιζόμενοι με­τά τα Ορλοφικά το θάνατο. Γλίτωσε ο Αναγνώστης, αλλά η δράση του δεν μαρτυρείται με λεπτομέρει­ες. Πάντως είχε τρία παιδιά, γενναία και ηρωικά. Οι δύο είναι κατ’ όνομα γνωστοί, Γεωργακλής και Κουντάνης· έπεσαν ηρωικά στον κατατρεγμό των κλεφτών το 1806, στη γνωστή ενέδρα στο Σαπολίβαδο. Ο άλλος γιος του Αποστόλη είχε τ’ όνομα του παππού του, Γιάννης, γνωστός με την επωνυμία Ντασκούλιας. Γλίτωσε καταφεύγοντας στη Ζάκυν­θο. Ο Αναγνώστης είχε καταφύγει στη Μάνη, όπου έκανε σπίτι. Όταν τ’ αδέρφια του σκοτώθηκαν στον Πύργο του Παναγιώταρου, μετά την εξόντωση των Αλβανών, ο θείος του ορφανού Θοδωράκη τον προστάτευσε, αλλά τελικώς έπεσε κι αυτός στο Λεοντάρι σε ηλικία 52 ετών.

Απέμεινε από τα τέκνα του Γιάννη Κολοκο­τρώνη ο δευτερότοκος Κωσταντής, ο πατέ­ρας του Θοδωράκη. Δεν επιβεβαιώνεται λανθάνουσα πληροφορία για έναν άλλο του αδελφό, που δημιούργησε οικογένεια και είναι γνωστή με την επωνυμία Τζολάκης.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

Ο Κωσταντής όμως αναδείχθηκε ο επίσημος διάδοχος του πατέρα του, άξιος πολεμιστής και πασίγνωστος ως καπόμπασης στην Κορινθία. Τον παρουσιάζει ο Θοδωράκης, υπερήφανος για την ανδρειοσύνη του: «μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, μ’ ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός». Ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης με τη Ζαμπία (κόρη του καπετάν Κωστάκη από την Αλωνίσταινα) απέ­κτησαν 5 τέκνα, 4 γιους και μια κόρη. Καθολική υ­πήρξε η δράση της οικογενείας, αλλά και βαρύ το τίμημά της. Ο Κωσταντής υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της εξόντωσης των Αλβανών που λυμαί­νονταν την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της ε­ξέγερσης του 1770, σε συνεργασία με τον Τούρκο ναύαρχο Χασάν πασά Τζεζάερλη, το 1779. Το επό­μενο έτος όμως ο ίδιος ο Χασάν πασάς επολιόρκησε τον ήρωα των Τρικόρφων Κωσταντή Κολοκοτρώνη μαζί με τον περίφημο Παναγιώταρο, στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά, και στις 19 Ιουλίου 1780 την αντίστασή τους έθραυσε και τους εξόντωσε.

Ήταν 10 ετών ο Θοδωράκης, όταν εξοντώθηκε ο καπετάνιος πατέρας του και τον παρέλαβε η καπε­τάνισσα μητέρα του Ζαμπία με το θείο του Αναγνώ­στη, θα μεγαλώσει και θ’ ανδρωθεί με το όπλο στο χέρι, ως κάπος, κλέφτης και αρματολός πελοπον­νησιακού τύπου, επικεφαλής δικής του ομάδας πα­λικαριών, θα τον κατατρέχουν Τούρκοι και κοτζαμπάσηδες. Παντρεμένος με την Αικατερίνη Καρούζου από ηλικία 20 ετών, νοικοκύρης με σπίτι, κτήματα, ε­λιές, έπαιζε το διπλό παιχνίδι του κλεφταρματολού.

Απέκτησε τρία αγόρια: τον Πάνο, που θα σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο το 1825, τον Ιωάννη – Γενναίο και τον Κωνσταντίνο – Κολίνο. Και τρεις θυγατέρες, καλοπαντρεμένες. Με την κατά των κλεφτών εκ­στρατεία των Τούρκων το 1806 ο Κολοκοτρώνης οι­κογενειακώς θα εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο και θ’ αγωνίζεται επί 15 χρόνια για να μεγαλώσει τα παι­διά του, αλλ’ εκεί θα θάψει τη σύζυγό του. Στη Ζά­κυνθο η διαμονή του είναι γεμάτη με πολεμική δράση. Φίλος με τον Λαλαίο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, κινήθηκε με ομάδα σε βοήθειά του, ενώ τον καταδίωκε ο Βελή πασάς Πελοποννήσου.

Εξάλλου διεξήγε συνεννοήσεις με το Γάλλο ναύ­αρχο Ντονζελό (Donzelot) για συνεργασία και εκ­δίωξη των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Τέλος, κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό με το βαθμό του καπετάνιου και προαγόμενος έφθασε στο βαθμό του μαγγιόρου (ταγματάρχη), υπηρετώντας μέχρι το 1818. θα συνοψίσει ο ίδιος τα της παραμονής του στην Επτάνησο: «36 χρόνων ήμουν, όταν επήγα στη Ζάκυνθο, 50 χρόνους είχα, όταν εβγήκα στην Επανάστασι».

Τον βρήκαν οι Φιλικοί εκεί και ο περίφημος Αναγνωσταράς τον εμύησε την 1η Δε­κεμβρίου 1818. Και εκείνος έσπευσε να κατηχήσει τον πρωτότοκο γιο του Πάνο αμέσως. Η εθνική δράση του Θ. Κολοκοτρώνη δεν χωρά­ει σε λίγες σελίδες, θ’ αναδειχθεί ο αρχηγός των ό­πλων, θα καταγάγει θριάμβους στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια, στον αγώνα κατά του Ιμπραήμ, θα φυλακιστεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, θ’ αποκτήσει εξώγαμο με μια μοναχή στην Ύδρα, τον υστερότοκο νέο Πάνο. Θα δικαστεί και θα καταδι­καστεί εις θάνατον από την Αντιβασιλεία. Θα επι­ζήσει. Και θα τερματίσει τον επίγειο βίο του το 1843, τιμημένος και δαφνοστεφανωμένος.

 

Ιωάννα Κ. Γιανναροπούλου

Ιστορικός

  

Βιβλιογραφία


Αποκλειστικά μελετήματα δύο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου περιέχουν ζωηρά την εικόνα του Θ. Κολοκοτρώνη, με πλούσια βιβλιογραφία:

1. Τα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη, «Πελοποννησιακά», τ. ΙΔ’ [1981, σσ. 1-112 (αναδημοσιεύεται ως Εισαγωγή στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981)].

2. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Σπ. Δημήτριος (1889-1983)


 

Ο Αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 15 Δεκεμβρίου 1889 και ήταν δευτερότοκος γιος του εκ Καλαμάτας γενικού αρχιάτρου (συνταγματάρχη) Σπυρίδωνα Ι. Παπαδόπουλου (Καλαμάτα 2 Ιουλίου 1853 – Ναύπλιο 15 Δεκεμβρίου 1930) και της συζύγου του Ελένης (Ναύπλιο, 1857-1949), κόρης του Ναυπλιώτη ιερέα Νικ. Καμαριώτου [1]. Ο Σπυρίδων Ι. Παπαδόπουλος κατετάγη στην Στρατιωτική Υγειονομική Υπηρεσία το 1878 ως δόκιμος ανθυπίατρος, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι, έλαβε μέρος  στις μεθοριακές συμπλοκές του 1886, συμμετείχε στον Πόλεμο του 1897 [2] και διατέλεσε για πολλά χρόνια Διευθυντής του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ναυπλίου, που ήταν εγκατεστημένο από παλαιότερα στην Ακροναυπλία [3] (σήμερα σώζονται ελάχιστα ερείπια).

 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

 

Ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος, αρχίατρος ήδη, αποστρατεύτηκε μετά από αίτησή του στις 6 Ιουλίου 1911, ανακλήθηκε όμως, κατά τους Πολέμους 1912-1913 και ανέλαβε την διεύθυνση της Υγειονομικής Υπηρεσίας της νεοσύστατης IV Μεραρχίας [4] και αργότερα των στρατιωτικών νοσοκομείων διακομιδής στην Φιλιππιάδα και μετά στην Καστοριά, στη συνέχεια δε του Επίτακτου Νοσοκομείου Αθηνών (Μέγαρο Αρσάκειου Εκπαιδευτηρίου), το οποίο διηύθυνε και μετά την λήξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Για τις υπηρεσίες του κατά τους δυο Πολέμους προήχθη κατ’ εκλογή σε έφεδρο γενικό αρχίατρο (24 Μαρτίου 1914).

Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε μεγαλύτερο αδελφό τον Ιωάννη (Παρίσι 13 Ιουνίου 1887 – Πέτσοβο 15 Ιουλίου 1913), απόφοιτο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων (τάξη 1908), ο οποίος ως υπολοχαγός πυροβολικού σκοτώθηκε κατά τον Ελληνο-Βουλγαρικό Πόλεμο στη μάχη του Πετσόβου (Ύψωμα 1378) και μικρότερους,  τον Άγγελο (Καλαμάτα 1893 – Αθήνα 1973), λαμπρό νομικό, συγγραφέα, πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και Νομάρχη Αιτωλίας και Ακαρνανίας [5], και τον Αθανάσιο (Ναύπλιο 1900 – Αθήνα 1971), πλοίαρχο γιατρό Π.Ν., καθώς και δυο αδελφές.

Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος μαθήτευσε στα σχολεία της πόλης, κατετάγη στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων στις 10 Οκτωβρίου 1907 και μετά πενταετείς σπουδές απεφοίτησε ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού στις 26 Ιουνίου 1912. Μετείχε των Βαλκανικών Πολέμων ως ουλαμαγός πεδινού πυροβολικού (3η Πυροβολαρχία της I Μοίρας του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού: διοικητής συνταγματάρχης πυροβολικού Λεωνίδας Παρασκευόπουλος).

Μετά την λήξη των Πολέμων προήχθη σε υπολοχαγό (25 Σεπτ. 1913) και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος (1 Ιαν. 1915). Ακολούθως προήχθη σε λοχαγό β’ (25 Μαρτ. 1915), σε λοχαγό α’ (5 Οκτ. 1915) και σε ταγματάρχη (13 Δεκ. 1917). Στη συνέχεια μετείχε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Μακεδονικό Μέτωπο) ως διοικητής μοίρας ορειβατικού πυροβολικού (τιμήθηκε τότε με τον ελληνικό, τον γαλλικό και τον βελγικό Πολεμικό Σταυρό), της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ως διοικητής μοίρας πεδινού πυροβολικού και ακολούθως μοίρας ορειβατικού πυροβολικού, και τιμήθηκε με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας.

Αντισυνταγματάρχης από τις 26 Αύγουστου 1923, θεωρήθηκε ότι μετείχε του «αντιπλαστηρικού» κινήματος που εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως το 1923, από τους φιλελεύθερους (βενιζελικούς) υποστράτηγους Γεώργιο Λεοναρδόπουλο (1867-1936) και Παναγιώτη Γαργαλίδη (1870-1948), με αποτέλεσμα να αποταχθεί μετά από Απόφαση της Επανάστασης στις 28 Νοεμβρίου 1923 και να παραμείνει εκτός στρατεύματος μέχρι τις 2 Ιουνίου 1927, όταν βάσει Ψηφίσματος της Βουλής των Ελλήνων (20/22 Δεκεμβρίου 1926) αποφασίστηκε περιορισμένη αποκατάσταση των για πολιτικούς λόγους απομακρυνθέντων αξιωματικών [6].

Αφού ανακλήθηκε, στις 2 Ιουνίου 1927 [7], προήχθη σε συνταγματάρχη στις 31 Δεκεμβρίου 1927 αναδρομικά από 18 Σεπτεμβρίου 1925, από τότε δηλαδή που είχαν προαχθεί νεότεροί του, και φοίτησε στο Κέντρο Ανώτερης Στρατιωτικής Εκπαίδευσης (Αθήνα), κέντρο σπουδών που συστήθηκε ειδικά μετά  από πρόταση της γαλλικής Στρατιωτικής Εκπαιδευτικής Αποστολής με σκοπό την γενική θεωρητική προπαρασκευή των συνταγματαρχών δια τον βαθμό του υποστρατήγου, καθώς και στο Κέντρο Ανώτερων Στρατιωτικών Σπουδών (Γαλλία-Βερσαλλίες).

Ως συνταγματάρχης διετέλεσε διοικητής συντάγματος πυροβολικού, Αρχηγός Πυροβολικού του Β’ Σώματος Στρατού και Διευθυντής Πυροβολικού στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Στο βαθμό του υποστρατήγου προήχθη την 21η Μαρτίου 1934 και υπηρέτησε ως Αρχηγός Πυροβολικού του Α’ Σώματος Στρατού (Αθήνα, 1934-1935), ως διοικητής μεραρχίας (1935-1938), και ως Επιθεωρητής (Αρχηγός) Πυροβολικού (Αθήνα, 1938-1939). Σε αντιστράτηγο προήχθη την 30η Ιανουαρίου 1940 και τοποθετήθηκε Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού, με έδρα την Λάρισα.

Στον Πόλεμο 1940-41, το Β’ Σώμα Στρατού επί διοίκησης  Δημ. Παπαδόπουλου (επιτελάρχης ο συνταγματάρχης πεζικού Δημήτριος Μαχάς, 1893-1975) υπαγόταν αρχικά, δηλ. μεταξύ 30ης Οκτωβρίου και 30ης Νοεμβρίου 1940, στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (αντιστράτηγος Ιω. Πιτσίκας, 1881-1975), ακολούθως, δηλ. μεταξύ 30ης Νοεμβρίου 1940 και 11ης Φεβρουαρίου 1941, στο Γενικό Στρατηγείο, και τέλος, μεταξύ 12ης Φεβρουαρίου και 5ης Μαρτίου 1941, στο νεοσύστατο Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (αντιστράτηγος Μάρκος Δράκος, 1888-1975). Υπό το Β’ Σώμα Στρατού υπήχθησαν διαδοχικά και κατά διαστήματα μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων επτά μεραρχίες (I, IV, V, VI, XI, XV, XVII) και δυο ταξιαρχίες (V, Ιππ.) [8].

Υπό την ευθύνη και την ανώτερη διεύθυνση του Β’ Σώματος Στρατού διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις Πίνδου και επετεύχθη η απώθηση των ιταλοαλβανικών στρατευμάτων στον κεντρικό τομέα και εν συνεχεία οι επιθετικές επιχειρήσεις που απέληξαν στην κατάληψη της Ερσέκας και της Μπόροβας (21 Νοεμβρ.), της Πρεμετής (5 Δεκ.), της γραμμής Τσερεβόντε – Ντομπρούσια (26 Δεκ.), του κόμβου της Κλεισούρας (Ιαν. 1941) και της κορυφογραμμής της Τρεμπεσίνας (Ιαν. 1941) [9]. Ενώ προπαρασκευαζόταν ή βρισκόταν σε εξέλιξη σχεδιασθείσα από το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου κοινή επιθετική ενέργεια των Α’ και Β’ Σωμάτων Στράτου και ενώ αναμενόταν από ώρα σε ώρα η «Μεγάλη Εαρινή Επίθεση» των ιταλικών στρατευμάτων με κύριο άξονα τον κεντρικό τομέα στο Μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, συνεκλήθη (5 Μαρτίου) σύσκεψη των αντιστράτηγων στην Αθήνα και στο Γενικό Στρατηγείο.

Ο Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Κοσμάς (1884-1964), ο οποίος μετείχε στην εν λόγω σύσκεψη, περιέγραψε στο βιβλίο του: Ελληνικοί Πόλεμοι τα διατρέξαντα [10]. « Συγκεκριμένως εζητήθη τότε η γνώμη των αντιστρατήγων περί του δέοντος γενέσθαι εν περιπτώσει παραλλήλου γερμανικής επιθέσεως. Ταύτα εν συνεχεία συσκέψεων και συζητήσεων της ελληνικής ανωτάτης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μετά των αφιχθέντων εις Αθήνας Βρετανών πολιτικών και στρατιωτικών. Ας σημειωθή ότι το περιεχόμενον των ελληνοβρετανικών πολιτικών συζητήσεων μόλις προσφάτως εγνωστοποιήθη» (1980) [11].

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς, όταν και αυτοί ρωτήθηκαν, φέρεται ότι εξέφρασαν την γνώμη ότι εν όψει γερμανικής επίθεσης θα ήταν σκοπιμότερο να μη βρίσκεται επί ελληνικού εδάφους βρετανική ένοπλη δύναμη και μάλιστα τόσον ασθενής ώστε μόνον ευκαιρία και δικαιολογία για την επιτιθέμενη Γερμανία να συνιστά. Αντιθέτως θα έπρεπε να αφεθούν μόνες οι ελληνικές δυνάμεις να αποκρούσουν την γερμανική επίθεση και να πέσουν επί του πεδίου της μάχης και της τιμής προ του κολοσσιαίου σε αριθμό και μέσα επιτιθέμενου, αλλά να έχουν στερήσει αυτόν από «πάσης» δήθεν διπλωματικής ή πολεμικής δικαιολογίας. Έτσι κι αλλιώς η βρετανική συμβολή, στερημένη ικανής αεροπορικής υποστήριξης, δεν επρόκειτο να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.

Βεβαίως, η βρετανική σκέψη ήταν διαφορετική. Αν πραγματοποιείτο το σχέδιο έγκαιρης υποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων από την Βόρειο Ήπειρο, την άνω του Αλιάκμονος Δυτική Μακεδονία και την λοιπή Μακεδονία και Θράκη αμαχητί (εγκαταλείποντας στην τύχη τους ελληνικά εδάφη και πληθυσμούς) και συγκέντρωσής τους στην περιοχή των Τεμπών για να αμυνθούν και να δημιουργήσουν για σύντομο μόνο διάστημα σταθερό μέτωπο, όπως κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (υπό τελείως όμως διαφορετικές συνθήκες), οι Βρετανοί θα ήσαν ικανοποιημένοι επιτυγχάνοντες εν συνεχεία σταδιακή υποχώρησή τους μέχρι του Ταινάρου (όπου θα εγκαταλείποντο τα ελληνικά στρατεύματα), γιατί θα κέρδιζαν και ημέρες ακόμη έναντι της επίθεσης του Άξονα κατά της Αλεξάνδρειας. Λόγω του απερίγραπτου φόβου από την προέλαση των γερμανοϊταλικών στρατευμάτων υπό τον στρατάρχη Erwin Rommel (1891-1944) [12]στην Αίγυπτο και της πιθανής προσβολής της περιοχής των πετρελαίων και των Ινδιών από Βορρά (Καυκάσου) και Δυσμών, επιθυμούσαν οι Βρετανοί την παράταση των ελληνοϊταλικών επιχειρήσεων με κάθε θυσία.

Περί των θεμάτων αυτών βρίθουν συνταρακτικών πληροφοριών οι σελίδες του βιβλίου του στρατηγού Γεωργίου Κοσμά, αλλά και οι δημοσιευθείσες αναμνήσεις του Πρίγκηπα Πέτρου (1908-1980) [13], λοχαγού τότε, συνδέσμου του Γενικού Στρατηγείου μετά των εν Ελλάδι Βρετανικών στρατιωτικών Αρχών. Εν πάση περιπτώσει και εν συνεχεία των διατυπωθεισών γνωμών τους οι αντιστράτηγοι Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος και Γ. Κοσμάς θεωρήθηκαν ως διαφωνούντες προς τις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου, αντικαταστάθηκαν αψυχολόγητα και επιβλαβώς την 6η Μαρτίου κατόπιν διαταγής τούτου και ετέθησαν κατά την 7η Μαρτίου 1941 σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία [14].

Ουσιαστικά αποκεφαλίσθηκε η ανώτατη ηγεσία του κεντρικού τομέα δυο ημέρες προ της εκδήλωσης της αναμενόμενης ιταλικής Εαρινής Επίθεσης. Ευτυχώς άλλοι, ικανότατοι επίσης, Έλληνες στρατηγοί, οι οποίοι αντικατέστησαν τους αποστρατευθέντες, μετά σκληρό βεβαίως αγώνα, συνέτριψαν τις ιταλικές δυνάμεις και εξευτέλισαν τις διοικήσεις τους. Την διοίκηση του Β’ Σώματος Στρατού ανέλαβε ως διοικητής της III Μεραρχίας ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (1892-1945), με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη πεζικού Θρασ. Τσακαλώτο (1897-1989). Οι τρεις αποστρατευθέντες στρατηγοί επανήλθαν στην ενεργό δράση την 20η Μαΐου 1941 μετά από απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας υποστράτηγου Γ. Μπάκου [15]. Λίγο αργότερα ο Δ. Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε Πρόεδρος του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, το οποίο ανέλαβε τις κρίσεις των μετασχόντων του Πολέμου αξιωματικών.

Ο Δ. Παπαδόπουλος επί Κατοχής αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος της συσταθείσης την 20η Μαΐου 1943, από τον τέως Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο και την ανώτατη ηγεσία του Πολέμου, αντιστασιακής Οργάνωσης «Στρατιωτική Ιεραρχία» (πλην του αντιστράτηγου Μάρκου Δράκου, ο οποίος δήλωσε απλώς ιδεολογική συμπαράσταση [16], καθώς και αυτών που ανέλαβαν καθήκοντα υπουργού αντιστράτηγων Γ. Τσολάκογλου (1886-1948) και Π. Δεμέστιχα (1885-1960), μη κληθέντων) [17]. Η Οργάνωση εντός ελάχιστου χρόνου απετέλεσε σπουδαίο έργον. Εν τούτοις η σύσταση αυτής δεν ήταν αρεστή στους παράγοντες που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή.

Το έργο της εν λόγω αντιστασιακής Οργάνωσης ανεστάλη απότομα, γιατί μετά από ένα δίμηνο ακριβώς (20 Ιουλίου 1943), άγνωστο από ποιόν καταδοθέντες, συνελήφθησαν υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής οι μετέχοντες της διοίκησης της Οργάνωσης πέντε αντιστράτηγοι (πλην του Δ. Παπαδόπουλου) και μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, όπως είναι γνωστό [18]. Ο λόγος για τον οποίο ο Δ. Παπαδόπουλος δεν συνελήφθη δεν είναι ευρύτερα γνωστός. Βεβαίως τελούσε υπό συνεχή παρακολούθηση. Προφανώς αφέθηκε ως «δόλωμα», ώστε μέσω των κινήσεων του, αφού αυτός παρέμεινε κατά το Καταστατικό ως Αρχηγός της Οργάνωσης, να διαπιστωθεί ο αμέσως επόμενος κύκλος ηγετικών προσώπων.

Υποψιαζόμαστε ότι η σύλληψη των πέντε αντιστράτηγων πρέπει να συσχετισθεί προς τα επακολουθήσαντα εσωτερικά γεγονότα, αναρωτιόμαστε δε μήπως η σύλληψη αυτή προκλήθηκε χάριν τούτων. Το θέμα δεν είναι του παρόντος. Πρέπει να ερευνηθεί. Βέβαιο είναι ότι η Οργάνωση συνέχισε να δρα με αρχηγό τον Δ. Παπαδόπουλο και επιτελάρχη τον τέως μέραρχο υποστράτηγο Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου (1885-1973), με βοηθό του Αρχηγού τον τότε αντισυνταγματάρχη πυροβολικού και κατόπιν αντιστράτηγο, λόγιο στρατιωτικό, Ξέρξη Λίβα (1899-1965) [19], καθώς και ότι η δομή της συνέβαλε σπουδαία στην στελέχωση και την δράση της συγχρόνως με την αποχώρηση των Γερμανικών Στρατευμάτων, εκδηλωθείσης επίσημα Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής, υπό τον τότε υποστράτηγο (και κατόπιν αντιστράτηγο) Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο (1891-1962) [20].

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, μετά την εγκατάσταση της εν αποδημία Κυβέρνησης στην  Αθήνα και κατά τις αρχές Μαρτίου 1945, όλοι πλην ενός (Μάρκου Δράκου) οι αντιστράτηγοι της Νίκης και πάντες πλην τριών οι μάχιμοι υποστράτηγοι, ετέθησαν από την τότε Κυβέρνηση Νικ. Πλαστήρα εις τον Πίνακα Β’, δηλαδή τον Πίνακα των εκτός ενεργείας και οργανικών θέσεων αξιωματικών, εν αναμονή της αποστρατείας των (5 Μαρτίου 1945).

Μερικοί απ’ αυτούς βρισκόντουσαν ακόμη ως όμηροι στη Γερμανία, όπως οι αντιστράτηγοι Κ. Μπακόπουλος, Π. Δέδες και Γ. Κοσμάς και ο υποστράτηγος Β. Βραχνός, άλλοι δε είχαν ήδη σκοτωθεί κατά τα Δεκεμβριανά [21]. Ασφαλώς η πράξη αυτή (συνδεόμενη πολιτικά προς την συμμετοχή ή την συμπάθεια των παραμερισθέντων το 1945 στο «αντιπλαστηρικό» Κίνημα του 1923) θα ικανοποίησε τους ηττημένους Ιταλούς στρατηγούς του 1940-41, αν πληροφορήθηκαν, βεβαίως, τα διατρέξαντα, και θα εξέπληξε και θα εκπλήσσει κάθε αντικειμενικό ιστορικό κριτικό. Ηένταξη στον Πίνακα Β’ ακυρώθηκε αργότερα, αλλά το γεγονός δεν συνοδεύτηκε και με ανάθεση καθηκόντων στους δικαιωθέντες, τούτο δε για πολιτικούς λόγους αναγόμενους στις αντιλήψεις της εποχής.

Ο αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος αποστρατεύθηκε τελικά την 13η Μαΐου 1946 [22]. Τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό α’ τάξης (4 Μαρτίου 1941), το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων (30 Οκτωβρίου 1945) και με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας (30 Οκτωβρίου 1945). Ως απόστρατος τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Γεωργίου Α’ μετά ξιφών (4 Ιανουαρίου 1947) για την εν γένει προσφορά του κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή. Επίσης κρίθηκε ως επαξίως διοικήσας μεγάλη μονάδα κατά τον Πόλεμο 1940-1941 και έτυχε ισοβίως ειδικής σύνταξης (ίσης προς τον μισθό ενεργείας). Εν συνεχεία έζησε αφανώς ως ιδιώτης. Κάτοχος της γαλλικής, της αγγλικής και της γερμανικής γλώσσας, αφιερώθηκε στην μελέτη [23].

Απεβίωσε στην Αθήνα την 5η Δεκεμβρίου 1983, κηδεύθηκε (όχι δημοσία δαπάνη) στον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων του Α’ Δημοτικού Νεκροταφείου Αθήνας και ενταφιάστηκε στο Δημοτικό Νεκροταφείο Ναυπλίου, στην πόλη όπου γεννήθηκε. Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος είχε νυμφευθεί στο Ναύπλιο την Μαρία Βαζιργιατζίκη από την Μακεδονία. Παρέμεινε άτεκνος. Στο Ναύπλιο δόθηκε το όνομα του πρόσφατα σε οδό της πόλης. [24]

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Ελένη Παπαδοπούλου ήταν εγγονή του επίσης ιερέα Παναγιώτου Καμαριώτου (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1853), ενταφιασμένου όπισθεν και αριστερά του Ιερού Ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου στο Ναύπλιο. Ο Παν. Καμαριώτης, καθώς και ο γιος του Νικ. Καμαριώτης, υπήρξαν εφημέριοι του Ναού τούτου (ο δεύτερος μεταξύ 1855 και 1887). Αλλά και ο γεν. αρχίατρος Σπυρίδων Παπαδόπουλος ήταν γιος ιερέα, του Παπα-Ιωάννου Σπυρίδωνος Παναγιωτόπουλου από τα Σωτηριάνικα Οιτύλου, που έχει ταφεί  στον Ιερό Ναό της Υπαπαντής της Καλαμάτας. Και οι δυο οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και τα μέλη των πολιτογραφήθηκαν Ναυπλιείς.

[2] Ως γιατρός του 8ου Συντάγματος Πεζικού (Ναυπλίου) στο Μέτωπο της Θεσσαλίας. Βλ. Εκθεσις της A.B.Υ. του Διαδόχου επί των πεπραγμένων του Στρατού Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897, υποβληθείσα εις το Υπουργείον των Στρατιωτικών (Πιστοτάτη ανατύπωσις της Επισήμου Εκθέσεως του Διαδόχου), Εν Αθήναις 1899, σελ. 584. Στην ανατύπωση αυτή και όχι στην πρωτότυπη (μετά παραρτημάτων) έκδοση παραπέμπουμε λόγω της σπάνιος της τελευταίας και της δυσκολίας του αναγνώστη να συμβουλευθεί αυτήν.

[3] Το Νοσοκομείο τούτο ανασυγκροτήθηκε επί του Φρουρίου της Ακροναυπλίας επί ανωτέρας διοίκησης των τακτικών στρατευμάτων υπό του τότε συνταγματάρχη Karl von Heideck. Tο Νοσοκομείο στεγάστηκε σε παλαιό ερείπιο που βελτιώθηκε για τον σκοπό αυτόν. Βλ. σχετικώς εν Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. ΙΑ’, Εν Αθήναις 1852, σελ. 610-611. Σώζονται μέχρι σήμερα ερείπια του, σε πλήρη εγκατάλειψη.

 [4] Η IV Μεραρχία συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο 1912 σύμφωνα με τον Νόμο Γ’^Ε’ (3995) της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί συνθέσεως του ενεργού στρατού ( Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 15(17 Ιαν. 1912), σελ. 82) και το Βασ. Διάταγμα της 7ης Ιανουαρίου 1912 περί εκτελέσεως του Νόμου Γ ^ h Ε’ /1912 ( Εφημερίς της Κυβερ­νήσεως, φ. Α’ 60 (15 Φεβρ. 1912), σελ. 377-422). Διοικητής της IV Μεραρχίας κατά τους Πολέμους 1912-1913 ήταν ο υποστράτηγος πυρ. Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος (1853-1942), αργότερα αντιστράτηγος. Για την δράση της IV Μεραρχίας και των μονάδων της βλ. προχ. Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Εν Αθή­ναις 1987. Η IV Μεραρχία αποκλήθηκε «Πτερωτή» (κατ’ άλλους «Σιδηρά») λόγω της ταχείας προέλασής της. Η δράση της IV Μεραρχίας και κατά τις επιχειρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε λαμπρά. Σήμερα εδρεύει στην Τρίπολη. Φερώνυμος του Κ. Μοσχοπούλου οδός στο Ναύπλιο δεν υπάρχει.

 [5] Στον Άγγελο Σπ. Παπαδόπουλο οφείλεται και η στην ελληνική γλώσσα μετάφραση του διαπρεπούς νομικού Walter G. Jellinek (1885-1955) έργου του: Εισαγωγή εις το Διοικητικόν Δίκαιον (μετά σχολίων και προσθηκών περί του εν Ελλάδι κρατούντος δημοσίου δικαίου και της περί αυτού ελληνικής νομολογίας), Εν Αθήναις 1939, και Του Αυτού, Διοικητικόν Δίκαιον, τομ. Β’, τεύχ. 1ον, Εν Αθήναις 1944, και τομ. Β’, τεύχ. 2ον, Εν Αθήναις 1955. Ο γράφων χαίρει γιατί έχει στο νομικό τμήμα της βιβλιοθήκης του το βιβλίο τούτο με αφιέρωση του παλαιού συναδέλφου Άγγελου Σπ. Παπαδόπουλου.

[6] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 440 (27 Δεκ. 1926), σελ. 3463-3464.

[7] Πρ. Διάταγμα της 2ας Ιουνίου 1927, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 102 (2 Ιουν. 1927), σελ. 491. Ο Δημ. Παπαδόπουλος κατετάγη στον Πίνακα Α’ (επαναφερομένων στην ενέργεια).

[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον. Το τέλος μιας Εποποιίας. Απρίλιος 1941, Εν Αθήναις 1959, σελ. 313-316.

[9] Βλ. ανωτ. υποσημ. 8.

[10] Βλ. αντιστρατήγου Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, Εν Αθήναις 1967, σελ. 69-72.

[11] Υπ. Εξωτερικών, 1940 – 41. Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Εν Αθήναις 1980.

[12] Βλ. προχείρως Hans Gert von Esebeck, Ρόμμελ. Το γερμανικόν AfricaKorps, μετάφρ. Γ. Κ. Γαζή, Εν Αθήναις 1958. Η περί του Ρόμμελ και της πολεμικής δραστη­ριότητάς του βιβλιογραφία είναι μεγάλη.

[13] Πρίγκηπος Πέτρου, Ημερολόγια Πολέμου 1940-1941, Α’, ‘Εν Αθήναις 1997, εκδ. Ιδρύματος Γουλανδρή-Χόρν.

[14] Βλ. αντιστράτηγου Θρασ. Ι. Τσακαλώτου, 40 Χρόνια Στρατιώτης της Ελλά­δος, τόμ. Α’, Εν Αθήναις 1960, σελ. 160-164.

[15] Βλ. Νομ. Διάταγμα υπ’ αριθμ. 63 της 15ης Μαΐου 1941, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Α’ 171 (15 Μαΐου 1941), σελ. 826-827.

[16] Ο αντιστράτηγος Μ. Δράκος, γόνος σημαντικού οίκου της Ηπείρου, διακριθέν­τος κατά τους Αγώνες του Έθνους, ήταν κατ’ ουσία σύγχρονος του Αλ. Παπάγου. Προήχθη σε υποστράτηγο μετά τρίμηνο από της αντίστοιχης προαγωγής του Παπάγου και σε αντιστράτηγο μετά απ’ αυτόν. Προφανώς δεν λησμόνησε ότι όσο διαρκούσε ο πόλεμος άδικα αποστρατεύθηκε και δεν επιθυμούσε προσωπική συνεργασία μετά του εν απο­στρατεία πλέον τέως Αρχιστράτηγου.

[17] Βλ. Γ. Κοσμά, Ελληνικοί Πόλεμοι, σελ. 72-74.

[18] Βλ. αντιστρατήγου Κ. Θ. Μπακοπούλου, Η ομηρία των πέντε αντιστρατήγων. Η ζωή των – Στρατόπεδα συγκεντρώσεως, Εν Αθήναις 1948. Βλ. και Γ. Κοσμά, Ελλη­νικοί Πόλεμοι, σελ. 72-75.

[19] Βλ. υποστρατήγου Ξ. Λίβα, Η Αιγηίς, Κοιτίς των Αρείων και του Ελληνισμού, Εν Αθήναις 1956.

[20] Βλ. συνταγματάρχου Κ. Β. Κοζάνη, Θα ζήσωμε ελεύθεροι ως Έλληνες. Ιστορικά έγγραφα του Στρατηγού Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, Εν Αθήναις 1978.

[21] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 47 (8 Μαρτ. 1945), σελ. 149.

[22] Κατά τα Δεκεμβριανά εκτελέστηκαν ο υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς (Δεκ. 1944), διοικητής μεραρχίας στον Πόλεμο, και ο υποστράτηγος Γ. Μπάκος (6 Ιαν. 1945). Επίσης εκτελέστηκε ο εκ των υποστρατήγων του Πολέμου (αντιστράτηγος εν αποστρατεία από το 1942 λόγω ορίου ηλικίας) Χρήστος Καβράκος (8 Δεκ. 1944).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ. Γ’ 131 (13 Μαΐου 1946), σελ. 797. Μαζί με αυτόν ετέθησαν τότε σε αποστρατεία και οι έτεροι αντιστράτηγοι του Πολέμου Μ. Δράκος, Δ. Παπαδόπουλος, Π. Δέδες. Ο Ι. Πιτσίκας είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας τω 1943. Ο Γ. Τσολάκογλου και ο Π. Δεμέστιχας είχαν καθαιρεθεί τότε λόγω της συμμετοχής τους στην Κυβέρνηση εν καιρώ Κατοχής. Ο Γ. Κοσμάς είχε καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας την 1η Ιανουαρίου 1946. Αργότερα (1953) ο Π. Δεμέστιχας ετέθη και αυτός σε αποστρατεία στις 13 Μαΐου 1946. Μερικά στοιχεία περί της σταδιοδρομίας του Δ. Παπαδοπούλου βλ. και κείμενα του αντιστράτηγου Χρήστου Σ. Φωτοπούλου, Επιτ. Γενικού Επιθεωρητού Στρατού, Αξιωματικοί και Ανθυπασπιστές του Στρατού και Δόκιμοι του Πολεμικού Ναυτικού που αποφοίτησαν από την Σχολή (: Στρ. Σχολή Ευελπίδων) κατά την περίοδο 1828-1912, εκδ. Σ.Σ. Ευελπίδων, Εν Βάρη Αττικής 1996, σελ. 235.

[24] Βλ. Δ. Παπαδοπούλου, Αναμνήσεις ενός Πυροβολητού, Εν Αθήναις 1976. Είμαστε βέβαιοι ότι σώζεται σημαντικό αρχείο του Στρατηγού. Ορισμένα εκ των αντικειμένων του έχουν προσφερθεί στο παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου. Αξιοσημείωτη αρχιτεκτονικά είναι η σωζόμενη στο Ναύπλιο οικογενειακή οικία Παπαδόπουλου  στην οδό Λαμπρινίδου.

 

Πηγή


  • Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, «Οι Ναυπλιείς Αντιστράτηγοι Δημήτριος Παπαδόπουλος και Βασίλειος Βραχνός», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ (1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Read Full Post »

Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή


 

 Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940 – Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας – Αληθινές πολεμικές ιστορίες – Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου – Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο – Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944 – Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο.

 

Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940

 

Παρότι έχουν περάσει έξι περίπου δεκαετίες πιστεύω πως ήσαν πρό­σφατα. Ήμουν παιδί στην τετάρτη Δημοτικού στην Πρόνοια. Δεν πέρναγε από το μυαλό μου ότι η Ελλάδα πήγαινε για πόλεμο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για επιστρατεύσεις συγγενών και άλλα, που τα διάβαζαν οι γονείς μας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Δευτέρα στις 8 το πρωί που πήγαμε στο σχολείο, η διευθύντρια κ. Ιωάννα Βαρκάντζα μας ανακοίνωσε κλαίγο­ντας πως δεν θα κάναμε μάθημα για λίγες μέρες, γιατί μας κήρυξαν οι Ιτα­λοί τον πόλεμο. Αρχίσαμε εμείς τα μικρά παιδιά των 10 και 12 χρονών να ζητωκραυγάζουμε. Οι καμπάνες χτυπούσαν στις εκκλησίες της Αγίας Τριάδας, της Ευαγ­γελίστριας και της πόλης του Ναυπλίου. Ο λαός έβαλε τις εθνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Όλοι το έλεγαν «η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο».

Ναύπλιο. Δρομόσκαλα στην Παλιά Πόλη. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Οι Πέτρες και οι Άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου.

Την ίδια μέρα έφθασαν οι επίστρατοι στο Ναύπλιο, επίστρατοι από όλη την Πελοπόννησο. Εδώ ήταν η έδρα του 8ου Συντάγματος Πεζικού. Δι­οικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Μπασακίδης. Από εδώ που πα­ρουσιάστηκαν έφυγαν για το Αλβανικό μέτωπο. Το Ναύπλιο γέμισε με νέ­ους άντρες 25 έως και 45 χρονών. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου βοηθούσαν πρόθυμα αυτούς που παρουσιάζονταν, όλα τα σημεία της πόλης είχαν γί­νει κέντρα παρουσίασης. Όπως οι αποθήκες του Καταγά και το παλαιό γυ­μναστήριο, που είχε κάτι ξύλινες αποθήκες για αποδυτήρια. Στον σιδηροδρομικό σταθμό μεγάλη κίνηση. Ο σταθμός ήταν στις δόξες του. Κάθε ώρα έφευγε μια αμαξοστοιχία για την Αθήνα και κατό­πιν προς βορράν.

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς κράτησε πέντε μήνες. Για μας τους Έλληνες ήταν νικηφόρος. Στη περιοχή της Βορείου Ηπείρου ο στρατός μας έγραψε ιστορικές σελίδες δόξας και όλος ο κόσμος έμεινε έκπληκτος. Αλλά τον Απρίλιο του 1941 ενεπλάκησαν στον πόλεμο οι Γερ­μανοί κατά της Ελλάδος. Τότε κατέλαβαν οι Γερμανοί την Ελλάδα, μετά από σθεναρή αντίσταση του στρατού μας και άρχισε η Κατοχή της Ελλά­δας από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, με όλα τα φοβερά δεινά που προκάλεσε. Η Ελλάδα έπαιξε κύριο και αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Στις πρώτες μέρες, μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στην πόλη μας, όπως και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, ετέθη σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής αεράμυνας. Δηλαδή της προφύλαξης του πληθυσμού κάθε πόλης από πιθανούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που δεν ήταν και λίγοι, όπως σε μεγάλες πόλεις, Πάτρα, Πειραιάς, Κέρκυρα και άλλες.

Για τον λόγο αυτό στο Ναύπλιο ετοποθετήθη σειρήνα στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και καθορίστηκαν τα εξής καταφύγια: Προϋπήρχαν το καταφύγιο στον Αγιάννη, στη σπηλιά της κυρά-Καλλιόπης, όπως ξέραμε. Καταφύγιο στο υπόγειο της Εθνικής Τράπεζας. Στην ντάπια της Αρβανιτιάς στην υπόγεια σήραγγα, με είσοδο στη γωνία της στροφής του δρόμου προς την Ακροναυπλία, όπου είναι και σήμερα ορατή η είσοδος και έξοδος στο παλαιό γυμναστήριο, όπου τώρα το πάρκο του Σταϊκοπούλου. Και ως το τέλος Δεκεμβρίου 1940 έγινε και άλλη έξοδος, έργο εξόδου προς την οδό Συγγρού και τη Ζυγομαλά, στα παλιά χασάπικα. Επίσης για καταφύγιο εχρησιμοποιούντο η καμάρα στο δρόμο της Αρβανιτιάς, η σπηλιά κάτω από το βράχο του Παλαμηδιού, η σπηλιά στην Παναΐτσα, στη σπηλιά στο ύψωμα Ευαγγελιστρίας, τα λαγούμια όπως ξέ­ρουμε. Επίσης ένα μεγάλο καταφύγιο φυσικό ήταν στον Προφήτη Ηλία.

Με πρωτοβουλία της Στρατιωτικής διοίκησης Ναυπλίου σκάφτηκαν χαρακώ­ματα στα Πέντε Αδέλφια, στον Ψαρομαχαλά, βάθους ενάμισυ μέτρου και πλάτους ενός μέτρου. Στην πλατεία Συντάγματος σκάφτηκαν χαρακώματα κατά τρόπον τριγωνικό από την οδό Κωλέτη μέχρι την οικία Ρούσσου, στην επάνω γωνία της Εθνικής Τράπεζας. Κατά τον αυτό τρόπο έγιναν και στην πλατεία Τριών Ναυάρχων μπροστά στα σχολεία και στην πλατεία Εθνοσυνελεύσεως, στην Πρόνοια. Επίσης και στην πλατεία Αγίου Νικολά­ου είχε ανασκαφεί υπερυψωμένο παρόμοιο καταφύγιο. Για καταφύγια επί­σης χρησιμοποιούντο και σπίτια στους πρόποδες του Παλαμηδιού, όπου με το άκουσμα της σειρήνας γέμιζαν από κόσμο, των πιο κάτω συνοικιών.

Όπως είπαμε, στην ταράτσα του Δικαστικού μεγάρου είχε τοποθετη­θεί μεγάλη σειρήνα, ύψους τριών μέτρων, σε βάση με σιδερένια πλαίσια, ό­που με το άκουσμά της έτρεχε ο κόσμος στα προαναφερθέντα καταφύγια. Στο πολεμικό μουσείο Ναυπλίου σε μια αίθουσα, που έχει ειδικά δια­μορφωθεί, υπάρχουν το ονόματα των Ναυπλιωτών, που έπεσαν ηρωικά κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπως και ο χρόνος αλλά και ο τόπος που πέθαναν.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2001)

 

Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας

 

Μετά την εμπλοκή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την κατάρρευση της αντίστασης των ελληνικών δυνάμεων, άρχισε η ραγδαία προέλαση των Γερμανών προς όλη την Ελληνική επικράτεια, καταλαμβά­νοντας τη μια πόλη μετά την άλλη, από τη βόρεια Ελλάδα προς το νότο. Στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου, βρίσκονταν πολλές συμμα­χικές δυνάμεις, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί κ.ά. με την εντολή να συγκεντρωθούν στο Ναύπλιο, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για τη Μέση Ανατολή και την Κρήτη, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Μετά τις 25 Απριλί­ου 1942, κατέπλευσαν στο Ναύπλιο, τρία μεγάλα συμμαχικά οπλιταγωγά, που αγκυροβόλησαν στ’ ανοικτά του Ναυπλιακού κόλπου προς την Καραθώνα, όπου μάλιστα το ένα κόλλησε στα αβαθή νερά της περιοχής.

«Ulster Prince», τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου.

Οι Γερμανικές υπηρεσίες έμαθαν τις προθέσεις των συμμάχων και από τις 26 του μηνός κιόλας άρχισαν σφοδρές επιθέσεις με «Στούκας» προκειμένου να ματαιώσουν την αναχώρηση των συμμάχων. Τις μέρες εκείνες, πολλές ναυπλιώτικες οικογένειες κατέφυγαν στην Καραθώνα, όπου έζησαν στιγμές αγωνίας και είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Θυμάμαι την οικογένεια του Βαγ. Χαραλάμπους ή Κουτσομύτη, του Σπυρ. Νίκα, Γεωρ. Μακρή και άλλων πολλών από την Πρόνοια. Στις 27 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν οι βομβαρδισμοί και καταστράφη­καν τα τρία πλοία, αφού όμως πρώτα έπληξαν ένα γερμανικό «στούκας», που έπεσε στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Τις μέρες αυτές, στο Ναύπλιο είχαν συγκεντρωθεί Άγγλοι στρατιώτες, συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, που μας εντυπωσίασαν με την ψυχραιμία που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα.

Στο τέλος, για να μην πά­ρουν οι Γερμανοί λάφυρα τα πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα, έβαζαν μπρο­στά τις μηχανές και τα έριχναν από το ύψος της στροφής του Παλαμηδίου στο γκρεμό προς την Καραθώνα, και έτσι τα κατέστρεψαν. Μετά τον βομβαρδισμό των πλοίων, άρχισαν να βγαίνουν στην αμ­μουδιά της Καραθώνας άλογα άριστης ράτσας του Αγγλικού ιππικού και ανηφόριζαν προς τα βουνά. Πολλοί φτωχοί κάτοικοι συνέλεξαν κάποια απ’ αυτά, μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός. Στις γύρω αμμουδιές, από τον Αγ. Κωνσταντίνο μέχρι το τέλος, στο μώλο, είχαν εκβρασθεί πτώμα­τα Άγγλων και Νεοζηλανδών στρατιωτών, που είχαν σκοτωθεί κατά τους βομβαρδισμούς. Δυστυχώς αυτό το μακάβριο και φριχτό θέαμα το έζησαν όσοι είχαν καταφύγει στην Καραθώνα και μαζί μ’ αυτούς και η οι­κογένειά μου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 27-28 Απριλίου 1996)

 

Αληθινές πολεμικές ιστορίες

 

Αντίκρυ στην 28η Οκτωβρίου 1940 πυργώθηκε η 6η Απριλίου 1941, όταν η μεγάλη σύμμαχος των ηττημένων εχθρών μας εισέβαλε στην Ελλά­δα για να τους σώσει. Είναι πεπρωμένο ο μαρτυρικός αυτός τόπος να γί­νεται, όταν οι ώρες είναι κοσμοϊστορικές, οργισμένοι οι καιροί της Ιστο­ρίας, δοξασμένος Γολγοθάς και μαζί ο Ιερός Φάρος για τη διάλυση του πνιγηρού σκότους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μετά λοιπόν την εμπλο­κή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στις αρχές Απριλίου 1941 και την καταφανή υπεροχή τους, ο ελληνικός στρατός αμυνόταν «επί πα­τρίου εδάφους» κατά τρόπο ηρωικό στην περιοχή του όρους Μπέλες, όπου βρίσκονταν τα περιβόητα οχυρά Μεταξά. Δόθηκαν σκληρές μάχες με σοβα­ρές απώλειες και από τις δυο πλευρές, τον ηρωισμό όμως των Ελλήνων παραδέχτηκαν οι Γερμανοί, αφού είχαν εμποδιστεί από τους ήρωες Έλληνες στρατιώτες.

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Στην προέλασή τους προς νότο, οι Γερμανοί κατέλαβαν πολλές πόλεις της Β. Ελλάδας, οδεύοντας προς την Αθήνα χωρίς σχεδόν καμιά αντίσταση απέναντι στη διαμορφούμενη κατάσταση. Η κυβέρνηση των Αθηνών υπό τον Εμ. Τσουδερό τότε, ο βασιλιάς Γεώργιος και τα υπό­λοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας αναχώρησαν στην Κρήτη, παίρνο­ντας μαζί και τον χρυσό από τα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδας, που φορτώθηκε σε αντιτορπιλικό, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί έφθασαν στην Αθήνα στις 26 Απριλίου, όπου όρκισαν κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου, που υπέγραφε ανακωχή με τους κατακτητές, προς μεγάλη απογοήτευση των Ελλήνων μαχητών.

Στο μεταξύ, οι πρώτες φήμες για κατάληψη της Αθήνας, κατόπιν των Μεγάρων και της Κορίνθου, αιφνιδίασαν τους κατοίκους του Ναυπλίου, αφού ήταν βέβαιο ότι σε δυο-τρεις μέρες θα ερχόταν και η σειρά της. Όπως σε άλλο κείμενο έχει σημειωθεί, ικανός αριθμός Άγγλων, Νεοζηλανδών, Καναδών στρατιωτών, είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή με την ελπίδα μέσω θαλάσσης ν’ αναχωρήσουν από Ναύπλιο ή Τολό για Κρήτη και Αίγυπτο. Η επιχείρη­ση αυτή ματαιώθηκε, αφού τρία μεγάλα μεταγωγικά πλοία που ήταν ανοι­χτά του λιμανιού επλήγησαν από γερμανικά «Στούκας».

Στο Ναύπλιο εισέβαλαν οι Γερμανοί το απόγευμα της 28ης Απριλίου 1941. Στην είσοδο της πόλης, στη «Γλυκειά», υποδέχτηκαν αυτούς ομάδα συμπολιτών που απαρ­τιζόταν: από τον τότε νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Αντ. Λεμπέση, τον ελληνογερμανό διερμηνέα Νικ. Λειβαδίτη, τον τότε διοικητή Χωροφυλακής Ζαμβράκη και τον γερμανόφιλο στρατιωτικό διοικητή Ραζή, τον οποίο αρ­γότερα οι Γερμανοί προώθησαν σε στρατιωτικό διοικητή Αθηνών. Ο τότε δήμαρχος Γ. Μηναίος δεν παρευρέθηκε, τον οποίον έπαυσαν αμέσως για τη στάση του.

 

Ναύπλιο. Το ξενοδοχείο «Νέον», δεκαετία 1930. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Εισερχόμενοι στη νεκρή πόλη με επικεφαλής μοτοσικλετιστές, ακολουθούμενοι από καμιόνια και τανκς, σταμάτησαν στο Δικαστικό Μέ­γαρο. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, κοιτάζοντας τα σκαλιά του Παλαμηδιού, έδωσε σε ομάδα στρατιωτών τη Γερμανική σημαία και αυτοί ύψωσαν τη σβάστικα στον ιστό του ιστορικού φρουρίου. Κατόπιν, κατευθύνθηκαν στην παραλία, στα ξενοδοχεία Μ. Βρετανία και Νέον, Μπούρτζι και στο αρχοντικό του Μ. Μανουσάκη, που τα επίταξαν, μαζί με άλλα αξιόλογα κτίρια της πόλης μας. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση ενός κλίματος φοβίας και τρόμου απέναντι στους βάρβαρους κατακτητές. Άλλαξε ο τρόπος ζωής, η καθημερινότητα του Ναυπλίου, αφού οι Γερμανοί επέβαλλαν τους παρα­κάτω περιοριστικούς όρους: απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 6:00 το βράδυ ως τις 7:00 το πρωί, απαγόρευση συγκέντρωσης ομάδων πολιτών πάνω των δυο ατόμων και ποινή τουφεκισμού για όσους πολίτες έκρυβαν Άγγλους στρατιώτες. Κατάσχεση οχημάτων, κατάληψη του Τηλεγραφείου στην Πλ. Συντάγματος, του Σιδηροδρομικού Σταθμού, κλπ. Έτσι περίπου έχει η κατάληψη του Ναυπλίου από τον στρατό κατο­χής, που κράτησε ως το τέλος του πολέμου, 1200 μέρες περίπου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 7 Μαΐου 1997)

 

Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου

 

Για τη μάχη της Κρήτης, που άρχισε με τη Γερμανική αεροπορική επίθεση εναντίον του νησιού και υπήρξε ορόσημο του Β’ παγκοσμίου πο­λέμου, τις 20 Μαΐου 1941 έχουν γραφεί πολλά, έχουν εκδοθεί βιβλία, από ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος στην όλη αυτή επιχείρηση, Γερμανούς, Άγγλους, Έλληνες, Νεοζηλανδούς κ.ά. και έχουν αναφερθεί λεπτομερώς στην καταγραφή των γεγονότων, τις μεγάλες απώλειες που είχαν οι Γερ­μανοί σε στρατό και αεροπλάνα, ως και οι συμμαχικές και ελληνικές δυ­νάμεις, όπως και μαχητές της Κρήτης. Για τη σπουδαιότητα που είχε για τον Χίτλερ η κατάκτηση της Κρήτης, αφού για το σκοπό αυτό έστειλε εκεί να πολεμήσουν, τους θαυμάσια εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους αλεξιπτωτιστές της 7ης Αερομεταφερόμενης Γερμανικής Μεραρχίας, το Άνθος της Γερμανικής Νεολαίας, όπως την έλεγαν. Για τους διακριθέντες λοιπόν και πεσόντες κατά τη μάχη της Κρήτης ο Χίτλερ καθιέρωσε το ανώτατο παράσημο Ανδρείας με την επωνυμία «ΚΡΗΤΗ».

Τώρα ως προς τη συμμετοχή του Ναυπλίου στην όλη αυτή επιχείρη­ση, είμαι σε θέση να σας γνωρίσω τα πιο κάτω αναφερόμενα: Ως γνωστό αεροδρόμια από τα οποία απογειώνονταν τα μεταγωγικά Γιούνκερς με τους αλεξιπτωτιστές και μαχητικά Στούκας που βομβάρδιζαν, ήταν τα α­εροδρόμια Ελευσίνας, Μεγάρων, Χασανίου και του Άργους. Φυσικά όλη η ηπειρωτική Ελλάδα είχε καταληφθεί από τις 26 Απριλίου, από τους Γερμανούς, όπως και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου, όπου τμήματα αυτών έμειναν στα Ξενοδοχεία Μ. Βρετανίας, Νέον και άλλα παραδοσιακά κτί­ρια της πόλης μας. Οι Γερμανοί πιλότοι των αεροπλάνων που ήταν στο αεροδρόμιο Άργους, όλοι τους επίλεκτοι αξιωματικοί της Γερμανικής Αεροπορίας, έμε­ναν στο ξενοδοχείο τότε Μπούρτζι και κάθε πρωί ξεκινούσαν με στρατιω­τικά καμιόνια για το Άργος προκειμένου να ριχτούν στην κατά της Κρή­της μάχη.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Τα βράδια που έμεναν στο Μπούρτζι οι Γερμανοί πιλότοι αξιω­ματικοί, επιδίδονταν σε χορευτικές βραδιές, τραγουδώντας το θρυλικό «Λιλή Μαρλέν» πίνοντας μπύρες, και άλλα ποτά, ώσπου την άλλη μέρα πε­τώντας από το Άργος για την Κρήτη περνούσαν σύριζα πάνω από το Μπούρτζι περνώντας την Ακροναυπλία και χάνονταν στο πέλαγος. Η παρέα λοιπόν των Γερμανών πιλότων αρχικά ήταν περίπου 30 άτομα, κά­θε μέρα όμως γινόντουσαν λιγότεροι λόγω των μεγάλων απωλειών που εί­χαν στο Νησί. Κάθε βράδυ στο Μπούρτζι αναρωτιώντουσαν που είναι ο Χάνς, ο Πίτερ, ο Φρίτς κ.λπ., ώσπου ως το τέλος Μαΐου που ολοκληρώ­θηκε η κατάληψη της Κρήτης, στην παρέα των επίλεκτων αυτών Γερμανών πιλότων είχαν μείνει καμία δεκαριά. Τα πιο πάνω σχετικά με το «Μπούρτζι» μου τα είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Καπετάν Πάνος Βασιλείου ή Μπεντζένης, που ήταν από το 1938 έως το 1970 πλοηγός του καϊκιού μεταξύ Μπούρτζι και λιμανιού…

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 5-6 Ιουνίου 1999)

 

Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο

 

Τα Χριστούγεννα του 1941 στο Ναύπλιο ήταν τα πρώτα που έγιναν υπό την κατοχή των Γερμανών. Έχουν περάσει πέντε μήνες από την εί­σοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα δριμύς, είχε πέσει και χιόνι. Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή τα πράγμα­τα ήταν ελαφρώς καλύτερα από άλλες περιοχές της χώρας σ’ ότι αφορά την διαβίωση.

Στα χωριά της Ναυπλίας όλο και υπήρχε κάποια γαλοπούλα ή κοτό­πουλο ή αρνάκι βοσκής. Επίσης στις παρυφές της πόλης, στη Πρόνοια στους πρόποδες του Παλαμηδίου, την Ευαγγελίστρια, Αγία Παρασκευή, Πολύγωνο, σ’ όλες αυτές τις γειτονιές συνήθιζαν να έχουν κάποιες κότες ή γαλοπούλες. Θέλω να πω ότι οι συμπολίτες μας αυτοί ήταν από τους τυχερούς που είχαν ένα φαγητό για να χαρούν τα Χριστούγεννα. Στα μαγαζιά του Ναυπλίου δεν υπήρχαν τρόφιμα παρά ελάχιστα. Στα κρεοπωλεία αντί για κρέατα τις παραμονές των Χριστουγέννων έβλεπες να κρέμονται λαχανίδες. Τα κρεοπωλεία της Πρόνοιας ήταν γεμάτα από αυ­τές. Στου Ηλία Ξυλά, Αναστάσιου Κούτρη και Βαγγέλη Μπουρέκα γεμάτα λαχανίδες.

Αν είχαν κανένα χοντρό κρέας, αυτό πουλιόταν στη μαύρη α­γορά, όπως συνηθιζόταν τότε. Στα μπακάλικα της πόλης η ίδια κατάσταση. Άδεια ράφια. Ούτε ζάχαρη, ούτε αλεύρι, τίποτα. Ευτυχώς που υπήρχε ο Ερυθρός Σταυρός, που είχε πάρει τουλάχιστον μέτρα για τους απόρους. Στη Μητρόπολη λειτουργούσε υπηρεσία που τους βοηθούσε, με λίγο γάλα και ζάχαρη.

Στο παντοπωλείο του Κουλουρίδη στον Άγιο Σπυρίδωνα μοίραζαν με δελτίο από 100 δράμια ζάχαρη, μισή οκά αλεύρι, 100 δράμια μέλι για κά­θε άπορη οικογένεια, ενώ στον Δανιγγέλη στην Πρόνοια μοίραζαν 100 δρά­μια ρετσίνα. Στη παραλία, δίπλα στο τελωνείο, λειτουργούσαν συσσίτια για τους απόρους. Το μενού ήταν φασόλια χωρίς λάδι, ρεβύθια, φακές, μπουλουγούρι. Και εδώ την οργάνωση είχαν αναλάβει οι κυρίες του Ερυθρού Σταυ­ρού, οι οποίες εκτελούσαν έργο θεάρεστο. Μερικών δε θυμάμαι και σήμε­ρα τα ονόματα. Ήταν οι κυρίες Κατίνα Κωστούρου, Πόπη Παπαδάκη, Ολυμπίου, Παπαντωνίου, Χαρμαντά, Δέσποινα Κατσίκα. Μαγείρισσες ήταν η Λουκία Μπόμπου, η Φρόσω Καράγιωργα και η Ελένη Ρόζη από την Πρόνοια. Το θρησκευτικό αίσθημα των Ναυπλιωτών πάντως ήταν ακμαίο. Την Παραμονή των Χριστουγέννων κατά ομάδες ή μεμονωμένα έψαλλαν τα κά­λαντα σ’ όλη την πόλη. Οι εκκλησίες ήταν από νωρίς το πρωί κατάμεστες από κόσμο.

 

Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944

 

Ύστερα από την προώθηση των Γερμανικών Στρατιών στο ρωσικό μέτωπο οι μέρες παραμονής των κατακτητών στην Ελλάδα ήταν μετρη­μένες. Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία ήταν η «χαριστική βολή» για τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να αποσύρουν το στρα­τό τους από τα κράτη που είχαν καταλάβει, κατά τη διάρκεια του επεκτατικού τους πολέμου. Από την Ελλάδα άρχισαν να φεύγουν μετά από τέσσαρα χρόνια τριπλής κατοχής – αφού είχαν συμμάχους τους, τους Βουλγάρους και Ιταλούς –  τα πιο τραγικά ύστερα από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η χώρα ήταν εξαθλιωμένη και οι φρικτές επιπτώσεις της Κατοχής θα έμεναν για πολλά χρόνια ανεξίτηλα τυπωμένες στις μνήμες όσων τις έζη­σαν: πείνα, στερήσεις, κακουχίες, βομβαρδισμοί, συλλήψεις, εκτελέσεις πα­τριωτών.

Στην περιφέρειά μας, ήταν ευρύτατα αισθητή η παρουσία του στρατού κατοχής, όπως από τις αρχές του 1944 διαφαινόταν πολύ έντονα η τάση φυγής των Γερμανών από την Ελλάδα. Αυτό άλλωστε επαληθευόταν από την αισθητή μείωση του αριθμού των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Ειδικά στην πόλη μας, οι Γερμανοί φαίνεται πως ήθελαν να αφήσουν φεύγοντας τα σημάδια της τυρρανικής παρουσίας τους: είχαν λοιπόν αρχί­σει από τον Ιούνιο δήθεν οχυρωματικά έργα, σ’ όλο το μήκος της παρα­λίας από τον τότε βάλτο – κοντά στο σημερινό γήπεδο – μέχρι το φανάρι. Το έργο είχε ανατεθεί στον πολιτικό μηχανικό Δ. Ρουμελιώτη και το προ­σωπικό που θα απασχολιόταν εκεί ήταν Έλληνες εργάτες, υπό την επίβλε­ψη του τελευταίου τότε στρατιωτικού διοικητή Α. Μύλλερ.

Το έργο βέβαια αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα σατανικό σχέδιο δολιοφθοράς: δηλα­δή, τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων και εκρηκτικών υλών προκειμένου φεύγοντας οι Γερμανοί να ανατινάξουν μέρος του λιμανιού της πόλης.

Οι συμμετέχοντες τότε στο έργο Έλληνες, με επικεφαλής τον εργολά­βο σκέφτηκαν πατριωτικά: θα εκτελούσαν το έργο κατά ένα μέρος όμως. Δε θα έβαζαν δηλαδή την απαιτούμενη εκρηκτική ύλη για την καταστροφή του λιμανιού. Το σχέδιο του Γερμανού διοικητή το έμαθαν οι τότε τοπικοί παράγοντες, οι οποίοι με γρήγορη παρέμβασή τους προσπάθησαν να περι­σώσουν ότι μπορούσαν. Έτσι λοιπόν, χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, ημέρας του Τιμίου Σταυρού, ακούστηκαν εκκωφαντικοί κρότοι από τις ανατινάξεις. Μια από αυτές έγινε και στο ιστορικό ρολόι της πόλης μας, στην Ακροναυπλία. Βέ­βαια στο λιμάνι, οι εκρήξεις ήταν απανωτές, ανά 15-20 μέτρα, ευτυχώς όχι με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα στην έκταση που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Γερμανών.

Από την 6η πρωινή, οι κατακτητές άρχισαν να αναχωρούν οδικώς μέσω Άργους και Κορίνθου προς την Αθήνα, αφού πρώτα υπέστειλαν την Γερμανική Σημαία από το Παλαμήδι και το Μπούρτζι. Ο τελευταίος Γερ­μανός αξιωματικός παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπλίου ισόβαθμο του τότε ανθυπασπιστή Παναγιώτη Κολιόπουλο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύ­πης για τις καταστροφές γιόρτασαν το γεγονός της αναχώρησης. Οι κα­μπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα και ο ήχος τους διέσχιζε πέρα ως πέρα τον ελεύθερο πλέον Ναυπλιώτικο ουρανό. Έγινε δοξολογία στον Άγιο Γεώργιο, τα σπίτια σημαιοστολίστηκαν και οι κάτοικοι χαμογελούσαν με ανακούφι­ση. Μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η ιστορία της παραμονής του Γερμα­νικού Στρατού κατοχής στο Ναύπλιο.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 1997)

 

 Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το Ναύπλιο περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ’44, ύστερα από την διαγραφομένη συντριβή τους υπό των συμμάχων, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και ώσπου να ορ­κιστεί η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας υπό τον Γ. Παπανδρέου, όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ναύπλιο επικρατούσε αβεβαιότητα, αναταραχή, ως προς το ποιος θα διοικεί αυτήν την πόλη.

Σ’ όλη την ορεινή Αργολίδα, απ’ το 1942 είχε φουντώσει το Αντάρ­τικο. Στη Μηδέα, Κέρμπεσι, Κουρτάκι, Μάνεσι, κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ. Αριθμούσε μερικές χιλιάδες άνδρες υπαγόμενους στο 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με έδρα την Γκούρα Κορινθίας. Στο Ναύπλιο, την τήρηση της τάξεως, είχε αναλάβει ολιγομελής δύνα­μη χωροφυλακής υπό τον μοίραρχο Ορφανό, και δυο λόχοι ταγματασφαλιτών υπό τον ταγματάρχη Δημ. Μουστακόπουλο.

Στο διάστημα αυτό από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσο­δο του ΕΛΑΣ δεν είχαμε σοβαρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις εκτός από με­ρικές αψιμαχίες στην είσοδο της πόλης απ’ τη μεριά της Αρετούς, με εξαίρεση μια πρωινή συμπλοκή, αρχές Νοεμβρίου, μεταξύ τσολιάδων και ανταρτών, προερχομένων μάλιστα απ’ τα απέναντι του Ναυπλίου παράλια της Κυνουρίας, όπου έφτασαν εδώ με καΐκια του ΕΛΑΝ. Οι συγκρούσεις άρχισαν στα στενά της παραλίας Ναυπλίου, όπου εφονεύθησαν ο παντοπώλης Δ. Μόρφης έχων κατάστημα στην οδό Κωτσονοπούλου, με τον αδερφό του Γιάννη. Ο Μόρφης εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, όπως διεδόθη, καθώς και δυο αθίγγανοι. Οι συμπλοκές έφτασαν ως την Πλατεία Συντάγματος, όπου τραυματίστηκε και η υπηρέτρια της οικίας Μελισινού.

 

Ναύπλιο. Μεγάλος Δρόμος, 1922. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Το ότι δεν υπήρξαν σοβαρές συγκρούσεις οφείλετε στην σωφροσύνη των αντιπάλων αρχηγών, κατά τα λεγόμενα της εποχής. Μετά από μακροήμερες και επίπονες συνεννοήσεις του ΕΛΑΣ που υπερτερούσαν αριθμητικά, επήλθε συμφωνία ν’ αποχωρήσουν οι ολιγάριθμες δυνάμεις των ταγμάτων ασφαλείας και χωροφυλακής (έφυγαν προς τις Σπέτσες με πλωτά μέσα). Αμέσως τις επόμενες μέρες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισήλθαν πανηγυρικά στο Ναύπλιο, με επικεφαλής έφιππο τον στρατηγό Π. Λούρη απ’ το Άργος, με επίσης έφιππους τους ταγματάρχες Σεφερλή και Καρατζαφέρη. Ακολούθησαν οι καπεταναίοι και άνδρες του ΕΛΑΣ με σταυρωτές αρμάδες και βαριά οπλισμένοι με Γερμανικά, Αγγλικά και Ιταλικά όπλα τραγουδώντας το γνωστό τραγούδι του ΕΛΑΣ «στ’ άρματα, στ’ άρματα». Μεταξύ αυτών και οι συμπολίτες Κ. Χαύτας, Δ. Ξύδης, Ν. Βαλασάκης, Χ. Σπυρόπουλος ή καπετάν Άνεμος και πολλοί άλλοι απ’ τα γύρω χωριά. Στην είσοδο της πόλης τους έγινε επίσημη υποδοχή από επιτροπή κα­τοίκων της πόλης με επικεφαλή τον τότε μεγαλέμπορο του Ναυπλίου Μ. Λάμπρου, τον γιο του οποίου Νίκο, είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί στο Μ. Πεύκο, μαζί με άλλους πατριώτες, και ο οποίος μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν δήμαρχος του Ναυπλίου (ο επονομαζόμενος τότε δήμαρχος ΕΑΜ).

Πλαισιωμένος και από άλλους, όπως το γιατρό απ’ την Άρεια Γ. Οικονομόπουλο, τη δασκάλα I. Βαρκάτζα, τους δασκάλους I. Ζευγολατάκο, Παν. Ξύδη, τους δικηγόρους Δ. Μανιάτη, Σ. Θεοδωρόπουλο, τους αρχη­γούς της ΕΠΟΝ, με επικεφαλής τον φοιτητή Σπ. Δημόπουλο, την αδερφή του Άννα, την Α. Ξύδη (κόρη του δασκάλου) και πολλούς άλλους επονίτες Πρόνοιας και Ναυπλίου. Μετά την προσφώνηση απ’ τον Μ. Λάμπρου, η φάλαγγα κατευθύνθει στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο στρατηγός Λούρης, απ’ το μπαλκόνι της Εθνικής Τράπεζας, ανέπτυξε την δράση του ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της Κατοχής και την συμβολή αυτού στην απελευθέρωση της πατρίδας. Επίσης, πύρινους λόγους για την αντίσταση εκφώνησε ο Σπ. Δημόπουλος, η αδελφή του Άννα και η Α. Ξύδη.

Μετά την τελετή της υποδοχής με πρώ­το τον στρατηγό Λούρη, όλοι έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο. Κάπως έτσι τελείωσε η εορτή της εισόδου του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο, ενώ οι κάτοικοι του Ναυπλίου αμήχανοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα. Αργότερα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν εκεί όπου ήταν η Αστυνομία, στο κτίριο της Οδού Βύρωνος, στα σκαλιά της Φραγκοκλησιάς, όπου ήταν η Ανωτέρα Δι­οίκηση Χωροφυλακής Πελοποννήσου, στις αποθήκες του Καταγά στην παρα­λία, όπου ήταν ιταλικοί καταυλισμοί και σε άλλα κτίρια της πόλης μας. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έμειναν στην πόλη μόνο μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας, όταν ορκίσθηκε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση υπό τον Γ. Παπανδρέου. Τις όλες εικόνες της υποδοχής αποθανάτισε ο τότε φωτογράφος Κ. Καραχάλιος, μερικές απ’ τις οποίες υπάρχουν στα γραφεία της πρωτοβάθ­μιας Δημ. Εκπαίδευσης Αργολίδας.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Νοέμβρης 1995)

 

Πηγή


  • Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός, «Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »