Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Εθνοσυνέλευση Α’ (1821)

 

 

Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο). [ Ο ναός του Αϊ – Γιάννη κτίστηκε μετά το 1822 και περατώθηκε το 1829. Ο προηγούμενος ναός ήταν ημιυπόγειος και ο εισερχόμενος κατέβαινε 6-7 σκαλιά. Τους έκτιζαν έτσι, για να μην μπαίνουν έφιπποι οι Τούρκοι και τους βεβηλώνουν. Σ’ εκείνο τον παλιό ναό έγινε η δοξολογία και ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ εθνοσυνέλευσης το Δεκέμβριο 1821].

 

Με την έναρξη της Επανάστασης εμφανίστηκε η ανάγκη πολιτικής οργάνωσης. Οι επαναστατημένοι Έλληνες για το συντονισμό του αγώνα χρειάζονταν κάποιο «σύστημα». Η πρώτη αξιόλογη οργανωτική προσπάθεια έγινε στη μονή Καλτεζών έξω από την Τρίπολη, όπου συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία στις 26 Μαΐου 1821. Στις εργασίες είχαν λάβει μέρος τριάντα περίπου πρόκριτοι και αρχιερείς για την ανάδειξη της Γερουσίας, η οποία θα συντόνιζε τον αγώνα στον Μοριά μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς. Παράλληλα, τους ενδιέφερε προσωπικά να είναι οργανωμένοι, για να μην κινδυνεύει η εξουσία τους από το Δημήτριο Υψηλάντη, η άφιξη του οποίου αναμενόταν.

 

  

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

 

  

Μετά την άλωση της Τρίπολης, που έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Δημήτριος Υψηλάντης προσπάθησε να συγκαλέσει εθνική συνέλευση με αντιπροσώπους από όλα τα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για τη σύσταση πολιτικού συστήματος. Οι δυσκολίες παρουσιάστηκαν από την αρχή, γιατί η Πελοποννησιακή Γερουσία δεν εννοούσε να διαλυθεί, σύμφωνα με την προκήρυξή της.

 

Οι άρχοντες ήθελαν να κερδίσουν επίσης χρόνο, για να φτάσουν από τη Στερεά Ελλάδα ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος και ο Θ. Νέγρης, που ήταν πολιτικά αντίθετοι του Υψηλάντη. Εξάλλου, η δόξα των στρατιωτικών από την άλωση της Τριπολιτσάς ήταν μεγάλη και έλπιζαν ότι με τον καιρό θα μειωνόταν η πρώτη συγκλονιστική εντύπωση από το γεγονός αυτό. Με την επιμονή του Υψηλάντη και των στρατιωτικών άρχισαν να καταφθάνουν οι αντιπρόσωποι των επαρχιών στο Άργος περί τα τέλη Νοεμβρίου. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν εκλέχτηκαν με κανονικές εκλογές από το λαό, ο οποίος ήταν αγράμματος και δεν ήξερε από πολιτική. Ήταν οι γνωστοί πρόκριτοι και αρχιερείς και ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων, που νοιάζονταν για τα αξιώματα και την εξουσία.

 

Οι εργασίες άρχισαν την 1η Δεκεμβρίου 1821, αλλά ξεκίνησαν άσχημα. ο Υψηλάντης με την υποστήριξη μόνο των στρατιωτικών δεν μπόρεσε να διατηρήσει το χαρακτήρα της Εθνικής Συνέλευσης, την οποία κατόρθωσε ο Μαυροκορδάτος να μετατρέψει σε «Πελοποννησιακή». Με την αλλαγή αυτή περιορίζονταν οι στόχοι της και οι αρμοδιότητες των οργάνων που θα εκλέγονταν. Ουσιαστικά, ταυτιζόταν με την Πελοποννησιακή Γερουσία. Ο Υψηλάντης, επειδή ήθελε να διατηρηθεί το ήπιο κλίμα και να μην οξυνθούν τα πράγματα, υποχώρησε και δέχτηκε το αξίωμα του Προέδρου της «Πελοποννησιακής Γερουσίας», ένα αξίωμα χωρίς αντίκρισμα, αφού οι υπόλοιποι θα είχαν την πλειοψηφία και δε θα μπορούσε να επιβληθεί. Η «Πελοποννησιακή Συνέλευση» ψήφισε διακήρυξη, η οποία περιείχε αντιφάσεις και ανακρίβειες, που προκαλούν κατάπληξη, με σκοπό «να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Υψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η επανάσταση του ελλαδικού χώρου όχι στην ενιαία απόφαση του Έθνους για εξέγερση εναντίον της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά σε ειδικά γεγονότα, και να δικαιολογηθεί η αναρχία και αταξία που επικρατούσε από τις πολεμικές περιπέτειες, ενώ ήταν σε όλους γνωστό ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης Υψηλάντη και προκρίτων,που είχαν προκαλέσει οι τελευταίοι».

( Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 18, σσ. 198-199).

              

Επίσης, η συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό προσωρινής διοικήσεως», ένα είδος συντάγματος, που ρύθμιζε διάφορα θέματα πολιτικά και στρατιωτικά. Με τον Οργανισμό η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη, αφού οι στρατιωτικοί θα υποτάσσονταν στη Γερουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι έφερε έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη σύνταξή του, αν και δε συμμετείχαν στις εργασίες, γιατί δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα αποτελέσματα της συνέλευσης ήταν επίτευγμα της πολιτικής του Μαυροκορδάτου.

 

Ο Υψηλάντης, βλέποντας τις έριδες και τις ραδιουργίες για την εξασφάλιση της εξουσίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Άργος, πριν τελειώσουν οι εργασίες, και πήγε στην Κόρινθο με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς για την πολιορκία και άλωση της πόλης.

 

Εν τω μεταξύ και πριν φύγουν οι στρατιωτικοί, συνέβη ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό· δολοφονήθηκε στον Ξεριά, έξω από το Άργος, ο Αντώνης Οικονόμου και το Άργος έγινε ανάστατο. Οι πολιτικοί ανησυχούσαν και δεν αισθάνονταν ασφαλείς, επειδή ο στρατός αγρίεψε και απειλούσε. Υπήρχε πολύς στρατός τότε στο Άργος και στο Ναύπλιο, επειδή το δεύτερο εξακολουθούσε να πολιορκείται από τους Έλληνες.

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αποφάσισαν να μεταβούν στη Νέα Επίδαυρο και εκεί «να πουν τα ψέματά τους», όπως έγραψε ο Θ. Κολοκοτρώνης στ’ απομνημονεύματά του. Πρόκειται για την Α΄ εθνοσυνέλευση της Επανάστασης, η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 20 Δεκεμβρίου 1821 και τις τελείωσε στις 16 Ιανουαρίου 1822.

 

Μνημειώδης έμεινε η γνωστή διακήρυξη της ανεξαρτησίας (1-1-1822), με την οποία «το Ελληνικόν Έθνος εκήρυξεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν». Επίσης, ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της πατρίδας μας, το «προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος», που περιλάμβανε 110 άρθρα. Συμμετείχαν 59 αντιπρόσωποι. Ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν παρόντες, αλλά κατέλαβαν την Κόρινθο στις 14 Ιανουαρίου, δηλαδή πριν ακόμα τελειώσουν οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης.

Τελικά, η συνέλευση του Άργους, όπως ξεκίνησε την 1η Δεκ. 1821 και όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια, δεν ήταν εθνοσυνέλευση, αφού ο Αλ. Μαυροκορδάτος και οι άλλοι τη μετέτρεψαν σε πελοποννησιακή. Όμως, ήταν ο πρόδρομος της Πιάδας· και το Άργος άνοιξε το δρόμο προς τη Νέα Επίδαυρο.

 

Η διακήρυξη της Ά Εθνοσυνέλευσης 

 

Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτο αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Oθωμανικού Kράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περιπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίσουσα, διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως. Mετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ’ αυτής να παραβληθή δυναστείαν.

O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Eυρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Oθωμανών τυραννία επροσπάθησεν με βίαν να αφαιρέσει και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη. Eίχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον δια να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας και να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών, και καταδικασμένοι εις αιώνιον δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικώς και άνευ τινός συνθήκης ήλθεν μακρόθεν να μας καθυποτάξει; Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη. Kαι αν η βία ή η ισχύς προς τον καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν, απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ’ εαυτά, η ισχύς ημπορεί ν’ αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ’ αιώνων ήσαν, δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον.

Aπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Tούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες, ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν, αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου, κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου Έθνους των Eλλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδία μάλλον των αλόγων ζώων, παρά των λογικών όντων. […]

Tαύτα διακυρύττει η Eθνική Συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, εν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον. ΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας. Αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την Διοίκησιν ημπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Eίθε ο κραταίος του Yψίστου βραχίων ν’ ανυψώσει και αρχομένους και άρχοντας, την Eλλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν’ αναγνωρίσωσι τα αληθή των αμοιβαία συμφέροντα. Kαι οι μεν δια της προνοίας, οι δε λαοί δια της ευπειθείας, να στερεώσωσι της κοινής ημών Πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Eίθε, είθε.

Eν Eπιδαύρω την 15ην Iανουαρίου. A’ της Ανεξαρτησίας. 1822″.

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δ. Κόκκινου, «Η ελληνική επανάστασις», τ. Β’, Αθήνα, Mέλισσα, 1974.

 

Read Full Post »

Λιμός  (πείνα) των Τούρκων του Ναυπλίου – Κανιβαλισμός

 

 

Μιά από τις πιο πικρές ιστορίες που έχουν γραφεί για την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της εθνικής παλιγγενεσίας, είναι κι αυτή που αναφέρει ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Αρχιστράτηγου της επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του οποίου κείμενο έχει συμπεριλάβει ο πατριώτης μας  Θοδωρής Γκόνης στο πραγματικά υπέροχο βιβλίο του

« Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ναύπλιο.

 Λιμός  των Τούρκων – ανθρωποφαγία. σελ. 266 – 271.

Αθήνα. Εκδόσεις Μεταίχμιο. Ιούνιος 2002».

 

Είναι ένα κείμενο, που πραγματικά συγκλονίζει και κάνει τον αναγνώστη να ριγεί. Είναι το σημείο εκείνο που περιγράφει την δεινή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι Τούρκοι κατά την πολιορκία του Ναυπλίου και την τελική παράδοσή τους στους Έλληνες.

 

Παραθέτουμε εδώ, κάποια αποσπάσματα του κειμένου, επιλέγοντας τα σημεία εκείνα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο θέμα.  

 

« Άμα εμβήκαμεν εις την πόλιν ηύραμεν τους Τούρκους, οίτινες ως προς την κατάστασιν της υγείας των εδιαιρούντο εις τρεις τάξεις. Ήσαν δηλ. οι μέν γεροί και δυνατοί, οι δε άρρωστοι και αδύνατοι, οι δε αναίσθητοι˙ούτοι οι τελευταίοι εσύροντο κατά γης σκάπτοντες εις τα κατώγεια των σπιτιών, εις τα φουσκιά των ερειπίων, και εις τας άλλας κόπρους και τας ακαθαρσίας της πόλεως, ηύρισκαν σκωλήκια μεγάλα, τα οποία έτρωγαν.

 

« Αι άλλαι τάξες ήσαν ολίγον δυνατώτεραι. Αυτοί εμπουσούλιζαν και εννοούσαν κάπως καλλίτερα από τους πρώτους. Αλλά και αυτοί από την πείναν έτρωγαν τους νεκρούς, ετράβαγαν τα ψαχνά κρέατα με τα δόντια των με πολλήν όρεξιν, και με πολλήν επιμέλειαν εκαταγίνοντο να χορτάσουν. Όταν τους εφωνάζαμεν άκουαν, εγύριζαν, μας έβλεπαν, και έπειτα πάλιν εξακολούθουν να τρώγουν των νεκρών Τούρκων τα κρέατα» .

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Εις την βρύσιν του Αγίου Σπυρίδωνος εκεί κάθε αυγήν εσυναθροιζόμεθα, και μετά προηγουμένην μεταξύ μας εξέτασιν εκάστη ομάς επήγαινεν εις το τμήμα της.

 

Κοντά εις την βρύσιν, η οποία βλέπει προς τον βορειάν, και η οποία έχει ζαλώστραν, εκεί επάνω από την αυγήν της πρώτης ημέρας είδαμεν ένα νεκρόν κείμενον και σκεπασμένον με πάπλωμα, τον οποίον, ως όλοι επαρατηρήσαμεν, και αυτός ο ιατρός Αγαμέμνων ήτο ακέραιος. Τότε είπαμεν αναμεταξύ μας, ότι οι Τούρκοι έχουν αποθαμμένον, και ότι θα φροντίσουν να τον θάψουν. Η πόλις όμως ολόκληρος ήτο ακάθαρτος, και παντού ήσαν νεκρά πτώματα ανθρώπων σαπησμένα και άταφα, τα οποία, ως ανωτέρω εἰπαμεν, οι ζωντανοί Τούρκοι έτρωγαν, διότι εις την πόλιν δεν υπήρχεν άλλο ζώον, ούτε γάτα, ούτε πετεινά, διότι τα είχαν φάγει προτήτερα.

 

Την ακόλουθον ημέραν εις τον ίδιον μέρος είδαμεν πάλιν το πάπλωμα εις την θέσιν του, αλλά παρατηρήσαντες ηύραμεν, ότι το ήμισυ του νεκρού, από την μέσην και επάνω έλιπεν, και ότι γύρω του πτώματος υπήρχαν μικρά κρέατος πετάματα, όμοια με εκείνα, τα οποία φαίνονται εις τα κρεοπωλεία όπου λιανίζουν τα κρέατα. Την δε τρίτην ημέραν όλως διόλου ο νεκρός αφανίσθη και τότε εννοήσαμεν, ότι οι ζωντανοί τρώγουν τους αποθαμμένους, αν και είχαμεν και προηγουμένως γνώσιν του τοιούτου, διότι οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει ένα Έλληνα, τον οποίον έπειτα κρυφά έσφαξαν εις το ερείπιον του Σάλα λεγόμενον και τον έφαγαν».

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Την ακόλουθον ημέραν με απάντησεν ο αρχηγός των Αλβανών, όστις, ως ανωτέρω είπαμεν, είχεν εις τας διαταγάς του όλους τους ξένους Τούρκους, και ομιλίας γενομένης μεταξύ μας περί άλλων πραγμάτων, ήλθεν ο λόγος και εις τα συμβάντα ης προηγουμένης ημέρας˙……….. Αυτός δε απεκρίθη και είπεν « ότι ο Θεός να μη με φέρη ποτέ εις τοιαύτην θέσιν˙αλλά σας λέγω ότι, καθώς έμαθα, γλυκύτερον φαγητόν εις τον κόσμον δεν είναι άλλο από το ανθρώπινον κρέας, και μάλιστα τα ψαχνά, όταν τα κάμνη κανένας κεφτέδες, ή ντολμάδες, τους οποίους τυλίσσουν με την πέτσαν του φύλλου της φραγγοσυκιάς, το οποίον προηγουμένως το βράζουν εις νερόν θαλασσινόν και εκβάλλουν την πέτσαν, και ότι τα μυαλά τα ανθρώπινα γίνονται τηγανητά με βούτυρον ακόμη γλυκύτερα, και επειδή δεν έχουν βούτυρον, ούτε λάδι, μεταχειρίζονται το ανθρώπινον λίπος δια το τηγάνισμα».

 

Το κράμα συναισθημάτων που μας γεννήθηκαν, μας έκανε να αναζητήσουμε το πρωτότυπο των απομνημονευμάτων του Φωτάκου, από το οποίο δανειζόμαστε την (α) υποσημείωση του συγγραφέα, στην σελίδα 242, εκδόσεις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1858.

 

{ Ο Σ. Τρικούπης ( Ιστ. Β΄340) λέγει ότι « εβγήκαν από το Ναύπλιον 150 εντόπιοι ιππείς την νύκτα κρυφίως και γνωρίζοντες καλώς τας θέσεις και τα μονοπάτια και λαλούντες και την Ελληνικήν γλώσσαν διέβησαν πριν φέξη δια των Ελληνικών ταγμάτων ως Έλληνες και έφθασαν εις Κόρινθον» Πρώτον ήτο δυνατόν να υπάρχουν τότε μέσα στο Ναύπλιον 150 ίπποι και μάλιστα επίλεκτοι; Και αν είχαν 150 άλογα δεν τα έτρωγαν να ζήσουν κάμποσον καιρόν; Ο ίδιος δε λέγει εις το αυτό μέρος ότι όχι μόνον έτρωγαν από την πείνά τους ακάθαρτα ζώα, αλλά και ανθρώπινα κρέατα, και ότι έβραζαν τα δέρματα των ζώων και ερροφούσαν τον ζωμόν των. Και όταν ταύτα έτρωγαν ήθελαν έχει μέσα 150 εκλεκτούς ίππους; Αλλ᾽εάν υποθέσωμεν και τούτο οι Έλληνες άμα τους έβλεπαν να περνούν ήτο δυνατόν να πιστεύσουν ότι ήταν Έλληνες; διότι ποτέ έως τώρα δεν είχαμεν εμείς ούτε έν καβαλάρη}.

 

Πηγές

 

  • «Μια πόλη στη λογοτεχνία, Ναύπλιο», Επιλογή κειμένων Θοδωρής Γκόνης, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002.
  • «Απομνημονεύματα της ελληνικής επαναστάσεως υπό Φωτάκου», Αθήνησι, Τύποις και βιβλιοπωλείο π.δ. Σακελαρίου, 1858.
  • Αλίκη Φακούρα, «Από την οθωμανική στην ελληνική πόλη», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, Νοέμβριος 2006.

 

 

 

 

Read Full Post »

Ηλίας Χρ. Ξενοφών

 

Ηλίας Χρ. ΞενοφώνΓεννήθηκε το 1944 στο χωριό Αλέα Αργολί­δας. Φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο του χωριού του και στα Γυμνάσια Νεμέας και Άργους. Έλαβε μέρος με επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως, σπούδασε ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.) 1962-1964 και αποφοίτησε με άριστα.

 

Διορίστηκε το 1966 και υπηρέτησε στα Δημοτικά σχολεία Πλατανίτσας, Αστρά και Κατσα­ρού Πύργου Ηλείας. Αποσπάστηκε στη Γερμα­νία και υπηρέτησε 1971-1974 στο Δημοτικό σχολείο Harburg. Φοίτησε τρία εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου στον κλάδο ειδί­κευσης: Παιδαγωγικές Επιστήμες. Υπηρέτησε το χρονικό διάστημα 1974-1976 στα Δημοτικά Σχολεία Εξοχής και Προσύμνης Αργολίδας.

 

Μετεκπαιδεύτηκε 1976-1978 στο Μ.Δ.Δ.Ε. και παράλληλα φοίτησε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο από το οποίο έλαβε πτυχίο Πολιτικών Επιστημών το έτος 1981.

Ακολούθως, υπηρέτησε ως Γραμματέας στο ΠΥΣΠΕ Δυτικής Αττικής 1978-1981, δάσκαλος στο 3ο Δημοτικό σχολείο Αιγάλεω και από το 1986 ως Διευθυντής στο 2ο Δημοτικό σχολείο

Χαϊδαρίου.

 

Το 1989 αποσπάστηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) και εργάστηκε εκεί ένα έτος. Από το 1990-1993 άσκησε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του 2ου Γραφείου Π.Ε. Δυτικής Αττικής και στη συνέχεια, μέχρι τη συνταξιοδότησή του 1993-2002 υπηρέτησε ως Σχολικός Σύμβουλος Δημοτικής Εκπαίδευσης στην 41η Περιφέρεια Αθηνών με έδρα το Αιγάλεω. Είναι παντρεμένος με τη δασκάλα Αικατερίνη Νικ. Καλαρά και έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, το Χρήστο και τη Ζωή.

 

Κυκλοφορούν τα βιβλία του:

 

  • Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας, Αθήνα 1994 και
  • Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας, Αθήνα 2003.

Read Full Post »

Τότσικας Αλέξης


 

Αλέξης Τότσικας

Ο Αλέξης Τότσικας είναι φιλόλογος – συγγραφέας, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Γεννήθηκε στο Άργος. Από το 1976 ως το 1999 εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση. Παράλληλα από το 1989 ως το 1992 εργάστηκε ως καθηγητής και στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΣΕΛΜΕ) της Τρίπολης, όπου δίδαξε σε φιλολόγους της περιφέρειας Πελοποννήσου. Από το 1999 μέχρι σήμερα διευθύνει τα εκπαιδευτήρια «Αυτενεργώ», που ίδρυσε ο ίδιος στο Άργος.

Έχει εκδώσει σχολικά βιβλία για τα Αρχαία Ελληνικά, την Έκθεση και την Ιστορία του Γυμνασίου και του Λυκείου. Ασχολείται με τη Λαογραφία και την Τοπική Ιστορία και έχει γράψει σειρά σχετικών άρθρων και βιβλίων.

Έχει δημοσιεύσει ενδιαφέρουσες μονογραφίες και μελέτες στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού και σειρά άρθρων για επίκαιρα θέματα σε τοπικές εφημερίδες. Έχει πραγματοποιήσει πολλές ομιλίες με ειδικά ή γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στο Άργος


 

Ο Ελληνισμός παρέμεινε υπό την τουρκική δουλεία τετρακόσια χρόνια, κατά τα οποία οι Έλληνες υπέστησαν πολλά δεινοπαθήματα και νόμιζε κανείς ότι η Ελλάδα έσβησε για πάντα. Οι ενέργειες όμως της Φιλικής Εταιρείας, το Κίνημα του Υψηλάντη και τα άλλα επαναστατικά κινήματα προπαρασκεύασαν την μεγάλη Επανάσταση του 1821. Η Φιλική Εταιρεία, ιδρυθείσα το 1814, προόδευσε πολύ περισσότερο στην Πελοπόννησο όπου δεν πίεζε η σιδηρά χείρα του δεσποτισμού.

Στις  αρχές του 1820 συνήλθαν στην Τρίπολη πολλοί πρόκριτοι της Πελοποννήσου μυημένοι στα μυστικά της Εταιρείας για κοινές υποθέσεις. Επίτροπος της αρχής ή γενικός Έφορος διορίσθηκε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρίγκιπας, στρατηγός και υπασπιστής του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε και την γενική αρχηγία της Εταιρείας. Τον Νοέμβριο του 1820 εστάλη στην Πελοπόννησο ο Χουρσίτ – Πασάς για να εκτιμήσει την πολιτική κατάσταση του τόπου αλλά αυτός δεν έδωσε μεγάλη προσοχή. Μετά από λίγο του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία της εκστρατείας κατά του Αλή και εστάλη στην Πελοπόννησο ο Κισσέ Μεχμέτ – Πασάς, ο οποίος συνακολούθησε τον Χουρσίτ.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Το Άργος επαναστάτησε μεταξύ των πρώτων πόλεων της Ελ­λάδας. Στο Άργος η επανάσταση ήταν δυσχερής, γιατί το Άργος εί­ναι πεδινό και τα πλησίον φρούρια του Ναυπλίου κατείχαν οι Τούρκοι. Οι προεστοί όμως του Άργους προέτρεπαν τον λαό σε επανάσταση.

Όταν το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1821, ημέρα Τετάρτη, έπεσε τυχαία στην επάνω αγορά του Άργους (επί της σημε­ρινής οδού Κορίνθου) μια πιστολιά από κάποιον Τούρκο, Χάϊντα ήταν το όνομά του, λέγεται ότι ήταν μεθυσμένος, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στο Άργος, κυριεύτηκαν από πανικό και την επόμενη, 24ην Μαρτίου, μετέφεραν τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Αυτοί  δε διημέρευσαν ένοπλοι στο Άργος και διανυκτέρευσαν στο Ναύπλιο. Για την ασφάλειά τους οι ευρισκόμενοι στο Άργος Τούρκοι αφού αντελήφθησαν ότι οι Αργείοι πρόκειται να επαναστατήσουν, προέβησαν εις το εξής σχέδιο: Ήλθαν στο Άργος από το Ναύπλιο, την 27ην Μαρτίου, 150 ιππείς ένοπλοι Τούρκοι και αφού άνοιξαν δύο μα­γαζιά Αργείων και τα λεηλάτησαν, είπαν να μεταφέρουν οι πρό­κριτοι Αργείοι τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Οι πρόκριτοι ευχαρίστως δέχτηκαν να πράξουν τούτο την επόμενη ημέρα. Την νύκτα όμως, μετέφεραν τις οικογένειες τους στα γύρω χωριά και μοίρασαν όπλα σε όλη την επαρχία.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Το πρωί της 2ας Απριλίου 1821, μετέβη σώμα Αργείων ένοπλων με αρχηγό τον Σταματέλο Αντωνόπουλο και κατέλαβε το χωριό Δαλαμανάρα. Όταν  έφτασαν από το Ναύπλιο οι Τούρκοι είδαν εστραμμένα προς αυτούς τα τουφέ­κια και τους είπαν: «Πίσω αγάδες, Χριστιανοί και Τούρκοι δεν συζούν πλέον». Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να γυρίσουν πίσω στο Ναύπλιο. Επανήλθαν τότε και οι Αργείοι πρόκριτοι στην πόλη και ύψωσαν λευκή σημαία επανάστασης.

Κατά το τέλος Μαρτίου 1821 ο Δημητσανίτης Νικ. Σπηλιωτόπουλος ήρθε στο Άργος, όπου μαζί με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συγκρότησαν επαναστατική τοπική διοίκηση με το όνομα Καγκελαρία και άρχισαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τό­σο ενθουσιώδης ήταν ο Νικ. Σπηλιωτόπουλος, ώστε κάθε ημέρα γύμναζε τους Αργείους  στα όπλα, χωρίς να διαθέτει καμιά γνώση τακτικής, όπως γράφει ο ιστορικός Σπηλιάδης.

Στο αρχείο του στρατηγού της Επανάστασης του 1821 Δημ. Τσώκρη βρέθηκε, σημείωμα το οποίο έχει ακριβώς ως εξής:

 

«Κατά το έτος 1821 Μαρτίου 23 ημέραν Τετράδη ώραν 3 μ.μ. έρριψεν ο Χάϊντας (ούτος ήτο Τούρκος) μίαν πιστόλαν εις την αγοράν και αμέσως εσκόρπισαν οι άνθρωποι. Έπειτα εβγήκαν έξω οι Οθωμανοί και τους εγύρισαν οπίσω λέγοντάς τους ότι δεν είναι τίποτε. Εις τας 24 του ιδίου άρχισαν οι Οθωμανοί να μεταφέρουν τα πράγματά των και τας φαμελίας των εις το Ναύπλιον, χωρίς να μείνη κανένας. Παρομοίως οι Έλληνες ανεχώρησαν εις τα περίχωρα. Μετά δύο ημέρας, εν μέρος ιππέων Οθωμανών εβγήκαν από το Ναύπλιον και ήλθον εις το Άργος και άνοιξαν δύο μαγαζιά του Χαραλάμπους Περρούκα και του Σταματέλου Αντωνοπούλου, και τα εγύμνωσαν. Έπειτα ανεχώρησαν δια Ναύπλιον.

 Μετά τρεις ημέρας ύστερον εβγήκαν από το Ναύπλιον έως 300 ιππείς και ήλθον εις Δαλαμανάραν και έστειλαν εις Άργος τον Χουσείναγα Γεσιρλή και εστάθη έξω εις τον Άγιον Βασίλειον και επροκάλεσε πέντε – έξ Αργείους δια να ομιλήση περί τα τρέχοντα. Αυτοί του είπαν ότι είναι έως τρεις χιλιάδες κλέπται και έχουν δεμένους όλους τους οικοκυραίους. Έπειτα τον ετουφέκισαν (σημ: επυροβόλησαν). Αυτός δε ανεχώρησε δια Δαλαμανάραν λέγων εις τους συντρόφους του ότι εις το Άργος είνε έως τρεις χιλιάδες κλέπται. Αυτοί δε επέστρεψαν δια Ναύπλιον, και έκτοτε πλέον δεν εβγήκαν και ούτω τους επολιορκήσαμεν».

Το σημείωμα αυτό είναι ιδιαιτέρως αξιόπιστο. Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι:

«Οι άρχοντες Άρχους, Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ήσαν αδύνατοι και μάλιστα οι Μπερουκαίοι, οίτινες κατά τας αρχάς της επαναστάσεως δειλά εσυλλοχίζοντο, νομίζοντες ότι η επανάστασις δεν θα ηυδοκίμει εξ εναντίας ο θεόδ. Βλάσσης ήτο πλούσιος και είχεν υιούς πολλούς, φύσει δε μαλακός είχε πολύν ενθουσιασμόν, αλλ’ ήτο άτολμος. Πρώτος όστις εσύστησε την καγκελλαρίαν του Άργους ήτο ο Σταματέλος Αντωνόπου­λος, ο οποίος μετά του Νικ. Σπηλιωτοπούλου και του Αθανασίου Καϋμένου ή Ασημακοπούλου εκίνησαν την επανάστασιν και ενωθέντες μετά των Αργείων και Ολυμποχωριτών εσχημάτισαν σώ­ματα στρατιωτών δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου».

Δημήτριος Τσώκρης

Κατά μια άλλη πηγή, (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 38) την επανάσταση στο Άργος διοργάνωσε ο επιφανής Αργείος Σταματέλος Αντωνόπουλος. Την νύκτα της 23 – 24 Μαρτίου συνάθροισε 30 χωρικούς, τους οποίους είχε προμηθεύσει κρυφά με όπλα, και απέστειλε με την συνοδεία τους την οικογένειά του στο Σοφικό Κορινθίας, προκειμένου να την εξασφαλίσει στον εκεί ευρισκόμενο οχυρό πύργο του. Αυτός δε με άλλους οπλοφόρους περιήλθε διάφορα χω­ριά της Αργολίδας, για να εξεγείρει τους κατοίκους κατά των Τούρ­κων, και μάλιστα με κεντρικό σκοπό την πολιορκία του Ναυπλίου. Ο Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος κατόρθωσε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία από όλους τους Έλληνες του Ναυ­πλίου, μόνον τον Ιωάννη Ιατρού, και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου, γιατί το Ναύπλιο ήταν τουρκικό κέντρο όπως είδαμε και πιο πάνω (στο Ναύπλιο υπήρχαν τότε 860 τουρκικές οικογένειες και 25 μόνον ελληνικές πτωχές ψαράδων, που κατοικούσαν στον ψαρομαχαλά). Στο Άργος μύησε τους Ιωάννη Περρούκα, Σταμ. Αντωνόπουλο και τους αδελφούς Βλάσση.

Επίσης ο Μητροπολίτης Γρηγόριος είχε μυήσει τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, Θεοδόση Μπούσκο στο Τζαφέρ Αγά, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονο του Αθανάσιο Σολιώτη και τον ιε­ρέα του Αχλαδοκάμπου παπα-Κωνσταντή. Μέλη της Φιλικής Εται­ρείας, ήσαν και άλλοι Αργείοι, όπως ο  Μι­χαήλ Κάββας, ο ιερεύς Νικόλαος Οικονόμου, ο Ευθύμιος Κάβρας, ο Παναγιώτης Πασχαλινόπουλος κ.ά.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Σύμφωνα με τον Φραντζή (Επιτομή της Ιστορίας κλπ., τόμ. Β’, σελ. 101 κ.έ.) την 2αν Απριλίου στρατολογήθηκαν 600 περίπου Κρανιδιώτες, Καστρίτες και μερικοί από όλα τα χωριά του Κάτω Ναχαγιέ με επί κεφαλής τον Γκίκα Μπόταση από τις Σπέτσες, τον ατρόμητο παπα-Αρσένιο Κρανιδιώτη και τον Νικόλαο Σταματελόπουλο (αδελφό του Νικηταρά) και τοποθετήθηκαν στη θέση Κατσίγκρι και Άρια, συγκροτώντας δύναμη κρούσης για την  πολιορκία του Ναυπλίου.

Την ίδια ημέρα η τοπική διοίκηση του Άργους στρατολόγησε για την πολιορκία του Ναυπλίου 900 στρατιώτες από τους κα­τοίκους της πόλης και των χωριών της επαρχίας Άργους, εκ των οποίων πολλοί που δεν είχαν όπλα έφτιαξαν την στιγμή εκείνη λόγχες σιδερένιες στους  σιδηρουργούς, τις οποίες στερέωσαν σε μακριά ξύλα και ακολουθούσαν τους άλλους οπλοφόρους. Οι 900 Αρ­γείοι συνήλθαν στο Κατσίγκρι, συναντήθηκαν με τους Κρανιδιώτες και σχημάτισαν ένα σώμα, συνέχιζαν δε την πολιορκία, προσέχοντας κυρίως για πιθανή έξοδο των Οθωμανών από το Ναύπλιο.  Η διοίκηση του Άργους έστειλε ανθρώπους και έφερε από τις Σπέτσες πυρίτιδα, την οποίαν έφεραν μέσω Λεωνιδίου εντός τριών κιβωτίων.

Οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποκλεισθέντες απεφά­σισαν να αποβιβασθούν με πλοιάρια στους Μύλους (4 Απριλίου) για να συλλέξουν τρόφιμα, αιγοπρόβατα, βόδια, αγελάδας κλπ. Η τοπική διοίκηση του Άργους υποψιάστηκε την απόβαση και έ­στειλε 203 οπλοφόρους να προκαταλάβουν τους Μύλους. Μόλις έφθασαν κοντά στους Μύλους οι Τούρκοι, έγινε μάχη μετά των 200 Αργείων, έφθασε δε και η Μπουμπουλίνα μετά του πλοίου της και άλλα τρία πλοία. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν στο Ναύπλιο χωρίς να μπορέσουν να συλλέξουν τρόφιμα, αλλά ούτε και το έδαφος των Μύλων να πατήσουν (7 Απριλίου). Επίσης οι Τούρ­κοι αποκρούσθηκαν και στο Κατσίγκρι.

Στις 10 Απριλίου συνέβη ατυχές για τους πολιορκητές του Ναυπλίου επεισόδιο. Κατά την προηγούμενη ημέρα μερι­κοί Τούρκοι με βάρκες μετέβησαν στους Αφεντικούς λεγόμενους Μύλους της Λέρνης για να παραλάβουν από τους υδρό­μυλους το αλεύρι της φρουράς Ναυπλίου, αλλά βλέποντας από μακριά Έλληνες στην ακτή δεν τόλμησαν καν να αποβιβαστούν και επέστρεψαν άπρακτοι στο φρούριο. Αυτό εξόργισε τους κορυφαίους των Τούρκων και την επόμενη, 10ην Απρι­λίου, ημέρα του Πάσχα, έκαναν επιθετική έξοδο με μεγάλη δύναμη στρατιωτών εναντίον των Ελλήνων που γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και είχαν μεθύσει. Η τουρκική αυτή επιχείρηση πέτυχε. Οι Έλληνες διασκορπίσθηκαν και σκοτώθηκαν απ’ αυτούς 23, μεταξύ των οποίων και ο ηγούμενος της μονής Αυγού. Οι Τούρκοι συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον Γ. Λεμπέση, από το Κρανίδι, τον οποίο σούβλισαν. Με αυτό τον τρόπον λύθηκε η πολιορκία του Ναυπλίου.

Αμέσως όμως τότε αποβιβάσθηκε στους Μύλους και ήρθε στο Άργος την Τετάρτη της Διακαινησίμου η Μπουμπουλίνα με τον γιο της Ιωάννη ή Γιάννο Γιάννουζα και τον Γκίκα Μπόταση. Έφεραν χρήματα, πολεμοφόδια και πολεμικό θάρρος. Η Μπουμπουλίνα ήταν έφιππη και οπλοφορούσε. Οι Αργείοι την υποδέχτηκαν σαν βασίλισσα. Αμέσως έγινε σύσκεψη των προκρίτων και οπλαρχηγών. Στην σύσκεψη αυτή η Μπουμπουλίνα και ο Μπότασης πρότειναν την επανάλη­ψη της πολιορκίας του Ναυπλίου με πιο συστηματικό τρόπο. Η γνώμη τους έγινε δεκτή και αποφασίστηκε να ανατεθεί η αρχηγία στον Στάϊκο Σταϊκόπουλο. Η στρατοπέδευση έγινε κοντά στο χωριό Κατσίγκρι. Εκεί υπήρχε παλαιός πύργος, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οχύρωμα εναντίον κάθε επιδρομής των Τούρκων του Ναυπλίου (Δ. Κοκκίνου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Β’, σελ. 150 κ.έ.). Μετά το Πάσχα ήρθε στο Άργος, προερχόμενος από την Κων­σταντινούπολη, ο Τσώκρης και τότε συστήθηκε στρατόπεδο στον Αχλαδόκαμπο.

Στη συνέχεια ο Στάϊκος διαθέτοντας δύο μικρά κανό­νια κάμπου και 200 Έλληνες συνενώθηκε με 80 Αχλαδοκαμπίτες και κατέλαβε τον Αχλαδόκαμπο, για να αποκλείσει την μεταξύ της Τριπολιτσάς και του Ναυπλίου συγκοινωνία και να ματαιώσει την ενδεχόμενη αποστολή τουρκικής βοήθειας.

Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του σχετικά με τις προετοιμασίες της Επανάστασης και τα εξής:

« Ο Νικ. Περρούκας από το Άργος έγραψε γράμμα και έλεγε να υπάγουν οι στρατιώται των δύο χωρίων Δουμενιά και Χαλκιάνικα εκεί, επειδή τα δύο χωρία αυτά ήσαν του Άργους, το δε Άργος τότε είχε χωρία ιδικά του εις άλλας επαρχίας, διότι όπου εκατοικούσεν ο Αγάς, όστις ώριζε το χωρίον, εις εκείνην την επαρχίαν και αυτό ανήκεν. Ο δε Περρούκας ως προεστώς του Άργους ήθε­λε να συγκεντρώση εκεί όλους τους στρατιώτας της επαρχίας.

Προ­τού δε οι στρατιώται των άνω χωρίων αναχωρήσουν, ήλθε γράμμα από τον Ανδρέαν Νοταράν προς τον Ναθαναήλ ηγούμενον του Μο­ναστηρίου Αγίου Γεωργίου, λέγων προς αυτόν να εμποδίση τους Χριστιανούς να μη κάνουν κανένα κίνημα κατά των Τούρκων, διότι ούτοι θα έβγουν, θα σκοτώσουν και θα αιχμαλωτίσουν τον κόσμον. Αλλ’ αυτοί δεν άκουσαν τον Νοταράν, αλλ’ εσυνάχθησαν όλοι και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου όπου ηύραν τον Περρούκαν, όστις τους επήρε και τους ωδήγησε εις το Άργος».

Ομοίως ο Φωτάκος αναφέρει και τα εξής:

« Οι Τούρκοι του Ναυπλίου εβγήκαν τότε από το φρούριον και οι στρατιώται μαθόντες την έξοδόν των επήγαν και τους επολέμησαν και ύστερον κατά την επιστροφήν των εις το Άργος οι εναντίοι του Περρούκα και του Βλάσση ψευδώς διέδωκαν ότι οι Τούρκοι έρχονται από την Τριπολιτσάν και δια τον αιφνίδιον φόβον ο κόσμος ανεμοσκορπίσθη και τότε αμέσως κατά την γενομένην εκείνην ταραχήν διεδόθη εις τον όχλον ότι ο Περρούκας τους επρόδωσε, λέγοντες ότι αυτός έστειλε γράμμα εις τους Τούρκους κρυμμένον μέσα εις το ψωμί, και ότι τά­χα το γράμμα αυτό επιάστη και τοιουτοτρόπως ο κόσμος αγανά­κτησε και έκαμεν όρκον να τους καύση μέσα εις το σπίτι των.

Ταύτα μαθόντες οι Περρουκαίοι και ο Θ. Βλάσσης, οι οποίοι τότε ήσαν ενωμένοι, έφυγαν και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου, όπου ο Περρούκας είχε και την οικογένειάν του. Έπειτα δε ήλθεν ο Παπαγιώργης και ο Αναγνώστης Γκελμπερής από του Κοσμά, διότι τότε τα λεγόμενα Ολυμποχώρια ανήκον και αυτά εις την επαρχίαν Άργους. Αφού δε οι στρατιώται ήλθαν από το στρατόπεδον του Ναυ­πλίου επήγαν και εζήτησαν από το κονσολάτον δύο συντρόφους του Πιερρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν Χάϊνταν Νικολόπουλον, Καλαβρυτινούς, τους οποίους εκράτουν διό­τι δεν εγράφησαν εις το κονσολάτον.

Τούτους απέλυσαν οι εναντίοι του Περρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν εις την πατρίδα των. Επειδή δε συνέβη η σύγχυσις αύτη, έκτοτε πλέον οι Χαλκιανίται και οι Δουμενίται εχωρίσθησαν από το Άργος και επήγαν εις την επαρχίαν των, τα Καλάβρυτα».

Μηνάς τινας μετά την σύστασιν της καγκελλαρίας (τοπικής επιτροπής διοικήσεως τα του πολέμου) του Άργους εγένετο ταραχώδης διαδήλωσις κατά μελών αυτής. Κατά την διαδήλωσιν ταύτην εζητείτο η αλλαγή των εφόρων (μελών) δια του Γεωργίου Αντωνοπούλου, υιού του Σταματέλου Αντωνοπούλου και του Θεοφανοπούλου.

Κατ’ αυτήν δε εκτυπήθη δια μαχαιρών και ξύλων ο εκ των μελών Ανδρίκος Τζώρτζης. Οι διαδηλωταί διεσκορπίσθησαν. Την 4ην Σεπτεμβρίου 1821 εζητήθη η αντικατάστασις των εφόρων (δια τα άτακτα και αχρεία φερσίματά των)».

Από αυτά όλα φαίνεται ότι τα μέλη της καγκελλαρίας δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του κοινού. (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 40 – 42).

 

Πηγές


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, « Η Επανάστασις εν Άργει», σελ.227-228. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.
  •  Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», Τόμος πρώτος σελ. 87-88, Εκδόσεις, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1993.

Read Full Post »

Ο Δράμαλης στο Άργος (1822) 


  

Ελεύθερη απόδοση κειμένου του Δ. Θ. Καμαρινού,

που έχει δημοσιευτεί στο Αργολικό Ημερολόγιο του έτους 1910.

 

Δράμαλης, ξυλογραφία του 1890.

1822. Ο Δράμαλης εισβάλει ορμητικά στο Άργος. Οι μάχες μαίνονται. Κάποιοι Αργείτες  βρίσκουν καταφύγιο στο κάστρο της Λάρισας και άλλοι στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας.

Οι Τούρκοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν 500 περίπου 18χρονους αλλά και πιο μικρούς, που μπορούσαν όμως να σηκώσουν τουφέκια υπέρ της Πατρίδας και τους φυλακίζουν σε κάποια δωμάτια που υπήρχαν στη συνέχεια του προαυλίου του σχολείου Κυπαρίσση, την μετέπειτα κατοικία του Εφέτη Ν. Οικονόμου. Επί τρεις ημέρες οι Τούρκοι κάθε πρωί τους δίνουν ένα ξεροκόμματο ψωμί και λίγο νερό. Την τέταρτη οι πασάδες παίρνουν απόφαση να τους αποκεφαλίσουν, αποσιωπώντας – όπως αποδείχτηκε – την σκληρότατη απόφασή τους από τον Στρατάρχη Δράμαλη.

Ο Δράμαλης, κι εκείνο το πρωί – έτσι έκανε καθημερινά – βγήκε στο παράθυρό του, που γειτόνευε με τα κελιά της πρόχειρης φυλακής, να πιει τον καφέ του. Ακούει το σάλεμα των παιδιών, την ξερή κλαγγή των μαχαιρών και το άγριο κι απότομο άνοιγμα της πόρτας. Καταλαβαίνει τι γίνεται. Αγριεύει. Πριν προλάβει κάποιος από τους στρατιώτες να χρησιμοποιήσει την μαχαίρα του , ο Δράμαλης προβάλλει στην αυλή με τον καφέ στο χέρι.

– Όποιος τολμήσει να βάλει σπαθί σε παιδιού κεφάλι, θα χάσει πρώτα το δικό του, τους λέει με την βροντερή φωνή του.

Ύστερα συγκαλεί Συμβούλιο. Δίνει εντολή στους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να περιφέρουν τα παιδιά στους δρόμους και τους ληνούς της πόλης.

Οι Τούρκοι οδηγούν τα Ελληνόπουλα στην πόλη

ένθα έμενον άταφα και όζοντα πτώματα γονέων, και αδελφών, συγγενών και φίλων, άλλα μεν εστημένα όρθια εντός των ληνών και έχοντα παρά τους πόδας τας κεφαλάς, άλλα εις τους τοίχους όρθια επίσης και επί των τοίχων αι κεφαλαί με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς, και άλλα ερριμένα το εν επί του άλλου εις το μέσον των οδών, τα πλείστα ακέφαλα…

Οι Τούρκοι αναγκάζουν τα παιδιά να πατούν πάνω στα πτώματα για να διαβούν τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης. Σκόπιμα. Θέλουν να προσβάλουν τους νεκρούς και να εκφοβίσουν τα παιδιά. Να επιδείξουν την ισχύ τους και να τα κάνουν να πιστέψουν, να υπακούσουν και έτσι ευκολότερα να σκύψουν το κεφάλι, στην Τουρκική εξουσία.

Εκείνο τον καιρό όμως, τα πηγάδια του Άργους ακόμη και ο ποταμός  Ερασίνος στερεύουν. Ο Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους του καίει τα σπαρτά και τις θημωνιές της πεδιάδας. Η δίψα βασανίζει τα στρατεύματα του Δράμαλη. Εκείνος, βρίσκεται σε απόγνωση. Οι στρατιώτες του πεινούν και διψούν. Τα ζώα πεθαίνουν. Δίνει την  διαταγή. Εγκατάλειψη της πολιορκίας του μοναστηριού και του φρουρίου. Ένα μεγάλο δίλλημα τον βασανίζει. Κόρινθος ή Τρίπολη; Παίρνει την μοιραία απόφαση. Στην Κόρινθο.

Τα παιδιά σώζονται. Κανείς δεν νοιάζεται τώρα γι᾽ αυτά. Άλλα απασχολούν τους Τούρκους. Τα στρατεύματα παίρνουν το δρόμο για την Κόρινθο.  Στα Δερβενάκια, κοντά στον Άγιο-Σώστη υπέστησαν πανωλεθρίαν παρά του σώματος του Στρατηγού Κολοκοτρώνη.

Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε και ένα γεγονός που συνέβη, κατά την πολιορκία του μοναστηριού.

Οι κλεισμένοι Αργείτες βασανίζονται κι αυτοί από την δίψα. Μερικοί πίνουν τα ούρα τους κι άλλοι μασούν σφαίρες για να σβήσουν την φουντωμένη δίψα τους. Η θεία πρόνοια όμως τους φροντίζει. Φαίνεται, ότι μεταξύ των Τούρκων υπάρχει κι ένας κρυπτοχριστιανός. Κάθε βράδυ – από το πίσω παραπόρτι της μονής – τους προμηθεύει νερό καθημερινά. Στην αρχή οι κλεισμένοι φοβούνται μήπως το νερό να είναι δηλητηριασμένο. Στο τέλος πείθονται και δέχονται την βοήθεια. Η λειψυδρία, το κάψιμο των σπαρτών και η έξυπνη κίνηση του Κολοκοτρώνη να ανάψει την νύχτα μεγάλες φωτιές στα γύρω βουνά του Άργους, αναγκάζουν τον Δράμαλη να εγκαταλείψει με το στράτευμα του  το Άργος και την Αργολική πεδιάδα.

  

Πηγή


  •  Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο Δράμαλης εν Άργει και οι αιχμαλωτισθέντες 500 και πλέον νέοι», σελ.142-144. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.

Read Full Post »

Τεκτονική Στοά Ναυπλίου  ( Μυστικές Εταιρείες )

 

Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι η πρώτη Τεκτονική Στοά στην ελεύθερη Ελλάδα, λειτούργησε στο Ναύπλιο. Μέχρι την δημοσίευση των σχετικών στοιχείων από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά το 1958,  θεωρείτο ότι η πρώτη Στοά με το χαρακτηριστικό όνομα  «Πανελλήνιον» λειτούργησε στην Αθήνα  το έτος 1863.

 

 

Από επιστολή του Ιωάννη Βαπτιστή Θεοτόκη κατοίκου Ναυπλίου, προς τον κόμη Διονύσιο Ρώμα* στην Ζάκυνθο, χρονολογημένη από 22 Μαΐου 1825, προκύπτει ότι  από τότε ξεκίνησαν οι διεργασίες για την ίδρυση Στοάς.

 

Στην επιστολή του γράφει:

 

 

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου

Δια του αρχιμανδρίτου Ζένσου σας παρεκάλεσα να μοι αποστείλητε πάν ότι αναγκαιοί δια να φωτισθώμεν, δηλαδή όπως ιδρύσωμεν μίαν στοάν Μασονικήν ( LoggiaM.) το μόνον μέσον ίνα ενθουσιάσωμεν και προσελκύσωμεν πατριώτας τινάς επί τω σωτηρίω σκοπώ να υπερασπίζουσι τα δίκαια της ημετέρας πατρίδος κτλ. Πάν άλλο σύστημα θα ήτο επικίνδυνον και θα εδημιούργει μεταξύ ημών διαφωνίας, τόσον περί της διατάξεως του ιδρύματος, όσον και περί του αποδεκτέου κανονισμού˙ ενώ το σύστημα του Μ. από αιώνων καθιερωμένον, δεν απαιτεί πολλήν εργασίαν, όταν δε τεθή εις ενέργειαν δυνάμεθα να τω δώσωμεν άλλην μορφήν˙ αλλ᾽ εις ημάς τους ενταύθα έλαχεν ο κλήρος να είμεθα πάντη ακατάλληλοι όπως αναλάβωμέν τοιαύτα, ήτοι διδαχάς, κατηχήσας κτλ.

 

Καθιστώ υμίν γνωστό, ότι ο φίλος κ. Γερακάρης θα επανέλθη εις Πελοπόννησον. Καλόν θα ήτο λοιπόν αν δι᾽ αυτού μοί αποστέλλοντο εν τάξει πάντα τα αναγκαιούντα, όπως, ανοίξωμεν την Μασονική Στοάν, την οποίαν πλείστοι Αδελφοί τοσούτον ποθούσι».

 

Η επιστολή βρήκε απόλυτη ανταπόκριση. Με τον Γ. Γερακάρη εστάλησαν στο Ναύπλιο από την Ζάκυνθο όλα όσα χρειαζόντουσαν. Τυπικά, συμβολικά εργαλεία και άλλα χρειώδη. Τότε στην Ζάκυνθο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ο Μασονισμός, κάτω από την ηγεσία του κόμη Δ. Ρώμα.

 

Βέβαια, περισσότερες πληροφορίες για την δράση της Τεκτονικής Στοάς στο Ναύπλιο δεν έχουμε. Πάντως, γεγονός είναι ότι το 1826 λειτουργούσε κανονικά η Στοά.

 

Αυτό προκύπτει από ένα έγγραφο εισδοχής νέου μέλους στην Μασονική Στοά του Ναυπλίου, το οποίο γραμμένο στα Λατινικά, βεβαιώνει την εγγραφή του και προτρέπει όλες τις άλλες Στοές να αναγνωρίσουν την ιδιότητά του, να συνεργάζονται μαζί του και να του παρέχουν όποια βοήθεια ζητηθεί από αυτόν.  

 

 

Υποσημείωση

 

* Ο Διονύσιος Ρώμας, γιος του προξένου της Βενετίας στην Πελοπόννησο, Γεωργίου Κανδιάνου Ρώμα (1725-1796) και της Διαμαντίνας Καπνίση, γεννήθηκε το 1771. Σπούδασε νομικά στην Πάδοβα και όταν τελείωσε τις σπουδές του επέστρεψε στη Ζάκυνθο. Το 1794 ο Ρώμας διαδέχθηκε τον πατέρα του στη θέση του γενικού προξένου της Βενετίας στο Μοριά και στη Ρούμελη. Με αυτή την ιδιότητά του συνδέθηκε και καλλιέργησε σχέσεις με τους σημαντικότερους προκρίτους (Μαυρομιχάληδες, Ζαΐμηδες, Λόντους, Δεληγιάννηδες, Νοταράδες, Κρεββατάδες) και οπλαρχηγούς του τόπου. Από τους οπλαρχηγούς ξεχώρισε  τον Θ. Κολοκοτρώνη με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.

 

 Το 1803  εκλέχθηκε μέλος της συντακτικής επιτροπής για τη ψήφιση του Επτανησιακού Συντάγματος και το 1806 διορίστηκε στη θέση του Πρύτανη Κερκύρας, από όπου διαχειρίστηκε με απαράμιλλη ευθύτητα τις εγχώριες υποθέσεις. Το 1809 εξελέγη γερουσιαστής και το 1810 ταξίδεψε ως αντιπρόσωπος των Ιονίων Νήσων, μαζί με τους Ε. Θεοτόκη, Μ. Μεταξά, Σπ. Κονδό και Στάμο Χαλικιόπουλο, στο Παρίσι  για να συγχαρεί τον Ναπολέοντα Α΄ για τη γέννηση του γιου του, βασιλιά της Ρώμης. Στη Γαλλία παρασημοφορήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”. Το 1816 ήρθε σε σύγκρουση με τον άγγλο Ύπατο Αρμοστή Θ. Μαίτλαντ για την επιβολή απολυταρχικού καθεστώτος και έφυγε από την Κέρκυρα για τη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε και αφιερώθηκε  ολόψυχα σε πατριωτικά και πνευματικά έργα.

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

 


Τον Απρίλιο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παπά. Το 1820 αγγλικό στρατιωτικό άγημα απέκλεισε το αρχοντικό του Ρώμα με σκοπό  την ανακάλυψη μυστικών πατριωτικών εγγράφων, ενώ ο Ρώμας δικαιολογήθηκε στον τοποτηρητή Ross,  τέκτονα χαμηλότερου βαθμού, ότι επρόκειτο για τεκτονικά έγγραφα και έτσι σταμάτησε κάθε ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά για να αποφύγει την καταδίωξη των Άγγλων και τη φυλάκιση, ο Δ. Ρώμας  κατέφυγε στη Βενετία, όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια. Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ίδρυσε αμέσως την Επιτροπή Ζακύνθου με σκοπό την οικονομική και πολεμική ενίσχυση του Αγώνα. Το 1833 μετέβη στο Ναύπλιο για να υποδεχθεί τον Όθωνα, αλλά εκεί κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε συνομωσία εναντίον του μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Δ. Πλαπούτα , οι οποίοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Όταν αναθεωρήθηκε η δίκη (από τους Γ.Τερτσέτη, Γ.Πολυζωΐδη) και αποκαλύφθηκε η σκευωρία και η ανυπόστατη κατηγορία, οι τρεις άνδρες αθωώθηκαν πανηγυρικά. Ο Όθωνας τίμησε τον Ρώμα με το ανώτερο παράσημο του Ταξιάρχη του Σωτήρος και τον ονόμασε Σύμβουλο της Επικρατείας.
 

Ο Διονύσιος Ρώμας ήταν παντρεμένος με την Αδριάνα Σταυράκη Λοκατέλλι και είχε δύο γιούς: τον Γεώργιο Κανδιάνο (1796-1860) και τον Γεώργιο Δημήτριο (1805-1874). Πέθανε στη Ζάκυνθο, σε ηλικία 86 ετών, στις 26 Ιουλίου 1857. 

 

 

Πηγή                                                                  

 

  • Σταύρος Χ. Σκοπετέας, Φιλόλογος, Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1958» σελ. 294 – 295, Αθήνα 1957.                                                      
  •  Τα βιογραφικά στοιχεία που αναφέρονται δανείστηκαν από τον ιστότοπο της Οικογένειας Ρώμα.

 

Τεκτονισμός (Συμβολή στην επανάσταση του΄21)

Read Full Post »

Βλάσσης Χρήστος


 

Προεστός του Άργους στις παραμονές του Αγώνα, φιλικός και πρώτος δήμαρχος της πόλης του Άργους. Έλαβε μέρος στην επανάσταση και διετέλεσε πληρεξούσιος σε όλες σχεδόν τις εθνοσυνελεύσεις, καθώς και σ’ εκείνη που συνήλθε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Επίσης, διετέλεσε έπαρχος Ναυπλίου (1823), Σύμβουλος Επικρατείας και αργότερα Γερουσιαστής (1844-49). Ο Χρήστος Βλάσσης υπήρξε ο πρώτος δήμαρχος του Άργους (1834-1838).

Η ιστορική και επιφανής οικογένεια των Βλάσσηδων προερχόταν από την Κοτίτσα του Νομού Λακωνίας. Φαίνεται πως κάποιος Χρήστος Βλασσόπουλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ιδιαίτερή του πατρίδα μετά την ατυχή επανάσταση του 1770 και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στο Άργος.

Γιος του ήταν ο Θεόδωρος Bλάσσης, ο οποίος διετέλεσε και πρώτος μινίστρoς δικαίου (υπουργός δικαιοσύνης) το 1822. Με τη γυναίκα του Ασημίνα απέκτησε έντεκα παιδιά. Ίσως ο Χρήστος Βλάσσης, ο πρώτος δήμαρχος Άργους, να ήταν ο επιφανέστερος. Ο αδελφός του Ιωάννης ήταν γιατρός και διετέλεσε δήμαρχος Άργους την περίοδο 1855- 1858 και βουλευτής 1844, 1859, 1861). Ο άλλος του αδελφός, ο Κωνσταντίνος, που ήταν κτηματίας στην περιοχή του Άργους, έγινε δήμαρχος Σικυώνος. Η αδελφή τους Ελένη ήταν σύζυγος του εθνομάρτυρα Ιωάννη Περούκα. Η άλλη τους αδελφή, η Αλεξάνδρα, παντρεύτηκε τον Σπύρο Σπηλιωτόπουλο από τη Δημητσάνα.

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Η οικία του πρώτου Δημάρχου της πόλης του Άργους Χρήστου Βλάσση (1834-1838), βρίσκεται νότια του Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης. Είναι διώροφο κτίσμα με τετράρριχτη κεραμωτή στέγη και ξύλινη τραβηχτή κορνίζα σ’ όλο το περιμετρικό γείσο, χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Το σπίτι ήταν του πρώτου Δημάρχου της πόλης μας, αλλά κατά καιρούς δέχτηκε προσθήκες και μετατροπές. Σήμερα είναι ιδιοκτησία Ελένης Μητροκόλια. Έχει κηρυχτεί διατηρητέα (ΦΕΚ 592 Β/1983). Είναι σε άσχημη κατάσταση.

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

 Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον» Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, «Καταστροφή του Δράμαλη», Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Read Full Post »

Σχολή του Άργους 1798

 

 

Το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους ιδρύθηκε το 1798 από τον ευπατρίδη και σεμνό προεστό Ιωάννη Περρούκα. Μόλις είχε αρχίσει να ξυπνάει η εθνική συνείδηση των σκλαβωμένων Ελλήνων και η διψασμένη ψυχή τους δεχόταν με αγαλλίαση κάθε παρηγορητικό μήνυμα από ομοεθνείς που ζούσαν και δρούσαν σε χώρες της Ευρώπης. Σε αυτά τα μηνύματα και τις παραινέσεις κυριαρχούσε η βαθειά επιθυμία και αδήριτη ανάγκη της πνευματικής  καλλιέργειας  των σκλαβωμένων παιδιών της Πατρίδας.

 

Από την Βενετία, όπου λειτουργούσε η περίφημη Σχολή των Ελλήνων, έφταναν μηνύματα αγάπης, υποστήριξης και προτροπής για μόρφωση.  Φλογεροί ιερωμένοι με περίσσιο ζήλο, αψηφώντας τους κινδύνους, επιχειρούσαν να ανεβάσουν το ηθικό των σκλαβωμένων αδελφών με πύρινους λόγους  και έσπερναν το σπόρο της αναγέννησης του Έθνους και της πνευματικής ανάπτυξης. Μόνον έτσι  θα προέκυπτε το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Η Λευτεριά.

Ήδη, στην Αθήνα, στα Γιάννενα αλλά και στη Δημητσάνα λειτουργούσαν σχολεία και κάποιες ιερατικές σχολές.

 

Στην μείζονα περιοχή μας όμως, δεν υπήρχε κάποιο αντίστοιχο σχολείο. Ο Περρούκας, που ήξερε μερικά γράμματα, είχε χρήματα αλλά κυρίως λαχταρούσε την ελευθερία της υπόδουλης Πατρίδας, κατάλαβε ότι μόνον αν αναπτυχθεί η πνευματική και πολιτιστική κατάσταση του λαού θα κερδιζόταν η υπόθεση. Ύστερα από χρονοβόρες και μεγάλες προσπάθειες και θυσίες κατάφερε να άρει τις απαγορευτικές διαταγές των Τούρκων και κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

 

Το σχολείο στεγάστηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας. Στα στενά κελιά της ακούστηκε ξανά ο Ελληνικός λόγος και τα Ελληνόπουλα του Άργους μάθαιναν γραφή, ανάγνωση, ιστορία και αριθμητική. Όλοι βοηθούσαν το σχολείο. Η κοινότητα, οι εύποροι Αργείοι με πρώτο τον Ιωάννη Περρούκα αλλά και ξένοι. Ακόμη και από την Πάτρα δέχτηκε το σχολείο μεγάλη οικονομική ενίσχυση. Ο αδελφός του Περρούκα Δημήτριος, που τότε ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ως πληρεξούσιος στην υψηλή πύλη του σουλτάνου, έδωσε εντολή στον Ιωάννη να καταθέτει για λογαριασμό του συμπατριώτη Βελισάριου Διογενίδη, 300 γρόσια  το μήνα στο Διευθυντή της σχολής Ησαΐα Λεονάρδο. Ήταν τόση η τιμιότητα και η καθαρότητα του Ιωάννη Περρούκα που στο βιβλίο των οικονομικών του, καταχωρούσε λεπτομερώς τα χρήματα που προορίζονταν για το σχολείο.

 

Ο Φραντζής, εκτός του Ησαΐα Λεονάρδου, αναφέρει ακόμα ονόματα διδασκάλων και υποδιδασκάλων της Σχολής του Άργους: Νικηφόρος 1813, Ιωάσαφ 1816, Νεόφυτος 1811, κ.α.

 

Στα τέλη της Τουρκοκρατίας ή στις αρχές της Επανάστασης το σχολείο μεταφέρθηκε μέσα στο Άργος. Αργότερα, στις αρχές του 1825, το σχολείο μετατράπηκε σε κρατικό. Οι Ελληνικές αρχές του έδωσαν τον τίτλο « Το έν Άργει Κεντρικόν σχολείον της Ελλάδος». Αυτό το πνευματικό ίδρυμα του Άργους, μετά 27 χρόνια λειτουργίας και προσφοράς, ισοπεδώθηκε από τον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1825.

 

Ας θυμίσουμε, ότι ο ευεργέτης και εμπνευσμένος ιδρυτής του πρώτου σχολείου του Άργους Ιωάννης Περρούκας, πιάστηκε όμηρος από τους Τούρκους και ύστερα από έξι μήνες φυλάκισης και μαρτυρικής ζωής στην Τρίπολη, παρέδωσε το πνεύμα στο Δημιουργό του.   

 

Πηγή

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »