Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλίο’

Η Ναυπλιακή Επανάσταση – Αναστάσιος Αθ. Γούναρης


 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 150 χρόνων από την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης, κυκλοφόρησε από τη ΔΗ.Κ.Ε.Ν  (Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου), η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Αναστ. Αθ. Γούναρη, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση».

 

«Η Ναυπλιακή Επανάσταση, η σοβαρότερη και συνταρακτικότερη από τις στάσεις που αντιμετώπισε η οθωνική διοίκηση, βασικά ήταν από­τοκη ενός πλατιού κι έντονου πολιτικού οργασμού ανάμεσα στα αστικο-φιλελεύθερα στρώματα της χώρας. Ανεξάρτητα από την άτυχη έκβασή της, αποτελεί έναν κρίκο, τον ως τότε σπουδαιότερο μετά την Γ’ Σεπτεμβρίου, στην αλυσίδα των αγώνων για το φιλελεύθερο πολι­τικό μετασχηματισμό της Ελλάδας.

Ο σεισμός της συγκλόνισε το «Σύστημα» και κατέστησε ετοιμόρροπο το θρόνο. Δεν απέμενε παρά το τελικό χτύπημα, που δόθηκε έξι μήνες μετά τη λήξη της. Ο αναπλιώτικος Φλεβάρης ήταν ο αιματηρός πρό­δρομος του αναίμακτου πανελλήνιου Οκτώβρη. Ο δεύτερος συνέχισε κι ολοκλήρωσε τον πρώτο.

 

Ιστορική μελέτη, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση / 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862».

 

Η Επανάσταση της 1ης  Φεβρουαρίου υπήρξε σε όλες τις εκδηλώσεις της ο θαυμαστός αγώνας της ιστορικής πόλης, η οποία, αφού κατά τα κρίσιμα χρόνια της Εθνεγερσίας αποτέλεσε το «παλλάδιον της ελευθε­ρίας», ορθώθηκε τότε αποφασιστικά ως προπύργιο του φιλελευθερισμού κατά της απολυταρχίας και πρόμαχος των συνταγματικών ελευ­θεριών.

Ο βραχώδης εξώστης στον Αργολικό, που χρόνια ολόκληρα είχε αποτελέσει το κέντρο του πανελλήνιου ενδιαφέροντος, αναδύθηκε πάλι -για τελευταία φορά- και παρουσιάστηκε με όλη του τη λάμψη στην πρώτη γραμμή της πολιτικής και, γενικότερα, της εθνικής επικαιρότητας.

Ήταν τουλάχιστον η μονιμότερη και σπουδαιότερη «επικαιρό­τητα», όσο διαρκούσε η οθωνική δεσποτεία· γιατί, αν ο ένοπλος αγώνας της πύλης τερματίστηκε, ο αντίλαλός του δεν έσβησε· ο υπερδίμηνος αγώνας των αναπλιωτών εμφύσησε νέα πνοή και γιγάντωσε τη φιλε­λεύθερη κίνηση, ενίσχυσε την πεποίθηση στη δημοκρατικότητα του ελληνικού κόσμου και τόνωσε την πίστη, για το αναφαίρετο των πολιτι­κών δικαιωμάτων. Γι αυτό ακριβώς η Ναυπλιακή Επανάσταση, που γεμίζει μερικές από τις καλύτερες σελίδες της νεοελληνικής πολιτικής ιστορίας, διατήρησε και θα διατηρεί από την άποψη τούτη ακέριο το νόημά της.»

 

Read Full Post »

«Ψηλαφήματα – Αφής μαθήματα», Πέτρος Ορφανός


 

 Το βιβλίο του Αργείου εκπαιδευτικού Πέτρου Ορφανού, αποτελεί βοήθημα για την εκμάθηση του ελληνικού κώδικα Braille (Μπράιγ) και του συστήματος Nemeth. Σχεδιάστηκε έτσι ώστε να παροτρύνει τον αναγνώστη να αγαπήσει το Braille, δουλεύοντας ευχάριστα και ξεκούραστα.

 

Το βιβλίο «Ψηλαφήματα – αφής μαθήματα» απευθύνεται σε, εκπαιδευτές, εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας και Ειδικής Αγωγής & Εκπαίδευσης, ακαδημαϊκούς, γονείς και  σε όσους θέλουν να ασχοληθούν με τον κώδικα Braille και την εκπαίδευση των τυφλών μαθητών, αλλά και σε, μαθητές δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου και  φοιτητές με ευαισθησία σε θέματα εκπαίδευσης και επικοινωνίας με τυφλά άτομα.

Ο κώδικας Braille επινοήθηκε για να διευκολύνει την πρόσβαση των ατόμων με προβλήματα όρασης στον κόσμο της γνώσης. Για έναν βλέποντα εκπαιδευτή η εκμάθηση Braille μπορεί να γίνει περίπλοκη, αν δεν ακολουθηθεί μια διδακτική που θα στηρίζεται σε απλές, κατανοητές και απομνημονευτικές στρατηγικές οι οποίες θα έχουν μόνιμη συγκράτηση.

 

Ψηλαφήματα - αφής μαθήματα

 

Το βιβλίο αυτό, είναι ένα βοήθημα για την εκμάθηση του ελληνικού κώδικα Braille και του συστήματος Nemeth. Σχεδιάστηκε έτσι ώστε να παροτρύνει τον αναγνώστη να αγαπήσει το Braille, δουλεύοντας ευχάριστα και ξεκούραστα.

Πρωταρχικός μας στόχος είναι να περιορίσουμε το άγχος των απομνημονευτικών διαδικασιών με τις οποίες επιφορτίζεται ο εκπαιδευόμενος. Για να το επιτύχουμε αυτό έχουμε σχεδιάσει απλές τεχνικές απομνημόνευσης και παιγνιώδεις δραστηριότητες με διαφορετικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν στον εκπαιδευόμενο δεξιότητες αντιστοίχισης εξάστιγμων Braille με σύμβολα βλεπόντων.

Περιέχει:

  • Όλα τα εξάστιγμα του ελληνικού αλφάβητου
  • Δίψηφα φωνήεντα & Συνδυασμούς
  • Σημεία στίξης
  • Βοηθητικά εξάστιγμα
  • Σύστημα ΜΕΝΕΪΔΗ & Nemeth
  • Παιγνιώδεις δραστηριότητες, στρατηγικές, ασκήσεις
  • Οδηγίες για χρήση πινακίδας, μηχανής Perkins & WinBraille σε Η/Υ
  • Χρήσιμες ιστοσελίδες για την εκπαίδευση μαθητών με τύφλωση
  • CD με λογισμικό ασκήσεων πρακτικής εξάσκησης

«Ψηλαφήματα – Αφής μαθήματα», Πέτρος Ορφανός, σελίδες 646, Εκδοτικός οίκος Γρηγόρη, Αθήνα, 2009.

 

Ψηλαφήματα – αφής μαθήματα


                             

Τα τελευταία χρόνια, γίνεται – και πολύ σωστά – σοβαρός λόγος για την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης. Το πιο σημαντικό στοιχείο, που προσδίδει τον ειδικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης των ατόμων αυτών, είναι η μέθοδος γραφής και ανάγνωσης Braille. Ωστόσο, λίγοι εκπαιδευτικοί τη γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι είναι εκείνοι που μπορούν να τη διδάξουν. Η αδυναμία αυτή γίνεται εντονότερη, όταν δεν υπάρχει σχετικό βιβλίο στο οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν, για να τη μελετήσουν και να τη μάθουν.

Με τα δεδομένα αυτά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο του Πέτρου Ορφανού «Ψηλαφήματα – αφής μαθήματα», έρχεται να καλύψει  ένα σημαντικό κενό σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το βιβλίο διακρίνεται για την πληρότητα, την απλότητα, τη μεθοδικότητα και την εγκυρότητά του. Τα χαρακτηριστικά αυτά του δίδουν πρωτοτυπία και το κάνουν να διαφέρει θετικά από τα άλλα βιβλία ειδικού περιεχομένου, δίδοντάς του ιδιαίτερη αξία και χρηστικότητα. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται:

Η πληρότητα, η εγκυρότητα και η καθαρότητα του περιεχομένου. Στο βιβλίο υπάρχει ένα εισαγωγικό κατάλληλο θεωρητικό πλαίσιο που πρέπει να γνωρίζει εκείνος που ασχολείται με την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης και πρέπει να χρησιμοποιεί το Braille, αλλά και πολύ υλικό με το οποίο μπορεί να ασκηθεί ο αναγνώστης, για την πλήρη γνώση και εμπέδωση της μεθόδου.

Η απλότητα και η μεθοδικότητα με την οποία είναι γραμμένο. Ο αναγνώστης μπορεί να το μελετήσει ευχάριστα και αποτελεσματικά. Οι τεχνικές, για παράδειγμα, της απομνημόνευσης του συστήματος Braille, μέσω της αντιστοίχισης των εξάστιγμων με τα σύμβολα των βλεπόντων, είναι ένα πολύ θετικό χαρακτηριστικό του βιβλίου.

Το πλήθος και η ποικιλία των ασκήσεων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Αυτές βοηθούν, ώστε  ο αναγνώστης να κατανοήσει και να εμπεδώσει τη δομή και τη λειτουργία του braille, καθώς και τον τρόπο της χρήσης του.

Οι οδηγίες που δίδονται για την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης. Το βιβλίο δεν περιορίζεται μόνο στο Braille. Οι οδηγίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι πολύ σημαντικές και χρήσιμες για όλους τους εκπαιδευτικούς που ασχολούνται με την εκπαίδευση των ατόμων με προβλήματα όρασης ή υποστηρίζουν τα άτομα αυτά με οποιοδήποτε τρόπο.

Χωρίς πολλά λόγια, λοιπόν, το βιβλίο του Πέτρου Ορφανού «Ψηλαφήματα – αφής γραφήματα» είναι ένα πολύ χρήσιμο βοήθημα για όλους τους εκπαιδευτικούς και ιδιαίτερα για τους βλέποντες εκπαιδευτικούς.

Κώστας Χρηστάκης

Ειδικός Πάρεδρος (ε.τ.) του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

 

Read Full Post »

Κουλιγκάς Βασίλης (1909- 2001)


 

Ο συγγραφέας Βασίλης Κουλιγκάς, με την οικογένειά του. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Γεννήθηκε στην Κίο της Μικράς Ασίας το 1909. Γονείς του ήταν ο Παναγιώτης Κουλιγκάς και η Αναστασία Σαρηβαλάση. Ο πατέρας του είχε παντοπωλείο στην Κίο, αλλά υπηρετούσε και στο λεγόμενο «Σεφκιέτι», Επιμελητεία στα Ελληνικά, υπηρεσία για το ψάρεμα και το πάστωμα της παλαμίδας για την προμήθεια του τουρκικού στρατού [1]. Συχνά ταξίδευε λοιπόν στην Πόλη και συνδύαζε την επίσκεψη αυτή με την ολοκλήρωση δουλειών για το μαγαζί που διατηρούσε στην Κίο. Έτσι, 5 χρονών ο Βασίλης, έκανε το πρώτο ταξίδι του με ελληνικό πλοίο στην Κωνσταντινούπολη συνοδεύοντας τον πατέρα του [2]. Ο Παναγιώτης Κουλιγκάς επιπλέον μαζί με τον αδελφό του Ευστράτιο, είχαν αγοράσει στην Κίο οικόπεδο από τον πατέρα του Τζελάλ Μπαγιάρ, μετέπειτα πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, στο οποίο ανέγειραν, Μεταξοσκωληκοτροφείο ( «Μποτζελίκι» στα τούρκικα ) [3] και μαγαζιά.

Το 1914-1915 ο Βασίλης Κουλιγκάς φοίτησε στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου στην Κίο. Συνέχισε τη φοίτηση στο Αρρεναγωγείο της Κίου με διευθυντή τον Παναγιώτη Πινάτση. Αφηγείται ο ίδιος στα βιβλία του, την καλή του επίδοση στα Τουρκικά, απαραίτητο μάθημα στα ελληνικά σχολεία της Κίου, για την οποία βραβεύτηκε με επαίνους [4]. Ήταν μέλος των προσκόπων αλλά και του Μουσικού Συλλόγου. Έψελνε στην Κοίμηση της Θεοτόκου και συμμετείχε στην εκκλησιαστική λατρεία [5]. «Σαν παιδιά ζούσαμε σε ένα περιβάλλον οικογενειακό και ανεξάρτητα από την οικονομική άνεση της κάθε οικογένειας, ήμασταν όλοι Κιώτες», έλεγε συχνά στα παιδιά του. Το καλοκαίρι του 1918 , θυμάται ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ο πατέρας του έστειλε την οικογένεια, μητέρα και δύο παιδιά για παραθερισμό σε τουρκόφωνο χωριό με Έλληνες χριστιανούς κατοίκους κοντά στην Προύσσα, το Τεπετζίκι. Ο Βασίλης Κουλιγκάς έπαιζε με την μπάντα του Μουσικού Συλλόγου κατά την είσοδο στην πόλη του αγγλικού στόλου και του ελληνικού απελευθερωτικού στρατού τον Ιούλιο του 1920. Η μέρα αυτή, όπως δήλωνε, ήταν η ευτυχέστερη της ζωής του.

 

Κίος, τελευταία μέρα πριν από την εγκατάλειψη. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μετώπου, μαζί με πολλές άλλες οικογένειες περίμενε στο λιμάνι της Κίου, με τη μητέρα και τα δυο μικρότερα αδέλφια του, Γιώργο και Μανώλη, το πλοίο που θα τους μετέφερε στην Πόλη. Ο πατέρας του αρχικά έμεινε πίσω για να βρει μεγάλο μεταφορικό μέσο προκειμένου να φορτώσει τα είδη του σπιτιού και του μαγαζιού. Τελικά έφυγε την επόμενη μέρα ύστερα από πληροφορίες για την κατάσταση του Μετώπου. Έτσι, στις 26 Αυγούστου 1922,  δυο   μέρες  πριν  από   την αναχώρηση του ελληνικού στρατού, τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο υπό αγγλική σημαία, που είχαν στείλει Πολίτες συγγενείς τους.

 

Κίος, η παραλία του Μπαλουκπαζαριού, έρημη με τα δέματα εγκαταλειμμένα. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης, στην Κίο, λίγο πριν από την καταστροφή. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Ήδη στην Κίο είχε φτάσει ο συνταγματάρχης Ζήρας με δύο τάγματα στρατού και είχε δημιουργήσει την ελπίδα στους κατοίκους ότι η αναχώρηση από την Κίο ήταν προσωρινή, αφού ο τουρκικός στρατός θα αναχαιτιζόταν από τον ελληνικό. Ο μικρός Βασίλης με θάρρος και τη σιγουριά της νίκης μίλησε σε Τούρκους ανώτερους υπαλλήλους που τον ρώτησαν για την κατάσταση στην Κίο. Το φθινόπωρο του ’22 ο Βασίλης Κουλιγκάς βρέθηκε με την οικογένειά του πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει ο ίδιος [6], η αναχώρηση των προσφύγων από την Προποντίδα έγινε σε δύο στάδια: τον Αύγουστο του 1922 από τις πατρίδες τους στην Ανατολική Θράκη ( Ρεδαιστός, Ηράκλεια, Συλίβρια ), πρώτο στάδιο και τον Σεπτέμβριο από την Αν. Θράκη στην Ηπειρωτική Ελλάδα, δεύτερο στάδιο.

Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη

Έτσι, στη Ρεδαιστό είχε φτάσει αρχικά η Αναστασία Κουλιγκά με τους τρεις γιους της. Εκεί συναντήθηκε με το σύζυγό της, Παναγιώτη Κουλιγκά, που είχε καθυστερήσει την αναχώρησή του από την Κίο. Όλοι μαζί έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της οικογένειας Κουλιγκά και του μικρού Βασίλη ξεκινάει εκεί. Τραγικές ήταν οι πρώτες μέρες της εγκατάστασης στην πόλη, αγωνιώδεις οι προσπάθειες για προσωρινή στέγαση και για «επαγγελματική τακτοποίηση» στη συνέχεια. Η Θεσσαλονίκη, είχε μετατραπεί σε προσφυγούπολη, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου.

Φοιτά στο «Ανατόλια», το Αμερικανικό Κολλέγιο, και κερδίζει μετάλλια από την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό. Καλλιεργεί την ατομική πειθαρχία και πλάθει έναν δυναμικό και γεμάτο θέληση χαρακτήρα, όπως αφηγείται σήμερα ο γαμπρός του, Κωνσταντίνος Παύλου. Αποφοιτά από το κολλέγιο το 1929 με επαίνους. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς δημιουργείται ένας σύλλογος αποφοίτων από τους πρώτους 25 μαθητές του «Ανατόλια» που μόλις είχαν αποφοιτήσει. Όπως διηγούνταν ο ίδιος ο Κουλιγκάς, η τάξη του πραγματοποίησε εκδρομή στο τέλος του σχολικού έτους, στο ημιτελές κτίριο του νέου σχολείου. Φύτεψαν όλοι από ένα δέντρο. Τη συνήθεια αυτή ακολούθησαν οι απόφοιτοι και των επόμενων ετών.

Κίος η αλησμόνητη

«Οι δεσμοί μας με το αγαπημένο μας σχολειό, με το οποίο συνδεθήκαμε έξη ολόκληρα χρόνια (μπήκαμε παιδιά και βγήκαμε παλικάρια) ήταν τόσο μεγάλοι, που δεν θέλαμε να αποχωριστούμε οριστικά» λέει ο ίδιος. «Θέλαμε να διατηρήσουμε ένα δεσμό που να συνεχίζεται και μετά την αποφοίτησή μας. Για αυτό, αρκετό καιρό σκεπτόμασταν και μελετούσαμε για τη δημιουργία του Συλλόγου Αποφοίτων. Και το κατορθώσαμε το καλοκαίρι του 1929». Μαζί με τα άλλα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου βρήκαν και συμπεριέλαβαν στο Σύλλογο αποφοίτων και μαθητές παλιότερων ετών, που ήρθαν ως πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μια και το αρχικό κολλέγιο λειτουργούσε στη Μερζιφούντα του Πόντου. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν κατορθώσει να αποφοιτήσουν μετά τα γεγονότα της Μ. Ασίας και τη μεταφορά του κολλεγίου Ανατόλια στην Ελλάδα [7].

Σκόρπιες μνήμες

Ο Κουλιγκάς μετά την αποφοίτησή του εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίου παστών προϊόντων. Μετακομίζει στη συνέχεια στην Αθήνα. Εκεί ασχολείται με το εμπόριο καταναλωτικών προϊόντων και μετά από λίγο καιρό συνεργάζεται με το φίλο του από την Κίο, Φρίξο Θεοδωρίδη, στο ναυτιλιακό του γραφείο. Γνωρίζει και παντρεύεται τη Ζωζώ Αυγουστίνου, μια «αριστοκρατική νέα», όπως έλεγε ο ίδιος, από την Κίο, ήδη εγκατεστημένη στον Πειραιά. Η χαρά του ήταν μεγάλη, μια και η καταγωγή της ήταν από την Κίο. Παντρευτήκανε στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στην Νέα Σμύρνη και εγκατασταθήκανε στο Παλαιό Φάληρο. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Παναγιώτη και τη Μαρία Κουλιγκά.

Ο Παναγιώτης ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, όπως και ο πατέρας του. Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε 3 Ολυμπιάδες και αναδείχτηκε Ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα. Σήμερα διατηρεί σχολή ιστιοπλοΐας στο Παλαιό Φάληρο. Η Μαρία τον φρόντισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα τρία εγγόνια του (Χριστιάνα, Βασίλη Κουλιγκά και Τζώρτζη Παύλου) διηγούνταν με λεπτομέρειες τη ζωή του στην Κίο, αλλά και όσα έζησε με τη γυναίκα του, με την οποία ήταν πολύ δεμένος. Όταν την έχασε, επέλεξε να ζει μόνος του στο Παλαιό Φάληρο. Αφιερώνεται από τότε στην Κίο. Καταγράφει τις αναμνήσεις του, ψάχνει τα αίτια και τις αφορμές για την καταστροφή. Γράφει έτσι σταδιακά τρία βιβλία, γεμάτα μνήμες ζωής για την αλησμόνητη πατρίδα του. Τα αφιερώνει στη γυναίκα του.

  • Κίος, 1912-22, Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1988.
  • Κίος, 1912-22, Σκόρπιες μνήμες, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1993.
  • Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995.

Έλεγε, «Ποιος περίμενε ότι θα γίνω συγγραφέας;». Όταν έγραψε το πρώτο βιβλίο, τον πίεσαν να γράψει και τα επόμενα. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ένας λόγος που με ανάγκασε να γράψω είναι ότι οι περισσότεροι επιζήσαντες από την καταστροφή ολιγοστεύουν. Φεύγει ο ένας μετά τον άλλον και εμείς, τα παιδιά τότε , αποτελούμε την τελευταία γενιά. Θα φύγουμε κι εμείς μια μέρα όπως φύγανε οι μεγαλύτεροί μας και δε θα υπάρχει κανείς επιζών για να διηγηθεί στους απογόνους μας περιστατικά και λεπτομέρειες από τη χαμένη μας πατρίδα. Για να μάθουν τα παιδιά των παιδιών μας, γεννημένα από Κιώτες γονείς, περισσότερα για το μικρασιατικό πολιτισμό, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια.»

Ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης – Αινιάν, διοικητής της Μεραρχίας Σμύρνης που έδρευε στην Κίο, με τον Τούρκο στρατηγό Τζαφέρ Ταγιάρ ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος στην Θράκη. Δημοσιεύεται στο: «Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1988.

Το 1988 σε εκδηλώσεις μνήμης για την Κίο της Μ. Ασίας λέει ο ίδιος: «Την περιγραφή την έκανα από τις αναμνήσεις μου. Από όσα θυμάμαι. Και θυμάμαι πολλά. Διότι αγαπούσα πολύ την πατρίδα μου. Και όποιος αγαπά, θυμάται. Γι’ αυτό, όσα γράφω, είναι όλα σωστά, όλα αληθινά». «Όπου κι αν πάγω, όπου κι αν βρεθώ, Κίο μου πάντα εσένα νοσταλγώ», γράφει το 1990 σε ποίημα αφιερωμένο στην Κίο με τον τίτλο «Νοσταλγία». [8] Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόταν συχνά τη Νέα Κίο. Αποτελούσε το τιμώμενο πρόσωπο σε τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συμμετείχε στο Σύλλογο Απανταχού Κιωτών. Είχε χαρίσει μάλιστα στο Λαογραφικό Μουσείο Ν. Κίου έναν πίνακα κεντημένο από τη μητέρα του, Αναστασία Σαρηβαλάση, με τα μαλλιά της. Διοργανώθηκε ειδικά από το Σύλλογο εκδήλωση για να τονιστεί η σημασία της δωρεάς αυτής.

Όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του για το Αρχείο Μαρτυριών του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού [9], στις 14-3-1997, επί τρία χρόνια τουλάχιστον δεν κοιμόταν, αλλά ονειρευόταν πότε θα πάει να δει την Κίο. Όταν κάποια στιγμή ταξίδεψε στην πατρίδα του, το 1982, συμφιλιωμένος με την πραγματικότητα, δε γύρισε στενοχωρημένος, αλλά με χαμόγελο , γιατί ξαναβρέθηκε στους χώρους στους οποίους μεγάλωσε, γιατί αντίκρισε ξανά την πολυαγαπημένη του Κίο. Πέθανε στην Αθήνα το 2001. «Βασίλης Κουλιγκάς» έχει προταθεί να ονομαστεί το Νηπιαγωγείο Ν. Κίου, που βρίσκεται μπροστά από την οδό Β. Κουλιγκά. Η οδός αυτή ονομάστηκε έτσι το 2001 μετά το θάνατο του Κουλιγκά. Είναι η τρίτη παράλληλος της παραλιακής οδού Ναυπλίου – Κίου – Μύλων.  Το Δημοτικό Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόφασή του για την συγκεκριμένη ονοματοδοσία της οδού, με το σκεπτικό ότι τα τρία βιβλία του Κουλιγκά αποτελούν «μεγάλη προσφορά για τους νεώτερους, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της αλησμόνητης πατρίδας» (Πρακτικά Δήμου Ν. Κίου, απ. 90/2001 ).

  

Υποσημειώσεις


[1] Η υπηρεσία στο Σεφκιέτι, καθαρά ελληνική υποχρέωση, ήταν ένας τρόπος για τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής να αποφύγουν τα λεγόμενα Αμελέ Ταμπουρού, τα τάγματα εργασίας. Οι Κιώτες ψαράδες εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό «ΧαμντίΜπεϊ» και με την εμπειρία τους, έφτιαξαν γρι γρι και γέμισαν, όπως αναφέρει στο βιβλίο του, Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995, ο Κουλιγκάς, την αγορά με ψάρια.

[2] Θυμάται ένα ζέπελιν στον ουρανό της Πόλης, γερμανικό αερόπλοιο, ενδεικτικό των καλών σχέσεων της Γερμανίας με την Τουρκία, όπως σχολιάζει και ο ίδιος. Θυμάται ακόμα ελληνικά πλοία στον Βόσπορο αλλά και τη βασιλική πομπή του Σουλτάνου, όταν περνούσε τη γέφυρα του Γαλατά.

[3] Το Μποτζελίκι βρήκε ανέπαφο στην επίσκεψη στην Κίο το 1982 ο Βασίλης Κουλιγκάς.

[4] Αναφέρει μάλιστα ότι η μητέρα του είχε προσλάβει μια Εβραία δασκάλα στο σπίτι. Σ’ αυτήν οφειλόταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας κατά το τέλος του πολέμου, τα διπλώματα αυτά ο Βασίλης Κουλιγκάς τα έσκισε όπως λέει ο ίδιος (Κίος η αλησμόνητη, σελ. 41).

[5] Οι γονείς του ήταν «Θεοφοβούμενοι», όπως αναφέρει ο ίδιος.

[6] «Κίος η αλησμόνητη», Δωδώνη, 1995.

[7] Επίσημα αναγνωρίστηκε ο Σύλλογος από το κράτος το 1937. Ουσιαστικά όμως ιδρύθηκε το 1929.

[8] σελ. 124, Βασίλη Κουλιγκά, Κίος 1912-1922, Σκόρπιες μνήμες, Εκδ. Δωδώνη.

[9] Ο Β. Κουλιγκάς το Μάρτιο του 1997 είχε δώσει συνέντευξη στο αρμόδιο τμήμα ιστορικών τεκμηρίων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού. Στη διεύθυνση http://www.ikaros.fhw.gr βρίσκονται τα video στα οποία ο Κουλιγκάς, αφηγείται χαρακτηριστικά περιστατικά από τη ζωή του στην Κίο, αλλά και από το τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα της Μ. Ασίας.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση – Σπύρος Καραμούντζος


 

Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο ποιητής Σπύρος Καραμούντζος δεν καταθέτει ποιήματά του. Καταθέτει όμως το απαύγασμα της πολύχρονης πείρας του ως εκπαιδευτικού, καταθέτει τις σκέψεις και τις απόψεις του με σαφήνεια, γλαφυρότητα και διακριτικότητα όσα ως λειτουργός της τέχνης βιώνει, όσα ως άνθρωπο τον απασχολούν, όσα ως πολίτη τον πληγώνουν.

 

«…ο ποιητής δε γεννιέται μόνο, αλλά και γίνεται. Για να καρποφορήσει το δέντρο, θέλει πολύχρονη καλλιέργεια. Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση».

Στις πενήντα συν μία πολυθεματικές και καίριες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την αξιόλογη λογοτέχνιδα και μεταφράστρια Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη, ο Σπύρος Καραμούντζος ξεδιπλώνει με ευλάβεια όλη την πορεία της ζωής του και απαντά σε μια σειρά ερωτήσεων με ειλικρίνεια και σεμνότητα.

 

Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση

 

«… Καλύτερος μαθητής, πρέπει να το πούμε προκαταβολικά, δεν είναι πάντοτε αυτός που δεν κάνει ορθογραφικά λάθη και παίρνει άριστα στους βαθμούς, χωρίς να αποκλείεται και αυτό. Για να είναι ο καλύτερος, θα πρέπει να έχει μία σειρά και από άλλες αρετές. Να είναι δηλαδή: Επιμελής, εργατικός, ομαδικός, ευγενής, συνεργάσιμος, φιλότιμος, κόσμιος, αυτενεργός, κοινωνικός, να έχει νοητικές και πρακτικές ικανότητες, στόχους στη ζωή του, συναισθηματικές ευαισθησίες κλπ. Θα τελειώσω λέγοντας ακόμη ότι θα είναι ο καλύτερος μαθητής , αν είναι καταπώς λέει ο λαός μας, «καλό παιδί».

Το βιβλίο περιέχει επτά θεματολογικές ενότητες στις οποίες ο λογοτέχνης αναθυμιέται τις κακοτράχαλες ατραπούς αλλά και τους εύφορους λειμώνες που διάβηκε, νοσταλγεί την πατρώα γη, αναλογίζεται τα χρόνια που ήταν δάσκαλος και παρουσιάζει διεξοδικά τις θέσεις του με παρρησία, υπευθυνότητα και τόλμη, χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές για την σύγχρονη ελληνική κατάσταση.

 

«… Ο Νεοέλληνας κυριεύτηκε από απληστία. Ακόμη και όταν δεν είχε χρήματα, με δάνεια και με δόσεις, προκαλούμενος από τα μεγαλοκαταστήματα και τις διαφημίσεις, «με μία πεντάρα στου Κωνσταντάρα…», αγόραζε για ν’ αγοράσει καθετί  που πουλιότανε. Ούτε τα χρέη λογάριαζε, γιατί υπολόγιζε ότι κάποιος θα του τα χάριζε, ούτε και αποταμίευση έκανε. Το αποτέλεσμα το βιώνουμε σήμερα και ως άτομα και πιο πολύ ως χώρα.

Δεν άργησε λοιπόν να γεμίσει το σπίτι του με υλικά πάσης φύσεως. Από τη στέρηση πήγε στην αφθονία. Κάποια στιγμή γεμίσανε  ντουλάπες, αποθήκες, ψυγεία κλπ., με υλικά που δε τα χρησιμοποίησε ποτέ. Ο καθένας μας έχει  προσωπική γνώμη από το δικό του σπιτικό.    Βρήκε  όμως μία προσωρινή λύση, μερικά απ’ αυτά (παπούτσια, φούστες, παντελόνια, τσάντες, παιδικά παιγνίδια) ολοκαίνουργα να τα αφήνει έξω από τους σκουπιδοτενεκέδες.

Ήταν όμως και η αλλαγή της μόδας και της επιδειξιομανίας του λεγόμενου νεόπλουτου, που τον υποχρέωνε να κάνει και αναγκαστικά ανακαίνιση. Έπρεπε να κάνει το κομμάτι του. «Ήθελε η μούρη του να φορέσει σέλα και να καμαρώνει με το σύρε κι έλα…», καταπώς λέει και ένα τραγούδι για τον αφελή γαϊδαράκο. Έπρεπε να πληρώσει ακόμη και τον παλιατζή, για να τα πετάξει τα παλιά (έπιπλα, στρώματα, κουζίνες, ψυγεία, ρουχισμό, ζωγραφικούς πίνακες κλπ.), μια και δε ταίριαζαν και δε χωρούσαν  στο σαλόνι της μοντέρνας νοικοκυράς.

Παρ’ όλα αυτά και με ό,τι άλλο πανάκριβο υλικό αγαθό αγόραζε, χρυσό ή πολύτιμο πετράδι, αυτό που λέμε πληρότητα στη ζωή του, δεν την ένιωσε. Η αφθονία των αγαθών δεν ήτανε αυτό που είπατε και σεις, «η ζωή του όλη».

Ανάγκη λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά, να βρει αυτό που έχασε, δηλαδή «το μέτρο». Η αποφυγή των ακροτήτων και των υπερβολών θα είναι η ορθότερη  στάση του. Εξάλλου το είχε πει και ο Κλεόβουλος, ένας από τους επτά σοφούς τον 6ον π.Χ. αιώνα, «μέτρον άριστον».

Είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που ο δάσκαλος και ποιητής Σπύρος Καραμούντζος, μας εμπιστεύτηκε την έκδοση του νέου του βιβλίου « Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση». Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού εντάσσεται και η έκδοση ιστορικών, λογοτεχνικών ή άλλου είδους  βιβλίων που άπτονται των ενδιαφερόντων της.

 

 

Read Full Post »

Χαβιαράς Στρατής (Νέα Κίος Αργολίδας 28 Ιουνίου 1935 – Αθήνα 3 Μαρτίου 2020)


 

Στρατής Χαβιαράς

Ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στα τέλη Ιουνίου του 1935 στη Νέα Κίο Αργολίδας. Ο  πατέρας του, ενταγμένος στο ΕΑΜ εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944 στην Κόρινθο. Η μητέρα του εστάλη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος μένει μόνος και βιώνει την πείνα και τις κακουχίες.

« Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν απ’ την Αρχαία Κίο στον Ελλήσποντο (σήμερα Γκεμλίκ), αλλά της μητέρας μου από το Καράμπουρνο και το Μποϊνάκι, κοντά στη Σμύρνη. Θυμάμαι καλά τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου για τα χωριά της περιοχής: Βουρλά, Μενεμένη, Μελί. Και θυμάμαι ακόμα τους Μελιώτες στη Νέα Κίο της Αργολίδας όπου γεννήθηκα και την παράξενη προφορά τους με τις μακρόσυρτες καταλήξεις».

Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια κατατρεγμένη από τους χίτες, ανεβαίνει στην Αθήνα και εγκαθίσταται σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό, το Δουργούτι. Ο Στρατής εργάζεται στις οικοδομές. Είχε προλάβει όμως να τελειώσει το Δημοτικό αν και η δασκάλα του στο χωριό τον θεωρούσε καθυστερημένο.

«Ήμουν φαντασιόπληκτος. Το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Χωρίς τους γονείς μου, πεινασμένος, βλέποντας γύρω μου τόσους σκοτωμούς και τόση προδοσία, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε. Ταξίδευα συνεχώς».

Όταν το 1949, θέλησε να επισκεφθεί την Εθνική Βιβλιοθήκη, άκουσε από τον φύλακα ένα περιφρονητικό « Άντε χάσου». Ήταν ένα 14χρονο παιδί με κοντά παντελονάκια. Ο Στρατής πικράθηκε πολύ. Όμως ο δρόμος του είχε χαραχθεί.

Συνεχίζει να δουλεύει στην οικοδομή. Φωτεινά διαλλείματα της ζοφερής πραγματικότητας η αφοσίωσή του στο διάβασμα και την ποίηση. Δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Γνωρίζεται με τον σπουδαίο ελληνιστή Κίμωνα Φράϊερ που εκείνη την εποχή μεταφράζει την «Οδύσσεια» και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Του προτείνει να τον ακολουθήσει στην Νέα Υόρκη. Αυτός θα του πλήρωνε τα δίδακτρα σε μια σχολή βιομηχανικού σχεδίου και ο Στρατής θα τον βοηθούσε στην μετάφραση. Δέχτηκε.

«Στα 1959, μαθητευόμενος ακόμη στα γράμματα, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, βοηθός γνωστού μελετητή της αμερικανικής ποίησης, δεινού στην καλλιέργεια γνωριμιών με κάθε λογής διασημότητες: Ezra Pound, Archibald McLeish, Arthur Miller, Lee Strasberg και πάει λέγοντας».

Στην Ελλάδα επιστρέφει δυο χρόνια αργότερα. Εργάζεται ως σχεδιαστής σε μια αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία. Καιροί δύσκολοι και αντιφατικοί. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έκρυθμη και χαώδης. Η στρατιωτικοί αρπάζουν την εξουσία.

«Ως μοναδικό αρσενικό της οικογένειας, φοβούμενος ότι θα με συλλάβουν, αποφάσισα να γυρίσω στις ΗΠΑ».

Αρχίζει μια νέα ζωή. Σπουδάζει συγγραφική τέχνη και μετάφραση στο πανεπιστήμιο Goddard. Εργάζεται ως υπάλληλος στη βιβλιοθήκη του Harvard ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αντιδικτατορική δράση, μέσω ενός ραδιοφωνικού σταθμού της Βοστόνης. Υφίσταται τον πόλεμο της « συμμορίας του Τόμ Πάπας» και του φιλοχουντικού κατεστημένου. Αρθρογραφεί στο μηνιαίο περιοδικό « Ελευθερία». Το 1974, διορίζεται στο ίδιο πανεπιστήμιο διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Σταδιακά απομακρύνεται από το ελληνικό περιβάλλον και τα ελληνικά του αρχίζουν να «σκουριάζουν».

« Για πολύ καιρό απέφευγα να έρθω, επειδή ο τόπος συμβόλιζε το χειρότερο μισό της ζωής μου. Βλέποντας όμως τους Έλληνες να προκόβουν και τη χώρα να ευημερεί, βλέποντας ακόμα κι αυτήν την πρωτοφανή εκδοτική έκρηξη, η ευχαρίστηση που αντλώ είναι τεράστια. Σιγά- σιγά οι πληγές επουλώνονται…».  

Στο πάρτι των 24ων γενεθλίων του ο Στρατής Χαβιαράς γνώρισε πολύ κόσμο. Ποιητές, δοκιμιογράφους, εκδότες, σκηνοθέτες κ.α. Ο ίδιος μας λέει: « Εκεί γνώρισα και τον ιδρυτή της μεγάλης εκδοτικής εταιρείας Simon & Schuster, ο οποίος μετά τις συστάσεις με ρώτησε:

« Εσείς τι γράφετε;».

Ο Στρατής Χαβιαράς σε φωτογραφία από την εποχή της γνωριμίας του με την Μαίριλυν Μονρόε.

Πρόσφατα είχε δημοσιευτεί σ’ ένα ελληνικό περιοδικό το πρώτο μου κείμενο, ένα δοκίμιο για την επιτυχία της Οδύσσειας του Καζαντζάκη στην Αμερική. Όμως, όπως έσπευσα να διευκρινίσω, αυτό ήταν μόνο το «πρώτο σκαλί» και, αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, σύντομα θα έγραφα και μυθιστόρημα. «Ωραία» μου αποκρίθηκε ο Μαξ Λίνκολν Σούστερ, «αν όλα πάνε καλά και το γράψεις, θα σ’ το εκδώσω εγώ. Σύντομα», πρόσθεσε και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας γελάσαμε.

« Τι θα πει σύντομα; Μου πήρε είκοσι χρόνια να το γράψω. Είκοσι ακριβώς. Και όμως τον Ιούνιο του 1979, όταν ο Μαξ μας είχε αφήσει χρόνους προ πολλού και η εταιρεία του είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Gulf & Western, ήταν η Simon & Schuster που τελικά εξέδωσε το πρώτο μου μυθιστόρημα « Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα». Καμιά φορά παίρνει είκοσι χρόνια για τη μετατροπή μιας υπόσχεσης σε πράξη».

Εκείνη η βραδιά του επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Σε κάποια στιγμή φτάνουν στο πάρτι ο θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ και η σταρ του σινεμά, τότε στο απόγειο της δόξας της, Μέριλιν Μονρόε.

«Η φυσική της ομορφιά ήταν ακόμη πιο ακτινοβόλα απ’ ότι στην οθόνη. Είχε κατέβει από τους ουρανούς, απ’ τις ταξιαρχίες των αγγέλων, να καταπολεμήσει το σκοτάδι, την ασκήμια, το κακό του κόσμου, να δώσει φως στους τυφλούς».

Σήμερα, ο Στρατής Χαβιαράς περνάει τον περισσότερο καιρό του στην Ελλάδα. Από το 1985 διευθύνει το εργαστήρι συγγραφικής τέχνης (μυθιστόρημα) στο θερινό πρόγραμμα του Harvard. Το 2000 δίδαξε την συγγραφική τέχνη στο ΕΚΕΜΕΛ ενώ το 2006 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το ΕΚΕΒΙ ως συντονιστής και δάσκαλος στα Εργαστήρια Τέχνης και Λόγου. Ήταν μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. H κηδεία του, έγινε στη γενέτειρά του Νέα Κίο Αργολίδας, στον Ιερό Ναό «Θεομάνας  – Οδηγήτριας».

 

Εργογραφία


 

Το έργο του Στρατή Χαβιαρά, χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες. Στο Μυθιστόρημα, την Ποίηση, την Μετάφραση.

Πεζογραφία:

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα. Αθήνα, Ερμής, 1980. Καστανιώτης, 1999.

Τα ηρωικά χρόνια. Αθήνα, Bell,1984. Καστανιώτης, 1999.

Πορφυρό και μαύρο νήμα. Αθήνα, Κέδρος, 2007.

Ποίηση:
Η κυρία με την πυξίδα. Αθήνα, 1963.
Βερολίνο. Αθήνα, Φέξης, 1965.
Η νύχτα του ξυλοπόδαρου, 1967.
Νεκροφάνεια. Αθήνα, Κέδρος, 1972.

Έργα στα αγγλικά:
Crossing the river twice, ποιήματα, Cleveland State University, 1976
When the tree sings, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1979
The Heroic Age, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1984
Millenial afterlives, διηγήματα, Wells College, New York, 2000

Μεταφράσεις
Προς τα ελληνικά:
Heaney, Seamus. Το αλφάδι. Αθήνα, Ερμής, 1999.
Προς τα αγγλικά:
C. P. Cavafy: The Canon, The Original One Hundred and Fifty-Four Poems [επιμέλεια: Dana Bonstrom]. Αθήνα, Ερμής, 2004.

Συλλογικά έργα:

Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία: διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις [επιμέλεια: Α. Σπυρόπουλου, Θ. Τσιμπούκη]. Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002.

Αληθινές ιστορίες [συλλογή διηγημάτων]. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

 

 «Τα ηρωικά χρόνια»


 

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας. Στο πιο κάτω ενδιαφέρον κείμενό της ανιχνεύει και εντοπίζει τις περιπέτειες του μυθιστορήματος «Τα ηρωικά χρόνια» του Στρατή Χαβιαρά. Η Αργολική Βιβλιοθήκη το αναδημοσιεύει με την πεποίθηση ότι το κείμενο αυτό, βοηθά τον αναγνώστη ή ερευνητή να κατανοήσει και να εντοπίσει κι άλλες παραμέτρους σχετικές με το  έργο του συγγραφέα.

 

Τα ηρωικά χρόνια

Ατυχείς συγκυρίες κυνηγούν Τα ηρωικά χρόνια του Στ. Χαβιαρά. Και οι δύο εκδόσεις του βιβλίου στα ελληνικά, με απόσταση μεταξύ τους μία 15ετία, συμπίπτουν με μια ήδη διαμορφωμένη επικαιρότητα που στέκεται κάθε φορά καθοριστική για την ανάγνωση. Η πρώτη ελληνική έκδοση εμφανίζεται την άνοιξη του 1985, όταν ήδη η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο. Στην Ελλάδα η Ελένη κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1983, όταν το πανελλήνιο, στην ευεξία των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης του ΠαΣοΚ, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, καλαφατίζει τις τελευταίες ρωγμές του διχασμού.

Κατά σύμπτωση, το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα με απόσταση λίγων μηνών από την Ελένη και αναπόφευκτα διαβάζεται ως αντίλογος. Ανεξάρτητα αν η συγγραφή του έχει αρχίσει χρόνια πριν και αν πρόκειται, λίγο-πολύ, για ένα ιστορικό μυθιστόρημα ποιητικής πνοής. Ένα ευρύτερο κοινό καθηλώνεται στο γεγονός ότι και τα δύο μυθιστορήματα εκτυλίσσονται τα δύο τελευταία χρόνια του Εμφυλίου σε γειτονικούς τόπους: Μουργκάνα – Γράμμος. Άλλωστε η Ελένη προκαλεί πολύ θόρυβο, όπως εισάγεται από τις ΗΠΑ έτοιμο μπεστ σέλερ· βιβλίο-ντοκουμέντο ενός δημοσιογράφου της εφημερίδας «The New York Times» που πραγματοποίησε και επιτόπια έρευνα. Στη συνέχεια γίνεται ταινία αμερικανικών προδιαγραφών, που οξύνει περαιτέρω τα πνεύματα, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις. Ως τον Δεκέμβριο του 1987, όταν ο πρόεδρος Ρίγκαν υπογράφει με τον Γκορμπατσόφ τη συμφωνία για τους εξοπλισμούς, αναφέρεται στην Ελένη ως ένα βιβλίο-σύμβολο.

Σήμερα όλα αυτά είναι μια παλαιά ιστορία. Μάλιστα η πρώτη έκδοση των Ηρωικών χρόνων (από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση Νέστορα Χούνου) ούτε καν μνημονεύεται. Υπάρχει μόνο αναφορά στη νεοϋορκέζικη έκδοση (φθινόπωρο 1984) από τους Σάιμον και Σούστερ, που είχαν εκδώσει το 1979 και το πρώτο μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά, Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα (πρώτη ελληνική έκδοση Ερμής, 1980, σε μετάφραση του συγγραφέα).

Μια διαφορετική συγκυρία φαίνεται να παρασέρνει στη δίνη της τη δεύτερη έκδοση. Οι καινούργιοι αναγνώστες, όπως και οι δημοσιογράφοι, αγνοούν ή ξεχνούν τις ιδεολογικές αντιπαλότητες του 1985. Άλλωστε οι κάτω των 40 ετών, στην πλειονότητά τους, μόλις που έχουν ακουστά τον ελληνικό εμφύλιο. Αντιθέτως, γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία με τον οποίο και καθημερινώς συμπάσχουν. Ίσως οι δύο εμφύλιοι να μην έχουν πολλά κοινά σημεία. Ωστόσο το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά θυμίζει ότι και τότε ΗΠΑ και Βρετανία έκαναν πρόβα καινούργιων οπλικών συστημάτων.

Οι συγκλονιστικότερες σελίδες του μυθιστορήματος περιγράφουν το στρατόπεδο των ανταρτών στον Γράμμο, όταν ο Τίτο κλείνει τα σύνορα. Μισό αιώνα αργότερα μόνο υποθέσεις υπάρχουν για τις σχέσεις του Τίτο με τις ΗΠΑ και την τότε ελληνική κυβέρνηση, καθώς πολλά αρχεία μένουν απόρρητα, μεταξύ αυτών και τα σερβικά. Ωστόσο παραμένει γεγονός ότι ο Τίτο ήθελε πάση θυσία να σώσει την ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας. Πέραν των συγκυριών, η δεύτερη έκδοση του βιβλίου συμπίπτει με την επέτειο των 50 χρόνων από την επίσημη λήξη του Εμφυλίου, που συντελέστηκε σε εκείνη τη μάχη στον Γράμμο που πλέκει στο μυθιστόρημά του ο Στ. Χαβιαράς.

Το 1984 ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, μεταφραστής της Ελένης, σημειώνει: «Γενικά η μεταπολεμική πεζογραφία μας στερείται τίτλων σχετικά με τον Εμφύλιο. Είναι ένα θέμα που απωθεί, δεν αντέχουμε να μιλάμε γι’ αυτό». Μερικά μυθιστορήματα και διηγήματα. Σε αυτή την ισχνή σοδειά προστίθενται τα μυθιστορήματα των Στ. Χαβιαρά και Ν. Γκατζογιάννη, συγγραφέων της ίδιας γενιάς.

Πιστός στα ιστορικά γεγονότα ο συγγραφέας τα αναβιώνει μετουσιώνοντάς τα σε αφήγηση. Με περισσότερο λυρισμό στο «όταν τραγουδούσαν τα δέντρα» που διαδραματίζεται στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη γενέτειρα του συγγραφέα, τη Νέα Κίο της Αργολίδας. Με μεγαλύτερη οικονομία στα «Ηρωικά χρόνια» που πιάνει τον μίτο και συνεχίζει. Ο αφηγητής και τρία ακόμη αγόρια στην «ηρωική ηλικία», από έξι ως δεκατεσσάρων χρόνων, εγκαταλείπουν το χωριό τους. Στον δρόμο προστίθεται και ένα Εβραιόπουλο από τα Γιάννενα, ένας μυθιστορηματικός ήρωας πολλαπλώς φορτισμένος που φαίνεται να δίνει ιστορική προοπτική στα συμβαίνοντα.

Ποιητική αδεία, από το Ηραίον δίπλα στη Νέα Κίο, βρίσκονται να ακολουθούν τον Μόρνο. Τραβάνε βόρεια, όπως και ο κυβερνητικός στρατός. Συναντούν κεφαλοκυνηγούς με τα κοφίνια τους γεμάτα πολύτιμη πραμάτεια, τα κομμένα κεφάλια ανταρτών, αλλά και έναν τελευταίο της ομάδας του Βελουχιώτη, λαβωμένο σε μια σπηλιά και προάγγελο κακών. Τα παιδιά θέλουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τελικά όμως αγωνίζονται δίπλα στους αντάρτες. Μια απελπισμένη μάχη παιδιών με πρωτόγονα μέσα ενάντια σε αδίστακτους μεγάλους.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα λανθάνει ο αλληγορικός παραλληλισμός ανάμεσα στα παιδιά και στη χώρα. Όλοι οι ήρωες είναι παιδιά, ακόμη και οι ασπρομάλληδες αντάρτες και οι ναυτόπαιδες, που αποτελούν τη φρουρά στον Αντικάλαμο, το στρατόπεδο στο οποίο οδηγούνται όσα παιδιά επιζούν για να ανανήψουν από την πλάνη του κομμουνισμού σπάζοντας πέτρα. Αθωότητα ως αφέλεια, ευπιστία και ορμητικότητα, δεν χαρακτηρίζουν μόνο τα παιδιά αλλά και την Ελλάδα της εποχής, ιδίως την Αριστερά. Με τους μεγάλους είναι αμείλικτος ο Στ. Χαβιαράς· σατιρίζει τους Συμμάχους και τη βασίλισσα Φρειδερίκη, ενώ καταδικάζει διακωμωδώντας τα όργανα του κόμματος ως τον Ζαχαριάδη.

Ένα μυθιστόρημα εφηβείας, χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο και συναρπαστικότερο είναι η ανάβαση στον Γράμμο, το δεύτερο το καθαρτήριο στον Αντικάλαμο. Ο συγγραφέας διασκεδάζει την αγριότητα του πολέμου με κωμικά περιστατικά, δένοντας τον θάνατο με τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας. Ο τίτλος θα μπορούσε να παραπέμπει στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, μόνο που αυτά εδώ είναι τα παιδιά δύσκολων καιρών, πρόωρα μεγαλωμένα, που δεν παίζουν αλλά κάνουν πόλεμο. Οι περιγραφές δεν είναι στεγνά ρεαλιστικές αλλά απογειώνονται μυθοποιώντας, με απροσδόκητους συνειρμούς και λυρικές αναπνοές. Ο Στ. Χαβιαράς θέλει να δώσει την πεισματική προσπάθεια ενός παιδιού να διαφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα, πετώντας σαν πουλί προς φανταστικούς κόσμους.

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί ο γλωσσικός διάπλους του μυθιστορήματος. Η πρώτη μετάφραση για Τα ηρωικά χρόνια του Ν. Χούνου ήταν ένα εύληπτο κείμενο με λίγο-πολύ εύστοχες αποδόσεις των ιδιωματικών φράσεων. Η πρόσφατη, δεύτερη μετάφραση παρέμεινε πλησιέστερα στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία, ευτυχώς λίγα, να δημιουργεί ασαφείς εικόνες, όπως για παράδειγμα όταν η συμμορία των παιδιών απειλεί με «το καπάκι από ένα κονσερβοκούτι». Να σημειώσουμε ακόμη ότι στις προηγούμενες εκδόσεις για να δοθεί το κλίμα της εποχής τα κεφάλαια του βιβλίου ανοίγουν με ένα κολλάζ από την ειδησεογραφία εφημερίδων της εποχής, με μία είδηση κάθε φορά μεγεθυσμένη. Η πρόσφατη έκδοση κράτησε μόνο, ως μότο κάθε κεφαλαίου, τη συγκεκριμένη είδηση, χάνοντας κομμάτι από τις εντυπώσεις.

Πέρα από τις μεγαληγορίες του αμερικανικού Τύπου, ο οποίος αντιμετωπίζει τις τοπικές συρράξεις σε μακρινές χώρες σαν εξωτικά συμβάντα, στα καθ’ ημάς μάλλον ήρθε ο καιρός να εγγράψουμε τον Στ. Χαβιαρά στα κατάστιχα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

« Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα»


  

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Στρατής Χαβιαράς στην αγγλική γλώσσα, είναι το επικό αφήγημα ενός παιδιού που μεγαλώνει σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ελλάδας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. O συγγραφέας έχει διαρθρώσει το έργο αυτό σε σύντομα επεισόδια. Το λυρικό ταλέντο του είναι τέτοιο, που το κάθε μικρό κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί σαν μια ποιητική ενότητα. Όμως τα επεισόδια διαπνέονται από μια ψυχολογική διεισδυτικότητα και ευαισθησία, καθώς καταγράφουν την ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των χαρακτήρων, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εξωπραγματικότητας και παράκρουσης επηρεασμένη από τη φοβερή πείνα που γνώρισε η Ελλάδα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετάφραση από τα Αγγλικά Παύλος Μάτεσις. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Μια επιλογή από τις σελίδες του:

Το άλογο δεν το αλλάζω μ’ όποιο και να μου δίνανε, ετούτο θέλω εγώ, είναι δουλευταράς και φιλαράκι. Αχαριστία μου να το παραδώσω στον εχθρό επειδή το πήρανε τα χρόνια. Βλέπεις ο εχθρός δεν νογάει να ξεχωρίσει άνθρωπο από ζωντανό και τούτο εδώ είναι πρόσωπο της οικογένειάς μας. (σελ. 64)

Την είδαμε ίσα πέρα να προχωράει με περίσκεψη μέσα στις αφάνες, τα μαλλιά της κοκκινωπός χρυσός πάνω από τις αφάνες και ανάμεσά τους ένας κυματισμός, το λιγνό άσπρο της κορμί. Και καθώς πλησίαζε, η απόσταση σαν να αύξαινε παρά να λιγοστεύει και ο θείος Ιάσων έφερε το χέρι του σκιάδιο πάνω από τα μάτια του. Το φως βλέπεις, είπε, τα σπμπαραλιάζει όλα. (σελ. 73)

Το τραίνο σφύριξε. Ένα αγόρι της κλούβας μου έδειχνε το μπράτσο του: είχε ένα περιβραχιόνιο μ’ ένα μεγάλο κίτρινο άστρο. Όταν θα ‘παιζε «πόλεμο» στην γειτονιά του με τα γειτονόπουλα, θα πρέπει να ήταν στρατηγός τους – στρατάρχης. Γι’ αυτό τον έπιασε ο εχθρός. Στάθηκα προσοχή, να δει ότι του παραδέχομαι τον βαθμό του, και του έκανα το σχήμα. (σελ. 103)

Το άγριο άχτι του για εκδίκηση, που σπιρούνιζε την φαντασία κάθε συντοπίτη μου, δεν με μάγευε πια: με τάραζε. Αδύνατο να καταλάβω, ποια η σχέση ανάμεσα σε εκδίκηση και τον αγώνα μας να κρατηθούμε ζωντανοί. Ίσα-ίσα: την ιδέα για εκδίκηση έπρεπε να την βάλουμε στην πάντα αν θέλαμε να επιζήσουμε. (σελ. 114)

Το πετσί μας αργασμένο, για τις γρατζουνιές γιατρειά ήταν το αλάτι κι ο άνεμος. Και κανενού το πετσί δεν λαμπύριζε σαν το δικό μας. (σελ.123)

Μια μέρα έβαλα μπρος από πολύ πρωί και κοντά μεσημέρι είχα τελειώσει ένα ψηφιδωτό που παράσταινε την Αγγέλικα, τη δεύτερη θυγατέρα του παπά, ως γοργόνα. Είχα βάλει κάτασπρα σαν μάρμαρο βότσαλα για το πανωκόρμι, και άλλα σε μουντό γκρίζο για την ουρά, μαύρα για φρύδια και ματοτσίνορα. Τα μαλλιά τα ‘κανα να κυματίζουν στον άνεμο. Οι ματόχαντρες σκουροπράσινες. Τα χείλια και οι ρώγες σε ανοιχτό τριανταφυλλί. Στο χρώμα ετούτο δεν έβρισκα βότσαλα και τι να κάνω, έσπαζα κεραμίδι για να βάλω τις κατάλληλες ψηφίδες. Γύρω-γύρω γαλανές κυματιστές γραμμές και για αφρό, αράδες από άσπρα χαλίκια στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς. (σελ. 126)

Η Ξανθή έστεκε και δεν μίλαγε. Μια στάλα φως από μια χαραμάδα ανάμεσα στις σανίδες του τροχόσπιτου ήρθε και έκατσε στο αριστερό της μάγουλο, σαν σημάδι από μαχαιριά. (σελ. 142)

Αμίλητοι απέναντι στον άνεμο που σφύριζε, τα χέρια στις τσέπες και χαζεύαμε το κάρρο των σκουπιδιών, που κουβαλούσε τον γέρο τραγουδιστή πέρα, έξω από το χωριό μας. Κειτόταν ξάπλα πάνω στα σκουπίδια και το σκυλί να τον ξεπροβοδίζει, ο σκύλος, ο μόνιμος σύντροφος στα πένθη. (σελ. 168)

Αγκαλιαστήκαμε. Το κορμί του, ή εκείνη η αλλόκοτη στολή του, έβγαζε μια βαριά μυρουδιά, τη μυρουδιά που είχαν οι αντάρτες. Στο αριστερό του μπράτσο είχε πληγή από σφαίρα. (σελ. 175)

. . . Με συγχωρείς που δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι να σε φιλέψουμε. Μονάχα κάτι λέξεις μοιραζόμαστε.  (σελ. 181)

Η γη εδώ ετούτη, μια φτενή λουρίδα είναι, με ανάμεσά της βράχους και πελάγη, τόσους λίγους μονάχα μπορεί να ανασταίνει. Δεν έχει δένδρα, νερό δεν έχει, ονείρεμα μονάχα δένδρων και πηγών έχει, είχε πει ο παππούς. (σελ. 268).

Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com

 

« Πορφυρό και μαύρο νήμα»


 

Πορφυρό και μαύρο νήμα

Το «Πορφυρό και μαύρο νήμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ. Είναι το παραμύθι της ζωής του Στρατή Χαβιαρά και ταυτόχρονα είναι το μυθιστόρημα της γέννησης ενός συγγραφέα ο οποίος αναδύε­ται μέσα από την προφορική παράδοση του τόπου του.

Σαν τους παλιούς παραμυθάδες πράγματι, αλλά και σαν τους μεταμοντέρνους καλλιτέ­χνες, ο Χαβιαράς αντιμετωπίζει με τον ίδιο σεβασμό την πραγματικότητα και τους μύθους της. Και πλέκει μεταξύ τους τα γεγονότα που σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια (προσφυ­γιά, κατοχή, πείνα, βία, αντάρτικο, ορφάνια), τις αδελφοκτόνες σελίδες της ιστορίας από την Εικονομαχία ως τον Εμφύλιο, τους βυζα­ντινούς θρύλους για τον Διγενή Ακρίτα ή για τον νόθο γιο της Κασσιανής με τον αυτοκρά­τορα Θεόφιλο, και τέλος τη φαντασία του.

Σε κάθε κεφάλαιο, δυο ή τρεις ιστορίες εναλ­λάσσονται και τελικά συναντώνται έτσι που το παρόν της αφήγησης αποκτά προοπτική προς το παρελθόν και προς το μέλλον, με σταθ­μούς τα έτη 1942, 842, 2002. «θα σας διηγηθώ μια ιστορία που κάποιος άλλος μου είπε κάποτε, όταν κι εγώ ήμουνα κάποιος άλλος», λέει ο συγγραφέας και δίνει τον λόγο σε ένα 11χρονο αγόρι από Μικρα­σιάτικη γενιά προσφύγων.

Ο μικρός Βασίλης ζει με τη γριά θεία του σε ένα φανταστικό ξε­ρονήσι νότια της Σαλαμίνας, όταν καταφθά­νουν οι Γερμανοί «με τους Έλληνες ρουφιάνους τους», επιτάσσουν τα πάντα, κτίζουν δε­ξαμενές καυσίμων και σκοτώνουν ή οδηγούν στον θάνατο και τους 32 κατοίκους του. Μόνο ο Βασίλης επιζεί, για να διηγηθεί εκείνη την ιστορία και μαζί τις παλιές ιστορίες με τις οποίες ξεγελούσε την πείνα του τα βράδια που έβραζε χόρτα και ρίζες για την παραμυ­θού δασκάλα θεία του.

Εφημερίδα ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
  • Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων.
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 11/08/2002
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 06/02/2011.
  • Μάρη Θεοδοσοπούλου, κριτικός λογοτεχνίας.
  • Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com
  • Εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΚΑ. 5/11/2011.

Read Full Post »

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο (1791 – 1878)[*]


  

Το πιο κάτω κείμενο, που αφορά στην έκδοση του «Αργολικού Ιστορικού Αρχείου» από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», αποτελεί περίληψη ομιλίας του Τάσου Γριτσόπουλου που εκφωνήθηκε στην αίθουσα του «Δαναού» την 3η Μαΐου 1994.

  

Μέσα από τούς κόλπους του «Δαναού» ένας τόμος Αργολικός φύτρωσε με πολύτιμη Αργολική και άλλη ιστορική ύλη. Και περιλαμβάνει αυτός ο τόμος έντυπη την αρχειακή συλλογή, που φιλοξενεί, διασφαλίζει και συντηρεί ως ιερό θησαύρισμα ο «Δαναός» στις αρχειοθήκες του με την επωνυμία «Αρχείον Τσόκρη» και «Ιστορικόν Αρχείον Άργους».

Από το 1951 στην κατοχή του «Δαναού» βρίσκεται το προσωπικό αρχείο του στρατηγού Δημητρίου Τσόκρη. Μαζί με δύο άλλες μικρές συλλογές (απαρτίζουν συνολικά περίπου 600 έγγραφα). Αυτά περιέχονται σ’ αυτόν τον Τόμο, που τιτλοφορήθηκε «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον». Ταξινομημένο λοιπόν το «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον» του τόμου έχει υποδιαιρεθεί σ’ επί μέρους ενότητες.

Πρώτη είναι η ενότητα με το κυρίως προσωπι­κό αρχείο Τσόκρη.

Δεύτερη είναι ένα τμήμα από το προσωπικό αρχείο Νικη­ταρά.

Χ ω ρ ι σ τ ή κατάταξη έχουν άλλα δημόσια έγγραφα, που συμπληρώνονται με ιδιωτικά και μετεπαναστατικά έγγραφα.

Σε γενική θεώρηση πρόκειται για πολύτιμη ιστορική ύλη, για μία νέα πηγή για την μελέτη της Ελληνικής Επαναστά­σεως ως προς το Άργος, την περιοικίδα, τα πρόσωπα και γενικότερα την Παλιγγε­νεσία, όσον εν μέρει και για την μετεπαναστατική περίοδο.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Από το προσωπικό του αρχείο ο Αργείος οπλαρχηγός Δημήτριος Τσόκρης αναδύεται ατόφιος, όπως και ο Νικηταράς περίπου από το τμήμα του δικού του. Δύο στρατιωτικές μορφές αναγνωρισμένες και καταξιωμένες. Πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα παρελαύνουν από τα εκδιδόμενα έγγραφα πάσης φύσεως. Κουντουριώτης, Λόντος, Ζαΐμης, Δεληγιάννης, Μαυροκορδάτος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πλαπούτας, Γρηγόριος Δικαίος, Τομαράς, Γιατράκος, Κάββας, Χαραλάμπης, Θεόδωρος, Πάνος και Γενναίος Κολοκοτρωναίοι.

Του Θοδωράκη τα γράμματα περικλείουν μεί­ζον ενδιαφέρον. «Παιδί μου Τσόκρη», είναι η προσφώνησή του. Ο μελετητής θα βρει ποικίλου χαρακτήρα θέματα και ζητήματα σ’ αυτά τα γράμματα σε τόνους συναισθηματικούς, στρατιωτικούς, πατριωτικούς, για το κάθε τι, για τα στρατιωτικά, τα πολιτικά, τα παραστρατιωτικά πράγματα, για τις θέσεις που έπαιρνε ο γενικός Αρχηγός κάθε φορά επάνω σ’ αυτά. Σ’ ένα του γράμμα ο Θοδωράκης συνιστούσε στον Τσόκρη να συμπαρασταθεί στους αδελφούς Περούκα, γιατί δανειστές τους προσ­παθούσαν να σφετερισθούν κτήματά τους μ’ εντολή της Κυβερνήσεως το 1832.

Μνημείο χαρακτηρίζεται μία επιστολή από το Κάτω Μπέλεσι, του παπα-Αναστάση, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1824 προς τον Τσόκρη. Είμεθα δικοί σου, πρόθυμοι όλοι να θυσιασθούμε για το χατίρι σου, του έγραφε. Αλλά παρακαλούσαν «όσον δεν είναι αναμμένο το ντουφέκι, να τους απαρατήσουν». Και προσέθεταν ότι «ικετεύουν τον Κύριον να μην ανοίξη το ντουφέκι αδέλφια προς αδέλφια», αν όμως γίνει το «θέλημα του διαβόλου», μόλις ειδοποιηθούν μ’ ένα πουλάκι, φθάνουν αμέσως. Πρόκειται για τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο και ο Τσόκρης που ανήκε στο Κολοκοτρωνικό στρατό­πεδο δεν είχε διαφορετική πολιτική.

Παρουσιάζοντας με σύντομα λόγια το περιεχόμενο του Τόμου θα διατυπώσω εκ προοιμίου ορισμένες πληροφοριακές παρατηρήσεις για μια ωχρά ενημέρωση της Αργειακής κοινωνίας.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πρώτον. Τα έγγραφα είναι όλα σχεδόν πρωτότυπα. Ενδιαφέρουν την Παλιγ­γενεσία κατά κύριο λόγο καθ’ εαυτά, όχι με αναφορά σε διαδοχική σειρά γεγονό­των σ’ εξέλιξη, ώστε να παρακολουθεί κανείς την αλληλουχία τους. Επομένως σπα­νίως υπάρχει κάποια σύνδεση των περιστατικών, στα οποία αναφέρονται τα έγγραφα.

Δεύτερον. Κάθε έγγραφο κάποια είδηση περιέχει, σχετική προς τα πολιτικά, στρατιωτικά, παραστρατιωτικά πράγματα του πολέμου. Επομένως απεικονίζονται πτυχές του απελευθερωτικού Αγώνος και των χρόνων που ακολούθησαν. Κατά το πλείστον, οι άσχετες μεταξύ των χρονικώς, τοπικώς, ως προς τα πρόσωπα και τα πράγματα ειδήσεις των εγγράφων ασφαλώς είναι χρήσιμες και στον ερευνητή από­κειται δια συνδυασμού να τις συσχετίσει προς τα πράγματα και τα πρόσωπα και προ πάντων να τις εντάξει στην βραδέως διαμορφούμενη κρατική μηχανή του εξερχόμε­νου από την δουλεία Έθνους.

Τρίτον. Αν ο μελετητής του Αρχείου δεν βρει εντελώς άγνωστα επεισόδια του διεξαγομένου πολέμου, θα βρει κάποιες λεπτομέρειες πολύ χρήσιμες για την κατανόηση της δράσεως των προσώπων σε διάφορες περιπτώσεις, σε συσχετισμό μάλιστα με τα τοπικά πράγματα, με τις δυσκολίες του πολέμου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών.

Τέταρτον. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία στα έγγραφα. Είναι, ας πούμε, παραστρατιωτικά, έχουν χαρακτήρα αστυνομικό. Στα δευτερεύοντα αυτά στοιχεία εν πολλοίς κρύπτεται ο παλαιός άνθρωπος της δουλείας που δεν απέβαλε ακόμη την αστάθεια της αποιχομένης καταστάσεως. Παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον πλησίον και το πιεστικό δίκαιο, προσπαθεί να προσαρμοσθεί στην νέα κατάσταση. Για την μελέτη της νέας μορφής της κοινωνίας, όπως τείνει να σχηματοποιηθεί κάτω από την κλαγγή των όπλων μέσα στην μεταβατική περίοδο της εθνικής ζωής, τα προσφερόμενα αυτά στοιχεία, τα δευτερεύοντα, είναι πολύτιμα.

 

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο

 

Ήδη είναι ανάγκη να αναφέρω ότι το τμήμα του εκδιδομένου Αρχείου που φέρει τον τίτλο «Κυβερνητικά Έγγραφα» δεν έχει καμία σχέση με την συλλογή Τσόκρη, δηλ. με τα προσωπικά του έγγραφα. Αυτά τα έγγραφα του τμήματος μεταξύ των ετών 1823-1825 απευθύνονται προς το Βουλευτικό, το Εκτελεστικό, το Υπουργείο Πολέμου από διάφορα άτομα ή υπηρεσίες, και προσωπικά προς τον Αλ.
Μαυροκορδάτο, όχι όμως για προσωπικά του ζητήματα αλλά της Κυβερνήσεως, αφού ήταν Γεν. Γραμματεύς του Εκτελεστικού. Τα θιγόμενα θέματα είναι εντελώς άσχετα προς τον Τσόκρη και την περιοχή του, είναι σαφώς δημόσια έγγραφα, που οπωσδήποτε περιέχουν ειδήσεις και αυτές αναλύονται στην Εισαγωγή του Τόμου, πλην όμως προκαλούν ενδιαφέρον για τον ερευνητή.

Σ’ ένα έγγραφο απ’ αυτά, στις 17 Οκτωβρίου ο Έπαρχος Μυκόνου και Σύρας απευθύνεται στο Εκτελεστικό και του συνιστά τον παρουσιαζόμενο Γάλλο Φιλέλληνα Αλέξανδρο Jacgerschmid (Τζακγκερσμίντ), προερχόμενον από την Μασσαλία, για να ταχθεί «εις δούλευσιν της πατρίδος μας». Κακογραμμένο το όνομα του Γάλλου φιλέλληνα δεν διαβαζόταν καλά. Οι εκδότες του Τόμου δια της κ. Ιλεάνας Κ. Κοτσώνη απευθύνθηκαν στον Γάλλο καθηγητή της κ. Roger Milliex και αυτός μέσω του Γάλλου γραφολόγου καθηγητού Hugues Jean de Dianoux μας έδωκε από το Παρίσι την σωστή ανάγνωση του ονόμα­τος του Alex Jacgerschmid και την πληροφορία ότι αυτός ο ίδιος εξέδωσε το 1829 στο Παρίσι το ταξιδιωτικό βιβλίο «Athènes et Constantinople», με απόψεις και διαγράμ­ματα των σημαντικότερων πόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με έγγραφα που συνελέγησαν επί τόπου κατά τα έτη 1825-1828.

Άλλα δύο έγγραφα άσχετα και προς την Αργολίδα και τον Τσόκρη και τον Αγώνα, περιέχονται στον τόμο. Μάλιστα είναι τα παλαιότερα του όλου εκδιδομένου Αρχείου και ανήκουν στην πρώτη δέσμη της συλλογής «Δαναού». Εξ αυτών το ένα είναι γραμμένο σε παλαιά σλαβωνική δυσκολομετάφραστη γλώσσα. Λοιπόν κατά το σωτήριο έτος 1791 οι δημογέροντες της Πέτσας (Σπετσών) βεβαιώνουν ότι ήταν συνεταιρισμένοι καραβοκύρηδες ο Ανάργυρος Παύλου και ο Αναστάσης Μπούφας. Ο δεύτερος ήταν χρεωμένος στην οικογένεια Μαυρογένη και η Υψηλή Πύλη έσπευσε να κατασχέσει το μερίδιο Μπούφα μόλις ο Μαυρογένης καταδικάστηκε σε θάνατο και η περιουσία του εδημεύθη. Και το ρωσικό έγγραφο στηρίζεται σε μαρτυρίες επισήμων Τούρκων για να βεβαιώσει πώς ο Αναστάσης Μπούφας, κάτοικος Ύδρας, χρωστούσε στον Μαυρογένη 6.500 πιάστρα και για να εισπραχθούν αυτά από το δημόσιο της Τουρκίας πουλήθηκε το μερίδιό του από το μαζικό σκάφος Παύλου – Μπούφα. Αναδύεται από τα έγγραφα αυτά ο Νικόλαος Μαυρογένης. Ήταν δραγομάνος του Στόλου κατά τα έτη 1770-1786. Φίλος του Kαπουδάν – πασά Χασάν πασά Τζεζαερλή, τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο κατά την επιχείρηση εναντίον των Αλβανών μετά τα Ορλωφικά.

Τον Ιούλιο 1779 αναφέρεται ότι είχαν προσορμισθεί στους Μύλους του Άργους και συνεννοούντο με τους Κλέφτες για συνεργασία εναν­τίον των Αλβανών. Αυτός συνέβαλε στην συνεργασία των. Έδωκαν εμπιστοσύνη οι Κλέφτες στον Τούρκο ναύαρχο και συνέπραξαν στην εξόντωση των Αλβανών, για να ησυχάσει ο τόπος, χάρις στην μεσολάβηση του δραγομάνου Μαυρογένη[1]. Αλλ’ ο Μαυρογένης κατόρθωσε να σχετισθεί και πιο πέρα με τα Πελοποννησιακά πράγματα.

Πρώτον ρυθμίζοντας διαμάχη των Μανιατών μπέηδων Κουτήφαρη και Τρουπάκη· από τον καταδικασμένο σε θάνατο Κουτήφαρη έλαβε χρεωστική ομολογία και ανέλαβε αυτός να πληρώσει στην τουρκική εξουσία το προϊόν της δημευθείσης πε­ριουσίας του καταδικασθέντος μπέη, παίρνοντας σ’ αντάλλαγμα μέγα μέρος της περιουσίας του [2].

Δεύτερον ο Μαυρογένης συνέβαλε στην εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για την πλήρη υποταγή της Πελοποννήσου και μέσα στο σχέδιο αυτό ήταν η εξόντωση του Κωσταντή Κολοκοτρώνη και του Παναγιώταρου στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά της Μάνης [3]. Στα πολύτιμα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη αναφέρονται τα εξής: «Τους 1780 εκατέβη ο καπετάνμπεης κ’ εχάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη· ήλθεν η αρμάδα εις το Μαραθο­νήσι…, ο Παναγιώταρος επροσκάλεσε βοήθεια από τους Μανιάτες και υποσχέθηκαν να πάνε και ο δραγουμάνος Μαυρογένης ως Έλλην και τεχνίτης έκαμε τον Μιχάλη Τρουπάκη μπέη και δια να τον κάμη μπέη αλικότισε (=εμπόδισε) την βοήθεια και επήρε το κάστρο»[4].

Ο δραγομάνος του Στόλου Ν. Μαυρογένης το 1786 εξελέγη ηγεμών Βλαχίας. Διάδοχός του δραγομάνος του Στόλου έγινε ο ανεψιός του Στ. Μαυρογένης. Ομολο­γουμένως η προσφορά των Φαναριωτών προς το υπόδουλο Έθνος υπήρξε σημαντι­κή, όχι παραπάνω από την υπηρεσία τους προ τον κατακτητή. Αλλά το τίμημα για όσους ανήρχοντο στ’ ανώτατα αξιώματα ήταν βαρύ. Συχνά πλήρωσαν με την ζωή τους. Την 8 Ιουλίου 1790 ο Ν. Μαυρογένης έχασε τον ηγεμονικό θρόνο. Την 1 Οκτωβρίου του ιδίου έτους αποκεφαλίστηκε και η περιουσία του εδημεύθη [5]. Έτσι ο Υδραίος πλοιοκτήτης Μπούφας έχασε το μερίδιό του από το συνεταιρικό καΐκι με τον Παύλο. Το τουρκικό δημόσιο φρόντισε να εισπράξει το χρέος του προς τον Μαυρογένη. Τα δύο έγγραφα του Αργειακού Αρχείου (άγνωστο πώς κατέληξαν στον «Δα­ναό») μας υποχρέωσαν ν’ ανασκαλέψουμε τις σχέσεις των Μαυρογένηδων με την Πελοπόννησο. Προφανές είναι, ότι τα στοιχεία αυτά είναι χρήσιμα για την έρευνα.

Προσπάθησα, όσο μπορούσα συντομότερα, να δώσω μία ωχρά εικόνα του περιεχομένου – και της αξίας – του ογκώδους αυτού Τόμου, τον οποίον εξέδωσε ο «Δαναός» και παρουσιάζει κατά τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας του. Δύο στελέχη της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματεύς) τον προσωπικό τους μόχθο για την έκδοση του Τόμου από του βήματος τούτου καταθέ­τουν, προς τιμή και δόξα του γεραρού «Δαναού».

ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994.

 

 Υποσημειώσεις


* Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». Έτος Εκατονταετηρίδας (1894-1994). ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994, σσ. 567 (ανατύπωσις από τον τ. Κ’ (1992-93) των «Πελοποννησιακών»).

1 Π. Κοντογιάννη, Oι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β’ Ρωσο-τουρκικόν πόλεμον, εν Αθήναις 1903, σ.σ. 431- 432.

2 Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967, σσ. 170-171.

3 Αυτόθι, σσ. 171-172.

4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων, επανέκδ. Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπου­δών, Αθήναι 1981, σσ. 6-7.

5 Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 105 κέξ.

 

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.

  

Read Full Post »

Η Δικαίωση – Γιάννης Φίλης


 

Ο συγγραφέας Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη Ναυπλίου και πήρε πτυχίο ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυ­τεχνείο. Ειδικεύθηκε στον έλεγχο συ­στημάτων στο πανεπιστήμιο UCLA Αμερικής, όπου και δίδαξε για λίγο. Σήμερα είναι Πρύτανης του Πολυτε­χνείου Κρήτης (β’ θητεία). Παράλλη­λα, ασχολείται με την οικολογία και τη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορή­ματα κ.ά. Πώς συνδυάζει επιστήμη και λο­γοτεχνία, εφηρμοσμένα μαθηματικά και ποίηση; Στην παρουσίαση του τε­λευταίου βιβλίου του «Η Δικαίωση» στο Βουλευτικό Ναυπλίου (24/9/2011) μας έδωσε πειστικές εξηγήσεις γι’ αυτό το συνδυασμό: «Η εκπαίδευσή μου είναι επιστημονική – με την πιο στενή έννοια. Προσπαθώ να κατανοήσω μια μικρή πλευρά της αλήθειας με φυσικές και μαθηματικές έννοιες […]. Θεωρώ ότι η επιστήμη και η τέχνη αλληλοσυμπληρώνονται. Γιατί χωρίς τη μία ή την άλλη η προσέγγι­ση του κόσμου είναι λειψή».

 

Η «Δικαίωση» του Γιάννη Φίλη

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Η Δικαίωση - Γιάννης Φίλης

«Η Δικαίωση» είναι το τρίτο μυθι­στόρημα του Γιάννη Φίλη και το πιο ώριμο. Εστιάζεται στην κρίσιμη δε­καετία του 1950, όταν γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια, με μι­κρές αναφορές στην προηγούμενη δεκαετία και την επόμενη. Έχει υ­πόψη του τρία υπαρκτά πρόσωπα – ήρωες, από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, άγνωστα μεταξύ τους, που καταδικάζονται σε θάνατο και κλεί­νονται, στις φυλακές μελλοθανάτων στο Καλάμι Χανίων: Ο Πάνος είναι νομικός, κατάγεται από την Αργολίδα και είναι πολιτικός κρατούμενος. Ο ξυλογλύπτης Οδυσ­σέας ζει και δρα στην Ήπειρο και ο βοσκός Μενέλαος, Μανιάτης, έχουν καταδικασθεί σε θάνατο γιατί δολο­φόνησαν τις συζύγους τους, κατηγο­ρίες που τις αρνούνται. Ο Πάνος και ο Οδυσσέας εκτελούνται ενώ η ποινή του Μενέλαου μετατρέπεται σε ισό­βια με τη μεσολάβηση ενός φίλου του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η αφήγηση είναι στρωτή και ήρε­μη, χωρίς εξάρσεις ή μεροληψί­ες. Διαρθρώνεται σε 19 άτιτλα κεφά­λαια με πλούσια παρουσίαση χώρων και προσώπων. Το στήσιμο των ηρώ­ων είναι πειστικό, καθώς βασίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα. Αρχικά, η διαδοχή των κεφαλαίων είναι άσχε­τη, αλλά στα τελευταία «δένει» η πλοκή και αποκαλύπτεται η παθογέ­νεια της αναλυόμενης εποχής. Δίπλα στα τρία βασικά πρόσωπα στέκονται οι γυναίκες τους και άλλα δευτερεύ­οντα που ζωντανεύουν τη δεκαετία του 1950: Τα μίση του εμφυλίου, τη φτώχεια της ελληνικής κοινωνίας, τη μιζέρια και τις καταθλιπτικές συνθή­κες των φυλακών. Ο Πάνος έχει πολεμήσει στην Αντίσταση. Ο Οδυσσέ­ας αρνείται ότι σκότωσε τη γυναίκα του και λέει, έως την τελευταία του στιγμή, «είμαι αθώος».

Ο Μενέλαος, «δεξιός ως το κόκκαλο», έχει σκοτώ­σει πολλούς του ΕΛΑΣ και λέει τα ί­δια. 18 χρόνια αργότερα, ο πραγματι­κός δολοφόνος, ένας ετοιμοθάνατος, εξομολογείται σε παπά ότι αυτός σκό­τωσε τη γυναίκα του Μενέλαου. Έτσι, ελευθερώνεται ο Μενέλαος και γυρίζει στο χωριό του – σ’ ένα κόσμο που δεν καταλαβαίνει πια. Αυτή ήταν η δικαίωσή του.

Ο μυθιστοριογράφος, φαίνεται καθαρά πως είναι ποιητής. Δεν αφη­γείται με την καθάρια γλώσσα του ρε­αλισμού, αλλά χρησιμοποιεί και στοι­χεία του σουρεαλισμού. Αυτό συγχέ­ει κάπως την αφήγηση. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει ψυχολογική βαθύτητα στην πλοκή του μυθιστορήματος. Οι τρεις κατάδικοι – μελλοθάνατοι γνω­ρίζονται μέσα στη φυλακή και συνο­μιλούν.

Ο αφηγητής δεν παίρνει θέση απέ­ναντι στις ιδεοληψίες των ηρώων του: Φιλοσοφεί με περίσσεια σκέ­ψης, δείχνοντας τη θέση κάθε παρά­ταξης: «Δεν υπάρχουν μυστικά στην αυλή της φυλακής, όπως δεν υπάρ­χουν μυστικά στα χωριά (…), η ζωή του καθενός σε κοινή θέα. Είναι εύ­κολο να κρύψει κανείς τη συνείδησή του πίσω από λέξεις και άρθρα, αριθ­μούς. Μόνο οι νεκροί δεν αμφιβάλ­λουν.(…) Στα χρόνια που πέρασαν οι λέξεις, τα ονόματα άλλαξαν βαθμιαία. Ο συμμοριτοπόλεμος έγινε εμ­φύλιος, οι εθνικόφρονες, δωσίλογοι. Οι κομμουνιστές νομιμοποιήθηκαν. Απολιθωμένα χρέη της μνήμης που αποπληρώθηκαν σε λάθος αντίτιμο σε λάθος εποχή. Τώρα οι άνθρωποι κοίταζαν αλλού, έψαχναν αλλού», (σ. 204).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η κοινωνιο­λογική ανάλυση της δεκαετίας του 1950 πραγματοποιείται σε μαθηματική σημειολογία – παρά την υφέρπουσα ποιητική ελευθερία. Η μυθιστορία του Γιάννη Φίλη είναι μια πραγμάτω­ση με την επιστημονική και λογοτε­χνική συμβολή, γεγονός που κάνει το βιβλίο του ενδιαφέρον και πολύτιμο για τους σοβαρούς και απαιτητικούς αναγνώστες.

 Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN: 978-960-9530-03-3
Σελίδες: 230

Εκδόσεις «Μελάνι», 2011

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος – Τα απομνημονεύματα


 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

Καθαρώς στρατιωτική μορφή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ουδέποτε διανοήθηκε να συγγράψει Απομνημο­νεύματα. Εκτός του ότι δεν ήταν σε θέση να διατυ­πώσει γραπτώς όσα συνέβησαν, δεν πρέπει να είχε τη φιλοδοξία να εξασφαλίσει υστεροφημία. Στις προσκλήσεις του Τερτσέτη ήταν ανένδοτος. Τελικώς όμως υποχώρησε, θέτοντας όρο να μη δει το κείμενό του το φως της δημοσιότητας εφ’ όσον αυ­τός βρισκόταν στη ζωή. Ξετυλίγοντας τις αναμνήσεις του ο Κολοκοτρώ­νης και βάζοντας καθορισμένο φραγμό στην αφή­γησή του, σ’ ένα μήνα είπε όσα είχε να πει, κατά το έτος 1836.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης λέγει ότι έγραφε όσα ο Γέρος αφηγούνταν, επομένως δεν επεμβαίνει που­θενά. Το πολύτιμο εκείνο κείμενο για πρώτη φορά εκδόθηκε το 1850, ενώ άρχισε το 1846 και στην κυ­κλοφορία τέθηκε το 1851, με τον τίτλο στο εξώφυλ­λο Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, ενώ στο αρχικό εσώφυλλο υπάρχει ο πλήρης τίτλος Διήγησις συμβά­ντων της Ελληνικής φυλής από το 1770 έως τα 1836. Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κο­λοκοτρώνης, Αθήνησι 1846, σε συνολικές σελίδες λζ’ (Προλεγόμενα εκδότου) +306. Έκτοτε έχει εκ­δοθεί άπειρες φορές το βιβλίο.

Δεν υπάρχει στην εκ πρώτης όψεως αφελή αφή­γηση του πρωταγωνιστή της Ελληνικής Ελευθε­ρίας καμία αρχιτεκτονική διάταξη της προσφερό­μενης ύλης. Εν τούτοις μπορεί να διακρίνει κανείς 6 κύρια μέρη. Προεπαναστατικά – Πρώτον έτος Αγώνα – Δεύτερον έτος πολέμου – Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος – Καταπολέμηση Ιμπραήμ – Περίοδος Κα­ποδίστρια και Αντιβασιλείας. θα ήταν ματαιοπονία μια απόπειρα ανάλυσης του έργου. Κύρια χαρακτηριστικά του Απομνημονεύματος είναι δυνατόν να προσδιοριστούν. Λόγος πυκνός, σε βαθμό που ο αναγνώστης παρακολουθεί, αν έχει υπόψη του όσα διαδραματίστηκαν κατά την εφταε­τία της διεξαγωγής του πολέμου και στα στρατιωτι­κά και στα πολιτικά. Σαφής και ακριβολόγος ο α­φηγητής, αλλά καταπληκτικά σύντομος, σχεδόν τηλεγραφικός. Στα πρώτα επαναστατικά ο Κολοκο­τρώνης είναι η βάση για την έκθεση των γεγονότων από τους ιστοριογράφους του Αγώνα, που έγραψαν ύστερα απ’ αυτόν είτε σε μορφή απομνημονεύματος είτε συνθετικής έκθεσης.

Carl Krazeisen, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μολύβι σε χαρτί, 1827. Αθήνα. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Αποβαίνει λοιπόν πρώτη και ασφαλής πηγή. Αφηγείται ως αυτόπτης και πρωταγωνιστής, δεν διαστρέφει τα γενόμενα, δεν τα τροποποιεί με τρό­πο που να τον εξυπηρετούν. Εκθέτει με τη φυσική ροή των συμβάντων, αλλά με καταπληκτική συ­ντομία, προφανώς ηθελημένη. Αληθεύει η κρίση, ότι ο αφηγητής είναι αξιόπιστος, πρώτο χέρι πλη­ροφόρησης, κατορθώνει και ζωντανεύει περιστατι­κά, χωρίς έγγραφα, σημειώσεις, ημερολόγια, αντλώντας από το μοναδικό θησαυροφυλάκιο της μνήμης του και ανασύροντας όσα θέλει.

Ήρεμος ο Γέρος, ανεπηρέαστος από πάθη, δεν είναι αυστηρός, προσπαθεί να είναι επιεικής, απο­φεύγει να σχολιάζει, αφήνει τον αναγνώστη να κρί­νει μόνος του σφάλματα, παραλείψεις, αντιθέσεις, ενώ συμπεραίνει πάλι μόνος του για τα ευτυχή γε­γονότα. Αφηγείται αυτός και είναι τόσο ολιγόλογος σε πολύ σοβαρές πτυχές των πραγμάτων, ώστε ό­ποιος επιθυμεί να μάθει περισσότερα σε λεπτομέ­ρειες αναγκάζεται να προσφύγει στις λεγόμενες Κολοκοτρωνικές πηγές, για να μάθει και να εκτι­μήσει.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ξυλογραφία της Λουΐζας Μοντεσάντου, 1943.

Όποιος επιμένει να μπει στα κυκλώματα των δολοπλοκιών και αντιθέσεων, που προκάλεσαν τους δύο εμφυλίους πολέμους, ματαιοπονεί, γιατί ο αφηγητής όχι μόνο είναι λακωνικός, αλλά συχνά αποφεύγει και απλούς υπαινιγμούς. Πολλά και υπερβολικά καταθέτει ο Γ. Τερτσέτης για την αξία του Απομνημονεύματος Κολοκοτρώνη. Ούτε και με λίγες λέξεις μπορεί κανείς ν’ αποδώσει την αξία που έχουν, όσα λέγει και όσα δεν λέ­γει. Ο Γέρος έγραψε Ιστορία στα πεδία των μαχών με τα όπλα και τα πολεμικά του σχέδια. Δεν γράφει αφηγούμενος την Ιστορία της Επανάστασης. Αφήγη­ση με γνήσια απεικόνιση πραγμάτων, χωρίς χρονο­λογίες, λεπτομέρειες, κρίσεις, υπονοούμενα, συχνά καταντά γριφώδης· ορισμένες απλές φράσεις κρύ­βουν ολόκληρο κόσμο.

Είναι αφήγηση εύστροφη, γλαφυρή, από άνθρωπο που δεν είχε σοβαρή παι­δεία, ήθελε όμως να φαίνεται λόγιος και διατηρεί δείγματα λογιότητας στις εκφράσεις του. Εν τούτοις όπου κρίνει, κρίνει σωστά· έχουν ιστορική αξία οι παρατηρήσεις του. Αναμφισβήτητα και σε γεροντι­κή ηλικία ο αφηγητής διαθέτει ζωηρό πνεύμα, φα­ντασία γόνιμη, ευφυΐα, ευσέβεια, πατριωτισμό, γί­νεται διδάσκαλος, δεν είναι τραχύς και άκομψος οδοιπόρος στα όρη και στο ντουφέκι. Κατακρίθηκε ο Κολοκοτρώνης και ως πολέμαρχος και αφηγητής. Ισχύει πάντοτε η κρίση του Τερτσέτη, ότι το Απο­μνημόνευμά του είναι άγουρος καρπός πρόωρα τρυ­γημένος και αρέσει· είναι φύση άτεχνη αλλά πε­ριέχει αλήθεια, ιστορική τελειότητα.

 

† Τάσος Αθ. Γριτσοπούλος

Βιβλιογραφία


Βιβλιογραφία για το θέμα στην από την α’ έκδοση φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Θ. Κολοκοτρώνη από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1981, όπου στη γενική Εισαγωγή Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, σσ. 89-112 (Ε’ Κεφάλαιο, Τα Απομνημονεύματα, ενότητες 6: Προκαταρκτικά – Περιεχόμενον Απομνημονεύματος – Αξία – Γνώμες Τερτσέτη – Γλωσσική μορφή – Τελική κρίσις).

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», τεύχος 127, 21 Μαρτίου 2002.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», Γεώργιος Κόνδης


 

 Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα, είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του κοινωνιολόγου – εκπαιδευτικού Γεωργίου Κόνδη, που εξέδωσαν, ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Αργολίδας σε συνεργασία με τις εκδόσεις Εκ Προοιμίου.

 

«Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα»

Τα 100 χρόνια λειτουργίας της Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών αποτελούν όχι μόνο ένα σημαντικό χρονικό ορόσημο, αλλά και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την ιστορική και κοινωνική ανασκόπηση των χώρων, των δράσεων και της επαγγελματικής τροχιάς που ακολούθησαν οι φοιτητές της. Ποιοι ήταν; Πως βίωσαν την λειτουργία της και με ποιο τρόπο συμμετείχαν στην ανεξαρτησία της στα πλαίσια της οργάνωσης των επαγγελμάτων υγείας; Πως οργάνωσαν τους κοινωνι­κούς χώρους μέσα στους οποίους διέγραψαν ατομική και συλλογική επαγγελματική τροχιά; Ποια ήταν η σχέση τους με τις τοπικές κοινωνίες και πως επέδρα­σαν στην ανάπτυξή τους; Στα ερωτήματα αυτά έχουν δοθεί απαντήσεις και έχουν καταγραφεί ήδη σημαντικά στοιχεία στα βασικά πλέον βιβλία για την ελληνική οδοντιατρική.

 

Το πρώτο Οδοντιατρικό Σχολείο στην Κάνιγγος.

 

Η έρευνα όμως που καταθέτει στο βιβλίο, «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα» ο κοινωνιολόγος Γεώργιος Κόνδης έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην καταγραφή της πορείας της Οδοντιατρικής εκτός Κέντρου. Για πρώτη φορά, μια συστηματική μελέτη για την οδοντιατρική και τους οδοντιάτρους στην περιφέρεια, συγκεκριμένα στην Αργολίδα, έρχεται να φωτίσει σημεία και να προσθέσει στοιχεία τόσο στο επίπεδο της επιστημονικής συγκρότησης της τοπικής οδοντιατρικής, όσο και στο επίπεδο των συνηθειών και των συμπεριφορών. Έτσι η πορεία των Οδοντιάτρων και της Οδοντιατρικής στην Αργολίδα, παρότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γενικότερης ιστορικής πορείας τους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, είναι και πορεία των προσώπων οριοθετημένη στο χώρο και το χρόνο.

 

Σπάνια φωτογραφία ειδικευόμενου στην Οδοντιατρική. Στη φωτογραφία η Βασιλική Ζωιοπούλου, περίπου το 1946.

 

Διεθνές Οδοντιατρικό Συνέδριο Βιέννης, 1960.

 

Η ανασύνθεση της παρουσίας των οδοντιάτρων στην Αργολίδα από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και το 1970, γίνεται μέσα από ένα πλούσιο υλικό όπου σπουδές, απόψεις, νοοτροπίες, πρακτικές, προσωπικά αντικείμενα και εργαλεία αντανακλούν το επίπεδο οργάνωσης και εξέλιξης του επαγγέλματος, των υπηρεσιών υγείας και των γενικότερων κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που δημιουργούνται με αυτές.

 

Εξαγωγή δοντιού στο Μεσαίωνα. Ιχνογράφημα από βιβλίο σκακιού, 1467, Εθνική Βιβλιοθήκη της Στουτγάρδης.

 

Οι προσωπικές καταγραφές και τα επαγγελματικά και κοινωνικά στοιχεία που προκύπτουν αποτελούν ένα από τα πλουσιότερα μέρη της έρευνας που στηρίχτηκε σε συνεντεύξεις, αρχειακό υλικό και εκδόσεις καθώς και στις τεχνικές της επιτόπιας έρευνας. Τέλος, μέσα από την ανάδειξη των ιδεών και των συμπεριφορών που αποτυπώνονται στην οργάνωση της έννοιας «στοματική υγιεινή» στην Αργολίδα, γίνεται προσπάθεια μιας ευρύτερης συστηματικής ανάλυσης της σχέσης που δια­μορφώνεται στην κοινωνία από την συνάντηση μια επαγγελματικής / επιστημονικής ομάδας και των κοινωνικών, οικονομικών και ιδεολογικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια εποχή. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με τη φροντίδα του Οδοντιατρικού Συλλόγου Αργολίδας και την τεχνική υποστήριξη των εκδόσεων «Εκ Προοιμίου». «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα», Γεώργιος Κόνδης, 2011, ISBN 978-960-89719-6-7.

 

Read Full Post »

Παρουσίαση των βιβλίων: «Οι επιβάτες του φεγγαριού» και «Αφύλακτη διάβαση» του Άγγελου Αντωνόπουλου


 

Άγγελος Αντωνόπουλος

Ο Σύλλογος Πολιτιστική Αργολική Πρόταση οργανώνει καλλιτεχνική βραδιά για να τιμήσει τον δημοφιλή ηθοποιό Άγγελο Αντωνόπουλο, παρουσιάζοντας το μυθιστόρημα του «Οι επιβάτες του φεγγαριού» και την ποιητική του συλλογή «Αφύλακτη διάβαση».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 12 Νοεμβρίου στις 8 το βράδυ στην αίθουσα του συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός». ( Αγγελή Μπόμπου 8, Άργος).

Θα μιλήσουν για το έργο του ο συγγραφέας Φώντας Σταυρόπουλος και ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Γιώργος Κόνδης. Την ευθύνη και την επιμέλεια της βραδιάς θα έχει ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης. Ποιήματα και αποσπάσματα θα ακουστούν από  την θεατρική ομάδα του Συλλόγου με την συμμετοχή του δεξιοτέχνη της φυσαρμόνικας Μάνου Αβαράκη. Ο Σύλλογος καλεί τους φίλους του να τιμήσουν την πολύχρονη προσφορά ενός ανθρώπου στην πνευματική ζωή του τόπου μας.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »