Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Παπαφλέσσας Γρηγόριος Δικαίος (1786-1825)


 

Ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της Φιλικής Εταιρείας και της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε το 1786 στην Πολιανή της Μεσσηνίας. Στερνοπαίδι του Δημήτριου Δικαίου από τον δεύτερο γάμο του με την Κωνσταντίνα από το γένος των Ανδροναίων, πήρε το βαφτιστικό όνομα Γεώργιος. Ο Φωτάκος στη βιογραφία του Γρηγόριου Δικαίου αναφέρει ότι ο πατέρας του απέκτησε δεκαοκτώ παιδιά με την πρώτη γυναίκα του και δέκα με τη δεύτερη, από τα οποία ο Γεώργιος (Γρηγόριος) ήταν το τελευταίο. [1] Αν οι αριθμοί αυτοί δεν είναι «πατριωτικά» διογκωμένοι ίσως δεν είναι άσχετοι από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νεαρού Γεώργιου Δικαίου.

 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Εξάλλου, σχετικά με την προέλευση του ονόματος Παπαφλέσσας πάλι ο Φωτάκος αναφέρει μία, τουλάχιστον περίεργη και μυθώδη, εκδοχή σύμφωνα με την οποία όλοι οι απόγονοι του Δημήτριου Δικαίου ονομάστηκαν Φλεσαίοι από τη λέξη Εφεσίους της γνωστής επιστολής του Αποστόλου Παύλου, η οποία δεν προφερόταν σωστά στην εκκλησία της Πολιανής αλλά εκφερόταν ως Εφλεσίους, για να μεταπέσει σε Φλεσίους και περαιτέρω σε Φλεσαίους και από εκεί να καταντήσει επώνυμο της οικογένειας των Δικαίων και οπωσδήποτε του Γρηγορίου Δικαίου. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί βέβαια αν υποκρύπτεται κάποιο γεγονός πίσω από αυτές τις λεκτικές ακροβασίες, αλλά αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο Γεώργιος (Γρηγόριος) Δίκαιος θα γίνει τουλάχιστον τα ύστερα χρόνια γνωστότερος ως Παπαφλέσσας παρά ως Δίκαιος.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του που μόλις μνημονεύσαμε, παιδί φέρεται ότι έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά σε κάποιον καλόγηρο, ενώ αργότερα παραδίδεται ότι ο εξάδελφος από τον πατέρα του Παναγιώτης, πρόκριτος της επαρχίας Λεονταρίου, όπου ανήκε και η Πολιανή, έστειλε τον μικρό Γεώργιο, μαζί με τα δικά του παιδιά, στην Ελληνική σχολή της Δημητσάνας, όπου είχε δάσκαλο πιθανόν τον λόγιο μοναχό Αγάπιο Αντωνόπουλο.

Αργότερα, το 1816, σύμφωνα με τους βιογράφους του, ο Γεώργιος Δίκαιος θα καρεί μοναχός στη μονή Βελανιδιάς, που βρίσκεται κοντά στην Καλαμάτα, και θα λάβει το μοναχικό όνομα Γρηγόριος, με το οποίο θα γίνει γνωστός· ωστόσο και πάλι εμφιλοχωρεί ένα πρόβλημα, δεδομένου ότι όσοι εμπλέκονταν με τον μοναχικό βίο το έκαναν πολύ νωρίτερα από την ηλικία των 30 ετών, που είναι το 1816 ο Δικαίος. Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως ο μοναχός Γρηγόριος στη συνέχεια ήρθε σε σύγκρουση με τον μητροπολίτη Μονεμβασίας, πράγμα που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη μονή Βελανιδιάς και να καταφύγει σε ένα άλλο μοναστήρι, και συγκεκριμένα στη μονή Ρεκίτσας, που βρίσκεται μεταξύ Μιστρά και Λεονταρίου.

Η συνέχεια της ενδιαφέρουσας αυτής εξιστόρησης θέλει τον νεαρό μοναχό Γρηγόριο Δικαίο να έρχεται σε σύγκρουση και με τον ισχυρό Τούρκο της περιοχής Λεονταρίου Χουσεΐν αγά, γνωστό και ως Σερντάρη, που κατείχε πολλά κτήματα κοντά σε εκείνα της μονής Ρεκίτσας, τα οποία επιζήτησε να αποσπάσει από αυτήν. Στις συνεχείς διενέξεις μεταξύ του Τούρκου τσιφλικά και της μονής ο δραστήριος μοναχός  Γρηγόριος Δικαίος φέρεται ότι θέλησε να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο την περιουσία της μονής, ζήτησε μάλιστα και την παρέμβαση του πασά της Τριπολιτσάς.

Ακολουθούν διάφορα μυθιστορηματικά επεισόδια μεταξύ των ανθρώπων του αγά και της μονής που θα συνεπιφέρουν αναπόφευκτα και την καταδίωξη του Παπαφλέσσα, ο οποίος φαίνεται ότι πλέον δεν μπορεί να παραμείνει στην Πελοπόννησο. Έτσι θα αναγκαστεί το 1818 να περάσει πρώτα στη Ζάκυνθο και από εκεί να κατευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη, προκρίνοντας κατά τα φαινόμενα, ότι στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα υπήρχαν ευνοϊκότερες συνθήκες για την περαιτέρω ιερατική του πορεία, δεδομένου ότι θα βρισκόταν κοντά στο κέντρο των εξελίξεων της Ανατολικής Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

 

Πράγματι, στην Κωνσταντινούπολη ο Γρη­γόριος Δικαίος θα γνωρίσει πολύ κόσμο, θα συναντήσει πατριώτες του, ανάμεσα στους οποίους ο τότε μητροπολίτης Δέρκων, θα έρθει σε επαφή με σημαντικά πρόσωπα, θα συνδεθεί με την οικογένεια του λόγιου κληρικού Ζαχαρία Αινιάντος και ακόμα ως εκκλησιαστικός θα γίνει αρχιμανδρίτης, πιθανώς αναζητώντας, πα­ράλληλα, την ευκαιρία για να εκλεγεί μητρο­πολίτης και να τεθεί έτσι επικεφαλής κάποιας επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν. Εί­ναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Δίκαιος εί­χε στενές σχέσεις με τον τότε μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο (καταγόταν από το χωριό Ζουμπάτα Αχαΐας), ο οποίος θα θανατωθεί μαζί με τους άλλους ιεράρχες ως πράξη αντιποίνων για την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Είναι μάλιστα πολύ πιθανόν ο Γρηγόριος Δέρκων να υπήρξε και μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Ωστόσο, οι επιδιώξεις του Γρηγόριου Δικαί­ου για ανώτερη εκκλησιαστική σταδιοδρομία φαίνεται να υποχωρούν δραματικά με τη μύη­σή του στη Φιλική Εταιρεία που θα γίνει από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο [2] ή από τον Ανα­γνώστη Παπαγεωργίου-Αναγνωσταρά [3] στις 21 Ιουνίου 1818. Στον κατάλογο Φιλικών του Σέκερη η σχετική αναγραφή έχει καταχωριστεί ως εξής: «Γρηγόριος Δικαίος. Αρχιμανδρίτης και έξαρχος Πατριαρ­χικός. Χρόνων 32. Διά του Π. Παπαγεωργίου. 1818, Ιουνίου 21, Κωνσταντινούπολις. Τω Ηλία Δικαίω εις Πολιανήν. Γρ. 10». [4] Το συνωμοτικό όνομα που έλαβε ως μέ­λος της Εταιρείας ήταν Αρμόδιος, ενώ κατείχε και τα διακριτικά αρχικά Α Μ.

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα ενστερνισθεί με θέρμη και ζήλο τους σκοπούς της Φιλικής Εται­ρείας και θα αναδειχθεί σε ένα από τα πιο δρα­στήρια μέλη της, σε έναν από τους πιο δρα­στήριους αποστόλους της. Το πρώτο πεδίο δράσης του υπήρξε βέβαια εκείνο της Κων­σταντινούπολης αλλά γρήγορα θα επεκτείνει τη δράση του και στην περιοχή των Ηγεμο­νιών, όπου, όπως έχουμε διαπιστώσει, τα πε­ρισσότερα από τα ανώτερα στελέχη της Εται­ρείας αλλά και ένα πλήθος από μεσαία και κα­τώτερα, θα δραστηριοποιηθούν τα χρόνια πριν από την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Σύμφωνα με τον κατάλογο Φιλικών του Παν. Σέκερη αλλά και του Ιωάννη Φιλήμονα, ο Γρη­γόριος φέρεται να μύησε την περίοδο 1818- 1819 τουλάχιστον τριάντα Φιλικούς, ανάμε­σα στους οποίους υπάρχουν και σημαντικά ονόματα (Καμαρηνός Κυριακός, Παναγιώτης Γιατράκος, Δημήτριος Θέμελης).

Πρέπει εξάλλου να επαναλάβουμε στο ση­μείο αυτό ότι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται και δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο που όλη σχεδόν η ηγετική ομάδα της Εταιρείας έχει συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας· με άλλα λό­για βρισκόμαστε στο κρίσιμο διάστημα μετα­ξύ των ετών 1818 και 1820, όταν σημειώνε­ται «μια γενικευμένη ανάπτυξη κινήσεων, σχεδιασμών και άλλων ενεργειών, σε όλες τις χώ­ρες διαμονής των Ελλήνων. Οι περισσότεροι «απόστολοι» έχουν κινηθεί με επιτυχία, η Εφο­ρεία της Κωνσταντινούπολης με την ενεργό συμμετοχή του Π. Σέκερη λειτουργεί ικανο­ποιητικά, νέα μέ­λη της ηγετικής ομάδας όπως ο Γρηγόριος Δικαί­ος (Παπαφλέσ­σας) έχουν δώσει ένα νέο δυναμικό τόνο στην Εται­ρεία, η δε Πελοπόννησος έχει εμπλακεί ορι­στικά στην υπόθεση της εξέγερσης». [5]

Για να προσεγγίσουμε τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας με βάση, κυρίως, τις πληροφορίες από τα κείμενα που οι ίδιοι και οι συναγωνιστές τους μας παρέχουν και που εξακολουθούν να έρχονται στο φως, όπως λ.χ. το Αρχείο Ξάνθου, θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε από κοντά τον Γρηγόριο Δικαίο, με απώτερο βέβαια σκοπό να γνωρίσουμε καλύτερα το πρόσωπο και τη δράση του πρώτα ως Φιλικού και αργό­τερα ως αγωνιστή της Επανάστασης, του οποίου μάλιστα τη δράση επισφράγισε και ο ηρωικός θάνατος στο Μανιάκι (1825).

Όπως αναφέραμε, ο Γρηγόριος Δικαίος κα­τά το πρώτο διάστημα της σταδιοδρομίας του ως Φιλικού ανέλαβε δράση στην περιοχή των Ηγεμονιών. Υπάρχουν μάλιστα πληροφορίες ότι τον διακατείχε τέτοιος ενθουσιασμός ώστε να προβαίνει στην κατήχηση νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας αδιακρίτως, χωρίς δηλα­δή να λαμβάνει τις δέουσες προφυλάξεις αλλά ούτε και να εγείρει επιφυλάξεις για το ποιόν των προσήλυτων. Ίσως κάτι τέτοιο ακριβώς να υπαινίσσεται η παρατήρηση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κλείνοντας ένα γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο της 26ης Μαρτίου 1819 επισημαίνει: «αύτη η ενόχλησις και η επαπειλουμένη τρικυμία σοι λέγω εν συντόμω ότι προήλθεν από την αδιαφορίαν του αναθεματι­σμένου παπά Γρηγορίου».[6]

Στον κατάλογο των μετακι­νήσεων του Δικαίου ανά τις Ηγεμονίες είναι βέβαια το Ιάσιο, όπως μας πληροφο­ρεί επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου της 24ης Μαΐου 1819 προς τον Εμμ. Ξάνθο. [7] Από την επιστο­λή αυτή, ανέκδοτη έως πρό­σφατα, αναδημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα εν­δεικτικό των σχέσεων του Γρηγόριου Δικαίου με τα άλ­λα μέλη της Εταιρείας, από τα οποία ο επιστέλλων Αναγνωστόπουλος δεν φαίνεται να έχει και τις καλύτερες δια­θέσεις προς τον φλογερό αρ­χιμανδρίτη, μολονότι τους συνδέει η κοινή πελοποννησιακή καταγωγή:

 

«Ο παππά Γρηγόριος εις τας 17 τούτου εμίσεψεν διά Γαλάτζι, ολίγον συγχυσμένος μαζύ μου, εξ αιτίας οπού τον εσυμβούλευα να μην πιστεύη τινα, επειδή και αι κατ’ αυτόν καταλαλιαί προήλθον εκ τού­του διά την εις καθένα πίστην του. συγχυσμέ­νος εις τέτοιον τρόπον οπού ούτε έξοδα είχεν, ούτε ηξεύρω ποίος του έδωσεν, επειδή και δεν είχεν ούτε λεπτόν, προτού με είχε συστήση εις Ισμαήλ καλώς, και στοχάζομαι ότι δεν θέλει αναιρέσει εκείνο όπερ πρότερον είπεν, μ’ όλον τούτο μη λείψετε αυτού διά να του γράψητε, καμονόμενος ότι διότι εμάθατε πως ήλθεν του ζητείτε γράμμα μου, και καθώς σας αποκριθή οδηγήσθαι και τον προλαμβάνετε, καθ’ όποι­ον τρόπον στοχασθήτε εις το περί εμού…».

Εξάλλου για την επικείμενη, εν συνεχεία, με­τάβασή του στο Γαλάτζι, μας πληροφορεί και επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στα τέλη Μαΐου 1819. [8] Μάλιστα από την επιστολή αυτή κερδίζουμε επιπλέον και το ψευδώνυμο «ιντερεσάτος» του Γρηγορίου Δικαίου. Όμως είχε φθάσει η 7η Ιουνίου και ο Δικαίος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο Γαλάτζι, πράγμα που έχει προκαλέσει ανησυχίες ανάμεσα σε κάποια μέλη της Φιλικής Εταιρείας που τον περιμένουν για διαβουλεύσεις. Ενδεικτική της ανησυχίας αυτής είναι μία άλλη επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 7ης Ιουνίου 1819 από το Γαλάτζι, όπου ο άρχων ισπράβνικος των Ηγεμονιών αναφέρει μεταξύ των άλλων: «ο Δίκαιος αφού εμίσεψεν από Ιάσιον εις τας 19 του απελθόντος κατά τας βεβαίας ειδήσεις έχω, μέχρι τουδε δεν ήλθεν εδώ, και, το τι έγινεν ευρίσκομαι εις μεγαλοτάτην απορίαν, φαίνεται ότι άλλαξεν τον δρόμον του οπού αντί να ερθή εδώ επήγεν εις άλλον μέρος, εις ποιον όμως αγνοώ – οι φίλοι από Ιάσιον τον έχουν ότι ευρίσκεται εδώ… δεν ημπορώ να καταλάβω, φίλτατέ μοι, αυτό το κίνημα του Δικαίου τι εννοεί… θέλω γράψη αύριον και εις τον εν Βουκουρέστι ακριβόν μας… φίλον, αν ήρχοντο ο διάβολος ο Δικαίος εδώ ήτον πολλά ωφέλιμον, διά τας γνωστάς αιτίας, επειδή ηξευρω πως να τον οικονομήσω…». [9]

Οι κινήσεις του  Γρηγορίου εν συνεχεία εντοπίζονται στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, στο Βουκουρέστι, όπου μάλιστα αρρώστησε βαριά. Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από επιστολή και πάλι του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21ης Ιουλίου 1819: «χθες ελθών από Βουκουρέστι ο σιορ Στέργιος Πρασσάς μας διηγείται την δεινήν ασθένειαν του αγίου Αρχιμανδρίτου κυρίου Γρ. Δικαίου, με μεγάλην λύπην και άκρον μας κακοφανισμόν, ήτις τω επισυνέβη με το να εκοιμήθη υποκάτω μιας καρυδιάς εις εν ζεύκι [: γλέντι] οπού είχον φίλοι τινές εις ένα παχτζέν, όπου από αψηφισίας πλευριτωθείς έπεσε κλινήρης επιστρέψας αυτόν εις λοιμικήν νόσον, τον άφησε δε, ως μας λέγει, εις αθλίαν κατάστασιν και ο Θεός να τον βοηθήση».[10]

Η ίδια πληροφορία για την αρρώστια του Δικαίου διασταυρώνεται και από παράλληλή της που βρίσκουμε σε επιστολή του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο και φέρει χρονολογία 24 Ιουλίου 1819 αλλά και από αντίστοιχη της 28ης του ίδιου μήνα γραμμένη από τον Ευάγγελο Μαντζαράκη προς τον ίδιο αποδέκτη. Ο Γρηγόριος Δίκαιος φέρεται ασθενής και σε επιστολή της 4ης Αυγούστου 1819 του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο, μολονότι σε έγγραφο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ο αρχιμανδρίτης φέρεται στις 3 Αυγούστου 1819 να αδελφοποιήθηκε με τον Ιωάννη Φαρμάκη και τον Γεώργιο Ολύμπιο.[11] Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα η αδελφοποίηση αυτή έγινε όχι για συνωμοτικούς λόγους αλλά είχε τον χαρακτήρα προσωπικής συμφωνίας για αμοιβαία συνδρομή και συνεργασία.

Αυτά, λοιπόν, μας παραδίδουν για την κατάσταση του Δικαίου στο Βουκουρέστι οι επιστολές που μνημονεύσαμε παραπάνω. Ωστόσο, ο Ιω. Φιλήμονας (και ο Φωτάκος αργότερα) παραδίδει για τον Γρηγόριο Δικαίο και το γνωστό επεισόδιο στο Βουκουρέστι, όταν ο αρχιμανδρίτης θέλησε να πληροφορηθεί με δυναμικό τρόπο από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο για την Υπέρτατη Αρχή, στην οποία διεκδίκησε και τελικά πέτυχε να συμμετάσχει και ο ίδιος. Τότε φαίνεται ότι απέκτησε το ψευδώνυμο Αρμόδιος και τα συνωμοτικά αρχικά Α Μ, που έχουμε ήδη αναφέρει. Ωστόσο, ο Γρηγόριος Δικαίος φαίνεται ότι διαθέτει γερή υγεία και έτσι αρκετά γρήγορα από μελλοθάνατος, όπως τον ήθελαν πολλοί αλληλογράφοι στα γράμματά τους, στις 4 Αυγούστου και κυρίως στις 11 Αυγούστου 1819 φέρεται ως υγιής σε επιστολή του Ευάγγελου Μαντζαράκη προς τον Εμμ. Ξάνθο, καθώς και σε άλλη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, προς τον οποίο μάλιστα στέλνει και τους χαιρετισμούς του.[12]

Αναφέραμε παραπάνω ότι ο Γρηγόριος Δικαίος κατάφερε να γίνει και αυτός μέλος της Αρχής της Εταιρείας. Τότε ακριβώς έλαβε γνώση και των διεργασιών που γινόταν στα ανώτερα κλιμάκιά της και συγκεκριμένα την αποστολή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη στην προσπάθεια να πείσουν τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της. Στη γραμμή αυτή, σύμφωνα με έγγραφο που βρέθηκε στο αρχείο Υψηλάντη, θα αποστείλει και ο Παπαφλέσσας στην Πετρούπολη τον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον I. Φαρμάκη για να παρακαλέσει τον Καποδίστρια για τον ίδιο λόγο. Το σχετικό έγγραφο που αναφέραμε δεν πρέπει όμως να έφθασε ποτέ στα χέρια του υπουργού του τσάρου.

Ωστόσο, οι ενέργειές του στις Ηγεμονίες και η όλη δραστηριότητά του πρέπει να ανησύχησαν τις επιτόπιες αρχές. Έτσι ο Γιαννιώτης γιατρός Μιχαήλ Χρησταρής και άλλοι Φιλικοί, που κατάλαβαν ότι ο Δικαίος διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο, τον ειδοποίησαν και του συνέστησαν να απομακρυνθεί γρήγορα από το επικίνδυνο περιβάλλον. Βέβαια, ο ίδιος πρόβαλλε ως δικαιολογία των ενεργειών του τη συγκέντρωση δωρεών για τη σύσταση του σχολείου που, οι Καλλιμάχης και Νέγρης ετοιμάζονταν να ιδρύσουν στην Πελοπόννησο, ενώ στην πραγματικότητα απώτερος σκοπός τους ήταν η συγκεκαλυμμένη συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του έργου της Εταιρείας. Έτσι κατόρθωσε να πάρει διαβατήριο και να αναχωρήσει από το Βουκουρέστι.

Στη δράση του Γρηγόριου Δικαίου πρέπει εξάλλου να προστεθεί και η μεταστροφή του Ανδρέα Σφαέλου. Ο τελευταίος είχε σταλεί εκ μέρους του αδελφού του δολοφονηθέντος Νικολάου Γαλάτη, Ευσταθίου, προκειμένου να εξοντώσει ορισμένα υψηλά στελέχη της Εταιρείας ως εκδίκηση για το θάνατο του αδελφού του. Ο Σφαέλος στην περιπλάνησή του στις Ηγεμονίες φέρεται ότι επιχείρησε να έλθει σε επαφή με τον Δικαίο, ο οποίος τελικά θα κατορθώσει να τον μεταστρέψει από τους σκοπούς του και τον καταστήσει ενεργό στέλεχος της Εταιρείας – μάλιστα πολέμησε και σκοτώθηκε στη μάχη στο Σκουλένι τον Ιούνιο του 1821. Τη μεταστροφή αυτή του Σφαέλου υπαινίσσεται και σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της 9ης Σεπτεμβρίου 1819 ο Δημήτριος Θέμελης, γράφοντας: «έχω εντελεστάτην πληροφορίαν ότι ανταμόθην [ο Σφαέλος] με τον Δικαίον… και φαίνεται από εν γράμμα το οποίον έστειλεν εδώ εις ένα του φίλον ο γνωστός… ότι έλαβεν άλλην μορφήν, καθησυχάσαντες αυτόν από του να ακροβατεί».[13]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Γνωρίζουμε ήδη ότι από το 1818, όταν αποφασίστηκε από τους ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας η αναχώρηση αποστόλων – εθνεγερτών προς διάφορες περιοχές για την οργάνωση των επιτόπιων κλιμακίων της Εταιρείας, ο Καμαρηνός Κυριακός – ο οποίος, όπως έχουμε σημειώσει, μυήθηκε στην Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα – είχε επιφορτισθεί με τη σημαντική αποστολή να μεταβεί στη Μάνη και να κατηχήσει τον Πετρόμπεη. Πράγματι, ο Κυριακός πέτυχε να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Και όχι μόνο αυτό. Εκ μέρους του Πετρόμπεη και μέσω του Κυριακού θα εκδηλωθούν πρωταγωνιστικές ενέργειες καθώς ο τελευταίος στις αρχές του 1819 θα φθάσει στην Κωνσταντινούπολη ως κομιστής επιστολών του Πετρόμπεη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με τις οποίες θα τους ζητούσε οικονομική βοήθεια και στην ουσία θα τους έκανε πρόταση να τεθούν επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας και κατά συνέπεια του απελευθερωτικού αγώνα που ετοιμαζόταν. Με άλλα λόγια ο Πετρόμπεης μέσω του Κυριακού έχει πληροφορηθεί το παιχνίδι που παιζόταν στα ανώτερα κλιμάκια της Εταιρείας και πιθανότατα αποπειράθηκε να ενεργήσει ως παράλληλο όργανο ενός άλλου πρωταγωνιστικού κέντρου των μελλοντικών εξελίξεων. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό ότι ο Καμαρηνός Κυριακός θα φθάσει στην Πετρούπολη πριν από τον επίσημο απεσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας Εμμ. Ξάνθο, γι’ αυτό και ο τελευταίος με επιστολή του προς τον Κυριακό της 1ης Ιανουάριου 1820 από τη Μόσχα, του συνιστά να τον περιμένει και να μην ενεργήσει από μόνος του αλλά να δείξει ότι είναι συνετός, όπως έχει δηλώσει γι’ αυτόν ο Δικαίος που γραπτώς τον είχε συστήσει στον Ξάνθο.[14]

Από το Αρχείο Ξάνθου, έχουμε δύο, έως πρόσφατα ανέκδοτες, επιστολές του Γρηγόριου Δικαίου προς τον Καμαρηνό Κυριακό.[15] Η πρώτη είναι γραμμένη από το Βουκουρέστι στις 13 Σεπτεμβρίου 1819 και σε αυτή ο Δικαίος ομολογεί ανοιχτά ότι άνοιξε μια επιστολή του Κυριακού προς τον Μιχαήλ Χρησταρή και διαπίστωσε την ανοησία του να κατηγορεί ανθρώπους και κυρίως ότι βεβαιώθηκε ότι Κυριακός δεν γνωρίζει καλά τα πράγματα: «τούτο το γράμμα σου μ’ εβεβαίωσε ότι εις έτι αεροβατείς, καθ’ ότι ηθέλησες να δείξης ότι ευρίσκεσαι εις μεγάλας υποθέσεις και ότι είσαι σημαντικόν υποκείμενον, και με τούτο δεν έκαμες άλλο τι, αλλά απέδειξες καθαρότατα την κουφότητα του νοός σου… Καμαρηνέ! σε παρακαλώ να φέρεσαι εις  όλας σου τας συναναστροφάς, συνομιλίας και κινήματα, με μεγάλην προσοχήν και πάντοτε να εξακολουθής τας νουθεσίας του Παναγιωτάκη [Αναγνωστόπουλου]…».

Στην επιστολή αυτή γίνεται φανερό ότι ο Δικαίος αντιμετωπίζει πλέον την όλη κατάσταση με τρόπο περισσότερο συγκρατημένο, καθώς οι πρώτες κινήσεις του στις Ηγεμονίες διακρίνονταν από υπέρμετρο ενθουσιασμό, και, κατά τις παρατηρήσεις των άλλων Φιλικών, εμπεριείχαν μεγάλο κίνδυνο να αποκαλυφθούν σημαντικά μυστικά της Εταιρείας. Με τον Καμαρηνό Κυριακό βέβαια γνωρίζεται από την συμπαραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη λίγους μήνες νωρίτερα, και από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι τρέφει για αυτόν μεγάλη συμπάθεια και αγάπη. Εις την Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, ο Δικαίος αναφέρει στην ίδια επιστολή ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει την ίδια μέρα (13 Σεπτεμβρίου 1819) και παρακινεί τον Κυριακό να έλθει και αυτός εκεί για να συναντηθούν.

Πράγματι, ο Γρηγόριος Δικαίος θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη με τον Καμαρηνό Κυριακό, σύμφωνα με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 1819. Η επιστολή είναι γραμμένη με το ίδιο επιτιμητικό ύφος, καθώς τον κατηγορεί ότι στην Κωνσταντινούπολη που βρέθηκε δεν συμπεριφέρθηκε με συνετό τρόπο αλλά απευθυνόταν στον ένα και στον άλλο και γύρευε χρήματα ενώ παράλληλα κοινοποιούσε τον σκοπό του ταξιδιού του: «Καμαρινέ! τα τοιαύτα κινήματα δεν είναι ανθρώπων μεγαλοφρονούντων οίτινες κινούνται να κάμουν κοινήν ωφέλειαν, αλλά χαμερπών, αχαρακτήριστων και μικρονόων· συ δεν έκαμες άλλο τίποτες εδώ, παρά να δόσης λαβήν εις τους υπεναντίους με τα φερσίματά σου να σατηρίζωσι το όνομά μας εις τας συναναστροφάς των… όθεν σε παρακαλώ… να διορθώσης το ελάττωμά σου διά της άκρας σιωπής, προσοχής και καλόν φερσιμον…». Στη συνέχεια του συνιστά να περιμένει και πάλι οδηγίες από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, τον οποίον του συνιστά να ακούει με προσοχή.

Πέρα από τη διαπίστωση των συμβουλών που δίνει ο Γρηγόριος Δικαίος στον Κυριακό, η προσεκτική ανάγνωση των δύο επιστολών και ειδικότερα της δεύτερης μας αφήνει να υποθέσουμε βάσιμα ότι ο αρχιμανδρίτης γνωρίζει για τις προθέσεις του Πετρόμπεη («γνωρίζω τι ημπορείς να δικαιολογηθής εις τούτο, ότι δηλαδή σε εβίασαν οι κάτω»), ενώ είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ Δικαίου και Πετρόμπεη, όπως άλλωστε ο Παπαφλέσσας αναφέρει και στην πρώτη και στη δεύτερη. Εξάλλου, η συνεχής υπόμνηση στον Καμαρηνό Κυριακό να ακολουθεί όσα του λέγει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ίσως υποδηλώνει τον σχηματισμό μιας μικρής ομάδας Πελοποννησίων εντός της Φιλικής Εταιρείας, η οποία παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και έχει ένα συγκεκριμένο σχεδιασμό για το επικείμενο επαναστατικό κίνημα. Άλλωστε, μετά από λίγο ο Κυριακός Καμαρηνός θα χάσει τη ζωή του, αποτελώντας μαζί με τον Νικόλαο Γαλάτη το δεύτερο θύμα των εσωτερικών συγκρούσεων της Φιλικής Εταιρείας και η υπόνοια της παράκαμψης των μηχανισμών της Εταιρείας εκ μέρους του – έστω και ως οργάνου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – πρέπει να συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταδίκη και εκτέλεσή του λίγο αργότερα.

Στην παραμονή και δράση του Γρηγόριου Δικαίου στην Κωνσταντινούπολη αναφέρεται και ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε επιστολή του από το Ρένι της 24ης Ιανουάριου 1820, προς τον Εμμ. Ξάνθο: ότι δηλαδή βρήκε τα πράγματα ο Δικαίος στην Κωνσταντινούπολη σε αταξία και «ο Αρμόδιος [= Δικαίος] τους μεν παραπονεμένους ησύχασε, τους δε κακόβουλους ανέτρεψεν ησύχως». Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ακόμα μια ένδειξη ότι μεταξύ Αναγνωστόπουλου και Δικαίου έχει αναπτυχθεί μια οικειότητα και δεσμός, καθώς λίγο παρακάτω ο Αναγνωστόπουλος αναφερόμενος και πάλι στη δράση των κακοβούλων αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Δικαίος «κινδυνεύουν να απαυδήσουν».

Μία εξαιρετικά εύστοχη περιγραφή του χαρακτήρα του Γρηγόριου Δικαίου, θεωρώ ότι κάνει ο Γεώργιος Λεβέντης σε γράμμα του από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) της 19ης Μαΐου 1820.[16] Ο σεμνός αυτός αλλά δραστήριος Φιλικός θυμάται τη δράση του Αναγνωστόπουλου και του Δικαίου στις Ηγεμονίες και γράφει: «ο δεύτερος [Δικαίος] είναι καλός, πλην εις άκρον τολμηρός εις τα έγγραφά του, και ήθελε γένη ωφέλημον αν εκείθεν τον ελέγετε ότι έμαθον οι εκεί φίλοι το αχαλήνοτον θράσος του και ότι πρέπει να γένη μετριώτερος. με τούτο διορθώνεται διότι κατά τα άλλα είναι καλός, έχει ψυχήν γενναίαν, θάρρος ελληνικόν, και άλλα αναγκαία είς τον άνθρωπον προτερήματα, χωρίς όμως να τον δώσητε να καταλάβη ότι προέρχεται από εμέ διότι εγώ τον επίπληξα αρκετά».

Ο Γρηγόριος παραμένει αυτή την περίοδο, δηλαδή το 1820, στην Κωνσταντινούπολη, όπου η δράση του δεν φαίνεται χωρίς κινδύνους. Ο Αθανάσιος Σέκερης γράφοντας από την Οδησσό στον Εμμ. Ξάνθο στις 14 Αύγουστου 1820 που τώρα πια βρίσκεται στο Ισμαήλιο, έχοντας επιστρέψει από την Πετρούπολη όπου είχε πετύχει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αναφέρεται στους κινδύνους αυτούς με σαφή τρόπο: «ο Αρμόδιος [Δικαίος] και ο Κάριμος [Παναγιώτης Σέκερης] κάθε στιγμήν ευρίσκονται είς κίνδυνον να γένωσι θύμα των τυράννων· δεν απελπίζονται όμως, αλλά φέρονται γενναίως και με όλην την δυνατήν προσοχήν, και αν τι απευκταίον συμβή εις αυτούς, εκπληρώνουν το προς την ιεράν πατρίδα χρέος των, και γίνονται παράδειγμα των λοιπών».

Ο Γρηγόριος Δικαίος θα εγκαταλείψει και πάλι την Κωνσταντινούπολη στις 23 Αυγούστου 1820 και μετά από 8 ημέρες, και συγκεκριμένα στις 31 Αυγούστου 1820, γνωρίζουμε τώρα ότι θα φθάσει και πάλι στο Βουκουρέστι και όντας ακόμα στην καραντίνα θα καλέσει τον Δημήτριο Καλαματιανό, αξιωματικό του ρωσικού στρατού, τον οποίο το 1818 ο Δικαίος είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία, για να συζητήσουν.[17]

Ο Γεώργιος Λασσάνης στην επίσημη σφραγίδα του Δήμου Κοζάνης.

Ήδη έχουν δρομολογηθεί πλέον σοβαρές εξελίξεις, καθώς ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, είχε φθάσει στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας τον Οκτώβριο του 1820 όπου θα συρρεύσουν πολλοί Φιλικοί (Ξάνθος, Περραιβός, Λασσάνης, Ήβος Ρήγας, Ευμορφόπουλος, Θέμελης, Ύπατρος, Μαντζαράκης, κ.ά.). Ανάμεσά τους βέβαια και ο Γρηγόριος Δικαίος, τον οποίο είχε ειδοποιήσει ο Παναγιώτης Σέκερης να σπεύσει στο Ισμαήλιο κατ’ εντολήν του ίδιου του Υψηλάντη.[18] Πράγματι, εκεί για πρώτη φορά ο Δικαίος θα γνωρίσει τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας.

Στο Ισμαήλιο στις αρχές του Οκτωβρίου 1820 έλαβαν χώρα οι κρίσιμες συσκέψεις που θα οδηγήσουν στην έκρηξη του Αγώνα. Στις συσκέψεις αυτές είχε αποφασιστεί ότι ο αγώνας θα ξεσπούσε πρώτα στη Μάνη και σ’ αυτόν βέβαια η συμμετοχή του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας ήταν επιβεβλημένη. Κατόπιν τούτων όλοι ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας κάποια κρίσιμη αποστολή και έτσι στον Δικαίο ανατέθηκε ο συντονισμός της δράσης στην Πελοπόννησο. Έτσι ο Γρηγόριος Δικαίος θα πάρει τον δρόμο από το Ισμαήλιο προς τη νότια Ελλάδα στις 28 Νοεμβρίου 1820. Στην πορεία του προς την Πελοπόννησο ο  Γρηγόριος Δικαίος θα περάσει και πάλι από την Κωνσταντινούπολη, όπου θα φθάσει στις 4 Νοεμβρίου 1820, και θα παραμείνει έως τις 12 του ίδιου μήνα.

Την άφιξή του θα κοινοποιήσει στον Ξάνθο με γράμμα του της 12ης Νοεμβρίου 1820 από την Κωνσταντινούπολη, όπου αναφέρει ότι συνάντησε μεγάλη προθυμία από τους Φιλικούς και όπου περιμένει τους Αθαν. Τσακάλωφ και Παναγ. Αναγνωστόπουλο, πλήρης αγωνιστικού φρονήματος ότι «ελπίζονται μεγάλα πράγματα προς εκτέλεσιν ιερού ημών σκοπού». Από την Πόλη, επίσης, ο Γρηγόριος θα απευθύνει στις 15 Νοεμβρίου 1820 επιστολή – γραμμένη σε πολλά σημεία με παραπλανητικές λέξεις – προς την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στη Μόσχα, με την οποία ζητά άμεση αποστολή βοήθειας σε χρήματα και μπαρούτι, «ότι η περίστασης είναι πολλά κρισιμωτάτη και δεν επιδέχεται ουδέ την παραμικρόν αργοπορίαν».[19] Εκεί περιεβλήθη και με τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος η επικείμενη αποστολή του στην Πελοπόννησο. Σε συνεννόηση κατόπιν με την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στην Πόλη και τον Παναγιώτη Σέκερη ο Γρηγόριος Δικαίος αγοράζει ένα καράβι στο όνομα του Μυτιληνιού εμπόρου και δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή και με καπετάνιο τον Μανόλη Ψαριανό αρχίζουν το ταξίδι, μέσω Μυτιλήνης, Κυδωνιών, για την Πελοπόννησο.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Παναγ. Σέκερης κάνει και αυτός μνεία των γεγονότων αυτών σε μια επιστολή του της 12ης Δεκεμβρίου προς τον Αλ. Υψηλάντη.[20] Σύμφωνα με τον Σέκερη ο Δικαίος αναχώρησε με το καράβι στις 29 Νοεμβρίου 1820 από την Πόλη, ο ίδιος, όμως, όπως αναφέρει, μολονότι είχε λάβει σχετική εντολή του Υψηλάντη, δεν του παρέδωσε όλα τα απαραίτητα έγγραφα, επειδή ο Δικαίος «είναι καλός διοργανωτής αλλά περισσότερον από το πρέπον και ακόμη συνοδευμένος με ένα δεσποτικόν ύφος, το οποίον εδυσαρέστησε πολλούς». Ωστόσο, στην ίδια επιστολή ο Σέκερης αναφέρει ότι ο Δικαίος έλαβε 90.000 γρόσια (τις 15.000 έδωσε ο Σέκερης), ενώ οι έφοροι υποσχέθηκαν ότι θα του στείλουν και άλλα, μολονότι ο Παπαφλέσσας στους εφόρους της Πόλης δεν έκανε καλή εντύπωση: «τα ίχνη του Αρμοδίου δεν τους έκαμαν καλήν εντύπωσιν και είναι ανάγκη να τους γράψετε εγκαρδιώνοντας τους».

Παρά τα αρνητικά σχόλια του Σέκερη και τους δισταγμούς του το πλοίο αυτό θα φθάσει στην Ύδρα και στις Σπέτσες και αφού αποβιβάσει τον Παπαφλέσσα, με τυπικό ιδιοκτήτη τον Παλαιολόγο Λεμονή, έπρεπε εν συνεχεία να πλεύσει στην Τεργέστη για να παραλάβει, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ισμαηλίου, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και να τον μεταφέρει στη Μάνη.[21] Πράγματι, το πλοίο θα φθάσει τον Δεκέμβριο του 1820 και μολονότι, όπως σημειώνει ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα οργανωτική επιτυχία της Φιλικής Εταιρείας, ο Αλ. Υψηλάντης δεν θα φθάσει ποτέ στην Τεργέστη, επειδή έχει αλλάξει το σχέδιο και κατευθύνεται βορειότερα, όπου θα εμπλακεί στις γνωστές πολεμικές περιπέτειες με κορύφωση την καταστροφή στο Δραγατσάνι.[22]

 

Το λιμάνι και η πόλη της Ύδρας τον 19ο αιώνα, σε χαλκογραφία του Barclay. Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας.

 

Με την ευκαιρία της απόπειρας συγγραφής της βιογραφίας αυτής και εν όψει των γεγονότων που αναφέρθηκαν λίγο πριν, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και ένα απόσπασμα από επιστολή του Αλ. Υψηλάντη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στις 4 Νοεμβρίου 1820 και γνωστή ήδη από την έκδοση των Απομνημονευμάτων Ξάνθου.[23] Στην επιστολή αυτή αναφέρει ο Υψηλάντης: «η ευγενεία σου δε γράψε παρευθύς και προς τον Περραιβόν και Δίκαιον, ως παραγγελμένος παρ’ εμού διά να μην εκτελέση τας υστερινάς διαταγάς μου, αλλά να εξακολουθήσωσιν ως ωμιλήσαμεν αυτού προσωπικώς»: τι υπονοεί εδώ ο Υψηλάντης; Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτά που γράφει και στην αλλαγή του σχεδίου που ο ίδιος αποφάσισε και πραγματοποίησε;

Η άφιξη του Γρηγόριου Δικαίου στην Ύδρα και στις Σπέτσες θα γίνει γνωστή στον Σέκερη από γράμμα του ίδιου του Δικαίου προς τον Σέκερη, που μνημονεύει το γεγονός σε άλλη επιστολή του της 3ης Ιανουάριου 1821.[24] Ο Γρηγόριος, όντας πλέον στην Πελοπόννησο, θα αντιμετωπίσει αρχικά πολύ δύσκολες καταστάσεις. Πρέπει να προετοιμάσει και να προπαγανδίσει την έναρξη του επαναστατικού αγώνα, να πείσει τους προκρίτους των νησιών και του Μοριά ότι επίκειται η άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και ότι αυτοί πρέπει να βοηθήσουν με όλες τις δυνάμεις τους. Ωστόσο, ο Υψηλάντης  βραδυπορεί, επειδή έχει αλλάξει προσανατολισμούς και ο Παπαφλέσσας δεν γνωρίζει τίποτε, δεν έχει ειδοποιηθεί για τις κινήσεις του και αυτό δυσκολεύει αφάνταστα τις ενέργειές του.

Ο Παναγιώτης Σέκερης, που έχει μείνει στην Κωνσταντινούπολη, φαίνεται ότι και αυτήν ακόμα την κρίσιμη στιγμή θυμάται τον εκρηκτικό χαρακτήρα του αρχιμανδρίτη και γι’ αυτό γράφοντάς του από την Πόλη στις 18 Ιανουάριου 1821 προσπαθεί να τον αποτρέψει από παράφορες ενέργειες και φιλονικίες: «Εγώ που τόσον σε ενθυμούμαι πάντοτε να σου λέγω μεθ’ ειλικρίνειαν το “τύψον μεν άκουσον δε”. Άφησε το δεσποτικόν ύφος. Γενού μετριώτερον ορμητικός… μην αγαπήσης ποτέ σχίσματα, τα οποία κατά την ιστορίαν έφεραν τον παντελή αφανισμόν εις την αναγεννηθησομένην Ελλάδα, οίον ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Δεν είναι καιρόν φιλονικίας αλλά άμιλλας και κάμνε ό,τι διδάσκει… στοχάσου ότι έλαβες το ζύγι εις το χέρι, από το οποίον κρέμεται η αιώνιος δόξα ή (άπαγε της βλασφημίας) το αιώνιον όνειδος. Μη βιασθήτε να τρυγήσητε όμφακας [: αγουρίδεδ]…».[25] Ο ίδιος ο Σέκερης εξάλλου μετά από 11 ημέρες (7 Ιανουάριου) θα του γράψει με την ευκαιρία της αναχώρησης του Γεωργίου Πάνου και άλλο ένα μικρό γράμμα, όπου, ανάμεσα στα άλλα, θα του επαναλάβει: «Προσέξετε δι’ αγάπην Θεού να μην κάνετε κανένα λάθος, επειδή η περίσταση, είναι κρίσιμος και το λάθος (ο μη γένοιτο) καταντά αδιόρθωτον».[26]

Είναι φανερό ότι ο Παναγ. Σέκερης αυτή την περίοδο αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους κρίκους στην αλυσίδα της Φιλικής Εταιρείας. Τούτο άλλωστε γίνεται αντιληπτό από την προσεκτική μελέτη των εγγράφων που αποτελούν το αρχείο του.[27] Μάλιστα, ενώ γνωρίζουμε ότι το κρίσιμο αυτό διάστημα δεν υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ του Αλ. Υψηλάντη και του Γρηγόριου Δικαίου, από επιστολή του Σέκερη προς τον Ξάνθο της 1ης Φεβρουαρίου 1821, ο Σέκερης προσπαθεί να φέρει σε επαφή του δύο βασικούς παράγοντες αυτής της περιόδου, Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, μέσω του Ξάνθου, καλώντας τον τελευταίο να του εμπιστευτεί όποια γράμματα έχει για τον Δικαίο.[28] Από το ίδιο γράμμα πληροφορούμαστε ότι ο Σέκερης και η Εφορεία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για την Πελοπόννησο, δεν του εμπιστεύτηκαν «την βούλλαν και τα δοκιμάσματα [γράμματα] των συννέφων [μελών της Φιλικής Εταιρείας]», όσα βρίσκονταν στα χέρια του Σέκερη, εξαιτίας και πάλι του παρορμητικού χαρακτήρα του φλογερού αρχιμανδρίτη.

Εν τω μεταξύ στις 26 Ιανουάριου 1821 έλαβε χώρα στη Βοστίτσα (Αίγιο) μυστική συγκέντρωση των προκρίτων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, στην οποία βέβαια ήταν παρών και ο Γρηγόριος Δικαίος, ο οποίος παρουσίασε τα σχέδια και τις εντολές του Αλ. Υψηλάντη για την έναρξη του αγώνα. Ωστόσο, ο Παπαφλέσσας συνάντησε τη δυσπιστία, ακόμα και την έχθρα, ορισμένων, οι οποίοι πρόβαλαν μια σειρά λόγων, σύμφωνα με τους οποίους η επανάσταση έπρεπε να αναβληθεί για το μέλλον.

Ο Φωτάκος μας παραδίδει 11 κρίσιμα ερωτήματα που είχαν ετοιμάσει οι πρόκριτοι να θέσουν στον Παπαφλέσσα αναμένονταν να λάβουν τις αντίστοιχες απαντήσεις ώστε να καθορίσουν τη στάση τους.[29] Τα ερωτήματα αυτά περιελάμβαναν ακόμη και ερωτήσεις για το ποια ευρωπαϊκή δύναμη θα υποστήριζε την εξέγερση, τι θα γινόταν αν αποτύγχανε το κίνημα κ.λ.π. Φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, επειδή ήταν αδύνατο να δοθούν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα και, κατά τον Φωτάκο, «ο Αρχιμανδρίτης θυμωθείς τους εφοβέρισεν, ότι αν δεν συγκατανεύσουν να επαναστατήσουν, αυτός είναι διατεθειμένος από την Σεβ. Αρχήν… να μίσθωση 1000 Πισινοχωρίτας και Σαμπαζότας και άλλους τόσους Μανιάτας να κάμη την αρχήν την επαναστάσεως, και όποιον πιάσουν χωρίς όπλα οι Τούρκοι, ας τον θανατώσουν».

Η σύσκεψη της Βοστίτσας απέτυχε ολοκληρωτικά και μάλιστα ειπώθηκαν βαρειές κουβέντες – σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή που παραβρέθηκε στη σύσκεψη – από τον Παπαφλέσσα και τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος, μαζί με τον προεστό των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, ήταν αντίθετοι προς το προετοιμαζόμενο επαναστατικό κίνημα και προσωπικά εναντίον του Γρηγόριου Δικαίου. Φαίνεται μάλιστα ότι υπήρξε και πρόταση να συλληφθεί ο Παπαφλέσσας ή να περιορισθεί στη μεσσηνιακή μονή της Σιδηρόπορτας.

Έτσι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται πλέον σε μεγάλη αδημονία και σε πολύ δύσκολη θέση, επειδή, ενώ διαδίδει την άμεση άφιξη του Αλ. Υψηλάντη, ο πρίγκιπας δεν εμφανίζεται. Γι’ αυτό στις 22 Φεβρουάριου 1821, την ημέρα που ο πρίγκιπας διάβαινε τον ποταμό Προύθο, θα γράψει εσπευσμένα προς τον Ξάνθο εκφράζονταν την απορία του για την καθυστέρηση της άφιξης του Υψηλάντη, αντίθετα προς όσα αυτός είχε υποσχεθεί ότι θα κάνει στις συσκέψεις του Ισμαηλίου και παρά τις δικές του φροντίδες και ετοιμασίες για την έναρξη του κινήματος.[30] Την ίδια ημέρα θα γράψει περίπου τα ίδια και προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, απευθύνοντας την επιστολή του στο Βουκουρέστι.[31] Πέρα από αυτά ο Παπαφλέσσας φοβάται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να υποψιαστούν τις κινήσεις των μελών της Εταιρείας οι Τούρκοι και το όλο εγχείρημα να κινδυνεύσει. Την ίδια εξάλλου μέρα θα γράψει και τρίτη επιστολή, προς μη κατονομαζόμενους αποδέκτες («Εντιμώτατοι Κύριοι»), αλλά προφανών προς τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας εκτός Πελοποννήσου, αναφέροντας όλες τις ενέργειές του αλλά και τα όσα προσμένει με αγωνία να γίνουν από την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στα τρία γράμματα ο Δικαίος δεν αναφέρεται στη συνέλευση της Βοστίτσας, προφανώς μη θέλοντας να συντελέσει σε δισταγμούς και χρονοτριβές.

Ο Παναγ. Σέκερης όμως εξακολουθεί να γράφει στον Γρηγόριο Δικαίο και να τον συμβουλεύει, χωρίς φυσικά να έχει άμεση γνώση των πραγμάτων – ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να έχει καθώς η άφιξη της αλληλογραφίας από τη Μολδοβλαχία και κυρίως από την Πελοπόννησο απαιτούσε πολλές μέρες για να φθάσει – και να τον διαβεβαιώνει για τη φιλία του και την εμπιστοσύνη του. Είναι χαρακτηριστική μία αποστροφή στο γράμμα του Σέκερη της 24ης Φεβρουάριου 1821 προς τον Δίκαιο, όπου αναφέρονται τα προφητικά: «ο Αρμόδιος [Γρηγ. Δικαίος] τότε αποθανατιστεί το όνομά του με τον θάνατον και χύσιν του αίματος του, όταν το αίμα του χυθή, όταν και όπως, και όπου πρέπει», και θα εξακολουθήσει να του δίνει και πάλι συμβουλές και νουθεσίες ώστε να μη συμπεριφέρεται όπως παλαιότερα στη Βλαχία και Μολδαβία, όταν πολλοί καταφέρονταν εναντίον του Παπαφλέσσα για τις άστοχες ενέργειές του.[32]

Όμως, παρά τα γραφόμενα του συνετού Παναγ. Σέκερη για μετριοπάθεια, οι καιροί δεν απαιτούσαν τέτοιες «αρετές» αλλά έντονη δραστηριότητα, γι’ αυτό και Γρηγόριος Δικαίος, παρά την απογοήτευσή του για την ουσιαστική έλλειψη ανταπόκρισης εκ μέρους των προεστών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου θα κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις. Από την Αχαΐα, δηλαδή, ο Γρηγόριος Δικαίος κινήθηκε προς τη Γορτυνία και συναντήθηκε στα Λαγκάδια με μέλη της οικογένειας των Δεληγιανναίων, τα οποία έδειξαν την ίδια αναβλητικότητα και δυσπιστία έναντι του Παπαφλέσσα, ενώ ταυτόχρονα του ζήτησαν αποδείξεις και εγγυήσεις για όσα αυτός διέδιδε, δηλαδή για την άφιξη στρατιωτών, πόλεμο εφοδίων κ.λπ.

Ο Παπαφλέσσας ωστόσο θα συνεχίσει τις επαφές του και μάλιστα συναντήθηκε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά, ενώ ήρθε σε επαφή και με τις αρχές της Μάνης, όπου δρούσαν την εποχή αυτή ο Χριστόφορος Περραιβός και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Όπως παραθέτει ο Φωτάκος στον βίο του Παπαφλέσσα, υπήρξε σχέδιο για την εξόντωση του Παπαφλέσσα, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο αρχιμανδρίτης ήταν σε θέση να προβλέπει τις κινήσεις των αντιπάλων του.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι γεγονός ότι ο Παπαφλέσσας, μολονότι απογοητευμένος εξαιτίας της βραδυπορίας του Αλ. Υψηλάντη και της ανεξήγητης γι’ αυτόν καθυστέρησής του να βρεθεί στα μέρη την Πελοποννήσου, δεν έμεινε άπρακτος. Ωστόσο, υπάρχει στο Αρχείο του Ξάνθου μία επιστολή της 19ης Μαρτίου 1821, η οποία ως το 2002 παρέμεινε ανέκδοτη και, κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη των πραγμάτων.[33] Η επιστολή αυτή δεν φέρει όνομα ούτε αποστολέα ούτε παραλήπτη· όπως όμως παρατηρεί και ο I. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν που τη σχολιάζει, από τα συμφραζόμενα φαίνεται ότι μάλλον πρόκειται για επιστολή του Εμμ. Ξάνθου προς τον Γρηγόριο Δικαίο.

Στο Αρχείο σώζεται το πρωτότυπο και δεν γνωρίζουμε αν αντίγραφό της έφθασε και στα χέρια του Παπαφλέσσα· έτσι μόνο υποθετικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το περιεχόμενό της αυτούσιο ή με κάποιο άλλο τρόπο έγινε γνωστό σ’ αυτόν. Όπως και να έχουν τα πράγματα ο Ξάνθος στο γράμμα αυτό προβαίνει σε μια αναλυτική παράθεση των όσων συμβαίνουν στις Ηγεμονίες: αναφέρεται λεπτομερώς στις κινήσεις του Υψηλάντη, στο σχέδιό του ώστε μετά τη συντριβή των Τούρκων στα βόρεια να κινηθεί επικεφαλής του στρατού και να φθάσει στον Όλυμπο της Θεσσαλίας και από εκεί στην Πελοπόννησο, για να συμπληρώσει και τούτο το σημαντικό: «[…] ός σας τόπος αν έμεινε χωρίς αρχηγόν τούτο δεν προήλθεν απ’ άλλο, ειμή διότι ο αρχιστράτηγος έχων όλην την πεποίθησιν εις τον πατριωτικόν ζήλον, εις την αγχίνοιαν και αξιότητα και δυνατά μέσα των αυτού αρχόντων σας εστοχάσθη ότι και χωρίς της παρουσίας του, είναι ικανοί να εκλέξουν μεταξύ των ένα αρχηγόν έως να έλθη ο ίδιος ή εις των αυταδέλφων του. Ο αγών και τα συμφέροντα είναι κοινά διά τούτο και αι ενέργειαι των αυτόθι αδελφών θέλουν γίνει ως τα επιθυμούμεν, άγετε λοιπόν και κινηθήτε συν Θεού και η θεία βοήθεια μεθ’ ημών έσται. Απόφασης χρειάζεται και όλα γίνονται με την απόφασιν και προθυμίαν. Αυτή είναι η θέλησις του Αρχηγού ημών…».

Πολύ σημαντικά όλα αυτά αν ήλθαν σε γνώση του Δικαίου, έστω και με καθυστέρηση, αφού το γράμμα είναι γραμμένο στις 19 Μαρτίου 1821 και σχεδόν τις ίδιες ημέρες ξεκινά και η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Αλλά και μετά από μέρες να έγιναν γνωστά, πάλι ξεκαθάριζαν το τοπίο και έδιναν το σύνθημα για την επανάσταση και οπωσδήποτε κοινοποιούσαν ότι η αναμενόμενη από ώρα σε ώρα άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, όπως άλλωστε και δεν πραγματοποιήθηκε. Πολύ σύντομα όμως θα φθάσει στην Πελοπόννησο, μαζί με άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, «εις των αυταδέλφων του», όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Εν τω μεταξύ τον Μάρτιο του 1821 είχε φθάσει στον Αρμυρό της Μάνης πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια που έστελναν οι Φιλικοί της Σμύρνης και των Κυδωνιών, πράγμα για το οποίο άλλωστε είχε ενεργήσει ο Παπαφλέσσας κατά τη διέλευσή του από τις Κυδωνίες και σε λίγες μέρες η επανάσταση θα είναι γεγονός, καθώς Μανιάτες αγωνιστές με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά, τον Αναγνωσταρά θα εξορμήσουν προς τη Μεσσηνία και στις 23 Μαρτίου θα καταλάβουν την Καλαμάτα, η μικρή τουρκική φρουρά της οποίας θα παραδοθεί αμαχητί στους Έλληνες.

 

Καλαμάτα. Λιθογραφία του Α. St. Aulaire, 1835. Δημοσιεύεται στο Καλαμάτα, «Τόπος και Εικόνα», Καλαμάτα, εκδ. Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Καλαμάτας, 1996

 

Από την απελευθερωμένη Καλαμάτα ο Παπαφλέσσας, αφού οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις ευοδώθηκαν, θα συνεχίσει ακάθεκτος, μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή, παροτρύνοντας τους κατοίκους να ξεσηκωθούν και βοηθώντας όπου υπήρχε ανάγκη. Έτσι θα κατευθυνθεί από την Καλαμάτα προς την Αρκαδία [Κυπαρισσία] και στη συνέχεια στην Ανδρίτσαινα, στην επαρχία Ολυμπίας, στην Καρύταινα. Από εκεί αναστροφή και άφιξη στο Άργος, όπου διευθέτησε ορισμένα ζητήματα του κινήματος και από εκεί στην Κόρινθο, προκειμένου, μαζί με άλλους Έλληνες, να αντιμετωπίσουν τις οθωμανικές δυνάμεις που έσπευδαν προς την ξεσηκωμένη Πελοπόννησο. Τα διάφορα επεισόδια της δράσης του την εποχή αυτή και στη συγκεκριμένη περιοχή αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια ο πρώτος βιογράφος του Γρηγόριου Δικαίου, ο Φωτάκος. Συγκεκριμένα στην αφήγηση του Φωτάκου γίνεται λόγος για πυρπόληση των παλατιών του Κιαμίλ μπέη στην Κόρινθο, για να θεωρηθούν υπεύθυνοι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής και να ανακοπεί η εγκατάλειψη του αγώνα· αναφέρεται η κατάληψη από τον Παπαφλέσσα πύργου στο Σοφικό Κορινθίας, όπου είχαν οχυρωθεί Έλληνες που δεν είχαν διάθεση να πολεμήσουν· τέλος, αναφέρεται το κλείσιμό του στο φρούριο του Άργους.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Στη συνέχεια ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί και πάλι στην Καρύταινα και από εκεί θα σπεύσει στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας προκειμένου να ενισχύσει τους Έλληνες που συγκεντρώθηκαν εκεί τον Ιούλιο του 1821 για να αποκρούσουν την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες έχοντας επικεφαλής τον Ομέρ Βριόνη κατευθύνονταν προς την Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ θα φθάσει στην Πελοπόννησο αντί του Αλέξανδρου Υψηλάντη ο αδελφός του Δημήτριος και ο Γρηγόριος Δικαίος θα σπεύσει στη Βέρβενα για να τον συναντήσει.

Η αδιάκοπη κινητικότητα του συνεχίζεται χωρίς ανάπαυλα και στη συνέχειά της έχει να επιδείξει διέλευση από τα Τρίκορφα, τα Μεγάλα Δερβένια και την άφιξή του στην Τριπολιτσά, μετά την άλωση της πρωτεύουσας του πασαλικίου του Μοριά από τους Έλληνες, και στην Κόρινθο, όπου παραβρέθηκε στην άλωση του κάστρου του Ακροκορίνθου.

Τον Δεκέμβριο του 1821 ο Γρηγόριος Δίκαιος θα εκλεγεί μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, η οποία είχε πρόεδρο τον Δημήτριο Υψηλάντη, και βέβαια θα λάβει ως πληρεξούσιος μέρος στις εργασίες της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821).

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Βρισκόμαστε πια στο έτος 1822, όταν ενέσκηψε δεινός κίνδυνος για τους επαναστατημένους Έλληνες, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την εισβολή των δυνάμεων του Δράμαλη. Και από αυτή τη σκληρή μάχη δεν θα απουσιάσει ο Γρηγόριος Δικαίος. Βρέθηκε λοιπόν στον Αχλαδόκαμπο και έλαβε μέρος στις συσκέψεις του Κολοκοτρώνη για την αντιμετώπιση του σοβαρού κινδύνου. Από τις συσκέψεις θα βρεθεί και στον πραγματικό πόλεμο και θα λάβει μέρος στις συγκρούσεις του Μαλανδρίνου και εν συνεχεία, μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, σ’ εκείνες που έλαβαν χώρα στο Αγιονόρι, στον Άγιο Σώστη και στην Περαχώρα τον Ιούλιο του 1822.

Η παρουσία του στα πολεμικά μέτωπα εναλλάσσεται με εκείνη των πολιτικών εξελίξεων και έτσι ο Παπαφλέσσας θα λάβει μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στο Άστρος της Κυνουρίας (29 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823), ως πληρεξούσιος Πελοποννήσου. Όπως είναι γνωστό η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε ως κύριο σκοπό την αναθεώρηση του Προσωρινού Πολιτεύματος που είχε καθιερώσει η Α’ Εθνική Συνέλευση την Επιδαύρου. Στην Επιτροπή που συγκροτήθηκε για τον σκοπό αυτό και πράγματι τροποποίησε το Πολίτευμα της Επιδαύρου θα λάβει μέρος ως μέλος και ο Γρηγόριος Δίκαιος (τα άλλα μέλη ήταν οι: επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, Γεώργιος Καλαράς, Κωνσταντίνος Μεταξάς, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος, Γεώργιος Ψύλλας, Εμμανουήλ Αντωνιάδης και Θεόδωρος Νέγρης). Λίγο αργότερα, στις 27 Απριλίου 1823 διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών και την 1η Ιουλίου 1823 υπουργός της Αστυνομίας στην κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα πρωταγωνιστήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στις εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν την περίοδο αυτή μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων ως αποτέλεσμα της διεκδίκησης και νομής της εξουσίας από διάφορες ομάδες που συνέθεταν: παλαιοί κοινοτικοί άρχοντες, άνθρωποι των όπλων, Πελοποννήσιοι, νησιώτες, Ρουμελιώτες, παλαιοί Φιλικοί κ.λπ. Όπως ήταν επόμενο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετά την εξουδετέρωση του Δράμαλη αύξησε σημαντικά τη δύναμη και επιρροή του και έχοντας ως πολιτικό έρεισμα την Πελοποννησιακή Γερουσία και την υποστήριξη ισχυρών προυχόντων (Κρεββατάς, Δεληγιανναίοι, Μαυρομιχαλαίοι, Φωτήλας, Περούκας κ.ά.) θα βρεθεί σε αντιπαράθεση με την κεντρική εξουσία. Στην ουσία η Πελοποννησιακή Γερουσία ασκούσε έργο κεντρικής κυβέρνησης καθώς διέθετε πολλές εξουσίες και αρμοδιότητες (στρατολογία, μισθοδοσία, οργάνωση πολεμικών επιχειρήσεων, διαχείριση προσόδων κ.λπ.).

Όπως ήταν αναμενόμενο η πολιτική εξουσία, η οποία απέρρεε από τις ρυθμίσεις της Α’ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου και κυρίως οι Υδραίοι και ο κύκλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, προσπάθησαν αρχικά να συνεννοηθούν με τους στρατιωτικούς και τους πελοποννήσιους προύχοντες, υποσχόμενοι αξιώματα αλλά και να τους απειλήσουν με απόσυρση από τον αγώνα. Η πρόταση των Υδραίων φάνηκε συμφέρουσα σε ορισμένους από τους πελοποννήσιους προύχοντες (Π. Μαυρομιχάλη, Παναγ. Κρεββατά, Αναγνώστη Δεληγιάννη) αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτικών. Έτσι εκδηλώθηκε σφοδρή αντίδραση των Υδραίων, οι οποίοι κατήγγειλαν τους πάντες και επικαλούμενοι τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν η Επανάσταση κάλεσαν τους πελοποννήσιους πατριώτες να εγκαταλείψουν την ομάδα του Θ. Κολοκοτρώνη και να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την εθνική διοίκηση.

Βρισκόμαστε πλέον στα τέλη του 1822 και η κεντρική εξουσία της εποχής βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους οπαδούς του, και προκειμένου να τον αποδυναμώσει έτι περαιτέρω υπόσχεται τιμές και αξιώματα στους στρατιωτικούς και στους προύχοντες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη ο Μαυρομιχάλης, ο Παναγ. Γιατράκος, ο Αναγνωσταράς, ο Βασ. Πετμεζάς.

Στην ολοένα και αυξανόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκε να παραδώσει στη διοίκηση το φρούριο του Ναυπλίου που είχε καταλάβει και κατείχε. Επιπλέον στις 18 Ιανουάριου όρισε ως τόπο της Εθνοσυνέλευσης το Ναύπλιο και κάλεσε τον φρούραρχο Δημ. Πλαπούτα να το παραδώσει. Τέτοιο πράγμα φυσικά δεν έγινε αποδεκτό και έτσι ορίσθηκε ως τόπος της Εθνοσυνέλευσης το Άστρος αλλά συγχρόνως ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε σε δύσκολη θέση επειδή φάνηκε να ενεργεί αντεθνικά. Έτσι αγωνιστές οι οποίοι θα μπορούσαν στην ουσία να είναι με το μέρος του βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, και, ανάμεσά τους και ο Γρηγόριος Δίκαιος. Στην ουσία δηλαδή έχουμε πλήρη διάσπαση την Πελοποννησιακής Γερουσίας.

 

Ναύπλιο, βορειοανατολική άποψη από την Πρόνοια. Δημοσιεύεται στο Στέλιος Α. Παπαδόπουλος (επιμ.), «Το Λεύκωμα Peytie», Αθήνα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, 1971.

 

Θα ακολουθήσουν οι εργασίες της Β’ Εθνοσυνέλευσης και η εκλογή νέας εθνικής διοίκησης, στην οποία οι πελοποννήσιοι προύχοντες κατείχαν σημαντικές θέσεις με τους στρατιωτικούς να έχουν απολέσει σημαντικά ερείσματα αλλά να διατηρούν ισχυρές θέσεις στην Πελοπόννησο, όπως η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Κόρινθος. Στη συνεχή διαπλοκή των πραγμάτων και τις συνεχώς ανασυντασσόμενες συμμαχίες θα προσφερθεί η θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού στον Θ. Κολοκοτρώνη και αυτός θα την αποδεχθεί (27 Μαΐου 1823).

Πολύ γρήγορα όμως ο Κολοκοτρώνης θα έλθει και πάλι σε σύγκρουση διεκδικώντας για λογαριασμό του συγγενούς του Αναγνώστη Δεληγιάννη τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, πράγμα που τον κατέστησε αντίπαλο με τον Αλ. Μαυροκορδάτο αλλά και με τους αδελφούς Κουντουριώτη που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο. Αποτέλεσμα όλης αυτής της ανώμαλης κατάστασης ήταν να θεωρηθεί και πάλι ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ενεργούσε σαν παλιός κλέφτης και στην ουσία ότι στρεφόταν εναντίον των νόμων και του Συντάγματος. Απαιτούνται πολλές σελίδες για να παρουσιαστούν με ικανοποιητικό τρόπο οι αντιθέσεις, οι δολοπλοκίες, οι συμμαχίες, οι αλλαγές στάσεων και γενικά η συνολική κατάσταση ρήξης που επικρατούσε στα μέσα του 1823 και βέβαια αυτό δεν μπορεί ούτε είναι θεμιτό να γίνει μέσα από το βιογραφικό σχήμα του Γρηγορίου Δικαίου που προσπαθούμε να παρουσιάσουμε στις σελίδες αυτές.

 

Σημαία των Σπετσών με σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και την επιγραφή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, «Σημαίες ελευθερίας», Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος 1996.

 

Πάντως, τον Δεκέμβριο του 1823 οι δύο αντίπαλες παρατάξεις οδηγήθηκαν και πάλι σε ρήξη, όταν ανατράπηκε το Εκτελεστικό, που ελεγχόταν από τους Πελοποννησίους, από τα μέλη του Βουλευτικού που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους προύχοντες. Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε η συγκρότηση ενός νέου Εκτελεστικού που είχε επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και έδρα το Κρανίδι. Στο Κρανίδι εγκαταστάθηκαν εξάλλου και τα μέλη του Βουλευτικού, όσα υποστήριζαν τη νέα κατάσταση, ενώ κηρύχτηκαν έκπτωτα όσα δεν πειθαρχούσαν.

Αποτέλεσμα, η διπλή εξουσία, καθώς ο αντίπαλος πόλος που είχε επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και έδρα την Τρίπολη, δεν έδειχνε καμιά διάθεση να υποχωρήσει. Διάθεση συμβιβασμού όμως δεν έδειχνε και η άλλη παράταξη και κατά συνέπεια τα πράγματα όδευαν προς την ένοπλη σύγκρουση στις αρχές του 1824.

Στη γοργή εξέλιξη των γεγονότων που οδηγούσαν στη σύγκρουση κηρύχτηκε αποστάτης ο γιος του Κολοκοτρώνη Πάνος που κρατούσε το Ναύπλιο, υπακούοντας στις εντολές της παλιάς διοίκησης, η πόλη πολιορκήθηκε, ενώ άλλες δυνάμεις της νέας κατάστασης κινήθηκαν προς άλλα σημεία με απώτερο σκοπό να πλήξουν την Τρίπολη ώστε να διασπάσουν τις κύριες δυνάμεις των αντιπάλων της, που με επικεφαλής τους Θεόδωρο και Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάννη και τον Νικηταρά βρίσκονταν γύρω από την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου.

Εκεί λοιπόν θα βρεθεί και ο Γρηγόριος Δικαίος, όχι όμως – αυτός ο παλιός συνεργάτης των Κολοκοτρωναίων – ως σύμμαχός τους αλλά ως επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος της νέας διοίκησης Κουντουριώτη, επιδιδόμενος σε μικροσυμπλοκές με τους αντιπάλους του και περιμένοντας ενισχύσεις που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Τρίπολη. Προσωρινά η εμφύλια διαμάχη φάνηκε να εκτονώνεται τον Ιούλιο του 1824 όταν η νέα διοίκηση του Κουντουριώτη φάνηκε να επικρατεί, οι δυνάμεις της αποσύρθηκαν από την Τρίπολη, το Ναύπλιο είχε παραδοθεί, αμνηστία παραχωρήθηκε στους «στασιαστές» και φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρισκόταν με την πλευρά των «νικητών».

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως το καλοκαίρι του ίδιου έτους (1824), τα πράγματα οδηγήθηκαν και πάλι σε αδιέξοδο που θα καταλήξει σε νέα εμφύλια σύγκρουση. Προηγουμένως είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 3 Οκτωβρίου 1824 και οι αντίπαλοι θα επιδοθούν σε έντονη προεκλογική δραστηριότητα. Στην πολύπλοκη παρασκηνιακή δράση οι ισχυροί πρόκριτοι της Πελοποννήσου Ζαΐμης και Λόντος αλλάζουν στάση και από φίλοι της κυβέρνησης Κουντουριώτη θα γίνουν αντίπαλοί της. Το όλο κλίμα είναι εκρηκτικό αλλά οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν και θα επικρατήσουν οι Υδραίοι με τους συμμάχους τους, ο Γ. Κουντουριώτης θα παραμείνει πρόεδρος του Εκτελεστικού, ενώ είναι και πάλι εμφανής ο παραμερισμός των Πελοποννησίων, καθώς ο Ζαΐμης δεν κατόρθωσε να εκλεγεί πρόεδρος του Βουλευτικού. Έτσι Ζαΐμης και Λόντος, σε επαφή βέβαια με άλλους ισχυρούς προύχοντες, ετοιμάζονται να αναλάβουν στρατιωτική δράση και προσχηματικά απαιτούν τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης.

 

Η αφορμή για

την έναρξη της νέας

εμφύλιας σύγκρουσης

θα δοθεί όταν οι

κάτοικοι της Αρκαδίας

τον Οκτώβριο του

1824 αρνήθηκαν την

είσπραξη των

προσόδων

της επαρχίας τους

υπέρ της κυβέρνησης

Κουντουριώτη

 

Η αφορμή για την έναρξη της νέας εμφύλιας σύγκρουσης θα δοθεί όταν οι κάτοικοι της Αρκαδίας [Κυπαρισσίας] τον Οκτώβριο του 1824 αρνήθηκαν την είσπραξη των προσόδων της επαρχίας τους υπέρ της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Το επεισόδιο αυτό χαρακτηρίστηκε ως ανταρσία κατά της κεντρικής εξουσίας, η οποία διέταξε τον υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο να κατευθυνθεί επικεφαλής ένοπλου τμήματος στην περιοχή αυτή και να καταστείλει την ανταρσία.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Πράγματι, προς τα τέλη Οκτωβρίου 1824 ο Παπαφλέσσας θα φθάσει στη συγκεκριμένη περιοχή και θα απαιτήσει από τους τοπικούς άρχοντες να πειθαρχήσουν, δηλαδή να συγκεντρώσουν και να παραδώσουν στη διοίκηση τους φόρους. Όμως οι οπλαρχηγοί της περιοχής σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη, που ουσιαστικά είχε υπό τον έλεγχό του την περιοχή αυτή, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Παπαφλέσσα και η κατάσταση, όπως ήταν αναμενόμενο, οδηγούσε σε ένοπλη αναμέτρηση. Για να βοηθήσουν τους τοπικούς οπλαρχηγούς έσπευσαν οι γιοι του Θ. Κολοκοτρώνη, Γενναίος και Πάνος, και αργότερα ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ενώ ο Παπαφλέσσας έλαβε βοήθεια από κυβερνητικά στρατεύματα που είχαν επικεφαλής τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Διονύσιο Μούρτζινο. Η σύγκρουση στο χωριό Κωνσταντίνοι της Αρκαδίας κράτησε δύο ημέρες και υπερίσχυσαν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή οι κυβερνητικοί που διοικούσε ο Παπαφλέσσας διασκορπίστηκαν και ο ίδιος αναγκάστηκε να επιστρέψει ηττημένος στο Ναύπλιο. Έτσι λοιπόν άρχισε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, πιο σύντομος από τον πρώτο αλλά περισσότερο καταστροφικός και οπωσδήποτε πιο σκληρός.

Είναι γεγονός ότι ο Γρηγόριος Δικαίος, ο φλογερός Φιλικός, αυτός που τόσο κατηγορήθηκε από τους συντρόφους Φιλικούς ότι συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό του για την Εταιρεία και τον επικείμενο απελευθερωτικό αγώνα δεν συγκρατούσε τα λόγια του θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την Εταιρεία, αυτός που πολλές φορές κινδύνευσε να πέσει στα χέρια των τουρκικών αρχών, ο ίδιος άνθρωπος βρέθηκε στο επίκεντρο των εμφυλίων διενέξεων, βρέθηκε στο σημείο να υπερασπίζεται μία πολιτική κατάσταση εναντίον μιαν άλλης, βρέθηκε να εκστρατεύει εναντίον άλλων Ελλήνων, να αντιμετωπίζει στρατιωτικά τους ακόλουθους του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Ρουμελιώτες και Σουλιώτες ένοπλοι να λεηλατούν την Πελοπόννησο, όταν ο απελευθερωτικός αγώνας απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση των πραγματικών εχθρών.

Η δεινή θέση στην οποία βρέθηκε, η άχαρη συμμετοχή του στους εμφύλιους πολέμους έφεραν σε δύσκολη θέση και τον βιογράφο του Φωτάκο, ο οποίος επιχείρησε να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την εμπλοκή του Παπαφλέσσα γράφοντας ότι ο Δικαίος «είχε μετανοήσει διά τας πρότερον πράξεις και ενεργείας του προς καταστροφήν των λεγομένων ανταρτών. Αλλ’ αν και ήτον υπουργός δεν εισηκούσθη, διότι ο Κουντουριώτης δεν ήθελε συγκατανεύση ποτέ ν’ απολυθούν κ.λπ. κ.λπ. Αφού λοιπόν ο Φλέσας απέτυχεν εις τας συμβουλάς του, αποφάσισε να εκστρατεύση ο ίδιος διάνα σώση τον τόπον…»· και ο Φωτάκος βέβαια δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά τον άμεσο κίνδυνο για την Επανάσταση που αντιπροσώπευε η άφιξη των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο.

Πράγματι, όπως γνωρίζουμε, η οθωμανική κυβέρνηση μετά από την άσχημη τροπή που έπαιρνε ο αγώνας των επαναστατημένων Ελλήνων γι’ αυτήν, συνήψε συμφωνία με τον Μοχάμετ Άλη της Αιγύπτου και έτσι από τις αρχές του 1825 ο γιος του τοπάρχη την Αιγύπτου, Ιμπραήμ πασάς, αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο ενεργώντας σε συνδυασμό με τις οθωμανικές δυνάμεις του Κιοσέ Μεχμέτ Κιουταχή πασά, ενώ τις επίγειες δυνάμεις συνέδραμαν και ναυτικές δυνάμεις την Πύλης και της Αιγύπτου.

 

Louis Duprè. Προσωπογραφία του Μωχάμετ Άλη, Αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Λιθογραφία, Παρίσι, περίπου 1836.

 

Στην κρίσιμη αυτή περίοδο που εκδηλώνεται η σφοδρή τουρκοαιγυπτιακή αντεπίθεση στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία βέβαια είχαν προκαλέσει οι εμφύλιες συρράξεις. Μεγάλο μέρος του πρώτου αγγλικού δανείου είχε δαπανηθεί στις εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ πολλοί οπλαρχηγοί κρατούνταν φυλακισμένοι από τους κυβερνητικούς του Κουντουριώτη, που φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται το μέγεθος του κινδύνου. Παρά ταύτα κάποια στιγμή θα αποδοθεί αμνηστεία και θα αρχίσουν σιγά-σιγά να εκδηλώνονται κάποιες κινήσεις που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση του ορατού όσο και άμεσου κινδύνου που αντιμετώπιζε η επανάσταση από τη συντονισμένη επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων, όπως λ.χ. η συγκρότηση τακτικού στρατού, καθώς οι πολεμικές αναμετρήσεις ειδικότερα με τους Αιγυπτίους, άρχισαν να αλλάζουν μορφή και ασφαλώς απαιτούσαν τακτική αντιμετώπιση και όχι συγκρούσεις ατάκτων.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Εν τω μεταξύ, ο Ιμπραήμ πασάς είχε αποβιβαστεί χωρίς ενόχληση στη Μεθώνη και αφού έλαβε και νέες ενισχύσεις άρχισε να πολιορκεί και να καταλαμβάνει τα διάφορα φρούρια που κατείχαν οι επαναστάτες. Στις 7 Απριλίου 1825 οι Έλληνες θα ηττηθούν στο Κρεμμύδι της Μεσσηνίας. Στις 25 Απριλίου θα καταληφθεί από τους Αιγυπτίους, μετά από σφοδρή σύγκρουση, η Σφακτηρία όπου θα σκοτωθεί ο υπουργός πολέμου Αναγνωσταράς και ο ιταλός φιλέλληνας Σαντόρε Σανταρόζα. Στις 30 Απριλίου θα πέσει το Νεόκαστρο.

Αυτή την κρίσιμη στιγμή ο υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος αναλαμβάνει ο ίδιος να εμποδίσει την προέλαση του Ιμπραήμ πασά, μολονότι συνάντησε μεγάλη απροθυμία εκ μέρους των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών να συνταχθούν μαζί του. Σκοπός του Παπαφλέσσα, σύμφωνα με τον βιογράφο του Φωτάκο, ήταν να κατορθώσει να πετύχει 1-2 νίκες εναντίον του Ιμπραήμ και έτσι από θέση ισχύος να ζητήσει από τον Κουντουριώτη να δώσει αμνηστία, να απελευθερώσει τον Θ. Κολοκοτρώνη και ο ίδιος να εμφανιστεί κυρίαρχος της κατάστασης. Μάλιστα είχε αρχίσει να αλληλογραφεί με τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο, που είχαν απελευθερωθεί και βρίσκονταν στην περιοχή των Καλαβρύτων.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο Παπαφλέσσας προς τα τέλη Απριλίου αναχώρησε από το Ναύπλιο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Εκεί έμεινε 3-4 μέρες και συγκέντρωσε διάφορους οπλαρχηγούς με περιορισμένες δυνάμεις. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το Λεοντάρι όπου συγκέντρωσε και κάποια άλλα στρατεύματα. Στην πορεία του, όπως την περιγράφει ο Φωτάκος, περιλαμβάνονται ακόμα τα χωριά Λάκκοι, Φουρτζάλα, Άγιος Φλώρος, σημεία όπου θα συναντήσει λείψανα ελληνικών δυνάμεων που περιφέρονταν ηττημένες μετά από τις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία. Περαιτέρω θα βρεθεί στο χωριό Δραήνα, όπου παρέμεινε 2 ημέρες και έλαβε διάφορα γράμματα από οπλαρχηγούς ότι θα τον συνδράμουν.

Τελικά ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί στην περιοχή της Μεσσηνίας, όπου θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία είχε εντοπίσει να κινούνται στην περιοχή. Οι στρατιώτες του επέλεξαν μια οχυρή θέση στην οποία έφτιαξαν τρία ταμπούρια. Στις 20 Μαΐου 1825 ο Παπαφλέσσας με 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά θα παραμείνουν μαζί του 500 άνδρες με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα, θα συγκρουστεί με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ στο ορεινό χωριό Μανιάκι της Μεσσηνίας. Στη σφοδρή σύγκρουση που θα ακολουθήσει οι δυνάμεις του Παπαφλέσσα θα δεχτούν την επίθεση τριών χιλιάδων ιππέων και πεζών των Αιγυπτίων και θα συντριβούν, ενώ και ο ίδιος θα βρει τον θάνατο στο πεδίο της μάχης.

 

Το φίλημα. Σύνθεση που αποδίδει τη θρυλούμενη σκηνή του ασπασμού του νεκρού Παπαφλέσσα από τον Ιμπραήμ πασά, μετά την φιλόδοξη αλλά αποτυχημένη αναμέτρηση στο Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

 

Τα διάφορα περιστατικά, πράξεις και διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών, του Παπαφλέσσα και των άλλων οπλαρχηγών, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Φωτάκος, από τον οποίο παραδίδεται το πασίγνωστο επεισόδιο κατά το οποίο ο Ιμπραήμ διέταξε να καθαρίσουν και να περιποιηθούν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα, να θέσουν το κομμένο κεφάλι στη θέση του και αφού το παρατήρησε είπε στους αξιωματικούς του: «τω όντι αυτός ήτον ικανός και γενναίος άνθρωπος και καλλίτερον ήτον να επαθαίναμεν άλλην τόσην ζημίαν, αλλά να τον επιάναμεν ζωντανόν, διότι πολύ ήθελε μας  χρησιμεύση».

Εξάλλου, και ο Αμβρόσιος Φραντζής στη δική του Ιστορία  θα μεταφέρει διάφορες λεπτομέρειες, ανάμεσα στις οποίες, εκείνη του γνωστού επεισοδίου, όπου ο Ιμπραήμ ζήτησε και του έφεραν το κεφάλι του Παπαφλέσσα και «ελυπήθη διότι εφονεύθη εις τοιούτος γενναίος ανήρ…».[34]

Όπως είναι φυσικό το επεισόδιο του ηρωικού θανάτου του Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι της Μεσσηνίας στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα αποτελέσει – μαζί με άλλα βέβαια κατορθώματα των Ελλήνων – σημείο αναφοράς και συνεχούς αναπαραγωγής από πολλούς συγγραφείς, κυρίως παιδικών και σχολικών αναγνωσμάτων. Αρχίζοντας από το δημοτικό τραγούδι και συνεχίζοντας με το γνωστό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Το Φίλημα» και το θεατρικό του Σπύρου Μελά, συναντούμε μεγάλη παραγωγή κειμένων που προορίζονται για παιδικά αναγνώσματα ή κείμενα για τις σχολικές εορτές, στα οποία ο θάνατος του Παπαφλέσσα αποτελεί κεντρικό μοτίβο. Στην ίδια γραμμή έχει εκδοθεί και στη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» του εκδοτικού οίκου Ατλαντίς-Πεχλιβανίδη αντίστοιχο τεύχος με κείμενο της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 1.

[2] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 7.

[3] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110.

[4] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110, αρ. 92.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 29.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 65.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-92.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105-06.

[11] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, αρ. εγγρ. 7302 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 128.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 133.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 167.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 2-4.

[15] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 171-177.

[16] Στο ίδιο, τ. Β’, σ. 115. Η επιστολή είναι γνωστή και από την Απολογία και από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου.

[17] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 173.

[18] Στο ίδιο  σ. 178 και Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 66.

[19] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 116 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 53-55.

[20] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 73-74.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 249.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 31.

[23] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 206.

[24] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 79.

[25] Στο ίδιο, σ. 81-82.

[26] Στο ίδιο, σ. 82.

[27] Στο ίδιο, σ. 83-87.

[28] Στο ίδιο, σ. 84.

[29] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 16-17.

[30] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 144-145 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 108-110.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 107-107.

[32] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 89-90.

[33] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 152-156.

[34] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 69 και Αμβρ. Φραντζής, Ιστορία, τ. ‘Β, σ. 352.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, Αθήνα 1839.
  • Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, Αθήνα 1868 (φωτομηχανική ανατύπωση: Αθήνα 1986).
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Bασίλης Βλ. Σφυρόερας, «Παπαφλέσσας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 8, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, χ.χ.
  • Τ. Λάππας, Παπαφλέσσας. Βιογραφία του ηρωικού Αρχιμανδρίτη, Αθήνα 1971.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.
  • Σόλων Γρηγοριάδης, Ο Παπαφλέσσας, Αθήνα 1982.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Μεσογείων 14-18. Η Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφαλείας Αθηνών στα χρόνια της Δικτατορίας (1971-1974)», Γενική Γραμματεία Ερευνάς και Τεχνολογίας – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, 2η έκδ., Αθήνα 2019.


 

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει τα πορίσματα μιας ιστορικής έρευνας, η οποία, διεξήχθη με πρωτοβουλία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας και με επιστημονικό υπεύθυνο τον Δρ. Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, Διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Το αντικείμενο της έρευνας είναι η δράση της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών κατά τα τελευταία χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας, στο διάστημα 1971-1974. Το ενδιαφέρον για εμάς [δηλ. της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας] είναι ότι, κατά την υπό μελέτη περίοδο, η Γενική Ασφάλεια στεγαζόταν στο κτίριο της οδού Μεσογείων 14-18, στο ίδιο δηλαδή κτίριο όπου από το 1986 έως σήμερα στεγάζεται η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

Το ιστορικό παρελθόν του συγκεκριμένου κτιρίου εξελίχθηκε όλα αυτά τα χρόνια, μάλλον σε μια λανθάνουσα πληροφορία, σε μια λεπτομέρεια, η οποία λησμονήθηκε μέσα στην καθημερινότητα. Ίσως πρόκειται για μια ιστορική στιγμή που θέλησε να ξεχαστεί, καθώς η λήθη πολλές φορές είναι η μόνη θεραπευτική οδός για τη βεβαρημένη νεότερη ιστορία του τόπου μας. Σε κάθε περίπτωση, το πλήρωμα του χρόνου έφθασε στις 17 Νοεμβρίου 2017, όταν με την ευκαιρία της 44ης επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, οργανώθηκε στη Γενική Γραμματεία μια μικρή μεν, αλλά μεγάλης σημασίας για εμάς, πολύ συγκινητική εκδήλωση μνήμης και τιμής, με την πολύτιμη συμμετοχή και παρουσία αρκετών επωνύμων και ανωνύμων αγωνιστών της περιόδου εκείνης και συγγενών τους, κυρίως αγωνιστών φοιτητών τότε, που απειλήθηκαν, φυλακίστηκαν, κακοποιήθηκαν και βασανίστηκαν στη Γενική Ασφάλεια, κατά το διάστημα 1971-1974. Σε αυτούς τους ανθρώπους που μας τίμησαν με την παρουσία τους επανερχόμενοι εκείνη τη βροχερή μέρα στο κτίριο της οδού Μεσογείων 14-18 για έναν άλλο τη φορά αυτή σκοπό, με μιαν άλλη αφορμή, αλλά και σε όλους τους αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα, αφιερώνουμε την παρούσα έκδοση.

Η επετειακή μας εκείνη συνεύρεση ανέδειξε εκτός των άλλων, ιστορικά ερωτήματα για πτυχές της περιόδου εκείνης, τα οποία στη συνέχεια αποτέλεσαν την αφορμή για την παρούσα έρευνα, με σκοπό τον εντοπισμό, τη συστηματική καταγραφή και τη μελέτη στοιχείων που αφορούν στη χρήση του κτιρίου ως έδρας της Υποδιεύθυνσης Γενικής Ασφαλείας Αθηνών κατά την περίοδο της Χούντας και ειδικότερα, ως έδρας του ανακριτικού και διωκτικού μηχανισμού κατά των αντιπάλων του δικτατορικού καθεστώτος.

Δεν θα ήταν δυνατόν άλλωστε, η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της στην έρευνα και στις επιστήμες, να μην στηρίξει μια τόσο ενδιαφέρουσα, τεκμηριωμένη και πρωτότυπη μελέτη, η οποία επιχειρεί μια νηφάλια αποτίμηση πτυχών της νεότερης ιστορίας μας προσφέροντας έναν αναστοχασμό απαραίτητο για ένα σύγχρονο και δημοκρατικό κράτος και για την κοινωνία της γνώσης.

Ειδική μνεία στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να γίνει σε όλους όσους εργάστηκαν και εργάζονται στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας υπηρετώντας την έρευνα και την επιστημονική γνώση.

(Πατρίτσια Κυπριανίδου, Γενική Γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας, από τον πρόλογο της έκδοσης)

 

Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Μεσογείων 14-18…

 

Περιεχόμενα


 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ

Από τη Λέκκα στη Μπουμπουλίνας
21η Απριλίου και Μπουμπουλίνας 18

ΑΠΟ ΤΗ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ

Μεσογείων 14-18: Στελέχη, υπηρεσίες και χώροι
Τα κελιά
«Τικ-τακ»
Προσαγωγές, συλλήψεις και ανακρίσεις

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΕΝΟΙΚΟΙ» (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1971)

«Ανεξάρτητη Αριστερά»
ΚΚΕ εσωτερικού
«20ή Οκτώβρη»

ΕΝΟΠΛΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ (Ιανουάριος 1972)

ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ (άνοιξη 1972)

Απεργία των Υπομηχανικών
ΕΜΕΠ και ΕΚΙΝ
Οι πρώτες διαδηλώσεις
Οι προσφυγές
Συλλήψεις και αντιδράσεις

ΕΚΛΟΓΕΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΝΟΘΕΙΑΣ (φθινόπωρο 1972)

Γενική Ασφάλεια και «εκλογές»
ΚΚΕ εσωτερικού και «Ρήγας Φεραίος»

ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ (χειμώνας-άνοιξη 1973)

Απεργίες στο Πολυτεχνείο
Επεισόδιο Σκιάνη-Σέμπου
Στρατεύσεις και η πρώτη εισβολή στο Πολυτεχνείο
«Πρόβα τζενεράλε» στη Νομική
Η μεγάλη κατάληψη της Νομικής
Επεισόδιο της εφήβου
Οι εβδομάδες της υπόκωφης σιωπής
Η εισβολή στη Νομική
Η παραίτηση της συγκλήτου του Πανεπιστημίου

ΕΣΑ, ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ (άνοιξη 1973)

Επεισόδιο Πεντάρη
ΑΑΣΠΕ
ΕΑΝ

ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ (άνοιξη-φθινόπωρο 1973)

Μνημόσυνο Γεωργίου Παπανδρέου
Απελευθέρωση στην πλατεία Συντάγματος
Μετά το μνημόσυνο

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ (Νοέμβριος 1973)

Η Αστυνομία και η Ασφάλεια στο Πολυτεχνείο
Μετά την εισβολή
Επεισόδιο στην πλατεία Συντάγματος
Οι επόμενες ημέρες

ΜΗΝΕΣ ΤΟΥ ΖΟΦΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ (Νοέμβριος 1973-Ιούλιος 1974)

Από την πρώτη στη δεύτερη επέτειο
«Ηλιοστάσιο»
ΚΚΕ, ΚΝΕ και Αντι-ΕΦΕΕ
ΚΚΕ εσωτερικού
ΙΝΚΑ
Ο κόσμος όλος
Επεισόδιο Wallraff

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ (1974-1984)

«Κάθαρση»
Δίκη Κάτρη-Παπαζήση
«Σταγονίδια»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΓΑΑ ΣΤΗ ΓΓΕΤ (1984-1986)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ
ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, γράφει για το βιβλίο:

 

Ένας από τους τρόπους για να γράψεις την ιστορία ενός τόπου είναι μέσα από τα κτίρια, αφηγούμενος τα γεγονότα που συνέβησαν μέσα σε αυτά. Αυτός είναι ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο οι ιστορικοί δίνουν μεγάλη σημασία στα κτίρια. Δεν είναι μόνον ότι η αρχιτεκτονική τους αντανακλά τις γενικότερες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μιας εποχής. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι τα κτίρια αποτελούν σε πολλές περιπτώσεις τους μόνους υφιστάμενους, έστω και σιωπηλούς, μάρτυρες περασμένων εποχών. Γι’ αυτό άλλωστε, πολλά κτίρια κηρύσσονται διατηρητέα ως τοπόσημα ιστορικής μνήμης, παρότι δεν εμφανίζουν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία.

Η πρωτοτυπία του βιβλίου έγκειται στο ότι μας προσφέρει μια ευσύνοπτη, καλογραμμένη και τεκμηριωμένη ιστορία της αντιστασιακής δράσης και των βασανιστηρίων της ύστερης περιόδου της δικτατορίας (1971-1974) μέσα από την ιστορία ενός κτιρίου, το οποίο πολλοί Αθηναίοι προσπερνούν καθημερινά αγνοώντας το ιστορικό του φορτίο. Πρόκειται για το κτίριο της λεωφόρου Μεσογείων 14-18: εκεί όπου σήμερα στεγάζεται η Γενική Γραμματεία Ερευνάς και Τεχνολογίας, από το 1971 μέχρι το 1974 κρατήθηκαν και βασανίστηκαν εκατοντάδες αντίπαλοι της δικτατορίας στα γραφεία και τα κελιά της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αθηνών.

Θα είχε πάντως μεγάλο ενδιαφέρον να γραφόταν και η αντίστοιχη ιστορία του (κατεδαφισμένου πλέον) κτιρίου της Μπουμπουλίνας 18 και Τοσίτσα, εκεί όπου κρατούνταν και βασανίζονταν αντιστασιακοί πολίτες από το 1967 έως το 1971 (και, παρεμπιπτόντως, εκεί όπου την περίοδο της γερμανικής Κατοχής το υπουργείο Εργασίας οργάνωνε, ευτυχώς ανεπιτυχώς, την επιστράτευση και τη μεταφορά των εργαζομένων στα εργοστάσια της ναζιστικής Γερμανίας).

 

Μεσογείων 14-18

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: Κάγκελα κελιού στο κτίριο της ΓΓΕΤ (Νοέμβριος 2017).

 

Το βιβλίο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη δεν αποτελεί ίσως ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, αφού πραγματεύεται τις ιστορίες ανθρώπων που βασανίστηκαν για τη δημοκρατική τους δράση. Είναι όμως ένα πραγματικά συγκλονιστικό βιβλίο, το οποίο είναι προφανές ότι γράφτηκε με πολύ μεράκι και αξίζει να διαβαστεί. Κατ’ αρχάς λόγω της θεματολογίας του.

Ανεξάρτητα από το πόσο μαζικές ήταν οι δυναμικές αντιδράσεις ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς στην αρχή, κάποιοι πολίτες αντιστάθηκαν και αυτό το «πλήρωσαν» ακριβά, ακόμη και με τη σωματική τους ακεραιότητα. Οφείλουμε να μην τους ξεχνάμε. Πέρα όμως από αυτό, το βιβλίο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη αποτελεί μια εντυπωσιακή καταγραφή προσωπικών μαρτυριών, βιβλιογραφικών παραπομπών και πρωτογενούς αρχειακής έρευνας.

Η ιστορία του κτιρίου της λεωφόρου Μεσογείων 14-18 ακολουθεί τη χρονολογική πορεία της δικτατορίας από τον Σεπτέμβριο του 1971 μέχρι τον Ιούλιο του 1974 και τις αντιστασιακές ενέργειες ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς. Ήταν τότε που όχι μόνο «θορυβώδεις» και δυναμικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας αλλά ακόμη και «ακαδημαϊκές» διαλέξεις, όπως αυτή του Βασίλη Ρώτα με το γενικό θέμα «Το νόημα της ελευθερίας» τον Απρίλιο του 1972, οδηγούσαν σε διώξεις και διάλυση οργανώσεων (σελ. 59 επ.).

Ήταν τότε που το δικτατορικό καθεστώς «σεβόταν» τόσο πολύ τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ώστε τον Φεβρουάριο του 1973, όταν συνεδρίαζε η Σύγκλητος του Πολυτεχνείου, ένας από τους ασφαλίτες εισέβαλε με «μια «κλοτσιά στην πόρτα της αίθουσας όπου βρισκόταν η Σύγκλητος»… και άρχισε «να αναποδογυρίζει τραπέζια και καρέκλες» φωνάζοντας «Την Παναγία σας καθηγητές και φοιτητές» και άρχισε να χαστουκίζει όποιον έβρισκε μπροστά του, είτε σπουδαστή είτε συγκλητικό» (σελ. 92).

Σε άλλες βέβαια περιπτώσεις, όπως αυτή του Γιώργου Κοτανίδη, τα στελέχη του δικτατορικού καθεστώτος έδειχναν περισσότερο «σεβασμό» στα θεία, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές η θρησκοκαπηλία και η υποκρισία δεν έχουν όρια: «Τη Μεγάλη Πέμπτη, 26 Απριλίου 1974, ο Μπάμπαλης τον ενημέρωσε ότι θα σταματήσουν προσωρινά οι ανακρίσεις, γιατί «εμείς είμαστε χριστιανοί, όχι άθεοι σαν εσάς» και τον συμβούλευσε μετά το Πάσχα να τους τα πει όλα, αλλιώς «η επόμενη εβδομάδα θα είναι δική σου Μεγάλη Εβδομάδα»» (σελ. 127).

Δύσκολα κάποιος μπορεί να ξεχωρίσει κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο για να τα παραθέσει στο παρόν σύντομο σημείωμα. Όλες οι σελίδες του περιέχουν μαρτυρίες με σημαντικό ιστορικό φορτίο. Ακόμη και οι υποσημειώσεις. Αν μπορώ να ξεχωρίσω μια από αυτές, είναι η υποσημείωση της σελ. 58, όπου ο Δημήτρης Μαρωνίτης αναφέρεται σε μια από τις περιπτώσεις βασανισμού του σπουδαστή Στέλιου Βασιλειάδη:

 

«Μούγκριζε υπόκωφα, αλλά δεν έβγαλε ούτε μια φορά δυνατή κραυγή. Κάποτε άκουσα να τον σέρνουν στο κελί του, ενώ ο δεσμοφύλακας τον περιέλουζε με βρισιές… «ρε πούστη βρομοκομμουνιστή, εδώ θα σαπίσεις». Κι ενώ η πόρτα έκλεινε, ακούστηκε μια ήρεμη, καθαρή, απόλυτα ζυγισμένη φωνή: «Δεν είμαι κομμουνιστής, είμαι αναρχικός».

 

Και κάτι τελευταίο: Το βιβλίο αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα της συνεργασίας της Γενικής Γραμματείας Ερευνάς και Τεχνολογίας και του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, κάτι που πιστοποιεί ότι οι δημόσιοι ερευνητικοί φορείς της χώρας μας μπορούν να προσφέρουν πολλά.

 

Σπύρος Βλαχόπουλος

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Εφημερίδα των συντακτών – 26.08.2019

 

Read Full Post »

Μήτσας Αντ. Σταμάτης  (1857-1933)


 

Σταμάτης Μήτσας. Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονου της ιστορικής οικογένειας.

Ο Σταμάτης Αντ. Μήτσας γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1857. Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια (Σταμάτης, Δημοσθένης, Αθανάσιος, Κωνσταντίνος) κι ένα κορίτσι (Μαργαρίτα), του Αντώνη Στ. Μήτσα. Από μικρός διδάχθηκε την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του, γαλουχήθηκε με τις αρχές της και ανατράφηκε με τις αναλλοίωτες κληρονομικές αρετές της.

Ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα και το 1875 όντας τριτοετής εύελπις αφήνει τα θρανία της Σχολής, λιποτακτεί και έρχεται να αγωνιστεί στο πλευρό του πατέρα του, που συμμετείχε στη Θεσσαλική επανάσταση. Ο τύπος εκείνης της εποχής και αργότερα οι ιστορικοί που κατέγραψαν και σχολίασαν τα πολεμικά γεγονότα και τις μάχες που δόθηκαν στα Θεσσαλικά πεδία εξυμνούν την ανδρεία και την προσφορά του 20χρονου εύελπι.

Το 1897, λοχαγός ήδη, παίρνει μέρος στο φοβερό μα άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ως Διοικητής της 1ης ορειβατικής πυροβολαρχίας του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού (Στρατού Θεσσαλίας). Οι μάχες που δίνει στο Γρίμποβο, το Βελεστίνο, τον Δομοκό, το Μάτι, τα Πέντε Πηγάδια είναι φονικές. Η ευστοχία, όμως, και η ακρίβεια των κανονιών της πυροβολαρχίας του Σταμάτη Μήτσα κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τις δυσμενείς καταστάσεις του εδάφους θερίζουν τις αντίπαλες δυνάμεις! Οι εφημερίδες των Αθηνών που μεταφέρουν τις ειδήσεις του πολέμου, εγκωμιάζουν τον γενναίο και συνετό αξιωματικό. Ο ποιητής Γεώργιος Σουρής τού αφιέρωσε τιμητικό ποίημα. [1]

 

Σταμάτης Μήτσας

 

Του κανονιού του τη φωνή

την τρόμαξαν οι μάχες

και των Φερών εσείστηκαν

τραγουδημένες ράχες,

την ώρα την αξέχαστη,

την καθεμιά του μπάλα

νεκρή στο χώμα σώριαζε

των Τούρκων την καβάλα.

Συ που τον κοίταξες κι αλλού

και μες στην γη του Ρήγα

να πολεμά μερόνυχτα,

συ μάννα, γλυκοφίλησε

το τιμημένο το παιδί,

που ξέρει λόγια λίγα

και μόνο με του κανονιού

το στόμα παραμίλησε.

 

Μετά τον πόλεμο ο Σταμάτης Μήτσας επέστρεψε στην Αθήνα. Ο κόσμος τον περίμενε με λαχτάρα και κοντά στο Δαφνί του επεφύλαξε θερμότατη υποδοχή ραίνοντας με άνθη τον ίδιο, τους στρατιώτες, τα άλογα και τα κανόνια.

Ο Σταμάτης Μήτσας έδωσε το παρόν, 55 ετών πλέον και στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 Αντισυνταγματάρχης όντας του Ελληνικού Στρατού. Το όνομά του, όπως είδαμε, συνδέθηκε με την κατάληψη του Μετσόβου και μέχρι σήμερα οι κάτοικοί του θυμούνται τον απελευθερωτή της πόλης τους. Μετά τους πολέμους τοποθετήθηκε φρούραρχος Ιωαννίνων και στις 13 Δεκεμβρίου 1916 αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Υποστρατήγου. Θεωρήθηκε από τους «λογίους» αξιωματικούς, μιλούσε τη Γαλλική γλώσσα και τιμήθηκε με τον «Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος» και το «Μετάλλιον Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου» για την πολυετή και γενναία προσφορά του στην Πατρίδα.

Ο Σταμάτης Μήτσας, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, συμμετείχε και στην πολιτική ζωή της χώρας. Πέτυχε μάλιστα να εκλεγεί δύο φορές βουλευτής Ερμιονίδας: α) 3 Μαΐου 1892 – 20 Φεβρουαρίου 1895 και β) 27 Νοεμβρίου 1902 – 22 Δεκεμβρίου 1904.

Παντρεύτηκε την Άννα Τομαροπούλου (1868-1906) από την Καλαμάτα και απέκτησαν 5 κορίτσια. [2] Ίσως ο Σταμάτης Μήτσας, ως αξιωματικός που ήταν, να επιθυμούσε να αποκτήσει ένα αγόρι που θα συνέχιζε την παράδοση της οικογένειας, πράγμα που δεν έγινε. Ωστόσο, αισθανόταν πολύ περήφανος για τις θυγατέρες του και τις καμάρωνε, όταν καβάλα πάνω στ’ άλογα τις πήγαινε βόλτα στο Φάληρο. [3]

Ο Σταμάτης Μήτσας [4] παραβρέθηκε στην πόλη μας προσκαλεσμένος της Δημοτικής Κοινότητας στις λαμπρές τελετές για την εκατονταετηρίδα της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους και τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου των πεσόντων το Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 1930.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1933 ημέρα Σάββατο ο άνθρωπος που αψήφησε τόσους κινδύνους και έδωσε τόσες μάχες στη ζωή του, έκλεισε ήρεμα τα μάτια του σε ηλικία 76 χρόνων στην Αθήνα ανάμεσα στα απαρηγόρητα παιδιά του. Η εξόδια ακολουθία τελέσθηκε την επομένη, στον Ι. Ν. της Μητρόπολης χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου. Σ’ αυτή παραβρέθηκαν ο Υφυπουργός Σαγιάς, εκπροσωπώντας τον Πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη, ο Αντιπρόεδρος της Βουλής Αθηνογένης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Κονδύλης, ο Υπουργός Εσωτερικών Μουντζουρίδης, ο Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης, [5] γερουσιαστές, βουλευτές, αξιωματικοί και πλήθος κόσμου.

Κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία επικήδειους λόγους εκφώνησαν εκ μέρους του Στρατού ο Υπουργός Κονδύλης, της Βουλής ο αντιπρόεδρος Αθηνογένης, του Δήμου Αθηναίων ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Παπαγεωργίου και από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ερμιόνη, ο βουλευτής Ερμιονίδας Ιωάννης Μάλλωσης.

Όλοι οι ομιλητές τόνισαν την προσφορά του νεκρού προς την πατρίδα και εγκωμίασαν την ανδρεία και τη σεμνότητα του χαρακτήρα του. Στη συνέχεια με τιμητική συνοδεία αποσπάσματος του προτύπου Τάγματος Ευζώνων και τη Μουσική της Φρουράς οδηγήθηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και κηδεύτηκε στον οικογενειακό τάφο.

 

Η προσωπικότητα του Σταμάτη Αντ. Μήτσα

 

Ασφαλώς ο Σταμάτης Μήτσας δεν είχε το κάλλος, τη σωματική ρώμη και την εκρηκτικότητα του πατέρα του Αντώνη. Ήταν όμως εξ ίσου ανδρείος, αγέρωχος, απτόητος αλλά και συνετός πολεμιστής. Η αγάπη του προς την Πατρίδα ανιδιοτελής, ενώ η απαράμιλλη γενναιοψυχία και η πολεμική του αρετή αναγνωρίζονταν από όλους. Οι κίνδυνοι του πολέμου και οι δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις δεν τον λύγιζαν, μάλλον χαλύβδωναν την ψυχή του.

Άριστος αξιωματικός και βαθύς γνώστης της πολεμικής τέχνης είχε αποκτήσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των ανωτέρων του. Διεξήγαγε με επιτυχία δεκάδες πολεμικές επιχειρήσεις οδηγώντας με ασφάλεια τους «υπ’ αυτόν» αξιωματικούς και οπλίτες, που τον υπεραγαπούσαν, σε νικηφόρες μάχες.

Στοργικός πατέρας καμάρωνε τις θυγατέρες του και τις δίδασκε με το παράδειγμά του το ήθος, τη σεμνότητα, την ευγένεια και την ευπρέπεια. Χαιρόταν τους συγγενείς, τους φίλους, τους ανθρώπους που τον περιέβαλαν και έπνιγε μέσα του πικρίες, πάθη και κυρίως την ανθρώπινη αχαριστία.

Θεωρώ πως τέτοια παραδείγματα αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και μακάρι να μας κατευθύνουν τα χρόνια που έρχονται…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ποίημα/αφιέρωμα στον Σταμάτη Αντ. Μήτσα γράφτηκε στις 28 Ιουνίου 1897. Ανήκει σε μια θαυμάσια σειρά από ωδές και θούρια, εμπνευσμένα από τους αγώνες για την πατρίδα, τους τολμηρούς αγωνιστές και φλογερούς πατριώτες.

[2] Καλλιρρόη, Ελένη, Ερμιόνη, Βασιλική και Μαρία.

[3] Η τρίτη από τις θυγατέρες του, η Ερμιόνη, πέθανε στις 9 Ιουνίου 1898 σε ηλικία μόλις 8 χρόνων από σοβαρά εγκαύματα.

[4] Το όνομά του είναι γραμμένο στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ερμιόνης του έτους 1906-1907 με αύξ. αρ. 260, αρ. Μητρώου Αρρένων: 271 και Επάγγελμα: Μαθητής Στρατιωτικής Σχολής.

[5] Ο Σπύρος Μερκούρης ήταν πρώτος εξάδελφος του Σταμάτη Μήτσα.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Σαν σήμερα… πριν από 106 χρόνια! Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιάννης Σπετσιώτης μας περιγράφει την κατάληψη του Μετσόβου και τον πρωταγωνιστή της νίκης αυτής,  Ερμιονίτη, Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

«Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας»

 

Το χρονικό της απελευθέρωσης

 

Στις 16 Οκτωβρίου ο αρχηγός του Στρατού Θεσσαλίας Διάδοχος Κωνσταντίνος έδωσε διαταγή στην 1η Στρατιωτική Περιοχή Λάρισας να συγκροτήσει απόσπασμα δύναμης 340 ανδρών τακτικού στρατού. Ως Διοικητή τοποθέτησε τον Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα, διοικητή έως τότε της εκεί τοπομαχικής Μοίρας, με κύρια αποστολή την απελευθέρωση του Μετσόβου. Το απόσπασμα αποτελούμενο από δύο λόχους με έντεκα (11) αξιωματικούς, τριακόσιους τριάντα δύο (332) οπλίτες και σαράντα (40) ζώα έφθασε στις 29 Οκτωβρίου το μεσημέρι στο χωριό Μαλακάσι διαμέσου Τρικάλων και Καλαμπάκας. Παράλληλα το Υπουργείο Στρατιωτικών συγκρότησε και έστειλε στην Καλαμπάκα εθελοντικό στρατιωτικό τμήμα διακοσίων πενήντα (250) Κρητικών. Τελικός σκοπός του ήταν να προωθηθεί στο Μέτσοβο μέσα από την Ελληνοτουρκική μεθόριο, που διέσχιζε τότε τα ανατολικά υψώματα της περιοχής. Έτσι, σύμφωνα με τους πίνακες δημοσιευμένους από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, το απόσπασμα Μετσόβου είχε την εξής σύνθεση:

 

Διοικητής: Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού
  Μήτσας Σταμάτιος μέχρι 8/2/1913
Συγκρότηση: 2 λόχοι (11 αξιωματικοί και 332 οπλίτες)
  Σώματα εθελοντών Κρητικών (550 άνδρες)
  Σώμα εθελοντών Ηπειρωτών (100 άνδρες)

 

Η κατάληψη του Μετσόβου έπαιζε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή των συνθηκών υπέρ των Ελλήνων και θα διευκόλυνε, επίσης, την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Γι’ αυτό, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες (υπερβολικό κρύο, σφοδροί άνεμοι, χιόνια), ο Ελληνικός Στρατός με υψηλό ηθικό και αφού πριν από πέντε μέρες είχε απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη, προχωρούσε αποφασιστικά προς το Μέτσοβο.

 

Η ημέρα των επιχειρήσεων

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Οκτωβρίου του 1912 (2 π.μ.) το απόσπασμα του Μετσόβου συνεπικουρούμενο από αντάρτικες ομάδες της Ηπείρου και Μετσοβίτες εθελοντές έχοντας περάσει τη νύχτα την κορυφογραμμή Κατάρας – Ζυγού επιτίθεται κατά των Τούρκων φρουρών. Αυτοί, διακόσιοι πέντε (205) στρατιώτες με δύο (2) κανόνια, μόλις τους αντιλήφθηκαν άρχισαν τους κανονιοβολισμούς.

Η προέλαση όμως του Ελληνικού Στρατού συνεχιζόταν. Γύρω στις 10:00 το πρωί  αιφνιδίασαν το εχθρικό πυροβολικό και το έτρεψαν σε φυγή. Περίπου στις 4:30 το απόγευμα υψώθηκε λευκή σημαία από τους εντός του φρουρίου πολιορκημένους Τούρκους στρατιώτες και υπαλλήλους, σήμα ότι παραδίδονται. Ο Ελληνικός στρατός συνέλαβε πολλούς από τους νιζάμηδες (Οθωμανούς στρατιώτες που υπηρετούσαν στον τακτικό στρατό).

Έτσι απελευθερώθηκε το Μέτσοβο του οποίου οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους και υποδέχτηκαν το απόσπασμα και τον Διοικητή του Σταμάτη Μήτσα με μεγάλο ενθουσιασμό. Οι απώλειες για τους Έλληνες ήσαν ένας (1) νεκρός και πέντε (5) τραυματίες. Για τους Τούρκους ένας (1)αξιωματικός και δεκαοκτώ (18) οπλίτες νεκροί, (18) δεκαοκτώ τραυματίες και (3) τρεις αξιωματικοί με ενενήντα δύο (92) οπλίτες αιχμάλωτοι, καθώς επίσης δύο (2) πυροβόλα και άφθονα υλικά πολέμου.

Τις επόμενες ημέρες μετά την απελευθέρωση του Μετσόβου και επί ένα 10/μερο, από 1-10 Νοεμβρίου, οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν με σκληρές μάχες για να «εξασφαλιστεί» η γύρω περιοχή και με Διοικητή του αποσπάσματος τον Ερμιονίτη Αξιωματικό Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

Οι τρεις αδελφοί Μήτσα: Αθανάσιος, Σταμάτιος και Κων/νος, και οι τρεις αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού.

 

Οι στίχοι του ποιητή Γεωργίου Σουρή

 

Η απελευθέρωση του Μετσόβου, το ήθος, η πολεμική αρετή και αυταπάρνηση του Σταμάτη Μήτσα δεν άφησαν ασυγκίνητο τον ποιητή Γεώργιο Σουρή. Γι΄ αυτό στο φύλλο «Δευτέρα Δεκεμβρίου κι’ εικοστή έτος χίλια δώδεκα και εννιακόσ’ ακόμα» της ιδιαίτερης εφημερίδας «ΡΩΜΙΟΣ», που ο ίδιος έγραφε, του αφιέρωσε τους παρακάτω στίχους:

Θέαμα τρομερόν

αιματηράς σκηνής.

Εκεί να πας κωθώνι

με το νωθρό το μάτι

ν’ ακούσης το κανόνι

του Μήτσα του Σταμάτη.

Το Μέτσοβο υμνεί

με δάφνινο στεφάνι

παλληκαριά σεμνή

όπου μιλιά δεν βγάνει.

Εκεί να πας μαγκούφη

της σαχλοπρωτευούσης.

Δημοσιεύουμε στη συνέχεια δύο μοναδικά ντοκουμέντα. Την επιστολή που έστειλε η Βασιλική Γεωργ. Δεληγιάννη (κόρη του Σταμάτη Μήτσα) στις 20 Μαΐου 1937 στην Κοινότητα Μετσόβου μαζί με τη σπάνια φωτογραφία απελευθέρωσης της πόλης, που βρέθηκε στο αρχείο του Στρατηγού πατέρα της.

 

Φωτογραφία από την ελευθέρωση του Μετσόβου. Διακρινονται ο Διοικητής του αποσπάσματος Αντισυνταγματάρχης Σταμάτης Μήτσας, και οι αξιωματικοί Μπασακίδης, Δεπάστας, Μαντούβαλος κ.α.

 

Επιστολή της Βασιλικής Γεωργ. Δεληγιάννη, κόρης του Σταμάτη Μήτσα.

Σημ. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονο της ιστορικής οικογένειας, για το γράμμα και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο, που μου παραχώρησε.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας. Καλλιόπη Καλποδήμου, Γεώργιος Κόνδης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η ανακοίνωση φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει μέσα από τη χρήση αρχειακού υλικού (τοπικές εφημερίδες κυρίως, έγγραφα, απομνημονεύματα) και τη μελέτη βιβλιογραφίας, τον απόηχο του Εθνικού Διχασμού 1915-1917 στην Πελοπόννησο, και µε πυρήνα το Νομό Αργολίδας, να αναδείξει τις συνιστώσες που καθόρισαν αυτή την εθνική σύγκρουση σε τοπικό επίπεδο και να ερμηνεύσει, στο μέτρο του δυνατού, τόσο τις αιτίες και τα κίνητρα, όσο και τις συνέπειες αυτού του εμφύλιου κατ’ ουσία πολέμου, που κατ΄ ευφημισμόν ονομάστηκε διχασμός.

Θεωρήθηκε αφηγηματικά και ιστορικά σκόπιμο να «παίξουμε» το ρόλο του ιστορικού «ανταποκριτή» και παράλληλα με τα γεγονότα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη να γίνει αναφορά στα δρώμενα του Ναυπλίου και του Άργους κατά το διάστημα 1915 – 1917. Ανιχνεύτηκε η πολιτικο – κοινωνικο – οικονομική ταυτότητα του γεωγραφικού διαμερίσματος της Πελοποννήσου, δίνοντας έμφαση στις εκατέρωθεν εκδηλώσεις φανατισμού των αντιμαχόμενων παρατάξεων, με απώτερο στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για το πως, η τοπική κοινωνία και το πλέγμα σχέσεων των γεγονότων σ’ αυτή, όπως αποτυπώνονταν στον τοπικό τύπο, συναρτώνταν με τις γενικότερες πολιτικο – κοινωνικο – οικονοµικές εξελίξεις της περιόδου στη χώρα, δέχονταν μοιραία τον απόηχό τους αλλά, και τις συνδιαμόρφωναν. Ταυτόχρονα, γίνονται αναφορές στα γεγονότα που  έλαβαν χώρα, κυρίως στην Πάτρα, δευτερευόντως στον Πύργο Ηλείας και περιστασιακά στην Τρίπολη, στην Καλαμάτα, στα Καλάβρυτα, και στην Ερμιόνη, με την επιλογή των πόλεων να έχει γίνει βάσει του αρχειακού υλικού που εντοπίστηκε.

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

[…] Το ξέσπασμα του κινήματος της Εθνικής Άμυνας στην ναυπλιακή πρωτεύουσα δημιουργεί απίστευτο εκνευρισμό, οργή και ένταση, που αποτυπώνεται στον Τύπο επώνυμα και ανώνυμα με μια επιχειρηματολογία που βρίθει παραλογικών συλλογισμών χωρίς να γίνεται πιστευτή η άρνηση του Βενιζέλου περί αντιδυναστικών προθέσεων. Από το δημοσιογραφικό βήμα καταδικάζεται απερίφραστα το βενιζελικό κίνημα και οι Αμυνίτες θεωρούνται επίορκοι. Το χάσμα γίνεται αγεφύρωτο και η δημιουργία δύο εμπόλεμων συνασπισμών καταγράφεται στην εφημ. Ανόρθωσις, όπου το πρωτοσέλιδο κοσμούν δύο πύρινα άρθρα από δύο τοπικά αναγνωρίσιμους πολιτικά αρθρογράφους. Στο άρθρο «Η φυγή του επιστέγασμα της προδοσίας του» του Αντρέα Χαρμαντά, ο Βενιζέλος χαρακτηρίζεται πολιτικός αντάρτης, προδότης και δολοφόνος που σχημάτισε Προσωρινή Κυβέρνηση στα Χανιά, ενώ με το « Χαίρε Καίσαρ» του Πραξ. Μουτζουρίδη, που συνειρμικά θυμίζει το «Ave Caesar, morituri te salutant», περιγράφεται ο Κωνσταντίνος ως Σύμβολον της φυλής, Ακρόπολιν του αρχαίου πολιτισμού, Χάρμα της ελληνικής Αναγεννήσεως κ.α.

Όσο το κίνημα της Εθνικής Άμυνας εδραιώνονταν στη Βόρεια Ελλάδα, η Ανόρθωσις με κεντρικό άρθρο «Κάτω τα προσωπεία» κατηγορεί απερίφραστα όσους ακολούθησαν το Βενιζέλο στο επαναστατικό κίνημα, χαρακτηρίζοντας τους Εφιάλται, έκνομους, επίορκους και πατριδοκάπηλους, ενώ θεωρεί πως κατέλυσαν το Σύνταγμα και τους Νόμους. Καλεί όσους μισθοδοτούνται ως δικαστικοί, στρατιωτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι να οδεύσουν εις την Θεσσαλονίκην, διαρπάσοντας τα εκεί ταμεία της Πολιτείας και να μην δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα στο Ναύπλιο. Ας είναι συνεπείς τονίζει προς την επανάστασιν, για να γίνει το ξεκαθάρισμά και να επακολουθήσει το μέτρημα από πάσης απόψεως. Σε απόλυτα διχαστικό ύφος ο αρθρογράφος Πραξ. Μουτζουρίδης απευθύνεται στους παραίτιους της εσωτερικής διαίρεσης του κράτους σε βαθμό «εθνικού σχίσματος» και επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη δύο «εθνικών κυβερνήσεων» και δύο κρατών, Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ενώ στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας, κάτω από τον τίτλο «Έτοιμοι προς πάν» καλεί τους πιστούς του βασιλιά Παράκλητου (όπως ονομάζει τον Κωνσταντίνο) να είναι σε επιφυλακή για να τιμωρήσουν πάσαν ύβριν. Η διχοτόμηση των Ελλήνων σε δύο αλληλομισούμενες αντίπαλες παρατάξεις είναι μια πραγματικότητα που βιώνεται και δημοσιογραφικά με απειλές, αποπομπές και υπονοούμενα.

Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και μύριζε μπαρούτι… επαναστάσεως και για τις δύο πλευρές. Φήμες διαδίδονταν, οι οποίες τροφοδοτούνταν και από αθηναϊκά δημοσιεύματα πως η «Υπεροχή» του Γιαννουλάτου θα έρχονταν στο Ναύπλιο, για να πάρει επαναστάτες βενιζελικούς για την Θεσσαλονίκη. Η χωροφυλακή, το Πεζικό και οι επίστρατοι τέθηκαν σε επιφυλακή. Τελικά δεν εμφανίστηκε κανένα πλοίο και ο συντάκτης σχολιάζει καυστικά πως στην πόλη του Ναυπλίου δεν ευδοκιμούν τέτοια κινήματα και επαναστάσεις, αφού παραμένει πάντα πιστή προς τον Θρόνον και την Κυβέρνησιν της Χώρας. Προς επίρρωση των λεγομένων του, διαψεύδει άρθρο αθηναϊκών εφημερίδων πως οκτώ αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου προσχώρησαν εις το κίνημα και αναχώρησαν για τη Θεσσαλονίκη και πληροφορεί για την επίσκεψη του Ταγματάρχη Θ. Πάγκαλου στο Ναύπλιο, πριν αναχωρήση με τον πάτρονά του επαναστάτην Βενιζέλον, ίνα ξεγαρτίσει τους αξιωματικούς της φρουράς μας, αλλά ξεκαθαρίζει πως εκείνοι πιστοί στον όρκο τους και στον Βασιλέα, τον ηνάγκασαν να φύγει την άλλην μέραν άρον – άρον, για να δημοσιεύσει στο ίδιο φύλλο την παρακάτω δήλωση που καταδεικνύει το μέγεθος του διχαστικού ρήγματος και αποδεικνύει πως ο κύβος ερρίφθη!…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό. Λίνα Λούβη στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, μόλις το 1842, ο γνωστός λόγιος, οικονομολόγος και νομομαθής Μάρκος Ρενιέρης, με ένα εμβληματικό άρθρο του στο περιοδικό Ερανιστής θα θέσει το ερώτημα: «Τι είναι η Ελλάς; Ανατολή ή Δύσις;» για να απαντήσει ότι «η Ελλάς κατά την φύσιν, κατά τον πολιτισμόν, κατά την ιστορικήν αυτής αποστολήν, είναι Δύσις και όχι Ανατολή». Ωστόσο πριν τη δημιουργία του κράτους και κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός των Ελλήνων δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Ένας μάλιστα από τους στόχους της επανάστασης του 1821 ήταν η «σύστασις κράτους ευρωπαϊκού», δηλαδή κράτους με σύγχρονη συγκεντρωτική εξουσία και δυτικότροπους θεσμούς. Η ομοφωνία όμως που υπήρχε για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό του νεοσύστατου βασιλείου σταδιακά παύει να υφίσταται. Η ευρωπαϊκή πορεία του αρχίζει να παρεκκλίνει από τον αρχικό της προορισμό. Η Ελλάδα «απογαλακτίζεται» από τη μητέρα Ευρώπη; πολιτισμικό πρότυπο και προστάτιδα Δύναμη; ή μήπως ήταν ένα ουσιαστικότερο δίλημμα που έκρυβε βαθύτερα ιδεολογικά και πολιτικά ρήγματα; Το δίλημμα αυτό θα έρχεται στην επιφάνεια με αφορμή τις εθνικές και πολιτικές κρίσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, αλλά και αργότερα.

Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Νομικός και λόγιος του 19ου αιώνα. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η υποχώρηση του φιλελληνικού ρεύματος μετά την Επανάσταση, και η αμφισβήτηση από τους Ευρωπαίους της αρχαιοελληνικής καταγωγής των Ελλήνων, εκτός του ότι πλήγωσε το εθνικό τους φρόνημα και κλόνισε την εθνική τους αυτοπεποίθηση, σηματοδότησε «την αμφισβήτηση της διόδου προς την Ευρώπη, που οι Έλληνες είχαν πιστέψει ότι εξασφάλισαν με την ίδρυση του κράτους τους». Σε αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι το ελληνικό βασίλειο έγινε μια μόνιμη αιτία αναστάτωσης στην περιοχή της Μεσογείου και των Βαλκανίων και όσο πλήθαιναν οι κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, η Ελλάδα εξελισσόταν σε σημαντική απειλή για τα συμφέροντα της Ευρώπης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θα είναι ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος έφερε στην επιφάνεια όλες τις αντιφάσεις που χαρακτήριζαν τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αντιδυτική στροφή ενός μεγάλου μέρους των κατοίκων του ελληνικού βασιλείου. Κυρίως όμως μιας σημαντικής μερίδας της πνευματικής του ελίτ, η οποία, προκρίνοντας πλέον τη Ρωσία ως την κατεξοχήν προστάτιδα Δύναμη, προωθούσε μαζί με το Βυζάντιο, πολύτιμο κρίκο της ελληνικής ιστορικής συνέχειας, τον όρο «Ανατολή» ως συστατικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Ήδη αρχίζουν να διατυπώνονται θεωρίες περί συνωμοσίας της Δύσης εναντίον του ελληνισμού, ενώ καταγγέλλεται από τον Τύπο «η κατάρα των Λατίνων» και η «λύσσα της Ευρώπης». Ο ίδιος ο Ρενιέρης μάλιστα σε μεταγενέστερο άρθρο του, με τίτλο «Ο ελληνικός δυισμός», αναθεωρώντας τον προ δεκαετίας εαυτό του, αναβαθμίζει τον ρόλο της θρησκείας και του βυζαντινού παρελθόντος των Ελλήνων και τους καλεί, με την διπλή πλέον ιδιότητά τους, δυτική και ανατολική, να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ανατολή, εκπολιτίζοντάς την και κατακτώντας την.

Οι μεταπτώσεις των Ελλήνων απέναντι στην Ευρώπη συνεχίζονται όσο περιπλέκεται το διπλωματικό παιχνίδι της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μένει άλυτο το Ανατολικό Ζήτημα. Παράλληλα, η αρνητική εικόνα των Ελλήνων για την Ευρώπη ενισχύεται όσο ο έλεγχος της ευρωπαϊκής διπλωματίας στο ελληνικό εθνικό ζήτημα γίνεται αυστηρότερος. Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ευρώπη θεωρείται πλέον υπεύθυνη για την ακύρωση της κάθε, επίσημης ή ανεπίσημης, απόπειρας που κάνει το ελληνικό βασίλειο για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.

Ο Πόλεμος του 1897 θα είναι καθοριστικός για τον ολοένα αυξανόμενο αντιευρωπαϊσμό των Ελλήνων. Μολονότι οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις ήταν αντίθετες σε αυτόν τον πόλεμο, την επαύριον της ήττας κατηγορήθηκαν για προδοσία απέναντι στην Ελλάδα. Ωστόσο αυτήν την περίοδο αρχίζουν να διακρίνονται όλο και πιο έντονες οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην πανίσχυρη ενοποιημένη Γερμανία και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Επιπλέον μετά τη νέα αυτή εθνική ταπείνωση άρχισε να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι το πολιτικό σύστημα, οι νεωτερικές τάσεις και ο εκσυγχρονισμός, δηλαδή ο εξευρωπαϊσμός, ευθύνονταν για την εθνική καταστροφή. Η ασαφής έννοια «Ανατολή» γίνεται πιο συγκεκριμένη: δεν σημαίνει συμπόρευση ή συμμαχία με τη Ρωσία και τα Βαλκανικά κράτη, αλλά δηλώνει την αντίσταση στη Δύση. Η ανατολική ταυτότητα των Ελλήνων εκφράζεται πλέον με τον όρο «ελληνικότητα». Σημαντικό στοιχείο αυτής της νέας ταυτότητας είναι η γλώσσα και κυρίως η θρησκεία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ορθοδοξία βρίσκεται στον αντίποδα των δυτικών προτύπων και των ιδεών του Διαφωτισμού.

Μετά την ήττα του ’97 η διάψευση των προσδοκιών για την ανεπάρκεια του κράτους να χειριστεί τα ζωτικά συμφέροντα του έθνους, όπως το Μακεδονικό και το Κρητικό ζήτημα, είχε προκαλέσει την αντίδραση μιας μεγάλης μερίδας Ελλήνων εναντίον του «σάπιου» πολιτικού συστήματος. Σε αυτήν ακριβώς τη φάση, κυρίαρχα στοιχεία του πολιτικού λόγου αναδείχτηκαν ο ανορθολογισμός, ο αντικοινοβουλευτισμός και η θρησκεία. Το Κίνημα στο Γουδί, κινητοποιώντας τα κατώτερα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, προκάλεσε φόβους για ριζικότερες μεταβολές από αυτές που πραγματικά στόχευαν τα μέλη του Συνδέσμου. Η επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη θέση του πρωθυπουργού της Ελλάδας αποσόβησε, προσωρινά τουλάχιστον, αυτόν τον κίνδυνο. Στο πρόσωπό του επιτεύχθηκε η συναίνεση ετερογενών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής. Η συντριπτική νίκη του περιθωριοποίησε τα παλαιά κόμματα, ενώ η οργάνωση του Κόμματος των Φιλελευθέρων δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Αδιάσπαστο στοιχείο του βενιζελικού εκσυγχρονισμού ήταν η εθνική ολοκλήρωση.

Οι Φιλελεύθεροι εδραιώθηκαν στην εξουσία μετά τις εκλογές του 1912 και τον θρίαμβο των Βαλκανικών Πολέμων, διατηρώντας την ισχύ τους έως το 1915. Η αντιπολίτευση, σχεδόν ανύπαρκτη στην αρχή, διαχωρίζοντας και αυτή τη θέση της από τον παλαιοκομματισμό, άρχισε σταδιακά να συγκεντρώνει διαρροές και να διεκδικεί και αυτή μια θέση ως νέο κόμμα στο πολιτικό σκηνικό. Οι πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις που είχαν διαφανεί νωρίτερα και είχαν καλυφθεί από τη χαρισματική προσωπικότητα του Βενιζέλου δεν άργησαν να έρθουν στην επιφάνεια. Το μείζον ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα είναι ο καταλύτης. Ο Εθνικός Διχασμός λοιπόν που επακολούθησε δεν ήταν παρά η αποκάλυψη του πολύ βαθύτερου ρήγματος της ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτή τη βίαιη αντιπαράθεση η Ευρώπη θα είναι για άλλη μία φορά το μεγάλο διακύβευμα. Το καινούργιο στοιχείο αυτή τη φορά θα είναι ο διχασμός της ίδιας της Ευρώπης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του ’40. Η περίπτωση της Μακεδονίας. Τάσος Χατζηαναστασίου στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Τσακιρίδης από την Μπάφρα του Πόντου. Επιλογή φωτογραφίας Αργολική Βιβλιοθήκη.

Θα ξεκινήσω από ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, όπως μου το αφηγήθηκε ένας από τους νεότερους τότε, μόλις 16 χρονών στα τέλη Αυγούστου του 1944, αντάρτες της Νέας Μπάφρας Σερρών, ο Κωνσταντίνος Χατζηθεοδωρίδης (Δελή-Κώτσος), ανιψιός του οπλαρχηγού Θεόδωρου Τσακιρίδη. Το επεισόδιο διαδραματίζεται στο Παγγαίο όπου βρισκόταν το λημέρι των ανταρτών. Λίγο νωρίτερα είχε φτάσει από τη δυτική πλευρά του Στρυμόνα, ομάδα Ελλήνων αξιωματικών, μελών εθνικιστικών οργανώσεων της Θεσσαλονίκης για να αναλάβει τη στρατιωτική οργάνωση και εκπαίδευση των ανταρτών της βουλγαροκρατούμενης Μακεδονίας. Ο επικεφαλής των αξιωματικών, ο αντισυνταγματάρχης ΠΒ Αβδελάς Βασίλειος, φώναξε τον Δελή-Κώτσο και του είπε πως είχε μαζί του κονκάρδες με το βασιλικό στέμμα αλλά πώς να τα μοίραζε στους γνωστούς μέχρι τότε για τα αντιμοναρχικά τους αισθήματα, Ποντίους Μπαφραλήδες; «Εγώ θα τα μοιράσω!» του είπε αυθόρμητα ο έφηβος αντάρτης. Και πράγματι τα μοίρασε χωρίς να προκληθεί η παραμικρή αντίδραση. Αυτό το επεισόδιο που διασώζει η προφορική μαρτυρία του γερο-Μπάφραλη, ο οποίος διατηρούσε σε προχωρημένη ηλικία τα φιλοβασιλικά του αισθήματα, αποδίδει συμβολικά την μετάλλαξη ενός τμήματος των βενιζελικών προσφύγων σε φιλοβασιλικούς.

Οι Μπαφραίοι ή Μπαφραλήδες είναι Πόντιοι από την περιοχή της Μπάφρας ενός συμπλέγματος χωριών του Δυτικού Πόντου, με αυτό το όνομα ωστόσο συνήθως καλούνταν όλοι οι τουρκόφωνοι Πόντιοι ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη καταγωγή τους. Χαρακτηριστικό τους η πρόσφατη εμπειρία του ποντιακού αντάρτικου και των διωγμών που ακολούθησαν την αποχώρηση του ρωσικού στρατού από τον ανατολικό Πόντο. Μάλιστα, ένας σημαντικός αριθμός ποντιακών κοινοτήτων ουσιαστικά μεταφυτεύτηκαν από τον Πόντο στην Ελλάδα διατηρώντας την κοινωνική τους συγκρότηση υπό την άτυπη μεν αλλά πολύ ισχυρή παραδοσιακή τους ηγεσία, που συνήθως δεν ήταν άλλος από τον οπλαρχηγό τους στο αντάρτικο. Με λίγα λόγια πρόκειται για έναν πληθυσμό με ισχυρή πολεμική παράδοση.

Σε ό,τι αφορά την πολιτική τους τοποθέτηση, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι παρέμεναν πιστοί στον βενιζελισμό ακόμη και τη δεκαετία του ’30 όταν ο επαναστάτης της Κρήτης αποτελούσε μία μακρινή ανάμνηση και είχε ήδη υπογράφει το σύμφωνο φιλίας Βενιζέλου – Κεμάλ. Η σταθερή αφοσίωση των Μπαφραίων στον Βενιζέλο εκδηλώθηκε στο τελευταίο βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα, αυτό της 1ης Μαρτίου του 1935, όταν πήραν τα όπλα τους και παρατάχθηκαν στον Στρυμόνα για να αντιμετωπίσουν την επίθεση των φιλοβασιλικών κυβερνητικών στρατευμάτων.

Το φθινόπωρο του 1943, κι ενώ ολόκληρη η ανατολική πλευρά του Στρυμόνα στέναζε κάτω από το μάλλον σκληρότερο κατοχικό καθεστώς στην Ευρώπη, τη βουλγαρική κατοχή, οι Μπαφραλήδες αντάρτες με οπλαρχηγό τον μπάρμπα – Θόδωρο Τσακιρίδη, συμφώνησαν να αποτελέσουν ανεξάρτητο τμήμα συνεργαζόμενο με τον ΕΛΑΣ και δέχτηκαν στο λημέρι τους πολιτικό καθοδηγητή. Σε λιγότερο από έναν χρόνο, τον Αύγουστο του 1944, λίγες μέρες πριν από την απελευθέρωση, οι ίδιοι αντάρτες, θα υποδεχθούν στο Παγγαίο τους φιλοβασιλικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού σύμφωνα με το βρετανικό σχέδιο για την ένταξη όλων των μη εαμικών ανταρτικών ομάδων σ’ ένα συγκροτημένο ένοπλο σώμα για την αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ στο πλαίσιο του αγώνα δρόμου για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού πολιτικού σκηνικού υπέρ των βρετανικών συμφερόντων.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν από το παράδειγμά μας είναι τα εξής: μήπως το γεγονός αυτό είναι μεμονωμένο και αφορά αποκλειστικά την Νέα Μπάφρα Σερρών ή έχει γενικότερη ισχύ; Και το δεύτερο, και κυριότερο, και εφόσον ισχύει ως γενικό παράδειγμα, τι μεσολάβησε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα έτσι ώστε να προκληθεί αυτή η τόσο ριζική ιδεολογική μεταστροφή; Ή μήπως, εν τέλει, δεν πρόκειται για μεταστροφή, αλλά για μία φυσιολογική εξέλιξη εξαιτίας σταθερών ενδογενών χαρακτηριστικών των συγκεκριμένων κοινοτήτων που εκούσες άκουσες αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν τόσο στο διεθνές όσο και στο εθνικό περιβάλλον στη διάρκεια του Πολέμου και οι οποίες οδήγησαν σ’ έναν νέο εθνικό διχασμό με διαφορετικό περιεχόμενο και σύμβολα;…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Τάσου Χατζηαναστασίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του _40. Η περίπτωση της Μακεδονίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο. Άλκης Ρήγος στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Πρωταρχικά, όταν αναφερόμαστε στη μεσοπολεμική περίοδο του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, την προσδιορίζουμε μεταξύ της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922 και της τριπλής κατοχής του 1941. [1]

Πρόκειται για μια ριζικά διαφορετική περίοδο από εκείνη της πρώτης εκατονταετίας του νεοελληνικού κράτους. Μια περίοδο που αποτελεί την αφετηρία ενός ουσιαστικά νέου κράτους, εθνοτικά περισσότερο ομοιογενούς από όλα τα ευρωπαϊκά – μέσα από τις αναγκαστικές ανταλλαγές των πληθυσμών – όπου το μέγιστο των Ελλήνων για πρώτη φορά στην ιστορική του διαδρομή καλείται να ζήσει και να αναπτυχθεί στα όρια ενός ελληνικού κράτους. Τα σύνορα οριστικοποιούνται, ο συνεκτικός πολιτικός μύθος της πρώτης εκατονταετίας της Μεγάλης Ιδέας καταρρέει οριστικά.

Την περίοδο αυτή ο κοινωνικός μας σχηματισμός διέρχεται μια πολύπλευρη κρίση αναντιστοιχίας των ραγδαίων πληθυσμιακών, οικονομικό-κοινωνικών και πολιτισμικών ανακατατάξεων και μιας νέας ριζικά διάφορης πραγματικότητας, η οποία έχει ως συνέπεια μια διαρκή κρίση νομιμοποίησης του όλου πολιτικού συστήματος, την οποία διατρέχει και επικαθορίζει σε όλα τα επίπεδα ο Εθνικός Διχασμός.

Ελευθέριος Βενιζέλος. Αρχείο: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Πρόκειται για ένα βαθύ ενδοαστικό πολιτικό χάσμα των μέσων της προηγούμενης δεκαετίας του 1910, δημιούργημα της διάστασης απόψεων μεταξύ της Κυβέρνησης Φιλελεύθερων με Πρωθυπουργό τον Ελ. Βενιζέλο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο γύρω από το θέμα της εισόδου της χώρας στον Πόλεμο υπέρ των δυνάμεων της Αντάντ ή την διατήρηση της σε κατάσταση ευμενούς – για τις κεντρικές δυνάμεις – ουδετερότητας. Ένα χάσμα που πήρε διαστάσεις εμφυλίου πολέμου με δύο κυβερνητικές οντότητες εκείνη των Αθηνών και εκείνη της Θεσσαλονίκης και ενδιαφέρουσες κοινωνικές ταξικές παραμέτρους, οι οποίες όμως εκφεύγουν του πλαισίου αυτής της εισήγησης.

Πρόκειται ουσιαστικά για τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο που συνταράσσει τη χώρα τον 20ο αιώνα και ο οποίος τελειώνει σε επίπεδο πολιτικής σκηνής, την ώρα που η κοινωνία συγκλονίζεται από το δεύτερο εμφύλιο του αιώνα, εκείνον που με αυτό το όνομα καταγράφεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40.

Συνέπεια και των δύο εμφυλίων είναι η αδυναμία ύπαρξης στον κοινωνικό μας σχηματισμό καθαρών ταξικών αποκρυσταλλώσεων και δημιουργίας μιας εθνικής τάξης, μιας τάξης δηλαδή που προωθώντας τα ειδικά ταξικά της συμφέροντα, κατορθώνει να εντάσσει στις επιλογές της το μέγιστο των άλλων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων που συναποτελούν τον κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

Συνέπεια του πρώτου αυτού ενδοαστικού εμφυλίου, που έμεινε στην ιστορία μας ως «Εθνικός Διχασμός», είναι η μη αναγωγή των αστικών στρωμάτων σε τάξη και μάλιστα εθνική, δυνατότητα που φάνηκε να δημιουργείται στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.

Συνέπεια του δεύτερου είναι η μη αναγωγή σε εθνική μιας άλλης τάξης, της εργατικής, που φάνηκε να μεταλλάσσεται σε εθνική στη διάρκεια της τριπλής κατοχής, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα την απόλυτη κοινωνική ενότητα της μέχρι τότε πολιτικά διχασμένης αστικής τάξης, απέναντι στο νέο κίνδυνο. Ενότητα ταξική που παρά την ένταση του Εθνικού Διχασμού σε πολιτικό επίπεδο, είχε ήδη φανεί τον μεσοπόλεμο με τις διώξεις εναντίον των κομμουνιστών, με αποκορύφωμα την ψήφιση του «Ιδιώνυμου» Νόμου του 1929 δίωξης όχι της παράνομης πράξης αλλά των ιδεών και της σκέψης.

Οι συνέπειες μη ύπαρξης εθνικής τάξης στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό είναι καθοριστικές για την όλη του πορεία, η οποία σε συνάρτηση με την ποιοτική κυριαρχία των μικροαστικών στρωμάτων και τις περί πολιτικής προσωποκεντρικές αντιλήψεις αυτών των στρωμάτων, που διαχέονται σε όλο το φάσμα της κοινωνίας συνεπικουρούμενες από μια ιδεαλιστική προσωποκεντρική σύλληψη της Ιστορίας, αποτελεί εκτός πολλών άλλων και τον γενεσιουργό λόγο μιας κυρίαρχης φαινομενικά υπερπολιτικοποίησης μεγάλων λόγων, στην ουσία όμως α-πολιτικοποίησης, η οποία αντιλαμβάνεται την πολιτική πράξη όχι ως έκφραση κοινωνικό-πολιτισμικών διεργασιών αλλά ως ατομικό άθλημα «χαρισματικών» ή μη προσώπων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο από τον εθνικό διχασμό στην πολιτική σκηνή εμφανίζονται δύο πάνω κάτω ισοδύναμες αστικές πολιτικές οικογένειες. Δύο «πολιτικοί κόσμοι», όπως τότε έλεγαν, που αναπαράγονται σε μεγάλο βαθμό τεχνητά, στην νέα ριζικά διάφορη μεσοπολεμική περίοδο, πίσω από τους οποίους κρύβονται επιμελώς οι διαφορές οικονομικών συμφερόντων και κυρίως οι ανταγωνισμοί πρόσβασης στον κρατικό μηχανισμό που αποτελεί την κατ’ εξοχήν κοινωνική παραγωγική μηχανή.

Δυο πολιτικές οικογένειες με πολλά επί μέρους πολιτικά μορφώματα – και όχι κόμματα με την οργανωμένη μορφή που εμφανίζουν μόλις στα χρόνια της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας μετά την κατάρρευση της στρατιωτικής Δικτατορίας της 21ης Απριλίου – εκείνη των Φιλελευθέρων / Βενιζελικών και αντιβασιλικών και εκείνη των φιλοβασιλικών Λαϊκών – αυτοπροσδιοριζόμενων και ως αντιβενιζελικών. Αιχμή της αντιπαράθεσης που διατρέχει όλη την μεσοπολεμική περίοδο το καθεστωτικό πρόβλημα. Σε πρώτη φάση το καθεστωτικό φαίνεται να λήγει με το δημοψήφισμα του 1924 και την εγκαθίδρυση της Β΄ Ελληνικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Δημοψήφισμα που αναγνώρισε και τμήμα της φιλοβασιλικής οικογένειας με επικεφαλής τον αρχηγό του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων Ιωάννη Μεταξά. Αλλά επανέρχεται το 1935 μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Βενιζέλου που οδήγησε μέσα από το πιο νόθο δημοψήφισμα της Ιστορίας μας στην παλινόρθωση της Βασιλείας. Δημοψήφισμα που όμως νομιμοποίησε με δηλώσεις του ο ίδιος ο εξόριστος Βενιζέλος.

Συστατικό στοιχείο και των δύο αυτών πολιτικών οικογενειών, η «αρχηγική» τους άρθρωση, ως χαλαρές ενώσεις φιλόδοξων πολιτικών και τοπικών παραγόντων, χωρίς σαφείς προγραμματικές, καταστατικές και οργανωτικές δομές, κοινωνικές αναφορές και ιδεολογικές συντεταγμένες, με στόχο την κρατική διαχείριση και όσα αυτή υλικά συνεπάγεται. Αποτέλεσμα αυτών των χαρακτηριστικών είναι οι συχνές μεταπηδήσεις των πολιτευτών τους, από την μια στην άλλη πολιτική οικογένεια, χωρίς κανένα πολιτικό κόστος, οι δημιουργίες βραχύβιων ή και μόνο εκλογικών συμπράξεων, η εμφάνιση πάνω από εξήντα πολιτικών σχημάτων στις επτά εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου. Επίσης ο έντονα πατερναλιστικός τους χαρακτήρας και κυρίως ο μη ιδιαίτερος σεβασμός του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος καθώς και των θεσμών και ελευθεριών που καθιερώνει, η εύκολη αλλαγή θέσεων από τις πιο ριζοσπαστικές δημοκρατικές στην εξύμνηση δικτατορικών και στρατοκρατικών προτύπων.

Το τελευταίο εντείνει η ύπαρξη και στις δύο πολιτικές οικογένειες ενός στρατιωτικού δυναμικού βραχίονα, που όμως δεν μεταλλάσσεται σε αυτόνομη πολιτική δύναμη, απλά εναλλάσσεται στη στρατιωτική κλίμακα ηγεσίας και γίνεται δημιουργός σειράς κινημάτων, πραξικοπημάτων και τεσσάρων δικτατορικών εκτροπών. Εκείνης του 1922 μετά την κατάρρευση μικρασιατικού μετώπου υπό τον Πλαστήρα, εκείνης του Πάγκαλου το 1926, την πρόσκαιρη του Κονδύλη το 1935 την αυτοχαρακτηριζόμενη ως «κοσμογονία» και τέλος εκείνη της 4ης Αυγούστου του 1936 με επικεφαλής τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄ και εκτελεστικό του όργανο «ταπεινό του υπηρέτη» έναν αποτυχημένο πολιτικό με φασίζουσες ιδέες, τον Ιωάννη Μεταξά.

Φωτεινή εξαίρεση η ύπαρξη του μικρού κόμματος της «Δημοκρατικής Ένωσης», «Άγροτο-Εργατικό» στη συνέχεια, που με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου επιχειρεί μάταια όλη την μεσοπολεμική περίοδο να υπερβεί τον Διχασμό προβάλλοντας ένα θετικό κοινωνικό πρόγραμμα και μια σταθερή αξιακή προσήλωση στο Δημοκρατικό ιδεώδες.

Πάντως όλη την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία το στοιχείο που ανατρέπει την αμφίρροπη ισορροπία των δύο αστικών οικογενειών είναι η μαζική ένταξη των προσφυγικών πληθυσμών – υπερβαίνουν το ενάμιση εκατομμύριο – στην βενιζελική παράταξη, γεγονός που της επιτρέπει την αβίαστη διαχείριση της κυβέρνησης, τουλάχιστον μέχρι το 32, όπου οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην οικονομικο-κοινωνική σφαίρα, καθώς και το Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας με την Τουρκική Δημοκρατία του 1930, με το οποίο τα όνειρα των προσφυγικών πληθυσμών για επιστροφή στις χαμένες πατρίδες ή έστω αποζημιώσεων για τις περιουσίες που εγκατέλειψαν, εξανεμίζονται μεταστρέφοντας μεγάλα τμήματα των προσφυγικών πληθυσμών αλλά και των μικροαστικών και εργατικών στρωμάτων, που έχουν πληγεί από την οικονομική κρίση, προς την νέα πολιτική οικογένεια που την ίδια περίοδο έχει εμφανιστεί στην πολιτική μας σκηνή, εκείνη της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς όμως η οποία επίσης δεν κατορθώνει παρά τις προθέσεις της και την αναμφίβολη ιδεολογικο-οργανωτική της ανωτερότητα, ν’ αποκτήσει απήχηση μαζικού κόμματος, τόσο στις σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές της εκφράσεις οι οποίες μένουν σχεδόν αποκλειστικά στο επίπεδο ενός περιθωριακού φαινομένου διανοουμένων που όπως παρατηρεί ο Ασημάκης Πανσέληνος «ήταν όλοι τους χωρίς οπαδούς και οι λίγοι οπαδοί σκόρπιοι χωρίς ηγέτες». Η προσπάθεια μετά το 1930 που οι κοινωνικές εξελίξεις δημιουργούσαν καλύτερους όρους δράσης ταξικών πολιτικών μορφωμάτων, συνένωσης όλων των σοσιαλιστικών δυνάμεων σε ένα Σοσιαλιστικό Κόμμα, δεν κατορθώνει να αποκτήσει ένα ιδιαίτερο βάρος στην πολιτική σκηνή, παρά την αναμφισβήτητη συμβολή των σοσιαλιστών στην απαρχή δημιουργίας μιας νέας κοινωνικής συνείδησης.

Όσο και στις κομμουνιστικές εκδοχές της, οι οποίες ενώ είναι οι μόνες που αποκτούν συγκρότηση οργανωμένου πολιτικού χώρου – όχι όμως και ενιαίας έκφρασης – δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα όρια μιας μεγάλης έστω ομάδας αμφισβήτησης. Παρ’ όλα αυτά η μεγαλύτερη συνιστώσα τους, το Κ.Κ.Ε. αποτελεί κατά την δεκαετία του ’30, ένα νέο υπαρκτό πολιτικό συντελεστή της πολιτικής σκηνής, που τα συμφέροντα τα οποία προσπαθεί να εκφράσει είναι θεμελιακά αντίθετα των δύο αστικών πολιτικών οικογενειών.

Η κυριαρχία πάντως όλη την μεσοπολεμική περίοδο των δύο αστικών πολιτικών οικογενειών, παραμένει αμείωτη όπως και η ενδοαστική φύση του διχασμού η οποία εκτός όλων των άλλων, δεν επιτρέπει την θεμελίωση ενός νέου θετικού ιδεολογικού λόγου αστικής ηγεμονίας, μετά την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας. Το κενό επιχειρεί να καλύψει ο αρνητικός όμως μύθος – μια που δεν υφίστανται πραγματικοί κοινωνικό-πολιτικοί λόγοι θεμελίωσής του – του «κομμουνιστικού κινδύνου». Η ανυπαρξία θετικού λόγου αστικής ηγεμονίας δεν επιτρέπει επίσης στην αβασίλευτη μεσοπολεμική δημοκρατία να υπερβεί την τυπική της μορφή και να αποκτήσει ένα στοιχειώδες κοινωνικό περιεχόμενο, ως προς τις καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις, στρώματα και κοινωνικές κατηγορίες. Την εκτρέπει σε αλλεπάλληλα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα, άγονους προσωπικού ανταγωνισμούς, παραστρατιωτικές οργανώσεις και ενδοστρατιωτικές φατρίες συχνές και αδιέξοδες εκλογικές αναμετρήσεις (7 βουλευτικές εκλογές με διαφορετικό εκλογικό σύστημα, 1 εκλογή γερουσιαστών, και δυο δημοψηφίσματα για το πολιτειακό), στρατιωτικές αναμείξεις μέσα από τις οποίες αναδύεται η ανικανότητα του αστικού πολιτικού κόσμου, να σταθεροποιήσει μια πολιτική διαχείριση ικανή να επιλύει τις οξυνόμενες κοινωνικές αντιφάσεις. Αντιφάσεις που γεννά την ίδια περίοδο το πέρασμα της οικονομίας από την Απλή Εμπορευματική Παραγωγή στην κυριαρχία του Καπιταλιστικού Τρόπου Παραγωγής σε συνθήκες πτώχευσης της χώρας, με αυξανόμενη ανεργία και μεγάλα τμήματα πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας, με δυσανάλογα αναπτυγμένους εμπορικο-μεσιτικούς και αντιπαραγωγικούς τομείς υπηρεσιών, παραδοσιακές μορφές πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής, ταυτόχρονα με τη δημιουργία νέων βιομηχανικών και εμπορικών συμφερόντων και παλιών εφοπλιστικών παραγόντων, έντονα πελατειακά δίκτυα, με όλες τις κοινωνικές συνέπειες που αυτά τα μη αλληλοσυμπληρούμενα φαινόμενα συνεπάγονται. Μια καπιταλιστική κυριαρχία δομημένη μέσω του κράτους και του ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος σε μεγάλο βαθμό από αυτό, σε συνθήκες «θερμοκηπίου» – σύμφωνα με τον Ζολώτα – οι οποίες διατηρήθηκαν αναλλοίωτες μέχρι το 1960 και την απαρχή σύνδεσης της χώρας με την ΕΟΚ. Και όπως παρατηρεί ο συντηρητικός ιστορικός της περιόδου Γρηγόριος Δαφνής: «καθ’ όλην την περίοδο του Μεσοπολέμου, η ελληνική αστική τάξις, η οποία ευρίσκετο εις σημείον ακμής, προσεπάθησεν να αποκτήση ιδεολογικόν περιεχόμενον και να παρουσιάση συνοχήν και οργάνωσιν. Δεν το επέτυχεν».

Οι προσπάθειες υπέρβασης του Διχασμού με την Οικουμενική Κυβέρνηση όλων των αστικών πολιτικών μορφωμάτων του 1926, μετά τις πρώτες εκλογές με απλή αναλογική και χρήση ψηφοδελτίων, έχουν ήδη ναυαγήσει άλλωστε, με ευθύνη του ίδιου του Βενιζέλου ο οποίος για να επανέλθει στην πολιτική σκηνή από την αυτοεξορία του, δεν διστάζει να αναζωπυρώσει το διχασμό, αναμοχλεύοντας τον ανύπαρκτο τότε κίνδυνο επαναφοράς της μοναρχίας. Ο ίδιος βέβαια κλείνει τη ζωή του όπως είδαμε με την αναγνώριση της Βασιλείας προφανώς και λόγω του επερχόμενου πολέμου και της βρετανικής πολιτικής, το περίφημο δύο Β (Βασιλιάς – Βενιζέλος).

Πάντως η τεχνητή αναβίωση του Διχασμού σε πολιτικό επίπεδο κατορθώνει ν’ αποσπάσει τις κυριαρχούμενες τάξεις και στρώματα από τις συσσωρευμένες αντιφάσεις που γεννούν οι νέες συνθήκες, να εντάξει το μεγαλύτερο ποσοστό τους, στους κυρίαρχους μηχανισμούς πατρωνίας – πελατείας, μέσω της διαχείρισης του κρατικού μηχανήματος. Η πολιτική πάλη με αυτό τον τρόπο διεξάγεται με όρους συντήρησης του αστικού status – quo που δρα παράλληλα και ως μηχανισμός αποπροσανατολισμού και «μετάθεσης» των ταξικών συνειδητοποιήσεων.

Η κυριαρχία αυτών των αντιλήψεων και πρακτικών, έκφραση των κοινωνικών ιδιοτυπιών και των μορφών αλληλεπίδρασης μέσω του κράτους, τόσο των γενικότερων οικονομικών λειτουργιών όσο και των στενών ατομικών αναγκών, εξηγεί επίσης και το γιατί όλη την περίοδο της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και σε αντίθεση με τις άλλες Ευρωπαϊκές και Βαλκανικές χώρες, δε δημιουργούνται στον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό μαζικά κινήματα αμφισβήτησης του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού συστήματος.

Οι φασιστικές και φασιστοειδείς κινήσεις – παρά την ίδια περίοδο κυρίαρχη εμφάνισή τους στη γηραιά Ήπειρο και την διάχυσή τους σε τμήματα του αστικού πολιτικού, στρατιωτικού και εκδοτικού προσωπικού – δεν ξεπερνούν τα όρια του γελοίου ούτε κατορθώνουν να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση. Εξαντλούνται σε οπερετικές τελετουργικές μιμήσεις και λεκτικές διακηρύξεις κυρίως ναζιστικών προτύπων και κάποιες απεχθείς ρατσιστικές εκδηλώσεις τοπικού χαρακτήρα, χωρίς πανελλαδικό χαρακτήρα.

Οι κινήσεις για δημιουργία αυτόνομου αγροτικού κινήματος – παρά τους αξιόλογους διανοουμένους που συσπειρώνουν – δεν κατορθώνουν επίσης να αποκτήσουν πανελλαδική εμβέλεια. Παραμένουν κινήσεις «από τα πάνω» με έντονη ιδεολογική ανομοιογένεια και ρευστότητα, κρίσεις και διασπάσεις.

Μέσα σε αυτό το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο η έρπουσα κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού αστικού συστήματος, όταν αρχίζει να αντιμετωπίζει μετά το 1932 μια αυξανόμενη κοινωνική πίεση από οργανωμένες εκφράσεις συνδικαλιστικές και πολιτικές εργατών και αγροτών και αμφιταλαντεύσεις της σταθερής πελατείας των μικροαστικών στρωμάτων, αδυνατεί να αντιληφθεί την υπέρβασή τους μέσα από ένα κοινωνικό δημοκρατικό όραμα όπως υποστηρίζει ο Αλ. Παπαναστασίου. Και οι δύο πολιτικές οικογένειες – με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις – οδηγούνται στην κυρίαρχη εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη αντίληψη ότι τις αντιφάσεις που δεν μπορεί να λύσει με δημοκρατικά μέσα η αστική κοινοβουλευτική διαχείριση μπορεί να τις υπερβεί δυναμικά ένας ισχυρός άνδρας με δικτατορικές εξουσίες, το περίφημο δόγμα – μύθο του Φύρερ Πρινσίπ. Ο χαρισματικός ηγέτης της φιλελεύθερης οικογένειας Ελ. Βενιζέλος το επιχειρεί με την πραξικοπηματική ενέργεια του κινήματος του ’35 και αποτυγχάνει. Η αντιβενιζελική οικογένεια δε διαθέτει χαρισματικό ηγέτη, διαθέτει όμως τον εξόριστο πραγματικό της αρχηγό τον Βασιλιά. «Ο εστεμμένος φελλός που δεν μπορεί να πωματίσει το κοινωνικό ηφαίστειο» σύμφωνα με τον εκδότη της «Καθημερινής» Γεώργιο Α. Βλάχο μετατρέπεται από τον ίδιο εκδότη σύντομα σε αναμενόμενο «Σωτήρα» του κοινωνικού καθεστώτος, που επανέρχεται έστω και με νόθο δημοψήφισμα – που παρά την αποχή βενιζελικών και αριστερών συγκεντρώνει το… 97,80% και 400 χιλιάδες περισσότερους ψηφοφόρους από τους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους των τελευταίων βουλευτικών εκλογών του 1933(!), αλλά και με τις ευλογίες και των δύο πολιτικών κατά τα άλλα διχασμένων αστικών οικογενειών – με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις και πάλι ανάμεσά τους αξίζει να μνημονεύσουμε τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη – αναστέλλει το Σύνταγμα και εγκαθιστά μετά ένα μικρό δημοκρατικό διάλειμμα τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Το πέρασμα από τη δημοκρατική αρχή σε ένα κράτος «Εκτάκτου Ανάγκης» επιβεβαιώνει την αδυναμία της πολιτικά διχασμένης αστικής τάξης να παίξει στο πολιτικό πεδίο – όπως δεν κατόρθωσε και στο κοινωνικό – παρά τις υπάρχουσες αντικειμενικές δυνατότητες, έναν αυτόνομο ρόλο εθνικής τάξης. Επιβεβαιώνει επίσης την διορατική πρόβλεψη του Αλέξανδρου Σβώλου ότι «το δημοκρατικόν και φιλελεύθερον πολίτευμα θα διέλθη δια της αρνήσεως του εαυτού του, πριν ή η εξέλιξις της κοινωνίας αγάγη προς την κοινωνικήν δημοκρατίαν. Διότι είναι φυσικόν η αστική τάξις να αμυνθή της υπεροχής της θέσεώς της καταφεύγουσα εν ανάγκη εις την έντασιν της κρατικής της επιβολής».

Κάτω από αυτό το πρίσμα πρόκειται για μια αναγκαστική επιλογή των κυριάρχων μερίδων της αστικής τάξης, απέναντι σε υπαρκτούς ή υποτιθέμενους – όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση – κινδύνους που την οδηγούν να παραιτηθεί από μια σειρά πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών ακόμη και από το σύνολό τους, χωρίς βέβαια να χάσει το βασικό για την αστική τάξη δικαίωμα το οποίο αποτελεί και τον πυρήνα κάθε αστικής εξουσίας και το οποίο συνίσταται στη συνέχιση της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας. Απόδειξη η – χωρίς διαμαρτυρίες – άρση των Συνταγματικών Ελευθεριών από την Δικτατορία και η ψήφιση από την ίδια του πρώτου Αστικού Κώδικα της χώρας.

 

Υποσημείωση


 

[1] Το κείμενο βασίζεται στο βιβλίο μου (1999), Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, 3η έκδοση, Πρόλογος Νίκου Σβορώνου, Αθήνα: Ιστορική βιβλιοθήκη, Θεμέλιο, όπου και η αντίστοιχη αναλυτική βιβλιογραφία.

 

Άλκης Ρήγος

 

Ομότιμος καθηγητής πολιτικής επιστήμης & ιστορίας,

Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις. Κώστας Δανούσης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

[…] Οι Κυκλάδες καλύπτουν το κεντρικό Αιγαίο και ανάμεσά τους διέρχονταν από αιώνες οι κύριοι θαλασσινοί δρόμοι που οδηγούσαν από τη Δύση στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη. Ας μην ξεχνάμε ότι στους διαύλους της Κέας – Μακρονήσου και Τήνου – Μυκόνου το γερμανικό υποβρύχιο U-73 πόντισε τις νάρκες που έστειλαν στο βυθό τον «Britannic» στις 8/11/1916 (π.η.) και έπληξαν το «Braemar Castle» δύο μέρες αργότερα. Η γεωπολιτική τους θέση ενισχύθηκε μετά την Εκστρατεία της Καλλίπολης και την εγκατάσταση του συμμαχικού προγεφυρώματος στη Μακεδονία. Άμεσα κατελήφθησαν η Μήλος και η Λήμνος, λιμάνια κομβικής σημασίας για τις επιχειρήσεις και τις θαλάσσιες μεταφορές. Ταυτόχρονα οι Σύμμαχοι – με βάση το προηγούμενο της ανθράκευσης παρά τη Δονούσα των γερμανικών καταδρομικών Goeben και Breslau – υποψιάζονταν ότι στις μικρές Κυκλάδες γινόταν με την ανοχή, ή την άμεση συνεργασία, της Ελληνικής Κυβέρνησης τροφοδοσία σε καύσιμα των εχθρικών υποβρυχίων. Τέλος, και ίσως το σημαντικότερο, η Ερμούπολη ήταν κεντρικός σταθμός της Eastern Telegrapf, της Αγγλικής Εταιρείας που διαχειριζόταν το δίκτυο των τηλεγραφικών επικοινωνιών με τη Μέση και Εγγύς Ανατολή, τις Ινδίες και την Ινδοκίνα. Ήταν, λοιπόν, αδύνατον να μην ενδιαφερθούν για τον απόλυτο έλεγχο μιας τόσο κομβικής σημασίας για το Μακεδονικό μέτωπο, αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχής. Αντιθέτως μάλιστα, τόσο οι Αγγλικές όσο και Γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είχαν αρκετά νωρίς εγκαταστήσει τα δίκτυά τους στην περιοχή. Εξάλλου η Σύρος ήδη από τις αρχές του 1916 τελούσε υπό την άμεση εποπτεία του Αγγλικού στόλου.

[…] Στη Νάξο, η άρνηση των Απειρανθιτών να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση
Θεσσαλονίκης οδήγησε σε αιματηρές εξελίξεις, τα τραγικά γεγονότα οφείλονταν στην
παθολογική εξάρτηση των κατοίκων από τον συμπατριώτη τους Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, την εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης και την ανελαστικότητα του επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων. Οι ορεσίβιοι και αγέρωχοι εκείνοι Αξιώτες αναγκάστηκαν να υποταχθούν, όταν αντιλήφθηκαν ότι τα όπλα σκοτώνουν!… Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης πάλι, η οποία ενδιαφερόταν, για την επέκταση του χώρου ελέγχου της και συνακόλουθα για την ενίσχυση των μονάδων στρατού που είχε ήδη συγκροτήσει, κατανόησε πολύ ενωρίς ότι οι συνθήκες για μια επιχείρηση προσεταιρισμού των Κυκλάδων – όπως και άλλων νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου – είχαν ωριμάσει. Τα νησιά, ήδη από τον πρώτο συμμαχικό αποκλεισμό της χώρας, που απέβλεπε στον περιορισμό της εισαγωγής καυσίμων και σιτηρών, είχαν έντονα αισθανθεί το φάσμα της πείνας. Εκτός ίσως τα δύο μεγάλα νησιά, την Άνδρο και την Νάξο, όπου θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για κάποια αυτάρκεια, στα υπόλοιπα η επιβίωση εξαρτιόταν άμεσα από τις εισαγωγές. Στην Τήνο, αίφνης, από τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας τα παραγόμενα δημητριακά δεν κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες για περισσότερους από 7 ή 8 μήνες.

Οι τοπικές κοινωνίες ήσαν εξαιρετικά εξωστρεφείς – η θάλασσα συνδέει, δε χωρίζει – και είχαν στενές επαφές με τα κοσμοπολίτικα κέντρα της Ανατολής, όπου διατηρούσαν ισχυρές παροικίες. Π.χ. τα Βουρλά, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, μύριζαν έντονα Νάξο! Μοιραία οι πληθυσμοί τους ανήκαν στην Ελλάδα που τολμούσε να αισιοδοξεί και στις εκλογές των 1910, 1912 και του Μαΐου του 1915 είχαν στηρίξει εγκαρδίως το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στις εκλογές του επόμενου Δεκεμβρίου η αποχή υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – το απέδειξε εξάλλου το Δημοψήφισμα του 1924 – ότι διαπνέονταν από αντιδυναστικά αισθήματα. Τουναντίον, ιδίως οι καθολικοί των Κυκλάδων, ήσαν προσηλωμένοι στην ιδέα της βασιλείας. 85 χρόνια ελεύθερου βίου ήσαν εκπαιδευμένοι στην ελέω θεού βασιλεία. Στα περισσότερα μάλιστα σπίτια των καθολικών των Κυκλάδων υπήρχαν λιθογραφίες των βασιλιάδων της Ευρώπης, κληρονομιά της Ιεράς Συμμαχίας και της πολιτικής του Πίου του Θ΄ (1846-78). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κατά το Δημοψήφισμα του 1924 κατά του βασιλικού θεσμού τάχθηκε ρητά μόνον το ανατολικό τόξο της χώρας, περιοχές δηλαδή που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εθνικός Διχασμός 1915-1917 – Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων…

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »