Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας – Ξενοφώντα Χρ. Ηλία


 

Ένας ογκώδης τόμος 700 σελίδων αποτελεί την κιβωτό πολύτιμων στοιχείων, όπως αυτά βρέθηκαν αποτυπωμένα σε γραπτές και προφορικές μαρτυρίες. Η κοπιώδης και σημαντικότατη εργασία του ερευνητή συγγραφέα Ξενοφώντα Ηλία αναφέρεται σε στοιχεία που συνέλεξε και αφορούν την περιοχή της Αλέας, τα χωριά Αλέα ή Μπουγιάτι, τη Σκοτεινή, τον Άγιο Νικόλαο, την Εξοχή, τη Φρουσούνα, το Πλατάνι και το Γυμνό. Η υπερδεκαετής έρευνα μαζί με την ιδιαίτερη ευαισθησία του συγγραφέα παρουσιάζουν ένα ολοκληρωμένο έργο με εκπληκτική ποικιλία μαρτυριών απαραίτητων για τον ιστορικό, αλλά και όποιον αγαπά και ενδιαφέρεται για τον τόπο.

Τοπογραφία της περιοχής του τέως δήμου Αλέας, κεφάλαια σχετικά με την αρχαία ιστορία του τόπου, αποσπάσματα περιηγητών που πέρασαν από την περιοχή, ανασκαφικά ευρήματα, οδοποιία, προβλήματα αναδασμού, ιστορικά στοιχεία με σημαίνουσα βαρύτητα για γεγονότα σχετικά με την επανάσταση του 1821, απογραφές πληθυσμού, εκλογές, καταγραφή και αναλυτικά στοιχεία για τους ιερούς ναούς της περιοχής, για τα δημοτικά σχολεία και το δυναμικό τους, κοινωνικά θέματα (φιλονικίες και συγκρούσεις κατοίκων), εθνικά κτήματα, υδρόμυλοι, πύργοι και παλαιά σπίτια, προσωπικότητες του τόπου, καταστήματα, σύλλογοι, επώνυμα κατοίκων αποτελούν μερικά από τα θέματα που παρουσιάζονται ανάγλυφα με τις παρατιθέμενες πηγές.

Ο ερευνητής παρεμβάλλει το δικό του λόγο προσπαθώντας και πετυχαίνοντας την άρμοση των μερών και την κατατόπιση του αγωνιστή. Γράφει στον πρόλογο του έργου του:

«Επιθυμία από τα μαθητικά μου χρόνια ήταν να ασχοληθώ με την ιστορία της ιδιαίτερης μου πατρίδας της Αλέας και προς το σκοπό αυτό εργάστηκα πολλά χρόνια συγκεντρώνοντας, επαληθεύοντας και αξιολογώντας τις διάφορες μαρτυρίες που άντεξαν στη φθορά του χρόνου». Ο συγγραφέας μελέτησε και ερεύνησε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα χειρόγραφα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, το αρχείο Βαρδουνιώτη, το αρχείο Δ. Τσώκρη, τον τοπικό τύπο, διάφορα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, το αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας, το αρχείο της κοινότητας Αλέας, τα αρχεία των Δημοτικών Σχολείων, το αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Άργους, πολλά βιβλία σχετικά και ότι άλλο θα μπορούσε να προσφέρει μεγάλη ή μικρή βοήθεια.

Ο Ξενοφώντας Ηλίας έκρινε σκόπιμο να παραθέσει αυτούσια πολλά έγγραφα που φωτίζουν την ιστορία της περιοχής, γιατί αυτά θεώρησε ότι είναι η ουσία του παρελθόντος ενός τόπου, αλλά και γιατί τα περισσότερα από αυτά ήταν αταξινόμητα. Οι δικές του παρεμβάσεις είναι διακριτικές και γιατί τα έγγραφα και τα στοιχεία μιλούν μόνα τους αλλά και γιατί ο αναγνώστης θα πρέπει να μείνει μόνος απέναντι στα στοιχεία αυτά, να μορφώσει δική του γνώμη και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Το έργο είναι μια ιχνηλασία στον ιστορικό, εθνικό, θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, πολιτικό, αγροτικό και ποιμενικό βίο των κατοίκων της περιοχής από το απώτερο παρελθόν μέχρι τις μέρες μας. Ο συγγραφέας  αντικειμενικός, και θαρραλέος, εμβριθής και ακούραστος, επίμονος και υπομονετικός μας μεταφέρει την αλήθεια των αιώνων και μας κάνει μετόχους μιας πλούσιας ζωής σε μια ορεινή περιοχή της πατρίδας μας. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1994.

 

Πηγή


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, σελ. 20, Άργος, 1994.

Read Full Post »

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Καρούζου – Παπασπυρίδη Σέμνη  (1898 – 8 Δεκεμβρίου 1994)


 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.

Η Σέμνη Καρούζου  γεννήθηκε στην Τρίπολη. Ήταν αρχαιολόγος και υπήρξε η πρώτη γυναίκα έφορος αγγείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ονομαζόταν Πολυσέμνη Παπασπυρίδη και ήταν παντρεμένη με τον αρχαιολόγο και ακαδημαϊκό Χρήστο Καρούζο (1900 – 1977).

Στην αρχαιολογική υπηρεσία εισήχθη το 1921. Στην Κρήτη, όταν μετατέθηκε το 1924, συνδέθηκε φιλικά με το Ν. Καζαντζάκη, τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού και το Δημήτρη Μητρόπουλο. Στην Ερέτρια ήταν η επόμενη μετάθεσή της όπου μελέτησε τον αρχαιολογικό χώρο και συνέταξε ένα ευρετήριο των εκθεμάτων του μουσείου, εγχειρίδιο που στα χρόνια του πολέμου αποδείχτηκε πολυτιμότατο γιατί βοήθησε στην ανεύρεση των αρχαίων μετά τον ενταφιασμό τους για προστασία από τους κατακτητές.

Μετά από τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου επέστρεψε στην Ελλάδα στα 1930 και προβιβάστηκε σε Έφορο. Μετατέθηκε στο Βόλο κι αργότερα στο δικό μας τόπο, την Αργολίδα, την οποία αγάπησε. Το βιβλίο της για το Ναύπλιο είναι ένα αξεπέραστο δείγμα αυτής της αγάπης, αλλά και της επιστημονικής της κατάρτισης.

Συμμετείχε σε ανασκαφές εδώ και ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη διάσωση των παραδοσιακών και ιστορικών κτισμάτων της πόλης του Ναυπλίου.

 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο Λεύκωμα της Εκατονταετηρίδος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1937.

 

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή κι ο σύζυγός της ήταν οι μόνοι Έλληνες αρχαιολόγοι που παραιτήθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών. Στην διάρκεια του πολέμου του ΄40 εργάστηκε εντατικά για τον ενταφιασμό των αρχαίων του Εθνικού Μουσείου. Το τεράστιο έργο που κατάφερε να φέρει σε πέρας μαζί με το σύζυγό της, ήταν η επανέκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (1964), ενός από τα πλουσιότερα μουσεία του κόσμου, μετά από τον πόλεμο. Ένα τιτάνιο έργο, μια και έπρεπε να ξαναβρούν τη θέση τους στις μισοκατεστραμμένες αίθουσες τα αναρίθμητα έργα που είχαν ταφεί για προστασία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις αναμορφωμένες αίθουσές τους με τη νέα αισθητική αντίληψη όλοι κατάλαβαν τότε ότι τα έργα έπαιρναν μια νέα διάσταση. Και μόνο γι’ αυτή της την προσφορά θα άξιζε η Καρούζου την ευγνωμοσύνη όλου του κόσμου.

Με τη Χούντα των Συνταγματαρχών, έγινε persona non grata (ανεπιθύμητο πρόσωπο) απομακρύνθηκε από το Αρχαιολογικό Μουσείο και βρέθηκε σε εξορία για μικρό χρονικό διάστημα.

Εξέδωσε συνολικά 18 αυτοτελή έργα, δημοσίευσε 110 μελέτες κι έγραψε σειρά κριτικών βιβλίων, μεταφράσεων και άρθρων σε εφημερίδες. Μετά τη δικτατορία έγινε πρόεδρος του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Μεγάλου Μυθολογικού Λεξικού. Αξίζει να προσέξουμε τι γράφει γι’ αυτή ένας μεγάλος συνάδελφός της, ο Μανόλης Ανδρόνικος:

«Όταν πριν από μερικά χρόνια ένας καλοπροαίρετος δημοσιογράφος, σε κάποιο δημοσίευμά του που αναφερόταν στο πρόσωπό μου, με χαρακτήρισε ως το μέγιστο Έλληνα αρχαιολόγο, ένιωσα ντροπή και ταραχή για το λάθος του. Όταν υπάρχει μια Σέμνη Καρούζου, σκέφθηκα, πως μπορούν να το αγνοούν;»

Και καταλήγει στο άρθρο του στις 9.4.89 στο Βήμα ο Ανδρόνικος: «Και η αγάπη, ο απέραντος σεβασμός, η ευγνωμοσύνη όλων μας για την προσφορά της στην επιστήμη και στον τόπο είναι το μικρό μας ευχαριστώ στη μεγάλη κυρία της οικογένειάς μας».

Συνέγραψε οδηγούς για το Εθνικό Μουσείο και άλλα έργα. Υπήρξε αντιπρόεδρος (1975-1977) της «Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας».

Η Σέμνη Καρούζου (το γένος Παπασπυρίδη) έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών, στις 8 Δεκεμβρίου 1994, έχοντας καταφέρει να διαγράψει σπουδαία πορεία στο επιστημονικό πεδίο όπου δραστηριοποιήθηκε επί πολλές δεκαετίες (χρόνος υπηρεσίας 1921-1964).

Ενδεικτικά έργα:

  • National Museum: Illustrated Guide to the Museum, Εκδοτική Αθηνών, 2000.
  • Εθνικό Μουσείο: Γενικός οδηγός, Εκδοτική Αθηνών, 1999.
  • Museo Nazionale: Guida illustrata del museo, Εκδοτική Αθηνών, 1996.
  • Περίπατοι στην Ιταλία, εκδ. Ερμής, 1983.
  • Το Ναύπλιο, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.
  • Αγγεία του αναγορούντος (1963)

 

Πηγές


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, Άργος 1994.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 4, σ. 320), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ

Read Full Post »

Άργος – Ετυμολογία του Ονόματος


 

Α΄ Ονοματολογικά. Το όνομα Άργος είναι αρκετά παλαιό. Συναντάται κατά πρώτον στα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα της αρχαίας μας Γραμματείας, τα ομηρικά έπη. Η σημασία όμως του ονόματος σ’ αυτά είναι σχεδόν πάντοτε ευρυτέρα της συγκεκριμένης πελοποννησιακής πόλεως. Δηλαδή το όνομα άλλοτε δηλώνει όλο τον ελλαδικό χώρο, άλλοτε την Πελοπόννησο και ενίοτε την Αργολίδα άπασα. Η πολυποίκιλη αυτή εννοιολογική χρήσις του ονόματος συνεχίστηκε και σε κείμενα της μεταγενέστερης των ομηρικών επών γραμματείας.

Για να γίνωμε πιο συγκεκριμένοι, ο όλος ελλαδικός χώρος δηλώνεται στα χωρία της Ιλιάδος I 246 (ενί Τροίη εκάς Άργεος ιπποβότοιο = στην Τροία, μακριά από το αλογοτρόφο Άργος), Μ 70 (νωνύμους απολέσθαι απ’ Άργεος ενθάδε Αχαιούς = ανώνυμοι Αχαιοί από το Άργος χάθηκαν εδώ), Ν 227, Ξ 70, και της Οδυσσείας ω 37 (ός θάνες έν Τροίη εκάς Άργεος = ο οποίος πέθανε στην Τροία μακριά από το Άργος), και στα Γεωγραφικά του Στράβωνος VIII, p. 369. Ως Πελοπόννησος δηλώνεται στο Ο 372 της Ηλιάδος, στο α 344 της Οδύσσειας (καθ’ Ελλάδα και μέσον Άργος), στις Ικέτιδες 15 του Αισχύλου, στον Πλούτο 601 του Αριστοφάνη, στον Αρίσταρχο, σχόλιο στο Δ 171 της Ηλιάδος, στα Γεωγραφικά του Στράβωνος.

Συγκεκριμένα, στον Στράβωνα διαβάζομε: «Οίμαι δ’ ότι και Πελασγιώτας και Δαναούς, ώσπερ και Αργείους, η δόξα της πόλεως ταύτης και τούς άλλους Έλληνας καλείσθαι παρεσκεύασεν = Νομίζω ότι και τους Πελασγούς και τους Δαναούς, όπως ακριβώς και τους ίδιους τους Αργείους και τους άλλους Έλληνες η δόξα αυτής της πόλης τους έκανε να αποκαλούνται Αργείοι» (VIII, p. 371). Και πάλι γράφει o Στράβων: «Άργος την Πελοπόννησον λέγει = Ονομάζει την Πελοπόννησο Άργος » (sc. Όμηρος) (VIII, p. 371). H στενότερη έννοια του ονόματος Άργος στα ομηρικά έπη ευρίσκε­ται στη χρήσι της ως χώρου της ηγεμονίας του Αγαμέμνονος (Ίλ. Β 108, 287, I 141, 283, Όδ. γ 251, 262), δηλώνεται δηλ. όλη η Αργολίδα.

Η πόλις του Άργους σε προϊστορικά και σε πρώιμα ιστορικά χρόνια είχε και άλλες ονομασίες, όπως Φορωνικόν άστυ, Αιγιάλεια, Ιάσιον. Το Φορωνικό άστυ οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ως την πρώτη πόλιν του κόσμου.

Το Άργος στα κείμενα χαρακτηρίζεται Αχαϊκόν, Ιππόβοτον, το Πελοποννήσιον, το κοίλον, πολυψίδιον, Άργος Ήρας ή Αργεία Ήρα κ.α. Το Άργος ρητώς ως πόλις της Πελοποννήσου αναφέρεται από τον Αριστο­φάνη: «Ώ πόλις Άργους, κλύεσθ’ οία λέγει = Ω! πόλη του Άργους άκου, όσα λέγει». (Πλούτος, σ. 601, Ιππής, σ. 813).Το όνομα αυτοτελές δεν έχει επισημανθή στις πινακίδες με γραμμική γραφή Β. Απαντά όμως εμμέσως, ως δεύτερο συνθετικό, στα ονόματα Πόδαγρος, Στόμαργος και Στύμαργος.

Στα αρχαία χρόνια υπήρχαν και εκφράσεις στις οποίες το όνομα Άργος αποκτούσε κάποια ιδιαίτερη σημασία. Συγκεκριμένα, Άργους γαία = Ελλάς, Άργεος μυχός= τα ενδότερα της Πελοποννήσου. Παροιμιώδης ήταν η έκφρασις «Άργους λόχος ή λόφος», πού εσήμαινε κατά τον Αποστόλιο (III 75) τη δεινή συμφορά λόγω σφαγής πού έλαβε χώρα εκεί. Επίσης, κατά τον Ζηνόβιο, υπήρχε έκφρασις «ως την Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται» (VI 52). Και παροιμίες: «Αργείοι φώρες»= οι προδήλως πονηροί (Αριστο­φάνη Ανάργυρος), «Αργείους οράς» για οξυδερκείς (Σούδα) κ.ά.

Άλλοι τύποι του ονόματος: Ως εθνικό το όνομα έχει τον τύπο Αργείος, προερχόμενο εκ του Αργέσ-jος, και απαντάται κατά πρώτον στα ομηρικά έπη, όπου Αργείοι= Έλληνες.

Υπάρχει όμως και δεύτερος τύπος Αργόλας, πού απαντάται στον Ευριπίδη (Ρήσος, σ. 41) και τον Αριστοφάνη (Αποσπ. 284). Ο Ευριπίδης γράφει: «πυραίθει στρατός Αργόλας = ο αργειακός στρατός ανάβει φωτιές». Υπάρχουν ακόμη και οι τύποι Αργείωνες, Αργειώται και Αργειάδαι. Στα νεώτερα χρόνια επεκράτησε ο τύπος Αργίτης. Το όνομα Αργόλας εσήμαινε και είδος όφεων εξ Άργους, κατά το λεξικό της Σούδας. Υπάρχει όμως και θηλυκός τύπος Αργολίς, για να δηλωθή η Αργεία γυναίκα (Πολύαινος) και ή χώρα (Παυσανίας II 15 4). Ο Στέφανος ο Βυ­ζάντιος (6ος αι. μ.Χ.) γράφει: «Αργολίς η χώρα και η γυνή». Η λέξις Αργολίς στις δύο αυτές σημασίες είναι ούσιαστικοποιημένο επίθετο με εννοούμενες τις λέξεις γη και γυνή.

Η λέξις όμως Αργολίς απαντάται και ως επίθετο σε αρχαία κείμενα. Έτσι έχομε το Αργολίς εσθής στον Αισχύ­λο (Ικέτιδες, σ. 236) και στον Ηρόδοτο Αργολίς μοίρα (I 82).

Κτητικό του ονόματος Άργος είναι το επίθετο Αργολικός, πού απα­ντάται κατά πρώτον στον Ηρόδοτο (VI 152). Υπάρχει και τύπος Αργολιστικός, πού υπάρχει στα Ελληνικά Οξυρύγχια (τ. IV, σ. 272, 10). Στα νεώτερα χρόνια επεκράτησε ο όρος Αργίτικος, πού σημαίνει περισσότερο τα τής Αργολίδος γης και λιγότερο τα του Άργους.

Επιρρήματα από το όνομα Άργος έχουν επισημανθή τρία στην αρχαία και Βυζαντινή γραμματεία: α) Αργόθεν= εκ του Άργους και απαντάται στο Σοφοκλή (Αντιγ., σ. 106) και τον Ευριπίδη (Ιφιγ. εν Ταύροις, σ. 70). β) Αργολιστί= κατά τον τρόπο των Αργείων, και απαντάται στον Πίνδαρο (Ισθ. 5 86) και στον Σοφοκλή (Αποσπ. 411). γ) Αργολικώς, πού χρησιμοποιείται από τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης (722, 63).

Υπάρχει και το ρήμα Αργολίζω, είμαι με το μέρος των Αργείων, και απαντάται στον Ξενοφώντα (Έλλην. IV 8 34) και τον Έφορο (Στεφ. Βυζ. λ. Άργος).

Το όνομα Άργος στην αρχαιότητα είχε ευρεία διάδοση. Δηλαδή πέραν του Πελοποννησιακού Άργους, καλουμένου υπό του Ομήρου Αχαϊκού Άργους, υπήρχαν και: Άργος Πελασγικόν (στη Θεσσαλία), Άργος Ορεστικόν (στη Μακεδονία), Άργος Αμφιλοχικόν (στην Αμφιλοχία), Άργος Κυπριακόν, και επίσης άλλες πόλεις ή θέσεις με το όνομα αυτό, όπως στην Κιλικία, Θράκη, Τροιζήνα, Καρία, Νίσυρο, Κάσο, Κάλυμνο, Ρόδο, Ήπει­ρο, Καλαβρία, Απουλία τής Ιταλίας κ.ά.

Για όλες αυτές τις τοποθεσίες υπάρχουν αναφορές στα κείμενα τής αρχαίας Γραμματείας και ο ενδιαφερόμενος μπορεί να τις βρή στις μεγάλες αρχαιογνωστικές Γραμματολογίες.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Β’ Ετυμολογικά


 

Ως προς την στην ετυμολογία του ονόματος, το τοπωνύμιο Άργος συνήθως προσδιορίζεται από τους γλωσσολόγους ως λέ­ξις αβέβαιας ετυμολογίας.

1. Ετυμολόγησις του ονόματος έχει ήδη επιχειρηθή από τα αρχαία χρόνια: Τον πρώτο π.Χ. αιώνα ο γεωγράφος Στράβων έγραφε στα «Γεω­γραφικά» του: «Άργος δε και το πεδίον λέγεται παρά τοις νεωτέροις, παρ’ Ομήρω δ’ ούδ’ άπαξ. Μάλιστα δ’ οίονται Μακεδονικόν και Θετταλικόν είναι». (VIII, p. 372). Δηλαδή, η λέξις Άργος σημαίνει το πεδίον, την πε­δινή χώρα, και η λέξις είναι Μακεδονική – Θεσσαλική, δηλ. πελασγική – προελληνική.

Το ότι η λέξις Άργος σημαίνει πεδίον επανέλαβε σε μεταγενέστερα χρόνια, τον 6° μ.Χ. αιώνα, ο Στέφανος ο Βυζάντιος, γράφων στα «Εθνικά» του: «Άργος σχεδόν πάν πεδίον κατά θάλασσαν» (λ. Άργος). Τη θέσιν ότι το όνομα είναι προελληνικό υπεστήριξαν κατά τους νεώτερους χρόνους ορισμένοι γλωσσολόγοι, όπως ο V. Windevens, στο έργο του Le Pelasgique (Louvain 1952, σ. 18 κ.έ.) και ο γλωσσολόγος – συντάκτης του έγκυρου γερμανόφωνου ετυμολογικού λεξικού, με τίτλο Griechisches etymo­logisches Wortebuch, Η. Frisk (Heidelberg 1960-1972, λ. Argos). Αμφότεροι παραπέμπουν σε ινδοευρωπαϊκή ρίζα ark- από την οποία παράγεται το ελληνικό ρήμα αρκέω (= διασφαλίζω, προφυλάσσω) και το λατινικό όνομα arx (= ακρόπολις, φρούριο). Αξιοπρόσεκτο είναι ότι στον Όμηρο το ρήμα αρκέω σημαίνει προφυλάσσω, αποκρούω. Την έννοια επαρκώ για πρώτη φορά συναντούμε στους τραγικούς ποιητές.

2. Από τα αρχαία χρόνια έρχεται και η άποψις ότι το τοπωνύμιο Άργος είναι κυριώνυμο. Λέγεται δηλαδή ότι ο Άργος ο τρίτος βασιλιάς της πόλεως του Άργους, πού έως τότε λεγόταν φορωνικόν άστυ, μετονό­μασε την πόλιν, δίδοντας σ’ αυτήν το όνομά του.

Λέγει σχετικά ο Παυσα­νίας: «Άργος δε, Φορωνέως θυγατριδούς, βασιλεύσας μετά Φορωνέα ωνόμασεν αφ’ αυτού την χώραν = Ο Άργος, ο γυιός του Φορωνέως, που βασίλευσε μετά τον Φορωνέα, ονόμασε την χώρα από το δικό του όνομα» (II 16 1). Άλλες μεταγενέστερες καταγραφές, όπως π.χ. αυτή του Μεγάλου Ετυμολογικού, λεξικού του 11ου αιώνα, θεωρούν ως ονοματοδότη της πόλεως άλλον Άργον μεταγενέστερο. Συγκεκριμένα, τον δισέγγονο του προμνημονευθέντος Άργου, πού έμεινε γνωστός ως Άργος ο πανόπτης. Αυτός ο Άργος, κατά τις αρχαίες αναφορές είχε 100 οφθαλμούς και ήταν φύλακας της Ιούς. Ο Λουκιανός λέγει ότι υπήρχε και αρχαία παροιμία «οξύτερον του Άργου οράν» (Ιστορ. 18), ενώ ο Θε­μίστιος αναφέρει άλλη «Άργου πλείονας έχει οφθαλμούς».

Άλλο Βυζαν­τινό λεξικό, του 11ου επίσης μ.Χ. αιώνος, το Γουδιανό, αναφέρει Άργον, πολυόμματον κύνα. Γράφει το λεξικό: «Άργος, χώρα Πελοποννήσου, από του Άργου του πολυομμάτου κυνός ωνομασμένη». Από τα ανωτέρω συ­νάγεται ότι ο Παυσανίας και ορισμένα Βυζαντινά λεξικά αναζητούν κάποιον ονοματοδότη της πόλεως, διαφοροποιούνται όμως στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου ονοματοδότη. Οι θέσεις πάντως αυτές δεν αντιμε­τωπίζουν το πρόβλημα της ρίζας του ονόματος.

3. Αξιοπρόσεκτη είναι και η θέση του γραμματικού του 6ου μ.Χ. αιώνα Γεωργίου Χοιροβοσκού, ο οποίος δέχεται ότι το τοπωνύμιο Άργος παράγεται από τη λέξιν αργός πού σημαίνει δύο τινά: α) αργός= λευκός και β) αργός= ταχύς. Οι σημασίες αυτές πράγματι υπάρχουν στα ομηρικά έπη: Στο ο 161 της Οδύσσειας διαβάζομε: «αιετός αργήν χήνα φέρων», όπου το αργός= λευκός. Και στο Α 50 της Ηλιάδος γίνεται λόγος για «κύνας αργούς», δηλαδή ταχείς σκύλους.

Τις θέσεις αυτές επαναλαμβάνει το Μέγα Ετυμολογικόν (λεξικό του ενδεκάτου μετά Χριστόν αιώνος). Από τους νεώτερους γλωσσολόγους ο P. Chantraine, στο πολύ έγκυρο ετυμολο­γικό λεξικό του τής αρχαίας Ελληνικής, συσχετίζει, ως προς τη ρίζα, το όνομα Άργος με το επίθετο εναργής, οπότε το όνομα Άργος δηλώνει τον λευκό, τον λαμπρό. Ο συνάδελφος Γιώργος Μπαμπινιώτης επιχειρεί να ερμηνεύση την έννοια του λευκός και γράφει ότι «ίσως δηλώνει την όψη πού παρουσιάζει η αργολική πεδιάδα (= λευκή) την εποχή του θερισμού» (λ. Άργος). Στην περίπτωσιν δηλ. αυτή το τοπωνύμιο είναι περιγραφικό του χώρου, με συγκεκριμένη περιγραφή του χρώματος της περιοχής, όπως τούτο π.χ. γίνεται στα νεώτερα τοπωνύμια Ασπρόχωμα, Κοκκιναράς, Κοκ­κινιά κ.α.

4. Άλλοι ετυμολόγοι θεωρούν ότι το όνομα Άργος είναι η λέξις αγρός και παίρνει αυτόν τον τύπο από αναγραμματισμό των συμφώνων γρ, πού γίνονται ργ και αναβιβασμό του τόνου. Το τοπωνύμιο κατ’ αυτήν την ετυμολόγηση είναι περιγραφικό (appellativum), κατά τη γλωσσολογική ορολογία, και προσδιορίζει τη γεωλογική σύστασιν του εδάφους, όπως τούτο γίνεται λ.χ. στα νεώτερα τοπωνύμια Βράχος, Ράχες, Βουλιαγμένη, Πέντε Πηγάδια, Τράχωνες (τραχώνι= βράχος) κ.ά. Κατά τους νεώτερους χρόνους από τους πρώτους πού υιοθέτησαν την εκδοχή αυτή ήταν ο Άγγλος πολιτικός και λόγιος του 19ου αιώνα Γουίλιαμ Γλάδστων στην πραγματεία του Homeric Studies (Achaeis, παρ. 8).

5. Ως μία, τέλος, άλλη ετυμολογία του ονόματος είναι η προτεινόμε­νη από τον διαπρεπή γλωσσολόγο και ελληνιστή του 19ου αιώνα Γεώργιο Κούρτιο, κατά την οποία το όνομα πρέπει να συσχετισθή με το ρήμα ορέγω και το λατινικό regio και σημαίνει «μέρος της χώρας». Πριν ή τελειώσω τη σύντομη αυτή αναφορά στα ονοματολογικά και την ετυμολογία του ονόματος Άργος, θα πρέπει να δηλώσω και τη δική μου προτίμηση στις πολλές προταθείσες θέσεις.

Νομίζω, λοιπόν, ότι η παλαιότερη πρόταση φαίνεται να είναι και η πλέον έγκυρη. Είναι δηλαδή η πρόταση του Στράβωνα, σύμφωνα με την οποία το όνομα Άργος παράγεται από την λέξιν αγρός, στην οποία συμ­βαίνει αντιμετάθεσις των συμφώνων ργ και επίσης αναβιβασμός του τόνου, φαινόμενο αρκετά διαδεδομένο στην ελληνική γλώσσα, ήδη από τα προελ­ληνικά χρόνια (π.χ. ερχομενός > Ορχομενός, ξανθός > Ξάνθος, κοντός > Κόντος κ.λπ.).

* Η μετάφραση των αποσπασμάτων από τα αρχαία,  έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Αθανάσιος Βερτσέτης                                              

Ομότιμος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών                                            

Σταυρούλα Πετράκη – Βερτσέρη

Σχολική Σύμβουλος

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

Read Full Post »

Ο Κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι


 

«Ήτο Σεπτέμβριος του έτους 1889, ολόκληρον δε το Άργος ευρίσκετο επί ποδός. Πανταχού σταφυλαί, τρυγήτριαι, αγωγιάται, όνοι. Ιδίως οι αγωγιάται κατασκονισμένοι, εν συμφυρμώ και αταξία διαγκωνιζόμενοι, άδοντες, ανά χείρας φέροντες άρτον και τυρόν αντί ράβρου ή πράσου, τρώγοντες και συγχρόνως τους όνους ωθούντες, έσπευδον μεταφέροντες το ιερόν φορτίον εις τα καπηλεία. Τότε και ο αγωγιάτης Σωτήρος Μαρίνος δια τριών (αριθ. 3) όνων, μετεκόμιζε τας σταφυλάς του Αλεξ. Μαρίκου επί συμπεφωνημένω ημερομισθίω δραχ. 1 λ. 50 δι’ έκαστον όνον εκάστην ημέραν»[1].

 

Η διερεύνηση των συνθηκών και των συγκυριών που επέτρεψαν σε έναν κόσμο να μετατρέπει το φυσικό του περιβάλλον και να διαμορφώνει ένα νέο ανθρωπογενές, απαντά σε γενικότερα ερωτήματα οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνιών, εξηγεί μηχανισμούς και σχέσεις, επιφυλάσσει εκπλήξεις ως προς τις διαμορφωμένες αντιλήψεις σχετικές με την κοινωνική διάρθρωση, τη σχέση των φύλων, την παραγωγική διαδικασία. Ο κόσμος της εργασίας, ακριβώς επειδή έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσσει το  περιβάλλον του μέσω της εργασίας, δημιουργεί οριοθετήσεις στο χρόνο και το χώρο με τρόπο ώστε να γίνονται κατανοητές στις συνιστώσες του οι παραγωγικές σχέσεις, οι κοινωνικές σχέσεις και οι χωροταξικές κατασκευές.

Δεν είναι τυχαίο πως η κατασκευή κατοικίας ακολουθεί μια συγκεκριμένη τυπολογία άμεσα συνδεδεμένη με την οπτική μιας επαγγελματικής και κοινωνικής κατηγορίας. Οι σχέσεις των φύλων επίσης ανατρέπονται στη διάρκεια συγκεκριμένων συγκυριών αποκαλύπτοντας νέες δυνατότητες λειτουργίας του κόσμου της εργασίας από την άποψη, αυτή τη φορά, του φύλου. Και στο σημείο αυτό δεν είναι τυχαίο ότι, για παράδειγμα, η κατανομή της εργατικής δύναμης δεν γίνεται με τρόπο τυχαίο αλλά ακολουθεί ιδιαίτερους κανόνες άμεσα διαμορφωμένους από την συσσωρευμένη εργασιακή εμπειρία και την συγκεκριμένη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Από την άποψη αυτή, η οργανωμένη βιομηχανική παραγωγή στην Αργολίδα (κονσερβοποιεία, υφαντουργεία), είναι γένους θηλυκού.   

 

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο Μακαρονοποιείας. Άργος, δεκαετία του ’50.

 

Τέλος, θα πρέπει να γίνει περισσότερο κατανοητή σε μας η διαδικασία ανταλλαγών, ένας ιδιαίτερος διάλογος μέσα στο χρόνο, μεταξύ του αγροτικού και του αστικού χώρου, του χωριού και της πόλης. Και οι δυο αποτελούν σημαντικούς οικονομικούς και πολιτισμικούς χώρους για τη διαμόρφωση της κοινωνικής ιστορίας του κόσμου της εργασίας στην Αργολίδα.

Και οι δυο συμμετέχουν ακόμα και σήμερα σε μια σχέση που αλληλοκαθορίζει τη δυναμική της μιας και την εξέλιξη της άλλης. Ο αγροτικός κόσμος, παρά τη «φυσιολογική» του τάση για σταθερότητα, ανοίγεται στον αστικό είτε λόγω των οικονομικών συναλλαγών, είτε λόγω της αναζήτησης νέων τρόπων διασύνδεσής του με το νέο περιβάλλον και το αντίστροφο. Ο αστικός κόσμος αδυνατεί να ανταποκριθεί ανάγκες των μελών του χωρίς την άμεση εμπορική-οικονομική συναλλαγή με τον αγροτικό αλλά και τη διαμόρφωση ενός φαντασιακού δρόμου της επιστροφής στη φύση και τις ρίζες.

 «Η εξευτελιστική τιμή εις ην επλήρωσαν την υπ’ αυτών αγορασθείσαν ντομάταν τα διάφορα εργοστάσια Κονσερβών της περιφερείας Άργους – Ναυπλίας άτινα εξεμεταλεύθησαν κατά τον πλέον αναίσχυντον τρόπον την σημειωθήσαν υπερπαραγωγήν εις βάρος των κόπων, αγώνων και ιδρώτος του βιοπαλαίοντος Αγρότου, έθεσεν επί τάπητος την και άλλοτε μελετηθείσαν ίδρυσιν ενός μετοχικού Εργοστασίου Κονσερβών με μετόχους τους ίδιους παραγωγούς των οποίων την εσοδείαν θα επεξεργάζεται το εν λόγω εργοστάσιον και δίδει εις την κατανάλωσιν με κέρδος υπέρ των παραγωγών όλων των κερδών τα οποία επιτυγχάνουν σήμερον τα εργοστάσια και οι διάφοροι μεσάζοντες»[2].

 

«Όταν φέρναν το νερό» 


 

Οι αγροτικές κοινωνίες τις περιοχής βρέθηκαν μετά τον πόλεμο αντιμέτωπες με εντονότερο από πριν το πρόβλημα της επιβίωσης. Για τις κοινωνίες αυτές και ιδιαίτερα για τις ορεινές περιοχές, το πρόβλημα ήταν ακόμα πιο έντονο. Ο μικρός κλήρος δεν μπορούσε να απαντήσει ικανοποιητικά στις ανάγκες των κατοίκων και των οικογενειών λόγω της ισχνής απόδοσής του.

Η αγροτική οικονομία χαρακτηριζόταν από τη δανειακή υπερχρέωση ενδυναμωμένη από την ανεπίσημη τοκογλυφία και την επίσημη των τραπεζών. Αποτέλεσμα της ασφυκτικής αυτής κατάστασης, ήταν η διαρκής αναζήτηση νέων πόρων. Μια θέση στο δημόσιο ή στην τοπική βιομηχανία-βιοτεχνία αποτελούσαν δυο σημαντικές λύσεις για την οικογένεια. Η εξωτερική και η εσωτερική μετανάστευση αποτέλεσαν δυο άλλους δρόμους απορρόφησης ενός σημαντικού μέρους του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού. Οι κτηνοτροφικοί πληθυσμοί, αρχίζουν επίσης με έντονους ρυθμούς μετά τον πόλεμο, να αναζητούν τοποθεσίες μονιμότερης εγκατάστασης προς τον Αργολικό κάμπο, ώστε να δίνεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης συνδυασμένων οικονομικών πόρων.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στην Αργολίδα είναι αυτή της μετακίνησης του αγροτοκτηνοτροφικού πληθυσμού από την Κοινότητα Βρουστίου προς το Κουτσοπόδι. Η σταδιακή εγκατάσταση σε περισσότερο πεδινές τοποθεσίες θα δημιουργήσει, με ενδιάμεσους οικισμούς, τη σημερινή Κοινότητα των Σταθέικων. Η μετακίνηση αυτή είναι αρκετά ενδιαφέρουσα για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι η τακτική υποχρέωση προσφοράς εργασίας, (θεσμός εθελοντικής εργασίας) από τα μέλη της κοινότητας. Ο θεσμός αυτός δημιουργείται από την ίδια τη δομή της αγροτικής οικονομίας και ιδιαίτερα από την έλλειψη επάρκειας εργατικών χεριών.

Δημιουργείται επίσης από την ανάγκη κοινής αντιμετώπισης του προβλήματος των υποδομών (δρόμοι, ύδρευση, ιδιαίτερες συνθήκες αγροτικής παραγωγής, κτλ). Οι υποδομές αυτές στάθηκαν απαραίτητες για τη μόνιμη εγκατάσταση των μελών της κοινότητας και την ανάπτυξή της. Η εθελοντική εργασία στον αγροτικό χώρο και η μαθητεία στον αστικό εργασιακό χώρο αποτέλεσαν δυο σημαντικούς μηχανισμούς εργασιακής ενσωμάτωσης και δημιουργίας κοινωνικής και επαγγελματικής ταυτότητας. Σημειώνω πως η εθελοντική εργασία αποτελεί θεσμό που εξακολουθούσε να υφίσταται και στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 στον αγροτικό χώρο. Παράδειγμα αποτελεί, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση των μελών της κοινότητας να δημιουργούν οργανωμένες ομάδες πυρόσβεσης.

Οι κάτοικοι των Σταθέικων αντιμετωπίζουν ένα σοβαρότατο πρόβλημα νερού σε όλη τη διάρκεια της μετακίνησης και εγκατάστασής τους ήδη από τη δεκαετία του ‘30. Έπρεπε να βρεθεί λύση για την ύδρευση της κοινότητας.  Οι μέχρι τότε τεχνικές αποθήκευσης του βρόχινου νερού δε μπορούσαν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες. Στα 1960 αρχίζει το έργο μεταφοράς του νερού από την πηγή «Κλίμα» στην Κοινότητα Σταθέικων. Πρόεδρος της Κοινότητας ένας άνθρωπος της προόδου : ο Παναγιώτης Μπέλλος ή Πανομπέλλος. Η επιχείρηση θα διαρκέσει αρκετούς μήνες και η εθελοντική εργασία των μελών της κοινότητας θα προσλάβει επικές σχεδόν διαστάσεις λόγω της σημασίας του έργου και της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στην κατασκευή του. Στην περίπτωση του δικτύου ύδρευσης των Σταθέικων, η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών δημιουργεί ένα άλλο πλαίσιο ανάγνωσης της γυναικείας εργασίας, όχι ως συμπληρωματικής της ανδρικής ή της οικογενειακής, αλλά ως μηχανισμό κοινωνικού προσδιορισμού της θέσης της μέσα στην αγροτική κοινωνία.

Είναι ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα που έχουμε, για τη μορφή και τη λειτουργία της εθελοντικής εργασίας στην Αργολίδα. Για αιώνες αυτός ο τύπος εργασίας, θα αποτελεί ένα σημαντικό μηχανισμό εμπέδωσης της κοινοτικής αλληλεγγύης αλλά και της επίλυσης του προβλήματος έλλειψης εργατικών χεριών.

 

 

Κατασκευή του αστικού χώρου και εργοστασιακή εργασία


  

Αντίθετη φαίνεται να είναι η δομή της γυναικείας εργασίας στον υπό διαμόρφωση βιοτεχνικό και βιομηχανικό ιστό της Αργολίδας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Θα δούμε στη συνέχεια ορισμένα στοιχεία για το θέμα αυτό αφού προηγουμένως σκιαγραφήσουμε τον βιοτεχνικό και βιομηχανικό ιστό της Αργολίδας.

Οι παραγωγικές διαδικασίες είναι άμεσα συνδεδεμένες με τους χώρους στους οποίους αναπτύσσονται. Η αγροτική παραγωγή, για παράδειγμα, καθορίζει και τον τύπο της βιομηχανίας που θα αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή, ιδιαίτερα του Ναυπλίου, όπως είναι η κονσερβοποιία.  Ταυτόχρονα, όπως και σε ολόκληρη τη χώρα, η εσωτερική μετανάστευση αλλάζει τη δημογραφική εικόνα της Αργολίδας προς όφελος των διαμορφούμενων αστικών χώρων.

 

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

 

Η διάσταση αυτή είναι σημαντική για την κατανόηση φαινομένων όπως η εσωτερική μετανάστευση και η διαμόρφωση του εργατικού δυναμικού κατά περιοχή. Θα αναφέρω για παράδειγμα το γεγονός ότι μια σειρά από επιχειρήσεις που εγκαθίστανται στην περιφέρεια των πόλεων βρίσκονται σταδιακά στο κέντρο σχεδόν του αστικού ιστού. Είναι κλασική η περίπτωση της οδού Πειραιώς που συνδέει τον Πειραιά με την Αθήνα. Στα αστικά κέντρα της Αργολίδας παρουσιάζεται[3], τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, το ίδιο φαινόμενο όπως στις περιπτώσεις των βιομηχανιών ψύχους Λέκκα και Καράμπελα ή ακόμα της Βιομηχανίας Αεριούχων ποτών «Παλίρροια», η οποία τελικά δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει ξανά στη δεκαετία του ’90 λόγω των αντιδράσεων των περιοίκων[4]. 

Σχετικά με τον τύπο των δραστηριοτήτων, μερικά στοιχεία είναι ενδεικτικά του επιχειρηματικού προσώπου που διαμορφώνει το κάθε αστικό κέντρο. Στον εμποροβιομηχανικό οδηγό του 1950 αναφέρεται ότι ο συνολικός πληθυσμός της Αργολιδοκορινθίας είναι 250.000 κάτοικοι και ότι «εκ των βιομηχανιών σπουδαιοτέρα είναι η της ηλεκτροπαραγωγής εις τα μεγαλείτερα κέντρα, τα εργοστάσια κονσερβών, κηπουρικών και λαχανικών προϊόντων του Ναυπλίου και της Αργολίδος, (…), υφαντουργεία εις το Άργος, ως καί τινα ελαιουργεία και μακαρονοποιεία».

Διαγράφεται έτσι, το επαγγελματικό προφίλ των περιοχών με τις εξειδικεύσεις τους και θα αναφερθούμε εδώ αποκλειστικά στο βιοτεχνικό – βιομηχανικό τομέα. Σε σχέση με το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα[5], σημαντικές αλλαγές έχουν γίνει στο επίπεδο της βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής στη μεταπολεμική περίοδο.

  • Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή του καταγράφονται οκτώ επιχειρήσεις στην κατηγορία «Βιομηχανίαι Κονσερβών» : «ΑΒΕΚ» (Μπολάτι), «Δήμητρα» (Κούτσι), «Κύκνος» (Δαλαμανάρα), «Μηναίος Κ.» (Ναύπλιο), «Μηναίος Κ. Υιοί» (Ασίνη), «Ξυλινάς Ιωάννης» (Κοφίνι), «Πελαργός» (Ναύπλιο), «Φίλης Ανας.-Κ.» (Ασίνη).
  • Τρεις  επιχειρήσεις στην κατηγορία «Ποτοποιεία – Αεριούχα» : Αφοι Καρώνη, Κουικόγλου Τρύφων, Πλατής Δημ.
  • Μία υφαντουργική επιχείρηση (Αφοι Γκούμα) και δυο  Σαπωνοποιίες (Τόμπρας Μενελ., Καλογερόπουλος Δ.).

Το Ναύπλιο θα αρχίσει σταδιακά, μετά από μια σοβαρή τάση αποβιομηχάνισης ιδιαίτερα λόγω της μεταφοράς του «Κύκνου», να διαμορφώνει μια νέα πολιτική και προσανατολίζεται περισσότερο προς τις υπηρεσίες και τον τουρισμό.

Το Άργος διαθέτει ένα περισσότερο βιομηχανικό προφίλ. Οι επαγγελματικές καταγραφές όμως είναι σημαντικές σε σχέση με εκείνες του Ναυπλίου γιατί επιτρέπουν να δημιουργηθεί ένας συσχετισμός μεταξύ νέων και παραδοσιακών επαγγελμάτων τα οποία επιβιώνουν ακόμα και στη δεκαετία του ’70 και παράλληλα μας παρουσιάζουν τη γεωγραφία των συναλλαγών της πόλης με τον αγροτικό χώρο.

Για παράδειγμα, στη δεκαετία του ‘50 καταγράφονται τέσσερα  συνεργεία αυτοκινήτων, έξι  καρροποιεία  και τρία σαγματοποιεία. Παράλληλα, φαίνεται μια βιομηχανική υποδομή περισσότερο διευρυμένη από άλλες περιοχές και πολυδιάστατη σε ότι αφορά το παραγόμενο προϊόν. Περιληπτικά οι επιχειρήσεις είναι οι παρακάτω :

  • Αρκετά μηχανουργεία που δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα στον τομέα των κατασκευών (π.χ. μηχανές εσωτερικής καύσης) μεταξύ των οποίων του Λουκά Τζηβελή (Κορίνθου), Ανδρ. Τσεκέ (Δαναού), κ.α.
  • Δυο  εργοστάσια ζυμαρικών (Μπιτσαξής – Τσεκρέκος, Μπουλαμάκης Γ).
  • Δυο  Βυρσοδεψεία (Βόγλης Γ., Χειλαδάκης Κ.)
  • Δυο  Ποτοποιίες (Μαυράκης Β., Οικονόμου Χρ.)
  • Ένα εργοστάσιο αεριούχων ποτών (Αφοι Σκαρπίδη)
  • Δυο Εκκοκκιστήρια βάμβακος (Σαραντόπουλος Ηλ.- Μπόμπος Κ., Τσαγκούρης – Κολύβας)
  • Δυο Βιομηχανίες πάγου (Καράμπελας, Λέκκας)
  • Οκτώ υφαντουργικές βιομηχανίες : «Αργολίς» Γκότσης – Παπαδάκης – Μποβόπουλος, Λαλουκιώτης – Σούπας, Αφοι Μαρίνου, Αθ. Μπόνης, Νάσκος – Ρουσόπουλος – Σκλήρης, Αφοι Παζιώτα, Ρόκας – Τζωρτζόπουλος – Κεληδήνος, Υψηλάντης – Λούκας.

Η υφαντουργία θα αποτελέσει μέχρι και τη δεκαετία του ‘90 την αιχμή του δόρατος της αργειακής βιομηχανίας. Η ύπαρξη μιας σημαντικής εργασιακής εμπειρίας στην υφαντουργία (ασχολίες στα πλαίσια της οικιακής οικονομίας), έδωσε τη δυνατότητα μιας άμεσης πρόσβασης σε εξειδικευμένη εργατική δύναμη που της επέτρεψε να αναπτυχθεί ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα.

Δεν μπόρεσε όμως να αναπτύξει παραγωγικές στρατηγικές που θα της επέτρεπαν να διατηρήσει τη θέση της σε ένα νέο καταμερισμό της εργασίας. Υπήρξε θύμα του ανταγωνισμού και της παγκοσμιοποίησης των οικονομικών συναλλαγών με αποτέλεσμα, τα εργοστάσια να κλείνουν το ένα μετά το άλλο ή, τα ελάχιστα που έμειναν και μετατράπηκαν σε βιοτεχνίες, να διατηρούν κάποια δραστηριότητα μόνο με το «φασόν». Παρά το πρόβλημα αυτό, παραμένει μια βιοτεχνική και βιομηχανική περιοχή ενώ παρατηρούνται  νέες εξειδικεύσεις (οινοποιία, μηχανολογικές κατασκευές, κλπ) με σοβαρές προοπτικές εξέλιξης.

 

Μεταλλεία

 

Σε μια άλλη περιοχή της Αργολίδας, την ευρύτερη περιοχή της Ερμιονίδας και του Κρανιδίου,  θα διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα οι ταρσανάδες και η ναυπηγοεπισκευαστική τους δραστηριότητα καθώς επίσης οι μύλοι και τα ελαιοτριβεία. Φαίνεται επίσης να υπάρχει μια εμβρυώδης βιοτεχνία σαπωνοποιίας χωρίς όμως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εξέλιξης. Υπογραμμίζω πάντως πως οι δραστηριότητες του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα (π.χ. στα Ναυπηγεία Κοιλάδας οι Μπασιμακόπουλος, Λέκκας, κ.α) ήταν σημαντικές για την περιοχή και διατηρούνται μέχρι και σήμερα.

Σημαντική επίσης φαίνεται πως ήταν και μια προσπάθεια στον τομέα της εξόρυξης και των μεταλλείων στην περιοχή της Ερμιονίδας ήδη από το 1905. Το 1926 αποκτά την ιδιοκτησία των μεταλλείων ο Πρ. Μποδοσάκης. Μετά τον πόλεμο του ’40 τα μεταλλεία εκσυγχρονίζονται αλλά τελικά οι στοές τους θα κλείσουν το 1978[6]. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται στην περιοχή μια μεγαλύτερη εξειδίκευση και ένας εντονότερος προσανατολισμός προς τον τουρισμό.

 

 

 Παράλληλα στοιχεία – Α. Γυναικεία εργασία


  

«Η πολλάς εκατοντάδας οικογενειών εκτρέφουσα αγαθή υφαντουργία ανυψώθη εις επίζηλον σημείον. Εξ αυτής τρέφεται κόσμος πολύς χορηγούσης εργασίαν εις απόρους και φιλέργους γυναίκας, οιαί είσιν αι επαρχιώτιδες και δη  αι Αργείαι. Υφαντουργεία και βαφεία ατμοκίνητα και άλλα δια των προχείρων μέσων λειτουργούντα  δίδουσι ζωήν εις τον πεινώντα κόσμον και στολίζουσι το Άργος. Πρόοδος, πρόοδος αληθής, πρόοδος πραγματική»[7].

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Ακολουθώντας τη ροή της εσωτερικής μετανάστευσης ο γυναικείος πληθυσμός των πόλεων (Ναύπλιο, Άργος), αποτελεί τη μεγάλη δεξαμενή εργατικής δύναμης στις μονάδες παραγωγής της κονσερβοποιίας της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου και στα υφαντουργικά κυρίως εργοστάσια του Άργους.

Από την άποψη του μεγέθους, η γυναικεία εργατική δύναμη είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν των ανδρών στους συγκεκριμένους κλάδους παραγωγής και ακολουθεί στην Αργολίδα την ίδια πορεία διαμόρφωσης που ακολουθεί και στην υπόλοιπη χώρα. Η γυναικεία εργασία αποτελεί ένα σημαντικό οικονομικό μέγεθος για την παραγωγική διαδικασία. Ήταν κατά πολύ φθηνότερη από την ανδρική και λειτουργούσε υποβοηθητικά για τον οικογενειακό προϋπολογισμό ή τη βοήθεια που προσέφερε σε όσους έμεναν στο χωριό. Τη θεωρούσαν πιο πειθαρχημένη και κινητική μιας και η γυναίκα «μετακινούνταν συχνά από το ένα επάγγελμα στο άλλο, γεγονός που οφειλόταν στις στρατηγικές επιβίωσης των εργατικών οικογενειών»[8], καθώς επίσης και λιγότερο επιρρεπής στο «να δημιουργεί προβλήματα στην εργοδοσία (απεργίες, κ.τ.ό)»[9]. Στο Άργος πάντως αναφέρεται ήδη στα 1933 μια μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση εργατριών[10].

 

Β. Μαθητεία


 

 Ταυτόχρονα με την εθελοντική εργασία στον αγροτικό χώρο, ο θεσμός της μαθητείας θα αποτελέσει ένα σημαντικότατο μηχανισμό κοινωνικής και εργασιακής ενσωμάτωσης. Πρόκειται για έναν ιστορικό θεσμό στα πλαίσια της εργασίας με την ευρύτερη έννοιά της αλλά και με την εξειδικευμένη (κλάδοι παραγωγής, οικονομικές δραστηριότητες, κτλ). Ήδη στις μεσαιωνικές συντεχνίες η μαθητεία αποτελεί στάδιο της εσωτερικής ιεράρχησης και απαραίτητο βήμα για την ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινότητα. Στη σύγχρονη εποχή η λογική της μαθητείας παραμένει η ίδια παρά τις δυσκολίες που, ανάλογα με τις εποχές, αντιμετωπίζει ο θεσμός σχετικά με τη «διαθεσιμότητα» των επαγγελματιών, τις αποδοχές, κτλ.

Ραφείο Παναγιώτη Αθανασάκου, Άργος δεκαετία 1960.

Η προφορική ιστορία των εργασιακών σχέσεων μας παρέχει αρκετές πληροφορίες για τον τρόπο οργάνωσης του θεσμού της μαθητείας. Ένας από τους καλύτερους παντελονάδες της Αργολίδας, όπως θεωρείται από συναδέλφους του κλάδου του, ο κ. Παναγιώτης Αθανασάκος, μου εξηγούσε πως η τετραετής μαθητεία του στο εμποροραφείο του Κων. Θεοδωρόπουλου (θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα της μεταπολεμικής περιόδου), ακολουθούσε συγκεκριμένα στάδια εκμάθησης και η καλύτερη μέθοδος για «να προοδέψει κανείς» ήταν να κοιτάζει από μόνος του κινήσεις και τεχνικές των καλφάδων, ώστε να μαθαίνει την τέχνη. Ο μισθός ήταν ανύπαρκτος, όπως ανύπαρκτο ήταν και το ωράριο εργασίας.

Βεβαίως, ο θεσμός θα επενδυθεί και ιδεολογικά ανάλογα με τις αξίες που επικρατούν σε κάποια περίοδο. Σε κύριο άρθρο με τίτλο : «Εργοδόται και μαθητευόμενοι», η Ασπίς του Άργους (27 Μαΐου 1962), αναδεικνύει με τον καλύτερο ίσως τρόπο την επικρατούσα ιδεολογία για το θεσμό της μαθητείας, «…οι εργαζόμενοι ανήλικοι» σημειώνει ο συντάκτης του άρθρου, «ενώ εκλιπαρούν την πρόσληψιν δια την εκμάθησιν μιας τέχνης, κατόπιν με τας διαφόρους υπέρ αυτών προστασίας, μεταβάλλονται εις αναιδείς και ουχί με διάθεσιν εργασίας, διότι ενώ αυτοί προστατεύονται αφ’ ενός και αφ’ ετέρου δύνανται οποτεδήποτε να εγκαταλείψουν την εργασίαν των, δεν προστατεύεται ο εργοδότης ο οποίος ούτε να τους εκδιώξη δύναται ούτε καν να τους επιπλήξη ή να τους υποδείξη καλλιτέραν απόδοσιν και επίδοσιν». Όμως παρά τις δυσκολίες, ο θεσμός εξακολουθεί να λειτουργεί γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία του.

 

 

Γ. Μέσα και έξω


 

Μια σημαντική διάκριση του χώρου που οργανώνει την εργασία και δια μέσου αυτής τις κοινωνικές σχέσεις, αφορά στις δραστηριότητες που γίνονται «μέσα» σε εργασιακούς χώρους και σε εκείνες που επιτελούνται «έξω» από αυτούς. Η διάκριση επιδρά στη διαμόρφωση κωδίκων συμπεριφοράς τόσο σε επαγγελματικό όσο και κοινωνικό επίπεδο. Γι’ αυτό και η μελέτη της εργοστασιακής εργασίας με όρους πολιτισμικούς, ιδιαίτερα για τις περιόδους έντονης μετανάστευσης, μας αποκαλύπτει την ψυχολογική ένταση που προκαλούσε το νέο είδος εργασίας, η βιομηχανική πειθαρχία και ο «μέσα» χώρος, στους νέους εργαζόμενους. «Η εργοστασιακή εργασία ερχόταν συχνά σε αντίθεση με τα πολιτισμικά πρότυπα συμπεριφοράς αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι είχαν συνηθίσει από την αγροτική ζωή τους να ελέγχουν το χρόνο της ημέρας τους, να έχουν την ανεξαρτησία τους…»[11].

Κατάστημα Τροφίμων και Τυροκομικών προϊόντων, Αφοί Ν. Πετρόπουλοι, Άργος 1956.

Παρ’ ότι χαρακτηρίζει περισσότερο τις μεσογειακές κοινωνίες και άρα, η διάσταση των κλιματολογικών συνθηκών διαδραματίζει το δικό της ρόλο, στην πάροδο του χρόνου διαμορφώνεται μια συγκεκριμένη επαγγελματική νοοτροπία που θέτει στο επίκεντρό της τη δημόσια θέα ως αναπόσπαστο κομμάτι της επαγγελματικής δραστηριότητας. Ακόμα και στις περιπτώσεις επαγγελματικών δραστηριοτήτων που δεν επιτελούνται σε αίθριο χώρο (παρά την ύπαρξη επαγγελματικής στέγης), ο «μέσα» χώρος γίνεται απόλυτα ορατός : η τζαμαρία ενός κουρείου θέτει ταυτόχρονα το όριο μεταξύ του «μέσα» επαγγελματικού χώρου και της «έξω» πραγματικότητας επιτρέποντας στη δεύτερη την απόλυτα ορατή ανάγνωση του πρώτου. Το πόσο σημαντική ήταν η κοινωνική αυτή διάσταση της εργασίας μέχρι και τη δεκαετία του ‘70, αποδεικνύεται και από την αντίστροφη σημερινή πρακτική της «κάλυψης των ορατών σημείων» ενός επαγγελματικού χώρου. Η πρακτική αυτή είναι περισσότερο αστική και ιδιωτική και χαρακτηρίζει τις κοινωνίες καπιταλιστικής ανάπτυξης ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ανόδου των αστικών στρωμάτων. 

Η κοινωνική σύνθεση και οι μεταβολές της ακολουθώντας μακροχρόνιες διαδικασίες διαμόρφωσης, επιδρούν μεταξύ άλλων στις επαγγελματικές πρακτικές αλλά και στις χωροθετήσεις. Σημαδεύουν δηλαδή το χώρο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως για παράδειγμα η αρχιτεκτονική και η δόμηση του χώρου.

Στους ιστούς των μεγάλων πολεοδομικών συγκροτημάτων η χωροθέτηση, πραγματική και συμβολική, γίνεται ακόμα και με το διαχωρισμό μεταξύ εργατικών, μικροαστικών και μεγαλοαστικών συνοικιών. Στα μικρότερα πολεοδομικά συγκροτήματα, στις επαρχιακές δηλαδή πόλεις, η διαφοροποίηση αυτή είναι λιγότερο έντονη αλλά καθρεπτίζεται επίσης στο είδος και τη μορφή της κατοικίας καθώς επίσης και στους τρόπους με τους οποίους οργανώνονται τα μέρη του πολεοδομικού ιστού.

 

 

Δ. Ιστορία της εργασίας και Τοπική Αυτοδιοίκηση


 

Η έρευνα για τον κόσμο της εργασίας διαθέτει επίσης μια σημαντική διάσταση ως προς την ίδια την ιστορία των επαγγελμάτων. Όπως ήδη σημείωσα, μπορεί η λογική της επαγγελματικής κινητικότητας να ακολουθεί τα μεταναστευτικά ρεύματα και τις τεχνολογικές εξέλιξης, δεν αλλάζει όμως ριζικά το περιεχόμενό της. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως ακόμα και σήμερα μπορεί κανείς να παρατηρήσει επαγγέλματα που ήδη υπάρχουν ή που ξαφνικά αναβιώνουν και χαρακτηρίζουν προ-καπιταλιστικές ή προ-βιομηχανικές περιόδους.

Ταυτόχρονα, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται οι κοινωνικές και οι εργασιακές σχέσεις, οι πολιτισμικές αντιστάσεις ή διαφοροποιήσεις, το επίπεδο του τεχνικού πολιτισμού και ο βαθμός αφομοίωσής του, οι τρόποι με τους οποίους νοούνται οι χώροι και σημαδεύονται με εργασιακούς και κοινωνικούς συμβολισμούς. Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος της εργασίας είναι εκείνος που καθορίζει το ανθρωπογενές περιβάλλον και το μεταλλάσσει με τις δραστηριότητές του. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται μια συγκεκριμένη ταυτότητα η οποία χαρακτηρίζει ένα πλήθος ενεργειών και δράσεων.

Μιλήσαμε για τη σημασία του θεσμού της μαθητείας, αλλά ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να διερευνηθεί είναι η εκπαίδευση σε σχολές που οργανώνουν οι επαγγελματίες ή οι βιομήχανοι. Στα 1962, για παράδειγμα, διαβάζουμε σε μια ανακοίνωση της επιχείρησης «Αφοι Λεπτοκαρύδη Ο.Ε» :

«Προς τους γονείς και κηδεμόνας της περιφερείας μας γνωρίζομεν ότι : Διαπιστωθείσης της τεραστίας επιτυχίας του τμήματός μας Κοπτικής και Ραπτικής και αποδειχθέντος του σημαντικού έργου του επιτευχθέντος υπό της Σχολής μας από πάσης πλευράς, αποφασίσαμεν την πρόσληψιν και νέων μαθητριών, βέβαιοι όντες ότι προσφέρομεν εις τα συμφέροντά σας και το μέλλον των παιδιών σας ό,τι ουδείς άλλος ηδυνήθη μέχρι σήμερον.

Εξασφαλίζομεν εκμάθησιν αρίστην εις διάστημα διετίας αναλαμβάνοντες την πλήρη θεωρητικήν και πρακτικήν κατάρτισιν των μαθητριών. Παρέχομεν στέγην και τροφήν δωρεάν, υπέχοντες την ευθύνην δια την εν γένει καλήν διαβίωσίν των και την αγωγήν των» (1962).

Τα στοιχεία αυτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής ιστορίας και ένα σημαντικό μέρος της έρευνας για την εθνική ιστορία του κόσμου της εργασίας. Η καταγραφή τους δεν αποτελεί ένα απλό ενθύμιο μέσα στο χρόνο, αλλά μια δύσκολη πορεία αυτογνωσίας απαραίτητης για τη διαφύλαξη των κοινωνικών δεσμών και την εξέλιξη της ίδιας της κοινωνίας. Στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν γίνει τεράστια βήματα προς την κατεύθυνση της μελέτης και της διαφύλαξης των ιστορικών εμπειριών των τοπικών κοινωνιών. Ας ελπίσουμε πως και στη χώρα μας οι τοπικές κοινωνίες και οι υπεύθυνοι τοπικοί άρχοντες θα θεωρήσουν επίσης ως πρωταρχικό βήμα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξή τους, τη γνώση, το σεβασμό και το διάλογο με το παρελθόν τους.

 

Γεώργιος Κόνδης

Δρ. Κοινωνιολογίας  

 

Υποσημειώσεις


[1] Χρήστου Καραγιάννη, Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1900, Άργος, 1900.

[2] Ασπίς του Άργους, 11 Οκτωβρίου 1936.

[3] Το πρόβλημα υφίσταται ακόμη και σήμερα δημιουργώντας εντονότατα προβλήματα στον οικιστικό αστικό ιστό, αλλά και με σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Το Επιμελητήριο Αργολίδας έχει ήδη ασχοληθεί με το θέμα και μια πρώτη παρουσίαση έγινε στα πλαίσια της διοργάνωσης της έκθεσης «Αργολίδα 2005». Όμως, στο θέμα της δημιουργίας βιομηχανικών πάρκων η Αργολίδα γνωρίζει απελπιστικά μεγάλη καθυστέρηση.

[4] Σχετική παρουσίαση του θέματος γίνεται σε άλλες σελίδες του χριστουγεννιάτικου ένθετου της «Αργολίδας».

[5] Μια σχετική σύγκριση μπορεί να γίνει στο επίπεδο των επαγγελμάτων σύμφωνα με τις υπάρχουσες καταγραφές. Για παράδειγμα, με τον κατάλογο των επαγγελματιών του Άργους που αναδημοσιεύει το περιοδικό «Ελλέβορος» στο αφιέρωμά του για το Άργος, τ. 11, 1994. Βρίσκουμε κάποια συνέχεια σε ορισμένα επαγγέλματα (Γ. Βόγλης, Βυρσοδέψης, 1905 και 1950), αλλά παράλληλα και πολλές αλλαγές σχετικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες.

[6] Ο Στ. Δαμαλίτης έγραψε ένα σημαντικό κείμενο για την ιστορία των μεταλλείων με πολλές πληροφορίες (Εφ. «Αργολίδα», Νοέμβριος, 2001), καθώς και ένα οδοιπορικό στα μεταλλεία μαζί με το δημοσιογράφο Γ. Αντωνίου (Εφ. «Αργολίδα», 6-7 Ιουλίου 2002). Οι φωτογραφίες που διέσωσαν στη μνήμη μας το χώρο των μεταλλείων ανήκουν στο φωτογράφο της Ερμιονίδας, όπως τον αποκαλούν, Στέφανο Αλεξανδρίδη. Είναι τιμή για ένα τόπο να διαθέτει τέτοιους ανθρώπους, που μόνο με την αγάπη τους διέσωσαν και διασώζουν ακόμα τις ιστορικές μας μνήμες. 

[7] Δαναός, 4 Φεβρουαρίου 1896.

[8] Για μια σύντομη αλλά εξαιρετική ανάλυση της γυναικείας εργασίας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, στο : Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. 1900-1922. Οι απαρχές, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, σ. 96-101.

[9] Ό.π., σ.97.

[10] Ανάλυση της σχετικής ειδησεογραφίας γίνεται από το Βασίλη Δωροβίνη σε άρθρο του με τίτλο «Συμβολή στην Ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα. Η απεργία του 1933 στο Άργος», εφ. «Θάρρος», 10-17 Ιουλίου 1984.

[11] Ιστορία της Ελλάδας…, ό.π., σ.101.

Read Full Post »

Κουρμπέν Πωλ – Paul Courbin (1922-1994)


 

Paul Courbin

Παύλος Κουρμπέν. Διαπρεπής Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής. Γεννήθηκε στη Λυών και σπούδασε στην Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ του Παρισιού. Υπήρξε μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών (1949-1954) και Γενικός Γραμματέας της ίδιας Σχολής (1954-1960). Αργότερα εκλέχτηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού, όπου δίδαξε επί σειρά ετών αρχαιολογία και μεθόδους ανασκαφής, από το 1960 μέχρι το 1991.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών αρχίζει τις ανασκαφές στο Άργος, ο Πωλ Κουρμπέν συνδέθηκε με την ιστορική πόλη, όπου η ανασκαφική και ερευνητική του δραστηριότητα υπήρξε πολύ αξιόλογη. Με την εποπτεία του άρχισαν οι Γάλλοι νεαροί επιστήμονες τις έρευνες και χάρη στο ενδιαφέρον και στο ζήλο του Κουρμπέν κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από το Δήμο και με έξοδα του Γαλλικού κράτους. Τα εγκαίνια της νέας πτέρυγας έγιναν τον Ιούνιο1961 και άρχισε να φιλοξενεί τα διάφορα ευρήματα των ανασκαφών.

Ο Πωλ Κουρμπέν έχει δημοσιεύσει για το Άργος πολλές μελέτες και άρθρα στο επιστημονικό περιοδικό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής «Δελτίον Ελληνικής Αρχαιολογίας» (BCH). Μνημονεύουμε μερικές από τις εργασίες αυτές: «Γεωμετρικοί τάφοι του Άργους» (1974), που αναφέρεται στην ταφική αρχιτεκτονική και στα ταφικά έθιμα της γεωμετρικής εποχής, «Η σημασία του Αργειακού γεωμετρικού ρυθμού» (1992), «Μία οδός του Άργους» (1956), που αναφέρεται στην τοπογραφία της αρχαίας πόλης, και άλλες. Επίσης, έγραψε το πολύτιμο βιβλίο του «Η Γεωμετρική κεραμεική της Αργολίδας» (1966) και έλαβε μέρος σε διάφορα διεθνή επιστημονικά συμπόσια με θέματα για το Άργος.

«…Ένας από τους φίλους του Paul Courbin έγραψε ότι διατηρούσε την ανάμνηση «μιας δυνατής προσωπικότητας, ενός ενεργητικού και μεθοδικού δουλευτή, ενός οξυμένου κριτικού πνεύματος, ενός ανθρώπου γεμάτου από αιχμηρό χιούμορ και ενός συναδέλφου που τον διακατείχε η απόλυτη ειλικρίνεια»… Ο Ρ. Courbin έφτασε μαζί με τη γυναίκα του Colette Courbin και τα δύο παιδιά τους το 1949 στην Αθήνα, όπου και έμεινε δέκα χρόνια, σαν μέλος αρχικά και στη συνέχεια σαν Γενικός Γραμματέας της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Η κόρη τους, κυρία Florence Courbin, που είναι σήμερα μαζί μας, διάλεξε για να ζήσει στην Ελλάδα». 

Από την ομιλία του Δ/ντή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής κ. Rouland Etienne στην αίθουσα του «Δαναού» (8-9-1995).

Ο Κουρμπέν δεν ασχολήθηκε μόνο με το Άργος. Πολλά χρόνια αφιέρωσε για τις έρευνές του στο Μπασίτ των ακτών της Συρίας, όπου διεξήγαγε ανασκαφές από το 1971 έως το 1984, επειδή τον απασχολούσε ο ελληνικός αποικισμός στην ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις των Ελλήνων με τη Φοινίκη. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών αυτών δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Ανασκαφές στο Mπασiτ. Τάφοι του Σιδήρου» (1993).

Επίσης, εργάστηκε στην Αθήνα και στη Δήλο. Από μαθητής ήδη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό της άρθρα για «Έναν νέο αττικό αρχαϊκό κάνθαρο» (1952) και για την «Καταγωγή του αττικού κανθάρου» (1953). Για τις έρευνές του στη Δήλο έγραψε το βιβλίο «Ο οίκος των Ναξίων» (1980). Επίσης, δημοσίευσε το 1982 το βιβλίο του «Τι είναι αρχαιολογία».

Το ανασκαφικό και συγγραφικό έργο του Κουρμπέν αποτελεί σταθμό για την ιστορία του Άργους, για το οποίο έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη. Ο Δήμος Άργους τον τίμησε  ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο Δημότη Άργους. Μιλούσε αρκετά καλά την ελληνική γλώσσα. Πέθανε στην πατρίδα του ύστερα από μακρά ασθένεια στις 22 Μαΐου 1994.

  

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Χαράλαμπος Κριτζάς, « Πωλ Κουρμπέν – Μια από τις κορυφαίες μορφές της Αρχαιολογίας της Εποχή μας», Περιοδικό Αναγέννηση, σελ. 16-17, τεύχος 319, 1994.

Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

Λιαλιάτσης Πάνος (1936-2025)


 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

Ο Πάνος Λιαλιάτσης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1936. Περάτωσε το γυμνάσιο Ναυπλίου το 1955 και πέτυχε στη Θεολογική και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφτηκε στην πρώτη, την οποία περάτωσε το 1961 ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Παράλληλα, παρακολου­θούσε τα μαθήματα της Φιλοσοφικής. Πέτυχε στις εξετάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης το 1962 και εργάστηκε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου από το 1962 μέχρι το 1972, που προσλήφθηκε στην επαγγελματι­κή εκπαίδευση (Δημόσια κατωτέρα τεχνική σχολή Άργους και τεχνικό και επαγγελματικό λύκειο Ναυπλίου). Το 1992 συνταξιοδοτήθηκε από τη μέση Εκπαίδευση. Το 1963 πήρε υποτροφία της Καθολικής Εκ­κλησίας και παρακολούθησε μαθήματα Βυζα­ντινής Φιλολογίας στο Καθολικό Ινστιτούτο, στο Παρίσι και στη Σορβόννη, τα οποία διέκοψε λόγω ασθενείας.

Ως μαθητής γυμνασίου δημοσίευσε ποιήμα­τα (1952-1955) στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» και σε άλλες εφημερίδες του Ναυ­πλίου και του Άργους. Τα πρωτόλεια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Σπίτι του παιδιού» που διηύθυνε ο δημοσιογράφος Άγγελος Μεταξάς την περίοδο εκείνη. Ως φοιτητής δημοσίευσε ποιήματα στη «Φι­λολογική Βραδυνή» που διηύθυνε ο Μπάμπης Κλάρας.

Εμφανίστηκε επίσημα στα Γράμματα το 1965 με την ποιητική συλλογή «Ο Φράχτης» που απέσπασε ενθαρρυντικές κριτικές. Το 1985 δημοσίευσε τον «Κύ­κλο της αγρύπνιας» και το 1991 τη «Χαρμολύπη», που απέσπασε το βραβείο ποίησης της Ελληνι­κής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Τέλος, το 1995 δημοσίευσε την ολιγοσέλιδη συλλογή «Της Ογδόης ημέρας» με ποιήματα φιλοκαλικά.

Δοκίμια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στον τοπικό Τύπο (1962-2014) στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στη «Νέα Εστία», στην «Επο­πτεία», στη «Σύναξη» και σε άλλα λογοτεχνικά φύλλα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης εξέδωσε το 1972 τον «Πιπιά» του Αντ. Λεκόπουλου – Αναπλιώτη, την «Αργολική Λογοτεχνία 1830 – 1993» (1994) και άλλες ελάσσονες μελέτες: Το κάψιμο του Ιού­δα, Η Ασίνη ως ποιητικό σύμβολο

Άλλα έργα του είναι η «Ναυπλιακή Ανθολογία» (1969), το «Ναύπλιο» (τουριστικός οδηγός), κ.ά. Μετέφρασε από τα Γαλλικά το βιβλίο του Et. Trocmé «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» και του Jean Danielou «Αγία Γραφή και Λειτουργία» και άλλα δοκίμια.

Το 2002 εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ελλέβορος», «Τα Ποιήματα 1965- 1995», τα οποία το 2014 επανεκδόθηκαν με την προσθήκη δύο ποιημάτων και με τον νέο τίτλο «Λυρικό Ημερολόγιο» από τις εκδόσεις της «Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού».

Ο Πάνος Λιαλιάτσης πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, λόγων, έργων, ιδεών την 25η Απριλίου 2025. Η εξόδιος ακολουθία ετελέσθη το Σάββατο 26 Απριλίου, στις 11 το πρωί, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, Πρόνοιας, Ναυπλίου. Η ταφή έγινε στη γενέτειρά του, την Ασίνη.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

Το άρθρο που παραθέτουμε γράφτηκε από τον Henri Tonnet, διδάκτορα της Κλασικής Φιλολογίας  και Nέας Ελληνικής Φιλολογίας, στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Παρισιού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 3/6/2003.

 

Πάνος Λιαλιάτσης: «Τα ποιήματα 1965-1995», Εκδόσεις «Ελλέβορος», Άργος, 2002.

 

Με τη συλλογή «Tα ποιήματα» που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία επί 30 χρόνια και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των «Ποιημάτων», στο «Bραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης».

Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή –μερικές φορές κρυστάλλινη– ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες».

Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη.

Tο πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Eλευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής»(βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Mερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Aυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία –και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής– στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Aλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Aκόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Aγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση –την ψευδαίσθηση;– μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π.Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Aνάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Eλένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς.

Read Full Post »

Νανοπούλου Ελένη


 

Ελένη Νανοπούλου

Σκηνογράφος – ενδυματολόγος και ποιήτρια, η Ελένη Νανοπούλου γεννήθηκε στο Άργος. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Τμήμα Οπτικής, σπούδασε Σκηνογραφία – Ενδυματολογία στη Σχολή του Λυκ. Σταυράκου και εργάζεται στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στην επαγγελματική της διαδρομή έχει συμμετοχές ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις.

Είχε επίσης τη σκηνική επιμέλεια θεατρικής παιδικής σκηνής και σκηνικών σε θεατρικά έργα, τηλεοπτικές ενημερωτικές και πολιτιστικές εκπομπές, παράλληλα και διαφημιστικών εταιρειών, καθώς και την ενδυματολογική επιμέλεια σε γνωστές τηλεοπτικές παραγωγές. Έχει κάνει κουστούμια για το θέατρο και την τηλεόραση.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

  • «Ολόγραμμα» (Δρόμων, 2009).
  • «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» (Δρόμων, 2011).
  • «Ποιήματα», Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά – Ισπανικά (Ενδυμίων, 2012).
  • «Ενδεχόμενα απογεύματος», (Ενδυμίων, 2014).
  • «Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει», (Ενδυμίων, 2017).
  • «55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής», (Ενδυμίων 2018).
  • Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: «Ανθολογία ποιητών 2015-2017», (24 γράμματα 2018).

 

«Ολόγραμμα»

¨κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαίν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου¨

  

Στην πρώτη της συλλογή, η Ελένη Νανοπούλου επιδίδεται σ’ ένα διαρκές παιχνίδι με το παρόν και το καλά κρυμμένο παρελθόν για ν’ αποδείξει στην ίδια και στον αναγνώστη πως, όταν το μυθικό εμπλέκεται με την τρέχουσα πραγματικότητα, οι λέξεις έρχονται να υπερασπιστούν τις επιλογές που υιοθετεί ο άνθρωπος. Με έναν διάχυτο ερωτισμό που περιβάλλεται από ένα πανταχού παρόν Εσύ, η Νανοπούλου ανατρέχει στη μνήμη για να εξηγήσει το τρέχον. Κι όλα αυτά, έχοντας διαρκώς κατά νου πως το ποιητικό Εγώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, αφού συνεχώς αναδημιουργείται από ένα Άλλο.

Με μια δομή που παλεύει ανάμεσα στην αυτονομία και την αναντίρρητη σύζευξη των ποιημάτων, η Νανοπούλου ταλαντεύεται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, ίσως και μεταφυσικού, οδηγώντας μας σ’ έναν δρόμο παράδοξο όπου το τέλος του δεν έρχεται με τον έμμονο, θα ’λεγε κανείς, λυρισμό και την επίμονη καλλιέπεια, αλλά με μιαν εικονοποιία που προσπαθεί να επιβληθεί σαν προσευχή ή σαν ικεσία προς ένα Εσύ που άλλοτε παρουσιάζεται ως δυνάστης και άλλοτε ως απελευθερωτής απ’ τους δύσκολους καιρούς.

Αν πολλές φορές ο υπερβολικός τόνος που επικρατεί σε σημεία στη συλλογή δημιουργεί μιαν αντιληπτική σύγχυση, είναι γιατί η ποιήτρια επέλεξε ένα ποιητικό ιδίωμα που θέλει να χαρακτηριστεί από μιαν ορμή. Το αποτέλεσμα αυτής της ορμής μένει να φανεί πώς θα διατηρηθεί. Και βέβαια, μένει να φανεί πώς η ποιήτρια θα συναγωνιστεί με το ίδιο της το έργο στο μέλλον. (Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Εντευκτήριο», τ. 87, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009). 

 

«Η μνήμη των γυμνών λέξεων»

 

Να ξεδιψάσω
ένα φθινόπωρο
χωρίς σώμα
χωρίς διάλειμμα

ετσι ν’ ακούς τις επιθυμίες
θα σε κοιτάζουν σπάζοντας
που κάποτε αγάπησες

                                                                                                    

 

η μνήμη των γυμνών λέξεων

Η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» κυκλοφορεί το 2011 από τις εκδόσεις «Δρόμων». Ασπάζεται τις ιδέες του Πυθαγόρα για τα τρία επίπεδα της ανθρώπινης γλώσσας, ο οποίος θεωρεί σαν πρώτο επίπεδο την ομιλία, στη συνέχεια τη σύνδεση που έχει η λέξη με την έννοια που εσωκλείει μέσα της και σαν τρίτο επίπεδο τον ισχυρισμό ότι κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική αξία και ένα μουσικό τόνο. Με αυτό τον τρόπο συνειδητοποιεί ότι την ποίηση δεν την «αγγίζουμε» μόνο με το νου μας.

Αν κλείσουμε τα μάτια και αφεθούμε στο άκουσμα των λέξεων που μιλούν με νότες θα κάνουμε κάθε φορά διαφορετικό ταξίδι. Άλλωστε για την ποιήτρια η Μνήμη είναι ένα ταξίδι στους τόπους, στις εποχές, στα πρόσωπα και στις δράσεις. Αν κάποιος χάσει τη Μνήμη είναι ένα σώμα χωρίς ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Μνήμη των λέξεων. Εξάλλου τι είναι μια λέξη χωρίς μνήμη; Η Μνήμη ξέρει να ξυπνά τις αισθήσεις, έχει αλήθειες αλλά θέλει κουράγιο και προσοχή.

Και οι λέξεις από την μεριά τους «συλλέγουν τα χρώματα της γλώσσας» και «αντέχουν τη σιωπή μέσα τους». Κάποιες λέξεις χάνονται, άλλες μας ξυπνούν και μας φωτίζουν «μα όλες είναι εδώ και ζουν σαν από αιώνες». Μόνο λοιπόν αν γνωρίσουμε τη δύναμη των λέξεων μπορούμε να δούμε ότι κάθε λέξη κρύβει έναν ήχο και ένα νόημα.

 

«Ποιήματα»

 

Το 2012 η συλλογή της με τίτλο «Ποιήματα/Poemas» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Πρόκειται για μια δίγλωσση ποιητική συλλογή στα Ελληνικά και στα Ισπανικά, σε μετάφραση του Mario Dominguez Parra, η οποία περιλαμβάνει ποιήματα και από τις δύο συλλογές «Ολόγραμμα» και «Μνήμη των γυμνών λέξεων».

 

«Ενδεχόμενα απογεύματος»

 

Η ποιητική της συλλογή «Ενδεχόμενα απογεύματος» κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Στα ποιήματά της μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις που μερικές φορές περιέχουν μία μουσικότητα και άλλες πάλι μία τραγικότητα. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αντέχουμε.

Σημασία έχει να είμαστε αληθινοί στους εαυτούς μας, να αφηνόμαστε και να βιώνουμε όλα τα συναισθήματα. Αναφέρεται στο συναίσθημα του φόβου «να μη φοβάσαι, να μη φοβάσαι πολλαπλά, όταν φοβάσαι δυναμώνει ο φόβος, τίποτα να μη φοβάσαι κι ας λείπουν όλα και όλοι» γιατί όλα είναι μέσα μας, είναι γύρω μας, είναι παντού. Καθώς και στο συναίσθημα του πόνου «ο πόνος όμως είναι λύτρωση, γιατί μόνο μετά τη βίωση του πόνου έρχεται η βίωση της ευχαρίστησης».

 

Ενδεχόμενα απογεύματος

 

Μέσα από τους στίχους της η Ελένη Νανοπούλου μας ταξιδεύει στην ιστορία, στο πόσο σημαντικό είναι να τη βλέπουμε καθαρά για να μη κάνουμε τα ίδια λάθη. Να ξέρουμε τί δεν μας κάνει περήφανους, «να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τους νεκρούς από τους δήμιους και να μη σκύβουμε στην εξουσία». Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε αλληλέγγυοι και να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία μας και τα ανθρώπινα δικαιώματά μας.

 

«Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει»

 

Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει

Η Ελένη Νανοπούλου προσέρχεται στη γραφή με λεκτικό χάρισμα και αποχρώντα λόγο. Ενώ στις προηγούμενες συλλογές της άφηνε τις λέξεις στη μυστικότητα των πολλαπλών σημασιών τους για να ψαρέψουν βιώματα του αναγνώστη, εδώ, αναλαμβάνει στοιχεία του βίου της με τρόπο εξομολογητικό. Αποφάσισε πως ο βίος της μπορεί να μιληθεί κάνοντας το προσωπικό περιστατικό δυνατότητα κοινωνίας.

Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να μπορούμε να πούμε ότι μια γραφή ωριμάζει. Αυτό συμβαίνει εδώ. Η Ελένη Νανοπούλου βάζει προϋποθέσεις για να γίνει μια από τις πιο ευδιάκριτες γραφές της γυναικείας ποίησης του καιρού μας. Τολμάει. και καθένας που τολμάει μας προσκαλεί σε κάτι ενδιαφέρον.

 

 

«55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής»

 

55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής

 

 «Τελευταία βουίζει το κεφάλι μου, μουδιάζουν τα δάκτυλα μου, όλο και κάποιο ισχίο πονάει, ο λαιμός ξεραίνεται, οι ρίζες ασπρίζουν, ακούω ζαμπόν αντί για Ξενοφών, κλαίω σε όλες τις κηδείες κι ας μην ξέρω τους συγχωρεμένους, επίσης σε όλες σχεδόν τις ταινίες, θυμάμαι τις μυρωδιές του πατρικού κι αρχίζω να φτιάχνω όλα τα γλυκά του κουταλιού της κάθε εποχής κι ας μην τα τρώω, έχω γίνει σαν την μάνα μου που φώναζε κλείσε την πόρτα μπαίνουν μύγες, αρχίζω να γράφω σημειώσεις όπως 12:00 μαγείρεμα 13:30 να μην ξεχάσω-μαγείρεψα! 18:00 καφέ-τάβλι με τον Νίκο 20:30 να πάρω τον Δημήτρη και τον Ορέστη από το αεροδρόμιο…»

 

Read Full Post »

Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, Πελοπόννησος 1802 (Άργος, Μυκήνες, Αχλαδόκαμπος, Τρίπολη, Επίδαυρος) 


 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Διπλωμάτης καριέρας ο Έλγιν, ήξερε να επωφελείται από τη θέση του και την εύνοια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς την πατρίδα του, την κραταιά τότε Βρετανική αυτοκρατορία, και πέτυχε κάθε είδους διευκολύνσεις στο έργο του που ανέλαβε και το οποίο ξεπέρασε, κατά τον λόρδο Βύρωνα, σε βανδαλισμούς, καταστροφές και αρπαγές, ακόμη και τους Γότθους. Στο διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, ο λόρδος Έλγιν συνέλαβε το σχέδιο της απόσπασης και μεταφοράς στην Αγγλία μεγάλου αριθμού έργων τέχνης από τον ερειπιώνα, κυρίως της Ακρόπολης, αλλά και από ολόκληρη την Ελλάδα.

Συνεπίκουρος πολύτιμος στο εγχείρημά του στάθηκε η σύζυγός του λαίδη Μαίρη Έλγιν, το γένος Νίσμπετ, η οποία δε δίστασε να υποβληθεί στις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους του ταξιδιού, συνοδεύοντας τον μαζί με τα παιδιά τους, στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1802, για να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς τις εργασίες του συνεργείου, να δώσουν οδηγίες και να εποπτεύσουν άμεσα τη διεκπεραίωση του έργου τους και την αποστολή στην Αγγλία των συγκεντρωμένων από την λεηλασία αρχαιοτήτων. Περιόδευσε μάλιστα μαζί του, αμέσως μετά την άφιξή τους στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο για να ανιχνεύσουν την περιοχή και να εξετάσουν τυχόν ευκαιρίες για ανασκαφές και ανεύρεση πολύτιμων αντικειμένων, τις δε εντυπώσεις της, όπως και τις επιτυχίες που είχαν, αποτύπωσε εύγλωττα στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, στην Αγγλία και στη Γαλλία.

Ιδιαίτερα, βορρά στην αρπακτική τους βουλιμία, μετά την Ακρόπολη, έπεσαν η Ελευσίνα, απ’ όπου, εκτός των άλλων, πήραν ένα ολόσωμο άγαλμα της θεάς Δήμητρας, το Δαφνί, η Αίγινα, το Σούνιο, η Νεμέα, η Τίρυνθα, οι Μυκήνες, η Θήβα, το Άργος, η Κόρινθος, η Ολυμπία, η Δήλος απ’ όπου πήρε έναν ωραιότατο βωμό.

Ακόμη και τον Αλή Πασά επισκέφθηκε ο ακόρεστος Χουντ ( ιερέας στην πρεσβεία της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη και άμεσος συνεργάτης του Έλγιν) στα Ιωάννινα και εξασφάλισε την υπόσχεση του να βοηθήσει τον Έλγιν στη συγκέντρωση αρχαιοτήτων. Και οι μεν λέοντες οι λαξευμένοι στο υπέρθυρο της πύλης των Μυκηνών σώθηκαν επειδή η μεταφορά τους στο κοντινότερο λιμάνι κρίθηκε αδύνατη εξαιτίας του μεγάλου βάρους τους και του μεγέθους τους, όπως και η Ολυμπία, και μάλιστα ο Ερμής του Πραξιτέλη, πολλά όμως, χειρόγραφα, τόσο από τον Άγιον Όρος όσο και από συλλογές στην Κωνσταντινούπολη και σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, δεν ξέφυγαν από την « αρπακτικήν διάθεσιν του χριστιανού τούτου ιερέως».

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο έργο του «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», γράφει:

«Η λαίδη Έλγιν ταξίδεψε το 1802 στην Ελλάδα οικογενειακώς: με τον σύζυγο, τα παιδιά και πολυπρόσωπη ακολουθία, γραμματικούς, υπαλλήλους, υπηρέτες. Έφτασαν στην Αθήνα με συνοδεία ένα πολεμικό μπρίκι και εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του υποπρόξενου της Αγγλίας Λογο­θέτη. Η οικογένεια Λογοθέτη, γράφει η λαίδη Έλγιν στο ημερολόγιό της, μετακόμισε σε άλλο σπίτι. «Επιδιορθώσαμε το μακρύ δωμάτιο και έβαλα το πιάνο μου. Εκεί παίρνουμε το μπρέκφαστ, διαβάζουμε και γράφουμε. Στο χαγιάτι τακτοποιούμε νομίσματα. Βγαίνουμε περίπατο με το αμαξάκι κάθε μέρα, αμέσως μετά το γεύμα»*.  Στις 15 Απριλίου η λαίδη Έλγιν πήγε στο δημόσιο λουτρό. «Υπήρχαν εκεί 300- 400 γυναίκες, Ελληνίδες και Τουρκάλες. Αυτό πού έβλεπα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία». Είδε χορεύτριες, τραγουδίστριες και γυναίκες πού έπαιζαν ντέφι. Οι χοροί της φάνηκαν άσεμνοι.

Λίγο αργότερα η οικογένεια Έλγιν θα πραγματοποίηση το γύρο του Μωριά. Πέρασε στη Σαλαμίνα με την άκατο της αγγλικής φρεγάτας «Νάρκισ­σος», βγήκε πρώτα στην Ελευσίνα και ύστερα στην παραλία των Μεγάρων. Ήταν πια νύχτα. Σχηματίσθηκε όμως πομπή με πυρσούς και «ισχυρή φρουρά Αλβανών πού πυροβολούσαν συνεχώς και τραγουδούσαν αδιάκοπα τα εθνικά τους άσματα». Ξαναμπαρκάρησαν στο πλεούμενο και έφτασαν στην Κόρινθο. Εκεί θα επισκεφθούν τη λαίδη Έλγιν οι γυναίκες του Νουρήμπεη. Ήρθαν κουρνιασμένες σε φορεία-κασόνια φορτωμένα σε μουλάρια. «Κάθε μια σ’ ένα κασόνι, ένα κασόνι σε κάθε πλευρό, όπως οι τσιγγάνοι στα κοφίνια». Παραπετάσματα από πορφυρό ύφασμα έκρυβαν τις χανούμισσες από τα αδιάκριτα βλέμματα.

Στο Άργος θα καταλύσουν στο αρχοντικό του κοτζαμπάση Βλασσόπουλου, πού ήταν μπαρατάριος (προστατευόμενος) των Άγγλων**. Από το Άργος προχώρησαν στην Τριπολιτσά, ύστερα από πρόσκληση του πασά, με πολυάριθμη συνοδεία Τούρκων και Ελλήνων καθώς και φρουρά Αλβανών. Μόλις πέρασαν τον Αχλαδόκαμπο τους υποδέχτηκαν τσαουσάδες, τατάρηδες και αξιωματούχοι του πασά. Για τη λαίδη Έλγιν έφεραν το φορείο της πασίνας. Το κρεμούσαν ανάμεσα σε δυο μουλάρια πού οδηγούσαν έξη ιπποκόμοι.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Το φορείο προοριζόταν για δυο άτομα καθισμένα αντικριστά και έμοιαζε με σοφά. Είχε ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια και ήταν σκεπασμένο με ύφασμα στολισμένο με χρυσά κρόσσια, μεγάλες χρυσές φούντες και δυο φαρδιά καφασωτά, παράθυρα από όπου αγνάντευαν τα πέριξ.

Η είσοδος στην Τριπολιτσά έγινε με συνοδεία 700 ντελήδων. Όλοι οι κάτοικοι, λαμπροστολισμένοι και αρματωμένοι, είχαν παραταχτεί στις δυό πλευρές των δρόμων για να υποδεχτούν τον πρεσβευτή και τη σύζυγό του. Από όλες τις ντάπιες βροντούσαν τα κανόνια. Ο πασάς έδωσε γραπτή άδεια στον Έλγιν για τη διενέργεια ανασκαφών στην Κόρινθο, Ολυμπία, Ήλιδα και αλλού. Στις 12 Μαΐου πήραν το δρόμο της επιστροφής. Στην Επίδαυρο μπαρκάρισαν σ’ ένα σπετσιώτικο ψαροκάικο και βγήκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στον Πειραιά.

Η λαίδη Έλγιν έδειξε μεγάλο ζήλο κατά την επιχείρηση λεηλασίας των μνημείων. Επιστατούσε στη συσκευασία και τη φόρτωση των καλλιτεχνικών θησαυρών. Στις 2 Ιουνίου 1802 έγραφε στη μητέρα της από την Αθήνα: «Χθες κατεβάσαμε από την Ακρόπολη και το τελευταίο από τα αντικείμενα πού χρειαζόμαστε. Μπορούμε άφοβα πια να περιφρονήσουμε τους εχθρούς μας. Είμαστε πολύ τυχεροί».***

Στις 15 Ιουνίου η οικογένεια Έλγιν άρχισε περιοδεία στις Κυκλάδες. Στη Τζιά θα φιλοξενηθεί στο αρχοντικό του Πάγκαλου, προξένου της Νεάπολης. «Μας είχαν ετοιμάσει μεγάλη υποδοχή. Μουσικοί και τραγουδιστές μας διασκέδασαν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Ακολούθησε χορός». Εννιά θυγατέρες είχε ο πρόξενος. «Η φιλοξενία τους ήταν μοναδική. Τραγούδησαν ελληνικά, ιταλικά και γαλλικά τραγούδια, χόρεψαν μενουέττα και πολλούς άλλους χορούς».

Από τη Τζιά στο Μαραθώνα. Διανυκτέρευσαν σε σκηνές στον τόπο της μάχης. Είδαν τον τύμβο πού είχε μισανοίξει ο Fauvel. Αποφάσισαν κι’ αυτοί μια πρόχειρη ανασκαφή με το πλήρωμα του πλοίου. Άνοιξαν τάφρο προς άλλη κατεύθυνση και βρήκαν θραύσματα αγγείων. Πλάι στον τύμβο υπήρχε ένα τετράγωνο κτίσμα. Υποθέτουν, γράφει η λαίδη Έλγιν, πώς ήταν ο τάφος του Μιλτιάδη. Κοντά στη Δήλο οι Άγγλοι βούλιαξαν ένα μανιάτικο πειρατικό καράβι. Αιχμαλωτίσθηκε ο καπετάν Ζάχαρης, 26 χρόνων, και 23 πειρατές. Αρχές Σεπτεμβρίου 1802 η οικογένεια Έλγιν γύρισε στην Πόλη διαμέσου Σμύρνης.

  

Στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, διαβάζουμε:

 

Τριπολιτσά, 11 Μαΐου 1802

 

[…] Συνεχίσαμε την πορεία μας και περάσαμε πανύψηλα βουνά, κάμπους και λοφοπλαγιές γεμάτες μυρτιές και άλλα αειθαλή. Μπαίνοντας στη μεγάλη πεδιάδα του Άργους κάναμε μια παρέκκλιση προς τ’ αριστερά, μισής ώρας περίπου, για να δούμε τα ερείπια της πόλης των Μυκηνών.

Σώζονται ακόμη οι μεγάλοι όγκοι των τειχών της αρχαίας Ακρόπολης, που λένε ότι είναι έργο Κυκλώπων. Σε μικρή απόσταση απ’ τα ερείπια αυτά υπάρχει ένας πελώριος θόλος, που κάποιοι πιστεύουν ότι είναι ο τάφος του Αγαμέμνονα και άλλοι ότι είναι το θησαυροφυλάκιο των Βασιλέων των Μυκηνών. Δύο μακρά τείχη συμπαγούς τειχοποιίας οδηγούν στην είσοδο αυτού του υπόγειου κτιρίου· όμως οι ορεινοί χείμαρροι είχαν παρασύρει τόσο χώμα, που απαιτούσε εξαιρετικό θάρρος να συρθεί κανείς μέσ’ απ’ την τρύπα, που ήταν κι η μοναδική είσοδος.

Μυκήνες, 1885

Μπήκα μετά από δισταγμό, έρποντας, και αυτό που αντίκρυσα με ικανοποίησε απόλυτα. Η πέτρα που σχηματίζει τα επιστήλια της πόρτας, είναι διαστάσεων που ξεπερνούν σε μέγεθος ο,τιδήποτε είχα δει στην Αθήνα. Τη μετρήσαμε και τη βρήκαμε εικοσιτέσσερα πόδια μήκος, δεκαεπτά πόδια πάχος και σχεδόν πέντε πόδια ύψος. Το σχήμα του θόλου είναι το σχήμα ενός πελώριου κοίλου κώνου φτιαγμένου από λαξευτές πέτρες.

Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά εκεί μέσα και, έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα, μπήκαμε σε μια δεύτερη αίθουσα πολύ πιο άτεχνης κατασκευής. Εδώ πρέπει να σας πω, ότι ο νεαρός Λογο­θέτης, ο φέρελπις γιος και κληρονόμος του Λογο­θέτη των Αθηνών, που αποκλειστική του ευθύνη ήταν να φροντίζει τον εαυτό του (αν και η μητέρα του του επέτρεπε να πηγαίνει οπουδήποτε πήγαινα εγώ) αρνήθηκε να μ’ ακολουθήσει στο δεύτερο θόλο — είδα τις τρίχες της κεφαλής του να σηκώνονται την ώρα που τρυπώναμε στον πρώτο θόλο, εγχείρημα, στη διάρκεια του οποίου τού ‘φυγε το καλπάκι του και γέμισε χώματα τα ρούχα του.

Μας είπαν ότι ο Αγάς του γειτονικού χωριού Χαρβάτι ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε το θόλο κι ότι είχε βρει μέσα ένα επιτάφιο φανάρι από μπρούτζο κρεμασμένο με μια αλυσίδα απ’ την κορυφή του θόλου· αφού δεν αποδείχθηκε ούτε χρυσό ούτε ασημένιο, το χάρισε σε κάποιους γύ­φτους. Μετά, προχωρήσαμε στην πεδιάδα του Άργους,  που είναι η πιο συστηματικά καλλιεργημένη περιοχή της Ελλάδας. Ο Βοεβόδας [σημ. Τούρκος διοικητής επαρχίας] έστειλε άλογα, πλούσια στολισμένα, για να μπουν στην πόλη πάνω σ’ αυτά ο Έλγιν κι η ακολουθία του.

Η συρροή θεατών ήταν πολύ μεγάλη· η πομπώδης αυτή είσοδος στην πόλη ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη για μένα με τον κόσμο να πυροβολεί προς κάθε κατεύθυνση και τα άλογα να κλωτσούν, ένιωσα πάρα πολύ τυχερή όταν βρέθηκα στο σπίτι του προστατευόμενού μας Μπαρατλή – Βλασόπουλου, [σημ. Baratly, έμπορος στον οποίο έχουν παραχωρηθεί προνόμια] όπου βρήκαμε κάθε λογής πολυτέλειες. Είναι πλούσιος και είχε επιπλώσει εκ νέου, το σπίτι του για την υποδοχή· είχαν ακόμη αγοράσει ένα σωρό καινούργια ασπρόρουχα, όλα κατά τα Αγγλικά πρότυπα.

Την εβδόμη Μαΐου παραμείναμε στο Άργος και την επομένη, μετά το γεύμα, ξεκινήσαμε για την Τριπολιτσά έχοντας δεχθεί τις εξαιρετικά πιεστικές επανειλημμένες προσκλήσεις του Πασά του Μοριά. Μας συνόδευαν ο δραγουμάνος του και πολυπληθής Τουρκική και Ελληνική συνοδεία, καθώς και ένας Αλβανός φρουρός ντυμένος με τη στολή των αρχαίων Μακεδόνων. Το βράδυ σταματήσαμε σ’ ένα χωριό εξαίσιας ομορφιάς· από τότε που έφυγα απ’ την Αγγλία ποτέ δεν ένοιωσα τόσο γοητευμένη με κάποιο τόπο.

Ξέρω ότι είναι αδύνατο να σας δώσω με την περιγραφή μου μια ιδέα απ’ τις γραφικές ομορφιές του Αχλαδόκαμπου. Τα σπίτια είναι απλές καλύβες από λάσπη, που απλώνονται στην πλαγιά ενός σχεδόν κάθετου βουνού, κατάσπαρτου από κάθε είδους αειθαλή και δέντρα όλων των αποχρώσεων και σχημάτων. Μετά από ένα περίπατο ανάμεσα στα βράχια και κάτω από τα δέντρα που ήταν γεμάτα αηδόνια, κοιμηθήκαμε σ’ ένα φτωχό καλύβι Αλβανών. Στους πρόποδες του λόφου και διασχίζοντας το χωριό κυλάει ένα μικρό ποταμάκι, που ήταν ξερό όταν είμασταν εκεί, αλλά το χειμώνα το νερό κυ­λάει ορμητικά και πρέπει να προσθέτει πολύ στην όλη εικόνα. Υπήρχαν πολλές ασυνήθιστα όμορφες κοπελιές σ’ αυτό το χωριό, αλλά κατά τα λεγόμενα όλων δεν έχουν την έμφυτη απλότητα, που θα περίμενε κανείς να συναντήσει σ’ αυτόν τον απόμερο τόπο. Κατά γενική ομολογία, αγαπούν τις διασκεδάσεις περισσότερο από όλες τις κυρίες της Πελοποννήσου. Νομίζω, απ’ ό,τι έχω δει, ότι αυτή είναι κι η ακριβέστερη περιγραφή τους.

Αχλαδόκαμπος

Το επόμενο πρωί, 9 Μαΐου, οι χωρικοί με τον ιερέα τους και τους γηραιότερους κατοίκους επικεφαλής, ήρθαν να παρακαλέσουν τον Έλγιν να ζητήσει την άδεια του Πασά του Μοριά να επισκευάσουν τη μικρή τους εκκλησία, που είναι τώρα πολύ ερειπωμένη, για να τελούν εκεί τη θεία λειτουργία, και δεν τολμούν να την επιδιορθώσουν χωρίς άδεια.

Πριν ξεκινήσουμε ήρθαν να μας συναντήσουν αγγελιοφόροι και οι αξιωματούχοι του Πασά που έφεραν ένα σκεπαστό φορείο για μένα, με το οποίο μεταφέρονται οι γυναίκες του Πασά απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Το μετέφεραν ανάμεσά τους δύο μουλάρια και το οδηγούσαν έξι άνδρες, όπως τα φορεία. Σε μερικά δύσκολα σημεία του δρόμου οι άνδρες σήκωναν κυριολεκτικά στα χέρια τα μουλάρια για να περάσουν. Ήμουν μέσα στο φορείο την πρώτη φορά που το επιχείρησαν κι επειδή καθόλου δεν το χάρηκα, παρακάλεσα να μ’ αφήσουν να βγω έξω την επόμενη φορά. Η Μάστερμαν κι εγώ είμασταν ξαπλωμένες φαρδιά-πλατιά αντικρυστά η μία στην άλλη, (σαν σε καναπέ με ωραία ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια, καλυμμένα από πορφυρό ύφασμα, που ήταν γαρνιρισμένο με χρυσά κρόσια και διακοσμημένο με μεγάλες χρυσές φούντες) με δυο μεγάλα καφα­σωτά παράθυρα, που πήρα το θάρρος να ανοίξω. Ένας μαύρος, που ήταν ο επικεφαλής αυτού του φορείου, βλέποντας τον Έλγιν να έρχεται για να μου μιλήσει, του έκανε νόημα να μην πάει από κείνη την πλευρά, γιατί ήταν ανοιχτή, αλλά από την άλλη, όπου το παράθυρο ήταν κλειστό. Ο Μαύρος με φρόντισε ιδιαιτέρως και δεν επέτρεπε τα αδιάκριτα βλέμματα. Ο τρόπος για να μπεις σε τέτοιο φορείο είναι να σκύβει κάποιος και να πατάς στη ράχη του — θα σας άρεσε κάτι τέτοιο; Στα τούρκικα τον ονομάζουν «το σκαλοπάτι»! Σας διαβεβαιώ ότι το μεταφορικό αυτό μέσον απο­δείχθηκε από χρήσιμο έως αναπαυτικό, ιδιαίτερα τις ώρες του αφόρητου καύσωνα στους πιο απότομους κι επικίνδυνους δρόμους πάνω στα βουνά.

Σταματήσαμε στα ερείπια των Αμυκλών, όπου λέγεται ότι υπήρχαν 365 εκκλησίες αφιερωμένες σε ισάριθμους αγίους. Τώρα δεν απομένει ούτε καλύβα και τα ερείπια — μόνο λίγοι κακοχτισμένοι τοίχοι και καμιά τοξοτή πόρτα — δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Εδώ μας υποδέχτηκε ο αρχικαφετζής του Πασά με τους υπηρέτες και τα σύ­νεργά του και μας ετοίμασε το φημισμένο τούρκικο καφέ του. Ο Δραγουμάνος μ’ άφησε να καταλάβω ότι θα ήταν καλύτερο να κάνω τη δημόσια είσοδό μου μέσα στο φορείο παρά έφιππη — υποθέτω το θεώρησε πιο σεμνό. Εγώ, βέβαια, συμμορφώθηκα με την υπόδειξή του, αλλά, αποφασισμένη να μη χάσω το θέαμα, στάθηκα αρκετά αναιδής, ώστε να ανοίξω και τα δύο παράθυρα.

Μας υποδέχτηκαν όλοι οι αξιωματούχοι της Αυλής του Πασά πάνω σε άτια πλούσια στολισμένα, και με τη συνοδεία ακολούθων και φρουρών, που έριχναν τζιρίτ**** και επιδείκνυαν την ιππική τους επιδεξιότητα. Είδα πολλούς να ρίχνουν το τζιρίτ και να τρέχουν να το σηκώσουν από το χώμα όπου ήταν πεσμένο, χωρίς να κατεβαίνουν απ’ τα άλογά τους. Άλλοι είχαν μπαστούνια με άγκιστρο στην άκρη και μ’ αυτά σήκωναν τα τζι­ρίτ από κάτω σε ταχύτατο ρυθμό. Η επιδεξιότητά τους ήταν θαυμαστή κι η επίδειξη αυτής της πομπής στην πεδιάδα της Μαντι­νείας ήταν ένα απ’ τα ωραιότερα θεάματα του κόσμου. Σκεφτόμουν συνεχώς πόσο θα χαιρόσαστε αν βλέπατε τη συντροφιά μας ιδιαίτερα ο Στρατηγός. Ήταν αληθινά ένα θέαμα μεγαλοπρεπέστατο.

Έστειλαν τρία άλογα παρελάσεως για τον Έλγιν, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκωτ, καθώς επίσης και πάρα πολλά εφεδρικά, όλα με τα λαμπρότερα στολίδια ο Αντικυβερνήτης και ο Αρχιθαλαμηπόλος πήγαιναν δίπλα τους, ο Δραγουμάνος πήγαινε μπροστά και τους ακολουθούσε μια πομπή από 600 ή 700 καβαλλάρηδες. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης ντυμένοι με τα καλά τους, ένοπλοι, είχαν παραταχθεί κατά μήκος των λεωφόρων, που οδηγούσαν στην πύλη της πόλης· και καθώς πλησιάσαμε, τα μεγάλα κανόνια έριχναν απ’ όλα τα κάστρα γύρω απ’ τα τείχη της πόλης.

Ένας άνδρας έριχνε χρήματα στα παιδιά και τους φτωχούς στους δρόμους, από ένα μεγάλο κεντητό κουτί. Υπήρχε κάτι το μεγαλοπρεπές σ’ αυτή του την πράξη. Το απόγευμα καταλήξαμε στο σπίτι του Δραγουμάνου, το οποίο διέθεσαν για τη διαμονή μας· εκεί μας υποδέχθηκαν οι αξιωματούχοι του Πασά και του Μπέη, για να μας συγχαρούν για την άφι­ξή μας. Έστειλαν απ’ το Σαράι του Πασά ένα πελώριο δείπνο από 30- 40 πιάτα γαρνιρισμένα κατά τα τουρκικά έθιμα.

 

10η Μαΐου

 

The letters of Mary Nisbet, London 1926

Ρυθμίστηκαν τα εθιμοτυπικά για την ακρόαση του Έλγιν απ’ τον Πασά και έστειλαν σε μένα δύο Τουρκάλες της αδελφής του Νουρή Μπέη να υπο­βάλλουν τις φιλοφρονήσεις της κυρίας τους για την άφιξή μου. Κι ο Πασάς έστειλε να με παρακα­λέσει να δεχθώ μέλη της φρουράς του, οποτεδή­ποτε ήθελα να πάω περίπατο στην εξοχή ή να δω τα αρχαία ερείπια κ.λ.π.

Έστειλαν τον αρχιθαλαμηπόλο με πολυάριθμη φρουρά και ακολούθους να συνοδεύσουν τον Έλγιν στο παλάτι του Πασά, με τρία άλογα πλου­σιοπάροχα στολισμένα για τον ίδιο, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκοτ. Καθώς οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς έχουν ελάχιστες επαφές με ξένους, αποκλείστηκα απ’ την ομήγυρη. Ο Έλγιν μου είπε ότι ο Πασάς τον δέ­χθηκε με σεβασμό και μεγαλοπρέπεια. Στην αίθουσα ακροάσεων οι αξιωματούχοι της Αυλής υποχρεώθηκαν να παραμείνουν όρθιοι. Ο Πασάς είπε κατ’ επανάληψη, ότι είχε προσπαθήσει να αποδώσει στον Άγγλο πρεσβευτή όλες τις τιμές και ότι είχε στην πραγματικότητα κάνει περισσότερα απ’ ότι θεωρούσε απαραίτητα για τρεις Πα­σάδες της τάξεώς του. Έτσι τώρα προσφωνώ τον Έλγιν, Πασά με εννιά αλογοουρές!

 

11η Μαΐου

 

Ο Πασάς ανταπέδωσε την επίσκεψη του Έλ­γιν σ’ ένα περίπτερο με θέα την πόλη. Ήταν ασυνήθιστα ευγενικός και χορήγησε γραπτές άδειες στους καλλιτέχνες μας να κάνουν ανασκαφές για αρχαιότητες στην Κόρινθο, την Ολυμπία, την Ήλιδα και αλλού. Επίσης έδωσε την άδεια να εξετάσουν το φρούριο της Ακροκορίνθου, αίτηση που είχε απορριφθεί ως τότε για όλους ανεξαιρέτως.

Το βράδυ μας επισκέφθηκε ο Νουρή Μπέης. Κατάγεται από την πλουσιότερη και αρχαιότερη τουρκική οικογένεια του Μοριά. Μου έστειλε ένα σάλι κι ένα κεντητό κουτί. Στον κύριο Χαντ και στον Δρ. Σκοτ έδωσε πανωφόρια από ερμίνα και έστειλαν στον Έλγιν ένα πολύ ωραίο από γούνα Ζιμπελίν, γιατί ο Πασάς είπε ότι δεν τολμούσε να ντύσει ένα πρόσωπο της τάξεώς του.

Το άλογο πάνω στο οποίο επέστρεψε ήταν το καλύτερο των σταύλων του Πασά και του το παρουσίασαν ντυμένο με πλούσια επιχρυσωμένα και κεντητά βελούδινα στολίδια. Ένα σάλι, ένα κεντημένο μαντήλι και δύο Ινδικά υφάσματα έστειλαν σε μένα.

 

12η Μαΐου

 

Ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Ο Πασάς είχε εξηγήσει λεπτομερώς στον Έλγιν τους κινδύνους που θα διατρέχαμε, αν συνεχίζαμε ως το Λεοντάρι ή προχωρούσαμε κι άλλο μέσα στην Αρκαδία, που ανυπομονούσαμε να δούμε. Αλλά οι αναρίθμητες συμμορίες ληστών, που λυμαίνονται αυτό το κομμάτι της Πελοποννήσου και αψηφούν την Πύλη, κάνουν το εγχείρημα εξαιρετικά επικίνδυνο για τους ταξιδιώτες.

Γευματίσαμε στις Αμύκλες και μετά από μια ξαφνική μπόρα, που μας έκανε μούσκεμα, φθάσαμε στο ‘Αργος κατά τις οκτώ το βράδυ. Στη διάρκεια της απουσίας μας ο Βοεβόδας της «Νάπολι ντι Ρομάνια» (Ναύπλιο) είχε καθαρίσει την είσοδο του υπογείου κτιρίου στις Μυ­κήνες. Βρήκαμε πολλά θραύσματα αγγείων και κομμάτια μάρμαρο που διακοσμούσαν την εξωτερική τους πλευρά. Υπήρχαν επίσης μερικά κομμάτια ενός αγγείου με μαρμάρινες ραβδώσεις εξαιρετικής Τέχνης.

Ολόκληρο το εσωτερικό αυτού του υπογείου κτίσματος έχει καλυφθεί με μπρού­τζινα καρφιά, πολλά από τα οποία υπάρχουν ακόμη. Φοβάμαι πως μοιάζει με θησαυροφυλάκιο, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι ο Τάφος του Αγαμέμνονα.

Μετά από ανάπαυση μιας ημέρας στο ‘Αργος ξεκινήσαμε με κατεύθυνση την Επίδαυρο. Στο δρόμο είδαμε τα φημισμένα τείχη της Τίρυνθας, όπου ζούσε ο Ηρακλής και που υποτίθεται ότι τα έκτισαν Κύκλωπες. Μοιάζουν έργο όντων θαυμαστών, δεν έχω ξαναδεί τόσο ογκώδη τείχη. Η θέα απ’ την κορυφή της ακροπόλεως είναι ιδιαίτερα γραφική.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Αφήσαμε τη Νάπολι ντι Ρομάνια στα δεξιά μας και, αφού περάσαμε διάφορα ερείπια αρχαίων Ελληνικών Ναών και τάφων, φτάσαμε στο χωριό Λυγουριό την ώρα του φαγητού. Σε απόσταση μιας ώρας απ’ το Λυγουριό είδαμε το ιερό Άλσος του Ασκληπιού και το Θέατρο, που θεωρούν ότι υπήρξε το τελειότερο του είδους του στην Ελλάδα. Οι κερκίδες είναι ακόμη σχεδόν άθικτες, περίπου 45 τον αριθμό, σε κοίλη κυκλική διάταξη και καθώς υψώνονται η μία πάνω απ’ την άλλη δημιουργούν μια θαυμάσια εντύπωση. Η σκηνή και όλη η διακόσμηση της πρόσοψης έχουν χαθεί και ο χώρος της ορχήστρας είναι σπαρμένος καλαμπόκι. Μερικά μαρμάρινα καθίσματα έχουν αφαιρεθεί. Έχουν φυτρώσει στο χώρο θάμνοι με ωραιότατο φύλλωμα. Η τοποθεσία είναι μαγευτική. Υπάρχουν εκεί κοντά πολλά άλλα ερείπια λουτρών, δεξαμενών και ναών.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Από κει, ακολουθήσαμε την κοίτη ενός χειμάρρου ανάμεσα από γκρεμούς και απόκρημνα βουνά ολόφυτα από μυρτιές, αρμπαρόριζες, πι­κροδάφνες, ελιές, χαρουπιές, αμμόχορτα και άλ­λους πανέμορφους θάμνους, που φυτρώνουν εκεί σε οργιώδη αφθονία, θα είχα σίγουρα καταστραφεί οικονομικά, αν μπορούσα να δωροδοκήσω τους θάμνους να εγκαταλείψουν τον καυτό ελληνικό ήλιο για τη δροσερή αύρα του Φέρθ. Αυτός αναμφισβήτητα, χωρίς καμιά εξαίρεση, στάθηκε ο πιο μαγευτικός περίπατος που έκανα ποτέ, ακριβώς στο στυλ μου: πολύ επικίνδυνος δρόμος και κατακόρυφα βουνά. Ήταν μια θλιβερή ζεστή ημέρα κι είμαστε έφιπποι για έντεκα συνεχείς ώρες, δεν θυμάμαι να ήμουν ποτέ περισσότερο κουρασμένη. Οι οδηγοί έχασαν το δρόμο κι έτσι είχε σκοτεινιάσει πια όταν φτάσαμε στο χωριό της Επιδαύρου.

Από την περιγραφή που έδωσαν κι οι γενίτσαροι ακόμα για τη βρωμιά και τα ζωύφια στις καλύβες, προτίμησα να κοιμηθώ στη σκηνή μας, όπου βέβαια η διαμονή δεν ήταν καθόλου ευχάριστη, γιατί η ζέστη ήταν αποπνικτική και η υγρασία διαπερνούσε το καραβόπανο.

Το επόμενο πρωί της 15ης Μαΐου, αφού είδαμε τα ερείπια, επιβιβαστήκαμε σε μια Σπετσιώτικη ψαρόβαρκα. Ο αντίθετος άνεμος μας εμπόδισε να αποβιβαστούμε στη νήσο Αίγινα, αλλά είδαμε τα ερείπια των ναών του Ποσειδώνα και του Πανελλήνιου Δία. Από τον πρώτο ναό σώζονται μόνον δύο κίονες και από τον άλλο, που λέγεται ότι είναι ο αρχαιότερος της Ελλάδας, είναι ορατοί εικοσιπέντε όρθιοι κίονες από κοινή πέτρα, Δωρικού ρυθμού και μεγάλων διαστάσεων. Τη νύχτα φτάσαμε στον Πειραιά και σταθήκαμε αρκετά τυχεροί: βρήκαμε στην αποβάθρα άλογα, που μας έφεραν στην Αθήνα στις οκτώ η ώρα περίπου.

 

Υποσημειώσεις:


 

*  The letters of Mary Nisbet of Dirleton Countess of Elgin, Arranged by Lieut. – Colonel Nisbet Hamilton, Grant, London 1926, σ. 177. Τον Μάιο του 1801 βρίσκονταν στην Αθήνα τα πεθερικά του Έλγιν, το ζεύγος Nisbet, και ασχολήθηκαν με συλλογή αρχαιοτήτων. Πολλά λάφυρα αποκόμισαν κατά την παραμονή τους στην Αθήνα, άλλα από ανασκα­φές, άλλα από αγορές και άλλα από δωρεές. Ο Bartholdy μας πληροφορεί ότι η κυρία Charlotte Hamilton Nisbet απόχτησε ένα από τα μάρμαρα πού αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές του λόρδου Aberdeen στην Πνύκα. Αυτό το μάρμαρο προοριζόταν να στολίσει ένα από τα τζάκια του μεγάρου τους (Voyage en Grèce fait dans les années 1803 et 1804…, Paris 1807, τ. Α’, σ. 160).

Ο πεθερός πάλι του Έλγιν απόχτησε τον μαρμαρένιο θρόνο του γυμνασιάρχου πού βρισκόταν στο μετόχι της Καισαριανής στην Αθήνα όπου ή κατοικία του μητροπολίτη (απεικονίζεται στο έργο των James Stuart και Nicholas Revett, The anti­quities of Athens…, London 1762, τ. Γ’, κεφ. 3). Ήταν δώρο του μητροπολίτη και κατέληξε στην έπαυλη της δισεγγονής του Nisbet (Adolf Michaelis, Der Parthenon, Leipzig 1870-1871, σ. 29). Πρόκειται για τον μητροπολίτη Γρηγόριο Γ’ πού μοίραζε με μεγάλη απλοχεριά τις αρχαιότητες των ναών της δικαιοδοσίας του. Στο ημερολόγιο του Έλγιν, πού έγραψε ο γραμματέας του Hamilton, διαβάζουμε: «Ο λόρδος Έλγιν εξασφάλισε άδεια του αρχιεπισκόπου να ερευνήση το εσωτερικό όλων των εκκλησιών και μοναστηριών στην Αθήνα και τα περίχωρα για την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Συχνά ασκήθηκε η εξουσία του αρχιεπι­σκόπου για να αποσπάση ο λόρδος Έλγιν μερικά περίεργα αντικείμενα. Η έρευνα αυτή απέφερε πολλά πολύτιμα ανάγλυφα, επιγραφές, αρχαία σκιάθηρα (ηλιακά ημερολόγια), μαρμάρινο θρόνο γυμνασιάρχου με τις μορφές του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα με εγχειρίδια και τον θάνατο της Λεαίνης» (Memorandum on the subject of the Earl of Elgin’s pur­suits in Greece, Edinburgh 1811, σ. 32).

** Ο Βλασσόπουλος ενεργούσε ανασκαφές στην περιοχή για λογαριασμό του Έλγιν. Επιστολή του επικεφαλής των συνεργείων της  λεηλασίας Lusieri προς τον Έλγιν (4 Ιουλίου 1804) αναφέρει ότι πλήρωσε 655 γρόσια στον Βλασσόπουλο για τις ανασκαφές στον τάφο του Αγαμέμνονα (Ιω. Γεννάδιου, Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα και τας Αθήνας ιδίως αρχαιολογήσαντες επιδρομείς 1440-1837, Έν Αθήναις 1930, σ. 11 σημ. 23).

***Να περιφρονήσουν τους ανταγωνιστές τους, τους Γάλλους δηλαδή, πού εποφθαλμιούσαν τα γλυπτά και έχασαν από τα χέρια τους την ευκαιρία εξ αίτιας της εισβολής του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο.

**** Η ρίψη του Τζιρίτ ήταν τρόπος διασκέδασης των Μωαμεθανών. Το Τζιρίτ ήταν ένα ευθύ λευκό ραβδί, κατά τι λεπτότερο από τη λαβή μιας ομπρέλας, και κυρτό στην άκρη. Δεν ήταν αγώνισμα εντελώς ακίνδυνο καθώς ένα κτύπημα στο κεφάλι μ΄ αυτό μπορούσε να αποβεί μοιραίο.

 

Πηγές


  • Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», τόμος Γ2, Πέμπτη Έκδοση, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα, 1997.
  • Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, «Πως λεηλατήθηκαν τα γλυπτά από τις μετόπες του Παρθενώνα», Εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »