Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

3η Σεπτεμβρίου 1843 – Εκλογή εκλεκτόρων και πληρεξουσίων των Επαρχιών Άργους, Κορινθίας και Ναυπλίας. Ξενοφών Χρ. Ηλίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης ε.τ. και Ζωή Ξεν. Ηλία, Δασκάλα.


 

Ένας σημαντικός σταθμός στην πορεία του Συνταγματικού βίου της χώρας μας είναι η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, κατά την οποία λαός και στρατός ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν από το βασιλιά Όθωνα Σύνταγμα, ώστε να δοθεί τέλος στην απολυταρχική διακυβέρνηση που είχε επιβάλει η βαυαρική δυναστεία. Πρωταγωνιστές της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν οι Γιάννης Μακρυγιάννης, Ανδρέας Μεταξάς και ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης, οι οποίοι με τη βοήθεια πολλών άλλων πολιτικών και στρατιωτικών προετοίμασαν την Επανάσταση, με αποτέλεσμα τα ξημερώματα της 3ης προς την 4η Σεπτεμβρίου στρατός και λαός να περικυκλώσουν τα ανάκτορα και να απαιτήσουν από το Βασιλιά την παραχώρηση Συντάγματος.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο Όθωνας κάτω από την πανελλήνια απαίτηση αναγκάστηκε να υπογράψει τα σχετικά Διατάγματα, ώστε να δρομολογηθούν οι διαδικασίες για την εκλογή πληρεξουσίων, οι οποίοι θα έπαιρναν μέρος στην Εθνοσυνέλευση για την κατάρτιση και ψήφιση του Συντάγματος του 1844. Επειδή όμως δεν υπήρχε νομοθετικό πλαίσιο για την εκλογή πληρεξουσίων χρησιμοποιήθηκε το νομοθετικό πλαίσιο του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια που εφαρμόστηκε στην εκλογή πληρεξουσίων για τη Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους το 1829.

Το Νομοθετικό πλαίσιο του Καποδίστρια για την εκλογή πληρεξουσίων προέβλεπε στην πρώτη φάση την εκλογή εκλογέων (εκλεκτόρων) κάθε χωριού ή πόλης, οι οποίοι στη συνέχεια πήγαιναν στην πρωτεύουσα της Επαρχίας και έπαιρναν μέρος στην Επαρχιακή Συνέλευση για την εκλογή πληρεξουσίων (βουλευτών) που θα συμμετείχαν στην Εθνοσυνέλευση. Με βάση το νομοθετικό αυτό πλαίσιο έγινε και η ανάδειξη των εκλογέων των χωριών και κωμοπόλεων των Επαρχιών Άργους, Κορινθίας και Ναυπλίας.

Δικαίωμα ψήφου είχαν οι αυτόχθονες πολίτες που κατοικούσαν σε κάθε χωριό ή πόλη, καθώς και οι μέτοικοι από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές που είχαν συμπληρώσει την ηλικία των 25 ετών και είχαν κάποια κινητή ή ακίνητη περιουσία. Οι υποψήφιοι για το αξίωμα του πληρεξουσίου έπρεπε να έχουν ηλικία τουλάχιστον 30 ετών και να έχουν εισόδημα τριπλάσιο του εισοδήματος των εχόντων δικαίωμα ψήφου.

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Ο αριθμός των εκλογέων που αναδείκνυε κάθε χωριό ή πόλη ήταν ανάλογος του αριθμού των οικογενειών του χωριού ή της πόλης. Ένα χωριό, για να εκλέξει εκλογείς, θα έπρεπε να κατοικείται από τουλάχιστον 15 οικογένειες. Με 15-50 οικογένειες αναδείκνυε έναν εκλογέα, με 50 – 100 οικογένειες δύο εκλογείς, με 100 – 200 τρεις και για κάθε προστιθέμενη εκατοντάδα οικογενειών αυξανόταν ο αριθμός των εκλογέων κατά έναν.

Ο αριθμός των υποψηφίων εκλογέων κάθε χωριού ήταν τετραπλάσιος του αριθμού των εκλογέων που έπρεπε να σταλούν στην Επαρχιακή Συνέλευση για την εκλογή πληρεξουσίων. Δηλαδή, αν ένα χωριό όφειλε να αναδείξει έναν εκλέκτορα για την επαρχιακή συνέλευση, θα έπρεπε ο κατάλογος των υποψηφίων εκλογέων που συνέτασσαν τα πέντε γεροντότερα μέλη της τοπικής συνέλευσης να περιέχει τέσσερις υποψηφίους, ενώ οι πολίτες καλούνταν να επιλέξουν με την ψήφο τους τον υποψήφιο της αρεσκείας τους. Εκείνος που έπαιρνε περισσότερες ψήφους ανάμεσα στους τέσσερις υποψηφίους πήγαινε ως εκλέκτορας του χωριού στην Επαρχιακή Συνέλευση.

Ο χώρος που διεξάγονταν οι εκλογές ήταν η εκκλησία του χωριού ή της κωμόπολης και ακολουθείτο η παρακάτω διαδικασία. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας και παρουσία του ιερέα και του Δημοτικού Παρέδρου, δηλαδή του εκλεγμένου εκπροσώπου της Δημοτικής Αρχής κάθε χωριού, ο ιερέας που τελούσε τη Θεία Λειτουργία συνέτασσε τον κατάλογο των πολιτών που είχαν δικαίωμα ψήφου. Στη συνέχεια, ο ιερέας με το Ευαγγέλιο όρκιζε τους πολίτες με τον ακόλουθο όρκο, τον οποίο διάβαζε ο γεροντότερος της Συνέλευσης και τον επαναλάμβαναν οι πολίτες με ανυψωμένο το δεξί χέρι:

 

«Εν ονόματι της Παναγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι ενώπιον του Θυσιαστηρίου του Θεού της Αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου, ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε διά φόβον ζημίας, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά τη συνείδησίν μου και χωρίς καμμίαν προσωποληψίαν».

Μετά την ορκωμοσία οι πέντε γεροντότεροι πολίτες της συνάθροισης, παρουσία και του Παρέδρου, συνέτασσαν τον κατάλογο των υποψηφίων εκλογέων και στη συνέχεια άρχιζε η ψηφοφορία για την εκλογή των εκλεκτόρων.

Μετά το τέλος της ψηφοφορίας γινόταν η καταμέτρηση των ψήφων κάθε υποψηφίου και συντασσόταν το πρακτικό των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας, το οποίο υπογραφόταν από τον Πάρεδρο του χωριού, τον ιερέα και τα πέντε γεροντότερα μέλη που συνέταξαν τον κατάλογο των υποψηφίων εκλογέων. Αντίγραφο του πρακτικού έπαιρνε ο νόμιμος εκλογέας και πήγαινε στην πρωτεύουσα της Επαρχίας, για να λάβει μέρος στην εκλογή των πληρεξουσίων της Επαρχίας. Στην Επανάσταση έλαβε ενεργητικόν μέρος και ο εξ Άργους καταγόμενος ανθυπασπιστής Ιωάννης Ζεγκίνης του 2ου τάγματος Πεζικού [1].

 

Α΄ Πληρεξούσιοι Επαρχίας Άργους [2]

 

Οι εκλογές για την ανάδειξη των πληρεξουσίων της Επαρχίας Άργους έγιναν στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου Άργους στις 26 Σεπτεμβρίου 1843.

Μετά τη θεία Λειτουργία ο ιερέας Ηλιού Μασσουρίδης, αφού έψαλε τη δοξολογία, κατέστρωσε τον κατάλογο των παρόντων που είχαν δικαίωμα ψήφου πολιτών και χωρικών. Ο κατάλογος αυτός περιελάμβανε 1869 εκλογείς, από τους οποίους 30 ήταν εκλέκτορες από τα χωριά της Επαρχίας Άργους, που αναφέρονται παρακάτω.

Ακολούθως εκλέχτηκαν παμψηφεί ο β΄ Δημαρχικός Πάρεδρος του δ. Αργείων Γεώργιος Αλμπανόπουλος, Πρόεδρος της Συνέλευσης, και τα μέλη της πενταμελούς Επιτροπής, που ήταν οι: Ιωάννης Θεοδοσίου, Ιωάννης Σέκερης, Σταύρος Παπαλεξόπουλος, Ηλίας Ανυφιώτης και Θεόδωρος Μοθωνιός.

Οι εκλογείς και οι εκλέκτορες των χωριών εξέλεξαν ομοθυμαδόν απ’ ευθείας πληρεξουσίους για την Εθνική Συνέλευση τους Δημήτριο Περρούκα και Χρήστο Βλάσση.

Παραθέτουμε παρακάτω το πρακτικό εκλογής πληρεξουσίων με τα ονόματα μόνον των 30 εκλεκτόρων των χωριών της Επαρχίας Άργους. Λόγω στενότητας χώρου δεν είναι δυνατόν να δημοσιευτούν και οι άλλοι 1839 εκλογείς από την πόλη του Άργους.

«Εν ονόματι του Υψίστου Θεού και της Φιλτάτης Ημών Πατρίδος.

Την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού τρίτου έτους, συνελθόντες οι υποφαινόμενοι κάτοικοι της Πόλεως και επαρχίας Άργους εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου, διά να εκλεχθώσιν οι πληρεξούσιοι της Επαρχίας, και μετά την θείαν Λειτουργίαν, αναγνωσθέντων κατά πρόσκλησιν ημών παρά του ιερουργήσαντος ιερέως Ηλιού Μασσουρίδου, του τε από της 3ης του μηνός τούτου Β. Διατάγματος περί Εθνικής Συνελεύσεως, και του υπ’ αριθ. 10049 Ψηφίσματος του Κυβερνήτου της Ελλάδος, και των συνημμένων αυτώ υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών στηριζομένων επί του 17 Νόμου όπου ψαλείσης δοξολογίας, κατεστρώθη ο κατάλογος των παρόντων και εχόντων δικαίωμα ψήφου πολιτών και χωρικών.

Μετά δε ταύτα αναγνωσθέντος του καταλόγου αυτού και επικυρωθέντος παμψηφεί παρά της Συνελεύσεως έδωσαν όλοι οι προσυπογεγραμμένοι πολίται και εκλογείς των χωρίων τον διαγεγραμμένον όρκον εν τω 5 Κεφαλαίω των ειρημμένων οδηγιών. Ακολούθως εκλεχθέντος παμψηφεί του τε Προέδρου της Συνελεύσεως κυρίου Γεωργίου Αλμπανοπούλου και της πενταμελούς Επιτροπής Ιωάννου Θεοδοσίου, Ιωάννου Σέκερη, Σταύρου Παπαλεξόπουλου, Ηλιού Ανυφιώτου και Θεοδώρου Μοθωνιού. Και κατά το 6 άρθρ. των οδηγιών η Συνέλευσις, διά να μη βραδύνη η εκλογή των πληρεξουσίων δι εκείνης των εκλογέων, ήτις διά να εκπληρωθώσιν οι διαγεγραμμένοι τύποι εν ταις ρηθείσαις οδηγίαις, απήτει απέραντο διάστημα καιρού επί ματαίω, απεφάσισαν ομοθυμαδόν να εκλεχθώσιν απ’ ευθείας παρά του Λαού οι ειρημένοι πληρεξούσιοι και ούτως εξελέχθησαν παμψηφεί εν πλήρη ειρήνη  και ομονοία οι κύριοι Δημήτριος Περρούκας και Χρήστος Βλάσσης πληρεξούσιοι της Επαρχίας Άργους.

 

Ο Πρεσβύτερος ιερεύς                                  Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                             Γ. Αλμπανόπουλος

προς ους δίδεται πάσα πληρεξουσιότης διά να αντιπροσωπεύσωσιν αυτήν εις την διά του ρηθέντος από της 3 Σεπτεμβρίου τ.ε. Β. Διατάγματος προσεχώς γενησομένην Εθνικήν Συνέλευσιν και διαπραγματευθώσιν όλα τα αντικείμενα όσα καθυποβληθώσιν εις την συζήτησιν και απόφασιν αυτής, καθώς υπαγορεύουν τα αληθή δίκαια και συμφέροντα της Πατρίδος.

Διό εγένετο η παρούσα πράξις και υπεγράφη παρά του γεροντοτέρου ιερέως Ηλιού Μασσουρίδου του ειρημένου Ναού Αγίου Νικολάου, παρά του Προέδρου της Συνελεύσεως ταύτης βου Δημαρχικού παρέδρου Άργους κυρίου Γεωργίου Αλμπανοπούλου κωλυομένου του Δημάρχου και απόντος του αου παρέδρου Νικολάου Κορδία, εκλεχθέντος συνάμα και παρά του Λαού ως προέδρου της Συνελεύσεως, της διορισθείσης πενταμελούς Επιτροπής και παρ’ όλων εν γένει των συνελθόντων πολιτών και χωρικών, όσοι ελάβωσι μέρος εις αυτήν. Εγένετο εν Άργει την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου 1843 εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου ημέρα Κυριακή.

 

Ο πρεσβύτερος ιερεύς                       Ο πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                 Γεώργιος Αλμπανόπουλος

 

Η πενταμελής Επιτροπή της Συνελεύσεως

Ιωάννης Θεοδοσίου                           Ιωάννης Σέκερης

Θεόδωρος Μοθωνιός             Ηλίας Ανυφιώτης

Σταύρος Παπαλεξόπουλος

Έπονται αι υπογραφαί των πολιτών (1839 εκλογείς από την πόλη του Άργους και 30 εκλέκτορες από τα χωριά που ανήκαν το έτος 1829 στην Επαρχία Άργους, κατ’ αλφαβητική σειρά και μέσα σε παρένθεση η σημερινή ονομασία τους).

Εκλέκτορες από τα χωριά

1 Άργεια: Λιβανάς Θεόδωρος

2 Βρούστι: Ταραντίλης Παναγιώτης

3 Καπαρέλι: Θεοδώρου Δημήτριος

4 Καρυά: Γεωργαντόπουλος Α. Π και Ταγρές Γιαννάκης

5 Κέρμπεσι: Νικόλαος Μήτρου Κώνστα

6 Κουρτάκι: Παπαμανώλης Χρήστος και Γραμματικού Αναγνώστης

  Κουρτάκι:  Πιπέρος Νικόλαος και Κολικλιάτης Παναγιώτης

7 Κουτζοπόδι: Παπαβασιλείου Γιαννάκος, Παιδάκης Σπύρος, Μήτρος της Τάσαινας

8 Μέρμπακα (Αγία Τριάδα):Παπαγιαννόπουλος Αναγνώστης, Καλογερόπουλος Δημήτριος

9 Κάτω Μπέλεσι (Λυρκεία): Αναγνώστης Παπά Νικολάου, Μαρούσης Αντώνης

10 Επάνω Μπέλεσι (Κεφαλόβρυσο): Παπαναστασίου Ιωάννης, Παπαδημητρίου Αναγνώστης

11 Μπόρσια: Δημόπουλος Γεώργιος

12 Μπουγιάτι(Αλέα): Οικονόμου Πανάγος, Πακοπάνου (Μπακοπάνου) Σπύρος

13 Μύλοι: Σπανός Παναγής

14 Νεοχώρι: Παπά Κωνσταντόπουλος Αναγνώστης

15 Σκαφιδάκι: Μπιτέρης Μήτρος

16 Στέρνα: Αντωνόπουλος Παναγιώτης

17 Σχοινοχώρι: Φλίνος Αναστάσιος

18 Επάνω Φύχτι: Τόμπρας Δημήτριος

19 Κάτω Φύκτια: Παπαδόπουλος Α.

20 Χαρβάτι (Μυκήναι): Κολιζέρας Αθανάσιος

 

Ο πρεσβύτερος ιερεύς                       Ο πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                 Γ. Αλπανόπουλος

Πιστοποιείται το γνήσιον και αυτόγνωμον των εν τοις ανωτέρω και όπισθεν εξήκοντα τέσσαρες σελίδες περιεχομένων υπογραφών των κατοίκων της Πόλεως Άργους και των εκλογέων των διαφόρων χωρίων της επαρχίας Άργους τον αριθμόν χιλίων οκτακοσίων εξήκοντα εννέα γεγραμμένων ενώπιον ημών του τε πρεσβυτέρου ιερέως Ηλιού Μασσουρίου, και του Προέδρου της γενομένης εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου Συνελεύσεως περί εκλογής των πληρεξουσίων Γεωργίου Αλπανοπούλου εκείνων μεν των ειδότων γράφειν αυτοχείρως, των δε μη ειδότων παρά των ιερέων των διαφόρων εκκλησιών της Πόλεως ταύτης, Ηλιού Μασσουρίδου, Δημητρίου Σακκελαρίου, Γεωργίου Λαλουκιώτου, Παναγιώτου Αντωνοπούλου, Νικολάου Τζελεπατιώτου, Δημητρίου Κωστουροπούλου και Γεωργίου Παπά Ανδριανού και υπογραφομένης εκάστης σελίδος παρ’ ημών του τε πρεσβυτέρου ιερέως και του Προέδρου.

 

Εν Άργει την 4ην Οκτωβρίου 1843            Ο Πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ο Πρεσβύτερος των ιερέων του εν τω κέντρω

της πόλεως Ναού του Αγίου Νικολάου

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                                          Γ. Αλπανόπουλος

 

Ότι αντίγραφον απαράλλακτον τη πρωτοτύπω πράξει της εκλογής των πληρεξουσίων της επαρχίας Άργους.

Εν Άργει την 13 Οκτωβρίου 1843

Ο εκπληρών τα δημαρχικά καθήκοντα

Βος Δημαρχικός πάρεδρος

(Τ.Υ.Σ.) ΔΗΜΟΣ ΑΡΓΟΥΣ Γ. Αλπανόπουλος

Στις 6.11.1843 ο Χρήστος Βλάσσης, που είχε εκλεγεί Πληρεξούσιος μαζί με το Δημήτριο Περρούκα, υπέβαλε το παραπάνω πρακτικό στην Εξεταστική Επιτροπή των Πληρεξουσίων εγγράφων.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Β΄ Πληρεξούσιοι Επαρχίας Κορινθίας [3]

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Στην Επαρχία Κορινθίας ψήφισαν 93 εκλέκτορες από τα χωριά που ανήκαν το 1829 στην Επαρχία, στον ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πόλη της Κορίνθου στις 3 και 4 Οκτωβρίου 1843, ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Αθανασίου, του Προέδρου Αριστείδη Ρέντη και της πενταμελούς Επιτροπής Κων-νου Δημητριάδη, Παναγιώτη Καλαρά, Γιάννη Φωτομάρα, Αναγνώστη Πρωτοπαππά και Κων-νου Στεριοπούλου και εξέλεξαν παμψηφεί πληρεξουσίους τους Πανούτζο Νοταρά, ο οποίος εξελέγη Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης ως γεροντότερος και ο Αριστείδης Ρέντης. [4]

Είχαν αναδειχθεί εκλέκτορες, οι οποίοι ψήφισαν σ’ αυτήν από τα παρακάτω χωριά που ανήκαν τότε στην Επαρχία Κορινθίας από:

α) Λίμνες: Μεκριτζής Παναγιώτης, Παπά Γεωργίου (Παπαγεωργόπουλος) Παναγιώτης και Νότης Γεώργιος.

Παραθέτουμε για πληρέστερη γνώση των αναγνωστών μερικά στοιχεία από το από 26.9.1843 πρακτικό.

Πρόεδρος της τοπικής συνέλευσης ήταν ο Π. Παπά Γεωργίου και εφημέριος του χωριού ο Ιερέας Παπά Γεώργιος Οικονόμου. Η επιτροπή των γεροντοτέρων της τοπικής Συνέλευσης που συνέταξε τον πίνακα των υποψηφίων αποτελείτο από τους: Βλάχο Γεώργιο, Καρούνη Δημήτριο, Ηλιάδη Αθανάσιο, Γκολέμη Γεώργιο και Ψωμά Γεώργιο.

Στο πρακτικό της εκλογής περιέχονται δύο κατάλογοι. Ο πρώτος κατάλογος περιλαμβάνει τους υποψηφίους εκλέκτορες για την Επαρχιακή Συνέλευση με τις ψήφους που πήρε ο καθένας:

 

α.α Ονοματεπώνυμο Ψήφοι
    Υπέρ Κατά
1 Μεκριτζής Παναγιώτης 107 35
2 Παπά Γεωργίου Παναγιώτης 79 65
3 Νότης Γεώργιος 79 62
4 Μιγκολιός Μίχος 73 71
5 Δελιπαναγιώτης Γιαννάκης 73 70
6 Λέκας Ιωάννης 70 73
7 Ψωμάς Αναγνώστης 70 73
8 Οικονόμου Μήτρος 70 69
9 Ηλίας Ιωάννης 68 75
10 Παπά Ιωάννου Αναγνώστης 65 68
11 Μαρίνος Γεώργιος 64 80
12 Σταύρος Παναγιώτης 62 82

 

Από τους δώδεκα υποψηφίους εκλέκτορες εκλέχτηκαν για την Επαρχιακή συνέλευση Κορινθίας τρεις, οι Μεκριτζής Παναγιώτης, Παπά Γεωργίου Παναγιώτης (Παππαγεωργόπουλος) και Νότης Γεώργιος.

Ο δεύτερος κατάλογος που επισυνάπτεται στο πρακτικό περιλαμβάνει 115 εκλογείς που είχαν δικαίωμα ψήφου και τα στοιχεία τους. Ο κατάλογος αυτός έχει ως εξής:

 

Ονοματεπώνυμο Ονοματεπώνυμο Ονοματεπώνυμο
Ψωμάς Αναγνώστης Νότης Γεώργιος Δήμας Τάσος
Κακούρος Χρίστος Μηγκολιός Μήχος Κακούρος Μήχος
Κυμπούρης Γ. Κακούρος Σπύρος Παπαγεωργίου Παναγιώτης
Οικονόμος Δημήτριος Τασιάκης Κακούρος Μήτρου Γιάννης
Κοντογιάννης Μ. Κονδίλης Γιάννης Γιαννάκης
Κονδίλης Ανα. Γεώργας Γιάννης Κονδίλης Γ.
Κακαβάς Γιάννης Αντωνίου Τάσος Βλάχος Γ.
Ξίδης Δη. Γκολέμης Γ. Γκολέμης Μ.
Κακούρου Μ.Π. Κονδίλης Τάσος Ψυχογιός Θανάσης
Ψυχογιός Αθα. Γιάννης Φρίμης Β. Μακριγιάννης
Σουφρίλας Γιάννης Παπαϊωάννου Γιάννης Κουτζούκος Γ.
Πότος Μήτρος Πήκος Τάσος Ηλίας Γιάννης του Μήτρου
Κολεβέντης Γ. Οικονόμου του Μήτρου Γιάννης Μπαστούνη Μ. Γ.
Μπινιάρης Γιάννης Κολαράς Γιάννης Ψωμά Γ. Τάσος
Ουλή Κώστα Γιάννης Χρίστου Μ. Π. Μπαστούνης Γιάννης
Μπάρμπας Σπύρος ; Ψωμά Παναγιώτης Πίκιος Κώστας
Πίκιος Τάσος Μαρίνος Γ. Κατεμής Μ.
Καμπόσος Τάσος Στάρφας Τάσος Λέκας Γιάννης
Λέκας Αγγελής Παπά Μιχάλη Αθανάσιος Ηλίας Αθανάσιος
Σβήγκος Γιάννης Τζιούμπας Γεώργιος Ζωρμπάς Π.
Γαρούρος Μ. Κρέμασης Μ. Γαρούφος Π.
Κόλιας Τάσος Κρέμασης Γεώργιος Βλάχος Χ.
Κόλια Μ. Τάσος Γιάννης … Κακούρος Τάσος
Γαρούφος Γ. Στάρφας Μ. Αργύρης Μ.
Καραμάνου Π. Τάσος Μελέτης Μ. Παπά Ιωάννου Αναγνώστης
Παπά Ιωάννου Αναγν. Π Βλάχος Γιάννης Κρέμασης Μ. Γιάννης
Σιατριλής Μήτρος Μελέτης Γ. Παπά Ιωάννου Αναγν. Χρίστος
Λέκας Γιαν. Μήτρος Νότης Γ. Μ. Δήμα Τάσου Γ.
Μπαστούνη Αθ. Γ. Πίκιος Αθανάσιος Μπινιάρη Τάσου Γιάννης
Στάρφας Γιάννης Νότης Π. Στάργας Τάσου Γ.
Ζονίτζας Τάσος Ζονίτζα Αναστα. Γιάννης Ρουστέμης Π. Γιάννης
Κατεμή Μ. Τάσος Κολεβέντης Μ. Μπαστούνη Αθα. Σπύρος
Δήμα Τάσου Μ. Σουφρίλας Τάσος Σβίγγος Χ.
Κακούρου Αναστ. Χ. Κονδίλης Αναγνω. Π. Ρουστέμης Π.
Οικονόμου Αναγνώστης Οικονόμου Αναγνώστης Κλιούλης Τάσος
Δήμας Σταμάτη Μ. Βλάχος Π. Γιαννάκης Π.
Νότη Ιωάννου Τάσος Πιτζάκης Τάσος Νότη Μ. Γεώργη Τάσος
Σταύρος Π. Παπά Γεώργιος Σταμάτης Τάσος
Κολαράς Χρίστος Μπινιάρης Τάσος Βλάχος Αποστόλης
Μεκριτζής Π. Νότης Γιάννης Χρίστου Μ. Γ.
Γιαννάκης Γ. ΤζιούμπαΓιάννου Μήτρος Πιτζάκης Γιάννης
Λέκα Αναστα. Γιάννης Σταματήτζας Ανδριανός Βλάχος Τάσος
Κακούρου Αναστασίου Γιάννης Τέσης Τάσος Ζιόγαλης Τάσος
Τζάτζαρη Αναστασίου Μήτρος Ντρούσκας Γ. Σταμάτης Δήμας
Καρούνης Μήτρος Καραμάνος Πάνος απόντος Ζονίτζας Γεώργιος
Μεϊντάνης Γεώργιος Μεϊντάνης Τάσος Καρούνης Παναγιώτης
Πότος Γιάννης Νότη Γ. Γιάννης Βλάχος Μήτρος
Μπινιάρης Μ. Σιελιότης Ανδριανός Ηλιάδης Γιάννης
Γιάναρης Χρίστος

 

Την 26. 7βρίου 1843                      Εκ Λιμνών

Ο Ιερεύς (Τ.Υ.) Παπά Γεώργιος Οικονόμου

Ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Π. Σ. Σταύρος

 

Το πρακτικό εκλογής υπογράφεται ως εξής:

Ο Ιερεύς                                                      Ο Πρόεδρος

Παπά Γεώργιος Οικονόμου                 Π. Παπά Γεωργίου

Αθανάσιος Ηλίας, Γεώργιος Μαρίνος, (Γεώργιος Γκολέμης αγράμματος διά Μ. Μιγκολιού), (Γεώργιος Βλάχος αγράμματος ων κατ’ αίτησίν του Γεώργιος Μ. Κιμπουρόπουλος), (Δημήτριος Καρούνης, αγράμματος ων κατ’ αίτησίν του Δημήτριος Δημόπουλος).

 Ο πάρεδρος του χωρίου Λιμνών επικυροί τας ανωτέρω υπογραφάς του εφημερίου, προέδρου και των δύο μελών γεροντοτέρων Γεωργίου Βλάχου και Δημητρίου Καρούνη, των δε ετέρων τριών γερόντων Αθανασίου Ηλιάδου, Γεωργίου Γκολέμη και Γεωργίου Ψωμά μετά την αποπεράτωσιν της εκλογής ούσα νομιμοτάτη προσεκλήθησαν να συνυπογράψουν και δεν επαρουσιάσθησαν. Όθεν κηρύττομεν νόμιμον την συνέλευσιν ενεργήσαντες ταύτην κατά τον Νόμον τη 26. 7βρίου 1843 Λίμναις.

Τη αυτή ημερομηνία ο ειδικός πάρεδρος (Τ.Υ.) Π. Σταύρος

Την επόμενη ημέρα 27 Σεπτ. 1843 παρουσιάστηκαν οι τρεις που δεν είχαν υπογράψει και υπέγραψαν αναγνωρίζοντες αυτήν νόμιμον.

β) Μπερμπάτι ( Προσύμνη)

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1843 ο πάρεδρος Αναγν. Ξύδης και ο Προεδρεύων Χρίστος Λύκος κοινοποίησαν στους εκλέκτορες του χωριού Ιωάννη Παπά Μιχάλη και Νικόλαο Ιωάννου Οικονόμου το παρακάτω έγγραφο.

«Προς τους εκλογείς του χωρίου Μπερμπάτη Κυρίους Ιωάννην Παπά Μιχάλην και Νικόλαον παπά Ιωάννου Οικονόμου.

Διά της σημερινής πλειοψηφίας των συγχωριανών σας εδιορίσθητε εκλογείς του χωρίου τούτου ο μεν Ν. Παπά Ιωάννου Οικονόμου έλαχεν ψήφους υπέρ 39, ο δε Ιωάννης Παπά Μιχάλης έλαχεν ψήφους υπέρ 30.

 Όθεν σας υπενθυμίζομεν ότι οι εκλογείς τούτοι διά την συγκροτηθησομένην Εθνικήν Συνέλευσιν των πληρεξουσίων θέλει ενεργηθή την 3. 8βρίου ε.έ. ημέραν Κυριακήν εις την Πρωτεύουσαν της Διοικήσεως Κορινθίας κατά την υπ’ αριθ. 4128 διαταγήν του Διοικητή Κορινθίας οφείλετε να παραβρεθείτε άνευ τινός προφάσεως εις Κόρινθον.

Τη 26. 7βρίου 1843 Εν Μπερμπάτη

Ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Αναγν. Ξύδης

Ο Προεδρεύων (Τ.Υ.) Χρίστος Λίκος

γ) Ευφροσύνη (Φροσύνη, Φρουσύνα, Φρουσιούνα)[5]

Οι εκλογές έγιναν στις 19 Σεπτεμβρίου 1843 στην Ευφροσύνη ενώπιον του ιερέα Ιωάννη Σταθόπουλου από το χωριό Τάτσι (Εξοχή) και της πενταμελούς επιτροπής σύνταξης του καταλόγου: Δημητρίου Λύκου, Σταύρου Λυμπερόπουλου, Σωτήρη Μώρου, Πέτρου του Μήτρου και Μήτρο του Αναστάση.

Ψήφισαν οι παρακάτω 35 και ανέδειξαν ομόφωνα εκλέκτορα τον Σπυρόπουλο Αθανάσιο.

Αγαθή τύχη

Σήμερον την 19 7βρίου  1843 εν τω χωρίω Ευφροσύνης της επαρχίας Κορινθίας συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων δικαίωμα ψήφου των κατοίκων του χωρίου προς εκλογήν των εκλογέων των διά την εθνικήν Συνέλευσιν πληρεξουσίων κατά την από 7 βρίου εγκύκλιον του Υπουργικού Συμβουλίου και κατά το άρθρον 3 του υπ’ αρ. 10049 Κ. Γ ψηφίσματος και της υπ’ αρ. 10050 οδηγίας της 4 Μαρτίου 1829 ο ιερεύς εφημέριος του χωρίου κατέγραψε τους παρευρισκομένους πολίτας οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1.Ιωάννης Κωσταλάμπρου 2.Μιχαήλ Κωσταλάμπρου 3.Ιωάννης Μπινιτζής;
4.Μήτρος Τζορβάς 5.Παναγιώτης Λυμπερόπουλος 6.Σταύρος Λυμπερόπουλος
7.Πέτρος Μήτρου 8.Δημήτριος Λύκος 9.Παναγιώτης Λύκος
10Σωτήρος Μώρος 11.Χρήστος Σωτήρου 12.Δημήτριος Θεοδωρής
13.Νικόλαος Γιαννάκη 14.Θεοφάνης Γιαννάκη 15.Γιαννάκης Μόρος
16.Θανάσης Μόρος 17.Θανάσης Γεωργάκη 18.Χρίστος Γεωργίου
19.Λάμπρος Γεωργίου 20.Μήτρος Αναστασίου 21.Γεώργιος Μήτρου
22.Αποστόλης Μήτρου 23.Θανάσης Αναστασίου 24.Κώνστας του Γιάννη
25.Γιαννάκης Γιάννη 26.Νικολής Μπερτάχας 27.Γιάννης Μόρος
28.Γεώργιος Γύπτος 29.Κωνσταντής Ζόγιος 30.Σταύρος Αποστόλη
31.Σωτήρος Γιαννάκη 32.Νικολής Αποστόλη 33.Γιώργης Αποστόλη
34.Λάμπρος Μώρος 35. Σπύρος Γεωργίου

 

Επικυρωθέντος δε του καταλόγου διά της πλειοψηφίας της συναθροίσεως η Συνέλευσις εκηρύχθη Νόμιμος και δοθέντος του από το άρθρον 5 όρκου των οδηγιών κατεστρώθη κατά το άρθρον 6 ο κατάλογος των υποψηφίων εις αριθμόν τετραπλούν των από το χωρίον Ευφροσύνης, όστις είναι ο εξής εκλογεύς

  1.  Αθανάσιος Σπυρόπουλος

τον οποίον έκλεξαν ομοφώνως επί τούτοις εσυντάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη

Ο ιερεύς                                          Δημήτρης Λύκος, Σταύρος Λυμπερόπουλος,

Ιωάννης Σταθόπουλος                       Σωτήρος Μώρος, Πέτρος του Μήτρου,

                                                      Μήτρος του Αναστάση, ως αγράμματοι ο

                                                      Ιερεύς Ιωάννης Σταθόπουλος

Διά το ακριβές της αντιγραφής

Την 27. 7βρίου 1843 εν Μπουγιάτι

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Σφραγίδα Δήμος ΑΛΕΑΤΩΝ Κ. Χριστόπουλος

Στην πίσω σελίδα αριθ. 40 Αθ. Σπυρόπουλος

 

δ) Άγιος Νικόλαος (χωριό του τ.δ. Αλέας)

Είχε αναδειχθεί εκλέκτορας και ψήφισε στην Κόρινθο ο Σπύρος Αγγελόπουλος.

ε) Παλαιά Επίδαυρος

Οι εκλογές έγιναν στις 26 Σεπτ. 1843 στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου στην Παλαιά Επίδαυρο, ενώπιον του εφημερίου Παπαγεωργίου Ανδριανού και του Προέδρου της συνέλευσης Μιχάλη Καντάνη. Ψήφισαν 45 εκλογείς και ανέδειξαν εκλέκτορα τον Χρήστο Ιωάννου Τσολακόπουλο. Στο πρακτικό της Επαρχιακής Συνέλευσης Κορινθίας αναγράφονται εκλέκτορες από την Επίδαυρο εκτός του παραπάνω και οι Χρήστος Νικολάου και Ανδριανός Παναγόπουλος.

στ) Χέλι (Αραχναίον)

Οι εκλογές έγιναν στις 26 Σεπτ. 1843 ενώπιον των εφημερίων Παπά Ι. Μαργέλη και Παπά Αναστασίου Νατσούλη, του Προέδρου της συνέλευσης Ιωάννη Φυσικάρη και του ειδικού παρέδρου Α. Ταρρωνά. Την πενταμελή επί της σύνταξης του καταλόγου επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καραγιάννης, Ιωάννης Μάρας, Γιώργης Σάρκας, Αναστάσιος Δεδεμπίλης και Κόλιας Κυριάκος.

Αφού επικυρώθηκε ο κατάλογος, που περιλαμβάνει 117 εκλογείς, καταστρώθηκε ο κατάλογος των υποψηφίων, οι οποίοι ήταν οι: 1.Νατζούλης Ιωάννης, 2.Ταρουνάς Αναγνώστης, 3.Φυσικάρης Ιωάννης, 4.Καραγιάννης Ιωάννης, 5.Κυριάκος Κόλιας, 6.Μάρας Ιωάννης, 7.Αναγνώστης Παπά Ι. Δρούγκα, 8.Μανώλης Μ. Τάσσος, 9.Μανώλης Ι. Αναγνώστης, 10.Σοφός Πέτρος, 11.Καμπόσος Αθανάσιος και 12. Κυνηγάρης Ιωάννης. Απ’ αυτούς εξελέγησαν οι παρακάτω τρεις εκλέκτορες: Φυσικάρης Ιωάννης 95 υπέρ 21 κατά, Μάρας Ιωάννης 91 υπέρ 25 κατά και Καραγιάννης Ιωάννης 90 υπέρ και 26 κατά.

                 

Γ΄ Πληρεξούσιοι Πόλεως Ναυπλίου

 

Επειδή η πόλη του Ναυπλίου έλαβε από τη Συνέλευση της Τροιζήνας το προνόμιο να στέλνει ιδιαιτέρως δύο πληρεξουσίους στις Εθνικές Συνελεύσεις ύστερα από εκλογές αναδείχτηκαν πληρεξούσιοι οι Παπαλεξόπουλος Σπυρίδων (δήμαρχος δ. Ναυπλιέων) και Ρόδιος Γ. Π.

Δ΄ Πληρεξούσιοι χωριών Επαρχίας Ναυπλίας[6]

Οι εκλογείς των χωριών της Επαρχίας Ναυπλίας συνήλθαν στις 9 Οκτωβρίου 1843 στον ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ναυπλίου παρουσία του Δημάρχου Ναυπλίας Σπυρ. Παπαλεξόπουλου και του Γραμματέα της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλου, για να συγκροτήσουν την πρώτη συνεδρίαση και εκλέξουν σύμφωνα με τις διατάξεις της από 7 Σεπτ. εγκυκλίου του Υπουργικού Συμβουλίου και το άρθρο 10 των από 4 Μαρτίου 1829 υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών του Κυβερνήτη της Ελλάδος, τον Πρόεδρο και τα πέντε γεροντότερα μέλη και στη συνέχεια να επεξεργαστούν τη νομιμότητα των εγγράφων τους.

Οι (36) εκλογείς που συνήλθαν ήταν για τα χωριά: [7]

Ανυφί: (40 οικ.) Παναγ. Γκάτζης, Γρηγόριος Χατζόπουλος, Ευστάθιος Αντωνίου

Αυδίμπεη (Ηραίον): (15 οικ.) Γεώργιος Μπολόσης

Αδάμι: (10 οικ.) Κων-νος Μιλιώτης

Δαλαμανάρα: (45 οικ.) Αναγνώστης Τασσόπουλος και Παναγ. Πεβερέτος

Δενδρά: (15 οικ.) Κώστας Ουλής

Κατζίγκρι (Άγιος Ανδριανός): (18 οικ.) Θωμάς Οικοκύρης

Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα): (30 οικ.) Μήτρος Κεραμιδάς και Αναγν. Παπά Αθανασίου

Κούτζι (Αργολικό): (30 οικ.) Αναστ. Ράπος, Σωτήρος Κοληκόνης

Κυβέρι: (15 οικ.) Παρασκευάς Καράς

Λάλουκα: (25 οικ.) Κων-νος Πίκης

Λυγουριό: (70 οικ.) Δημ. Αθαν. Καλούδης, Αναγν. Καλούδης

Μάνεσι: (8 οικ.) Μίχος Ξύδης

Μουράταγα (Καλλιθέα): (8 οικ.) Ιωαν. Ανδρούτζου

Μπάρδι: (8 οικ.) Γεώργιος Τζιμπουρόπουλος

Κάτω Μπούτι (Ήρα): (10 οικ.) Ανδρίκος Μπεκιάρης

Άνω Μπούτι (Ήρα): (15 οικ.) Αθαν. Κουρούλης

Παναρίτι: (12 οικ.) Ιωάννης Πίτρης

Πασσά (Ίναχος): (25 οικ.) Ανδρ. Λιναρδόπουλος

Πλατανίτη: (12οικ.) Κωνστ. Μπαστούνης

Πουλακίδα: (22 οικ.) Αναστ. Ολάνης

Πρύφτανι (Μαναστηράκι): (8 οικ.) Γιάννης Κατζίγιαννης

Πυργέλλα: (28 οικ.) Αναγν. Μακρυποκάμισος, Γεωργ. Καχριμάνης

Σπαϊτζίκου (Λευκάκια): (8 οικ.) Αναγν. Σταθογιάννης

Τζαφέραγα (Ασίνη): (20 οικ.) Αθ. Τζελέγκης, Πάνος Χρηστόπουλος

Τζέλλου (Αγία Παρασκευή): (2 οικ.) Δημ. Σαγκιώτης

Χαϊδάρι (Δρέπανο): 15 οικ.) Θεόδωρος Καραβοκύρης ή Βενετζάνος, Θεοδ. Ροζανάς.

Χώνικα (Νέο Ηραίο): (25 οικ.) Γεώργιος Ηλιάδης

Επειδή από τους παραπάνω εκλογείς οι Αναγν. Μακρυποκάμισος και Γεωργ. Καχριμάνης του χωριού Πυργέλλας, οι Γρηγ. Χατζόπουλος, Παναγής Γκάτζης και Ευστάθιος Αντωνίου του χωριού Ανυφί εκλέχτηκαν με διπλή εκλογή, η εκλεκτική συνάθροιση αποφάσισε να αποσυρθούν επί του παρόντος και να μη λάβουν μέρος στην εκλογή του Προέδρου και των πέντε γεροντότερων μελών. Ακολούθως εκλέχτηκε Πρόεδρος ο Ιωάννης Ανδρούτσος (Κολανδρούτσος) με ψήφους 23, ενώ οι Ανδρέας Λιναρδόπουλος και Καλούδης έλαβαν 4 και 5 ψήφους αντίστοιχα.

Οι εκλογείς Καλούδης και Γ. Ηλιάδης έκαναν ένσταση και ζήτησαν να μην εκλεχθεί Πρόεδρος ο Ιωάννης Ανδρούτσος, γιατί το χωριό Μουράταγα που αντιπροσωπεύει δεν έχει σύμφωνα με το Νόμο 15 οικογένειες και επομένως δεν έχει το δικαίωμα του εκλογέα. Συγχρόνως παρουσιάστηκε αναφορά που υπέγραφε ο Π. Σπυρόπουλος, ο οποίος ανέφερε ότι οι παρουσιαζόμενοι εκλογείς των χωριών Μάνεσι Μίχος Ξύδης, του Κάτω Μπούτια Ανδριανός Μπεκιάρης, του χωριού Μπάρδι Γεωρ. Τζιμπουρόπουλος και του Μουράταγα Ιωαν. Ανδρούτζος δεν είναι νόμιμοι εκλογείς, διότι τα παραπάνω χωριά δεν έχουν σύμφωνα με το Νόμο 15 οικογένειες. Στη συνέχεια η συνέλευση αποφάσισε να γίνει νέα εκλογή Προέδρου. Από τους υποψηφίους Δημ. Καλούδη και Αναγν. Τασσόπουλο, ψηφίστηκε Πρόεδρος ο Δημ. Αθαν. Καλούδης.

Στη συνέχεια εκλέχτηκαν τα πέντε γεροντότερα μέλη: Αναγν. Τασσόπουλος, Ανδρ. Λιναρδόπουλος, Σωτήρος Κολιγκόνης, Τάσσος Ολάνης και Θεόδωρος Βενετζάνος.

Ο Πρόεδρος Δημ. Αθ. Π. Καλούδης και τα πέντε μέλη συζήτησαν διεξοδικά και απέκλεισαν από τη συνέλευση τους εκλογείς: Γεώργιο Καχριμάνη Πυργέλλας, Παναγή Γκάτζη Ανυφί, Ιωάννη Ανδρούτσου Μουρατάγα, Γεώργιο Τζιμπουρόπουλο Μπάρδι, Μίχο Ξύδη Μάνεσι και Ανδριανό Μπεκιάρη Κάτω Μπούτια.

Την επομένη 10 Οκτωβρίου 1843 συνήλθε στον ίδιο χώρο η Επαρχιακή Συνέλευση από τους 30 εναπομείναντες εκλογείς. Σ’ αυτούς προστέθηκαν και οι εκλογείς Αθανάσιος Παπαδόπουλος και Αναστ. Καρατασούλης του χωριού Τουρνίκι (80 οικ.) και Κων-νος Αποστολόπουλος του χωριού Μπούγα(30 οικ.). Αυτή εξέλεξε παμψηφεί ως πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας τους Ιωάννη Κωλέττη και Μιχαήλ Ιατρό.

Παραθέτουμε το από 10 Οκτωβρίου 1843 πρακτικό.

«Σήμερον την δεκάτην Οκτωβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού τρίτου έτους εν Ναυπλίω ημέραν Κυριακήν κατά συνέπειαν των πρακτικών της χθεσινής Συνεδριάσεως συνήλθον την ενδεκάτην ώραν Π.Μ. εις την εκκλησίαν της Παναγίας επί παρουσία του χθες εκλεχθέντος Προέδρου της εκλεκτικής συναθροίσεως κυρίου Δημ. Α.Π. Καλούδη, του ιερέως Γ. Σακκελίωνος και του Γραμματέως της Δημαρχίας Ναυπλίας Δ. Παπαθανασόπουλου οι κατά τα πρακτικά της χθεσινής προκαταρκτικής Συνεδριάσεως αναγνωρισθέντες νόμιμοι εκλογείς, εν οις προστέθηκαν και τρεις έτι νόμιμοι εκλογείς των χωρίων Τουρνικίου και Μπούγα, οίτινες έφθασαν σήμερον μη δυνηθέντες να έλθωσι χθες διά το μακρινόν διάστημα, το οποίον διαχωρίζει τα χωρία των από την πρωτεύουσα της Επαρχίας, συνήλθον λέγομεν όλοι ούτοι οι εκλογείς τριάκοντα τρεις τον αριθμόν, διά να εκλέξωσι κατά τας διατάξεις των από 4 Μαρτίου 1829 οδηγιών του ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος τους Πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας, οι οποίοι εκλογείς εισίν οι εφεξής.(Έπονται τα ονόματα των 33 παραπάνω αναγραφομένων εκλεκτόρων).

Μετά την ως ανωτέρω κατάστρωσιν του καταλόγου συγκρούσεως ισχυράς γενομένης μεταξύ των εν τη εκκλησία ευρεθέντων χωρικών ανεχώρησαν από την Συνάθροισιν τινές των εκλογέων παραβιασθέντες και έμειναν οι υποφαινόμενοι 17 τον αριθμόν. Προτάσεως δε γενομένης περί του πρακτέου απεφασίσθη να γίνη η εκλογή των πληρεξουσίων και κατά συνέπειαν εις των γεροντοτέρων ο κ. Α. Μακρυποκάμισος προσελθόντος του διαληφθέντος ιερέως κρατούντος εις χείρας το Ιερόν Ευαγγέλιον ανέγνωσε μεγαλοφώνως τον ακόλουθον όρκον ‘Εν ονόματι της Παναγίας και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι ενώπιον του θυσιαστηρίου του Θεού της αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου, ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε διά φόβον ζημίας, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά την συνείδησίν μου και χωρίς καμμία προσωποληψίαν.’ Τον όρκον τούτον επανέλαβον και όλοι οι εκλογείς υψώσαντες την δεξιάν χείρα. Μετά ταύτα επροτάθη να διορισθώσι κατά το άρθρ. 10 των περί εκλογής πληρεξουσίων οδηγιών οκτώ εκλογείς, διά να εκλέξωσιν ούτοι ίσον αριθμόν υποψηφίων εχόντων τας ιδιότητας της προβλεπομένης παρά του περί εκλογής παραστατών Νόμου, αλλ’ η εκλεκτική Συνάθροισις ομοφώνως απεφάσισε να γίνει απ’ ευθείας η εκλογή των πληρεξουσίων και κατά συνέπειαν εξελέχθησαν παμψηφεί οι κυρ. Ιωάννης Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρός ως πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας.

Εις πίστωσιν όθεν τούτων συνετάχθη η παρούσα πράξις και υπογράφεται παρά του Ιερέως, των παρευρεθέντων εκλογέων και προσυπογράφεται από τον Πρόεδρον και τον Γραμματέα της Δημαρχίας.

Οι εκλογείς

Δ. Α. Π. Καλούδης, Αναγν. Μακρυποκάμισος, Αναγν. Σταθογιάννης, Αθαν. Παπαδόπουλος, Σωτήρος Κοληκόνης, Κωνστ. Αποστολόπουλος.

Διά τους αγραμμάτους Θεόδωρον Βενετζάνον, Παναγιώτην Χρηστόπουλον, Θεόδωρον Ροζανάν, Δημ. Σαγκιώτην, Αθανάσιον Τζελέγκην, Θωμάν Οικοκύρην, Κωνστ. Μιλιώτην, Αναστ. Καρατασούλην, Παρασκευά Καρά.

Ο Ιερεύς Γ. Σακκελίων.

Α.Γ. Καλούδης. Διά τον Δημήτριον Κεραμιδάν αγράμματον Γ. Ιερεύς Σακκελίων

(Τ.Υ.Σ.) Ο Ιερεύς Γ. Σακκελίων

Ο Πρόεδρος Δ. Α. Π. Καλούδης

Ο Γραμματεύς της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλος».

——————————–

«Σημειωτέον ότ,ι εν ω εις την εκκλησίαν της Παναγίας εγένετο και αποπερατώθη χθες η εκλογή των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μ. Ιατρού ως Πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας διά της ομοφώνου θελήσεως των ανωτέρω εκλογέων, οι βιασθέντες ν’ αναχωρήσουν από την εκλεκτικήν συνάθροισιν εκλογείς παραλαβόντες τους κατά την συνεδρίασιν της παραμονής εξαιρεθέντας κυρίους Μίχον Ξύδην, Ιωαν. Ανδρούτζον, Γεώργιον Καχριμάνην, Α. Μπεκιάρην και Γεώργιον Τζιμπουρόπουλον συνεκρότησαν ιδιαιτέραν συνεδρίασιν εις τον εκτός της Πόλεως κείμενον κήπον του Κολοκοτρώνη και διορίσαντες Πρόεδρον αυτής τον κύριον Ανδρέαν Λιναρδόπουλον εκλογέα του χωρίου Πασσά προέβησαν εις ιδιαιτέραν εκλογήν εκλέξαντες ως πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας τον κ. Γ. Μ. Αντωνόπουλον διά ψήφων 18 και τον κ. Ν. Σπηλιάδην διά ψήφων 17. Η τοιουτοτρόπως ενεργηθείσα διά της βίας και εναντίον των νομίμων διατυπώσεων εκλογή αποπερατώθηκε χθες μετά την δύσιν του ηλίου, ότι δεν υπήρχεν ο αρμόδιος καιρός εις τους διά της βίας λαβόντας εις αυτήν μέρος να εκφράσωσιν την θέλησίν των.

Σήμερον λοιπόν την ενδεκάτην Οκτωβρίου του 1843 ημέραν Δευτέραν συνεννοηθέντες μετά του Προεδρεύοντος την εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένην νόμιμον εκλογήν κυρίου Δημητρίου Α.Π. Καλούδη οι κ.κ. Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα, Κώστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα, Αθανάσιος Κορούλης του χωρίου Άνω Μπούτι και Ανδρ. Λιναρδόπουλος του χωρίου Πασσά και Πρόεδρος της εις τον κήπον του Κολοκοτρώνη παρανόμως ενεργηθείσης εκλογής παρέδωσαν εις αυτόν το υπό σημερινήν ημερομηνίαν έγγραφόν των επικυρωμένον από τον Συμβολαιογράφον κύριον Χαράλαμπον Παπαδόπουλον, δι ου εκθέτοντες την προσενεχθείσαν εις αυτούς βίαν ίνα λάβωσι μέρος εις την ειρημένην εκλογήν, αποδοκιμάζουσιν αυτήν ως παράνομον κηρύττοντες ως άκυρον και μη ούσαν την δοθείσαν ψήφον των και αναγνωρίζοντες ως νόμιμον την εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένην συνενούσιν τας ψήφους των μετά των λαβόντων εις αυτήν μέρος εκλογέων υπέρ των κ.κ. Ιωάν. Κωλέττου και Μιχ. Ιατρού πληρεξουσίων της Επαρχίας, τους οποίους θεωρούν ως αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται.

Το έγγραφον τούτο εζήτησαν οι ειρημένοι να προσαρτηθή εις τα παρόντα πρακτικά της εις τον Ναόν της Παναγίας γενομένης εκλογής προς απόδειξιν της υπέρ αυτής εκφρασθείσης αυτοπροαιρέτου θελήσεώς των και κατά την ζήτησίν των προσηρτήθη ενταύθα και εγένετο περί τούτου η παρούσα έκθεσις, ήτις υπογράφεται από τον Πρόεδρον κ. Δημ. Α. Π. Καλούδην και τον Γραμματέα της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλον.

Εν Ναυπλίω την 11 Οκτωβρίου 1843

(Τ.Υ.Σ.) Ο Πρόεδρος Δ. Α. Π. Καλούδης

Ο Γραμματεύς της Δημαρχίας Ναυπλιέων Δ. Παπαθανασόπουλος»

Παραθέτουμε το από 11 Οκτωβρίου 1843 έγγραφο των εκλογέων α) Ανδρέα Λιναρδόπουλου, Πασσά β) Γεωργίου Ηλιάδη, Χώνικα γ) Αθανασίου Κουρούλη, Επάνω Μπούτι και δ) Κώστα Πίκη, Λάλουκα.

«Οι υποφαινόμενοι Ανδρέας Λιναρδόπουλος εκλογεύς του χωρίου Πασσά, Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα, Αθανάσιος Κουρούλης εκλογεύς του χωρίου Επάνω Μπούτι, Κώστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα.

Κατά συνέπειαν των πρακτικών της εννάτης Οκτωβρίου παραμονής της προς εκλογήν των πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας προσδιωρισμένης ημέρας, συνήλθομεν χθες την 11 ώραν π.μ. εις τον εν τη Πόλει Ναυπλίας Ναόν της Παναγίας διά να σκεφθώμεν και αποφασίσωμεν μετά των λοιπών συνεκλογέων περί εκλογής πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας, αλλά σπουδαρχίδαι τινές ιδόντες ότι δεν ήθελε προκύψει το παρ’ αυτών ποθούμενον αποτέλεσμα υπεκίνησαν διά πολλών ταραχοποιών χωρικών, τους οποίους επίτηδες είχον εισάξει εις την εκκλησίαν, την διάλυσιν της συναθροίσεως ταύτης, της οποίας ενεργουμένης οι υποφαινόμενοι ωθούμενοι και απειλούμενοι ηναγκάσθημεν να ενδώσωμεν εις την βίαν προς αποφυγήν του επικειμένου καθ’ ημών κινδύνου και ν’ απέλθωμεν εις τον εκτός της πόλεως κείμενον κήπον του Κολοκοτρώνη, όπου οι αυτοί σπουδαρχίδαι διά των οργάνων των διέδωσαν την φήμην, ότι όλοι οι εκλογείς ήθελον συνέλθει, ως διαλυθείσης εντελώς της εν τω Ναώ Συναθροίσεως.

Οι υποφαινόμενοι είδομεν ότι η περί τον κήπον του Κολοκοτρώνη γενομένη συνάθροισις ήτο παράνομος διά τους εξής λόγους.

Αον. Διότι μεταξύ των εκλογέων περιελαμβάνοντο οι κύριοι Γεώργιος Καχριμάνης, Ιωαν. Ανδρούτζος, Μίχος Ξίδης, Ανδριανός Μπεκιάρης και Γεώργιος Κιμπουρόπουλος, τους οποίους η νόμιμος πενταμελής Επιτροπή, της οποίας και τινες ημών απετέλουν μέρος δεν παρεδέχθη, αλλ’ εκήρυξεν εξηρημένους.

Βον. Διότι και αφού ήθελον συμπαραληφθή οι εκλογείς οι οποίοι προηγουμένως εξηρέθησαν η συνάθροισις πάλιν δεν ήτο νόμιμος, διότι δεν ήτο συγκεκροτημένη από τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εκλογέων.

Γον. Διότι δεν υπήρχε μεταξύ ημών ο Γραμματεύς της Δημαρχίας, όστις ώφειλε να συντάξη την περί εκλογής των πληρεξουσίων πράξιν, αλλ’ αύτη συνετάχθη από πρόσωπον όλως διόλου αναρμόδιον.

Δον. Διότι η συνάθροισις δεν έγεινεν εις τον παρά της Διοικητικής Προκηρύξεως προσδιορισθέντα τόπον.

Εον. Διότι αντί να μείνωμεν οι εκλογείς μόνοι και ελεύθεροι, αποσυρομένων των μη εχόντων δικαίωμα ψήφου, έμεινε μεταξύ ημών εξ εναντίας όλον το πλήθος, το οποίον διά της βίας μάς είχε φέρει εις τον τόπον αυτόν, και τοιουτοτρόπως η βία εξηκολούθησεν αδιαλείπτως, μέχρι ότου προέκυψε το αποτέλεσμα το οποίον οι υποκινήσαντες την διάλυσιν της εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένης συναθροίσεως είχον απ’ αρχής σχεδιάσει.

Μολονότι παρετηρήσαμεν την παρανομίαν της περί ης ο λόγος συναθροίσεως, αλλά διατελούντες υπό το κράτος της βίας και της πλάνης, εις την οποίαν μας έρριψαν οι διαδώσαντες την περί της μη εξακολουθήσεως της εν τω Ναώ της Παναγίας αρξαμένης τακτικής συναθροίσεως, ηναγκάσθημεν δι’ αποφυγήν κινδύνου και άλλων ολεθρίων συνεπειών, να δώσωμεν και ημείς ψήφον κατά την συνάθροισιν την οποίαν ενδομύχως απεδοκιμάζομεν και θεωρούμεν ως παράνομον διά τους προεκτεθέντας λόγους.

Μόλις δε απαλλάχθημεν από την βίαν και μετέβημεν εις την Πόλιν της Ναυπλίας επληροφορήθημεν ότι μακράν του να διαλυθή η εν τω Ναώ της Παναγίας συνάθροισις, ως ψευδώς μας είχον διαβεβαιώσει, εξηκολούθησεν αύτη και έφερεν εις πέρας το έργον της, αποτέλεσμα του οποίου ήτο η παμψηφεί εκλογή των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μ. Ιατρού ως πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας.

Οι υποφαινόμενοι επεδοκιμάσαμεν και ενεκρίναμεν την εκλογήν ταύτην, και αν η ώρα καθ’ ην επληροφορήθημεν τούτο μας το επέτρεπεν, ηθέλαμεν σπεύσει να ενώσωμεν και ημείς τας ιδικάς μας ψήφους υπέρ των ως ανωτέρω εκλεχθέντων πληρεξουσίων. Αλλ’ ότι δεν ηδυνήθημεν να πράξωμεν χθες, συνελθόντες σήμερον ελευθέρως και απαραβιάστως πράττομεν αυτό διά της παρούσης. Κηρύττοντες επομένως ως άκυρον και μη ούσαν την χθεσινήν ψηφοφορίαν ημών, ήτις ήτο καθαρόν αποκύημα της βίας και της πλάνης, παραδεχόμεθα την παρά των εν τω Ναώ της Παναγίας μεινάντων εκλογέων γενομένην εκλογήν, και ενώνομεν και ημείς ομοθυμαδόν τας ψήφους ημών υπέρ των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττου και Μ. Ιατρού τους οποίους θεωρούμεν αξίους της εμβριθούς αποστολής την οποία επιφορτίζονται.

Η παρούσα θέλει επικυρωθή παρά του Συμβολαιογράφου Ναυπλίας κυρίου Χ. Παπαδοπούλου, ενώπιον του οποίου θέλομεν εμφανισθή να βεβαιώσωμεν το αυθόρμητον της θελήσεώς μας, και κατόπιν θέλει προσαρτηθή εις τα πρακτικά της Νομίμου εκλογής της γενομένης εν τω Ναώ της Παναγίας.

Εν Ναυπλίω την ενδεκάτην Οκτωβρίου 1843

Ανδρέας Λιναρδόπουλος εκλογεύς του χωρίου Πασσά

Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα

Αθανάσιος  Κουρούλης εκλογεύς του χωρίου Επάνω Μπούτι

Κώνστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα διά χειρός Γ. Ιερέως Π. Μηναίου.

Αντίγραφον απαράλλακτον εξαχθέν εκ της πρωτοτύπου πράξεως υπ’ αριθ. 14817/903.

Εν Ναυπλίω την 11. 8βρίου 1843

(Τ.Υ.) Ο Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χ. Παπαδόπουλος

Ότι αντίγραφον απαράλλακτον εξαχθέν εκ των εις τα Αρχεία της Δημαρχίας ευρισκομένων πρωτοτύπων πρακτικών.

Ναύπλιον την 27 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος Ναυπλιέων και τούτου απόντος ο Δημαρχικός Πάρεδρος (Τ.Υ.Σ.) Σ. Κοτσάκης;

Στις 17 Οκτωβρίου οι παρακάτω αναφερόμενοι 22 εκλογείς υπέβαλαν στην Συντακτική των Ελλήνων Σύνοδο την εξής αναφορά, με την οποία επιβεβαιώνουν, ότι εξέλεξαν Πληρεξουσίους τους Ιωάννη Κωλέττη και Μιχαήλ Ιατρού.

Συνυπέβαλαν και το έγγραφο που υπογράφουν οι παρακάτω κάτοικοι των χωριών Λάλουκα (44), Πυργέλλας (22), Αυδίμπεϊ (9) και κάτοικοι των χωριών: Κούτζι 40, Χαϊδάρι 59, Τζαφέραγα 36, Τσέλου 15, Σπαϊτζίκου 25, Κοφίνι 28, Κατσίγκρι 20, Λυγουριό 83 και Αδάμι 7: ήτοι συνολικά 388 κάτοικοι.

Σ. Συντακτική των Ελλήνων Σύνοδος

Θέλουν γενή αναμφιβόλως γνωσταί εις την Σεβ. ταύτην Σύνοδον αι άπειροι ραδιουργίαι, τας οποίας ετόλμησαν τινές να βάλωσιν εις ενέργειαν διά να επηρεάσουν την ελευθερίαν των πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας εκλογήν. Ούτοι αφού διέλυσαν διά της βίας την συνελθούσαν εις τον εν Ναυπλίω Ναόν της Παναγίας εκλεκτικήν συνάθροισιν, και κατόρθωσαν να συναγελήσωσι; τινάς των εκλεκτόρων περί τον εκτός της Ναυπλίας κήπον του Κολοκοτρώνη, ιδόντες ότι αι προσπάθειαί των αύται απέβησαν άκαρποι, διότι οι νοημονέστεροι αυτών εκείνων των εκβιασθέντων εκλεκτόρων διεμαρτυρήθησαν την επιούσαν και προσέθησαν τας ψήφους των εις την υπέρ των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττου και Μ. Ιατρού νομίμως ενεργηθείσαν εκλογήν, επενόησαν άλλο παράνομον και παράλογον μέσον, την συλλογήν υπογραφών από μέρους τινών εκ των κατοίκων.

Βεβαίως πας τις εννοεί ότι οι κάτοικοι εκλέξαντες νομίμως τους εκλέκτοράς των απεκδύθησαν της εξουσίας του να εκλέξωσιν αυτοί πληρεξουσίους και διεπιστεύθησαν την εξουσίαν των ταύτην εις ημάς, τους οποίους ετίμησαν διορίσαντές μας εκλέκτορες.

Μόλα τα οποία η ραδιουργία έβαλεν εις ενέργειαν μέσα, τα οποία και ο Νόμος αποκρούει και η ηθική καταδικάζει, αι προσπάθειαι αυτής μένουσιν ατελεσφόρητοι. Τω όντι όλης της επαρχίας Ναυπλίας οι νόμιμοι εκλέκτορες είναι τριάκονται τρεις οι εφεξής.

  1. Δημ. Α. Π. Καλούδης
  2. Αναγν. Γ. Καλούδης, εκλογεύς του χωρίου Λυγουρίου
  3. Αναγ. Τασόπουλος
  1. Παναγιώτης Μπεβεράτος, εκλογεύς του χωρίου Δαλαμανάρας
  2. Παρασκευάς Καράς, εκλογεύς του χωρίου Κυβερίου
  3. Γεώργιος Ηλιάδης, εκλογεύς του χωρίου Χώνικα
  4. Ανδρέας Λιναρδόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Πασσά
  5. Αθανάσιος Κουρούλης, εκλογεύς του χωρίου Άνω Μπούτι
  6. Κων-νος Μπαστούνης, εκλογεύς του χωρίου Πλατανίτη
  7. Γεώργιος Μπολούσης, εκλογεύς του χωρίου Αυτύμπεη
  8. Κων-νος Πίκης, εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα
  9. Αναστάσιος Ράπος
  10. Σωτήρος Κολικιώτης, εκλογείς του χωρίου Κούτζι
  11. Ιωάννης Πίτρης, εκλογεύς του χωρίου Παναρίτη
  12. Αναστάσιος Ολάνης, εκλογεύς του χωρίου Πουλακίδα
  13. Δημήτριος Κεραμίδας
  14. Αναγ. Παπά Αθανασίου, εκλογείς του χωρίου Κοφίνι
  15. Θωμάς Οικοκύρης, εκλογεύς του χωρίου Κατζίγκρι
  16. Αναγν. Σταθογιάννης, εκλογεύς του χωρίου Σπαϊτζίκου
  17. Θεόδωρος Καραβοκύρης,
  18. Θεόδωρος Ροζανάς, εκλογεύς του χωρίου Χαϊδάρι
  19. Αθανάσιος Τζελέγκης,
  20. Παναγ. Χρηστόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Τζεφέραγα
  21. Δημήτριος Σαγκιώτης, εκλογεύς του χωρίου Τζέλου
  22. Κωνστ. Μιλιώτης, εκλογεύς του χωρίου Αδάμι
  23. Γιάννης Κατζιγιάννης, εκλογεύς του χωρίου Πρύφτανι
  24. Κώστας Ουλής, εκλογεύς του χωρίου Δενδρά
  25. Αναγν. Μακρυπουκάμισος, εκλογεύς του χωρίου Πυργέλλας
  26. Γρηγόριος Α. Χαντζόπουλος
  27. Ευστάθιος Αντωνίου
  28. Αθανάσιος Παππαδόπουλος,
  29. Αναστάσιος Καρατασούλης, εκλογεύς του χωρίου Τουρνικίου
  30. Κων-νος Αποστολόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Μπούγα.

Εκ των 33 τούτων οι συνυπογράφοντες την παρούσαν αναφοράν ημείς είκοσι δύο τον αριθμόν αποτελούμεν πλήρη τα δύο τρίτα της εκλεκτικής συναθροίσεως και ημείς παμψηφεί όλοι εξελέξαμεν και είμεθα κατ’ επανάληψιν έτοιμοι να επιβεβαιώσωμεν την εκλογήν μας υπέρ των κυρίων Ιωάννου Κωλέττου και Μ. Ιατρού. Απέναντι της σταθεράς της απολύτου ταύτης ημών θελήσεως την οποίαν έτοιμοι είμεθα να εκφράσωμεν, εάν η ανάγκη το απαιτήση και ενώπιον της Σ. ταύτης Συνόδου, ποίαν δύνανται να έχωσιν ισχύν, μέσα τα οποία διά της βίας διά του δόλου και διά της διαφθοράς υποκινούνται και ενεργούνται; Πρέπει να ληφθώσιν υπ’ όψιν αναφοραί των κατοίκων μετά τον διορισμόν των εκλογέων, και αυτών ακόμη των πληρεξουσίων; Δύνανται να έχωσι παραμικράν ισχύν πράξεις ατόμων συναθροισθέντων εις τόπον άλλον παρά τον Νόμον προσδιορισθέντα, ατόμων μη αποτελούντων τα δύο τρίτα των εκλογέων, ατόμων τέλος πάντων ενεργησάντων υπό το Κράτος της βίας και μη διατηρησάντων ουδεμίαν τάξιν, ουδένα τόπον;

Πιστεύομεν αδιστάκτως Σ. Ομήγυρις, ότι οι ελευθέρως και απαραβιάστως παρ’ ημών εκλεχθέντες Πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας θέλουν γενή δεκτοί και η παραμικρά προσοχή δεν θέλει δοθή εις πράξεις, τας οποίας η βία, ο δόλος και η ραδιουργία παρεσκεύασαν.

Εν Ναυπλίω την 17. 8βρίου 1843

Υποσημειούμεθα με βαθύτατον Σέβας

(Τ.Υ.Σ)Δημ. Α. Π. Καλούδης, Ανδρέας Λιναρδόπουλος, Γεώργιος Ηλιάδης, Αναγν. Μακρυπουκάμισος, Θωμάς Νοικοκύρης ως αγράμματος διά χειρός Ευθυμίου Δ. Παπά Λυμπεροπούλου γαμβρού του.

Κώστας Πίκης ως αγράμματος διά χειρός Παπά Σπύρος Παπαχρηστόπουλος.

Παρασκευάς Καράς ως αγράμματος διά χειρός του υιού Γεωργίου Καρά.

Αθανάσιος Ιωαν. Παπαδόπουλος

Αναστάσιος Καρατασούλης ως αγράμματος διά χειρός Γεωργίου Αναγνωστόπουλου.

Κων-νος Αποστολόπουλος

Α.Γ. Καλούδης

Κων-νος Μιλιώτης αγράμματος διά του Α.Γ. Καλούδης

Σωτήρος Κολικιώτης

Θεοδωρής Ροζανάς και Θεοδωρής Βενετζιάνος ως αγράμματοι κατά θέλησίν των ο εφημέριος Παππά Αθανάσιος Τζίπος;

Παναγιώτης Χρήστου, Αθανάσιος Τζελέγκης και Δημήτριος Σαγκιώτης, ως αγράμματοι κατά θέλησίν των ο εφημέριος Γ. Ιερεύς Π. Μηναίος.

Αναγνώστης Σταθογιάννης

Δημήτριος Κεραμίδας αγράμματος ων με την άδειάν του τον υπογράφω εγώ Νικόλαος Μακρής

Γιάννης Κατσιγιάννης ως αγράμματος διά χειρός Παπά Γεωργίου Κερεμέζη.

Επικυρούται το γνήσιον των αυτόχειρων υπογραφών των κυρίων Δημ. Α. Π. Καλούδη, Ανδριανού Λιναρδοπούλου, Γ. Ηλιάδου, Αθ. Κορούλη, Αναγνώστη Μακρυπουκαμίσου, Αθαν. Παππαδοπούλου,Κων-νου Αποστολοπούλου, Α. Γ. Καλούδη, Σωτήρου Κολιγκιώνη και Αναγνώστου Σταθόγιαννη, καθώς και των αγραμμάτων Θωμά Νοικοκύρη διά του γαμβρού του Ευθυμίου Δ. Παπά Λυμπεροπούλου, Κώνστα Πίκη διά του εφημερίου του χωρίου των Παπά Σπύρου Παππά Χρηστόπουλου, Παρασκευά Καρά διά του υιού του Γεωργίου, Αναστασίου Καρατασούλη διά του Γεωργίου Αναγνωστοπούλου, Κωνσταντή Μιλιώτη διά του Α. Γ. Καλούδη, Θεοδωρή Ροζανά, Θεοδωρή Βενετζιάνου διά του εφημερίου των.

———————————–

 Προς την εν Αθήναις συγκροτηθησομένην Σεβ. Εθνικήν των Ελλήνων Σύνοδον

Πληροφορούμεθα οι υποφαινόμενοι κάτοικοι των χωρίων της Επαρχίας Ναυπλίας, ότι οι υποκινήσαντες την διά της βίας παράνομον εκλογήν εις τον εκτός της πρωτευούσης κήπον του Κολοκοτρώνη, θεωρούντες την εντελή αποτυχίαν των, μόλα τα οποία μετεχειρίσθησαν αθέμιτα μέσα, κατέφυγαν εις άλλο μέσον το οποίον εθεώρησαν συντελεστικόν προς τον σκοπόν των· συνέταξαν δηλ. αναφοράν και υπογράφουσιν εις αυτήν τους απλουστέρους, φρονούντες ότι διά του τρόπου τούτου δύνανται να υποστηριχθώσιν ως πληρεξούσιοι της Επαρχίας μας, οι διά της βίας εκλεχθέντες κύριοι Γ. Μ. Αντωνόπουλος και Ν. Σπηλιάδης.

Οι υποφαινόμενοι αποδοκιμάσαντες και αποδοκιμάζοντες καθ’ ολοκληρίαν την ειρημένην εκλογήν ως παράνομον και βιαίαν κηρύττομεν διά της παρούσης μας ότι εγκρίνομεν την εις την πρωτεύουσαν εν τω Ναώ της Παναγίας ως νόμιμον και κατά τας περί εκλογής των πληρεξουσίων οδηγίας ενεργηθείσαν και παραδεχόμεθα τους κατ’ αυτήν εκλεχθέντας πληρεξουσίους της επαρχίας μας κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μιχ. Ιατρόν, τους οποίους θεωρούμεν αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται.

Εν Λάλουκα τη 17. 8βρίου 1843

Οι κάτοικοι του χωρίου Λάλουκα (Τ.Υ.)

Παπά Σπύρος Παπαχρηστόπουλος Κόλιας Λίτζας
Μήτρος Ρέμης Σπύρος Λίτζας
Μήτρος Λίτζας Γιάννης Πετζίκος
Μιχάλης Ρέμης. Υπογράφονται από τον Παπά Σπύρο Παπαχρηστόπουλο οι παραπάνω έξι.
Κώστας Πίκης Αναστάσης Πίκης
Μήτρος Πίκης Κώστας Ρέμης
Ανδριανός Ρέμης Παναγιώτης Ντέτες
Δημήτρης Π. Ντέτες Μήτρος Κολιμιχούσης
Νικολάκης Ντρούλιας Αναγνώστης Κουτρουφίνης
Υπογράφονται από τον Αναγνώστη Κουτρουφίνη οι παραπάνω δέκα.
Γιώργης … Ανδριανός Τσίγκας
Φώτης Τσήγκας Μήτρος Τσήγκας
Γεώργης Μπαλάσχας Τάσος Τουντούμης
Ιωάννης Μπαριαχτάρης Θεοχάρης Αναστασίου
Μανόλης Αναστασίου Ιωάννης Κουτρουφίνης
Υπογράφονται από τον Ιωάννη Α. Τζηγκόπουλο
Α. Γ. Πίκης Δημήτριος Στόφας
Παναγιώτης Στόφας Δημητράκης Ντέτες
Δημήτριος Κούτουλας Γεώργιος Κωστόπουλος
Κώστας Κουτρουφίνης Αθανάσιος Κουτρουφίνης
Γεώργης Γεράσιμος Ανδριανός Κόκαλης
Υπογράφονται από τον Α. Σουριλόπουλο
Α. Σουριλόπουλος Παπανδριανός Παπαδημητρίου
Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου Μήτρος Γερογαράκη
Κωνσταντής Δαλάκος Ιωάννου Μάρκος
Αναγνώστης Κουτρουφίνης

 

Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Λάλουκα διά των κυρίων Παπά Σπύρου Παπαχριστοπούλου, Αναγνώστου Κουτρουφίνη, Ιωάννου Τζίγκα, Αναγνώστου Σουριλοπούλου υπογραψάντων τους αγραμμάτους κατοίκους καθώς και το ως αυτοχείρου υπογραφών των κυρίων Παπά Σπύρου Παπαχριστοπούλου, Α. Κουτρουφίνη, Α. Σουριλοπούλου, Ιωαν. Τζήγκα, Παπά Ανδριανού Παπαδημητρίου, Κωνσταντή Παπαδημητρίου κατά την προσωπικήν των ομολογίαν.

Αυθημερόν ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Λάλουκα (Τ.Υ.) Α. Κωστόπουλος.

Οι παρακάτω κάτοικοι εγκρίνουν ως νόμιμη την εκλογή των Ιωάννη Κωλέττη και Μιχ. Ιατρού ως πληρεξουσίων που έγινε στο Ναό της Παναγίας Ναυπλίου και τους θεωρούν «αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται».

 

Χωρίον Πυργέλλα
Γιαννάκος Μητρόπαπας Γεώργης Μητρόπαπας
Ανδριανός Παναγιώτου Νικολής Παναγιώτου
Σπύρος Μπάλιος Δημήτρης Καχριμάνης
Γεώργης Τρίτζας Δημήτριος Τρίτζας
Νικολής Λιόλιος  Υπογράφονται από τον παπά Γεωργίου Μητρόπαπα.
Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας Αναγν. Μακρυπουκάμισος
Παβλής Μακρυπουκάμισος Αναστάσιος Μακρυπουκάμισος
Ιωάννης Μακρυπουκάμισος Αποστόλης Κοκολής ;
Πέτρος Καχριμάνης Γεώργιος Μίχας
Γεώργιος Κατζάμπας  Υπογράφονται από τον Αναγν. Μακρυπουκάμισο
Δ. Δ. Πύρος Κωνσταντής Κοτζακόπουλος
Αναστάσης Θεοδοσίου Ιωάννης Α. Μακρυπουκάμισος
Χωρίον Αυδίμπεϊ
Α. Δαρλάσης Βασίλειος Ρέμης
Γεώργιος Μυλωνάς   Υπογράφονται κατά θέλησίν των διά χειρός Α. Δαρλάση
Γεώργιος Χιόνης Θεοδωρής Κώστενας
Θανάσης Ανδρέας Ιωαν. Βελιτζιότης
Υπογράφονται διά χειρός Α. Σουριλοπούλου
Χρήστος Μπολόσης διά Γ.Χ. Μπολόση

Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Αυδίμπεϊ γενομένων διά των κυρίων Αναγνώστου Δαρλάση και Αναγν. Σουριλοπούλου υπογραψάντων τους αγραμμάτους κατοίκους καθώς και το ως αυτοχείρου υπογραφών των κυρίων Αναγνώστου Δαρλάση κατά την προσωπικήν των ομολογίαν.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Αυδίμπεϊ

Χρήστος Μπολόσης διά Γ. Χ. Μπολόση

Έπονται υπογραφαί του αυτού χωρίου Αυδίμπεϊ

Κ.Δ. Μπαρδουνιώτης, Ιωάννης Κολιάκης

Μιχάλης Κολιάκης, Κολιάκης Χρήστου διά χειρός Ιωάννη Κολιάκη

Επικυρούται η γνησιότης των αυτοχείρου υπογραφής του Κων-νου Δ. Μπαρδινιώτη και Ιωάννη Κολιάκη καθώς και των Κολιάκη Χρήστου και Μιχαήλ Κολιάκη γενομένων διά του Ιωάννη Κολιάκη.

Αυδίμπεϊ αυθημερόν ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Χρήστος Μπολόσης διά Γ.Χ. Μπολόση.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Στις 15 Νοεμβρίου 1843 οι Νικόλαος Σπηλιάδης και Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος αναφέρθηκαν  στην Εθνοσυνέλευση και υπεστήριξαν ότι αυτοί ήταν οι νόμιμοι πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας, γιατί εκλέχτηκαν από την πλειοψηφία των εκλογέων που συνήλθαν στις 10 Οκτωβρίου 1843 στο Ναό των Αγίων Θεοδώρων που βρίσκονταν εκτός Ναυπλίου στη θέση Κιουλού τεκέ (Αγροκήπιον του Κολοκοτρώνη).

Συνυπέβαλαν και την από 14 Οκτωβρίου 1843 αναφορά που υπογράφουν 494 κάτοικοι. Για πληρέστερη γνώση των αναγνωστών τις παραθέτουμε.

Προς την Σεβαστήν των Ελλήνων Συνέλευσιν

Εκλεχθέντες οι υποφαινόμενοι πληρεξούσιοι των χωρίων της Επαρχίας Ναυπλίου, αν και ταχθέντες μεταξύ των φιλονικουμένων διά την γενομένην και εκεί διπλήν εκλογήν, επειδή είμεθα ημείς οι νομίμως εκλεγμένοι από τα δύο τρίτα των εκλογέων αυτών, δεν είχομεν ουδεμίαν αμφιβολίαν, ότι ηθέλαμεν γενή παραδεκτοί να εκπληρώσωμεν και ημείς εις την ενεστώσαν συνέλευσιν μετά των άλλων νομίμως πληρεξουσίων τα οποία ενεπιστεύθημεν ιερά χρέη προς την Πατρίδα. Εδώκαμεν δε τα έγγραφα μας τ’ αποδεικνυόμενα την νομιμότητα της εκλογής μας και τουναντίον εκείνης των εκλεχθέντων από το εν τρίτον σχεδόν των εκλογέων προς την διορισθείσαν από τα τρία τμήματα της Ελλάδος εξεταστικήν των εγγράφων της πληρεξουσιότητος Επιτροπήν, αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν απεβλήθημεν ημείς από αυτήν και έγιναν παραδεκτοί ανθ’ ημών οι κύριοι Ιωαν. Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρός. Διά τούτο κρίνομεν χρέος μας να διατρανώσωμεν ενώπιον της Σεβαστής ταύτης Συνελεύσεως την γενομένην εις ημάς αδικία και να ζητήσωμεν απ’ αυτήν δικαιοσύνην ως συγκροτηθείσαν διά να θέση τα θεμέλια της Ελλάδος επί την βάσιν της δικαιοσύνης.

Εφ ω και νομίζομεν αναγκαίον να καθιστορήσωμεν τα διατρέξαντα διά να εμπορέσουν οι κύριοι πληρεξούσιοι του Έθνους να κρίνουν εν γνώσει και ν’ αποφασίσωσιν κατά το δίκαιον.

Επειδή η πόλις του Ναυπλίου έλαβεν από την εν Τροιζήνι συνέλευσιν και επειδή τα χωρία είχον επίσης το δικαίωμα να στέλλουν ετέρους δύο, αφού η Πόλις εξελέξατο τους ιδικούς των, απεφασίσθη να συνέλθουν και οι εκλογείς των χωρίων εις την Μονήν του Καρακαλά, όπου συνήλθον και το 1829, εκτός δηλονότι της πόλεως Ναυπλίου και να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των. Διο και εξεδόθη το ανήκον πρόγραμμα, αλλά δι’ ενεργείας του Δημάρχου Ναυπλιέων κυρίου Σπυρίδωνος Παπαλεξοπούλου η πόλις του Ναυπλίου προσδιωρίσθη τόπος της εκλογής.

Και δις συνελθόντες αυτόθι τριάντα τέσσαρες εκλογείς, συνηθροίσθησαν προκαταρκτικώς την 9 του Οκτωβρίου τ.ε. εις τον ναόν της Παναγίας και παρόντος του κυρίου Παπαλεξοπούλου, εξελέξαντο δι’ εικοσιέξ ψήφων Πρόεδρον τον κύριον Ιωάν. Κολανδρούτζον εκλογέα του χωρίου Μουράταγα, καθώς και πενταμελή Επιτροπή διά να εξελέγξη την νομιμότητα των εγγράφων των, ενώ δ’ έμελλε να προχωρήσουν εις την εκλογήν των πληρεξουσίων των. Ο κύριος Παπαλεξόπουλος επεμβάς εις τα καθήκοντά των προσβάλλει την εκλογήν του αυτού Προέδρου, ως μη νομίμου τάχα εκλογέως του χωρίου Μουράταγα διά τον λόγον ότι τούτο δεν έχει τάχα δεκαπέντε οικογενείας, ενώ έχει περί τας είκοσιν. Προσβάλλει ωσαύτως τον εκλογέα του χωρίου Μάνεσι Μίχον Ξύδην, ενώ το χωρίον τούτο περιέχει πλέον ή δεκαεννέα οικογενείας. Προσβάλλει επίσης τον εκλογέα των χωρίων Δούσια και Μπάρδη Γ. Μ. Κιμπουρόπουλον, ενώ τα χωρία ταύτα περιέχουν δεκαεπτά οικογενείας. Προσβάλλει προς τούτοις τον εκλογέα του χωρίου Μπούτι Ανδριανόν Αθ. Βεκιάρην, ενώ το χωρίον αυτό είχεν αυτόν τούτον εκλογέα και το 1829, ως έχον το δικαίωμα του να στείλη εκλογέα διά την εκλογήν των πληρεξουσίων. Διορίζει δε τον Καλούδην Πρόεδρον της συναθροίσεως και αποβάλλει τον εκλογέα του χωρίου Πυργέλας Γεώργιον Καχριμάνην, λαβόντα τριάντα ψήφους εις την τακτικήν και νόμιμον των εγχωρίων συνάθροισιν, όπου παρευρέθη και ο Πάρεδρος και παραδέχεται τον Αναγν. Μακρυπουκάμισον λαβόντα είκοσι και μίαν ψήφους εις την ιδιαιτέραν συνάθροισιν ατόμων σχετικών του, όπου δεν παρευρέθη ο πάρεδρος.

Παραδέχεται δε από το χωρίον Ντζιαφέραγα δύο εκλογείς, ενώ το χωρίον αυτό δεν έχει το δικαίωμα να δώση ειμή ένα μόνον εκλογέα και τοιουτοτρόπως διατάξας την συνάθροισιν, έχων και άλλους συναρρωγούς τον τε αστυνόμον Ναυπλίου και τινάς φατριαστάς εκ των Ναυπλιέων, προσπαθεί ν’ εκτελέση την εκλογήν των Πληρεξουσίων της προθέσεώς του και ταύτα κεκλεισμένων έχων τας θύρας του ναού και μη επιτρέπων εις τους πολίτας την είσοδον, διά να μη έχη μάρτυρες των όσα κατεργάζονται. Εν τούτοις κατεξ…ντες οι εκλογείς διά τα γενόμενα, διαλύουν την συνάθροισιν και είκοσιν εξ αυτών δίδουσι αναφοράν προς την διοίκησιν της Αργολίδος εναντίον των επεμβαινόντων εις τα καθήκοντά των και παραβιαζόντων αυτούς εναντίον των διατεταγμένων, ότε ο κ. Παπαλεξόπουλος παρασύρας εις το Δημαρχείον και παρακρατών ως εις φυλακήν ένδεκα εξ αυτών, επροσπάθη όλην την νύκτα να τους καταπείση εις το να δώσουν την ψήφον των κατά τον σκοπόν του.

Την επιούσαν ημέραν συνηθροίσθησαν πάλιν όλοι εις τον ναόν της Παναγίας και απαιτούν να λάβη την θέσιν του ο νόμιμος Πρόεδρός των, να μείνουν εις τον τόπον των οι νόμιμοι εκλογείς και ν’ αποχωρήσουν ο τε Δήμαρχος και ο Αστυνόμος Ναυπλίου και οι περί αυτούς και να τους αφήσουν ελευθέρους να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των. Αλλ’ ούτοι φυλάσσοντες τας θύρας του Ναού ωσάν πολιορκημένας, επροσπάθουν να κάμουν την εκλογήν εναντίον της θελήσεως και της συνειδήσεως των εκλογέων. Τότε οι ούτω βιαζόμενοι εκλογείς, βίαν κατά της βίας αντιτάξαντες διά να εξέλθουν από τον ναόν, εξήλθον τα δύο τρίτα εξ αυτών, ήτοι οι εικοσιτρείς και διευθύνονται έξω της πόλεως διά ν’ αποφύγωσι την βίαν και να δώσουν ελευθέρως και κατά τον νόμον τας ψήφους των, εις οποίους ήθελον εγκρίνει διά πληρεξουσίους των. Αλλά φθάσαντες εις την θύραν του φρουρίου την ευρίσκουν κλεισμένην κατά διαταγήν του Αστυνόμου. Ζητούν να την ανοίξουν και οι φρουρούντες στρατιώται προτείνουσι λόγχην κατ’ αυτών και μάλιστα πληγώνοντας και τίνα εις την κεφαλήν και τους εμποδίζουν εκεί άχρις ότου έφθασε ο φρούραρχος εις βοήθειάν των και διέταξε να τους ανοιχθή η θύρα και τους ηνοίχθη. Εξέρχονται επομένως και φθάσαντες εις τον Κιουλουτεκέν (Αγροκήπιον του Κολοκοτρώνη) εισέρχονται εις τον ναόν των Αγίων Θεοδώρων, όπου ενεργούντες ελευθέρως ψηφοφορούν κατά τον νόμον και δίδουν εις ημάς τας πλειοτέρας ψήφους των.

Ενώ δε εψηφοφόρουν έρχονται αυτόθι ο τε Γραμματεύς της Διοικήσεως και ο Υπομοίραρχος και τους ερώτουν και μανθάνουν από αυτούς, ότι εξήλθον από την πόλιν, επειδή εβιάζοντο και εκεί ψηφηφορούν παντελευθέρως εκλέγοντες τους πληρεξουσίους των, καθότι είχον και το δικαίωμα να τους εκλέξουν εκτός της πόλεως, καθώς εξελέξαντο αυτούς εκτός της πόλεως εις το 1829.

Αφού δε αυτοί ανεκήρυξαν ημάς πληρεξουσίους των, τότε και ο κύριος Παπαλεξόπουλος διεκήρυξε διά των ένδεκα εκλογέων παμψηφεί, ως πληρεξουσίους τους κυρίους Ιωαν. Κωλέττην και Μ. Ιατρόν. Τούτου δοθέντος ήτο ποτέ δυνατόν να μη μεταχειρισθή ο κύριος Παπαλεξόπουλος όλα τα μέσα, όσα ήθελε δυνηθή διά να τους αναδείξη εις την Σεβαστήν ταύτην Συνέλευσιν, ως νομίμως πληρεξουσίους, αφού εκάμεν  το πρώτον βήμα προς την παρανομίαν είπετο να προχωρήση ενεργών χωρίς όρων και λόγων άχρις ότου φθάσει εις το τέρμα του σταδίου και προς τοις άλλοις παρανομήμασιν υπεχρέωσε μετά δύο ημέρας τέσσαρας εκ των εκλογέων, οίτινες είχον δώσει άπαξ εις ημάς τας ψήφους των εις τον ναόν των Αγίων Θεοδώρων να τας δώσουν και δεύτερον διά συμβολαιογραφικού εγγράφου εις τους κυρίους Κωλέττην και Ιατρόν, επιφέραντες ότι τάχα εβιάσθησαν και τας έδωσαν προ δύο ημερών εις ημάς.

Η Σεβαστή Συνέλευσις θέλει κρίνει, αν οι άνθρωποι ούτοι, αφού ωρκίσθησαν και εψηφοφόρησαν και υπέγραψαν την πράξιν της εκλογής των πληρεξουσίων των ημών, ηδύναντο να είναι εκλογείς φυλάσσοντες εις εαυτούς την δύναμιν του εκλέγειν εις τρόπον ότι σήμερον ν’ αναδείχνουν πληρεξούσιον τούτον και αύριον εκείνον και μεθαύριον άλλον. Θέλει δε κρίνει, εάν όντες εντός του φρουρίου του Ναυπλίου, όπου υπήρχον προς υπεράσπισίν των αρχαί διοικητικαί και δικαστικαί και δυνάμεις στρατιωτικαί και όπλα και πυροβόλα, υπέκειντο ποτέ εις το να βιασθούν παρά τινός και θέλει κρίνει πως δεν υπέκειντο εις το να βιασθούν ωσαύτως και οι άλλοι ένδεκα συνεκλογείς, οι παραμείναντες αυτόθι ραδιουργούντος του κυρίου Παπαλεξοπούλου, ενώ ήτον επόμενον αν εβιάσθησαν εκείνοι να βιασθώσιν και ούτοι και να μη μείνη κανείς εντός του Ναυπλίου. Αλλά η βία δεν  ήτο δυνατόν να γενή από είκοσι τρεις ανθρώπους απλούς και όλως αδυνάτους ως έγεινε δε κατ’ αυτών εξ εναντίας υπό του δημάρχου και του αστυνόμου και των δορυφόρων των καθ’ όλους τους τρόπους.

Ταύτα δε πληροφορηθέντες οι κάτοικοι των χωρίων της επαρχίας και μη ανεχόμενοι ν’ αντιπροσωπευθούν εις την παρούσαν Συνέλευσιν υπ’ άλλων τινών διεύθυναν αναφοράν υπογεγραμμένην από εξακοσίους περίπου, ο έστιν από το μέγα μέρος αυτών προς την Συνέλευσιν αυτήν, και επικυρούσι την επ’ ονόματί μας γενομένη εκλογήν. Την αναφοράν ταύτην και όλα τα έγγραφα αφορώντα την νομιμότητα της εκλογής μας καθυποβάλλομεν εις την εξεταστικήν Επιτροπήν, η οποία φαίνεται δεν τα έλαβεν υπόψιν και από την οποίαν θέλει τα ζητήσει βέβαια η Σ.Συνέλευσις διά να τα εξετάση. Είναι δε τα εφεξής:

α) Η αναφορά μας προς την ειρημένην εξεταστικήν επιτροπήν, δι ης εξεθέσαμεν εν συνόψει τα δίκαιά μας.

β) Η Πράξις της Πληρεξουσιότητος ημών, γενομένην την 10 του 8βρίου, επικυρωμένη από τον πάρεδρον της Δημαρχίας του Άργους, διά τον λόγον του ότι δεν ήτο δυνατόν να επικυρωθή από τον δήμαρχον Ναυπλιέων και διά τον λόγον του ότι τα πλειότερα χωρία, ανήκοντα κατά τα παλαιά όρια εις την Επαρχίαν Ναυπλίου, ανήκουσιν ήδη εις την του Άργους.

γ) Αντίγραφον διαμαρτυρήσεως είκοσιν εκλογέων, γενομένης την 10 του αυτού προς την διοίκησιν Αργολίδος εναντίον του κυρίου Παπαλεξοπούλου και των μετ’ αυτού.

δ) Η διαληφθείσα αναφορά των εγκατοίκων, γενομένη την 14 του ιδίου, δι ης διαμαρτύρονται κατά του ειρημένου κ. Παπαλεξοπούλου, αποδοκιμάζουν την παρ’ αυτού ενεργηθείσαν εκλογήν και επικυρούσι την επ’ ονόματι ημών.

ε) Πιστοποιητικόν εκδεδομένον την 14 του αυτού από τον πάρεδρον του χωρίου Μάνεσι ως περιέχουσι δεκαεννέα οικογενείας.

στ) Όμοιον εκδεδομένον την 15 του αυτού από τον πάρεδρον του χωρίου Δούσια και Μπάρδη ως περιεχόντων δεκαεπτά οικογενείας.

ζ) Εκλογικόν έγγραφον της 5 Απριλίου του 1829 των κατοίκων του χωρίου Μπούτι, υπέρ του εκλογέως Αδριανού Αθ. Βεκιάρη.

η) Όμοιον της 31 Μαρτίου του 1829 διά το δικαίωμα του χωρίου Ντζιαφέραγα περί ενός μόνον εκλογέως.

Προστίθενται δε παρ’ ημών ενταύθα συνημμένα και δύο εκλογικά έγγραφα του χωρίου Πυργέλλας, εξ ων αποδείχνεται η νομιμότης της εκλογής του Γ.Π. Καχριμάνη και τουναντίον εκείνης του Α. Μακρυπουκαμίσου.

 Η δε Σεβαστή Συνέλευσις, αφού λάβη υπόψιν τα έγγραφα ταύτα, θέλει κρίνει αν η εξεταστική Επιτροπή ηδύνατο νομίμως ν’ απορρίψη την εκλογήν ημών ως πληρεξουσίων από τα χωρία του Ναυπλίου και να δεχθή την εκλογήν των κυρίων Κωλέττου και Ιατρού, ενώ ημείς ελάβομεν είκοσι τρεις ψήφους και ενώ αυτοί δεν έλαβον ειμή μόνον ένδεκα και όχι δεκατρείς, ως διατείνονται, διότι οι δύο εκλογείς επλεόναζαν παρανόμως κατά τ’ ανήκοντα αποδεικτικά και δεν ηδόναντο να είναι εκλογείς.

Επομένως η Συνέλευσις, ως πηγή από την οποίαν ελπίζεται πάσα δικαιοσύνη, θέλει αποδώσει το δίκαιον κατά χώρον.

Εν Αθήναις την 15 Νοεμβρίου 1843 

Ναύπλιον (Τ.Υ.) Ν. Σπηλιάδης και Γ.Μ. Αντωνόπουλος

                              ———————————–

Προς την εν Αθήναις Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν

Σημ: Η παρούσα αναφορά συνίσταται από φύλλα δέκα και ήμισυ γεγραμμένα και σελίδες είκοσι και μία

Εν Αθήναις την 6 Νοεμβρίου 1843 (Τ.Υ.) Γ.Μ. Αντωνόπουλος και Ν. Σπηλιάδης

Δυνάμει του Νόμου και των διατεταγμένων από το Υπουργείον της 3 Σεπτεμβρίου της Επαρχίας Ναυπλίας να εκλέξωμεν, και εξελεξάμεθα τους εκλογείς, οίτινες ώφειλον να εκλέξουν τους πληρεξουσίους μας διά την εθνικήν Συνέλευσιν. Προσδιωρίσθη δε τόπος της συναθροίσεως των εκλογέων μας η Μονή του Καρακαλά διά προγράμματος καθώς πραγματικώς εγένετο κατά το 1829. Αλλ’ αίφνης και παρ’ ελπίδα μεταποιείται το πρόγραμμα και αντί του Καρακαλά προσδιορίζεται τόπος συναθροίσεως η Πόλις της Ναυπλίας κατ’ αίτησιν του κυρίου Δημάρχου αυτής. Η μεταβολή αύτη έδωκε δικαίαν υπονοίαν των υποκεκρυμένων σκοπών του κ. Δημάρχου μόλα ταύτα ευπειθούντες εις τον Νόμον και εις τας διαταγάς των ανωτέρων αρχών προσήλθον όλοι οι εκλογείς εις τον κ. Δήμαρχον επαρουσίασαν τα εκλογικά των έγγραφα τα παρεδέχθη και τα επεκύρωσε χωρίς εναντιότητα και χωρίς τινά παρατήρησιν περιοριζόμενος μόνον εις κατηχήσεις του να εκλέξουν τους πληρεξουσίους της αρεσκείας του.

Κατά δε την 9 Οκτωβρίου ημέραν Σάββατον ο εστί την παραμονήν της εκλογής συνεκροτήθη η προκαταρκτική συνέλευσις εις τον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου και εγένετο η εκλογή του τε Προέδρου και της Επιτροπής της ψηφοφορίας, και εξελέγη Πρόεδρος ο εκλογεύς του χωρίου Μουράταγα κύριος Ιωάννης Γ. Κολανδρούτζος διά ψήφων 26 προς 7 και έως οκτώ διήρκεσεν η αλωπεκή του κυρίου Δημάρχου, ελπίζοντος ότι διά των κατηχήσεών του, είχε κερδισμένας τας ψήφους των εκλογέων, αλλ’ αφού είδε την πλειοψηφίαν όχι κατά την αρέσκειάν του, απεκδύεται την αλωπεκήν, ενδύεται την λεοντήν, προτείνει ότι τέσσαρες των εκλογέων είναι διωρισμένοι από χωρία μη έχοντα 15 οικογενείας, εν οις και ο εκλεχθείς Πρόεδρος και τινά μέλη της Επιτροπής, παρουσιάζει μίαν αναφοράν τινός αγνώστου ανεπίσημον, την οποίαν εφύλατταν ως εφεδρείαν διά την στιγμήν ταύτην, λησμονεί ότι τα χωρία ταύτα πραγματικώς είχον εκλογέα κατά το 1829, λησμονεί ότι ο ίδιος επεκύρωσε τα εκλογικά των έγγραφα ως νομίμων εκλογέων και αντί να αποχωρήση της συναθροίσεως, αφού εξελέγη η Επιτροπή και ο Πρόεδρος, και ν’ αφίση εις αυτούς ελευθέραν την εκπλήρωσιν των καθηκόντων τους, και την εξέλεγξιν των φιλονεικουμένων εγγράφων, θηριούται, φρυάττει, αποβάλλει τους παρ’ αυτού προσβληθέντας διά του Αστυνόμου, τον οποίον απ’ αρχής είχεν εντός της συναθροίσεως, καθιστά αυθαιρέτως Πρόεδρον της συναθροίσεως χωρίς δευτέρας εκλογής τον σχετικόν του Ιωάννην Καλούδην ως λαβόντα δήθεν επτά ψήφους εις την πρώτην εκλογήν, αναπληροί την Επιτροπήν διά σχετικών του, και διαλύει την συνάθροισιν.

Την δε επιούσαν ήτοι την Κυριακήν, ταύτα θεωρούντες οι εκλογείς και κατεξανιστάμενοι εναντίον των αυθαιρεσιών του κυρίου Δημάρχου έδωκαν αναφοράν προς την Διοίκησιν της Αργολίδος διαμαρτυρούμενων κατά του ειρημένου Δημάρχου, ως επεμβαίνοντος εις τα καθήκοντά των ως προσωθούντος αυτούς εις παρανομίας και πράξεις εναντίον της συνειδήσεώς των, και αντί να παρουσιασθή τουλάχιστον το αποτέλεσμα των διασκέψεων της Επιτροπής, το οποίον δι’ όλης της νυκτός επροσπάσθη να χαλκεύση εις την οικίαν του, συγκαλεί την συνάθροισιν εις τον ίδιον Ναόν, τον οποίον είχε προκαταλάβη διά της συρροής διαφόρων συμφατριαστών του και του Αστυνόμου και διά της προσωπικής παρουσίας του και υποχρεοί τους εκλογείς διά να κάμουν την εκλογήν των. Όθεν συναισθανθέντες την ενέδραν οι πλείονες των εκλογέων εζήτησαν να καταλάβη την θέσιν του εις την Προεδρίαν ο νόμιμος εκλογεύς και νομίμως εκλεχθείς Πρόεδρος κ. Κολανδρούτζος και να μη εξαιρεθή κανείς των νομίμων εκλογέων και ν’ αποχωρήση ο Δήμαρχος, ο Αστυνόμος και οι μετ’ αυτών, ώστε να μείνουν αυτοί ελεύθεροι να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των χωρίων μας, όπως ήθελεν οδηγηθή από την συνείδησίν των. Αλλά θεωρήσαντες ότι εκ προπαρασκευής θέλει παραβιασθή η ψήφος των, και ενδέχεται να προκύψουν δυσάρεστα και απευκταία εξήλθον του Ναού και έτρεξαν να εύρουν άσυλον της ελευθερίας των ψήφων των εκτός του Ναυπλίου, αλλά και εις τούτο απήντησαν την παγίδα προπαρασκευασμένην, εύρον τας θύρας της Ναυπλίας κεκλεισμένας κατά διαταγήν του αστυνόμου και την ένοπλον φρουράν προτείνουσαν λόγχας κατά των προσπασθούντων να εξέλθωσιν εκλογέων, καθώς και πραγματικώς επληγώθη διά της λόγχης εις των συντρεχόντων, και προσέφυγεν εις την Εισαγγελίαν, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και αμεροληψίαν του κ. Φρουράρχου, όστις διέταξε και ανοίχθησαν αι θύραι, και ούτως εξελθόντες οι εκλογείς μετέβησαν εις τον εν Κουλού Τεπέ Ναόν των Αγίων Θεοδώρων, όπου θεωρήσαντες ότι συμπληρούνται τα δύο τρίτα των εκλογέων συνεκρότησαν συνάθροισιν και ελευθέρως και απαραβιάστως διά τακτικής ψηφοφορίας εξελέξαντο πληρεξουσίους μας τους κυρίους Γεώργιον Μ. Αντωνόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην.

Αφού δε εκοινοποιήθη το αποτέλεσμα της εκλογής ταύτης, παραλαβών εκ της οικίας του και ο Δήμαρχος τους παρ’ αυτώ αιχμαλωτισμένους δεκατρείς εκλογείς περιεστοιχισμένος από διαφόρους πολίτας του φρονήματός του τους μετέφερεν εις τον Ναόν της Παναγίας και αναγόρευσαν ομοφώνως πληρεξουσίους τους κ.κ. Κωλέτην και Ιατρόν, υπέρ ου και δι ου τα πάντα εγένετο, χωρίς να παρατηρήσουν μήτε νομιμότητα, μήτε δύο τρίτα, μήτε άλλοτε εκ των νενομοθετημένων, εκτός μόνον του ότι εις την εκκλησίαν έγινεν η αναγόρευσις, ωσάν να μην ηδύνατο αυτή η φωνή να εκφωνηθή και εις την οικίαν του.

 Την δε επιούσαν απεπλάνησεν, ως μανθάνομεν τις οίδε διά ποίων μέσων και τίνας εκ των εκλογέων του Κιουλουτεπέ, ως να ήσαν πλέον εκλογείς, αφού άπαξ εψηφοφόρησαν, διά να σχηματίση φαίνεται τα δύο τρίτα, και έκτοτε μέχρι της ώρας εργάζεται εν σκότει εις τα άδυτα της οικίας του μετά των αιχμαλώτων του, και τις ηξεύρει ποία πρακτικά θέλουν σχηματίσει και πως θέλουν παραμορφώσει τα πράγματα νομιμοποιούντες δήθεν αυτά κατά την ιδέαν του.

Επειδή δε εκ της παρανομίας δεν ημπορεί να προκύψη ποτέ αγαθόν μήτε εμπορεί να υπάρξη τοιούτον μη θεμελιούμενον εις την νομιμότητα πολλώ δε μάλλον εις τας παρούσας πράξεις εκ των οποίων κρέμαται η τύχη του Έθνους και της Πατρίδος μας. Υμείς δε Σεβαστή Συνέλευσις είσθε οι μόνοι αρμόδιοι να εξελέγξετε τας τοιαύτας παρανομίας διά να μην εισχωρήσουν εις την ευαγή συνάθροισίν σας νόθα και υποβολιμαία πρόσωπα, προλαμβάνοντες εκθέτομεν εν ειλικρινεία όλα τα διατρέξαντα και πανδήμως εκφραζόμενα σας βεβαιώμεν ότι η εν Κουλουτεπέ συνάθροισις των εκλογέων μας είναι η νόμιμος, και οι παρ’ αυτής διορισθέντες πληρεξούσιοι είναι οι άνθρωποι της κοινής εμπιστοσύνης και ευχαριστήσεώς μας.

Την 14 Οκτωβρίου 1843

Χωρίον Ανυφί Ευπειθέστατοι

Χωρίον Ανυφί
Παπά Παναγιώτης Αγγελόπουλος Α. Χατζόπουλος
Παύλος Κωστόπουλος διά Α. Χατζόπουλος Γ. Α. Χαμπάς ;
Παναγής Χατζής Ευστάθιος Αντωνίου
Γεώργιος Χατζόπουλος Μήτρος Λιολίτζας
Γιωργάκης Λιολίτζας Αγγελής Δεμήρος
Γιάννης Δεμήρος διά Α. Χατζόπουλου Γιάννης Καράσης ;
Κωνσταντής Βασιλείου Κωνσταντής Κολιβάνης ;
Μήτρος Κόλιας Τάσος Λουκάς
Σπύρος Αναστασίου Α. Μητροσίλης
Ανδριανός Λουκάς διά Ευσταθίου Αντωνίου Γεώργιος Μητροσίλης
Ιωάννης Μητροσίλης Σπύρος Μητροσίλης διά χειρός Ιωάννου Μητροσίλη
Στέριος Ανδριανού Ιωάννης Στέριου
Παναγιώτης Στέριου Γιαννάκης Μητροσίλης
Γεώργιος Κόρακας Τάσης Κόρακας
Μανώλης Αντωνίου Θανάσης Κόρακας και
Μήτρος Θηβαίος διά του Ιωαννου Μητροσίλη Πέτρος Κωστόπουλος
Γεώργιος Αγγελόπουλος Ιωάννης Αγγελόπουλος διά Γ. Αγγελόπουλου
Γρ. Σταθόπουλος Γεώργιος Καραμπής
Γιάννης Καραμπής Γεώργης Ντεμήρης
Ανδριανός Ντεμήρης Ανδριανός Καραμπής
Μήτρος Κα ; (Κακάνης); Ζήσος Αγραφιώτης διά χειρός Γρ. Σταθόπουλου
Ιωάννης Τζόρτζης Αθανάσιος Τζόρτζης
Δημήτριος Τζόρτζης Γεώργιος Τζόρτζης διά Νικολάου Ευσταθίου
Γεώργιος Κολιαβάνης Τάσος Κολιαβάνης
Κυριάκος Κολιαβάνης Μήτρος Κολιαβάνης διά χειρός Ιωάννου Μητροσίλη
Μάρκος Ευσταθίου Αγκελής Καφατάρης
Γεώργης Καφατάρης Παναγής Καφατάρης
Σπύρος Καστανιώτης Πανάγος Καστανιώτης διά χειρός Ευσταθίου Αντωνίου
Γιάννης Πεσκάνης; Κωνσταντής Μπα…
Γεώργης Μανώλης Γιάννης Χαμπίμπης
Μήτρος Χαμπίμπης Κωνσταντής Γκότζης ;
Παναγής Γκότζης και Γεώργιος Γερολίμου διά χειρός Α. Χατζόπουλου

Ο πάρεδρος του χωριού Ανυφί επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων, δι όλων απάντων κατοίκων του χωρίου τούτου.

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Ανυφί (Τ.Υ.) Γρ. Σταθόπουλος

 

Χωρίον Χώνικα
Γ. Σακολέβας Ανδρ. Γκότζης και δι’ αυτόν Α. Μποβόπουλος
Νικόλαος Γκαλιούρος Κων-νος Γκαλιούρος διά Α. Χατζοπούλου
Παναγής Νταΐκος, Γεώργιος Νταΐκος διά τους δύο Αναγνώστης Νταΐκος
Μήτρος Φλόρος δι’ αυτόν Α. Μποβόπουλος Χρήστος Ταΐκος
Ιω. Μιχαήλ Αθανάσιος Μανός
Γεώργιος Ρούσης Γεώργιος Τζηράκης
Μήτρος Τζηράκης Μήτρος Μανός
Διά τους άνωθεν πέντε αριθμόν κατ’ αίτησίν τους Α. Μποβόπουλος
Κωνσταντής Κοντός και διά τον αγράμματον κατ’ αίτησίν του Αν. Γ. Σακκολέβα
Παναγιώτης Καρατζιάς Γεώργης Τζιώκος
Νικολής Τζιωτάκης Θανάσης Μανεσιώτης, διά τους ειρημένους τέσσαρους αγραμμάτους Αναγνώστης Νταΐκος
Γεώργιος του Σωτήρου Γεώργιος … διά τον αγράμματον χειρ. Α. Βαβούρης
Σπύρος Ντούβος διά Αθανασίου Μπεβάρδου Ιερέως
Μιχάλης Μαρασόνας διά Αθανασίου Μπεβάρδου Ιερέως
Ιωάννης Λουκαΐτης διά Αθανασίου Μπεβάρδου ιερέως

 

Χωρίον Πούτι (Μπούτι)
Γεώργιος Τζότζος Σπύρος Τζότζος
Δημήτριος Τζότζος Παναγής Τζότζος και
Τάσος Μακρής διά Γ.Κ. Γραμματικού Τάσσος Μπεκιάρης
Παναγιώτης Μπεκιάρης Παναγιώτης Μπουλμέτης
Δημήτριος Καλιαγκούρης Κόλιας Πανάγου και
Παναγής Σκαλτζάς διά Αθανασίου Μπεβάρδου

 

Χωρίον Πυργέλλα
Ανδριανός Μακρής Π. Μακρής
Ανδρ. Α. Νανόπουλος Αναγνώστης Νανόπουλος
Γεώργιος Φωτόπουλος διά Π. Μακρυπουκαμίσου
Γεώργιος Π. Καχριμάνης Πέτρος Καχριμάνης
Δημήτριος Π. Καχριμάνης Κωνσταντής Π. Καχριμάνης
Γεώργιος Θηβαίος Ιωάννης Φωτόπουλος διά χειρός Ν. Π. Μακρυπουκαμίσου
Γεώργιος Ντρίτζας Χαράλαμπος Μπάλιος
Ιωαν. Μπάλιος Γεώργιος Μητρόπαπας
Ευθύμιος Μητρόπαπας διά Α. Α. Χρηστόπουλου ;
Δημήτρης Φράγκος Κων-νος Φράγκος
Αναστάσης Φράγκος Δημήτριος …… διά ……
Νικόλαος Ρουμελιώτης Δημήτριος Κόντος Ντροπολιτζιώτης
Γεώργης Μπαμπουρόνης Τάσσος Χελιώτης
Γεώργιος Χ. Μπάλιος Δημήτριος Ιω. Φωτοπούλου
Νικολής Καριβίτζας ; Ν. Θανάσης Μπογανάς
Διά τους άνωθεν οκτώ αγραμμάτους κατ’ αίτησίν των διά Ανδρ. Α. Νανοπούλου
Σταύβρος Κοντομήτρου Γιώργης Στάβρου Κοντομήτρου
Νικόλαος Μακρυπουκάμισος Κωνσταντής Γ. Μητρόπαπας διά χειρός Σταύβρος Κοντομήτρου
Γεώργιος Γεωργαντάς διά του Ανδ. Α. Νανοπούλου.

 

Χωρίον Δαλαμανάρα
Σπύρος Ζέρβας Αναστάσης Καπυρλόκης
Παναγιώτης Τασόπουλος Κωνσταντής Κοντιλάρος
Αναστάσης Σκαρπέντζος Γεώργιος Γιανόπουλος
Παναγής Σταβρόπουλος Γεώργιος Σταβρόπουλος
Μήτρος Βλάχος διά χειρός Σπύρος Μουσταήρα ως αγράμματοι
Νικόλαος Ζέρβας Τάσος Γκουτζούλης
Γεώργιος Τακανίκος Βασίλης Κρανιδιώτης
Γεώργιος Τζότος ; και Μίχος Ταγαράς διά χειρός Ν. Ζέρβα
Αναγν. Καββαθάς Νικολής Τζινάπης ;
Ανδριανός Κοκίνης Γιάννης Ντριτζόπουλος ;
Γιάννης Χιρόπουλος Βασίλης Ντέτες
Κυριάκος Κουκουμέλος Κωνσταντής Φλίγκος
Μήτρος Παπαδόπουλος ως αγράμματοι διά χειρός Αναγν. Καββαθάς
Ανδριανός Καββαθάς Κωνσταντής Καββαθάς διά χειρός Α. Καββαθάς
Αναγν. Τασόπουλος Γεώργιος Καραχάλιος, Κων-νος Γ. Καραχάλιος
Γεώργιος Ρούσος Αναστάσης Ρούσος
Σωτήρος Κακουργιότης Κων-νος Κακουργιότης ;
Ανδριανός Μήτζουλης Παναγής Μήτζουλης
Γεώργιος Μουέγιος ; και Γιάννης Μυλωνάς διά χειρός Κων-νου Γ. Καραχάλιου
Γεώργιος Τασόπουλος Τάσος Μόρος
Γεώργιος Ρόκιζας Αθανάσης Αργοιδίτης
Γεώργιος Κουμέλος Στάθης Κακουργιώτης
Γιάννης Καλιακούρης Τάσης Κολητούρης
Τάσος Προνοπάτης ; και Παναγιώτης Πεβεράτος διά χειρός Γεωργίου Τασόπουλου
Θανάσης Κουμάκης Γεώργιος Πατζάλης
Μήτρος Πιπάλας ; Μήτρος Τακανίκος και
Γεωργάκης Κατζούλης διά χειρός Θεοδώρου Τασόπουλου
Ηλίας Δεληγραμάτης Παναγιώτης Μανιάτης
Τάσος Ανυφαντής Παναγής Κατζούλης
Γεώργιος Γκουμάτζης Αθανάσιος Παηβανάς
Αντώνιος Παηβανάς Ιωάννης Καββαθάς
Ιωάννης Σκουντούμης Ανδριανός Κατζούλης
Γεώργιος Κολιάτζης Ανδρέας Μόρος
Παναγιώτης Ρούσσος Λάζος Βούργαρης και
Ιωάννης Κρανιδιώτης διά χειρός Ηλία Δεληγραμμάτη
Τζίριος Μουσταήρας Γεώργιος Μουσταήρας
Σπύρος Μουσταήρας Παναγιώτης Σκαρπέντζος
Βασίλης Μουσταήρας και Μήτρος Μουσταήρας διά χειρός Σπύρου Μουσταήρα

 

Ο πάρεδρος του χωρίου Νταλαμανάρας επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών, των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων δι’ όλων απάντων του χωρίου τούτου.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Νταλαμανάρας (Τ.Υ.) Αναγν. Τασσόπουλος


Χωρίον Αυδήμπεϊ
Παππά Αθανάσιος Μπεβάρδος Γεωργάκης Κώστενας
Αντώνης Δάνενας Σπύρος Δάνενας
Γεώργιος Δάνενας Σπύρος Δόκος
Διά τους αγραμμάτους δε εγράφησαν διά χειρός Παπά Αθανασίου Μπεβάρδου
Ανδρίκος Μπαβέλας Δημήτριος Μπαβέλας
Πέτρος Μπαβέλας Γεώργιος Μπαβέλας
Νικολής Μπαβέλας Κολιάκης του Χρήστου
Ιωάννης Κολιάκης του Χρήστου Μιχάλης Κολιάκης του Χρήστου
Γεώργιος Μπεβάρδος κσι Δημήτριος Λιόλιος διά Νικολάου Μπαβέλα
Νικόλαος Γραμματικού Νικόλαος Λιόλιος
Γεώργιος Λιόλιος Τάσος Κοντοθανάση
Θανάσης Κοντός Παναγιώτης Κοντοθανάσης
Αθανάσιος Χατζάρας διά του Ν. Γραμματικού Σπύρος Γραμματικού
Γ. Χ. Μπολόσης Α. Σουρίλος
Θεοδόσιος Λιόλιος Γεώργιος Μυλωνάς διά χειρός Παπά Αθανασίου Μπεβάρδου

 

Ο πάρεδρος του χωρίου Αυδήμπεϊ επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών, των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων δι όλων απάντων του χωρίου τούτου. Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Αυδήμπεϊ Χρήστος Μπολόσης διά Γ. Χ. Μπολόση.

 

Χωρίον Μπούτη
Δημήτριος Ντούλιος Παναγής Ντούλιος
Θεοδόσης Καλιαγκούρης Γεώργιος Δαμιανός
Ιωάννης Πλατής Αγκελής Ντοροβίνης και
Δημήτριος Δαλαμαναριώτης διά Νικολάου Μπαβέλα
Γεώργιος Κακάνης Μίχος Καλατζής
Μίχος Βαβούρης Τάσης Αποστόλη και
Αποστόλης Καραήσκος ; διά Γ. Κ. Γραμματικού

 

Ο Δήμαρχος Μηδείας επικυροί το γνήσιον των όπισθεν υπογραφών των ειδικών παρέδρων των εις την περιφέρεια του Δήμου μου γενομένων, των μεν Γρηγορίου Ευσταθοπούλου και Γεωργίου Παππά Ιωάννου υπογραφέντων ιδιοχειρός των, των δε Μίχου Δήμα υπογραφέντος διά του υιού του Δημητρίου, Αθανασίου Σιαταρλή υπογραφέντος διά του Γεωργίου Τζιμπουροπούλου, Ιωάννου Καραχάλιου διά του υιού του Δημητρίου, Ιωάννου Μπιλίνη διά του Παναγή Μπιλίνη και Χρήστου Μπολόση διά Γεωργίου υιού του, ως αγραμμάτων κατά την προσωπικήν ομολογίαν

Μέρμπακα την 18 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ) ……… Παπά Γεωργίου

                              ——————————

Ο Δήμαρχος Ιναχίας επικυροί τας εν τη παρούση αναφορά υπαρχόντων υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Χώνικα ημετέρου Δήμου, υπογραφέντων άλλων μεν ιδιοχειρός των, άλλων δε δι’ άλλων, κατά την προσωπικήν των  ομολογίαν.

Εν Χώνικα την 19 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Γ. Σακολέβας

Υπέγραψαν το έγγραφο στις 14 Οκτωβρίου 1843 από Δεντρά 25 κατ. Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Δενδρών Μίχος Δήμας διά του υιού του Δημητρίου

  • Πουλακίδα 33 Ειδικός Πάρεδρος Αθανάσιος Σιατηρλής διά χειρός Γεωργίου Τσιμπουροπούλου
  • Μπάρδη και Δούσια 23 Ειδικός Πάρεδρος ……
  • Μάνεσι 26 Ειδικός Πάρεδρος Μίχος Δήμας διά του υιού του Δημητρίου
  • Παναρίτη 27 Ειδικός Πάρεδρος Ιωάννης Καραχάλιος διά του υιού του Δ. Ιωαν. Καραχάλιος
  • Πλατανίτη 34 Ειδικός Πάρεδρος Ιωάννης Μπιλίνης
  • Κούτζι 23 Ειδικός Πάρεδρος Αναστάσης Ράπος ;
  • Κατσίγκρι 19 Ειδικός Πάρεδρος Αναστάσιος Γεωργόπουλος διά του υιού του Αναγν. Γεωργόπουλος
  • Κοφίνι 41 Ειδικός πάρεδρος Χρίστος Σμυρνιώτης διά χειρός Παναγιώτη Λ. Μακρή
  • Ανυφί 64 – Χώνικα 24 – Μπούτι 11 – Πυργέλα 33 – Δαλαμανάρα 74 – Αυδήμπεη 28 – Μπούτη 12. Υπέγραφαν συνολικά 494 άτομα.

Παραθέτουμε και τα από 14.10.1843 πιστοποιητικό του Παρέδρου Μάνεσι Μίχου Δήμα, ο οποίος πιστοποιεί ότι το χωριό έχει 19 οικογένειες.

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι

Πιστοποιεί

Ότι εις το υπό την παρεδρικήν μου διεύθυνσιν μνησθέν χωρίον Μάνεσι ευρίσκονται πραγματικώς δέκα εννέα οικογένειαι κατοίκων, οι οποίοι κατά τας κοινοποιηθείσας περί εκλογής οδηγίας από την προϊσταμένην αρχήν, συναισθανόμενοι ότι ως εκ του αριθμού των έχουν εκ του Νόμου το δικαίωμα διά ένα εκλογέα, συνελθόντες εξελέξαντο διά τακτικής και Νομίμου ψηφοφορίας ως τοιούτον  τον συγχώριόν των Μίχον Ξύδην, διά να τους αντιπροσωπεύση εις την εκλογικήν σύνοδον της Επαρχίας Ναυπλίας.

Επειδή δε εγένετο λόγος εις την εκλεκτικήν συνάθροισιν ότι το ρηθέν χωρίον, ως μη έχον δέκα πέντε οικογενείας δεν έχει δήθεν το δικαίωμα να πέμψη εκλογέα, απαριθμούνται και τα ονόματα των οικογενειών και κατοίκων εις το ρηθέν χωρίον Μάνεσι: εις βεβαίωσιν ούτινος ανήκει

Τη 14 8βρίου 1843 Εν Μάνεσι

1. Μίχος Δήμας 2. Παπά Δημήτριος Κυμπούρης
3. Μίχος Ξύδης 4. Παναγιώτης Καραμάνος
5. Μίχος Ζέρβας 6. Ανδριανός Ξύδης
7. Α ; Ζέρβας 8. Δ. Δημόπουλος
9. Γ. Ζέρβας 10. Γεώργιος Π. Καραμάνος
11. Γεώργιος Καραμάνος 12. Γιάννης Καραμάνος
13. Τάσος Καραμάνος 14. Μήτρος Σωτήρος
15. Μήτρος Π. Καραμάνος 16. Παναγιώτης Γ. Καραμάνος
17. Τάσος Π. Καραμάνος 18. Μίχος Μποταΐτης
19. Ιωάννης Μποταΐτης 20. Γιάννης Τζάτζαρης
21. Τάσος Δήμας 22. Παναγιώτης Μ. Δήμας
23. Γιάννης Μ. Δήμας 24. Χρήστος Μ. Δήμας
25. Μήτρος Π. Καραμάνος 26. Αδριανός Γ. Νότη

 

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι πιστοποιεί ότι το χωρίον τούτο σύγκειται από δέκα εννέα οικογενείας. Οι δε έχοντες δικαίωμα ψήφου είναι τον αριθμόν είκοσι και εξ άτομα.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι Μίχος Δήμας, αγράμματος ων κατ’ εντολήν του Γεώργιος Μ. Τσιμπουρόπουλος.

Ο Δήμαρχος Μηδείας επικυροί το γνήσιον των άνω υπογραφών του ειδικού Παρέδρου του χωρίου Μάνεσι  Μίχου Δήμα, υπογραφέντος ως αγραμμάτου διά του Γ. Μ. Κυμπουροπούλου

Μέρμπακα την 16 Οκτωβρίου 1843       Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Παπά Γεωργίου

Επίσης το από 5 Απριλίου 1829 έγγραφο των κατοίκων του χωριού Μπούτι, οι οποίοι εξέλεξαν εκλέκτορα τον Ανδρίκο Αθανασίου Μπεκιάρη.

Προς τον Έκτακτον Επίτροπον της Αργολίδος

Ελάβαμεν την Διαταγήν της Δημ. μαζί με τας της Σ. – Κ τον υπ’ αριθ. 10051 δεν ελλείψαμεν να συναχθώμεν εις τας πέντε του Απριλίου εις την εκκλησίαν του χωρίου μας και εκλέξαμεν συμφώνως διά εκλέκτορα του χωρίου μας, άνδραν τίμιον, ενάρετον, υποληπτικόν καθ’ όλα μας τον κύριον Ανδρίκον Αθανασίου Μπεκιάρη, έδωσε λόγον τιμής του και ωρκίσθη εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, όπου δεν θέλει δώσει  την ψήφον του ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά συνείδησιν χωρίς προσωποληψίαν, τον οποίον θέλει τον εγνωρίσει η έκτακτος Επιτροπή και αυτή τον ήθελε τον αριθμήσει μετά των λοιπών εκλογέων της επαρχίας διά να κάμουν την ψηφοφορίαν των πληρεξουσίων της Επαρχίας. Και μένομεν με όλον το Σέβας.

Τη 5 Απριλίου 1829 Μπούτι

1. Παπά Ανδριανός Σωτηρόπουλος εφημέριος 2. Κόλιας του Πανάγου
3. Παναγής του Κόλια 4. Μήτρος Τούλιος
5. Γιάννης του Πλατή 6. Σπύρος του Πλατή
7. Τάσος Μπεκιάρης 8. Παναγιώτης Μπεκιάρης
9. Παναγιώτης του Πανάγου 10. Δαμιανός Πλατής
11. Γεώργιος Δαμιανού 12. Μήτρος Δαμιανού

Ίσον απαράλλακτον τω πρωτοτύπω σωζομένω εις τα αρχεία του Διοικητηρίου

Ναύπλιον την 21 Οκτωβρίου 1843

Ο Γραμματεύς της Διοικήσεως (Τ.Υ.Σ.)

 Παραθέτουμε, επίσης, και τα δυο εκλογικά έγγραφα με ημερομηνία 19 και 26 Σεπτεμβρίου 1843 του χωρίου Πυργέλλα από τα οποία αποδεικνύεται η νομιμότητα της εκλογής του Γ.Π. Καχριμάνη και όχι του Α. Μακρυπουκάμισου.

Αγαθή Τύχη

Σήμερον την 19 Σεπτεμβρίου εν τω χωρίω Πυργέλα της Επαρχίας Ναυπλίου συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων… πολίτας, οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1. Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας 2. Παύλος Α. Μακρυπουκάμισος
3. Γεώργιος Μιχαήλ 4. Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος
5. Ιωάννης Α. Μακρυπουκάμισος 6. Γεώργιος Μητρόπαπας
7. Γιαννάκος Μητρόπαπας 8. Κωνσταντής Κοτζακόπουλος
9. Νικόλαος Παναγιώτου 10. Πέτρος Καχριμάνης
11. Ιωάννης Καραγιάννης 12. Σπύρος Μπάλιος
13. Δημήτριος Τρίτζας 14. Δημήτριος Καχριμάνης
15. Αναστάσιος Θεοδώρου 16. Γεώργιος Κατζάμπας
17. Αθανάσιος Δ. Πύρου 18. Γιαννάκος Μπάλιος
19. Ανδριανός Παναγιώτου  

 

Επικυρωθέντος δε του καταλόγου  υποψήφιοι:

Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος – Γεώργιος Κατζάμπας – Πέτρος Καχριμάνης – Κων-νος Κοτζακόπουλος .

Έλαβον: Μακρυπουκάμισος Αναγνώστης υπέρ 21 κατά 0.

Γεώργιος Κατζάμπας υπέρ 0 κατά 21

Πέτρος Καχριμάνης υπέρ 0 κατά 21

Κωνσταντής Κοτζακόπουλος υπέρ 0 κατά 21

Επομένως ανεγνωρίσθη ως εκλογεύς νόμιμος ο λαχών την πλειοψηφίαν Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος.

Επί τούτοις συνετάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις.

Ο Ιερεύς: Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας

Ο Πρόεδρος: Α. Μακρυπουκάμισος

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου μέλη Γεώργιος Κατζάμπας – Κωνσταντής Κοτζακόπουλος (Πέτρος Καχριμάνης και Γεώργιος Μητρόπαπας, ως αγράμματοι διά χειρός Παπά Γεωργίου Μητρόπαπα).

Ίσον απαράλλακτον τω πρωτοτύπω αυθημερόν.

Ο Ιερεύς: Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας

Ο Πρόεδρος: Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη Γιαννάκος Μητρόπαπας, Πέτρος Καχριμάνης και Γεώργιος Μητρόπαπας ως αγράμματοι διά χειρός Παπά Γεωργίου Καχριμάνη.

Κωνσταντής Κοτζακόπουλος και Γεώργιος Κατζάμπας

Διά το ακριβές της αντιγραφής

Εν Ναυπλίω την 8 Νοεμβρίου 1843

Ο Διοικητής Αργολίδος (Τ.Υ.Σ.) Κων-νος Ράδος

Αγαθή Τύχη

Σήμερον την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου εν τω χωρίω Πυργέλλα της Επαρχίας Ναυπλίου συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων δικαίωμα ψήφου κατοίκων του χωρίου προς εκλογήν των εκλογέων κατά την από 7 Σεπτεμβρίου εγκύκλιον του Υπουργικού Συμβουλίου και κατά το άρθ. 3 του υπ’ αριθ. 10049 ΚΓ΄ ψηφίσματος και τας υπ’ αριθ. 10050 οδηγίας των 4 Μαρτίου 1829 ο Ιερεύς εφημέριος του χωριού κατέγραψα τους παρευρισκομένους πολίτας, οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1. Πέτρος Μακρυπουκάμισος 2. Γεώργιος Καχριμάνης
3. Σταύρος Κοντομήτρος 4. Αναγνώστης Νανόπουλος
5. Αδριανός Μακρυπουκάμισος 6. Νικόλαος Μακρυπουκάμισος
7. Γεώργιος Φωτόπουλος 8. Ιωάννης Φωτόπουλος
9. Δημήτριος Ιωαν. Φωτόπουλος 10. Κων-νος Φράγκος
11. Δημήτριος Φράγκος 12. Χαράλαμπος Μπάλιος
13. Κων-νος Καχριμάνης 14. Γεώργιος Χαρ. Μπάλιου
15. Πέτρος Καχριμάνης 16. Γεώργιος Θηβαίος
17. Γιαννάκος Μπάλιος 18. Αναστ. Φράγκος
19. Γεώργιος Σταύρ. Κοντομήτρου 20. Ανδρέας Νανόπουλος
21. Νικόλαος Ρουμελιώτης 22. Δημήτριος Κοντός Τριπολιτζιώτης
23. Γεώργιος Μπερμπατιώτης 24. Τάσος Χελιώτης
25. Γεώργιος Κ. Φράγκου 26. Ιωάννης Γ. Φωτόπουλος
27. Αδριανός Παναγιώτου 28. Νικόλαος Παναγιώτου
29. Ευθύμιος Μητρόπουλος 30. Δημήτριος Δρίτζας

 

Επομένως  δυνάμει του από 3 Σεπτεμβρίου 1843 Βασ. Διατάγματος οι ανωτέρω πολίται εξέλεξαν Πρόεδρον της εκλεκτικής ταύτης συναθροίσεως τον κύριον Πέτρον Μακρυπουκάμισον μέλη δε τους γεροντοτέρους κυρίους Δημήτριον Φράγκον, Αναγνώστην Νανόπουλον, Γεώργιον Φωτόπουλον, Πέτρον Καχριμάνην, Χαράλαμπο Μπάλιο. Και επιθεωρηθέντος του καταλόγου διά της πλειοψηφίας της συναθροίσεως η Συνέλευσις εκηρύχθη νόμιμος και δοθέντος του κατά το άρθρ. 5 των οδηγιών όρκου κατεστρώθη κατά το άρθρον 6 ο κατάλογος των υποψηφίων εις αριθμόν τετραπλούν των ασφαλησομένων από το χωρίον εκλογέων, οίτινες είναι οι εξής: Αναγνώστης Νανόπουλος – Πέτρος Μακρυπουκάμισος – Γεώργιος Φωτόπουλος – Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης .

Και τούτων ψηφοφορηθέντων έλαβον:

Αναγνώστης Νανόπουλος υπέρ 0 κατά 30

Πέτρος Μακρυπουκάμισος υπέρ 0 κατά 30

Γεώργιος Φωτόπουλος υπέρ 0 κατά 30

Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης υπέρ 30 κατά 0.

Μετά δε ταύτα ανεγνωρίσθη ως εκλογεύς νόμιμος του χωρίου Πυργέλλας ο λαχών την πλειοψηφίαν κύριος Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης.

Επί τούτοις συνετάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις.

Ο Ιερεύς εν απουσία δε αυτού ο γειτονικός Παππά Δημήτριος Παππά Χριστόπουλος.

Ο Πρόεδρος:Π. Μακρής.

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη: Α. Νανόπουλος, Δημήτριος Φράγκος, Γεώργιος Φωτόπουλος, Χαράλαμπος Μπάλιος και Πέτρος Καχριμάνης διά τους τρεις αγραμμάτους τους υπέγραψα εγώ ο Ηλίας Δελαγραμμάτης.

 Διά το ακριβές της αντιγραφής την 25 Οκτωβρίου 1843. Ο Πάρεδρος του χωρίου Πυργέλλας (Τ.Υ.) Π. Μακρής.

Επικυρούται η γνησιότης της ανωτέρω υπογραφής του ειδικού παρέδρου του χωρίου Πυργέλας Πέτρου Μακρή. Άργος την 4. Νοεμβρίου 1843. Ο εκτελών τα δημοτικά καθήκοντα Βος Δημαρχικός πάρεδρος Αργείων (Τ.Υ.Σ.) Γ. Αλπανόπουλος.

Συμμετείχαν στην Α΄ Εθνοσυνέλευση (3ης Σεπτεμβρίου 1843) 5.11.1843 – 18.3.1844 οι εξής Πληρεξούσιοι: από την Πόλη του Ναυπλίου οι: Σπυρίδων Παπαλεξόπουλος και Π. Γ.  Ρόδιος, από τα χωριά της Επαρχίας Ναυπλίας οι Ιωάννης Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρού, από τις επαρχίες Άργους οι Χρήστος Βλάσσης και Δημήτριος Περρούκας και από την Επαρχία Κορινθίας οι: Πανούτσος Νοταράς. Γεώργιος Νοταράς, Αριστείδης Ρέντης, Α. Πρωτοπαππάς, Γεώργιος Ιωάννου και Αναγνώστης Ελευθερίου. Αυτή συνέταξε και ψήφισε το Σύνταγμα του 1844, αποτελούμενο από 107 άρθρα και το Νόμο για την εκλογή των Βουλευτών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τα παραπάνω αναφέρονται στο βιβλίο των: Μαγδαληνής και Θεοδώρου Ιωαν. Γαλάνη «3Η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843. Εκλογή εκλεκτόρων και πληρεξουσίων της Επαρχίας Γορτυνίας» 16 Αρκαδική Βιβλιοθήκη, Εκδόσεις ΦΥΛΛΑ σ. 9-10 και 312, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[2] ΓΑΚ Κ047 Συλλογή  Λαδά «Εκλογικά Άργους Φ4 Υποφ. 7 και Εφημ: «ΑΙΩΝ» Φ475/3.10.1843

[3] ΓΑΚ Μικρές Συλλογές Κ047. Αρχείο Γ. Λαδά. Εκλογικά Κορινθίας. Φ20.

[4] Ηλίας Χρ. Ξενοφών και Ηλία Ξεν. Ζωή «Ο τέως δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ός αιώνας» τόμος Α΄ Αθήνα 2003, σ. 104 – 108.

[5] ΓΑΚ Μικρές Συλλογές Κ047. Αρχείο Γ. Λαδά. Εκλογικά Κορινθίας Φ 20 και Ξεν. Χρ. Ηλία «Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας» Αθήνα 1994. σ.115 – 120

[6] ΓΑΚ. Αρχείο Βουλής – Γερουσίας. Συλλογή Γ. Λαδά (1843 – 1862) Φ 1α και Εφημ: «ΑΙΩΝ» Φ 479/17.10.1843

[7] Μέσα σε παρένθεση η σημερινή ονομασία των χωριών και ο αριθμός των οικογενειών το έτος 1830. ΓΑΚ Γενική Γραμματεία Φ253Β έγγ. 169 – 170

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης ε.τ.

Ζωή Ξεν. Ηλία, Δασκάλα

Read Full Post »

Χρήστος Κων. Αίσωπος ή «Τζίτζης»


 

Χρήστος Αίσωπος

Χρήστος Αίσωπος

Τον φώναζαν «Τζίτζη» γιατί από μικρός, ήταν μικροσκοπικός. Ονομαζόταν Χρήστος Αίσωπος. Είχε γεννηθεί στο Λυγουριό Αργολίδας το 1908 και ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Κωνσταντίνου («Αναγνώστη») Αισώπου και της Βασιλικής (το γένος Γ. Δουράνου). Είχε εργαστεί ως μηχανικός του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Στην κατοχή, επειδή ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και βρέθηκαν στο σπίτι του στο Λυγουριό δύο βιβλία Μαρξιστικού περιεχομένου, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα την 1η Ιουνίου 1944.

Κατά τον χρόνο της εκτέλεσής του, ο πατέρας του δεν υπήρχε· είχε πεθάνει από το 1941. Η μητέρα του Βασιλική, η «θεία Αναγνώσταινα», ήταν 60 ετών. Ο αδελφός του ο Παντελής ήταν 34 ετών, παντρεμένος και με δύο παιδιά. Η μεγάλη αδελφή του, η Ευγενία, 31 ετών, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Φ. Τυροβολά. Η μικρή, η Αγγελική ήταν 28 ετών και ο Γιώργος ο «Κουτσός» 25 ετών.

Ο «Τζίτζης» από μικρός ήταν επαγγελματίας ναυτικός. Για μεγάλο διάστημα είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό πλοίο «ΑΕΤΟΣ» με τον βαθμό του υποκελευστή. Στον πόλεμο του ’40 βρέθηκε να δουλεύει ως μηχανικός σε ένα εμπορικό πλοίο το οποίο το 1941 βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς έξω από το λιμάνι του Πειραιά και βυθίστηκε. Ο «Τζίτζης» πρόλαβε να πέσει στη θάλασσα και κολυμπώντας βγήκε στην κοντινή Σαλαμίνα. Κάποιοι θυμούνται και μας διηγήθηκαν πως έφτασε στο Λυγουριό ξυπόλητος και ρακένδυτος.

Η απασχόληση του στο χωριό τα χρόνια της κατοχής ήταν ένα περιβολάκι που διατηρούσε η οικογένειά του στη θέση «Κρανιά». Όλοι έχουν να λένε πως ήταν ένας ευφυής, φιλήσυχος και μελετηρός άνθρωπος. Δεν έκρυβε στις λιγοστές κουβέντες του την πίστη του στην δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν στην οργάνωση του ΕΑΜ που δημιουργήθηκε στο Λυγουριό.

Πρωτοστάτες του σχηματισμού και της δράσης της Οργάνωσης ήταν τρία αδέλφια από το Άργος, εργολάβοι, ονομαζόμενοι «Ζαρογιανναίοι». Ο Κώστας, ο μεγαλύτερος, ήταν απολυμένος τμηματάρχης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων επί Μεταξά και έδινε παρουσία κάθε μήνα στην Αστυνομία. Αυτός ήταν και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Μαρξιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Νίκος, ο δεύτερος, ήταν πολιτικός μηχανικός. Ο Πέτρος, ο μικρότερος, είχε πλείστες καλλιτεχνικές ανησυχίες (ηθοποιός, ερασιτέχνης μουσικός,…) και ήταν παροιμιώδης γλεντζές και γυναικοκατακτητής στο προπολεμικό Λυγουριό.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο οι «Ζαρογιανναίοι» είχαν πάρει την εργολαβία κατασκευής του δρόμου Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου με επιστάτη το Λυγουριάτη Θανάση Χρόνη. Ο Κώστας ο Ζαρόγιαννης, που συνήθως επέβλεπε τα έργα και το προσωπικό, δεν ξεχνούσε την ιδεολογία του ακόμα και εν ώρα εργασίας. Όλοι θυμούνται πως κάθε πρωί, κατά τις 10, «υποχρέωνε» τους εργαζόμενους σε διάλειμμα, για καφέ και συζήτηση. Εκεί, με το κύρος του ιδεολογικά ενημερωμένου στελέχους, ανέλυε τις κοινωνικές αδικίες, την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», το δίκιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ένας απροσδόκητος εργοδότης…

Τα χρόνια της κατοχής – και ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1942 – τόποι συνάντησης των μελών του ΕΑΜ και πεδίο διαφώτισης και προπαγάνδας ήταν τα δεκάδες περιβολάκια των Λυγουριάτικων οικογενειών. Τα περισσότερα δημιουργήθηκαν λόγω της πείνας και της κατοχής σε κάθε τόπο που υπήρχε λίγο νεράκι… Στη «Νάπα», στο «Γερό» (Ιερό), στο «Μπουλμέτι», στα «Κρανιά», στου «Τζερέκου» και αλλού.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Εκεί πηγαινοέρχονταν τα μεσημέρια πότε ο Κώστας και πότε ο Πέτρος ο Ζαρόγιαννης μ’ ένα ποδήλατο, όταν ξαπόσταιναν οι περιβολάρηδες για «μια μπουκιά ψωμί». Εκεί άνοιγε η κουβέντα και φούντωνε ο διάλογος. Εκεί όλοι μιλούσαν και άκουγαν για την πορεία του πολέμου – Ελ Αλαμέιν, Στάλινγκραντ – για την Αντίσταση και την Ελευθερία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Εκεί όλοι μιλούσαν και συμφωνούσαν για την παραδειγματική τιμωρία που περίμενε μετά την απελευθέρωση τους δοσίλογους, τους μαυραγορίτες και τους κάθε λογής συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής. Η Οργάνωση του ΕΑΜ σε πλήρη ανάπτυξη. Διαφώτιση, προπαγάνδα και στρατολόγηση νέων μελών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι νέες και οι νέοι που ανταποκρίθηκαν.

Παράλληλα όμως με τη διαφωτιστική – προπαγανδιστική δουλειά της Οργάνωσης, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του «Τζίτζη», στην περιοχή του Λυγουριού, συνέβη ένα σημαντικό γεγονός, που διαμόρφωσε συνθήκες πολέμου. Το γερμανικό φυλάκιο στο «Γερό» (Ιερό Ασκληπιείου) χτυπήθηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ, ανήμερα την Κυριακή της τελευταίας Αποκριάς, την 1η Μαρτίου 1944. Το Λυγουριό εκείνη την ημέρα είχε διπλή γιορτή, από τη μια την παραδοσιακή τελευταία Αποκριά και από την άλλη την πρόσφατη αποχώρηση των Γερμανών από το χωριό τους. (Οι Ιταλοί είχαν φύγει από την προηγούμενη χρονιά).

Οι κατακτητές άφησαν στην περιοχή μόνο μία φρουρά, στο φυλάκιο του Ασκληπιείου, που βρισκόταν βορειοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου και λίγο πριν από το εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Το φυλάκιο ήταν μια εγκατάσταση λίγων δωματίων, που περιστοιχιζόταν από πέτρινα ορύγματα και που είχε κατασκευαστεί από τους Γερμανούς με υποχρεωτική εργασία Λυγουριατών. Εκεί είχαν εγκαταστήσει γεννήτρια, ασύρματο, τηλέφωνο και μαγειρείο. Οι εγκαταστάσεις του φυλακίου καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Γερμανούς με εκρηκτικά όταν αποχώρησαν οριστικά από τον τόπο μας το καλοκαίρι του 1944.

Στην ολιγομελή φρουρά του φυλακίου υπηρετούσε κι ένας πανύψηλος καλοκάγαθος Γερμανοπολωνός στρατιώτης, ονόματι Ρίχελ. Αυτός, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του στον τόπο μας και των συνθηκών της κατοχής που διαμορφώθηκαν, είχε συμπονέσει τους φτωχούς χωριάτες και ιδιαίτερα τα στερημένα παιδιά των αγροτοκτηνοτρόφων της περιοχής. Δεν ήταν λίγες οι φορές, τον καιρό της πείνας, που τους έδινε κάτι να φάνε. Ο Χρήστος Γ. Σαρρής – επτάχρονο παιδάκι τότε – θυμάται πως από τα χέρια του Ρίχελ πήρε και έφαγε την πρώτη σοκολάτα της ζωής του. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως σε αυτό το φυλάκιο υπηρετούσε επίσης και ο δεκαοχτάχρονος τότε Γερμανός στρατιώτης ονόματι Άϊντς. Αυτός τελικά επέζησε του πολέμου και το 1979 επισκέφτηκε τον τόπο μας και βαθύτατα συγκινημένος (κλαίγοντας) προσκύνησε τα ερείπια του φυλακίου. Τέλος, μάγειρας του φυλακίου ήταν ο 35χρονος γερμανός στρατιώτης ονόματι Αρτούρ, ο γηραιότερος της φρουράς, αλκοολικός και πασίγνωστος στους ντόπιους, που δεν τον «χόρταιναν» κρασί.

Την ημέρα της τελευταίας Αποκριάς, που εξιστορούμε, είχε κατέβει και ο Ρίχελ στο Λυγουριό. Ήθελε να παρακολουθήσει τις εορταστικές εκδηλώσεις των χωρικών, ίσως όμως ήθελε και να τους αποχαιρετήσει· όλοι ήξεραν ότι οι Γερμανοί «χάνουν τον πόλεμο» και ότι σύντομα θα οπισθοχωρούσαν. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον υποδέχτηκαν και τον κέρασαν.

Εκείνες τις ώρες της διασκέδασης, λίγο πριν από το μεσημέρι, στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου, μια μικρή ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, προερχόμενη από την περιοχή της Κορίνθου, υπό τον καπετάν «Χάρο» κατά κόσμον Παπαρρήγα (μετέπειτα πεθερό της μέχρι πρότινος Γραμματέως του Κ.Κ.Ε.) περικύκλωσαν από απόσταση το γερμανικό φυλάκιο. Έστησαν ένα πολυβόλο στη θέση «Χαρανί», πλησίον του Μαλεάτα και όρθωσαν πρόχειρες πολεμίστρες με «λιανοντούφεκα» ανατολικά από το στανοτόπι του Βασίλη Σαρρή («Ξαλιά»).

Πριν εκδηλώσουν την επίθεση, «υποχρέωσαν» δύο Λυγουριάτες που βρήκαν στην περιοχή, τον Δημήτρη Μιχ. Γιαννούλη και τον Παναγιώτη Ιω. Γκοβάτση, να κόψουν με χειροπρίονα δύο τηλεγραφόξυλα και με αυτά να καταστρέψουν την τηλεφωνική σύνδεση του φυλακίου. Στη συνέχεια, έριξαν μερικές ριπές με το πολυβόλο και κάποιες βολές με τα τουφέκια εναντίον των γερμανικών εγκαταστάσεων. Όταν όμως δέχτηκαν τη σφοδρή αντεπίθεση των Γερμανών, αποσύρθηκαν προς νότο με κατεύθυνση την Ερμιονίδα, που ήταν ο προορισμός τους. Απώλειες ή τραυματισμοί δεν υπήρξαν για καμιά από τις δύο πλευρές. Η «επιχείρηση» αυτή των ανταρτών εναντίον του γερμανικού φυλακίου πιθανότατα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα επιπόλαιο περιστατικό, αυθόρμητο και απροσχεδίαστο, που παρ’ ολίγον να κάψει στην κυριολεξία το Λυγουριό και να πυροδοτήσει την γερμανική εκδικητικότητα.

Οι Γερμανοί, όταν διαπίστωσαν την καταστροφή της τηλεφωνικής γραμμής, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο και ειδοποίησαν την Κεντρική Διοίκηση στο Ναύπλιον ζητώντας ενισχύσεις, οι οποίες και δεν άργησαν να έρθουν. Πρώτα-πρώτα έφτασαν από τον Σαρωνικό δύο πολεμικά υδροπλάνα, που διέγραψαν μία κυκλική επιθετική περιπολία πάνω από την περιοχή.

Οι κάτοικοι του Λυγουριού με το πρώτο βουητό των υδροπλάνων και τις απανωτές ριπές των πολυβόλων, που γάζωναν τους γύρω λόφους, διέκοψαν απότομα την αποκριάτικη διασκέδαση. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Με ιδιαίτερη σπουδή οι τρομοκρατημένοι χωρικοί ετοίμασαν τη φυγή τους στην ύπαιθρο. Γέμισαν τις γούρνες με νερό και τάισαν τα πουλερικά και τα ζωντανά του σπιτιού. Βύζαξαν τα αρνιά και τα κατσίκια και τα έκλεισαν στους στάβλους. Δεν ήξεραν πότε θα γυρίσουν. Έριξαν στα καπούλια και στα σαμάρια των ζώων λίγες κουβέρτες, μερικές αλλαξιές, ένα καρβέλι ψωμί και κάποια λιγοστά εφόδια. Τα μωρά βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας και τα μεγαλύτερα παιδιά κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα βγήκαν από το χωριό και όλες οι οικογένειες σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μόνο λίγοι γέροι έμειναν πίσω καρτερώντας τον πιθανό κίνδυνο παρά τη σίγουρη ταλαιπωρία της «εξόδου».

Οι περισσότερες οικογένειες αναζήτησαν την προστασία τους στα περιβόλια τους και στα κοντινά ξωκλήσια. Ο Αη Γιώργης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Αθανάσιος και ο Άγιος Μερκούριος μετατράπηκαν σε πραγματικά καταφύγια πίστης και ελπίδας. Τα γυναικόπαιδα είχαν την προτεραιότητα στην προστασία. Ορισμένοι νέοι και οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν με προφυλάξεις σε ψηλούς βράχους και αγνάντευαν το χωριό που σε λίγο – κατά τις φήμες – θα καιγόταν. Ευτυχώς το κακό δεν έγινε. Πολλοί ισχυρίζονται πως αυτό οφείλεται στην πεισματική και πειστική παρέμβαση του στρατιώτη Ρίχελ που έπεισε τους ανωτέρους του πως οι αντάρτες που «χτύπησαν» το φυλάκιο ήταν φερτοί και δεν είχαν καμία σχέση με τους φιλήσυχους Λυγουριάτες.

Εν τω μεταξύ κατέφθασαν στο έρημο χωριό από το Ναύπλιον δύο τεθωρακισμένα καμιόνια με πάνοπλους στρατιώτες. Παράλληλα τα υδροπλάνα συνέχιζαν τις εκκωφαντικές περιπολίες τους και «γάζωναν» με τις ριπές τους τα γύρω υψώματα.

Αθώο θύμα της αεροπορικής αυτής επίθεσης υπήρξε η άτυχη Χριστίνα, σύζυγος του Περίανδρου Σκοτώρη, 30 ετών και μητέρα ενός εξάχρονου αγοριού, του Κώστα. Έπεσε νεκρή πηγαίνοντας στην περιοχή «Μόνουκα» από μια αεροπορική ριπή πλησίον του Λυγουριάτικου νεκροταφείου, πριν προλάβει να κρυφτεί στα δέντρα του περιβόλου. Η επτάχρονη τότε Φωτούλα Μιχ. Ξυπολιά θυμάται πως το άψυχο σώμα της μεταφέρθηκε στο χωριό με το γαϊδουράκι του πατέρα της Παναγιώτη Ν. Δεληγιάννη.

Την από αέρος γερμανική επίθεση δέχτηκε και η Κατερίνα, σύζυγος Γεωργίου Περ. Καψάλη, στην περιοχή του Αη Γιώργη, όταν πήγαινε με το γάιδαρό της να προφυλαχτεί, κρατώντας στην αγκαλιά της τον τετράχρονο γιο της Περικλή. Όταν είδε από μακριά τ’ αεροπλάνα και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, πρόλαβε να κατέβει από το ζώο και με τον μικρό Περικλή στην αγκαλιά της κρύφτηκαν στους παρακείμενους θάμνους. Οι φονικές ριπές του αεροπλάνου τελικά σκότωσαν μόνο το άτυχο ζώο.

Στον απόηχο του «χτυπήματος» του φυλακίου, ένα άλλο αιματηρό επεισόδιο συνέβη στη θέση «Χάνι» του γειτονικού Αδαμίου. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του κυνηγητού που εξαπέλυσαν κατά των ανταρτών, οι Γερμανοί έστειλαν και ένα απόσπασμα προς την κατεύθυνση της φυγής τους. Αυτό το απόσπασμα, αφού παρέκαμψε τη θέση «Κολώνες» του Ιερού, βγήκε αγνάντι στην Αδαμιώτικη περιοχή «Χάνι», λίγο μετά το «Σέλκι». Σε αυτή την επιχείρηση οι Γερμανοί δεν συνάντησαν πουθενά αντάρτες και στράφηκαν στους άμαχους. Για τους ένοπλους κατακτητές, ό,τι εκινείτο ήταν στόχος.

Έτσι τα πυρά των Γερμανών σκότωσαν τον γέροντα Παναγιώτη Καραφωτιά, που όταν τους είδε έτρεξε να κρυφτεί στο βουνό, αλλά δεν πρόλαβε. Στη συνέχεια, τραυμάτισαν σοβαρά στα πόδια την εντεκάχρονη τότε Ιωάννα (Γιαννούλα) Χρ. Παπαδόγιαννη, μετέπειτα σύζυγο Γεωργίου Κ. Καραφωτιά, που εκινείτο στην αυλή του σπιτιού της. Όταν πλησίασαν οι εξαγριωμένοι Γερμανοί, πυρπόλησαν και το σπίτι του Παπαδόγιαννη γιατί το θεώρησαν κρησφύγετο των διερχόμενων ανταρτών. Αυτή την εξήγηση έδωσε στους τρομοκρατημένους παθόντες ο Έλληνας χωροφύλακας και διερμηνέας των κατακτητών ονόματι Κρεμπενιός, που τότε υπηρετούσε στο Σταθμό του Λυγουριού.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Το περιβολάκι της οικογένειας του «Τζίτζη» βρισκόταν στη θέση «Κρανιά», νοτιοανατολικά του χωριού. Από εκεί ο Χρήστος, έχοντας δίπλα του την απέραντη κρυψώνα του βουνού, ζούσε σαν καταζητούμενος των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, παρότι δεν είχε κατηγορηθεί ή διαπράξει κανένα έγκλημα πέραν της προσήλωσής του στη Μαρξιστική θεωρία. Έτσι, όπως κάθε τόσο, πιθανότατα, την Κυριακή 29 Μαΐου 1944, ξεκίνησε από το περιβόλι του, με κάθε προφύλαξη, να φτάσει στο πατρικό του σπίτι για προμήθειες. Πολύ πριν πλησιάσει, κάποιοι άλλοι περιβολάρηδες τον ειδοποίησαν: «Πρόσεχε» του είπαν «το χωριό σήμερα είναι γεμάτο από Γερμανούς και Ταγματασφαλίτες….». Αυτός τους αγνόησε… Το είχε ξανακάνει… Όταν όμως μπήκε στο σπίτι του, «μπουκάρισαν» ξωπίσω του οι κρυμμένοι ένοπλοι διώκτες του και τον συνέλαβαν.

Έψαξαν σε κάθε γωνιά του σπιτιού για όπλα ή κάποιο άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο. Δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο δυο βιβλία – κομμουνιστικά είπαν – κρυμμένα στην αποθήκη με τα κάρβουνα. Με τα «ενοχοποιητικά» αυτά ευρήματα – τα Μαρξιστικά βιβλία – οι δεσμώτες του τον οδήγησαν στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού για ανάκριση.

Εκεί για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες τον βασάνισαν φριχτά, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες για κρυψώνες όπλων και ονόματα ανταρτών. Εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες στη γειτονιά της Αστυνομίας δεν κοιμήθηκε κανένας από τα βογγητά του άτυχου κρατούμενου. Ο Χρήστος φαίνεται πως άντεξε, γιατί δεν ακολούθησαν άλλες συλλήψεις. Το μόνο που μπορεί να αναφερθεί, χωρίς να συσχετισθεί, είναι πως εκείνες τις ημέρες, με τη σύλληψη του «Τζίτζη», είχαμε και τις ανακρίσεις από τους Γερμανούς του εφημέριου παπα -Γρηγόρη Πετρουλά, που λίγο έλειψε να τον εκτελέσουν κι αυτόν – τελικά τη γλίτωσε αλλά του απαγορεύτηκε να επανέλθει στην ενορία του στο Λυγουριό.

Ο Πετρουλάς είχε κατηγορηθεί για αντιγερμανική προπαγάνδα «από άμβωνος» και για μια φωτογραφία που έφτασε στα χέρια των κατακτητών από ντόπιους «καλοθελητές» στην οποία ο ιερέας απεικονιζόταν με αρμάδες «χιαστί» εν μέσω ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Απόλυτα σαφής είναι η αναφορά του με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1944 προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος, που γράφει επί λέξει: «Λαμβάνω την τιμήν ευσεβάστως ν’ αναφέρω Υμίν, ότι η Γερμανική Αστυνομική αρχή μου απαγόρευσε να επανέλθω εις την οργανικήν μου θέσιν εν Λυγουρίοις, καθότιν ευρίσκει λόγους σοβαρούς προς τούτο… Ασπάζομαι την δεξιάν σας. Το πνευματικόν σας τέκνο Γρ. Πετρουλάς». (Πηγή: Αρχείο Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας).

Ύστερα από τρία μερόνυχτα φρικτών βασανιστηρίων ο «Τζίτζης» βρισκόταν σε άθλια κατάσταση στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού· αιμόφυρτος, νηστικός και κυρίως διψασμένος, δύσκολα στεκόταν στα πληγωμένα πόδια του. Αυτό διαπίστωσε όταν τον αντίκρισε από τον μικρό φωταγωγό της φυλακής του – και αυτό μαρτύρησε – η πρώτη του εξαδέλφη Μαριγώ, σύζυγος Δημητρίου Χρ. Μελλά ή «Μπόρη».

Αυτή και μόνο, με αξιοζήλευτο θάρρος και αυταπάρνηση, προσέγγισε τον χώρο του βασανιστηρίου του, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Με απαράμιλλη ευρηματικότητα, ψυχραιμία και μυστικότητα, χρησιμοποίησε το ημιυπόγειο της διπλανής με το κρατητήριο χαμοκέλας, ιδιοκτησίας τότε Παντελή Γκοβάτση (σημερινή οικία Κων. Τζάνου) και πέρασε «σαν φίδι» στο σκοτεινό σοκάκι της Αστυνομίας. Έτσι προσέγγισε τη φυλακή του κρατούμενου εξαδέλφου της και του έδωσε μέσα από τα κάγκελα του φεγγίτη λίγη τροφή και κυρίως το πολύτιμο νερό, που τόσο είχε ανάγκη.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Σ’ αυτό το μικρό αλλά βασανιστικό διάστημα η αδελφή του Χρήστου, η Ευγενία Τυροβολά, με την συνδρομή του δικολάβου Κωνσταντίνου Αισώπου συμπλήρωσε μια «αίτηση χάριτος» και μάζεψε υπογραφές θετικές από όλο το χωριό. Υπέγραψαν πάρα πολλοί ομοϊδεάτες και αντίθετοι. Μέχρι και η Ελενίτσα, η χήρα του Χρηστάκη του Τόλια του γιατρού, που τον προηγούμενο χρόνο – το 1943 – είχε εκτελεστεί μαζί με τον Παλαιοεπιδαύριο Βάσο Φελιμέγκα από Λιμνιάτες αντάρτες στην Προσύμνη. Τόσο αγαπητός ήταν. Όταν όμως ο γιατρός ο «Καλέρης» (Κ. Καλαματιανός) είδε όλες αυτές τις υπογραφές, τη διαβεβαίωσε πως αυτό το πλήθος των υπογραφών, που έδειχνε πόσο αγαπητός ήταν στην τοπική κοινωνία, θα ήταν και ο σίγουρος θάνατός του. Την έπεισε να σκίσουν την αίτηση και να συντάξουν καινούργια. Δεν πρόλαβαν…

Οι Γερμανικές αρχές, αφού με την ανάκριση και τα βασανιστήρια δεν μπόρεσαν ν’ αποσπάσουν καμιά πληροφορία, πήραν την αποτρόπαια απόφαση: «Εις θάνατον…» – χωρίς φυσικά ο δυστυχής κρατούμενος να τύχει οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και υπεράσπισης. Τέτοια χρόνια τέτοια λόγια. Έτσι το πρωί της 1ης Ιουνίου 1944, ημέρα Τετάρτη, οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες οδήγησαν «σηκωτό» τον αιμόφυρτο και ανήμπορο Χρήστο έξω από το χωριό.

Μαρτυρίες για τη διαδρομή που ακολούθησαν δεν υπάρχουν. Όλοι οι χωριανοί είχαν κρυφτεί και κλειστεί στα σπίτια τους. Η θλιβερή κουστωδία, για να αποφύγει τον κεντρικό δρόμο, πρέπει να πήρε τη βορειοδυτική διαδρομή, από το προαύλιο της Αγίας Τριάδας προς τον «Πλάτανο». Από εκεί θα κατηφόρισαν προς το δρόμο της Επιδαύρου. Αμέσως μετά το σπίτι του Κώστα Καμπίτη («Μπόμπη»), μπήκαν στην αριστερή πλευρά της ασφάλτου, σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας τότε Δημητρίου Γκάτζιου («Σπόγγου»), που σήμερα είναι χτισμένη η κατοικία του Παναγιώτη Φωτ. Χουντάλα. Εκεί στον ίσκιο μιας εύρωστης γκοριτσιάς σταμάτησαν. Χωρίς άλλη διαδικασία και καθυστέρηση ο επικεφαλής της Γερμανικής φρουράς έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε τον «Τζίτζη» στο κούτελο. Η σφαίρα βγήκε από το πίσω μέρος της κεφαλής του, που άνοιξε σαν τσόφλι καρυδιού και σκόρπισαν τα μυαλά του στο χώμα. Η ώρα ήταν εννέα το πρωί και κάποια παιδιά παρακολούθησαν την εκτέλεση από μακριά. Οι εκτελεστές για πολλή ώρα απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε να πλησιάσει το άψυχο σώμα εκτός… από τα σμήνη των μυγών, που λόγω της ζέστης δεν άργησαν να σκεπάσουν – στην κυριολεξία – τα χαίνοντα τραύματα του νεκρού. Φρίκη πραγματική.

Αυτή την αποτρόπαια εικόνα αντίκρισε, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, και μας περιέγραψε ο δεκαπεντάχρονος τότε και «αυτόπτης» Αναστάσιος Δ. Μελλάς («Μπόρης»), γιός της Μαριγώς που προαναφέραμε. Όταν μαθεύτηκε το κακό στο χωριό, στο σπίτι του αδικοσκοτωμένου Χρήστου, βρίσκονταν μόνο η άμοιρη μητέρα του Βασιλική, η «θεια Αναγνώσταινα» και η μεγάλη αδελφή του Ευγενία Τυροβολά. Εκείνες μόνο έτρεξαν αλλόφρονες να τον θρηνήσουν και να τον παραλάβουν. Όλοι οι άλλοι του σπιτιού έλειπαν.

Η μικρή του αδελφή Αγγελική βρισκόταν κοντά στον αδελφό της το Γιώργη, σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ο τελευταίος νοσηλευόταν ύστερα από τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του. Αυτοί οι δύο το τραγικό γεγονός της εκτέλεσης του αδελφού τους το έμαθαν μετά από σαράντα μέρες, όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Λυγουριό. Ο άλλος αδελφός τους, ο Παντελής, ήταν κρατούμενος για πολιτικούς λόγους στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Η γυναίκα του η «Βγενιά» για περισσότερη προστασία είχε μετακομίσει στο πατρικό της, στη Νέα Επίδαυρο, έχοντας μαζί της την τετράχρονη κόρη της και το νεογέννητο γιο της. Εκεί ειδοποιήθηκε για το κακό αυθημερόν, λαβαίνοντας από το Λυγουριό το θλιβερό μήνυμα του πένθους μέσα σε ένα ταγάρι που έκρυβε ένα μαύρο τσεμπέρι. Ώσπου να μάθει τα ακριβή γεγονότα «δεν ήξερε για ποιόν να θρηνήσει…». Αυτά τα διηγείται ακόμη η θεια «Βγενιά» παρά τα βαθιά της γεράματα.

«Η ακριβής περιγραφή του περιστατικού και των συνθηκών θανατώσεως του θύματος…» περιέχεται στη σχετική αγωγή που συνέταξε στις 23 Αυγούστου 1995 ο Ναυπλιώτης δικηγόρος Παν. Λαλούσης για την «Διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας». Αντιγράφουμε: «Η θανάτωση έγινε με όπλο από Γερμανούς στρατιώτες μέσα στο Λυγουριό πλησίον της οικίας Αναστ. Λιάτα («Τασέλου») την 1η Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην και ώραν 9 π.μ. αφού είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, για λόγους αντιθέσεώς του στη ναζιστική θεωρία. Μετά τη θανάτωση οι συγχωριανοί ειδοποίησαν την οικογένειάν του που τον έθαψε κατά τις 6 μ.μ. της ίδιας μέρας τοποθετημένο επάνω σε φύλλο ξύλινης πόρτας».

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου, με αριθμό 7, παρελήφθη από την μητέρα του θύματος Βασιλική, στις 12 το μεσημέρι. Την υπογράφει ο τότε Ληξίαρχος και διορισμένος Πρόεδρος της Κοινότητας Βασ. Διδασκάλου («Μπιλ»). Διαβάζουμε: «την πρώτην του μηνός Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην… απεβίωσεν φονευθείς ο υιός της Χρήστος Κ. Αίσωπος… Ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του ιατρού Κων. Καλαματιανού επήλθεν εκ τραύματος δι’ όπλου». Στο περιθώριο του εγγράφου και με διαφορετικό γραφολογικό χαρακτήρα υπάρχει ετεροχρονισμένη η σημείωση: «Εφονεύθη παρά γερμανών».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του «αυτόπτη» δεκαοχτάχρονου τότε Κώστα Π. Γκοβάτση («Μοίρα»), που βρέθηκε την ώρα της διακομιδής στην «Πάνω Πλατεία» του Λυγουριού, ο νεκρός είχε τοποθετηθεί επάνω σε μία ξύλινη σκάλα. Την ξύλινη πόρτα που αναφέρει η αγωγή του δικηγόρου δεν θυμάται να την είδε. Το πιθανότερο είναι ότι η πόρτα με τη σορό τοποθετήθηκε σκεπασμένη με σεντόνι επάνω στη σκάλα κι έτσι μεταφέρθηκε από τον τόπο της εκτέλεσης στο ιατρείο του Κων. Καλαματιανού για τη γνωμάτευση και από κει στο Νεκροταφείο.

Τη μακάβρια μεταφορά ανέλαβαν, εκ περιτροπής, κρατώντας την ξύλινη σκάλα από τις άκρες της, ο φανοποιός Πέτρος Σπανόπουλος («Πετράκης»), ο Στέλιος Κωστάκης («Πίκρας») και η αδελφή του νεκρού, Ευγενία· αυτή η τραγική λυγερόκορμη νέα γυναίκα, που εκείνη την ημέρα – μονάχη ουσιαστικά – αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε με ιδιαίτερο πείσμα το αβάσταχτο πένθος και τον φαρμακερό πόνο, τον δικό της, της μάνας της και του σπιτιού τους ολόκληρου· αυτή που πρώτη το πρωί, στον τόπο της εκτέλεσης σκέπασε μ’ ένα σεντόνι το θλιβερό λείψανο του αδελφού της και τελευταία το βράδυ, με σφιγμένα τα δόντια, τον μετέφερε μέχρι το Νεκροταφείο· αυτή που βάσταξε και απομόνωσε με λεόντεια γενναιότητα τον ανεκδήλωτο θρήνο της, αδιαφορώντας για την παρουσία των μισητών εκτελεστών. Η Ευγενία Τυροβολά, μια υπερήφανη φυσιογνωμία, φερμένη και βγαλμένη από την τραγική «Αντιγόνη» του αρχαίου ποιητή.

Τέλος εκείνο που θυμάται και μας μετέφερε επίσης ο Κώστας Γκοβάτσης είναι πως η νεκρώσιμη συνοδεία των ελάχιστων συγγενών δεν ξεπερνούσε τα επτά με οκτώ άτομα. Οι άλλοι χωριανοί, απόλυτα τρομοκρατημένοι, είτε είχαν φύγει μακριά από το χωριό είτε είχαν κλειδωθεί στα σπίτια τους.

Η ταφή του άτυχου – και ξεχασμένου από κοινωνία και πολιτεία – Χρήστου Αίσωπου έγινε χωρίς παπά και νεκρώσιμη ακολουθία κατόπιν διαταγής των στρατευμάτων κατοχής. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, άδικα και απάνθρωπα.

Το επίσημο Γερμανικό κράτος ουδέποτε έδωσε λόγο συγγνώμης ή αποζημίωση. Σήμερα, 70 χρόνια από τότε – και επειδή οι ήρωες ζουν ανάμεσά μας όσο τους θυμόμαστε – κλείνουμε αυτό το σημείωμα και το δημοσιοποιούμε σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στον τραγικό συμπατριώτη μας και ήρωα, Χρήστο Κων. Αίσωπο.

 

Γιάννης Σαρρής (Δραγώνας)

Λυγουριό, Μάιος 2014


Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής (1778-1865)


 

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Αναστασίου Θεοτόκης [1] γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1778 και ήταν απόγονος του κλάδου των Νταβιάτσο (Daviazzo ή Οκταβιανών, από τον πρόγονό τους Ottavio) της ιστορικής αυτής οικογένειας.

Φαίνεται ότι έτυχε επιμελημένης παιδείας σε σχολείο Λατίνων κληρικών και απόκτησε συστηματικές νομικές γνώσεις. Πολύ μικρός κα­τατάχθηκε στο στρατό της Βενετίας, στο επίλεκτο σώμα των Δαλματών, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. To 1800 ο Πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης των Ιονίων νή­σων Σπυρίδων Θεοτόκης τον διόρισε υπασπιστή του και του ανέθεσε σημαντικές εμπιστευτικές αποστολές. Το 1805, όταν παντρεύτηκε, εγκατέλειψε τις τάξεις του στρατεύματος.

Ιωάννης - Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης (Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 11, 1965).

Πολύ ενωρίς έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και Έφορος της στο νησί του. Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης εγκατέλειψε την οικογέ­νειά του στην Κέρκυρα, κατέβηκε στο Μοριά, έλαβε μέρος στις πολεμικές συγκρούσεις και το 1824 διορίστηκε Υπουργός του Δικαίου. Ήταν εκ των πρώτων που υπέδειξαν την υποψηφιότητα του Ιωάννη Καποδίστρια ως πολιτικού αρχηγού της Ελλάδας. Αντέδρασε, όμως, στην υποβολή του αιτήματος προστασίας που το 1825 υποβλήθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της επαναστατημένης Ελλάδας προς την Αγγλία, χαρακτηρίζοντάς την σε επιστολή του προς τον Ανάργυρο Πετράκη ως «συμφωνητικόν της πωληθεί­σης Ελλάδος». Η επιστολή κατασχέθηκε και ο Θεοτόκης καθαιρέθηκε από το υπουργικό του αξίωμα και φυλακίστηκε στο Μπούρτζι, απ’ όπου θα υποβάλει στην κυβέρνηση αναφορά – υπόδειγμα εθνικής και πολιτικής αξιοπρέπειας.

Το Μάιο του 1825 θα ενεργήσει για την ίδρυση Μασονικής Στοάς στο Ναύπλιο με στόχο «ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος». Η Στοά, η πρώτη στην Ελλάδα, θα ιδρυθεί και θα λειτουργήσει τουλάχιστον έως το 1826. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Μασονικές Στοές εκείνη την εποχή ήταν εστίες φιλελεύθερων ιδεών και από τέτοιες -φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές – ενεφορείτο και ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης. Στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Ιωάννη Κωλέτη, με τον οποίο είχε πυκνή αλληλογραφία (μέρος της σώζεται στο Αρχείο Κωλέτη στην Ακαδημία Αθηνών).

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και έως το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων απελευθέρωσης των Ιονίων νήσων και της ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα, κάτι που ευτύχησε να προλάβει να δει να πραγματοποιείται.

Το Οθωνικό καθεστώς τον διόρισε το 1839 Διοικητή Τήνου [2], ενώ αργότερα, μετά τη μεταβολή του 1843, διορίστηκε Γερουσιαστής. Το 1857, για λόγους υγείας αποσύρθηκε στην Κέρκυρα, όπου και πέθανε το 1865.  Τιμήθηκε με Αριστείο Ανδρείας και το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος.

Ο Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν φλογερός πατριώτης και βαθιά θρη­σκευόμενο άτομο. Παρά το γεγονός ότι ενεφορείτο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, τις οποίες ποτέ δεν έκρυψε, εντούτοις προς το τέλος της ζωής του υπήρξε υποστηριχτής της πολιτικής του βασιλιά Όθωνα.

Η υπηρεσία του στην Τήνο συνδέεται με δυο σοβαρά συμβάντα:

(α) Την κλοπή της εικόνας του Ευαγγελισμού στις 15.12. 1842, ζήτημα που το χειρίστηκε με ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Πολύ σημαντική υπήρξε η σχετική αναφορά του προς την κυβέρνηση, στην οποία ο Θεοτόκης, εν παρενθέσει, υμνεί το έργο του Ιερού Καταστήματος [3].

(β) Την κάθοδο των Ιησουϊτών μοναχών από τον οικισμό Εξώμβουργο, κά­τω από το Κάστρο, στα Λουτρά. Ο Θεοτόκης αντέδρασε σθεναρά γιατί έβλε­πε στην προσπάθεια αυτή απόπειρα προσηλυτισμού [4].

Το καλοκαίρι του 1841 φιλοξένησε στην Τήνο το γιο του Σπυρίδωνα με τη σύζυγο του Jane Elizabeth Digby (1807-1881) [5], θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, και το γιο τους Λεωνίδα.

Παντρεύτηκε την Αγγελική Μαρμορά με την οποία απόκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Μιχαήλ – Ερρίκο (1807), ο οποίος πέθανε πολύ νωρίς, τον Ανδρέ­α – Νικόλαο (1808), τη Μπελίνα (1809) και το Σπυρίδωνα (1811). Ο Ανδρέας – Νικόλαος απόκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία ο Γεώργιος (1844 – 1916) διετέλεσε τέσσερες φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας (1899 – 1901, 1903, 1903 – 4, 1905 – 09). Η κόρη του Γεωργίου Θεοτό­κη, Ζαΐρα, υπήρξε μητέρα του πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας Γεωρ­γίου Ράλλη (1918- 2006).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για τον Ιωάννη – Βαπτιστή Θεοτόκη βλέπετε Λαυρεντίου Βροκίνη, Βιογραφικά σχεδιάρια των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Κερκυραίων, τεύχος Α’, σελ. 121· Δ. – Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τόμος A’ 1819 – 1825, Αθή­ναι 1901, ειδικότερα σελ. 576 – 79 και 678 – 9· Eugéne Rizo Rangavé, Livre dOr de la Noblesse lonienne. Corfou, «Eleftheroudakis». Athenes 1925. pp. 243 – 245- Νικο­λάου Σακελλίωνος – Σταύρου Φιλιππίδη, Ιστορία του εν Τήνω ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας, Εν Ερμουπόλει Σύρου 1928, σελ. 86 επόμ. και ιδία 112 – 123· Σταύρου Χ. Σκοπετέα, «Μυστικαί Εταιρείαι κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Πε­λοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1958), σελ 277 – 298· Κώστα Δαφνή, «Θεοτόκης Ιωάννης – Βαπτιστής. Βιογραφία – προσωπογραφίες», Κερκυραϊκά Χρονικά 11 (1965)· Σπύρου Θεοτόκη, «Ιωάννης Βαπτιστής Θεοτόκης», ό.π., και Γεωργίου Ράλλη, Γεώρ­γιος Θεοτόκης. Ο άνθρωπος του μέτρου, «Ελληνική Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1986. σελ. 13 – 23 (Σ.Μ.).

[2] Ο Θεοτόκης δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε γραφειοκράτης που στελέχωνε το διοικητικό μηχανισμό του νεοσύστατου κράτους, αλλά μια σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής Παλιγγενεσίας. Στην Τήνο, ως Διοικητής του νησιού, ε­πιτέλεσε σημαντικό έργο, κυρίως με τις παρεμβάσεις του στη λειτουργία του Ιε­ρού Καταστήματος της Ευαγγελιστρίας. Βέβαια, όταν έφτασε στην Τήνο ο Θεο­τόκης, ο δημόσιος χαρακτήρας του Ιερού Καταστήματος είχε επιβληθεί, όμως είχε ακόμη μεγάλα περιθώρια παρέμβασης. Τέλος, η παραμονή του στο νησί συνέπε­σε με την κλοπή της εικόνας του Ευαγγε­λισμού στις 15.12. 1842 και είναι βεβαιωμένες οι σύντονες, και αποτελεσματικές ενέργειές του, για σύλληψη του δράστη και την ανεύρεση της εικόνας, αλλά και για την ανάδειξη του γεγονότος αυτού στο πανελλήνιο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Κερκυραίος πολιτικός προσπάθησε να προσδώσει επίσημο χαρακτήρα στην επανεύρεση της εικόνας με παρέμβασή του στην Ιερά Σύνοδο. Εξάλλου είναι αυτός που αμέσως μετά την επιστροφή της εικόνας στο ναό μίλησε για «Δεύτερη Εύρεση», κάτι που ποτέ δεν έγινε τελείως αποδεκτό από την κοινωνία της πόλης.

[3] Η αναφορά αυτή, που πρωτοδημοσιεύθηκε από τους Νικόλαο Σακελλίωνα και Σταύρο Φιλιππίδη στο βιβλίο τους Ιστορία του εν Τήνω ιερού ναού και Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας. Ερμούπολις 1928, σελ. 112-119, σώζεται σε αντίγραφο στο Αρχείο του ΠΠΕΤ. Πρόσφατα εντοπίσαμε και το πρωτότυπο στα ΓΑΚ. Μια πρώτη αντιπαρα­βολή πιστοποιεί την ακρίβεια της αντιγραφής.

[4] Η κάθοδος των Ιησουϊτών στα Λουτρά, ενώ ήταν μια λογική προσπάθεια μετά την ερήμωση της περιοχής, εντούτοις αντιμετώπισε αντίδρασης τόσο από τους τελευταίους καθολικούς κατοίκους του Εξωμβούργου (και τον Καθολικό επίσκοπο Τήνου) όσο και από τις κρατικές αρχές. Το όλο ζήτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τις ιδεολογικές στάσεις και νοοτροπίες της εποχής. Έχουμε συγκεντρώσει πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο ευελπιστούμε σύντομα να παραδώσουμε στη δημοσιότητα.

[5] Η Jane Elizabeth Digby (1807 – 1881), θυγατέρα του Άγγλου ναυάρχου Henry Digby, υπήρξε μια από τις γυναίκες που τάραξαν την κοινωνική ζωή της Ευρώπης. Ήταν πλούσια, όμορφη, δυναμική και, κυρίως, διψασμένη για αγάπη. Το 1824 παντρεύτηκε τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Edward Law, 2nd βαρόνο (μετέπειτα λόρδο) Ellenborough, από τον οποίο χώρισε το 1830. Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μόναχο, όπου υπήρξε ερωμένη του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας (πατέρα του Όθωνα της Ελλάδος) και το 1832 παντρεύτηκε τον βαυαρό βαρόνο Karl von Venningen. Σύντομα, πιθανότατα το 1835, ερωτεύθηκε ένα νεαρό Έλληνα που βρέθηκε στην αυλή της Βαυαρίας, το Σπυρίδωνα Θεοτόκη (1811-1870), γόνο ευγενούς κερκυραϊκής οικογένειας, χωρίς όμως εισοδήματα. Γνωρίστηκαν σε ένα χορό μεταμφιεσμένων, όπου ο νεαρός Θεοτόκης φορούσε την εθνική του ενδυμασία. Ήδη από το Μάρτιο του 1839 στη Γαλλία με το Θεοτόκη, με τον οποίο απόκτησε ένα παιδί το Λεωνίδα (21.9.1840). Το καλοκαίρι του 1841 το ζεύγος Θεοτόκη ήλθε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Τήνο, όπου ο πατέρας Ιωάννης – Βαπτιστής Θεοτόκης ήταν Διοικητής του νησιού.

Φαίνεται ότι κατά την παραμονή της στην Τήνο η νεαρή Αγγλίδα περιηγήθηκε το νη­σί, ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του και φιλοτέχνησε σκίτσα από την καθημερινή του ζωή. Στη συνέχεια, την άνοιξη του 1842, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στα κτήματα της οικογένειας Θεοτόκη στους Λουκάδες της Κέρκυρας και το 1843 μετακινήθηκε στην Αθήνα, όπου η Jane αναστάτωσε τη ζωή της πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κρά­τους. Όταν η Jane διαπίστωσε απιστίες του συζύγου της (1846), τον χώρισε και μετέ­βη στην Ιταλία, όπου ο μικρός Λεωνίδας σκοτώθηκε σε ατύχημα. Ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου υπήρξε ερωμένη του βασιλιά Όθωνα και του στρατηγού Χριστόδουλου Χατζηπέτρου. Μετά σειρά περιπετειών η Jane Digby το 1853 θα βρεθεί στη Συρία, όπου θα ερωτευθεί, και τελικά θα παντρευτεί, τον Sheikh Medjuel el Mezrab, με τον ο­ποίο θα ζήσει ευτυχισμένη έως το τέλος της ζωής της. Ο Σπυρίδων Θεοτόκης, μετά το διαζύγιό του, πήγε στην Ιταλία, άλλαξε πολλές ερωμένες, παντρεύτηκε δύο ακόμη φο­ρές και πέθανε σχετικά νέος στη Ρωσία όπου είχε τοποθετηθεί πρόξενος. Για την πε­ριπετειώδη ζωή της Jane βλέπετε: (α) Edmond About, La Gréce contemporaine, Paris 1863₅, pp. 81 – 91 [XII: Histoire des deux grandes dames étrangères qui s᾽étaient fixées en Grèce], (β) Πολύβιου Δημητρακόπουλου, Αι Αθήναι του Όθωνος: Τζέννυ Θεοτόκη, «Σιδερής», Αθήναι 1925, και (γ) Lovell, Mary S., A Scandalous Life: A Biography of Jane Digby (1995) [Ελληνική μετάφραση της Μαρίας Παππά: Μια σκανδαλώδης ζωή: Η βιογραφία της Τζάν Ελίζαμπεθ Ντίγκμπι – Θεοτόκη, «Νέα Σύ­νορα», Αθήνα 1997] (Σ. Μ.).

 

Κώστας Δανούσης

Τηνιακά Σύμμεικτα, τεύχος 14, 2014.

 

Read Full Post »

Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό (ΕΛΑΝ) | Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμιονίδας


 

Το ελληνικό αντάρτικο κίνημα στη θάλασσα άρχισε να οργανώνεται μεθοδικά από τον Σεπτέμβριο του 1943. Πριν την ίδρυση του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού, οι αντιστασιακές ενέργειες στη θάλασσα εκδηλωνόταν με ενέργειες ιδιωτικών πλοιαρίων που μετέφεραν τρόφιμα και στελέχη ή τμήματα του ΕΛΑΣ. Οι κινήσεις αυτές όμως σταμάτησαν εξαιτίας των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των κατακτητών τον Μάιο του 1943. Τότε ο ΕΛΑΣ για να αποφύγει τις επιχειρήσεις αυτές συνέπτυξε τις δυνάμεις του στα βουνά. Με τη λήξη των επιχειρήσεων την περίοδο καλοκαιριού – φθινοπώρου του ίδιου έτους, ο ΕΛΑΣ επανήλθε στις θέσεις του για να ξαναρχίσει η λειτουργία του ναυτικού του.

Το ΕΛΑΝ, εμφανίστηκε αρχικά σε μέρη όπου η μορφολογία των ακτών επέτρεπε την κίνηση μικρών και ευέλικτων σκαφών και την απόκρυψή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βάσεις αυτές δημιουργήθηκαν σε σημεία που είχαν χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιούνταν την ίδια εποχή από λαθρέμπορους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν το 1943, ο ΕΛΑΣ, στη περιοχή του Γυβαριού στο Θερμαϊκό κόλπο διαλύει βάση λαθρεμπόρων που λειτουργούσε σε συνεργασία με την Χωροφυλακή.

Από του Γερμανούς επιχειρήθηκαν εκκαθαρίσεις σε τοπικό επίπεδο εναντίον του ΕΛΑΝ αλλά τελικά δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν την δυναμική του. Οι πιο σημαντικές από αυτές ήταν μέρος των γενικών επιχειρήσεων των Γερμανών στις περιοχές της ελεύθερης Ελλάδος τον Οκτώβριο του 1943.

Την άνοιξη του 1944, το ΕΛΑΝ αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη που μπορούσε να ολοκληρώσει αποστολές όπως η αιχμαλωσία σκαφών και οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Ακόμα αναλάμβανε μεταφορών τμημάτων του ΕΛΑΣ πολεμοφοδίων, τροφίμων, εμπορευμάτων και συμμετείχε σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ. Το προσωπικό του προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από ναυτεργάτες και απλούς ψαράδες, αξιωματικούς και ναύτες του Εμπορικού Ναυτικού και σε πολύ μικρότερο βαθμό του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού.

 

Σκάφη και οπλισμός του ΕΛΑΝ

 

Τα σκάφη που αποτελούσαν το ναυτικό των ανταρτών ήταν κυρίως το τρεχαντήρι και οι παραλλαγές του (μπρατσέρα, πέραμα, τσερνίκι, καΐκι). Τα σκάφη ήταν ταξινομημένα με βάση την ταχύτητά τους και το φορτίο τους σε τρεις κατηγορίες :

  • σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο άνω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων
  • σε αυτά που είχαν ωφέλιμο φορτίο κάτω των 10 τόνων και ταχύτητα άνω των 11,27 χιλιομέτρων και
  • σε αυτά που η ταχύτητά τους δεν τους επέτρεπε να χρησιμοποιηθούν παρά μονάχα σαν εμπορικά.

Τα σκάφη της τελευταίας κατηγορίας συγκροτούσαν εφεδρικές μοίρες ενώ τα σκάφη των δύο πρώτων κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν σε πολεμικές αποστολές όπως επιτήρηση εχθρικών κινήσεων, καταδρομές και αιχμαλωσία και λαφυραγώγηση εχθρικών σκαφών.

National Popular Liberation Navy, 1943-45 The first naval units of the Greek partisans appeared in March-April 1943. After the Italian capitulation in September, the ELAN was set up and the first important stable bases began to appear at various points on the coast. The vessels used by the partisans were small boats armed with captured German guns: caïques, fishing boats and motor launches. They engaged in harrying enemy transport vessels, transporting friendly forces, and escorting and protecting transport vessels. Other craft, not suitable for arming, carried out transport or liaison duties. More than 100 boats with 1,200 men and women served with the Partisan Navy. After a short war against British and Royal Greek forces in December 1944-January 1945, the ELAN was demobilized on 28 February, 1945 and its vessels handed over to the British and Greek naval forces.

Μυτιλήνη 1944. Απελευθέρωση. Ηρωική φωτογράφηση του πληρώματος του καπετάνιου Ευάγγελου Οικονόμου – Ατσαλένιου. Το π/κ «Πέραμα» ανήκει στην 4η Μοίρα Πηλίου Παγασητικού, διακρίνονται τα κωδικά γράμματα που έφεραν όσα σκάφη ταξίδευαν στα Μικρασιατικά παράλια. Παπαδόπουλου Α. Δημήτριου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943 – 1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14°, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελίδα 28.

Οι πετρελαιομηχανές των σκαφών δεν είχαν ηλεκτρική έναυση και για να πάρουν μπροστά έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μια βοηθητική συσκευή με το όνομα πυρόφουσκα ή βάλβα σε συνδυασμό με ένα καμινέτο. Με το καμινέτο θέρμαιναν τις φούσκες ώστε να προκληθεί ανάφλεξη του κινητήρα. Οι μηχανές ήταν ελληνικής κατασκευής μονοκύλινδρες χωρίς προβλήματα συντήρησης και οικονομικές. Διέθεταν απλό μηχανισμό που επέτρεπε την κίνηση προς τα εμπρός και το κράτημα της μηχανής. Οι βενζινομηχανές (συνήθως τροποποιημένες μηχανές αυτοκινήτων) δεν ήταν εξυπηρετικές, γιατί είχαν υπερβολικά ευαίσθητο ηλεκτρικό σύστημα, με αποτέλεσμα τις συνεχείς βλάβες και την υπερβολική κατανάλωση.

Τη συντήρηση των σκαφών στις περισσότερες μοίρες του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει ειδικά συνεργεία. Τα συνεργεία αυτά φρόντιζαν ακόμα και την επισκευή εχθρικών σκαφών που έπεφταν στα χέρια τους. Ωστόσο πολλές ήταν οι φορές που για να αντιμετωπιστούν τεχνικά προβλήματα οι κατά τόπους διοικητές, ζητούσαν τη συνδρομή μεγαλυτέρων σχηματισμών και την μετάταξη ειδικευμένων τεχνιτών από άλλες μονάδες.

Το ΕΛΑΝ δεν είχε την ποιότητα και την ποσότητα του οπλισμού που διέθετε ο ΕΛΑΣ. Στις αρχές μάλιστα συνήθως δεν υπήρχε ούτε ένα πολυβόλο όπλο σε κάθε σκάφος. Έτσι ο κύριος οπλισμός ήταν τσεκούρια, μαχαίρια, γάντζοι και ίσως κάποια κυνηγετικά όπλα. Καλύτερο οπλισμό διέθεταν τα σκάφη που εκτελούσαν αποστολές στα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας διότι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν εξοπλισμό συνήθως από λαθρέμπορους. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι μονάδες του ΕΛΑΝ άρχισαν να εξοπλίζονται με ιταλικά όπλα είτε από τους αντάρτες που μετέφεραν είτε επίσημα από τις μονάδες του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Έτσι υπήρχαν διαφόρων ειδών πιστόλια, ιταλικά και βρετανικά τυφέκια, ιταλικά γερμανικά αμερικανικά και βρετανικά υποπολυβόλα, ιταλικά και βρετανικά οπλοπολυβόλα, ιταλικά και γερμανικά πολυβόλα, ιταλικοί και γερμανικοί όλμοι, πολωνικά, ιταλικά, γερμανικά και βρετανικά αντιαρματικά τυφέκια, ελβετικά και γερμανικά πυροβόλα και ράβδοι δυναμίτη που χρησιμοποιούνταν σαν εκρηκτικά. Γενικά μπορεί να ειπωθεί ότι ο εξοπλισμός ήταν φτωχός και πεπαλαιωμένος.

 

Αποστολή και τακτική του ΕΛΑΝ

 

Η αποστολή των μονάδων του ΕΛΑΝ είχε τους εξής στόχους :

  1. μεταφορά από τα παράλια της Κύπρου και της Μικράς Ασίας εφοδίων
  2. καταδίωξη και σύλληψη επίτακτων από τις δυνάμεις κατοχής πλοίων
  3. συμμετοχή σε επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ
  4. μεταφορά τραυματιών και τμημάτων του ΕΛΑΣ
  5. μεταφορά τροφίμων και υλικών του ΕΛΑΣ

Όταν τα σκάφη λάμβαναν μέρος σε συγκρούσεις προσπαθούσαν να δίνουν το μικρότερο δυνατό στόχο και να στρέφουν προς τη πλευρά του αντιπάλου τη καλύτερη εξοπλισμένη πλευρά τους. Όταν τα καταδίωκαν τα γερμανικά σκάφη χρησιμοποιούσαν σαν τέχνασμα το να δίνουν περισσότερο πετρέλαιο στη μηχανή για να βγαίνει πυκνός καπνός ώστε να κρύβεται το σκάφος είτε το βύθισμα του σκάφους και ύστερα την ανέλκυσή του. Ακόμα για να το κρύψουν το πλεύριζαν σε ακτές και το κάλυπταν με κλαδιά της ντόπιας βλάστησης. Για να καλύπτουν τα καυσαέρια της μηχανής έβαζαν πάνω στο καζανάκι της εξάτμισης κοφίνια με υγρά πανιά.

Η ενέδρες των εχθρικών σκαφών γινόντουσαν σε ακτές με βράχους και υφάλους είτε σε κρυφούς όρμους, μεσοπέλαγα, ή σε ακτές όπου τα εχθρικά σκάφη άραζαν. Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι μαζί με τα πληρώματα των σκαφών του ΕΛΑΝ δρούσαν και μονάδες του ΕΛΑΣ ή ακόμα και συμμαχικές αποστολές.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Διάρθρωση του ΕΛΑΝ

Η Ναυτική Υπηρεσία, αποτελούνταν από πολύ λίγους αξιωματικούς του Εμπορικού και του Πολεμικού Ναυτικού ενώ οι περισσότεροι προέρχονταν από το Στρατό Ξηράς. Ουσιαστικά η δύναμη του ΕΛΑΝ βρισκόταν διάσπαρτη και αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες στην επικοινωνία της με την κεντρική διοίκηση. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, οι κατά τόπους Μοίρες είχαν αυτονομία στο χειρισμό καταστάσεων και στην έκδοση διαταγών.

Στις 3 Ιουλίου του 1944, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ανέλαβε την ανασυγκρότηση του ΕΛΑΝ, διατάσσοντας την ίδρυση Ναυτικής Υπηρεσίας παρά τη Γραμματεία των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου 1944 συγκροτήθηκαν οι εξής Μοίρες :

  • 1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου
  • 2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων
  • 3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού
  • 4″ Μοίρα Πηλίου – Παγασητικού
  • 5η Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης
  • 6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής
  • Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμονίδος
  • Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού

Ταυτόχρονα όμως συνέχισαν να δρουν ανεξάρτητα σχηματισμοί του ΕΛΑΝ σε περιοχές που υπάγονταν στους σχηματισμούς του ΕΛΑΣ της περιοχής τους, χωρίς καν η Ναυτική Υπηρεσία να γνωρίζει την ύπαρξή τους μέχρι και την απελευθέρωση. Στις 22 Νοεμβρίου 1944, σχηματίζεται το ΕΛΑΝ Ομάδος Μεραρχιών Μακεδονίας που αποτελείτο από την 5η και 6η Μοίρα. Κατά την απελευθέρωση το ΕΛΑΝ ήταν συγκροτημένο σε έξη Μοίρες και έναν ανεξάρτητο στολίσκο. Αναλυτικά:

  • 1η Μοίρα Πελοποννήσου – Ζακύνθου που υπαγόταν στην III Μεραρχία με δύναμη 110 ανδρών
  • 2η Μοίρα Δυτικής Στερεάς – Ιονίων Νήσων που υπαγόταν στην VIII Μεραρχία με δύναμη 100 ανδρών
  • 3η Μοίρα Ευβοϊκού – Σαρωνικού – Κορινθιακού που υπαγόταν στη I Μεραρχία με δύναμη 300 ανδρών
  • 5Π Μοίρα Ανατολικής Μακεδονίας – Δυτικής Θράκης που υπαγόταν στην XI Μεραρχία με δύναμη 220 ανδρών
  • 6η Μοίρα Θερμαϊκού – Χαλκιδικής που υπαγόταν στην VI Μεραρχία με δύναμη 90 ανδρών
  • Ανεξάρτητος Στολίσκος Μαλιακού που υπαγόταν στην XIII Μεραρχία με δύναμη 200 ανδρών.

Στην αρχή δεν υπήρχε χαρακτηριστική στολή για την αμφίεση του ΕΛΑΝιτών. Οι άνδρες των μονάδων φορούσαν ότι είχαν πρόχειρο και αργότερα πολλές από τις Μοίρες θα υιοθετούσαν σκούρα μπλε στολή που έμοιαζε με εκείνη του Γερμανικού Ναυτικού. Παράλληλα θα φορούσαν στολές Γερμανών, των Βρετανών και του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού. Χαρακτηριστικό σήμα δεν υπήρχε ως το 1943.

Κυρίαρχο ήταν το σήμα του ΕΛΑΣ με τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις του. Το 1944, με διαταγή της ΠΕΕΑ, καθορίστηκε σαν διακριτικό μαύρος μπερές που έφερε κεντημένο το σήμα του ΕΛΑΝ συνήθως μαζί με το σήμα μιας άγκυρας. Οι αξιωματικοί έφεραν τους αστερίσκους του βαθμούς τους αριστερά από το εθνόσημο. Το έμβλημα ήταν ή μεταλλικό ή κεντημένο, συνήθως στρογγυλό με την άγκυρα στη μέση και τα γράμματα ΕΛΑΝ από πάνω. Όλοι οι άνδρες έφεραν στο στήθος αριστερά κεντητή άγκυρα μεγέθους 7 – 10 εκ, ενώ στις περισσότερες μοίρες συνέχιζαν να φορούν τα σήματα των κατά τόπων σχηματισμών του ΕΛΑΣ που ανήκαν. Σαν σημαία καθορίστηκε η σημαία του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Στην αρχή τα πληρώματα που αποτελούσαν τις Μοίρες είχαν ήδη εμπειρία. Στη συνέχεια όμως και ιδιαίτερα από το καλοκαίρι του 1944, ο μεγάλος αριθμός εθελοντών θα αναγκάσουν τις κατά τόπους Μοίρες να συστήσουν σχολές μαθητείας. Οι σχολές είχαν ως στόχο την εκπαίδευση των αντρών και σε αυτές δίδασκαν κυρίως ναυτικοί που είχαν εμπειρία και πολύ λίγοι αξιωματικοί του Βασιλικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Πρώτες σχολές συγκρότησαν οι Μοίρες της Μακεδονίας και του Πηλίου και οι περισσότερες λειτούργησαν από το καλοκαίρι το 1944 ως την αποστράτευση του ΕΛΑΝ.

Υγειονομικά οι περισσότερες Μοίρες υποστηρίζονταν από εμπειρικούς ή γιατρούς. Οι ασθενείς νοσηλεύονταν σε σπίτια μελών του ΕAM και τα πιο σοβαρά περιστατικά προωθούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία και κλινικές με την φροντίδα πολιτικών οργανώσεων. Τον Ιούλιο του 1944, συνελήφθηκε το πετρελαιοκίνητο π/κ « Άγιος Δημήτριος » που μετατράπηκε από την 6η Μοίρα σε πλωτό νοσοκομείο. Η XI Μεραρχία απόσπασε σε αυτό τον υφηγητή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ν. Ψύχο, με μια νοσοκόμα και δύο βοηθούς. Με την απελευθέρωση της Καβάλας μετά από παράκληση των αρχών της πόλης ο γιατρός παραχωρήθηκε από την Μοίρα μαζί με ιατροφαρμακευτικό υλικό για τοπικές ανάγκες.

Κατά την πρώτη περίοδο της ύπαρξης του ΕΛΑΝ οι αιχμάλωτοι εκτελούνται. Αργότερα προωθούνται σε κοντινούς σχηματισμούς του ΕΛΑΣ. Η τακτική της εκτέλεσης των αιχμαλώτων θα συνεχιστεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση. Έτσι μέλη της γερμανικής αστυνομίας, GFP, SD και SS εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες, πάνω στο σκάφος και τα πτώματά τους πετάγονται στη θάλασσα. Αιχμάλωτοι με τεχνικές γνώσεις κρατούνταν στα συνεργεία των Μοιρών. Ελληνικά πληρώματα παρέμειναν για ένα διάστημα σε φυλασσόμενους χώρους και μετά αφήνονταν να επιστρέψουν στους τόπους κατοικίας τους. Το διάστημα αυτό ώστε να γίνει αναγγελία της δήθεν βύθισης του σκάφους τους από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της Μέσης Ανατολής ώστε να μη συναντήσουν προβλήματα από τις δυνάμεις κατοχής. Τα περισσότερα πληρώματα εντάσσονταν ωστόσο εθελοντικά στο ΕΛΑΝ προκειμένου να έχουν έστω εποπτεία του σκάφους τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν και το μόνο περιουσιακό τους στοιχείο.

 

Οι επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΝ

 

Οι πρώτες επιχειρήσεις έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 1942, από το Ιταλικό Ναυτικό με τη συνεργασία της Ιταλικής Τελωνοφυλακής στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας και στον Κορινθιακό κόλπο. Τον Μάιο του 1943, θα ακολουθήσουν επιχειρήσεις από τους Ιταλούς στην περιοχή του Πηλίου και τα γύρω χωριά χωρίς όμως αξιόλογα αποτελέσματα. Οι Γερμανοί, ενεπλάκησαν σε αυτές τις επιχειρήσεις με δύο καταδιώξεις στην περιοχή της Σκοπέλου βοηθούμενες από ομάδα Ελλήνων συνεργατών τους από την Σκόπελο.

Μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν επιχειρήσεις προκείμενου να αποτρέψουν την διαφυγή ιταλικών υλικών από τα νησιά προς τον ΕΛΑΣ. Την περίοδο 19 Μαρτίου – 4 Απριλίου 1944, οι Γερμανοί με την υποστήριξη τριών πλοίων και τριών αεροπλάνων εξαπέλυσαν επιχειρήσεις κατά του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο Πήλιο και την Ανατολική Θεσσαλία, όπου σημειώθηκαν σποραδικές μάχες με τα σκάφη της Μοίρας υπό την κάλυψη του Συντάγματος.

 

Ανεξάρτητη Μοίρα Αργολικού – Ερμιονίδος

 

Η παρουσία της RAF και των βρετανικών υποβρυχίων καθιστούσε προβληματική την ναυσιπλοΐα μέσω Κυκλάδων για Κρήτη το Γερμανικό Ναυαρχείο επέλεξε ως πιο ασφαλή διαδρομή την πορεία Πειραιάς – Αίγινα – Ύδρα – Σπέτσες – Κύθηρα και από με την κάλυψη της νύχτας Κρήτη. Το ΕΑΜ Ερμιονίδος, αντιλήφθηκε το νέο δρομολόγιο και με πρωτοβουλία του επικεφαλής του Τάσου Κακαβούτη και του 6ου Συντάγματος, οργάνωσε ναυτική δύναμη που είχε σαν αποστολή το κούρσεμα των γερμανικών επίτακτων που τροφοδοτούσαν την Κρήτη με κάθε είδους εφόδια.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Έχει προηγηθεί η ιταλική συνθηκολόγηση και η μάχη τμημάτων του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με την Ιταλική φρουρά του Πόρτο Χέλι, όπου αποκομίζονται άφθονα λάφυρα. Με τμήμα των λαφύρων αυτών θα εξοπλιστεί και το ψαροκάικο του Μπάμπη Παντελή με δύο γερμανικά πολυβόλα και δύο ιταλικά οπλοπολυβόλα. Το δεύτερο σκάφος θα πάρει το όνομα «Κ/2 Φρίτς» από το όνομα του Γερμανού που το χρησιμοποιούσε με υπεύθυνο τον Σταμάτη Σκούρτη. Το τρίτο σκάφος ήταν το καΐκι του Χριστόδουλου Μαλτέζου.

Έτσι στις 25 Σεπτεμβρίου, συγκροτείται το ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού. Ο Κακαβούτης σε συνεργασία με τον Τάσο Παπαδόπουλο διερμηνέα της γερμανικής φρουράς της Ύδρας και γραμματέα της Μητρόπολης, πληροφορούνταν τα δρομολόγια των επιτάκτων και έτσι κανόνιζε τις ενέδρες του. Τα επίτακτα είχαν δεύτερο σταθμό την Ύδρα απ’ όπου απέπλεαν νύχτα για να περάσουν το στενό με προορισμό τις Σπέτσες. Εκεί τους περίμεναν τα σκάφη του ΕΛΑΝ. Αργότερα η διοίκηση της Μοίρας ανατέθηκε στην 3η Μοίρα.

Σημαντικές επιχειρήσεις :

  •  16 Φεβρουαρίου 1944

Δύο Bristol Beaufighter βομβάρδιζαν και βύθισαν στο λιμάνι των Σπετσών γερμανικό επίτακτο. Κατά την αποχώρησή τους το ένα χτύπησε το φτερό του στο φάρο και έπεσε στη θάλασσα. Ο ένας πιλότος πνίγηκε και ο άλλος διασώθηκε από ψαράδες και φυγαδεύτηκε. Το γεγονός μαθεύτηκε από τη δύναμη του ΕΛΑΝ η οποία και αποφάσισε να αιχμαλωτίσει τους Γερμανούς που διασώθηκαν και να πάρει ότι μπορεί από το ναυάγιο. Με νυχτερινή επιχείρηση συλλάβανε τους Γερμανούς και τρία επιταγμένα καΐκια που βρίσκονταν στο λιμάνι, φορτωμένα με εφόδια. Μετέφεραν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στα Δίδυμα, επέστρεψαν στις Σπέτσες και με δύτες αφαίρεσαν τα πολυβόλα από το βυθισμένο αεροπλάνο.

  •  26 Απριλίου 1944

Εξοπλισμένα σκάφη του ΕΛΑΝ κυρίευσαν 6 γερμανικά επίτακτα ιστιοφόρα και αιχμαλώτισαν τα πληρώματά τους. Λάφυρα 2 πολυβόλα, 10 υποπολυβόλα, 1700 οβίδες πυροβολικού των 7,5 εκατοστών, 2 ασύρματοι, 80 τηλέφωνα εκστρατείας, 4.000 οκάδες σιτάρι, 15.000 οκάδες λάδι 20 βαρέλια ασετιλίνη, 15 βαρέλια αποξηραμένες πατάτες, 80 ντενεκέδες κονσερβοποιημένο λάχανο, χιλιάδες κονσέρβες και 5.000 δέματα και γράμματα από τη Γερμανία με προορισμό διάφορες γερμανικές φρουρές. Με τα τηλέφωνα οργανώθηκε το τηλεφωνικό δίκτυο της Κορινθίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Τα λάφυρα προωθήθηκαν στο 6° Σύνταγμα ΕΛΑΣ που είχε την έδρα στην Γκούρα Φεναιού Κορινθίας με τη βοήθεια του 5ου Λόχου ΕΛΑΣ Κορινθίας.

  •  5-10 Μαΐου 1944

Βενζινόπλοια της Μοίρας συνέλαβαν κατά διαστήματα 6 γερμανικά επίτακτα καΐκια αιχμαλωτίζοντας τους Γερμανούς συνοδούς τους. Τα καΐκια ήταν φορτωμένα με τρόφιμα, λάδι και αλεύρι.

  •  27 Μαΐου 1944

Πρώτη εκκαθαριστική επιχείρηση στη περιοχή. Γερμανικές δυνάμεις στα παράλια της Ερμιονίδος αποβιβάστηκαν και εξόντωσαν το Λιμενικό Φυλάκιο του ΕΛΑΝ στην Ερμιόνη. Την ίδια μέρα ομάδα 22 πεζοναυτών του ΕΛΑΝ αποβιβάστηκαν νύχτα και τα χαράματα επιτέθηκαν στο οχυρωμένο από τους Γερμανούς ύψωμα του Κολιακού. Μετά από δίωρη μάχη και οι δύο πλευρές αποσύρθηκαν χωρίς οι Γερμανοί να επιστρέψουν στις εγκαταστάσεις τους στο ύψωμα, αφού πρώτα πυρπόλησαν το ομώνυμο χωριό. Σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία, οι ΕΛΑΝίτες αποδεκατίστηκαν έχοντας 19 νεκρούς.

  •  28-29 Αυγούστου 1944

Κατά τη διάρκεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων γερμανικές δυνάμεις υποστηριζόμενες από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας εξαπέλυσαν επιχειρήσεις με ναυτικό αποκλεισμό της Αργολίδας και ενεπλάκησαν με άνδρες του 3ου Τάγματος του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που επιχειρούν ελιγμό με κατεύθυνση την ορεινή Κορινθία. Όμως οι διαβάσεις είχαν αποκοπεί και έτσι το Τάγμα επέστρεψε στην παραλία της Ερμιόνης. Σε βοήθεια του έσπευσε στολίσκος από σκάφη του ΕΛΑΝ. Επειδή όμως ο Αργολικός ελέγχονταν από γερμανικά περιπολικά αποφασίστηκε η εκκένωση να γίνει νύχτα από το λιμανάκι της Κορακιάς. Το Τάγμα διέφυγε και μετά από ολονύχτια πλεύση αποβιβάστηκε στην απέναντι ακτή της Κυνουρίας ενώ οι τραυματίες προωθήθηκαν στο Άστρος για νοσηλεία.

Επίλογος

Συνοπτικά μέσα στον ενάμιση χρόνο της οργανωμένης λειτουργία του ΕΛΑΝ, είχε πάνω από 80 συγκρούσεις με τον εχθρό στις οποίες κυρίεψε ή βύθισε περίπου 200 σκάφη όλων των κατηγοριών (από βάρκες μέχρι εξοπλισμένα τσιμεντόπλοια) προκαλώντας 350 περίπου νεκρούς στις δυνάμεις κατοχής και συλλαμβάνοντας άλλους τόσους αιχμαλώτους. Από το σώμα αυτό πέρασαν 1.200 περίπου άνδρες και αξιωματικοί οι οποίοι επάνδρωσαν 120 περίπου σκάφη και δεκάδες ναυτικά φυλάκια. Δυστυχώς εξαιτίας των διώξεων που ακολούθησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια, δεν είναι δυνατόν να μαθευτεί η ακριβής δράση των Μοιρών και των συμμετεχόντων σε αυτές, αφού διώχθηκαν και εξοντώθηκαν οι περισσότεροι από αυτούς και χάθηκαν πολύτιμα αρχεία και φωτογραφίες. Ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι η συνεισφορά του ΕΛΑΝ στον πόλεμο εναντίον των κατακτητών και στην απελευθέρωση της χώρας ήταν πολύτιμη, παρά τις μικρές δυνάμεις που είχε στην διάθεσή του.

 

Κολοβός Γεώργιος

Η δράση του Ελληνικού Ναυτικού (Πολεμικού, Ανταρκτικού και Εμπορικού) κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα

Read Full Post »

Η Έξοδος του Μεσολογγίου – Χρονικό της Εξόδου


 

Το καλυβάκι άντεξε στην πρώτη πολιορκία των Τούρκων (25 Οκτ.-25 Δεκ. 1822) και δεν έπεσε. Στη δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), όμως, παρ’ όλο που έγιναν κάποια οχυρωματικά έργα από το μηχανικό Μιχαήλ Κόκκινη, δεν άντεξε γιατί πολιορκήθηκε από πολυπληθέστερες δυνάμεις, ο αποκλεισμός ήταν ασφυκτικός και δεν μπορούσε να του παρασχεθεί βοήθεια σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη και οι πολιτικοί, όμως, ασχολούμενοι με τις εκλογές για την Γ’ Εθνοσυνέλευση και τις ίντριγκες, ολιγώρησαν και δεν έστειλαν έγκαιρα βοήθεια.

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Η πολιορκία είχε στόχο την πτώση του Μεσολογ­γίου και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκο­λυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελο­πόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νο­έμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυ­νάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, [1] οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου), τον Ντολμά και τον Πόρο (28 Φε­βρουαρίου) και το Ανατολικό (1 Μαρτίου).

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα (25 Μαρ­τίου), υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε μεν το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η  εξαμελής  Επιτροπή, που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να  εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινή­σει ένα μι­κρό στόλο 25 πολεμικών και πυρπολικών. Ο στόλος με επι­κεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλ­λά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι – που είχαν απορρίψει τις ε­χθρικές προτάσεις για παράδοση – όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσι­μος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως», [2] αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Μέσα στα Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. [3] Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Βάγιας, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Κίτσου, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Μή­τρος Δεληγεώργης, Χρίστος Φωτομάρας κ.ά. [4]

Με δύο αγγελιαφόρους ειδοποίησαν τους οπλαρ­χηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους. Στις επιστολές τους προς τους έξω εκφράζουν ό­χι μόνον τις αγωνίες τους, αλλά και το θυμό τους. Γράφουν: «Εάν δεν κινηθήτε να όψεσθε, να όψεσθε, να όψεσθε». [5]

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους – και η απόφαση αυτή εφαρ­μόστηκε -, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», [6] αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παρα­δοθούν.

 

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Π. Βρυζάκης, 1856, επιχρωματισμένη λιθογραφία.

 

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλεν τάχα να σωθή»[7] Οι γυναίκες μάζευαν τα ελα­φρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύ­λινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστή­ρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπο­γραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» [8] και έ­σπαζαν και αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

To μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στον προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο της Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη, και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πο­λιορκημένους.

Στον πρόλογο του σχεδίου αναφέρεται:

 

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος

Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πα­τρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.

Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κά­θε ελπίς βοηθείας και προμηθείας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν (ώστε να δυνηθώμεν) να βαστάζωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδο μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυ­κτός της 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια (…)».[9]

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περ­νούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα («κολώνες»). Τα δύο πρώτα, αποτε­λούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτριο Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την Έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, απο­τελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικό­παιδά τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πι­θανόν τον Θανάση Ραζη-Κότσικα και τον Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». [10] Σημείο συνά­ντησης είχε οριστεί η Μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ, όμως, που γνώριζε από προδοσία ή από μαρτυρία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε [11] την απόφαση της Εξόδου και το σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν – αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο -, παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πε­ζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πε­διάδα και στους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πίσω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

 

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

 

Η Έξοδος

 

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο, «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». [12] Συνταρακτικές σκηνές περι­γράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης απο­χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλ­λον κόσμον», [13] που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφα­σισμένοι και κανείς δεν φοβόταν το θάνατο.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνο­νται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6.30 [14] ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έ­ξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του. Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (τη νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλαιά τάφρο (που υπήρχε και στην πρώτη πολιορκία, το 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μία ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να πε­ράσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύ­χη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά α­πό στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομε­ρός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μίαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και του­φέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον»[15]

Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [16] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [17] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή – που τους χτύπησε από πί­σω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. [18] Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

 

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

 

Δεν είχε, όμως, την ίδια τύχη το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος, την οποία δεν μπο­ρούσαν να ανακόψουν οι εχθρικές δυνάμεις, ακού­στηκε από το σώμα αυτό μία φωνή: «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». [19] Επικράτησε πανικός και σύγ­χυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Στο μεταξύ και δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στην πόλη και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε μάχη σώμα με σώμα.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

«Μεσολογγίτισσα μητέρα με το παιδί της». Giovanni Berselli (1802-1860) (χαράκτης) – Narducci Pietro (1793-1880) (σχεδιαστής), 1837. Επιχρωματισμένη οξυγραφία. Συλλογή Σπύρου Σακαλή.
Μια γυναίκα κρατά ένα παιδί στην αγκαλιά της ενώ ταυτόχρονα κρατά ένα σπαθί, συμβολίζοντας την αυτοθυσία και τον αγώνα των γυναικών κατά την Επανάσταση. Στο βάθος διακρίνονται οι φλόγες της πολιορκημένης πόλης, τονίζοντας το δράμα της στιγμής.
Η λιθογραφία περιλαμβάνει στο κάτω μέρος της αφιέρωση σε προσωπικότητες όπως ο Camillo Benso, Conte di Cavour και ο Vittorio Emanuele II, αντανακλώντας το φιλελληνικό πνεύμα της εποχής στην Ιταλία.

 

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθα­σαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής «παραφυλάττων την υπόνομον, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένον επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλε φωτιάν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του»[20] Το ίδιο έγινε και στα οχυ­ρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρ­κοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί και νικώντες και νικώμενοι». [21]

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έ­κρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι∙ ερράγη το έδαφος· άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». [22]

Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο ο­χυρό και κράτησε ως τις 12 Απριλίου, οι υπερα­σπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών». [23]

Έτσι έπεσε το Μεσολόγγι ύστερα από δωδεκά­μηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του ε­χθρού»[24]

Αλλά ουσιαστικά το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «Η πείνα, όμως, το επαράδωσεν, αλ­λά μην φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». [25]

Για τις απώλειες των δύο πλευρών υπάρχουν α­ντιφατικές εκτιμήσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ξένων χρονικογράφων. Κατά τους Έλληνες, α­πό τους 3.500 άνδρες της Φρουράς διασώθηκαν πε­ρίπου 2.000 – 2.500 [26] και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτί­στηκαν σχεδόν όλα τα γυναικόπαιδα. [27] Ενώ υπολο­γίζουν ότι από τους εχθρούς χάθηκαν οι μισοί, πε­ρίπου 5.000. [28]

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατά τους ξένους, χάθηκαν 3.000 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 5.000 ή 6.000 γυναικόπαιδα, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων έφθασαν τους 4.000 άνδρες. [29] Ανάμεσα σ’ αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι κατά την Έξοδο ήταν οι οπλαρχηγοί Νικολός Στορνάρης, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Ανδρέας Γριβογεώργης, Κώστας Σιαδήμας, Γιάννης Αγγελής και ο Ιωάν­νης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διευθυ­ντικής Επιτροπής, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, ο τυπογρά­φος Δ. Μεσθεναίος και γόνοι ιστορικών οικογε­νειών του Μεσολογγίου: Αναστάσιος Παλαμάς, Πέ­τρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Γεώρ­γιος Φαράντος και Κωνσταντίνος Καρπούνης.[30]

Στην Έξοδο, επίσης, φονεύθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες (περίπου 15) που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Ο Ελβετός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγερ (Johann- Jacobi Meyer), εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», οι Γερμανοί Νχίτμαρ (Dittmar), Ντελάουνι (Delaunay), Στίτσελμπεργκερ (Stitjelberger), Λίμπχοβ (Lübtow), Κλέμπε (Klembe), Ρόονερ (Rosner), ο Ιταλός Τζιακομούτσι (Giacomuzzi) και οι εθελοντές Μεβιέ, Σχιεφάου, Σιπάνου, Λάτερβαχ, Ντιρσάβσκι (Diersawski), Piντεζελ (Riedesel) και Ραζιέρι. [31]

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

«Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελλη­νικό ζήτημα, όσο καμιά ελληνική νίκη», γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος. [32] Πράγματι αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και στην Αυστρία) και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνον συγ­γραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών κατ στρατιωτικών.

Η κοινή γνώμη εξέφρασε τη δυσφορία της για την απραξία των κυβερνήσεων και οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμ­βαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρ­μα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.

Ο Καποδίστριας προφήτευσε εκτιμώντας τον ξεσηκωμό και τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, σε επιστολή του προς τον αδελ­φό του Βιάριο στις 18 Απριλίου 1826, [33] ό­τι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν έπρεπε να απελπίσει τους Έλληνες, γιατί σ’ αυτό έβλεπε την αρχή της σωτηρίας τους. Δεκαοχτώ μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου 1827, οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων με τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο βοήθησαν αποφασιστικά να δικαιωθεί ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ο μελετητής της θυσίας του Μεσολογγίου κατα­λαμβάνεται από θλίψη, όταν διαπιστώνει ότι η κα­ταστροφή της Ιερής πόλης μπορούσε να αποφευχθεί. Ο Καραϊσκάκης, που είχε περάσει στη Στερεά α­πό τον Ιούλιο του 1825, αφού πέτυχε να ανασυντά­ξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να συσπειρώσει τους αρματολούς, ζητούσε επίμονα τρόφιμα και πο­λεμοφόδια από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτή, ό­μως, αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, οι Μεσολογγίτες δεν ήταν μέσα στο πολιτικό παι­χνίδι που παιζόταν για τις εκλογές της Εθνοσυνέ­λευσης. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της Επιτροπής που πήγε στο Ναύπλιο, γράφει: «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το «ναι, έχετε δίκαιον», αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον». [34]

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι χ.ε., 1926, ο. 144.

[2] Γεώργιος Αινιάν (άτιλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 83 (14 Αυγ. 1826), σ. 332.

[3] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, Εισαγωγή και σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τ. Β’, Αθήναι, 1941, χ.ε., 1941, σ. 251- κατά τον Σπυρομήλιο, ό.π., ο. 142, 3.500 στρατιώτες και 9.000 γυναικόπαιδα.

[4] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Εκδίδονται υπό Σ.Π. Αραβαντινού, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883, σ. 93-94. Βλ. και Κασομούλης, ό.π., ο. 257.

[5] Κασομούλης, ό.π, σ. 249.

[6] Κασομούλης, ό.π., σ. 253.

[7] Κασομούλης, ό.π., σ. 254.

[8] Αινιάν, ό.π.

[9] Κασομούλης, ό.π., σ. 259.

[10] Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 259-260) αναφέρει αρχηγό του πρώτου σώματος τον Δ. Μακρή, του δεύτερου τον Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, ο Μίχος (ό.π., 76) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Ν. Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, και ο Σπυρομήλιος (ό.π., 139) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Δ. Μακρή και του τρίτου τον Ν. Μπότσαρη.

[11] Για το θέμα της προδοσίας υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές και ξένες πηγές. Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 170) και ο Αινιάν (ό.π.) την αποδίδουν σε Βούλγαρο λιποτάκτη, ο Σπυρομήλιος (ό.π., ο. 140) σε Τούρκο, ο Μίχος (ό.π., σ. 73) σε Βούλγαρο και βαπτισμένο Τουρκόπουλο. Αντιθέτως ο Vincenzo Miratelli, Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα, την αποδίδει σ’ Έλληνα φυγάδα και ο Ιταλός αξιωματικός του Ιμπραήμ, Giuseppe Romei, σ’ Έλληνα ιερέα που αιχμαλωτίστηκε (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ι. 71, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1986, σ. 461- 462).

[12] Αινιάν, ΓΕΕ, αρ. 84 (18 Αυγ. 1826), σ. 334.

[13] Κασομούλης, ό.π. σ. 263.

[14] Ως προς το χρονικό προσδιορισμό της Εξόδου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Μια λύση αποδεκτή έδωσε ο Διονύσης Μπάκης, Πότε έγινε η Έξοδος του Μεσολογγίου, Πάτρα, χ.ε., 1976.

[15] Αινιάν, ό.π., σ. 335.

[16] (Ανωνύμου), «Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου, και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς», Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 62 (2 Ιουν. 1826), σ. 246.

[17] Μίχος, ό.π., 85, Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 14.

[18] Αινιάν, ό.π.

[19] Αινιάν, ό.π.

[20] Αινιάν, ό.π.

[21] Αινιάν, ό.π.

[22] Αινιάν, ό.π., σ. 336.

[23] Αινιάν, ό.π.

[24] (Ανωνύμου), ό.π., σ. 247.

[25] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του     Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.

[26]  Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 284) αναφέρει ότι διασώθηκαν 2.555, ο Μίχος (ό.π., σ. 88) 1.800, ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 142) 840, ο Αινιάν (ό.π., σ. 336) και η ΓΕΕ (ό.π., σ. 247) 2.200.

[27] Ο Αινιάν (ό.π.) αναφέρει ότι διασώθηκαν 200 γυναικόπαιδα και 500 αιχμαλωτίστηκαν, η ΓΕΕ (o.π.) ότι αιχμαλωτίστηκαν 1.200, ο Κασομούλης (ό.π., α. 283) ότι διασώθηκαν 13 και ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 144) ότι χάθηκαν σχεδόν και τα 9.000.

[28] Κατά τον Σπυρομήλιο (ό.π., σ. 143) και τον Αινιάν (ό.π.).

[29] Όλες τις ξένες πηγές αναφέρει ο Κυρ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν ο ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Ε’ (1826-1829), 2η έκδ., Αθήνα, Στάχυ, 1999, σ. 25-35.

[30] Όλα τα ονόματα των Ελλήνων που έπεσαν κατά τη Έξοδο αναφέρει ο Χρήστος Ευαγγελάτος, Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι, Ρουμελιώτικες Εκδόσεις, 1959, ο. 383-386.

[31] Σιμόπουλος, ό.π., σ. 16-18.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 488.

[33] Βακαλόπουλος ό.π.

[34] Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 112.

Read Full Post »

Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά, Αλεξάνδρα Πεταλά, «Μνήμων», τόμος 2 (1972), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.  Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.
Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να εκδηλώνεται επιτακτική η ανάγκη για ανάληψη από μέρους της Υψηλής Πύλης μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που έχουν σα σκοπό τη με­ταβολή της πολιτικής της στην αντιμετώπιση των εσωτερικών ζητημάτων του κράτους. Όμως οι μεταρρυθμιστικές αυτές προσπάθειες έχουν αμφί­βολα αποτελέσματα και παραμένουν στο στάδιο της απόπειρας. Έτσι, η άγνοια, ο δεσποτισμός και η αυταρχικότητα, που χαρακτήριζε τη δια­κυβέρνηση των περισσοτέρων σουλτάνων, η έλλειψη τάξεως και πει­θαρχίας, που επικρατούσε στο σώμα των γενιτσάρων, καθώς και η ανά­μειξή τους στα εσωτερικά πράγματα του κράτους και στα δυναστικά ζητήματα της διαδοχής, οδηγούν στην αποδιοργάνωση, τόσο των αυτο­νόμων, όσο και των διοικουμένων από το κέντρο επαρχιών και γενικά αναστατώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα προς τη σύγχρονη απο­λυταρχική Ευρώπη, όπου τελικά η φεουδαρχική αριστοκρατία έχει πια υποταχθεί στη μοναρχική κεντρική εξουσία, στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία η συγκεντρωτική εξουσία, ακολουθώντας μια αντίθετη τροχιά, αρ­χίζει να φθείρεται και το αποτέλεσμα της φθοράς αυτής εκδηλώνεται μέσα στο απέραντο κράτος με τάσεις αποσχίσεως των εντοπίων αρχόντων ή των επαρχιακών διοικητών.

Οι επαρχίες στη Β. Αφρική που εν μέρει αυτοδιοικούνται, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα, είναι σχεδόν ανεξάρτητες και κατ’ όνομα μόνο συνδέονται με την αυτοκρατορία, ενώ η Αίγυπτος, παλαιότερα στην ίδια κατάσταση, δείχνει στην περίοδο του Mohamet Ali υπο­ταγή αμφίβολη. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους εκδηλώνονται επίσης φυγόκεντρες ροπές και ισχυροί άνδρες, όπως ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, οι Μπουσατλήδες (Bushatli) στη Σκόδρα, ο Ισμαήλ πασάς των Σερρών στρέφονται ενάντια στην κεντρική εξουσία και δημιουργούν ημιανεξάρτητα «δεσποτάτα». Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή παρου­σιάζεται στο βαλκανικό χώρο κι’ ένα άλλο συναφές φαινόμενο.

Πολλοί από τους διοικητές βαλκανικών περιοχών, πασάδες, μπέηδες, αγιάνηδες (ayan), εξ αιτίας της εξασθενήσεως της κεντρικής εξουσίας και στην προσπάθειά τους να ισχυροποιηθούν, προσλαμβάνουν στην υπηρεσία τους Αλβανούς μισθοφόρους, που έτσι αρχίζουν να διεισδύουν στις πεδινές περιοχές.

Οι Αλβανοί, πλουτίζοντας από τις υπηρεσίες που έχουν προσ­φέρει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας βελτιώσει οικονομικά τη θέση τους , ενώ άλλοι απ’ αυτούς σκορπίζονται στα βουνά, συγκροτούν συμμορίες και χτυπούν χωρίς διάκριση Τούρκους κυρίαρχους και ντόπιους υπηκόους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Αλβανούς, αρχικά ληστής και πολεμιστής ανεξάρτητος, στην υπηρεσία του σουλτάνου αργότερα, επαναστάτης τε­λικά ενάντια στην εξουσία της Πύλης και με βάσιμες προοπτικές για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αλβανία, ο Αλής Τεπελενλής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που δημιούργησαν η αναρχία, η αταξία και οι φυγόκεντρες ροπές στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Αλεξάνδρας Πεταλά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα: Η μαρτυρία των πηγών – Φωτεινή Β. Πέρρα. «Εκκλησιαστικός Φάρος», έκδοσις της Αφρικής, AlexandriaJohannesburg, 2012.


 

Μια από τις πλουσιότερες σε ιστορικό παρελθόν περιοχές του ελλαδικού χώρου, στενά συνδεδεμένη με την παρουσία ποικίλλων κυριάρχων κατά την εποχή του Μεσαίωνα αποτελεί η Πελοπόννησος, ο «τόπος του Μορέως» σύμφωνα με το ομώνυμο Χρονικό. Επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας την περίοδο της ακμής της τελευταίας, παρέμεινε στην κατοχή της ως το 1205, οπότε και πέρασε στην κυριαρχία των Φράγκων, οι οποίοι ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L'histoire de la decadence de l'empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien..., Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L’histoire de la decadence de l’empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien…, Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Από το 1348/49 η Πελοπόννησος πολιτικά μετατράπηκε σε Δεσποτάτο όταν ο Μανουήλ Καντακουζηνός ανέλαβε την εξουσία ως πρώτος Δεσπότης. Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, οι βυζαντινοί κύριοι της αρχικά του οίκου των Καντακουζηνών και στη συνέχεια της δυναστείας των Παλαιολόγων χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με τις εισβολές Αλβανών και Τουρκομάνων μέχρι την ουσιαστική κατάλυση του Δεσποτάτου το 1460/61 περίοδο κατά την οποία κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, με εξαίρεση τις περιοχές που βρίσκονταν υπό βενετική κυριαρχία δηλαδή, τη Μεθώνη, την Κορώνη, το Άργος και το Ναύπλιο. Οι ιστορικές τύχες της Πελοποννήσου κατά τις διάφορες φάσεις της από τον 13Ο αι. και έπειτα έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας από πολλούς μελετητές, οι οποίοι μας έχουν δώσει σημαντικότατες συμβολές για τις κυριότερες φάσεις της μεσαιωνικής πελοποννησιακής ιστορίας ως το 1463, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε συνοπτικά.

Τη βυζαντινή παρουσία στην Πελοπόννησο διαδέχθηκε η περίοδος των Οθωμανικών εισβολών, τις οποίες πρόσφατα έχει περιγράψει και αναλύσει ο L. Kayapinar και οι οποίες σταδιακά οδήγησαν στην πλήρη επικράτηση των Οθωμανών στα πελοποννησιακά εδάφη. Οι γενικότερες εξελίξεις όμως στο χώρο της Μεσογείου που σχετίζονταν με τη διαπάλη μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την κυριαρχία στην περιοχή, οδήγησαν την Πελοπόννησο σε νέες περιπέτειες πολεμικού περιεχομένου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων, ο οποίος σοβούσε, ήδη πολύ καιρό και κατέληξε στη μεταξύ τους σύγκρουση, επρόκειτο να έχει ως ένα από τα κύρια πεδία του το γεωγραφικό χώρο της Πελοποννήσου, όπου είχε σχεδόν παγιωθεί η οθωμανική παρουσία. Με αυτό τον τρόπο από το 1463 ο Μοριάς βρέθηκε στη δίνη του Α’ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1463-1479) και οι κάτοικοί του θα βίωναν όλες τις φάσεις και τα δεινά του, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία μεταξύ του 1463-1473.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Φωτεινής Πέρρα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα- Η μαρτυρία των πηγών

Read Full Post »

Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά και, στα 30χρόνια που κράτησε η κατοχή του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση ενός νέου Regno.

Η Τουρκία, η οποία δεν συγχώρησε ποτέ στη Βενετία ότι πριν 30χρόνια της είχε αποσπάσει τον Μοριά, και καλά πληροφορημένη για την κατάσταση του στρατού και του στόλου της, εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 Το Παλαμήδι, εκ κατασκευής, εθεωρείτο απόρθητο αλλά όπως σημειώνει ο Agostino Sagredo (εκείνος, που αποπεράτωσε την οχύρωσή του) υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να γίνουν ορισμένες προσθήκες στο οχυρό «Τανάλια» (το ακραίο προς Ανατολάς, που παρουσίαζε κάποιες αδυ­ναμίες) και δεύτερον, οι υπερασπιστές του να θέλουν να πολεμήσουν. Φαίνε­ται, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή, δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 Το Παλαμήδι και το Ναύπλιο το υποστήριζαν 1.200 (κατ’ άλλους 3.500) άνδρες, Σκλαβούνοι, Κροάτες, Αλβανοί, Ιταλοί, Έλληνες και ασφαλώς μερικοί Βενετσιάνοι. Στράτευμα με τέτοια πανσπερμία στρατιωτών και μάλιστα μισθοφόρων, ήταν φυσικό να μην έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και την διάθεση για μια σθεναρή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού εχθρού. Οι διχόνοιες και οι προστριβές είχαν υποσκάψει την απαραίτητη ψυχική συνοχή πολύ πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην πεδιάδα του Άργους. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τον ελλιπή εφοδιασμό σε τρόφιμα και πυρομαχικά, δεν του μένει παρά να εκπλαγεί πως μπόρεσε να αντισταθεί έστω και εκείνες τις εννέα τραγικές ημέρες…

 

Το Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄[1] (12.11.1715)

Δια του οποίου αναγγέλλεται η κατάληψη του Μοριά.

Αριθ. 1867 [2]

«Αυτοκρατορικόν νικητήριον διάγγελμα»

 

«…Μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπον κατάκτησιν και συνένωσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας μου του φρουρίου τούτου της Κορίνθου, την υποταγήν όλης της περιφερείας, την εκκαθάρισίν της από τους εχθρούς της πίστεώς μας και τον διορισμόν της απαιτουμένης φρου­ράς, ετέθημεν εις κίνησιν και απεχωρήσαμεν εκ Κορίνθου προς την κατεύθυνσιν του Ναυπλίου (Anapoli).

Οι άπιστοι του φρουρίου Άργος (Arhos), κειμένου εις το μέσον της οδού και εις δίωρον περίπου απόστασιν από του Ναυπλίου, πληροφορηθέντες την είδησιν της θριαμβευτικής και μεγαλειώδους προελάσεως της εμποιούσης φρίκην και τρόμον, εξεκένωσαν το Βαρούσιον [3] του φρουρίου τούτου και εξηφανίσθησαν. Ούτω και το φρούριον τούτο προσετέθη άνευ μάχης και πολέμου εις τας κτήσεις της ενδόξου και θεοφρουρήτου αυτοκρατορίας μου.

Μετά ταύτα φθάσαντες κάτωθι του Ναυπλίου κατεσκηνώσαμεν αυτόθι. Το φρούριον τούτο, τυγχάνον η έδρα του Μορέως και αποσπασθέν προηγουμένως από των χειρών του Ισλάμ, είναι εν ισχυρότατον και στερεότατον φρούριον. Υψούται επί αποκρήμνου και λίαν οχυρού όρους, παρέμενε δε επί τριακονταετίαν εις την κατοχήν των κατατροπωθέντων και επάρατων απίστων. Περιβρέχεται από μεν των τριών πλευρών εκ θαλάσσης εκ δέ της άλλης πλευράς περιβάλλεται δια διπλής σειράς τάφρων και δυσβάτων παρόδων. Τα δε επί του υπερκειμένου τούτο υψηλού όρους, του ονομαζόμενου Παλαμήδι (Palamuta), υπάρχοντα επτά ισχυρότατα και οχυρότατα κανονιοστάσια (Tabya), λόγω της δυσχερέστατης εις αυτά αναβάσεως, του απροσίτου αυτών και της στερεότητός των, αποτελούν αυτά καθ’ εαυτά ιδιαίτερα ισχυρότατα φρούρια. Η έντεχνος αυτών κατασκευή και η θαυμάσια οχύρωσίς των προξενεί κατάπληξιν και προκαλεί τον θαυμασμόν του παρατηρητού, οι ελαυνόμενοι όμως υπό του θείου και χαρμόσυνου ζέφυρου της νίκης και εις τον μόνον Θεόν πιστεύοντες ανδρείοι μου αγωνισταί του ιερού αγώνος, μόλις ευρέθησαν προ αυτών οιστρηλατήθησαν υπό ενθέου ζήλου ενθουσιασμού και αναβρασμού.

 

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ' και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

 

Θεωρηθέντος δε ευλόγου, όπως εκ δύο μερών λάβουν θέσεις εις τα οχυρώματα (meteriz), ο Αρχιστράτηγός μου, ο άξων πάσης ενεργείας και γενναιότητος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο τμήματα, τακτοποιήσας και δώσας διαταγάς, ώστε το μεν εν τμήμα να λάβη θέσιν άνωθεν των οχυρωμάτων του Παλαμηδίου, το δε έτερον να λάβη θέσιν εις τα οχυρώματα τα ευρισκόμενα ακριβώς προ της πύλης του φρουρίου του Ναυπλίου. Παρώτρυνε δε ο Αρχιστράτηγος πάντας τους άνδρας αμφο­τέρων των τμημάτων, όπως καταβάλουν πάσαν προσπάθειαν και εξήγησεν εις αυτούς την σημασίαν του διεξαγόμενου δια την αγάπην του θεού και κατά των απίστων ιερού τούτου αγώνος. Καίτοι δε το μέρος εκ του οποίου θα ελαμβάνοντο αι εκ της πλευράς του Παλαμηδίου θέσεις ήτο λίαν βραχώδες και δεν ήτο νοητόν, ότι η τέχνη της αξίνης, των προσπαθειών και αυτών ακόμη των ανδρείων νικητών, θα ηδύνατο να διάνοιξη χώρον έστω και ενός βήματος επί του μέρους τούτου, εν τούτοις όμως οι γενναίοι στρατιώται και ανδρείοι αγωνισταί μου, παρακινούμενοι υπό της παρορμητικής και χαρμοσύνου εννοίας του αποφθέγματος «παν όπερ συμβήσεται ημίν γεγραμμένον εστί παρά του Υψίστου», εγκαρδιούντες και προτρέποντες οι μεν τους δε και αλληλοβοηθούμενοι, έκαστος επί ενός βράχου ήρξαντο πολεμούντες δια τηλεβόλων, τυφεκίων και λοιπών πολεμικών μηχανημάτων. Την επομένην ημέραν δι’ ακαλύπτου επιθέσεως και διά μιας και μόνης εφόδου κατέλαβον τρείς τον αριθμόν κανονιοστοιχίας.

Επειδή όμως η μεγάλη κανονιοστοιχία, επί της οποίας είχον συναθροισθή οι ευτελείς άπι­στοι ήτο η ισχυροτέρα και η πλέον οχυρά πασών και δεν ήτο δυνατόν να διανοιχθή ρήγμα τι εις τον τοίχον αυτής διά κατά μέτωπον εφόδου, ως εκ τούτου παριστάσης ανάγκης, όπως διανοιχθή υπόνομος τις υπ’ αυτήν, συνεπληρώθη και παρεσκευάσθη αύτη και ανετινάχθη την ογδόην ημέραν της πολιορκίας, οπότε επηλήθευσεν επί των επάρατων πολυθεϊστών το ρητόν «και επέστη η ημέρα καθ’ ην διασκορπισθέντες ούτοι ευρέθησαν υπό τους πόδας αυτών» (των αγωνι­στών του ιερού πολέμου). Μόλις δε ακόμη δεν είχε καταπαύσει ο ανυψωθείς κονιορτός και καπνός και δεν υπήρχεν ακόμη ενδειξίς τις, ότι απεσαφηνίσθη τελείως η κατάστασις, ούτε ήσαν γνωσταί αι λεπτομέρειαι του γεγονότος, οι γενναίοι άνδρες της ηρωικής αυτής προσπαθείας έχοντες υπ’ όψιν, ότι «η θρησκεία του Μωάμεθ είναι πάντοτε συνεπίκουρος των πολεμούντων και νικητών», ανήλθον, άλ­λοι μεν εκ του δημιουργηθέντος ρήγματος εις το μέρος εκείνο και άλλοι από τας ετοιμασθείσας κλίμακας επί της κανονιοστοιχίας ταύ­της. Εξορμήσαντες δε εκείθεν και περιζώσαντες τελείως τους ισχυρογνώμονας εχθρούς μετά των αρχηγών αυτών, άλλους με εξ αυτών διεπέρασαν δια των οξέων ξιφών των, άλλοι δε προς σωτηρίαν των κεφαλών και των ψυχών αυτών, μη έχοντες πλέον οχύρωμά τι ή καταφύγιον, ετράπησαν εις φυγήν. Οι γενναίοι όμως μαχηταί του ιερού πολέμου ξιφομαχούντες και με την κραυγήν «που το καταφύ­γιον» δεν έπαυσαν καταδιώκοντες αυτούς. Οι ούτως εις φυγήν τραπέντες εχθροί κατηυθύνθησαν μετ’ απελπιστικών κραυγών και επι­κλήσεων της πολυθεϊστικής αυτών θρησκείας προς το Κάτω Φρούριον του Ναυπλίου (Asagi Anapoli Kalesine), τρέχοντες αναμίξ και ατά­κτως, καθιστάμενοι ο στόχος των βλημάτων μας.

Εν τούτω τω μεταξύ οι έμπροσθεν της πύλης του κυρίως φρουρίου του Ναυπλίου έμπειροι και λεοντόθυμοι ήρωες της μάχης, λαβόντες θέσεις εις τα οχυρώματα και βλέποντες, ότι διενεργείται επίθεσις εκ των οχυρών του Παλαμηδίου και αισθανόμενοι εις τας φλέβας αυτών πάλλοντα τον ζήλον της φιλοτιμίας και αυτοί ομοίως γεγονυία τη φωνή και δι’ αρμονικών μελωδιών, αι οποίαι εδόνουν τους αιθέρας, επικαλούμενοι τον Ύψιστον και αναφωνούντες το προκαλούν θάρρος απόφθεγμα «εγώ είμι μετά του στρατού των νικητών», καίτοι ουδέν ρήγμα είχε διανοιχθή, όπως εισέλθουν εντός του φρουρίου, εντούτοις όμως με τα απαστράπτοντα και σπείροντα τον όλεθρον κατά του εχθρού εις τους ιερούς πολέμους ξίφη αυτών ανά χείρας, αναρριχούμενοι επί των τεσσάρων τειχών του φρουρίου και οιονεί επί των πτερύγων της νίκης ανυψούμενοι, εβοηθούντο οι πρώτοι ανερχόμενοι υπό των κάτωθεν αναρριχωμένων. Ο κάτωθεν και άνωθεν εξορμήσας τότε νικηφόρος στρατός δια των ευγλώττων αυτού ξιφών και λογχών εφορμήσας κατά των επαράτων και ευτελών απίστων και δια των γυμνών και νικηφόρων ξιφών, άλλων μεν εκ των εχθρών της πίστεως έχυσε τα οφειλόμενα αίματα και άλλους συνέλαβε και αλυσσοδεμένους εξηνδραπόδισεν. Ούτως εντός μιάς έως δύο ωρών τόσον αι κανονιοστοιχίαι του Παλαμηδίου όσον και αυτό τούτο το φρούριον του Ναυπλίου μετά των εκατόν εβδομήκοντα επτά αυτών τηλεβόλων, δεκαέξ ολμοβόλων και λοιπών μηχανημάτων και εργαλείων, απετέ­λεσαν την κορωνίδα των θριάμβων ημών…»

 

 Υποσημειώσεις


[1] Αχμέτ Γ΄(1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία (1642-1715), κόρης έλληνα κρητικού ιερωμένου της περιοχής του Ρεθύμνου που αιχμαλωτίσθηκε το 1645, γνωστής στην Υψηλή Πύλη ως Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν.

[2] Νικ. Σ. Σταυριανίδου, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης. Τόμος Γ’ Έγγραφα της περιόδου ετών 1694 – 1727, Ηράκλειον Κρήτης 1978, σ. 417.

[3] Βαρούσι. Τουρκ. λέξη varoj, που σημαίνει προάστιο. Ο περί την ακρόπολη μικροσυνοικισμός.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Read Full Post »

Αντώνης Οικονόμου – Ένας ξεχασμένος ήρωας του ’21


 

Η ιστορική γνώση, η γνώση του παρελθόντος κάθε έθνους, είναι ασφαλής πηγή πληροφοριών, που οδηγούν σε συμπεράσματα χρήσιμα για τη χάραξη της μελλοντικής εθνικής πορείας. Η αντικειμενική καταγραφή του παρελθόντος είναι, βέβαια, αδύνατη. Συχνά, όμως, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας δεν οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία του ιστορικού, αλλά σε συνειδητή επιλογή, που στοχεύει στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων. Έτσι, με τη μέθοδο της αποσιώπησης, της παρανόησης ή της διαστρέβλωσης, κρίσιμα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα παρουσιάζονται αλλοιωμένα, ξένα από την πραγματική τους διάσταση ή αγνοούνται τελείως. Η ιστορία γίνεται μέσο ιδεολογικής προπαγάνδας. Από τη μοίρα αυτή δεν εξαιρεθήκαν ούτε οι κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας μας. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι οι παραδοσιακοί ιστορικοί της επανάστασης του 21 εξύμνησαν αφειδώς τον πατριάρχη Γρηγόριο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, το Μαυροκορδἀτο και τον Γκούρα, τους Μαυρομιχαλαίους, τους Δεληγιανναίους και γενικά τους προύχοντες του Μοριά, και τόσα άλλα πρόσωπα αμφίβολης τουλάχιστον προσφοράς στην υπόθεση του Ελληνικού ξεσηκωμού; Αφιέρωσαν βέβαια λίγες σελίδες και στον Παπαφλέσσα [1], τον Αθανάσιο Διάκο, τον Καραϊσκάκη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τόσους άλλους γνήσιους αγωνιστές που έπεσαν ηρωικά στα πεδία της μάχης. Ίσως γιατί αυτοί σκοτώθηκαν νωρίς. Αγνόησαν όμως ή υποβάθμισαν την προσφορά του Αντώνη Οικονόμου και του Λυκούργου Λογοθέτη ή συσκότισαν το θάνατο του Καραϊσκάκη και τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, επιφύλαξαν τη μοίρα των ηττημένων σ’ όλους τους λαϊκούς αγωνιστές. Χρέος δικό μας η δικαίωση των αδικημένων, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Ένας αδικημένος και ξεχασμένος ήρωας του 21 είναι ο Υδραίος Καπετάνιος Αντώνης Οικονόμου, μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η επίσημη ιστοριογραφία [2] του 19ου αιώνα τον είχε καταδικάσει σε αφάνεια.

 

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

Αντώνης Οικονόμου, «ο Οικονόμος κηρύττει εν Ύδρα την ελευθερίαν». Έργο του Βαυαρού ζωγράφου Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Γεννήθηκε και έδρασε στην Ύδρα στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Την εποχή αυτή η Ύδρα, που πριν από 150 περίπου χρόνια ήταν ένα χωριό δυστυχισμένων προσφύγων της Αττικής, της Μεγαρίδας, της Αργολίδας και της Εύβοιας, που ζούσαν πρωτόγονη ζωή σε άθλια καλύβια πάνω στο άγονο νησί, είχε γίνει η πλουσιότερη πόλη της Ελλάδας χάρη στη ναυτιλία της. Ενώ ως τις αρχές του 18ου αιώνα δεν είχαν παρά λίγα πλοιάρια, με τα οποία έκαναν κοντινές μεταφορές ή πειρατεία, από τα μέσα του ίδιου αιώνα σχημάτισαν μαζί με τα άλλα Ελληνικά νησιά (Σπέτσες, Ψαρά κλπ) το μεγάλο Ελληνικό εμπορικό στόλο, που κυριάρχησε στις μεταφορές του ανατολικομεσογειακού χώρου [3].

Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται σε δύο κυρίως γεγονότα της διεθνούς συγκυρίας: Στη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), με την οποία η Ρωσία απέκτησε το δικαίωμα να υπερασπίζεται τους ορθόδοξους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι Έλληνες ναυτικοί το δικαίωμα να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία. Στη Γαλλική επανάσταση και τους πολέμους του Ναπολέοντα, στη διάρκεια των οποίων τα μεγάλα λιμάνια της Δύσης (Μασσαλία, Λιβόρνο, Γένοβα) είχαν αποκλεισθεί από τον Αγγλικό στόλο και άφησαν στην Ελληνική Εμπορική ναυτιλία το πεδίο ελεύθερο για δράση στην ανατολική Μεσόγειο. Οι Άγγλοι ήταν απασχολημένοι στον πόλεμο, οι Ολλανδοί δε ριψοκινδύνευαν, οι Γενοβέζοι και οι Βενετοί είχαν αποκλεισθεί και νεκρωθεί. Οι ριψοκίνδυνοι Υδραίοι, λοιπόν, εκμεταλλευόμενοι άλλοτε την προσωρινή απομάκρυνση των Αγγλικών πολεμικών και άλλοτε τη θαλασσοταραχή, που δεν επέτρεπε καταδιώξεις, κατόρθωναν να σπάζουν τον αποκλεισμό και να μεταφέρουν στους πεινασμένους των αποκλεισμένων λιμανιών σιτοφορτία από τον Εύξεινο, που πληρώνονταν με χρυσάφι. Είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής της Ύδρας, που με τον εμπορικό της στόλο ενταγμένο στις υπηρεσίες της διεθνούς αγοράς, πέτυχε να συνδέσει τη Ρωσική παραγωγή με την Ευρωπαϊκή αγορά [4].

Η ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας ευκολύνθηκε και από λειτουργικούς παράγοντες: Το κεφάλαιο για την κατασκευή ή την αγορά του πλοίου σχηματιζόταν συνεταιρικά, κάθε πλοίο, δηλ. αποτελούσε μια εταιρεία. Με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά, που ήταν να ταξιδέψει ένα πλοίο, συγκεντρωνόταν ένα εταιρικό κεφάλαιο (σερμαγιά) για την αγορά του εμπορεύματος. Για τα κέρδη, λοιπόν, είχαν ενδιαφέρον πολλοί άνθρωποι, που τα μοιράζονταν με το σύστημα των μεριδίων. Η διαφορά όμως στη διανομή των μεριδίων ήταν μεγάλη και, μοιραία, δημιουργήθηκαν τάξεις. Στην πρώτη ανήκαν οι μεγάλοι πλοιοκτήτες, οι πρόκριτοι, που λέγονταν νοικοκυραίοι, στη δεύτερη οι πλοίαρχοι, οι λεγόμενοι καραβοκύρηδες, και ακολουθούσε ο λαός, από τον οποίο προέρχονταν τα πληρώματα των πλοίων [5].

Οι πλοιοκτήτες ήταν βαθύπλουτοι. Είχαν χτίσει στο νησί αρχοντικά σπίτια με μεγαλοπρέπεια και εσωτερικό πλούτο μεγάρων. Τα έπιπλα, τα υφάσματα για τα φορέματα των γυναικών, τα κοσμήματα, τα σκεύη, τα είδη χρήσεως, τη διακόσμηση των αιθουσών και των σπιτιών τα έφερναν από τα καταστήματα πολυτελείας των μεγάλων ευρωπαϊκών λιμανιών. Οι πλοίαρχοι είχαν μεγάλη μερίδα από τα κέρδη και οι ναύτες ζούσαν άνετα. Φτώχεια στο νησί δεν υπήρχε.

Οι καραβοκυραίοι κάτοχοι του μεγάλου κεφαλαίου, κρατούσαν στα χέρια τους όλη την κοινοτική διοίκηση, που τους είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος και βρισκόταν κάτω από την προστασία τού Καπουδάν-πασά, ο οποίος ασκούσε τη γενική επίβλεψη των νησιών. Είχε διαμορφωθεί έτσι στην Ύδρα ένα αριστοκρατικό ολιγαρχικό πολίτευμα: Οι κεφαλαιούχοι εξέλεγαν δώδεκα «γέροντες», που αποτελούσαν το κοινοτικό συμβούλιο και χωρίζονταν σε τρία τετραμελή τμήματα[6]. Κάθε τμήμα διοικούσε το νησί επί τέσσερις μήνες και συνεδρίαζε καθημερινά για να λύσει τα ζητήματα σε συνεργασία με το διοικητή, που τον εξέλεγαν οι προεστοί του νησιού, αλλά τον διόριζε ο Καπουδάν-Πασάς. Πρώτος διοικητής ορίστηκε την 27 Δεκεμβρίου 18Ο2 ο Γεώργιος Βούλγαρης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Δημ. Βούλγαρη, και μετά το θάνατό του, τον Αύγουστο του 1812, διορίστηκε ο Νικόλαος Κοκοβίλας [7].

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Ο Αντώνης Οικονόμου «ων πλοίαρχος και καταστάσεως υδραϊκής μεσαίας»[8], πλοίαρχος δηλ. που προερχόταν από τη μεσαία τάξη του νησιού, ξεχώριζε ανάμεσα στους μικρούς καραβοκύρηδες, που διατηρούσαν γερούς δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα, τους ναύτες και τους τεχνίτες. Φημιζόταν για την ευφυΐα του, τον ευθύ χαρακτήρα του και την παλικαριά του. Αψηφούσε τις μεγάλες φουρτούνες, γι’ αυτό και το τσούρμο τον αναγνώριζε ως σωστό θαλασσόλυκο. Είχε κατορθώσει να αποκτήσει και δικό του πλοίο.

Η μεγάλη ακμή όμως της Ύδρας, επειδή προήλθε από τη διεθνή συγκυρία, είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η εμπορική ναυτιλία της, ταγμένη στην υπηρεσία των μεγάλων Ευρωπαϊκών συμφερόντων, γνώρισε βαθιά κρίση, όταν, με το τέλος του Ευρωπαϊκού πολέμου το 1815, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δε χρειάζονταν πια τις υπηρεσίες της [9]. Οι πόλεμοι ευνοούν τη ναυτιλία: Μεγαλώνουν οι ανάγκες μεταφορών και εισαγωγών, υψώνονται τα ναύλα, αυξάνει ο αριθμός πλοίων, πλοιάρχων και ναυτών. Όταν οι συνθήκες ομαλοποιηθούν, τα λιμάνια γεμίζουν δεμένα πλοία και ναύτες άνεργους στην προκυμαία. Το ίδιο συνέβη και τότε στην Ύδρα [10]. Οι έκτακτες μεταφορές μειώθηκαν, άρχισαν να κινούνται στη Μεσόγειο και άλλες εμπορικές σημαίες, τα ταξίδια των υδραίικων καραβιών λιγόστεψαν. Το 1820 και στις αρχές του 1821 βρίσκονταν στην Ύδρα άνεργοι πολλοί πλοίαρχοι και ναύτες. Οι 28.000 περίπου κάτοικοι του νησιού [11], από τους οποίους οι δέκα χιλιάδες περίπου ήταν ναύτες, είτε Υδραίοι, είτε προερχόμενοι από άλλα νησιά, αλλά εγκατεστημένοι στην Ύδρα για να βρουν δουλειά, αντιμετώπιζαν οξύ οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα.

Ο Αντώνης Οικονόμου λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της επανάστασης ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο βρήκε μεγάλη φουρτούνα και έχασε το καράβι του, που αποτελούσε και όλη την περιουσία του, σε ναυάγιο κοντά στα Γάδειρα, έξω από το Γιβραλτάρ. Παλεύοντας ώρες με τα κύματα κατόρθωσε να γλιτώσει και γύρισε στην πατρίδα του. Χρήματα δεν είχε και, δραστήριος άνθρωπος καθώς ήταν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει πιστώσεις και να αποκτήσει νέο πλοίο, αντί να μείνει στην Ύδρα με τη μοίρα του καραβοτσακισμένου.

Στην Κωνσταντινούπολη τότε έβραζαν τα πράγματα της Φιλικής Εταιρείας. Ο Οικονόμου [12] από τις πρώτες μέρες που έφτασε εκεί γνώρισε τον Παπαφλέσσα. Νέος, πατριώτης και με θερμή ιδιοσυγκρασία καθώς ήταν, παραδόθηκε στο κήρυγμα του κινητήριου νου της προεπαναστατικής προετοιμασίας: «Ήρθε ο καιρός να φύγει ο Τούρκος. Η πατρίδα θα ξεσηκωθεί σε λίγο με όλες τις δυνάμεις της. Όλοι οι αρχηγοί της Πελοποννήσου, της Στερεάς, της Μολδοβλαχίας, των Σπετσών, οι Έλληνες του Εξωτερικού έχουν μυηθεί στο κίνημα». Και στο τέλος η γνωστή επωδός της προεπαναστατικής σειρήνας: Η ενίσχυση της Ρωσίας.

Ο Παπαφλέσσας ήξερε τι έκανε. Ο Οικονόμου δεν ήταν οποιοσδήποτε. Ήταν Υδραίος. Και η Ύδρα δεν ήταν μέχρι τότε θερμή για τους μυητές της Φιλικής Εταιρείας. Αρκετοί υδραίοι πλοίαρχοι, που περνούσαν από το Βόσπορο, είχαν μυηθεί, αλλά οι πρόκριτοι του νησιού ήταν δύσκολοι. Ζητούσαν εγγυήσεις για τη σοβαρότητα του κινήματος. Όταν ο Αναγνωσταράς πήγε στην Ύδρα, επικοινώνησε με το Λάζαρο Κουντουριώτη, τον κορυφαίο πρόκριτο του νησιού, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ο Κουντουριώτης άκουσε τον Αναγνωσταρά με συγκίνηση, αλλά στο τέλος ζήτησε από το Μωραΐτη οπλαρχηγό έγγραφο του Καποδίστρια ή μια έγκυρη βεβαίωση ότι ο Καποδίστριας ήταν αρχηγός της Επαναστατικής Εταιρείας. Ο Αναγνωσταράς, που αγνοούσε και ο ίδιος την Αρχήν της Εταιρείας, δεν ήταν σε θέση να δώσει στον Κουντουριώτη τέτοια πληροφορία και έφυγε από την Ύδρα άπρακτος.

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας έστειλαν στην Ύδρα τον Περραιβό, για να βολιδοσκοπήσει τους Κουντουριωταίους, αλλά ούτε αυτός μπόρεσε να αλλάξει τα φρονήματά τους. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναγκάστηκε να γράψει στο Λάζαρο Κουντουριώτη «…Φίλε, δεν είναι καιρός να επιμένεις εις τοσούτον βαθύν λήθαργον… Τι στέκεις λοιπόν, Ποιον άλλον καιρόν προσμένεις,…» [13]. Στις αρχές του Φλεβάρη του 1821 τους ξανάγραψε ο ‘Αθιμος Γαζής «…Έφθασεν ο καιρός δια να λάμψει πάλιν ο σταυρός και να λάβει πάλιν η Ελλάς, η δυστυχής πατρίς μας, την ελευθερίαν της… Ο καιρός ήλθεν και πρέπει να ανάψετε την λαμπάδα του πατριωτισμού… Σας παρακαλεί η πατρίς, φίλοι, ετοιμασθήτε. Ετοιμασθήτε».

Κανένας όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Οι Κουντουριωταίοι και οι άλλοι προύχοντες σκέφτονταν πιο πολύ το πετσί τους και τις κάσες τους με τα τάληρά τους [14]. Οι προεστοί δεν ήθελαν την αλλαγή, γιατί θα ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν δαπάνες για τη μετατροπή των πλοίων τους σε πολεμικά, και μάλιστα για μια επιχείρηση επικίνδυνη και που δεν επρόκειτο να τους αποφέρει κέρδη [15]. Η έμφυτη ορμή του λαού όμως ζητούσε άμεση εξέγερση. Στους πεινασμένους και δυσαρεστημένους κάθε μεταβολή ήταν επιθυμητή, γι’ αυτό στο τέλος η δημοκρατική ανυπομονησία τσάκισε την απερισκεψία της αριστοκρατίας [16].

Μέσα σε τέτοιο κλίμα βρέθηκε ο Αντώνης Οικονόμου, όταν επέστρεψε από την Κωνσταντινούπολη στην Ύδρα φλεγόμενος από την ιδέα της επανάστασης και βρήκε πρόθυμα για προσηλυτισμό τα πνεύματα των πλοιάρχων και των ναυτών. Έδωσε τον επαναστατικό παλμό στην καρδιά του λαού της Ύδρας και οδήγησε την Ύδρα, τον δεξιό βραχίονα της Ελλάδας προς τη θάλασσα, πάνοπλη στον Αγώνα. Η δράση του είναι μια σημαντική σελίδα στην ιστορία του αγώνα. Ελληνική επανάσταση χωρίς τη συμβολή του πανίσχυρου υδραίικου ναυτικού ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία [17]. Ο μεγάλος υδραίικος στόλος δεν έσωσε μόνο τον ξεσηκωμένο Μοριά, αλλά έγινε βασικό στήριγμα του ναυτικού και του γενικού επαναστατικού αγώνα. Χωρίς την Ύδρα το Αιγαίο δε θα γινόταν Ελληνική λίμνη. Η τουρκική αρμάδα θα έκανε στενό αποκλεισμό και σε μικρό χρονικό διάστημα η επανάσταση στο Μοριά θα έσβηνε.

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Χάρτης της Ύδρας σχεδιασμένος από τον γεωγράφο Αντώνιο Μηλιαράκη (19ος αιώνας)

Αυτά φαίνεται σκεπτόταν ο Καπετάν Αντώνης, όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες ειδήσεις για την επανάσταση στην Πελοπόννησο, και άρχισε να στρατολογεί άνδρες κοινολογώντας ότι θα πάει μαζί τους στην Πελοπόννησο για να πάρει μέρος στον αγώνα. Οι πρόκριτοι της Ύδρας τον πίστεψαν και με τη σκέψη, ότι με αυτό τον τρόπο θα απαλλαγούν και από τον Οικονόμου και από τους ενοχλητικούς άνεργους ναύτες, δεν έφεραν δυσκολίες στη στρατολόγηση. Έτσι ο Οικονόμου κατόρθωσε να εξοπλίσει σώμα από 500 άνδρες. Στο μεταξύ οι πρόκριτοι όχι μόνο δεν είχαν σκοπό να συμπράξουν στον αγώνα, αλλά για να εμφανίσουν την Ύδρα αμέτοχη στην επανάσταση και να την απαλλάξουν από τον κίνδυνο αποβίβασης τουρκικού στρατού, έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη τους ναύτες, που υποχρεώνονταν να δίνουν κάθε χρόνο στον τούρκικο στόλο [18]. Τους ναύτες αυτούς τους περίμενε η σφαγή και ο πνιγμός στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευτυχώς, όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια, πληροφορήθηκαν τις σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι στην Πόλη και πρόλαβαν να γυρίσουν πίσω και να σωθούν [19].

Τα επαναστατικά μηνύματα, λοιπόν, έφταναν στην Ύδρα το ένα μετά το άλλο. Μετά την Πελοπόννησο οι Σπέτσες και τα Ψαρά ρίχτηκαν στον αγώνα. Κάθε μέρα έφταναν στην Ύδρα απεσταλμένοι από διάφορα μέρη   της Πελοποννήσου και ζητούσαν να βγει και η Ύδρα στον αγώνα. Οι πρόκριτοι όμως εξακολουθούσαν να συνεδριάζουν καθημερινά στην Καγκελαρία περιμένοντας να πεισθούν για τη σοβαρότητα του κινήματος και μετά να αποφασίσουν για τη συμμετοχή τους στον Αγώνα [20]. Ο Οικονόμου ανυπομονούσε. Δεν του έφτανε όμως ο λαός, που ήταν ήδη μαζί του. Είχε ανάγκη από όλα τα πλοία και από χρήματα, για να τα κινήσει. Και τα πλοία και τα χρήματα βρίσκονταν στα χέρια των προκρίτων.

Όταν είδε ότι δεν υπήρχε πια καιρός για συσκέψεις και εγγυήσεις, αποφασισμένος να τελειώσει το γρηγορότερο έκανε το πραξικόπημα. Αφού συμφώνησε με τους πιο πολλούς καπεταναίους και με τους απεσταλμένους από το Μοριά Πέτρο Μαρκέζη και Γεώργιο Αγαλόπουλο, προχώρησε σε λαϊκό κίνημα. Τη νύχτα της 28ης Μαρτίου 1821 η μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας κτύπησε δαιμονισμένα: Ήταν το επαναστατικό σύνθημα. Αμέσως η αγορά πλημμύρισε από τους ένοπλους, που είχε οργανώσει ο Οικονόμου για τη δήθεν εκστρατεία στην Πελοπόννησο, και τελάληδες όρμησαν στους δρόμους της Ύδρας φωνάζοντας: Στα άρματα, όλοι στα άρματα.

Καθώς μετά την πρώτη έκπληξη οι πολίτες κατέβαιναν προς την αγορά και ρωτούσαν τι τρέχει, πετάχτηκαν από την ταβέρνα του Κουτσογιάννη, που βρισκόταν στο κέντρο της αγοράς, ο Αντώνης Οικονόμου με το Γκίκα, γιο του πρόκριτου Θεόδ. Γκίκα, που ήταν αντίθετος με το συντηρητικό πατέρα τους και μετείχε στο κίνημα. Τους περικύκλωσαν αμέσως ένοπλοι και πολίτες, και τότε ο Οικονόμου ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι και είπε [21]: «Τα αδέρφια μας οι Μοραΐτες πήραν τ’ άρματα και χτυπούν τους Τούρκους και εμείς σαπίζουμε εδώ ακίνητοι γιατί οι προεστοί μας δε θέλουν την επανάσταση. Δεν είναι ντροπή να μένουμε εδώ, ενώ άλλοι σκοτώνονται; Οι αρχόντοι δε θέλουν να κινηθούν γιατί φοβούνται τον πόλεμο. θέλουν την ησυχία τους. Όμως εμείς θαλασσομαχούντες μαζέψαμε τα πλούτη στις στέρνες τους. Είναι σωστό να προτιμούνται τα πλούτη από την ελευθερία;…»

«-Ζήτω η επανάσταση. Στα άρματα.» Φώναζαν αμέσως όλοι οι συγκεντρωμένοι. Ο λαός της Ύδρας ήταν ώριμος για την επανάσταση. Όταν μάλιστα είδαν μαζί με τον Οικονόμου και το γιο του τρανού προύχοντα Γκίκα, ενθουσιάστηκαν και σήκωσαν στα χέρια το αρχοντόπουλο. Το συγκεντρωμένο πλήθος διευθυνόμενο από ανθρώπους του Οικονόμου έτρεξε στην παραλία, όπου υπήρχαν σωροί καυσόξυλα για φόρτωση. Πήραν τα ξύλα για ρόπαλα και γυρνούσαν στους δρόμους φωνάζοντας «λευτεριά ή θάνατος», «κάτω τα τζάκια». Οι οργανωμένοι ένοπλοι του Οικονόμου όρμησαν στα αγκυροβολημένα πλοία, που ήταν άδεια από ναύτες την ώρα της εφόδου, και τα κατέλαβαν. Η νύχτα πέρασε με ταραχή, χωρίς όμως να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ανάμεσα στο λαό δεν υπήρχαν αντιφρονούντες. Οι πρόκριτοι, που την ώρα της εφόδου βρίσκονταν στην Καγκελαρία, κλείστηκαν έντρομοι στα σπίτια τους, αλλά κανείς δε σκέφτηκε να τους θίξει.

Την άλλη μέρα το πρωί τα πλοία είχαν καταληφθεί. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν οπλοφόροι και ροπαλοφόροι κραυγάζοντας υπέρ της επανάστασης. Το μεσημέρι ο Οικονόμου όρμησε στην Καγκελαρία, καθαίρεσε δια βοής του λαού το διοικητή Νικόλαο Κοκοβίλα και ανέλαβε ο ίδιος την πολιτική, στρατιωτική και ναυτική διοίκηση του νησιού με την έγκριση του λαού. Ο λαοπρόβλητος πλέον ηγέτης έβγαλε αμέσως διαταγή να σχηματισθούν ένοπλες περιπολίες και απαγόρεψε τις αντεκδικήσεις και βιαιοπραγίες. Άρχισαν επίσης αμέσως να συντάσσονται κατάλογοι για τη στρατιωτική κατάταξη. Άλλοι κατατάσσονταν στο σώμα για δράση στη στεριά και άλλοι εγγράφονταν ναύτες.

Αλλά για να κινηθούν τα πλοία χρειάζονταν χρήματα. Οι εθελοντές στρατιώτες και ναύτες έπρεπε να πάρουν μισθοτροφοδοσία και μια που θα έφευγαν έπρεπε να δοθεί και κάποιο επίδομα στις οικογένειές τους. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Στο ταμείο της Καγκελαρίας βρέθηκε ένα μικρό ποσό, που δεν έφτανε ούτε για ν’ αγοράσουν είκοσι οκάδες μπαρούτι. Δημόσιο ταμείο δεν υπήρχε. Τα λεφτά βρίσκονταν στις στέρνες των προκρίτων.

Ο Οικονόμου τότε έστειλε τετραμελή επιτροπή στους πρόκριτους, που άλλοι βρίσκονταν στον πύργο του Λάζαρου Κουντουριώτη και άλλοι στο μοναστήρι, μέσα στο Κάστρο, και ζήτησε να ανοίξουν τις κάσες τους και να καταβάλουν τα έξοδα της επιστράτευσης. Οι πρόκριτοι, που δεν είχαν αντιληφθεί ακόμα την έκταση του κινήματος και σκέπτονταν πώς θα αντιμετωπίσουν τις ταραχώδεις σκηνές της νύχτας και ποια απόφαση θα πάρουν τελικά για την επανάσταση, μόλις πληροφορήθηκαν την καθαίρεση του Κοκοβίλα και την ανάληψη της εξουσίας από τον επαναστάτη πλοίαρχο, βεβαιώθηκαν πως τα πλοία τους επιτάχτηκαν από το λαό και είδαν ότι είναι περικυκλωμένοι από ένοπλους, έστειλαν αναγκαστικά 30.000 τάληρα και έσπευσαν αμέσως να επιστρέψουν στα σπίτια τους «από τας οπισθίας εξόδους του οικήματος όπου συνεδρίαζαν [22]». Μα το ποσό αυτό ήταν λίγο και οι ένοπλοι κραύγαζαν απειλητικά έξω από τα σπίτια των πλουσίων προκρίτων: « – Θέλουμε και άλλα. Μην τα λυπάσθε. θα ξοδευτούν για την πατρίδα. Εμείς θαλασσοπνιγήκαμε τόσες φορές για να πλουτίσετε εσείς.»

Και έδωσαν και άλλα. Στις 31 του Μάρτη, μέσα σε τρεις μέρες δηλ., οι πλούσιοι καραβοκυραίοι άνοιξαν τις κάσες τους και συγκέντρωσαν 130.000 τάληρα. Το ποσό αυτό ήταν αρκετό για τις άμεσες ανάγκες του στόλου. Εξοπλίστηκαν αμέσως 92 μεγάλα πλοία και δόθηκαν σε κάθε ναύτη 8 τάληρα και από 50 τάληρα σε κάθε μια από τις οικογένειές τους.

Μετά απ’ αυτό τα πράγματα ηρέμησαν. Οι πρόκριτοι δε φάνηκαν διατεθειμένοι να αντιδράσουν κατά του Οικονόμου, ούτε κι εκείνος έδειξε εχθρική διάθεση εναντίον τους. Ζήτησε μάλιστα και τη σύμπραξη του Λάζαρου Κουντουριὡτη στη διοίκηση, αλλά ο υπερήφανος Υδραίος πρόκριτος με πληγωμένο τον εγωισμό του από το κίνημα αρνήθηκε. Δέχτηκε όμως να νομιμοποιήσει το νέο επαναστατικό καθεστώς και το αναγνώρισε με το παρακάτω έγγραφο της 31 Μαρτίου:

Δηλοποιεῖται διά τοῦ παρόντος κοινού ἐνσφραγίστου τε καί ἐνυπογράφου γράμματος, ότι συνελεύσεως κοινής γενομένης διά την καλήν σύστασιν της πατρίδος μας, ἐκρίναμεν άξιον διά ν’ άναδεχθή την φροντίδα της τοπικής διοικήσεως τόν τιμιὡτατον πατριὡτην μας κύριον καπετάν ‘Αντώνην Οἰκονόμου, τῷ ὁποίῳ δίδομεν πᾶσαν πληρεξουσιότητα εἰς τό νά διοικῇ μετά των κατά καιρόν συμψηφισθέντων προεστὡτων προκρίτων, κάτωθεν ύποσημειωμένων, τήν πολιτείαν τούτην, κρίνων και άνακρίνων πᾶσαν ἐπιτυχοῦσαν ύπόθεσιν πολιτικήν τε καί ἐμπορικήν.

‘Ο αναγορευθείς κοινή διοικητής κύριος καπετάν, Αντώνιος θέλει έχει μετ’ ἑαυτοῦ καί τέσσαρας ουμβούλους ἐκλεγομένους ὑπό αὐτοῦ. Οἱ μέν δύο θέλει ἔχουσιν είς πᾶσαν συνέλευσιν έλευθέραν τήν εἴσοδον καί τήν ψήφον ίσοδύναμον τοῖς κατά καιρόν προεστῶσι προκρίτοις. Οἱ δέ δύο μόνην τήν αύτοπρόσωπον παράστασιν πρός ήσυχίαν τοῦ λαού.

‘Ο ρηθείς διοικητής καπετάν Ἀντώνιος έχει άπόλυτον ἐξουσίαν, χρείας τυχούσης, νά ἐκστρατεύη διά ξηράς καί θαλάσσης, κατ’ άρέσκιαν, πᾶσαν άναγκαιοῦσαν δύναμιν, ἐπί κεφαλής τής όποίας δύναται ν’ άπέλθη καί ο ίδιος όψέποτε βουληθῇ. ‘Ημείς δέ οί κάτωθεν γεγραμμένοι προεστῶτες, οἱ φέροντες τό πρόσωπον τοῦ κοινού τούτου, ύποσχόμεθα ἑτοίμως και άναντιρρήτως προμηθεϋσαι τήν τοιαύτην δύναμιν καί τά έξοδα της τοιαύτης ἐκστρατείας.

‘Η άναγκαία κουστωδία τῆς πατρίδος θέλει νά είναι ὑπό τήν ἐξουσίαν του διοικητοϋ κυρίου καπετάν ‘Αντωνίου καί θέλει είναι είς χρέος δι’ αὐτῆς να διατηρήται ή εἰρήνη, διακαιοσύνη και καλή διαγωγή πάντων των κατοίκων, χωρίς να παραβλέπεται ή παραμικρά άταξία.

Οἱ κατά καιρόν προεστῶτες θέλουσιν είναι άνεξάρτητοι άπό τοϋ διοικητοϋ καπετάν ‘Αντωνίου. Ούτως ευχαριστήσει ήμῶν τελεία σινεφωνήθη, δι’ ό καί εἰς τήν περί τούτου ἔνδειξιν ύπογραψόμεθα αύτοχειρί πάντες. .

Ύδρα 31 Μαρτίου 1821

Οἱ κάτοικοι της Ύδρας

Ακολουθούσαν οι υπογραφές εξήντα επιφανών προκρίτων της Ύδρας [23], απ’ αυτούς που αποτελούσαν την ολιγαρχική παράταξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έγγραφο αυτό έφερε την υπογραφή «οι κάτοικοι της Ύδρας» και όχι «οι πρόκριτοι της Ύδρας», όπως γινόταν ως τότε. Η αριστοκρατική ηγεσία φαινόταν να έχει καταργηθεί και να έχει αντικατασταθεί από ένα λαϊκό πολίτευμα, ψυχή και νους του οποίου ήταν ο Αντώνης Οικονόμου[24].

 

Αντώνης Οικονόμου – Ξυλογραφία του Α. Τάσσου (Αναστάσιος Αλεβίζος, 1914-1985). Δημοσιεύεται στο: Γιώργης Λαμπρινός, «Μορφές του εικοσιένα», Τοξότης, Αθήνα, 1956.

 

Ο Οικονόμου υπήρξε τότε ο μόνος αρχηγός στην Ελλάδα που διέθετε ολόκληρη τη δύναμη του τόπου του. Το χέρι του κρατούσε παντοδύναμο όπλο: Το πλήθος των χωρίς εργασία δευτερευόντων πλοιάρχων και τους 10.000 άνεργους ναύτες, για τους οποίους «η κατάοχεσις της χρηματικής περιουσίας των εκπεσόντων προκρίτων θα ήταν η πλέον ευχάριστος πράξις [25]». Κύριος της Ύδρας, του στόλου και του πλούτου της, μπορούσε, στην αρχή τουλάχιστον του αγώνα, να γίνει και κύριος της κατάστασης σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ενώ όλοι αγωνιούσαν για την έξοδο της Ύδρας στον αγώνα, χωρίς την οποία ήταν χαμένοι, δεν είχε παρά να ζητήσει έναν αντιπρόσωπο από κάθε μεγάλη επαρχία και να σχηματίσει προσωρινή ελληνική κυβέρνηση υπό την εξουσία του. Δεν θα ήταν αναγκασμένος να καταλύσει άλλη ελληνική αρχή, αφού τέτοια δεν υπήρχε. Και ολόκληρη η Ελλάδα θα υπάκουε, γιατί είχε ανάγκη το στόλο. Αλλά ο Οικονόμου δε σκέφτηκε κάτι τέτοιο, γιατί δεν είχε ούτε τις φιλοδοξίες, ούτε την ιδιοσυγκρασία δικτάτορα. Ήταν ένας αγνός ιδεολόγος και τολμηρός πατριώτης.

Οι πρόκριτοι αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας επιχείρησαν να φύγουν κρυφά στη Ζάκυνθο, γιατί δεν ανέχονταν να μένουν υπό τον Οικονόμου, έναν απλό πλοίαρχο. Και εκείνος, αντί να τους αφήσει να φύγουν και να απαλλαγεί απ’ αυτούς, τους εμπόδισε. Αναγνώριζε ότι ο αγώνας είχε ανάγκη απ’ όλες τις δυνάμεις του Γένους και δεν αρνιόταν στους πρόκριτους τον πατριωτισμό, παρόλο που περίμενε την αντίδρασή τους και γνώριζε ότι δεν ήταν φίλοι του. Το κατάλαβε όταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε να μετάσχει στη διοίκηση.

Για να εξασφαλίσει την εξουσία του ο Οικονόμου επιχείρησε να αντικαταστήσει τους πλοιάρχους των πλοίων, που ήταν αφοσιωμένοι στους πρόκριτους, με ανθρώπους της προσωπικής του εμπιστοσύνης. Συνάντησε όμως την αντίδραση των πλοιοκτητών και των πλοιάρχων [26]. Τότε, αντί να επιβάλει τη θέλησή του με τη βία σε ανθρώπους, που η εχθρότητά τους δε θα μειωνόταν, όσο φιλικά και αν τους φερόταν, αναγνώρισε το δίκιο τους και άφησε στους πλοιοκτήτες το δικαίωμα να έχουν στα πλοία τους δικούς τους ανθρώπους, αντί να κηρύξει το στόλο εθνικό και κτήμα του Αγώνα. Αν εγκαθιστούσε δικούς του πλοιάρχους, η εξουσία του θα ήταν στερεωμένη. Μπορούσε να φύγει σε εκστρατεία και να είναι βέβαιος ότι οι πρόκριτοι δε θα είχαν τη δύναμη να κάνουν το παραμικρό εναντίον του. Γιατί δύναμη της Ύδρας ήταν τα πλοία της. Και οι εχθροί του θα ήταν αφοπλισμένοι.

Αλλά ο Οικονόμου δε σκεπτόταν τίποτα άλλο, παρά μόνο πώς θα υπηρετήσει την πατρίδα. Του χρειάστηκαν 15 ημέρες για να ετοιμάσει τα πλοία και στις 16 Απρίλη 1821, Σάββατο της Διακαινησίμου, συγκεντρώθηκαν οι Υδραίοι όλων των τάξεων, έγινε δοξολογία και δέηση υπέρ του αγώνα και, ενώ από τα πλοία ερρίπτοντο κανονιοβολισμοί, υψώθηκε στο διοικητήριο η επαναστατική σημαία και η Ύδρα μπήκε επίσημα στον αγώνα Συντάχτηκε ταυτόχρονα το παρακάτω έγγραφο, που αποτελεί την πρώτη επαναστατική πράξη της Ύδρας, και με το οποίο αναγνωρίζονταν αρχηγός του Υδραίικου στόλου ο Ιάκωβος Τομπάζης:

 

Εν ονόματι του Θεού Παντοκράτορος.

Το Ελληνικόν Έθνος, βεβαρημἐνον πλέον ν’ αναστενάζη υπό τον σκληρόν ζυγόν, υπό του οποίου τέσσαρας περίπου αιώνας καταθλίβεται επονειδιστικώς, τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν ή εις τα όπλα, δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσους, τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό. Το ιερόν όνομα της Ελευθερίας αντηχεί εις όλα τα μέρη της Ελλάδος και πάσα ελληνική καρδία αναφλἐγεται από την επιθυμίαν του να επαναλάβη το ιτολύτιμον τούτο δώρον του Θεού, ή ν’ απολεσθή εις τον   υπέρ τούτου αγώνα.

Οι κάτοικοι της νήσου Ύδρας δέν θέλουσι μένει ολιγώτερον πρόθυμοι εις τον ευγενή τούτον αγώνα. Αλλά καταφρονούντες πάντα κίνδυνον, δια να καταστρέψουν τους τυράννους των, θέλουν μεταχειρισθή τούτο το μόνον μέσον, το οποίον η φύσις της τοπικής αυτών θέσεως δίδει εις αυτούς προς τον σκοπόν τούτον.

Ημείς οι προύχοντες, οι συγκροτούντες την διοίκησιν της νήσου ταύτης, επιτρέπομεν εις τον καπετάν-Γιακουμάκην Νικολάου Τομπάζην, του πλοίου ο Θεμιστοκλής, το οποίον έχει κανόνια δεκαέξ, και άλλα πολεμικά ξύλα υπό την ελληνικήν σημαίαν, να υπάγη μετά του πλοίου τούτου όπου ήθελε κρίνει ωφέλιμον και αναγκαίον εις τον κοινόν αγώνα και να ενεργή κατά των οθωμανικών δυνάμεων ξηράς τε και θαλάσσης παν ό,τι συγχωρείται εις νόμιμον πόλεμον, έως ου η ελευθερία και ανεξαρτησία του Ελληνικού Γένους ν’ αποκατασταθή με στερέωσιν.

Παρακαλούμεν τους άρχοντας των θαλασσίων και ηπειρωτικὡν δυνάμεων πασών των ευρωπαϊκών εξουσιών όχι μόνον να μην επιφέρωσι κανένα εμπόδιον εις το πλοίον τούτο και εις τας ενεργείας της αποστολής αυτού, αλλά και να προσφέρωσι πάσαν βοήθειαν και υπεράσπισιν συγχωρημένην από την ουδετερότητα αυτών. Τούτο ελπίζομεν εκ μέρους της γενναιότητος των πολιτισμένων εθνών. Και ήθελεν είσθαι ύβρις προς αυτούς εάν αμφιβάλλωμεν καν μίαν στιγμήν περί της προθύμου αυτών ευνοίας εις τούτον τον αγώνα μας, όστις γίνεται υπέρ των δικαιωμάτων της ανθρωπότητος.

Οι απόγονοι των ενδόξων εκείνων ανδρών, οίτινες ετίμησαν το ανθρώπινον γένος με τας υψηλάς αυτών αρετάς και εφώτισαν τον κόσμον, μάχονται υπέρ της ελευθερίας εναντίον εις τους τυράννους των, βαρβάρους απογόνους του βαρβάρου Οσμάνου, τους εξολοθρευτάς των επιστημών και τεχνών, και εχθρούς της ιεράς θρησκείας του Ιησού Χριστού. Τις θέλει .είσθαί ποτέ την περίστασίν μας, ή να μη εύχεται υπέρ ημών;

Εξεδόθη εις την Καγκελαρίαν της νήσου Ύδρας τη 16 Απριλίου 1821

Οι κάτοικοι της Νήσου Ύδρας

 

Την ημέρα αυτή ο Αντώνης Οικονόμου είχε πραγματοποιήσει το μεγάλο του σκοπό. Έδωσε την Ύδρα στον Αγώνα. Αλλά και οι πρόκριτοι εξετέλεσαν το καθήκον τους, έστω και αναγκαστικά. Στην προσπάθειά τους να υπερκεράσουν τώρα τον Οικονόμου πρόσφεραν πρόθυμα την ημέρα που κηρύχτηκε η επανάσταση νέα ποσά για την κίνηση του στόλου και έτσι η δημοτικότητά τους άρχισε να αποκαθίσταται. Και βέβαια ούτε ώρα δεν έπαψαν να συνωμοτούν.

Από την ημέρα εκείνη ο Οικονόμου δεν είχε παρά δυο δρόμους, αν ήθελε να τελειώσει την αποστολή του: Ή έπρεπε να παραιτηθεί από τη διοίκηση και να αρκεστεί στη δόξα ότι έβγαλε την Ύδρα στον αγώνα, ή όφειλε να πάρει ριζικά μέτρα για να στερεώσει την κυριαρχία του στην Ύδρα [27], να μεταβληθεί δηλ. σε πραγματικό δικτάτορα, αδυσώπητο και σκληρό προς τους αντιπάλους του. Αλλά δεν έκανε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της επανάστασης και ασχολείτο συνεχώς με τις ανάγκες του στόλου. Και οι πρόκριτοι, που ο εγωισμός τους δεν μπορούσε να ανεχθεί έναν δημαγωγό, όπως τον αποκαλούσαν, με συστηματικές ενέργειες κατόρθωσαν να κλονίσουν τη θέση του [28].

Στις 18 Απρίλη απηύθυνε προκήρυξη στα νησιά του Αιγαίου και καλούσε τους άλλους νησιώτες να επαναστατήσουν. Παρόμοια προκήρυξη απηύθυνε στους καθολικούς κατοίκους των Κυκλάδων, που αντιδρούσαν. Την επόμενη μέρα, 19 Απρίλη, σαν υπεύθυνος ευρωπαίος ναυτικός αρχηγός όριζε με διαταγή στους Έλληνες πλοιάρχους να σέβονται τις ουδέτερες σημαίες, να μην προκαλούν δυσαρέσκεια στους ευρωπαίους πλοιάρχους, να μην ενεργούν αδικαιολόγητες νηοψίες με τη βία, και γενικά να σέβονται τους όρους του διεθνούς δικαίου. Με το μέτρο αυτό ήθελε να περιορίσει τις πειρατικές διαθέσεις των Ελλήνων και να εμφανίσει νομιμόφρονα την ελληνική επανάσταση απέναντι στα ευρωπαϊκά κράτη [29].

Η ενέργεια αυτή του Οικονόμου δυσαρέστησε τους έλληνες ναύτες – οπαδούς του. Με τόσους αιώνες αναρχία στη θάλασσα είχαν αποκτήσει πειρατικές συνήθειες, που δεν μπορούσαν να κοπούν με ένα διάταγμα. Οι πρόκριτοι για να κερδίσουν τη συμπάθεια των ναυτών και να απομονώσουν τον Οικονόμου προπαγάνδιζαν ότι οι Τούρκοι πρέπει να περνούν από μαχαίρι χωρίς έλεος και ότι οι ναύτες που θαλασσοπνίγονται πρέπει να μοιράζονται τη λεία από τα τουρκικά πλοία [30]. Έτσι μετά από λίγες μέρες δυο υδραίικα καράβια κυρίευσαν ένα τούρκικο πλοίο, που μετέφερε τον πατριάρχη των Μουσουλμάνων και άλλους Τούρκους στη Μέκκα για προσκύνημα, τους έσφαξαν όλους με άγριο τρόπο πάνω στο κατάστρωμα [31] και επιστρέφοντας στην Ύδρα ήθελαν να οικειοποιηθούν και τα λάφυρα, που πήραν παραβιάζοντας όχι μόνο τη διαταγή του Οικονόμου, αλλά και τον παλαιότερο κανονισμό περί διανομής της λείας. Οι πρόκριτοι ζήτησαν από τον Οικονόμου να εφαρμόσει τον κανονισμό, αλλά όταν εκείνος ζήτησε να παραδοθεί η λεία για διανομή, οι ναύτες δεν υπάκουσαν, τον έβρισαν και τον απείλησαν. Έθιγε άγραφα δικαιώματα εκείνων που πριν από λίγο τον είχαν αποθεώσει. Οι πρόκριτοι πήραν το μέρος των ναυτών, για να τους αποσπάσουν από το κόμμα του Οικονόμου και έτσι έγιναν δημοφιλείς και απέκτησαν και πάλι δύναμη.

Ο Οικονόμου, λοιπόν, βρέθηκε απογυμνωμένος από το λαό. Δεν απέμειναν παρά ελάχιστοι πιστοί κοντά του. Η ώρα του τέλους έφτανε. Οι πρόκριτοι έφερναν εμπόδια σε κάθε πράξη του και εκείνος, όταν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ελπίδα συμβιβασμό μαζί τους, άρχισε να φέρεται προκλητικά και απότομα. Κρατούσε μάλιστα κοντά του και τον Καλοδήμα, που την ημέρα του γάμου του Λάζαρου Κουντουριώτη είχε φονεύσει τον πατέρα του μέσα στην εκκλησία [32]. Οι συνωμοτικές ενέργειες των προκρίτων προχωρούσαν και, όταν παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία, γκρέμισαν τον Οικονόμου από την εξουσία.

Στις 12 Μάη 1821, όταν έλειπε από το λιμάνι ο στόλος με τους πιο πολλούς από τους οπαδούς του Οικονόμου, οι πρόκριτοι οργάνωσαν επιχείρηση για τη θανάτωσή του. Την εκτέλεση ανέλαβαν οι πλοίαρχοι Λάζαρος Παναγιώτας και Θεόφιλος Δρένιας μαζί με τον Αντώνη Κριεζή και δέκα ένοπλους, που όρμησαν στο Διοικητήριο, όπου βρισκόταν ο Οικονόμου με το γιο του, τον Καλοδήμα και δώδεκα σωματοφύλακες. Ο Οικονόμου, που κατάλαβε το σκοπό τους, πυροβόλησε πρώτος το Δρένια, αλλά αστόχησε. Τον πέτυχε όμως ο γιος του Οικονόμου και τον έριξε νεκρό. Ο Παναγιώτας τραυμάτισε τον Καλοδήμα, αλλά τραυματίστηκε κι αυτός από τους σωματοφύλακες [33] του Οικονόμου. Στο μεταξύ έφτασαν και άλλοι άνθρωποι του Κριεζή και ο Οικονόμου απομονωμένος κλείστηκε στο Διοικητήριο και άρχισε να καλεί σε βοήθεια από το παράθυρο. Έτρεξαν μερικοί να τον υπερασπίσουν και η συμπλοκή γενικεύτηκε.

Οι επιτιθέμενοι άρχισαν να πυροβολούν προς το διοικητήριο από τα διπλανά σπίτια του Βούλγαρη, του Μανώλη Τομπάζη, του Αναστάση Κριεζή και από τον ταρσανά, ενώ ο Γεώργιος Σαχτούρης και οι πλοίαρχοι άρχισαν να κανονιοβολούν το διοικητήριο από τα πλοία τους. Ο Οικονόμου βλέποντας τον κίνδυνο κατόρθωσε να διαφύγει από την πίσω πόρτα του διοικητηρίου και έτρεξε προς την ακτή καταδιωκόμενος από τον Κριεζή και τους ανθρώπους του. Έφτασε στη θέση Καμίνι, πήρε μια ψαρόβαρκα με λίγους δικούς του, ανέβηκε στη γολέττα του Τομπάζη, που βρισκόταν εκεί χωρίς ναύτες, και απέπλευσε για να διαφύγει. Τον καταδίωξαν όμως με άλλο πλοίο και κινδυνεύοντας αποβιβάστηκε στον Γιαλαμιδά, στα δυτικά του νησιού, και έτρεξε στα υψώματα, αλλά κυκλώθηκε από τους αντιπάλους του και αναγκάστηκε να παραδοθεί.

Τον επιβίβασαν αμέσως σε μια βάρκα με 10 ναύτες, για να τον μεταφέρουν στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου και να τον θανατώσουν. Μεταξύ όμως των 10 ναυτών έτυχαν μερικοί συγγενείς του Οικονόμου, που απαίτησαν από τους άλλους να τον αφήσουν ελεύθερο [34]. Έτσι ο Αντώνης Οικονόμου σώθηκε και κατέφυγε στο Κρανίδι μαινόμενος κατά των συμπατριωτών του και φοβερίζοντας ότι θα επιστρέψει στην Ύδρα για να εκδικηθεί. Οι Κρανιδιώτες τον φιλοξένησαν, γιατί τον σέβονταν και τον θαύμαζαν.

Τότε όμως έφτασε στην Ύδρα ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος από την Πάτρα και ο Ναθαναήλ, ηγούμενος στο Μοναστήρι του Φονιά, για να ζητήσουν ναυτική υποστήριξη από τους Υδραίους για τον αποκλεισμό της Πάτρας, γιατί ο άγγλος πρόξενος των Πατρών, Γκρην, εφοδίαζε από τη Ζάκυνθο τους αποκλεισμένους Τούρκους. Οι πρόκριτοι τότε δε δίστασαν να εκβιάσουν την κατάσταση. Απάντησαν ότι όσο ο Οικονόμου βρίσκεται στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου «οχλαγωγών και απειλών [35]» δεν εγκρίνουν να απομακρυνθούν τα πλοία τους από το νησί, γιατί κινδυνεύουν. Ζήτησαν μάλιστα από το Θεοχαρόπουλο να συλλάβει και να φυλακίσει τον Οικονόμου, για να ησυχάσει το νησί, και τότε θα βοηθήσουν την επανάσταση. Οι Κρανιδιώτες, που είχαν αρνηθεί να απομακρύνουν τον Οικονόμου ή να τον παραδώσουν στους Πρόκριτους, πείστηκαν να τον παραδώσουν στο Θεοχαρόπουλο, ο οποίος τον μετέφερε και τον φυλάκισε στον μοναστήρι της Άγιας Βαρβάρας, στις Κλουκίνες Καλαβρύτων [36], όπου έμεινε απομονωμένος με λίγους συντρόφους του, υπό την προσωπική ευθύνη του Θεοχαρόπουλου υπενάντιο στους Υδραίους πρόκριτους.

Οι παλιοί συνεργάτες του Οικονόμου Γκίκας Θ. Γκίκας και Πέτρος Μαρκέζης διέφυγαν από την Ύδρα και με 300 οπαδούς τους, πήγαν στο στρατόπεδο των Τρικόρφων, όπου έγιναν δεκτοί από τον Κολοκοτρώνη και πήραν μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Γεώργιος Αγαλλόπουλος πήγε στο Μυστρά και έφτιαξε δικό του σώμα. Άλλοι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ύδρα και διασκορπίστηκαν σε διάφορα σώματα, που δρούσαν στην Ανατολική Πελοπόννησο. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας μάλιστα έστελνε από τα Τρίκορφα γράμματα στους Πρόκριτους της Ύδρας, τους αποκαλούσε «ασπρολάτρας», δούλους του χρήματος δηλαδή, και «απόγονους του Ιούδα [37] και τους απειλούσε ότι θα εκστρατεύσει εναντίον τους με τον Κολοκοτρώνη και 10.000 άνδρες, αν δεν του στείλουν πολεμοφόδια που ζητούσε. Τη συνένωση και εκδίκηση όλων αυτών των ένοπλων Υδραίων υπό τον Οικονόμου φοβούνταν πάντα οι Πρόκριτοι του νησιού.

Στο μεταξύ ο Οικονόμου δεν άντεξε την απομόνωση στην Αγία Βαρβάρα. Έφυγε με τους κρατούμενους εκεί συντρόφους του και πήγε στο μοναστήρι του Φονιά, στο Φενεό, όπου ήταν ηγούμενος ο Ναθαναήλ, προς τον οποίο είχε κάποια εμπιστοσύνη. Όταν έμαθε τη δραπέτευσή του ο Θεοχαρόπουλος, που είχε δώσει το λόγο του στους Υδραίους πρόκριτους για την ασφαλή κράτησή του, έσπευσε με σώμα ενόπλων αποφασισμένος να τον επαναφέρει στην Αγία Βαρβάρα ή να τον σκοτώσει. Αλλά ο Οικονόμου έκλεισε την πύλη του μοναστηριού, τοποθέτησε τους άνδρες του στα τείχη της μονής και απείλησε ότι θα πυρπολήσει το μοναστήρι. Επενέβησαν τότε οι μοναχοί και έπεισαν το Θεοχαρόπουλο να αποχωρήσει με την υπόσχεση ότι αναλαμβάνουν αυτοί την προσωπική ευθύνη για την κράτηση του Οικονόμου, ο οποίος τους έδωσε το λόγο της τιμής του, ότι δε θα φύγει από το μοναστήρι μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς.

Έτσι ο Οικονόμου παρέμεινε στο μοναστήρι του Φονιά, από όπου επικοινωνούσε και αλληλογραφούσε με τους φίλους του. Ο μεγαλύτερος γιος του, που έμενε μαζί του τον περισσότερο καιρό και συχνά πήγαινε στην Τριπολιτσά, και οι συγγενείς του, που πηγαινοέρχονταν και τον έβλεπαν, τον πληροφορούσαν για τα διαδραματιζόμενα στην Ύδρα και τις επιτυχίες της επανάστασης. Όλες αυτές οι πληροφορίες ηλέκτριζαν τον ατίθασο Υδραίο, που δεν ήταν δυνατόν να ησυχάσει.

Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς κινήθηκαν από όλες τις πλευρές οι διαδικασίες για τη συγκρότηση της Α’ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι όλων των επαρχιών συγκεντρώθηκαν στο Άργος, όπου μάλιστα στις 14 Δεκεμβρίου 1821 έγινε η έναρξη των εργασιών της Συνέλευσης με ένα είδος τελετής στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Ο Ν. Βάμβας εκφώνησε τον εναρκτήριο λόγο και οι πληρεξούσιοι ορκίστηκαν κατόπιν πίστη στην πατρίδα. Ο Οικονόμου αποφάσισε τότε να πάει στο Άργος με σκοπό να καταγγείλει τους Κουντουριωταίους και τους άλλους πρόκριτους της Ύδρας ότι καταλάβανε πραξικοπηματικά την εξουσία και ότι αυτός ήταν ο πραγματικός ηγέτης της πλειοψηφίας του λαού της Ύδρας [39]. Κατόρθωσε να εξοπλίσει Υδραίους συντρόφους του που ήταν μαζί του, έστειλε με το γιο του γράμμα στον Κολοκοτρώνη, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι έρχεται στο Άργος, έφυγε έφιππος με τους άνδρες του φέροντας και σημαία, που είχε φτιάξει στο μοναστήρι, και έφτασε στον Άγιο Γεώργιο Κορινθίας, μετόχι της μονής του Φονιά, όπου στάθμευσε.

Τη φυγή του Οικονόμου, όμως, πληροφορήθηκαν και οι πληρεξούσιοι των προκρίτων που βρίσκονταν στο Άργος. Ο εκτελών χρέη ηγουμένου στο μοναστήρι του Φονιά, Σαμουήλ, έστειλε αμέσως με έφιππο επιστολή στον ηγούμενο Ναθαναήλ, που βρισκόταν στο Άργος για τη συνέλευση, και του ανάγγειλε ότι ο κρατούμενος Υδραίος αρχηγός έφυγε με ένοπλο σώμα χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μοναχοί. Ο Ναθαναήλ, που είχε εγγυηθεί προσωπικά για την κράτηση του Οικονόμου στο μοναστήρι του Φονιά, έδειξε έντρομος την επιστολή στο Σωτήρη Χαραλάμπη και εκείνος στους πληρεξούσιους των προκρίτων της Πελοποννήσου και της Ύδρας, που καταταράχτηκαν. Δεν ήξεραν με πόση δύναμη ερχόταν ο Οικονόμου και οι ημέρες ήταν πονηρές, λόγω των αντιθέσεων των προκρίτων με τους στρατιωτικούς και της συμπάθειας των στρατιωτικών προς τον Οικονόμου.

Οι πρόκριτοι μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να στείλουν το Ναθαναήλ να συναντήσει τον Οικονόμου και να τον πείσει να επιστρέψει στο μοναστήρι του Φονιά ή τουλάχιστον να παραμείνει στον Άγιο Γεώργιο. Πράγματι ο Ναθαναήλ πήγε και συνάντησε τον Οικονόμου, αλλά μάταια προσπάθησε με παρακλήσεις, υποσχέσεις και υποδείξεις να τον μεταπείσει. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν πια. «Καλόγερε», είπε στο τέλος στο Ναθαναήλ, «δεν σε ακούω πια. Ως πότε θα με έχεις δεμένον;» Ο Ναθαναήλ ειδοποίησε αμέσως το Χαραλάμπη και τους άλλους πρόκριτους ότι δεν κατόρθωσε τίποτα και ότι ο Οικονόμου εντός ολίγου φεύγει κατευθυνόμενος προς το Άργος.

Οι Πελοποννήσιοι και Υδραίοι πρόκριτοι θορυβημένοι έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να εξοντώσουν τον Οικονόμου πριν φθάσει στο Άργος. Αλλά, για να δοθεί επίσημος χαρακτήρας στην αποστολή εναντίον του Οικονόμου, χρειαζόταν και η υπογραφή του Δημήτρη Υψηλάντη, που έφερε ακόμα τον τίτλο του αρχιστράτηγου και μαζί με τη Γερουσία της Πελοποννήσου αποτελούσε την υπέρτατη αρχή [40]. Για να πείσουν τον Υψηλάντη να υπογράψει τη διαταγή χρησιμοποίησαν το Νεόφυτο Βάμβα. Ο Βάμβας ήταν στην Ύδρα, όταν ο Οικονόμου έκανε το κίνημα και έλαβε την εξουσία, και γνώριζε τον ορμητικό χαρακτήρα και την αποφασιστικότητα του Οικονόμου. Έτσι οι πληρεξούσιοι της Ύδρας εύκολα τον έπεισαν ότι οι πρόκριτοι του νησιού διέτρεχαν κίνδυνο και δημιουργούνταν περιπέτειες σε βάρος του αγώνα, αν άρχιζαν νέες ταραχές και εσωτερικές ανωμαλίες στην Ύδρα.

Τους φόβους του αυτούς ο Βάμβας μετάδωσέ στον Υψηλάντη και τον έπεισε να υπογράψει έγγραφο σύμφωνα με το οποίο στρατιωτικό σώμα θα πήγαινε να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον φυλακίσει στο Μεγάλο Σπήλαιο. Δινόταν μάλιστα η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν όπλα εναντίον του Οικονόμου, αν δεν υπάκουε και αντιστεκόταν [41]. Ο Υψηλάντης υπέγραψε το έγγραφο, που δε διέφερε από θανατική καταδίκη, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο υπηρετεί τα συμφέροντα της πατρίδας. Σχηματίστηκε αμέσως σώμα από ένοπλους άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση της Βοστίτσας (Αιγίου) Ανδρέα Λόντου με επικεφαλής τον Ευθύμιο Ξύδη, το Σπύρο Ξύδη από τα Κράβαρα, το Γεώργιο Κοντοβαζενίτη και από μισθοφόρους το Σωτήρη Χαραλάμπη με τον υπασπιστή του Ιωάννη Φεϊζόπουλο και τον Ανδρέα Νικολόπουλο. Η δύναμη του σώματος ήταν 70 άνδρες και κινήθηκαν προς ανεύρεση του Οικονόμου.

Στο μεταξύ ο Κολοκοτρώνης, που πολιορκούσε τότε το φρούριο του Ναυπλίου, πήρε την επιστολή του Οικονόμου, πρόβλεψε τα δυσάρεστα και θέλησε να τα αποτρέψει. Παρήγγειλε λοιπόν στον Δημήτρη Τσώκρη, το στρατιωτικό διοικητή του Άργους, να σπεύσει να προφθάσει τον Οικονόμου, πριν μπει στο ‘Αργος και να τον πείσει να περιμένει μέχρι που να μπορέσει να πάει ο ίδιος να τον συναντήσει. Ο Κολοκοτρώνης σκόπευε, αφού κρατούσε ο Τσώκρης τον Οικονόμου έξω από την πόλη, να επέμβει και να τον συμφιλιώσει με τους Υδραίους πρόκριτους. Ο Τσώκρης αναχώρησε αμέσως έφιππος, για να εκτελέσει τη διαταγή του Κολοκοτρώνη.

Πρόλαβαν όμως οι δολοφόνοι των προκρίτων. Οι ένοπλοι του Λόντου και του Χαραλάμπη συνάντησαν τη μικρή ομάδα του Οικονόμοι μεταξύ Άργους και Κουτσοποδίου, στην περιοχή Κατσικάνι, «παρά τον Ξεριάν, εις μίαν θέσιν, όπου υπήρχε παλαιός τοίχος» [42]. Ο Οικονόμου είδε τους ένοπλους, αλλά δεν φαντάστηκε ότι έρχονταν εναντίον του, αλλιώς θα έσπευδε να φθάσει στον τοίχο και να οχυρωθεί. Ο Νικολόπουλος και οι Ξυδαίοι μόλις έφθασαν κοντά στον Οικονόμου του φώναξαν να διπλώσει τη σημαία του και να ρίξει κάτω τα όπλα του. Εκείνος δεν υπάκουσε και έτρεξε προς τον τοίχο, για να οχυρωθεί και να αμυνθεί. Ήταν αργά όμως. Τον πυροβόλησαν αμέσως άνανδρα και τον έριξαν νεκρό από το άλογό του. Οι σύντροφοί του διασκορπίστηκαν αμέσως και ταυτόχρονα έσπευσαν να φύγουν και εκείνοι που τον κτύπησαν εγκαταλείποντας τον Οικονόμου νεκρό [43].

«Ολίγην ώραν μόλις μετά τον φόνο του», σημειώνει ο Δ. Κόκκινος [44], «έφθασεν εκεί ο Δημήτρης Τσώκρης και ευρέθη προ του πτώματός του. Φρόντισε τότε δια την ταφήν του παρά τον τοίχο και επέστρεψε στο Άργος οργισμένος κατά των Υδραίων, τους οποίους συνάντησε στο σπίτι του Αναγνώστη Ιατρού και τους εκάκισε δια την πράξιν τους».

Η σύζυγός του πέθανε μετά από μια βδομάδα και η υπόλοιπη οικογένειά του μετακόμισε στις Σπέτσες [45], και οι υπόλοιποι οπαδοί του Οικονόμου αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ύδρα μετά την οριστική επικράτηση των Προκρίτων. Ο Γκίκας Θ. Γκίκας πέθανε την ίδια εποχή από λοιμική νόσο, που αναπτύχθηκε κατά την άλωση της Τριπολιτσάς.

Με το αίμα του Οικονόμου οι Υδραίοι συμβιβάστηκαν με τους Μοραΐτες, το μέτωπο των ολιγαρχικών βγήκε σοβαρότατα ενισχυμένο και η ήττα των φιλικών ήταν οριστική [46]. Ο Υψηλάντης με τον Κολοκοτρώνη απογοητευμένοι φεύγουν για την Ακροκόρινθο, ενώ οι αγωνιστές γογγύζουν για την εγκατάλειψή τους από τους ηγέτες του. Και ήταν η στιγμή , που το λαϊκό κίνημα προδομένο βρισκόταν στη βράοη του. Ζητούσε τους ηγέτες του [47]. Οι ακατάπαυστες εξεγέρσεις έδειξαν τη ζωντάνια του, όταν οι Κωλέττηδες και οι Μαυροκορδάτοι ξεπουλούσαν τη χώρα. Αν ζούσε και αναπτυσσόταν πολιτικά ο Ανδρούτσος και ο Οικονόμου, το λαϊκό στρατιωτικό επαναστατικό μέτωπο θα δημιουργούσε την πολιτική βάση του. Ο Υψηλάντης θα εξελισσόταν δυναμικά σε πρώτης γραμμής ηγέτη. Ο Παπαφλέσσας θα ‘βρισκε το αγωνιστικό κλίμα του, οι πολιτικές του ικανότητες θα διοχετεύονταν στο κανάλι της λαϊκής αντίστασης ενάντια σε ξένους και ντόπιους. Μα είχαν όλοι τους άσχημο τέλος. Και ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους παράγοντες του αγώνα ο Αντώνης Οικονόμου, ο άνθρωπος που κινητοποίησε την Ύδρα. Ένας πραγματικός ήρωας, πατριώτης και αγνός άνθρωπος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του 21.

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο πόθος, λοιπόν, των Ελλήνων, που συσπειρώνονταν στους Κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, για ανεξαρτησία και θεμελίωση ενός κράτους, που θα στηριζόταν στις εθνικές παραδόσεις και στις αρχές της ισοπολιτείας και της ελευθερίας, που είχε διαδώσει στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση, κατέληξε μετά από βαρύτατες θυσίες στη δημιουργία ενός κράτους μικρού σε έκταση, που δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες των αγωνιστών του 1821. Τα πάθη και η εξόντωση του Αντώνη Οικονόμου και άλλων λαϊκών αγωνιστών οδήγησαν το νεοσύστατο κράτος στην «προστασία» των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Η αντίπαλη προς τον Οικονόμου παράταξη δεν επικράτησε μόνο στη διάρκεια της επανάστασης του 21, αλλά καθόρισε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις τύχες του Ελληνικού κράτους για 150 χρόνια. Και επιφύλαξε σκληρή τύχη στους αδικοχαμένους αντίπαλους αγωνιστές. Τους καταδίκασε στην αφάνεια. Η επίσημη ιστοριογραφία όλα αυτά τα χρόνια αγνόησε τον Αντώνη Οικονόμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα φύλλα του Κώδικα, όπου καταχωρούνταν τα πρακτικά τον καιρό που είχε την εξουσία στην Ύδρα ο Αντώνης Οικονόμου είναι κομμένα με ψαλίδι!

Μόλις τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία απλών ανθρώπων της Ύδρας αναζητήθηκαν στοιχεία, αποκαταστάθηκε η μνήμη και η τιμή του Αντώνη Οικονόμου στη γενέτειρά του, την Ύδρα, και στήθηκε η προτομή του δίπλα στους άλλους ήρωες του Αγώνα του 21. Και τον Απρίλη του 1988 στήθηκε ένα σημάδι θύμησης του Αντώνη Οικονόμου στην περιοχή που δολοφονήθηκε, στο Άργος. Με πρωτοβουλία της Ομοσπονδίας Εκδρομικών σωματείων Ελλάδας και τη συνεργασία του Δήμου Άργους τοποθετήθηκε στην είσοδο της πόλης του Άργους, αμέσως μετά τη γέφυρα του Ξεριά, μια μεγάλη πέτρα με την προσωπογραφία του Αντώνη Οικονόμου. Ένα σημάδι που κάνει τους περαστικούς να αναρωτιούνται για την ταυτότητα αυτού του «άγνωστου ήρωα». Μια απάντηση σ’ αυτά τα εύλογα ερωτήματα και παράλληλα μια προσπάθεια αποκατάστασης της μνήμης του Αντώνη Οικονόμου και της ιστορικής αλήθειας αποτελεί και το κείμενο αυτό.

Ο Αντώνης Οικονόμου, πρωτεργάτης της εξέγερσης της Ύδρας το 1821, αφού για δεκάδες χρόνια έμεινε ξεχασμένος, επιστρέφει την επικαιρότητα και καταλαμβάνει δικαιωματικά τη θέση που του αξίζει στις σελίδες της Ιστορίας. Οι άνθρωποι στάθηκαν διστακτικοί και άργησαν να τον αναγνωρίσουν. Σήμερα όμως, που η πάροδος του χρόνου επιτρέπει την ήρεμη και δίκαιη κρίση, αποκαθίσταται η ιστορική δικαίωση του φλογερού πατριώτη και η φυσιογνωμία του θα κοσμεί το πάνθεον των εκλεκτών ανδρών της πατρίδας.

 

Υποσημειώσεις


  1. Όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στο Μοριά, το Φλεβάρη του 1821, και προσπαθούσε να ξεσηκώσει του Έλληνες, οι Κοτζαμπάσηδες συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Λόντου στο Αίγιο, για να σκεφτούν με ποια μέτρα θα ματαιώσουν την εξέγερση (Συνέλευση της Βοστίτσας). Εκέι ο Π. Π. Γερμανός αποκάλεσε τον Παπαφλέσσα «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον» (Π. Π. Γ. Απομν. Σελ. 9). Ο Παπαφλέσσας όμως έμεινε ανένδοτος. (Η Επαν. Του 21, σελ 87).
  2. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού έθνους» (τόμος 7ος σελ. 493-494) αφιερώνει 15 ακριβώς σειρές για τον Αντώνη Οικονόμου και το κίνημά του και τον χαρακτηρίζει απερίφραστα «Εφήμερον δικτάτορα».
  3. Κρεμμυδά Β: Νεότ. Ιστορ. Σελ. 97-99.
  4. Κρεμμυδά Β: Εισαγωγή σε Ιστ. Νεοελ. Κοινωνίας σελ. 118-120.
  5. Δ. Κόκκινου: Ιστ. Ελλην, Επαν. σελ. 318. τομ. 1.
  6. Finley (τομ. 1 σελ 49). Ιστ. Ελλην, Επαν/σης.
  7. Μέχρι το 1770 την Ύδρα την κυβερνούσαν οι ιερείς. Με τα Ορλωφικά τοποθετήθηκε ως διοικητής Ρώσος αξιωματούχος και μετά την αποχώρησή του η εξουσία έμεινε αποκλειστικά στα χέρια των προκρίτων.
  8. Μαυροκεφάλου Αναστ. : «Διάλογοι αττικοί Δύο», Διάλογος Α’, σελ.4, Αθήνα 1863.
  9. Η κρίση αυτή ήταν μέρος μιας γενικότερης οικονομικής κρίσης στον Ελλαδικό χώρο, η οποία δεν αποκλείεται να επιτάχυνε την έκρηξη της Επανάστασης του 1821.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π., σελ. 322.
  11. Ο σημερινός πληθυσμός της Ύδρας είναι 2.538 κάτοικοι (απογραφή 1971).
  12. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 321.
  13. Φιλήμονος : Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελλην. Επαναστάσεως, τ. Α’, σελ. 318-320.
  14. Κορδάτου Γ. Μ. Ιστ. Ελλάδας, τομ. 10ος, σελ 229.
  15. Finley ο.π. σελ 235.
  16. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ, Επίτομη Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως σελ. 79.
  17. Την ναυτική δύναμη της Ελλάδας στα 1821 δίνει ο παρακάτω πίνακας:

Ύδρα 115 μεγάλα πλοία

Σπέτσες 60 μεγάλα πλοία

Ψαρά 40 μεγάλα πλοία

Κάσος 15 μεγάλα πλοία

Τρίκερι 30 πλοία διάφορων μεγεθών

Γαλαξίδι 60 πλοία διάφορων μεγεθών

Τα σκάφη με εκτόπισμα από 60 έως 100 τόνους υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 200 σ’ όλη την Ελλάδα. Σ’ όλους αυτούς τους αριθμούς δεν υπολογίζονται καΐκια που υπήρχαν σε κάθε νησί ή λιμάνι. (, ο.π. τομ. Α’. Σημείωση στη σελ. 232).

  1. Η Ύδρα έπρεπε να δίνει κάθε χρόνο 300 ναύτες, αλλά τα τελευταία χρόνια, επειδή οι Σπέτσες και τα Ψαρά δεν μπορούσαν να καλύψουν τις δικές τους υποχρεώσεις προς την Πύλη, ο αριθμός των 800 Ελλήνων που απαιτούσε ο Σουλτάνος συμπληρωνόταν από τους Υδραίους.
  2. Κατά το Σπ. Τρικούπη (Ιστ. Ελλην. Επαναστάσεως Τομ. Α’, σελ 121) τους ναύτες αυτούς τους πρόλαβαν άνθρωποι του Οικονόμου στην Μήλο, τους εμπόδισαν και του γύρισαν πίσω και έτσι γλίτωσαν τη σφαγή (βλ. Και Μ. Οικονόμου Ι.Ε.Επ. σελ 165).
  3. Δημογέροντες εκείνη την τετραμηνία ήταν ο λάζαρος Κουντουριώτης, ο Θ. Γκίκας-Γκιώνης, ο Δημήτρης Τσαμαδός, και ο Βασίλης Μπουντούρης. Κυβερνήτης διορισμένος από τον Καπουδάν πασά, ο Νικόλαος Κοκοβίλας.
  4. Κορδάτου Γ: Μ.Ι.Ε. τομ. 10 σελ. 230.
  5. Δ. Κοκκίνου, ο.π. τ. 1, σελ.326.
  6. Υπογράφουν οι παρακάτω:

Λάζαρος Κουντουριώτης (Τ.Σ.) – Δημήτρης Τσαμαδός – Θοδωρής Γκίκας – Γεώργιος Γκιώνης – Νικόλαος Οικονόμου -Σταμάτης Ν. Μπουντούρης – Αναγνώστης Παπαμανόλης – Φρατζέσκος Βούλγαης – Γεώργιος Κηβοτός – Αναστάσιος Θεοδωράκης – Δημήτρης Κριεζής – Αντώνιος Βόκου – Αναγνώστης Γιουρδής – Γεώργιος Κουντουριώτης – Γιακουμάκης Τουμπάζης – Καπετάν Λάζαρος Λαλεχού – Αλέξανδρος Δημητρίου – Γιάννης Δημητρίου Ζάκα – Λάζαρος Παπαμανόλης – Κωνσταντής Μεθενίτης – Λάζαρος Νικολάου Κριεζή – Καπετάν Δημήτρης Βόκου – Νικόλας Παντελή – Γιάννης Γκέλης – Αναγνώστης Κριεμάδης – Καπετάν Θεοφάνης Βόκου – Λευτέρης Χατζή Γκιόνη – Σάβας Ανδρέα Σάβα – Γιάννης Φραντζέσκος Δοντάς – Αντώνιος Γεωργίου Κριεζή – Ηλίας – Γιάννης Μπητζηλής – Γιάννης Δοκός – Πολυχρόνιος Ιωάννου – Γεώργιος Δημητρίου Νέγκα – Αντρέας Γιάννη Θεοδόση – Αναστάσης Σερφιότης – Παντελής Γιάννη Γκίκα – Βασίλειος Ν. Μπουντούρη – Γιώργος Χατζή Γκιόνη – Ιωάννης Ορλάνδος (Τ.Σ.) – Μανόλης Τουμπάζης – Ανδρέας Δ. Βόκου-Μιαούλης – Γιάννης Βούλγαρης -Λάζαρος Πηνότσης – Γεώργιος Σαχτούρης – Βαγγέλης Δημητρίου – Ιωάννης Αναγνώστου – Γεώργιος Ιωάννου Κριεζή – Αντώνιος Δημητρίου – Νικολός Βόκου -Καπετάν Νικόλας Ούνγκρας – Καπετάν Παντελής Πέτρου – Αναγνώστης Ραφελιάς – Αναγνώστης Αντωνίου Ρηνότζη – Δημήτριος Ανδρέα Βόκου.

 

  1. Ι.Ε.Ε. τομ. ΙΒ σελ 102.
  2. Δ. Κόκκινου, τ. 1, σελ 327
  3. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 328-329.
  4. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ 331
  5. Ι.Ε.Ε. ο.π. σελ. 124.
  6. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 332.
  7. Κορδάτου Γ. ο.π. σελ. 326.
  8. Finley ο.π. σελ. 239-240.
  9. Finley ο.π. σελ. 49.
  10. Δ. Κόκκινου ο.π. σελ. 333.
  11. Ο Γ. Κορδάτος αναφέρει ότι δεν ήταν συγγενείς του, αλλά μπράβοι που είχαν σκοπό να τον πνίξουν. Όταν όμως τον άκουσαν να μιλά και να τους καλεί στο καθήκον, ντράπηκαν, και δεν εκτέλεσαν την εντολή που είχαν. (ο.π. σελ. 236).
  12. Σπ. Τρικούπη ο.π. σελ. 186.
  13. Φωτάκου: Απομν. Ελλην. Επαν/σης τομ. Α’, σελ. 115.
  14. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 55.
  15. Μέντελσον-Μπαρτόλδυ ο.π. σελ. 99.
  16. Γ. Κορδάτου ο.π. σελ. 372.
  17. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 57.
  18. Σ. Τρικούπη ο.π. σελ. 99.
  19. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ 4, σελ 58. ο μοναδικός παλαιός τοίχος, που υπήρχε στην περιοχή αυτή μέχρι πρόσφατα, ήταν ένα τμήμα Ρωμαϊκού υδραγωγείου (;) που ξεκινούσε από την περιοχή Καρανταναίικα, ανατολικά του Αγίου-Προκόπη στο Αεροδρόμιο Άργους, διέσχιζε ένα τμήμα του Ξεριά και κατέληγε απέναντι από το παλαιό λατομείο του Ξηνταρόπουλου στα 800 μέτρα του δρόμου Άργους-Καρυάς. Σε κάποιο σημείο αυτού του τοίχου, πιθανότατα στα Καρανταναίικα, σκοτώθηκε ο Οικονόμου. Το τμήμα του τοίχου, που περνούσε μέσα από τον Ξεριά, σώζεται και σήμερα στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Καρυάς.
  20. κατά τον Μ. Οικονόμου (ιστορικά της Ελλη. Παλιγγενεσίας σελ. 167) ο Αντώνης Οικονόμου «εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθει εκεί. Οι δε συνοδοιπόροι του απήχθησαν».
  21. Δ. Κόκκινου ο.π. τομ. 4 σελ. 58.
  22. Μ. Οικονόμου Ι.Ελ.Παλιγ. σελ. 167.
  23. Τ. Βουρνά, Ιστορ. Ν. Ελλ. Τόμος 1, σελ 107.
  24. Γ. Βαλέτα, Το Προδωμένο Εικοσιένα, σελ 72.

Αλέξης Τότσικας

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 96-117, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

 

Read Full Post »

Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας, Ευτυχία Λιάτα, «Ο Ερανιστής», τόμος 20, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1995. 


 

 «Ὁ ἔχων ἀπαίτησιν νά ἧναι ἀρχηγός, θυσιάζει αὐθορμήτως

ἀείποτε τά ἑαυτοῦ συμφέροντα χάριν τῶν οικογενειακῶν, καὶ

οὐδέποτε εκμεταλλεύεται τὰ τῆς οικογενείας, καὶ δή, τὰ

τιμαλφέστερα χάριν τῶν ἑαυτοῦ.»

 (Επιστολή Ανδρέα Α. Δεληγιάννη

προς Θεόδωρο Π. Δεληγιάννη, 22/9/1873.)

 

Είναι γνωστή η βαθιά αντιδικία μεταξύ στρατιωτικών και πρου­χόντων, των «πολιτικών», όπως νωρίς ονομάστηκαν, για τη σπου­δαιότητα του ρόλου που καθεμιά από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες δια­δραμάτισε στην ελληνική Επανάσταση. Αντιδικία που αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικό λόγο όταν οι πολεμικές συγκρούσεις έπαυσαν πλέον, και στην ουσία επαναλαμβάνει όσα στοιχεία πολιτικού λόγου ενείχαν ρήξεις που είχαν ήδη συμβεί κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Στο πεδίο της εξασφάλισης προνομίων και ανταμοιβών από την κυβέρνηση όσοι συνεισέφεραν, κυρίως σε υλικά μέσα, εμπλέκονται σε μια διελκυστίνδα διεκδικήσεων κάτω από το ένδυμα των οφειλόμενων αποζημιώσεων∙ ο λόγος λοιπόν για το μέγιστο μερίδιο και ο δρόμος προς το επιδιωκόμενο ο ίδιος για όλους: περνάει σε πρώτο επίπεδο από τη διογκωμένη προβολή – επιτυχέστερα μάλιστα δι’ αποδείξεων – του ρόλου που ο διεκδικητής διαδραμάτισε σ’ εκείνο τον κοινό αγώνα, και σε δεύτερο επίπεδο από την υποβάθμιση του ρόλου των άλλων. Με τη μέθοδο συνήθως των αποσιωπήσεων, της παραγνώρισης και όχι πάντα απαραίτητα της καταγγελίας διαμορφώνεται η εικόνα των ιστορικών γεγονότων και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά. Ο επίζηλος ρόλος του πρωταγωνιστή δεν επιφέρει μόνο δόξα αλλά και υλικά αγαθά: γι’ αυτό και πολλοί οι εκ των υστέρων διεκδικητές του σε ένα συντελεσμένο πολυπρόσωπο δράμα, όπου η σαφής διάκριση των ρόλων και δύσκολα κατορθωτή ήταν και όχι πάντα ξεκάθαρη.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Μόνοι αδιάψευστοι μάρτυρες τα γραπτά τεκμήρια∙ όμως κι αυτά δεν υπήρχαν πάντα, μολονότι κάποιοι φρόντιζαν ακόμα και μέσα στη δίνη του πολέμου να τα εξασφαλίσουν και να τα διαφυλάξουν, κάποτε δίχως την επιθυμητή ως το τέλος επιτυχία. Το μόνο που απέμενε πλέον ήταν η προ­σωπική μαρτυρία των αγωνιστών, όσων επέζησαν αυτοί βίωσαν τα γεγονότα, έστω κι αν τ’ αντιμετώπισαν από διαφορετική σκοπιά ο καθένας και έτσι, όταν υποχρεώθηκαν να τ’ ανακαλέσουν, τ’ αναπαράστησαν αναμφί­βολα με αρκετή υποκειμενικότητα, όμως κυρίως αυτοί υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων. Βέβαια, οι πράξεις, τα συμβάντα συντελέστηκαν μ’ ένα και μοναδικό τρόπο∙ η πρόσληψη και η εκ των υστέρων εκτίμηση υπήρξε δια­φορετική, συχνά συνειδητά παραμορφωμένη αποβλέποντας στο προσδο­κώμενο κέρδος (ηθικό και υλικό), κάποτε αθέλητα ως φυσική συνέπεια μιάς προδοτικής μνήμης, η οποία, όταν ύστερα από μακρό χρονικό διάστημα αναγκάζεται ν’ ανακαλέσει σκηνές από το παρελθόν – στην πλεινότητά τους δυσάρεστες – συγχέει το πλαστό, το επιθυμητό, με την αλήθεια του συντελεσμένου γεγονότος. Έτσι η ιστορική πραγματικότητα επιδέχεται την πρώτη της ιδεολογική χρήση ενώ ακόμα είναι νωπή, σχεδόν ζωντανή και μάλιστα από τους ίδιους τους δημιουργούς-της.

Οι αγωνιστές, οι άνθρωποι της Επανάστασης που βίωναν και διαμόρ­φωναν τα γεγονότα δίνοντας καθημερινά αγώνα ζωής και θανάτου, δεν σκέφτονταν το απώτερο μέλλον, μονάχα το εγγύς, το αύριο και με τους ίδιους από την πλευρά των ζωντανών έχοντας κερδίσει το παιχνίδι με το θάνατο. Πολύ περισσότερο οι άνθρωποι του Αγώνα δεν οραματίζονταν δάφνες και δόξες που άλλωστε ποιος ξέρει αν είχαν καν συνείδηση, έστω και αμυδρή εικόνα, από ποιόν να τις περιμένουν όλα για την πατρίδα, κα­θώς ώμνυαν. Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσαν για την κα­ταγραφή των πράξεών τους, δηλαδή του παρόντος: θέλουν να δουν τ’ όνομά τους, τα πολεμικά τους έργα στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογ­γίου λόγου χάρη και αντιδρούν στην αποσιώπηση. Όμως, τί άλλο ήταν στο μυαλό τους αυτή η πατρίδα πέρα από ένα ιδεολόγημα; Όχι ασφαλώς κυβέρνηση και υπουργοί κι αξιώματα και Σύνταγμα και γραφειοκρατία κι αλισβερίσι∙ αυτά προέκυψαν αργότερα. Στη διάρκεια του Αγώνα οι φιλοδοξίες ικανοποιούνταν από ιεραρχικά συστήματα, στρατιωτικά, πολιτι­κά, διοικητικά, που είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »