Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλίο’

Ευαγγελία Παζιώτα – Μη(ν) Ταΐζετε Τα Ψαράκια 


 

 

 Το πολυσέλιδο έργο  με τον αινιγματικό τίτλο, Μ(μι) Τ(ι) Τ(ι) Ψ(ι) Μη(ν) Ταΐζετε Τα Ψαράκια,  είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Αργείας Ευαγγελίας Παζιώτα που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Αποτελεί ένα ανάγνωσμα που προσφέρει πολλά στον αναγνώστη του, γιατί τον βοηθά να δει καλύτερα μέσα του, σε περιοχές που δεν είναι καλά φωτισμένες. Τον βοηθά επίσης να καλλιεργήσει το συναισθηματισμό του και την ειλικρίνειά του προς τον εαυτό του και τους άλλους. Σε εποχές που το ψέμα κυριαρχεί, έρχονται ιστορίες σαν και αυτή να μας προσφέρουν, με την αλήθεια τους, αυτό που μας λείπει.

 

Ρουφάω με απληστία το άρωμα του μεθυστικού αγέρωχου αέρα που αναδίδουν τα σαπισμένα ράφια με τα χιλιοσκονισμένα, χοντροδεμένα βιβλία. Τα κασόνια, τα μπαούλα, τα χαρτοκιβώτια κλέβουν το λιγοστό χώρο της σοφίτας.

 

Ώρα έβδομη απογευματινή.

 

Εδώ στο μικρό παράδεισό μου τρέφω την αγαλλίαση με αυταπάτες. Το πνεύμα μου και η ψυχή της γιαγιάς μου αδελφικές ψυχές. Πιανόμαστε με τα χέρια. Πλέκουμε και σφίγγουμε τα δάχτυλά μας. Αφηνόμαστε στη δίνη του αργόσχολου χρόνου να μας ταξιδέψει στα κανάλια της αναγέννησης του παρελθόντος, επισκιασμένα από την παρουσία – οπτασία της γιαγιάς.

Μη(ν) Ταΐζετε Τα Ψαράκια

Αφηνόμαστε στα ξέφτια των αναμνήσεων, κρατώντας οποιαδήποτε άλλη υπαρκτή ανθρώπινη παρουσία εκτός τειχών. Στα ριζά του μοναδικού ξεχαρβαλωμένου παράθυρου αναπαύεται το σιδερένιο κιβώτιο διαστάσεων ύψους 50εκ., πλάτους 70εκ. και φάρδους 20εκ.

Στα σπλάχνα του, η φωλιά που κάποτε έκρυβε εκείνες τις σιχαμερές, μισητές οβίδες που αρέσκονται στο να ξεσκίζουν σάρκες αθώων ανθρώπων, ακόμη και παιδιών, αλλά και ανύπαρκτων εχθρών. Το χρώμα του κιβωτίου χακί. Το χρώμα του μίσους, της έχθρας, του πολέμου. Οι κίτρινοι κωδικοί του στις δυο πλευρές του, η μαρτυρία της αποστολής τους:

1310-17-24-2896   17-Β365

8 CARTRIDGE, 40MM  HE-T, NR3001

FOR GUN   L-70

LOT   A1-63-8

Τα πόδια μου στηρίζονται στο καπάκι του. Είναι το σκαλοπάτι για το μυστικοπαθές πέταγμά μου. Είναι η απαρχή του παραμυθιάσματος. Ανοίγω το χοντρό ξύλινο παράθυρο με τα θαμπωμένα τζάμια για να ατενίσω το δεσποτικό κάστρο στο αντικρινό βουνό. Είναι η αφετηρία ενός λυσιτελούς πετάγματος. Τα αδύναμα λεπτά μπράτσα μου ανοίγονται διάπλατα.

Πούπουλα! Αιωρούνται πολύχρωμα ποικιλόσχημα θεριεμένα πούπουλα. Πλέκουν τρισδιάστατα φτερά. Κολλάνε πάνω στα μπράτσα. Στα άκρα τους, οι παλάμες μου θεριεύουν με απροσδόκητη μα γνώριμη δύναμη.

Το σιδερένιο κιβώτιο ψεκάζει την ψυχική κιβωτό με μυστηριακές δυνάμεις, ευλογημένες με το απόσταγμα των ψυχικών αποθεμάτων της γιαγιάς.

Το άρωμα του αποστάγματος με απογειώνει, με μεταμορφώνει. Το κουφάρι μου, κουφάρι ενός νεογέννητου γερακιού υψώνεται. Πασχίζει να αγγίξει το κάστρο των ονείρων, τα τείχη των οραμάτων, τις πύλες των προσδοκιών, τις ηλιαχτίδες των ελπίδων.

 

 – ¨ Σαν πολύ δε βιάζεσαι να αγγίξεις

κόσμους που δε σου ανήκουν;¨

– ¨ Ήλιε μου, καλέ μου ήλιε

και χιλιοβασιλεμένε,

ποτέ μη μαλώνεις τις ψυχές που στρέφονται

στα προσδοκούμενα ποθητά ταξίδια

και φτερουγίζουν!

Ποτέ μην τις μαλώνεις! ¨

 

Προλαβαίνω να κατεβάσω το ένα πόδι έγκαιρα. Γειώνομαι πριν το καπάκι ξεράσει ένα αλλόκοτο μουγκρητό και σηκωθεί από τη μια πλευρά. Το σύννεφο της μακροχρόνιας σκόνης, σύννεφο φυγής προς το απροσδιόριστο, το αναπάντεχο, το ανεπανάληπτο. Οι μαγγάνες που το κρατούσαν ερμητικά κλειστό για άγνωστο χρόνο, υποχώρησαν στις μελιστάλακτες επιθυμίες της γιαγιάς. Η παχιά αφράτη σκόνη συσσωρευμένη στο σκοροφαγωμένο σκουρόχρωμο πάτωμα γλύφει τα γυμνά μου γόνατα, πασπαλίζει το βελούδινο φόρεμά  μου, λεκιάζει τα λουστρινένια πέδιλά μου. Το ξεθωριασμένο κιτρινωπό χαρτί στην πλάτη του καπακιού ανοίγει την αυλαία. Τα γράμματά του λοξά καλλιγραφικά με μπλε μελάνι:

 

Τυχερός όποιος ανοίξει αυτήν την κιβωτό

και το όνομά του εμπεριέχει γράμματα του Ευαγγελίου

 

Σηκώνω το καπάκι ψηλά. Στρέφω το χαρτί προς τη μεριά του κάστρου, να διαβαστεί από το μοναδικό υπάρχοντα μάρτυρα, το βασιλιά ήλιο. Εκεί στο κρεβάτι, σιμά του, αναπαύεται η γιαγιά. Διαβάζω στα χείλη της την επιθυμία της:

 

Τυχερή Ευαγγελία

 

Απαστράπτει το γλυκοσταφιδιασμένο πρόσωπό της.

Είναι η αρχή της μέθεξης.

 

Για το μυθιστόρημα, ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Στείρης σημειώνει:

 

[…] Μια οικογενειακή ιστορία, η οποία απλώ­νεται σε ένα διάστημα τριών περίπου γενεών αποτελεί τον πυρήνα του μυθιστορήματος. Τέ­τοιου είδους ιστορίες έχουμε, ως αναγνωστικό κοινό συνηθί­σει να διαβάζουμε σε κείμενα της νοτιοαμερικανικής λογοτε­χνίας, η οποία είναι εξαιρετικά δημοφιλής τις τελευταίες δεκα­ετίες στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της λογοτεχνικής παράδοσης, όπως αυτή εκ­φράζεται για παράδειγμα στα έργα των Μπόρχες, Αλιέντε, Βάργκας – Γιόσα και άλλων, είναι ο μαγικός ρεαλισμός, η απόπει­ρα μείξης της πραγματικότητας με τη μεταφυσική. Αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι η υπερβατικότητα, η οποία βοηθά το νου να αποσυνδεθεί από την πραγματικότητα και να την επανασυνθέσει με άλλο τρόπο.

Η κ. Παζιώτα, παρότι φαίνεται να έχει επηρεαστεί από τη συγκεκριμέ­νη λογοτεχνική παράδοση, δεν ρέπει στο μαγικό ρεαλισμό. Η ατμόσφαιρα του κειμένου της θυμίζει αρκετά κείμενα …όπως το «Σπίτι των πνευ­μάτων», αλλά δεν τα μιμείται. Διαφοροποιείται ευκρινώς στην πραγμάτευση του θέματός της.

Συγκεκριμένα, ο ρεαλισμός στο έργο της είναι σκληρός, χωρίς μεταφυσικές διεξόδους και φυγές. Οι χαρα­κτήρες δεν δικαιολογούνται με βάση υπέρλογες αναφορές και παρεμβάσεις. Οι ήρωες της είναι ηθικά υποκείμενα, είναι απόλυτα υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και ως τέτοιοι αντιμετωπίζονται. Αναμετρώνται με τον εαυτό τους και λιγότερο με τους άλλους. Σε καμιά περί­πτωση όμως η συγγραφέας δεν φτάνει σε ένα σκληρό και ανελέ­ητο ρεαλισμό, σαν και αυτό που μας είχε συνηθίσει η λογοτεχνία του 20ου αιώνα, κυρίως η αμερι­κανική.

Το ανάγνωσμα σε καμία περίπτωση δεν γίνεται ωμό, σε βαθμό που να προκαλεί δυσφο­ρία στον αναγνώστη. Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν η αφηγηματική τε­χνική που χρησιμοποιείται η πα­ράθεση εκτεταμένων ποιημάτων εντός του κειμένου.

Όσον αφορά στην αφηγηματική τεχνική, έχει στηριχθεί σε μακροσκελείς περιγραφές και αφηγήσεις, οι οποίες δεν αφή­νουν την αφηγηματική ένταση να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη και να στριμώξει τον αναγνώστη στα σχοινιά, σαν τον πυγμάχο που ετοιμάζεται να καταβάλει οριστι­κά τον αντίπαλό του. Εκείνο όμως που αποτελεί τη μέγιστη και καθοριστική συμβολή του κειμένου της είναι η εναλλαγή πεζού και ποιητικού λόγου.

Τα ποιητικά κείμενα, τα οποία είναι επίσης γραμμένα από τη συγγραφέα έχουν πολλαπλό ρόλο μέσα στο κείμενο. Αρχικά, ανακουφίζουν τον αναγνώστη από την πίεση των τεκταινομένων. Στη συνέχεια λειτουργούν σχολιαστικά ως προς τα αφηγηθέντα. Αυτό δε σημαίνει ότι δε σχετίζονται με το κείμενο. Θα έλεγα, επί το ορθότερον, ότι δεν έχουν πάντοτε εμφανή σχέση με το κείμενο. Ο αναγνώστης αφή­νεται να ανακαλύψει τις συνδέ­σεις και τις συνάφειες, αλλά παράλληλα να χτίσει και τις δικές του, όπως εκείνος τις αντιλαμβάνεται. Επιπροσθέτως, τα ποιητικά μέρη προσδίδουν λυρισμό, ο οποίος είναι πηγαίος και πρωτόλειος. Φαίνεται ότι ο πρώτος στόχος της συγγραφέ­ως είναι ο συναισθηματισμός, η ανάδευση και η γέννηση αισθη­μάτων.

Όσον αφορά τώρα στους χαρακτήρες του έργου και την ιστορία: οι χαρακτήρες είναι γήινοι και διακρίνονται για την πειστικότητά τους. Θα έλεγα ότι η ζωή, σε πάμπολλες περιπτώσεις, έχει αναδείξει εξαιρετικά πιο ακραίες συμπεριφορές από εκείνες που περιγράφονται στο «Μην ταΐζετε τα ψαράκια».

Η πλοκή του μυθιστορήματος εξε­λίσσεται γύρω από μια οικογέ­νεια, η οποία στην πορεία των ετών βιώνει μια σειρά από δυ­σκολίες. Η συγγραφέας δεν εστιάζεται όμως στις δυσκολίες καθαυτό, αλλά στον τρόπο που τις βιώνουν οι ήρωες και στη διαχείριση των αισθημάτων που αυτές προκαλούν. Για το λόγο αυτό η δράση δεν προχωρά με γοργούς ρυθμούς. Η συγγραφέας επιδιώκει να δώσει την ευκαι­ρία στους αναγνώστες να προβληματιστούν, να σκεφθούν και να αναστοχασθούν, επειδή, πιθα­νότατα, θα ανακαλύψουν εντός του έργου πρόσωπα και κατα­στάσεις που δεν θα τους φανούν πολύ ξένα από αντίστοιχα του περιβάλλοντός τους.

Στους ήρωές της η συγγρα­φέας φέρεται αδυσώπητα. Τα πρόσωπα του έργου δε λυτρώνονται, γιατί οι αμαρτίες της ζωής τους μοιάζουν να τους στοιχειώνουν εφ’ όρου ζωής. Η κάθαρση δεν επιτυγχάνεται με τον τρόπο που την περιγράφει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του. Δεν καθαίρονται οι ήρωες και δεν καθαίρεται, πιθανότατα, και ο αναγνώστης. Δεν υποτάσσο­νται οι καταστάσεις και η πλοκή σε μια κοσμική δίκη, η οποία θα απέδιδε τα ίσα και θα διευθετού­σε εντός μας τα πράγματα. Ο κάθε άνθρωπος παλεύει απένα­ντι σε δυνάμεις, εξωγενείς και εσωγενείς. Δεν είναι οι άλλοι η κόλασή του, όπως αποφθεγματικά είχε γράψει ο Σαρτο, αλλά όσοι διαθέτουν κάποια ιδιαίτερη πνευματική προπαρασκευή, η οποία θα τους επέτρεπε να διαχειριστούν τις καταστάσεις. Λει­τουργούν ενστικτωδώς, πηγαία και για αυτό οι αντιδράσεις τους είναι γεμάτες με ζωικό αυθορμη­τισμό και σε σημαντικό βαθμό απρόβλεπτες. Για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι πολύ πειστικές και γήινες. Ως αποτέλεσμα των προηγουμένων επιλογών, το έρ­γο κερδίζει σε πειστικότητα και αμεσότητα.

Όσον αφορά στον αξιακό κόσμο του μυθιστορήματος, α­ποτελεί το πλέον ελληνικό στοιχείο του έργου. Είχα αναφέρει προηγουμένως ότι σε επίπεδο φορμαλισμού η συγγραφέας δεν έχει επιμείνει σε στοιχεία που εύκολα και ανέξοδα θα προσέδιδαν ένα τόνο ελληνικό­τητας στο κείμενό της και θα δημιουργούσαν δεσμούς με το αναγνωστικό κοινό της. Αντίθε­τα, επέλεξε να δημιουργήσει το δεσμό αυτό στηριγμένη στις αξιακές παρακαταθήκες του ελληνισμού.

Οι γυναίκες – ηρωίδες, ειδικά αυτές, εμφορούνται και διέπονται από τις αξίες εκείνες που όλοι είχαμε μάθει να ανα­γνωρίζουμε γύρω μας ως παιδιά και ευτυχώς εξακολουθούμε να διακρίνουμε στον περίγυρό μας. Είναι συνετές, υπομονετικές, ευαίσθητες, έξυπνες, ψύχραιμες, διαισθητικές, καλοπροαίρε­τες. Αντίθετα, η συγγραφέας, χωρίς δυστυχώς να υπερβάλλει, δεν τηρεί τα ίσα προς τους άνδρες ήρωες, με την εξαίρεση του Ανδρέα. Οι άνδρες ήρωες δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν και να σταθούν δίχως τις γυναί­κες. Αν αφήνονταν να κυριαρχή­σουν, η καταστροφή θα ήταν ευδιάκριτη. Αυτή είναι περίπου και η εικόνα της ελληνικής κοι­νωνίας εδώ και αιώνες.

Το μυθιστόρημα της κας Παζιώτα αποτελεί ένα ανάγνωσμα που προσφέρει πολλά στον αναγνώστη του, γιατί τον βοηθά να δει καλύτερα μέσα του, σε περιοχές που δεν είναι καλά φωτισμένες. Τον βοηθά επίσης να καλλιεργήσει το συναισθηματισμό του και την ειλικρίνειά του προς τον εαυτό του και τους άλλους. Σε εποχές που το ψέμα κυριαρχεί, έρχονται ιστορίες σαν και αυτή να μας προσφέρουν, με την αλήθεια τους, αυτό που μας λείπει. Το χρηματιστήριο των υλικών αξιών γνωρίζει συνεχείς αυξομειώσεις και γεννά ταραχή. Η τέχνη γεννά ανθρωπισμό και αλήθεια.

 

Read Full Post »

Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης  (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825) – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης


 

Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο

Οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι των αγωνιζόμενων για ανεξαρ­τησία Ελλήνων (Ιανουάριος -Ιούνιος, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1824) είχαν ως αποτέλεσμα τον εθνικό διχασμό, τη διάσπαση της ηγεσίας και οικονομικές καταστροφές. Πολύ σύντομα μετά τη λήξη του δεύτερου εμφυλίου άρχισαν οι αποβατικές επιχειρήσεις του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόν­νησο (Φεβρουάριος – Μάιος 1825).

Αυτές οι επιχειρήσεις έγι­ναν καταλύτης για την αποδιοργάνωση του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους. Η ελληνική κυβέρνηση μένει ανενεργή, πόσο μάλλον που ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κου­ντουριώτης, ο οποίος έχει αυτοδιοριστεί και αρχιστράτηγος, αναχωρεί από το Ναύπλιο για το στρατόπεδο της Μεσσηνίας. Ο Ιωάννης Κωλέττης παραμένει στην πρωτεύουσα και βυσσοδομεί εναντίον του Κουντουριώτη. Αυτός αποδεικνύεται τελείως ακατάλληλος για αρχιστράτηγος. Ιδιαίτερα βαραίνει η αδυναμία της κυβέρνησης να εφοδιάσει τα ρουμελιώτικα σώματα, που αντιμε­τωπίζουν τον εχθρό, με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Στο στρατόπεδο απουσιάζει γενικός αρχηγός, οι οπλαρχηγοί αδρανούν και επικρατεί αταξία και απειθαρχία. Οι στρατιώτες περιφέρονται στα γύρω χωριά για να βρουν τροφή. Οι Πελοποννήσιοι αρνούνται να στρατολογη­θούν από τη στιγμή που οι αρχηγοί τους, και κυρίως ο Κολοκοτρώνης, βρίσκονται είτε φυλακισμένοι είτε κυνηγημένοι από την κυβέρνηση.

Ο συγγραφέας αποτυπώνει τα γεγονότα των τριών αυτών μηνών, μέρα με τη μέρα, μέσα από δημόσια έγγραφα, εκδεδομένα και ανέκδοτα, ημερολόγια και απομνημονεύματα αυτόπτων μαρτύρων.

 

Από τον πρόλογο του βιβλίου…

 

Η παρούσα μελέτη είναι παλαιά. Αρχίζοντας το 1939 και μέχρι της παραμονής της ιταλικής επίθεσης, πριν ξημερώσει η 28η Οκτωβρίου 1940, είχα ολοκληρώσει την έρευνά μου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στις συλλογές εγγράφων της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του Μουσείου Μπενάκη, καθώς και, για τη βιβλιογραφία, στις αθηναϊκές βιβλιοθήκες. Η επεξεργασία των πηγών και η σύνθεση των δεδομένων που είχα συγκεντρώσει προχώρησε με γοργό ρυθμό κατά το πρώτο έτος της γερμανικής κατοχής και τους αμέσως επόμενους μήνες.

Το καλοκαίρι του 1942 αποπεράτωνα τα κεφάλαια 1-2 και 4-22 και είχα μερικά κενά στα κεφάλαια 23-31, το τελευταίο των οποίων αφορά στην άλωση του Νεοκάστρου (11/23 Μαΐου 1825). Δεν απέμεναν παρά ένα η δύο κεφάλαια μέχρι και της μάχης στο Μανιάκι (20 Μαΐου / 1η Ιουνίου). Τότε ανέκοψα αυτό το πρόγραμμα με την πρόθεση να προσθέσω μετά το τέλος του πολέμου νέο υλικό από αιγυπτιακές και ευρωπαϊκές πηγές και να συμβου­λευθώ ξένη βιβλιογραφία. Τελικώς το εγκατέλειψα, όπως και άλλα έργα μου με νεοελληνικά ιστορικά θέματα, στρεφόμενος στην έρευνα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, στην οποία και επιδόθηκα έκτοτε συστηματικά.

Όλος ο φάκελος — αρχείο αποσπασμάτων από πηγές και βοηθήματα και διαδοχικά δακτυλόγραφα σχέδια — έγινε ένα δέμα που τοποθετήθηκε, χωρίς προοπτική ενδεχόμενης δημοσίευσης, σε κάποιον αποθηκευτικό χώρο. Αυτό το δέμα περνούσε από τα χέρια μου πότε πότε, εξαιτίας μετακομίσεων, αλλά ουδέποτε το άνοιξα. Έως ότου, το καλοκαίρι του 2007, βρήκα καιρό να επιθεωρήσω και να εκκαθαρίσω τα αρχεία παλαιών εργασιών μου. Τότε λοιπόν έκοψα τους σπάγγους με τους οποίους είχα δέσει τον Δεκέμβριο του 1942 αυτή τη δουλειά μου. Διατρέχοντας το πιο επεξεργασμένο δακτυλογράφο και διαπιστώνοντας ότι ήταν δημοσιεύσιμο έπειτα από λίγη ακόμη προσπάθεια, αποφάσισα να το εκδώσω, χωρίς να το αναδιαμορφώσω όπως ήθελα αρχικώς, βάσει αιγυ­πτιακών και ευρωπαϊκών πηγών — έργο ανέφικτο στη σημερινή ηλικία μου — επειδή, και όπως είναι, αξίζει να δημοσιευθεί για δύο μείζονες λόγους. Από τη μια μεριά, πρόκειται για μια ερευνητική εργασία που στηρίζεται κυρίως σε αρχειακές πηγές — και μάλιστα τελείως αναξιοποίητες — και αναδεικνύει τη σημασία τους. Από την άλλη, καταγράφει λεπτομερώς ένα σύνθετο σύνολο γεγονότων με κομβική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821….

Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου – Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης  (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825)
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012, 464 σελ.

 

Read Full Post »

Αντωνιάδης Εμμανουήλ (1791-1863)


 

  

Εμμανουήλ Αντωνιάδης

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης [1] – αγωνιστής του ’21, δημοσιογράφος, μαχητής της ελευθεροτυπίας, τυπογράφος και πολιτικός -γεννήθηκε στη Χαλέπα της Κρήτης το 1791 και πέθανε στην Αθήνα τον Αύγουστο του  1863. Το 1814 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Μέλος εκ των πρώτων της Φιλικής Εταιρείας «κατελίμπανε συνεχώς τας υποθέσεις αυτού, ίνα απελλών συσκεφθή μετ΄ άλλων εταίρων τα περί του μεγάλου αγώνος» [2].

Καταδιωχθείς υπό των τουρκικών αρχών λίγο προ της καθόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, μπόρεσε να  δραπετεύσει στην Οδησσό και από εκεί μέσω Βιέννης και Τεργέστης ήλθε  στην Ελλάδα την ημέρα της άλωσης της Τριπολιτσάς (23 Σεπτ. 1821). Στη συνεχεία μετέβη στην επαναστατημένη Κρήτη, όπου υπηρέτησε ως Γραμματεύς του Μιχαήλ Αφεντούλιεφ και ακολούθως υπό τον Εμμανουήλ Τομπάζη.

Διετέλεσε Πληρεξούσιος Κρήτης στις εθνικές συνελεύσεις και μετείχε στην επιτυχή εναντίον του Ιμπραήμ άμυνα στους Μύλους του Ναυπλίου και  στην εκστρατεία της Γραμβούσας υπό τον Δημήτριο Καλλέργη.

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος εξέ­δωσε δύο εφημερίδες την Ηώ (Ναύπλιο, 1830- 1831) και την Αθηνάν (1832-1863) και το περιοδικό Ηώς (1836-1837) σε συνεργασία με τον Ιωάννη Νικολαΐδη, από την Λειβαδιά. Ακόμη, είχε τη διεύθυνση της έκδοσης του περιο­δικού Ερανιστής (1840, 1842-1843), το οποίο εκδιδόταν από τους Φίλιππο Ιωάννου, Γ. Βέλλιο, Κωνστ. Παπαρρηγόπουλο, Περ. Αργυρόπουλο κ.ά.

Για το τυπογραφείο του Εμμανουήλ Αντωνιάδη πρέπει να σημειωθεί ή παρουσία του σ’ αυτό, ως συνεργάτη, του Κ. Δημίδη (1830-1833) και ή επιτόπου κατασκευή – χύτευση στοιχείων από τον ίδιο τον Αντωνιάδη, πού προξενούσε ζωηρή εντύπωση στους κατοίκους του Ναυπλίου. Το τυπογραφείο Αντωνιάδη τύπωσε δέκα περίπου βιβλία ιστορικά, σχολικά και λογοτεχνικά.  Τα περισσότερα από τα τυπογραφεία του Ναυπλίου θα μεταφερθούν από το 1834 στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα.

Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τις ιδέες του Κοραή τον οποίο θαύμαζε. Χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στην εφη­μερίδα του τον σατιρικό διάλογο ή τον αλληγορικό μύθο, για να ασκή­σει κριτική ή να νουθετήσει. Είχε απόλυτη πίστη στην αποστολή και τη δύναμη του τύπου. Έμμονή του ιδέα ήταν η οργάνωση της εκπαίδευσης και η διάδοση της παιδείας σε όλες τας τάξεις του λαού. Ενδιαφερόταν επίσης για την καλλιέργεια της γης.

Ο φιλελευθερισμός του έφερε τον Αντωνιάδη στην αντιπολιτευόμενη τον Καποδίστρια μερίδα. Η κριτική του όμως από το βήμα της Ηούς ήταν μετριοπαθής και με απόλυτο σεβασμό στο πρόσωπο του Κυβερνήτη. Η αντιπολιτευτική στάση του, του στοίχισε, μετά την δημοσίευση του υπ’ άρ. 7-8 φύλλου της Ηούς, στο ο­ποίο χρησιμοποίησε αυστηρή γλώσσα για την μη σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης, την στάση των Γραμματέων της Κυβέρνησης και την πολιτεία της δικαστικής εξουσίας, την καταδίκη του από το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδας «ως  στασιαστού και ανατροπέως των καθεστώτων». Μετά την αθώωσή του από το Έκκλητο δικαστήριο Τριπολιτσάς, ο Αντωνιάδης κατάφυγε στα Μέγαρα, όπου άρχισε την έκδοση νέας εφημερί­δος της Αθηνάς, αντιπολιτευόμενος τον Αυγουστίνο  Καποδίστρια και εν συνε­χεία την Αντιβασιλεία.

Ο Ν. Δραγούμης υπογραμμίζει τα εξής [3], αναφερόμενος στις φιλελεύθερες αρχές και την ανεξαρτησία του χαρακτήρα του Αντωνιάδη: …εγκολπωθείς  από του 1831 πολιτικάς  τινας  αρχάς, ενέμεινεν αυταίς μέχρι τέλους διό και ευκόλως  θα επορίζετο ο αναγνώστης  το συμπέρασμα ότι και  το αίμα του  θα έχεεν, ίνα σώση τας συνταγματικάς ελευθερίας. Θέλων δε να τηρήση ακεραίαν, ως έλεγε, την ανεξαρτησίαν του χαρακτήρος αυτού, ου­δέποτε συνήνεσε να δεχθή έμμισθον θέσιν. Και ότε επί βασιλείας Όθωνος προσηνέχθη αυτώ κατά πρώτον μεν αξίωμα συμβούλου επικρατείας, είτα δε, τω 1844, γερουσιαστού, απέβαλε και τούτο και εκείνο… Εν τούτοις, αρνήθηκε να λάβει μέρος στην συνωμοσία η οποία κατέληξε στην επανάσταση της τρίτης Σεπτεμβρίου 1843 για την διεκδίκηση συντάγματος.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βιογραφία τούτου βλ. εις Σ. Αντωνιάδη, Εμμανουήλ Αντωνιάδης.

[2] Βλ. Νεκρολογία Εμμ. Αντωνιάδου υπό Ν. Δραγούμη ειςΣ. Αντωνιάδη, Εμμ. Αντωνιάδης.

[3] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί Αναμνήσεις (Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, έκδ. Ερμής), τ. Α’, Αθήναι 1973, σ. 239.

 

Πηγή


 

  • Ελένη Δ. Μπελιά δ.Φ., «Η ¨Ηώς¨ και η ¨Αθηνά ¨ του Ναυπλίου», Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μικρά ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου από Γερμανικόν έντυπον του έτους 1827


 

 

Στην Βιβλιοθήκη της Σορβόννης στο Παρίσι βρίσκεται σήμερα το μοναδικό, απ’ ό,τι ξέρομε, αντίτυπο ενός μικρού βιβλίου, πού εκδόθηκε στην Λειψία το 1827 και που είναι γραμμένο στην γερμανική γλώσσα. Ο τίτλος του είναι ο έξης: «Οι αιτίες για τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης δεν απελευθέρωσαν ενωρίτερα την Ελλάδα από την σκλαβιά των Τούρκων. Μαζί με μια περιγραφή του Napoli di Romania (του Ναυπλίου) στον Μοριά, μία περιγραφή της τύχης του από τα παλαιότερα έως τα νεώτερα χρόνια και ένα πίνακα παριστάνοντας την πολιορκία του από τους Βενετούς, Σάξονες και Μπρουνσβίγκους το 1686 από τον περίφημο Ολλανδό ζωγράφο de Hooghe»[1].

 

Romeyn de Hooghe (1645-1708). Verovering Van Napoli Di Romania, Argos Teres Corinth: et Nevens De Victorie Der s.r. Op De Turcke, 1686.

 

Σαν ανώνυμος συγγραφέας του βιβλίου αυτού παρουσιάζεται στην σελίδα τίτλου ένας Αμερικανός πολιτικός, ο οποίος επισκέπτεται αυτή την εποχή την Ευρώπη. Η σελίδα τίτλου περιέχει ακόμα μερικά λόγια του Chateaubriand: «Αλίμονο στον αιώνα, που κοιτάζει αδρανώς τον αγώνα ηρώων και πού πιστεύει ότι χωρίς κίνδυνο μπορεί να αφήση να πεθάνη ένα έθνος. Τέτοιο λάθος ή μάλλον τέτοιο έγκλημα αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθή σκληρά»[2].

Στον πρόλογο από τον Ιανουάριο του 1827 ο συγγραφέας λέει μεταξύ άλλων:

 

«Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να δώσω στο γερμανικόν κοινό μία παραστατική και ακριβή εικόνα του Ναυπλίου, δηλαδή της τοποθεσίας του, των κατοίκων του και της καταστάσεώς του. Όμως δεν μπορεί κανείς ν’ αναφέρη την ελληνικήν υπόθεση χωρίς να λάβη υπ’ όψιν και τις σχέσεις που έχει αυτή ή χώρα με την πολιτισμένη Ευρώπη, χωρίς ν’ αναρωτιέται κανείς τι θα είναι το καλύτερο για την μια και την άλλη πλευρά, ποιο αμοιβαίο χρέος έχουν οι δύο μεταξύ τους και τι πρέπει να γίνη αυτή την στιγμή»[3].

 

Πράγματι αυτή η πολιτική συζήτηση του ελληνικού θέματος περιλαμβάνει 20 σελίδες του βιβλίου, ενώ η ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου περιορίζεται στις δέκα πρώτες σελίδες. Ας ρίξωμε μια σύντομη ματιά στο περιγραφικό μέρος του βιβλίου: Στην αρχή ο συγγραφέας εξηγεί στους αναγνώστες του, γιατί το ενδια­φέρον του στράφηκε συγκεκριμένα προς το Ναύπλιο. Μετά από την απελευθέρωση από τούς Τούρκους, λέει, έγινε έδρα της νέας ελληνικής Κυβερνήσεως. Είναι και τώρα ο τόπος που συγκεντρώνονται οι στρατιω­τικές δυνάμεις, και ο Ιμβραήμ πασάς, ο οποίος έχει μετατρέψει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο σε ερημιά, προσπάθησε κατ’ επανάληψη να το πλησί­αση, αλλά ματαίως [4].

Μετά από την γεωγραφική περιγραφή του Ναυπλίου ο συγγραφέας αρχίζει την ιστορική: Αναφέρει το έτος 1205 που οι Βενετοί, όπως λέει, για πρώτη φορά πήραν την εξουσία στο Ναύπλιο και το ονόμασαν Napoli di Romania. Μετά αναφέρει το 1495, που ο σουλτάνος Βαγιαζήτ κατέκτησε την πόλη [5]. Σχετικά με τα γεγονότα του 1686, που οι Βενετοί κάτω από τον Morosini ξαναπήραν το Ναύπλιο, ο συγγραφέας δίνει πιο πολλές λεπτο­μέρειες. Μιλάει για την σύνθεση των στρατών και από την βενετική και από την τουρκική πλευρά και περιγράφει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ των δύο. Τέλος αναφέρει την συνθηκολόγηση και την φυγή των 10.000 Τούρκων κατοίκων του Ναυπλίου προς την Μικράν Ασία. Η πόλη, λέει, είχε υποφέρει πολύ από τις μάχες και έμοιαζε με ερείπιο [6].

Στην συνέχεια ο συγγραφέας περνάει κατευθείαν στα γεγονότα του ’21: Μιλάει για την άτυχη προσπάθεια των Ελλήνων να καταλάβουν το Ναύπλιο κατά το τέλος του έτους 1821. Στην πολιορκία της πόλεως το 1822 που επέτυχε και οδήγησε στην άλωση του Ναυπλίου από τους Έλληνες, ο συγγραφέας αφιερώνει 4 σελίδες [7].

Τονίζει ότι οι συνθήκες παραδόσεως τηρήθηκαν πιστά απo τους Έλληνες και ότι δεν χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίματος [8]. Οι Τούρκοι όμως αντάμειψαν άσχημα την καλωσύνη των Ελλήνων. Μόλις έφθασαν στη Σκάλα Νόβα της Μικράς Ασίας, λέει, εκδικήθηκαν άγρια τούς εκεί διαμένοντες χριστιανούς. Ο συγγραφέας μας τελειώνει το περιγραφικό μέρος του βιβλίου του αναφέροντας τα έξης λόγια του Κικέρωνα προς τον αδελφόν του:

 

«Θυμήσου, Quintus, ότι διατάζεις Έλληνες, οι οποίοι έχουν φέρει τον πολιτισμό σε όλους τους λαούς μαθαίνοντας τους την επιείκεια και τον ανθρωπισμό και στους οποίους η Ρώμη οφείλει την μόρφωση και τις γνώσεις που κατέχει»[9].

 

Η σύντομη ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου σε ένα γερμανικό βιβλίο του 1827 δεν μας προσφέρει καινούργια στοιχεία. Ο συγγραφέας συνθέτει απλώς μερικά γνωστά γεγονότα από την γεωγραφία και ιστορία μιας πόλεως, στην οποίαν εστράφηκε απότομα η προσοχή των Δυτικοευ­ρωπαίων εφ’ όσον επρόκειτο να γίνη η πρωτεύουσα της νεογεννημένης Ελλάδος. Σ’ εμάς αυτή η περιγραφή δείχνει χαρακτηριστικά, νομίζω, τον τότε συνηθισμένο τρόπο πληροφορήσεως όσο πρωτόγονος και αν μας φαίνεται, σήμερα, αφού κάθε βράδυ βλέπομε στο «μαγικό κουτί» μας τα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια μέρα σε όλον τον κόσμο.

 

Die Beweggründe…

 

Ας δούμε τώρα πως ο ανώνυμος συγγραφέας μας ερμηνεύει την πολιτική άποψη του ελληνικού ζητήματος: Στο ερώτημα που θέτει στον τίτλο του έργου του δίνει μια απλή απάντηση: Η ζήλεια μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, λέει, είναι η αιτία γιατί αυτές δεν έχουν κατα­στρέψει ακόμα την τουρκική δύναμη στην Ευρώπη. Αυτή η πολιτική όμως είναι, κατά την γνώμη του, εντελώς λανθασμένη. Διότι, εάν διωχθούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει ότι η τέως αυτοκρατορία τους πρέπει να μοιρασθή μεταξύ της Ρωσσίας, Αυστρίας, Γαλλίας και Αγγλίας. Όλα αυτά τα κράτη είναι αρκετά μεγάλα και δεν έχουν ανάγκη από περισσότερη επέκταση [10].

Στην Ευρώπη, γράφει αλλού, κυριαρχεί ένα καινούργιο πνεύμα που βάζει την δικαιοσύνη πάνω από κάθε πολιτική. Οι λαοί ζητούν τα δικαιώματά τους. Ζητούν την ελευθερία του εμπορίου, του λόγου, της θρησκείας και του ατόμου. Γενικά όλα προχωρούν με γρήγορο ρυθμό προς το καλύτερον [11]. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αγνοούν αυτό το πνεύμα της προόδου, και οι ίδιες με την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας το 1815 έχουν δηλώσει επίσημα ότι απ’ εδώ και στο εξής θα θεωρούν τον εαυτό τους σαν μέλη ενός μεγάλου έθνους, και ότι η πολιτική τους θα στηρίζεται στην κοινή χριστιανική θρησκεία και στο πνεύμα της αδελφότητας. Είναι αυτονόητο, λέει ο συγγραφέας μας, ότι οι Τούρκοι δεν ταιριάζουν σε αυτήν την ευρωπαϊκή χριστιανική κοινωνία, και λάθος κάνανε οι Μεγάλες Δυνάμεις στην αρχή της Ελληνικής Επαναστάσεως να θεωρούν τον σουλ­τάνο σαν νόμιμον κυρίαρχον των Ελλήνων και τους Έλληνες σαν αντάρτες [12].

Οι Τούρκοι ξεχωρίζονται ριζικά από τους Ευρωπαίους σε ό,τι αφορά στην θρησκεία, την νοοτροπία και τα ήθη. Είναι βάρβαροι και η κυριαρχία τους έχει αποδώσει μόνο ερείπια. Αδιαφορούν αν οι περιοχές που κυβερνούν μένουν έρημες, ή αν ανθίζουν. Οι Τούρκοι είναι αρνητικοί σε κάθε είδος διαφωτισμού, σε κάθε πνευματική ανάπτυξη. Μισούν όλα που είναι χριστιανικά και θα ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν όλους αυτούς που δεν υποτάσσονται στον ισλαμισμό. [13] Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ρωτάει ο συγγραφέας, μπορεί κανένας Ευρωπαίος να επιθυμήση να ιδεί τους Έλληνες, που είναι χριστιανοί και πατέρες του πολιτισμού να σκύβουν πάλι κάτω από το σιδερένιο ζυγό των άγριων, αμαθών και φανατικών Τούρκων [14]; Η απάντηση είναι φυσικά: «όχι». Αντίθετα, η σύγχρονη Ευρώπη που χρωστάει όλη την μόρφωσή της στους αρχαίους Έλληνες πρέπει να δείξη τώρα την ευγνωμοσύνη της προς τους απογόνους τους, τους Νέους Έλληνες.

Εκτός από αυτό και η θρησκεία επιβάλλει στους Ευρωπαίους να συμπαραστέκωνται στους χριστι­ανούς αδελφούς τους εναντίον των Μουσουλμάνων. Δηλαδή, κατά την πεποίθηση του συγγραφέα μας, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις έχουν το χρέος να αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία των Ελλήνων [15].

Πώς αντιλαμβάνεται όμως ο ίδιος ένα τέτοιο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος; Η Ελλάδα, λέει, πρέπει να περιλαμβάνη όλες τις περιοχές όπου μιλάνε την ελληνικήν γλώσσα και όπου πιστεύουν στην χριστιανική θρησκεία [16]. Σαν μορφή κυβερνήσεως προτείνει την συνταγματική μοναρχία. Οι Έλληνες, λέει, χρειάζονται ένα δίκαιο και αποφασισμένο μονάρχη, ο οποίος θα βάλη τέρμα στην διχόνοιά τους και θα επιβάλη το σεβασμό στο καινούργιο ενιαίο δίκαιο. Αυτός ο μονάρχης, εκλεγμένος από τους Έλληνες, δεν πρέπει όμως να είναι Έλλην αλλά ένας ξένος που ξέρει καλά τους Έλληνες και τις συνθήκες ζωής στην χώρα τους.

Επίσης δεν πρέπει ν’ ανήκη σε μια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυναστείες για να μη δημιουργηθή πάλι ζήλεια μεταξύ των Μεγάλων [17]. Για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς τελικά, η ανεξαρτησία της Ελλάδος, μιας τόσο καρποφόρας και όμορφης χώρας, όπως τονίζει ο συγγραφέας, θα έχη πολλά οφέλη: Από πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης θα μπορούσαν να μεταναστεύουν άνθρωποι στην Ελλάδα [18]. Και με την αύξηση πληθυσμού θα αυξηθούν η παραγωγικότητα και η εμπορική δραστηριότητα, αλλά και οι πνευματικές ανταλλαγές θα δυναμώσουν, διότι οι επιστήμονες θα μπορούσαν να ταξιδεύουν ελεύθερα και ασφαλώς σε ένα έδαφος που αντιπροσωπεύει την κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού [19].

Στο τέλος του βιβλίου του ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση, ότι οι Έλληνες θα κερδίσουν τον εξάχρονο ηρωικό αγώνα τους για την ελευθερία, διότι αυτός ο αγώνας είναι δίκαιος, και αφού οι μεγαλοπράγμονες μονάρχες και λαοί της Ευρώπης θα τους δώσουν την οφειλόμενη συμπαρά­σταση. «Η υπόθεση της Ελλάδος, γράφει κυριολεκτικά, είναι η υπόθεση της μορφωμένης Ευρώπης. Οι Τούρκοι δεν έχουν φέρει τίποτε άλλο στην Ευρώπη παρά την πανούκλα, την αναρχία και την καταστροφή. Αντίθετα, τι χρωστάμε στους Έλληνες: Την μόρφωση, τις γνώσεις και τις Καλές Τέχνες. Μονάρχες και λαοί της Ευρώπης! Κάντε το χρέος σας και μη ξεχνάτε ότι οι απόγονοί μας θα μας δικάσουν αυστηρά εάν διστάσωμε»[20].

Δύσκολο μου φαίνεται για να μην πω αδύνατο να βρεθή τώρα πια μια απάντηση στο ερώτημα, ποιος κρύβεται πίσω από την ανωνυμία του συγγραφέα του βιβλίου που σας παρουσίασα, δηλαδή ποιος είναι αυτός ο δήθεν Αμερικάνος πολιτικός, ο οποίος απευθύνεται αποκλειστικά στο γερμανικό κοινό και ο οποίος δημοσιεύει στη Λειψία ένα βιβλίο στα γερμανικά.

Το βιβλίο αυτό δεν είχε, απ’ ό,τι βλέπομε, καμμιά απήχηση στις εφημερίδες ή στα περιοδικά της εποχής, και όπως αναφέραμε πριν, το μοναδικό αντίτυπό του βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι. Για ποιο λόγο (έτσι μπορείτε να ρωτήσετε τώρα εσείς) μιλάω για ένα βιβλίο, που προφανώς πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην εποχή του; Ούτε μπορεί κανείς να πη ότι οι ιδέες που περιέχει σχετικά με το ελληνικό ζήτημα είναι πρωτότυπες. Όμως σε αυτό το σημείο ακριβώς εγώ βλέπω την σημασία του βιβλίου αυτού. Δηλαδή έχομε μπροστά μας μία πλήρη περίληψη όλων των σκέψεων που είχαν εκτεθή σε δεκάδες φιλελληνικά φυλλάδια τα προηγούμενα χρόνια στην Γερμανία. Ας υπενθυμίσωμε μόνο μερικά από αυτά.

Το πρώτο φυλλάδιο του Wilhelm Trangott Krug, καθηγητού της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, που έχει τον τίτλο: «Η Αναγέννησις της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την Εορτή της Αναστάσεως»[21].

Ήταν γραμμένο για την Κυριακή των Βαΐων τον Απρίλιον του 1821, δηλαδή πριν γίνη γνωστό στην Δύση ότι εξέσπασε επανάσταση και στον Μοριά. Αυτό το φυλλάδιο είχε αμέσως μια πολύ μεγάλη απήχηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 ο Krug εδημοσίευσε δεύτερο βιβλίο προς όφελος των Ελλήνων [22] και το επόμενο έτος τρίτο [23]. Ας υπενθυμίσωμε επίσης ένα βιβλιάριο με τίτλο «Η υπόθεσις των Ελλήνων, υπόθεσις της Ευρώπης» του καθηγητού Θεολογίας του Πανεπι­στημίου της Λειψίας, ο οποίος ήταν και προσωπικός φίλος του Krug[24]. Ας υπενθυμίσωμε ακόμα το ανώνυμο φυλλάδιο «Η σωτηρία της Ελλάδος, υπόθεσις της ευγνωμονούσας Ευρώπης» [25], ή τελικά το βιβλίο του καθηγητού της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με τίτλο: «Η σημασία που έχει ο τωρινός ελληνο-τουρκικός αγώνας για την υγεία της ευρωπαϊκής ηπείρου»[26].

Σε αυτά τα έντυπα ακολούθησαν ακόμα, περίπου άλλα τριάντα γερμανόγλωσσα πολιτικά φυλλάδια με θέμα τον ελληνικόν Αγώνα. Τα περισσότερα απ’ αυτά εμφανίστηκαν μεταξύ των πρώτων μηνών μετά από το ξέσπασμα της Επαναστάσεως και του τέλους του 1822.

Η τάσις όλων αυτών των φυλλαδίων με δύο εξαιρέσεις είναι καθαρά φιλελληνική. Και οι βασικές σκέψεις που προβάλλονται είναι λίγο-πολύ πάντοτε οι ίδιες. Δηλαδή η ιδέα, ότι οι Τούρκοι εκ φύσεως και εκ δικαιώματος δεν έχουν θέση στην Ευρώπη, η ιδέα ότι οι Ευρωπαίοι σαν χριστιανοί και ακόμα περισσότερο από ευγνωμοσύνη για όλα που τους έχει προσφέρει η Αρχαία Ελλάδα, έχουν το χρέος να βοηθήσουν τους Έλληνες ν’ αποκτήσουν την ελευθερία, και τέλος πάντων η ιδέα ότι η απελευθερωμένη Ελλάδα πρέπει να γίνη ισότιμο μέλος της οικογένειας των ευρωπαϊκών λαών προς όφελος όλων και κυρίως προς όφελος της γενικής προόδου.

Το βιβλίο από το 1827, για το οποίο σας μίλησα και που περιέχει μια μικρή περιγραφή της όμορφης πόλεως που συνκεντρωθήκαμε απόψε, μου φάνηκε κατάλληλο στο να σας δώση μια εικόνα του πνεύματος συμπαθείας, με το οποίον η Γερμανία έβλεπε τότε την Ελληνικήν Επανάσταση.

 

Regina Quack – Μανουσάκη

Διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Die Beweggründe, warum die europäischen Grossmäschte Griechenland nicht früher aus der Slaverei der Türken befreieten. Nebst einer Beschreibung von Napoli di Romania (Nauplia) in Morea, einer Schilderung seiner Schicksale von den ältesten bis auf die neuesten Zeiten und einer Abildung von dem berühmten niederländischen Maler de Hooghe, seine Belagerung durch die Venetianer, Sachsen und Braunschweiger im Jahre 1686 darstellend. Von einem amerikanischen Staatsmann, der jetzt Europa besucht. Leipzig, in Baumgärtner’s Buchhandlung, 1827.

[2] Από τον πρόλογο της β ‘ εκδόσεως των «Itinéraires» του Chateaubriand, το 1826.

[3] Die Beweggründe, σσ. VI-VII.

[4] Ενθ’ άν., σ. 1.

[5] Αυτά τα στοιχεία είναι ανακριβή. Το 1212 άρχισε η φραγκική κυριαρχία του Ναυπλίου. Το 1500 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’ πολιόρκησε το Ναύπλιο, που βρισκόταν κάτω από την ενετική κυριαρχία, αλλά δεν το κατέκτησε. Η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους με συνθήκη το 1540. Λαμπρυνίδου Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, έκδ. Γ’, Ναύπλιον 1975, κεφάλαια Γ’, Δ’.

[6] Ακολουθεί (σσ. 6-7) ο κατάλογος των στρατιωτικά πιο σημαντικών σημείων του Ναυπλίου κατά την ενετική πολιορκία το καλοκαίρι του 1686 όπως τα απεικονίζει ο πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου στο παράρτημα του βιβλίου.

[7] Ενθ’ άν., σσ. 7-11. Ο συγγραφέας κάνει λάθος τοποθετώντας τα γεγονότα, όπως την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο και την άλωση του Ναυπλίου στο έτος 1823.

[8] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Γερμανός αξιωματικός Gustav von Mandelsloh ο οποίος είχε δώσει στο γερμανικό κοινό μια εκτενή περιγραφή της αλώσεως του Ναυπλίου στην «Βραδυνή Εφημερίδα» της Δρέσδης το 1824. Βλ. την σχετική μελέτη μου, «Bericht eines Augenzeugen» στα Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1976, τ. Γ’, σσ. 124-145. Δεν ξέρομε όμως εάν ο ανώνυμος συγγραφέας μας ήταν εν γνώσει αυτής της περιγραφής.

[9] Ένθ άν., σ. 11.

[10] Ενθ’ άν., σ. 13.

[11] Ενθ’ άν., σσ. 23-24.

[12] Ενθ’ άν., σσ. ΙΙΙ-V, 20.

[13] Ενθ» άν., σσ. 14-15.

[14] Ενθ’ άν., σ. 15.

[15] Ενθ’ άν., σ. 19.

[16] Ενθ’ άν., σ. 18. Ο συγγραφέας αναφέρει εδώ το Μοριά, την Αττική, την Βοιωτία, την Ήπειρο, επίσης και τα νησιά, όπως π.χ. την Σάμο, Χίο, Κρήτη, Ρόδο κλπ. Σε άλλο σημείο (σ. 14) γράφει ότι στην ευρωπαϊκή Τουρκία θα πρέπει να προστεθούν και μεγάλα μέρη της Μικράς Ασίας.

[17] Ενθ’ άν., σ. 17.

[18] Ενθ’ άν., σ. 14.

[19] Ενθ’ άν., σσ. 21-22.

[20] Ενθ’ άν., σσ. 28-29.

[21] Krug, Wilhelm Traugott, Griechenlands Wiedergeburt. Ein Pro­gramm zum Auferstehungsfeste, Leipzig 1821.

[22] Ibidem, Letztes Wort über die griechische Sache. Ein Programm zum Michae­lisfeste, Frankfurt / Leipzig 1821.

[23] Ibidem, Neuester Stand der griechishen Sache, Altenburg 1822.

[24] [T z s c h i r n e r, H. G.], Die Sache der Griechen, die Sache Europas, Leipzig 1821.

[25] Die Rettung Griechenlands die Sache des dankbaren Europa, Leipzig 1821.

[26] Jörg, Joh. Christian Gottfried, Die Wichtigkeit des jetzigen griechischtürkischen Kampfes für das physische Wolf der Bewohner des europäischen Continents, Frankfurt / Leipzig 1821.

 

Read Full Post »

Παράπλευρες απώλειες |Ιστορίες & Παραμύθια από την Τριπολιτσά – Έφη Δαρδαβέση, Τρίπολη, 2012.


 

Μυθοπλασία βασισμένη σε ιστορικά στοιχεία και πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης και της άλωσης της Τριπολιτσάς, λίγο πριν και λίγο μετά το Σεπτέμβρη του 1821. Επικεντρώνεται στην ιστορία και τους θρύλους που αφορούν στις γυναίκες του χαρεμιού του Χουρσίτ πασά και την τραγική τύχη τους.

Εμπεριέχει επίσης πληροφορίες θρύλους και ιστορικά στοιχεία για ελληνίδες που αιχμαλωτίστηκαν στη συνέχεια από τον Ιμπραήμ. Πλέκεται γύρω από τέσσερα πρόσωπα την νεαρή Αϊσέ και τον μανιάτη Γιώργη, την οικονόμο Φατμέ και τον εβραίο Σήφη, των οποίων οι σχέσεις δημιουργούνται και καθορίζονται στη διάρκεια της πολιορκίας και της Άλωσης της Τριπολιτσάς.

Στόχος του έργου είναι, μέσα από τις τραγικές ζωές των ηρώων να αναδειχθεί η θέση της γυναίκας της εποχής και ο ρόλος της στην κοινωνία την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Για το λόγο αυτό αναφέρονται και περιλαμβάνονται πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική οργάνωση της Τριπολιτσάς και του Μοριά κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο.

 

Παράπλευρες απώλειες

 

Έφη Δαρδαβέση

 

Η Έφη Δαρδαβέση γεννήθηκε το 1961 στην Τρίπολη Αρκαδίας όπου και κατοικεί. Είναι παντρεμένη, μητέρα 2 παιδιών. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας. Από τα φοιτητικά χρόνια εργάσθηκε σε διοικητικές θέσεις σε διάφορους τομείς. Για 20 χρόνια και ως το Νοέμβρη του 2010 εργάσθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Την ενδιαφέρει η ιστορία και η πολιτική επιστήμη και μελετά την ιστορία της Ελλάδας στα νεώτερα χρόνια. Έχει ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την ιστορία της Αρκαδίας και της Τρίπολης.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και την Ελληνική Επανάσταση – Νίκος Π. Γεωργακόπουλος, Τρίπολη, 2006.  


 

Με το βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας επιχει­ρεί να δώσει το στίγμα του πνευματικού βί­ου των υπόδουλων κατοίκων του Μοριά, εντοπίζο­ντας τις πνευματικές εστίες, όπου εκδηλώθηκε η ενδιάθετη θέρμη των αοιδίμων δασκάλων της επο­χής για το φωτισμό του Γένους, τη συνδιαλλαγή της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αποδυ­νάμωση των εξουσιαστικών δομών και την εθνική αποκατάσταση.

Στα ταπεινά σχολεία, σε συνεργασία με τις άλ­λες δυνάμεις του ελληνισμού, προετοιμάστηκε και επιβεβαιώθηκε (με το μεγαλούργημα του ’21) η στενή σχέση πνευματικής καλλιέργειας και κατά­κτησης της πολιτικής και εθνικής ελευθερίας, μέ­σα από το ιδεολογικό μέγεθος και τον οικουμενι­κό χαρακτήρα του ελληνισμού. Καταδείχτηκε έτσι, ο στενός σύνδεσμος των αξιολογήσεων της ελληνικής παιδείας με τη συλλογική μνήμη, την εθνική μας ταυτότητα.

 

Ελληνικά σχολεία στο Μοριά

 

Σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου: 

 

Η τραγωδία του ελληνισμού στα 1453 έκανε, τις βυθισμένες σε μεταφυσική μακαριότητα συνειδήσεις, να ανανήψουν. Η Ελλάδα περιμαζεύει τα συντρίμμια της, πλάθει τα όνει­ρά της, ανασυντάσσει τις δυνάμεις της και οργανώνει την αντίστα­σή της απέναντι στον Ασιάτη κατακτητή για να επιβεβαιώσει την ταυτοπροσωπία της.

Την αναγκαστική προσαρμογή της στις νέες συνθήκες ακολού­θησε η δημιουργία δυνάμεων αυτοργάνωσης από τις εξέχουσες τάξεις του ελληνισμού – Εκκλησία, κοινότητες, οπλαρχηγοί, Φαναριώτες, ελληνικές παροικίες – οι οποίες, συν τω χρόνω, μετεξελίχθησαν σε παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης, αστικής και πολιτιστικής αναγέννησης και πολιτικής απελευθέρωσης. Η μεταβατική αυτή πο­ρεία σημαδεύτηκε από τη συνάντηση με το λαϊκό στοιχείο δύο κό­σμων διαφορετικών: του αρχαίου ελληνικού και του βυζαντινού.

Σε λίγες περιπτώσεις θα επιτευχθεί αρμονική σύνθεση· το βυζαντινο-ορθόδοξο στοιχείο ήταν εξόχως συντηρητικό. Απέρριπτε κάθε επα­φή με τον ορθό λόγο – το κυρίαρχο στοιχείο του κλασικού πολιτι­σμού – όπως και κάθε σχέση με τη δυτική αναγέννηση, που είχε γονιμοποιηθεί απ’ αυτόν, προκειμένου να διαφυλάξει την καθαρότητα της ορθοδοξίας.

Ωστόσο, από τα μέσα του 17ου αι. στις ελληνικές παροικίες και τις φραγκοκρατούμενες περιοχές, παρατηρείται μια προσπάθεια υπέρβασης της θρησκευτικής μονολιθικότητας και διαμόρφωσης μιας καθολικότερης εθνικής ιδεολογίας με κυρίαρχο στοιχείο την κλασική αρχαιότητα, προκειμένου να συγκινηθούν οι λαοί της Ευ­ρώπης για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Οι προσδοκίες δικαιώ­θηκαν με την υπερίσχυση του Διαφωτισμού, όμως οι παρενέργειες (αρχαΐζουσα και λογιωτατισμός) από την ασύμμετρη πορεία, θα τα­λανίσουν για πολύ τον τόπο.

Σ’ όλη αυτήν την εξελικτική διαδικασία η σχολική παιδεία στο Μοριά αλλά και σ’ άλλες ελληνικές περιοχές έπαιξε ρόλο πρωταγωνιστικό. Χάρη στη γόνιμη σύνθεση του ελληνικού με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, που πραγματοποιήθηκε στα σχολεία μας, παρά τις εγγενείς αδυναμίες, κατακτήθηκε η ωριμότητα της επιστημονικής γνώσης και παραμερίστηκε σε μεγάλη έκταση η δεισιδαιμονία που μάστιζε το λαό. Εμπεδώθηκε η κριτική ματιά για ό,τι συμβαίνει γύ­ρω μας – καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση και αναδείχθηκε η εθνι­κή μας οντότητα. Δοκιμάσθηκαν νέες πνευματικές συνθέσεις και σφυριλατήθηκε το φιλελεύθερο φρόνημα για να καταξιωθεί στην κατάλληλη στιγμή, στην απώθηση της τυραννίας, την ανάκτηση της πολιτικής ελευθερίας και τη θεμελίωση μιας δημοκρατικής πολιτεί­ας.

Την ανεκτίμητη αυτή κληρονομιά έχουμε χρέος να την καταστή­σουμε πρότυπο του εκπαιδευτικού μας ιδεώδους και της πολιτικής μας πρακτικής για δύο, κυρίως, λόγους:

Πρώτον γιατί, ενώ έχουν περάσει σχεδόν δύο αιώνες ελεύθερου εθνικού βίου, κανένα από τα μεγάλα οράματα εκείνης της περιόδου – εθνικά, πολιτικά, πολιτιστικά – δεν κατορθώσαμε να πραγματοποι­ήσουμε σ’ όλη τους την έκταση. Η ορμή του νεοελληνικού Διαφωτι­σμού θα δεχθεί, πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο Αγώνας, ισχυρά πλήγ­ματα από τις συντηρητικές άρχουσες τάξεις. Αυτές, προκειμένου να ελέγχουν την εξουσία και να μη χάσουν τα προνόμιά τους επιδόθη­καν σ’ έναν εξοντωτικό εμφύλιο σπαραγμό, κατέστησαν αναγκαία την ξένη παρέμβαση και – εκτός των άλλων δεινών – οδήγησαν σε συρρίκνωση το ιδεώδες της νέας δημοκρατικής και φιλελεύθερης αγωγής.

Ο δεύτερος λόγος προβάλλει περισσότερο απειλητικός: εξωελληνικές δυνάμεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία του ελ­ληνισμού, με αποτέλεσμα να αδυνατίζουν τα χαρακτηριστικά της εθνικής μας ταυτότητας. Γινόμαστε μέρα με τη μέρα πιο ευάλωτοι στη διαλυτική ομοιομορφία του μέλλοντος, που απεργάζεται η νέα τάξη πραγμάτων…Σε εποχές όπου οι εσωτερικές μας αντιστάσεις αδυνατίζουν, τα οράματα και οι επιδιώξεις καλύπτονται από την αχλύ μιας, υποτιθέ­μενης, καταναλωτικής ευδαιμονίας, χρειαζόμαστε μια ποιοτικά ανώτερη παιδεία, η οποία να εμπνέεται από το θεσπέσιο ΗΘΟΣ των αοίδιμων δασκάλων της εποχής. Είναι η καλύτερη απόδοση ευγνωμοσύνης που τους οφείλουμε.

Νίκος Π. Γεωργακόπουλος

Δεκέμβριος 2005

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική | Η κρίση στην Ελληνική Γεωργία


 

«Και ωραίος είναι ο λόγος εκείνου που είπε πως η γεωργία είναι των άλλων τεχνών μητέρα και τροφός. Διότι, αν η γεωργία πάει καλά, καλά πηγαίνουν και οι άλλες τέχνες˙ όπου, αντιθέτως, η γη, κατ’ ανάγκην, μείνει χέρσα, εκεί σχεδόν σβήνουν και οι άλλες τέχνες, στεριανές και θαλασσινές».

Ξενοφώντας ¨Οικονομικός¨

 

Ένα βιβλίο του Σπύρου Καχριμάνη από τις εκδόσεις Παπασωτηρίου (2012), που με αφετηρία την παραγωγική κρίση της χώρας, παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αγροτικής, περιβαλλοντικής και περιφερειακής πολιτικής. Αλλάζει τους άγονους κανόνες που οδήγησαν την γόνιμη χώρα μας στα δεσμά της κρίσης και δίνει προτεραιότητα στο αναγκαίο, το σημαντικό, το ρεαλιστικό, το βιώσιμο.

Απευθύνεται σε κάθε πολίτη που ασχολείται με τα κοινά και θέλει να έχει ολοκληρωμένη άποψη για την σπουδαιότητα, τη σημασία και την επίδραση του αγροτικού χώρου στην πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία.

 

Γόνιμη χώρα, άγονη πολιτική

 

Γόνιμη Χώρα – Άγονη Πολιτική

 

Η ελληνική κοινωνία έχει εγκλωβιστεί σε μία καταστροφική δίνη. Ο πολιτικός λόγος έχει εκφυλιστεί, η πολιτική πρακτική είναι ανερμάτιστη, οι θεσμοί έχουν αλλοτριωθεί και οι κοινωνικές δομές έχουν πλήρως διαρραγεί. Ένα από τα σημαντικότερα θύματα αυτής της πραγματικότητας είναι και η ελληνική γεωργία, όχι μόνον ως οικονομική δραστηριότητα, αλλά κυρίως ως θεμελιώδης κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτισμική και ανθρωπογεω­γραφική συνιστώσα. Παρ’ όλα αυτά, οι διαμορφωτές της πολιτικής ατζέντας αλλά και η ελληνική κοινωνία γενικότερα, υπό την όποια συλλογικότητα της έχει απομείνει, δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί και ιεραρχήσει το πρό­βλημα σε όλο του το μέγεθος.

Όλοι θυμούνται πρόσκαιρα και επιφανειακά τη γεωργία όταν το ανοργάνωτο πλήθος των αγροτών κλείνει με τα τρακτέρ τους δρόμους. Όμως, αρκεί μία λίγο βαθύτερη και αναλυτικότερη σκέψη, για να διαπι­στώσουμε ότι η γεωργία είναι θεμελιώδης και κρίσιμη δραστηριότητα για μια χώρα και ως εκ τούτου, αφορά τις κοινωνίες και τα κράτη στο σύνολο τους. Είναι η Βασική προϋπόθεση της διατροφικής αυτάρκειας, του πρω­τογενούς πλεονάσματος, της υγείας των πολιτών, της ισόρροπης σχέσης αστικού και αγροτικού χώρου, της αειφορίας και της περιβαλλοντικής ποιό­τητας μιας χώρας.

Αν συμφωνήσουμε στα παραπάνω και επιστρέφοντας στις οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές και κοινωνικές διαστάσεις του προβλήματος, τότε, δεν θα διαφωνήσουμε στο ότι μεταξύ των πρώτων και κύριων τομέων που πρέπει να αναμορφωθούν στον ελληνικό χώρο, είναι και η γεωργία. Και αυτό πρέπει να γίνει όχι με την στενή έννοια της παραγωγής, αλλά με ότι περιλαμβάνει η «αγροτική Ελλάδα», με την οποία όλοι έχουμε κάποια σύνδεση ή μια αναφορά. Για να συντελεστεί όμως ένας τέτοιος σχεδιασμός, πρέπει να έχουμε μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα των αιτίων της κρίσης και συγκεκριμένες προτάσεις για τη διέξοδο από αυτήν.

Στο βιβλίο αυτό, επιχειρείται μια συνοπτική, αλλά ολοκληρωμένη προ­σέγγιση όλων αυτών των ζητημάτων. Μέσα από μια συλλογή επιλεγμένων άρθρων και κειμένων που έχω δημοσιεύσει, γίνεται μια αποτύπωση της -διαχρονικά- λανθασμένης επιλογής στόχων και της αναποτελεσματικό­τητας των πολιτικών που εφαρμόστηκαν. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται το εύρος επιρροής της γεωργίας στο συνολικό πολιτικό γίγνεσθαι και τέλος, κατατίθενται προτάσεις για μια ολοκληρωμένη, συνεκτική, ευέλικτη, απο­τελεσματική και εφαρμόσιμη, αγροτική πολιτική.   Σπύρος Καχριμάνης, από την εισαγωγή του βιβλίου.

 

Σπύρος Καχριμάνης

 

Σπύρος Καχριμάνης

Ο Σπύρος Καχριμάνης γεννήθηκε στο Άργος το 1961. Δραστηριοποιείται σε επιχειρήσεις του γεωργικού τομέα από το 1984. Έχει διατελέσει γενικός γραμματέας της Ένωσης Νέων Αγροτών Ελλάδος, ειδικός σύμβουλος στο Υπουργείο Γεωργίας, μέλος Δ.Σ. σε πολλές επιχειρήσεις και οργανισμούς του γεωργικού τομέα και έχει εργαστεί σε προγράμματα R&D της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αρθρογραφεί συστηματικά για θέματα αγροτικής πολιτικής από το 1992 και είναι συντάκτης και παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής «Αγροτικές Διαδρομές» από το 2004. Είναι πρόεδρος του «Κέντρου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας Ελλάδος» και διευθύνει την συνεταιριστική επιχείρηση Α.Κ.Α.Σ. ΗΛΙΟΣ. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ΜΒΑ από το πανεπιστήμιο του Teesside.

 

Read Full Post »

«Τώρα είναι Αργά», Λίνα Φυτίλη


 

Τώρα είναι Αργά…

Η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών, οι εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» και η Maasai Mara Art Gallery, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Λίνας Φυτίλη «Τώρα είναι Αργά».

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με εξαιρετική πλοκή που εκτυλίσσεται σε μια πανσιόν στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών. Η συγγραφέας βγάζει στην επιφάνεια, μέσα από τους διαλόγους και τη δράση των πρωταγωνιστών κρυμμένα μυστικά που η έξοδός τους στο φως της μέρας θα απειλήσει τις εύθραυστες ισορροπίες των ανθρωπίνων σχέσεων.

Η παρουσίαση του μυθιστορήματος θα γίνει στο Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο στο Άργος την Τετάρτη 30 Μαΐου 2012 στις 7 το βράδυ. Το βιβλίο θα παρουσιάσουν ο Γεώργιος Κόνδης, Κοινωνιολόγος, η Καλλιόπη Καλποδήμου, φιλόλογος και η συγγραφέας. Την παρουσίαση θα συντονίζει ο Γιάννης Στάικος.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »