Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Ανδρούτσος ή Κολανδρούτσος Γεώργιος (1782; -1849): ο ναύαρχος των Σπετσών


 

Ανδρούτσος ή Κολανδρούτσος Γεώργιος (1782 – 1849). Ελαιογραφία (1860), Τσόκος Διονύσιος, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Μία από τις σημαντικότερες μορφές του ναυτικού Αγώνα του 1821, ο Γεώργιος Ανδρούτσος, γνωστότερος σαν Κολανδρούτσος, γεννήθηκε στις Σπέτσες γύρω στα 1782. Ιδιοκτήτης του βρικιού «Παγκρατίων», που ναυπήγησε στις Σπέτσες το 1813, ασχολήθηκε δραστήρια με το ναυτεμπόριο της εποχής αποκτώντας παράλληλα την απαραίτητη για τον κατοπινό αγώνα εξαιρετική ναυτική εμπειρία.

Στις 3 Απριλίου 1821, αμέσως μετά την κήρυξη της Επανάστασης στις Σπέτσες, ο Κολανδρούτσος γίνεται μέλος της Επιτροπής η οποία διοίκησε στη διάρκεια του Αγώνα το νησί και διηύθυνε τις πολεμικές επιχειρήσεις του. Ο «Παγκρατίων» τον συνόδευσε σχεδόν σε όλες τις ναυτικές αποστολές του. Στις επιχειρήσεις του τρινήσιου ελληνικού στόλου στον Αργολικό, το Σεπτέμβριο του 1822, ηγήθηκε της ναυτικής μοίρας του νησιού του ως ναύαρχος, ενώ στα 1823 και 1824 εκλέχθηκε και επανεκλέχθηκε ναύαρχος των Σπετσών, διατηρώντας το αξίωμα αυτό μέχρι το τέλος του Αγώνα.

Παρά τους όχι και τόσο κολακευτικούς χαρακτηρισμούς των τοπικών ιστοριογράφων, του Αν. Ορλάνδου, ο οποίος περιγράφει τον Κολανδρούτσο ως «άνδρα γενναίον μεν, τίμιον και σοβαρόν, αλλ’ ουχί ι­κανότητος αναλόγου προς την ναυαρχικήν θέσιν…», και του Αν. Χαχζη-Αναργύρου, ο οποίος τον χαρακτηρίζει «απλοϊκό στον χαρακτήρα και αγαθό…», ο ίδιος κατόρθωνε, ενισχυμένος από γνήσια πατριωτική δύναμη και από διακαή πόθο για την απελευθέρωση της πατρίδας, να επιβάλλεται, στις περισσότερες των περιπτώσεων, στα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και την ανυπακοή των πληρωμάτων του, ώστε ο σπετσιώτικος στόλος υπό τις εντολές του να συμβάλει στην επιτυχή έκβαση πολλών ναυμαχιών του Αγώνα, όπως αυτή στο στενό Κω – Αλικαρνασσού (24-8-1824), στη ναυμαχία του Γέροντα (29-8-1824), στη ναυμαχία στο Ηράκλειο της Κρήτης (1/2-11-1824), στη ναυμαχία του Καφηρέα (20-5-1825), στη ναυμαχία της Σούδας (2-6-1825), στη ναυμαχία του Πατραϊκού (23-7-1825), στις προσπάθειες ανεφοδιασμού των αποκλεισμένων στο Μεσολόγγι (30-3 έως 8-4-1826).

Τον ίδιο χρόνο, αμέσως μετά τον κατάπλου της φρεγάτας «Ελλάς», ο Ανδρούτσος διορίζεται από την κυβέρνηση Α’ κυβερνήτης του πλοίου με το βαθμό του στολάρχου. Το 1827 ο Γ. Ανδρούτσος, επιβαίνοντας στον «Παγκρατίωνα», καταπλέει στη Χίο ως «Μοίραρ­χος του κατά την Χίον στολίσκου» με σκοπό την ενίσχυση των στρατευμάτων του Φαβιέρου και τον αποκλεισμό του νησιού, με απώτερο στόχο την απε­λευθέρωσή του και την ενσωμάτωσή του στο νεοσύστατο κράτος. Η συμβολή του όμως στην επιχείρηση αυτή στάθηκε ουσιαστικά αρνητική και εντελώς αναποτελεσματική, αφού ο Σπετσιώτης ναύαρχος εγκαταλείφθηκε από τα ατακτούντα πληρώμα­τά του, τα οποία διεκδικώντας αμοιβές από τις – ανύπαρκτες άλλωστε- λείες του πολέμου είχαν ήδη επιδοθεί σε πειρατικές καταδρομές.

Αργότερα, στο πλαίσιο της προσπάθειας του Κυβερνήτη Καποδίστρια για την ανασυγκρότηση και διοργάνωση του ναυτικού, απονεμήθηκε στον Γ. Ανδρούτσο ο βαθμός του αντιναυάρχου, ενώ με διάταγμα της 5ης Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε η Τριμελής Επιτροπή διεύθυνσης της Ναυτικής Υπηρεσίας, στην οποία εκτός των Σαχτούρη και Κανάρη μετείχε και ο Ανδρούτσος.

Το 1831 επίσης, στο πλαίσιο μιας ύστατης προσπάθειας του Καποδίστρια να αμβλύνει τις αντιθέσεις του με τους ναυτικούς των νησιών, ο Ανδρού­τσος ορίστηκε με σχετικό διάταγμα μέλος της επιτροπής του νεοσύστατου Ταξιαρχικού Σώματος διά την υπηρεσίαν των Ναυτικών, με σκοπό την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, κατά τη διάρκεια των θλιβερών συμβάντων στον Πόρο, ο Γ. Ανδρού­τσος στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια, όπως άλλωστε και ολόκληρη η οικογένειά του και η πλειονότητα των Σπετσιωτών συμπατριωτών του, αναλαμβάνοντας καίριες θέσεις ευθύνης αντιμετώπισης των Υδραίων και των άλλων στασιαστών.

Με την έλευση του Όθωνα και την εκ νέ­ου προσπάθεια αναδιοργάνωσης του κράτους, ο Ανδρούτσος, παρ’ ότι ορί­στηκε μέλος της «Επί των ναυτικών εκδουλεύσεων Εξεταστικής Επιτροπής», τέθηκε σε μακρόχρονη διαθεσιμότητα. Αργότερα ο βασιλιάς Όθωνας, επανεκτιμώντας τα δεδομένα, έδειξε πράγματι μία εύνοια, προσωρινή όμως, και τον Ιανουάριο του 1841 τον προήγαγε στο βαθμό του υποναυάρχου του εθνικού στόλου.

Όντας από τους γηραιότερους, για τα δεδομένα της εποχής, επιζώντες ναυάρχους του ελληνικού στόλου, αδυνατούσε να ενστερνισθεί νεοτερισμούς φωτισμένων αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού για την επιβεβλημένη εκ βάθρων ανασυγκρότηση του Σώματος. Αποσύρθηκε στις Σπέτσες, όπου πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, τιμώμενος εξαιρετικά από τους συμπατριώτες του. Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1849, σε ηλικία 67 ετών.

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

Read Full Post »

Σαχτούρης Δ. Γεώργιος (1783-1841):ο αντιναύαρχος της Ύδρας


 

Γεώργιος Σαχτούρης

Διακεκριμένος ναυμάχος του Αγώνα του 1821, ο Γεώργιος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 13 Μαΐου 1783, γιος του Δημητρίου Πολύγκαιρου και της Μαρίας Νικολάου Γκίτζα. Η περιπετειώδης νεανική του ηλικία συμπίπτει με την περίοδο της θεαματικής εξέλιξης του νησιού του στον τομέα της ναυτιλίας και του εμπορίου και με τα τεράστια κέρδη που, λόγω του γεγονότος αυτού, συσσωρεύτηκαν στα χέρια των Υδραίων ναυτεμπόρων. Ο πατέρας του, Δημήτρης, εξαίρετος καραβομαραγκός της εποχής, λέγεται ότι έλαβε το προσωνύμιο Σαχτούρης, το οποίο επικράτησε τελικά και ως οικογενειακό επίθετο, από ένα μεγάλο δίστηλο σκαρί 8 τόνων που κατασκεύασε πρώτος στην Ύδρα, μιμούμενος παρόμοια ιστιοφόρα που χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί και που ονόμαζαν σαχτούρια.

Ο Γεώργιος Σαχτούρης από μικρή ηλικία υπηρέτησε σαν τζόβενο (νεαρός μούτσος), για να εξε­λιχθεί αργότερα σε πλοίαρχος. Πολύ νέος παντρεύτηκε την επίσης Υδραία Πανούργια Δημ. Γκιώνη, με την οποία απέκτησε εφτά παιδιά: Μαρία, Δη­μήτριο, Σταμάτιο, Νικόλαο, Μιλτιάδη, Κωνσταντίνο και Θεμιστοκλή.

Το 1819 ο Σαχτούρης είναι ήδη πλοιοκτήτης και καπετάνιος ενός ολοκαίνουργιου βριγαντίνου, της περίφημης «Αθηνάς», που κατασκευάστηκε στο Μαντράκι της Ύδρας. Με το πλοίο του αυτό μεγαλούργησε στον Αγώνα. Λίγες μόνο ημέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 22 Απριλίου 1821, ο Σαχτούρης ακολουθεί τον Γιακουμάκη Τομπάζη, αρχηγό της υδραίικης ναυτικής μοίρας, που μαζί με την ψαριανή και τη Σπετσιώτικη εκπλέουν για την απελευθέρωση της Χίου και της Σάμου.

Γεώργιος Σαχτούρης, Pouqueville, 1840.

Η ατυχούς έκβασης ελληνική αυτή αποστολή αμαυρώθηκε από το τραγικό γεγονός της σύλληψης και λαφυραγωγίας από τα πλοία των Υδραίων Γ. Σαχτούρη και Λ. Πινότση διερχόμενου τουρκικού βρικιού, γεμάτου προσκυνητές και Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι κατεσφάγησαν με εντολή των δύο πλοιάρχων. Αργότερα η βέβηλη αυτή, διεθνώς κατακριτέα, πράξη θα αποδοθεί από τους υπευθύνους σε κίνηση αντεκδίκησης για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και τη σφαγή των Ελλήνων ναυτών του οθωμανικού στόλου στο Μούρτο, οι περισσότεροι από τους οποί­ους ήσαν Υδραίοι.

Το Φεβρουάριο του 1822 ο Σαχτούρης έλαβε μέρος στη ναυμαχία των Πατρών υπό τις εντολές του Ανδρέα Μιαούλη και λίγο αργότερα συνετέλεσε με τη δράση του στη λύση του αποκλεισμού του Μεσολογγίου από τουρκική μοίρα η οποία αναγκάστηκε να καταφύγει στα Δαρδανέλια.

Η δράση της υδραίικης ναυτικής μοίρας την οποία διηύθυνε συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1823, με ουσιαστικότερη παρουσία του Σαχτούρη από το 1824 και εξής, όπως πλήρως τεκμηριώνεται μέσω του ημερολογίου του πλοίου του «Αθηνά», στο οποίο αναγράφονται και σχολιάζονται από τον ίδιο τα ναυτικά γεγονότα και οι ναυμαχίες εκείνων των χρό­νων.

Ο Γ. Σαχτούρης συμμετείχε στην εκστρατεία της Κάσου (Ιούνιος 1824), ενώ τον ίδιο μήνα, αμέσως μετά την καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), πήρε μέρος στην αναποτελεσματική επιχείρηση για την ανακατάληψη τους.

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

Αποφασιστική υπήρξε και η συμβολή του στη ναυμαχία της Μυκάλης (5 Αυγούστου 1824), ενώ οι πολεμικές του ικανότητες α­ναδείχθηκαν ιδιαίτερα στην περίφημη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824). Ο Σαχτούρης μαζί με τους Ν. Αποστόλη και Γ. Ανδρούτσο καταναυμαχεί στις 23 Μαΐου 1825 τον τουρκικό στόλο στη ναυμαχία του Καφηρέα και αργότερα συμμετέχει στην εκστρατεία υπέρ του Με­σολογγίου.

 

Γεώργιος Σαχτούρης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η νικηφόρα δράση του συνεχίζεται το 1826 με τη συμμετοχή του στη ναυμαχία της Σάμου και της Μυτιλήνης, καθώς και στις άκαρπες προσπάθειες ανεφοδιασμού των αποκλεισμένων του Μεσολογγίου. Το 1827 συμμετέχει στην τολμηρή επιχείρηση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων υπό τον Κόχραν στην Αλεξάνδρεια για την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου, ενώ στη συνέχεια δρα, και πάλι υπό τον Κόχραν, στις επιχειρήσεις του Βασιλαδίου, έξω από το Μεσολόγγι.

Γεώργιος Σαχτούρης, Grossi, Νέος Αριστοφάνης.

Η νικηφόρα ολοκλήρωση του ελληνικού ναυτικού Αγώνα και η έλευση του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια σήμαναν τη διοικητική αναδιοργάνωση των ναυτικών πραγμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ο κυβερνήτης αναθέτει στον Σαχτούρη την αρχηγία της ναυτικής μοίρας των μεσσηνιακών παραλίων με στόχο την παρεμπόδιση ανεφοδιασμού των φρουρίων Μεθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου και αργότερα τον αποκλεισμό της θαλάσσιας περιοχής από τον Αμβρακικό έως την Κρήτη.

Πιστός θεματοφύλακας της πολιτικής Καποδίστρια, ο «…ήπιος Σαχτούρης» – κατά τον Σπετσιώτη ιστορικό Α. Χατζή-Αναργύρου στα «Σπετσιωτικά» του – συγκρούστηκε επανειλημμένα με τους αντιπάλους του Κυβερνήτη. Παρ’ όλ’ αυτά, αναγκασμένος εκ των πραγμάτων, έλαβε μέρος υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη στην καταστροφή του ελληνικού στόλου στον Πόρο, τον Ιούλιο του 1831.

Ο Γ. Σαχτούρης διετέλεσε μέλος της Ναυτικής Υπηρεσίας (1830) και της Επιτροπής Ναυτικών Καταλόγων (1833), μαζί με τους Γ. Ανδρούτσο και Α. Ν. Αποστόλη. Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πήρε το βαθμό του αντιναυάρχου και τοποθετήθηκε ως διευθυντής του Ναυστάθμου στον Πόρο, όπου υπηρέτησε μέχρι το θάνατό του. Πέθανε στην Ύδρα στις 30 Ιανουαρίου 1841 και ενταφιάσθηκε στο ναό της Υπαπαντής.

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Κουσκούρη Πολυτίμη (1820-1854) – Βιογραφία & Εργογραφία


 

 

Η δασκάλα Πολυτίμη Κουσκούρη γεννήθηκε στο Μυστρά, τον Νοέμβριο του 1820 και γαλουχήθηκε μέσα σε μια οικογένεια πατριωτών. Πατέρας ήταν ο Ηλίας Κουσκούρης, ένας από τους πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του ’21 και μητέρα της η Φλωρεντία Κουσκούρη. Ο καθαρισμός των όπλων του πατέρας της και η ανάγνωση  βιβλίων [1] στα «κρυφά», ήταν οι κύριες ενασχολήσεις της νεαρής Πολυτίμης.         

Αν και η Πολυτίμη Κουσκούρη δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των αγωνιστριών του ’21, εργάστηκε με ζήλο και ενθουσιασμό μετά την εθνική ανεξαρτησία. Έτσι, το 1834 γράφτηκε στο Πρότυπο Σχολείο Κορασίων Ναυπλίου. Ήταν μία από τις 134 μαθήτριες που παρακολούθησαν μαθήματα και η αγαπημένη μαθήτρια της διευθύντριας της Σχολής και δασκάλας τότε Πιτταδάκη Ελένης.          

Σε ηλικία δεκαέξι ετών η Πολυτίμη παρουσιάστηκε στην Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή Ναυπλίου και υποβλήθηκε σε εξετάσεις [2] για την απόκτηση του διδασκαλικού πτυχίου. Από τη στιγμή που διορίστηκε, στις 3 Μαΐου 1837 στο Παρθεναγωγείο στο Ναύπλιο, στήριζε την οικογένειά της οικονομικά. Μάλιστα, για να καταφέρει να καλύψει όλες τις οικογενειακές ανάγκες, αφού ολοκλήρωνε τις υποχρεώσεις της στο Παρθεναγωγείο, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα.

Το σχολείο υπό τη διεύθυνση της Κουσκούρη λειτούργησε τέλεια και χαρακτηρίστηκε ως υποδειγματικό. Το γεγονός επιβεβαιώνει η επίσκεψη της βασίλισσας Αμαλίας, η οποία έμεινε έκπληκτη από την άριστη λειτουργία του και χάρισε στην Πολυτίμη μία «μικράν πόρπην ην έφερεν πάντοτε επί του στήθους της» ως ένδειξη της ευαρέσκειάς της προς τη νεαρή δασκάλα. Επιπλέον, έδωσε εντολή στο Υπουργείο να προαγάγει την Πολυτίμη σε διδασκάλισσα Β΄ βαθμού [3], αφού πρώτα όμως έδωσε εξετάσεις ενώπιον των διευθυντών των δημοτικών σχολείων και των καθηγητών του Γυμνασίου το 1837. 

Στις 10 Απριλίου 1840 βραβεύτηκε από τον διευθυντή των σχολείων της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του Αρσακείου. Τον Ιούνιο του 1843, η μισθοδοσία της Κουσκούρη μεταβιβάστηκε από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο Δημοτικό Ταμείο Ναυπλίου. Από τότε η διδασκάλισσα σταμάτησε να πληρώνεται, παρ’ όλα τα παρακλητικά έγγραφα που απεύθυνε προς τη Γραμματεία για να λαμβάνει τακτικά το μισθό της. Οι προσπάθειες της έπεσαν στο κενό και λόγω ότι βρισκόταν πλέον σε άθλια οικονομική κατάσταση, ζήτησε τη μετάθεση της από το σχολείο. Η αίτησή της δεν έγινε αποδεκτή, αλλά τελικά στις 3 Οκτωβρίου μετατέθηκε στο δημοτικό σχολείο κορασίων του Πειραιά, όπου ανέλαβε τη διεύθυνσή του.

Η Κουσκούρη έφυγε από το Ναύπλιο αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στους πολίτες αλλά και στις αρχές του τόπου. Ο ίδιος ο Δήμαρχος Ναυπλίου έστειλε επιστολή, στην οποία εξέφραζε την απώλεια από την απουσία της Κουσκούρη και τη βαθειά ευγνωμοσύνη του προς το πρόσωπο της για το πολύτιμο έργο που είχε πράξει.

Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος. Υπό Πολυτίμης Κούσκουρη, 1854.

Συνέχισε την διδασκαλική της καριέρα στον Πειραιά. Τέσσερα χρόνια μετά το καλοκαίρι του 1849 ο Υπουργός Εκκλησιαστικών και ο Διευθυντής των δημοτικών σχολείων εξέφρασαν δημοσίως την ικανοποίησή τους για το έργο της Κουσκούρη και την προβίβασαν στο βαθμό της Επαρχιακής δασκάλας. Δυο χρόνια μετά προσκλήθηκε από το Υπουργείο για να διοργανώσει το πρώτο σχολείο κορασίων που ίδρυσε ο δήμος στην Αθήνα κατά την Οθωνική περίοδο. Την 1η Οκτωβρίου του 1851, ημέρα έναρξης της λειτουργίας της εν λόγω σχολής, ο Υπουργός Παιδείας εξέφρασε δημοσίως την ευχαρίστηση-ικανοποίηση του για το έργο της Κουσκούρη και την προήγαγε στον ανώτερο βαθμό που μπορούσε να πάρει εκείνη την εποχή ένας δάσκαλος ή μία δασκάλα, δηλαδή σε Α΄ τάξης Νομαρχιακή Δασκάλα. 

Η διεύθυνση της σχολής υπό την Κουσκούρη φαίνεται πως ξεπέρασε τις προσδοκίες των αρχών και των πολιτών. Η νεαρή αλλά έμπειρη πια δασκάλα προσέλαβε ικανές και ικανούς δασκάλες/ους και βοηθούμενη από την υποδιευθύντρια Μαριέτα Ανδριέτου, δημιούργησε Νηπιαγωγείο, Αλληλοδιδακτικό και με το πέρας του χρόνου Συνδιδακτικό και τρεις τάξεις του Ελληνικού Σχολείου, από το οποίο έβγαιναν πτυχιούχες μαθήτριες. Επιπρόσθετα, εισήγαγε τα μαθήματα της μουσικής, της ζωγραφικής, του χορού και της γυμναστικής (Ασημάκη, 2007: 55-56, Φουντουκλή, 1890: 2-3).

Ένα χρόνο αργότερα, το 1852, στις πρώτες θερινές εξετάσεις [4] των κοριτσιών, η βασίλισσα Αμαλία βρέθηκε εκεί και εξέφρασε στην Πολυτίμη ξανά την «ευαρέσκειά της για την απόδοση του σχολείου». Επίσης, η Δημοτική Αρχή έστειλε εγγράφως τα συγχαρητήρια στην Πολυτίμη συνοδευόμενο από ένα σπουδαίο χρηματικό ποσό.

Το 1854 η Πολυτίμη αποφάσισε να δεχτεί την υποτροφία της βασίλισσας Αμαλίας για τη μετεκπαίδευσή της σε «εκπαιδευτικά καταστήματα» της Γερμανίας. Ενώ, όμως ετοιμαζόταν για το ταξίδι της, αρρώστησε από την επιδημία της χολέρας και πέθανε σε ηλικία 34 χρονών τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, τόσο η οικογένειά της όσο και το έθνος [5] θρήνησε για το χαμό της Πολυτίμης, που υπηρέτησε για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια την εκπαίδευση (Ασημάκη, 2007: 57, Φουντουκλή, 1890: 4).

Από τον επικήδειο λόγο που συντάχθηκε από τον Κ. Δ. Ιωαννόπουλο, συνάδελφου της Πολυτίμης και εκφωνήθηκε στην κηδεία της από τον ίδιο, πληροφορούμαστε πολλά στοιχεία για τις αρετές, τα χαρίσματα και τον χαρακτήρα της Σπαρτιάτισσας. Όπως αναφέρει ο συνάδελφος και φίλος Ιωαννόπουλος, η Πολυτίμη ήταν μια ενάρετη γυναίκα, καταγόμενη από μια έντιμη οικογένεια που είχε μοχθήσει πολύ στο αγώνα κατά την Επανάσταση. Ο συνάδελφός της αναγνώριζε στην Πολυτίμη την έφεση που είχε στη διδασκαλία και παράλληλα στην διοίκηση του σχολείου. Πολλές από τις μαθήτριές της ακολούθησαν το παράδειγμά της και διορίστηκαν δασκάλες.

Η Πολυτίμη Κουσκούρη όπως αναφέρει ο Ιωαννόπουλος είχε συνεχή επαφή με τη νέα γνώση και δεν περιόριζε τη διδασκαλία της στην απλή διάλεξη. Για τον συντάκτη της Νεκρολογίας, η Πολυτίμη, αποτέλεσε άριστη συνάδελφος και ειλικρινής φίλη. Επιπλέον, η Πολυτίμη χαρακτηρίζεται για την χρηστότητα των ηθών της και την πιστή εκπλήρωση των θρησκευτικών της καθηκόντων. Τέλος, ο ομιλητής θεωρεί ότι το συγγραφικό και διδασκαλικό της έργο ωφέλησε το κοινωνικό σύνολο και τίμησε τη ελληνική γυναικεία ευφυΐα (Ιωαννόπουλος, 1855: 436-437).

Η Πολυτίμη γνώριζε Γαλλικά, Ιταλικά και Γερμανικά. Έγραψε πολλά πρωτότυπα άρθρα και μεταφράσεις που εκδόθηκαν στα περιοδικά της εποχής Ευτέρπη (Περί προκαταρκτικής παιδείας, Αθήναι, 1854), Νέα Πανδώρα (Περί της των κορασίων ανατροφής, 1853, Περί της των Αρχαίων Φιλοσοφίας και των διαφόρων αιρέσεων αυτής, 1854, Περί της εκπαιδεύσεως του γυναικείου φύλου, 1853), Χρυσσαλίς και στην Εφημερίς των Μαθητών.

Συγχρόνως, έγραψε και δημοσίευσε πολλά εκπαιδευτικά βιβλία όπως: Περί αλληλοδιδακτικής μεθόδου, 1854 Ο Κυνηγός και Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος [6], 1854. Το τελευταίο φαίνεται πώς είναι το σημαντικότερο έργο που έγραψε η Κουσκούρη, το οποίο αφιέρωσε στη βασίλισσα Αμαλία και αντίτυπα αυτού δώρισε επίσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αρσάκειο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Ασημάκη, 2007: 56, 59, Ριζάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 4). 

Πέρα από την επίδοσή της στα γράμματα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη χειροτεχνία, τη μουσική και τη ραπτική. Μεγάλη αγάπη έτρεφε η Πολυτίμη για τη φύση και λάτρευε τα άνθη. Όπως μας πληροφορεί η Φουντουκλή, το μικρό της δωμάτιο κοιτούσε πάντα σε ένα μικρό κήπο, τον οποίο επισκεπτόταν πριν κοιμηθεί. Λέγεται ακόμα ότι έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε και υμνούσε το Θεό (Φουντουκλή, 1890: 3).

Την Πολυτίμη Κουσκούρη θαύμαζαν [7] οι φιλόλογοι Φίλιππος Ιωάννου και  Σκαρλάτος Βυζάντιος. Επίσης, η συγγραφέας της εποχής Dora dIstria στο σύγγραμμά της Η περιήγησίς μου στην Ανατολή σχολιάζει θετικά το βιβλίο της Κουσκούρη ‘Γεωγραφία της Αρχαίας Ελλάδος’, χαρακτηρίζοντάς το ως «άριστα καταρτισμένον» (Φουντουκλή, 1890: 4).          

Το έργο της Πολυτίμης Κουσκούρη αποτελεί ωδή προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, εμπλουτισμένη με διαφωτιστικές επιρροές, όπου σε συνδυασμό με τη σπουδή της φύσης και της αρετής, βοηθά τον άνθρωπο να εξευγενίσει την ψυχή του και μέσω της αλήθειας και της ορθής σκέψης να οδηγηθεί σταδιακά στην ευδαιμονία (Κουσκούρη, 1854: 238-239, 94-96).                

 

Μπούμπουρα Μαρία

Δασκάλα – Ηράκλειο, Κρήτης. 

 

 Υποσημειώσεις


[1] Η Πολυτίμη προμηθευόταν βιβλία και διάβαζε στα κρυφά, παρ’ όλες τις επιπλήξεις της μητέρας της για την εγκατάλειψη της ραπτικής και την παραμέληση των άλλων οικιακών εργασιών. Την εποχή εκείνη η ενασχόληση των γυναικών με τα γράμματα θεωρούταν επιβλαβής και τρόπον τινά πολυτέλεια. Ωστόσο, η διαφωνία της μητέρας δεν κατάφερε να αλλάξει γνώμη στην φιλομαθέστατη κόρη, η οποία είχε άριστη επίδοση στο σχολείο και περνούσε ώρες ατέλειωτες παρέα με τα βιβλία της   (Ασημάκη, 2007: 55, Φουντουκλή, 1890: 2).    

[2] «Η Πολυτίμη ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που έδωσε εξετάσεις στην τότε εκπαιδευτική επιτροπή, προκείμενου να αποκτήσει δίπλωμα διδασκάλισσας» (Ασημάκη, 2007: 56).

[3] «Ο νόμος του 1834 διαιρούσε το διδακτικό προσωπικό σύμφωνα με τις γνώσεις του σε τρεις κατηγορίες-τάξεις: α) σε διδασκάλους πρωτευουσών, νομών και επαρχιών, β) σε διδασκάλους δήμων Α’ τάξης και γ) σε διδασκάλους δήμων Β’ και Γ’ τάξης. Ανάλογος με το βαθμό ήταν και ο μισθός: 100 δραχμές Α’ τάξης διδάσκαλοι, 80 Β΄ τάξης, 50 Γ’ τάξης» (Κλάδος, 1860: 533).

[4] «Την Κυριακήν εγένετο έναρξις των ενιαυσίων εξετάσεων των μαθητριών του δαπάνη του δήμου Αθηνών συντηρούμενου εκπαιδευτηρίου των κορασίων, διευθυνομένου παρά της Κυρίας Πολυτίμης Κουσκούρη, παρήσαν εν αυταίς αι αρμόδιαι Κυβερνητικαί και Δημοτικαί αρχαί, η εφορευτική και εξεταστική επιτροπή και άλλοι φιλόμουσοι πολίται. Προ των εξετάσεων εξεφώνησεν η Κ. διευθύντρια λόγο, αρμόδιον εις την περίστασιν ταύτην, ευαρεστον εντύπωσιν εις το εκλεπτόν ακροατήριον εμποιήσαντα. Το αποτέλεσμα των εξετάσεων τούτων θέλομεν δημοσιεύσει μετά το πέρας αυτών και την δήλωσιν της περί αυτών κρίσεως της Εξεταστικής Επιτροπής, συγκροτουμένης εκ λογίων και ευϋπόληπτων ανδρών. Και ο ζήλος των διδασκουσών εν τω διδακτηρίω τούτω, και η επιμέλεια των εις τούτο φοιτώντων κορασίων πιστεύομεν ότι θέλει να αποδείξει καρπόν ανάλογον προς τας ευχάς της Σεβ. Κυβερνήσεως και τας προσδοκίας του δήμου και των φιλοτίμως τα αυτού διεπόντων δημοτικών αρχών. Την προσεχή Κυριακήν 13 περαιουμένων των ανωτέρων εξετάσεων διανέμονται τα βραβεία» (Κουσκούρη, 1853: 184).

[5] Μάλιστα το Υπουργείο Εκκλησιαστικών έστειλε συλλυπητήριο έγγραφο στον πατέρας της, υπογεγραμμένο από τον Υπουργό Π. Αργυρόπουλο, με το οποίο επευφημούσε την Πολυτίμη ως την πιο ικανή και πρόθυμη δασκάλα. Επιπλέον, χορήγησε 200 δραχμές στην μικρότερη αδελφή της ως βοήθεια για τις σπουδές της πιθανότατα στη ζωγραφική (Φουντουκλή, 1890: 5).       

[6] Η Γεωγραφία της Π. Κουσκούρη εκδόθηκε το 1854 και είναι αφιερωμένη στη βασίλισσα Αμαλία. Πρόκειται για γεωγραφία της αρχαίας Ελλάδας, που σκοπό έχει να διδάξει τη νεολαία, να αυξήσει το ζήλο για αγώνες έτσι ώστε να ξαναζήσει η Ελλάδα το αρχαίο μεγαλείο. Το βιβλίο διαιρείται σε πέντε μέρη, αναφέρεται αρχικά στην καταγωγή των Ελλήνων και το γεωγραφικό χώρο που ονομαζόταν Ελλάδα, συνεχίζει με τα γεωγραφικά διαμερίσματα ξεκινώντας από την Πελοπόννησο (Πατριδογνωσία). Η Κουσκούρη στον πρόλογο του έργου δε χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την αγωγή των παιδιών, η οποία είναι και αποτέλεσμα της επιρροής που δέχονται οι άνθρωποι μέσα στην κοινωνία. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για να δημιουργηθεί ένας ανώτερος πολίτης, σ’αυτό συντελούν παράγοντες όπως: οι νόμοι του κράτους όταν οδηγούν στην ευημερία και στην ευτυχία, η οικογένεια, το εύκρατο κλίμα και η θρησκεία (Κουσκούρη, 1854: ε΄- ή).

[7] Από τους συνδρομητές του βιβλίου της «Γεωγραφίας της αρχαίας Ελλάδος» (περίπου τετρακόσιοι τριάντα στον αριθμό), συμπεραίνουμε ότι μια μεγάλη μερίδα πολιτών γνώριζε την Πολυτίμη Κουσκούρη και θαύμαζε το έργο της. Μάλιστα μέσα στον ονομαστικό κατάλογο των συνδρομητών βρίσκουμε τη Μαρία Κόρκ, τον Σκαρλάτο Βυζάντιο και τον Ιωάννη Κοκκώνη. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι τον ίδιο χρόνο (1854) ο Ιάκωβος Ραγκαβής εκδίδει και εκείνος τρίτομο εγχειρίδιο γεωγραφίας «Τα Ελληνικά», ενώ ο Ιωάννης Κοκκώνης είχε εκδώσει βιβλίο γεωγραφίας «Γεωγραφία στοιχειώδης παλαιά και νεοτέρα» από το 1839, τα οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας μας ως πηγές του πονήματός της. Επιπλέον πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή του εν λόγω εγχειριδίου ήταν το λεξικό του Σκαρλάτου, η γεωγραφία του Κούμα και τα έργα των: Στράβων, Παυσανία, Πολύβιου, Ηροδότου, Θουκυδίδη, Thurot  και  Heeren  (Κοκκώνης, 1839, Ραγκαβή, 1854).       

 

Πηγή


  • Γυναικεία Εκπαίδευση, «Η Παιδαγωγός Πολυτίμη Κουσκούρη», Μαρία Μπούμπουρα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Ρέθυμνο, 2011.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Τομπάζης Ιάκωβος ή Γιακουμάκης (1782-1829): ο ναύαρχος της Ύδρας το πρώτο έτος της Επανάστασης


 

Ιάκωβος Τομπάζης, ξυλογραφία, Πανδώρα (1854-1855) σ. 12. «Πανδέκτης», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Φιλικός και ναύαρχος της Ύδρας μόνο κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης, ο Ιάκωβος ή Γιακου­μάκης Τομπάζης αποτελεί – όπως και ο αδελφός του Μανώλης- σημαντική προσωπικότητα του ναυ­τικού αγώνα του Εικοσιένα. Η οικογένεια Τομπάζη ή Τουμπάζη, από τις αρ­χαιότερες της Ύδρας, εγκαταστάθηκε στο νησί το 1668, προερχόμενη από τα Βουρλά της επαρχίας Σμύρνης. Το αρχικό επίθετο της οικογένειας ήταν Γιακουμάκη και ο τελευταίος που το έφερε (μέχρι το 1816) ήταν ο προεστός Νικόλαος Γιακουμάκης, πατέρας των δύο αδελφών Ιακώβου (1782-1829) και Μανώλη (1784-1831). Το επώνυμο Τουμπάζης προήλθε από ένα είδος πλοίου των αδελφών, που ονομαζόταν τουμπάζι, σύμφωνα με τη γνωστή συνήθεια και άλλων οικογενειών της Ύδρας. Τα δύο αδέλφια έλαβαν τα εγκύκλια γράμματα στην Ύδρα, αλλά από μικρή ηλικία ακολούθησαν το ναυτικό βίο.

Κατά τον Αναστάσιο Γούδα και οι δύο ήταν «λίαν φιλομαθείς, φιλόκαλοι και περίερ­γοι», παρατηρητικοί και προοδευτικοί και «προηγούντο εις πάσας επί το βέλτιον μεταρρυθμίσεις, είτε των υδραϊκών πλοίων είτε του είδους του βίου εί­τε του καλλωπισμού των οικιών και των ενδυμά­των».

Ως χαρακτήρες ήταν διαφορετικοί. Ο μεν Μανώλης (ο οποίος στις 23 Απριλίου 1823 διορίστηκε αρμοστής της Κρήτης) διακρινόταν για τη δραστη­ριότητα και το επιχειρηματικό του πνεύμα, προσό­ντα χάρη στα οποία αποκτήθηκε το μεγαλύτερο μέ­ρος της περιουσίας τους, ενώ ο Ιάκωβος ήταν πρά­ος, υπομονετικός και υπεύθυνος, αλλά δεν διέθετε ηγετικές ικανότητες. Κατά τα πολλά τους ταξίδια και τη συναναστροφή τους με μορφωμένους Ευρω­παίους είχαν γνωρίσει το δυτικό πολιτισμό και έ­χαιραν της εκτιμήσεως πολλών φιλελλήνων, οι ο­ποίοι επισκέπτονταν τότε την Ελλάδα και μάλιστα φιλοξενούνταν στο σπίτι τους. Ο Ιάκωβος επίσης είχε πολύ καλές για την εποχή του γνώσεις στη ναυτική και ναυπηγική τέχνη, όπως διαπιστώνεται από τα χειρόγραφά του.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Ο Ιάκωβος είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από το 1818 και είχε συνεργασία με τους πρωτεργάτες της Επανάστασης, όπως διαπιστώνεται από τη σω­ζόμενη αλληλογραφία του με τους Αλέξανδρο Υψηλάντη, Παναγιώτη Μπόταση, Γρηγόριο Δικαίο – Παπαφλέσσα, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κ.ά. Από τη στιγμή που στην Ύδρα κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Ιάκωβος -όπως και ο αδελφός του- ένωσε τις δυνάμεις του και διέθεσε τα πλοία της οικογένειας στον κοινό αγώνα. Με απόφαση όλων των Υδραίων πλοιάρχων ορίστηκε αρχηγός του υδραίικου στόλου και στις 28 Απριλίου πάνω στη ναυαρχίδα του «Θεμιστοκλής» ορκίστηκε «εις την ελευθερίαν και εις την μέλλουσαν του Έθνους ανέγερσιν, παρόντων των αξιότιμων καπεταναίων της πατρίδος Ύδρας». Ακολούθησε η επιχείρηση εξέ­γερσης της Χίου, η οποία όμως δεν είχε το αναμε­νόμενο αποτέλεσμα.

Ένα μήνα αργότερα ο ναύαρ­χος Τομπάζης βρισκόταν μαζί με τις μοίρες των άλλων δύο ναυτικών νησιών στο βορειοανατολικό Αιγαίο για να εμποδίσει ενδεχόμενο απόπλου του τουρκικού στόλου από τα Δαρδανέλια. Στις αναμε­τρήσεις αυτές με τα εχθρικά και καθ’ όλα ισχυρότε­ρα πλοία διαπιστώθηκε η αδυναμία των μικρών ελ­ληνικών και τότε -πάλι στη ναυαρχίδα του Το­μπάζη «Θεμιστοκλής»- αποφασίστηκε για πρώτη φορά η χρήση των πυρπολικών, που είχε τα γνωστά θετικά αποτελέσματα. Η επιτυχής επίθεση του Ψαριανού Παπανικολή τη νύχτα της 27ης Μαΐου 1821 στην Ερεσό αποτελεί το πρώτο ναυτικό κατόρθωμα του Αγώνα που ενθάρρυνε τον ενωμένο ελληνικό στόλο τόσο ώστε την επομένη έτρεψε σε φυγή τον έντρομο τουρκικό.

Η εκδικητική μανία των Τούρκων στράφηκε στις Κυδωνίες και στη γνωστή καταστροφή της πόλης τον Ιούνιο, όπου έσπευσε ο Τομπάζης για να σώσει τον άμαχο πληθυσμό της. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου συμμετείχε στη ναυ­τική εκστρατεία διάσωσης της Σάμου, όπου ο οθω­μανικός στόλος επιχείρησε την πολιορκία του επα­ναστατημένου νησιού. Το φθινόπωρο θα συμμετά­σχει στις επιχειρήσεις στα δυτικά παράλια της Πε­λοποννήσου και στον Κορινθιακό κόλπο, ενώ στο εξής την ηγεσία του υδραίικου στόλου θα αναλάβει ο Μιαούλης, με τον οποίο ο Ιάκωβος Τομπάζης εί­χε συγγενικούς δεσμούς, αφού η κόρη του είχε πα­ντρευτεί τον πρωτότοκο γιο του Μιαούλη, τον Δη­μήτρη. Ο Τομπάζης έκτοτε θα συμβάλει με κάθε τρόπο στον Αγώνα, διακρινόμενος για τη νηφαλιότητα, την πραότητα και την ηρεμία του χαρακτήρα του. Απεβίωσε το 1829 στην Ύδρα.

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Αποστόλης Νικολής (Ψαρά 1770 – Αίγινα 1827) – Ο ναύαρχος των Ψαρών


 

«Χρηστός και ήσυχος πολίτης, τίμιος άνθρωπος και φιλόπατρις εις το άκρον», ανέφερε στη νεκρολογία του Νικολή Αποστόλη η «Γενική Εφημερίς» στις 23 Απριλίου 1827. Ο χαρακτηρισμός αυτός ανταποκρίνεται απόλυτα στον αρχηγό της ναυτικής μοίρας του ηρωικού νησιού των Ψαρών, του οποίου ο βίος και η όλη δράση διακρίνονται για τη γενναιότητα και μεγαλοψυχία του, τη φιλοπατρία και ανιδιοτέλειά του.

Νικολής Αποστόλης (1770 - 1827)

Ο Νικολής Αποστόλης γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770 και καταγόταν από παλιά ναυτική οικογένεια του νησιού. Όπως όλοι οι γόνοι των ναυτικών νη­σιών, από νεαρή ηλικία στράφηκε στη θάλασσα και εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, όπου απέκτησε ναυτικές γνώσεις χρήσιμες για τη μετέπειτα εθνική δράση του κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Ο πόθος για την απελευθέρωση της πατρίδας του τον ώ­θησε να καταταχθεί εθελοντικά στο στόλο του Λά­μπρου Κατσώνη, όταν ο τελευταίος κατήλθε στο Αιγαίο εναντίον των Τούρκων.

Το 1787 κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας του Καφηρέως σώθηκε από θαύμα και κατέφυγε με άλλους Λαμπρινούς (στρατιώτες του Λάμπρου) στην Άνδρο και ύστερα από δραματικές περιπέτειες στα Κύθηρα, όπου παρέμεινε μαζί με άλλους συμπατριώτες του για εφτά μήνες, πριν επιστρέψει στα Ψαρά.

Μετά την ήττα του Κατσώνη, ο Αποστόλης μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο επιδόθηκε στο εμπόριο, αρχικά ως συνοδός εμπορευμάτων στη δυτική Ευρώπη, όπου είχε την ευκαιρία να μάθει ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά), ενώ από το 1793 ήταν ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου, με το ο­ποίο ο ίδιος ως πλοίαρχος ταξίδεψε από τον Εύξεινο Πόντο και τη Μαύρη θάλασσα ως τη Βόρεια θάλασσα και έφθασε μέχρι και την Ολλανδία απο­κομίζοντας τεράστια κέρδη. Είναι η χρυσή ευκαι­ρία για το ελληνικό εμπορικό ναυτικό των προε­παναστατικών χρόνων, που έδωσε την ευκαιρία στους ριψοκίνδυνους Έλληνες ναυτικούς να πλουτίσουν, να δημιουργήσουν ένα στόλο εμπορικών πλοίων και παράλληλα να αποκτήσουν πολύτιμη ναυτική εμπειρία, που θα αξιοποιηθεί μετέπειτα στη διάρκεια της Επανάστασης.

Το 1818 ο Νικολής Αποστόλης επιστρέφει στην πατρίδα του και αφιερώνει πλέον όλο το δυναμικό του σ’ αυτήν. Το ίδιο έτος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και μαζί με το συμπατριώτη του Δημήτριο Ν. Μαμούνη έγινε έφορός της και αφοσιώθηκε στην προετοιμασία της Επανάστασης. Στις 10 Απριλίου 1821 με την ιδιότητα του εφόρου των Ψαρών ανήγγειλε στους εφόρους των Σπετσών Παναγιώτη Μπόταση και Γ. Πάνου την απόφαση του νησιού του να συμμετάσχει με τα πλοία του στον Αγώνα και τους καλούσε να ενώσουν τους στόλους των δύο νησιών για την από κοινού αντιμετώπιση της εξόδου του εχθρικού στόλου στο Αιγαίο, επισημαίνοντας πολύ έγκαιρα την αποτελεσματικότητα της ένωσης των ναυτικών δυνάμεων.

Ο Αποστόλης στις 18 Απριλίου 1821 διορίστηκε ναύαρχος του ψαριανού στόλου και έλαβε μέρος σχεδόν σε όλες τις ναυτικές εκστρατείες, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα έγγραφα του αρχείου Ψαρών, ιδιαίτερα στις ναυμαχίες Κω – Αλικαρνασσού και Γέροντα τον Αύγουστο του 1824. Η γεωγραφική θέση των Ψαρών ως προχωρημένης ναυτικής βάσης στο Αιγαίο -κοντά στα Δαρδανέλια, απ’ όπου ήταν δυνατή η παρακολούθηση των κινήσεων του οθωμανικού στόλου κατά την έξοδό του από τα Στενά- είχε στρατηγική σημασία και το ναυτικό τους προσέφερε πολλά στον Αγώνα.

Τα πυρπολικά των Κωνσταντίνου Κανάρη (1790-1877), Δημήτρη Παπανικολή (1790-1855), Κων­σταντίνου Νικόδημου (1795/6-1879) και άλλων α­τρόμητων Ψαριανών πυρπολητών υπό τις οδηγίες του Νικολή Αποστόλη έγιναν ο τρόμος και ο φόβος του εχθρικού στόλου, προξενώντας σοβαρές απώ­λειες και σύγχυση.

Ο γενναίος Ψαριανός ναύαρχος συνέχισε να αγωνίζεται σθεναρά και μετά την κατα­στροφή της πατρίδας του, τον Ιούνιο του 1824, παίρνοντας μέρος σε πολλές ναυτι­κές επιχειρήσεις μέχρι το τέλος της σύ­ντομης ζωής του. Ο θάνατος από πνευμονία τον βρήκε πρόωρα, στις 19 Απριλίου 1827, στη διάρκεια ακόμη μιας αποστολής, προτού προλάβει να δει ελεύθερη την Ελλάδα, για την οποία προσέφε­ρε τις υπηρεσίες του αλλά και την τεράστια περι­ουσία του.

Στις αρετές του Αποστόλη καταγράφεται και η φιλανθρωπία του. Σύμφωνα με το γραμματέα του Κυριάκο Δ. Μαμούνη, κατά τη διάρκεια της μετα­φοράς Ελλήνων προσφύγων σε νησιά του Αιγαίου, ο Αποστόλης «έχων επί του πλοίου του υπέρ τας οχτακοσίας ψυχάς Κυδωνιέων και Μοσχονησίων, απεβίβασεν αυτούς εις Κέαν και Ύδραν, και αφού έδωσεν εντολήν να διέλθωσι πάντες έμπροσθέν του, ηλέει έκαστον τούτων χρηματικώς».

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Κανάρης Κωνσταντίνος (περ. 1790 – 1877)


 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε νεαρή ηλικία, λιθογραφία, 1828.

Θρυλικός Ψαριανός πυρπολητής και πρωθυπουργός. Από μικρός εργαζόταν σε πλοία της οικογένειάς του και διακρινόταν για τη γενναιότητα και τη φιλοπατρία του. Παντρεύτηκε το 1817 την Ψαριανή Δέσποινα Μανιάτη, με την οποία απέκτησαν εφτά παιδιά. Πήρε από την πρώτη στιγμή μέρος στην Επανάσταση και ειδικεύτηκε στα πυρπολικά. Στις 7 Ιουνίου του 1822 πυρπόλησε τη ναυαρχίδα του καπουδάν πασά Καρά Αλή, που ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, με αποτέλεσμα να χαθούν μαζί της 2.000 ναύτες και ο ίδιος ο Καρά Αλής. Το γεγονός αυτό έδωσε κουράγιο στο αγωνιζόμενο έθνος και ταυτόχρονα έκανε μεγάλη εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, της οποίας ο θαυμασμός για το κατόρθωμα του Κανάρη εξελίχθηκε σε ενεργό φιλελληνισμό.

Στις 28 Οκτωβρίου 1822 ο θρυλικός Κανάρης ανατίναξε τουρκικό δίκροτο, στο στενό μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος, μαζί με 800 ναύτες. Τα κατορθώματα του Κανάρη σκόρπισαν πανικό στους Οθωμανούς και επηρέασαν αποφασιστικά την πορεία του Αγώνα. Το 1824 ο Κανάρης βύθισε τουρκική φρεγάτα με 600 ναύτες κοντά στη Σάμο, ενώ σχεδίασε και την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου μέσα στην Αλεξάνδρεια. Ο Κανάρης ενέπνευσε μεγάλους Ευρωπαίους καλλιτέχνες και συγγραφείς, όπως ο Ουγκό, ο Μπερανζέ, ο Φον Χες. Ο σώφρων και σεμνός αγωνιστής ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας, διετέλεσε ναύαρχος, γερουσιαστής, υπουργός και πρωθυπουργός (1848, 1864-65, 1877) και έγινε σύμβολο φιλοπατρίας και γενναιότητας.

 

Γενικά

 

Μέσα στη δίνη των Ορλοφικών, των γεγονότων που συντάραξαν τον Ελληνισμό δημιουργώντας στους υπόδουλους Έλληνες πρόσκαιρες ελπίδες απελευ­θέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό με τη βοήθεια των ομόθρησκων Ρώσων, καταφεύγει στα άγονα και δυσπρόσιτα Ψαρά, γύρω στα 1770, η οικογένεια Κανάρη προερχόμενη από τα μέρη της Ηπείρου. Εκεί, είκοσι χρόνια μετά, στα 1790,[1] θα γεννηθεί ο Κωνσταντίνος Μ. Κανάρης, μία από τις μείζο­νες προσωπικότητες του ναυτικού Αγώνα του 1821, γιος του Μιχάλη (Μικέ) Κανάρη και της Μαρίας Μπουρέκα.[2] Το μικρό νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου, στο οποίο έζησε τα πρώτα νεανικά του χρόνια και συνέχισε τη δράση του, αρχικά ως ναυτέμπορος και αργότερα ως περιώνυμος πυρπολητής ο Κωνσταντής Κανάρης, αποτελούσε γνώριμο τόπο για χους πειρατές περίπου μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα.

Το 18ο αιώνα και ιδιαίτερα από τα μέσα του και εξής, οι Ψαριανοί, οδηγημένοι από τις σκληρές, περιο­ρισμένων δυνατοτήτων συνθήκες διαβίωσης στο ά­φορο νησί τους, αvαφάvnκαv στο αιγαιοπελαγίτικο ναυτικό προσκήνιο με υποτυπώδη – αρχικά – περιο­ρισμένη ναυτιλιακή δράση, που τους εξασφάλιζε απλώς τα προς το ζην. Η πολύχρονη ωστόσο θαλασσινή τους εμπειρία τους έδωσε αργότερα τη δυ­νατότητα κατασκευής μεγάλων σκαριών με τα οποία πρωταγωνίστησαν στα ναυτικά δρώμενα του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774), ενώ διέπρε­ψαν και ως καταδρομείς ιδιαίτερα κατά την περίο­δο των Ορλοφικών, δυσκολεύοντας συστηματικά σε κάθε περίπτωση τον επισιτισμό των Τούρκων.

Αυτή η έντονη σε όλους τους τομείς ναυτική δρά­ση των Ψαριανών στάθηκε και η βασική αιτία δη­μιουργίας του έμπειρου, ετοιμοπόλεμου στόλου τους που πρωταγωνίστησε μαζί με τους στόλους των άλλων νησιών στον Αγώνα, ενώ η αξιόλογη οικο­νομική δραστηριότητά τους ως ναυτιλλομένων ε­μπόρων και ο γρήγορος πλουτισμός τους δημιούρ­γησε ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης κοινοτικών θε­σμών αυτοδιοίκησης που κατέληξαν στην ίδρυση του Κοινού των Ψαρών.

Σχέσεις καταγωγής της οικογένειας Κανάρη με την περιοχή της Κορσικής και συγγένεια με το γέ­νος Βοναπάρτη θεωρούνται σχεδόν βέβαιες, ενώ το επώνυμό της πιθανότατα προέρχεται από ελληνικές παραφράσεις του επωνύμου «Καναρίσι», του ομώ­νυμου ιταλικού γένους. Αργότερα το επώνυμο πε­ριέπεσε σε Κανάργιος, συναντάται δε και ως Κα­νάριος και τέλος κατέληξε με τη μορφή Κανάρης. [3]

 

Τα πρώτα χρόνια

 

Κωνσταντίνος Κανάρης

Γύρω στα 1800 και από την τρυφερή ηλικία πε­ρίπου των δέκα χρόνων ο Κανάρης υπηρετούσε σαν τζόβενο (μούτσος) στο εμπορικό σκαρί του θείου του Δημήτρη Μπουρέκα, το οποίο κληρονόμησε μετά το θάνατό του, αναλαμβάνοντας την πλοιαρχία του και συνεχίζοντας μακρινά εμπορικά ταξίδια. Κατά τη διάρκειά τους, ο λιγόλογος, σοβαρός και μοναχικός νεαρός από τα Ψαρά, που προτιμούσε να διαβάζει τη «φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, πούχε μισολειώσει από το πολύ ξεφύλισμα και το σάλιο…»[4] καθόλου δεν προοιωνιζόταν τον κα­τοπινό μεγάλο ναυμάχο, το φημισμένο μπουρλοτιέ­ρη της περιόδου του Αγώνα και τη στιβαρή πολιτι­κή φυσιογνωμία της συνέχειας.

Στα 1817 παντρεύτηκε από σφοδρό έρωτα τη Δέ­σποινα Μανιάτη (κόρη του Ψαριανού πλοιοκτήτη και κατοπινού ένθερμου αγωνιστή της Επανάστα­σης Ανδρέα Μανιάτη), με την οποία απέκτησε ε­πτά παιδιά, κατά σειρά τους: Νικόλαο, Θεμιστο­κλή, Θρασύβουλο, Μιλτιάδη, Λυκούργο, Μαρία και Αριστείδη. Λάτρης της αρχαιότητας και των προγόνων ο Κανάρης, έδωσε ονόματα κατά το πλεί­στον αρχαιοελληνικά στα παιδιά του σύμφωνα με το έθος της εποχής, ένα φαινόμενο έντονα διελληνικό, τα βαθύτερα μηνύματα του οποίου διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Κοραής σε σχετικό σχόλιό του: «Ο Ελληνισμός αισθάνεται ώριμος για τα μεγάλα έργα, ικανός να ακολουθήσει τον δρόμο τον ο­ποίο χάραξαν οι πρόγονοί του. Ο Αγώνας είναι «επί θύραις»!..».  

Τα ταξίδια του Κωνσταντίνου Κανάρη και τα προσποριζόμενα από αυτά κέρδη συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό σε όλους τους μεγάλους εμπορικούς σταθμούς της εποχής, από Μάλτα και Μασσαλία μέχρι τα μέρη του Βοσπόρου και της Μαύρης θά­λασσας, ως και αυτή την Οδησσό της Ρωσίας, όπου κυβερνήτης ιδιόκτητου μικρού εμπορικού σκαριού έφθασε για πρώτη φορά στα 1820.[5]

 

Ο Κανάρης και η Επανάσταση

 

Σχέση μεταξύ Κανάρη και Φιλικής Εταιρεί­ας δεν αποδείχθηκε ποτέ και το πιθανότε­ρο είναι ο κατοπινός μεγάλος αγωνιστής να μην εντάχθηκε ποτέ στους κόλπους της, παρά το γεγονός ότι η δράση της Φιλικής είχε ήδη δημιουργήσει στην καρδιά πολλών Ψαριανών άσβεστες εστίες επαναστατικού πόθου, αφού και ο αρχηγός της, Δημήτριος Υψηλάντης, είχε διορίσει από το 1818 εφόρους της στο νησί τους Νι­κολή Αποστόλη και Δημήτρη Μαμούνη και όπου, εξάλλου, στη διάρκεια του 1821 ο Φιλικός Δημήτρης Θέμελης είχε κατηχήσει ήδη πολλούς Ψαριανούς.[6] Η ημέρα του Πάσχα, 20 Απριλίου 1821, βρήκε την ψαριανή επαναστατική σημαία να ανεμίζει κατάκορφα στο νησί και το στόλο των Ψαρών, υπό την αρχηγία του Νικολή Αποστόλη, ενωμένο με τον υδραϊκό και το σπετσιώτικο, σε μια κοινή προσπά­θεια δημιουργίας της πρώτης μάχιμης θαλασσινής δύναμης του Αγώνα. Το ξέσπασμα της Επανάστασης και η δημιουργία του πρώτου αυτού ψαριανού στόλου προσείλκυσαν το νου και την καρδιά του Κανάρη, που, φλογισμέ­νος από τον πόθο της ελευθερίας, δεν δίστασε να ενταχθεί σ’ αυτόν ως απλός, αρχικά, ναύτης.

Το τολμηρό και ριψοκίνδυνο του χαρακτήρα του σύντομα τον οδήγησαν σε έντονη επαναστατική δράση, αν και η πρώτη του μαχητική παρουσία εί­χε σημειωθεί αρκετά νωρίτερα, ήδη από το 1807, στην περιοχή της Λευκάδας, όπου την περίοδο ε­κείνη κατέφευγαν Έλληνες της Στερεάς κυνηγη­μένοι από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων και όπου «ότε ο Αλή πασάς επεχείρησε να την καταλάβη, Κωνσταντής ο Ψαριανός ήτο ο κυβερνήτης του πλοίου το οποίον από Πάργας εις Λευκάδαν με­τέφερε στρατεύματα Σουλιωτών και άλλων Ηπει­ρωτών προς καταπολέμησιν του πολιορκούντος την νήσον Αλή».[7]

 

Κωνσταντίνος Κανάρης, λιθογραφία, A. Friedel, London, 1825.

 

Στις 27 Απριλίου 1821, έπειτα από πολλές δια­πραγματεύσεις που αφορούσαν κυρίως το δυσεπί­λυτο οικονομικό πρόβλημα εξοπλισμού και συντή­ρησης του νεοσύστατου ελληνικού στόλου, οι τρεις ενωμένες ναυτικές μοίρες συγκεντρώθηκαν τελικά στα Ψαρά, όπου, κατά τον Νικόδημο, «ώπλιζε τότε έκαστος πλοίαρχος το πλοίον του εις πολεμικόν και επρόβλεπεν έκαστος Ψαριανός τα αναγκαία προς οπλισμόν του».[8] Εκτός των άλλων, μεταξύ των πέντε πυρπολικών που συνόδευαν το στόλο συμμετείχε και εκείνο του Κωνσταντίνου Κανάρη.

Στη μεγάλη καταστροφή της Χίου το Μάρτιο του 1822, κατά την οποία 30.000 Χιώτες σκοτώθηκαν ή σύρθηκαν στην αιχμαλωσία από το στόλο του Κα­ρά Αλή Πεπέ, «…ένας από εκείνους που ήρκουνταν με πιο μεγάλη προθυμία για να παίρνουν τους ανθρώπους ήταν, λέει, κι εκείνος που ήκαψεν ύστερα των τούρκων φεργάδα μέσα στο λι­μάνι της Χώρας, ο Κανάρης μαθές…»[9] σταλμένος με απόφαση της Βουλής των Ψαρών μαζί με τον Κωνσταντίνο Νικόδημο, ως μέλη πληρώματος του μίστικου του Αναγνώστη Παπά, με σκοπό τη διά­σωση των επιζώντων Χιωτών και Σαμίων του Λυ­κούργου Λογοθέτη.

 

Ο Μπουρλοτιέρης

 

Αφορμή ωστόσο της πρώτης θριαμβευτικής του εμφάνισης στον Αγώνα στάθηκε η επιλογή του α­πό το Κοινό των Ψαρών ως ενός από τους πυρπο­λητές που θα αναλάμβαναν το ρόλο του «εκδικητή» της καταστροφής της Χίου. Στο πλαίσιο αυτό ο Ψαριανός, τριαντάχρονος τό­τε, Κανάρης και ο Υδραίος Ανδρέας Πιπίνος τη νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου, κι ενώ τα τουρκικά πληρώματα εόρταζαν αμέριμνα το ραμαζάνι, επι­τέθηκαν με τα πυρπολικά τους εναντίον της ναυαρ­χίδας και της υποναυαρχίδας του τουρκικού στόλου αντίστοιχα.

Ο Κανάρης με έξοχο ελιγμό κόλλησε εύστοχα το πυρπολικό του στο εχθρικό τρίκροτο, το οποίο σε διάστημα λίγων ωρών έγινε παρανάλωμα του πυρός παρασύροντας στο θάνατο 2.300 ανθρώ­πους, μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Καρά Αλή.

«Εις τας 3 ώρας να ξημερώσει», έγραφε στο ημερολόγιο του «Αγαμέμνονα» ο Τσαμαδός, «εί­μεθα κοντά εις την Χίον και ευθύς βλέπομεν φωτιαίς όπου έκαιον τα μπουρλότα και κανονιαίς έ­πεφταν πολλαίς, έπειτα μετά τρία τέταρτα της ώ­ρας είδομεν μίαν μεγάλην λάμψιν έως τον ουρανόν και έπειτα ακούσαμεν ένα μέγαν βρόντον εν είδος κανονίου εξερχόμενον από την πυριτιδαποθήκην και εβεβαιωθήκαμεν ότι να ήτο ντελίνι καϋμένο. Μετά μίαν ώραν της ημέρας αράξαμεν εις τα Ψαρά…».[10]

Το πυρπολικό του Πιπίνου, παρ’ ότι έδρασε σύντονα και εύστοχα εναντίον της τουρκικής υποναυαρχίδας, δεν είχε το ίδιο α­ποτέλεσμα αφού το εχθρικό πλήρωμα κατάφερε έ­γκαιρα να κατασβέσει τη φωτιά.

 

Ο Κανάρης πυρπολεί τούρκικο πλοίο, λιθογραφία, 1901.

 

Το εξαιρετικό κατόρθωμα του Κανάρη, το οποίο ο ίδιος «διηγείτο έπειτα εις κύκλους αφελών η­ρώων χωρίς να δεικνύη καμμίαν υπερηφάνειαν δι’ αυτό…», υμνήθηκε σε όλη την Ευρώπη όπου ποιητές, ζωγράφοι και γλύπτες, ο Ουγκό (Hugo), ο Βύρωνας (Byron), ο Β. Μίλερ (W. Müller), ο Νταβίντ ντ’ Ανζέρ (David d’Angers), ο Δουμάς, ο Αϊβαζόφσκι (Aivasofski) και πολλοί άλλοι καλ­λιτέχνες, εμπνεύσθηκαν δημιουργικά από τον η­ρωισμό του ανθρώπου ο οποίος, εκτός της επιδε­ξιότητάς του στους ναυτικούς ελιγμούς και της ευφυΐας του ως προς τις μεθόδους εξαπάτησης του αντιπάλου, είχε επιδείξει και μία καταπληκτική ε­ξοικείωση με τη δύσκολη όσο και επικίνδυνη τε­χνική της πυρπόλησης του εχθρικού στόχου. Στα Ψαρά πανηγυρική υπήρξε η υποδοχή του, ό­που «εις τον αιγιαλόν ο λαός, ο κλήρος και οι ιε­ρείς ενδεδυμένοι τας ιεράς στολάς, τους συνώδευσαν εν παρατάξει εις τον ναόν του Αγίου Νικο­λάου ένθα έψαλαν δοξολογίαν…».

 

Ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης, επιχρωματισμένη λιθογραφία, A. Friedel.

 

Η δράση του ως μπουρλοτιέρη συνεχίστηκε τη νύχτα της 28ης προς 29η Οκτωβρίου 1822, όταν ο Κανάρης πυρπόλησε επιτυ­χώς το δίκροτο του νεοδιορισθέντος Τούρκου ναυάρχου Κακλαμάν Μεχμέτ πασά, στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος. Ο Ψαριανός Γεώργιος Βρατσάνος, που συνόδευε την αποστολή, με δεύτερο πυρπολικό δεν κατόρθωσε να κατακαύσει εχθρικό πλοίο, αφού το μπουρλότο του έγινε αντιληπτό από τους Τούρ­κους και αναγκάστηκε να απομακρυνθεί άμεσα. Μέσω της Σκύρου οι Κανάρης και Βρατσάνος επιστρέφουν στα Ψαρά όπου τους επιφυλάχθηκε νέα πανηγυρική υποδοχή, ενώ ο πλοίαρχος της αγγλι­κής κορβέτας «Περσεύς» που παρέπλεε στο νησί «ιδών τον Κανάρην, έβγαλε την σπάθην του από την μέσην του οπού εφορούσε και την εχάρισε εις τον ρηθέντα εις σημείον της αυτού επιδεξιότητος…».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο Κανάρης πυρπολεί περί τη Χίον την ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Peter Von Hess.

 

Στα 1824 οι Ψαριανοί πληροφορούνται ότι η τουρκική αρμάδα πρόκειται να επιτεθεί στο νησί τους, που ως προχωρημένη ναυτική βάση στο Αι­γαίο ήταν για τους Οθωμανούς λίαν ελκυστική πε­ρίπτωση κτήσης. Η απόφασή τους να αφαιρέσουν τα πηδάλια από τα πλοία τους και να αμυνθούν στην ξηρά, καθώς και η αδυναμία της κυβέρνησης Κουντουριώτη -που τότε, στις κρισιμότερες για τον Αγώνα στιγμές, ήταν απασχολημένη με τον εμφύ­λιο πόλεμο- να ενισχύσει την άμυνα του νησιού, ε­πιφέρουν πραγματικό όλεθρο.

Η φοβερή καταστροφή των Ψαρών από τους Τούρκους του Χοσρέφ πασά, τον Ιούνιο του ίδιου έ­τους, γεννά στην ψυχή του Κανάρη, που τότε α­πουσίαζε στη Σύρο, συναισθήματα άσβεστου μίσους και αιώνιας εκδίκησης. Οι προσπάθειές του εναντίον του εχθρικού στό­λου, έντονα τροφοδοτούμενες από τα συναισθήματα αυτά, συνεχίζονται, με άνεση πλέον του επαγγελματία-πολεμιστή, με την απόπειρα πυρπόλησης εχθρικής φρεγάτας στις 4 Αυγούστου 1824, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σάμου, γεγονός που, παρά την ανεπιτυχή έκβασή του, στάθηκε καθοριστικό για τις κατοπινές πολεμικές εξελίξεις και πέτυχε να ματαιώσει την έφοδο του τουρκικού στόλου εναντίον της Σάμου.

 

Από τη βιογραφία του Κανάρη στα γαλλικά. Παρίσι, 1825.

 

Την ίδια χρονιά ο Κανάρης πυρπολεί με επιτυχία τουρκική κορβέτα στη Μυτιλήνη. Στα 1825, στις 10 Αυγούστου, ο Κωνσταντίνος Κα­νάρης φθάνει στο απόγειο τόλμης και πατριωτι­σμού, όταν, ζώντας στην Ύδρα και ενταγμένος στην υδραίικη ναυτική μοίρα, επιχείρησε να πυρπολή­σει τον αιγυπτιακό στόλο μέσα στο ίδιο το λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Η φιλόδοξη όσο και παράτολμη αποστολή του Ψαριανού πυρπολητή, την οποία κα­τόρθωσε να επιβάλει και να υλοποιήσει με τη βοή­θεια του Άγγλου ναυάρχου Τζ. Χάμιλτον (G. Hamilton), θα αποτελούσε τον αντιπερισπασμό στον πολεμικό καταιγισμό του Ιμπραήμ στην Πε­λοπόννησο. Κι ενώ τα πλοία της αποστολής υπό τις εντολές των Κ. Κανάρη, Αντωνίου Κριεζή και Εμμανουήλ Τομπάζη φθάνουν σε απόσταση ανα­πνοής από το αιγυπτιακό λιμάνι, ενώ ο Κανάρης με το πυρπολικό του βρίσκεται ήδη ανάμεσα στο ε­χθρικό περιβάλλον, η κακοτυχία του αντίθετου ανέμου και κάποια λανθασμένη κίνηση των ελλη­νικών πληρωμάτων ματαιώνουν την απελπισμένη απόπειρα και αναγκάζουν τον τολμηρό μπουρλοτιέρη σε άκαρπη απομάκρυνση.

 

Κανάρης και Καποδίστριας

 

Στα 1826 τοποθετήθηκε επιστάτης, εν είδει κυβερνήτου, του ημιδικρότου «Ελλάς», αμέσως μετά τον κατάπλου του πλοίου στην Ελλάδα, ενώ την ί­δια χρονιά εξελέγη αντιπρόσωπος των Ψαρών στην Εθνοσυνέλευση του Άργους και αργότερα και της Τροιζήνας. Στα 1828 διορίζεται φρούραρχος στη Μονεμβασία και στα 1831 με την κατάρτιση του Ναυτικού Μη­τρώου των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού του απονέμεται ο βαθμός του πλοιάρχου Α τάξεως.

Τη συστηματικά αποτελεσματική του δράση συ­νέχισε ο Κωνσταντίνος Κανάρης και τα επόμενα χρόνια σε διάφορους, εκτός των ναυτικών αγώνων, τομείς. Ο Κυβερνήτης I. Καποδίστριας, της ανορθωτι­κής πολιτικής του οποίου υπήρξε ένθερμος θιασώ­της ο Κανάρης, του ανέθεσε την αρχηγία στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη, με σκοπό την εξάλειψη της πειρατείας από το Αιγαίο.

 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε λιθογραφία του Karl Krazeisen, 1828.

 

Στον τομέα αυτό συνετέλεσε τα μέγιστα ο Κανάρης με τη συντονισμένη του δράση ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 1839. Στα 1831 καθοριστική στάθηκε η ενεργός φιλο­κυβερνητική συμμετοχή του στα θλιβερά γεγονότα της ανταρσίας που ξέσπασε στον Πόρο εναντίον του Καποδίστρια με επίκεντρο την Ύδρα. Παρά τις σύ­ντονες προσπάθειές του, ως αρχηγός των επιχειρή­σεων του εθνικού στόλου, δεν κατόρθωσε να μαται­ώσει την καταστροφή του την αποφράδα ημέρα της 31ης Ιουνίου 1831, στην οποία ατυχώς πρωτοστάτη­σε ο Α. Μιαούλης.[11]

Τον ίδιο χρόνο, αμέσως μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, ο Κανάρης παραιτείται από το Ναυτι­κό και καταφεύγει για να ιδιωτεύσει στην Ερμού­πολη της Σύρου, τόπο εγκατάστασης πολλών Ψαριανών μετά την καταστροφή του νησιού τους στα 1824.

 

Ο Κανάρης Πολιτικός

 

Στο προσκήνιο του δημόσιου βίου δεν θα εμφα­νιστεί παρά αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1843, με τη συμμετοχή του στο κίνημα του Ρωσικού κόμμα­τος. Ήταν η περίοδος κατά την οποία τα συγκρουό­μενα συμφέροντα, οι κομματικές αντιπαραθέσεις, οι αλληλοσυγκρουόμενες φιλοτιμίες των Ελλή­νων αγωνιστών είχαν δημιουργήσει πραγματικό αδιέξοδο στη διοίκηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Την ίδια χρονιά, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την παραχώρηση Συντάγματος α­πό τον Όθωνα, έγινε υπουργός των Ναυτικών στη νέα κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά και αρ­γότερα -όταν ο τελευταίος παραιτήθηκε- και προσωρινός πρόεδρός της μέχρι τις 30 Μαρτίου 1844. Έκτοτε και μέχρι το τέλος της ζωής του αναμιγνύε­ται ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Επί κυβερνήσεως I. Κωλέττη ανέλαβε το υπουρ­γείο των Ναυτικών, ενώ στα 1848 γίνεται πρωθυ­πουργός και υπουργός των Ναυτικών μέχρι το Δε­κέμβριο του 1849. Στα 1854, στη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατο­χής της Αθήνας και του Πειραιά, τον συναντάμε και πάλι υπουργό των Ναυτικών στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Αργότερα στα 1858 θα αποσύρει την υποστήριξή του από το Ρωσικό κόμμα, στο οποίο ήταν ενταγμένος ήδη από την ε­ποχή Καποδίστρια, ενώ στα 1861 η πολιτεία θα του απονείμει το βαθμό του αντιναυάρχου και την αντί­στοιχη σύνταξη «εκ δρχ. 12.000», πράγματα τα ο­ποία θα αρνηθεί για λόγους αρχών.

Στα 1862 ο Όθωνας του αναθέτει την εντολή σχη­ματισμού κυβέρνησης την οποία ο Κανάρης δεν θα σχηματίσει ποτέ, με κύρια αιτία την άρνηση του Όθωνα να αποδεχθεί τον κατάλογο των υπουργών που ο ίδιος του πρότεινε. Λίγο αργότερα, εξαιτίας της αντιπαράθεσης αυτής, θα ενταχθεί στην αντιοθωνική τριανδρία (Δημητρίου Βούλγαρη-Κωνσταντίνου Κανάρη-Μπενιζέλου Ρούφου) και θα εξελιχθεί σε σφοδρό πολέμιο της πολιτικής του Όθωνα, την οποία ήδη θεωρούσε ιδιαίτερα αυταρχική και επιβλαβή για τα ελληνικά πράγματα. Οι εν γένει κινήσεις του μάλιστα συνέβαλαν ουσιαστικά στην έξωση του τε­λευταίου στα 1862, αμέσως μετά την οποία ο Κανά­ρης ανέλαβε προσωρινά την Αντιβασιλεία.

 

Λαϊκή απεικόνιση της τριανδρίας (Ρούφος – Βούλγαρης- Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την έξοδο του Όθωνα.

 

Την ίδια χρονιά, ως Έλληνας εκπρόσωπος, με­τέβη στην Κοπεγχάγη όπου και πρόσφερε το στέμ­μα του ελληνικού θρόνου στο δευτερότοκο γιο του Δανού βασιλέα Χριστιανού Α’, τον Γεώργιο Α’. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέ­λευσης που ψήφισε το Σύνταγμα του 1864, ανέλαβε την ηγεσία της προοδευτικής παράταξης των Ορει­νών, μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα.

Τον ίδιο χρόνο, στις 5 Μαρτίου, γίνεται πρωθυπουργός, αναγκάζεται όμως να πα­ραιτηθεί σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Οι αλλεπάλληλοι θάνατοι ήδη πέντε εκ των παιδιών του έχουν συγκλονίσει το μεγαλόκαρδο μπουρλοτιέρη, ο ίδιος ωστόσο εξακο­λουθεί να δίνει το παρών όπου και όποτε η ανάγκη της πατρίδας το επιβάλλει.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Στο πλαίσιο αυτό θα αναλάβει ακόμη δύο φορές την πρωθυπουργία σε καταστάσεις κρίσιμες για τα ελληνικά πράγματα, αρχικά από Ιούλιο-Μάρτιο 1865, απ’ όπου όμως θα παραιτηθεί δυσαρεστημέ­νος με την εκλογή του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη ως προέδρου της Εθνοσυνέλευσης και θα ιδιωτεύ­σει για πολύ καιρό στο σπίτι του στην περιοχή της Κυψέλης. Είναι το ίδιο σπίτι στο οποίο ο ποιητής Αριστο­τέλης Βαλαωρίτης είχε, στα 1876, την τύχη, σε μία επίσκεψή του, να ακούσει για ώρες πολλές τον ίδιο τον Κανάρη να του διηγείται «μετά παιδικής σχε­δόν αφέλειας…» τα φοβερά του κατορθώματα.[12]

Δώδεκα χρόνια αργότερα, ευθύς μετά το ξέσπα­σμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου, στη διάρκεια της Βαλκανικής κρίσης την οποία είχε προκαλέσει ο πόλεμος αυτός, αναλαμβάνει στις 26 Μαΐου 1877, έπειτα από πανελλήνια απαίτηση -δείγμα σεβα­σμού και εκτίμησης στο πρόσωπό του- την πρωθυπουργία της Οικουμενικής Κυβέρνησης που σχηματίστηκε.

Την κυβέρνηση αυτή, η οποία έδρασε καίρια και ποικιλότροπα, στήριξαν ως υπουργοί οι Αλέξαν­δρος Κουμουνδούρος, Θρασύβουλος Ζαΐμης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Χαρίλαος Τρικού­πης, Θεόδωρος Δηλιγιάννης κ.ά. Η πρωθυπουρ­γία του ωστόσο ήταν βραχύτατης διάρκειας, αφού στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, χτυπημένος από ημιπληγία, πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στην Κυψέλη. «…Ο ένδοξος ναύαρχος και Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης προσβληβείς υπό ημιπληγίας την χθεσινήν πρωίαν απεβίωσε την 11 ώρ. και 45 μ.μ…»[13] ανήγγειλαν οι εφημερίδες της εποχής και στο πρόσωπο της Οι­κουμενικής Κυβέρνησης η Ελλάδα ολόκληρη κήδευσε, δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο, τον μπουρλοτιέρη, τον ήρωα, τον πρωθυπουργό της.

 

 Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου

Αρχειονόμος, ιστορικός, προϊσταμένη Ιστορικού

Αρχείου – Μουσείου Ύδρας

Υποσημειώσεις


[1] Δημήτρης Φωτιάδης, Κανάρης, Αθήνα 1981, σ. 17-21.

[2] Κατ’ άλλους στα 1792 ή 1793, βλ. σχετ. Δημήτρης Α. Μαυριδερός, «Γενεαλογικά στοιχεία δύο Ναυάρχων, Θρύλος και Ιστορική Αλήθεια Κωνσταντίνος Μ. Κανάρης (1790-1877), Γουλιέλμος – Φραγκίσκος Κ. Κανάρης (1887-1945)», ανάτυπο από το Δελτίο Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρίας της Ελλάδος, αρ. 10, Αθήναι 1996, σ. 4.

[3] Μαυριδερός, ό.π., σ. 20-21.

[4] Γεώργιος Τερτσέτης, Άπαντα, Αθήνα 1953, τ. β’, σ. 275.

[5] Μαυριδερός, ό.π., σ. 4.

[6] Κωνσταντίνος Νικόδημος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, Αθήναι 1862, τ. ά, σ. 99-100.

[7] Διονύσιος Π. Καλογερόπουλος, Ο Κανάρης, Εν Αθήναις 1947, σ. 12. Επίσης βλ. σχετ. Δημήτριος Γ. Σπανός, Η συμβολή εις την επιτυχίαν της Επαναστάσεως του 1821, Αθήναι 1958, σ. 191.

[8] Νικόδημος, ό.π.

[9] Στ. Βίος, Η σφαγή της Χίου εις το στόμα του χιακού λαού, Χίος 1921, σ. 75.

[10] Αναστάσιος Τσαμαδός, Ιστορικά ημερολόγια των ελληνικών ναυμαχιών του 1821, Αθήναι 1886, σ. 74.

[11] Καλογερόπουλος, ό.π., σ. 16.

[12] Ο.π., σ. 17.

[13] Κωνσταντίνος Άμαντος, «Λόγος πανηγυρικός κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κ. Κανάρη εν Χίω τη 19η Ιουνίου 1927», Εκατονταετηρίς Κωνσταντίνου Κανάρη, Εν Αθήναις, σ. 32.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου του Αναστασίου Γούναρη, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862»


 

Ο Δήμαρχος Ναυπλιέων, ο Δημοτικός Οργανισμός Πολιτισμού, Περιβάλλοντος, Αθλητισμού και Τουρισμού (Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ.) και η Οργανωτική Επιτροπή εκδηλώσεων για τα 150 χρόνια της Ναυπλιακής Επανάστασης  σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Αναστασίου Αθ. Γούναρη

Η Ναυπλιακή Επανάσταση

το Σάββατο 17 Μαρτίου 2012 και ώρα 7.30 μ.μ. στο Βουλευτικό.

Κατά την εκδήλωση ο συγγραφέας θα βραβευθεί για την προσφορά του στην πόλη και στην ιστορία της από το Δήμαρχο Ναυπλιέων.

 

 Οι ομιλητές που καλούνται με τις εισηγήσεις τους να φωτίσουν κάποιες από τις πτυχές των ιστορικών γεγονότων της περιόδου και να μας μιλήσουν για το βιβλίο είναι :

Ο συγγραφέας Αναστάσιος Γούναρης

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Κρεμμυδάς

Ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος

Συντονισμός: Γεώργιος Ρούβαλης, λογοτέχνης- ιστορικός.  

Η μελέτη του Αναστασίου Γούναρη εκπονήθηκε κατά το 1960-62 όσο ο συγγραφέας υπηρετούσε ως φιλόλογος στο Ναύπλιο και εκδόθηκε το 1963. Στη συνέχεια επανεκδόθηκε επαυξημένη και βελτιωμένη το 2010 με την υποστήριξη της ΔΗ.Κ.Ε.Ν. (Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου).

Στόχος του συγγραφέα υπήρξε η έρευνα και η προβολή των ιστορικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στο Ναύπλιο κατά τη «Ναυπλιακή Επανάσταση», η οποία διήρκεσε από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι τις 8 Απριλίου 1862 και οδήγησε στην έξωση του Όθωνα, τον Οκτώβριο του 1862.

Στο βιβλίο του εξιστορεί ένα τοπικό και συγχρόνως πανελλήνιας σημασίας γεγονός της πολιτικής μας ιστορίας και ολοκληρώνει την πρώτη εμπεριστατωμένη και σε βάθος έρευνα της βιβλιογραφίας, διασταυρώνοντας πληροφορίες και συγκρουόμενες απόψεις.

 

Read Full Post »

Κομνηνός Άνθιμος (†1842)


 

Άνθιμος Κομνηνός

Λόγιος και κληρικός. Γεννήθηκε στη Μικρά Ασία και πήρε επιμελημένη μόρφωση. Έγινε επίσκοπος Ηλιουπόλεως (Μ. Ασίας) πριν από την Επανάσταση του 1821 και ανέπτυξε μεγάλη εθνική δράση. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως και εξ αιτίας της πατριωτικής του δράσης διώχτηκε από τους Τούρκους και κατέφυγε τελικά στην Πελοπόννησο, όπου συνέχισε να εργάζεται για τους σκοπούς του Αγώνα.

Επί Καποδίστρια τοποθετήθηκε εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους και Κάτω Ναχαγιέ και το 1833 έσωσε τους κατοίκους του Άργους από την ομαδική σφαγή, που είχε διατάξει ο διοικητής του σώματος των Γάλλων. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου έγινε μητροπολίτης Κυκλάδων με έδρα την Ερμούπολη της Σύρου και ταυτόχρονα διετέλεσε μέλος της Ιεράς Συνόδου, αναπληρωματικό το 1833-1835 και τακτικό το 1835-1838.

Το συγγραφικό του έργο είναι σημαντικό: το 1832 εξέδωσε στο Ναύπλιο το φυλλάδιο «Περί Θρησκείας και Κλήρου» και το 1837 εκδόθηκε στην Αθήνα το βιβλίο του με το μακροσκελή τίτλο «Ορθόδοξος διδασκαλία. Περιηγητής ή πρεσβύτης δάσκαλος της Ορθοδόξου Ανατολικής Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ποιηθείσα υπό του επισκόπου πρώην Ηλιουπόλεως, νυν δε Κυκλάδων Ανθίμου Κομνηνού, του Ηλιοπολίτου», μέλους της Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».

Το βιβλίο αυτό προκάλεσε την αποδοκιμασία της Ιεράς Συνόδου για ορισμένα εδάφιά του «απάδοντα τοις υπό τής Εκκλησίας πρεσβευομένοις», και το 1839 ανακάλεσε τα μέρη του βιβλίου, τα «εις τα εν αυτή τη Ορθοδοξία αντιβαίνοντα». Απεβίωσε στις 9 Ιουλίου 1842, προσβληθείς από ελονοσία, ενώ περιόδευε στο νησί της Νάξου.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Στέλβαχ Λουδοβίκος (1800; – 1883)


 

  

Λουδοβίκος Στέλβαχ

Γεννήθηκε στη Βαυαρία. Ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας, την οποία αποχωρίστηκε νωρίς, ερχόμενος στην Ελλάδα. Στην έκρηξη του Ελληνικού αγώνα, δεν έμεινε αδιάφορος αλλά νεαρός ακόμη εντάχθηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πολέμησε γενναία υπό την αρχηγία του Νόρμαν. Νεαρός, ωραίος, θαρραλέος και πλήρης πατριωτικών συναισθημάτων, πολέμησε στην ένδοξη μάχη του Πέτα.

 Στον αποκλεισμό του Μεσολογγίου, αχώριστος φίλος του Λόρδου Βύρωνα, έλαβε μέρος στην ηρωική έξοδο κατά την οποία τραυματίστηκε. Συμπολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στη μάχη του Πειραιά. Στη συνέχεια έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες υπό την ηγεσία διαφόρων αρχηγών. Μετά την απελευθέρωση, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ, παρέμεινε στον τακτικό στρατό. Επί Όθωνα τοποθετήθηκε φρούραρχος του Παλαμηδιού όπου παρέμεινε επί είκοσι περίπου χρόνια. Βοήθησε καθοριστικά στην ίδρυση του οπλοστασίου και των φυλακών του Ναυπλίου.

Το 1862 κατά την έκρηξη της Ναυπλιακής επανάστασης ο Στέλβαχ ήταν ακόμη φρούραρχος του Παλαμηδιού. Στις 2 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί το Παλαμήδι πάρθηκε από τους επαναστάτες. Τάχτηκε στο πλευρό των επαναστατών και πολέμησε κατά των Οθωνικών δυνάμεων. Στο βασιλικό Διάταγμα «Περί αμνηστίας» της 8ης Μαρτίου 1862, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ εξαιρέθηκε μαζί με άλλους πρωτεργάτες του κινήματος.

Στις 6 Απριλίου ο αρχηγός της επανάστασης Μίχου κάλεσε όλους τους μη αμνηστευθέντες πολιτικούς και αξιωματικούς στο σπίτι του και μετά από μακρά και θυελλώδη συζήτηση αποφασίστηκε να αναχωρήσουν εκτός Ελλάδας. «… Αποφαινόμεθα: Υποβάλλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει». Η 8η Απριλίου ήταν Κυριακή του Πάσχα. Οι εξαιρεθέντες αξιωματικοί παρακολούθησαν την πασχαλινή λειτουργία και μετά κατευθύνθηκαν προς την παραλία για επιβιβαστούν στις βάρκες που τους περίμεναν και να τους οδηγήσουν στα δυο πλοία που τους περίμεναν. Το γαλλικό « Πελικάν» και το αγγλικό « Κάστωρ».  

Υπήρξε ο μόνος επιζήσας συστρατιώτης του Βύρωνα και τιμήθηκε με πολλά παράσημα ελληνικά και ξένα. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ήταν ένας γνήσιος φιλέλληνας που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Νόρμαν και τον Φαβιέρο, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες στην Ελλάδα που την αγάπησε βαθειά και την θεώρησε πατρίδα του. Πέθανε στην Αθήνα την 22α Μαΐου του 1883 σε ηλικία μεγαλύτερη των ογδόντα χρόνων.

 

Πηγές


  • Ποικίλη Στοά, Ετήσιον Ημερολόγιον, Έτος Δ΄, 1884, Αθήνα, 1883.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ιατρός Μιχαήλ (1779;-1868)


 

Ο Μιχαήλ Ιατρός ήταν αγωνιστής του 1821, πολιτικός, οικονομικός παράγοντας, δημοτικός άρχοντας και μέγας δωρητής της πόλης του Ναυπλίου. Καταγόταν από κλάδο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που εγκαταστάθηκε στη Μάνη (πριν ή – κατ’ άλλους- μετά τα Ορλωφικά, 1769-1770) και εξελλήνισε το επώνυμό του σε Ιατρός ή Ιατρόπουλος.

Μιχαήλ Ιατρός, ελαιογραφία Δ. Τσόκου, 1848, συλλογή Κ. Κ. Σπηλιωτάκης.

Γεννήθηκε στο χωριό Λογκανίκο της Λακωνίας γύρω στο 1779. Από τις επιχειρήσεις του (εμπόριο, μεταξοβιομηχανία, ναυτιλία, τραπεζικές εργασίες) απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 διέθεσε χρήματα και το πλοίο του για τις ανάγκες του Αγώνα και αργότερα πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά και διετέλεσε εκπρόσωπος των Υδραίων στη Συνέλευση της Ζαράκοβας (Ιούλιος 1821) και βουλευτής Μυστρά το 1824. Ανέλαβε με επιτυχία εμπιστευτικές αποστολές και ήταν σχεδόν πάντοτε μέλος επιτροπών που είχαν σχέση με οικονομικά θέματα.

Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Καποδίστριας, αλλά δεν δέχθηκε διάφορες κυβερνητικές θέσεις που του πρότεινε ο Κυβερνήτης. Διετέλεσε μέλος της επιτροπής σύστασης σχολείου στην πόλη (1832), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου το 1835-1837, Δημοτικός Σύμβουλος το 1837-1842, Βουλευτής Ναυπλίας το 1844-50 και κατόπιν αντιπρόεδρος της Βουλής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου.  

Έλαβε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής (1862) και πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο, λίγο μετά την έξωση του Όθωνα. Ο Μιχαήλ Ιατρός είχε μεγάλη κτηματική περιουσία σε διάφορες περιοχές. Με τη διαθήκη του άφησε ακίνητα στο Ναύπλιο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.α.

Οι μεγάλες δωρεές του στο Ναύπλιο είναι δύο: η Αγία Μονή και το Νεκροταφείο. Σκοπός της δωρεάς του στην Αγία Μονή ήταν η ανασύσταση του τότε ερειπωμένου μοναστηριού. Το κληροδότημα συμπεριελάμβανε όλα τα κτήματα γύρω από τη Μονή, ιδιοκτησίας του δωρητή.  

Σχετικά με τη δεύτερη δωρεά του αναφέρεται το εξής: Κάποια μέρα, που έκανε έφιππος περίπατο στην εξοχή με την κόρη του, βρέθηκαν εμπρός σε ένα άταφο πτώμα που το κατασπάρασσαν τα όρνια. Επειδή αυτό έκανε φοβερή εντύπωση στην κοπέλα, ο Μιχαήλ Ιατρός αποφάσισε να δωρίσει έκταση για νεκροταφείο, για να μη ξαναπαρουσιαστεί στο μέλλον η μακάβρια αυτή σκηνή. Στη δωρεά του, εκτός από την έκταση αυτή, περιλαμβανόταν η περιτοίχισή της και ο μικρός ναός των Ταξιαρχών. Η κατασκευή άρχισε το 1848 και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1852. Αργότερα, το 1856, μετέφερε στη σημερινή του θέση το νεκροταφείο των Χριστιανών από την περιοχή που είχαν διαθέσει γι’ αυτό οι Τούρκοι στην Πρόνοια, κοντά στον (τότε) μικρό ναό των Αγίων Πάντων.

Ο Μιχαήλ Ιατρός παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή (Χατζή) Νικολάου Σέκερη († Άργος 1871) και απέκτησε δύο γιούς, τους Αναστάσιο και Παναγιώτη, και τρεις κόρες, τις Μαρία ή Μαριγώ, Φλωρεντία και Ελένη. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Ιατρός ασθένησε με συμπτώματα αιματουρίας και στις 14 Οκτωβρίου 1868, ενενήντα σχεδόν χρόνων, πέθανε στην Αθήνα  στο οικοδόμημα του μεταξουργείου, που είχε ιδρύσει με τον Κωνσταντίνο Δουρούτη, σύζυγο της κόρης του Ελένης, στην οδό Γιατράκου (το κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία Μεταξουργείου).

Αμέσως μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Το σπίτι και το γραφείο του στο Ναύπλιο βρίσκονταν στο άκρο της σημερινής Λεωφόρου Αμαλίας, αλλά κάηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Κιβέρι σώζεται το εξοχικό του σπίτι.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, «Αρχείον Μιχαήλ Ιατρού 1802-1893», τετράδια εργασίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1983.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »