Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ιωάννης Σταυριανός – «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία»


 

Η έκδοση του απομνημονεύματος του Ιωάννη Σταυριανού, που έγινε με φιλολογική επιμέλεια και πληρότητα ιστορικού σχολιασμού από την κ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, τυπώθηκε στην Επετηρίδα Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών 6 (1976/7) 139-224. Το κείμενο, όμως, του Σταυ­ριανού, είναι τόσο συγκλονιστικό στην απλότητα, ίσως και την αφέλειά του, ως μαρτυρία των αγώνων για την Ελληνική Παλιγγενεσία, λόγος ο οποίος οδήγησε την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών στην ανατύπωσή του, με ιδιαίτερη σελίδωση και αυτοτελώς, το 1982.  

Είναι βέβαιο ότι ο Κύπριος αγωνιστής θα καταλάβει τη θέση του ανάμεσα στους ελάσσονες απομνηματογράφους του Αγώνα. Το απομνημόνευμά του είναι εξαιρετικά σπουδαίο για τις πληροφορίες και τις λεπτομερειακές περιγραφές, ιδίως των επιχειρήσεων στην Αττική, από τον Αύγουστο του 1826 μέχρι τον Μάιο του 1827, στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος προσωπικά.

 

Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου…

 

Ο Σταυριανός επιμένει ιδιαίτερα στα περιστατικά που σχετίζονται με τον θάνατο του Καραϊσκάκη και την καταστροφή στον Ανάλατο, που επακολούθησε. Εκεί πιάστηκε και ο ίδιος αιχμάλωτος – συγκρατούμενος του Δημητρίου Καλλέργη– απ’ τους Τούρκους κι έτσι απ’ την άλλη όχθη, από το στρατόπεδο του Κιουταχή, περιγράφει την τραγική μοίρα των  Ελλήνων αιχμαλώτων.

« o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου … Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους…».

Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής. Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα.

 

Ιωάννου Σταυριανού, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εισαγωγή – Έκδοση – Σχόλια,  Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη.

Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Read Full Post »

Ράδος Ν. Κωνσταντίνος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», 1928


 

Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι

Τίτλος:  Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Ν. Ράδος

Εκδότης: Ναυτική Επιθεώρησις

Τόπος: Εν Αθήναις

Ημερομηνία έκδοσης:1928

Περιγραφή: Βιογραφία

Μέγεθος:81,7 ΜΒ

Αποθήκευση Έγγραφου: Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι, Εν Αθήναις (Ναυτική Επιθεώρησις, 1928)

 

Read Full Post »

Άστιγξ Αμπνεϊ  Φραγκίσκος   – Frank Abney Hastings (1794-1828)


 

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Άγγλος στρατιωτικός και φιλέλληνας, γιος του στρατηγού Καρόλου Άστιγξ. Λόγω του χαρακτήρα του και της μεγάλης του κλίσης στα ναυτικά, εισήλθε στο ναυτικό από παιδί, λαμβάνοντας μάλιστα μέρος στη μεγάλη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ σε ηλικία μόλις 12 ετών. Το 1819, έχοντας τον βαθμό του πλοιάρχου, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από το στρατό για πειθαρχικό παράπτωμα (μετά από έναν απρόσεκτο ατυχή χειρισμό του στην πορεία του πλοίου που διοικούσε, συγκρούστηκε με τον ναύαρχό του) και έφυγε στο Παρίσι.

Τάχθηκε αμέσως υπέρ του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και τον Απρίλιο του 1822 έφτασε στην Ύδρα. Κατατάχθηκε στο ναυτικό, αφού προηγουμένως είχε έρθει σε επαφή με το ναύαρχο Τομπάζη και τον Μαυροκορδάτο, κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων για τις ναυτικές γνώσεις και τις ικανότητες του. Λίγο μετά την κατάταξή του ανέλαβε την διοίκηση της πολεμικής κορβέτας « Θεμιστοκλής». Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ναυτικές επιχειρήσεις της εποχής και κυρίως στην εκστρατεία της Κρήτης.

 

Frank Abney Hastings, λιθογραφία, Karl Krazeisen.

 

Ήταν ο εμπνευστής της αναδιοργάνωσης του επαναστατικού ναυτικού και τον εξοπλισμό του με ατμοκίνητα πλοία. Μετά από εισήγησή του η οποία έγινε δεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση, μετέβη στην Αγγλία προκειμένου να επιβλέψει την ναυπήγηση του πλοίου «Καρτερία» το 1825, του οποίου υπήρξε κυβερνήτης. Ο ίδιος συνέβαλλε στην ναυπήγηση, προσφέροντας 5.000 λίρες από την προσωπική του περιουσία. Μάλιστα θα προετοιμάσει το πλοίο αγοράζοντας με δικά του χρήματα τα ναυτιλιακά όργανα και τούς χάρτες και μετά από πολλές ατυχίες και ένα περιπετειώδες ταξίδι, το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο του ελληνικού στόλου, μπήκε στο λιμάνι του Ναυπλίου την 1η Σεπτεμβρίου 1826.

Ο Άστιγξ ως κυβερνήτης του Βρετανικού Ναυτικού. Προσωπογραφία από την βιβλιοθήκη Φίνλεϋ. Δημοσιεύεται στο «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Αθήνα, 1928.

Η πρώτη αποστολή του ήταν η υποστήριξη του Γόρδωνα στο λιμάνι του Πειραιά. Το πλήρωμα της « Καρτερίας» αποτελούσαν γενναίοι ναυτικοί τους οποίους είχε επιλέξει ο ίδιος. Στο πλοίο επέβαινε και ο Αμερικανός γιατρός Σαμουήλ Χάου, ενθουσιώδης Φιλέλληνας, θαυμαστής του Άστιγξ και αργότερα βιογράφος του. Το «Καρτερία» έλαβε μέρος στον Αγώνα με πολλές επιτυχείς ενέργειες.

Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία του πλοίου ήταν η σημαντική συμμετοχή του στον αποκλεισμό της Ερέτριας τον χειμώνα του 1827 και στον βομβαρδισμό του Ωροπού με κύριο σκοπό την λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Στον Ωροπό, η «Καρτερία» κυρίευσε δύο εχθρικά φορτηγά γεμάτα με εφόδια.

Την άνοιξη του 1827 η «Καρτερία» βομβάρδισε το Νιόκαστρο, οχυρό του Μεσολογγίου και την Ναύπακτο, ενώ τον Απρίλιο με μια τολμηρή καταδρομή, εισήλθε στον Παγασητικό κόλπο και έκαψε 8 εχθρικά δικάταρτα φορτηγά.

Από τα σημαντικότερα κατορθώματα του Άστιγξ, ήταν η είσοδός της μοίρας που διοικούσε, τον Σεπτέμβριο του 1827,  στον Κορινθιακό κόλπο δια μέσου των τρομερών πυροβολείων του Ρίου και του Αντίρριου. Η «Καρτερία» πέτυχε την σημαντικότερη επιτυχία της σε όλο τον πόλεμο βυθίζοντας στον κόλπο της Ιτέας την Τουρκική ναυαρχίδα και καταστρέφοντας 9 από τα 11 Τουρκικά πλοία.

Τον Μάρτιο του 1828 οργάνωσε, από κοινού με τον αρχηγό των χερσαίων στρατευμάτων, στρατηγό Τσώρτς τον κανονιοβολισμό του Αιτωλικού, προπύργιου του Μεσολογγίου. Μετά από προστριβές και διαφωνίες των δύο αξιωματικών, επικράτησε τελικά  η λογική και το συμφέρον της πατρίδας. Η τελική επίθεση από θάλασσα αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Μαΐου 1828. Όμως και πάλι λόγω κακού συντονισμού και έλλειψης πειθαρχίας σε ορισμένα τμήματα του στρατού ξηράς, οι ναύτες ξεκίνησαν νωρίτερα την τελική έφοδο.

Σε αυτή την κρίσιμη επίθεση, ο Άστιγξ εγκατέλειψε την ασφάλεια του πλοίου του και έλαβε μέρος αυτοπροσώπως, οδηγώντας την επίθεση από την πρώτη γραμμή. Όρθιος, πάνω σε ένα μικρό σκάφος (εφόλκιο), ενθάρρυνε τους ναύτες του, φωνάζοντας με όλη την δύναμη της φωνής του «Εμπρός» ενώ οι ναύτες ενθουσιασμένοι τον ζητωκραύγαζαν.  Δυστυχώς, την ώρα που πλησίαζε στην ακτή, μία οβίδα από ένα Τουρκικό πυροβόλο έπληξε το σκάφος. Τρεις ναύτες σκοτώθηκαν. Ο Άστιγξ μαζί με άλλους είκοσι στρατιώτες του πληγώθηκε στον βραχίονα. Αναγκάζονται να τον αποσύρουν αναίσθητο από την μάχη.

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Στην « Καρτερία» ο Άστιγξ συνέρχεται και λέει: Δεν είναι τίποτε και ελπίζω να επανέλθω εις το στρατόπεδον εντός δέκα ημερών. Δυστυχώς ο γιατρός του σκάφους είχε μετατεθεί και ο αντικαταστάτης του δεν είχε φτάσει ακόμη. Ο αρχίατρος Γυέτ, που κλήθηκε από το ελληνικό στρατόπεδο, χωρίς να γνωρίζει την σοβαρότητα του τραύματος απεφάνθη ότι δεν υπήρχαν λόγοι υπερβολικής ανησυχίας. Όταν τέλος ο Γυέτ είδε το τραύμα, διέταξε την άμεση μεταφορά του Άστιγξ στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχαν περισσότερα μέσα, προκειμένου να αποκόψουν το πληγωμένο χέρι επειδή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος γάγγραινας. Παρά τους αφόρητους πόνους του ο Άστιγξ και συναισθανόμενος την τραγική του κατάσταση, έγραψε την διαθήκη του, και όρισε τον πλοίαρχο και αντιπλοίαρχο στη διοίκηση της « Καρτερίας». Μεταφερόμενος προς την Ζάκυνθο, πέθανε στις 20 Μαΐου 1828  από τέτανο. Ήταν μόλις 34 ετών. Η σορός του παρέμεινε για λίγο στο Λοιμοκαθαρτήριο του νησιού.

Με εντολή του Καποδίστρια, μεταφέρθηκε και τοπο­θετήθηκε βαλσαμωμένος στην κρύπτη της Εκκλησίας του Ορφανοτροφείου της Αίγινας. Η κηδεία του έγινε με μεγάλες τιμές τον επόμενο χρόνο στον Πόρο, όπου μεταφέρθηκε με την «Καρτερία», στην οποία επέ­βαινε ο Ιωάννης Καποδίστριας και με την συνο­δεία μοίρας πολεμικών πλοίων. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικού­πης. Αργότερα το 1861, τα οστά του Άστιγξ μετακομίστηκαν στον ναύσταθμο του Πόρου, όπου και στήθηκε μνημείο προς τιμήν του.

  

Πηγές


  • Κωνσταντίνος Ράδος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Ναυτική Επιθεώρησις, Εν Αθήναις, 1928.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2ος, Αθήνα, 1930. 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21


 

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Πα­λατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύ­στρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πό­ρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.

Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυ­αρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!

Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.

Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.

Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

 

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.

 

Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα

 

Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγι­να και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλα­δικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.

 

Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.

 

Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.

 

Αποτίμηση των σχεδίων

 

Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντε­λής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυ­τοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν  δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπε­ράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν  δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.

Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.

 

Η σειρά με τις λιθογραφίες

 

Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάι­ζεν»[2].

Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσ­δήποτε ο Peter von Hess.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.

Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
  • Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μα­κρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδη­μος και μια άποψη της Αίγινας.
  • Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
  • Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυ­ρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
  • Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπε­τάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικά­ρια του».
  • Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρε­γάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρ­τερία»».

Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

 

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).

 

Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιά­σματα».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.

 

Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρο­μαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φω­τοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογρα­φία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντα­σία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].

 

Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν

 

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:

 

«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ απο­τίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγρά­φου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.

Μετά τον θάνατον του Κρα­τσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, με­τά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνα­τόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύνα­ται να είναι μόνον το Μουσείον Αθη­νών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρι­σθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσι­σα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύ­ναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».

 

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνι­στή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.

Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.

Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρ­τί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάι­ζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν  στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες. 

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.

[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.

[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνι­κής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέ­λεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.

[4] Βλ. Υποσ. 1.

 

Βιβλιογραφία


  • «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερ­σίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθή­κης, 1971.
  • Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικο­σιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πε­ντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρε­βελάκης.
  • «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπο­γραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρε­βελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνι­κής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανο­μοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
  • «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πο­λιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

   

Read Full Post »

Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός


  

Ludwig I of Bavaria, πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Αν η σημασία της Ελλάδας ως τόπος έλξης Ευρωπαίων περιπλανώμενων «αρχαιολόγων» και αρχαιοκαπήλων «περιηγητών» έφτασε το 1801, μετά τη βάρβαρη απαγωγή των γλυπτών του Παρθενώνα από τον λόρδο Elgin, σε ένα κορύφωμα, η εύρεση των γλυπτών της Αφαίας στην Αίγινα από Γερμανούς το 1811 στάθηκε η αφορμή για τον ενθουσιασμό του νεαρού διαδόχου του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου για την Ελλάδα. Ένα ενδιαφέρον επικεντρωμένο όχι μόνο σε μια ειδυλλιακή Ελλάδα της κλασικής αρχαιότητας, αλλά και στη σύγχρονη κατακτημένη και πολιτικά φθίνουσα επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα ταλαιπωρημένα παιδιά της.

Η παρούσα διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και η έννοια της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών στον τόπο προέλευσής τους, μαζί με την πολιτικοποίηση που υποθάλπουν οι έννοιες αυτές, ίσως να μην έχουν επιτρέψει την ανάδειξη της ιδέας του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού ως πολιτικού μοχλού για την ανατροπή του καθεστώτος κατάκτησης και υποδούλωσης του λαού αυτού και της ανάδειξης ενός σύγχρονου εθνικού κράτους.

Με την έννοια αυτή οφείλουμε να δώσουμε, παρά τον κίνδυνο που ελλοχεύει, έναν νέο προσδιορισμό της έννοιας «φιλέλληνες» και ειδικότερα του βαυαρικού φιλελληνισμού με κεντρικό σημείο αναφοράς τον διάδοχο του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκο, τον πατέρα του μετέπειτα βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα: φιλέλληνες είναι εκείνοι οι οποίοι θέλησαν να επιστρέψουν στην πνευματική πατρίδα της Ευρώπης, την Ελλάδα, ως μάχιμοι σε όλα τα πεδία, όσα είχαν παραλάβει εκείνοι από τον πολιτισμό της για την πνευματική και πολιτική ανεξαρτησία της.

Στους φιλέλληνες με την έννοια αυτή επομένως εντάσσονται τόσο οι Έλληνες της Διασποράς, όσο και οι Ευρωπαίοι που πίστευαν ότι ελευθερία και ανεξαρτησία συνδέονται και απαιτούνται με όργανο την παιδεία.

Ο νέος αυτός ουμανισμός εμφανίζεται στη Γερμανία με καθοδηγητές τους σημαντικότερους διανοούμενους και ποιητές J. J. Winckelmann, G. Ε. Lessing, J. G. Herder, F. Schiller, J. W. Goethe, F. Hoelderlin. Χρονικά η ποιητική έξαρση της ιδέας της ελευθερίας συμπίπτει επομένως με την επανάσταση του 1770. Ο γερμανικός ιδεαλισμός ως κυρίαρχη πνευματική στάση την εποχή εκείνη ήταν που έστησε την εικόνα της μαρτυρικής Ελλάδας.

 

Ο νεαρός πρίγκιπας

 

Ο Λουδοβίκος αν και γόνος νεόκοπου βασιλικού οίκου με απολυταρχική ιδεολογία, υπήρξε εν τούτης αναγνώστης του επιφανέστερου έργου του Winckelmann «Ιστορία της Τέxvης της Αρχαιότητας» (1764), σύμφωνα με το οποίο η ιστορία των μορφών και της καλλιτεχνικής δημιουργίας συσχετίζεται με την πολιτική και κοινωνική ελευθερία. Η αναγκαία αυτή συνθήκη αποκάλυψε στον νεαρό πρίγκιπα ένα επαναστατικό μήνυμα που έγινε ο (φάρος για την επανασύνδεση του εξαθλιωμένου κατοίκου του ελληνικού τοπίου με την αρχαιότητα, μέσα όμως από συγκεκριμένη υλική και στρατιωτική ανθρωπιστική βοήθεια, που σύντομα έγινε ένα άρτια εξοπλισμένο εκστρατευτικό σώμα της Βαυαρίας για την Ελλάδα, και μέσω του «Κεντρικού Συλλόγου Ελληνικής Βοήθειας» το γυμνάσιο Athenäum, στο οποίο φοίτησαν οι υποψήφιοι Έλληνες – τα ορφανά του Αγώνα – για σπουδές σε πανεπιστήμια της Βαυαρίας (1815-17).

Ο Λουδοβίκος δεν χαρακτηρίζεται πια ως ο ρομαντικός εκείνος χαρακτήρας μιας αρχαιοπρεπούς ουτοπίας, όπου κυριαρχεί η τέχνη μετρημένη σύμφωνα με τα κλασικά ιδεώδη του «αληθούς, του καλού κ’ αγαθού» και όπου η πραγματικότητα οφείλει να υποχωρεί μπρος στην ιδεατή πραγματικότητα.

Η «ρεαλιστική» ματιά, που ανέδειξε την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας οικονομικά εξαθλιωμένης ήρθε κυρίως με τη συμβολή του καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου «Ειρηναίου Θείρσιου», όπως είχε μετονομαστεί από τους Έλληνες φίλους του ο Friedrich Thiersch (1784-1860), που επηρέασε για μεγάλο διάστημα, μέχρι που έπεσε σε δυσμένεια, ως σύμβουλος τον Λουδοβίκο[1].

 

Φρειδερίκος Θείρσιος, λιθογραφία 1830.

 

Από το 1810, ως διάδοχος του θρόνου, ο Λουδοβίκος προσπαθούσε κάτω από την επίδραση του Thiersch, το ενεργό μέλος της «Εταιρείας Φιλομούσων», και συντάκτη ένθερμων (ανωνύμων) ανταποκρίσεων στο βαυαρικό Τύπο για την Ελλάδα, να καταστήσει το Μόναχο κέντρο των ελληνοβαυαρικών σχέσεων στους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού. Είναι αποκαλυπτική η ελεγεία του υστέρα από την επίσκε­ψή του στην Κάτω Ιταλία: «Δεν μου ήταν γραφτό, Έλληνες, να ζήσω μαζί σας! Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου, μ’ αυ­τήν τη σκέψη συχνά σας ονειρευό­μουν με λαχτάρα»[2].

Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, Λιθογραφία, περίπου 1858.

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε προσωπικότητες όπως ο αρχιτέκτονας Leo von Klenze – ο δημιουργός της «Γλυπτοθήκης»[3] του Μονάχου (1816) – και η συμμετοχή του στη φήμη του Μονάχου ως «Aθήνας επί του ποταμού Οζαρ», ή ο ζωγράφος Peter von Hess (1792-1871), ο οποίος ύστερα από το ταξίδι του συνοδεύοντας τον Όθωνα στην Ελλάδα κατ’ εντολήν του Λουδοβί­κου, ζωγράφισε το 1840-41 σαράντα σκηνές του Αγώνα στις στοές των Ανακτόρων στο Μόναχο.

Ως βασιλιάς πλέον από το 1825 κατέστησε μέρος της επίσημης εξωτερικής πολιτικής της Βαυαρίας την υποστήριξη του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία οικονομικά και στρατιωτικά. Η σαφήνεια με την οποία διατυπώθηκε η θέση αυτή ήταν μοναδική για ευρωπαϊκό βασίλειο. Έτσι έγινε το Μόναχο κέντρο του γερμανικού φιλελληνισμού. Το 1830 μάλιστα ο Λουδοβίκος παραχώρησε την εκκλησία του Σωτήρα στην ελληνική ορθόδοξη κοινότητα.

 

Συμβολή του Θείρσιου

 

Είναι γνωστό ότι ο όρος «φιλέλληνας» έχει υποπέσει στην πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια σε δυσμένεια. Ο Κυριάκος Σιμόπουλος μάλιστα έχει χαρακτηρίσει τον φιλελληνισμό ως «το μέγα ψεύδος»[4]. Είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να είχε στον νου του τον Friedrich Thiersch. Άλλωστε από τους ίδιους τους πληρεξουσίους της πρόνοιας του Ναυπλίου αποκλήθηκε το 1831 «γενναίος φιλέλλην».

Ο βαυαρικός φιλελληνισμός στο σύνο­λό του δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς τη δράση του Thiersch. Με αρχικές σπουδές προτεσταντικής Θεολογίας είναι το πρότυπο του διανοούμενου που προσχωρεί σε έναν νέο φιλελληνισμό, αναδεικνύοντας την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των νεοελλήνων. Σε αντίθεση με άλλους διανοούμενους, ο Thiersch επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Αύγουστο 1831, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, και έδρασε καταλυτικά προσπαθώντας να αποφευχθεί νέος εμφύλιος και επέστρεψε τον Οκτώβριο 1832 στο Μόναχο.

Αμέσως μετά συνέταξε το δίτομο «De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’arriver à sa restauration» (εκδ. 1833, στα ελλη­νικά: «H Ελλάδα του Καποδίστρια, Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επι­τευχθεί η ανοικοδόμησή της»[5]).

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

Ήδη τον Ιανουάριο 1833 είχαν φθάσει ο Όθωνας και Αντιβασιλεία του στο Ναύπλιο, για την εκλογή του οποίου φαίνεται πως είχε συμβάλει ο ίδιος αποφασιστικά. Η απογοήτευση στους πολιτικούς κύκλους όχι μόνο του Μονάχου, αλλά και όλης της Γερμανίας και του εξωτερικού ήταν ιδιαίτερα μεγάλη όταν μαθεύτηκε ότι ο Θείρσιος δεν θα ανήκε στα μέλη της Αντιβασιλείας. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να έχει βασικές ιδέες για την ανοικοδόμηση ενός ελληνικού Κράτους, γιατί στηριζόταν σε παρατηρήσει της τρέχουσας κατάστασης που είχε κάνει ο ίδιος και που εντοπίζονταν στις συμφορές ύστερα από έναν δεκαετή εξαντλητικό αγώνα.

Δε θα έπρεπε να ει­σαχθούν θεσμοί που δε συμφωνούσαν με τα τοπικά ήθη, σύστηνε λιτότητα στα οικονομικά, περιορισμό του διογκωμένου δημοσιοϋπαλληλικού μηχανισμού και του μεγάλου σώματος των αξιωματικών, ένταξη των αγωνιστών στην ελληνική άμυνα χωρίς αλλαγή της εθνικής ενδυμασίας και των εγχώριων όπλων, μοίρασμα της γης στους άκληρους αγρότες και προστασία τους από τους μεγαλοϊδιο­κτήτες.

Αντίθετα, οι επιλογές της Αντιβασιλείας ήταν ένα άκαμπτο σύστημα διοίκησης που διαμορφώθηκε στη Βαυαρία κυρίως σύμφωνα με γαλλικές αντιλήψεις. «…Αυτό, σημείωνε ο Thiersch, δεν μπορεί να καταφέρει κανέναν που γνωρίζει παγκόσμια ιστορία, να πιστέψει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί ένας λαός».

Όσο για την οικονομική διαχείριση παρατηρούσε ότι ο Όθωνας ήταν «εφοδιασμένος με περιττή πολυτέλεια για το υψηλό του αξίωμα», ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Σε ένα γράμμα του σημειώνει απογοητευμένος: «Αν είχε κανείς πληρωθεί για να καταστρέψει την υπόθεση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία της Ελλάδας, το καλό του βασιλιά Όθωνα και η τιμή του πατέρα του, δεν θα μπορούσε να είχε κάνει τίποτε άλλο από ό,τι έκαναν αυτοί τώρα (18.11.1833)».

Σύντομα, στους κύκλους της αντιπολίτευσης άρχισε να γίνεται χρήση της λέξης «βαυαροκρατία», και πολλοί Έλληνες, που ενθυμούντο ακόμη τον Τούρκο πασά, τον εύρισκαν πιο υποφερτό από τον Βαυαρό δημόσιο υπάλληλο με τον υπηρεσιακό του κανονισμό. Πηγές σαν αυτήν χρησιμοποιούνται ακόμα μαζί με τα αναγκαία ιδεολογικά φορτία, τα επιχειρήματα δεν φθάνουν όμως ως τα άκρα, ότι δηλαδή η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε, για να αποφύγει την αλλοτρίωση των «αυθεντικών» παραδόσεων, να παραμείνει σε μορφές οργάνωσης «οθωμανικής αιχμαλωσίας».

Συμπέρασμα: το τίμημα τα ελευθερίας, όπως φάνηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια του νέου κράτους, θα ήταν ακριβό. Ο βαυαρικός φιλελληνισμός είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του και η Ελλάδα οδηγήθηκε μέσα από οδύνες από τον «ανατολικό δεσποτισμό» στον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα, τον «αιώνα τα ελευθερίας των εθνών». Τις εγκυρότερες επισημάνσεις για την περίοδο αυτή έχει καταθέσει ο καθηγητής Πασχάλης Κιτρομηλίδης [6] επισημαίνοντας εύστοχα ότι ενώ η νέα οργάνωση πραγματοποιήθηκε με απολυταρχικές μεθόδους, το έργο αυτό αποσυνδέθηκε από τον νεοκλασικισμό που απέβη ιδεολογικά αποδεκτός και ενσωματώθηκε οργανικά στην ελληνική παράδοση και ταυτότητα.

Η βαυαρική πολιτική κρατικής συγκρότησης κατά τον Κιτρομηλίδη, προσπάθησε να εισαγάγει τους θεσμούς μιας ελεύθερης ευρωπαϊκής πολιτείας στο Βασίλειο της Ελλάδας και να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας.

Μεταμόρφωσε με την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία το πρόσωπο της Ελλάδας, αγωνίστηκε κατά του αναλφαβητισμού και ενθάρρυνε τα γράμματα και τις τέχνες με την ίδρυση του Πανεπιστημίου και του Σχολείου των Τεχνών. Τέλος, και αυτή είναι η γονιμότερη σκέψη του Κιτρομηλίδη, ο νεοκλασικισμός του Βαυαρού ηγεμόνα, διατηρήθηκε ως συστατικό της ελληνικής ταυτότητας, ενώ απορρίφθηκε η απολυταρχία με την έξωση της βαυαρικής δυναστείας. Εν τέλει εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και λειτούργησε συμβολικά ως προς τις αλυτρωτικές του επιδιώξεις και τη Μεγάλη Ιδέα.

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Στο έργο του έχει αφιερωθεί Συμπόσιο με τη συμμετοχή Γερμανών και Ελλήνων ιστορικών και πολιτειολόγων (Ινστιτού­το Goethe, 15-17 Οκτωβρίου 1990).

[2] Raimund Wünsche, «Καλύτερα πολί­της της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α’ και η Ελλάδα», στο «Αθήνα – Μόναχο. Τέ­χνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 141-160.

[3] Η λέξη, που δεν υπήρχε νωρίτερα, εί­ναι αποτέλεσμα της γλωσσοπλαστικής ικανότητας του Λουδοβίκου. Κτίστηκε για να στεγάσει τα γλυπτά του ναού της Αφαίας στην Αίγινα που βρέθηκαν το 1811 από τους Haller, Cockerell, Foster και Linkh και πριν αγοραστούν από τον Λουδοβίκο αξιολογήθηκαν από τον αρ­χαιολόγο Martin von Wagner.

[4]  «Ξενοκρατία, μισελληνισμός και υπο­τέλεια», Αθήνα 1990.

[5] Μετάφραση Α. Σπήλιου. Εισαγωγή, επι­μέλεια, σχόλια Τάσου Βουρνά, εκδ. Τολίδη, χ.χ. (1972).

[6]  «Δύο «νεοκλασικά» βασίλεια την επο­χή του εθνικισμού», στο: «Αθήνα – Μό­ναχο. Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελ­λάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 33-37.

 

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Σταυριανός Ιωάννης (1804-1887)


  

Ιωάννης Σταυριανός. Προσωπογραφία, λάδι σε καμβά, 140 επί 80 που ανήκει στον Ιουστίνο Σταυριανό, απόγονο του ήρωα.

Ο Ιωάννης Σταυριανός ήταν ευκατάστατος έμπορος από τη Λόφου της επαρχίας Λεμεσού. Γεννημένος το 1804 έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Λεμεσό και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου ανέπτυξε πλούσια εμπορική δραστηριότητα με την Αίγυπτο. Παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης μυήθηκε στην Αλεξάνδρεια στη Φιλική Εταιρεία.

Με την έναρξη του αγώνα του 1821 στην Πελοπόννησο, έπλευσε στην Ελλάδα επικεφαλής ομάδας Κυπρίων Αγωνιστών [i], την οποία χρηματοδότησε ο ίδιος. Το 1825, επειδή εξαντλήθηκαν τα οικονομικά του, κατατάχτηκε μαζί με τους συντρόφους του στο στρατόπεδο του τακτικού στρατού. Η σημαντική για την εποχή μόρφωσή του συνέτεινε στην ανέλιξή του από υπαξιωματικό σε αξιωματικό.

Έλαβε μέρος σ’ όλες τις μάχες που έγιναν γύρω από την Αθήνα του 1826-27 με αρχηγό τον Καραϊσκάκη [ii]. Συνελήφθη αιχμάλωτος κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και τον διέσωσε από την εκτέλεση ο αρχηγός της έφιππης σωματοφυλακής του Κιουταχή Χουσέιν Ντούλλας, που άγνωστο πότε τον άφησε ελεύθερο. Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής.

Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα.  Συνυπογράφει με τους Σωματάρχες της φρουράς της Ναυπλίας Έκθεση Προς τους εξοχώτατους Κυρίους Πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, όπου για να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρεξηγήσεις και προσπάθειες δυσφήμησης δηλώνεται ο σκοπός της Επανάστασης και οι αιτίες που την προκάλεσαν. Η Έκθεση παραδόθηκε στους προξενικούς πράκτορες της Γαλλίας και της Αυστρίας στο Ναύπλιο. Την έκθεση αυτή εκτός από τους Σωματάρχες της φρουράς και τον αρχηγό των στρατιωτικών δυνάμεων Ναυπλίας Αρτέμη Μίχου υπογράφουν επίσης Η επί της ασφαλείας επιτροπή και το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων.

Ο Σταυριανός στέλνει επίσης μία επιστολή στις 9 Φεβρουαρίου 1862 απ’ το Ναύπλιο προς τον αντισυνταγματάρχη, επιθεωρητή της Χωροφυλακής Δ. Κουτσογιαννόπουλο, στην οποία περιγράφει τη μάχη στην Άρια. Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο υπ’ άρ. 6 φύλλο της εφημερίδας Συνταγματικός Έλλην στις 13 Φεβρουαρίου 1862. Η συμμετοχή του Σταυριανού στη Ναυπλιακή Επανάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να τεθεί σε αργία δι’ ασυμβίβαστον προς το επάγγελμα του αξιωμα­τικού διαγωγήν μαζί με άλλους 17 πρωτεργάτες του κινήματος (Φ.Ε.Κ  αρ. 27/18-5-1862) .

Με το ίδιο διάταγμα ορίστηκε η Αίγινα σαν τόπος διαμονής των περισσότερων από τους αξιωματικούς αυτούς. Από τον τύπο της εποχής μαθαίνουμε τη συμπάθεια και τη θέρμη με τις οποίες υποδέχτηκε ο λαός της Αίγινας τους εκτοπισμένους αξιωματικούς και ιδιαίτερα το Σταυριανό: Των πάντων δε την συμπάθειαν συνεκίνησεν ο αντιμοίραρχος Σταυριανός, φέρων μεθ’ εαυτού κόρην δεκαεπταετή, παραλυτικήν συγκινούσαν δια την θέσιν της και τούς λίθους αυτούς (Εφημερίδα Αιών. αρ. φύλ. 2033 της 20ής Μαΐου 1862).

Στο ίδιο φύλλο του Αιώνος δημοσιεύεται μια έντονη διαμαρτυρία των εκτοπισμένων αξιωματικών της φρουράς της Ναυπλίας από την Αίγινα με ημερομηνία 16 Μαΐου 1862 σχετικά με μία πράξιν, που συντάχτηκε από μερικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού δι’ ης απεκάλεσαν παραβάτας των όρων της στρα­τιωτικής τιμής, όλους τους κατά την Ναυπλιακήν επανάστασιν ευρεθέντας συνα­δέλφους των, παρά την αμνηστία που είχε δοθεί. Στην πράξη αυτή ο τύπος είχε δώσει ευρύτατη δημοσιότητα τον προηγούμενο Απρίλιο. Παρόμοια διαμαρτυρία των εκτοπισμένων στη Σκόπελο και στη Σκιάθο είχε δημοσιευτεί λίγο νωρίτερα, στις 13 Μαΐου 1862. Το θέμα έλαβε μεγάλη έκταση από τον ευνοϊκά διατεθειμένο προς τους εκτοπισμένους τύπο τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία (Βλ. εφημερίδες Αθηνά, αρ. φύλ. 3054, 23 Μαΐου 1862 και 3056, 30 Μαΐου 1862, Φως, 19 και 23 Μαΐου 1862, η Φωνή του Λαού. στη Λαμία κ.τ.λ.).

Σε λιγότερο από ένα μήνα μετά την έξωση του Όθωνα οι διωχθέντες αξιωματικοί επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία, αλλά ο Σταυριανός δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτούς. Φαίνεται πως μόνος του προτίμησε την αποστρατεία, ήταν ήδη άλλωστε 59 ετών. Το Μάιο του επόμενου χρόνου η Προσωρινή Κυβέρνηση απένειμε στον απόστρατο αντιμοίραρχο Ιωάννη Σταυριανό το βαθμό του ταγματάρχη και την αντίστοιχη σύνταξη. (Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου…»).

Έγραψε απομνημονεύματα με τον τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία». Πέθανε σε ηλικία 83 χρόνων, στις 2 Μαρτίου 1887 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Προτομή Ιωάννη Σταυριανού που βρίσκεται στη γενέτειρα του ήρωα Λόφου, της επαρχίας Λεμεσού. Το έργο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Θεόδουλος Θεοδούλου. Εγκαινιάστηκε το 1998 από τον πρώην πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη. Χρηματοδοτήθηκε από το Σύνδεσμο Αποδήμων Λόφου.

 

Το 1998, με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου, έγινε κατορθωτή η ανακομιδή των οστών του Ιωάννη Σταυριανού από την Αθήνα στη γενέτειρά του Λόφου, τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε οστεοφυλάκιο. Στα χέρια των τελευταίων απογόνων του βρίσκονται αρκετά κειμήλια όπως τα όπλα του, η στρατιωτική στολή του, διάφορα έγγραφα του αγώνα και τα χειρόγραφα των απομνημονευμάτων του.

 

Άκης Θεοδώρου

Φιλόλογος

 

Υποσημειώσεις


[i] Είναι ιστορικό γεγονός ότι πολλοί Κύπριοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Ο αριθμός των Κυπρίων αγωνιστών που έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Από τα διάφορα έγγραφα ή πηγές που σώζονται, μαρτυρείται η επώνυμη συμμετοχή 500 περίπου Κυπρίων, ενώ γίνεται επίσης αναφορά σε ομάδες Κυπρίων που έδρασαν κάτω από διάφορους αρχηγούς ή αυτόνομα. Χαρακτηριστική είναι η σημαία ομάδας Κυπρίων που σώζεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας πάνω στην οποία αναγράφεται με ανορθογραφίες «Σημαία Ελληνική Πάτρης Κύπρου». Οι αναφορές αυτές επιτρέπουν σε κάποιους μελετητές να υπολογίζουν την κυπριακή συμμετοχή σε 1000 περίπου αγωνιστές. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι περιηγητές υπολογίζουν τον αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της Κύπρου σε 80 με 100 χιλιάδες, τότε αριθμητικά η συμμετοχή της Κύπρου, ανάλογα με τον πληθυσμό της, είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

[ii] Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη Ελληνική Ιστορία», που κυκλοφόρησε το 1982 από την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, ο Σταυριανός περιγράφει με λεπτομέρειες τις μάχες των Αθηνών το 1826-1927 και την πολιορκία της Ακρόπολης. Αναφέρεται μάλιστα με σαφήνεια στο θάνατο του Καραϊσκάκη: «o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου … Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους…».

  

Πηγές


  • Χειρόγραφο Ιωάννη Σταυριανού.
  • Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Καραϊσκάκης – Θάνατος στη μάχη ή δολοφονία από ελληνικό χέρι;


 

Ο θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη καλύπτεται από διαφορετικές αφηγήσεις και φήμες για το τι πραγματικά συνέβη. Φήμες ότι ο θάνατός του προήλθε από φίλια πυρά ή και ότι ήταν προϊόν οργανωμένου σχεδίου. Παρακάτω παρουσιάζουμε μια έρευνα του Άρη Χατζηστεφάνου για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φίλιππου Κουτσάφτη και του ιστορικού Διονύση Τζάκη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής στις 21 Μαρτίου του 2010.

  

Γεώργιος Καραϊσκάκης, έργο του Karl Krazeisen.

[…] Ίσως ήμουν από τους λίγους ανθρώπους που δέχτηκαν με τόση χαρά και κυρίως ανακούφιση μια πρόσκληση στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Παλαιότερα ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι, αν ζητούσα από τον μεγαλύτερο ιατροδικαστή της χώρας ένα «πόρισμα» για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, θα μου έκλεινε το τηλέφωνο. Ποιος τολμάει να ενοχλήσει τον προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών για μια υπόθεση που έκλεισε το 1827;  Ο Φίλιππος Κουτσάφτης, όμως, δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση. Για την ακρίβεια, αντέδρασε λες και περίμενε εδώ και καιρό μια ευκαιρία για να συνδυάσει τις δύο αγαπημένες του ασχολίες, τη μελέτη της Ιστορίας και την ιατροδικαστική.

Για το συγκεκριμένο πόρισμα, βέβαια, δεν απαιτούνταν η παρουσία του στον τόπο του συμβάντος. Το πτώμα είχε μεταφερθεί από την πρώτη στιγμή στη Σαλαμίνα, ενώ οι συνεχείς επιχωματώσεις στο Νέο Φάληρο είχαν αλλάξει οριστικά τη γεωγραφία του εδάφους στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, πριν τον συναντήσω, αποφάσισα να επιθεωρήσω μόνος μου τον «τόπο του εγκλήματος»… Δευτέρα πρωί και βρίσκομαι σταματημένος στο φανάρι έξω από το κτίριο της «Καθημερινής», κοντά στις εκβολές του Κηφισού.

Τον Απρίλιο του 1827 είχαν στρατοπεδεύσει εδώ ισχυρές δυνάμεις του Κιουταχή. Απένα­ντί τους, προς την πλευρά της Καστέλλας, οι άντρες του Καραϊσκάκη ετοιμάζονταν για μία από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Για πρώτη φορά, ύστερα από σειρά αποτυχιών που κορυφώθηκαν με την πτώση του Μεσολογγίου, ο «γιος της καλογριάς» είχε αρχίσει να αντιστρέφει το αρνητικό κλίμα.

Για τη συγκεκριμένη μάχη στο Φάληρο, όμως, είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Πίστευε ότι οι δύο Βρετανοί αξιωματικοί, που είχαν οριστεί αρχηγοί όλων των δυνάμεων της Αττικής – ο Τσωρτς για το στρατό ξηράς και ο Κόχραν για το ναυτικό – τον οδηγούσαν σε βέβαιη σφαγή. Αυτοί ήθελαν ολομέτωπη σύγκρουση τακτικού στρατού, όπως τους είχαν μάθει στις στρατιωτικές ακαδημίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός, όπως εξηγούσε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς, «ήθελε να εφαρμόσει τη δοκιμασμένη παρτιζάνικη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού».

 

Ποιος τράβηξε τη σκανδάλη;

 

Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μάχης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827, μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση.

Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη, αφαιρώντας τη ζωή του Αρβανίτη αρχιστράτηγου; Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυκλοφόρησε έντονη φημολογία πως ο δράστης ήταν Έλληνας. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημήτρης Φωτιάδης, ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς.

Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης»:

 «Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρί­σκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ‘χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κά­τω από τον έλεγχό της. (…) Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολο­φονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

 

Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νι­κόλαο Κασομούλη, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, λίγες ώρες πριν πεθάνει, άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας, είπε στους συναγωνιστές του: « Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκη­ση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π…….. και αυτός».

Παρ’ όλα αυτά, νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσότερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή.

 

Χτυπήθηκε από ψηλά

 

«Βλέπετε, έχουμε και εμείς το μικρό μας CSI», μου είπε γελώντας ο Φίλιππος Κουτσάφτης, καθώς με ξεναγούσε στα εργαστήρια της υπηρεσίας. Στο γραφείο του κοιτάξαμε και πάλι μαζί το κείμενο του Δημήτρη Φωτιάδη για τις συνθήκες θανάτου του Καραϊσκάκη, το οποίο περιλαμβάνει τις περισσότερες λεπτομέρειες και συνηγορεί με αντίστοιχες αφηγήσεις του Κασομούλη. Αφού μου επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να γίνει μόνο μια «ιατροδικαστική προσέγγιση», που θα παρουσιάζει όλες τις πιθανές εκδοχές, ο ιατροδικαστής ανέτρεξε στο κείμενο που είχε ετοιμάσει.

 

Η περιγραφή της δολοφονίας (Κείμενο του λόγιου Δημήτρη Φωτιάδη)

 

«Ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας, περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας. Και να, τρώει ένα βόλι στο βουβώνα από τα πλάγια κι ομπρός, από τ’ αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω. Πέφτει από τ’ άλογο. Τρέχουν οι καβαλάρηδες μας να τον συντρέξουν.

– Δεν είναι τίποτα! Τους φωνάζει και μ’ όση δύναμη τ’ απόμενε ξανακαβαλικεύει. Πισωδρομούνε σιγά και μ’ όλη την τάξη. Μα, σαν έφτασαν εκεί όπου έπειτα στήσανε το μνημείο του, πίσω από το σημερινό σταθμό του ηλεκτρικού σιδεροδρόμου στο Νέο Φάληρο, δεν μπορεί πια να κρατηθεί πάνω από το άλογο και ξεπεζεύει. Του λένε να τον πάνε σηκωτό, μ’ αυτός αρνιέται. Δε θέλει να τρομάξει το ασκέρι πως είναι του θανατά. Αυτός μπροστά κι ολόγυρα του καπεταναίοι, μπουλούξηδες και παλικάρια ξεκινάνε με τα πόδια, όσο που με την απαλάμη του κρατάει τη λαβωματιά του. Αφού ανέβηκαν τον ανήφορο, τονε συμβουλεύουνε να πάγει πάνω στα καράβια, για να ‘χει πιότερη φροντίδα κι ησυχία να τονε δούνε οι γιατροί.

– Ένα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να ‘ρθει κοντά μου. (…) Τούτη τη φορά μονάχα δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των Φράγκων γιατρών, γιατί, όπως θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δεν χτυπήθηκε από τους Τούρκους, μα δολοφονήθηκε και φοβήθηκε μην τον αποτελειώσουν οι γιατροί του Κόχραν και του Τσωρτς».

 

Το «πόρισμα» του ιατροδικαστή (Του Φίλιππου Κουτσάφτη)

 

Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλά ιατροδικαστικά κενά, με κάθε επιφύλαξη μπορούμε να εξαγάγουμε τα εξής συμπεράσματα:

Πρώτον, η πύλη εισόδου του τραύματος είναι η αριστερή βουβωνική χώρα.

Δεύτερον, η βολίδα είχε φορά από μπροστά αριστερά και άνω, προς τα πίσω δεξιά και κάτω. Τρίτον, το θύμα, σαν στόχος, ήταν πολύ δύσκολος εκ των έξω, καθώς περιστοιχιζόταν από συντρόφους του που ήταν και αυτοί πάνω σε άλογα.

Τέταρτον, ο πυροβολισμός πρέπει να έγινε από διαφορετικό ύψος. Στο σημείο αυτό, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: α) Εάν έγινε από μεγάλη απόσταση, τότε ο σκοπευτής πρέπει να ήταν σε κάποιο δέντρο ή σε κάποια μάντρα, θα λέγαμε δηλαδή σήμερα ότι ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, β) εάν έγινε από μικρή απόσταση, πρέπει να τον πυροβόλησε κάποιος από τον περίγυρό του, με την προϋπόθεση κατά τη στιγμή του πυροβολισμού να είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο άλογο. Δηλαδή, δεν πυροβόλησε καθήμενος.

Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε την απόσταση του πυροβολισμού. Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η εκδοχή του αποστρακισμού της σφαίρας σε κάποια επιφάνεια.

Παρουσιάζουμε τρεις εκδοχές, γιατί δεν γνωρίζουμε την απόσταση και την κατάσταση του πυρο­βολισμού και, φυσικά, δεν είδαμε το τραύμα. Μου έκανε, πάντως, ιδιαίτερη εντύπωση αυτό ακριβώς που γραφείο Φωτιάδης, ότι ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο και ήταν «περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας».

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί το εξής: Το γεγονός ότι ανέβηκε και πάλι στο άλογο του, όπως αναφέρεται, συνηγορεί στο ότι το τραύμα δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, άρα, μπορεί να ήταν πράγματι στη βουβωνική χώρα. Σημειώθηκε, δηλαδή, αιμορραγία για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν πεθάνει, οπότε πράγματι ήταν σε θέση να συζητεί ακόμη και να αρνείται να τον δουν ξένοι γιατροί.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, γνωρίζουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος, η πύλη εισόδου του τραύματος και η φορά της βολίδας συνηγορούν στο ότι χτυπήθηκε από υψη­λότερο σημείο – κατά πάσα πιθανότητα ο δράστης ήταν όρθιος επάνω σε άλογο. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης κατάφερε να ιππεύσει και πάλι, ο Κουτσάφτης υποστηρίζει ότι το τραύμα μπορεί πράγματι να ήταν στη βουβωνική χώρα και να μην ήταν άμεσα θανατηφόρο. Εάν δεχτούμε λοιπόν ως ακριβείς τις περιγραφές του Κασομούλη και του Φωτιάδη, η ιατροδικαστική εξέταση αφήνει πολύ μεγάλες πιθανότητες ο Καραϊσκάκης να δολοφονήθηκε πραγματικά από Έλληνες. Τα στοιχεία όμως, όπως θα έλεγαν και οι ήρωες του CSI, δεν μπορούν ακόμη να σταθούν στο δικαστήριο εάν δεν εντοπίσουμε και το κίνητρο της δολοφονίας.

 

Οι πιθανοί δράστες

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.

Έπρεπε για άλλη μία φορά να απευθυνθούμε στους ειδικούς. Και ίσως κανένας δεν έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια τόσο εντατικά με τη ζωή του Καραϊσκάκη όσο ο Διονύ­σης Τζάκης, ιστορικός και συγγραφέας του Λευκώματος με τίτλο «Γεώργιος Καραϊσκάκης».

Η λίστα των πιθανών «υπόπτων» που μου παρέθεσε ο Έλληνας καθηγητής, των ανθρώπων δηλαδή που «ευχήθηκαν και ίσως επιδίωξαν το θάνατο του Καραϊσκάκη στη διάρκεια της επανάστασης», είναι ιδιαίτερα μεγάλη: « Αγραφιώτες που δεν τον ήθελαν στρατιωτικό αρχηγό στην επαρχία τους, ανταγωνιστές στρατιωτικοί και πολιτικοί που αντιπαρατέθηκαν σκληρά μαζί του, ιδίως το 1822 – 1824. Επίσης, αρκετοί επιθυμούσαν να απομακρυνθεί από την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1826 – 1827. Επειδή διαφωνούσαν με τα πολεμικά του σχέδια, με τον τρόπο που διοικούσε, με τις προτεραιότητες που έθετε, επειδή θεωρούσαν άλλον καταλληλότερο ή έτρεφαν προσωπικές φιλοδοξίες ».

Παρ’ όλα αυτά, ο Διονύ­σης Τζάκης απεκδύεται πεισματικά το ρόλο του ιστορικού-αστυνόμου. «Ο ιστορικός», μας λέει, «δεν είναι αστυνομικός ή ανακριτής να διερευνά υποθέσεις αναζητώντας «κίνητρα» και πιθανούς «ενόχους». Δεν αξιολογεί γεγονότα ή πρόσωπα για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, για όσα θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είχαν κάνει ή να είχαν αποφύγει, και μάλιστα με κριτήριο τις δικές του μεταγενέστερες ιδέες και αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εθνικά, ηθικά, δικονομικά ».

Κάθε προσπάθεια λοιπόν για την ανεύρεση της αλήθειας θα σκοντάφτει σε ανυπέρβλητα εμπόδια εάν δεν λαμβάνει υπόψη τον ιστορικό χωροχρόνο των γεγονότων. Ούτως η άλλως, μας λέει ο Διονύ­σης Τζάκης, «όπως όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις, έτσι και η ελληνική συνυφαίνεται με πολιτικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις, καθώς οι Έλληνες πολεμούσαν για να απαλλαγούν από τους Οθωμανούς και, συγχρόνως, δημιουργούσαν μια πρωτόγνωρη (και ριζικά διαφορετική από την οθωμανική) μορφή πολιτικής οργάνωσης, το εθνικό κράτος».

Ακόμη όμως και «οι φήμες ότι δολοφονήθηκε», επισημαίνει ο Έλληνας ιστορικός, «μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής, αλλά και τους τρόπους πρόσληψης του θανάτου του από τους σύγχρονους του. Μάλιστα, οι εν λόγω φήμες προικίζουν το μύθο του ήρωα Καραϊσκάκη με ένα οικουμενικό μοτίβο, όπου ο ήρωας δεν είναι δυνατόν να καταβληθεί και να πεθάνει, παρά μόνο ως αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας, συνωμοσίας κ.λπ.».

Ίσως, τελικά, το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα με βεβαιότητα είναι ότι οι επιπτώσεις από την αναγγελία του θανάτου του και η στρατιωτική πανωλεθρία στη μάχη του Φαλήρου είναι δραματικές σε όλα τα μέτωπα. «Την ψυχολογική αυτή στιγμή, που τα πάντα έδειχναν να καταρρέουν μέσα σε ένα κλίμα τρόμου», θα γράψει ο Τάσος Βουρνάς, «θέλησε να εκμεταλλευτεί ο Ιμπραήμ για να προσεταιριστεί τους καπεταναίους της Ρούμε­λης». Και του Μοριά.

Με πρώτο τον Δημήτρη Νενέκο, αρκετοί οπλαρχηγοί συνθηκολογούν – προχωρούν σε αυτό που θα μείνει στη λαϊκή συνείδηση ως «προσκύνημα». Θα χρειαστεί να ακουστεί βροντερή η φωνή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να σταματήσει η ολοκληρωτική συνθηκολόγηση και να σωθεί τελικά η επανάσταση: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

 

Ο Καραϊσκάκης και το spread δανεισμού

 

Ένα από τα σενάρια που επανέρχονται πεισματικά στην επιφάνεια σχετικά με το θάνατο του Καραϊσκάκη, αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξε το Λονδίνο στα τελευταία χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Ακόμη και ιστορικοί που απορρίπτουν κατηγορηματικά τις εικασίες του Φωτιάδη για σχέδιο δολοφονίας του Έλληνα ήρωα από τους Κόχραν και Τσωρτς, συμφωνούν ότι η στρατηγική που του πρότειναν στη μάχη του Φαλήρου ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Γιατί όμως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε οριστεί αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας με τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και ορκισμένων εχθρών του όπως ο Ζαΐμης, υποτάχθηκε στις εντολές των Βρετανών; Στο βιβλίο του «Ο θάνατος του Καραϊ­σκάκη», ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις υποτέλειας που είχαν δημιουργήσει στην επαναστατημένη Ελλάδα τα δύο δάνεια που της υποσχέθηκε το Λονδίνο. «Το πρώτο δάνειο», όπως σημείωνε και ο μεγάλος ερευνητής Κυ­ριάκος Σιμόπουλος, «τοκογλυφικό και ανήθικο ως συμφωνία, κατασπαταλήθηκε στον εμ­φύλιο. (…) Το δεύτερο χάθηκε στις κερδοσκοπικές παραγγελίες φρεγατών που δεν έφθα­σαν ποτέ στην Ελλάδα».

Ξένα δάνεια, περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, κερδοσκοπία και… φρεγάτες. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από δημοσιεύματα εφημερίδων των τελευταίων ημερών και όχι από ιστορικά κείμενα για το μακρινό 1821. Κι όμως, οι περισσότεροι ιστορικοί και ακαδημαϊκοί, με τους οποίους μιλήσαμε όλες αυτές τις εβδομάδες, μας προειδοποίησαν να μην καταφύγουμε σε εύκολους και απλοϊκούς παραλληλισμούς. «Κάποιοι είναι έτοιμοι να συνδέσουν το ’21 και το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων με το spread δανεισμού και τη Γερμανία», μου είπε γνωστός ακαδημαϊκός, που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του. Ίσως γιατί, όπως μας εξήγησε και ο Διονύσης Τζάκης, «τα γεγονότα οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε μέσα στη δική τους ιστορική συνάφεια».

 

Πηγή


  • Καθημερινή, Περιοδικό «Κ», τεύχος 355, 21 Μαρτίου 2010.

 

Read Full Post »

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα


 

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον

καιρόν χαμένη και σβησμένη»

 Μακρυγιάννης

 

Όθωνας

Μ’ αυτά τα θερμά λόγια υποδέχτηκε στο Ναύπλιο ο στρατηγός Μακρυγιάννης το Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, ο οποίος γεμάτος με ελληνικά γράμματα, ολίγον βαρήκοος και εμφανώς βραδύγλωσσος, 17ετής, ερχόταν στην Ελλάδα έχοντας ήδη παραλάβει συμβολικώς το Ελληνικό Στέμμα στο Μόναχο. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή έβγαινε από μια περίοδο μεγάλης εσωτερικής αναταραχής και ακυβερνησίας, η οποία ακολούθησε τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Η επίσημη ανακοίνωση της τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής του Βασιλείου της Ελλάδος» των Ζαΐμη, Κωλέττη και Μετα­ξά, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τις ελπίδες που είχε εναποθέσει η πατρίδα στο νεαρό Βαυαρό.

 

«Τέλος πάντων, η θεία πρόνοια έφερεν εις τους κόλπους της πατρίδος τον κοινόν σωτήρα των Ελλήνων. Η Α. Μεγαλειότης και Βασιλεύς της Ελλάδος καθώς και η σεβαστή Αντιβασιλεία σήμερον την 30ην Ιανουαρίου κατά τάς ευχάς όλου του έθνους, κατευοδώθησαν αισίως εις τον λιμένα του Ναυπλίου… Έχει ήδη η πατρίς εις τας αγκάλας της τον πολυπόθητον αρχηγόν της· έχει τον μέγα προστάτην της ελευθερίας της· έχει πάσα τάξις των πολιτών την βεβαίαν άγκυραν των δικαίων ελπίδων της. Η δεκάτη ογδόη ημέρα του Ιανουαρίου είναι ημέ­ρα αναγεννήσεως διά το έθνος, ημέρα φέρουσα τον αειθαλή στέφανον των πολυετών και πολυπόνων αγώνων του. Ας δοξάσωμεν μικροί και με­γάλοι τον Ύψιστον ευχόμενοι εκ βάθους καρδίας υπέρ του Ανακτος… και τον βασιλικόν θρόνον εις αιώνας ακλόνητον».

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η εφημερίδα «Αθηνά», στο φύλλο του Σαββάτου της 31ης Ιανουαρίου 1833, έδωσε πλήρες ρεπορτάζ για την άφιξη. Το παραθέτουμε σχεδόν αυτούσιο, καθότι δίνει με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο το κλίμα των ημερών, ένα κλίμα που πολύ γρήγορα θα άλλαζε υπό το φως μιας αυταρχικής και αλαζονικής βαυαρικής αντιβασιλείας.

«30 Ιανουαρίου,

Σήμερον μετά την μεσημβρίαν προσορμίσθησαν ευτυχώς εις τον λι­μένα μας τα συμμαχικά πλοία φέροντα την A.M. τον Βασιλέα της Ελλάδος… συγχρόνως δε και πλοία φορτηγά τα οποία μετέφερον τρεις ημίσειας χιλιάδας βαυαρών στρατευμάτων. Ο λαός του Ναυπλίου υπεροπλίσθη χαράς και αγαλλιάσεως βλέπων τέλος πάντων εν τω μέσω του τον πολυπόθητον βασιλέα. Αφού άραξαν όλα τα πλοία οι εν αυτοίς στρατιώται και λοιποί ενσκεπασθέντες την κεφαλήν αφώναξαν τρις το ούρα. Το εις τα παράλια επισορευμένον και ενθουσιασμένον πλήθος επανέλαβε κατόπιν πολλάκις το Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι εξοχότατοι κόμης του Αρμανσμπεργκ και ο Σύμβου­λος της Επικρατείας κύριος Μάουερ… απέβησαν εις την πόλιν μας α­γνώριστοι και επήγαν προς παρατήρησιν των οίκων των ετοιμασμένων διά την εξοχότητά του. Το εσπέρας έγινεν φωτοχυσία εις όλην την πόλην και διάφορα επι­γράμματα δεικνύοντα την προς την Αυτού Μεγαλειότητα ειλικρινή α­γάπη… εφαίνοντο κολλημένα εις διάφορα μέρη της πόλεως. Η πόλις μας είχεν στολισθεί επί δύο ημέρες με δάφνας και μυρσίνας».

19

«Καμμιά αποβίβασις ούτε στρατευμάτων ούτω άλ­λων σκευών δεν έγινεν σήμερον. Μόνον δε τα μέ­λη της Αντιβασιλείας εξήλθον των πλοίων και πε­ριήλθαν διάφορα μέρη της πόλεως. Απόψε πάλι έ­γινε φωτοχυσία…».

20

«Τα μέλη της προσωρινής κυβερνήσεως διευθύνθησαν σήμερον πριν της μεσημβρίας εις την φρεγάταν Μαδαγασκάρ όπου διαμένει η βασιλική αρχή. Ο ειρημένος κ. Σ. Τρικούπης ιστάμενος εδηλοποιούσε το όνομα και το αξίωμα ενός εκάστου εις τα μέλη της Αντιβασιλείας… εις την τρίτην δε ώραν μετά την μεσημβρίαν, υπήγαν ωσαύτως και εις προσκύνησιν της Α.Μ.».

 

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Αυτό ήταν εν ολίγοις το πρώτο ημερολόγιο της άφιξης του Όθωνα και των Βαυαρών στην Ελλάδα. Ωστόσο η «Αθηνά», στις ειδήσεις της 18ης Ιανουαρίου, περνάει με λίγες γραμμές και την πολιτική ένταση των ημερών, η οποία παρά τις φωτοχυσίες και τις λαμπρές υποδοχές δεν είναι καθόλου εύκολο να αποκρύβει.

«Πριν ακόμη πλησιάσωσι τα πλοία εις τον λιμέ­να της πόλεώς μας η προσωρινή κυβέρνησις έστει­λε δε επίτηδες εις την βασιλικήν αρχήν την έκθεσιν των τελευταίων θλιβερών συμβάντων του Άργους, τα οποία λέγουσιν έφερον πολλήν βαρυθυμίαν εις την Αυτού Μεγαλειότητα και εις την Αντιβασιλείαν η δε Αντιβασιλεία απάντησεν ότι θέ­λει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη προχω­ρήσει το κακόν περαιτέρω και διά να παύσωσι τα δεινά της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι κάτοικοι του Λε­ωνιδίου έδωσαν αναφοράν εις την Βασιλικήν Αρχήν… εναντίον του Δ. Καλλέργη διά τας κατα­χρήσεις του εις εκείνην την πόλιν».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Είναι φανερό από το πρώτο αυτό ρεπορτάζ πως η Αντιβασιλεία εισερχόταν, ήδη από τη στιγμή της άφιξής της, στο κλίμα μιας εσωτερικής διαμάχης, η οποία φρόντιζε μάλιστα εξ αρχής να εντάξει τη νέα εξουσία σε ένα πλαίσιο εσωτερικού ανταγωνισμού. Η Αντιβασιλεία ήταν υποχρεωμένη να δημιουργήσει συμμαχίες και να εμπλακεί στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθούσε να επιβάλει τη δική της εξουσία, και μάλιστα με τρόπο που θα την έφερνε γρήγορα σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, των αγωνιστών και της κοινής γνώμης.

 

Η άφιξη στην Αθήνα

 

Η βαυαρική Αντιβασιλεία -με μόνη εξαίρεση φυσικά τον Όθωνα και αργότερα την Αμαλία που έμοιαζαν ενθουσιασμένοι από τον καινούργιο τόπο- ποτέ δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα της νέας Ελλάδας. Η εμμονή στη γερμανική αρχαιολατρία δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να συνδυαστεί με την εικόνα μιας φτωχής Αθήνας που μόλις γινόταν πρωτεύουσα. Η Χριστιάνα Λιτ, μια Δανέζα που έζησε στην Αυλή εκείνη την εποχή, δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της βαυαρικής απο­στροφής απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αμαλία

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να συνηθίσουμε σι­γά σιγά σ’ αυτού του είδους τη φυσική ομορφιά, που είναι κάτι το τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που εννοούμε ομορφιά στον τόπο μου.

Νόμιζα ότι στο νοτιά θα έβρισκα άφθονη βλάστηση με τροπικά φυτά κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έπεσα πολύ έξω. Ο Υμηττός, αυτός ο κολοσσός, απλώνεται κάτω από το λαμπερό ήλιο μη έχοντας καθόλου βλάστηση από τη μεριά που βλέπει προς την Αθήνα. Τα χωράφια είναι κατάξερα και το χώμα θεόστεγνο από τη ζέστη. Οι ελαιώνες, μ’ εκείνους τους ροζιασμένους κορμούς και τα σταχτιά φύλλα, δεν έχουν ίχνος δροσεράδας. Οι αμπελώνες είναι γεμάτοι από τη σκόνη που στροβιλίζεται στους χωματόδρομους. Μια θέα απελπιστική. Και να σκεφτεί κανείς ότι σ’ αυτό το χώρο κάποτε μια ολόκληρη πολιτεία βρισκόταν στην ακμή της. Αθήνα, το λίκνο της τέχνης και της επιστήμης. Είναι τόσο καταθλιπτικό να σκάφτεται κανείς πώς ήταν εκείνη την εποχή και πώς είναι τώρα».[1]

Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να αποδώσει κανείς τη μετατροπή ενός φιλελεύθερου πολιτικού, όπως ο Αρμανσπεργκ, σε έναν ιδιοτελή και αυταρχικό ηγεμόνα, σ’ αυτή τη βαθιά αποστροφή -το μίσος σχεδόν- απέναντι στην εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. Η βαυαρική Αντιβασιλεία ήρθε στην Ελλάδα με την προφανή ιδέα της επιβολής του «πολιτισμού» πάνω σχεδόν σε μια «άθλια φυλή ληστών».

Ένας ολόκληρος κόσμος θεσμών, συμπεριφορών και διαφορετικών στάσεων απέναντι στη ζωή, ο κόσμος της Ελλάδας που έβγαινε από την οθωμανική περίοδο και κουβαλούσε ακόμη τις δικές του αιώνιες σταθερές, θα ερχόταν αμέσως σε σύγκρουση με τη στρεβλή αρχαιολατρική εικόνα που είχε κατασκευάσει για την Ελλάδα ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα.

Αν σ’ αυτή τη σύγκρουση προστεθεί και ο βορειοευρωπαϊκός πολιτικός συντηρητισμός, τότε εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει τη μανιασμένη αντίδραση της βαυαρικής Αντιβασιλείας απέναντι σε κάθε τι που θυμίζει τη σύγχρονη Ελλάδα του 1833.

 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Peter von Hess, «Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο», Ελαιογραφία, 1835. Εδώ ο Όθωνας συνοδευόμενος από το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας. Μόναχο.

 

Το βασιλικό ζεύγος ήταν όμως η εξαίρεση, καθώς, υπό την επίδραση κυρίως της Αμαλίας, ποτέ δεν ταυτίστηκε απολύτως με την απέχθεια και τη φιλαυτία του αυλικού περιβάλλοντος. Ο Όθωνας και η Αμαλία προσπάθησαν να συνομιλήσουν με τα δεδομένα που βρήκαν απέναντί τους, να αγαπήσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ο «ελέω θεού μο­νάρχης» παρασύρθηκε εν τέλει σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση -μιαν εκτροπή από τις πεποιθήσεις του. Και τάφηκε εν τέλει στο Μόναχο, φορώντας ως γνωστόν τη φουστανέλα.

Αυτή η εχθρότητα ωστόσο της πρώτης βασιλικής αυλής της Ελλάδας σφράγισε μοιραία και όλες τις κατοπινές. Και ο διχασμός που επρόκειτο αργότερα να έρθει, είχε και πάλι κάτι από εκείνη την πρώτη πικρή εμπειρία δύο κόσμων τόσο διαφορετικών που τους είχαν ενώσει οι αναγκαιότητες της Ιστορίας.

 

Απόστολος Διαμαντής

Ιστορικός

 

Υποσημείωση


[1] Χριστιάνα Λιτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Όθων Η Αυτού…μικρότης;», τεύχος 13, 13 Ιανουαρίου 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Τα πυρπολικά – Η πλωτή βόμβα 


 

Την ιδέα της δημιουργίας πλωτών εμπρηστικών βομβών, δηλαδή πυρπολικών, με στόχο τον εμπρησμό εχθρικών πολεμικών πλοίων, φαίνεται ότι πρώτοι την υλοποίησαν στη νεότερη εποχή οι Ολλανδοί, όταν στις αρχές του 17ου αιώνα κατά τη ναυμαχία των Ντάουνς (Downs), στα ανοικτά της Δουνκέρκης, καταναυμάχησαν έναν πολυπληθή αλλά δυσκίνητο ισπανικό στόλο. Έκτοτε και άλλοι ναυτικοί λαοί, όπως οι Άγγλοι, χρησιμοποίησαν πυρπολικά εναντίον εχθρών τους, στις θαλάσσιες πολεμικές τους περιπέτειες. Σε εξαιρετικά επιδέξιους όμως κατασκευαστές και χειριστές του τρομερού αυτού όπλου, εξελίχθη­καν οι Έλληνες ναυτικοί κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης. Τα πυρπολικά του ελληνικού στόλου έγιναν πραγματικά φρικτός εφιάλτης των κυβερνητών των μεγάλων οθωμανικών πλοίων, τα οποία στην ουσία ήταν πλωτά φρούρια.

Πριν από την ελληνική Επανάσταση, οι Ρώσοι, τον Ιούνιο του 1770, με μία τολμηρή και καλά οργανωμένη επιχείρηση πυρπολικών κατάφεραν να κατακάψουν μέσα σε λίγες ώρες τον πολυάριθμο οθωμανικό στόλο, που θέλοντας ν’ αποφύγει το μικρό αλλά εξαιρετικά επιθετικό ρωσικό στόλο, ναυλοχούσε στριμωγμένος στα ήσυχα νερά του Τσεσμέ. Οι Έλληνες ναυτικοί, που υπηρετούσαν τότε στα ρωσικά πλοία, ποτέ δεν ξέχασαν την τρομερή και καταστρεπτική δράση των πυρπολικών. Έτσι αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης κατασκεύασαν τα πρώτα πυρπολικά και πολύ γρήγορα εξελίχθηκαν σε επιδέξιους κατασκευαστές και χειριστές τους.

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821, σχέδιο του Καρλ Κρατσάιζεν.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ορλάνδο, την ιδέα για τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού πυρπολικού στη δυτική Ελλάδα είχε ο Σπετσιώτης θαλασσόλυ­κος Γεώργιος Μυργιαλής, ενώ στην Ανατολή τα πρώτα πυρπολικά δημιούργησε ο Γιάννης Δημουλίτσας, γνωστός με το προσωνύμιο Πατατούκος, σε συνεργασία με το Ρώσο Ιβάν Αφανάσιεβ.

Η ιδέα του Μυργιαλή είχε οικτρή αποτυχία αφού το πυρπολικό που δημιουργήθηκε στον Κορινθιακό κόλπο και οδηγήθηκε από τον Γεώργιο Παξινό κατά των οθωμανικών πλοίων που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της Ναυπάκτου απέτυχε στο σκοπό του και κάηκε άσκοπα, ενώ προηγουμένως βάρκες του οθωμανικού ναυτικού το τράβηξαν μακριά από τα πολεμικά πλοία. Ο άτυχος κυβερνήτης του αιχμαλωτίστηκε από τις ίδιες αυτές βάρκες και φονεύτηκε με φρικτό τρόπο (ανασκολοπίστηκε και στη συνέχεια ρίχτηκε στην πυρά ενώ ήταν ακόμη ζωντανός).

Αντίθετα, τα πυρπολικά του Πατατούκου είχαν καλύτερη τύχη και ένα από αυτά στα τέλη Μαΐου 1821 κατέκαψε στην Ερεσό της Λέσβου ένα μεγάλο οθωμανικό δίκροτο εντυπωσιάζοντας με το απόλυτα καταστρεπτικό του αποτέλεσμα Έλληνες και Οθωμανούς. Έκτοτε, τα πυρπολικά ή «μπουρλό­τα», όπως συνήθιζαν να τα αποκαλούν οι Έλληνες ναυτικοί, μεταβλήθηκαν στο κύριο επιθετικό όπλο του ελληνικού στόλου κατά του αντίστοιχου οθωμανικού.

Τους πλοιάρχους των πυρπολικών τους επέλεγαν οι κοινότητες των Ψαρών, των Σπετσών και της Ύδρας. Αυτοί, δε, συγκροτούσαν τα πληρώματά τους από τους ικανότερους και τολμηρότερους Έλληνες ναυτικούς. Ήταν όλοι τους εθελοντές σ’ αυτήν την εξαιρετικά επικίνδυνη υπηρεσία. Συνολικά οι τολμηροί αυτοί ναυτικοί ήταν λιγότεροι από 500.

Όπως μας πληροφορεί ο ναύαρχος Νικόδημος, πυρπολητής και ο ίδιος, στα πυρπολικά υπήρχε εκούσια πειθαρχία, αλλά και ευταξία και αλληλοσεβασμός. Αποτέλεσμα αυτού του αλληλοσεβασμού ήταν οι πλοίαρχοι να αποκαλούν και να θεωρούν τους άνδρες των πληρωμάτων τους «συντρόφους». Τα πυρπολικά, κατά τις επιθέσεις τους εναντίον εχθρικών πλοίων, ακολουθούσαν πάντα πλοία συνοδείας για τη διάσωση των πληρωμάτων.

Η τακτική των πυρπολητών ήταν απλή. Είτε έκαναν νυχτερινές αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε μεγάλα αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία των Οθωμανών είτε στις ναυμαχίες, με τόλμη και δεξιοτεχνία, έφερναν σε ευνοϊκή θέση σε σχέση με τον εχθρικό στόλο το πυρπολικό τους και στη συνέχεια επέλεγαν το στόχο τους μεταξύ των μεγαλύτερων πολεμικών πλοίων του εχθρού. Με κατάλληλους χειρισμούς και ουριοδρομία προσπαθούσαν να αποφύγουν τα πυρά των αντιπάλων τους και να αγκιστρώσουν γερά το «μπουρλότο» τους πάνω στο πλοίο-θήραμα. Οι Οθωμανοί ναύτες προσπαθούσαν να τους απωθήσουν με καταιγισμό βλημάτων κάθε είδους πυροβόλων όπλων ή με βάρκες που έστελναν εναντίον τους και οι οποίες με γάντζους που έριχναν στο πυρπολικό προσπαθούσαν να το σύρουν με σκοινιά μακριά από το στόχο τους.

Οι ναύτες των πυρπολικών, συνήθως με εξαιρετική ψυχραιμία, αντιμετώπιζαν πάνω στην πλωτή βόμβα τους – που μερικές φορές ονόμαζαν «ηφαίστειο»- αυτές τις επικίνδυνες καταστάσεις και προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους και ν’ απομακρύνουν τις εχθρικές βάρκες με άφθονες βολές από τα τρομπόνια τους, που αποκαλούσαν «τρομπονιές».

 

Ο Κανάρης πυρπολεί τούρκικο πλοίο, λιθογραφία, 1901.

 

Όταν τελικά στερέωναν γερά το πυρπολικό τους πάνω στο εχθρικό πλοίο και το πυροδοτούσαν, τα πληρώματα έφευγαν με τη σκαμπαβία που είχαν δεμένη στα πλευρά του πυρπολικού τους, ακολουθούμεθα μερικές φορές από εχθρικές βάρκες. Συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι πυρπολητές, μέχρι να μπουν κάτω από την προστασία του πλοίου συνοδείας, έδιναν πραγματικές μάχες με τα πληρώματα των εχθρικών πλοιαρίων που τους ακλουθούσαν. Για το λόγο αυτό, οι σκαμπαβίες όχι σπάνια ήταν εξοπλισμένες και με ένα κανόνι.

Όταν οι πυρπολητές πετύχαιναν την αποστολή τους, οι φλόγες από το «μπουρλότο» τύλιγαν το εχθρικό πλοίο, ενώ τα εμπρηστικά βλήματα από τα «βουτσιά» έπεφταν σαν πύρινη βροχή πάνω στα ξάρτια και το κατάστρωμα του. Οι φλόγες από τις «τρούμπες» τύλιγαν το ξύλινο σώμα του πλοίου και οι καπνοί από τα καιγόμενα ξύλα και κάθε είδους αντικείμενα έκοβαν την ανάσα και τύφλωναν τα πληρώματα, τους πεζοναύτες και τους στρατιώτες που επέβαιναν στο πυρπολούμενο πλοίο. Οι εκρήξεις από το «μπουρλότο» αλλά και από τα πυρομαχικά του πλοίου-θηράματος προκαλούσαν τρόμο και στη συνέχεια μέχρι παραφροσύνης πανικό σε όλους τους επιβάτες του. Όταν τελικά οι φλόγες έφταναν στην αποθήκη πυρομαχικών του, ακλουθούσε μια ισχυρότατη έκρηξη και τα πάντα, κατακερματισμένα, τινάζονταν στον αέρα.

 

Κατασκευή

 

Σε πυρπολικά οι Έλληνες μετασκεύαζαν πλοία που αιχμαλώτιζαν και κρατούσαν ως λεία πολέμου, αλλά και παλιά, μικρά, ευέλικτα και ευκολοκυβέρνητα ελληνικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυρίως οι ναυτικές κοινότητες της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών αγόραζαν από τους πλοιοκτήτες τους είτε με χρήματα είτε με ομόλογα.

Η αξία ενός παλιού ιστιοφόρου για τη μετατροπή του σε πυρπολικό κυμαινόταν ανάμεσα σε τριάντα και εκατό χιλιάδες γρόσια. Η προετοιμασία και η μετασκευή ενός πλοίου σε πυρπολικό ήταν πραγματικά επίπονη εργασία που απαιτούσε ειδικές γνώσεις και δεξιοτεχνία.

Άνοιγαν στο κατάστρωμα του πλοίου τετράγωνα ανοίγματα μήκους πλευράς0,65 μ., που ονόμαζαν «ρούμπους». Κάτω από τους «ρούμπους» ετοίμαζαν με σανίδια μέσα στον κοραδούρο ειδικές θήκες που ονόμαζαν «μίνες της φωτιάς» και «μίνες της μπαρού­της».

Στις «μίνες της φωτιάς» τοποθετούσαν μια εξαιρετικά εμπρηστική ύλη αποτελούμενη από θείο, νίτρο και πυρίτιδα. Την ύλη αυτή έπλαθαν σε βόλους δημιουργώντας σφαιρικά εμπρηστικά βλήματα. Πάνω από τους βόλους τοποθετούσαν φρύγανα και άλλα εύφλεκτα υλικά. Στις «μίνες της μπαρούτης» στερέωναν ημιβάρελα που ονόμαζαν «βουτσιά», μέσα στα οποία τοποθετούσαν μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας. Ειδικότερα, γύρω από το πρωραίο κατάρτι άνοιγαν τέσσερις ρούμπους όπου σφήνωναν ισάριθμα βαρέλια με κλίση προς τα εμπρός. Τα βαρέλια αυτά τα γέμιζαν μέχρις ενός σημείου με πυρίτιδα. Στη συνέχεια τοποθετούσαν ένα ξύλινο διάφραγμα και πάνω από το διάφραγμα τοποθετούσαν μερικές δεκάδες ευμεγέθη εμπρηστικά βλήματα.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Αριστερά και δεξιά του πυροβόλου της πλώρης τοποθετούσαν τις «τρούμπες» που αποτελούσαν επινόημα του Πατατούκου. Ήταν οι τρούμπες τμήματα κορμών μεγάλων δέντρων μήκους μεγαλύτερου του ενός μέτρου που έφεραν μέχρι ενός σημείου του μήκους τους κοίλωμα διαμέτρου 12 ως15 εκατοστά. Το κοίλωμα αυτό το γέμιζαν με την ίδια εμπρηστική ύλη με την οποία κατασκεύαζαν τα εμπρηστικά βλήματα και την κατάλληλη στιγμή το πυροδοτούσαν με αποτέλεσμα οι «τρούμπες» να εκτοξεύουν τεράστιες φλόγες.

Τελικά οι φλογοβόλες αυτές συσκευές αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές κατά τον εμπρησμό μεγάλων οθωμανικών πλοίων από τα πυρπολικά. Οι εσωτερικές πλευρές του πυρπολικού αλείφονταν ολόκληρες με θείο, οινόπνευμα και πίσσα, ενώ σε διάφορα σημεία του τοποθετούσαν δέματα φρύγανων και δαδιών, ασκιά με πίσσα, βαρέλια με ρετσίνι και θειάφι, αλλά και δοχεία με οινόπνευμα και νέφτι.

Για την πυροδότηση του πυρπολικού κατασκεύαζαν με καρφιά και σανίδια ένα τετράγωνο λούκι στο υπόστρωμα, το οποίο ξεκινούσε από το ένα πορτέλο της πρύμνης, προχωρούσε μέχρι την πλώρη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της μιας πλευράς του πυρπολικού και στη συνέχεια γύριζε προς την πρύμνη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της άλλης πλευράς του, για να καταλήξει στο άλλο πορτέλο της πρύμνης -αν βέβαια υπήρχε και δεύτερο πορτέλο στην πρύμνη του πυρ­πολικού.

Κάθετα προς το λούκι αυτό κατασκεύαζαν άλλα βραχύτερα λούκια που οδηγούσαν στις μίνες της φωτιάς και εκείνες της μπαρούτης. Όλα αυτά τα λούκια τα γέμιζαν με πυρίτιδα για την πυροδότηση του «μπουρλότου» την κατάλληλη στιγμή. Στα πλαϊνά τοιχώματα του πλοίου άνοιγαν θυρίδες που ονόμαζαν «μπουκαπόρτες» για την κυκλοφορία του αέρα, όταν θα πυροδοτούσαν το πυρπολικό, και την ταχύτερη μετάδοση της φωτιάς. «Μπουκαπόρτες» ονόμαζαν επίσης και τα σκεπάσματα που κάλυπταν τα ανοίγματα των «ρούμπων». Όταν ταξίδευε το πυρπολικό, όλες οι «μπουκα­πόρτες» ήταν κλειστές για να μην επηρεάζονται από τη θαλασσινή υγρασία οι εύφλεκτες ύλες που μετέφερε. Όταν όμως το πυρπολικό βρισκόταν σε επίθεση, όλες οι «μπουκαπόρτες» του ήταν ανοιχτές.

Μέσο διαφυγής του πληρώματος του πυρπολικού αποτελούσε η σκαμπαβία του, την οποία σε περίπτωση επίθεσης εξαρτούσαν από ένα σκοινί που ήταν στερεωμένο σε όλο το μήκος τής μη βαλλόμενης πλευράς του πυρπολικού. Όταν κατάφερναν οι πυρπολητές να προσδέσουν γερά το πυρπολικό τους σ’ ένα από τα εχθρικά πολεμικά πλοία, τότε έφερναν τη σκαμπαβία στην πρύμνη του πυρπολικού τους και έμπαιναν όλοι μέσα σ’ αυτή. Τελευταίος έμπαινε ο πλοίαρχος, ο οποίος με τον πυρσό (μίτζα) ή τη χουλιάρα με τ΄ αναμμένα κάρβουνα πυροδοτούσε την πυρίτιδα που βρισκόταν μέσα στα λούκια. Στη συνέχεια και ενώ το πυρπολικό και ο στόχος του τυλίγονταν στις φλόγες και συγκλονίζονταν από τις εκρήξεις, οι πυρπολητές με δυνατή κωπηλασία απομακρύνονταν με κατεύθυνση προς το πλοίο υποστήριξης του πυρπολικού τους, ναυμαχώντας πολλές φορές με τις εχθρικές βάρκες που με μανία τους καταδίωκαν μέχρι να πλησιάσουν προς το πλοίο προστασίας που τις υποδεχόταν με άφθονες κανονιές.

Νίκος Βασιλάτος

Ιστορικός – συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


  • Αλεξανδρής Κ., Αι ναυτικαί επιχειρήσεις 1821-1824, Ναυτική Επιθεώρησις, 1930.
  • Cohen Jean, Tableau de la Grèce en 1825, Paris 1826.
  • Λαζαρόπουλος I., To πολεμικόν ναυτικόν της Ελλάδος, Ναυτική Επιβεώρησις, 1936.
  • Νικόδημος Κωνσταντίνος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, Αθήνησι 1862.
  • Ορλάνδος Av., Ναυτικά, ήτοι Ιστορία των κατά του υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδος αγώνα πεπραγμένου υπό των τριών ναυτικών νήσων, εν Αθήναις 1869.
  • Rados C. Ν., La marine Grecque pendant la guerre de l’  indépendance, Athènes 1907.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »