Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Η προίκα της Ελένης Μπούμπουλη –  © Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή | Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 


 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε αποκτήσει από τους δύο γάμους της 7 παιδιά. Τρία με το Δημήτριο Γιάννουζα (Γιάννο, Γεώργιο και Μάρω) και τέσσερα με το Δημήτριο Μπούμπουλη (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο) [1].

Η φιλία της με τον Κολοκοτρώνη με τον οποίο συναντήθηκε λίγες μέρες πριν την πτώση της Τριπολιτσάς, όταν έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο, οδήγησε στη συγγένεια μεταξύ τους με το γάμο των παιδιών τους, του Πάνου και της Ελένης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, έγινε ο αρραβώνας τους και δυο μέρες μετά την πτώση του Ναυπλίου στα χέρια των Ελλήνων έγινε ο γάμος τους.

Στην πομπή των νικητών που μπήκαν στο Ναύπλιο, η Μπουμπουλίνα έφιππη συνοδευόταν από την κόρη της Ελένη και το γαμπρό της Πάνο που είχε οριστεί από τον Υψηλάντη Φρούραρχος Ναυπλίου. Μετά την κατάληψη του Παλαμηδιού, 30 Νοεμβρίου 1822, η Κυβέρνηση παραχώρησε στη Μπουμπου­λίνα ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, όπου και εγκαταστάθηκε. Γυρνούσε στο Ναύπλιο και στον κάμπο έφιππη ως αμαζόνα ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτών κι επευφημείτο από τα πλήθη που την αποκαλούσαν «κυρά του Ναυπλίου».

Θεοδωράκης Γρίβας, ελαιογραφία του Ιωάννη Δούκα (1838–1916).

Ο εμφύλιος που ακολούθησε ανέτρεψε τα πράγματα για τη Μπουμπουλίνα και την οικογένειά της που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κάστρο στις 13 Ιουνίου 1824 μαζί με το γαμπρό της Πάνο και την Ελένη. Με το ξέσπασμα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου ο Πάνος εγκαταλείπει την πολιορκία των Πατρών κι έρχεται στην Τριπολιτσά. Εκεί στο σπίτι των Κολοκοτρωναίων διαμένει κι η σύζυγός του η Ελένη. Από τους στενούς συνεργάτες του Πάνου ήταν ο Θεοδωράκης Γρίβας, οπλαρχηγός της Ακαρνανίας που την εποχή αυτή πολεμούσε στο πλευρό του Πάνου κι ήταν αποκλεισμένος από του Κυβερνητικούς στην Τρίπολη.

Το Νοέμβριο του 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 24 ετών και η Ελένη μένει χήρα σε ηλικία 17 ετών. Η Ελένη δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο της με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Μετά το θάνατο του Πάνου, ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να αφήσει τη νύφη του να επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της στις Σπέτσες και να ξαναπαντρευτεί, αλλά ήθελε να την παντρέψει με όποιον αυτός έκρινε. Η Ελένη τότε άφησε το σπίτι των Κολοκοτρωναίων κι έφυγε στις Σπέτσες στη μητέρα της, χωρίς να πάρει μαζί της την προίκα της.

Ήδη κι ενώ ακόμα ζούσε ο Πάνος, οι φήμες στην Πελοπόννησο οργίαζαν για δεσμό της Ελένης με το Θεοδωράκη Γρίβα. Μόλις έξι μήνες μετά το θάνατο του Πάνου, το Μάιο του 1825, η 18χρονη Ελένη, με τη συγκατάθεση της μητέρας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, παντρεύτηκε το Γρίβα, ο οποίος τότε ήταν 28 ετών.

Ο Νικόλαος Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα περιγράφει [2] έτσι τα περιστατικά:

«Ο Θεόδωρος Γρίβας, πολιορκημένος ων εις Τριπολιτσάν από τα Διοικητικά στρατεύματα (κατά το 1824) ευρίσκετο μαζί με τον Κολοκοτρώνην. Φονευθέντος του Πάνον υιού του Κολοκοτρώνη, ερωτεύθη (ο Γρίβας) με την σύ­ζυγόν του θυγατέρα της Μπουμπουλίνας. Ο Κολοκοτρώνης θέλων να την έχει ως θυγατέραν του, επιθυμούσε να την βαστάξει εις την οικίαν του και να φροντίσει με καιρόν να την υπανδρεύσει με όποιον ήθελεν. Η Μπουμπουλίνα (κόρη) τα συμβίβασεν μυστικά με τον Θεόδωρον Γρίβαν και φεύγει κρυφά διά τις Σπέτσες και αφήνει εις την οι­κίαν του όλα τα προικιά της. Συγχύζεται ο Κολοκοτρώνης, θέλει να εκδικηθεί, πλην και οι δύο ήσαν φυλακωμένοι εις Ύδραν».

Και σχολιάζει [3]: «Φαίνεται, ο Γρίβας πήγε στην Ύδρα, όπου τον αντάμωσε η νεαρή Ελένη χήρα, κι εκεί αν και η αστυνομία τους έπιασε, στεφανωθήκαν».

Αυτός ο γάμος έβλαψε την πορεία του αγώνα [4]. Η αντιπαράθεση Κολοκοτρώνη-Γρίβα είχε ξεκινήσει. Ο Σπηλιάδης αναφέρει πως «στα 1826, αρχές τον Μάη, ο Κολοκοτρώνης ζήτησε μαστικά ν’ αρπάξει το Παλαμήδι από τα χέρια τον Γρίβα, αλλά δεν πέτυχε».

 

Ελένη Μπούμπουλη, Benjamin Mary. Δημοσιεύεται στο «Ελληνικές προσωπογραφίες (1840-1844)», εκδόσεις Λούσυ Μπρατζιώτη, Αθήνα 1992, σελ.40.

 

Ποια ήταν η προίκα της Ελένης όταν παντρεύτηκε τον Πάνο ακριβώς δε γνωρίζουμε. Σίγουρα όμως η Μπουμπουλίνα, που την εποχή που έγινε αυτός ο γάμος βρισκόταν στην ακμή της, δεν θα έδωσε ευκαταφρόνητη προίκα στην Ελένη. Αυτή λοιπόν την προίκα, έπρεπε να την διεκδικήσει από τον πεθερό της Ελένης, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια να την δώσει στο δεύτερο σύ­ζυγό της το Γρίβα, πράγμα που δεν έκανε.

Ήδη ο Κολοκοτρώνης ήταν σε δυσχερή θέση με τον εμφύλιο, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Πάνου, οπότε έχασε το κουράγιο του. Οι φήμες δε, για το δεσμό της Ελένης με το Γρίβα πριν ακόμα πεθάνει ο Πάνος, έφερναν τη Μπουμπουλίνα σε δυσχερέστερη ακόμα θέση ως προς τη διεκδίκηση της επιστροφής της προίκας.

Ο Γρίβας όμως δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω και διεκδικούσε επιθετικά την προίκα.

Κάποια στιγμή που ο γέρος του Μόριά έφτασε στο Ναύπλιο, ο Γρίβας βρήκε ευκαιρία και τον παγίδευσε στο Φρούριο και του έστειλε τον Αναστασάκη (Εμμ. Παπά) να του πει να κάνει ότι καταλαβαίνει προκειμένου να στείλει οπωσδήποτε τα προικιά και τις προγαμιαίες δωρεές της πρώην νύφης του και νυν γυναίκας του Γρίβα που κρατούσε. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε πως δεν ξέρει να έχει τίποτα στα χέρια του, παρά μόνο μια διαμαντένια καρφίτσα μικρής αξίας και δυο δακτυλίδια.

Μετά την απάντηση αυτή, ο Γρίβας όρκισε την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος, επειδή, όπως της είπε, επρόκειτο να εμπλέξει και τα αδέλφια της στην υπόθεση αυτή, να πει την αλήθεια. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ήταν παρών. Η Ελένη τότε έκανε έναν κατάλογο με πράγματα, διαμαντικά, χρυσοΰφαντα Ινδικά υφάσματα, λάφυρα της μητέρας της από την Τριπολιτσά, φορέματα και γούνες, των οποίων η αξία ανερχόταν στις 250.000 γρόσια. Ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τον κατάλογο, ενώ ήταν σε περιορισμό στο φρούριο, απάντησε πως είναι ψέματα και πρότεινε να ορίσει η κάθε πλευρά ανθρώπους να συνδιαλλαγούν.

Ο Γρίβας όρισε το Γ. Βαλτινό [5] και τον Ν. Κασομούλη [6], ενώ ο Κολοκοτρώνης τον Γ. Αγαλόπουλο και τον Αναγνωστάκο Παπαγιαννόπουλο. Και οι τέσσαρες αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συναχθούν και να ακούσουν και τις δυο πλευρές, πράγμα που έγινε στο σπίτι του Κολοκοτρώνη στον Πλάτανο [7]. Μαζεύτηκε κι όλος ο λαός από περιέργεια να δουν τί θα γίνει, αλλά κλείστηκαν μέσα στο σπίτι μόνον οι τέσσαρες επίτροποι, ο Γρίβας, ο Κολοκοτρώνης κι η μητέρα του. Ασπάστηκαν και ξεκίνησε η διαδικασία. Ο Βαλτινός πρότεινε να πουν και οι δυο ό,τι έχουν να πουν και να αγαπηθούν και τελειώσει με ειρήνη αυτή η διαφορά, γιατί πρέπει να κοιτάξουν όλοι το συμφέρον της πατρίδας.

Το λόγο πήρε ο Γρίβας που είπε: «Εγώ, κανένα πάθος δεν έχω με τον Γέρον. Γνωρίζει πόσον τον εβοήθησα εις την ανάγκην του και τον εβάσταξα. Δεν τον έφερα κα­μίαν ατιμίαν πριν, όταν ήμουν εμπιστευμένος το παν εις την οικίαν τον, εις Τριπολιτσάν, ώστε να έχει τώρα παράπονον. Τον εσύντρεξα ως άλλος υιός τον εις τον εμφύλιον πόλεμον. Εφονεύθη ο υιός του αγαπήσαμεν να συζευχθώμεν με την χήραν τον Πάνου, με την συναίνεσιν της μητρός της. Την έλαβα διά γυναίκαν. Τί έπταισεν λοιπόν ή αυτή ή εγώ ώστε να κατακρατεί ο Γέρος τα ειδίσματά της και να μην ησυχάζω νύχτα ημέρα, ζητούσα αυτή το δί­καιόν της; Ας τα δώσει λοιπόν και τίποτες πάθος αναμε­ταξύ μας δεν έχομεν. Διότι ούτε εφονεύσαμεν ένας με τον άλλον, ούτε εζημιώσαμεν [8].

Παρατηρεί κανείς ότι ο Γρίβας μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τον Κολοκοτρώνη και δεν απευθύνεται άμεσα σ’ αυτόν παρότι αυτός είναι παρών, γεγονός που δείχνει κάθε άλλο παρά φιλική διάθεση.

Ο Κολοκοτρώνης, του απαντά σε δεύτερο πρόσωπο: «Βρε παιδί μου Θοδωράκη, πιστεύεις την γυναίκα σου, διότι σε είπεν ότι είχεν τόσα;» Και άρχισε να ορκίζεται. «Πού τα ηύρεν, βρε, όλα αυτά; Ό, τι και αν είχεν, και φορέματα και διαμαντικά, ήταν τον υιού μου, και, πίστευσέ με, είναι τόσοι μάρτυρες. Ας διορισθεί μια επιτροπή ας συνάξη τας μαρτυρίας και ό,τι εύρει και ειπούν ότι είχε η νύφη μου να το πληρώσω διπλά. Τί είχε πραγ­ματικός; Έναν λαιμοδέτην (γκιουρδάνι) με ολίγες πέτρες και ένα δακτυλίδι. Τα άλλα όλα ήτον αρματωσιά των συγ­γενών».

Στα σχόλια [9] αναφέρεται πως η αρματωσιά ήταν η νυφική στολή, που της χάρισαν οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δίνοντας ο καθένας ένα κομμάτι. Και συνεχίζει ο σχολιαστής: «Λοιπόν, η κόρη της Μπουμπουλίνας ήταν άπροικη;».

Η μητέρα του Κολοκοτρώνη, ενθυμηθείσα τον Πάνο, άρχισε να κλαίει και να λέει: «Πού τα ηύρεν, παιδί μου, αυτά οπού ζητεί; Καν ούτε ημείς τα είδαμεν».

Άρχισε κι ο Κολοκοτρώνης να κλαίει…

Τελικά μετά από μακρά συζήτηση αποφασίστηκε προκειμένου να παύσουν «τα πάθη αναμεταξύ των», να ορίσουν επταμελή συμβιβαστική επιτροπή από Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιους κι ο Κολοκοτρώνης να εγγυηθεί πως ό,τι αποφασίσει η επιτροπή να στείλει στη Ζάκυνθο όπου είχε τα πράγματα να τα φέρει. Εγγυήθηκε γι αυτό ο αχώριστος φίλος του Κολοκοτρώνη, Νι­κόλαος Βούκουρας, που ήταν πολιτικός και στρατιωτικός από τα Μαγούλιανα της Καρύταινας.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης αφέθηκε ελεύθερος να φύγει από το Φρούριο και «ανεχώρησεν με το πάθος να εύρει ευκαιρίαν να εκδικηθεί» για την προσβολή που του έκαναν φοβερίζοντας να τον κρατήσουν στο Ναύπλιο. Η πόλη ήταν στα χέρια των Παλαμηδιωτών του Γρίβα κι ο Κολοκοτρώνης μπήκε ανύποπτος χωρίς να έχει πληροφορηθεί την κατάσταση. Εκεί ο Γρίβας και οι δικοί του έδωσαν εντολή να μην το αφήσουν να φύγει αν δεν έδινε τέλος στην υπόθεση αυτή.

Αποκλείεται η Ελένη Μπούμπουλη να παντρεύτηκε τον Πάνο Κολοκοτρώνη άπροικη. Με δεδομένο δε ότι παντρεύτηκε την εποχή της ακμής της Μπουμπουλίνας, την εποχή δηλαδή που η Κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες της στην Πατρίδα της είχε δώσει κλήρο γης στο Ναύπλιο και η άλωση της Τριπολιτσάς την είχε γεμίσει πολύτιμους θησαυρούς. Είναι γνωστό πως η προστασία που παρείχε στο χαρέμι του Χουρσίτ Πασά της απέφερε αυτά τα αμύθητα πλούτη. Η ίδια έλεγε πως ο όρκος που είχε δώσει το 1816 στη βαλιδέ σουλτάνα, τότε που τη βοήθησε όταν κατέφυγε σ’ αυτήν, πως θα βοηθούσε όποια Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, την ώθησε να δράσει με τον τρόπο αυτό κατά την πτώση της Τριπολιτσάς.

Όπως και να έχει, όποιο και να ήταν το κίνητρό της, το θέμα είναι πως η Μπουμπουλίνα συγκέντρωσε θησαυρούς. Αποκλείεται λοιπόν μετά από τόσα πλούτη να μην έδωσε προίκα μεγάλη στην Ελένη.

Ο Γάλλος Reybaud που βρέθηκε στο Άργος τις μέρες που γίνονταν τα αρραβωνιάσματα της Ελένης, της κόρης της Μπουμπουλίνας με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Γράφει [10]: «Έλεγαν πως η προίκα της νύφης ήταν τεράστια. Δεν κόστισε, άλλωστε, τίποτα στον γονιούς της. Κι αν οι σκιές των θυμάτων που πλήρωσαν τα έξοδα μπορούσαν να παρευρεθούν στα στεφανώματα, η γαμήλια πομπή θα ήτα φρικαλέα και πολυάριθμη».

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Είναι ελάχιστη η πιθανότητα, μεταξύ των όσων πήρε ως προίκα η Ελένη Μπούμπουλη να περιλήφθηκε και ακίνητη περιουσία στο Ναύπλιο από αυτήν που έλαβε η Μπουμπουλίνα ως κλήρο, την οποία όμως η Κυβέρνηση κατά τον εμφύλιο, μετά το θάνατο του Πάνου και εξαιτίας της επιστολής που έστειλε υποστηρίζοντας το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, της την πήρε πίσω. Κι αυτό γιατί στις Σπέτσες δε συνηθιζόταν να δίνεται ως προίκα στα κορίτσια ακίνητη περιουσία. Από τους Κολοκοτρωναίους δε ζητήθηκε να επιστρέψουν ακίνητη περιουσία που είχε δοθεί ως προίκα, αλλά μόνον διαμαντικά, χρυσαφικά, γούνες και βαρύτιμα ινδικά υφάσματα, τα οποία μάλιστα αναφέρεται πως προέρχονταν από την άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο Κολοκοτρώνης ισχυρίζεται πως αυτά ήταν του Πάνου. Προφανώς τέτοια πολύτιμα λάφυρα από την Τριπολιτσά είχαν πάρει και οι Κολοκοτρωναίοι. Δεν επρόκειτο για χρυσαφικά και διαμαντικά που αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια, ώστε να είναι και αναγνωρίσιμα, αλλά για λεία πολέμου, που χάσανε το λογαριασμό αν ήταν του Πάνου ή της Μπουμπουλίνας. Φαίνεται, πως όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του Πάνου και της Ελένης τα είχαν φυλάξει στο σπίτι τους στη Ζάκυνθο.

Εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός πως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δεν εμπλέκεται καθόλου στην υπόθεση αυτή, όπως θα περίμενε κανείς, αφού με τον Κολοκοτρώνη είχαν μια αμοιβαία εκτίμηση κι εμπιστοσύνη και ήταν σταθερά σύμμαχοι.

Όταν ο Γρίβας ορκίζει την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος να πει την αλήθεια για την προίκα της, της λέει να είναι προσεκτική στο τί θα πει, γιατί στην υπόθεση αυτή θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Ούτε λόγος για τη μητέρα της, η οποία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα που θα άφηνε τους γιους της να ξεκαθαρίσουν για λογαριασμό της Ελένης την υπόθεση αυτή.

Η εξήγηση είναι απλή. Το Μάιο του 1825, λίγο μετά το γάμο της Ελένης με το Γρίβα, η Μπουμπουλίνα δολοφονείται. Όταν συνέβησαν λοιπόν όλα αυτά τα σχετικά με τη διεκδίκηση της προίκας της Ελένης, η Μπουμπουλίνα δεν ζούσε, η δε οικογένεια της Ελένης στις Σπέτσες είχε πολύ νωπά τα τραύματα απ’ τις μνήμες της δολοφονίας της καπετάνισσας.

Η προίκα της Ελένης δεν επιστράφηκε ποτέ από τους Κολοκοτρωναίους στην ίδια, ούτε στην οικογένειά της.

Η οικογενειακή παράδοση των Μπουμπουλαίων λέει πως ο Γρίβας αποβιβάστηκε με πλοίο στις Σπέτσες και «ξεσήκωσε» το σπίτι, παίρνοντας ό,τι πολύτιμο βρήκε, χαλιά έπιπλα κλπ. ως προίκα της Ελένης.

Η αρπαγή αυτή, αν πράγματι έγινε, θα έγινε μετά το θάνατο της Μπουμπουλίνας και μάλιστα όχι αμέσως μετά την κηδεία της. Η συνάντηση του Γρίβα με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη έγινε αργότερα και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και έγιναν, αποκλείεται να είχε προηγηθεί τέτοιο περιστατικό υπό τη μορφή διεκδίκησης της προίκας της Ελένης, την οποία όφειλαν τα αδέλφια της να διεκδικήσουν από τον Κολοκοτρώνη για λογαριασμό της. Για το λόγο αυτό, όταν την όρκισε ο Γρίβας να πει την αλήθεια για την προίκα, της είπε να προσέξει γιατί θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Δηλαδή, τα αδέλφια της όφειλαν να διεκδικήσουν για λογαριασμό της την προίκα από τον Κολοκοτρώνη, πράγμα που δεν έκαναν. Όσο μεν ζούσε η Μπουμπουλίνα, η προσωπικότητά της και η σχέση της με τον Κολοκοτρώνη ήταν τέτοια, που δεν άφηνε περιθώρια στους γιους της να ρυθμίσουν αυτοί τα θέματα αυτά. Μετά δε το θάνατό της, τον πρώτο καιρό τα παιδιά της ήταν σε δύσκολη κατάσταση ένεκα των συνθηκών του θανάτου της, οπότε είναι λογικό να μην είχαν ούτε νου, ούτε διάθεση για να ασχοληθούν μ’ αυτό το ζήτημα.

Πάντως, στο βιβλίο των πρακτικών της Δημογεροντίας Σπετσών, κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 1829 [11] συζητείται αίτηση των κληρονόμων του Δημητρίου Μπούμπουλη, να παρέμβει το κράτος ώστε να τους επιστρέφει ο γαμπρός τους ο Γρίβας τα κατάστιχα και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα των πλοίων της μητέρας τους, της Μπουμπουλίνας, τα οποία κρατούσε, διότι τα χρειάζονταν για να ετοιμάσουν τα δικαιολογητικά για τη διεκδίκηση των Ναυτικών αποζημιώσεως από το Κράτος, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους που είχαν προσφέρει πλοία στον αγώνα. Πράγματι η Δημογεροντία αποφάσισε να ζητήσει από τον έκτακτο Επίτροπο να επιληφθεί του θέματος, ώστε να υποχρεωθεί ο Γρίβας από την Πολιτεία να τα επιστρέφει. Δεν γνωρίζουμε τί έγινε στη συνέχεια, αλλά αν είχε προηγηθεί αυτή η αρπαγή της περιουσίας απ’ το Γρίβα, σίγουρα οι κληρονόμοι του Δημητρίου Μπού­μπουλη, τα αδέλφια της Ελένης Γρίβα, θα το ανέφεραν στην αίτησή τους. Είναι πιθανό αυτή η κατακράτηση των καταστίχων από το Γρίβα να είχε την έννοια του εκβιασμού προκειμένου να του δοθεί προίκα κι έτσι να τα παραδώσει.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους άνδρες της Επανάστασης. Οι ιστορικοί τον κατατάσσουν δεύτερο, μετά τον Παναγιώτη Σέκερη, το μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο πατέρας του ήθελε να τον μορφώσει και γι αυτό τον έστειλε στη Ζάκυνθο στο φημισμένο διδάσκαλο της εποχής, τον Αντώνιο Μαρτελάο, που ήταν ο δάσκαλος και του Διονύσιου Σολωμού. Η μόρφωσή του όμως δεν περιορίστηκε εκεί.

Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πε­λοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Ρηγόπουλο: «Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζά­κυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ’ εκλογήν φίλους».

Ο Γκύλφορντ, γιός του πρώην πρωθυπουργού της Αγγλίας και μέλος ο ίδιος του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ήταν εκπρόσωπος του λεγόμενου «βρετανικού διαφωτισμού». Με την ακαδημία του στην Κέρκυρα, ο φιλέλληνας Γκύλφορντ φιλοδοξούσε να δημιουργήσει τη μελλοντική πνευματική και πολιτική ελίτ του Ελληνισμού. Έτσι προσέλκυσε μαθητές από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παρέχοντας υποτροφίες. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε προσωπική επιλογή του Λόρδου Γκύλφορντ, μετά από υπόδειξη του Μαρτελάου.

Ο Θεοδωράκης Γρίβας ήταν αγράμματος και σκληρός άνθρωπος και το μέλλον της Ελένης κοντά του δεν ήταν ρόδινο, αφού μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν αναμεμιγμένος σε κάθε εξέγερση. Στην εφηβική του ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Οι συνθήκες της ζωής του συντέλεσαν στο να διαμορφώσει ένα χαρακτήρα μαχητικό μεν και ηγετικό, πλην άκρως εκδικητικό. Το περιστατικό του γάμου του με την Ελένη Μπούμπουλη και η διαμάχη του με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη για τα προικιά της πρώην νύφης του, δε σταμάτησε εκεί, αλλά διαμόρφωσε ένα κλίμα έχθρας ανάμεσα στους δυο σημαντικούς αυτούς άνδρες της Επανάστασης, σε τέτοιο βαθμό που έθεσε σε κίνδυνο μείζονα αγαθά της Πατρίδας.

Το 1825 ο Κολοκοτρώνης και ο Γρίβας ανήκαν στο στρατόπεδο των αντικυβερνητικών. Οι Κυβερνητικοί τους καλούν στο Ναύπλιο, δήθεν για συνεργασία, αλλά εκεί συλλαμβάνονται και τους φυλακίζουν στην Μονή προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Εν τω μεταξύ μεσολαβεί η αντιπαράθεση των δύο ανδρών με αφορμή την επιστροφή της προίκας της Ελένης, συζύγου πλέον του Γρίβα, όπως αναφέραμε ήδη. Η ρήξη των δύο ανδρών μετά τα όσα συνέβησαν στο Φρούριο είναι δεδομένη.

Στις 2-4-1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας για επτά χρόνια, ψηφίζει το Πολιτικό Σύνταγμα και διορίζει Αντικυβερνητική Επιτροπή από τους (Πρωθυπουργεύοντες): Γεώργιο Μαυρομιχάλη, Ιωαννούλη Νάκο και Ιωάννη Μιλαϊτη, της οποίας η διάρκεια «προσδιορίζεται άχρι της αφίξεως του Κυβερνήτου, ότι η Επι­τροπή παύει…».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

Ο Κολοκοτρώνης επέμενε να γίνει έδρα του Κράτους το Ναύπλιο. Μια τέτοια απόφαση θα υποχρέωνε τον Γρίβα να φύγει από το Ναύπλιο. Με διάγγελμά του ο Κολοκοτρώνης ζητά από τους Πελοποννήσιους να διώξουν τον Γρίβα από το Ναύπλιο, που κατά την ά­ποψή του, το έχει καταντήσει λησταρχείο. Ζητά την άμεση αποχώρηση του Γρίβα. Ο Γρίβας αρνείται. Λίγο μετά συμβαίνει μια απόπειρα δολοφονίας του Γρίβα, όταν ο Γρίβας κατήλθε από το φρούριο στη πόλη.

4-5-1827: Η Εθνοσυνέλευση συμφωνεί και πλέον επίσημα να γίνει πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης ζητά από τον Γρίβα να αποχωρήσει από το Ναύπλιο και να γίνουν οι ετοιμασίες για την έλευση του Καποδίστρια. Ο Γρίβας δεν αποδέχεται τις θέσεις του Κολοκοτρώνη και γνωρίζει ότι αν δεν θέλει αυτός να αποχωρήσει από το Ναύπλιο, κανείς δεν μπορεί να τον διώξει από εκεί ούτε με την βία ούτε με πολιορκία, ούτε και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η ομάδα Κολοκοτρώνη προσπαθεί να καταλάβει το φρούριο του Ναυπλίου πληρώνοντας ένα μεγάλο ποσό για να προσεταιριστεί ανώτατα μέλη της φρουράς του Ναυπλίου. Μάλιστα για την συγκέντρωση των ποσών που είχαν συμφωνηθεί, ο Κολοκοτρώνης πούλησε και τις ασημένιες πιστόλες του.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή βρισκόταν στο Ναύπλιο για να προετοιμάσει τα της έλευσης του Κυβερνήτη. Εκεί όμως αντιμετωπίζει μια κατάσταση απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Γράφει ο Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα: «Εμβαίνοντες εις Ναύπλιον είδα, από το Σιντριβάνι κ’ εκείθεν προς την πύλην της Ξηράς, όλους τους δρόμους φραγμένους με οχυρώματα (από) πέτραις ή ξύλα. Τα παράθυρα των σπιτιών παρομοίως κτισμένα και με σκοπιαίς… Και ενώ συνεδριάζει η Βουλή…μία σφαίρα από το Παλαμήδι διευθυνθείσα επί του θόλου του καταστήματος και πεσούσα κατακάθετον, τρυπά τον θόλον, πίπτει εντός του Βουλευτικού, και τα τρίμματα των πετρών κτυπούν (δύο βουλευτές) τον μεν (Γεροθανάσην) θανατηφόρα (και απέθανεν μετά τρεις ημέρας) του δε (Γιαννάκην Χατζηπέτρου) τσακίζεται η χείρα, (και μένει έως την σήμερον σημειωμένος)».

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη αποτυγχάνει και ο Γρίβας συλλαμβάνει τους αποστάτες και τους αφαιρεί τα χρήματα της προδοσίας.

Ο ιστορικός Σπηλιάδης στα απομνημονεύματα του καταχωρεί την άποψη ότι το σχέδιο της προδοσίας ήταν χαλκευμένο από τον Γρίβα, για να κατηγορηθεί ο Κολοκοτρώνης. Δεν αμφισβητεί ότι πράγματι ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε χρήματα και βρήκε και χρημάτισε αξιωματικούς του κάστρου του Ναυπλίου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από κανένα ιστορικό για το γεγονός της ενέργειας των αξιωματικών να παραδώσουν το κάστρο, βοηθώντας τους ανθρώπους του Κολοκοτρώνη να εισέλθουν κρυφά. Αυτό που μπορεί να συνέβη είναι να είχε γίνει αντιληπτό από τον Γρίβα το σχέδιο της προδοσίας, και να το άφησε να εξελιχτεί, εκ του ασφαλούς ότι μπορεί να το αντιμετωπίσει και να εξευτελίσει τον Κολοκοτρώνη.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή, κλεισμένη στο Μπούρτζι εξ αιτίας των ταραχών αυτών και του κανονιοβολισμού της πόλης [12] από το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ, αποφασίζει με τη συγκατάθεση της Βουλής που δόθηκε με το υπ’ αρ. Α’ Ψήφισμα και το υπ’ αρ. 32 Προβούλευμα, τη μεταφορά της «καθέδρας» στην Αίγινα. Φεύγουν λοιπόν για την Αίγινα για την υποδοχή του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του αναφέρει σε επιστολές προς τους φιλέλληνες ότι «η όποια υλική ή ηθική βοήθεια να έρχεται στην Αίγινα…».

Η διαμάχη Κολοκοτρώνη – Γρίβα ήταν εκείνη που κατέστησε την Αίγινα πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, παρά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης που όριζε το Ναύπλιο.

Την εποχή αυτή οι «ληστρικές διαθέσεις» του Γρίβα τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους Σπετσιώτες, εξ αιτίας των καταχρήσεών του εις βάρος των Κρανιδιωτών [13].Το Δεκέμβριο του 1827 οι απεσταλμένοι του Γρίβα να εισπράξουν τις προσόδους από τις Αλυκές της Θερμησίας, άρπαξαν ζώα κι άλλα αγαθά κι έφθασε στο σημείο ο Γρίβας «κι έβγαλε να πωλήσει ως Τούρκος σκλάβον …(κάποιο Κρανιδιώτη ονόματι Ιωάννη Ζέρβα) εις την αγοράν τον Ναυπλίου» [14].

Οι Σπετσιώτες στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν στο Γρίβα γράφουν «…Έχομεν ικανήν υπόληψιν εις το υποκείμενόν σας, διότι δεν σας στοχαζόμεθα διά την συγγένειαν, παρά ως συμπολίτην μας, και δεν καταδεχόμεθανα πράξετε κανένα εναντίον ως προς τον χαρακτήρα σας, πολλώ μάλλον να επέλθετε να καταπολεμήσετε το Κρανίδι, τους ομογενείς σας, το οποίν θέλει σας προξενή­σει μεγάλην ατιμίαν και θέλει γίνει αιτία εξάξεως εμφυλίου πολέμου, ολεθρίου καθ’ όλους τους λόγους ως προς την παρούσαν περίστασιν [15]».

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στην οποία απευθύνθηκαν, διέταξε το Γρίβα να σταματήσει τη ληστρική αυτή δραστηριότητα και να απολύσει το Ζέρβα. Αυτός όχι μόνο δε συμμορφώθηκε, αλλά απάντησε με θράσος με μια επιστολή του στις 17 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως η επί των Πολεμικών Γραμματεία της Επικρατείας, «ποτέ δε θέλησε να φροντίσει και να περιθάλψη τας ανάγκας του στρατιωτικού…» κι ότι το δίκιο αυτών των στρατιωτών που «εστερέωσαν την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος» και ότι «βλέπουν το δικαίωμά των να καθαρπάζεται από τους ληστάς και φονείς Κρανιδιώτας…» που «υπερασπίζονται και δυναμώνονται από ομοίους των Σπετσιώτας».

Από τα γεγονότα αυτά και την ευθεία ρήξη του Θ. Γρίβα με τους Σπετσιώτες, καταλαβαίνει κανείς το λόγο για τον οποίο πλέον χάνονται τα ίχνη της Ελένης από τις Σπέτσες, γιατί ζει και πεθαίνει στην Ακαρνανία, στο σπίτι του άντρα της, του Γρίβα.

Τελικά στις 6 Ιανουαρίου ο Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, ο δε Γρίβας πείθεται και του παραδίδει τα κλειδιά, λέγοντας: «Τα κλειδιά αυτά, τον μόνον ελεύθε­ρου φρουρίου ορκίστηκα να τα κρατήσω μέχρι να έλθει ο αρχηγός τον Έθνους. Τώρα συνεπής στον όρκο σας τα παραδίδω».

Ο Καποδίστριας απαντά: «Για να φυλαχτούν αυτά τα κλειδιά σε τόσες δεινές καταστάσεις, έπρεπε να βρίσκονται σε τέτοια χέρια».

Το θέμα όμως δεν έληξε εδώ. Η διαμάχη Γρίβα – Κολοκοτρώνη συνεχιζόταν και κορυφώθηκε το 1832 όταν ο Γρίβας πολιόρκησε το Ναύπλιο με μικρό στρατό που τον χώρισε σε τρεις ομάδες και σε πολύ λίγη ώρα κατάφερε να νικήσει τον πολυπληθή στρατό των Κυβερνητικών. Οι μάχες συνεχίζονταν έξω από το Άργος, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας είχε οχυρωθεί στο φρούριο του Ναυπλίου. Ο Γρίβας του έστειλε τελεσίγραφο να παραδοθεί μέσα σε 24 ώρες, αλλιώς θα αρχίσει πολιορκία. Τελικά ο Αυγουστίνος υποχώρησε κι ο Γρίβας μπήκε στο Ναύπλιο όχι με όλο το στρατό του, αλλά μόνο με 400 πιστούς του στρατιώτες. Η διακυβέρνηση της χώρας ήταν πλέον στα χέρια των Συνταγματικών και ο Γρίβας ήταν αρχιστράτηγος.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε αυτή την κατάσταση και προσπάθησε να δημιουργήσει επανάσταση στη Νότια Πελοπόννησο. Ο Γρίβας πάλι, προσπάθησε να καταστείλει αυτή την επανάσταση κι όλα οδηγούσαν στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του στρατού του Γρίβα και του στρατού Κολοκοτρώνη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Ευτυχώς, την τελευταία στιγμή επήλθε συμβιβασμός και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Η Μπουμπουλίνα ήταν η γυναίκα «φαινόμενο» για την εποχή της, αφού κατάφερε να κρατήσει και να αυξήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του άντρα της, εγκολπώθηκε νωρίς την ιδέα του ξεσηκωμού, ύψωσε πρώτη από όλους, στις 13 Μαρτίου 1821, την επαναστατική σημαία με το αετό που είχε στα πόδια του την άγκυρα και το Φοίνικα, πολέμησε καλύτερα από τους άντρες στην πολιορκία του Ναυπλίου, θυσίασε το παιδί της που έπεσε στη μάχη του Ξεριά και δε λύγισε, αλλά στάθηκε σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα.

Η κόρη της όμως η Ελένη, σύζυγος του Πάνου Κολοκοτρώνη και κατόπιν σύζυγος του Θεοδωράκη Γρίβα, έγινε το μήλο της έριδος, οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις του Κολοκοτρώνη και του Γρίβα κι άλλαξε τις συμμαχίες και τους συσχετισμούς στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, σε σημείο που τέθηκε σε κίνδυνο η Επανάσταση. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως υπήρξε η «μοιραία γυναίκα» της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ελένη πέθανε το (1850-) στην Ακαρνανία, στην Περατειά της Βόνιτσας, στην Κούλια [16] του Γρίβα.

Αυτός, δεν επέτρεπε να εξετάζει γιατρός τη γυναίκα του χωρίς τη δική του παρουσία, η δε Ελένη τόσο πολύ φοβόταν τον άντρα της που σε καμιά περίπτωση δε θα τολμούσε να παραβεί την εντολή του. Μια μέρα που καθόταν στην αυλή, τη δάγκωσε οχιά ψηλά στο μηρό και μαζεύτηκε όλο το χωριό από τις φωνές της, αλλά κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τη φούστα της και να τη βοηθήσει, ούτε η ίδια τόλμησε να ζητήσει γιατρό χωρίς την παρουσία του άντρα της. Μέχρι δε να επιστρέψει ο Γρίβας, να ερωτηθεί και να συγκατατεθεί να εξεταστεί η Ελένη από γιατρό, αυτή πέθανε [17].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ανδρέα Κουμπή Σπετσιώτες Ναυμάχοι, Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007. Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη.

[2] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Γ’, κεφάλαιο 27, σελ. 220-227. Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005, (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[3] Το σχόλιο είναι του Βλαχογιάννη.

[4] Όπως σημειώνουν και ο Κασομούλης και ο Σπηλιάδης.

[5] Ήταν γόνος επιφανούς οικογενείας οπλαρχηγών της Επαρχίας Βάλτου, του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Γεννημένος το 1775 ήταν όπως και ο Θ. Γρίβας στην υπηρεσία του Αλή Πασά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 κήρυξε την επανάσταση στο Βάλτο. Αναδείχθηκε στρατηγός και πληρεξούσιος στις συνελεύσεις του Άργους, του Άστρους και της Τροιζήνας.

[6] Γεννήθηκε στο Πισωδέριο Φλώρινας, ή στην Κοζάνη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820 και αγωνίστηκε λαβαίνοντας μέρος σε διάφορες μάχες ανά την Ελλάδα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία, ήταν από τους πολιορκημένους και έλαβε μέρας στην έξοδο του Μεσολογγίου, κλπ. Στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, περιγράφει γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την καθημερινότητα των ελλήνων αγωνιστών.

[7] Η Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο μέχρι το 1834 ονομαζόταν πλατεία του πλάτανου. Ίσως εννοεί στο κατάλυμα του Κολοκοτρώνη στην πλατεία του Πλάτανου στο Ναύπλιο. Υπέρ αυτού συνηγορεί το ότι ο Κολοκοτρώνης είχε παγιδευτεί στο Ναύπλιο από το Γρίβα που δεν τον άφηνε να φύγει προτού βρεθεί λύση για τα προικιά. Στην πλατεία του Ναυπλίου υπήρχε και το σπίτι του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μοναδικός προβληματισμός μας είναι το πώς βρέθηκε εκεί η γριά μάννα του Κολοκοτρώνη.

[8] Ο τρόπος που ο Γρίβας απευθύνεται στον Κολοκοτρώνη, καταρρίπτει το ενδεχόμενο να υπήρχε παράνομος δεσμός μεταξύ Γρίβα και Ελένης, όσο ακόμα ζούσε ο άντρας της, ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα τολμούσε ο Γρίβας να εμφανιστεί ενώπιον του Θ. Κολοκοτρώνη διεκδικώντας την επιστροφή της προίκας και φυσικά αυτό δεν θα ήταν κάτι που θα έμενε «έξω από το τραπέζι».

[9] Τα σχόλια είναι του Γιάννη Βλαχογιάννη.

[10] Κυριάκου Σιμόπουλου. Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Αθήνα 1982 τόμος πρώτος, σελ. 294.

[11] Η απόφαση έχει αριθμό 371. Γακ-Τοπικό Αρχείο Σπετσών, Αρχείο Δημογεροντίας, βιβλίο Πρακτικών, τόμος Β’.

[12] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Δ’, κεφάλαιο 34, σελ.61-89 και κεφ. 36, σελ. 151, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005. (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[13] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών,2012, σελ. 466-468.

[14] Από την επιστολή που έστειλαν οι Κρανιδιώτες στους Υδραίους στις 22 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ομολογούν τη συμπαράσταση των Σπετσιωτών έναντι των αυθαιρεσιών του Γρίβα.

[15] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2012, σελ.469 και Διονυσίου Α. Κοκκίνου τ.6, σελ. 113.

[16] Οχυρωμένο σπίτι.

[17] Με το Γρίβα η Ελένη είχε αποκτήσει δυο παιδιά, το Δημήτριο και τη Λασκαρίνα. Ο Γρίβας μετά το θάνατο της Ελένης, πήρε δεύτερη σύζυγο την Πηνελόπη Στάικου.

 

Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή

Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γερμανική Κατοχή και Γερμανικές Εκκαθαριστικές Επιχειρήσεις στην Αργολίδα – © Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε ομιλία του γράφοντα σε οργάνωση γιορτής μνήμης των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες το 1944 και δημοσιεύεται με μικρές προσαρμοστικές  παρεμβάσεις και προσθήκη βιβλιογραφικών παραπομπών. Η γιορτή έγινε στις 8 Ιουνίου 2014 στο εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Γκέρμπεσι, όπου έχει ανεγερθεί στήλη ιστορικής μνήμης.

 

Όλα άρχισαν στις 28 του Οκτώβρη του 1940, όταν η τότε φασιστική Ιταλία αξίωσε με ιταμό τρόπο να υποδουλώσει τη χώρα των Ελλήνων. Έλαβε όμως από τον ελληνικό λαό απρόσμενη απάντησηž εκείνο το ηχηρό ΟΧΙ σήμαινε την απόφαση των Ελλήνων να συνεχίσουν να ζουν ελεύθεροι και κυνήγησαν τον εισβολέα. Μπροστά όμως στον κίνδυνο του διασυρμού της Ιταλίας και συνακόλουθα και της φασιστικής ιδεολογίας η επίσης φασιστική Γερμανία, εταίρος και σύμμαχος της Ιταλίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας στις  6 Απριλίου 1941 και με την άριστα οργανωμένη πολεμική της μηχανή έσπασε τις Ελληνικές αμυντικές γραμμές και στις 27 Απριλίου 1941 ο Γερμανικός στρατός μπήκε νικητής στην πρωτεύουσα της χώρας μας και η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από την ίδια ημέρα κυμάτιζε στον ιερό βράχο της ακρόπολης. Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Άργος τις απογευματινές ώρες της 27 Απριλίου μετά από διήμερο αεροπορικό βομβαρδισμό στις 26 και 27 Απριλίου και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου. Έτσι άρχισε η καταθλιπτική περίοδος της  στρατιωτικής κατοχής της πατρίδας μας από τους Γερμανούς που διήρκεσε τριάμισι χρόνια περίπου.

Εν τω μεταξύ από τις 23 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς με την κυβέρνηση Τσουδερού είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο, ενώ στις 30 Απριλίου οι Γερμανοί είχαν διορίσει κυβέρνηση πρόθυμη να εκτελεί τις εντολές τους υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου.

Οι Γερμανικές δυνάμεις εκτός από το Άργος και το Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν και στα γύρω χωριܞ μοίρα πυροβολικού στην Πυργέλα, στρατιωτικό άγημα στη Δαλαμανάρα στο εργοστάσιο του ΚΥΚΝΟΥ και τεθωρακισμένα στην Αγία Τριάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν για το αεροδρόμιο στο Άργος, που το οργάνωσαν  και το χρησιμοποίησαν για την από αέρος κατάληψη της Κρήτης.

Μετά από μερικές ημέρες ήρθαν στο Άργος και Ιταλικά στρατιωτικά αγήματα, που εγκαταστάθηκαν στους γνωστούς μας στρατώνες αλλά και σε άλλα κτήρια.  Οι Ιταλοί ανέλαβαν τη φρούρηση των παράκτιων περιοχών της Αργολίδας, όπου εγκατέστησαν ιδίως μετά τις διαδόσεις για συμμαχική απόβαση αντιαεροπορικές βάσεις και επάκτιο πυροβόλοž στους Μύλους κατασκεύασαν αντιαρματική τάφρο και οργάνωσαν την περιοχή με συρματοπλέγματហ παράλληλα συνέδεσαν με τηλεφωνικά καλώδια τους Μύλους με το αεροδρόμιο, για να ειδοποιούν εγκαίρως για τυχόν εναέρια συμμαχική προσβολή του αεροδρομίου [1].  Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Μαḯου Έλληνες πατριώτες με εντολή του συμμαχικού στρατηγείου κατέστρεψαν σε τρία σημεία στον Ξεριά του Άργους τα τηλεφωνικά καλώδια και διέκοψαν την επικοινωνία με το αεροδρόμιο, με αποτέλεσμα τις μεταμεσονύχτιες ώρες της ίδιας νύχτας συμμαχικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν το αεροδρόμιο και να καταστρέψουν στο έδαφος τα Γερμανικά αεροπλάνα και τις αποθήκες υλικών και καυσίμων [2] .

Στις 20 Μαḯου άρχισε η από αέρος κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Οι μονάδες της Κοινοπολιτείας που βρίσκονταν στο νησί και η καθολική συμμετοχή του κρητικού λαού στην αντίσταση κατά των εισβολέων καθυστέρησαν την κατάληψη του νησιού για δώδεκα ημέρες, ενώ ο επίσημος απολογισμός των απωλειών των δυνάμεων του άξονα ήσαν 6.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι, και από τα 500 αεροπλάνα που πήραν μέρος στην επιχείρηση τους έμειναν μόνο 185 [3].

Ο Γερμανικός στρατός μπαίνοντας στην Ελλάδα δε μετέφερε επί τόπου  τις επισιτιστικές του υπηρεσίες ούτε τρόφιμα για τη σίτιση των στρατιωτών οι οποίοι έπρεπε πλέον να σιτίζονται σε βάρος των Ελλήνων από την εγχώρια παραγωγή. Έτσι, άρχισε η απαλλοτρίωση και συστηματική λεηλασία του εθνικού μας πλούτου. Το Μάη του 41 ολόκληρη η παραγωγή ορυχείων είχε κλειστεί για τη Γερμανία σε μακροπρόθεσμη βάση.  Ό,τι  βρέθηκε στις ελληνικές αποθήκες κατασχέθηκε και είτε μεταφέρθηκε στη Γερμανία είτε πέρασε στον έλεγχο των Γερμανώνž κατασχέθηκαν  επίσης όλα τα αποθέματα σταφίδας, σύκων, ρυζιού, ελαιολάδου, σταριού και άλλων τροφίμων. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν να σημειωθεί απότομη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αφού τις πρώτες ύλες είχαν αρπάξει οι κατακτητές και μείωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής από τον πρώτο χρόνο της κατοχής. Η έλλειψη βασικών μέσων σίτισης άρχισε να γίνεται αισθητή, και από το χειμώνα του 41 ο ελληνικός λαός κυρίως οι κάτοικοι των αστικών κέντρων βρίσκονται σε κατάσταση λιμού. Υπολογίζεται ότι 300.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από πείνα [4].

 

Ότι απέμεινε από το σπίτι του Δημητρίου Αδρ. Ξύδη, που πυρπόλησαν οι Γερμανοί στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στο ληξιαρχείο Ναυπλίου υπάρχουν καταγεγραμμένοι 124 θάνατοι από πείνα κατά το διάστημα από 29-11-1941 μέχρι τον Οκτώβρη του 44 [5]. Ο πληθωρισμός είναι πια ανεξέλεγκτος. Σε ένα χρόνο από τον Ιούνιο του 41 έως τον Ιούνιο του 42 η τιμή του ψωμιού είχε ανέβει από τις 70 δραχμές στις 2.350, δηλαδή 33 φορές επάνω,  το σαπούνι από τις 65 δραχμές στις 3.100  και τα ξερά φασόλια από τις 90 στις 2.900.

Επειδή το χαρτονόμισμα έχανε την αξία του λόγω του πληθωρισμού και η μεταφορά νέων χαρτονομισμάτων από την Αθήνα ήταν και δύσκολη και επικίνδυνη γιατί οι Γερμανοί περίμεναν έξω από τα λιθογραφεία και άρπαζαν νωπά ακόμη τα τραπεζογραμμάτια, η Τράπεζα της Ελλάδας  για να αντιμετωπίσει την κατάσταση χορήγησε την άδεια στην τοπική Οικονομική Επιτροπή Ναυπλίου να σφραγίζει τραπεζογραμμάτια με νέες πολλή μεγαλύτερες τιμές. Για να πάρουμε μια  γενική έννοια του ύψους του πληθωρισμού σημειώνουμε ότι τον Σεπτέμβριο του 44 τραπεζογραμμάτια των 5.000 δραχμών τα επεσήμανε η επιτροπή για να κυκλοφορήσουν με ονομαστική αξία 500.000.000 δραχμών [6].

Το νόμισμα έπαψε πλέον να αποτελεί μέσο πληρωμής και οι συναλλαγές γίνονταν με τον αρχέγονο τρόπο της ανταλλαγής. Έρχονταν οι Λιγουριάτες στο χωριό και αντάλλασαν μία οκά λάδι με μία οκά σιτάρι. Ο κόσμος των πόλεων μετέφερε στα χωριά τα πράγματα του νοικοκυριού του και τα αντάλλασαν με τρόφιμα. Το Μάη που θερίζαμε τα γεννήματα γυναίκες με τα παιδιά τους εμφανίστηκαν στα χωράφια και ακολουθούσαν τους θεριστές  μαζεύοντας τα σκόρπια στάχια σταριού που ξέφευγαν από τα «χειρόβολα», ήσαν οι περίφημες «σταχομαζώχτρες». Στο χωριό μας (Μιδέα) λίγοι πείνασαν, αλλά κανένας δεν πέθανε από ασιτίហεκτός από τις συνηθισμένες παραγωγές σπείραμε ρεβίθια και φακές και κάθε σπίτι αύξησε τον αριθμό των οικόσιτων προβάτων και κατσικιών. Φάρμακα δεν υπήρχαν και η αντιμετώπιση των ασθενειών γινόταν με ιδιοσκευάσματα, όταν ήταν μπορετό. Γεμίσαμε ψώρα, που αντιμετωπίσαμε με αλοιφή από θειάφι και λάδι, ενώ η ελονοσία μας τάραξεž ακόμη θυμάμαι τα ρίγη όταν ανέβαινε ο πυρετός. Σχετικά με τις άλλες επικίνδυνες ασθένειες αν ήσουν τυχερός μπορούσες να σωθείς. Εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε την προσφορά του γιατρού Βασιλείου, που έτρεχε όπου τον καλούσαν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται η κορυφαία απελευθερωτική οργάνωση, το Εθνικό  Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.). Το πρακτικό ίδρυσης υπόγραψαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Αγροτικό Κόμματος Ελλάδας [7]. Το ΕΑΜ απλώθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα και συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στην επιβίωση του ελληνικού λαού σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής όσο και στην απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό. Αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 ιδρύθηκε το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, ο Ε.Λ.Α.Σ. Σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΑΜ στην Αργολίδα συναντούμε δύο παράλληλες κινήσεις που συνέπεσαν χρονικܞ τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του ᾽41 ο Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι επισκέφθηκε τους αδελφούς Τσετσέκου Σπύρο, Κώστα και Βαγγέλη από τα Φίχτια και συζήτησαν για την ανάγκη και τις δυνατότητες δημιουργίας οργανώσεων του ΕΑΜ στην Αργολίδα [8], ενώ ο Πάνος Λιλής από το Γκέρμπεσι αναφέρει πως είχε συνάντηση για τον ίδιο σκοπό στις αρχές του Δεκέμβρη με τον Μήτσο Δεμοίρο από το Ανυφί και Μιχάλη Μεϊδάνη από το Μάνεση και  εκπρόσωπο του ΕΑΜ [9]. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν οργανώσεις του ΕΑΜ στις πόλεις και σε όλα τα χωριά της Αργολίδας.

Το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί έκαναν διάφορα έργα άμυνας και προστασίας των εγκαταστάσεων και του οπλισμού τους στο αεροδρόμιο του Άργους και στα χωριά που ήσαν εγκατεστημένοι, όπως στην Πυργέλα, στην Ν. Κίο, στην Αγ. Τριάδα και αλλού. Για την εκτέλεση των έργων  με απόφαση του Νομάρχη είχε καθοριστεί ένας αριθμός εργατών για κάθε χωριό που έπρεπε να πηγαίνει στα έργα κάθε μέρα. Το χωριό μας (Μιδέα) έπρεπε να στέλνει κάθε μέρα 17 εργάτες. Η οργάνωση του ΕΑΜ του χωριού πήρε εντολή να σαμποτάρει την αποστολή εργατών. Αντιπροσωπία επισκέφθηκε το Νομαρχούντα Διευθυντή της Νομαρχίας Γεωργιάδη και του είπε να μη στείλει αυτοκίνητο στη Μιδέα γιατί οι άνδρες έχουν προσβληθεί από ψώρα και σταφυλόκοκκο. Μετά από απειλές του Νομάρχη και εμμονή των χωριανών μας η Νομαρχία συμφώνησε και έστειλε το νομίατρο στο χωριό, ο οποίος στην έκθεσή του βεβαίωνε πως οι κάτοικοι κατά ποσοστό 70% έχουν προσβληθεί από ψώρα και έτσι απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση της αναγκαστικής εργασίας [10].  Όμως οι Γερμανοί συχνά πυκνά περνούσαν από τα χωριά και όποιον άνδρα εύρισκαν τον έπιαναν και τον οδηγούσαν στα έργα. Το αυτοκίνητο που μάζευε εργάτες το είχαν ονοματίσει «Μπόγια» και με το άκουσμα «έρχεται ο Μπόγιας» όλοι οι άνδρες εξαφανίζονταν. Η οργάνωση του ΕΑΜ  για να προλάβει τυχόν ατυχήματα από επίσκεψη των Γερμανών στο χωριό είχε τοποθετήσει μόνιμο παρατηρητήριο στο Παλιόκαστρο που ήλεγχε  το δρόμο  πρόσβασης των Γερμανών στο χωριό και με το χωνί ειδοποιούσε για την κίνηση Γερμανών. Την υπόθεση αυτή είχαν αναλάβει νεολαίοι  που εκ περιτροπής εκτελούσαν  υπηρεσία παρατηρητηρίου. Οι νεώτεροι ίσως να έχετε ακούσει για το θρυλικό χωνί. Χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της φωνής σε μεγαλύτερες αποστάσεις  και κυρίως για την εκφώνηση ειδήσεων, ανακοινώσεων, συνθημάτων κλπ.

Στις 9 Ιανουαρίου 1944 οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στο Γκέρμπεσι (Μιδέα)ž συνέλαβαν όλους του άντρες άνω των 14 ετών και τους συγκέντρωσαν στο ρέμμα στο  χώρο που σήμερα βρίσκεται η παιδική χαρά. Ανάμεσά τους ήσαν και μερικοί ξένοι, στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων. Οι Γερμανοί επέτρεψαν στους τσοπάνηδες να βγάλουν τα πρόβατά τους έξω από το χωριό, για να βοσκήσουν και μαζί με τους πραγματικούς τσοπάνηδες βγήκαν από τον κλοιό και μερικοί ξένοι. Έκαναν έρευνα σε όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τίποτα παρά το γεγονός πως στο σπίτι του Μελέτη Βλάχου ήταν εγκατεστημένο το τυπογραφείο της αντίστασης και σε πολλά σπίτια υπήρχε πολεμικό υλικό.  Συνέλαβαν 82 περίπου άνδρες και τους οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Άργους. Τους χρησιμοποίησαν για την εκτέλεση έργων στο αεροδρόμιο. Κοιμόντουσαν σε ξύλινες αποθήκες που από παντού έβαζαν αέρα και από την πρώτη μέρα γέμισαν ψείρεςž ο χειμώνας ήταν πολύ σκληρός και δυο φορές κατά τη διάρκεια της κράτησής τους χιόνισε. Επέτρεψαν ευτυχώς στις οικογένειές τους να τους πηγαίνουν φαγητό και κάθε μέρα καραβάνι από γαϊδουράκια ξεκίναγαν για το αεροδρόμιο του Άργους. Μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και δύο αντάρτες καθώς και πολλά στελέχη της αντίστασης γνωστά στους κρατούμενους. Τυχόν διεξαγωγή ανακρίσεων θα αποκάλυπτε γεγονότα, που θα είχαν άμεση επίπτωση στη ζωή των κρατουμένων αλλά και στο ίδιο το χωριό. Αποφασίστηκε να παρέμβει στρατιωτικά το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των κρατουμένων και ορίστηκε ημέρα διεξαγωγής της επιχείρησης η 22 Ιανουαρίου 1944, ημέρα Σάββατο απόγευμα, που οι Γερμανοί κατέβαιναν στο Άργος για αναψυχή. Ευτυχώς οι Γερμανοί τους άφησαν ελεύθερους  νωρίτερα και αποφεύχθηκαν οι συνέπειες μιας τέτοιας επιχείρησης [11].

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη διεύρυνση του μετώπου όλος ο Γερμανικός ανδρικός πληθυσμός υπηρετούσε στο στρατό. Έτσι, η Γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα μετά την απαγόρευση από τον Χίτλερ να εργάζονται οι γυναίκες στα εργοστάσια, δεν είχε εργάτες για να  κινήσουν τα εργοστάσια. Για την κάλυψη των κενών η Γερμανική προπαγάνδα ίδρυσε υπηρεσίες προσέλκυσης εργατών σε διάφορες πόλεις της κατεχόμενης Ευρώπης και στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1942. Οι Έλληνες  όμως παρά την πείνα γύρισαν την πλάτη στους Γερμανούς και μόνο 15-20 άτομα ανταποκρίθηκαν. Στις αρχές του 1943 κυκλοφόρησαν φήμες πως οι Γερμανοί σκόπευαν να καταφύγουν σε πολιτική επιστράτευση ελλήνων, για να τους στείλουν εργάτες  στη Γερμανίហτο ΕΑΜ όμως οργάνωσε διαδηλώσεις και απεργίες που συγκλόνισαν την Αθήνα και υποχρέωσαν το πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο να διαψεύσει την πληροφορία και η επιστράτευση ματαιώθηκε. Γενικά μπορούμε να πούμε πως οι Έλληνες δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Γερμανών, αφού στα τέλη του 1943 από τα 5.400.000 αλλοδαπών εργατών, που εργάζονταν στη Γερμανία, μόνο 11. 000 ήσαν Έλληνες [12].

Στις 9 Ιουνίου του 1944 Γερμανικές δυνάμεις ενισχυμένες με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας κύκλωσαν τα χωριά Γκέρμπεσι, Δένδρα, Μάνεσι, Ντούσια και Μπάρδι. Στο χωριό μας (Γκέρμπεσι = Μιδέα) συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στο ρέμα, εκεί που βρίσκεται τώρα η παιδική χαρά και Γερμανός αξιωματικός άρχισε να εκφωνεί από κατάλογο ονόματα Γκερμπεσιωτών, ανδρών και γυναικών. Βρέθηκαν παρόντες ο Ιωάννης Δημ. Λιλής και 10 κοπέλες. Τους οδήγησαν στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια στο στρατόπεδο της Κορίνθου και μετά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Τον Λιλή και 5 κοπέλες τους άφησαν ελεύθερους [13], με τη μεσολάβηση κάποιων παραγόντων, τις άλλες πέντε όμως τις φόρτωσαν στο τραίνο και μέσω Γιουγκοσλαβίας της μετέφεραν στη Γερμανία. Εκεί τις οδήγησαν σε διάφορα εργοστάσια και τις υποχρέωσαν να εργάζονται για το Γ΄ Ράιχ. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού τις απελευθέρωσαν  οι Αμερικανοί την 1 Απριλίου 1945, οι οποίοι τις μετέφεραν στο Μπάρι και τις επιβίβασαν σε πλοίο για την Πάτρα. Εκεί τις παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός [14]. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και οι πέντε, οι οποίες ήσαν:

1) Γεώργα Αικατερίνη του Γεωργίου,

2) Κορίλη Γιαννούλα του Ευαγγέλου,

3) Λέκκα Αναστασία του Γεωργίου,

4) Παπαγεωργοπούλου Αικατερίνη του Αναστασίου,

5) Φρίμη Αικατερίνη του Γεωργίου,

Έπιασαν επίσης ομήρους και από τα άλλα γειτονικά χωριά: από το Μπάρδι 1, από του Μάνεσι 4 και από τα Δένδρα 4 [15].

Το 1944 και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου από τον Άρη Βελουχιώτη οι στρατιωτικές ενέργειες κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους,  των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχαν ενταθεί. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο στρατηγός Φέλμυ, διοικητής του 68ου Σώματος στρατού με έδρα την Αθήνα κήρυξε στις 19 Μαḯου 1944 την Πελοπόννησο εμπόλεμη ζώνη και διόρισε τον στρατηγό Λε Σουίρ διοικητή της άμυνας της Πελοποννήσου. Ο Φέλμυ με διακήρυξη όρισε τους όρους διαβίωσης και συμπεριφοράς των κατοίκων της Πελοποννήσου [16].

Σχετικά διαβάζουμε:

  • Απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6.00 το πρωί της επόμενης.
  • Κατά τη χρονική αυτή περίοδο κάθε πολίτης που θα απαντάται στο δρόμο να εκτελείται επί τόπου.
  • Όλα τα καφενεία, εστιατόρια και ταβέρνες κλπ θα κλείσουν.
  • Κάθε συνάθροιση πέραν των πέντε ατόμων ή συγκεντρώσεις, ακόμη και οι λαϊκές αγοράς, σε ανοικτούς χώρους και σε κτήρια απαγορεύονται.
  • Κάθε επικοινωνία με ταχυδρομείο, τηλέγραφο ή τηλέτυπο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Η χρήση μέσων συγκοινωνίας όπως τραίνων, φορτηγών ή οχημάτων με ρόδες συμπεριλαμβανομένων και των ποδηλάτων στην Πελοπόννησο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Απεριόριστη ελευθερία κίνησης ισχύει μόνο μέσα στις κατοικημένες περιοχές.
  • Εκτός κατοικημένων περιοχών επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο σε  δρόμους και χαραγμένα μονοπάτια, ενώ εξαιρούνται τα ορεινά  εδάφη.
  • Στις ορεινές περιοχές απαγορεύεται και η συγκοινωνία από χωριό σε χωριό.
  • Κινήσεις σε ακατοίκητες περιοχές και εκτός των επιτρεπόμενων δρόμων θα εμποδίζονται αμέσως και θα ανοίγεται πυρ και χωρίς προειδοποίηση.
  • Όλα τα διαταχθέντα μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν με απόλυτη σκληρότητα και αυστηρότητα.

Αποφάσισε επίσης:

Να τοποθετηθούν  για λόγους ασφαλείας «μπροστά από της ατμομηχανές, βαγόνια, το καθένα με 15-20 ομήρους». Ο Ελληνικός λαός ονόμασε τα βαγόνια αυτά «κλούβες» και σκοπό είχαν αποτρέψουν την προσβολή των τραίνων από τον ΕΛΑΣ, αφού σε περίπτωση υπονόμευσης των γραμμών του τραίνου  θα σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στις κλούβες, τις οποίες οι Γερμανοί είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά, ενώ σε περίπτωση προσβολής του τραίνου από αντάρτες θα εκτελούσουν επί τόπου τους ομήρους ως αντίποινα. Στην κλούβα σκοτώθηκε ο Βαγγέλης Κορίλης από τα Δένδρα, όταν οι Γερμανοί για αντίποινα  ανατίναξαν την κλούβα στο σταθμό της Κορίνθου. Στην κλούβα είχαν επίσης φορτωθεί και ο Θωμάς Δημητρίου Λιλής από το Γκέρμπεσι καθώς και οι Κωνσταντίνος Σιατερλής, Χρήστος Ξύδης και Παναγιώτης Παναγής από την Πουλακίδα, που ευτυχώς, επέζησαν.

Τέλος, η Γερμανική διοίκηση αποφάσισε τη διεξαγωγή εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων σ΄ όλη την Πελοπόννησο. Μία από αυτές με την κωδική ονομασία «Κοράκι» αφορούσε την Αργολίδα. Στη επιχείρηση έλαβαν μέρος 4 μάχιμες ομάδες  υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Βάλτερ  Μπαρτ  και σκοπό  είχε «την εξόντωση των ομάδων του ΕΛΑΣ στην περιοχή Κορίνθου – Άργους, στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας, στην περιοχή Επιδαύρου – Ισθμίων και στα νησιά γύρω από τις Σπέτσες». Πριν ξεκινήσει η επιχείρηση ο Μπαρτ μετά από εντολή του Λε Σουίρ εξέδωσε υπόμνημα με τον τίτλο «συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης», που περιείχε εντολές που παραβίαζαν κατάφωρα τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Από τις εντολές προς τους στρατιώτες σημειώνουμε μόνο ότι «Γερμανοί στρατιώτες με πολιτικά θα πρέπει να εξουδετερώνουν αθόρυβα κάθε άνδρα που συναντούν στα βουνά, η εκτέλεση αποδεδειγμένα κομμουνιστών μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε αριθμό, όμηροι μπορεί να συλλαμβάνονται όταν θεωρείται αναγκαίο, στην περίπτωση που ο πληθυσμός προσπαθεί να διαφύγει τη στιγμή της προσέγγισης της μονάδας, τότε θα πυροβολούνται οι άνδρες κλπ» [17]-[18]. Κυριολεκτικά σάρωσαν την περιοχή μας, κάθε βράχος και κάθε λόχμη ερευνήθηκαν, μάλιστα οι Έλληνες συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες καλούσαν τους κρυμμένους να βγουν, «Σε βλέπω», τους φώναζαν, «έβγα και θα σωθείς», έτσι λέγεται πως σκότωσαν το Θανάση Αναστασίου Παπαγεωργόπουλο και τον Γεώργιο Αναστ. Λέκκα. Όσους βρήκαν έξω από το χωριό τους σκότωσαν, ακόμη και την 8χρονη Μαρίνα Γεωργίου Παπαγεωργόπουλου και τον 15χρονο Δημήτριο Σπύρου Γεώργα σκότωσαν. Επίσης έκαψαν τα σπίτια του Δημητρίου Ξύδη και του Ιωάννη Ράφτη.

Κατά τον χρόνο των επιχειρήσεων βρισκόταν στην Αργολίδα το 3ο τάγμα του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.  Η διοίκηση του τάγματος απέφυγε με ελιγμούς και υποχωρήσεις τη σύγκρουση με τους Γερμανούς και μόνο στο Κολιάκι μια ομάδα του αντάλλαξε πυροβολισμούς με την   εμπροσθοφυλακή των Γερμανών για να καθυστερήσει την προέλασή τους. Τη νύχτα 31ης  Μαḯου προς την 1η Ιουνίου ολόκληρο το τάγμα και οι περιφερειακές οργανώσεις του ΕΑΜ διαπεραιώθηκαν στη Σαμπατική,  στην παραλία του Άστρους με πλοιάρια του ΕΛΑΝ και άλλα μέσα που διέθεσαν οι νησιώτες.

Η επιχείρηση «Κοράκι» ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουνίου 1944 με την κατάληψη των Σπετσών. Στις Σπέτσες μετά από προδοσία ντόπιων συνελήφθη ο Γεώργιος Δημητρίου Λέκκας, ο γνωστός μας με το αγωνιστικό  ψευδώνυμο «καπετάν Λευτεριάς», που ήταν επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας του ΕΛΑΣ και από τους δημιουργούς του ΕΛΑΝ ΑργοΣαρωνικού. Τον κρέμασαν στις 12 Ιουνίου μαζί με άλλους αντάρτες στο Λιμάνι των Σπετσών από τις σιδεροκαλώνες, αφού προηγήθηκε άγριος βασανισμός [19]. Το τέλος το Λευτεριά περιγράφει ο Άγγλος Τζων Φάουλς στο μυθιστόρημά του «Ο Μάγος»ž χρειάζονται πολύ γερά νεύρα για να αντέξει κανείς την περιγραφή των βασανιστηρίων [20].

Σύμφωνα με επίσημες Γερμανικές εκθέσεις  οι Γερμανοί σκότωσαν στην επιχείρηση «Κοράκι» 235 Έλληνες. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με το γεγονός πως οι Γερμανοί δεν συγκρούστηκαν με τους αντάρτες και ότι εκτέλεσαν ενόπλους μόνο την ολιγάριθμη ομάδα του Λευτεριά δείχνει την εξαιρετική σκληρότητα με την οποία διεξήχθη η επιχείρηση, αφού όλοι οι υπόλοιποι εκτελεσμένοι ήσαν άοπλοι [21].

Έφτασε όμως το τέλος τους. Η ανθρωπότητα δεν επέτρεψε στο γένος των Αρίων να μεταβάλλουν τους ανθρώπους σε υποζύγια. Οι Γερμανοί  εγκατέλειψαν το Άργος στις 14 Σεπτεμβρίου και την ίδια ημέρα και το Ναύπλιο, αφού κατέστρεψαν το λιμάνι. Από την πρωτεύουσα έφυγαν στις 12 Οκτωβρίου 1944.

Η ποθητή ημέρα της λευτεριά είχε φτάσει.

 

Ακολουθεί κατάλογος των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ή άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας:

 

1) Βλάχος Μελέτης του Γεωργίου, ετών 43, στη θέση Κιάφα Μπάρκλια στις 25 Μάη 1944.

2) Γεώργας Αθανάσιος του Δημητρίου, ετών 75, στη θέση «Τρία Ρέμματα» στις  26 Μάη 1944.

3) Γεώργας Αναστάσιος του Ιωάννου, ετών 18, στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

4) Γεώργας Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ετών 50, στο Μπάρδι κοντά στην εκκλησία στις 25 Μάη του 1944.

5) Γεώργας Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 49, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρη (Τούρλια)», όπου έβοσκε τα πρόβατα.

6) Γεώργας Δημήτριος του Θωμά, ετών 56,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

7) Γεώργας Δημήτριος του Σπυρίδωνος, ετών 15,  στις 27 Μάη 1944, στη θέση «Πριόνια» κοντά στα μαντριά του Κράμπα.

8) Γεώργας Ιωάννης του Θωμά, ετών 49,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη του 1944.

9) Δήμας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 18, τον εκτέλεσαν Ταγματασφαλίτες το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου 1944 κοντά στα Πυργιώτικα.

10) Δήμας Χρήστος του Γεωργίου, ετών 57,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι.

11) Κορίλης Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 19, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την  διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, όπου τον εκτέλεσαν στα κυπαρίσσια του Νέγρη ίσως το πρώτο 15νθήμερο του Ιουνίου 1944.

12) Κορίλης Χρήστος του Ιωάννη, ετών 20,  έξω από το χωριό στη θέση «Ατζιαλί» την Ιη Ιουνίου 1944.

13) Λέκκας Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 54,  στις 26 Μάη 1944 στο φαράγγι του Καραμπαμπά.

14) Λέκκας Γεώργιος του Δημητρίου (Καπετάν Λευτεριάς), ετών 30, τον κρέμασαν οι Γερμανοί με άλλους εφτά και μετά από άγριο βασανισμό στη Ντάπια των Σπετσών στις 12 Ιουνίου 1944.

15) Λέκκας Παναγιώτης του Λεωνίδα, ετών 47,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι στις 27 Μάη 1944.

16) Λιλής Μιχαήλ του Δημητρίου, ετών 36, σκοτώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στο Πολύγωνο σε σύγκρουση με ομάδα Ταγματασφαλιτών του Ναυπλίου.

17) Λιλής Δημήτριος του Ηλία, ετών 61, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρης» (Τούρλια).

18) Λιλής Παναγιώτης του Βασιλείου, ετών 31, στις 27 Μάη 1944 στην περιφέρεια των Λιμνών.

19) Ξύδης Παναγιώτης του Ανδριανού, ετών 20, τον εκτέλεσαν άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας στις 30 Αυγούστου 1944 στο Ναύπλιο.

20) Παπαγεωργόπουλος Αθανάσιος του Αναστασίου, ετών 21, στις 27 Μάη του 1944 στη «Γκιώνα» Λιμνών.

21) Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 45, στις 27 Μάη του 1944 στη θέση «Γκιόναλι» της Τραπεζώνας.

22) Παπαγεωργόπουλος Θεοδόσιος του Δημητρίου, ετών 24, στις 27 Μάη 1944.

23) Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ετών 43.  στις 27 Μάη 1944 στην Τραπεζώνα θέση «Γκιόναλι».

24) Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Σπυρίδωνος, ετών 22, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944 με τυφεκισμό μετά από άγριο ξυλοδαρμό, γιατί παραβίασε το ωράριο απαγόρευσης της κυκλοφορίας.

25) Παπαγεωργοπούλου Γεωργία συζ. Γεωργίου, ετών 33, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα στα πριόνια, μαζί με την οχτάχρονη θυγατέρα της Μαρίνα.

26) Παπαγεωργοπούλου Μαρίνα του Γεωργίου, ετών 8, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα, στα πριόνια, μαζί με τη μητέρα της.

27) Παπαγεωργοπούλου Σοφία του Σπυρίδωνος, ετών 25, στο Γκέρμπεσι στις 25 Μάη 1944.

28) Υψηλάντης Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 54, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στη στήλη ιστορικής μνήμης στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη καταγράφονται ως εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς εκτός από τους αναφερόμενους ανωτέρω Γκερμπεσιώτες και οι επόμενοι:

 

Αργυρόπουλος Αγγελής του Σπύρου, ετών 26 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Αργυρόπουλος Πέτρος του Σπύρου,  ετών 37 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Βλάχος Ι. Παναγιώτης, ετών 53 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Λ. Γεώργιος, ετών 21 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Γ. Λεωνίδας, ετών 46 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Δ. Γεώργιος, ετών 29 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Μ. Ιωάννης, ετών 27 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κυμπούρης Γ. Δημήτριος, ετών 77 από Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Παναγής Δ. Αναστάσιος, ετών 40 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Κ. Δανούση: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς, περιοδικό «Αναγέννηση» τεύχος 321, Σεπτέμβρης 1994 και ανάρτηση στην argolikivivliothiki.gr/ «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα».

[2] Επιστολή Ν. Σαββέα προς την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 20-05-1985.

[3] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ 38, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[4] M.Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ. 67 και αναλυτικά για τον λιμό στην Ελλάδα από τη σελ 49 επ. Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.

[5] Ν. Γ. Σαββάκη: «Θύματα Ιταλικής-Γερμανικής κατοχής περιόδου 1941-1945 περιφερείας Δήμου Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), σελ.331.

[6] Θ. Δ. Πανταζόπουλου: «Η ταμειακή στενότης στο Ναύπλιον κατά την κατοχή και η έκδοσις τοπικού νομίσματος», Ναύπλιον 1945 και Αθήνα 1963.

[7] Λευτέρη Αποστόλου: «Το ξεκίνημα του ΕΑΜ», έκδοση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944», Αθήνα 1982, σελ. 62.

[8] Π. Μούτουλα: «Πελοπόννησος 1940-45», σελ.210, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004.

[9] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[10] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[11] Προσωπική μαρτυρία, έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου, Γ. Λιλή «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», ΣΕΛ. 23, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Άργος 1980.

[12] M. Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ 103, Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1994.

[13] Οι κοπέλες, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και τις άφησαν ελεύθερες, ήσαν οι επόμενες: Μαρίνα Δημ. Λιλή, Μαρίνα Ευθ. Παπαγεωργόπουλου, Σπυρούλα Ιωάν. Δήμα, Αικατερίνη Ιωάν. Ράπτη, Αικατερίνη Αναστασίου Λιλή.

[14] Προφορική μαρτυρία στον γράφοντα της όμηρης Κατίνας Γεώργα-Κονδύλη.

[15] Δενδριώτες: Γεώργιος Ιωάν. Κιμπούρης, Ιωάννης Δημητρίου Δουβίκας, Δημήτριος Ιωάννου Ουλής. Μανεσιώτες: Σωτήριος Δημητρίου Καραμάνος, Αναστάσιος Καραμάνος, Σωτήριος Ιωάννου Καραμάνος, Παναγιώτα Χρήστου Καραμάνου. Μπαρδαίοι: Ιωάννης Ευαγγέλου Κακούροςž όλοι επέστρεψαν εκτός από τον Δημήτριο Ουλή, που σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς με τους παρτιζάνους του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία.

[16] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ. 554-555, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[17] .Χ. Φ. Μάγερ: όπ. αν. σελ.555-564.

[18] Κάποια Κυριακή, πριν την έναρξη των επιχειρήσεων και μετά τη λειτουργία τρεις Γερμανοί συνοδευόμενοι από τον Γεώργιο Τόμπρα από το Μέρμπακα, τον οποίο οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα, ήρθαν στο χωριό. Ο ένας Γερμανός έμεινε έξω και οι δύο άλλοι με τον διερμηνέα μπήκαν μέσα στην εκκλησίហο αξιωματικός με τον διερμηνέα ανέβηκαν στο σκαλί μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο Γ. Τόμπρας, μεταφράζοντας όσα ο Γερμανός έλεγε, ανακοίνωσε μεταξύ άλλων ότι οι Γερμανοί σύντομα θα άρχιζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ότι όποιον εύρισκαν έξω από το χωριό θα τον σκότωναν, ότι όποιος έμενε στο σπίτι μέσα στο χωριό δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ότι είχε επιβληθεί απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης ημέρας και άλλα πολλά.

[19] Για την διαπεραίωση των ανταρτών του ΕΛΑΣ από την Κοιλάδα στο Άστρος και τη σύλληψη και τον απαγχονισμό του Λευτεριά βλ. συνέντευξη του Παναγιώτη Καραμπίνα (Καπετάν Τζαβέλλα) μέλους της ομάδας του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας στον Τάκη Μαύρο, εφημερίδα ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ αρ.φ. 170/ 18-04-1984.

[20] John Fowls: «The Magus», σελ. 503 επ., Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 1997.

[21] Χ. Φ. Μάγερ:  όπ. αν. σελ. 563.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κούτσης Γ. Ιωάννης (1797-1860)


 

Κούτσης Ιωάννης (1797-1860)

Ο Ιωάννης Κούτσης γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1797 και ήταν μέλος σημαντικής ναυτικής οικογένειας του νησιού. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ασχολούμενος με ναυτιλιακές επιχειρήσεις είχε αποκτήσει αρκετά μικρά εμπορικά πλοία από τα λεγόμενα «λατινάδικα». Σ’ αυτά, από το 1808 και μέχρι την έναρξη του αγώνα, προστέθηκαν και άλλα πλοία μεγαλύτερα, όπως ο «Θεμιστοκλής», ένα από τα καλύτερα πλοία κατά την εποχή εκείνη, το τριίστιο «Ηρακλής» και οι ημιολίες «Ασπασία» και «Σαλαμώνη», όλα τους άριστα εξοπλισμένα και με κυβερνήτες μέλη της οικογένειας Κούτση, που όλα έλαβαν μέρος στις διάφορες ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.

Ο Ιωάννης Κούτσης, που κυβερνούσε το πλοίο του «Θεμιστοκλής», με υποπλοίαρχο τον αδελφό του Κοσμά, διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του σ’ όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα απέσπασε το θαυμασμό όλων κατά τη ναυμαχία των Πατρών. Σ’ αυτήν, την πρώτη «εκ παρατάξεως» ναυμαχία των αντιπάλων ναυτικών δυνάμεων, που έγινε με μια φοβερή κακοκαιρία και θαλασσοταραχή, το καράβι του «Ο Θεμιστοκλής» με κυβερνήτη τον ίδιο ήταν μεταξύ των πρώτων I5 καραβιών του τρινήσιου στόλου, που με επί κεφαλής το Μιαούλη άρχισαν το σκληρό αγώνα. Ο Κούτσης, στη ναυμαχία αυτή, επιτέθηκε σε μία τούρκικη φρεγάτα και για να τη βυθίσει ζύγωσε τόσο κοντά, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί ο «Θεμιστοκλής» στ’ άρμενα και στα πλευρά, οπότε τα νερά άρχισαν να μπαίνουν με ορμή στο καράβι. O Σπετσιώτης καπετάνιος, παρά τις σοβαρές ζημιές του καραβιού του, δεν εννοούσε να αποσυρθεί από τον αγώνα προτιμούσε να βουλιάξει, παρά να αποσυρθεί από τη μάχη. Και πραγματικά, ο Κούτσης εξακολουθούσε να μάχεται με πείσμα μέχρις ότου φθάσανε κοντά του και άλλα ελληνικά καράβια και ανακουφίστηκε λίγο από τα πυροβόλα της εχθρικής φρεγάδας. Και όταν πια έφτασε στο έσχατο αυτό σημείο του κινδύνου να βυθιστεί, τότε μόνο πλάγιασε το καράβι του και πήγε στο Μεσολόγγι, όπου και το επισκεύασε πρόχειρα.

Ο Γιάννης Κούτσης έλαβε ακόμη μέρος στη μεγάλη ναυμαχία των Σπετσών στις 8 Σεπτέμβριοι 1822, όπου από τη θέση κοντά στο ακρωτήρι του Αγίου Αιμιλιανού, έφραζε με το πυροβολικό του καραβιού του την είσοδο του μεταξύ Σπετσών και Κόστας στενού, βοηθούμενος κατά την ημέρα εκείνη της Παναγίας και από το κανονιοστάσιο που βρισκόταν ανάμεσα στο φάρο και τους μύλους. Kαι μετά τη λήξη του αγώνα ο Κούτσης δεν λησμόνησε ποτέ τη μέρα εκείνη. Η οικογένειά του για να τιμήσει την Παναγία, για το θαύμα που έκανε την ημέρα της γιορτής της και σώθηκε το νησί, έκτισε στο χώρο του ισχυρού αυτού κανονιοστασίου την εκκλησία τη Παναγίας, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Η εκκλησία αυτή η οποία στην αρχή λεγόταν Παναγία του Κεφάλα και εννοούσαν το Γιάννη Κούτση με το μεγάλο κεφάλι, αργότερα πήρε το όνομα Παναγία της Αρμάτας, σε ανάμνηση το μεγάλου ιστορικού γεγονότος.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στις Σπέτσες ασχολούμενος με ναυτιλιακές εργασίες και πέθανε εκεί, το 1860.Ο τάφος της οικογένειάς του βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, πάνω στο χώρο του μεγάλου κανονιοστασίου.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)  – Προσωπογραφίες


 

Προσωπογραφίες:Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)

 

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Υπάρχει πόλη των ΗΠΑ  αφιερωμένη στο όνομά του. Είναι η πόλη Ypsilanti, Michigan, όπου υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο. Ο Δημήτριος Υψηλάντης είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, τη Μαντώ Μαυρογένους. 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.

 

[…] «Μπήκα στην κατοικία του Υψηλάντη, μια καλύβα από ξερολιθιά, εννιά τετραγωνικά, από μια είσοδο τόσο χαμηλή, που έπρεπε να σκύψει κανείς σχεδόν ως το χώμα. Βρήκα τον Υψηλάντη καθισμένο σε κάτι σανίδες σκεπασμένες με ένα κιλίμι. Ήταν το κρεβάτι του. Χρυσές επωμίδες συνταγματάρχη, μαύρη στολή, μαύρος σκούφος στολισμένος με ασημένια πλάκα όπου ήταν χαραγμένη η φράση «Ελευθερία ή Θάνατος» κάτω από μια νεκροκεφαλή και δύο κόκαλα χιαστί. Μας δέχτηκε με την ψυχρή αμηχανία, που θα παρατήρησαν, όλοι όσοι τον γνώρισαν. Δεν ήταν υπεροψία αλλά το δυσάρεστο αποτέλεσμα μιας φυσικής συστολής. Σ’ αυτό είχε σίγουρα συντελέσει η συνείδηση των σωματικών του μειονεκτημάτων και ένα πολύ αισθητό ελάττωμα στην προφορά. Πραγματικά, η μοίρα αρνήθηκε στον πρίγκιπα Υψηλάντη τις φυσικές χάρες, το καλό παρουσιαστικό, δώρο πολύτιμο στα μάτια του πλήθους. Ανάστημα ούτε πέντε πόδια, κορμί και μέλη εύθραυστα, κεφάλι φαλακρό. Όλα αυτά δίνουν την εντύπωση ηλικιωμένου ανθρώπου. Και είναι μόλις 30 χρονών. Ωστόσο, παρά την καχεκτική του διάπλαση δεχόταν με θαυμαστή αντοχή τις ταλαιπωρίες της πολεμικής ζωής. Η ευψυχία του δυνάμωνε το κορμί και δεν μπορείς να του αρνηθείς το θάρρος και τις αρετές που ξεχωρίζουν έναν άνθρωπο στον ιδιωτικό του βίο. Μιλάει πολλές γλώσσες και κυρίως γαλλικά. Αλλά το βάρος των ευθυνών που έχει αναλάβει, ή καλύτερα που του ανέθεσε ο αδερφός του, ξεπερνάει τις δυνάμεις του. Δεν είχε ούτε την τέχνη να μεταχειρίζεται και να κυβερνάει ανθρώπους ούτε τη θέρμη της επικοινωνίας που συναρπάζει το πλήθος, χαρίσματα τόσο απαραίτητα για μια επανάσταση. Η μεγάλη καλοκαγαθία του εκφυλιζόταν σε αδυναμία».

Maxime Raybaud  (Μαξίμ Ρεμπώ), «Memoires sur la Grece pour servir a l’histoire de la guerre de l’Independance, accompagnes de plans topographiques» Paris, 1824-25, vol. 1-2.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Λιθογραφία. Λονδίνο, Νοέμβριος,1824.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

 

Υπογραφή του Δημητρίου Υψηλάντη.

 

[…] «Υπέρμαχος της Συνταγματικής ελευθερίας εμπνεόταν σε κάθε πράξη από τον πιο αγνό πατριωτισμό. Δεν είχε, ωστόσο, την αποφασιστικότητα και τον πνευματικό εξοπλισμό που χρειαζόταν ένας ηγέτης για να κρατήσει το πηδάλιο σε δύσκολες στιγμές. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να καταπολεμήσει το σύστημα της λεηλασίας που είχαν υιοθετήσει οι καπεταναίοι και οι προεστοί αλλά δεν είχε ούτε τη σταθερότητα, ούτε τη δύναμη για να εφαρμόσει αυστηρά μέτρα, έτσι που ο φόβος, να δώσει εκείνο που δεν μπορούσε να πετύχει η τιμή. Γι’ αυτό ακριβώς οι περισσότεροι προεστοί ήταν εχθροί του. Αξιαγάπητος και γενναιόψυχος βοηθούσε κάθε πάσχοντα με αποτέλεσμα να απομείνει χωρίς πόρους και να βρεθεί σε αδυναμία να πραγματοποιήσει εκείνο που επιθυμούσε. Μ’  όλο που ήταν 30 χρονών έδειχνε 50. Είναι λιτοδίαιτος και μιλάει πολύ καλά γαλλικά».

Frans Nils Aschling, «Försök till Grekiska Revolutionens historia, enligt anteckningar gjorde pa stallet» [Δοκίμιο ιστορίας της ελληνικής επαναστάσεως, με βάση σημειώσεις που κρατήθηκαν επί τόπου], Στοκχόλμη, 1824.

Read Full Post »

Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Διδακτορική Διατριβή, Καρύμπαλη Β. Σοφία.


 

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Καρύμπαλη Β. Σοφία, «Το επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη», Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Αθήνα, 2012.

Επιχειρήματα του Μακρυγιάννη – Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Ιστοριογραφίες και απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821 – Συλλογική δράση των Ελλήνων στην Επανάσταση – Δικαίωση του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας – Εμφύλιος πόλεμος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης – Θρησκευτικό στοιχείο στα κείμενα του Μακρυγιάννη – Λογική ανάλυση της βασικής επιχειρηματολογίας του Μακρυγιάννη…

Για την ανάγνωση της διατριβής της κυρίας Σοφίας Καρύμπαλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Read Full Post »

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός.  Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου


 

Η απόφαση των Ελλήνων να πάρουν το 1821 τα όπλα εναντίον των Τούρκων συγκίνησε βαθιά τις ψυχές και των άλλων βαλκανικών λαών, οι οποίοι στέναζαν και αυτοί κάτω από τον ίδιο σκληρό ζυγό της δουλείας. Για τον λόγο αυτόν η εξέγερση των Ελλήνων μετατράπηκε σε πόλο έλξης, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν όλες οι προοδευτικές δυνάμεις της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο παμβαλκανικός χαρακτήρας του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος φαίνεται κυρίους στη συμμετοχή σ’ αυτόν πολλών Βαλκάνιων εθελοντών, μεταξύ των οποίων αρκετοί κατάγονταν από το Μαυροβούνιο [1].

Ήδη από την αρχή της εισηγήσεώς [2] μας οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, ενώ για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς εθελοντές υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, για τους εθελοντές από τα Βαλκάνια, που συμμετείχαν στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας, έχουν γραφτεί πολύ λίγα [3]. Η διαφορά των κοινωνικών συστημάτων και η καχυποψία, που επικράτησαν ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την καθυστέρηση της διαβαλκανικής έρευνας. Τα τελευταία όμως χρόνια άρχισαν σιγά-σιγά να έρχονται στην επιφάνεια πολύτιμες αρχειακές πηγές, οι οποίες μας βοηθούν να καθορίσουμε, κατά το δυνατόν, την έκταση της συμμετοχής των Βαλκάνιων εθελοντών στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα των υπηρεσιών τους προς αυτήν. Αρκετοί από τους παραπάνω εθελοντές κατάγονταν από το Μαυροβούνιο, πρόσφεραν δε και αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι εθελοντές, πολύτιμες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Με τους Μαυροβούνιους ακριβώς εθελοντές, που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων στα 1821, προτιθέμεθα να ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωση. Επειδή όμως τα χρονικά όρια μιας εισήγησης είναι περιορισμένα, θα αναγκασθούμε εδώ να εξετάσουμε μόνο ορισμένους από τους εθελοντές αυτούς· προηγούμενος όμως, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε μερικές γενικές  διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα:

1) Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα [4].

2) Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα [5].

3) Ορισμένοι από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών [6].

4) Οι περισσότεροι από τους Μαυροβούνιους μαχητές, θέλοντας κυρίως να εξασφαλίσουν τους συγγενείς τους που εξακολουθούσαν να ζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους από τυχόν τουρκικά αντίποινα, μετέβαλλαν αμέσως μετά την ενεργό συμμετοχή τους στον Ελληνικό αγώνα, το επώνυμό τους. Γι’ αυτό και στα σωζόμενα έγγραφα αναγράφεται μόνο το βαφτιστικό τους όνομα, στο οποίο προστίθεται, ως επώνυμο, το όνομα της εθνικότητας ή της πόλης της καταγωγής τους [7].

5) Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Άλλοι πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δίκης τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή· τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].

Έπειτα από τις γενικές αυτές διαπιστώσεις, ας δούμε ορισμένους από τους Μαυροβούνιους συναγωνιστές των Ελλήνων επαναστατών στα 1821. Διευκρινίζουμε δε εδώ ότι, κατά την παράθεση των ονοματεπωνύμων, θα ακολουθηθεί η αλφαβητική – ελληνική – σειρά.

Συγκεκριμένα:

Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847). Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].

Μαυροβουνιώτης Ράντος. Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].

Μοντενεγρίνος Τζωάννος. Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].

Ουïτζ (De Wintz) Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].

Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός. Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’,  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20]  Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23]  Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31]  Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο βομβαρδισμός του Άργους στις 14 Οκτωβρίου 1943 από τους συμμάχους – Μαρτυρία του Ιταλού στρατιώτη Φράνκο Ρομάνο


 

Ο Φράνκο Ρομάνο, Ιταλός στρατιώτης και φοιτητής της Ιατρικής, μετατέθηκε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1942, αρχικά στην Αθήνα και κατόπιν στο Άργος, όπου έκανε πολλούς φίλους. Θεράπευσε κατοίκους της πόλης, καθώς και ανθρώπους της ευρύτερης περιοχής. Το Σεπτέμβριο τον 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, κατόρθωσε να γλιτώσει από τους Γερμανούς. Τότε γνώρισε και ερωτεύτηκε την Ευαγγελία Τουμπάνου. Το 1944 παντρεύτηκαν – ύστερα από πολλές περιπέτειες – και το 1945 έφυγαν για την Ιταλία. Απέκτησαν δύο παιδιά…

 Κατά την παραμονή του στο Άργος, υπήρξε μάρτυρας του βομβαρδισμού της πόλης από αγγλοαμερικανικό σμήνος, ας δούμε πως τον περιγράφει στο βιβλίο του «Μια απέραντη αγάπη».

 

Ο Βομβαρδισμός του Άργους

Άργος 14.10.1943

 

Φράνκο Ρομάνο

Φράνκο Ρομάνο

Το βράδυ της 13ης Οκτωβρίου, περίπου στις εννιά, ένα αγγλο-αμερικανικό αεροπλάνο έριξε πολύχρωμα πυροτεχνήματα που, στηριζόμενα στον αέρα από μικρά αλεξίπτωτα, φώτιζαν ολόκληρες περιοχές της πόλης για μερικά λεπτά. Ο κόσμος μη γνωρίζοντας τι ήταν, άρχισε να φοβάται. Εξήγησα στη μητέρα και στην Ευαγγελία [η μετέπειτα γυναίκα του] ότι και στην Αφρική, στη Βεγγάζη, έριχναν σχεδόν όλα τα βράδια. Το αεροπλάνο, που τα έριξε, χωρίς αναγνωριστικό, είχε φωτογραφίσει τις επίμαχες περιοχές της πόλης με σκοπό να εντοπίσει θέσεις και γερμανικά στρατόπεδα. Την επόμενη μέρα -14 Οκτωβρίου- ειδοποίησα τη μητέρα και την Ευαγγελία ότι θα πήγαινα στον φίλο μου τον Παύλο και ότι πιθανόν να αργούσα.

Πέρασα πρώτα από το καφενείο να χαιρετήσω τους φίλους. Θα ήταν περίπου δέκα και μισή τη στιγμή που βρέθηκα λίγο μακριά από το σπίτι του Βαρβάτη, όταν ένας εκκωφαντικός ήχος από αεροπλάνα που πετούσαν με ανάγκασε να σηκώσω το κεφάλι. Τα είδα να προβάλλουν πίσω από το κάστρο, να χωρίζονται και ύστερα να εξαπολύουν ένα χαλάζι από βόμβες. Μόλις που πρόλαβα να κρυφτώ κάτω από μια πόρτα. Είδα κόσμο να τρέχει από όλες τις πλευρές και να σωριάζεται κάτω χτυπημένος από τις βόμβες. Άκουγα φωνές πόνου και επικλήσεις για βοήθεια. Ένας άντρας στη μέση του δρόμου φαινόταν νεκρός. Σύννεφα σκόνης σηκώνονταν δυσκολεύοντας την όραση. Είχε ξεσπάσει πυρκαγιά και σύννεφα μαύρου καπνού έκαναν σκούρο τον ουρανό. Κραυγές πόνου από συγγενείς, ένα παιδί με κομμένα πόδια ήταν νεκρό. Μια βόμβα έσκασε κοντά στην καγκελόπορτα. Ευτυχώς, μόλις είχα μετακινηθεί στο εσωτερικό.

Ο βομβαρδισμός σταμάτησε, αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες στη γη, φωτιές και σπίτια με σπασμένα τζάμια, ερείπια παντού. Εγκατέλειψα την καγκελόπορτα, το θέαμα ήταν φρικιαστικό: σώματα διαμελισμένα, κεφάλια και μέλη αποκομμένα από το σώμα, πεταμένα σε απόσταση αρκετών μέτρων, δρόμοι πραγματικά σουρωτήρια από τις τρύπες που άφησαν οι βόμβες [οι βόμβες που ρίχθηκαν ήταν προσωπικού, με αποτέλεσμα τα θραύσματά τους κυριολεκτικά να θερίζουν τα κάτω άκρα των ατόμων κοντά στο σημείο επίκρουσης και να κτυπούν καίρια όσους ήταν μακρύτερα]. Ο κόσμος συνέχιζε να τρέχει. Είχε περάσει μόλις μισή ώρα και άρχισαν σο έρχονται οι πρώτες βοήθειες, όταν ξεκίνησε ο δεύτερος βομβαρδισμός, φοβερός και αυτός. Πρόλαβα να βρω ένα καταφύγιο στην οδό Νικηταρά, κοντά στο δημαρχείο. Οι επικλήσεις στην Παναγία και τους Αγίους ήταν συνεχείς. Όλα έμοιαζαν με κόλαση από τις φλόγες τον καπνό και τη σκόνη.

Οι μητέρες καλούσαν τα παιδιά τους, οι γυναίκες τους άντρες και οι άντρες τις γυναίκες. Ο βομβαρδισμός διήρκεσε όσο και ο πρώτος, προκαλώντας και άλλα θύματα. Έφτασαν οι πρώτες βοήθειες. Μερικοί Γερμανοί στρατιώτες φόρτωναν στα φορτηγά τους τραυματίες. Καρότσια που τραμπαλίζονταν στις τρύπες του δρόμου, γεμάτα πτώματα, προχωρούσαν προς τα νεκροταφεία – στην Ελλάδα κάθε συνοικία έχει το νεκροταφείο της. Προσπάθησα να βοηθήσω τους τραυματίες. Οι περισσότεροι ήταν σοβαρά και δεν αρκούσε η βοήθειά μου. Ένα αμερικανικό αεροπλάνο είχε χτυπηθεί από τους Γερμανούς. Ο πιλότος σώθηκε πέφτοντας με το αλεξίπτωτο. Οι Γερμανοί τον έψαξαν, αλλά δεν τον βρήκαν. Τον είχαν κρύψει οι κάτοικοι.

Επειδή βρισκόμουν κοντά, κατευθύνθηκα προς το σπίτι της οικογένειας Βαρβάτη. Παντού συναντούσα κόσμο και καρότσια γεμάτα νεκρούς. Όλοι προσπαθούσαν να σβήσουν τις φωτιές. Σωροί ερειπίων γέμιζαν τους δρόμους που διέσχιζα εκείνη τη στιγμή. Φτάνοντας στην οδό Καλμούχου, είδα συγκεντρωμένο κόσμο κι ένα θέαμα φρικτό. Δύο σώματα, άψυχα κείτονταν στη γη σε μια μεγάλη λίμνη αίματος. Ήταν ο πατέρας και ο γιος Βαρβάτη. Ο Παύλος βοηθούσε τον πατέρα να κρυφτούν, όταν μια βόμβα έσκασε δίπλα και τους σκότωσε. Η μητέρα του είχε τραυματιστεί. Η απελπισία των γυναικών ήταν απερίγραπτη. Μετέφεραν τα δύο πτώματα στο εσωτερικό του σπιτιού. Έκλαψα πολύ. Είχα χάσει τον καλύτερό μου φίλο. Δεν είχα το κουράγιο να εμφανιστώ, αλλά υποσχέθηκα να επιστρέψω κάποια άλλη στιγμή. Η σκέψη μου έτρεχε στο σπίτι. Προσπαθούσα να προχωρήσω γρήγορα, όμως μου ήταν δύσκολο. Οι στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι ερείπια και καρότσια που κατευθύνονταν προς τα νεκροταφεία. Ανοίγοντας δρόμο, κατάλαβα ότι οι βόμβες είχαν πλήξει το νεκροταφείο του Συνοικισμού και ότι τα δύο νοσοκομεία ήταν γεμάτα τραυματίες. Το σπίτι βρισκόταν κοντά στο νεκροταφείο. Περπάτησα ακόμα πιο γρήγορα. Αν είχε συμβεί κάτι τραγικό στην Ευαγγελία, θα σκοτωνόμουν.

Έφτασα στο σπίτι γύρω στις δύο, γεμάτος σκόνη. Ευτυχώς το σπίτι, όπως και τα διπλανά σπίτια, δεν είχαν πάθει τίποτα. Μόνο το νεκροταφείο είχε βομβαρδιστεί. Ανακουφίστηκα μόλις πέρασα την καγκελόπορτα και τις είδα. Η μητέρα με αγκάλιασε και με φίλησε συγκινημένη. Παρατήρησα ότι την ίδια συγκίνηση είχε και η Ευαγγελία. Αυτή τη φορά με έσφιξε περισσότερο και, παρόλα που δε με φίλησε, δεν τραβήχτηκε όταν την αγκάλιασα και τη φίλησα εγώ. Το σφίξιμο του χεριού, μου ‘δωσε ελπίδα. Απ’ τη χειρονομία της, κατάλαβα ότι κάτι αισθανόταν για μένα. Νόμιζα ότι ονειρευόμουν, αισθάνθηκα ευτυχία. Αφού πλύθηκα, της διηγήθηκα για το βομβαρδισμό. Της μίλησα για το μέρος που είχα κρυφτεί, για τους νεκρούς και τους τραυματίες και για το τραγικό τέλος των Βαρβάτηδων. Η μητέρα μου είπε ότι φοβήθηκαν μήπως μου είχε συμβεί κάτι κακό. Τους είπα ότι κι εγώ ανησύχησα μόλις βομβάρδισαν το νεκροταφείο. Η παύση των πυρών ήταν σύντομη.

Στις τρεις έγινε, η τρίτη επίθεση, που έθεσε την πόλη σε συναγερμό, αναγκάζοντας τον κόσμο να ψάχνει για ασφαλές καταφύγιο. Αυτή τη φορά στόχος ήταν το αεροδρόμιο στο Κουτσοπόδι και ένα στρατόπεδο με Γερμανούς στρατιώτες. Το χτύπησαν στο κέντρο, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στην πίστα του. Ήταν μια ημέρα πένθους. Οι κάτοικοι δε θα ξεχνούσαν ποτέ τους δύο βομβαρδισμούς που είχαν καταστρέψει τη μισή πόλη. Τα θύματα ήταν περίπου εκατόν είκοσι. Οι τραυματίες περισσότεροι, πολλοί από αυτούς σε σοβαρή κατάσταση. Θυμάμαι κάποια ονόματα: Μαρούσης, Γεωργόπουλος, Κατερίνα Μαρλαγκούτσου, Θανασόπουλος, Χαρίλαος και Παύλος Βαρβάτης – πατέρας και γιος.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Γάλλος φιλέλληνας François Graillard  (εξελ. όν. Φραγκίσκος Γραλλιάρδος) και το μεγαλειώδες σχέδιό του για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της μεταπελευθερατικής Ελλάδας


 

Α) Εισαγωγή

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ (François Graillard) γεννήθηκε στη Dizon της Γαλλίας την 23η Αυγούστου 1792. [1] Ο πατέρας του ήταν Συνταγματάρχης του Γαλλικού Αυτοκρατορικού Στράτου και ευνοούμενος του Μεγάλου Ναπολέοντα. [2]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την αγά­πη του προς τα γράμματα και ο πατέρας του έχοντας οικονομική άνεση έδωσε στο γιο του μια σπάνια για την εποχή του μόρφωση. Για το λόγο αυτό ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση κατατάχτηκε ως εθελον­τής στο Γαλλικό Στρατό και διακρίθηκε ως πολέμαρχος στους Ναπολεόντειους πο­λέμους της τελευταίας περιόδου και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά παράλληλα υπήρξε ένας διανοούμενος στοχαστής με γερούς και μεγάλους πνευματικούς ορίζοντες. [3]

Πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ελλάδας μελέτησε την Ελληνική Ιστορία και τα ήθη και έθιμα του λαού μας, γνώρισε από κοντά τα προτερήματα και τα ελαττώματα της φυλής και ζυμώθηκε με τους αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821 με δεσμούς τέτοιους, ώστε και μετά τη λήξη του Αγώνα να παραμείνει στη χώρα μας και να συμμερισθεί με το λαό μας τη φτώχεια που τον έδερνε, αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου οι οικογενειακές του περ­γαμηνές θα του εξασφάλιζαν μίαν άνετη ζωή. [4] Διεισδυτικός, στοχαστής και ορα­ματιστής συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώδες σχέδιο, με το οποίο πίστευε ότι ο ελληνικός λαός, με μεθοδική οργάνωση και αξιοποίηση των πλουτοπαραγω­γικών πηγών της χώρας του, θα μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει και ακόμη να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό. [5]

Αντίθετα προς τις απόψεις του Όθωνα και του περιβάλλοντός του, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ είχε αν­τιληφθεί ότι οι Έλληνες της δεκαετίας του 1830, ύστερα από τη δραματική περίο­δο που είχε προηγηθεί, είχαν ανάγκη από μακρά περίοδο ειρήνης και ησυχίας για να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα και να ανοικοδομήσουν τα καπνίζοντα ακόμη ερείπια της χώρας τους. [6] Για τον Γκραγιάρ κάθε προσπάθεια για άσκοπες πολε­μικές προετοιμασίες στην κρίσιμη εκείνη για τον Ελληνισμό περίοδο, ως διέξο­δος στα μεγάλα και άλυτα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, αποτελούσε άπατη και προδοσία σε βάρος του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος φιλέλληνας, υστέρα από επίπονες μελέτες του ελληνικού προβλήματος όπως ο ίδιος το είχε ζήσει στο διάστημα τής 15χρονης παραμονής του στη χώρα μας, συνέταξε και υπέβαλε στον Όθωνα με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του ένα μεγαλόπνοο σχέδιο – μία αναλυτική οικονομικοτεχνική μελέτη – με το οποίο, όπως πίστευε, θα επιτυγχανόταν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και ή πνευματική και πολι­τιστική άνοδος του ελληνικού λαού. [7]

Αλλά για το σχέδιο Γκραγιάρ θα μιλήσουμε διεξοδικότερα στο τρίτο μέρος αυτής της εργασίας, αφού κάνουμε πρώτα μία σύντομη σκιαγράφηση της προσωπι­κότητάς του.

 

Β)  Σύντομη βιογραφική παρουσίαση του Φραγκίσκου Γκραγιάρ

 

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ μετά την αποπεράτωση των σπουδών του και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη εθελοντής στη Γαλλική Εθνοφυλακή την 15η Μαΐου 1812. Μετά από δύο μήνες προβιβάζεται σε δεκανέα και έπειτα από τρεις μήνες σε Λοχία. Στις αρχές του 1813 προβιβάζεται σε Ανθυπασπιστή και την 29η Σε­πτεμβρίου 1813 σε Ανθυπολοχαγό.[8]

Έλαβε μέρος ως Αξιωματικός του Γαλλικού Στράτου στις διάφορες μάχες των Ναπολεόντειων πολέμων της τελευταίας περιό­δου και διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στη μάχη της Λειψίας (1813) τραυματίστηκε σοβαρά και συνελήφθη αιχμάλωτος. Μετά την αποθεραπεία του διέφυγε την αιχμαλωσία, επανήλθε στο γαλλικό στράτευμα (18 – 14) και συνέχισε να πολεμάει μέχρι την οριστική πτώ­ση τού Μεγάλου Ναπολέοντα.[9]

Ακολουθεί μία περίοδος διωγμών κατά του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, αποτάσσεται από το Γαλλικό Στρατό και φυλακίζεται ως οπα­δός της επανάστασης, αποκαθίσταται και αποτάσσεται άλλες δύο φορές ως το 1820. [10] Οι διώξεις αυτές έπεισαν τον Φραγκίσκο Γκραγιάρ, ότι δεν είχε πια μέλ­λον στο Γαλλικό Στρατό. Η  βαθειά του προσήλωση στις ιδέες της Γαλλικής Επα­νάστασης και το δράμα του για μια ανθρωπινότερη ζωή και έναν κόσμο δικαιότερο, τον έκαναν να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να κατέλθει στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Συμμετείχε στην πρώτη αποστολή των Γάλλων φιλελλήλων που ήλθαν στην Ελλάδα, την 8/20 Νοεμβρίου του 1821 αποβιβάζεται με άλλους Γάλλους φι­λέλληνες στην Καλαμάτα. [11]

Έζησε από κοντά ολόκληρο το δράμα του υπέρ Ανε­ξαρτησίας Αγώνα του ελληνικού λαού και έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτόν, δέ­χτηκε πολλαπλά τραύματα στη διάρκειά του, τιμήθηκε με σειρά μεταλλίων και παρασήμων και προβιβάστηκε επανειλημμένα «έπ’ ανδραγαθία» στους διάφορους βαθμούς για το θάρρος και την ανδρεία που επέδειξε σε κρίσιμες με τους Τούρκους μάχες και συμπλοκές.

Αναλυτικότερα, συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και διακρίθηκε στη μάχη της Κορίνθου. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, όπου ανδραγάθησε, τραυματίστηκε και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμά­λωτος. Με τα υπολείμματα των φιλελληνικών εθελοντικών σωμάτων και τα υπο­χωρούντα ελληνικά τμήματα κλείνεται στο Μεσολόγγι και έλαβε μέρος ως υπε­ρασπιστής του στην επιτυχή άμυνα της πόλης κατά τη διάρκεια της πρώτης πο­λιορκίας της από τους Τούρκους. [12] Διακρίθηκε στην ορμητική καταδίωξη των Τούρκων προς το Αγρίνιο και τον Αχελώο, μετά την αποτυχία τους να εκπορθή­σουν με έφοδο το Μεσολόγγι. Στις αψιμαχίες με τους Τούρκους στην κοίτη του Αχε­λώου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες και παραλίγο να χά­σει το αριστερό πόδι του. Η συμφορά του Πέτα, την οποία έζησε σε όλη της την τραγικότητα, τον έπεισε ότι η ανάμιξη των πολιτικών στη διοίκηση του στρατού και η εκπόνηση από αυτούς σχεδίων πολεμικών επιχειρήσεων οδηγούσαν την επα­νάσταση σε αναδίπλωση και μπορούσε να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Για το λόγο αυτό, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ, στις εμφύλιες έριδες, που όσον εξαρτιόταν από αυτόν προσπαθούσε να τις αποτρέψει, πήρε το μέρος των στρατιωτικών και συμμάχησε μαζί τους, γιατί πίστευε ότι, όσο διαρ­κούσε ο Αγώνας, ο λαός είχε εμπιστοσύνη μόνο στους φυσικούς του ηγέτες, τους στρατιωτικούς.

Κατά τον Γκραγιάρ, μόνον οι στρατιωτικοί μπορούσαν να οδηγή­σουν στην ολοκλήρωση των στόχων της Επανάστασης και στην τελική νίκη. Συν­δέθηκε με στενή φιλία με όλους τους σημαίνοντες Έλληνες στρατιωτικούς και κυ­ρίως με τον Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Υψηλάντη. [13] Ο τελευταίος ανέθεσε στον Γκραγιάρ την οργάνωση των πρώτων ταγμάτων του Τακτικού Ελληνικού Στρατού. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το ήθος τη μόρφωση και τις ικανό­τητες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ και του ανέθεσε εμπιστευτικής φύσεως αποστολές στην Ευρώπη.

Με εντολή του Δημητρίου Υψηλάντη ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και ο συμπα­τριώτης του Louis Stanislaw Daniel, το φθινόπωρο του 1823, αναχωρούν για τη Γαλλία με σκοπό να ενεργοποιήσουν τους φιλελληνικούς συλλόγους της Ευρώπης, με σαφείς οδηγίες όπως, εκτός από την οικονομική ενίσχυση που παρείχαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις των χωρών τους για να αλλάξουν στάση και τακτική έναντι του ελληνικού προβλήματος. [14] Ο Δημή­τριος Υψηλάντης, μετά την απογοήτευσή του από τη ρωσική πολιτική στο ελλη­νικό πρόβλημα, στράφηκε προς τη Γαλλία και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τους δύο Γάλλους φιλέλληνες, οι οποίοι κατά τη μετάβασή τους στη Γαλλία ήρθαν σε επαφή και επικοινωνία με ανώτατους κρατικούς φορείς της γαλλικής πολιτικής ζωής και τους ενημέρωσαν για την πορεία και τους σκοπούς της Ελληνικής Επα­νάστασης.

Οι Graillard και Daniel επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1824 και ενημέρωσαν το Δημήτριο Υψηλάντη για τις επαφές τους στη Γαλλία και για τα αποτελέσματα των ενεργειών τους. Φαίνεται ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έμεινε ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα των ενεργειών των δύο φιλελλήνων και τους ξανάστειλε αμέσως στη Γαλλία με νέες εντολές. [15]

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, στρα­τιωτικός ολκής με πολιτική σκέψη και διπλωματική ενόραση, αντιλαμβανόταν ότι με τις τοπικές στρατιωτικές τους επιτυχίες οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν μπο­ρούσαν να γονατίσουν το μεγάλο γίγαντα και ότι χρειαζόταν περισσότερο από κάθε τι άλλο η διπλωματική στήριξη του Ελληνικού Αγώνα από τις Ευρωπαϊκές Δυ­νάμεις. Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, με κέντρο το πρόσφορο Παρίσι και τη Γαλ­λία γενικότερα, θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της φιλότουρκης πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και θα μπορούσε αποφασιστικά να συμβάλει στην αίσια λύση του ελληνικού προβλήματος.[16]

Η αρχή έγινε από τη Γαλλία και τα αποτελέσματα υπήρξαν θετικά και άμεσα. Πρώτη η κοινή γνώμη της Γαλλίας έδειξε τη δυναμική της παρουσία και επέβαλε στη γαλλική κυβέρνηση να αλλάξει πολιτικούς προσανατολισμούς ως προς το ελληνικό ζήτημα. Αποκορύ­φωμα των διπλωματικών αλλαγών, που συντελέστηκαν στη Γαλλία και στη λοιπή Ευρώπη, είναι η μετά τρία χρόνια αργότερα ευρωπαϊκή δυναμική, που εκδηλώ­θηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) και υλοποιήθηκε με τη Ναυ­μαχία του Ναυαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827).[17]

Η αποστολή, λοιπόν, των Grail­lard και Daniel υπήρξε επιτυχής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το έργο του Γκραγιάρ και τον προσέλαβε αρχικά υπασπιστή του και αργότερα επιτελάρχη του στον αγώνα του ενάντια στον Ιμπραήμ και στην εκστρατεία απελευθέρωσης της Ανατολικής Ελλάδας το 1829. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ως υπασπιστής του Δη­μητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στη μάχη των Μύλων την 13η Ιουνίου 1825 και επέδειξε ανδρεία και θάρρος, δέχτηκε πολλαπλά τραύματα και ανδραγάθησε πολε­μώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητές μέχρις ότου οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. [18] Για τα ανδραγαθήματά του στη μάχη των Μύλων, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, με πρόταση του Δημητρίου Υψηλάντη προς το Εκτελεστικό, προβιβάστηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη έπ’ ανδραγαθία. Τέ­λος, ως επιτελάρχης του Δημητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ανατολικής Ελλάδας και πολέμησε στη μάχη των Θηβών (21 Μαΐου 1829) και είχε την τύχη να λάβει μέρος στην τελευταία νικηφόρο μάχη του Αγώνα, στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829).[19]

Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο Γκραγιάρ, με πρό­ταση του Δημητρίου Υψηλάντη, δια του υπ’ αριθ. 79 Διατάγματος της 25ης Μαΐου του 1832, διορίζεται Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος, δηλαδή Αρχη­γός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και επιδίδεται στην αναδιοργάνωση του Στρατού. [20] Η ανάδειξη του Γκραγιάρ στο ύπατο στρατιωτικό αξίωμα συνέπεσε με τη φοβερή τραγωδία του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη δολοφονία του Κυβερ­νήτη και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την πειθαρχία μέχρι τέλους και να κρατήσει το στράτευμα μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες. [21]

Μετά την άφιξη του Όθωνα προσλήφθηκε ως υπασπιστής του, αλλά τέσσερις μήνες αργότερα, με την ίδρυση της Ελληνικής Χωροφυλακής, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ το Μάιο του 1833 αναλαμβάνει Αρχηγός του νεοσύστατου Σώμα­τος της Χωροφυλακής.[22]

Κατά γενική ομολογία, ως Αρχηγός Χωροφυλακής ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ προσέφερε μία από τις σπουδαιότερες υπηρεσίες που προσέφερε ποτέ ένας ξένος στον τόπο μας. Ο Γκραγιάρ, γνώστης της οργανωτικής διάρ­θρωσης και της λειτουργικότητας της Γαλλικής Χωροφυλακής και γνωρίζοντας την ιδιοσυστασία και την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων της εκρηκτικής εκείνης περιόδου, θέλησε να οργανώσει ένα σώμα ασφαλείας με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της μεταπελευθερωτικής ελληνικής κοινωνίας. [23]

 

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930). Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930).
Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

 

Για το λόγο αυτό έλαβε ως πρότυπό του τη Γαλλική Χω­ροφυλακή, μελέτησε τούς Οργανισμούς και Κανονισμούς της Γαλλικής Χωροφυλα­κής και τους μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα, αφού προσάρμοσε πολλές διατάξεις του στην ελληνική πραγματικότητα. [24]  Δεν αποδέχτηκε όμως ο Γκραγιάρ αβασά­νιστα την εντολή που του είχε δοθεί. Για να αναλάβει, έθεσε δύο απαράβατους όρους, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από την Αντιβασιλεία. Ο πρώτος όρος αφορούσε την επιλογή των στελεχών της Χωροφυλα­κής η οποία έγινε προσωπικά από αυτόν τον ίδιο ανάμεσα στους διαπρεπέστερους αγωνιστές της επαναστάσεως του 1821, που είχαν όμως διακριθεί για την εντιμότατα και το ήθος τους στη διάρκεια του Αγώνα. Ο δεύτερος όρος αφορούσε τη μη ανάμιξη του στρατού και της πο­λιτικής στο έργο της Χωροφυλακής. Ο ίδιος ο Γκραγιάρ έκανε την εγκατάσταση των υπηρεσιών Χωροφυλακής στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και τα χωριά, ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους από απόψεως πληθυσμιακής, οικονομικής και της γεω­γραφικής τους θέσης. Γνώριζε προσωπικά τους ανθρώπους που επέλεγε και τους τόπους που εγκαθιστούσε τις υπηρεσίες Χωροφυλακής από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[25]

Το έργο του Γκραγιάρ στην οργάνωση της Χωροφυλακής εξετιμήθη από δικούς μας και ξένους. [26] Ο σύγχρονος του Γκραγιάρ Γάλλος κοι­νωνιολόγος Gustav Eiphthal (Γουσταύος Εϊκάλ) γράφει για τον Γκραγιάρ και το σώμα της Χωροφυλακής: «Ο Γκραγιάρ είναι σήμερα Αρχηγός του Σώματος της Χωροφυλακής, το οποίο αυτός εξ ολοκλήρου διέπλασε. Είναι δε το σώμα τούτο ο επιτυχέστερος των στρατιωτικών οργανισμών της Ελλάδος».[27]

Δυστυχώς, οι όροι που είχε θέσει ο Γκραγιάρ στην Αντιβασιλεία, για τη μη ανάμιξη του στρατού και της πολιτικής στο έργο της Χωροφυλακής, παραβιαζόντουσαν με διάφορα προσχή­ματα. Όταν δε ο Γκραγιάρ ζήτησε την αύξηση της οργανικής δύναμης της Χω­ροφυλακής για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της και η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημά του με το πρόσχημα της έλλειψης πιστώσεων, υπέβαλε αμέσως την παραί­τησή του. [28] Την 13η Ιανουαρίου 1835, ο Γκραγιάρ αντικαθίσταται στην αρχηγία της Χωροφυλακής από το Βαυαρό Αντισυνταγματάρχη Μαξιμιλανό Ρόσνερ.

Ο Γκραγιάρ, μετά την παραίτησή του από την αρχηγία της Χωροφυλακής, έπεσε σε δυσμένεια και ανακοινώθηκε προσχηματικά ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα για λό­γους υγείας. Λίγο αργότερα όμως ανακλήθηκε στην ενέργεια και υπηρέτησε σε διά­φορες υπηρεσίες του στρατεύματος (Φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, Φρούραρχος Μεσολογγίου, Προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών, Πρόεδρος του Συμ­βουλίου για την αναθεώρηση του Στρατού κτλ.).

Την 19η Φεβρουαρίου του 1848 ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ διορίζεται για δεύτερη φορά Αρχηγός Χωροφυλακής, αλλά παρέμεινε για πολύ λίγους μήνες στη θέση αυτή, γιατί ήρθε αμέσως σε ρήξη με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που επέμεναν να επεμβαίνουν στο έργο της Χωροφυλακής. Ωστόσο, όμως, ο Γκραγιάρ δεν παραιτήθηκε αυτή τη φορά, αλλά οι εναντιούμενοι στο έργο του, για να τον εξουδετερώσουν, εισηγήθηκαν στην Κυ­βέρνηση την κατάργηση του Αρχηγείου Χωροφυλακής και την υπαγωγή του Σώ­ματος απευθείας στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Έτσι, το σώμα της Χωροφυλακής έμεινε ακέφαλο και ο Αρχηγός του χωρίς θέση. Αυτά παθαίνουν όσοι πονούν αληθινά αυτόν τον τόπο και δεν γίνονται πιόνια της πολιτικής και των κάθε είδους κυκλωμάτων. Έπειτα από λίγο ο Γκραγιάρ μετατάσσεται στο στράτευμα και την 19η Μαΐου 1854 προβιβάζεται σε υποστράτηγο, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα περιέρχεται σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας πραγματικά για λόγους υγείας αυτή τη φορά.[29]

Απεβίωσε σχεδόν λησμονημένος την 9η Μαΐου 1863 και καθώς είχε παραμείνει άγαμος, άφησε κληρονόμο τής μικρής του περιουσίας τον τέως Δήμαρχο Αθηναί­ων Ιωάννη Κόνιαρη.[30]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε προσκολλημένος στους γαλλικούς πολιτικούς κύκλους της Αθήνας, αλλά παντού και πάντοτε ασκούσε την επιρροή του για το καλό της δεύτερης θετής πατρίδας του της Ελλάδας και των αγαπημένων του Ελ­λήνων. Είναι εκείνος που επισκέφθηκε το Γάλλο Στρατηγό Μαιζώνα στη Μεσση­νία και τον παρακάλεσε να εμποδίσει τον Ιμπραήμ να ερημώσει την Πελοπόννησο, όπως σκόπευε, κατά την αποχώρησή του και να φανεί και ο ίδιος γενναιόδωρος προς τους χειμαζομένους πληθυσμούς της περιοχής, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τις μακροχρόνιες δηώσεις του Ιμπραήμ.[31]

Πάντοτε δε ενεργούσε κατευναστι­κά στη Γαλλική Πρεσβεία της Αθήνας σε περιόδους κρίσεως των εθνικών μας θεμάτων και οξύνσεως των σχέσεων των δύο χωρών. Είχε τη δύναμη να επιβάλλε­ται και να κατευνάζει τον οξύθυμο Γάλλο Πρεσβευτή Piscatory. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν έγραψε κανένα βιβλίο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, άλλα τους στοχασμούς του, τις ιδέες του και την αγάπη του προς την Ελλάδα και τους Έλληνες τα ανιχνεύουμε μέσα από τις εκατοντάδες χειρόγραφά του, που διασώ­θηκαν και βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στα Αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Από αυτά, ο φάκελος I του Οθωνικού Υπουργείου Στρατιωτικών και οι φάκελοι Αστυνομία – Χωροφυλακή του Οθωνικού Υπουργείου Εσωτερικών των Γενικών Αρχείων του Κράτους πε­ριέχουν εκατοντάδες χειρόγραφα του Γκραγιάρ, στα οποία περιλαμβάνεται το ορ­γανωτικό διάγραμμα των υπηρεσιών Χωροφυλακής με παρατηρήσεις, σχόλια και επεξηγηματικά στοιχεία, με τα οποία δικαιολογούνται πλήρως οι λόγοι που επέ­βαλαν την ίδρυση της κάθε υπηρεσίας Χωροφυλακής.

Οι προσωπικές του αναφορές ως Αρχηγού Χωροφυλακής προς τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εσωτερικών είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Οι Κανονιστικές Διαταγές, τα μνημόνια οδηγιών και οι γενικές κατευθύνσεις που εξέδιδε προσωπικά ο Γκραγιάρ προς τους διοικη­τές των νεοϊδρυομένων υπηρεσιών, αποτελούν τους αψευδείς μάρτυρες της πνευματικής του συγκρότησης, της εκφραστικής του δυναμικότητας, της ορθής κρίσης του, της ικανότητας επιλογής των συνεργατών του, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους και των ηγετικών του προσόντων γενικότερα.[32]

 

Γ)   Ανάλυση του σχεδίου Γκραγιάρ «περί των τρόπων της αναπτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού»

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε ένας ιδεαλιστής ελληνολάτρης και είναι ο πρώτος ξένος που αποποιήθηκε τον τίτλο του «φιλέλληνα», έχοντας υπόψη του τα μπουλούκια των ξένων που είχαν εισρεύσει στη χώρα μας προς αναζήτηση τύχης με την ευκαιρία της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί από αυτούς ήσαν ξένοι πράκτορες και πουλούσαν εκδούλευση στους αγωνιζόμενους για την ελευθερία τους Έλληνες, αντλούντες πληροφορίες από αυτούς για να τις μεταβιβάσουν με αμοιβή στους Τούρκους. Άλλοι πάλιν ήσαν έτοιμοι να αλλάξουν στρατόπεδο ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Όλος αυτός ο συρφετός των διαφόρων επιδιώξεων τιτλοφορήθηκε από τους αφελείς Έλληνες «Φιλελληνισμός» και οι διάφοροι τυχοδιώκτες της Δύσης τιτλοφορήθηκαν «Φιλέλληνες». Αυτά τα είχε ζήσει από κοντά ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και για το λόγο αυτό θεωρούσε τον τίτλο του φιλέλληνα ως υβριστικό.[33]

Ο ίδιος είχε γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και αντιλαμβανόταν ότι τα στενά εδαφικά όρια, μέσα στα οποία είχαν περιορίσει το νεοσύστατο κράτος οι Με­γάλες Δυνάμεις, δεν ήσαν βιώσιμα και έπρεπε οπωσδήποτε να επεκταθούν για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να ζήσει και να δημιουργήσει. Όπως όμως είχαν δια­μορφωθεί τα πράγματα δεν υπήρχε διέξοδος με τις άσκοπες πολεμικές προετοιμα­σίες σε μια εποχή μάλιστα που η Δύση κόπτονταν για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[34]

Εκείνο λοιπόν που έπρεπε να γίνει στη φάση αυτή ήταν η οργάνωση της διοίκησης και η οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώ­ρας.[35] Αν αυτό επιτυγχανόταν, θα μπορούσε να οργανωθεί ένας αξιόμαχος στρα­τός που θα ήταν σε θέση να αντιπαραταχθεί με τον υπέρτερο αριθμητικά αλλά κα­κώς οργανωμένο τουρκικό στρατό. Ο Γκραγιάρ λοιπόν οραματίστηκε ένα μικρό αλ­λά καλά οργανωμένο στράτευμα που θα αντιπαρέθετε τη σύγχρονη πολεμική τακτι­κή στην αριθμητική δύναμη του εχθρού. Ήθελε δηλαδή, τηρουμένων των αναλογι­ών, να μεταβάλει την Οθωνική Ελλάδα σε ένα υπερσύγχρονο μικροσκοπικό κρά­τος που θα μπορούσε να αντιπαραταχθεί στον Οθωμανικό γίγαντα, όπως αντιπα­ρατάσσεται σήμερα το μικρό αλλά καλά οργανωμένο κράτος του Ισραήλ απέναντι στον Αραβικό Γίγαντα. Για το λόγο αυτό συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώ­δες σχέδιο – υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο βασιλιά Όθωνα την 9η Απριλίου 1835 με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του. [36] Με το μακροσκελές του υπόμνημα – το όλον 58 σελίδες – ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπεδείκνυε στο νεαρό ηγεμόνα τους τρόπους ενεργείας και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για να επιτευχθεί η ταχεία οργάνωση της διοίκησης και η επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονο­μίας.

Από την ανάλυση του υπομνήματος προκύπτουν πολλά και ωφέλιμα στοιχεία και εξάγονται χρήσιμα ιστορικά συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα και τις δυνατότητες που είχαν οι Έλληνες να εξέλθουν από το φάσμα της οικονομικής καχεξίας και να ακολουθήσουν την ανο­δική πορεία των Ευρωπαϊκών λαών. Από το ίδιο το υπόμνημα ή μάλλον από την αριστοτεχνική αυτή οικονομικοτεχνική μελέτη σκιαγραφείται η προσωπικότητα, το ήθος, η συγκρότηση, η προβλεπτικότητα και προνοητικότητα του συντάκτη και τον αναδεικνύουν σε στοχαστή και μεταρρυθμιστή των ελληνικών πολιτικών πραγμά­των της εποχής του, αφού πολλοί από τους σχεδιασμούς και τις υποδείξεις του πραγματοποιούνται ή μελετώνται με καθυστέρηση ενός και μισού αιώνα.[37]

Εκεί­νο που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι, ενώ το περιεχόμενο του υπομνήματος είναι πλούσιο και πολύ ενδιαφέρον από κάθε πλευρά, ο Γκραγιάρ του έδωσε ένα μετριοπαθή τίτλο, που σε ελεύθερη Απόδοση μεταφράζεται: «Περί των τρόπων της ανα­πτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού». Στην αρχή του υπομνήματος ο Γκραγιάρ αναφέρεται στους λόγους που τον ώθησαν στη σύνταξή του, κάμνοντας μία σύντομη αναδρομή στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, για να προχωρή­σει στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και να εξηγήσει τις επιδράσεις που δέχτηκαν οι Έλληνες από τη μακροχρόνια τουρκική καταπίεση και τυραννία. Δικαιολογεί το δυσδιοίκητο, το καχύποπτο και το ανυπότακτο του νεοέλληνα. Μας δίνει τη δομή και τη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας στις παραμονές του Αγώνα κατά τά­ξεις και γεωγραφικά διαμερίσματα.

Κατά τον Γκραγιάρ, άλλη είναι η κοινωνική συγκρότηση στην Πελοπόννησο, την οποία χαρακτηρίζει συντηρητική, με τους προεστώτες κυρίαρχους και τον απλό λαό καταδυναστευόμενο, τη συγκρίνει με το αυταρχικό καθεστώς της Τσαρικής Ρωσίας. Άλλη είναι η κοινωνική δομή στα νησιά, στα οποία διακρίνει τρεις τά­ξεις, τους προεστώτες, τους αστούς και το λαό, προσομοιάζει την κοινωνική συγ­κρότηση των νησιών με αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας. Περισσότερο προοδευτική κοινωνική συγκρότηση διακρίνει στη Ρούμελη (με τον όρο Ρούμελη εννοεί από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι και τη Θράκη) με διαμορφωμένη την αστική τάξη. Εμπόριο, βιομηχανία (υποτυπώδη), τέχνες – γράμματα, συνεταιριστικό και συνερ­γατικό πνεύμα, πολεμική αριστοκρατία είναι το σήμα κατατεθέν της νέας τάξης πραγμάτων στην Ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Ισχύς των προεστώτων στη Ρούμελη εί­ναι σκιώδης. Τη φιλελεύθερη κοινωνική δομή της Ρούμελης ο Γκραγιάρ τη συγ­κρίνει με αυτήν της Γαλλίας. Με βαθειά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση εξε­τάζει τις διάφορες τάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του Αγώνα και τις επιδράσεις που άσκησαν οι διάφορες προσωπικότητες στο ανώνυμο πλήθος των αγω­νιστών. Μέσα στο καμίνι του Αγώνα ανιχνεύονται οι πρώτες τάσεις συγκρότησης της νεοελληνικής κοινωνίας. Κύριο χαρακτηριστικό η εξασθένηση της ισχύος των προεστών και των προυχόντων, άνοδος των αστών – διανοουμένων πολιτικών -, έμπο­ρων – μεταπρατών και της πολεμικής αριστοκρατίας των στρατιωτικών, των καπε­τάνιων του Αγώνα.

Η μη απόλυτη επικράτηση της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο οφείλεται στην έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού των πολεμικών επιχει­ρήσεων, αφού κάθε πολεμικός αρχηγός και οπλαρχηγός ενεργούσε κατά τον τρόπο που αυτός έκρινε σωστό. Διαπιστώνει την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης στις απελευθερούμενες από τους Τούρκους περιοχές. Ο ανταγωνισμός για την επικράτηση όχι μόνον ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ακόμη και ανάμεσα στις διάφορες φατρίες της ίδιας τάξης οδήγησαν σε πολιτικές συμμαχίες ανίερες και ζημίωσαν ανεπανόρ­θωτα την επανάσταση. Ο αγώνας του ελληνικού λαού είχε ως αφετηρία την απο­τίναξη της τουρκικής δεσποτείας με βάση το πνεύμα φιλελευθερισμού που είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα. Μας κάνει σκιαγράφηση της προσωπικότητας των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών και επισημαίνει τα λάθη και τις αδυναμίες τους. Περισσότερο αναλυτικός είναι στους Δημήτριο Υψη­λάντη, Μαυροκορδάτο, Κωλέττη και στον Ιωάννη Καποδίστρια. Διαπιστώνει ότι η επανάσταση θα είχε επιτύχει στους στόχους της αν μέσα από τον Αγώνα αναδυό­ταν επιβλητική προσωπικότητα κοινής αποδοχής για να κατευθύνει και συντονίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στο έργο της διοίκησης που ποτέ δεν λειτούργησε μεθοδευμένα και αποδοτικά.

Για τον Καποδίστρια παραδέχεται ότι εφόσον τηρούσε τις ισορροπίες ανάμεσα στο φιλελευθερισμό που εξέφραζαν οι πολλοί και το δεσποτισμό που εξέφραζαν οι ολίγοι, η διοίκησή του ήταν άψογη και ετύγχανε της γενικής αποδοχές. Ακόμη επισημαίνει τις επιδράσεις που ασκούσαν οι διάφορες προσωπικότητες προς το ανώ­νυμο πλήθος, με αποτέλεσμα στενά ατομικά συμφέροντα ορισμένων ατόμων να παρουσιάζονται στο λαό ως εθνική υπόθεση. Οι ολέθριες αυτές τάσεις διαμορφώθη­καν κατά τη διάρκεια του Αγώνα και συνετάραξαν για ολόκληρες δεκαετίες τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα. Οι τάσεις αυτές, εξηγεί, οδήγησαν στη δολοφονία του Καποδίστρια και στον εμφύλιο πόλεμο. Με θάρρος και παρρησία ασκεί έντονη κρι­τική στο έργο της Αντιβασιλείας και δε διστάζει να καταγγείλει τις αυθαιρεσίες και τα σφάλματά της. Για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, υποδεικνύει στον Όθωνα τους σωστούς τρόπους ενεργείας για το καλό του ίδιου του βασιλιά, όπως τονίζει, και των υπηκόων του.

Το υπόμνημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο φυσικές ενότητες. Στην πρώ­τη ενότητα περιλαμβάνονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων στην περίοδο της τουρκοκρατίας, για τις διάφορες φάσεις του Αγώνα και τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκειά του και μετά την επιτυχή λήξη του. Το δεύτερο μέρος σε συσχετισμό με τις επισημάνσεις του πρώ­του μέρους είναι το κυρίως υπόμνημα, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα και υπο­δεικνύει στο νεαρό ηγεμόνα τα πρέποντα. Το τι πρέπει δηλαδή να κάνει: «…Δια να αναλάβει η Ελλάς εκ νέου εις τον πολιτισμόν του μέλλοντος την θέσιν του πρω­τοπόρου την οποίαν είχεν διατηρήσει επί τόσον μακρόν χρόνον εις την αρχαιότητα και το όνομα του Όθωνος, προφερόμενον με αγάπην και σεβασμόν παρά πάντων, θά καθίστατο ο πρώτος άμα και Ένδοξος κρίκος της αλύσου προς μίαν νέαν εποχήν δια την ανθρωπότητα…».

Από το παρατιθέμενο απόσπασμα διαφαίνεται η ακρά­δαντα πίστη του Γκραγιάρ ότι η νέα Ελλάδα είχε τις δυνατότητες να αναπτυχθεί οικονομικά, διοικητικά και πολιτιστικά και να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στον αν­θρώπινο πολιτισμό. Αλλά αυτό θα αποτελούσε μία ευχή ενός οραματιστή εάν τα υποδεικνυόμενα μέτρα δεν ημπορούσαν να υλοποιηθούν. Οι υποδείξεις όμως του Γκραγιάρ ήταν καλομελετημένες και μπορούσαν να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Ο Γκραγιάρ υποδεικνύει στον Όθωνα να ρίξει όλο το βάρος των ενεργειών του στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας – βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, στην οργάνωση της δημοσίας διοίκησης και των οργανισμών. Όλα αυτά προϋποθέτουν μακρά περίοδο ειρήνης και εσωτερικής ασφάλειας για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να αναπτύξει τις δημιουργικές δυνά­μεις του και να ακολουθήσει την τροχιά των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Η φιλοσοφία του υπομνήματος Γκραγιάρ στόχευε να αποτρέψει τον Όθωνα από τον ολισθηρό κατήφορο της φιλοπόλεμης τάσης του αυλικού περιβάλλοντος που τον ωθούσε σε εξωπραγματικές επιδιώξεις, τη λύση δηλαδή του ελληνικού προβλήμα­τος με την εμπλοκή της ανοργάνωτης πολεμικά χώρας σε πολεμικές περιπέτειες.

Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε σε ορισμένα βαθυστόχαστα σημεία του υπομνή­ματος Γκραγιάρ, τα οποία προκαλούν το θαυμασμό και την έκπληξή μας για την πρωτοτυπία των ιδεών και τη διεισδυτικότητα του πνεύματος Γκραγιάρ στην υφή και στην ουσία των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων της εποχής του. Για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας με παράλληλη ανάπτυξη οικιακής βιοτεχνίας και βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, υποδεικνύει τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε βιώσιμες οικιστικές μονάδες με τη δημιουργία είδους αγροτοπόλεων. Την οργάνωση και την εξειδίκευση σε όλους τους τομείς της οικονομίας με τη μετάκληση Ελλήνων εκ του εξωτερικού ή και αλ­λοδαπών. Υπαινίσσεται τη δυσφορία και την άρνηση των πλουσίων Ελλήνων της διασποράς για επενδύσεις στην πατρίδα τους. Υποδεικνύει τη δημιουργία Κεντρι­κής Τράπεζας στην πρωτεύουσα με παραρτήματα στους νομούς και στις επαρχίες για τη δανειοδότηση των αγροτών, των επαγγελματοβιοτεχνών και όλων των πα­ραγωγικών επενδύσεων. Ακόμη υποδεικνύει την ίδρυση Πανεπιστημίου και Σχολής Καλών Τεχνών με παράλληλη ίδρυση επαγγελματικών σχολείων στις επαρ­χίες, θεωρεί την εξειδίκευση ως τον ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Κρίνει απαραίτητο τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συ­στήματος και τη δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Για τη διάθεση των γεωργικών και λοιπών εγχώριων προϊόντων και την ποιοτική τους βελτίωση υποδεικνύει την καλλιέργεια του συνεταιριστικού και συνεργατικού πνεύματος. Α­κόμη και για τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο έκανε πρόβλεψη οΦραγκίσκος Γκρα­γιάρ, γιατί τον θεωρούσε ως το κύτταρο της δημοκρατίας και από ό,τι εγνώριζε, η λειτουργία του δεν είχε τεθεί σε σωστές βάσεις.

Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ για τη λύση του ελληνικού προβλήματος δεν βρήκαν απήχηση στους πολεμοκάπηλους της διεφθαρ­μένης αυλής του Όθωνα, που ωθούσαν αυτόν τον ίδιο στην καταστροφή και τον ελληνικό λαό στην οικονομική εξαθλίωση και την εθνική του ταπείνωση, αφού κάθε άστοχη ενέργεια του ηγεμόνα του σε αυτόν ξεσπούσαν τα βάρη. Μπορούμε με βε­βαιότητα να υποθέσουμε, ότι το υπόμνημα Γκραγιάρ δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια του Όθωνα. Αλλά και να περιερχόταν δεν θα είχε διαφορετική τύχη: Ο Όθωνας βασανιζόταν από συμπλέγματα κατωτερότητας λόγο της γνωστής διανοητικής του κατάστασης. Επειδή δε αδυνατούσε να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση για να επιτύ­χει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την κατά τρόπο αποδοτικό λειτουρ­γικότητα της κρατικής μηχανής, παρουσίαζε τον εαυτό του εις τούς υπηκόους του ως επεξεργαζόμενος την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [38] Μέσα λοιπόν σε αυτό το αρρωστημένο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στο Παλάτι, το υπόμνη­μα Γκραγιάρ δεν είχε καμμία απολύτως θέση. [39] Ωστόσο, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν απογοητεύεται και δεν τα βάζει κάτω, αλλά αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες.

Το 1837 ηγείται μιας κίνησης που αποσκοπούσε στη συνένωση όλων των πο­λιτικών δυνάμεων με στόχο και πάλι την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Συγχώνευσις» και παρέμεναν αξεδιάλυ­τοι οι στόχοι και ο σκοπός της ίδρυσής της, ακόμη και μέχρι τα τελευταία χρόνια. [40]  Οι λόγοι αυτής της ασάφειας οφείλονται στο γεγονός ότι η κίνηση αυτή αποσκοπού­σε στη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων με ηγέτη το Βασιλιά Όθωνα. Άλλα μια τέτοια κίνηση από τα υπεύθυνα για την κακοδαιμονία της χώρας κόμ­ματα και το συνυπεύθυνο τους βασιλιά κάθε άλλο παρά ευμενή απήχηση μπορούσε να έχει στα λαϊκά στρώματα και στον τύπο της εποχής.[41]

Μόνον ο συσχετισμός του υπομνήματος Γκραγιάρ του 1835 προς το βασιλιά Όθωνα και η κίνηση της «Συγχώνευσις» του ιδίου του έτους 1837 ξεδιαλύνουν τα πράγματα, γιατί εμπνευστής και των δύο κινήσεων είναι οΦραγκίσκος Γκραγιάρ με κοινό στόχο την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, που είχε ζήσει έντονα τη μακροχρόνια ελληνική τραγωδία, όταν απέτυχε να πείσει τον Όθωνα να αφήσει τους ακροβατισμούς και να ακολουθήσει το σωστό δρόμο, οραματίστηκε τη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ως μοναδική διέξοδο στο αδιέξοδο της αντιπαλότητας των Ανακτόρων και των κομματικών φατριών, που είχαν δημιουργήσει εκείνη την ασφυ­κτική κατάσταση.[42]

Ο Γκραγιάρ ηγήθηκε μιας ευρύτατης κίνησης με στόχο ένα είδος οικουμενικής κυβέρνησης για τη λύση των εκρηκτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Φυσικά η κίνηση Γκραγιάρ δεν έγινε κατανοητή από τις πο­λιτικές δυνάμεις της εποχής του. Ωστόσο, οι ιδέες του επεκράτησαν αργότερα με τη δημιουργία οικουμενικών κυβερνήσεων, σε κρίσιμες φάσεις του εθνικού μας βίου. Και από την άποψη αυτή ο τίτλος του οραματιστή και του ελληνολάτρη ανήκει δι­καιωματικά στο Μεγάλο Φιλέλληνα Φραγκίσκο Γκραγιάρ.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ψ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός Χωροφυλακής.

[2] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΓΚΡΑΓΙΑΡ 1792 – 1863, Ο Πρώτος Αρ­χηγός της Ελληνικής Χωροφυλακής», Επιθεώρηση Χωροφυλακής, τόμος 9ος / 1978, σελ. 319-321.

[3] Χαρίκλειας Γ. Δημακοπούλου «Ο ΣΑΙΝΣΙΜΟΝΙΣΤΗΣ FRANCOIS GRAILLARD», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τό­μος 22ος, Αθήναι 1979, σελ. 368. «…Δεν εξετιμήθη ειμή ως στρατιώτης, ως επαγγελ­ματίας πολεμιστής, ενώ έκρυβεν ολόκληρον κόσμον ιδεών, νέων και ριζοσπαστικών δια την εποχήν του και ίσως δια μόνον δι’ αυτήν ως ιδεολόγος, ως στοχαστής, ως πολιτικός αναλυτής, ως εισηγητής μεταρρυθμίσεων, αι οποίαι απέβλεπον εις το μεγαλείον, την προκοπήν και την ακτινοβολίαν της Ελλάδος».

[4] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[5] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό .π., σελ. 390 – 391.

[6] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό. π., σελ. 386.

[7] Αρχείον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τής Ελλάδος, αριθμός κωδικός 284.

[8] Φύλλον Μητρώου του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, της υπηρεσίας αρχείων του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας.

[9] Εφημ. «Παλιγγενεσία», φύλλο 141 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 4 και εφημ. «Ραδαμάνθυς», φύλλο 17 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 2 «Λόγος Επιτάφιος, επί του τάφου του Γάλλου φιλέλληνος και Στρατηγού Γραλλιάρδου» υπό  I. Κόνιαρη.

[10] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[11] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου,   ό. π., σελ. 369, υποσ. 3.

[12] Ναπολέοντα Σταμ. Δοκανάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΓΛΟΣ (1789- 1868)», Ιωάννινα 1987, σελ. 109, υποσ. 9, όπου γίνεται σύντομη βιογραφία του Φραγκίσκου Γκραγιάρ.

[13] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 372.

[14] Αρχείον Μαυροκορδάτου, τεύχος 111, εν Αθήναις 1968, σελ. 531-533 (έγγρ. 831) και σελ. 543-545 (έγγρ. 839).

[15] Διον. Καραβία,   τόμος 1  (1971), τεύχος Β, σελ. 187 – 189 και 191 – 197.

[16] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 21-28, Ιστορική Ανασκόπησις των Γεγονότων και Συμβάντων τα οποία οδήγησαν εις την Ναυμαχίαν του Ναυαρίνου.

[17] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», ό. π., σελ. 24-27.

[18] Ε λ. Γ. Πρεβελάκη: «Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», εν Αθήναις 1950, σελ. 60, 84 και 115.

[19] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ.  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ. .

[20] Ναπολέοντα Σταμ. Δονακάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΧΑΧΟΠΟΥΛΟΣ 1789-1868», Ιωάννινα 1987, σελ. 109-110, υποσ. 9.

[21] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ (1833 -1933», τεύχος Α’ (1821 -1835), «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ», Αθήναι 1931, σελ. 48.

[22] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ανέκδοτο Ιστορικό Λεύκωμα για τα 150 Χρόνια της Ελληνικής Χωροφυλακής, Αθήνα 1983.

[23] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός της Ελληνικής Χωροφυλακής.

[24] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Οθωνικό αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών – Αστυνομία -Χωροφυλακή, φάκελλοι 1 -10.

[25] Χρήστου Ρέππα: «Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ» (1833 -1834), περιοδικό «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», τεύχος 154 (Οκτώβριος 1982), σελ. 739 έως 742.

[26] Τ. Α. Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού. ό. π., σελ. 95: «Η ίδρυση της Χωροφυλακής αποδείχτηκε πιο επιτυχής…….».

[27] G. Eichthal: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ­ΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821», επιμ. ΑΘ. Χ. Παπαδοπούλου, εν Αθήναις 1974, σελ. 39 και ιδίου   «Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1833-1835», έπιμ. Γ. Τ. Μίρκου, έν Αθήναις 1968, σελ. 36.

[28] Ν.  Σ.  Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ – Ιστορικαί σελίδες», τόμος Α’, Αθήναι 1960, σελ. 81.

[29] Διάταγμα της 19ης και 22ας Μαΐου 1854, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φυλ. 15 της 5 Ιουνίου 1854, σελ. 77-78.

[30] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 378.

[31] Ιστορικά  Αρχεία Αρχηγείου  Χωροφυλακής»,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχηγός Χωροφυλακής.

[32] Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκ. 10 – ¡90 – Όθων. Αρχ. Υπουργείου Εσωτερικών.

[33] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ.

[34] I.   Α.   Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού ,   ό. π., σελ. 33 και 217.

[35] Χαρίκλειας   Γ.   Δ η μ α κ ο π ο ύ λ ο υ ,   ό. π., σελ. 392.

[36] Το υπόμνημα Γκραγιάρ είχε καταγραφεί από τον αείμνηστο καθηγητή Σπύρο Λάμπρο και είναι ταξιθετημένο στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελ­λάδος, άριθ. Κώδικα 284.

[37] Δυστυχώς, οι ιδέες του Γκραγιάρ για εξειδίκευση στο γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα, ακόμη και στο βιοτεχνικό, ναυτιλιακό και εμπορικό τομέα, άργησαν πολύ να πραγματοποιηθούν στη χώρα μας. Ακόμη, η δημιουργία αγροτοπόλεων, που εισηγήθηκε, για τη συγκράτηση των αγροτικών πληθυσμών στην ύπαιθρο, μόνον προς το τέλος τής 10ετίας του 1960 συζητήθηκε στην ελληνική Βουλή, χωρίς να υλοποιηθεί.

[38] Σπ. Β. Μαρκεζίνη:«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑ­ΔΟΣ», τόμος πρώτος, Αθήναι 1966, σελ. 208.

[39] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ», σελ. 40-90, τόμος ΙΓ’ Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους Εκδοτικής Αθήναι Α.Ε., Αθήναι 1977.

[40] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ -Οθωνική περίοδος 1833-1843», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθή­να 1982, σελ. 198-199.

[41] Έφημ. «ΑΘΗΝΑ», τόμοι 1837 και 1838.

[42] Ναπολέοντος Σταμ. Δοκανάρη : «ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ AΣMA ΤΟΥ ΟΘΩΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ», περιοδικόν «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 325 – 326 / Μάιος – Ιούνιος 1979, σελίδες 387 – 396, βλέπε σελ. 388 «…Η πολιτική που ακολούθησε ο Όθωνας για την υλοποίηση των σκοπών της Μεγάλης Ιδέας ήταν καθόλα λανθασμένη…..».

Ναπολέοντας  Σταμ. Δοκανάρης

Φιλόλογος – Ιστορικός

Ηπειρωτική Εστία (Μηνιαία Επιθεώρησις Εν Ιωαννίνοις), Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 1990, τεύχη, 453-454-455.

Διαβάστε ακόμη:

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837.

Read Full Post »

3η Σεπτεμβρίου 1843 – Εκλογή εκλεκτόρων και πληρεξουσίων των Επαρχιών Άργους, Κορινθίας και Ναυπλίας. Ξενοφών Χρ. Ηλίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης ε.τ. και Ζωή Ξεν. Ηλία, Δασκάλα.


 

Ένας σημαντικός σταθμός στην πορεία του Συνταγματικού βίου της χώρας μας είναι η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, κατά την οποία λαός και στρατός ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν από το βασιλιά Όθωνα Σύνταγμα, ώστε να δοθεί τέλος στην απολυταρχική διακυβέρνηση που είχε επιβάλει η βαυαρική δυναστεία. Πρωταγωνιστές της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν οι Γιάννης Μακρυγιάννης, Ανδρέας Μεταξάς και ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης, οι οποίοι με τη βοήθεια πολλών άλλων πολιτικών και στρατιωτικών προετοίμασαν την Επανάσταση, με αποτέλεσμα τα ξημερώματα της 3ης προς την 4η Σεπτεμβρίου στρατός και λαός να περικυκλώσουν τα ανάκτορα και να απαιτήσουν από το Βασιλιά την παραχώρηση Συντάγματος.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο Όθωνας κάτω από την πανελλήνια απαίτηση αναγκάστηκε να υπογράψει τα σχετικά Διατάγματα, ώστε να δρομολογηθούν οι διαδικασίες για την εκλογή πληρεξουσίων, οι οποίοι θα έπαιρναν μέρος στην Εθνοσυνέλευση για την κατάρτιση και ψήφιση του Συντάγματος του 1844. Επειδή όμως δεν υπήρχε νομοθετικό πλαίσιο για την εκλογή πληρεξουσίων χρησιμοποιήθηκε το νομοθετικό πλαίσιο του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια που εφαρμόστηκε στην εκλογή πληρεξουσίων για τη Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους το 1829.

Το Νομοθετικό πλαίσιο του Καποδίστρια για την εκλογή πληρεξουσίων προέβλεπε στην πρώτη φάση την εκλογή εκλογέων (εκλεκτόρων) κάθε χωριού ή πόλης, οι οποίοι στη συνέχεια πήγαιναν στην πρωτεύουσα της Επαρχίας και έπαιρναν μέρος στην Επαρχιακή Συνέλευση για την εκλογή πληρεξουσίων (βουλευτών) που θα συμμετείχαν στην Εθνοσυνέλευση. Με βάση το νομοθετικό αυτό πλαίσιο έγινε και η ανάδειξη των εκλογέων των χωριών και κωμοπόλεων των Επαρχιών Άργους, Κορινθίας και Ναυπλίας.

Δικαίωμα ψήφου είχαν οι αυτόχθονες πολίτες που κατοικούσαν σε κάθε χωριό ή πόλη, καθώς και οι μέτοικοι από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές που είχαν συμπληρώσει την ηλικία των 25 ετών και είχαν κάποια κινητή ή ακίνητη περιουσία. Οι υποψήφιοι για το αξίωμα του πληρεξουσίου έπρεπε να έχουν ηλικία τουλάχιστον 30 ετών και να έχουν εισόδημα τριπλάσιο του εισοδήματος των εχόντων δικαίωμα ψήφου.

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Ο αριθμός των εκλογέων που αναδείκνυε κάθε χωριό ή πόλη ήταν ανάλογος του αριθμού των οικογενειών του χωριού ή της πόλης. Ένα χωριό, για να εκλέξει εκλογείς, θα έπρεπε να κατοικείται από τουλάχιστον 15 οικογένειες. Με 15-50 οικογένειες αναδείκνυε έναν εκλογέα, με 50 – 100 οικογένειες δύο εκλογείς, με 100 – 200 τρεις και για κάθε προστιθέμενη εκατοντάδα οικογενειών αυξανόταν ο αριθμός των εκλογέων κατά έναν.

Ο αριθμός των υποψηφίων εκλογέων κάθε χωριού ήταν τετραπλάσιος του αριθμού των εκλογέων που έπρεπε να σταλούν στην Επαρχιακή Συνέλευση για την εκλογή πληρεξουσίων. Δηλαδή, αν ένα χωριό όφειλε να αναδείξει έναν εκλέκτορα για την επαρχιακή συνέλευση, θα έπρεπε ο κατάλογος των υποψηφίων εκλογέων που συνέτασσαν τα πέντε γεροντότερα μέλη της τοπικής συνέλευσης να περιέχει τέσσερις υποψηφίους, ενώ οι πολίτες καλούνταν να επιλέξουν με την ψήφο τους τον υποψήφιο της αρεσκείας τους. Εκείνος που έπαιρνε περισσότερες ψήφους ανάμεσα στους τέσσερις υποψηφίους πήγαινε ως εκλέκτορας του χωριού στην Επαρχιακή Συνέλευση.

Ο χώρος που διεξάγονταν οι εκλογές ήταν η εκκλησία του χωριού ή της κωμόπολης και ακολουθείτο η παρακάτω διαδικασία. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας και παρουσία του ιερέα και του Δημοτικού Παρέδρου, δηλαδή του εκλεγμένου εκπροσώπου της Δημοτικής Αρχής κάθε χωριού, ο ιερέας που τελούσε τη Θεία Λειτουργία συνέτασσε τον κατάλογο των πολιτών που είχαν δικαίωμα ψήφου. Στη συνέχεια, ο ιερέας με το Ευαγγέλιο όρκιζε τους πολίτες με τον ακόλουθο όρκο, τον οποίο διάβαζε ο γεροντότερος της Συνέλευσης και τον επαναλάμβαναν οι πολίτες με ανυψωμένο το δεξί χέρι:

 

«Εν ονόματι της Παναγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι ενώπιον του Θυσιαστηρίου του Θεού της Αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου, ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε διά φόβον ζημίας, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά τη συνείδησίν μου και χωρίς καμμίαν προσωποληψίαν».

Μετά την ορκωμοσία οι πέντε γεροντότεροι πολίτες της συνάθροισης, παρουσία και του Παρέδρου, συνέτασσαν τον κατάλογο των υποψηφίων εκλογέων και στη συνέχεια άρχιζε η ψηφοφορία για την εκλογή των εκλεκτόρων.

Μετά το τέλος της ψηφοφορίας γινόταν η καταμέτρηση των ψήφων κάθε υποψηφίου και συντασσόταν το πρακτικό των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας, το οποίο υπογραφόταν από τον Πάρεδρο του χωριού, τον ιερέα και τα πέντε γεροντότερα μέλη που συνέταξαν τον κατάλογο των υποψηφίων εκλογέων. Αντίγραφο του πρακτικού έπαιρνε ο νόμιμος εκλογέας και πήγαινε στην πρωτεύουσα της Επαρχίας, για να λάβει μέρος στην εκλογή των πληρεξουσίων της Επαρχίας. Στην Επανάσταση έλαβε ενεργητικόν μέρος και ο εξ Άργους καταγόμενος ανθυπασπιστής Ιωάννης Ζεγκίνης του 2ου τάγματος Πεζικού [1].

 

Α΄ Πληρεξούσιοι Επαρχίας Άργους [2]

 

Οι εκλογές για την ανάδειξη των πληρεξουσίων της Επαρχίας Άργους έγιναν στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου Άργους στις 26 Σεπτεμβρίου 1843.

Μετά τη θεία Λειτουργία ο ιερέας Ηλιού Μασσουρίδης, αφού έψαλε τη δοξολογία, κατέστρωσε τον κατάλογο των παρόντων που είχαν δικαίωμα ψήφου πολιτών και χωρικών. Ο κατάλογος αυτός περιελάμβανε 1869 εκλογείς, από τους οποίους 30 ήταν εκλέκτορες από τα χωριά της Επαρχίας Άργους, που αναφέρονται παρακάτω.

Ακολούθως εκλέχτηκαν παμψηφεί ο β΄ Δημαρχικός Πάρεδρος του δ. Αργείων Γεώργιος Αλμπανόπουλος, Πρόεδρος της Συνέλευσης, και τα μέλη της πενταμελούς Επιτροπής, που ήταν οι: Ιωάννης Θεοδοσίου, Ιωάννης Σέκερης, Σταύρος Παπαλεξόπουλος, Ηλίας Ανυφιώτης και Θεόδωρος Μοθωνιός.

Οι εκλογείς και οι εκλέκτορες των χωριών εξέλεξαν ομοθυμαδόν απ’ ευθείας πληρεξουσίους για την Εθνική Συνέλευση τους Δημήτριο Περρούκα και Χρήστο Βλάσση.

Παραθέτουμε παρακάτω το πρακτικό εκλογής πληρεξουσίων με τα ονόματα μόνον των 30 εκλεκτόρων των χωριών της Επαρχίας Άργους. Λόγω στενότητας χώρου δεν είναι δυνατόν να δημοσιευτούν και οι άλλοι 1839 εκλογείς από την πόλη του Άργους.

«Εν ονόματι του Υψίστου Θεού και της Φιλτάτης Ημών Πατρίδος.

Την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού τρίτου έτους, συνελθόντες οι υποφαινόμενοι κάτοικοι της Πόλεως και επαρχίας Άργους εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου, διά να εκλεχθώσιν οι πληρεξούσιοι της Επαρχίας, και μετά την θείαν Λειτουργίαν, αναγνωσθέντων κατά πρόσκλησιν ημών παρά του ιερουργήσαντος ιερέως Ηλιού Μασσουρίδου, του τε από της 3ης του μηνός τούτου Β. Διατάγματος περί Εθνικής Συνελεύσεως, και του υπ’ αριθ. 10049 Ψηφίσματος του Κυβερνήτου της Ελλάδος, και των συνημμένων αυτώ υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών στηριζομένων επί του 17 Νόμου όπου ψαλείσης δοξολογίας, κατεστρώθη ο κατάλογος των παρόντων και εχόντων δικαίωμα ψήφου πολιτών και χωρικών.

Μετά δε ταύτα αναγνωσθέντος του καταλόγου αυτού και επικυρωθέντος παμψηφεί παρά της Συνελεύσεως έδωσαν όλοι οι προσυπογεγραμμένοι πολίται και εκλογείς των χωρίων τον διαγεγραμμένον όρκον εν τω 5 Κεφαλαίω των ειρημμένων οδηγιών. Ακολούθως εκλεχθέντος παμψηφεί του τε Προέδρου της Συνελεύσεως κυρίου Γεωργίου Αλμπανοπούλου και της πενταμελούς Επιτροπής Ιωάννου Θεοδοσίου, Ιωάννου Σέκερη, Σταύρου Παπαλεξόπουλου, Ηλιού Ανυφιώτου και Θεοδώρου Μοθωνιού. Και κατά το 6 άρθρ. των οδηγιών η Συνέλευσις, διά να μη βραδύνη η εκλογή των πληρεξουσίων δι εκείνης των εκλογέων, ήτις διά να εκπληρωθώσιν οι διαγεγραμμένοι τύποι εν ταις ρηθείσαις οδηγίαις, απήτει απέραντο διάστημα καιρού επί ματαίω, απεφάσισαν ομοθυμαδόν να εκλεχθώσιν απ’ ευθείας παρά του Λαού οι ειρημένοι πληρεξούσιοι και ούτως εξελέχθησαν παμψηφεί εν πλήρη ειρήνη  και ομονοία οι κύριοι Δημήτριος Περρούκας και Χρήστος Βλάσσης πληρεξούσιοι της Επαρχίας Άργους.

 

Ο Πρεσβύτερος ιερεύς                                  Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                             Γ. Αλμπανόπουλος

προς ους δίδεται πάσα πληρεξουσιότης διά να αντιπροσωπεύσωσιν αυτήν εις την διά του ρηθέντος από της 3 Σεπτεμβρίου τ.ε. Β. Διατάγματος προσεχώς γενησομένην Εθνικήν Συνέλευσιν και διαπραγματευθώσιν όλα τα αντικείμενα όσα καθυποβληθώσιν εις την συζήτησιν και απόφασιν αυτής, καθώς υπαγορεύουν τα αληθή δίκαια και συμφέροντα της Πατρίδος.

Διό εγένετο η παρούσα πράξις και υπεγράφη παρά του γεροντοτέρου ιερέως Ηλιού Μασσουρίδου του ειρημένου Ναού Αγίου Νικολάου, παρά του Προέδρου της Συνελεύσεως ταύτης βου Δημαρχικού παρέδρου Άργους κυρίου Γεωργίου Αλμπανοπούλου κωλυομένου του Δημάρχου και απόντος του αου παρέδρου Νικολάου Κορδία, εκλεχθέντος συνάμα και παρά του Λαού ως προέδρου της Συνελεύσεως, της διορισθείσης πενταμελούς Επιτροπής και παρ’ όλων εν γένει των συνελθόντων πολιτών και χωρικών, όσοι ελάβωσι μέρος εις αυτήν. Εγένετο εν Άργει την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου 1843 εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου ημέρα Κυριακή.

 

Ο πρεσβύτερος ιερεύς                       Ο πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                 Γεώργιος Αλμπανόπουλος

 

Η πενταμελής Επιτροπή της Συνελεύσεως

Ιωάννης Θεοδοσίου                           Ιωάννης Σέκερης

Θεόδωρος Μοθωνιός             Ηλίας Ανυφιώτης

Σταύρος Παπαλεξόπουλος

Έπονται αι υπογραφαί των πολιτών (1839 εκλογείς από την πόλη του Άργους και 30 εκλέκτορες από τα χωριά που ανήκαν το έτος 1829 στην Επαρχία Άργους, κατ’ αλφαβητική σειρά και μέσα σε παρένθεση η σημερινή ονομασία τους).

Εκλέκτορες από τα χωριά

1 Άργεια: Λιβανάς Θεόδωρος

2 Βρούστι: Ταραντίλης Παναγιώτης

3 Καπαρέλι: Θεοδώρου Δημήτριος

4 Καρυά: Γεωργαντόπουλος Α. Π και Ταγρές Γιαννάκης

5 Κέρμπεσι: Νικόλαος Μήτρου Κώνστα

6 Κουρτάκι: Παπαμανώλης Χρήστος και Γραμματικού Αναγνώστης

  Κουρτάκι:  Πιπέρος Νικόλαος και Κολικλιάτης Παναγιώτης

7 Κουτζοπόδι: Παπαβασιλείου Γιαννάκος, Παιδάκης Σπύρος, Μήτρος της Τάσαινας

8 Μέρμπακα (Αγία Τριάδα):Παπαγιαννόπουλος Αναγνώστης, Καλογερόπουλος Δημήτριος

9 Κάτω Μπέλεσι (Λυρκεία): Αναγνώστης Παπά Νικολάου, Μαρούσης Αντώνης

10 Επάνω Μπέλεσι (Κεφαλόβρυσο): Παπαναστασίου Ιωάννης, Παπαδημητρίου Αναγνώστης

11 Μπόρσια: Δημόπουλος Γεώργιος

12 Μπουγιάτι(Αλέα): Οικονόμου Πανάγος, Πακοπάνου (Μπακοπάνου) Σπύρος

13 Μύλοι: Σπανός Παναγής

14 Νεοχώρι: Παπά Κωνσταντόπουλος Αναγνώστης

15 Σκαφιδάκι: Μπιτέρης Μήτρος

16 Στέρνα: Αντωνόπουλος Παναγιώτης

17 Σχοινοχώρι: Φλίνος Αναστάσιος

18 Επάνω Φύχτι: Τόμπρας Δημήτριος

19 Κάτω Φύκτια: Παπαδόπουλος Α.

20 Χαρβάτι (Μυκήναι): Κολιζέρας Αθανάσιος

 

Ο πρεσβύτερος ιερεύς                       Ο πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                 Γ. Αλπανόπουλος

Πιστοποιείται το γνήσιον και αυτόγνωμον των εν τοις ανωτέρω και όπισθεν εξήκοντα τέσσαρες σελίδες περιεχομένων υπογραφών των κατοίκων της Πόλεως Άργους και των εκλογέων των διαφόρων χωρίων της επαρχίας Άργους τον αριθμόν χιλίων οκτακοσίων εξήκοντα εννέα γεγραμμένων ενώπιον ημών του τε πρεσβυτέρου ιερέως Ηλιού Μασσουρίου, και του Προέδρου της γενομένης εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου Συνελεύσεως περί εκλογής των πληρεξουσίων Γεωργίου Αλπανοπούλου εκείνων μεν των ειδότων γράφειν αυτοχείρως, των δε μη ειδότων παρά των ιερέων των διαφόρων εκκλησιών της Πόλεως ταύτης, Ηλιού Μασσουρίδου, Δημητρίου Σακκελαρίου, Γεωργίου Λαλουκιώτου, Παναγιώτου Αντωνοπούλου, Νικολάου Τζελεπατιώτου, Δημητρίου Κωστουροπούλου και Γεωργίου Παπά Ανδριανού και υπογραφομένης εκάστης σελίδος παρ’ ημών του τε πρεσβυτέρου ιερέως και του Προέδρου.

 

Εν Άργει την 4ην Οκτωβρίου 1843            Ο Πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ο Πρεσβύτερος των ιερέων του εν τω κέντρω

της πόλεως Ναού του Αγίου Νικολάου

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                                          Γ. Αλπανόπουλος

 

Ότι αντίγραφον απαράλλακτον τη πρωτοτύπω πράξει της εκλογής των πληρεξουσίων της επαρχίας Άργους.

Εν Άργει την 13 Οκτωβρίου 1843

Ο εκπληρών τα δημαρχικά καθήκοντα

Βος Δημαρχικός πάρεδρος

(Τ.Υ.Σ.) ΔΗΜΟΣ ΑΡΓΟΥΣ Γ. Αλπανόπουλος

Στις 6.11.1843 ο Χρήστος Βλάσσης, που είχε εκλεγεί Πληρεξούσιος μαζί με το Δημήτριο Περρούκα, υπέβαλε το παραπάνω πρακτικό στην Εξεταστική Επιτροπή των Πληρεξουσίων εγγράφων.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Β΄ Πληρεξούσιοι Επαρχίας Κορινθίας [3]

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Στην Επαρχία Κορινθίας ψήφισαν 93 εκλέκτορες από τα χωριά που ανήκαν το 1829 στην Επαρχία, στον ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πόλη της Κορίνθου στις 3 και 4 Οκτωβρίου 1843, ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Αθανασίου, του Προέδρου Αριστείδη Ρέντη και της πενταμελούς Επιτροπής Κων-νου Δημητριάδη, Παναγιώτη Καλαρά, Γιάννη Φωτομάρα, Αναγνώστη Πρωτοπαππά και Κων-νου Στεριοπούλου και εξέλεξαν παμψηφεί πληρεξουσίους τους Πανούτζο Νοταρά, ο οποίος εξελέγη Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης ως γεροντότερος και ο Αριστείδης Ρέντης. [4]

Είχαν αναδειχθεί εκλέκτορες, οι οποίοι ψήφισαν σ’ αυτήν από τα παρακάτω χωριά που ανήκαν τότε στην Επαρχία Κορινθίας από:

α) Λίμνες: Μεκριτζής Παναγιώτης, Παπά Γεωργίου (Παπαγεωργόπουλος) Παναγιώτης και Νότης Γεώργιος.

Παραθέτουμε για πληρέστερη γνώση των αναγνωστών μερικά στοιχεία από το από 26.9.1843 πρακτικό.

Πρόεδρος της τοπικής συνέλευσης ήταν ο Π. Παπά Γεωργίου και εφημέριος του χωριού ο Ιερέας Παπά Γεώργιος Οικονόμου. Η επιτροπή των γεροντοτέρων της τοπικής Συνέλευσης που συνέταξε τον πίνακα των υποψηφίων αποτελείτο από τους: Βλάχο Γεώργιο, Καρούνη Δημήτριο, Ηλιάδη Αθανάσιο, Γκολέμη Γεώργιο και Ψωμά Γεώργιο.

Στο πρακτικό της εκλογής περιέχονται δύο κατάλογοι. Ο πρώτος κατάλογος περιλαμβάνει τους υποψηφίους εκλέκτορες για την Επαρχιακή Συνέλευση με τις ψήφους που πήρε ο καθένας:

 

α.α Ονοματεπώνυμο Ψήφοι
    Υπέρ Κατά
1 Μεκριτζής Παναγιώτης 107 35
2 Παπά Γεωργίου Παναγιώτης 79 65
3 Νότης Γεώργιος 79 62
4 Μιγκολιός Μίχος 73 71
5 Δελιπαναγιώτης Γιαννάκης 73 70
6 Λέκας Ιωάννης 70 73
7 Ψωμάς Αναγνώστης 70 73
8 Οικονόμου Μήτρος 70 69
9 Ηλίας Ιωάννης 68 75
10 Παπά Ιωάννου Αναγνώστης 65 68
11 Μαρίνος Γεώργιος 64 80
12 Σταύρος Παναγιώτης 62 82

 

Από τους δώδεκα υποψηφίους εκλέκτορες εκλέχτηκαν για την Επαρχιακή συνέλευση Κορινθίας τρεις, οι Μεκριτζής Παναγιώτης, Παπά Γεωργίου Παναγιώτης (Παππαγεωργόπουλος) και Νότης Γεώργιος.

Ο δεύτερος κατάλογος που επισυνάπτεται στο πρακτικό περιλαμβάνει 115 εκλογείς που είχαν δικαίωμα ψήφου και τα στοιχεία τους. Ο κατάλογος αυτός έχει ως εξής:

 

Ονοματεπώνυμο Ονοματεπώνυμο Ονοματεπώνυμο
Ψωμάς Αναγνώστης Νότης Γεώργιος Δήμας Τάσος
Κακούρος Χρίστος Μηγκολιός Μήχος Κακούρος Μήχος
Κυμπούρης Γ. Κακούρος Σπύρος Παπαγεωργίου Παναγιώτης
Οικονόμος Δημήτριος Τασιάκης Κακούρος Μήτρου Γιάννης
Κοντογιάννης Μ. Κονδίλης Γιάννης Γιαννάκης
Κονδίλης Ανα. Γεώργας Γιάννης Κονδίλης Γ.
Κακαβάς Γιάννης Αντωνίου Τάσος Βλάχος Γ.
Ξίδης Δη. Γκολέμης Γ. Γκολέμης Μ.
Κακούρου Μ.Π. Κονδίλης Τάσος Ψυχογιός Θανάσης
Ψυχογιός Αθα. Γιάννης Φρίμης Β. Μακριγιάννης
Σουφρίλας Γιάννης Παπαϊωάννου Γιάννης Κουτζούκος Γ.
Πότος Μήτρος Πήκος Τάσος Ηλίας Γιάννης του Μήτρου
Κολεβέντης Γ. Οικονόμου του Μήτρου Γιάννης Μπαστούνη Μ. Γ.
Μπινιάρης Γιάννης Κολαράς Γιάννης Ψωμά Γ. Τάσος
Ουλή Κώστα Γιάννης Χρίστου Μ. Π. Μπαστούνης Γιάννης
Μπάρμπας Σπύρος ; Ψωμά Παναγιώτης Πίκιος Κώστας
Πίκιος Τάσος Μαρίνος Γ. Κατεμής Μ.
Καμπόσος Τάσος Στάρφας Τάσος Λέκας Γιάννης
Λέκας Αγγελής Παπά Μιχάλη Αθανάσιος Ηλίας Αθανάσιος
Σβήγκος Γιάννης Τζιούμπας Γεώργιος Ζωρμπάς Π.
Γαρούρος Μ. Κρέμασης Μ. Γαρούφος Π.
Κόλιας Τάσος Κρέμασης Γεώργιος Βλάχος Χ.
Κόλια Μ. Τάσος Γιάννης … Κακούρος Τάσος
Γαρούφος Γ. Στάρφας Μ. Αργύρης Μ.
Καραμάνου Π. Τάσος Μελέτης Μ. Παπά Ιωάννου Αναγνώστης
Παπά Ιωάννου Αναγν. Π Βλάχος Γιάννης Κρέμασης Μ. Γιάννης
Σιατριλής Μήτρος Μελέτης Γ. Παπά Ιωάννου Αναγν. Χρίστος
Λέκας Γιαν. Μήτρος Νότης Γ. Μ. Δήμα Τάσου Γ.
Μπαστούνη Αθ. Γ. Πίκιος Αθανάσιος Μπινιάρη Τάσου Γιάννης
Στάρφας Γιάννης Νότης Π. Στάργας Τάσου Γ.
Ζονίτζας Τάσος Ζονίτζα Αναστα. Γιάννης Ρουστέμης Π. Γιάννης
Κατεμή Μ. Τάσος Κολεβέντης Μ. Μπαστούνη Αθα. Σπύρος
Δήμα Τάσου Μ. Σουφρίλας Τάσος Σβίγγος Χ.
Κακούρου Αναστ. Χ. Κονδίλης Αναγνω. Π. Ρουστέμης Π.
Οικονόμου Αναγνώστης Οικονόμου Αναγνώστης Κλιούλης Τάσος
Δήμας Σταμάτη Μ. Βλάχος Π. Γιαννάκης Π.
Νότη Ιωάννου Τάσος Πιτζάκης Τάσος Νότη Μ. Γεώργη Τάσος
Σταύρος Π. Παπά Γεώργιος Σταμάτης Τάσος
Κολαράς Χρίστος Μπινιάρης Τάσος Βλάχος Αποστόλης
Μεκριτζής Π. Νότης Γιάννης Χρίστου Μ. Γ.
Γιαννάκης Γ. ΤζιούμπαΓιάννου Μήτρος Πιτζάκης Γιάννης
Λέκα Αναστα. Γιάννης Σταματήτζας Ανδριανός Βλάχος Τάσος
Κακούρου Αναστασίου Γιάννης Τέσης Τάσος Ζιόγαλης Τάσος
Τζάτζαρη Αναστασίου Μήτρος Ντρούσκας Γ. Σταμάτης Δήμας
Καρούνης Μήτρος Καραμάνος Πάνος απόντος Ζονίτζας Γεώργιος
Μεϊντάνης Γεώργιος Μεϊντάνης Τάσος Καρούνης Παναγιώτης
Πότος Γιάννης Νότη Γ. Γιάννης Βλάχος Μήτρος
Μπινιάρης Μ. Σιελιότης Ανδριανός Ηλιάδης Γιάννης
Γιάναρης Χρίστος

 

Την 26. 7βρίου 1843                      Εκ Λιμνών

Ο Ιερεύς (Τ.Υ.) Παπά Γεώργιος Οικονόμου

Ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Π. Σ. Σταύρος

 

Το πρακτικό εκλογής υπογράφεται ως εξής:

Ο Ιερεύς                                                      Ο Πρόεδρος

Παπά Γεώργιος Οικονόμου                 Π. Παπά Γεωργίου

Αθανάσιος Ηλίας, Γεώργιος Μαρίνος, (Γεώργιος Γκολέμης αγράμματος διά Μ. Μιγκολιού), (Γεώργιος Βλάχος αγράμματος ων κατ’ αίτησίν του Γεώργιος Μ. Κιμπουρόπουλος), (Δημήτριος Καρούνης, αγράμματος ων κατ’ αίτησίν του Δημήτριος Δημόπουλος).

 Ο πάρεδρος του χωρίου Λιμνών επικυροί τας ανωτέρω υπογραφάς του εφημερίου, προέδρου και των δύο μελών γεροντοτέρων Γεωργίου Βλάχου και Δημητρίου Καρούνη, των δε ετέρων τριών γερόντων Αθανασίου Ηλιάδου, Γεωργίου Γκολέμη και Γεωργίου Ψωμά μετά την αποπεράτωσιν της εκλογής ούσα νομιμοτάτη προσεκλήθησαν να συνυπογράψουν και δεν επαρουσιάσθησαν. Όθεν κηρύττομεν νόμιμον την συνέλευσιν ενεργήσαντες ταύτην κατά τον Νόμον τη 26. 7βρίου 1843 Λίμναις.

Τη αυτή ημερομηνία ο ειδικός πάρεδρος (Τ.Υ.) Π. Σταύρος

Την επόμενη ημέρα 27 Σεπτ. 1843 παρουσιάστηκαν οι τρεις που δεν είχαν υπογράψει και υπέγραψαν αναγνωρίζοντες αυτήν νόμιμον.

β) Μπερμπάτι ( Προσύμνη)

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1843 ο πάρεδρος Αναγν. Ξύδης και ο Προεδρεύων Χρίστος Λύκος κοινοποίησαν στους εκλέκτορες του χωριού Ιωάννη Παπά Μιχάλη και Νικόλαο Ιωάννου Οικονόμου το παρακάτω έγγραφο.

«Προς τους εκλογείς του χωρίου Μπερμπάτη Κυρίους Ιωάννην Παπά Μιχάλην και Νικόλαον παπά Ιωάννου Οικονόμου.

Διά της σημερινής πλειοψηφίας των συγχωριανών σας εδιορίσθητε εκλογείς του χωρίου τούτου ο μεν Ν. Παπά Ιωάννου Οικονόμου έλαχεν ψήφους υπέρ 39, ο δε Ιωάννης Παπά Μιχάλης έλαχεν ψήφους υπέρ 30.

 Όθεν σας υπενθυμίζομεν ότι οι εκλογείς τούτοι διά την συγκροτηθησομένην Εθνικήν Συνέλευσιν των πληρεξουσίων θέλει ενεργηθή την 3. 8βρίου ε.έ. ημέραν Κυριακήν εις την Πρωτεύουσαν της Διοικήσεως Κορινθίας κατά την υπ’ αριθ. 4128 διαταγήν του Διοικητή Κορινθίας οφείλετε να παραβρεθείτε άνευ τινός προφάσεως εις Κόρινθον.

Τη 26. 7βρίου 1843 Εν Μπερμπάτη

Ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Αναγν. Ξύδης

Ο Προεδρεύων (Τ.Υ.) Χρίστος Λίκος

γ) Ευφροσύνη (Φροσύνη, Φρουσύνα, Φρουσιούνα)[5]

Οι εκλογές έγιναν στις 19 Σεπτεμβρίου 1843 στην Ευφροσύνη ενώπιον του ιερέα Ιωάννη Σταθόπουλου από το χωριό Τάτσι (Εξοχή) και της πενταμελούς επιτροπής σύνταξης του καταλόγου: Δημητρίου Λύκου, Σταύρου Λυμπερόπουλου, Σωτήρη Μώρου, Πέτρου του Μήτρου και Μήτρο του Αναστάση.

Ψήφισαν οι παρακάτω 35 και ανέδειξαν ομόφωνα εκλέκτορα τον Σπυρόπουλο Αθανάσιο.

Αγαθή τύχη

Σήμερον την 19 7βρίου  1843 εν τω χωρίω Ευφροσύνης της επαρχίας Κορινθίας συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων δικαίωμα ψήφου των κατοίκων του χωρίου προς εκλογήν των εκλογέων των διά την εθνικήν Συνέλευσιν πληρεξουσίων κατά την από 7 βρίου εγκύκλιον του Υπουργικού Συμβουλίου και κατά το άρθρον 3 του υπ’ αρ. 10049 Κ. Γ ψηφίσματος και της υπ’ αρ. 10050 οδηγίας της 4 Μαρτίου 1829 ο ιερεύς εφημέριος του χωρίου κατέγραψε τους παρευρισκομένους πολίτας οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1.Ιωάννης Κωσταλάμπρου 2.Μιχαήλ Κωσταλάμπρου 3.Ιωάννης Μπινιτζής;
4.Μήτρος Τζορβάς 5.Παναγιώτης Λυμπερόπουλος 6.Σταύρος Λυμπερόπουλος
7.Πέτρος Μήτρου 8.Δημήτριος Λύκος 9.Παναγιώτης Λύκος
10Σωτήρος Μώρος 11.Χρήστος Σωτήρου 12.Δημήτριος Θεοδωρής
13.Νικόλαος Γιαννάκη 14.Θεοφάνης Γιαννάκη 15.Γιαννάκης Μόρος
16.Θανάσης Μόρος 17.Θανάσης Γεωργάκη 18.Χρίστος Γεωργίου
19.Λάμπρος Γεωργίου 20.Μήτρος Αναστασίου 21.Γεώργιος Μήτρου
22.Αποστόλης Μήτρου 23.Θανάσης Αναστασίου 24.Κώνστας του Γιάννη
25.Γιαννάκης Γιάννη 26.Νικολής Μπερτάχας 27.Γιάννης Μόρος
28.Γεώργιος Γύπτος 29.Κωνσταντής Ζόγιος 30.Σταύρος Αποστόλη
31.Σωτήρος Γιαννάκη 32.Νικολής Αποστόλη 33.Γιώργης Αποστόλη
34.Λάμπρος Μώρος 35. Σπύρος Γεωργίου

 

Επικυρωθέντος δε του καταλόγου διά της πλειοψηφίας της συναθροίσεως η Συνέλευσις εκηρύχθη Νόμιμος και δοθέντος του από το άρθρον 5 όρκου των οδηγιών κατεστρώθη κατά το άρθρον 6 ο κατάλογος των υποψηφίων εις αριθμόν τετραπλούν των από το χωρίον Ευφροσύνης, όστις είναι ο εξής εκλογεύς

  1.  Αθανάσιος Σπυρόπουλος

τον οποίον έκλεξαν ομοφώνως επί τούτοις εσυντάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη

Ο ιερεύς                                          Δημήτρης Λύκος, Σταύρος Λυμπερόπουλος,

Ιωάννης Σταθόπουλος                       Σωτήρος Μώρος, Πέτρος του Μήτρου,

                                                      Μήτρος του Αναστάση, ως αγράμματοι ο

                                                      Ιερεύς Ιωάννης Σταθόπουλος

Διά το ακριβές της αντιγραφής

Την 27. 7βρίου 1843 εν Μπουγιάτι

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Σφραγίδα Δήμος ΑΛΕΑΤΩΝ Κ. Χριστόπουλος

Στην πίσω σελίδα αριθ. 40 Αθ. Σπυρόπουλος

 

δ) Άγιος Νικόλαος (χωριό του τ.δ. Αλέας)

Είχε αναδειχθεί εκλέκτορας και ψήφισε στην Κόρινθο ο Σπύρος Αγγελόπουλος.

ε) Παλαιά Επίδαυρος

Οι εκλογές έγιναν στις 26 Σεπτ. 1843 στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου στην Παλαιά Επίδαυρο, ενώπιον του εφημερίου Παπαγεωργίου Ανδριανού και του Προέδρου της συνέλευσης Μιχάλη Καντάνη. Ψήφισαν 45 εκλογείς και ανέδειξαν εκλέκτορα τον Χρήστο Ιωάννου Τσολακόπουλο. Στο πρακτικό της Επαρχιακής Συνέλευσης Κορινθίας αναγράφονται εκλέκτορες από την Επίδαυρο εκτός του παραπάνω και οι Χρήστος Νικολάου και Ανδριανός Παναγόπουλος.

στ) Χέλι (Αραχναίον)

Οι εκλογές έγιναν στις 26 Σεπτ. 1843 ενώπιον των εφημερίων Παπά Ι. Μαργέλη και Παπά Αναστασίου Νατσούλη, του Προέδρου της συνέλευσης Ιωάννη Φυσικάρη και του ειδικού παρέδρου Α. Ταρρωνά. Την πενταμελή επί της σύνταξης του καταλόγου επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καραγιάννης, Ιωάννης Μάρας, Γιώργης Σάρκας, Αναστάσιος Δεδεμπίλης και Κόλιας Κυριάκος.

Αφού επικυρώθηκε ο κατάλογος, που περιλαμβάνει 117 εκλογείς, καταστρώθηκε ο κατάλογος των υποψηφίων, οι οποίοι ήταν οι: 1.Νατζούλης Ιωάννης, 2.Ταρουνάς Αναγνώστης, 3.Φυσικάρης Ιωάννης, 4.Καραγιάννης Ιωάννης, 5.Κυριάκος Κόλιας, 6.Μάρας Ιωάννης, 7.Αναγνώστης Παπά Ι. Δρούγκα, 8.Μανώλης Μ. Τάσσος, 9.Μανώλης Ι. Αναγνώστης, 10.Σοφός Πέτρος, 11.Καμπόσος Αθανάσιος και 12. Κυνηγάρης Ιωάννης. Απ’ αυτούς εξελέγησαν οι παρακάτω τρεις εκλέκτορες: Φυσικάρης Ιωάννης 95 υπέρ 21 κατά, Μάρας Ιωάννης 91 υπέρ 25 κατά και Καραγιάννης Ιωάννης 90 υπέρ και 26 κατά.

                 

Γ΄ Πληρεξούσιοι Πόλεως Ναυπλίου

 

Επειδή η πόλη του Ναυπλίου έλαβε από τη Συνέλευση της Τροιζήνας το προνόμιο να στέλνει ιδιαιτέρως δύο πληρεξουσίους στις Εθνικές Συνελεύσεις ύστερα από εκλογές αναδείχτηκαν πληρεξούσιοι οι Παπαλεξόπουλος Σπυρίδων (δήμαρχος δ. Ναυπλιέων) και Ρόδιος Γ. Π.

Δ΄ Πληρεξούσιοι χωριών Επαρχίας Ναυπλίας[6]

Οι εκλογείς των χωριών της Επαρχίας Ναυπλίας συνήλθαν στις 9 Οκτωβρίου 1843 στον ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ναυπλίου παρουσία του Δημάρχου Ναυπλίας Σπυρ. Παπαλεξόπουλου και του Γραμματέα της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλου, για να συγκροτήσουν την πρώτη συνεδρίαση και εκλέξουν σύμφωνα με τις διατάξεις της από 7 Σεπτ. εγκυκλίου του Υπουργικού Συμβουλίου και το άρθρο 10 των από 4 Μαρτίου 1829 υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών του Κυβερνήτη της Ελλάδος, τον Πρόεδρο και τα πέντε γεροντότερα μέλη και στη συνέχεια να επεξεργαστούν τη νομιμότητα των εγγράφων τους.

Οι (36) εκλογείς που συνήλθαν ήταν για τα χωριά: [7]

Ανυφί: (40 οικ.) Παναγ. Γκάτζης, Γρηγόριος Χατζόπουλος, Ευστάθιος Αντωνίου

Αυδίμπεη (Ηραίον): (15 οικ.) Γεώργιος Μπολόσης

Αδάμι: (10 οικ.) Κων-νος Μιλιώτης

Δαλαμανάρα: (45 οικ.) Αναγνώστης Τασσόπουλος και Παναγ. Πεβερέτος

Δενδρά: (15 οικ.) Κώστας Ουλής

Κατζίγκρι (Άγιος Ανδριανός): (18 οικ.) Θωμάς Οικοκύρης

Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα): (30 οικ.) Μήτρος Κεραμιδάς και Αναγν. Παπά Αθανασίου

Κούτζι (Αργολικό): (30 οικ.) Αναστ. Ράπος, Σωτήρος Κοληκόνης

Κυβέρι: (15 οικ.) Παρασκευάς Καράς

Λάλουκα: (25 οικ.) Κων-νος Πίκης

Λυγουριό: (70 οικ.) Δημ. Αθαν. Καλούδης, Αναγν. Καλούδης

Μάνεσι: (8 οικ.) Μίχος Ξύδης

Μουράταγα (Καλλιθέα): (8 οικ.) Ιωαν. Ανδρούτζου

Μπάρδι: (8 οικ.) Γεώργιος Τζιμπουρόπουλος

Κάτω Μπούτι (Ήρα): (10 οικ.) Ανδρίκος Μπεκιάρης

Άνω Μπούτι (Ήρα): (15 οικ.) Αθαν. Κουρούλης

Παναρίτι: (12 οικ.) Ιωάννης Πίτρης

Πασσά (Ίναχος): (25 οικ.) Ανδρ. Λιναρδόπουλος

Πλατανίτη: (12οικ.) Κωνστ. Μπαστούνης

Πουλακίδα: (22 οικ.) Αναστ. Ολάνης

Πρύφτανι (Μαναστηράκι): (8 οικ.) Γιάννης Κατζίγιαννης

Πυργέλλα: (28 οικ.) Αναγν. Μακρυποκάμισος, Γεωργ. Καχριμάνης

Σπαϊτζίκου (Λευκάκια): (8 οικ.) Αναγν. Σταθογιάννης

Τζαφέραγα (Ασίνη): (20 οικ.) Αθ. Τζελέγκης, Πάνος Χρηστόπουλος

Τζέλλου (Αγία Παρασκευή): (2 οικ.) Δημ. Σαγκιώτης

Χαϊδάρι (Δρέπανο): 15 οικ.) Θεόδωρος Καραβοκύρης ή Βενετζάνος, Θεοδ. Ροζανάς.

Χώνικα (Νέο Ηραίο): (25 οικ.) Γεώργιος Ηλιάδης

Επειδή από τους παραπάνω εκλογείς οι Αναγν. Μακρυποκάμισος και Γεωργ. Καχριμάνης του χωριού Πυργέλλας, οι Γρηγ. Χατζόπουλος, Παναγής Γκάτζης και Ευστάθιος Αντωνίου του χωριού Ανυφί εκλέχτηκαν με διπλή εκλογή, η εκλεκτική συνάθροιση αποφάσισε να αποσυρθούν επί του παρόντος και να μη λάβουν μέρος στην εκλογή του Προέδρου και των πέντε γεροντότερων μελών. Ακολούθως εκλέχτηκε Πρόεδρος ο Ιωάννης Ανδρούτσος (Κολανδρούτσος) με ψήφους 23, ενώ οι Ανδρέας Λιναρδόπουλος και Καλούδης έλαβαν 4 και 5 ψήφους αντίστοιχα.

Οι εκλογείς Καλούδης και Γ. Ηλιάδης έκαναν ένσταση και ζήτησαν να μην εκλεχθεί Πρόεδρος ο Ιωάννης Ανδρούτσος, γιατί το χωριό Μουράταγα που αντιπροσωπεύει δεν έχει σύμφωνα με το Νόμο 15 οικογένειες και επομένως δεν έχει το δικαίωμα του εκλογέα. Συγχρόνως παρουσιάστηκε αναφορά που υπέγραφε ο Π. Σπυρόπουλος, ο οποίος ανέφερε ότι οι παρουσιαζόμενοι εκλογείς των χωριών Μάνεσι Μίχος Ξύδης, του Κάτω Μπούτια Ανδριανός Μπεκιάρης, του χωριού Μπάρδι Γεωρ. Τζιμπουρόπουλος και του Μουράταγα Ιωαν. Ανδρούτζος δεν είναι νόμιμοι εκλογείς, διότι τα παραπάνω χωριά δεν έχουν σύμφωνα με το Νόμο 15 οικογένειες. Στη συνέχεια η συνέλευση αποφάσισε να γίνει νέα εκλογή Προέδρου. Από τους υποψηφίους Δημ. Καλούδη και Αναγν. Τασσόπουλο, ψηφίστηκε Πρόεδρος ο Δημ. Αθαν. Καλούδης.

Στη συνέχεια εκλέχτηκαν τα πέντε γεροντότερα μέλη: Αναγν. Τασσόπουλος, Ανδρ. Λιναρδόπουλος, Σωτήρος Κολιγκόνης, Τάσσος Ολάνης και Θεόδωρος Βενετζάνος.

Ο Πρόεδρος Δημ. Αθ. Π. Καλούδης και τα πέντε μέλη συζήτησαν διεξοδικά και απέκλεισαν από τη συνέλευση τους εκλογείς: Γεώργιο Καχριμάνη Πυργέλλας, Παναγή Γκάτζη Ανυφί, Ιωάννη Ανδρούτσου Μουρατάγα, Γεώργιο Τζιμπουρόπουλο Μπάρδι, Μίχο Ξύδη Μάνεσι και Ανδριανό Μπεκιάρη Κάτω Μπούτια.

Την επομένη 10 Οκτωβρίου 1843 συνήλθε στον ίδιο χώρο η Επαρχιακή Συνέλευση από τους 30 εναπομείναντες εκλογείς. Σ’ αυτούς προστέθηκαν και οι εκλογείς Αθανάσιος Παπαδόπουλος και Αναστ. Καρατασούλης του χωριού Τουρνίκι (80 οικ.) και Κων-νος Αποστολόπουλος του χωριού Μπούγα(30 οικ.). Αυτή εξέλεξε παμψηφεί ως πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας τους Ιωάννη Κωλέττη και Μιχαήλ Ιατρό.

Παραθέτουμε το από 10 Οκτωβρίου 1843 πρακτικό.

«Σήμερον την δεκάτην Οκτωβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού τρίτου έτους εν Ναυπλίω ημέραν Κυριακήν κατά συνέπειαν των πρακτικών της χθεσινής Συνεδριάσεως συνήλθον την ενδεκάτην ώραν Π.Μ. εις την εκκλησίαν της Παναγίας επί παρουσία του χθες εκλεχθέντος Προέδρου της εκλεκτικής συναθροίσεως κυρίου Δημ. Α.Π. Καλούδη, του ιερέως Γ. Σακκελίωνος και του Γραμματέως της Δημαρχίας Ναυπλίας Δ. Παπαθανασόπουλου οι κατά τα πρακτικά της χθεσινής προκαταρκτικής Συνεδριάσεως αναγνωρισθέντες νόμιμοι εκλογείς, εν οις προστέθηκαν και τρεις έτι νόμιμοι εκλογείς των χωρίων Τουρνικίου και Μπούγα, οίτινες έφθασαν σήμερον μη δυνηθέντες να έλθωσι χθες διά το μακρινόν διάστημα, το οποίον διαχωρίζει τα χωρία των από την πρωτεύουσα της Επαρχίας, συνήλθον λέγομεν όλοι ούτοι οι εκλογείς τριάκοντα τρεις τον αριθμόν, διά να εκλέξωσι κατά τας διατάξεις των από 4 Μαρτίου 1829 οδηγιών του ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος τους Πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας, οι οποίοι εκλογείς εισίν οι εφεξής.(Έπονται τα ονόματα των 33 παραπάνω αναγραφομένων εκλεκτόρων).

Μετά την ως ανωτέρω κατάστρωσιν του καταλόγου συγκρούσεως ισχυράς γενομένης μεταξύ των εν τη εκκλησία ευρεθέντων χωρικών ανεχώρησαν από την Συνάθροισιν τινές των εκλογέων παραβιασθέντες και έμειναν οι υποφαινόμενοι 17 τον αριθμόν. Προτάσεως δε γενομένης περί του πρακτέου απεφασίσθη να γίνη η εκλογή των πληρεξουσίων και κατά συνέπειαν εις των γεροντοτέρων ο κ. Α. Μακρυποκάμισος προσελθόντος του διαληφθέντος ιερέως κρατούντος εις χείρας το Ιερόν Ευαγγέλιον ανέγνωσε μεγαλοφώνως τον ακόλουθον όρκον ‘Εν ονόματι της Παναγίας και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι ενώπιον του θυσιαστηρίου του Θεού της αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου, ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε διά φόβον ζημίας, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά την συνείδησίν μου και χωρίς καμμία προσωποληψίαν.’ Τον όρκον τούτον επανέλαβον και όλοι οι εκλογείς υψώσαντες την δεξιάν χείρα. Μετά ταύτα επροτάθη να διορισθώσι κατά το άρθρ. 10 των περί εκλογής πληρεξουσίων οδηγιών οκτώ εκλογείς, διά να εκλέξωσιν ούτοι ίσον αριθμόν υποψηφίων εχόντων τας ιδιότητας της προβλεπομένης παρά του περί εκλογής παραστατών Νόμου, αλλ’ η εκλεκτική Συνάθροισις ομοφώνως απεφάσισε να γίνει απ’ ευθείας η εκλογή των πληρεξουσίων και κατά συνέπειαν εξελέχθησαν παμψηφεί οι κυρ. Ιωάννης Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρός ως πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας.

Εις πίστωσιν όθεν τούτων συνετάχθη η παρούσα πράξις και υπογράφεται παρά του Ιερέως, των παρευρεθέντων εκλογέων και προσυπογράφεται από τον Πρόεδρον και τον Γραμματέα της Δημαρχίας.

Οι εκλογείς

Δ. Α. Π. Καλούδης, Αναγν. Μακρυποκάμισος, Αναγν. Σταθογιάννης, Αθαν. Παπαδόπουλος, Σωτήρος Κοληκόνης, Κωνστ. Αποστολόπουλος.

Διά τους αγραμμάτους Θεόδωρον Βενετζάνον, Παναγιώτην Χρηστόπουλον, Θεόδωρον Ροζανάν, Δημ. Σαγκιώτην, Αθανάσιον Τζελέγκην, Θωμάν Οικοκύρην, Κωνστ. Μιλιώτην, Αναστ. Καρατασούλην, Παρασκευά Καρά.

Ο Ιερεύς Γ. Σακκελίων.

Α.Γ. Καλούδης. Διά τον Δημήτριον Κεραμιδάν αγράμματον Γ. Ιερεύς Σακκελίων

(Τ.Υ.Σ.) Ο Ιερεύς Γ. Σακκελίων

Ο Πρόεδρος Δ. Α. Π. Καλούδης

Ο Γραμματεύς της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλος».

——————————–

«Σημειωτέον ότ,ι εν ω εις την εκκλησίαν της Παναγίας εγένετο και αποπερατώθη χθες η εκλογή των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μ. Ιατρού ως Πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας διά της ομοφώνου θελήσεως των ανωτέρω εκλογέων, οι βιασθέντες ν’ αναχωρήσουν από την εκλεκτικήν συνάθροισιν εκλογείς παραλαβόντες τους κατά την συνεδρίασιν της παραμονής εξαιρεθέντας κυρίους Μίχον Ξύδην, Ιωαν. Ανδρούτζον, Γεώργιον Καχριμάνην, Α. Μπεκιάρην και Γεώργιον Τζιμπουρόπουλον συνεκρότησαν ιδιαιτέραν συνεδρίασιν εις τον εκτός της Πόλεως κείμενον κήπον του Κολοκοτρώνη και διορίσαντες Πρόεδρον αυτής τον κύριον Ανδρέαν Λιναρδόπουλον εκλογέα του χωρίου Πασσά προέβησαν εις ιδιαιτέραν εκλογήν εκλέξαντες ως πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας τον κ. Γ. Μ. Αντωνόπουλον διά ψήφων 18 και τον κ. Ν. Σπηλιάδην διά ψήφων 17. Η τοιουτοτρόπως ενεργηθείσα διά της βίας και εναντίον των νομίμων διατυπώσεων εκλογή αποπερατώθηκε χθες μετά την δύσιν του ηλίου, ότι δεν υπήρχεν ο αρμόδιος καιρός εις τους διά της βίας λαβόντας εις αυτήν μέρος να εκφράσωσιν την θέλησίν των.

Σήμερον λοιπόν την ενδεκάτην Οκτωβρίου του 1843 ημέραν Δευτέραν συνεννοηθέντες μετά του Προεδρεύοντος την εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένην νόμιμον εκλογήν κυρίου Δημητρίου Α.Π. Καλούδη οι κ.κ. Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα, Κώστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα, Αθανάσιος Κορούλης του χωρίου Άνω Μπούτι και Ανδρ. Λιναρδόπουλος του χωρίου Πασσά και Πρόεδρος της εις τον κήπον του Κολοκοτρώνη παρανόμως ενεργηθείσης εκλογής παρέδωσαν εις αυτόν το υπό σημερινήν ημερομηνίαν έγγραφόν των επικυρωμένον από τον Συμβολαιογράφον κύριον Χαράλαμπον Παπαδόπουλον, δι ου εκθέτοντες την προσενεχθείσαν εις αυτούς βίαν ίνα λάβωσι μέρος εις την ειρημένην εκλογήν, αποδοκιμάζουσιν αυτήν ως παράνομον κηρύττοντες ως άκυρον και μη ούσαν την δοθείσαν ψήφον των και αναγνωρίζοντες ως νόμιμον την εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένην συνενούσιν τας ψήφους των μετά των λαβόντων εις αυτήν μέρος εκλογέων υπέρ των κ.κ. Ιωάν. Κωλέττου και Μιχ. Ιατρού πληρεξουσίων της Επαρχίας, τους οποίους θεωρούν ως αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται.

Το έγγραφον τούτο εζήτησαν οι ειρημένοι να προσαρτηθή εις τα παρόντα πρακτικά της εις τον Ναόν της Παναγίας γενομένης εκλογής προς απόδειξιν της υπέρ αυτής εκφρασθείσης αυτοπροαιρέτου θελήσεώς των και κατά την ζήτησίν των προσηρτήθη ενταύθα και εγένετο περί τούτου η παρούσα έκθεσις, ήτις υπογράφεται από τον Πρόεδρον κ. Δημ. Α. Π. Καλούδην και τον Γραμματέα της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλον.

Εν Ναυπλίω την 11 Οκτωβρίου 1843

(Τ.Υ.Σ.) Ο Πρόεδρος Δ. Α. Π. Καλούδης

Ο Γραμματεύς της Δημαρχίας Ναυπλιέων Δ. Παπαθανασόπουλος»

Παραθέτουμε το από 11 Οκτωβρίου 1843 έγγραφο των εκλογέων α) Ανδρέα Λιναρδόπουλου, Πασσά β) Γεωργίου Ηλιάδη, Χώνικα γ) Αθανασίου Κουρούλη, Επάνω Μπούτι και δ) Κώστα Πίκη, Λάλουκα.

«Οι υποφαινόμενοι Ανδρέας Λιναρδόπουλος εκλογεύς του χωρίου Πασσά, Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα, Αθανάσιος Κουρούλης εκλογεύς του χωρίου Επάνω Μπούτι, Κώστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα.

Κατά συνέπειαν των πρακτικών της εννάτης Οκτωβρίου παραμονής της προς εκλογήν των πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας προσδιωρισμένης ημέρας, συνήλθομεν χθες την 11 ώραν π.μ. εις τον εν τη Πόλει Ναυπλίας Ναόν της Παναγίας διά να σκεφθώμεν και αποφασίσωμεν μετά των λοιπών συνεκλογέων περί εκλογής πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας, αλλά σπουδαρχίδαι τινές ιδόντες ότι δεν ήθελε προκύψει το παρ’ αυτών ποθούμενον αποτέλεσμα υπεκίνησαν διά πολλών ταραχοποιών χωρικών, τους οποίους επίτηδες είχον εισάξει εις την εκκλησίαν, την διάλυσιν της συναθροίσεως ταύτης, της οποίας ενεργουμένης οι υποφαινόμενοι ωθούμενοι και απειλούμενοι ηναγκάσθημεν να ενδώσωμεν εις την βίαν προς αποφυγήν του επικειμένου καθ’ ημών κινδύνου και ν’ απέλθωμεν εις τον εκτός της πόλεως κείμενον κήπον του Κολοκοτρώνη, όπου οι αυτοί σπουδαρχίδαι διά των οργάνων των διέδωσαν την φήμην, ότι όλοι οι εκλογείς ήθελον συνέλθει, ως διαλυθείσης εντελώς της εν τω Ναώ Συναθροίσεως.

Οι υποφαινόμενοι είδομεν ότι η περί τον κήπον του Κολοκοτρώνη γενομένη συνάθροισις ήτο παράνομος διά τους εξής λόγους.

Αον. Διότι μεταξύ των εκλογέων περιελαμβάνοντο οι κύριοι Γεώργιος Καχριμάνης, Ιωαν. Ανδρούτζος, Μίχος Ξίδης, Ανδριανός Μπεκιάρης και Γεώργιος Κιμπουρόπουλος, τους οποίους η νόμιμος πενταμελής Επιτροπή, της οποίας και τινες ημών απετέλουν μέρος δεν παρεδέχθη, αλλ’ εκήρυξεν εξηρημένους.

Βον. Διότι και αφού ήθελον συμπαραληφθή οι εκλογείς οι οποίοι προηγουμένως εξηρέθησαν η συνάθροισις πάλιν δεν ήτο νόμιμος, διότι δεν ήτο συγκεκροτημένη από τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εκλογέων.

Γον. Διότι δεν υπήρχε μεταξύ ημών ο Γραμματεύς της Δημαρχίας, όστις ώφειλε να συντάξη την περί εκλογής των πληρεξουσίων πράξιν, αλλ’ αύτη συνετάχθη από πρόσωπον όλως διόλου αναρμόδιον.

Δον. Διότι η συνάθροισις δεν έγεινεν εις τον παρά της Διοικητικής Προκηρύξεως προσδιορισθέντα τόπον.

Εον. Διότι αντί να μείνωμεν οι εκλογείς μόνοι και ελεύθεροι, αποσυρομένων των μη εχόντων δικαίωμα ψήφου, έμεινε μεταξύ ημών εξ εναντίας όλον το πλήθος, το οποίον διά της βίας μάς είχε φέρει εις τον τόπον αυτόν, και τοιουτοτρόπως η βία εξηκολούθησεν αδιαλείπτως, μέχρι ότου προέκυψε το αποτέλεσμα το οποίον οι υποκινήσαντες την διάλυσιν της εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένης συναθροίσεως είχον απ’ αρχής σχεδιάσει.

Μολονότι παρετηρήσαμεν την παρανομίαν της περί ης ο λόγος συναθροίσεως, αλλά διατελούντες υπό το κράτος της βίας και της πλάνης, εις την οποίαν μας έρριψαν οι διαδώσαντες την περί της μη εξακολουθήσεως της εν τω Ναώ της Παναγίας αρξαμένης τακτικής συναθροίσεως, ηναγκάσθημεν δι’ αποφυγήν κινδύνου και άλλων ολεθρίων συνεπειών, να δώσωμεν και ημείς ψήφον κατά την συνάθροισιν την οποίαν ενδομύχως απεδοκιμάζομεν και θεωρούμεν ως παράνομον διά τους προεκτεθέντας λόγους.

Μόλις δε απαλλάχθημεν από την βίαν και μετέβημεν εις την Πόλιν της Ναυπλίας επληροφορήθημεν ότι μακράν του να διαλυθή η εν τω Ναώ της Παναγίας συνάθροισις, ως ψευδώς μας είχον διαβεβαιώσει, εξηκολούθησεν αύτη και έφερεν εις πέρας το έργον της, αποτέλεσμα του οποίου ήτο η παμψηφεί εκλογή των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μ. Ιατρού ως πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας.

Οι υποφαινόμενοι επεδοκιμάσαμεν και ενεκρίναμεν την εκλογήν ταύτην, και αν η ώρα καθ’ ην επληροφορήθημεν τούτο μας το επέτρεπεν, ηθέλαμεν σπεύσει να ενώσωμεν και ημείς τας ιδικάς μας ψήφους υπέρ των ως ανωτέρω εκλεχθέντων πληρεξουσίων. Αλλ’ ότι δεν ηδυνήθημεν να πράξωμεν χθες, συνελθόντες σήμερον ελευθέρως και απαραβιάστως πράττομεν αυτό διά της παρούσης. Κηρύττοντες επομένως ως άκυρον και μη ούσαν την χθεσινήν ψηφοφορίαν ημών, ήτις ήτο καθαρόν αποκύημα της βίας και της πλάνης, παραδεχόμεθα την παρά των εν τω Ναώ της Παναγίας μεινάντων εκλογέων γενομένην εκλογήν, και ενώνομεν και ημείς ομοθυμαδόν τας ψήφους ημών υπέρ των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττου και Μ. Ιατρού τους οποίους θεωρούμεν αξίους της εμβριθούς αποστολής την οποία επιφορτίζονται.

Η παρούσα θέλει επικυρωθή παρά του Συμβολαιογράφου Ναυπλίας κυρίου Χ. Παπαδοπούλου, ενώπιον του οποίου θέλομεν εμφανισθή να βεβαιώσωμεν το αυθόρμητον της θελήσεώς μας, και κατόπιν θέλει προσαρτηθή εις τα πρακτικά της Νομίμου εκλογής της γενομένης εν τω Ναώ της Παναγίας.

Εν Ναυπλίω την ενδεκάτην Οκτωβρίου 1843

Ανδρέας Λιναρδόπουλος εκλογεύς του χωρίου Πασσά

Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα

Αθανάσιος  Κουρούλης εκλογεύς του χωρίου Επάνω Μπούτι

Κώνστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα διά χειρός Γ. Ιερέως Π. Μηναίου.

Αντίγραφον απαράλλακτον εξαχθέν εκ της πρωτοτύπου πράξεως υπ’ αριθ. 14817/903.

Εν Ναυπλίω την 11. 8βρίου 1843

(Τ.Υ.) Ο Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χ. Παπαδόπουλος

Ότι αντίγραφον απαράλλακτον εξαχθέν εκ των εις τα Αρχεία της Δημαρχίας ευρισκομένων πρωτοτύπων πρακτικών.

Ναύπλιον την 27 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος Ναυπλιέων και τούτου απόντος ο Δημαρχικός Πάρεδρος (Τ.Υ.Σ.) Σ. Κοτσάκης;

Στις 17 Οκτωβρίου οι παρακάτω αναφερόμενοι 22 εκλογείς υπέβαλαν στην Συντακτική των Ελλήνων Σύνοδο την εξής αναφορά, με την οποία επιβεβαιώνουν, ότι εξέλεξαν Πληρεξουσίους τους Ιωάννη Κωλέττη και Μιχαήλ Ιατρού.

Συνυπέβαλαν και το έγγραφο που υπογράφουν οι παρακάτω κάτοικοι των χωριών Λάλουκα (44), Πυργέλλας (22), Αυδίμπεϊ (9) και κάτοικοι των χωριών: Κούτζι 40, Χαϊδάρι 59, Τζαφέραγα 36, Τσέλου 15, Σπαϊτζίκου 25, Κοφίνι 28, Κατσίγκρι 20, Λυγουριό 83 και Αδάμι 7: ήτοι συνολικά 388 κάτοικοι.

Σ. Συντακτική των Ελλήνων Σύνοδος

Θέλουν γενή αναμφιβόλως γνωσταί εις την Σεβ. ταύτην Σύνοδον αι άπειροι ραδιουργίαι, τας οποίας ετόλμησαν τινές να βάλωσιν εις ενέργειαν διά να επηρεάσουν την ελευθερίαν των πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας εκλογήν. Ούτοι αφού διέλυσαν διά της βίας την συνελθούσαν εις τον εν Ναυπλίω Ναόν της Παναγίας εκλεκτικήν συνάθροισιν, και κατόρθωσαν να συναγελήσωσι; τινάς των εκλεκτόρων περί τον εκτός της Ναυπλίας κήπον του Κολοκοτρώνη, ιδόντες ότι αι προσπάθειαί των αύται απέβησαν άκαρποι, διότι οι νοημονέστεροι αυτών εκείνων των εκβιασθέντων εκλεκτόρων διεμαρτυρήθησαν την επιούσαν και προσέθησαν τας ψήφους των εις την υπέρ των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττου και Μ. Ιατρού νομίμως ενεργηθείσαν εκλογήν, επενόησαν άλλο παράνομον και παράλογον μέσον, την συλλογήν υπογραφών από μέρους τινών εκ των κατοίκων.

Βεβαίως πας τις εννοεί ότι οι κάτοικοι εκλέξαντες νομίμως τους εκλέκτοράς των απεκδύθησαν της εξουσίας του να εκλέξωσιν αυτοί πληρεξουσίους και διεπιστεύθησαν την εξουσίαν των ταύτην εις ημάς, τους οποίους ετίμησαν διορίσαντές μας εκλέκτορες.

Μόλα τα οποία η ραδιουργία έβαλεν εις ενέργειαν μέσα, τα οποία και ο Νόμος αποκρούει και η ηθική καταδικάζει, αι προσπάθειαι αυτής μένουσιν ατελεσφόρητοι. Τω όντι όλης της επαρχίας Ναυπλίας οι νόμιμοι εκλέκτορες είναι τριάκονται τρεις οι εφεξής.

  1. Δημ. Α. Π. Καλούδης
  2. Αναγν. Γ. Καλούδης, εκλογεύς του χωρίου Λυγουρίου
  3. Αναγ. Τασόπουλος
  1. Παναγιώτης Μπεβεράτος, εκλογεύς του χωρίου Δαλαμανάρας
  2. Παρασκευάς Καράς, εκλογεύς του χωρίου Κυβερίου
  3. Γεώργιος Ηλιάδης, εκλογεύς του χωρίου Χώνικα
  4. Ανδρέας Λιναρδόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Πασσά
  5. Αθανάσιος Κουρούλης, εκλογεύς του χωρίου Άνω Μπούτι
  6. Κων-νος Μπαστούνης, εκλογεύς του χωρίου Πλατανίτη
  7. Γεώργιος Μπολούσης, εκλογεύς του χωρίου Αυτύμπεη
  8. Κων-νος Πίκης, εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα
  9. Αναστάσιος Ράπος
  10. Σωτήρος Κολικιώτης, εκλογείς του χωρίου Κούτζι
  11. Ιωάννης Πίτρης, εκλογεύς του χωρίου Παναρίτη
  12. Αναστάσιος Ολάνης, εκλογεύς του χωρίου Πουλακίδα
  13. Δημήτριος Κεραμίδας
  14. Αναγ. Παπά Αθανασίου, εκλογείς του χωρίου Κοφίνι
  15. Θωμάς Οικοκύρης, εκλογεύς του χωρίου Κατζίγκρι
  16. Αναγν. Σταθογιάννης, εκλογεύς του χωρίου Σπαϊτζίκου
  17. Θεόδωρος Καραβοκύρης,
  18. Θεόδωρος Ροζανάς, εκλογεύς του χωρίου Χαϊδάρι
  19. Αθανάσιος Τζελέγκης,
  20. Παναγ. Χρηστόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Τζεφέραγα
  21. Δημήτριος Σαγκιώτης, εκλογεύς του χωρίου Τζέλου
  22. Κωνστ. Μιλιώτης, εκλογεύς του χωρίου Αδάμι
  23. Γιάννης Κατζιγιάννης, εκλογεύς του χωρίου Πρύφτανι
  24. Κώστας Ουλής, εκλογεύς του χωρίου Δενδρά
  25. Αναγν. Μακρυπουκάμισος, εκλογεύς του χωρίου Πυργέλλας
  26. Γρηγόριος Α. Χαντζόπουλος
  27. Ευστάθιος Αντωνίου
  28. Αθανάσιος Παππαδόπουλος,
  29. Αναστάσιος Καρατασούλης, εκλογεύς του χωρίου Τουρνικίου
  30. Κων-νος Αποστολόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Μπούγα.

Εκ των 33 τούτων οι συνυπογράφοντες την παρούσαν αναφοράν ημείς είκοσι δύο τον αριθμόν αποτελούμεν πλήρη τα δύο τρίτα της εκλεκτικής συναθροίσεως και ημείς παμψηφεί όλοι εξελέξαμεν και είμεθα κατ’ επανάληψιν έτοιμοι να επιβεβαιώσωμεν την εκλογήν μας υπέρ των κυρίων Ιωάννου Κωλέττου και Μ. Ιατρού. Απέναντι της σταθεράς της απολύτου ταύτης ημών θελήσεως την οποίαν έτοιμοι είμεθα να εκφράσωμεν, εάν η ανάγκη το απαιτήση και ενώπιον της Σ. ταύτης Συνόδου, ποίαν δύνανται να έχωσιν ισχύν, μέσα τα οποία διά της βίας διά του δόλου και διά της διαφθοράς υποκινούνται και ενεργούνται; Πρέπει να ληφθώσιν υπ’ όψιν αναφοραί των κατοίκων μετά τον διορισμόν των εκλογέων, και αυτών ακόμη των πληρεξουσίων; Δύνανται να έχωσι παραμικράν ισχύν πράξεις ατόμων συναθροισθέντων εις τόπον άλλον παρά τον Νόμον προσδιορισθέντα, ατόμων μη αποτελούντων τα δύο τρίτα των εκλογέων, ατόμων τέλος πάντων ενεργησάντων υπό το Κράτος της βίας και μη διατηρησάντων ουδεμίαν τάξιν, ουδένα τόπον;

Πιστεύομεν αδιστάκτως Σ. Ομήγυρις, ότι οι ελευθέρως και απαραβιάστως παρ’ ημών εκλεχθέντες Πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας θέλουν γενή δεκτοί και η παραμικρά προσοχή δεν θέλει δοθή εις πράξεις, τας οποίας η βία, ο δόλος και η ραδιουργία παρεσκεύασαν.

Εν Ναυπλίω την 17. 8βρίου 1843

Υποσημειούμεθα με βαθύτατον Σέβας

(Τ.Υ.Σ)Δημ. Α. Π. Καλούδης, Ανδρέας Λιναρδόπουλος, Γεώργιος Ηλιάδης, Αναγν. Μακρυπουκάμισος, Θωμάς Νοικοκύρης ως αγράμματος διά χειρός Ευθυμίου Δ. Παπά Λυμπεροπούλου γαμβρού του.

Κώστας Πίκης ως αγράμματος διά χειρός Παπά Σπύρος Παπαχρηστόπουλος.

Παρασκευάς Καράς ως αγράμματος διά χειρός του υιού Γεωργίου Καρά.

Αθανάσιος Ιωαν. Παπαδόπουλος

Αναστάσιος Καρατασούλης ως αγράμματος διά χειρός Γεωργίου Αναγνωστόπουλου.

Κων-νος Αποστολόπουλος

Α.Γ. Καλούδης

Κων-νος Μιλιώτης αγράμματος διά του Α.Γ. Καλούδης

Σωτήρος Κολικιώτης

Θεοδωρής Ροζανάς και Θεοδωρής Βενετζιάνος ως αγράμματοι κατά θέλησίν των ο εφημέριος Παππά Αθανάσιος Τζίπος;

Παναγιώτης Χρήστου, Αθανάσιος Τζελέγκης και Δημήτριος Σαγκιώτης, ως αγράμματοι κατά θέλησίν των ο εφημέριος Γ. Ιερεύς Π. Μηναίος.

Αναγνώστης Σταθογιάννης

Δημήτριος Κεραμίδας αγράμματος ων με την άδειάν του τον υπογράφω εγώ Νικόλαος Μακρής

Γιάννης Κατσιγιάννης ως αγράμματος διά χειρός Παπά Γεωργίου Κερεμέζη.

Επικυρούται το γνήσιον των αυτόχειρων υπογραφών των κυρίων Δημ. Α. Π. Καλούδη, Ανδριανού Λιναρδοπούλου, Γ. Ηλιάδου, Αθ. Κορούλη, Αναγνώστη Μακρυπουκαμίσου, Αθαν. Παππαδοπούλου,Κων-νου Αποστολοπούλου, Α. Γ. Καλούδη, Σωτήρου Κολιγκιώνη και Αναγνώστου Σταθόγιαννη, καθώς και των αγραμμάτων Θωμά Νοικοκύρη διά του γαμβρού του Ευθυμίου Δ. Παπά Λυμπεροπούλου, Κώνστα Πίκη διά του εφημερίου του χωρίου των Παπά Σπύρου Παππά Χρηστόπουλου, Παρασκευά Καρά διά του υιού του Γεωργίου, Αναστασίου Καρατασούλη διά του Γεωργίου Αναγνωστοπούλου, Κωνσταντή Μιλιώτη διά του Α. Γ. Καλούδη, Θεοδωρή Ροζανά, Θεοδωρή Βενετζιάνου διά του εφημερίου των.

———————————–

 Προς την εν Αθήναις συγκροτηθησομένην Σεβ. Εθνικήν των Ελλήνων Σύνοδον

Πληροφορούμεθα οι υποφαινόμενοι κάτοικοι των χωρίων της Επαρχίας Ναυπλίας, ότι οι υποκινήσαντες την διά της βίας παράνομον εκλογήν εις τον εκτός της πρωτευούσης κήπον του Κολοκοτρώνη, θεωρούντες την εντελή αποτυχίαν των, μόλα τα οποία μετεχειρίσθησαν αθέμιτα μέσα, κατέφυγαν εις άλλο μέσον το οποίον εθεώρησαν συντελεστικόν προς τον σκοπόν των· συνέταξαν δηλ. αναφοράν και υπογράφουσιν εις αυτήν τους απλουστέρους, φρονούντες ότι διά του τρόπου τούτου δύνανται να υποστηριχθώσιν ως πληρεξούσιοι της Επαρχίας μας, οι διά της βίας εκλεχθέντες κύριοι Γ. Μ. Αντωνόπουλος και Ν. Σπηλιάδης.

Οι υποφαινόμενοι αποδοκιμάσαντες και αποδοκιμάζοντες καθ’ ολοκληρίαν την ειρημένην εκλογήν ως παράνομον και βιαίαν κηρύττομεν διά της παρούσης μας ότι εγκρίνομεν την εις την πρωτεύουσαν εν τω Ναώ της Παναγίας ως νόμιμον και κατά τας περί εκλογής των πληρεξουσίων οδηγίας ενεργηθείσαν και παραδεχόμεθα τους κατ’ αυτήν εκλεχθέντας πληρεξουσίους της επαρχίας μας κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μιχ. Ιατρόν, τους οποίους θεωρούμεν αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται.

Εν Λάλουκα τη 17. 8βρίου 1843

Οι κάτοικοι του χωρίου Λάλουκα (Τ.Υ.)

Παπά Σπύρος Παπαχρηστόπουλος Κόλιας Λίτζας
Μήτρος Ρέμης Σπύρος Λίτζας
Μήτρος Λίτζας Γιάννης Πετζίκος
Μιχάλης Ρέμης. Υπογράφονται από τον Παπά Σπύρο Παπαχρηστόπουλο οι παραπάνω έξι.
Κώστας Πίκης Αναστάσης Πίκης
Μήτρος Πίκης Κώστας Ρέμης
Ανδριανός Ρέμης Παναγιώτης Ντέτες
Δημήτρης Π. Ντέτες Μήτρος Κολιμιχούσης
Νικολάκης Ντρούλιας Αναγνώστης Κουτρουφίνης
Υπογράφονται από τον Αναγνώστη Κουτρουφίνη οι παραπάνω δέκα.
Γιώργης … Ανδριανός Τσίγκας
Φώτης Τσήγκας Μήτρος Τσήγκας
Γεώργης Μπαλάσχας Τάσος Τουντούμης
Ιωάννης Μπαριαχτάρης Θεοχάρης Αναστασίου
Μανόλης Αναστασίου Ιωάννης Κουτρουφίνης
Υπογράφονται από τον Ιωάννη Α. Τζηγκόπουλο
Α. Γ. Πίκης Δημήτριος Στόφας
Παναγιώτης Στόφας Δημητράκης Ντέτες
Δημήτριος Κούτουλας Γεώργιος Κωστόπουλος
Κώστας Κουτρουφίνης Αθανάσιος Κουτρουφίνης
Γεώργης Γεράσιμος Ανδριανός Κόκαλης
Υπογράφονται από τον Α. Σουριλόπουλο
Α. Σουριλόπουλος Παπανδριανός Παπαδημητρίου
Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου Μήτρος Γερογαράκη
Κωνσταντής Δαλάκος Ιωάννου Μάρκος
Αναγνώστης Κουτρουφίνης

 

Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Λάλουκα διά των κυρίων Παπά Σπύρου Παπαχριστοπούλου, Αναγνώστου Κουτρουφίνη, Ιωάννου Τζίγκα, Αναγνώστου Σουριλοπούλου υπογραψάντων τους αγραμμάτους κατοίκους καθώς και το ως αυτοχείρου υπογραφών των κυρίων Παπά Σπύρου Παπαχριστοπούλου, Α. Κουτρουφίνη, Α. Σουριλοπούλου, Ιωαν. Τζήγκα, Παπά Ανδριανού Παπαδημητρίου, Κωνσταντή Παπαδημητρίου κατά την προσωπικήν των ομολογίαν.

Αυθημερόν ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Λάλουκα (Τ.Υ.) Α. Κωστόπουλος.

Οι παρακάτω κάτοικοι εγκρίνουν ως νόμιμη την εκλογή των Ιωάννη Κωλέττη και Μιχ. Ιατρού ως πληρεξουσίων που έγινε στο Ναό της Παναγίας Ναυπλίου και τους θεωρούν «αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται».

 

Χωρίον Πυργέλλα
Γιαννάκος Μητρόπαπας Γεώργης Μητρόπαπας
Ανδριανός Παναγιώτου Νικολής Παναγιώτου
Σπύρος Μπάλιος Δημήτρης Καχριμάνης
Γεώργης Τρίτζας Δημήτριος Τρίτζας
Νικολής Λιόλιος  Υπογράφονται από τον παπά Γεωργίου Μητρόπαπα.
Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας Αναγν. Μακρυπουκάμισος
Παβλής Μακρυπουκάμισος Αναστάσιος Μακρυπουκάμισος
Ιωάννης Μακρυπουκάμισος Αποστόλης Κοκολής ;
Πέτρος Καχριμάνης Γεώργιος Μίχας
Γεώργιος Κατζάμπας  Υπογράφονται από τον Αναγν. Μακρυπουκάμισο
Δ. Δ. Πύρος Κωνσταντής Κοτζακόπουλος
Αναστάσης Θεοδοσίου Ιωάννης Α. Μακρυπουκάμισος
Χωρίον Αυδίμπεϊ
Α. Δαρλάσης Βασίλειος Ρέμης
Γεώργιος Μυλωνάς   Υπογράφονται κατά θέλησίν των διά χειρός Α. Δαρλάση
Γεώργιος Χιόνης Θεοδωρής Κώστενας
Θανάσης Ανδρέας Ιωαν. Βελιτζιότης
Υπογράφονται διά χειρός Α. Σουριλοπούλου
Χρήστος Μπολόσης διά Γ.Χ. Μπολόση

Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Αυδίμπεϊ γενομένων διά των κυρίων Αναγνώστου Δαρλάση και Αναγν. Σουριλοπούλου υπογραψάντων τους αγραμμάτους κατοίκους καθώς και το ως αυτοχείρου υπογραφών των κυρίων Αναγνώστου Δαρλάση κατά την προσωπικήν των ομολογίαν.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Αυδίμπεϊ

Χρήστος Μπολόσης διά Γ. Χ. Μπολόση

Έπονται υπογραφαί του αυτού χωρίου Αυδίμπεϊ

Κ.Δ. Μπαρδουνιώτης, Ιωάννης Κολιάκης

Μιχάλης Κολιάκης, Κολιάκης Χρήστου διά χειρός Ιωάννη Κολιάκη

Επικυρούται η γνησιότης των αυτοχείρου υπογραφής του Κων-νου Δ. Μπαρδινιώτη και Ιωάννη Κολιάκη καθώς και των Κολιάκη Χρήστου και Μιχαήλ Κολιάκη γενομένων διά του Ιωάννη Κολιάκη.

Αυδίμπεϊ αυθημερόν ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Χρήστος Μπολόσης διά Γ.Χ. Μπολόση.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Στις 15 Νοεμβρίου 1843 οι Νικόλαος Σπηλιάδης και Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος αναφέρθηκαν  στην Εθνοσυνέλευση και υπεστήριξαν ότι αυτοί ήταν οι νόμιμοι πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας, γιατί εκλέχτηκαν από την πλειοψηφία των εκλογέων που συνήλθαν στις 10 Οκτωβρίου 1843 στο Ναό των Αγίων Θεοδώρων που βρίσκονταν εκτός Ναυπλίου στη θέση Κιουλού τεκέ (Αγροκήπιον του Κολοκοτρώνη).

Συνυπέβαλαν και την από 14 Οκτωβρίου 1843 αναφορά που υπογράφουν 494 κάτοικοι. Για πληρέστερη γνώση των αναγνωστών τις παραθέτουμε.

Προς την Σεβαστήν των Ελλήνων Συνέλευσιν

Εκλεχθέντες οι υποφαινόμενοι πληρεξούσιοι των χωρίων της Επαρχίας Ναυπλίου, αν και ταχθέντες μεταξύ των φιλονικουμένων διά την γενομένην και εκεί διπλήν εκλογήν, επειδή είμεθα ημείς οι νομίμως εκλεγμένοι από τα δύο τρίτα των εκλογέων αυτών, δεν είχομεν ουδεμίαν αμφιβολίαν, ότι ηθέλαμεν γενή παραδεκτοί να εκπληρώσωμεν και ημείς εις την ενεστώσαν συνέλευσιν μετά των άλλων νομίμως πληρεξουσίων τα οποία ενεπιστεύθημεν ιερά χρέη προς την Πατρίδα. Εδώκαμεν δε τα έγγραφα μας τ’ αποδεικνυόμενα την νομιμότητα της εκλογής μας και τουναντίον εκείνης των εκλεχθέντων από το εν τρίτον σχεδόν των εκλογέων προς την διορισθείσαν από τα τρία τμήματα της Ελλάδος εξεταστικήν των εγγράφων της πληρεξουσιότητος Επιτροπήν, αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν απεβλήθημεν ημείς από αυτήν και έγιναν παραδεκτοί ανθ’ ημών οι κύριοι Ιωαν. Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρός. Διά τούτο κρίνομεν χρέος μας να διατρανώσωμεν ενώπιον της Σεβαστής ταύτης Συνελεύσεως την γενομένην εις ημάς αδικία και να ζητήσωμεν απ’ αυτήν δικαιοσύνην ως συγκροτηθείσαν διά να θέση τα θεμέλια της Ελλάδος επί την βάσιν της δικαιοσύνης.

Εφ ω και νομίζομεν αναγκαίον να καθιστορήσωμεν τα διατρέξαντα διά να εμπορέσουν οι κύριοι πληρεξούσιοι του Έθνους να κρίνουν εν γνώσει και ν’ αποφασίσωσιν κατά το δίκαιον.

Επειδή η πόλις του Ναυπλίου έλαβεν από την εν Τροιζήνι συνέλευσιν και επειδή τα χωρία είχον επίσης το δικαίωμα να στέλλουν ετέρους δύο, αφού η Πόλις εξελέξατο τους ιδικούς των, απεφασίσθη να συνέλθουν και οι εκλογείς των χωρίων εις την Μονήν του Καρακαλά, όπου συνήλθον και το 1829, εκτός δηλονότι της πόλεως Ναυπλίου και να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των. Διο και εξεδόθη το ανήκον πρόγραμμα, αλλά δι’ ενεργείας του Δημάρχου Ναυπλιέων κυρίου Σπυρίδωνος Παπαλεξοπούλου η πόλις του Ναυπλίου προσδιωρίσθη τόπος της εκλογής.

Και δις συνελθόντες αυτόθι τριάντα τέσσαρες εκλογείς, συνηθροίσθησαν προκαταρκτικώς την 9 του Οκτωβρίου τ.ε. εις τον ναόν της Παναγίας και παρόντος του κυρίου Παπαλεξοπούλου, εξελέξαντο δι’ εικοσιέξ ψήφων Πρόεδρον τον κύριον Ιωάν. Κολανδρούτζον εκλογέα του χωρίου Μουράταγα, καθώς και πενταμελή Επιτροπή διά να εξελέγξη την νομιμότητα των εγγράφων των, ενώ δ’ έμελλε να προχωρήσουν εις την εκλογήν των πληρεξουσίων των. Ο κύριος Παπαλεξόπουλος επεμβάς εις τα καθήκοντά των προσβάλλει την εκλογήν του αυτού Προέδρου, ως μη νομίμου τάχα εκλογέως του χωρίου Μουράταγα διά τον λόγον ότι τούτο δεν έχει τάχα δεκαπέντε οικογενείας, ενώ έχει περί τας είκοσιν. Προσβάλλει ωσαύτως τον εκλογέα του χωρίου Μάνεσι Μίχον Ξύδην, ενώ το χωρίον τούτο περιέχει πλέον ή δεκαεννέα οικογενείας. Προσβάλλει επίσης τον εκλογέα των χωρίων Δούσια και Μπάρδη Γ. Μ. Κιμπουρόπουλον, ενώ τα χωρία ταύτα περιέχουν δεκαεπτά οικογενείας. Προσβάλλει προς τούτοις τον εκλογέα του χωρίου Μπούτι Ανδριανόν Αθ. Βεκιάρην, ενώ το χωρίον αυτό είχεν αυτόν τούτον εκλογέα και το 1829, ως έχον το δικαίωμα του να στείλη εκλογέα διά την εκλογήν των πληρεξουσίων. Διορίζει δε τον Καλούδην Πρόεδρον της συναθροίσεως και αποβάλλει τον εκλογέα του χωρίου Πυργέλας Γεώργιον Καχριμάνην, λαβόντα τριάντα ψήφους εις την τακτικήν και νόμιμον των εγχωρίων συνάθροισιν, όπου παρευρέθη και ο Πάρεδρος και παραδέχεται τον Αναγν. Μακρυπουκάμισον λαβόντα είκοσι και μίαν ψήφους εις την ιδιαιτέραν συνάθροισιν ατόμων σχετικών του, όπου δεν παρευρέθη ο πάρεδρος.

Παραδέχεται δε από το χωρίον Ντζιαφέραγα δύο εκλογείς, ενώ το χωρίον αυτό δεν έχει το δικαίωμα να δώση ειμή ένα μόνον εκλογέα και τοιουτοτρόπως διατάξας την συνάθροισιν, έχων και άλλους συναρρωγούς τον τε αστυνόμον Ναυπλίου και τινάς φατριαστάς εκ των Ναυπλιέων, προσπαθεί ν’ εκτελέση την εκλογήν των Πληρεξουσίων της προθέσεώς του και ταύτα κεκλεισμένων έχων τας θύρας του ναού και μη επιτρέπων εις τους πολίτας την είσοδον, διά να μη έχη μάρτυρες των όσα κατεργάζονται. Εν τούτοις κατεξ…ντες οι εκλογείς διά τα γενόμενα, διαλύουν την συνάθροισιν και είκοσιν εξ αυτών δίδουσι αναφοράν προς την διοίκησιν της Αργολίδος εναντίον των επεμβαινόντων εις τα καθήκοντά των και παραβιαζόντων αυτούς εναντίον των διατεταγμένων, ότε ο κ. Παπαλεξόπουλος παρασύρας εις το Δημαρχείον και παρακρατών ως εις φυλακήν ένδεκα εξ αυτών, επροσπάθη όλην την νύκτα να τους καταπείση εις το να δώσουν την ψήφον των κατά τον σκοπόν του.

Την επιούσαν ημέραν συνηθροίσθησαν πάλιν όλοι εις τον ναόν της Παναγίας και απαιτούν να λάβη την θέσιν του ο νόμιμος Πρόεδρός των, να μείνουν εις τον τόπον των οι νόμιμοι εκλογείς και ν’ αποχωρήσουν ο τε Δήμαρχος και ο Αστυνόμος Ναυπλίου και οι περί αυτούς και να τους αφήσουν ελευθέρους να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των. Αλλ’ ούτοι φυλάσσοντες τας θύρας του Ναού ωσάν πολιορκημένας, επροσπάθουν να κάμουν την εκλογήν εναντίον της θελήσεως και της συνειδήσεως των εκλογέων. Τότε οι ούτω βιαζόμενοι εκλογείς, βίαν κατά της βίας αντιτάξαντες διά να εξέλθουν από τον ναόν, εξήλθον τα δύο τρίτα εξ αυτών, ήτοι οι εικοσιτρείς και διευθύνονται έξω της πόλεως διά ν’ αποφύγωσι την βίαν και να δώσουν ελευθέρως και κατά τον νόμον τας ψήφους των, εις οποίους ήθελον εγκρίνει διά πληρεξουσίους των. Αλλά φθάσαντες εις την θύραν του φρουρίου την ευρίσκουν κλεισμένην κατά διαταγήν του Αστυνόμου. Ζητούν να την ανοίξουν και οι φρουρούντες στρατιώται προτείνουσι λόγχην κατ’ αυτών και μάλιστα πληγώνοντας και τίνα εις την κεφαλήν και τους εμποδίζουν εκεί άχρις ότου έφθασε ο φρούραρχος εις βοήθειάν των και διέταξε να τους ανοιχθή η θύρα και τους ηνοίχθη. Εξέρχονται επομένως και φθάσαντες εις τον Κιουλουτεκέν (Αγροκήπιον του Κολοκοτρώνη) εισέρχονται εις τον ναόν των Αγίων Θεοδώρων, όπου ενεργούντες ελευθέρως ψηφοφορούν κατά τον νόμον και δίδουν εις ημάς τας πλειοτέρας ψήφους των.

Ενώ δε εψηφοφόρουν έρχονται αυτόθι ο τε Γραμματεύς της Διοικήσεως και ο Υπομοίραρχος και τους ερώτουν και μανθάνουν από αυτούς, ότι εξήλθον από την πόλιν, επειδή εβιάζοντο και εκεί ψηφηφορούν παντελευθέρως εκλέγοντες τους πληρεξουσίους των, καθότι είχον και το δικαίωμα να τους εκλέξουν εκτός της πόλεως, καθώς εξελέξαντο αυτούς εκτός της πόλεως εις το 1829.

Αφού δε αυτοί ανεκήρυξαν ημάς πληρεξουσίους των, τότε και ο κύριος Παπαλεξόπουλος διεκήρυξε διά των ένδεκα εκλογέων παμψηφεί, ως πληρεξουσίους τους κυρίους Ιωαν. Κωλέττην και Μ. Ιατρόν. Τούτου δοθέντος ήτο ποτέ δυνατόν να μη μεταχειρισθή ο κύριος Παπαλεξόπουλος όλα τα μέσα, όσα ήθελε δυνηθή διά να τους αναδείξη εις την Σεβαστήν ταύτην Συνέλευσιν, ως νομίμως πληρεξουσίους, αφού εκάμεν  το πρώτον βήμα προς την παρανομίαν είπετο να προχωρήση ενεργών χωρίς όρων και λόγων άχρις ότου φθάσει εις το τέρμα του σταδίου και προς τοις άλλοις παρανομήμασιν υπεχρέωσε μετά δύο ημέρας τέσσαρας εκ των εκλογέων, οίτινες είχον δώσει άπαξ εις ημάς τας ψήφους των εις τον ναόν των Αγίων Θεοδώρων να τας δώσουν και δεύτερον διά συμβολαιογραφικού εγγράφου εις τους κυρίους Κωλέττην και Ιατρόν, επιφέραντες ότι τάχα εβιάσθησαν και τας έδωσαν προ δύο ημερών εις ημάς.

Η Σεβαστή Συνέλευσις θέλει κρίνει, αν οι άνθρωποι ούτοι, αφού ωρκίσθησαν και εψηφοφόρησαν και υπέγραψαν την πράξιν της εκλογής των πληρεξουσίων των ημών, ηδύναντο να είναι εκλογείς φυλάσσοντες εις εαυτούς την δύναμιν του εκλέγειν εις τρόπον ότι σήμερον ν’ αναδείχνουν πληρεξούσιον τούτον και αύριον εκείνον και μεθαύριον άλλον. Θέλει δε κρίνει, εάν όντες εντός του φρουρίου του Ναυπλίου, όπου υπήρχον προς υπεράσπισίν των αρχαί διοικητικαί και δικαστικαί και δυνάμεις στρατιωτικαί και όπλα και πυροβόλα, υπέκειντο ποτέ εις το να βιασθούν παρά τινός και θέλει κρίνει πως δεν υπέκειντο εις το να βιασθούν ωσαύτως και οι άλλοι ένδεκα συνεκλογείς, οι παραμείναντες αυτόθι ραδιουργούντος του κυρίου Παπαλεξοπούλου, ενώ ήτον επόμενον αν εβιάσθησαν εκείνοι να βιασθώσιν και ούτοι και να μη μείνη κανείς εντός του Ναυπλίου. Αλλά η βία δεν  ήτο δυνατόν να γενή από είκοσι τρεις ανθρώπους απλούς και όλως αδυνάτους ως έγεινε δε κατ’ αυτών εξ εναντίας υπό του δημάρχου και του αστυνόμου και των δορυφόρων των καθ’ όλους τους τρόπους.

Ταύτα δε πληροφορηθέντες οι κάτοικοι των χωρίων της επαρχίας και μη ανεχόμενοι ν’ αντιπροσωπευθούν εις την παρούσαν Συνέλευσιν υπ’ άλλων τινών διεύθυναν αναφοράν υπογεγραμμένην από εξακοσίους περίπου, ο έστιν από το μέγα μέρος αυτών προς την Συνέλευσιν αυτήν, και επικυρούσι την επ’ ονόματί μας γενομένη εκλογήν. Την αναφοράν ταύτην και όλα τα έγγραφα αφορώντα την νομιμότητα της εκλογής μας καθυποβάλλομεν εις την εξεταστικήν Επιτροπήν, η οποία φαίνεται δεν τα έλαβεν υπόψιν και από την οποίαν θέλει τα ζητήσει βέβαια η Σ.Συνέλευσις διά να τα εξετάση. Είναι δε τα εφεξής:

α) Η αναφορά μας προς την ειρημένην εξεταστικήν επιτροπήν, δι ης εξεθέσαμεν εν συνόψει τα δίκαιά μας.

β) Η Πράξις της Πληρεξουσιότητος ημών, γενομένην την 10 του 8βρίου, επικυρωμένη από τον πάρεδρον της Δημαρχίας του Άργους, διά τον λόγον του ότι δεν ήτο δυνατόν να επικυρωθή από τον δήμαρχον Ναυπλιέων και διά τον λόγον του ότι τα πλειότερα χωρία, ανήκοντα κατά τα παλαιά όρια εις την Επαρχίαν Ναυπλίου, ανήκουσιν ήδη εις την του Άργους.

γ) Αντίγραφον διαμαρτυρήσεως είκοσιν εκλογέων, γενομένης την 10 του αυτού προς την διοίκησιν Αργολίδος εναντίον του κυρίου Παπαλεξοπούλου και των μετ’ αυτού.

δ) Η διαληφθείσα αναφορά των εγκατοίκων, γενομένη την 14 του ιδίου, δι ης διαμαρτύρονται κατά του ειρημένου κ. Παπαλεξοπούλου, αποδοκιμάζουν την παρ’ αυτού ενεργηθείσαν εκλογήν και επικυρούσι την επ’ ονόματι ημών.

ε) Πιστοποιητικόν εκδεδομένον την 14 του αυτού από τον πάρεδρον του χωρίου Μάνεσι ως περιέχουσι δεκαεννέα οικογενείας.

στ) Όμοιον εκδεδομένον την 15 του αυτού από τον πάρεδρον του χωρίου Δούσια και Μπάρδη ως περιεχόντων δεκαεπτά οικογενείας.

ζ) Εκλογικόν έγγραφον της 5 Απριλίου του 1829 των κατοίκων του χωρίου Μπούτι, υπέρ του εκλογέως Αδριανού Αθ. Βεκιάρη.

η) Όμοιον της 31 Μαρτίου του 1829 διά το δικαίωμα του χωρίου Ντζιαφέραγα περί ενός μόνον εκλογέως.

Προστίθενται δε παρ’ ημών ενταύθα συνημμένα και δύο εκλογικά έγγραφα του χωρίου Πυργέλλας, εξ ων αποδείχνεται η νομιμότης της εκλογής του Γ.Π. Καχριμάνη και τουναντίον εκείνης του Α. Μακρυπουκαμίσου.

 Η δε Σεβαστή Συνέλευσις, αφού λάβη υπόψιν τα έγγραφα ταύτα, θέλει κρίνει αν η εξεταστική Επιτροπή ηδύνατο νομίμως ν’ απορρίψη την εκλογήν ημών ως πληρεξουσίων από τα χωρία του Ναυπλίου και να δεχθή την εκλογήν των κυρίων Κωλέττου και Ιατρού, ενώ ημείς ελάβομεν είκοσι τρεις ψήφους και ενώ αυτοί δεν έλαβον ειμή μόνον ένδεκα και όχι δεκατρείς, ως διατείνονται, διότι οι δύο εκλογείς επλεόναζαν παρανόμως κατά τ’ ανήκοντα αποδεικτικά και δεν ηδόναντο να είναι εκλογείς.

Επομένως η Συνέλευσις, ως πηγή από την οποίαν ελπίζεται πάσα δικαιοσύνη, θέλει αποδώσει το δίκαιον κατά χώρον.

Εν Αθήναις την 15 Νοεμβρίου 1843 

Ναύπλιον (Τ.Υ.) Ν. Σπηλιάδης και Γ.Μ. Αντωνόπουλος

                              ———————————–

Προς την εν Αθήναις Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν

Σημ: Η παρούσα αναφορά συνίσταται από φύλλα δέκα και ήμισυ γεγραμμένα και σελίδες είκοσι και μία

Εν Αθήναις την 6 Νοεμβρίου 1843 (Τ.Υ.) Γ.Μ. Αντωνόπουλος και Ν. Σπηλιάδης

Δυνάμει του Νόμου και των διατεταγμένων από το Υπουργείον της 3 Σεπτεμβρίου της Επαρχίας Ναυπλίας να εκλέξωμεν, και εξελεξάμεθα τους εκλογείς, οίτινες ώφειλον να εκλέξουν τους πληρεξουσίους μας διά την εθνικήν Συνέλευσιν. Προσδιωρίσθη δε τόπος της συναθροίσεως των εκλογέων μας η Μονή του Καρακαλά διά προγράμματος καθώς πραγματικώς εγένετο κατά το 1829. Αλλ’ αίφνης και παρ’ ελπίδα μεταποιείται το πρόγραμμα και αντί του Καρακαλά προσδιορίζεται τόπος συναθροίσεως η Πόλις της Ναυπλίας κατ’ αίτησιν του κυρίου Δημάρχου αυτής. Η μεταβολή αύτη έδωκε δικαίαν υπονοίαν των υποκεκρυμένων σκοπών του κ. Δημάρχου μόλα ταύτα ευπειθούντες εις τον Νόμον και εις τας διαταγάς των ανωτέρων αρχών προσήλθον όλοι οι εκλογείς εις τον κ. Δήμαρχον επαρουσίασαν τα εκλογικά των έγγραφα τα παρεδέχθη και τα επεκύρωσε χωρίς εναντιότητα και χωρίς τινά παρατήρησιν περιοριζόμενος μόνον εις κατηχήσεις του να εκλέξουν τους πληρεξουσίους της αρεσκείας του.

Κατά δε την 9 Οκτωβρίου ημέραν Σάββατον ο εστί την παραμονήν της εκλογής συνεκροτήθη η προκαταρκτική συνέλευσις εις τον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου και εγένετο η εκλογή του τε Προέδρου και της Επιτροπής της ψηφοφορίας, και εξελέγη Πρόεδρος ο εκλογεύς του χωρίου Μουράταγα κύριος Ιωάννης Γ. Κολανδρούτζος διά ψήφων 26 προς 7 και έως οκτώ διήρκεσεν η αλωπεκή του κυρίου Δημάρχου, ελπίζοντος ότι διά των κατηχήσεών του, είχε κερδισμένας τας ψήφους των εκλογέων, αλλ’ αφού είδε την πλειοψηφίαν όχι κατά την αρέσκειάν του, απεκδύεται την αλωπεκήν, ενδύεται την λεοντήν, προτείνει ότι τέσσαρες των εκλογέων είναι διωρισμένοι από χωρία μη έχοντα 15 οικογενείας, εν οις και ο εκλεχθείς Πρόεδρος και τινά μέλη της Επιτροπής, παρουσιάζει μίαν αναφοράν τινός αγνώστου ανεπίσημον, την οποίαν εφύλατταν ως εφεδρείαν διά την στιγμήν ταύτην, λησμονεί ότι τα χωρία ταύτα πραγματικώς είχον εκλογέα κατά το 1829, λησμονεί ότι ο ίδιος επεκύρωσε τα εκλογικά των έγγραφα ως νομίμων εκλογέων και αντί να αποχωρήση της συναθροίσεως, αφού εξελέγη η Επιτροπή και ο Πρόεδρος, και ν’ αφίση εις αυτούς ελευθέραν την εκπλήρωσιν των καθηκόντων τους, και την εξέλεγξιν των φιλονεικουμένων εγγράφων, θηριούται, φρυάττει, αποβάλλει τους παρ’ αυτού προσβληθέντας διά του Αστυνόμου, τον οποίον απ’ αρχής είχεν εντός της συναθροίσεως, καθιστά αυθαιρέτως Πρόεδρον της συναθροίσεως χωρίς δευτέρας εκλογής τον σχετικόν του Ιωάννην Καλούδην ως λαβόντα δήθεν επτά ψήφους εις την πρώτην εκλογήν, αναπληροί την Επιτροπήν διά σχετικών του, και διαλύει την συνάθροισιν.

Την δε επιούσαν ήτοι την Κυριακήν, ταύτα θεωρούντες οι εκλογείς και κατεξανιστάμενοι εναντίον των αυθαιρεσιών του κυρίου Δημάρχου έδωκαν αναφοράν προς την Διοίκησιν της Αργολίδος διαμαρτυρούμενων κατά του ειρημένου Δημάρχου, ως επεμβαίνοντος εις τα καθήκοντά των ως προσωθούντος αυτούς εις παρανομίας και πράξεις εναντίον της συνειδήσεώς των, και αντί να παρουσιασθή τουλάχιστον το αποτέλεσμα των διασκέψεων της Επιτροπής, το οποίον δι’ όλης της νυκτός επροσπάσθη να χαλκεύση εις την οικίαν του, συγκαλεί την συνάθροισιν εις τον ίδιον Ναόν, τον οποίον είχε προκαταλάβη διά της συρροής διαφόρων συμφατριαστών του και του Αστυνόμου και διά της προσωπικής παρουσίας του και υποχρεοί τους εκλογείς διά να κάμουν την εκλογήν των. Όθεν συναισθανθέντες την ενέδραν οι πλείονες των εκλογέων εζήτησαν να καταλάβη την θέσιν του εις την Προεδρίαν ο νόμιμος εκλογεύς και νομίμως εκλεχθείς Πρόεδρος κ. Κολανδρούτζος και να μη εξαιρεθή κανείς των νομίμων εκλογέων και ν’ αποχωρήση ο Δήμαρχος, ο Αστυνόμος και οι μετ’ αυτών, ώστε να μείνουν αυτοί ελεύθεροι να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των χωρίων μας, όπως ήθελεν οδηγηθή από την συνείδησίν των. Αλλά θεωρήσαντες ότι εκ προπαρασκευής θέλει παραβιασθή η ψήφος των, και ενδέχεται να προκύψουν δυσάρεστα και απευκταία εξήλθον του Ναού και έτρεξαν να εύρουν άσυλον της ελευθερίας των ψήφων των εκτός του Ναυπλίου, αλλά και εις τούτο απήντησαν την παγίδα προπαρασκευασμένην, εύρον τας θύρας της Ναυπλίας κεκλεισμένας κατά διαταγήν του αστυνόμου και την ένοπλον φρουράν προτείνουσαν λόγχας κατά των προσπασθούντων να εξέλθωσιν εκλογέων, καθώς και πραγματικώς επληγώθη διά της λόγχης εις των συντρεχόντων, και προσέφυγεν εις την Εισαγγελίαν, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και αμεροληψίαν του κ. Φρουράρχου, όστις διέταξε και ανοίχθησαν αι θύραι, και ούτως εξελθόντες οι εκλογείς μετέβησαν εις τον εν Κουλού Τεπέ Ναόν των Αγίων Θεοδώρων, όπου θεωρήσαντες ότι συμπληρούνται τα δύο τρίτα των εκλογέων συνεκρότησαν συνάθροισιν και ελευθέρως και απαραβιάστως διά τακτικής ψηφοφορίας εξελέξαντο πληρεξουσίους μας τους κυρίους Γεώργιον Μ. Αντωνόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην.

Αφού δε εκοινοποιήθη το αποτέλεσμα της εκλογής ταύτης, παραλαβών εκ της οικίας του και ο Δήμαρχος τους παρ’ αυτώ αιχμαλωτισμένους δεκατρείς εκλογείς περιεστοιχισμένος από διαφόρους πολίτας του φρονήματός του τους μετέφερεν εις τον Ναόν της Παναγίας και αναγόρευσαν ομοφώνως πληρεξουσίους τους κ.κ. Κωλέτην και Ιατρόν, υπέρ ου και δι ου τα πάντα εγένετο, χωρίς να παρατηρήσουν μήτε νομιμότητα, μήτε δύο τρίτα, μήτε άλλοτε εκ των νενομοθετημένων, εκτός μόνον του ότι εις την εκκλησίαν έγινεν η αναγόρευσις, ωσάν να μην ηδύνατο αυτή η φωνή να εκφωνηθή και εις την οικίαν του.

 Την δε επιούσαν απεπλάνησεν, ως μανθάνομεν τις οίδε διά ποίων μέσων και τίνας εκ των εκλογέων του Κιουλουτεπέ, ως να ήσαν πλέον εκλογείς, αφού άπαξ εψηφοφόρησαν, διά να σχηματίση φαίνεται τα δύο τρίτα, και έκτοτε μέχρι της ώρας εργάζεται εν σκότει εις τα άδυτα της οικίας του μετά των αιχμαλώτων του, και τις ηξεύρει ποία πρακτικά θέλουν σχηματίσει και πως θέλουν παραμορφώσει τα πράγματα νομιμοποιούντες δήθεν αυτά κατά την ιδέαν του.

Επειδή δε εκ της παρανομίας δεν ημπορεί να προκύψη ποτέ αγαθόν μήτε εμπορεί να υπάρξη τοιούτον μη θεμελιούμενον εις την νομιμότητα πολλώ δε μάλλον εις τας παρούσας πράξεις εκ των οποίων κρέμαται η τύχη του Έθνους και της Πατρίδος μας. Υμείς δε Σεβαστή Συνέλευσις είσθε οι μόνοι αρμόδιοι να εξελέγξετε τας τοιαύτας παρανομίας διά να μην εισχωρήσουν εις την ευαγή συνάθροισίν σας νόθα και υποβολιμαία πρόσωπα, προλαμβάνοντες εκθέτομεν εν ειλικρινεία όλα τα διατρέξαντα και πανδήμως εκφραζόμενα σας βεβαιώμεν ότι η εν Κουλουτεπέ συνάθροισις των εκλογέων μας είναι η νόμιμος, και οι παρ’ αυτής διορισθέντες πληρεξούσιοι είναι οι άνθρωποι της κοινής εμπιστοσύνης και ευχαριστήσεώς μας.

Την 14 Οκτωβρίου 1843

Χωρίον Ανυφί Ευπειθέστατοι

Χωρίον Ανυφί
Παπά Παναγιώτης Αγγελόπουλος Α. Χατζόπουλος
Παύλος Κωστόπουλος διά Α. Χατζόπουλος Γ. Α. Χαμπάς ;
Παναγής Χατζής Ευστάθιος Αντωνίου
Γεώργιος Χατζόπουλος Μήτρος Λιολίτζας
Γιωργάκης Λιολίτζας Αγγελής Δεμήρος
Γιάννης Δεμήρος διά Α. Χατζόπουλου Γιάννης Καράσης ;
Κωνσταντής Βασιλείου Κωνσταντής Κολιβάνης ;
Μήτρος Κόλιας Τάσος Λουκάς
Σπύρος Αναστασίου Α. Μητροσίλης
Ανδριανός Λουκάς διά Ευσταθίου Αντωνίου Γεώργιος Μητροσίλης
Ιωάννης Μητροσίλης Σπύρος Μητροσίλης διά χειρός Ιωάννου Μητροσίλη
Στέριος Ανδριανού Ιωάννης Στέριου
Παναγιώτης Στέριου Γιαννάκης Μητροσίλης
Γεώργιος Κόρακας Τάσης Κόρακας
Μανώλης Αντωνίου Θανάσης Κόρακας και
Μήτρος Θηβαίος διά του Ιωαννου Μητροσίλη Πέτρος Κωστόπουλος
Γεώργιος Αγγελόπουλος Ιωάννης Αγγελόπουλος διά Γ. Αγγελόπουλου
Γρ. Σταθόπουλος Γεώργιος Καραμπής
Γιάννης Καραμπής Γεώργης Ντεμήρης
Ανδριανός Ντεμήρης Ανδριανός Καραμπής
Μήτρος Κα ; (Κακάνης); Ζήσος Αγραφιώτης διά χειρός Γρ. Σταθόπουλου
Ιωάννης Τζόρτζης Αθανάσιος Τζόρτζης
Δημήτριος Τζόρτζης Γεώργιος Τζόρτζης διά Νικολάου Ευσταθίου
Γεώργιος Κολιαβάνης Τάσος Κολιαβάνης
Κυριάκος Κολιαβάνης Μήτρος Κολιαβάνης διά χειρός Ιωάννου Μητροσίλη
Μάρκος Ευσταθίου Αγκελής Καφατάρης
Γεώργης Καφατάρης Παναγής Καφατάρης
Σπύρος Καστανιώτης Πανάγος Καστανιώτης διά χειρός Ευσταθίου Αντωνίου
Γιάννης Πεσκάνης; Κωνσταντής Μπα…
Γεώργης Μανώλης Γιάννης Χαμπίμπης
Μήτρος Χαμπίμπης Κωνσταντής Γκότζης ;
Παναγής Γκότζης και Γεώργιος Γερολίμου διά χειρός Α. Χατζόπουλου

Ο πάρεδρος του χωριού Ανυφί επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων, δι όλων απάντων κατοίκων του χωρίου τούτου.

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Ανυφί (Τ.Υ.) Γρ. Σταθόπουλος

 

Χωρίον Χώνικα
Γ. Σακολέβας Ανδρ. Γκότζης και δι’ αυτόν Α. Μποβόπουλος
Νικόλαος Γκαλιούρος Κων-νος Γκαλιούρος διά Α. Χατζοπούλου
Παναγής Νταΐκος, Γεώργιος Νταΐκος διά τους δύο Αναγνώστης Νταΐκος
Μήτρος Φλόρος δι’ αυτόν Α. Μποβόπουλος Χρήστος Ταΐκος
Ιω. Μιχαήλ Αθανάσιος Μανός
Γεώργιος Ρούσης Γεώργιος Τζηράκης
Μήτρος Τζηράκης Μήτρος Μανός
Διά τους άνωθεν πέντε αριθμόν κατ’ αίτησίν τους Α. Μποβόπουλος
Κωνσταντής Κοντός και διά τον αγράμματον κατ’ αίτησίν του Αν. Γ. Σακκολέβα
Παναγιώτης Καρατζιάς Γεώργης Τζιώκος
Νικολής Τζιωτάκης Θανάσης Μανεσιώτης, διά τους ειρημένους τέσσαρους αγραμμάτους Αναγνώστης Νταΐκος
Γεώργιος του Σωτήρου Γεώργιος … διά τον αγράμματον χειρ. Α. Βαβούρης
Σπύρος Ντούβος διά Αθανασίου Μπεβάρδου Ιερέως
Μιχάλης Μαρασόνας διά Αθανασίου Μπεβάρδου Ιερέως
Ιωάννης Λουκαΐτης διά Αθανασίου Μπεβάρδου ιερέως

 

Χωρίον Πούτι (Μπούτι)
Γεώργιος Τζότζος Σπύρος Τζότζος
Δημήτριος Τζότζος Παναγής Τζότζος και
Τάσος Μακρής διά Γ.Κ. Γραμματικού Τάσσος Μπεκιάρης
Παναγιώτης Μπεκιάρης Παναγιώτης Μπουλμέτης
Δημήτριος Καλιαγκούρης Κόλιας Πανάγου και
Παναγής Σκαλτζάς διά Αθανασίου Μπεβάρδου

 

Χωρίον Πυργέλλα
Ανδριανός Μακρής Π. Μακρής
Ανδρ. Α. Νανόπουλος Αναγνώστης Νανόπουλος
Γεώργιος Φωτόπουλος διά Π. Μακρυπουκαμίσου
Γεώργιος Π. Καχριμάνης Πέτρος Καχριμάνης
Δημήτριος Π. Καχριμάνης Κωνσταντής Π. Καχριμάνης
Γεώργιος Θηβαίος Ιωάννης Φωτόπουλος διά χειρός Ν. Π. Μακρυπουκαμίσου
Γεώργιος Ντρίτζας Χαράλαμπος Μπάλιος
Ιωαν. Μπάλιος Γεώργιος Μητρόπαπας
Ευθύμιος Μητρόπαπας διά Α. Α. Χρηστόπουλου ;
Δημήτρης Φράγκος Κων-νος Φράγκος
Αναστάσης Φράγκος Δημήτριος …… διά ……
Νικόλαος Ρουμελιώτης Δημήτριος Κόντος Ντροπολιτζιώτης
Γεώργης Μπαμπουρόνης Τάσσος Χελιώτης
Γεώργιος Χ. Μπάλιος Δημήτριος Ιω. Φωτοπούλου
Νικολής Καριβίτζας ; Ν. Θανάσης Μπογανάς
Διά τους άνωθεν οκτώ αγραμμάτους κατ’ αίτησίν των διά Ανδρ. Α. Νανοπούλου
Σταύβρος Κοντομήτρου Γιώργης Στάβρου Κοντομήτρου
Νικόλαος Μακρυπουκάμισος Κωνσταντής Γ. Μητρόπαπας διά χειρός Σταύβρος Κοντομήτρου
Γεώργιος Γεωργαντάς διά του Ανδ. Α. Νανοπούλου.

 

Χωρίον Δαλαμανάρα
Σπύρος Ζέρβας Αναστάσης Καπυρλόκης
Παναγιώτης Τασόπουλος Κωνσταντής Κοντιλάρος
Αναστάσης Σκαρπέντζος Γεώργιος Γιανόπουλος
Παναγής Σταβρόπουλος Γεώργιος Σταβρόπουλος
Μήτρος Βλάχος διά χειρός Σπύρος Μουσταήρα ως αγράμματοι
Νικόλαος Ζέρβας Τάσος Γκουτζούλης
Γεώργιος Τακανίκος Βασίλης Κρανιδιώτης
Γεώργιος Τζότος ; και Μίχος Ταγαράς διά χειρός Ν. Ζέρβα
Αναγν. Καββαθάς Νικολής Τζινάπης ;
Ανδριανός Κοκίνης Γιάννης Ντριτζόπουλος ;
Γιάννης Χιρόπουλος Βασίλης Ντέτες
Κυριάκος Κουκουμέλος Κωνσταντής Φλίγκος
Μήτρος Παπαδόπουλος ως αγράμματοι διά χειρός Αναγν. Καββαθάς
Ανδριανός Καββαθάς Κωνσταντής Καββαθάς διά χειρός Α. Καββαθάς
Αναγν. Τασόπουλος Γεώργιος Καραχάλιος, Κων-νος Γ. Καραχάλιος
Γεώργιος Ρούσος Αναστάσης Ρούσος
Σωτήρος Κακουργιότης Κων-νος Κακουργιότης ;
Ανδριανός Μήτζουλης Παναγής Μήτζουλης
Γεώργιος Μουέγιος ; και Γιάννης Μυλωνάς διά χειρός Κων-νου Γ. Καραχάλιου
Γεώργιος Τασόπουλος Τάσος Μόρος
Γεώργιος Ρόκιζας Αθανάσης Αργοιδίτης
Γεώργιος Κουμέλος Στάθης Κακουργιώτης
Γιάννης Καλιακούρης Τάσης Κολητούρης
Τάσος Προνοπάτης ; και Παναγιώτης Πεβεράτος διά χειρός Γεωργίου Τασόπουλου
Θανάσης Κουμάκης Γεώργιος Πατζάλης
Μήτρος Πιπάλας ; Μήτρος Τακανίκος και
Γεωργάκης Κατζούλης διά χειρός Θεοδώρου Τασόπουλου
Ηλίας Δεληγραμάτης Παναγιώτης Μανιάτης
Τάσος Ανυφαντής Παναγής Κατζούλης
Γεώργιος Γκουμάτζης Αθανάσιος Παηβανάς
Αντώνιος Παηβανάς Ιωάννης Καββαθάς
Ιωάννης Σκουντούμης Ανδριανός Κατζούλης
Γεώργιος Κολιάτζης Ανδρέας Μόρος
Παναγιώτης Ρούσσος Λάζος Βούργαρης και
Ιωάννης Κρανιδιώτης διά χειρός Ηλία Δεληγραμμάτη
Τζίριος Μουσταήρας Γεώργιος Μουσταήρας
Σπύρος Μουσταήρας Παναγιώτης Σκαρπέντζος
Βασίλης Μουσταήρας και Μήτρος Μουσταήρας διά χειρός Σπύρου Μουσταήρα

 

Ο πάρεδρος του χωρίου Νταλαμανάρας επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών, των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων δι’ όλων απάντων του χωρίου τούτου.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Νταλαμανάρας (Τ.Υ.) Αναγν. Τασσόπουλος


Χωρίον Αυδήμπεϊ
Παππά Αθανάσιος Μπεβάρδος Γεωργάκης Κώστενας
Αντώνης Δάνενας Σπύρος Δάνενας
Γεώργιος Δάνενας Σπύρος Δόκος
Διά τους αγραμμάτους δε εγράφησαν διά χειρός Παπά Αθανασίου Μπεβάρδου
Ανδρίκος Μπαβέλας Δημήτριος Μπαβέλας
Πέτρος Μπαβέλας Γεώργιος Μπαβέλας
Νικολής Μπαβέλας Κολιάκης του Χρήστου
Ιωάννης Κολιάκης του Χρήστου Μιχάλης Κολιάκης του Χρήστου
Γεώργιος Μπεβάρδος κσι Δημήτριος Λιόλιος διά Νικολάου Μπαβέλα
Νικόλαος Γραμματικού Νικόλαος Λιόλιος
Γεώργιος Λιόλιος Τάσος Κοντοθανάση
Θανάσης Κοντός Παναγιώτης Κοντοθανάσης
Αθανάσιος Χατζάρας διά του Ν. Γραμματικού Σπύρος Γραμματικού
Γ. Χ. Μπολόσης Α. Σουρίλος
Θεοδόσιος Λιόλιος Γεώργιος Μυλωνάς διά χειρός Παπά Αθανασίου Μπεβάρδου

 

Ο πάρεδρος του χωρίου Αυδήμπεϊ επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών, των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων δι όλων απάντων του χωρίου τούτου. Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Αυδήμπεϊ Χρήστος Μπολόσης διά Γ. Χ. Μπολόση.

 

Χωρίον Μπούτη
Δημήτριος Ντούλιος Παναγής Ντούλιος
Θεοδόσης Καλιαγκούρης Γεώργιος Δαμιανός
Ιωάννης Πλατής Αγκελής Ντοροβίνης και
Δημήτριος Δαλαμαναριώτης διά Νικολάου Μπαβέλα
Γεώργιος Κακάνης Μίχος Καλατζής
Μίχος Βαβούρης Τάσης Αποστόλη και
Αποστόλης Καραήσκος ; διά Γ. Κ. Γραμματικού

 

Ο Δήμαρχος Μηδείας επικυροί το γνήσιον των όπισθεν υπογραφών των ειδικών παρέδρων των εις την περιφέρεια του Δήμου μου γενομένων, των μεν Γρηγορίου Ευσταθοπούλου και Γεωργίου Παππά Ιωάννου υπογραφέντων ιδιοχειρός των, των δε Μίχου Δήμα υπογραφέντος διά του υιού του Δημητρίου, Αθανασίου Σιαταρλή υπογραφέντος διά του Γεωργίου Τζιμπουροπούλου, Ιωάννου Καραχάλιου διά του υιού του Δημητρίου, Ιωάννου Μπιλίνη διά του Παναγή Μπιλίνη και Χρήστου Μπολόση διά Γεωργίου υιού του, ως αγραμμάτων κατά την προσωπικήν ομολογίαν

Μέρμπακα την 18 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ) ……… Παπά Γεωργίου

                              ——————————

Ο Δήμαρχος Ιναχίας επικυροί τας εν τη παρούση αναφορά υπαρχόντων υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Χώνικα ημετέρου Δήμου, υπογραφέντων άλλων μεν ιδιοχειρός των, άλλων δε δι’ άλλων, κατά την προσωπικήν των  ομολογίαν.

Εν Χώνικα την 19 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Γ. Σακολέβας

Υπέγραψαν το έγγραφο στις 14 Οκτωβρίου 1843 από Δεντρά 25 κατ. Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Δενδρών Μίχος Δήμας διά του υιού του Δημητρίου

  • Πουλακίδα 33 Ειδικός Πάρεδρος Αθανάσιος Σιατηρλής διά χειρός Γεωργίου Τσιμπουροπούλου
  • Μπάρδη και Δούσια 23 Ειδικός Πάρεδρος ……
  • Μάνεσι 26 Ειδικός Πάρεδρος Μίχος Δήμας διά του υιού του Δημητρίου
  • Παναρίτη 27 Ειδικός Πάρεδρος Ιωάννης Καραχάλιος διά του υιού του Δ. Ιωαν. Καραχάλιος
  • Πλατανίτη 34 Ειδικός Πάρεδρος Ιωάννης Μπιλίνης
  • Κούτζι 23 Ειδικός Πάρεδρος Αναστάσης Ράπος ;
  • Κατσίγκρι 19 Ειδικός Πάρεδρος Αναστάσιος Γεωργόπουλος διά του υιού του Αναγν. Γεωργόπουλος
  • Κοφίνι 41 Ειδικός πάρεδρος Χρίστος Σμυρνιώτης διά χειρός Παναγιώτη Λ. Μακρή
  • Ανυφί 64 – Χώνικα 24 – Μπούτι 11 – Πυργέλα 33 – Δαλαμανάρα 74 – Αυδήμπεη 28 – Μπούτη 12. Υπέγραφαν συνολικά 494 άτομα.

Παραθέτουμε και τα από 14.10.1843 πιστοποιητικό του Παρέδρου Μάνεσι Μίχου Δήμα, ο οποίος πιστοποιεί ότι το χωριό έχει 19 οικογένειες.

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι

Πιστοποιεί

Ότι εις το υπό την παρεδρικήν μου διεύθυνσιν μνησθέν χωρίον Μάνεσι ευρίσκονται πραγματικώς δέκα εννέα οικογένειαι κατοίκων, οι οποίοι κατά τας κοινοποιηθείσας περί εκλογής οδηγίας από την προϊσταμένην αρχήν, συναισθανόμενοι ότι ως εκ του αριθμού των έχουν εκ του Νόμου το δικαίωμα διά ένα εκλογέα, συνελθόντες εξελέξαντο διά τακτικής και Νομίμου ψηφοφορίας ως τοιούτον  τον συγχώριόν των Μίχον Ξύδην, διά να τους αντιπροσωπεύση εις την εκλογικήν σύνοδον της Επαρχίας Ναυπλίας.

Επειδή δε εγένετο λόγος εις την εκλεκτικήν συνάθροισιν ότι το ρηθέν χωρίον, ως μη έχον δέκα πέντε οικογενείας δεν έχει δήθεν το δικαίωμα να πέμψη εκλογέα, απαριθμούνται και τα ονόματα των οικογενειών και κατοίκων εις το ρηθέν χωρίον Μάνεσι: εις βεβαίωσιν ούτινος ανήκει

Τη 14 8βρίου 1843 Εν Μάνεσι

1. Μίχος Δήμας 2. Παπά Δημήτριος Κυμπούρης
3. Μίχος Ξύδης 4. Παναγιώτης Καραμάνος
5. Μίχος Ζέρβας 6. Ανδριανός Ξύδης
7. Α ; Ζέρβας 8. Δ. Δημόπουλος
9. Γ. Ζέρβας 10. Γεώργιος Π. Καραμάνος
11. Γεώργιος Καραμάνος 12. Γιάννης Καραμάνος
13. Τάσος Καραμάνος 14. Μήτρος Σωτήρος
15. Μήτρος Π. Καραμάνος 16. Παναγιώτης Γ. Καραμάνος
17. Τάσος Π. Καραμάνος 18. Μίχος Μποταΐτης
19. Ιωάννης Μποταΐτης 20. Γιάννης Τζάτζαρης
21. Τάσος Δήμας 22. Παναγιώτης Μ. Δήμας
23. Γιάννης Μ. Δήμας 24. Χρήστος Μ. Δήμας
25. Μήτρος Π. Καραμάνος 26. Αδριανός Γ. Νότη

 

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι πιστοποιεί ότι το χωρίον τούτο σύγκειται από δέκα εννέα οικογενείας. Οι δε έχοντες δικαίωμα ψήφου είναι τον αριθμόν είκοσι και εξ άτομα.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι Μίχος Δήμας, αγράμματος ων κατ’ εντολήν του Γεώργιος Μ. Τσιμπουρόπουλος.

Ο Δήμαρχος Μηδείας επικυροί το γνήσιον των άνω υπογραφών του ειδικού Παρέδρου του χωρίου Μάνεσι  Μίχου Δήμα, υπογραφέντος ως αγραμμάτου διά του Γ. Μ. Κυμπουροπούλου

Μέρμπακα την 16 Οκτωβρίου 1843       Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Παπά Γεωργίου

Επίσης το από 5 Απριλίου 1829 έγγραφο των κατοίκων του χωριού Μπούτι, οι οποίοι εξέλεξαν εκλέκτορα τον Ανδρίκο Αθανασίου Μπεκιάρη.

Προς τον Έκτακτον Επίτροπον της Αργολίδος

Ελάβαμεν την Διαταγήν της Δημ. μαζί με τας της Σ. – Κ τον υπ’ αριθ. 10051 δεν ελλείψαμεν να συναχθώμεν εις τας πέντε του Απριλίου εις την εκκλησίαν του χωρίου μας και εκλέξαμεν συμφώνως διά εκλέκτορα του χωρίου μας, άνδραν τίμιον, ενάρετον, υποληπτικόν καθ’ όλα μας τον κύριον Ανδρίκον Αθανασίου Μπεκιάρη, έδωσε λόγον τιμής του και ωρκίσθη εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, όπου δεν θέλει δώσει  την ψήφον του ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά συνείδησιν χωρίς προσωποληψίαν, τον οποίον θέλει τον εγνωρίσει η έκτακτος Επιτροπή και αυτή τον ήθελε τον αριθμήσει μετά των λοιπών εκλογέων της επαρχίας διά να κάμουν την ψηφοφορίαν των πληρεξουσίων της Επαρχίας. Και μένομεν με όλον το Σέβας.

Τη 5 Απριλίου 1829 Μπούτι

1. Παπά Ανδριανός Σωτηρόπουλος εφημέριος 2. Κόλιας του Πανάγου
3. Παναγής του Κόλια 4. Μήτρος Τούλιος
5. Γιάννης του Πλατή 6. Σπύρος του Πλατή
7. Τάσος Μπεκιάρης 8. Παναγιώτης Μπεκιάρης
9. Παναγιώτης του Πανάγου 10. Δαμιανός Πλατής
11. Γεώργιος Δαμιανού 12. Μήτρος Δαμιανού

Ίσον απαράλλακτον τω πρωτοτύπω σωζομένω εις τα αρχεία του Διοικητηρίου

Ναύπλιον την 21 Οκτωβρίου 1843

Ο Γραμματεύς της Διοικήσεως (Τ.Υ.Σ.)

 Παραθέτουμε, επίσης, και τα δυο εκλογικά έγγραφα με ημερομηνία 19 και 26 Σεπτεμβρίου 1843 του χωρίου Πυργέλλα από τα οποία αποδεικνύεται η νομιμότητα της εκλογής του Γ.Π. Καχριμάνη και όχι του Α. Μακρυπουκάμισου.

Αγαθή Τύχη

Σήμερον την 19 Σεπτεμβρίου εν τω χωρίω Πυργέλα της Επαρχίας Ναυπλίου συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων… πολίτας, οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1. Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας 2. Παύλος Α. Μακρυπουκάμισος
3. Γεώργιος Μιχαήλ 4. Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος
5. Ιωάννης Α. Μακρυπουκάμισος 6. Γεώργιος Μητρόπαπας
7. Γιαννάκος Μητρόπαπας 8. Κωνσταντής Κοτζακόπουλος
9. Νικόλαος Παναγιώτου 10. Πέτρος Καχριμάνης
11. Ιωάννης Καραγιάννης 12. Σπύρος Μπάλιος
13. Δημήτριος Τρίτζας 14. Δημήτριος Καχριμάνης
15. Αναστάσιος Θεοδώρου 16. Γεώργιος Κατζάμπας
17. Αθανάσιος Δ. Πύρου 18. Γιαννάκος Μπάλιος
19. Ανδριανός Παναγιώτου  

 

Επικυρωθέντος δε του καταλόγου  υποψήφιοι:

Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος – Γεώργιος Κατζάμπας – Πέτρος Καχριμάνης – Κων-νος Κοτζακόπουλος .

Έλαβον: Μακρυπουκάμισος Αναγνώστης υπέρ 21 κατά 0.

Γεώργιος Κατζάμπας υπέρ 0 κατά 21

Πέτρος Καχριμάνης υπέρ 0 κατά 21

Κωνσταντής Κοτζακόπουλος υπέρ 0 κατά 21

Επομένως ανεγνωρίσθη ως εκλογεύς νόμιμος ο λαχών την πλειοψηφίαν Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος.

Επί τούτοις συνετάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις.

Ο Ιερεύς: Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας

Ο Πρόεδρος: Α. Μακρυπουκάμισος

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου μέλη Γεώργιος Κατζάμπας – Κωνσταντής Κοτζακόπουλος (Πέτρος Καχριμάνης και Γεώργιος Μητρόπαπας, ως αγράμματοι διά χειρός Παπά Γεωργίου Μητρόπαπα).

Ίσον απαράλλακτον τω πρωτοτύπω αυθημερόν.

Ο Ιερεύς: Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας

Ο Πρόεδρος: Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη Γιαννάκος Μητρόπαπας, Πέτρος Καχριμάνης και Γεώργιος Μητρόπαπας ως αγράμματοι διά χειρός Παπά Γεωργίου Καχριμάνη.

Κωνσταντής Κοτζακόπουλος και Γεώργιος Κατζάμπας

Διά το ακριβές της αντιγραφής

Εν Ναυπλίω την 8 Νοεμβρίου 1843

Ο Διοικητής Αργολίδος (Τ.Υ.Σ.) Κων-νος Ράδος

Αγαθή Τύχη

Σήμερον την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου εν τω χωρίω Πυργέλλα της Επαρχίας Ναυπλίου συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων δικαίωμα ψήφου κατοίκων του χωρίου προς εκλογήν των εκλογέων κατά την από 7 Σεπτεμβρίου εγκύκλιον του Υπουργικού Συμβουλίου και κατά το άρθ. 3 του υπ’ αριθ. 10049 ΚΓ΄ ψηφίσματος και τας υπ’ αριθ. 10050 οδηγίας των 4 Μαρτίου 1829 ο Ιερεύς εφημέριος του χωριού κατέγραψα τους παρευρισκομένους πολίτας, οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1. Πέτρος Μακρυπουκάμισος 2. Γεώργιος Καχριμάνης
3. Σταύρος Κοντομήτρος 4. Αναγνώστης Νανόπουλος
5. Αδριανός Μακρυπουκάμισος 6. Νικόλαος Μακρυπουκάμισος
7. Γεώργιος Φωτόπουλος 8. Ιωάννης Φωτόπουλος
9. Δημήτριος Ιωαν. Φωτόπουλος 10. Κων-νος Φράγκος
11. Δημήτριος Φράγκος 12. Χαράλαμπος Μπάλιος
13. Κων-νος Καχριμάνης 14. Γεώργιος Χαρ. Μπάλιου
15. Πέτρος Καχριμάνης 16. Γεώργιος Θηβαίος
17. Γιαννάκος Μπάλιος 18. Αναστ. Φράγκος
19. Γεώργιος Σταύρ. Κοντομήτρου 20. Ανδρέας Νανόπουλος
21. Νικόλαος Ρουμελιώτης 22. Δημήτριος Κοντός Τριπολιτζιώτης
23. Γεώργιος Μπερμπατιώτης 24. Τάσος Χελιώτης
25. Γεώργιος Κ. Φράγκου 26. Ιωάννης Γ. Φωτόπουλος
27. Αδριανός Παναγιώτου 28. Νικόλαος Παναγιώτου
29. Ευθύμιος Μητρόπουλος 30. Δημήτριος Δρίτζας

 

Επομένως  δυνάμει του από 3 Σεπτεμβρίου 1843 Βασ. Διατάγματος οι ανωτέρω πολίται εξέλεξαν Πρόεδρον της εκλεκτικής ταύτης συναθροίσεως τον κύριον Πέτρον Μακρυπουκάμισον μέλη δε τους γεροντοτέρους κυρίους Δημήτριον Φράγκον, Αναγνώστην Νανόπουλον, Γεώργιον Φωτόπουλον, Πέτρον Καχριμάνην, Χαράλαμπο Μπάλιο. Και επιθεωρηθέντος του καταλόγου διά της πλειοψηφίας της συναθροίσεως η Συνέλευσις εκηρύχθη νόμιμος και δοθέντος του κατά το άρθρ. 5 των οδηγιών όρκου κατεστρώθη κατά το άρθρον 6 ο κατάλογος των υποψηφίων εις αριθμόν τετραπλούν των ασφαλησομένων από το χωρίον εκλογέων, οίτινες είναι οι εξής: Αναγνώστης Νανόπουλος – Πέτρος Μακρυπουκάμισος – Γεώργιος Φωτόπουλος – Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης .

Και τούτων ψηφοφορηθέντων έλαβον:

Αναγνώστης Νανόπουλος υπέρ 0 κατά 30

Πέτρος Μακρυπουκάμισος υπέρ 0 κατά 30

Γεώργιος Φωτόπουλος υπέρ 0 κατά 30

Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης υπέρ 30 κατά 0.

Μετά δε ταύτα ανεγνωρίσθη ως εκλογεύς νόμιμος του χωρίου Πυργέλλας ο λαχών την πλειοψηφίαν κύριος Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης.

Επί τούτοις συνετάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις.

Ο Ιερεύς εν απουσία δε αυτού ο γειτονικός Παππά Δημήτριος Παππά Χριστόπουλος.

Ο Πρόεδρος:Π. Μακρής.

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη: Α. Νανόπουλος, Δημήτριος Φράγκος, Γεώργιος Φωτόπουλος, Χαράλαμπος Μπάλιος και Πέτρος Καχριμάνης διά τους τρεις αγραμμάτους τους υπέγραψα εγώ ο Ηλίας Δελαγραμμάτης.

 Διά το ακριβές της αντιγραφής την 25 Οκτωβρίου 1843. Ο Πάρεδρος του χωρίου Πυργέλλας (Τ.Υ.) Π. Μακρής.

Επικυρούται η γνησιότης της ανωτέρω υπογραφής του ειδικού παρέδρου του χωρίου Πυργέλας Πέτρου Μακρή. Άργος την 4. Νοεμβρίου 1843. Ο εκτελών τα δημοτικά καθήκοντα Βος Δημαρχικός πάρεδρος Αργείων (Τ.Υ.Σ.) Γ. Αλπανόπουλος.

Συμμετείχαν στην Α΄ Εθνοσυνέλευση (3ης Σεπτεμβρίου 1843) 5.11.1843 – 18.3.1844 οι εξής Πληρεξούσιοι: από την Πόλη του Ναυπλίου οι: Σπυρίδων Παπαλεξόπουλος και Π. Γ.  Ρόδιος, από τα χωριά της Επαρχίας Ναυπλίας οι Ιωάννης Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρού, από τις επαρχίες Άργους οι Χρήστος Βλάσσης και Δημήτριος Περρούκας και από την Επαρχία Κορινθίας οι: Πανούτσος Νοταράς. Γεώργιος Νοταράς, Αριστείδης Ρέντης, Α. Πρωτοπαππάς, Γεώργιος Ιωάννου και Αναγνώστης Ελευθερίου. Αυτή συνέταξε και ψήφισε το Σύνταγμα του 1844, αποτελούμενο από 107 άρθρα και το Νόμο για την εκλογή των Βουλευτών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τα παραπάνω αναφέρονται στο βιβλίο των: Μαγδαληνής και Θεοδώρου Ιωαν. Γαλάνη «3Η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843. Εκλογή εκλεκτόρων και πληρεξουσίων της Επαρχίας Γορτυνίας» 16 Αρκαδική Βιβλιοθήκη, Εκδόσεις ΦΥΛΛΑ σ. 9-10 και 312, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[2] ΓΑΚ Κ047 Συλλογή  Λαδά «Εκλογικά Άργους Φ4 Υποφ. 7 και Εφημ: «ΑΙΩΝ» Φ475/3.10.1843

[3] ΓΑΚ Μικρές Συλλογές Κ047. Αρχείο Γ. Λαδά. Εκλογικά Κορινθίας. Φ20.

[4] Ηλίας Χρ. Ξενοφών και Ηλία Ξεν. Ζωή «Ο τέως δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ός αιώνας» τόμος Α΄ Αθήνα 2003, σ. 104 – 108.

[5] ΓΑΚ Μικρές Συλλογές Κ047. Αρχείο Γ. Λαδά. Εκλογικά Κορινθίας Φ 20 και Ξεν. Χρ. Ηλία «Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας» Αθήνα 1994. σ.115 – 120

[6] ΓΑΚ. Αρχείο Βουλής – Γερουσίας. Συλλογή Γ. Λαδά (1843 – 1862) Φ 1α και Εφημ: «ΑΙΩΝ» Φ 479/17.10.1843

[7] Μέσα σε παρένθεση η σημερινή ονομασία των χωριών και ο αριθμός των οικογενειών το έτος 1830. ΓΑΚ Γενική Γραμματεία Φ253Β έγγ. 169 – 170

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης ε.τ.

Ζωή Ξεν. Ηλία, Δασκάλα

Read Full Post »

Χρήστος Κων. Αίσωπος ή «Τζίτζης»


 

Χρήστος Αίσωπος

Χρήστος Αίσωπος

Τον φώναζαν «Τζίτζη» γιατί από μικρός, ήταν μικροσκοπικός. Ονομαζόταν Χρήστος Αίσωπος. Είχε γεννηθεί στο Λυγουριό Αργολίδας το 1908 και ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Κωνσταντίνου («Αναγνώστη») Αισώπου και της Βασιλικής (το γένος Γ. Δουράνου). Είχε εργαστεί ως μηχανικός του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Στην κατοχή, επειδή ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και βρέθηκαν στο σπίτι του στο Λυγουριό δύο βιβλία Μαρξιστικού περιεχομένου, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα την 1η Ιουνίου 1944.

Κατά τον χρόνο της εκτέλεσής του, ο πατέρας του δεν υπήρχε· είχε πεθάνει από το 1941. Η μητέρα του Βασιλική, η «θεία Αναγνώσταινα», ήταν 60 ετών. Ο αδελφός του ο Παντελής ήταν 34 ετών, παντρεμένος και με δύο παιδιά. Η μεγάλη αδελφή του, η Ευγενία, 31 ετών, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Φ. Τυροβολά. Η μικρή, η Αγγελική ήταν 28 ετών και ο Γιώργος ο «Κουτσός» 25 ετών.

Ο «Τζίτζης» από μικρός ήταν επαγγελματίας ναυτικός. Για μεγάλο διάστημα είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό πλοίο «ΑΕΤΟΣ» με τον βαθμό του υποκελευστή. Στον πόλεμο του ’40 βρέθηκε να δουλεύει ως μηχανικός σε ένα εμπορικό πλοίο το οποίο το 1941 βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς έξω από το λιμάνι του Πειραιά και βυθίστηκε. Ο «Τζίτζης» πρόλαβε να πέσει στη θάλασσα και κολυμπώντας βγήκε στην κοντινή Σαλαμίνα. Κάποιοι θυμούνται και μας διηγήθηκαν πως έφτασε στο Λυγουριό ξυπόλητος και ρακένδυτος.

Η απασχόληση του στο χωριό τα χρόνια της κατοχής ήταν ένα περιβολάκι που διατηρούσε η οικογένειά του στη θέση «Κρανιά». Όλοι έχουν να λένε πως ήταν ένας ευφυής, φιλήσυχος και μελετηρός άνθρωπος. Δεν έκρυβε στις λιγοστές κουβέντες του την πίστη του στην δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν στην οργάνωση του ΕΑΜ που δημιουργήθηκε στο Λυγουριό.

Πρωτοστάτες του σχηματισμού και της δράσης της Οργάνωσης ήταν τρία αδέλφια από το Άργος, εργολάβοι, ονομαζόμενοι «Ζαρογιανναίοι». Ο Κώστας, ο μεγαλύτερος, ήταν απολυμένος τμηματάρχης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων επί Μεταξά και έδινε παρουσία κάθε μήνα στην Αστυνομία. Αυτός ήταν και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Μαρξιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Νίκος, ο δεύτερος, ήταν πολιτικός μηχανικός. Ο Πέτρος, ο μικρότερος, είχε πλείστες καλλιτεχνικές ανησυχίες (ηθοποιός, ερασιτέχνης μουσικός,…) και ήταν παροιμιώδης γλεντζές και γυναικοκατακτητής στο προπολεμικό Λυγουριό.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο οι «Ζαρογιανναίοι» είχαν πάρει την εργολαβία κατασκευής του δρόμου Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου με επιστάτη το Λυγουριάτη Θανάση Χρόνη. Ο Κώστας ο Ζαρόγιαννης, που συνήθως επέβλεπε τα έργα και το προσωπικό, δεν ξεχνούσε την ιδεολογία του ακόμα και εν ώρα εργασίας. Όλοι θυμούνται πως κάθε πρωί, κατά τις 10, «υποχρέωνε» τους εργαζόμενους σε διάλειμμα, για καφέ και συζήτηση. Εκεί, με το κύρος του ιδεολογικά ενημερωμένου στελέχους, ανέλυε τις κοινωνικές αδικίες, την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», το δίκιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ένας απροσδόκητος εργοδότης…

Τα χρόνια της κατοχής – και ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1942 – τόποι συνάντησης των μελών του ΕΑΜ και πεδίο διαφώτισης και προπαγάνδας ήταν τα δεκάδες περιβολάκια των Λυγουριάτικων οικογενειών. Τα περισσότερα δημιουργήθηκαν λόγω της πείνας και της κατοχής σε κάθε τόπο που υπήρχε λίγο νεράκι… Στη «Νάπα», στο «Γερό» (Ιερό), στο «Μπουλμέτι», στα «Κρανιά», στου «Τζερέκου» και αλλού.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Εκεί πηγαινοέρχονταν τα μεσημέρια πότε ο Κώστας και πότε ο Πέτρος ο Ζαρόγιαννης μ’ ένα ποδήλατο, όταν ξαπόσταιναν οι περιβολάρηδες για «μια μπουκιά ψωμί». Εκεί άνοιγε η κουβέντα και φούντωνε ο διάλογος. Εκεί όλοι μιλούσαν και άκουγαν για την πορεία του πολέμου – Ελ Αλαμέιν, Στάλινγκραντ – για την Αντίσταση και την Ελευθερία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Εκεί όλοι μιλούσαν και συμφωνούσαν για την παραδειγματική τιμωρία που περίμενε μετά την απελευθέρωση τους δοσίλογους, τους μαυραγορίτες και τους κάθε λογής συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής. Η Οργάνωση του ΕΑΜ σε πλήρη ανάπτυξη. Διαφώτιση, προπαγάνδα και στρατολόγηση νέων μελών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι νέες και οι νέοι που ανταποκρίθηκαν.

Παράλληλα όμως με τη διαφωτιστική – προπαγανδιστική δουλειά της Οργάνωσης, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του «Τζίτζη», στην περιοχή του Λυγουριού, συνέβη ένα σημαντικό γεγονός, που διαμόρφωσε συνθήκες πολέμου. Το γερμανικό φυλάκιο στο «Γερό» (Ιερό Ασκληπιείου) χτυπήθηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ, ανήμερα την Κυριακή της τελευταίας Αποκριάς, την 1η Μαρτίου 1944. Το Λυγουριό εκείνη την ημέρα είχε διπλή γιορτή, από τη μια την παραδοσιακή τελευταία Αποκριά και από την άλλη την πρόσφατη αποχώρηση των Γερμανών από το χωριό τους. (Οι Ιταλοί είχαν φύγει από την προηγούμενη χρονιά).

Οι κατακτητές άφησαν στην περιοχή μόνο μία φρουρά, στο φυλάκιο του Ασκληπιείου, που βρισκόταν βορειοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου και λίγο πριν από το εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Το φυλάκιο ήταν μια εγκατάσταση λίγων δωματίων, που περιστοιχιζόταν από πέτρινα ορύγματα και που είχε κατασκευαστεί από τους Γερμανούς με υποχρεωτική εργασία Λυγουριατών. Εκεί είχαν εγκαταστήσει γεννήτρια, ασύρματο, τηλέφωνο και μαγειρείο. Οι εγκαταστάσεις του φυλακίου καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Γερμανούς με εκρηκτικά όταν αποχώρησαν οριστικά από τον τόπο μας το καλοκαίρι του 1944.

Στην ολιγομελή φρουρά του φυλακίου υπηρετούσε κι ένας πανύψηλος καλοκάγαθος Γερμανοπολωνός στρατιώτης, ονόματι Ρίχελ. Αυτός, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του στον τόπο μας και των συνθηκών της κατοχής που διαμορφώθηκαν, είχε συμπονέσει τους φτωχούς χωριάτες και ιδιαίτερα τα στερημένα παιδιά των αγροτοκτηνοτρόφων της περιοχής. Δεν ήταν λίγες οι φορές, τον καιρό της πείνας, που τους έδινε κάτι να φάνε. Ο Χρήστος Γ. Σαρρής – επτάχρονο παιδάκι τότε – θυμάται πως από τα χέρια του Ρίχελ πήρε και έφαγε την πρώτη σοκολάτα της ζωής του. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως σε αυτό το φυλάκιο υπηρετούσε επίσης και ο δεκαοχτάχρονος τότε Γερμανός στρατιώτης ονόματι Άϊντς. Αυτός τελικά επέζησε του πολέμου και το 1979 επισκέφτηκε τον τόπο μας και βαθύτατα συγκινημένος (κλαίγοντας) προσκύνησε τα ερείπια του φυλακίου. Τέλος, μάγειρας του φυλακίου ήταν ο 35χρονος γερμανός στρατιώτης ονόματι Αρτούρ, ο γηραιότερος της φρουράς, αλκοολικός και πασίγνωστος στους ντόπιους, που δεν τον «χόρταιναν» κρασί.

Την ημέρα της τελευταίας Αποκριάς, που εξιστορούμε, είχε κατέβει και ο Ρίχελ στο Λυγουριό. Ήθελε να παρακολουθήσει τις εορταστικές εκδηλώσεις των χωρικών, ίσως όμως ήθελε και να τους αποχαιρετήσει· όλοι ήξεραν ότι οι Γερμανοί «χάνουν τον πόλεμο» και ότι σύντομα θα οπισθοχωρούσαν. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον υποδέχτηκαν και τον κέρασαν.

Εκείνες τις ώρες της διασκέδασης, λίγο πριν από το μεσημέρι, στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου, μια μικρή ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, προερχόμενη από την περιοχή της Κορίνθου, υπό τον καπετάν «Χάρο» κατά κόσμον Παπαρρήγα (μετέπειτα πεθερό της μέχρι πρότινος Γραμματέως του Κ.Κ.Ε.) περικύκλωσαν από απόσταση το γερμανικό φυλάκιο. Έστησαν ένα πολυβόλο στη θέση «Χαρανί», πλησίον του Μαλεάτα και όρθωσαν πρόχειρες πολεμίστρες με «λιανοντούφεκα» ανατολικά από το στανοτόπι του Βασίλη Σαρρή («Ξαλιά»).

Πριν εκδηλώσουν την επίθεση, «υποχρέωσαν» δύο Λυγουριάτες που βρήκαν στην περιοχή, τον Δημήτρη Μιχ. Γιαννούλη και τον Παναγιώτη Ιω. Γκοβάτση, να κόψουν με χειροπρίονα δύο τηλεγραφόξυλα και με αυτά να καταστρέψουν την τηλεφωνική σύνδεση του φυλακίου. Στη συνέχεια, έριξαν μερικές ριπές με το πολυβόλο και κάποιες βολές με τα τουφέκια εναντίον των γερμανικών εγκαταστάσεων. Όταν όμως δέχτηκαν τη σφοδρή αντεπίθεση των Γερμανών, αποσύρθηκαν προς νότο με κατεύθυνση την Ερμιονίδα, που ήταν ο προορισμός τους. Απώλειες ή τραυματισμοί δεν υπήρξαν για καμιά από τις δύο πλευρές. Η «επιχείρηση» αυτή των ανταρτών εναντίον του γερμανικού φυλακίου πιθανότατα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα επιπόλαιο περιστατικό, αυθόρμητο και απροσχεδίαστο, που παρ’ ολίγον να κάψει στην κυριολεξία το Λυγουριό και να πυροδοτήσει την γερμανική εκδικητικότητα.

Οι Γερμανοί, όταν διαπίστωσαν την καταστροφή της τηλεφωνικής γραμμής, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο και ειδοποίησαν την Κεντρική Διοίκηση στο Ναύπλιον ζητώντας ενισχύσεις, οι οποίες και δεν άργησαν να έρθουν. Πρώτα-πρώτα έφτασαν από τον Σαρωνικό δύο πολεμικά υδροπλάνα, που διέγραψαν μία κυκλική επιθετική περιπολία πάνω από την περιοχή.

Οι κάτοικοι του Λυγουριού με το πρώτο βουητό των υδροπλάνων και τις απανωτές ριπές των πολυβόλων, που γάζωναν τους γύρω λόφους, διέκοψαν απότομα την αποκριάτικη διασκέδαση. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Με ιδιαίτερη σπουδή οι τρομοκρατημένοι χωρικοί ετοίμασαν τη φυγή τους στην ύπαιθρο. Γέμισαν τις γούρνες με νερό και τάισαν τα πουλερικά και τα ζωντανά του σπιτιού. Βύζαξαν τα αρνιά και τα κατσίκια και τα έκλεισαν στους στάβλους. Δεν ήξεραν πότε θα γυρίσουν. Έριξαν στα καπούλια και στα σαμάρια των ζώων λίγες κουβέρτες, μερικές αλλαξιές, ένα καρβέλι ψωμί και κάποια λιγοστά εφόδια. Τα μωρά βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας και τα μεγαλύτερα παιδιά κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα βγήκαν από το χωριό και όλες οι οικογένειες σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μόνο λίγοι γέροι έμειναν πίσω καρτερώντας τον πιθανό κίνδυνο παρά τη σίγουρη ταλαιπωρία της «εξόδου».

Οι περισσότερες οικογένειες αναζήτησαν την προστασία τους στα περιβόλια τους και στα κοντινά ξωκλήσια. Ο Αη Γιώργης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Αθανάσιος και ο Άγιος Μερκούριος μετατράπηκαν σε πραγματικά καταφύγια πίστης και ελπίδας. Τα γυναικόπαιδα είχαν την προτεραιότητα στην προστασία. Ορισμένοι νέοι και οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν με προφυλάξεις σε ψηλούς βράχους και αγνάντευαν το χωριό που σε λίγο – κατά τις φήμες – θα καιγόταν. Ευτυχώς το κακό δεν έγινε. Πολλοί ισχυρίζονται πως αυτό οφείλεται στην πεισματική και πειστική παρέμβαση του στρατιώτη Ρίχελ που έπεισε τους ανωτέρους του πως οι αντάρτες που «χτύπησαν» το φυλάκιο ήταν φερτοί και δεν είχαν καμία σχέση με τους φιλήσυχους Λυγουριάτες.

Εν τω μεταξύ κατέφθασαν στο έρημο χωριό από το Ναύπλιον δύο τεθωρακισμένα καμιόνια με πάνοπλους στρατιώτες. Παράλληλα τα υδροπλάνα συνέχιζαν τις εκκωφαντικές περιπολίες τους και «γάζωναν» με τις ριπές τους τα γύρω υψώματα.

Αθώο θύμα της αεροπορικής αυτής επίθεσης υπήρξε η άτυχη Χριστίνα, σύζυγος του Περίανδρου Σκοτώρη, 30 ετών και μητέρα ενός εξάχρονου αγοριού, του Κώστα. Έπεσε νεκρή πηγαίνοντας στην περιοχή «Μόνουκα» από μια αεροπορική ριπή πλησίον του Λυγουριάτικου νεκροταφείου, πριν προλάβει να κρυφτεί στα δέντρα του περιβόλου. Η επτάχρονη τότε Φωτούλα Μιχ. Ξυπολιά θυμάται πως το άψυχο σώμα της μεταφέρθηκε στο χωριό με το γαϊδουράκι του πατέρα της Παναγιώτη Ν. Δεληγιάννη.

Την από αέρος γερμανική επίθεση δέχτηκε και η Κατερίνα, σύζυγος Γεωργίου Περ. Καψάλη, στην περιοχή του Αη Γιώργη, όταν πήγαινε με το γάιδαρό της να προφυλαχτεί, κρατώντας στην αγκαλιά της τον τετράχρονο γιο της Περικλή. Όταν είδε από μακριά τ’ αεροπλάνα και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, πρόλαβε να κατέβει από το ζώο και με τον μικρό Περικλή στην αγκαλιά της κρύφτηκαν στους παρακείμενους θάμνους. Οι φονικές ριπές του αεροπλάνου τελικά σκότωσαν μόνο το άτυχο ζώο.

Στον απόηχο του «χτυπήματος» του φυλακίου, ένα άλλο αιματηρό επεισόδιο συνέβη στη θέση «Χάνι» του γειτονικού Αδαμίου. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του κυνηγητού που εξαπέλυσαν κατά των ανταρτών, οι Γερμανοί έστειλαν και ένα απόσπασμα προς την κατεύθυνση της φυγής τους. Αυτό το απόσπασμα, αφού παρέκαμψε τη θέση «Κολώνες» του Ιερού, βγήκε αγνάντι στην Αδαμιώτικη περιοχή «Χάνι», λίγο μετά το «Σέλκι». Σε αυτή την επιχείρηση οι Γερμανοί δεν συνάντησαν πουθενά αντάρτες και στράφηκαν στους άμαχους. Για τους ένοπλους κατακτητές, ό,τι εκινείτο ήταν στόχος.

Έτσι τα πυρά των Γερμανών σκότωσαν τον γέροντα Παναγιώτη Καραφωτιά, που όταν τους είδε έτρεξε να κρυφτεί στο βουνό, αλλά δεν πρόλαβε. Στη συνέχεια, τραυμάτισαν σοβαρά στα πόδια την εντεκάχρονη τότε Ιωάννα (Γιαννούλα) Χρ. Παπαδόγιαννη, μετέπειτα σύζυγο Γεωργίου Κ. Καραφωτιά, που εκινείτο στην αυλή του σπιτιού της. Όταν πλησίασαν οι εξαγριωμένοι Γερμανοί, πυρπόλησαν και το σπίτι του Παπαδόγιαννη γιατί το θεώρησαν κρησφύγετο των διερχόμενων ανταρτών. Αυτή την εξήγηση έδωσε στους τρομοκρατημένους παθόντες ο Έλληνας χωροφύλακας και διερμηνέας των κατακτητών ονόματι Κρεμπενιός, που τότε υπηρετούσε στο Σταθμό του Λυγουριού.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Το περιβολάκι της οικογένειας του «Τζίτζη» βρισκόταν στη θέση «Κρανιά», νοτιοανατολικά του χωριού. Από εκεί ο Χρήστος, έχοντας δίπλα του την απέραντη κρυψώνα του βουνού, ζούσε σαν καταζητούμενος των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, παρότι δεν είχε κατηγορηθεί ή διαπράξει κανένα έγκλημα πέραν της προσήλωσής του στη Μαρξιστική θεωρία. Έτσι, όπως κάθε τόσο, πιθανότατα, την Κυριακή 29 Μαΐου 1944, ξεκίνησε από το περιβόλι του, με κάθε προφύλαξη, να φτάσει στο πατρικό του σπίτι για προμήθειες. Πολύ πριν πλησιάσει, κάποιοι άλλοι περιβολάρηδες τον ειδοποίησαν: «Πρόσεχε» του είπαν «το χωριό σήμερα είναι γεμάτο από Γερμανούς και Ταγματασφαλίτες….». Αυτός τους αγνόησε… Το είχε ξανακάνει… Όταν όμως μπήκε στο σπίτι του, «μπουκάρισαν» ξωπίσω του οι κρυμμένοι ένοπλοι διώκτες του και τον συνέλαβαν.

Έψαξαν σε κάθε γωνιά του σπιτιού για όπλα ή κάποιο άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο. Δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο δυο βιβλία – κομμουνιστικά είπαν – κρυμμένα στην αποθήκη με τα κάρβουνα. Με τα «ενοχοποιητικά» αυτά ευρήματα – τα Μαρξιστικά βιβλία – οι δεσμώτες του τον οδήγησαν στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού για ανάκριση.

Εκεί για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες τον βασάνισαν φριχτά, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες για κρυψώνες όπλων και ονόματα ανταρτών. Εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες στη γειτονιά της Αστυνομίας δεν κοιμήθηκε κανένας από τα βογγητά του άτυχου κρατούμενου. Ο Χρήστος φαίνεται πως άντεξε, γιατί δεν ακολούθησαν άλλες συλλήψεις. Το μόνο που μπορεί να αναφερθεί, χωρίς να συσχετισθεί, είναι πως εκείνες τις ημέρες, με τη σύλληψη του «Τζίτζη», είχαμε και τις ανακρίσεις από τους Γερμανούς του εφημέριου παπα -Γρηγόρη Πετρουλά, που λίγο έλειψε να τον εκτελέσουν κι αυτόν – τελικά τη γλίτωσε αλλά του απαγορεύτηκε να επανέλθει στην ενορία του στο Λυγουριό.

Ο Πετρουλάς είχε κατηγορηθεί για αντιγερμανική προπαγάνδα «από άμβωνος» και για μια φωτογραφία που έφτασε στα χέρια των κατακτητών από ντόπιους «καλοθελητές» στην οποία ο ιερέας απεικονιζόταν με αρμάδες «χιαστί» εν μέσω ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Απόλυτα σαφής είναι η αναφορά του με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1944 προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος, που γράφει επί λέξει: «Λαμβάνω την τιμήν ευσεβάστως ν’ αναφέρω Υμίν, ότι η Γερμανική Αστυνομική αρχή μου απαγόρευσε να επανέλθω εις την οργανικήν μου θέσιν εν Λυγουρίοις, καθότιν ευρίσκει λόγους σοβαρούς προς τούτο… Ασπάζομαι την δεξιάν σας. Το πνευματικόν σας τέκνο Γρ. Πετρουλάς». (Πηγή: Αρχείο Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας).

Ύστερα από τρία μερόνυχτα φρικτών βασανιστηρίων ο «Τζίτζης» βρισκόταν σε άθλια κατάσταση στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού· αιμόφυρτος, νηστικός και κυρίως διψασμένος, δύσκολα στεκόταν στα πληγωμένα πόδια του. Αυτό διαπίστωσε όταν τον αντίκρισε από τον μικρό φωταγωγό της φυλακής του – και αυτό μαρτύρησε – η πρώτη του εξαδέλφη Μαριγώ, σύζυγος Δημητρίου Χρ. Μελλά ή «Μπόρη».

Αυτή και μόνο, με αξιοζήλευτο θάρρος και αυταπάρνηση, προσέγγισε τον χώρο του βασανιστηρίου του, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Με απαράμιλλη ευρηματικότητα, ψυχραιμία και μυστικότητα, χρησιμοποίησε το ημιυπόγειο της διπλανής με το κρατητήριο χαμοκέλας, ιδιοκτησίας τότε Παντελή Γκοβάτση (σημερινή οικία Κων. Τζάνου) και πέρασε «σαν φίδι» στο σκοτεινό σοκάκι της Αστυνομίας. Έτσι προσέγγισε τη φυλακή του κρατούμενου εξαδέλφου της και του έδωσε μέσα από τα κάγκελα του φεγγίτη λίγη τροφή και κυρίως το πολύτιμο νερό, που τόσο είχε ανάγκη.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Σ’ αυτό το μικρό αλλά βασανιστικό διάστημα η αδελφή του Χρήστου, η Ευγενία Τυροβολά, με την συνδρομή του δικολάβου Κωνσταντίνου Αισώπου συμπλήρωσε μια «αίτηση χάριτος» και μάζεψε υπογραφές θετικές από όλο το χωριό. Υπέγραψαν πάρα πολλοί ομοϊδεάτες και αντίθετοι. Μέχρι και η Ελενίτσα, η χήρα του Χρηστάκη του Τόλια του γιατρού, που τον προηγούμενο χρόνο – το 1943 – είχε εκτελεστεί μαζί με τον Παλαιοεπιδαύριο Βάσο Φελιμέγκα από Λιμνιάτες αντάρτες στην Προσύμνη. Τόσο αγαπητός ήταν. Όταν όμως ο γιατρός ο «Καλέρης» (Κ. Καλαματιανός) είδε όλες αυτές τις υπογραφές, τη διαβεβαίωσε πως αυτό το πλήθος των υπογραφών, που έδειχνε πόσο αγαπητός ήταν στην τοπική κοινωνία, θα ήταν και ο σίγουρος θάνατός του. Την έπεισε να σκίσουν την αίτηση και να συντάξουν καινούργια. Δεν πρόλαβαν…

Οι Γερμανικές αρχές, αφού με την ανάκριση και τα βασανιστήρια δεν μπόρεσαν ν’ αποσπάσουν καμιά πληροφορία, πήραν την αποτρόπαια απόφαση: «Εις θάνατον…» – χωρίς φυσικά ο δυστυχής κρατούμενος να τύχει οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και υπεράσπισης. Τέτοια χρόνια τέτοια λόγια. Έτσι το πρωί της 1ης Ιουνίου 1944, ημέρα Τετάρτη, οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες οδήγησαν «σηκωτό» τον αιμόφυρτο και ανήμπορο Χρήστο έξω από το χωριό.

Μαρτυρίες για τη διαδρομή που ακολούθησαν δεν υπάρχουν. Όλοι οι χωριανοί είχαν κρυφτεί και κλειστεί στα σπίτια τους. Η θλιβερή κουστωδία, για να αποφύγει τον κεντρικό δρόμο, πρέπει να πήρε τη βορειοδυτική διαδρομή, από το προαύλιο της Αγίας Τριάδας προς τον «Πλάτανο». Από εκεί θα κατηφόρισαν προς το δρόμο της Επιδαύρου. Αμέσως μετά το σπίτι του Κώστα Καμπίτη («Μπόμπη»), μπήκαν στην αριστερή πλευρά της ασφάλτου, σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας τότε Δημητρίου Γκάτζιου («Σπόγγου»), που σήμερα είναι χτισμένη η κατοικία του Παναγιώτη Φωτ. Χουντάλα. Εκεί στον ίσκιο μιας εύρωστης γκοριτσιάς σταμάτησαν. Χωρίς άλλη διαδικασία και καθυστέρηση ο επικεφαλής της Γερμανικής φρουράς έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε τον «Τζίτζη» στο κούτελο. Η σφαίρα βγήκε από το πίσω μέρος της κεφαλής του, που άνοιξε σαν τσόφλι καρυδιού και σκόρπισαν τα μυαλά του στο χώμα. Η ώρα ήταν εννέα το πρωί και κάποια παιδιά παρακολούθησαν την εκτέλεση από μακριά. Οι εκτελεστές για πολλή ώρα απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε να πλησιάσει το άψυχο σώμα εκτός… από τα σμήνη των μυγών, που λόγω της ζέστης δεν άργησαν να σκεπάσουν – στην κυριολεξία – τα χαίνοντα τραύματα του νεκρού. Φρίκη πραγματική.

Αυτή την αποτρόπαια εικόνα αντίκρισε, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, και μας περιέγραψε ο δεκαπεντάχρονος τότε και «αυτόπτης» Αναστάσιος Δ. Μελλάς («Μπόρης»), γιός της Μαριγώς που προαναφέραμε. Όταν μαθεύτηκε το κακό στο χωριό, στο σπίτι του αδικοσκοτωμένου Χρήστου, βρίσκονταν μόνο η άμοιρη μητέρα του Βασιλική, η «θεια Αναγνώσταινα» και η μεγάλη αδελφή του Ευγενία Τυροβολά. Εκείνες μόνο έτρεξαν αλλόφρονες να τον θρηνήσουν και να τον παραλάβουν. Όλοι οι άλλοι του σπιτιού έλειπαν.

Η μικρή του αδελφή Αγγελική βρισκόταν κοντά στον αδελφό της το Γιώργη, σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ο τελευταίος νοσηλευόταν ύστερα από τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του. Αυτοί οι δύο το τραγικό γεγονός της εκτέλεσης του αδελφού τους το έμαθαν μετά από σαράντα μέρες, όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Λυγουριό. Ο άλλος αδελφός τους, ο Παντελής, ήταν κρατούμενος για πολιτικούς λόγους στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Η γυναίκα του η «Βγενιά» για περισσότερη προστασία είχε μετακομίσει στο πατρικό της, στη Νέα Επίδαυρο, έχοντας μαζί της την τετράχρονη κόρη της και το νεογέννητο γιο της. Εκεί ειδοποιήθηκε για το κακό αυθημερόν, λαβαίνοντας από το Λυγουριό το θλιβερό μήνυμα του πένθους μέσα σε ένα ταγάρι που έκρυβε ένα μαύρο τσεμπέρι. Ώσπου να μάθει τα ακριβή γεγονότα «δεν ήξερε για ποιόν να θρηνήσει…». Αυτά τα διηγείται ακόμη η θεια «Βγενιά» παρά τα βαθιά της γεράματα.

«Η ακριβής περιγραφή του περιστατικού και των συνθηκών θανατώσεως του θύματος…» περιέχεται στη σχετική αγωγή που συνέταξε στις 23 Αυγούστου 1995 ο Ναυπλιώτης δικηγόρος Παν. Λαλούσης για την «Διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας». Αντιγράφουμε: «Η θανάτωση έγινε με όπλο από Γερμανούς στρατιώτες μέσα στο Λυγουριό πλησίον της οικίας Αναστ. Λιάτα («Τασέλου») την 1η Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην και ώραν 9 π.μ. αφού είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, για λόγους αντιθέσεώς του στη ναζιστική θεωρία. Μετά τη θανάτωση οι συγχωριανοί ειδοποίησαν την οικογένειάν του που τον έθαψε κατά τις 6 μ.μ. της ίδιας μέρας τοποθετημένο επάνω σε φύλλο ξύλινης πόρτας».

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου, με αριθμό 7, παρελήφθη από την μητέρα του θύματος Βασιλική, στις 12 το μεσημέρι. Την υπογράφει ο τότε Ληξίαρχος και διορισμένος Πρόεδρος της Κοινότητας Βασ. Διδασκάλου («Μπιλ»). Διαβάζουμε: «την πρώτην του μηνός Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην… απεβίωσεν φονευθείς ο υιός της Χρήστος Κ. Αίσωπος… Ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του ιατρού Κων. Καλαματιανού επήλθεν εκ τραύματος δι’ όπλου». Στο περιθώριο του εγγράφου και με διαφορετικό γραφολογικό χαρακτήρα υπάρχει ετεροχρονισμένη η σημείωση: «Εφονεύθη παρά γερμανών».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του «αυτόπτη» δεκαοχτάχρονου τότε Κώστα Π. Γκοβάτση («Μοίρα»), που βρέθηκε την ώρα της διακομιδής στην «Πάνω Πλατεία» του Λυγουριού, ο νεκρός είχε τοποθετηθεί επάνω σε μία ξύλινη σκάλα. Την ξύλινη πόρτα που αναφέρει η αγωγή του δικηγόρου δεν θυμάται να την είδε. Το πιθανότερο είναι ότι η πόρτα με τη σορό τοποθετήθηκε σκεπασμένη με σεντόνι επάνω στη σκάλα κι έτσι μεταφέρθηκε από τον τόπο της εκτέλεσης στο ιατρείο του Κων. Καλαματιανού για τη γνωμάτευση και από κει στο Νεκροταφείο.

Τη μακάβρια μεταφορά ανέλαβαν, εκ περιτροπής, κρατώντας την ξύλινη σκάλα από τις άκρες της, ο φανοποιός Πέτρος Σπανόπουλος («Πετράκης»), ο Στέλιος Κωστάκης («Πίκρας») και η αδελφή του νεκρού, Ευγενία· αυτή η τραγική λυγερόκορμη νέα γυναίκα, που εκείνη την ημέρα – μονάχη ουσιαστικά – αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε με ιδιαίτερο πείσμα το αβάσταχτο πένθος και τον φαρμακερό πόνο, τον δικό της, της μάνας της και του σπιτιού τους ολόκληρου· αυτή που πρώτη το πρωί, στον τόπο της εκτέλεσης σκέπασε μ’ ένα σεντόνι το θλιβερό λείψανο του αδελφού της και τελευταία το βράδυ, με σφιγμένα τα δόντια, τον μετέφερε μέχρι το Νεκροταφείο· αυτή που βάσταξε και απομόνωσε με λεόντεια γενναιότητα τον ανεκδήλωτο θρήνο της, αδιαφορώντας για την παρουσία των μισητών εκτελεστών. Η Ευγενία Τυροβολά, μια υπερήφανη φυσιογνωμία, φερμένη και βγαλμένη από την τραγική «Αντιγόνη» του αρχαίου ποιητή.

Τέλος εκείνο που θυμάται και μας μετέφερε επίσης ο Κώστας Γκοβάτσης είναι πως η νεκρώσιμη συνοδεία των ελάχιστων συγγενών δεν ξεπερνούσε τα επτά με οκτώ άτομα. Οι άλλοι χωριανοί, απόλυτα τρομοκρατημένοι, είτε είχαν φύγει μακριά από το χωριό είτε είχαν κλειδωθεί στα σπίτια τους.

Η ταφή του άτυχου – και ξεχασμένου από κοινωνία και πολιτεία – Χρήστου Αίσωπου έγινε χωρίς παπά και νεκρώσιμη ακολουθία κατόπιν διαταγής των στρατευμάτων κατοχής. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, άδικα και απάνθρωπα.

Το επίσημο Γερμανικό κράτος ουδέποτε έδωσε λόγο συγγνώμης ή αποζημίωση. Σήμερα, 70 χρόνια από τότε – και επειδή οι ήρωες ζουν ανάμεσά μας όσο τους θυμόμαστε – κλείνουμε αυτό το σημείωμα και το δημοσιοποιούμε σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στον τραγικό συμπατριώτη μας και ήρωα, Χρήστο Κων. Αίσωπο.

 

Γιάννης Σαρρής (Δραγώνας)

Λυγουριό, Μάιος 2014


Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »