Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Προσωπογραφίες: Ο σφραγιδοφύλακας του Αλή Πασά, έργο του Louis Duprè.

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας. 

Σφραγιδοφύλακας ο [sfrajiδofílakas] : τίτλος ανώτατου κρατικού λειτουργού που είναι υπεύθυνος για τη μεγάλη σφραγίδα του κράτους.

 

Ο σφραγιδοφύλακας του Αλή Πασά, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, 1819.

 

[…] Την ιδιομορφία της Ανατολής αναδεικνύει και το έργο «Ο σφραγιδοφύλακας του Αλή Πασά»*. Το αδρό, εκφραστικό πρόσωπο έλκει με τη δύναμη που εκπέμπει και είναι τεκμήριο του χώρου στον οποίο ανήκει ο αξιωματούχος. Οι  βαθιές ρυτίδες τονίζουν την τραχύτητα, την υπερηφάνεια, την αυστηρότητα του γέροντα και πολύ λιγότερο τη φθορά. Η αναπαυτική, ανέμελη στάση του αυλικού κάτω στο έδαφος, δίπλα στους μουσουλμανικούς τάφους, ασυμβίβαστη με το βαθμό και την άψογη φορεσιά του, δεν ενοχλεί, αφού το πρόσωπο με την ήπια σκληρότητα αποτελεί μέρος του τοπίου.

Προικισμένος με ένα πολύπλοκο μίγμα ιδιοτήτων, ο σφραγιδοφύλακας προτείνεται ως μια σύνοψη των χαρακτηριστικών της Αυλής  των Ιωαννίνων, της οποίας οι ισχυρές αντιθέσεις προξένησαν έκπληξη στον περιηγητή (Duprè). Εντούτοις η μορφή και το τοπίο πρέπει επίσης να θεωρηθούν ως η εικόνα ενός διαλόγου στον οποίο συχνά εμπλέκεται ο μουσουλμάνος, αποσπώμενος από την πρακτικότητα της ζωής, του διαλόγου με τη φύση και το χρόνο[…]. 

 * Στο βιβλίο του Αναστ. Παπασταύρου, «Τα Γιάννενα του 19ου αιώνα, όπως τα περιέγραψαν και τα απεικόνισαν οι ξένοι περιηγητές», σελ. 100, ο  σφραγιδοφύλακας ταυτίζεται με τον Αθανάσιο Λιδωρίκη. Ο Μανώλης Βλάχος σημειώνει:  Η ταύτιση, από ό,τι γνωρίζω, γίνεται για πρώτη φορά. Ο Αθανάσιος Λιδωρίκης (1788-1868), πολύ νέος, είχε σταλεί από το θείο του Αναγνώστη Λιδωρίκη, κοτζαμπάση του Λιδωρικίου και διαχειριστή κτημάτων του Αλή Πασά, ως όμηρος στα Ιωάννινα, στην Αυλή του Βεζύρη.

 Εκεί, αφού προόδευσε στα γράμματα, έγινε γραμματέας και σφραγιδοφύλακας του Αλή. Πρέπει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι τόσο η εικόνα του λευκώματος, όσο και η περιγραφή του οδοιπορικού εικονίζουν σαφώς έναν γέροντα. Αλλά κατά το 1819, το έτος που ο  Duprè έκαμε τον πίνακα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του, ο Αθανάσιος Λιδωρίκης είναι μόνο 31 ετών, ηλικία εντελώς ασυμβίβαστη με τα στοιχεία των δύο έργων. Πιστεύω ότι δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

 Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαμελούκοι

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας.

Μαμελούκος, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, περίπου το 1819.

Οι Μαμελούκοι Τούρκοι υπήρξαν ο πυρήνας του Αιγυπτιακού Στρατού την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ο Ιμπραήμ, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, αποβιβάστηκε με χιλιάδες από αυτούς στην Πελοπόννησο προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση.

Luigi Mayer, Μαμελούκος ασκούμενος στο τζιρίτι, χαλκογραφία, περίπου το 1800.

Read Full Post »

«Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Εγκώμιον». (Λόγος διδασκάλου, Αλωνίσταινα, 25 Μαρτίου 1843). Σπ. Γ. Δημητρακόπουλος, Δικηγόρος. “Πελοποννησιακά”  (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.

Αποθήκευση Έγγραφου: «Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Εγκώμιον».

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες

Προσωπογραφία του Βασίλη Γούδα έργο του  Louis Duprè. Ο Βασίλης Γούδας ήταν αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και υπασπιστής του Μάρκου Μπότσαρη. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1779 και απεβίωσε στην Αθήνα το 1845, φέροντας το βαθμό του αντιστράτηγου.

 

Πορτραίτο του Βασίλη Γούδα, έργο του ζωγράφου Louis Dupré.

 

 

Τον Βασίλη Γούδα, γραμματέα και υπαρχηγό του Μάρκου Μπότσαρη,  ο Duprè γνώρισε το 1828, όταν ο αγωνιστής είχε μεταβεί στην Γενεύη για να αποθεραπεύσει τα τραύματά του.  Καθισμένος με τα γόνατα σταυρωμένα, κρατώντας τη μακριά πίπα, ο Γούδας εικονίζεται λίγο νεότερος από ό,τι είναι και χωρίς τα ίχνη της πρόσφατης δοκιμασίας του. Καπνίζει και σκέπτεται […] ο θεατής συγκρατεί ως ακραία και διαρκή εντύπωση τη σύνθεση της οξύτητας και του βάθους που έχουν τα μάτια του. Η προσωπογραφία είναι έργο των αρχών της τελευταίας περιόδου του καλλιτέχνη.

Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

  Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης Δημήτρης (1809 – 1879) – Dupré Louis   


 Ο Δημήτριος γεννήθηκε το 1809 στη Μάνη και απεβίωσε στην Αθήνα το 1879.   Ήταν πολιτικός και στρατιωτικός.  Έζησε για πολλά χρόνια στο Παρίσι και ακολούθησε στρατιωτική καριέρα, όπου έφτασε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πήρε μέρος ενεργό στην αντιοθωνική επανάσταση του Οκτωβρίου του 1862 και στη μεταβατική περίοδο της προσωρινής κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου, ανέλαβε το υπουργείο των Στρατιωτικών.  

 

Προσωπογραφία του Δημήτρη Μαυρομιχάλη - Dupré Louis

Η προσωπογραφία του Δημήτρη Μαυρομιχάλη φιλοτεχνήθηκε πιθανώς, κατά το διάστημα 1828-1831, εποχή που ο νεότερος γιος του Πετρόπμεη σπούδαζε στο Παρίσι ως υπότροφος του Καποδίστρια.  

 Η επιλογή του Dupré οφείλεται στο ηρωικό παρελθόν των Μαυρομιχαλαίων αλλά και στη φυσική ομορφιά του νεαρού Μανιάτη, κοινό χαρακτηριστικό των ανδρών της οικογένειας. Ο Εϋνάρδος που πληροφορεί τον Κυβερνήτη για ό,τι αφορά τους υποτρόφους, του γράφει για αυτόν: «Είναι γλυκύς τον χαρακτήρα και συμπεριφέρεται καλώς». Έχει όμως επιφυλάξεις για την πρόοδο των σπουδών του και δυσανασχετεί για τα χρέη που έχει δημιουργήσει. 

 (Μανώλης Βλάχος, Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.) 

 

Διαβάστε ακόμη:   

  

Read Full Post »

Dupré Louis – Ο Νικολάκης Μητρόπουλος (;) υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821


 

Ο Γάλλος ζωγράφος Λουί Ντυπρέ (1789-1837), επισκέπτεται την Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1819, διατρέχει την Κέρκυρα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, τα περίχωρα της Αττικής και τα νησιά του Σαρωνικού, συνεχίζει την περιήγησή του στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν προσκεκλημένος του Μιχαήλ Σούτσου φτάνει  στο Βουκουρέστι. Ζωγραφίζει πρόσωπα, τοπία, ιστορικές και θρησκευτικές σκηνές. Τα έργα του από την Ελλάδα δημοσιεύθηκαν το 1825 στο μνημειώδες εικονογραφημένο ταξιδιωτικό χρονικό, Voyage à Athènes et à Constantinople, με υπότιτλο,  ou collection des portraits, de vues et costumes grecs et ottomans = Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη, μια συλλογή από πορτραίτα, τοπία, ελληνικές και οθωμανικές ενδυμασίες.

Το λεύκωμα περιλαμβάνει μια και μόνη πολεμική σκηνή με τίτλο «Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στο φρούριο των Σαλώνων».

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος (;) υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

 

Ο Δρ Μανώλης Βλάχος στο, Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994, γράφει – αναλύει  τη σκηνή:

Η μορφή του αγωνιστή, που έπειτα από σκληρή μάχη κατορθώνει να υψώσει την ελληνική σημαία στα τείχη των Σαλώνων, προβάλλεται πολύ περισσότερο από το πολεμικό επεισόδιο, έχει δε φιλοτεχνηθεί με την έμφαση και την επιμέλεια που ο ζωγράφος επιφυλάσσει στο πορτραίτο. Το γεγονός, εντούτοις, ότι ο άνδρας εικονίζεται στο περιβάλλον της μάχης επιτρέπει να θεωρηθεί η παράσταση πολεμική σκηνή.

Ο ζωγράφος σημειώνει στο οδοιπορικό του: «Θα έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω έναν από τους ήρωες που έστησαν επάνω στα τείχη αυτά τη σημαία του σταυρού». Ως παρουσίαση νοείται μόνον η ζωγραφική σύνθεση, διότι ο Μητρόπουλος δεν αναφέρεται πουθενά αλλού.

Τον αγωνιστή, εντούτοις, ο καλλιτέχνης γνώρισε στη Ρώμη το 1824, από τον οποίο και έμαθε τη διεξαγωγή της μάχης. Η γνωριμία αυτή είναι ο λόγος που έκαμε τον Dupre να περιλάβει στο λεύκωμα τη μοναδική ιστορική σκηνή από την Επανάσταση· το γεγονός, δηλαδή, ότι διέθετε έναν από τους συντελεστές του Αγώνα και την προσωπική γνώση του τόπου.

Θα παρατηρηθεί, εξάλλου, ότι ο ζωγράφος περιόρισε την παράσταση του επεισοδίου στην προσωπογραφία κυρίως του Μητρόπουλου και σε μια υποτυπώδη δήλωση του χώρου. Δεν πρέπει να λησμονηθεί, ακόμη, ότι η απαίτηση της προσωπικής μαρτυρίας απέκλεισε από το λεύκωμα σπουδαιότερες μάχες και πολύ γνωστότερους αγωνιστές. Η πρώτη εντύπωση από τον πίνακα είναι ότι περιγράφει την τελευταία φάση της μάχης· τη δραματική άνοδο του σημαιοφόρου στις επάλξεις του φρουρίου, για να στήσει εκεί τη σημαία. Η παράσταση όμως θα μπορούσε να ερμηνευθεί και αντίστροφα: πρόθεση του καλλιτέχνη ήταν να απεικονίσει προπάντων τη μορφή του πολεμιστή, η οποία κατ’ ανάγκην επέσυρε και το ανάλογο περιβάλλον.

Αν και η μάχη ήδη έχει κριθεί, στις επάλξεις η συμπλοκή συνεχίζεται. Ανάμεσα στους νεκρούς του πρώτου επιπέδου, που κείτονται στις βαθμίδες, και τους άνδρες που πολεμούν στο βάθος ορθώνεται ο σημαιοφόρος. Τα πόδια του πατούν το πτώμα και τα όπλα ενός Τούρκου, με το αριστερό χέρι κρατά τη σημαία ενώ με το δεξί του σφίγγει το σπαθί. Στο λαβωμένο πρόσωπο, καθώς αιφνίδια στρέφεται στο θεατή, διαγράφεται η αποφασιστικότητα, η βίαιη έξαρση του πολέμου και η ικανοποίηση της νίκης.

Η προσεκτική θεώρηση του έργου αποδεικνύει ότι ο ζωγράφος, πέρα από τους εμφανείς προσωπογραφικούς στόχους, θέλησε να επισημάνει τη σπουδαιότητα του ιστορικού γεγονότος και να το προτείνει ως σύμβολο της Επανάστασης. Η οργάνωση της σύνθεσης και η λειτουργία των διαφόρων θεματικών ή μορφολογικών στοιχείων, που δρουν ως επί μέρους σύμβολα, εκεί κατατείνουν. Το σύνολο σχεδόν του θέματος – ο Μητρόπουλος, η σημαία και οι δύο νεκροί, ο Έλληνας και ο Τούρκος – περιέχεται στη θαυμάσια διαρθρωμένη πυραμίδα, η οποία ενώ εγκλείει εντονότατη δράση, συγκρατεί στέρεα την ισορροπία του σχήματος.

Ο ιστός της σημαίας χωρίζει την παράσταση σε δύο άνισα ορθογώνια, το αριστερό και ευρύτερο όπου επικρατεί ο πυρετός της μάχης, και το δεξιό που καταλαμβάνεται ολόκληρο από τον νεκρό Έλληνα. Η κατακόρυφος του ιστού αποτελεί το όριο πέρα από το οποίο η συμπλοκή δεν επεκτείνεται αλλά απωθείται προς τα αριστερά, προκειμένου να εκτεθεί με άνεση ο μαχητής που πέθανε σφίγγοντας την άκρη της σημαίας στο στήθος του. Το πρόσωπό του και το πρόσωπο του Μητρόπουλου, καθώς εντάσσονται στην ίδια ευθεία, αποτελούν δύο όψεις του αγώνα για την ελευθερία· τη θυσία και τη νίκη.

Η ιδέα επαναλαμβάνεται από τα σπαθιά των δύο Ελλήνων. Η επιτυχής έκβαση της μάχης δηλώνεται και από το ότι ο ιστός, με το σταυρό στην κορυφή, πατά, εάν προεκταθεί, επάνω στο σαρίκι του νεκρού Τούρκου. Η λειτουργία της σημαίας στη σύνθεση είναι ευρύτερη: κατ’ αρχήν, οι μεγάλες καμπύλες που σχηματίζονται από τον βίαιο άνεμο εγκαθιστούν το ιδεώδες πλαίσιο προβολής του Μητρόπουλου, αυξάνουν την ένταση και προοιωνίζονται το θρίαμβο, αποτελούν όμως και ισχυρές ανασταλτικές ωθήσεις προς τα αριστερά, δυσχεραίνουν την ανάβαση του σημαιοφόρου και τον υποχρεώνουν να εντείνει την προσπάθειά του.

Με το σώμα ολόκληρο – τον τεράστιο λοξό άξονα – φαίνεται να στηρίζει με δύναμη τη σημαία και να σφαλίζει την κατακόρυφο. Θα επισημανθεί ακόμη η δημιουργία του σχήματος S, που προκύπτει από τις καμπύλες της σημαίας και την παρυφή της φουστανέλας, στο οποίο φαίνεται να εγγράφεται η μορφή του. Εμφανής είναι η κλασική αντίληψη που διέπει τον πίνακα σε ό,τι αφορά την οργάνωση των διαφόρων στοιχείων του, αλλά και η ρομαντική διάθεση από την οποία διαπνέεται, ιδιαίτερα αισθητή στην ηρωική έξαρση που χαρακτηρίζει τη μορφή του σημαιοφόρου.

Το έργο, σύμβολο της εξέγερσης του ελληνισμού, «εικονογραφεί» κατάλληλα τη φράση του Dupre: «Σήμερα, το έθνος αυτό, οργισμένο από το μέγεθος της συμφοράς και εμπνεόμενο από τη μνήμη και το μίσος, ορθώθηκε για να πολεμήσει το δυνάστη και να ξεπλύνει στο αίμα τη μακροχρόνια και ωμότατη προσβολή». Η διττή φύση του έργου παραπέμπει έμμεσα στους πόλους των επιδράσεων που έχει δεχθεί τούτο. Ως σύνολο, η παράσταση φαίνεται μάλλον προσωπική σύνθεση του καλλιτέχνη. Εντούτοις, τα επί μέρους στοιχεία έχουν άμεση σχέση με την πολεμική εικονογραφία της εποχής. Ο κύκλος του David και οι ρομαντικοί, με επικεφαλής τον Delacroix, ασφαλώς συνέβαλαν στη δημιουργία του έργου.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Πάνος (1800-1824)


 

Ο μεγαλύτερος γιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούτσου (1800 – 1824). Γεννήθηκε και σπούδασε στη Ζάκυνθο. Γνώριζε αρχαία Ελληνικά, Ιταλικά και λίγα Γαλλικά. Τον Απρίλιο του 1821 πήγε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του αγώνα (στο Βαλτέτσι, στην πολιορκία της Τρίπολης και στα Δερβενάκια, όπου και διακρίθηκε). Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Μπουμπουλίνας. Υπήρξε πρώτος πολιτάρχης της ελεύθερης Τρίπολης. Σκοτώθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο στις 21-11-1824 στην Αρκαδία.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 


 « Επανελθών μετά τον πατέρα του από την Ζάκυνθον κατά τας αρχάς του Απριλίου του 1821 εις τον Πύργον της Ηλείας, ευρέθη τότε εκεί, ότε ήλθον οι Λαλαίοι Τούρκοι και επολέμησαν μετά των εντοπίων Ελλήνων, αρχηγούντος του περιφήμου Χαραλάμπους Βιλαέτη. Μετά δε ταύτα ανέβη εις του Πάπαρι και εις Βαλτέτσι έχων μαζί του και τον αδελφόν του Ιωάννην τον επονομασθέντα ύστερον Γενναίον.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Κατόπιν ο πατέρας του διώρισεν αυτόν εις την επαρχίαν της Καρύταινας δια να εβγάζῃ τους στρατιώτας εν γένει και κατ᾿ αναλογίαν, και να προβλέπῃ τα αναγκαία του πολέμου από τους κατοίκους· εις τον διορισμόν του τούτον εδόθη διαταγή εις τον Πάνον, ώστε όστις αντιτείνει και δεν υπάγει εις τον πόλεμον, η δεν συνεισφέρει την αναλογίαν του, να σκοτώνεται, να καίεται το σπίτι του και να δημεύωνται τα πράγματά του προς όφελος του στρατοπέδου.

Μετὰ ταύτα ήλθεν εις τα Τρίκορφα, συστημένος εις την τακτικήν εφορείαν του στρατηγού Κανέλου Δεληγιάννη και των λοιπών μελών της Καρύταινας. Εκεί μένων επολέμει πολλάκις εις τους γενομένους ακροβολισμούς κατά την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς. Ελθόντος δε του πρίγκηπος Υψηλάντη εις το Άστρος, ο μεν πατέρας του υπήγε μετά των άλλων προς αποδοχήν αυτού, ο δε Πάνος έμεινεν εις τον στρατὸν της πολιορκίας ως αντιπρόσωπός του. Τότε δε μάλιστα μάχης γενομένης μεταξύ των πολιορκητών και των πολιορκουμένων, ο Πάνος καλώς εδιοίκησε, διότι ετόλμησε και κατέβασε τους Έλληνας εις τον κάμπον, όπου κατά πρώτον επολέμησαν ούτοι με την καβαλαρίαν των Τούρκων κατά το Μαρκοβούνι και τον Μύτικα.

Έπειτα δε διωρίσθη και υπήγεν εις τα Μεγάλα Δερβένια με σώμα στρατιωτών, και με πολλούς άλλους καπεταναίους δια ν’ ασφαλίσουν τον Ισθμόν. Εκείθεν πάλιν επανήλθεν εις την πολιορκίαν, και κατόπιν συνώδευσε τον Δ. Υψηλάντην εις τα παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Μαθών δε κατόπιν την άλωσιν της Τριπολιτσάς, ήλθεν τρεχάτος εις την πόλιν, και ο πατέρας του τον διώρισε πολιτάρχην δια την ευταξίαν κατ᾿ αίτησιν των κατοίκων, και ύστερον αφού εγένετο η Πελοποννησιακὴ Γερουσία, αυτή επίσης τον διώρισε πολιτάρχην της, και τον ωνόμασε χιλίαρχον, αλλ’ έκαμνε χρέη πολιτικά, και δια τούτο οι εν ενεργεία στρατιωτικοὶ τον επερίπαιζαν, διότι ο πόλεμος ήτον ανοικτὸς, και δεν είχον αξίαν εκείνοι, οι οποίοι ευρίσκοντο με τους κοινώς τότε λεγομένους καλαμαράδες, ήγουν τους γραμματισμένους και καταγινομένους εις τα πολιτικά.

Ύστερον δε εστάλη εις την Αργολίδα, ως αντιπρόσωπος της Γερουσίας, δια την παραλαβὴν του Ναυπλίου, διότι είχε στείλει η Γερουσία επιτροπὴν εκ των μελών της δια να παρευρεθούν και συμπράξουν μετά του εκτελεστικού εις την συνθήκην της παραδόσεως του φρουρίου.

Επειδή όμως δια την τότε εισβολήν του Δράμαλη εις την Πελοπόννησον η συνθήκη εκείνη εχάλασεν, ο Πάνος έκτοτε επήρε τα όπλα και επολέμει εντὸς και εκτός του Παλαιοκάστρου  του Άργους. Κατά δε τας μάχας εκείνας ο Πάνος εδείχθη παληκάρι και μάλιστα πολὺ εχρησίμευσε τότε, διότι είχε πενθερὰν την γενναίαν Λασκαρίναν Μπουμπουλίναν, και ένεκα τούτου όλοι οι Σπετσιώται με τα ευρεθέντα εις τους Μύλους πλοία των εφιλοτιμούντο και επρομήθευον εις αυτόν τα μέσα δια τον εκεί στρατόν του.

Μετὰ δε ταύτα πάλιν ανέβη εις το χρέος του πλησίον της Γερουσίας, την οποίαν εφρούρει. Ύστερον δε διετάχθη πάλιν από τον αρχιστράτηγον πατέρα του να καταβή εις τα Δερβενάκια και συστήσῃ την πολιορκίαν των δύω φρουρίων δια να εμποδίσῃ την συγκοινωνίαν των Τούρκων και τας τροφὰς τας οποίας τυχὸν οι Τούρκοι της Κορίνθου ήθελον στείλει εις τους εν Ναυπλίω.

Μετά τούτο ανέβη πάλιν εις την υπηρεσίαν του πλησίον της Γερουσίας, η οποία τον έστειλε τότε εις το Λεωνίδιον δια να εισπράξη τον κοινώς λεγόμενον έρανον προς πληρωμὴν του εκεί Ελληνικού στόλου, όστις έμελλε να προσβάλῃ τον ερχόμενον από την Κωνσταντινούπολιν Τουρκικὸν και φοβερίζοντα την καταστροφὴν των ναυτικών νήσων, όπως εμβάσῃ τροφὰς εις το Ναύπλιον. Οι δε πρόκριτοι των Σπετσών επροσκάλεσαν τον Πάνον δια να υπάγῃ να τους υπερασπισθή, και λαβὼν περί τους 350 στρατιώτας τη συνδρομή των κατοίκων Λεωνιδίου επέρασεν εις την νήσον.

Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας της η Συνέλευσις του Άστρους, η νέα Κυβέρνησις διώρισε τον Πάνον φρούραρχον Ναυπλίου, κατόπιν δε όταν ήλθεν η εσωτερική ανωμαλία τον έβγαλαν από το Ναύπλιον δια της συγκαταθέσεως του πατρός του, όστις παρέδωκε τότε το φρούριον εις τους δύω Ανδρέαν Ζαΐμην και Λόντον.

Έπειτα η Κυβέρνησις του Κουντουργιώτη, την οποίαν ανεγνώρισεν ο Πάνος και όχι ο πατέρας του, τον διώρισε να υπάγῃ εις την πολιορκίαν των Πατρών μετά του αδελφού του Γενναίου, ως και τους δύω Ανδρέας.

Μετά δε ταύτα αφού τα Πελοποννησιακὰ πράγματα ανεκατώθησαν κατά του πατρός του, ανεχώρησεν από τας Πάτρας και υπήγεν προς βοήθειαν αυτού και της οικογενείας του, ἡ οποία ήτον εντὸς της Τριπολιτσάς. Τότε η αντιπολίτευσις εκινήθη κατά της Κυβερνήσεως και τα στρατεύματά της ήλθον να πολιορκήσουν την Τριπολιτσάν, και επολέμησαν έξωθεν αυτής τα κυβερνητικά στρατεύματα.

Ο δε Πάνος τότε μαθών παρά του Ι. Πετροπούλου, ότι ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος πολεμεί με τα στρατεύματα της Κυβερνήσεως κατά το χωρίον Άγιον Σώστην, και ότι ηχμαλωτίσθη, υπήγεν εις βοήθειάν του, αλλά δεν επρόφθασε να τον ελευθερώσῃ, και εγύρισεν οπίσω να υπάγῃ εις την Σιλήμναν έφιππος, όπου ήτο ο πατήρ του, μετά τριών άλλων επίσης καβαλαραίων οικείων του, του Θ. Ρηγοπούλου, Ι. Βανικιώτου και Ανάστου Σαμαράνη· ενώ δε επορεύετο αργά εις Σιλήμαν, αιφνιδίως τότε από το όπισθεν μέρος του ήλθε βόλι τουφεκίου, τον εύρε εις τον κρόταφον, προς τα αριστερά του ινίου, και ούτως έπεσεν άφωνος ο Πάνος, και εχάθη πολύτιμος και πεπαιδευμένος στρατιωτικός, διότι εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικὴν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικὴν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γ. Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους. Το δε κρανίον του σώζεται εις τας χείρας του ιατρού Ι. Πύρλα».

 

Πηγές

 

 


  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

 

Ο Στάϊκος  Σταϊκόπουλος υπήρξε αγωνιστής του 21.Γεννήθηκε στη Ζάτουνα Γορτυνίας το 1798. Το 1818 πήγε στην Ύδρα όπου ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας και εμπορίας δερμάτων. Από νωρίς έγινε μέλος της Φιλικής εταιρίας. Το 1821 με την έναρξη της επανάστασης σύστησε δικό του στρατιωτικό σώμα και από την Ύδρα πέρασε στο Άργος.

Αμέσως οργάνωσε την πολιορκία του Ναυπλίου και γρήγορα μετατράπηκε σε έναν από τους πρωταγωνιστές αυτής. Στη συνέχεια διακρίθηκε σαν επικεφαλής της πολιορκίας της Ακροκορίνθου (1823). Επίσης έλαβε μέρος στη Β’ εθνοσυνέλευση του Άστρους. Στη διάρκεια του αγώνα είχε το βαθμό του στρατηγού, ενώ μετά την άφιξη του Όθωνα έγινε αντισυνταγματάρχης. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1835. Ήταν παντρεμένος με την Κατερίνα Δημητρακοπούλου και είχε μια κόρη την Ζαχαρούλα.

 

 

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

 

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

Στάϊκος Σταϊκόπουλος, λιθογραφία Giovanni Boggi, 1825.

 

Στάικος Σταϊκόπουλος

 

 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »