Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας από την Αργοναυπλία


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», εργασία του  κ. Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, που έχει για θέμα της την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας.

 Όπως θα διαβάσουμε παρακάτω  πρόκειται για προδημοσίευση  του υλικού που μέχρι σήμερα έχει συγκεντρώσει και ζητά από γνωστούς και αγνώστους να συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν  από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Άργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

 Και σημειώνει ο συγγραφέας: «Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη».

 

Σκοτωμένοι ελεύθεροι σκοπευτές της ομάδας Μπαβελή στη θέση Χάνια Φιχτίων στις 17-1-1949. Εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», 18-1-1949.

 

Ξεκίνησα την καταγραφή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.), που κατάγονται από πόλεις και χωριά της Αργοναυπλίας. με την πεποίθηση πως θα ήταν εύκολο να εντοπίσω σε κάθε μικρό ή μεγάλο οικισμό ανθρώπους που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν τουλάχιστον στον προσδιορισμό των ατομικών στοιχείων τους. Δεν υπολόγισα, όμως, τον παράγοντα χρόνο, τον χρόνο που πέρασε από τότε, από την έναρξη, δηλαδή, του εμφυλίου πολέμου. Οι άνθρωποι που θα είχαν άμεση γνώση, που θα είχαν βιώσει τα γεγονότα του εμφυλίου και θα μπορούσαν να δώσουν κάποιες πληροφορίες έχουν ήδη φύγει, ενώ οι νεώτεροι, έχω την εντύπωση, πως αρνούνται, για δικούς τους ίσως λόγους, να προσεγγίσουν εκείνη την εποχή. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συνάντησα και ανθρώπους με γνώση και διάθεση να μεταδώσουν οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη πληροφορία. Όμως ούτε και η προσφυγή σε διάφορα αρχεία και συλλογές ήταν ικανοποιητική.

Έτσι, η μέχρι τώρα προσπάθειά μου έχει πολλές ελλείψεις και κενά. Για το λόγο αυτό πρόκρινα να προχωρήσω σε προδημοσιέυση του υλικού που μέχρι σήμερα έχω συγκεντρώσει και να ζητήσω από γνωστούς και αγνώστους μου να με συνδράμουν στην καταγραφή των μαχητών του Δ.Σ.Ε., που κατάγονταν (γιατί οι ελάχιστοι ζώντες δεν αναιρούν τον κανόνα) από τις Δημοτικές Ενότητες Ναυπλιέων, Ασίνης, Μιδέας, Τίρυνθας, Αργους, Λέρνας, Μυκηνών και Ν. Κίου.

Με την προσπάθειά μου αυτή προσδοκώ να διασώσω την μνήμη των ανθρώπων εκείνων ως ιστορικό γεγονός. Ίσως κάποιοι να προβάλουν αντιρρήσεις, σεβαστές οι θέσεις τους. Όμως, θα πρέπει να λάβουμε όλοι μας σοβαρά υπόψη πως έχουν περάσει 70 χρόνια από τη λήξη της εμφύλιας αυτής σύγκρουσης και ο διαδραμών χρόνος νομίζω πως είναι αρκετός και ικανός να μας κάνει να συνδιαλεγόμαστε ελεύθερα και χωρίς πάθος, που τόσο το έχουμε ανάγκη.

Ευχαριστώ εκ των προτέρων όσους διαθέσουν χρόνο τους για την ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος.

Η επικοινωνία μπορεί να γίνει με τα επόμενα μέσα: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας. Κινητό τηλέφωνο: 6945 959888 – email:   Christos_konstas@yahoo.com

 

 

ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ

από τις πόλεις και τα χωριά της Αργολίδας

 

Άγιος Ανδριανός (Κατσίγκρι) – Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) – Ανυφί

Άργος – Δένδρα – Λάλουκας – Λίμνες – Μάνεσι

Μιδέα (Γκέρμπεσι) – Ντούσια – (Καλύβια  Μετόχι – Βίλλα)

Πουλακίδα – Φίχτια.

 

Αγ. Αδριανός (Κατσίγκρι)

 

Τις βραδινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου 1948 ομάδα 10 περίπου μαχητών του Δ.Σ.Ε. εμφανίστηκαν στο Κατσίγκρι και συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού όσους νέους βρήκαν στα καφενεία και στους δρόμους. Από κατάλογο καλούσαν νεαρά άτομα από το χωριό και επιστράτευσαν επτά (7). Τη στρατολογία είχαν προετοιμάσει ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Βλάσσης και  η Ουρανία Ανδριανού Παπαμάρκου, κάτοικοι Αγίου Αδριανού, που πήγαν εθελοντικά μαζί τους, σύνολο, δηλαδή  εννέα (9).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι)

 

  1. Βλάσσης Γεώργιος του Κωνσταντίνου, εθελοντής, δεν γνωρίζουμε βαθμό ή ειδικότητα. Σκοτώθηκε στη σπηλιά Βολιμήρι Φιχτίων 6-7 περίπου μήνες από την κατάταξή του σε σύγκρουση της ομάδας του με χιτομάϋδες πιθανόν στις 15-1-1949.
  1. Καραγιάννης Ευάγγελος του Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Χρήστο, που έλλειπε και εκείνος φώναξε παρών και τον πήραν. Υπηρέτησε στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή με την ειδικότητα του ελεύθερου σκοπευτή και σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 [1], ενώ σύμφωνα με άλλη πληροφορία τον σκότωσε σε ένα χωριό της ορεινής Αργολίδας στρατιώτης που είχε επιστρέψει με άδεια στο χωριό και τον βρήκε στο σπίτι του.
  1. Καραγιάννης Παναγιώτης του Γεωργίου (Ντιρλαντάς), επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις αρχές και δικάστηκε από το στρατοδικείο κατά πληροφορίες μάλλον της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Κατσιούρης Ανδριανός του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Κάλεσαν από τον κατάλογο τον αδελφό του, Σωτήρη, ο οποίος έλλειπε και πήραν αυτόν. Με τους Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου και Τσουρδίνη Ανδριανό του Γεωργίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  2. Παπαμάρκου Δημήτριος του Μάρκου, επιστρατευμένος, ήταν μάχιμος. Τον συνέλαβαν στο Ταΰγετο, όπου 40 περίπου μαχητές βρίσκονταν σε μια σπηλιά, που είχε δύο ανοίγματα και για να τους υποχρεώσουν να βγουν, οι στρατιώτες έκαψαν θειάφι. Ένας ΜΑΥ επιχείρησε να τον σκοτώσει, αλλά τον έσωσε ο επικεφαλής επιλοχίας Κατσίγιαννης Αυγουστής από τα Ίρια της Αργολίδας. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παπαμάρκου Ουρανία του Ανδριανού, πήγε εθελοντικά. Δεν γνωρίζουμε ειδικότητα ή βαθμό που τυχόν της αποδόθηκαν. Μάλλον παραδόθηκε στον εθνικό στρατό σ’ ένα χωριό του Πύργου, όπου ο Γιάννης Οικονόμου από το Αραχναίο, που τη γνώρισε, εμπόδισε κάποιον που αποπειράθηκε να την εκτελέσει. Δικάστηκε από το στρατοδικείο της Τρίπολης και αφέθηκε ελεύθερη.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Δημητρίου, επιστρατευμένος. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό και Τσουρδίνη Ανδριανό 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευσή τους κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.
  1. Τρίγκας Γεώργιος του Ιωάννου, επιστρατευμένος. Απόδρασε από το Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Παραπέμφθηκε στο στρατοδικείο και αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Τσουρδίνης Ανδριανός Γεωργίου, επιστρατευμένος. Από τον κατάλογο κάλεσαν τον αδελφό του Ευάγγελο, ο οποίος δεν παρευρίσκετο και φώναξε εκείνος παρών και τον πήραν. Με τους Κατσιούρη Ανδριανό του Δημητρίου και Τρίγκα Γεώργιο του Δημητρίου 15-20 ημέρες μετά την επιστράτευση κατάφεραν να αποδράσουν και παρουσιάστηκαν στις Αρχές.

Τις πληροφορίες αυτές μου έδωσε ο Νίκος Κων. Παπαμάρκου από τον Άγιο Ανδριανό  σε προσωπική συνέντευξη, που υπάρχει στο αρχείο μου στις 17 & 23/5/2016. Με βεβαίωσε επίσης, σε παρατήρησή μου, γιατί δεν καταδικάστηκε από το στρατοδικείο κανένας από τους μαχητές του ΔΣΕ, πως η βοήθεια των συγχωριανών τους ήταν ολοκληρωτική και ποικίλη. Μπράβο τους!

Οι δημόσιες ευχαριστίες μου προς το Νίκο Παπαμάρκου, έστω και μετά θάνατο, είναι χωρίς περιορισμό.

 

Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

Τις απογευματινές ώρες της 28ης Σεπτεμβρίου 1948 στρατιωτικό τμήμα του Δ.Σ.Ε. με επικεφαλής τους Γιάννη Δημ. Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) από το Γκέρμπεσι και τον Γιάννη Παπαϊωάννου του Γεωργ. από την Αμυγδαλίτσα μπήκε στο χωριό με σκοπό να επιστρατεύσει νέους μαχητές. Δεν κάλεσαν σε συγκέντρωση τους κατοίκους του χωριού, όπως συνήθιζαν, αλλά ανά δύο οι μαχητές επισκέφθηκαν τα σπίτια που τους είχαν υποδείξει, προφανώς από κατάλογο και επιστράτευσαν όσους βρήκαν. Το τμήμα ακολούθησε κατά την επιστροφή τη συνηθισμένη διαδρομή Ντούσια, ναός της Παναγίας Προσύμνης, Μυκήνες, κάτω από το γεφύρι της σιδηροδρομικής γραμμής, Μαλαντρένι, Τάτσι (Εξοχή).

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι)

 

 

  1. Βλάχος Ιωάννης του Μιχαήλ (Μώκος), επιστρατευμένος. Τραυματίστηκε στην κοιλιακή χώρα κατά την προσβολή του Άργους. Σχετικά διηγείται ο συμμαχητής του Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα, «Ήτανε ο Γιάννης Βλάχος, ο Μώκος από το Μπάρδι, αυτός τραυματίστηκε στην κοιλιά, στο Άργος, με τόση βρώμα, σκυλίσια ζωή, ο άνθρωπος είναι θηρίο, έκανε αλλαγές και τέτοια, άμα έβλεπες τη γάζα, μαύρα όλα και έζησε». Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο κατά πλειοψηφία 3-2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Βλάχος Κωνσταντίνος του Παναγιώτη (αδελφός του Μαρνέρη), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε σε μάχη.
  1. Κακούρος Γεώργιος του Ευαγγέλου (Ντόρος), εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους συστρατιώτες του Κωνσταντίνο Γεωργίου Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι, Δημήτρη Κωτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο ή το Λουτράκι λιποτάκτησαν. Έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους μαχητές Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη, που τους οδήγησαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον Δ.Σ.Ε. Μετά τη διάλυση της Μεραρχίας Πελοποννήσου και οι τέσσερις κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά και τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη επικουρούμενο από χιτομάῢδες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους τρεις μετά τη σύλληψή τους σκότωσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.
  1. Κακούρος Δημήτριος του Ευαγγέλου, επιστρατευμένος. Φύλαγε τα πρόβατα του θείου του Δημητρίου Παπαγεωργόπουλου από το Γκέρμπεσι. Όταν οι αντάρτες ήρθαν στις 28 Ιουλίου 1948 στο Γκέρμπεσι για επιστράτευση ο μαχητής Γιάννης Παπαγεωργόπουλος συνοδευόμενος από τον λοχαγό Γιάννη Παππά πήγε στο σπίτι του να ιδεί τον πατέρα του, τον μπάρμπαΜήτσιο Κουτούλη. Ο Παππάς είδε το Μήτσιο και τον πήρε μαζί του, παρά τις προσπάθειες του Γιάννη Π. να τον διώξει. Καταδικάστηκε σε θάνατο μάλλον από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης, όπου και τον εκτέλεσαν.
  1. Κακούρος Σπύρος του Παναγιώτη (Τσούτας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε αιχμάλωτο ο εθνικός στρατός και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Ναυπλίου. Όπως με πληροφόρησαν με τη μεσολάβηση κάποιων αφέθηκε ελεύθερος.
  1. Παναγής Χρήστος του Αναστασίου, επιστρατευμένος. Στο Τάτσι (Εξοχή) που τους οδήγησαν σε κάποια μετακίνηση επικαλέστηκε σωματική του ανάγκη και κατάφερε να αποδράσει. Μάλλον ο ομοχώριός του Γεώργιος Κακούρος τον διευκόλυνε. Παρουσιάστηκε στην χωροφυλακή στο Άργος και τον άφησαν ελεύθερο. Παρέμεινε 5-6 μήνες στο Ναύπλιο ελεύθερος και επέστρεψε στο σπίτι του.
  1. Παπαϊωάννου Βασίλειος του Αλεξάνδρου (Βασιλάγκας), επιστρατευμένος. Τον συνέλαβε ο εθνικός στρατός, καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε 20 ετών κάθειρξη.
  1. Παπαϊωάννου Γεώργιος του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος. Παραδόθηκε στον εθνικό στρατό και τον έστειλαν ως ανήλικο στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[2]. Έμαθε την τέχνη του σοβατζή. Παρουσιάστηκε στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, όπου κατέθεσε κάποιο έγγραφο από τη Σχολή της Λέρου και το δικαστήριο τον άφησε ελεύθερο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Γεωργίου (του Γεωργάτζη), εθελοντής. Ήταν διμοιρίτης στο λόχο του Γιάννη Παππά. Μετά τη διάλυση μάλλον τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στην Κόρινθο.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Δημητρίου (Λόντος). Από αμέλειά του εκπυρσοκρότησε το οπλοπολυβόλο, που κρατούσε και σκοτώθηκε∙ τον θάψανε στα Μαζέϊκα.
  1. Παπαϊωάννου Γιάννης του Παντελή, εθελοντής. Υπηρέτησε ως ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα του Δημητρίου Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση της ομάδας με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949.
  1. Παπαϊωάννου Νικόλαος του Αλεξάνδρου (αδελφός του Βασιλάγκα), επιστρατευμένος. Δικάστηκε από στρατοδικείο και μάλλον απαλλάχτηκε.
  1. Παπαϊωάννου Παναγιώτης του Ευαγγέλου (Μπόμπο), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.

 

Καταδιωκόμενοι – Αυτοαμυνήτες

 

Αποστόλης Λεωνίδα Διαλιάτσης και Γιάννης Ευαγγέλου Κακούρος (του ΒαγγέληΚουφό). Ξεκίνησαν από την Αμυγδαλίτσα να πάνε να παραδοθούν στον Σταθμό Χωροφυλακής Αγ. Τριάδας (Μέρμπακα). Στο δρόμο συνάντησαν τον πατριώτη τους και σκληρό δεξιό Γεώργιο Βασιλείου Κυμπούρη (Τούμπανο), που προσφέρθηκε να τους διευκολύνει στη χωροφυλακή˙ όταν όμως παρουσιάστηκαν είπε στους χωροφύλακες πως αυτός συνέλαβε αυτούς τους δύο αντάρτες. Δικάστηκαν από στρατοδικείο και αφέθηκαν ελεύθεροι.

 

Ανυφί

 

Στις 5 Αυγούστου 1948 λόχος του Γιάννη Παππά κατέβηκε στο Ανυφί με σκοπό να στρατολογήσει μαχητές. Στο Ανυφί ήταν εγκατεστημένοι η μάνα και ο αδελφός του Παππά, που τον έπεισαν, κυρίως, όπως λέγεται, η μάνα του, να μην προχωρήσουν στην στρατολογία, αφού σε περίπτωση στρατολογίας τόσο οι Αρχές όσο και το χωριό θα στρέφονταν έναντίον τους. Έτσι, ματαιώθηκε η στρατολογία στο Ανυφί. Συνέλαβαν τον Δημήτριο Μανωλόπουλο, από το Ανυφί, που ήταν ένοπλος ενταγμένος σε μονάδα ΜΑΥ και τον άφησαν ελεύθερο, αφού προηγουμένως του αφαίρεσαν τον οπλισμό.

Την ημέρα εκείνη βρισκόμουν στο Ανυφί και όταν το βράδυ επιστρέφαμε στο σπίτι από το χωράφι με τον μπάρμπα Χρήστο Μητροσύλη και τα ξαδέρφια μου, συναντήσαμε έναν αντάρτη και έναν με πολιτικά ρούχα στη διασταύρωση, που βρισκόταν το βενζινάδικο του Δημητρίου Νικολάου (Μπάκα). Ο μπάρμπα Χρήστος τους χαιρέτισε και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Αργότερα, όταν τρώγαμε, ήρθε στο σπίτι ένας αντάρτης και ζήτησε την Αναστασία Κορίλη από τα Δένδρα (Ντιέγκο), για την οποία γνώριζαν ότι δούλευε στα κτήματα το Μητροσύλη. Ο μπάρμπα Χρήστος του είπε πως δεν ήταν στο σπίτι του και ο αντάρτης έφυγε. Η Τασιώ, που ήταν εκεί και τρώγαμε όλοι μαζί, μόλις έφυγε ο αντάρτης πήδησε τη διαχωριστική μάντρα και πήγε στο σπίτι του παππά Διοφάνη  Κυμπουρόπουλου για να αποφύγει την στρατολογία.

 

Άργος

 

Κωτσαρίδας Κωνσταντίνος, εθελοντής. Υπηρέτησε στην επιμελητεία με έδρα τα Λυκούρια. Μετά τη διάλυση κατέβηκε στα  αρβανητοχώρια της Αργολίδας και κρύφτηκε στο καταφύγιο στην Αμυγδαλίτσα (Μπάρδι) με τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, Κώστα Γιαννάκο από το Γκέρμπεσι και τον Φάνη Αλμπάνη από την Κορινθία. Στις 21-3-1949 απόσπασμα χωροφυλακής κτύπησε το καταφύγιο, τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στη δυτική είσοδο του χωριού.

 

Δένδρα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Και στα Δένδρα ακολουθήθηκε ο ίδιος τρόπος συγκέντρωσης των νέων, όπως δηλαδή στο Μάνεση. Είχαν βάλει, δεν γνωρίζω ποιος είχε την πρωτοβουλία, μια συκωταριά στο φούρνο στο μαγαζί του Κώστα Ουλή (της σωφέραινας) και εκεί τους βρήκαν συγκεντρωμένους. Δεν τους πήραν όλους αλλά επιλεκτικά στρατολόγησαν τους επόμενους:

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Δένδρα

  1. Βλάχος Χρήστος του Αναστασίου [3] (Τουρλής), επιστρατευμένος, υπάλληλος στην εκκλησιαστική σχολή Κορίνθου. Τον τοποθέτησαν στο υγειονομικό αλλά και διαφωτιστή στα χωριά της ορεινής Αργολίδας και Κορινθίας (Φρουσιούνα, Σκοτεινή κ.λ.π). Μετά τη διάλυση μαζί με άλλους πέρασε από τα Φίχτια και πήγε στο κτήμα του ομοχωρίου του Γιώργη Ιωαννίδη (Μαρδίτση), ο οποίος τον συνόδευσε στην Αστυνομία στο Άργος, όπου παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στις 17 Ιανουαρίου 1949 [4]. Σχηματίστηκαν δύο δικογραφίες σε βάρος του και δικάστηκε από τα Στρατοδικεία Ναυπλίου και Κορίνθου. Καταδικάστηκε σε θάνατο και από τα δύο στρατοδικεία με καταδικαστικές ψήφους 3 έναντι 2 και δεν τον εκτέλεσαν.
  1. Κορίλης Γεώργιος

    Κορίλης Γεώργιος του Ιωάννου (Ντιέγκος), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο σπίτι του στα Δένδρα πήγε ο Γιάννης Γεωργίου Παπαϊωάννου από το Μπάρδι και ζήτησε τον αδερφό του το Φάνη, που είχε υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ, εκείνος όμως απουσίαζε και πήρε το Γιώργη. Μετά την εκπαίδευση στα έμπεδα (Τουρλάδα και Αγ. Νικόλαος περιοχής Κλειτορίας) εντάχθηκε μάχιμος στο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Δύο ημέρες μετά την άφιξή τους στο Τάτσι τους πήραν και πήγαν να κτυπήσουν τη Νεμέα (21-9-1948), χωρίς η ομάδα τους να πάρει μέρος στη μάχη. Εκεί συνάντησε και το Σωτήρο Δήμα από το Γκέρμπεσι, έκτοτε δεν τον ξανασυνάντησε. Πήρε μέρος στην απόπειρα αναγκαστικής στρατολογίας στη Ν. Επίδαυρο. Οι Επιδαυρίτες τους αντελήφθησαν και έφυγαν πυροβολώντας. Οι αντάρτες μπήκαν στο χωριό, δεν μπόρεσαν να πάρουν κανένα και αφού έκαψαν το Ειρηνοδικείο και πήραν ό,τι είχαν ανάγκη κυρίως φάρμακα και τρόφιμα, πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Τη νύχτα χιόνισεž πέρασαν από τις Λίμνες, όπου χωρίστηκαν σε ομάδες και αφού έφαγαν στα σπίτια του χωριού, μέσα από το Μπερμπάτι και το νεκροταφείο των Μυκηνών επέστρεψαν στη βάση τους. Ασθένησε σοβαρά και ο γιατρός του συνέστησε να πλησιάσει στο χωριό του. Ο Επίτροπος του Συγκροτήματος τον εφοδίασε με φύλλο πορείας και χωρίς ντουφέκι με ένα ξύλο για στήριγμα αρχίζει η οδύσσεια της επιστροφής Λυκούρια-Λίμνη-Φενεού-Γκιόζα-Καντήλα-Σκοτεινή-Μπογιάτι-Αρτεμήσιο, όπου βρίσκει το λόχο του Παππά-Νεστάνη-Σαϊτά (Γκιόζα)-Λαύκα-Καλιάνι, όπου κρύβεται και με τη βοήθεια κάποιου γηγενούς παραδίδεται στο στρατό στις 28-29 Ιανουαρίου 1949. Ακολούθως τον μετέφεραν στο Κιάτο-Κόρινθο και κατέληξε στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας στη βόρεια είσοδο του ισθμού της Κορίνθου προς το Λουτράκι. Είχε ήδη πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και όλους τους «κρυοπαγημένους» τους είχαν συγκεντρώσει σε μια σκηνή. Μετά τη θεραπεία τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου, αλλά και εκεί ασθένησε και πάλι και επέστρεψε για θεραπεία σε διάφορα νοσοκομεία. Σχημάτισαν σε βάρος του δικογραφία και τον κάλεσαν στο στρατοδικείο, αλλά δεν παρουσιάστηκε, σύμφωνα με  εντολή που του είχε δώσει ο διευθυντής της σχολής, ούτε ποτέ άλλοτε τον ενόχλησαν.

  1. Ουλής Ανδρέας του Ιωάννου (Μαντάς), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στο Τάτσι τον απόλυσαν, ίσως με τη μεσολάβηση του Γιάννη Κώνστα από τη Μιδέα και επέστρεψε στα Δένδρα.
  1. Ουλής Βασίλειος του Δημητρίου (Μπέτσιος), επιστρατευμένος, αγρότης. Εγκατέλειψε τη μονάδα του στο Τουρνίκι και παρουσιάστηκε στις Αρχές. Δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και αφού έμεινε φυλακισμένος 2-3 χρόνια απολύθηκε.

Λάλουκα [5]

 

Τον Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη του 1948 ομάδα του Δ.Σ.Ε. κατέβηκε στο Λάλουκα για επιστράτευση. Δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιο σχέδιο συγκέντρωσης των επιστρατευθέντων νέων, απλά οι μαχητές του ΔΣΕ πήραν όποιον νεαράς ηλικίας συνάντησαν στους δρόμους ή στα καφενεία.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Λάλουκα

 

  1. Δρούλιας Γεώργιος του Σπύρου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε στην Ευρωστίνα Κορινθίας[6].
  1. Κατσίλας Βασίλης του Δημητρίου, επιστρατευμένος, σκοτώθηκε.
  1. Κουτρουφίνης ή Κολέσης Ιωάννης του Δημητρίου[7], εθελοντής, έφυγε όμως μαζί με τους άλλους από το Λάλουκα. Μέλος της ομάδας ελεύθερων σκοπευτών, πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου Kenneth Mathew, δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[8]. Μετά τη διάλυση ήρθε στην περιοχή της Μιδέας στην ομάδα των Ρέππα – Λέκκα – Μεϊδάνη. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στην Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Άργους. Καταδικάστηκε από τα στρατοδικεία Κορίνθου και Ναυπλίου σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στις 12 Ιουλίου 1949.
  1. Μπαλάσκας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και ασθενής μάλλον από καρδιακό νόσημα. Τον άφησαν ελεύθερο.
  1. Πίκης Κώστας του Γεωργίου, επιστρατευμένος, ηλικίας 17 περίπου ετών και μετά από 23 ημέρες επέστρεψε στο χωριό του.
  1. Τσίγκας Αναστάσιος του Κωνσταντίνου, επιστρατευμένος, αγρότης. Τον τοποθέτησαν στην επιμελητεία και άλλες βοηθητικές υπηρεσίες. Κατά την εκτέλεση κάποιας αποστολής εγκατέλειψε τη μονάδα του και παρουσιάστηκε στο Αστυνομικό τμήμα Ξυλοκάστρου. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Κόρινθο, όπου μετά από 20 ημέρες τον άφησαν ελεύθερο. Έλλειψε από το σπίτι του 50 ημέρες, όπως λέει ο αδερφός του, 30 ημέρες στο Δ.Σ.Ε. και 20 στη φυλακή.

Λίμνες

 

Περί τα μέσα του Οκτωβρίου 1948 διμοιρία του ΔΣΕ με επικεφαλής το Γιάννη Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα  στρατολόγησε νέους άνδρες και γυναίκες στις Λίμνες. Η διμοιρία αποτελούνταν από 27 συνολικά μαχητές Γκερμπεσιώτες, Μπαρδαίους, Λιμνιάτες και άλλους. Η επιστράτευση ήταν επιλεκτική. Μαχητές της διμοιρίας συνοδευόμενοι από Λιμνιάτες ή με υπόδειξη Λιμνιατών επισκέπτονταν συγκεκριμένα σπίτια και αναζητούσαν τους νέους άνδρες ή τα κορίτσια των σπιτιών. Αφού συγκέντρωσαν όσους μπόρεσαν να βρουν αναχώρησαν για το Αγγελόκαστρο και στη συνέχεια επισκέφθηκαν τον Αη Γιάννη. Κινήθηκαν στην περιοχή για τρεις ημέρες και κατά το διάστημα αυτό πέρασαν από διάφορους οικισμούς της περιοχής για να δηλώσουν με τον τρόπο αυτό την παρουσία τους. Την Τρίτη βραδιά στην περιοχή Μαρίνα Γκλιάτα ο Λιμνιάτης Γιάννης Στάρφας (Πατουλιάρης) συνάντησε τη διμοιρία και ενημέρωσε το διμοιρίτη πως κινήθηκε στρατός από το Άργος. Ο διμοιρίτης Παπαϊωάννου ενημέρωσε τους μαχητές αλλά και τους επιστρατευμένους πώς θα κινηθούν για να περάσουν απέναντι με σκοπό να φθάσουν στην περιοχή του Φαρμακά. Περπατώντας τη νύχτα πέρασαν έξω από τις Λίμνες, από τη Ντάρδιζα, το Κλιμάκι, έξω από το Μπερμπάτι και τους βρήκε η ημέρα στην περιοχή της Παναγίας, όπου ανέβηκαν ψηλά στα βράχια (Ποτέκια) και παρέμειναν όλη την ημέρα. Οι παρατηρητές που είχαν βγάλει μπροστά τους πληροφόρησαν πως επεσήμαναν ομάδα δέκα στρατιωτών στο Κουτσοπόδι. Αμέσως κινήθηκαν προς το Μπερμπάτι και το Στεφάνι, αλλά και από την πλευρά αυτή ακούστηκαν πυροβολισμοί. Παρέμειναν κρυμμένοι μέχρι που τους κάλυψε η νύχτα και περνώντας από τις Μυκήνες έφτασαν στα Χάνια, που τα φύλαγαν μόνο την ημέρα οι χωροφύλακες και πέρασαν απέναντι. Να σημειώσουμε εδώ πως μεταξύ των επιστρατευμένων υπήρχαν και μερικοί ηλικιωμένοι, οι οποίοι γνωρίζοντας τον τόπο κατάφεραν τη νύχτα να φύγουν. Τους μετέφεραν στα χωριά Τουρλάδα και Κόκοβα (Σκοτάνη) έξω από τα Μαζέϊκα όπου ήσαν τα έμπεδα και τους ενέταξαν σε μονάδες. Μέχρι τότε δεν τους είχαν δώσει όπλα. Μετά την κατάρρευση ο καθένας τους ακολούθησε το δρόμο του.

Διήγηση στον γράφοντα του μαχητή και την ημέρα εκείνη επιστρατευθέντος Αποστόλη Γεωργίου Βλάχου στις 28-11-2015 στο σπίτι του στις Λίμνες.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τις Λίμνες

 

 

  1. Βλάχος Αναστάσιος του Γεωργίου (Μπούρτζος ή Άσπρος), εθελοντής, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου) και τον εκτέλεσαν στο Ναύπλιο στις 20-9-1949.
  1. Βλάχος Ανδρέας του Γεωργίου (Μπούρτζος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου

    Βλάχος Απόστολος του Γεωργίου (Κωτσιώρης), επιστρατευμένος, τον χρησιμοποίησαν σε βοηθητικές εργασίες λόγω του νεαρού της ηλικίας, επέζησε.

  1. Βλάχος Γεώργιος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Βλάχος Παναγιώτης του Δημητρίου (Ντρίγκος), επιστρατευμένος, πέθανε από το κρύο.
  1. Γεώργας Ιωάννης του Χρήστου (Νιούλας), επιστρατευμένος, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Ζώγαλης Δημήτριος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Ζωνίτσας Σπύρος του Παναγιώτη, επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κακούρος Ευθύμιος του Δημητρίου (Καρακίτσης), εθελοντής, επέζησε.
  1. Κακούρος Χρήστος του Ιωάννη (ΚίτσιοΚαραχάλιος), εθελοντής. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με Χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Λυρκείας[9] (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949, τους αποκεφάλισαν όλους.
  2. Καραμάνος Αργύρης του Σωτηρίου, εθελοντής. Παρουσιάστηκε «αυθορμήτως» στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας στις 24-1-1949[10] και καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο με την υπ΄αρ. 105/22-23 Ιουλίου 1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (τμήμα Β΄ Ναυπλίου). Εκτελέστηκε στο Ναύπλιο την 1-8-1949.
  1. Καρούνης Δημήτριος του Γεωργίου (Μπρίσκος), επιστρατευμένος. Τον έστειλαν ως ανήλικο στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου∙ επέζησε.
  1. Καρούνης Χρήστος του Μιχαήλ (ΚιτσιοΚαλατζής), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου

    Κατεμής Γεώργιος του Αναστασίου, εθελοντής. Ταγματάρχης του Ελληνικού στρατού, κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε ως Διοικητής του 24ου Συντάγματος με έδρα το χωριό Άνω Κοτσανόπουλο του Δήμου Πρέβεζας με το ψευδώνυμο «Αραχναίος». Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας εξορίστηκε στη Νάξο και με εντολή του ΚΚΕ δραπέτευσε τον Απρίλη του 1947 και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Δραπέτευσαν συνολικά 12 αξιωματικοί, που έφθασαν στη Ρούμελη εκτός από δύο, που συνελήφθησαν. Υπηρέτησε στο ΔΣΕ στο Γ.Α. και ως αξιωματικός επιχειρήσεων κατάρτισε το «σχέδιο ελιγμού» στο Βίτσι. Μετά την ήττα εγκαταστάθηκε στη Σοβιετική Ένωση, στη Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας επέστρεψε στην Ελλάδα. Επέζησε.

  1. Κατεμής Δημήτριος του Αναστασίου (Ντολολός), εθελοντής. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[11]. Επέζησε.
  1. Κατεμής Δημήτριος του Ιωάννου (Ντολολός ή Γκαβανάς), εθελοντής. Ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[12].
  1. Κονδύλη Χρυσούλα του Γεωργίου (Κολιού ή Τσόμπου), επιστρατευμένη∙ υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή[13]∙ επέζησε.
  1. Κορδαλή Κατερίνα του Παναγιώτη, επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Κυμπούρης Ιωάννης του Δημητρίου, εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Κυμπούρης Παναγιώτης του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Λέκκα Βασιλική του Ευαγγέλου, εθελόντρια.
  1. Λέκκας Δημήτριος του Αναστασίου, σκοτώθηκε στο διάσελο του κυνηγού από φίλια πυρά.
  1. Μελέτη Σοφία του Ιωάννη, εθελόντρια, ομαδάρχισα[14]. Καταδικάστηκε σε θάνατο από Έκτακτο Στρατοδικείο με καταδικαστικές ψήφους 4 έναντι 1, επέζησε.
  1. Μελέτης Ανάργυρος, επιστρατευμένος. Παρουσιάστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1949 στη Διοίκηση Χωροφυλακής Αργολίδας[15].
  1. Μελέτης Δημήτριος (Ρούσσης), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Μελέτης Μιχαήλ του Ιωάννη, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Πήρε μέρος στη σύλληψη του Άγγλου δημοσιογράφου και ανταποκριτή του BBC στην Αθήνα Kenneth Mathew στις 11 Οκτωβρίου 1948 στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών[16]. Σκοτώθηκε στις 17-1-1949 σε σύγκρουση της ομάδας με απόσπασμα χωροφυλακής στην περιοχή Χάνι Φιχτίων[17].
  1. Μπαστούνης Δημήτρης του Χρήστου (Μότος ή Στελέτος), επιστρατευμένος, επέζησε.
  1. Νώτη Μαρία, (Μήτα), επιστρατευμένη, αγνοούμενη.
  1. Οικονόμου Βασίλειος του Αριστείδη (Τόπης), εθελοντής, αγνοούμενος.
  1. Οικονόμου Ιωάννης του Παναγιώτη, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (τμήμα Β΄Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο Ναύπλιο στις 2-8-1949.
  1. Ουλή Σοφία (Γκούμα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  2. Πιτσίκου Αναστασία του Αναστασίου (Καρκαβίνη), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Ρουστέμης Βασίλης του Μαρίνου, εθελοντής, σκοτώθηκε το 1949.
  1. Σουφρίλας Χρήστος του Αριστείδη (Ντόκος), επιστρατευμένος, αγνοούμενος.
  1. Σταμάτη Μαρίνα του Ιωάννη (Κανονιάρα), επιστρατευμένη, επέζησε.
  1. Στάρφας Δημήτριος Παναγιώτη (Σπίγκος), λιποτάκτησε από τον εθνικό στρατό, όπου είχε καταταγεί και προσχώρησε στο ΔΣΕ. Αγνοούμενος.

 

Μάνεσι

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948. Στο Μάνεσι τη στρατολογία οργάνωσαν οι Βασίλειος Κων. Καραμάνος, Πέτρος Χρήστου Ξύδης και ο Σωτήρος Παν. Καραμάνος, κάτοικοι Μάνεσι. Ήταν Σαββατόβραδο και έβαλαν μια συκωταριά ρεφενέ στο μαγαζί του Τάκη Καραμάνου, του αόμματου. Τους συγκέντρωσαν όλους πάνω στα αλώνια. Τη στρατολογία επέβλεπε ο ίδιος ο Παππάς, παρευρίσκονταν επίσης ο Τρύφωνας Παπαγεωργόπουλος από το Γκέρμπεσι, ο Γιώργης Παπαϊωάννου από την Αμυγδαλίτσα και Δημήτριος Κατεμής από τις Λίμνες.

Ο Γιάννης Κουτσουράκης ζήτησε να αφήσουν του γιό του το Γιώργη, επειδή ήταν μικρός, του ζήτησαν όμως να τον αντικαταστάσει με τον άλλο του γιό, το Μήτσιο, τον οποίο και έφερε. Το ίδιο συνέβη και με το Θωμά του Πλιάσκα, ο πατέρας του όμως δεν δέχθηκε να γίνει αλλαγή. Αφού συγκεντρώθηκαν και τα τρία τμήματα (Μάνεσι – Δένδρα – Πουλακίδας) στο εκκλησάκι του Αϊ Σπυρίδωνα κοντά στα Ντούσια, που είχε οριστεί ως τόπος συγκέντρωσης, κατέβηκαν στο γεφύρι του Μπερμπατιού και αφού πέρασαν από το εκκλησάκι της Παναγίας του Μπερμπατιού και τις Μυκήνες διάβηκαν τον επικίνδυνο, γιατί φυλασσόταν, δημόσιο δρόμο Κορίνθου – Άργους πάνω από τα Φίχτια και από το Μοναστήρι της Μπόρσιας και Δούκα έφτασαν στο Τάτσι. Στην Παναγία στο Μπερμπάτι άφησαν ελεύθερο τον Σωτήρο Καραμάνο να επιστρέψει στο χωριό του, γιατί ο Σωτήρος είχε τραυματισθεί στη μάχη της Αθήνας κατά τα Δεκεμβριανά και ήταν ανίκανος για στρατιωτική υπηρεσία και μάλιστα στις συνθήκες του αντάρτικου πολέμου (του είχαν χειρουργικά αφαιρέσει τμήμα του κρανίου). Στο Τάτσι έδωσαν σε κάποιους ειδικότητες και τους υπόλοιπους τους οδήγησαν στα έμπεδα για να τους εκπαιδεύσουν στο χειρισμό των όπλων.

Τα έμπεδα βρίσκονταν πάνω από τα Μαζέϊκα, στα ορεινά χωριά Τουρλάδα και  Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη). Μετά την εκπαίδευση οι μάχιμοι εντάχθηκαν στον νεοφτιαγμένο λόχο του Λεωνίδα (Γεωργαντώνη). Ο Βασίλειος Καραμάνος και ο Πέτρος Ξύδης εντάχθηκαν στο Κέντρο Πληροφοριών (Κ.Π.), ο Αθανάσιος Δήμας στην Πολιτοφυλακή, ο Μιχάλης Ζέρβας και ο Χρήστος Βλάχος στην υγειονομική υπηρεσία και ο Αναστάσιος Καραμάνος (Καρυώτης) πήγε στην επιμελητεία, και οι υπόλοιποι τυφεκιοφόροι.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από το Μάνεσι

 

 

  1. Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου

    Αργύρης Παναγιώτης του Νικολάου (Μπαρδούνης), επιστρατευμένος, αγρότης. Είχε υπηρετήσει μάχιμος στον ΕΛΑΣ και μετά την παράδοση των όπλων διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος. Στο Δ.Σ.Ε. ήταν μάχιμος και τραυματίστηκε. Δεν γνωρίζουμε εάν συνελήφθη ή παραδόθηκε. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τριπόλεως. Επέζησε.

 

  1. Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου

    Δήμας Αθανάσιος του Αναστασίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή στο Τάτσι για δέκα ημέρες, στα Μαζέϊκα για δέκα πέντε ημέρες και στη συνέχεια στα Αρφαρά και στην Αγ. Βαρβάρα. Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας από την Υπάτη και υποδιοικητής ο Δημήτριος Κορίλης από το Γκέρμπεσι, ο οποίος τον πήρε μαζί του στη Βαρβάρα. Η έδρα της υποδιοίκησης ήταν στο Περιθώρι. Όταν άρχισε η διάλυση ο Δημήτριος Κορίλης τον εφοδίασε με φύλλο πορείας για το Τάτσι, όπου συνάντησε τον Μιχ. Μεϊδάνη. Ακολούθησε την πορεία Κρινόφυλλο, Λυκούρια, Καντήλα, Σκοτεινή, Αγ. Νικόλαος, Τάτσι. Στο Τάτσι ο Μεϊδάνης του συνέστησε να φύγει και τούδωσε συνοδό για λόγους ασφαλείας τον ελεύθερο σκοπευτή Παναγιώτη Δανόπουλο από τα Φίχτια, που τον συνόδευσε μέχρι την περιοχή Λάφρες πάνω από το Ανυφί. Στο Τάτσι πήρε μαζί του και τον Βασίλη Καραμάνο. Έφτασαν στο Μάνεσι στις 28-29 Δεκεμβρίου 1948. Συνδέθηκε με την ομάδα του Γκερμπεσιού και χρησιμοποίησε το καταφύγιο στο Παλιόκαστρο για μικρό διάστημα. Μια βραδιά έμεινε στο καταφύγιο των Μπαρδαίων στο Φίζι, που το περιγράφει ως εξής, «είχαν σκάψει πίσω από έναν ψηλό τοίχο, στην οροφή είχαν στηρίξει ξύλα και τσίγκους και από πάνω είχαν ρίξει χώμα και όλο το χωράφι ήταν σπαρμένο κριθάρι. Μπροστά είχε μια πέτρα που την μετακινούσες και έμπαινες μέσα από μια τρύπα που ίσια ίσια χώραγε ένας άνδρας». Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στον Σταθμό Χωροφυλακής Μιδέας (Μέρμπακα) στις 17-1-1949 συνοδευόμενος από το πατέρα του και το Παναγιώτη Μιχάλο από τα Δένδρα. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου)  στην ποινή των ισοβίων δεσμών με ψήφους 3 έναντι 2. Απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ. 126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής του κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Γεώργιος του Θωμά

    Δήμας Γεώργιος του Θωμά (Κακαρίζης), επιστρατευμένος, αγρότης. Όπως μου είχε ειπεί, για ένα διάστημα υπηρέτησε στα έμπεδα {Τουρλάδα και Κόκοβα (σήμερα Σκοτάνη) πάνω από τα Μαζέϊκα} όπου ο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου είχε οργανώσει στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατολογημένων και στη συνέχεια υπηρέτησε στο λόχο του Παππά μέχρι την ημέρα που τους συνέλαβε ο εθνικός στρατός και ο Παππάς αυτοκτόνησε (10-2-1949). Δεν γνωρίζω τη δικαστική του διαδρομή. Φωτογραφία: Όταν υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ.

  1. Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου

    Δήμας Θεοδόσης του Ιωάννου (Κορδατζής), επιστρατευμένος, αγρότης. Παρουσιάσθηκε αυθορμήτως στη Διοίκηση του αποσπάσματος Αλέας στις 22-1-949[18]. Καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) στην ποινή των πρόσκαιρων δεσμών 20 ετών και απολύθηκε στις 9-2-1951 δυνάμει του  υπ’ αρ.-126/1951 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950. Επέζησε.

  1. Δήμας Θωμάς του Σταύρου (Πλιάσκας), επιστρατευμένος, αγρότης, υπηρέτησε ως οπλοπολυβολητής. Ο Γιώργης Κορίλης από τα Δένδρα διηγείται σχετικά (μετά τον τότε πρόσφατο φυσιολογικό θάνατό του) «Το Θωμά τον είχα δει. Ήτανε ένας αντάρτης από το Δάρα, ο Νάκος, έτσι τον λέγανε, ένα ζώο ήτανε, κούραση δεν ήξερε τί ήτανε, δηλαδή, πώς έχουμε σήμερα τα 100, έτσι ήτανε η ομάδα του Νάκου και μέσα στην ομάδα αυτή ήτανε και ο Θωμάς. Πολύ γρήγοροι, ακούραστοι άνθρωποι, πετάγανε στον αέρα και να πεθάνει (απεβίωσε από ασθένεια), ποιός; ο Θωμάς, που εκεί πάνω ήτανε πουλί, πέταε». Παρουσιάστηκε στις Αρχές, δικάστηκε από το στρατοδικείο Ναυπλίου. Επέζησε.
  1. Ζέρβας Μιχαήλ του Μιχαήλ (Μπίθας ή Ρασπούτιν), επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε ως νοσοκόμοςž παρουσιάστηκε αυθορμήτως στις Αρχές (ίσως στην Αλέα με τον Θεοδόση Δήμα). Δικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου και μάλλον αθωώθηκε. Επέζησε.
  2. Καραμάνος Αναστάσιος του Παναγιώτη (Καριώτης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στο Τάτσι πάλεψε με κάποιον άλλο μαχητή και έσπασε το πόδι του. Εργάστηκε στην επιμελητεία. Παρουσιάστηκε στις Αρχές και απαλλάχτηκε της ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου). Επέζησε.
  1. Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου

    Καραμάνος Βασίλειος του Κωνσταντίνου (Τσιαντής), εθελοντής, αγρότης. Υπηρέτησε στην πολιτοφυλακή και στο Κέντρο Πληροφοριών[19]. Παρουσιάστηκε στη Διοίκηση χωροφυλακής Αργολίδας στις 17 Ιανουαρίου 1949 μαζί με το Θανάση Δήμα[20], ο οποίος (Θανάσης) ισχυρίζεται πως ο Βασίλης Καραμάνος παρουσιάστηκε στον αστυνομικό Σταθμό Μιδέας (Μέρμπακα) στις 20 Ιανουαρίου 1949. Καταδικάστηκε με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ Τμήμα Ναυπλίου) παμψηφεί σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο Ναυπλίου (Πρόνοια) την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Καραμάνος Γεώργιος του Αναστασίου (Ντουρντούλας), επιστρατευμένος, αγρότης. Δεν έχω πληροφορίες για τη μετά τη διάλυση πορεία του. Επέζησε.
  1. Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου, με τη σύζυγό του.

    Καραμάνος Δημήτριος του Ιωάννου (Λιόσης), επιστρατευμένος, αγρότης. Στρατολογήθηκε τον Οκτώβρη του 1948 από τους ελεύθερους σκοπευτές, που κινούνταν στην περιοχή μας. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως μάχιμος οπλοπολυβολητής. Μετά τη διάλυση παρουσιάστηκε στον εθνικό στρατό. Είχε πάθει κρυοπαγήματα στα πόδια και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της Τρίπολης για θεραπεία. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Τρίπολης και δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης. Δεν γνωρίζω το αποτέλεσμα της δίκης, ενδιαφέρθηκε πάντως γι αυτόν ο ανώτατος αξιωματικός του εθνικού στρατού Κλεώπας από την Πουλακίδα. Τον έστειλαν στρατιώτη στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε για τρία έτη. Στο νοσοκομείο γνώρισε τη συναγωνίστριά του Γεωργία Σταύρου Κανελλοπούλου από το χωριό Παλιομοίρι της Μεγαλόπολης Αρκαδίας, που έπασχε από κρυοπαγήματα στα κάτω άκρα, με την οποία παντρεύτηκαν και έζησαν στην Αυστραλία και στο Μάνεσι. Στη φωτό με τη σύζυγό του.

  1. Κουτσουράκης Δημήτριος του Ιωάννου, επιστρατευμένος, αγρότης – ποιμένας. Κατά την επιστράτευση ο πατέρας του ζήτησε και αντικατέστησε τον μικρό του γιο Γιώργο με το Μήτσιο. Κατά τους Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη και Θανάση Δήμα τον συνέλαβαν πολίτες στη Λαύκα, όπου τον είχαν στείλει να αγοράσει τσιγάρα και τον σκότωσαν.
  2. Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη

    Μεϊδάνης Μιχάλης του Παναγιώτη (Παναγάρας), εθελοντής. Ο Μιχάλης Μεϊδάνης γεννήθηκε στο Μάνεσι το 1918. Το Νοέμβρη του 1941 μαζί με το Μήτσιο Δεμοίρο από το Ανυφί και τον Πάνο Λιλή από το Γκέρμπεσι εργάστηκε για την δημιουργία οργανώσεων του Ε.Α.Μ. στην Αργολίδα. Στη συνέχεια ανέβηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή. Τον πιάσανε οι Ιταλοί να μοιράζει προκηρύξεις και τον κλείσανε στις φυλακές Αβέρωφ. Κατάδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης μερικών μηνών και μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών οι Γερμανοί τον μεταφέρανε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Απολύθηκε το Γενάρη προς Φλεβάρη 1944 και γύρισε στο χωριό. Πήρε μέρος στη Περιφερειακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε., που συνήλθε στη Ν. Επίδαυρο στις 15 Μαρτίου 1944 και εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της Π.Ε. και αντιπρόσωπος στην Πελοποννησιακή Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε. που συνήλθε κατά μέσα Απριλίου 1944 στο χωριό Σερακίνη κοντά στο Μπογιάτι Γορτυνίας. Ήταν περιφερειακός υπεύθυνος του Κ.Κ.Ε. για την πόλη του Άργους. Το 1945 τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία μέχρι το τέλος 1945. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου. Συνεργαζόταν στενά με τον Φίλιππα Ρέππα και το Γιάννη Λέκκα στα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας. Ταχτικά ανέβαιναν στην περιοχή του 4ου Συγκροτήματος και πάλι γύριζαν, όπως με είχε πληροφορήσει ο Θοδόσης Κακούρος από το Μπάρδι, που είχε αναλάβει την τροφοδοσία τους. Πιστεύω πως αποτελούσαν ομάδα πληροφοριών (Κ.Π.). Με τους Φίλιππο Ρέππα και Γιάννη Λέκκα εξεβίασαν τους εργοστασιάρχες της Αργολίδα Ηλία Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν βλάβες στις εργοστασιαρχικές εγκαταστάσεις τους. Κατά την περίοδο της διάλυσης ο Θανάσης Δήμας τον συνάντησε στο Τάτσι. Κατέβηκε στο Μάνεσι με τον Γιάννη Κώνστα, Δημήτριο Κορίλη και Αναστάσιο Παν. Καραμάνο, κατά τις 20 Ιανουαρίου 1949[21]. Ο Μεϊδάνης με τον Φίλιππα Ρέππα και τον Γιάννη Λέκκα και άλλους ευκαιριακούς χρησιμοποιούσαν τρία καταφύγια, το ένα βρισκόταν στη Κιάφα Ρούγκα, το άλλο ανατολικά της Μάλια Κρλια και το τρίτο στο Παληόκαστρο. Στις 18 Μάρτη 1949 δεχθήκανε επίθεση τμημάτων στρατού, χωροφυλακής και πολιτών στο καταφύγιο της Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού και ο Μεϊδάνης και ο Φίλιππας τραυματιστήκανε και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν σύμφωνα με πληροφορίες των χωροφυλάκων αλλά και πολιτών, που συνόδευαν το απόσπασμα, ενώ ο Γιάννης Λέκκας μπόρεσε να απομακρυνθεί, τον συνέλαβαν όμως  ένοπλοι πολίτες, που εργάζονταν στην περιοχή. Την περίπτωση της αυτοκτονίας των Μεϊδάνη και Φίλιππα Ρέππα την πιστεύω απόλυτα, γιατί δεν ήσαν άνθρωποι που θα παραδίδονταν. Τους έθαψαν στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

  1. Ξύδης Πέτρος του Χρήστου

    Ξύδης Πέτρος του Χρήστου (Μπότσας), εθελοντής, επιστρατεύθηκε με τους άλλους Μανεσιώτες. Κατά το Θανάση Δήμα υπηρέτησε στο κέντρο πληροφοριών (ΚΠ). Τον συνέλαβαν με το αρχείο πληροφοριών. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στις στις 12-7-1949.

 

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

Στις 28 Ιουλίου 1948, ημέρα Τετάρτη το απόγευμα πήγαινα με την αδερφή μου, την Κατερίνα, στο σπίτι. Φτάνοντας στο ρέμα, που περνάει έξω από το σπίτι, βλέπουμε στο δρόμο έναν ένοπλο και τον Γιάννη Δημητρίου Παπαγεωργόπουλο (Κουτούλη) να περνάει τρέχοντας και φωνάζοντας. Ο Γιάννης ήταν στενός οικογενειακός μας φίλος και τον γνωρίσαμε, ξέραμε ότι ήταν στο Δημοκρατικό Στρατό. Για τον καλό μας φίλο θα μιλήσουμε λίγο πιο κάτω. Καταλάβαμε ότι επρόκειτο για αντάρτες. Μετά ακούσαμε που φώναζαν με το χωνί πως το χωριό είναι κυκλωμένο από δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού, να μη φοβηθούμε και να συγκεντρωθούμε στην πλατεία. Είχε κατέβει ο λόχος του Γιάννη Παππά. Οι δεξιοί του χωριού, που ήσαν ένοπλοι, όταν ειδοποιήθηκαν πως έρχονται αντάρτες, έτρεξαν και έφυγαν με κατεύθυνση προς Ναύπλιο για να σωθούν.

Ο Γιάννης Κουτούλης μόλις έμαθε τη φυγή των δεξιών έτρεξε φωνάζοντας προς το αντάρτικο τμήμα της εμπροσθοφυλακής, που θα καταλάμβανε το ύψωμα του Αγίου Θωμά, να μη τους κτυπήσουνε και να τους αφήσουν να περάσουν. Δεν ξέρω αν πρόλαβαν να φύγουν ή αν τους άφησαν οι αντάρτες, γεγονός είναι ότι δεν υπήρξε συμπλοκή.

Ανεβαίνοντας προς την πλατεία ένας αντάρτης μάλλον μικρού αναστήματος, αλλά στιβαρός και μαυριδερός, έτσι τουλάχιστον τον θυμάμαι, με πλησίασε και με ρώτησε φιλικά πώς περνάμε στο χωριό και πώς λέγομαι˙ του απάντησα και αμέσως με ρώτησε «τον Γιάννη Κώνστα, που έχουμε μαζί μας, τι τον έχεις;».

Έτσι έμαθα πως ο πατέρας ήταν μαχητής του ΔΣŞ είχαμε μερικούς μήνες να πάρουμε πληροφορίες του. Ο αντάρτης ήταν ο Μήτσιος Γιομπρές από τη Νεμέα, όπως ο ίδιος μου είπε, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα από φίλια πυρά κατά την προσβολή του αστυνομικού τμήματος της Νεμέας από μονάδα του Δ.Σ.Ε. Μαζευτήκαμε στην πλατεία και ο Γιάννης Παππάς μας μίλησε για τους σκοπούς του ΔΣΕ και άλλα. Η μάνα ζήτησε πληροφορίες από το Γιάννη Κουτούλη και αυτός της είπε πως ο πατέρας ήταν μαζί τους. Σκοπός της παρουσίας των ανταρτών στο χωριό ήταν η αναγκαστική στρατολογία νέων μαχητών. Μαζί τους ήταν και ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Παπαγεωργόπουλος (Ζιούβας) από τη Μιδέα.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι)

 

  1. Γεώργας Κωνσταντίνος του Γεωργίου (Επαναστατικό ψευδώνυμο: «Ρέππας», Επαναστατικό όνομα: «Φάνης ή καπετάν Φάνης»), εθελοντής. Προσχώρησε στο ΕΑΜ αμέσως μετά τη δημιουργία του και μετά τη σύσταση της ΟΠΛΑ ανέλαβε πολιτικός επίτροπος καθοδηγητής της ομάδας ΟΠΛΑ με έδρα το Γκέρμπεσι. Δεν γνωρίζω ποια ήταν η έκταση της τοπικής της αρμοδιότητας, εάν δηλαδή περιοριζόταν στο Γκέρμπεσι και τα γύρω ενδεχομένως χωριά ή εάν κατελάμβανε ολόκληρη την περιοχή της Ναυπλίας. Το δεύτερο θεωρώ πλησιέστερο προς την αλήθεια, αφού ο έλεγχος της ΟΠΛΑ είχε ανατεθεί στο Γραμματέα της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ και η Ναυπλία αποτελούσε περιφέρεια, όπως και το Άργος. Με την έναρξη της μεταβαρκιζιανής δεξιάς τρομοκρατίας πήγε στην Αθήνα και όπως μου είχε ειπεί ο ίδιος το κόμμα τον τοποθέτησε Γραμματέα της Κ.Ο.Β. Νέων Σφαγείων και αργότερα οργανωτή της 5ης Αχτιδικής Επιτροπής Καλλιθέας.Κατά το τέλος του 1945 τον κάλεσε ο Ζαχαριάδης στο γραφείο του και του ανακοίνωσε την απόφασή του να τον μεταθέσει στην οργάνωση της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια τον μετέφεραν στο στρατόπεδο Μπούλκες στη Γιουγκοσλαβία. Το 1947 επιστρέφει  στην Ελλάδα και με το βαθμό του ταγματάρχη  πληροφοριών του Δ.Σ.Ε. αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κέντρου Πληροφοριών  Φλωρίνης, Αμυνταίου κ.λπ. Συνελήφθη από τον εθνικό στρατό  μάλλον το 1948 στην περιοχή της Φλώρινας. Τον μετέφεραν στην Αθήνα όπου τον βασάνισαν άγρια και στη συνέχεια τον μετέφεραν στις φυλακές της Ακροναυπλίας και δεν ξέρω πού αλλού. Δικάστηκε από στρατοδικείο χωρίς να γνωρίζω τίποτα περισσότερο. Επέζησε.
  1. Γιαννάκος Κωνσταντίνος του Γεωργίου, εθελοντής. Κατατάχθηκε στον εθνικό στρατό στην Κόρινθο. Με τους Γεώργιο Ευαγγέλου Κακούρο από την Αμυγδαλίτσα, Δημήτρη Κοτσαρίδη από το Άργος και Φίλιππο Αλμπάνη φοιτητή της ιατρικής από την Κόρινθο λιποτάκτησαν∙ έφυγαν από το στρατόπεδο της Κορίνθου και κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα, όπου συνάντησαν τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη και στη συνέχεια ανέβηκαν στην ορεινή Αργολίδα και κατατάχθηκαν στον ΔΣΕ. Μετά τη διάλυση κατέβηκαν στην Αμυγδαλίτσα και κρύβονταν σε δύο καταφύγια, που είχαν φτιάξει στις περιοχές Φίζι και Μπρακά στην περιοχή της Αμυγδαλίτσας. Τους τροφοδοτούσε η μητέρα του Γεωργίου Κακούρου. Στις 21 Μαρτίου 1949 απόσπασμα χωροφυλακής υπό τον Ανθυπασπιστή Κωνσταντίνο Χριστάκη βοηθούμενο από πολίτες κύκλωσε το καταφύγιο. Τον Κωνσταντίνο Γιαννάκο τον σκότωσαν έξω από το καταφύγιο και τους άλλους  τρεις τους σκότωσαν αμέσως μετά τη σύλληψη στη δυτική είσοδο του χωριού και παρουσία της μάνας του Γεωργίου Κακούρου. Στο καταφύγιο οδήγησε το απόσπασμα χωροφυλακής ο αντάρτης Γιάννης Λέκκας από το Γκέρμπεσι, τον οποίο είχαν συλλάβει στις 18-3-1949, όταν κτύπησαν το καταφύγιο στο Γκέρμπεσι.
  1. Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου

    Γιαννάκος Χρήστος του Γεωργίου, εθελοντής. Πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση κατά των Γερμανών από τις τάξεις του ΕΑΜ. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό τρομοκρατικό καθεστώς και έφυγε από το χωριό. Το ΚΚΕ τον έστειλε στο Μπούλκες και στη συνέχεια στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε σε δίκτυο πληροφοριών στη βόρεια Ελλάδα, ίσως με τον βαθμό του λοχαγού. Τον συνέλαβε η υπηρεσία επαγρύπνησης του ΔΣΕ με άλλους 78 της ίδιας ομάδας με την κατηγορία της κατασκοπίας, όπως ο ίδιος μου είχε εκμυστηρευτεί, για να καλύψουν ευθύνες υψηλόβαθμου στελέχους του ΔΣΕ. Κατάφερε να αποδράσει από το αντίσκηνο όπου τους κρατούσαν και παρουσιάστηκε στον στρατηγό Κετσέα, που διηύθυνε τις επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Φυλακίστηκε και στην Ακροναυπλία. Δεν γνωρίζω εάν δικάστηκε από στρατοδικείο καθώς και το αποτέλεσμα της δίκης. Επέζησε.

  1. Δήμας Σωτήριος του Χρήστου

    Δήμας Σωτήριος του Χρήστου, επιστρατευμένος, ράφτης. Ο Γεώργιος Κορίλης (Ντιέγκος) ήταν μαζί του στην προσβολή της Νεμέας (2191948). Σκοτώθηκε.

  1. Κορίλης Δημήτριος του Παναγιώτη (Παζής), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δυο παιδιά. Πολέμησε στην Αλβανία κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Υπήρξε μέλος του ΕΑΜ του χωριού και επικεφαλής του εφεδρικού ΕΛΑΣ της περιοχής. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και μάλλον την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε ως υποδιοικητής πολιτοφυλακής Αιγιαλείας με έδρα το Περιθώρι (Διοικητής ήταν ο Στάθης Λιάκας, ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού από την Υπάτη της Ρούμελης)[22]. Μετά την κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και για ένα διάστημα κρύφθηκε σε φιλικά σπίτια. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 20-3-1949[23]. Καταδικάστηκε με τις υπ’ αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.
  1. Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου

    Κώνστας Ιωάννης του Χρήστου, εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με δύο παιδιά. Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως στρατιώτης-τηλεφωνητής και πολέμησε στην Αλβανία. Υπήρξε δραστήριο μέλος του ΕΑΜ στο Γκέρμπεσι και στη ευρύτερη περιοχή. Τον Ιούλιο του 1944 κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και υπηρέτησε στην ΕΤΑ της ΙΙΙ Μεραρχίας Πελοποννήσου μέχρι την παράδοση των όπλων. Διώχθηκε από το μεταβαρκιζιανό καθεστώς και την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε στην επιμελητεία του 4ου Συγκροτήματος Τζήριας Χελμού με έδρα το Τάτσι. Μετά τη κατάρρευση κατέβηκε στο Γκέρμπεσι και κρύφθηκε σε διάφορα σπίτια της γύρω περιοχής. Παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρμπακα στις 21-3-1949[24] . Καταδικάστηκε σε θάνατο με τις υπ’ αρ. 103 και 104/1949 αποφάσεις του έκτακτου στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου

    Λέκκας Ιωάννης του Δημητρίου (Μερακλής), εθελοντής. Μέλος του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ. Καταδιώχθηκε από το μεταΒαρκιζιανό καθεστώς αλλά ουδέποτε συνελήφθη. Κατατάχθηκε στο ΔΣΕ και υπηρέτησε μάλλον στο Κέντρο Πληροφοριών της περιοχής μαζί με τους Φίλιππο Ρέππα και Μιχάλη Μεϊδάνη. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του ΔΣΕ με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν τα καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο με τις υπ΄αρ. 103, 104 και 105/1949 αποφάσεις για σύσταση και συμμετοχή σε συμμορία κ.λ.π. (Γ΄ Ψήφισμα) και για οπλοκατοχή, στρατολογία κ.λ.π, ανατροπή του πολιτεύματος  (Α.Ν.509) και τον εκτέλεσαν στο νεκροταφείο του Ναυπλίου στην πρόνοια την 1η Αυγούστου 1949.

  1. Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Κωνσταντίνου (Ζιούβας), εθελοντής, αγρότης και έγγαμος με τέσσερα παιδιά. Μετά τη Βάρκιζα διώχθηκε από το δεξιό παρακράτος και ίσως την άνοιξη του 1948 κατατάχθηκε στο ΔΣΕ. Είχε έρθει στο Γκέρμπεσι με τον λόχο του Παππά κατά τη στρατολόγηση τον Ιούλιο 1948. Πληροφορίες αναφέρουν πως σκοτώθηκε σε σύγκρουση με ομάδα Μάϋδων στην περιοχή των Φιχτίων.

  1. Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου

    Παπαγεωργόπουλος Ιωάννης του Δημητρίου (Κουτούλης), εθελοντής. Πήρε μέρος στον Ελληνογερμανικό πόλεμο ως Λοχίας υπαξιωματικός και πολέμησε στο οχυρό Κάλη της οριογραμμής Μεταξά. Μετά την κατάρρευση του μετώπου έφυγε για τη Μ. Ανατολή και υπηρέτησε ως αξιωματικός στον εκεί Ελληνικό στρατό. Πήρε μέρος στο κίνημα στη Μ. Ανατολή και επέστρεψε στο χωριό ως αξιωματικός Υπολοχαγός το 1945. Στις αρχές της άνοιξης του 1948 έφυγε για το βουνό και υπηρέτησε στον λόχο του Παππά ως ομαδάρχης. Έπαθε κρυοπαγήματα και μετά την κατάρρευση κάποιοι συμμαχητές του τον έφεραν κοντά στα Ντούσια. Τον παρέλαβε η χωροφυλακή και τον μετέφεραν στο Άργος. Τον σκότωσαν πετώντας τον από τον εξώστη του κτιρίου της αστυνομίας, αφού την προηγούμενη ημέρα τον είχαν εκθέσει στην πλατεία του Άργους σε δημόσιο εμπτυσμό. Τον έθαψαν μαζί με άλλους εφτά στο νεκροταφείο του Αγ. Νικολάου Άργους.

10.

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου

Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος Αναστασίου (Γιουρούσης), επιστρατευμένος, αγρότης-ποιμένας. Τον Δεκέμβρη του 1948 έπαθε κρυοπαγήματα στα δύο του πόδια με αποτέλεσμα να του κόψουν αργότερα στο Νοσοκομείο της Τρίπολης, όπου νοσηλεύθηκε για τέσσερις μήνες, όλα τα δάχτυλα και των δύο ποδιών μέχρι τη μέση. Τον βοήθησε να κατεβεί ο Χρήστος Γεωργίου Διαλιάτσης από τα Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε πώς και πού τον έπιασε ο εθνικός στρατός. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Ποσειδωνίας κοντά στο Λουτράκι, όπου τον φρόντισαν μεταφέροντάς τον τακτικά στο νοσοκομείο της Κορίνθου για θεραπεία και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο της Τρίπολης. Επέζησε.

  1. Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου

    Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Γεωργίου (Τζενεράλης), επιστρατευμένος. Ήταν απόφοιτος του Γυμνασίου Άργους. Συνελήφθη στο Άργος από την αστυνομία για παράνομο έρανο, αποβλήθηκε από το Γυμνάσιο Άργους και έδωσε εξετάσεις για να πάρει το απολυτήριο στο Γυμνάσιο Κορίνθου. Κατά τον Γεώργιο Ιωάν. Κορίλη από τα Δένδρα «Τον Πάνο Παπαγεωργόπουλο, Τζενεράλη, τον είχα ιδεί μια φορά, αυτόν τον πήραν και τον πήγανε στη σχολή αξιωματικών, όπως έμαθα. Δεν ξέρω πώς και πού σκοτώθηκε». Δεν φαίνεται να πήρε βαθμό αξιωματικού, σκοτώθηκε ως επικεφαλής ομάδας σε σύγκρουση με τον εθνικό στρατό χωρίς να γνωρίζουμε πού.

  2. Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου

    Παπαγεωργόπουλος Τρύφωνας του Κωνσταντίνου (Μυλωνάς), επιστρατευμένος. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής, πήρε μέρος στις μάχες της Δημητσάνας (στις οπισθοφυλακές), στο σιδηροδρομικό σταθμό Πιτσά στη Βόχα, στα Τρόπαια κλπ. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Κώστα Σιατερλή από την Πουλακίδα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι[25]. Καταδικάστηκε με το ελαφρυντικό «της μετρίας συγχύσεως» σε πρόσκαιρα δεσμά 10 ετών και 1 μηνός με την υπ’ αρ. 105/1949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄ τμήμα Ναυπλίου). Στη συνέχεια οδηγήθηκε στη Μακρόνησε και απολύθηκε δυνάμει του  υπ’ αρ.14/1911952 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου λόγω παραγραφής της ποινής κατ’ εφαρμογή του α.ν. 1504/1950.

  1. Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή

    Ρέππας Αναστάσιος του Περικλή, επιστρατευμένος, αγρότης. Υπηρέτησε στο λόχο του Παππά ως οπλοπολυβολητής. Πήρε μέρος στη μάχη της Νεμέας και της Δημητσάνας. Μετά τη διάλυση τον συνέλαβαν με τον γεμιστή του στα Τριπόταμα Ηλείας και στη συνέχεια τον μετέφεραν στην Πάτρα και τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[26] ως ανήλικο, όπου παρέμεινε επί 9μηνο και διδάχτηκε την τέχνη του κουρέα. Τον παρέπεμψαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης, στο οποίο παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  1. Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου

    Ρέππας Φίλιππας του Νικολάου, εθελοντής, αγρότης – μελισσοκόμος. Μάλλον υπηρέτησε στο Κέντρο Πληροφοριών με τους Μιχάλη Μεϊδάνη και Γιάννη Λέκα. Οι τρεις τους εξεβίασαν τους βιομήχανους Αργολίδας Παπαντωνίου και Καραμέλη και τους απέσπασαν χρήματα για τις ανάγκες του Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου με αντάλλαγμα να μη προκαλέσουν ζημιές στις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις. Στις 18-3-1949 τμήματα στρατού, χωροφυλακής και πολιτών κύκλωσαν το καταφύγιο στη Μάλια Κρλια ανατολικά του Γκερμπεσιού, όπου κρυβόντουσαν και οι Φίλιππος Ρέππας και Μιχάλης Μεϊδάνης μετά τον τραυματισμό τους αυτοκτόνησαν, ενώ ο Γιάννης Λέκκας προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη όμως από ένοπλους πολίτες. Τον ενταφίασαν στο νεκροταφείο Αγίου Νικολάου Άργους.

  1. Φρίμη Όλγα του Γεωργίου, επιστρατευμένη, μοδίστρα. Υπηρέτησε ως ράφτρα, επιδιορθώνοντας τα ρούχα των μαχητών. Φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Με την υπ’ αρ.104/23071949 απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου Κορίνθου (Β΄Τμήμα Ναυπλίου) αθωώθηκε από την πράξη της συμμετοχής σε ομάδα λόγω δεδικασμένου, γιατί είχε δικασθεί και αθωωθεί με απόφαση του στρατοδικείου Κορίνθου και από τις πράξεις της παράνομης στρατολογίας και διάδοσης ανατρεπτικών ιδεών λόγω αμφιβολιών.
  1. Φρίμης Δημήτριος του Γεωργίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά από προδοσία τους συνέλαβαν στο κρυσφύγετό τους και τους εκτέλεσαν, άγνωστο πού και πότε.

 

Η ανατολική πλευρά του νεκροταφείου του Ναυπλίου. Έξω από την μάντρα ήταν ο «συνήθης τόπος των εκτελέσεων» των καταδικασμένων από τα κακουργοδικεία και τα έκτακτα στρατοδικεία της 10ετίας του 1940-50. Διαμορφώθηκε σε δρόμο, που ονομάστηκε Γρηγορίου Φαράκου !!!

 

 

Ντούσια (Καλύβια – Μετόχι – Βίλα)

 

 

Από τα Ντούσια υπηρέτησαν στο Δ.Σ.Ε. Πελοποννήσου πέντε (5) μαχητέςž όλοι πήγαν εθελοντικά. Συνεννοούνταν με διερχόμενους αντάρτες και έφευγαν. Ο Χρήστος Νικολάου Διαλιάτσης λιποτάκτησε από τον Ελληνικό Στρατό, όταν είχε έρθει στο σπίτι του με άδεια. Εκτός από τον Νικόλα Λεωνίδα Διαλιάτση κανένας άλλος δεν πέρασε από το σπίτι του για να ιδεί την οικογένειά του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο ΔΣΕ. Κατάγονταν όλοι από οικογένειες αγροτοποιμένων.

 

Μαχητές του Δ.Σ.Ε. από τα Ντούσια

 

 

  1. Διαλιάτσης Γεώργιος του Παναγιώτη, εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε κάτι για την πορεία του στο ΔΣΕ, μάλλον σκοτώθηκε[27].
  2. Διαλιάτσης Γιάννης του Αναστασίου (Τσαμπάση), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Κατά μία πληροφορία σκοτώθηκε σε μάχη στον Ταΰγετο.
  1. Διαλιάτσης Νικόλαος του Λεωνίδα εθελοντής, αγροτοποιμένας. Υπηρέτησε στον λόχο του Παππά[28]. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ειδικότητα, τη δράση του και το τέλος του. Λέγεται πως σκοτώθηκε.
  1. Διαλιάτσης Παναγιώτης του Γεωργίου (Καραγκούνη), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Δεν γνωρίζουμε σε ποια μονάδα υπηρέτησε, ούτε την ειδικότητα και τη δράση του. Καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) σε θάνατο και εκτελέστηκε στην Κόρινθο στις 9-6-1949[29].
  1. Διαλιάτσης Χρήστος του Νικολάου (Ληστής), εθελοντής, αγροτοποιμένας. Λιποτάκτησε από τον Εθνικό Στρατό και κατατάχθηκε στο ΔΣΕ Πελοποννήσου. Βρισκόταν με άδεια στο χωριό του και σκηνοθέτησε σε συνεννόηση με αντάρτικη ομάδα την στρατολόγησή του στο χωριό Δενδρά έξω από το σπίτι του γνωστού κομμουνιστοφάγου Δημητρίου Ουλή (Μπλατσάρα). Μετά τη διάλυση του ΔΣΕ Πελοποννήσου κατέβηκε στο Άργος στην περιοχή Καρακάξα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του ξαδέλφου του τον οποίο συνάντησε στο δρόμο. Εκείνος του είπε να πάει στο σπίτι και πως θα γύριζε, αφού ψώνιζε. Αντί για ψώνια, πήγε και τον κατέδωσε στην αστυνομία, που τον συνέλαβε. Από το στρατοδικείο Κορίνθου καταδικάστηκε σε θάνατο με ψήφους 3 έναντι 2 και με τη μεσολάβηση του Γκότση, παράγοντα του Άργους και του Τουρκοβασίλη η ποινή του δεν εκτελέστηκε.[30]

 

Παναρίτη

 

Εθελοντής μαχητής δεν υπήρξε από το Παναρίτη, ούτε επιστράτευση μαχητών έγινε. Τον Γεώργιο Ιωάν. Πουλά (Μπίχτο) και γνωστό γλεντζέ αποσπάσματα μαχητών τον συνάντησαν δύο φορές σε χωριά της Αργολίδας και τον πήραν μαζί τους. Και τις δύο φορές απέδρασε, τη μία με ανοχή του Γιάννη Κώνστα και την άλλη μάλλον του Μιχάλη Μεϊδάνη.

 

Πολυβολείο του εμφυλίου πολέμου στην παλαιά εθνική οδό Άργους – Κορίνθου.

 

Πουλακίδα

 

Τη στρατολογία στο Μάνεσι, στα Δένδρα και στην Πουλακίδα έκανε ο λόχος του Γιάννη Παππά ταυτόχρονα στα τρία χωριά στις 18 Σεπτεμβρίου 1948.

 

Μαχητές του ΔΣΕ από την Πουλακίδα

 

  1. 1. Γιαννάκος Δημήτριος του Κωνσταντίνου;, αγρότης, επιστρατευμένος. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς Τάτσι όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Γιάννη Κατσαλούλη και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Διαμαντής Ιωάννης του Γεωργίου (Γκατζιούμπας), επιστρατευμένος, αγρότης. Όταν έφτασαν στα Λυκούρια τον απέλυσαν, ίσως γιατί τον θεώρησαν ακατάλληλο για τις συνθήκες του ανταρτοπολέμου. Τον παρέλαβε στο Τάτσι ο Γιάννης Κώνστας από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι), ο οποίος τον φόρτωσε σε μια φοράδα και τον έφερε μέχρι τη Στέρνα. Συνέχισε με τα πόδια μέχρι την Πουλακίδα. Παρουσιάστηκε στις Αρχές[31] και με την υπ΄αρ. 105/2371949 απόφαση του Εκτάκτου Στρατοδικείο Κορίνθου (Β΄τμήμα Ναυπλίου) απαλλάχτηκε πάσης ποινής λόγω πλήρους συγχύσεως.
  1. 3. Κατσαλούλης Γιάννης του Ευθυμίου, επιστρατευμένος, αγρότης. Μετά τη στρατολόγησή του και κατά τη διάρκεια της πορείας προς το Τάτσι, όταν έφτασαν στο χωριό Δούκα, συνεννοήθηκε με τον ομοχώριό του και επιστρατευμένο Δημήτριο Γιαννάκο και μαζί οι δυο τους έφυγαν και περπατώντας μέσα στη νύχτα κατάφεραν και γύρισαν στην Πουλακίδα.
  1. Παναγής Περικλής του Κωνσταντίνου (Σιαφάκας), εθελοντής, αγρότης. Με τη διάλυση τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στο «στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστο-συμμοριτών»του ΓΕΣ στην Τρίπολη. Δικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Τρίπολης και τον εξόρισαν για 2,5 έτη στον Πολύκαρπο Ικαρίας. Στο στρατόπεδο της Τρίπολης γνώρισε τη συναγωνίστριά του Χάρη Νικολοπούλου από την Πουρναριά (Ποδογορά) Γορτυνίας με την οποία εγκαταστάθηκαν στην Πουλακίδα και παντρεύτηκαν. Η Χάρις είχε πάρει μέρος στη μάχη του Αγ. Βασιλείου Κυνουρίας στις 21-1-1949.
  1. Σιατερλής Κωνσταντίνος του Δημητρίου (Κωστούρος), επιστρατευμένος, αγρότης. Ήταν στρατιώτης και είχε έρθει στο χωριό με άδεια, τον βρήκαν και τον επιστράτευσαν. Μετά τη διάλυση κατά το Γενάρη ή Φλεβάρη 1949 με τον Τρύφωνα Παπαγεωργόπουλο από τη Μιδέα εγκατέλειψαν τη μονάδα τους για να παρουσιαστούν στον εθνικό στρατό. Έμειναν ένα βράδυ στην Κανδήλα, αλλά την επόμενη ημέρα ομάδα μαχητών του ΔΣΕ τους συνέλαβε και επρόκειτο να δικαστούν από το ανταρτοδικείο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κατάφεραν να δραπετεύσουν και παρουσιάστηκαν στον εθνικό στρατό στο Λεβίδι Αρκαδίας.
  2. Σιατιρλής Νικόλαος

    Σιατιρλής Νικόλαος του Μιχαήλ (1917-1993).

    Σιατιρλής Νικόλαος του Μιχαήλ (Πικραγγουριάς, 1917-1993), κάτοικος Πουλλακίδας Ναυπλίας. Γεννήθηκε στη Πουλλακίδα Ναυπλίας το 1917, αγρότης. Κατετάγη στον Ελληνικό Στρατό  την 1 Απριλίου 1938 στο 3ο Σύνταγμα Αντιαεροπορικού Πυροβολικού. Πολέμησε στην Αλβανία και απολύθηκε   την 1 Μαΐου 1941, μετά την κατάρρευση, με την ΔΕΥΕΑ 20001/41. Την 1 Ιουνίου 1942 επιστρατεύτηκε βιαίως  από την κυβέρνηση Τσολάκογλου στην Χωροφυλακή Αργολίδας από όπου τον  απέλυσαν στις 28 Ιανουαρίου 1943 λόγω της δράσης πού ανέπτυξε, (παροχή πληροφοριών, όπλων και πυρομαχικών σε αντάρτες) αφού προηγουμένως βασανίστηκε για να ομολογήσει. Τον Φλεβάρη του 1943 οργανώθηκε στο ΕΑΜ και την ΕΤΑ με καθήκοντα την διενέργεια εράνων, προμήθεια όπλων και τροφίμων για τον ενεργό ΕΛΑΣ. Ακόμη ανέλαβε και υπεύθυνος του εφεδρικού ΕΛΑΣ και συμμετείχε σε επικίνδυνες αποστολές, όπως η επιδρομή στις Φυλακές Τίρυνθας κ.α. Τον Ιούλιο του 1944 τον συνέλαβαν οι Γερμανοί στο χωριό του, έπειτα από άγριο κυνηγητό   (προδοσία) και τον έκλεισαν στο μπουντρούμι των φυλακών Λεονάρδου στο Ναύπλιο. Ακολούθησαν  βασανιστήρια για 48 ώρες χωρίς να ομολογήσει Φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία και μετά 1 μήνα  τον απέλυσαν.

    Επιστέφει  στο χωριό και αναλαμβάνει υπηρεσία. Στις 8-10 Αυγούστου 1944 πήγε με αποστολή στην Κόρινθο σαν αγγελιαφόρος να ενεργήσει για την απελευθέρωση αγωνιστών που κρατούνταν εκεί από τους Γερμανούς. Συλλαμβάνεται, βασανίζεται και αφού τον αφήνουν μισοπεθαμένο από το ξύλο τον κλείνουν σε στρατόπεδο μελλοθανάτων της τελευταίας εκτέλεσης η οποία ανεστάλη.

    Αμέσως μετά τον βάζουν στην ναρκοθετημένη  κλούβα  του τρένου της γραμμής  Κορίνθου – Τρίπολης και Κορίνθου – Πατρών μέχρι την απόλυση του την 8-9-1944 οπότε και ξαναγυρίζει στο χωριό του. Την 20 Σεπτεμβρίου 1944 κατετάγη  στον ενεργό ΕΛΑΣ που είχε έδρα το Βραχάτι και το Μπολάτι Κορινθίας.

 

Σιατιρλής Νικόλαος του Μιχαήλ (1917-1993).

 

Ο Νικόλαος Σιατιρλής, δεξιά, στις στρατιωτικές φυλακές Κορίνθου.

 

Την 13η Νοεμβρίου 1944 μπήκε στο στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθήνας και την 13η Δεκεμβρίου 1944 πήρε εξιτήριο και έλαβε μέρος στα Δεκεμβριανά. […33 ημέρες μάχης ανάμεσα στα κυβερνητικά στρατεύματα από τη μια πλευρά, και τον ΕΛΑΣ της Αθήνας από την άλλη (το Α’ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ, επικουρούμενο από τάγματα του ΕΛΑΣ από Κόρινθο και Λαμία…]. Τον συνέλαβαν οι Εγγλέζοι  στην Εφορία Υλικού Πολέμου και τον παρέδωσαν στην ασφάλεια. Ξύλο μέσα στο υπόγειο με νερό όλη τη νύχτα και το πρωί μαζί με άλλους τους πήγαν στο Γουδί και από εκεί στο λιμάνι και με το υπερωκεάνιο «Καμερόνια» τους έστειλαν στην Ελ Τάμπα στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αίγυπτο, ]…με αφορμή τα Δεκεμβριανά και τη μάχη της Αθήνα οι ελληνικές αρχές τους συνέλαβαν ως δυνητικά επικίνδυνους αριστερούς (ΕΑΜίτες-ΕΛΑΣίτες) και οι Βρετανοί τους μετέφεραν μυστικά στην Αιγυπτιακή έρημο σε απόσταση 180 χιλ από Αλεξάνδρεια]. Με  άθλιες συνθήκες διαβίωσης για 3 μήνες,  αγνοούμενος από την  οικογένειά του,  μετά την συμφωνία της Βάρκιζας τους έφεραν πίσω στην Αθήνα με το Ινδικό καράβι «Κάπ-Τουράν».

 

Ένορκη βεβαίωση.

 

Βεβαίωση μέλους ΕΑΜ

 

Γυρίζει στο χωριό του το Μάρτη του 1945 και από τότε τον συλλαμβάνουν πολλές φορές τον χτυπάνε γιατί  έφτιαχνε ομάδες και επιστράτευε αντάρτες και  ήταν σε  μόνιμη παρακολούθηση, ώσπου στις 11-2-1948 κλήθηκε να καταταγεί στο 5ο Τάγμα Εθνοφρουράς. Παρουσιάστηκε στην Κόρινθο και τον ρίχνουν στο κρατητήριο και μετά στις φυλακές Κορίνθου. […στρατεύουν όλους του ΕΛΑΣίτες  και από την Ελ Τάμπα και μετά τους στέλνουν σε ξερονήσια].

Στις 18-01-1949  καταδικάζεται σε 8 χρόνια φυλάκιση δια της υπ’ αριθ.9/1949 απόφασης του Εκτάκτου Στρατοδικείου Κορίνθου (αποφεύγει τη ποινή  θανάτου) επί παράβαση του περιβόητου Γ’ Ψηφίσματος. (ΦΕΚ197/18-6-1946 άρθρα 1,2 και 3). Το κατηγορητήριο ήταν  ότι  «…προπαγάνδιζε υπέρ των συμμοριτών και εκδήλωνε φιλικά αισθήματα προς αυτούς και ζητούσε την ανατροπή του κρατούντος πολιτεύματος και κοινωνικού συστήματος …». [ Την  περίοδο εκείνη ήταν στο βουνό ο μικρός του αδελφός Χρήστος Μιχαήλ Σιατιρλής (Σιούτας) και ο φίλος και συγχωριανός του Μιχαήλ Ιωάννη Ξύδης (Μπουτσινέλας)]. Η συνέχεια φυλακές Κορίνθου-Γιούρα-Μακρονήσου-Ακροναυπλίας. Στις 16-03-1951 με αναθεώρηση όλων των δικών επί Πλαστήρα, κρίθηκε ότι πρέπει να απολυθεί αφού  εξέτισε το 1/3 την ποινής του (3 χρόνια και 1 μήνας)  σε ηλικία 34 ετών. Στις 16/02/1984  για όλη  τη δράση του αναγνωρίσθηκε ως αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης.

 

Φύχτια

 

Μαχητές του ΔΣΕ από τα Φίχτια [32]

  

  1. Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα

    Βασιλόπουλος Αθανάσιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, αγρότης. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή της Στέρνας Αργολίδας στις 19-1-1949[33], ενώ κατ΄ άλλη εκδοχή χιτομάϋδες τον εκτέλεσαν κάπου στον Αργολικό κάμπο[34].

  2. Βασιλόπουλος Γεώργιος

    Βασιλόπουλος Γεώργιος, επιστρατευμένος. Τον συνέλαβαν και από το στρατόπεδο της Πάτρας τον έστειλαν στη Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Λέρου[35] ως ανήλικο. Τον παρέπεμψαν να δικασθεί στο Έκτακτο Στρατοδικείο της Τρίπολης, όπου παρουσίασε κάποιο έγγραφο της σχολής και τον άφησαν ελεύθερο.

  3. Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου

    Δανόπουλος Παναγιώτης του Δημητρίου (Αλατζάς), εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής στην ομάδα Μπαβελή. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949[36].

  4. Μπαβελής Γεώργιος του Ανδρέα, εθελοντής μαχητής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολυμίρι) στις 15-1-1949[37], τους αποκεφάλισαν όλους.
  5. Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα

    Μπαβελής Δημήτριος του Ανδρέα (Καπετάν Ραμαντάνος), εθελοντής, επικεφαλής ομάδας ελεύθερων σκοπευτών. Στην περιοχή Χάνι Φιχτίων, στις 17-1-1949 ομάδα χωροφυλάκων τους κύκλωσε και τους εκτέλεσαν όλους, εκτός από τον Δημήτριο Μπαβελή, που κατάφερε να διαφύγει∙ πολίτες τον συνέλαβαν στην περιοχή του αεροδρομίου του  Άργους και τον παρέδωσαν στην Χωροφυλακή, τον χλεύασαν στην αγορά του Άργους και αργότερα τον εκτέλεσαν[38].

  6. Τασόπουλος Χαράλαμπος του Αναστασίου, εθελοντής, ελεύθερος σκοπευτής, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με χιτομάϋδες στη θέση «Ρωμαίικα» Φιχτίων (σπηλιά Βολιμίρι) στις 15-1-1949[39]∙ τους αποκεφάλισαν όλους.

 

Α.  Η Ομάδα των ελεύθερων σκοπευτών του Δημ. Μπαβελή

 

1) Μπαβελής Δημήτριος, από τα Φίχτια.

2) Δανόπουλος Παναγής ή Αλατζάς από τα Φίχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Κατεμής Δημήτριος ή Γκαβανάς από τα Φιχτια (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Παπαϊώάννου Ιωάννης του Παντελή από την Αμυγδαλίτσα (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949) (αναφέρεται λανθασμένα ως Κακούρος Γεώργιος).

5) Μελέτης Μιχαήλ από τις Λίμνες (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

6) Καραγιάννης Ευάγγελος; από τον Αγ. Ανδριανό (Κατσίγκρι).

7) Σελιώτης από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

8) Μπαλάφας ή Λέγκας από το Στεφάνι (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

Σε σύγκρουση με ομάδα χωροφυλάκων στην περιοχή Χάνι Φιχτίων στις 17-1-1949 σκοτώθηκαν όλοι (6) εκτός από τον Δημ. Μπαβελή, που τραυματίστηκε. Τον συνέλαβαν αργότερα στον αργολικό κάμπο και τον εκτέλεσαν.

 

Β.  Εκτελεσμένοι στη σπηλιά Βολιμήρι της περιοχής Φιχτίων στις 15-1-1949 σε σύγκρουση με ομάδα χιτομάϋδων. Μετά την εκτέλεση έκοψαν όλων τα κεφάλια, τα κόλλησαν σε ξύλα και εν πομπή κατέβαιναν προς το Αργος. Το γεγονός πληροφορήθηκε ο διοικητής χωροφυλακής  Αργους και τους εμπόδισε να μπουν στην πόλη.

(Ο κατάλογος δεν εξαντλεί τα μέλη της ομάδας).

1) Μπαβελής Γεώργιος από τα Φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

2) Τασσόπουλος Χαράλαμπος από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

3) Τσετσέκος Κώστας από τα φίχτια. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

4) Κακούρος χρήστος από τις Λίμνες. (Εφημ. Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2135/23-1-1949).

 

Υποσημειώσεις


[1] Συνέντευξη του Θανάση Δήμα μαχητή του ΔΣΕ στον γράφοντα.

[2] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[3] Αφήγηση του αδελφού του Δημ. Βλάχου.

[4] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[5] Αφήγηση Θεοδ. Τσίγκα.

[6] Αφήγηση Κων. Δρούλια, αδελφού του μαχητή.

[7] Αφήγηση Αναστ. Κουτροφίνη Κολέση.

[8] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[9] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[10] Εφημερίδα ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[11] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[12] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[13] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[14] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[15] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2136/30-1-1949.

[16] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[17] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[18] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949 και βούλευμα Συμβ. Εφετών Ναυπλίου 126/1951.

[19] Θανάσης Δήμας.

[20] Εφημερίδα ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[21] Θανάσης Δήμας, σε συνέντευξη στον γράφοντα.

[22] Αφήγηση Θανάση Δήμα στον γράφοντα.

[23] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[24] Εφημερίδα του Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φύλλου 2144/25-3-1949.

[25] Διήγηση του γιού του Κώστα στον γράφοντα.

[26] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[27] Ο Δ. Παλαιολογόπουλος «Το 4ο Συγκρότημα του Δ.Σ. Πελοποννήσου» εκδόσεις ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, Αθήνα, 2014, σελ.167, αναφέρει πως στις 12-2-1949 απόσπασμα χωροφυλακής ανακάλυψε πάνω από τα Τρίκαλα σπηλιά με αντάρτες μεταξύ των οποίων και «ο Γιώργος Δαλάκης από το Μάνεσι του Άργους» και παραπέμπει σε Γιώτα Μεγρέμη, χειρόγραφη αφήγηση, Λέφα ..σταυροί σελ. 64. Όμως, Δαλάκης από το Μάνεσι Άργους, Ναυπλίου ορθότερα, δεν υπήρξε, άλλωστε το επώνυμο Δαλάκης είναι εντελώς άγνωστο στα αρβανητοχώρια της Αργολίδας, ενώ με το όνομα Γιώργος ήσαν οι μαχητές από ο Μάνεσι Γεώργιος Δήμας (Κακαρίζης) και Γεώργιος Καραμάνος (Ντουρντούλας), που επέζησαν. Νομίζω πως βάσιμα μπορούμε να ταυτοποιήσουμε το επώνυμο Δαλάκης με το επώνυμο Διαλιάτσης, αφού ηχητικά δεν απέχουν και να δεχτούμε πως πρόκειται για τον Διαλιάτση Γεώργιο του Παναγιώτη από το χωριό Ντούσια. Προσθέτουμε ακόμη πως ο οικισμός Ντούσια ή Μετόχι διοικητικά υπαγόταν στην κοινότητα Μάνεσι της Αργολίδας και η μεταξύ τους απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη από δύο χιλιόμετρα.

[28] Αφήγηση Θανάση Δήμα.

[29] Αναφορά του Διοικητή του αστυνομικού σταθμού Πρόνοιας Ναυπλίου προς τον εισαγγελέα εφετών Ναυπλίου.

[30] «Υπό του Υπομοιράρχου κ. Κάβουρα συνελήφθη κρυπτόμενος εις την αγροικίαν εν Χαλέπα (Αργους) Γ. Σελή ο συμμορίτης Διαλιάτσης Χρ.». Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ α.φ. 2135/23-1-1949.

[31] Πληροφορίες από τον Αναστάσιο Θεοδ. Παπαγεωργόπουλο, συγγενή του και κάτοικο Γκέρμπεσι.

[32] Οι φωτό των Βασιλόπουλου Αθ., Δανόπουλου Π. και Μπαβελή Δ. έχουν ληφθεί από το βιβλίο της Ελένης Μπαβελή «Καθρέπτης ψυχής».

[33] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[34] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 222, Άργος, 2019.

[35] Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Θεμέλιο 2010. Τασούλα Βερβενιώτη: «Οι ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Από τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», σελ. 238-258.

[36] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

[37] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949).

[38] Ελένη Μπαβελή, «Καθρέπτης ψυχής», σελ. 84, Άργος 2019. Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2136/31-1-1949.

[39] Εφημερίδα Ναυπλίου ΣΥΝΤΑΓΜΑ αρ. φ. 2135/23-1-1949.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας*

Αθήνα, Ιανουάριος 2020

*Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας.

 

Read Full Post »

«μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

Στα ράφια των βιβλιοπωλείων βρίσκεται το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Το «Κολοκοτρωνέικο» είναι ένα λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο, 256 σελίδων, για το 1821. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη στο οποίο ο συγγραφέας του, Νίκος Πλατής, αφηγείται συναρπαστικές ιστορίες από την περίοδο της Επανάστασης του 1821 με έναν τρόπο πρωτότυπο, βασισμένος σε ιστορικές αλήθειες.

Ο Νίκος Πλατής είναι ο συγγραφέας του περίφημου «Μαύρου λεξικού», του «Μπαχαρικού λεξικού», του «Αθωνικού λεξικού» και άλλων είκοσι περίπου βιβλίων. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1951, όπου ζει και εργάζεται.

 

Οι τέσσερις καπεταναίοι του Μοριά: Κολοκοτρώνης, Γιατράκος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Νικηταράς (Les Quatre Premiers Capitaines de la Moree ο πρωτότυπος τίτλος): Σαν από το θέατρο σκιών θαρρείς βγαλμένοι (και ο Κολοκοτρώνης ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα πορφυρά). από το PUAUX, Rene. Grece, Terre aimee des Dieux, Παρίσι [G. de Maleherbe], MCMXXXII.

 

Το συγγραφέα τον γνώρισα το 2011, όταν μου τηλεφώνησε και μου μίλησε για τις σκέψεις του, προκειμένου να υλοποίηση  τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου. Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα συναντηθήκαμε στα γραφεία της Αργολικής Βιβλιοθήκης και έτσι από το Άργος, ξεκίνησε  να διαμορφώνετε η ιστορία του βιβλίου.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου, «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο».

 

Το βιβλίο, λοιπόν, του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικο», βασισμένο στις λέξεις, στις φράσεις και στις μνήμες που ανασύρει ο γέρος του Μοριά στα απομνημονεύματά του, είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι πραγματικά γεμάτο αποκαλυπτικές λεπτομέρειες και δεκάδες αυτοτελείς μικροϊστορίες, από την ιστορία αλλά και την προϊστορία της Επανάστασης του 1821 στον πυρήνα της, την Πελοπόννησο, αλλά και στα πέριξ, που στηρίζονται σε αξιόπιστες πηγές. Και είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζει κανείς σελίδα σελίδα, με τη σειρά της αρίθμησης, αλλά κυκλικά, δηλαδή ο αναγνώστης μπορεί να ξεκινήσει το διάβασμα απ’ όποια σελίδα θελήσει, πηγαίνοντας μπρος – πίσω με τον τρόπο που θα επιλέξει.

Οι πηγές του είναι πολλές, αξιόπιστες και σημαντικές. Ωστόσο, αν πρέπει να επικεντρωθούμε σε μερικές, θα σταθούμε στις ιστορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821.

Έχουμε τον Φωτάκο, τον Φώτιο Χρυσανθόπουλο, γραμματικό (αγιουτάντε) του Κολοκοτρώνη και συγγραφέα του περίφημου δίτομου  έργου «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», έχουμε τον Νικόλαο Κασομούλη, αλλά έχουμε και τον Μαξίμ Ρεμπό, έναν μηχανικό των κανονιών που μας άφησε φοβερές μαρτυρίες και σπαρταριστά ρεπορτάζ από την καθημερινότητα των πρώτων χρόνων της Επανάστασης. Όλα αυτά διασταυρώνονται με τα λόγια, τη σκέψη, τις φράσεις και τις μνήμες του Κολοκοτρώνη και βγάζουν ένα συμπέρασμα.

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη (1814 ή 1819- 1878), λάδι σε μουσαμά, 29 x 22 εκ. Εθνική Πινακοθήκη. Εκτίθεται στη Σπάρτη, Κουμαντάρειος Πινακοθήκη.

«Ο Κολοκοτρώνης», λέει ο συγγραφέας, σε συνέντευξη του στο περιοδικό Lifo,  «ήταν  άνθρωπος δυναμικός και δραστήριος.  Ήταν στο επάγγελμα ληστοκλέφτης αρχικά, όπως και ο πατέρας του. Κατόπιν ζούσε επαγγελλόμενος τον κάπο, ένα είδος αρχισεκιουριτά της εποχής, επικεφαλής ενός ιδιωτικού στρατού που τον πλήρωναν οι προύχοντες προκειμένου να προστατέψουν την περιουσία τους, το βιος τους, τα πράγματά τους. Μετά δούλεψε ως μισθοφόρος. Ήταν ένας άνθρωπος των όπλων σε όλη του την προεπαναστατική ζωή. Ήταν 51ενος ετών όταν πέρασε στην Επανάσταση. Σίγουρα, βέβαια, ήταν ένας σπουδαίος στρατηγός του κλεφτοπολέμου και κατάφερε να χρησιμοποιήσει όλη την εμπειρία του που είχε αποκτήσει προς όφελος της Επανάστασης, γιατί ήξερε όλα τα κατατόπια, ήξερε το κάθε πέρασμα, ήξερε την κάθε κρυψώνα. Σε αντίθεση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής των παλικαριών του, ο Κολοκοτρώνης δεν το έκανε ποτέ αυτό το πράγμα, ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία κι αγνάντευε τι θα γίνει, προσπαθούσε να καταλάβει από πού θα περάσει ο εχθρός για να τον κλείσει και να κάνει την ανάλογη κίνηση».

 

Και συνεχίζει, μιλώντας για το πώς ξεκίνησε να γράφει το Κολοκοτρωνέικο.

 

«Είχα την Διήγηση των συμβάντων της ελληνικής φυλής», λέει, δηλαδή, «τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, από πολύ παλιά. Την είχα αγοράσει να τη διαβάσω από τη δεκαετία του ’70. Κάθε φορά, όμως, που προσπαθούσα να τη διαβάσω, στη δεύτερη – τρίτη σελίδα σταματούσα. Δεν καταλάβαινα τι έγραφε και θεωρούσα ότι έφταιγε η ανεπάρκειά μου, αυτά που έπρεπε να ξέρω αλλά δεν ήξερα. Στο μεταξύ, μεγάλωσα, εξελίχθηκα στην κατανόηση της άλλης ιστορίας, αλλά πάλι τον Κολοκοτρώνη δεν τον καταλάβαινα. Δεν ξεχωρίζεις στα απομνημονεύματά του την επαναστατική του ζωή από την προηγούμενη. Αναφέρεται σε περιστατικά, σε ονόματα, σε πράγματα που εάν δεν ξέρεις τι ακριβώς έγινε τότε και σ’ εκείνο το συγκεκριμένο γεωγραφικό τμήμα, δεν μπορείς να τον καταλάβεις εύκολα. Έχει, λοιπόν, μια σκηνή όπου τον καταδιώκουν οι Τούρκοι και με την ψυχή στο στόμα καταφέρνει κάποια στιγμή να γλιτώσει. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης φαντάζεται έναν άνθρωπο ο οποίος πολεμάει τους Τούρκους σε όλη του τη ζωή. Όμως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ας πούμε, το γεγονός στο οποίο αναφέρεται είναι ένα περιστατικό που συνέβη στα 1806, όταν το Πατριαρχείο και η Υψηλή Πύλη αποφάσισαν την εξολόθρευση των ληστοκλεφτών. Τον λόγο που το έκαναν χρειάστηκαν κάποια χρόνια αναζητήσεων για να τον μάθω: γιατί ο Κολοκοτρώνης κι ένας φίλος του, ο καπετάν Γιώργας, απήγαγαν ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο της εποχής, έναν πρωτοσύγκελο, τον πρωτοσύγκελο Ανδριανόπουλο, προεστό των Γαργαλιάνων και ισχυρό φίλο του Διοικητή της Πελοποννήσου Οσμάν Πασά, τον οποίο καταεξευτέλισαν. Αυτός ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, και ήταν αυτός που συνέλεγε τους φόρους στην Πελοπόννησο.  Όταν δόθηκαν τα λύτρα και γύρισε στο πατριαρχείο, κίνησε γη και ουρανό για να εκδικηθεί. Έτσι ξεπαστρεύτηκε η κλεφτουριά, από την μήνιν του πρωτοσύγκελου Ανδριανόπουλου».

 

Μια ακινητοποιημένη σκηνή στο παρελθόν του Ελληνισμού (δίκην φωτογραφικού ενσταντανέ: Ρωμιοί προύχοντες στα χρόνια του Κολοκοτρώνη, ενώ συνεδριάζουν. Συμβούλιο γενικών επιστατών (Council – Generaral of the epistates), σύμφωνα με τον επεξηγηματικό τίτλο του εκδότη της γκραβούρας. «Τουρκογέροντες» με όλα τα ντεσού (φέσια, οντάδες, λουλάδες, πέρσικες γενειάδες και φορέματα λουκ Δαρείου), κατά τη φωτογραφική μαρτυρία της εικόνας. Συλλογή του συγγραφέα.

 

Το Κολοκοτρωνέικο είναι ένα βιβλίο αναφοράς, όπου δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει πράγματα και θάματα, όσα πρέπει να ξέρει όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα και ουσιαστικότερα από αυτά τα στερεότυπα που λένε τα σχολικά εγχειρίδια. Αποτελείται από δεκάδες, εκατοντάδες μικροϊστορίες. Έχει καταπληκτική εικονογράφηση, με εικόνες που δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αισθανθεί κάτι από την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν τότε, εικόνες οι οποίες είναι φτιαγμένες από περιηγητές, από επαγγελματίες ζωγράφους ρεπόρτερ που ειδικεύονταν στην τοπιογραφία και στα ρεπορτάζ καθημερινότητας.

Έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι ρούχα φορούσαν οι προγεννήτορές μας, να δούμε πηγαδάκια κουτσομπολιού, μια καθημερινότητα των προ-προ-προπαππούδων μας και των προ-προ-προγιαγιάδων μας.

 

Πορτραίτο του Μάρκου Μπότσαρη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1874. Έργο του Jean-Léon Gérôme (French, 1824-1904).

 

«Στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες του Κολοκοτρώνη χωρίς την περικεφαλαία, από ζωγράφους της εποχής. Δεν φορούσε περικεφαλαία όσο ζούσε. Γιατί και πότε του τη φόρεσαν; Και γιατί όλα τα γλυπτά τον δείχνουν με περικεφαλαία;

Αυτό έγινε μετά τον θάνατό του, στα 1884, όταν οι Ναυπλιώτες αποφάσισαν να τιμήσουν τον ήρωα και να φτιάξουν ένα γλυπτό. Το παρήγγειλαν σε έναν επιφανή Έλληνα γλύπτη, τον Λάζαρο Σώχο, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι, και μετά τα σχετικά παζάρια πήρε ένα τεράστιο ποσό και ξεκίνησε η δουλειά.  Όταν είδαν ότι πάει να κάνει μια τυπική αρβανιτόφατσα με το ξυρισμένο κρανίο και την αλογοουρά, αντέδρασαν και του είπαν «κοίταξε να δεις, εμείς δεν θέλουμε έναν τέτοιον Κολοκοτρώνη» και τον υποχρέωσαν να του βάλει περικεφαλαία.

Ο δε γλύπτης έκανε ό,τι του ζήτησαν, αλλά άφησε ένα αποκαλυπτικό σημείωμα μέσα στην περικεφαλαία, που βρέθηκε και διαβάστηκε πολύ αργότερα, στις μέρες μας, όταν το γλυπτό πήγε για συντήρηση το 2002.

Ωστόσο, αυτή η εικόνα ήρθε κι έδεσε με το εν γένει λαϊκό αφήγημα, το ιστορικό αφήγημα του ’21, και είναι αυτή που έχει ο καθένας μας για τον Κολοκοτρώνη».

 

Ο Κολοκοτρώνης στην πραγματικότητα (και χωρίς περικεφαλαία): Κάπως έτσι ήταν ο Κολοκοτρώνης στα χρόνια της Επανάστασης. Έτσι τουλάχιστον τον απεικόνισαν οι δύο ζωγράφοι που τον γνώρισαν από κοντά: Adam Friedel (το έτος 1824) και ο Giovanni Bozzi (έναν χρόνο αργότερα, το 1825). Λιθογραφίες.

 

«Ένα άλλο σημείο που αναδεικνύει το βιβλίο είναι ο πραγματικός εμφύλιος που γινόταν προεπαναστατικά μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων. Όλοι αυτοί οι οπλαρχηγοί, αρματολοί, κάποι και άλλοι, όταν δεν είχαν δουλειά, όταν δεν λήστευαν στα βουνά και δεν μάζευαν τους φόρους για λογαριασμό του σουλτάνου, δούλευαν στον στρατό των Βενετσιάνων, των Άγγλων, των Γάλλων, των Ρώσων, ως μισθοφόροι. Και ποιους πολεμούσαν; Μεταξύ τους πολεμούσαν! Ούτε αυτό είναι κάτι που έχει φωτιστεί, που έχει επισημανθεί».

Και η Επανάσταση από ποιους έγινε; «Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι και τον 17ο αιώνα, που άρχισε να παρακμάζει, ήταν μία ιδιαίτερα ανεκτική αυτοκρατορία. Καθένας μπορούσε να πιστεύει σε όποιον θεό ήθελε, και επιπλέον δεν υπήρχε η έννοια του δουλοπάροικου. Την ίδια εποχή η Ευρώπη ζούσε τον μεσαίωνα, κι ο αγρότης πήγαινε μαζί με το αγρόκτημα. Αγόραζε κάποιος το αγρόκτημα και μαζί με αυτό έπαιρνε και το χωριό και τους κατοίκους. Φοβερό πράγμα! Επειδή όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία πολεμιστών, ζούσε από τις λείες, όταν αυτές σταμάτησαν, γιατί δεν μπορούσαν πια να νικούν, μετά τη Βιέννη π.χ., άρχισαν να αδειάζουν τα ταμεία. Έχοντας συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής τρυφηλό, ως εκ τούτου απίστευτα δαπανηρό, χρειάζονταν χρήματα. Έτσι, έκαναν αυτό που είχαν κάνει και οι Βυζαντινοί παλιότερα, όταν είχαν αρχίσει να παρακμάζουν: προπώλησαν τους φόρους, τους οποίους αγόρασαν οι τοπικοί πρόκριτοι, που έδιναν προκαταβολικά στην Υψηλή Πύλη, στον σουλτάνο, τα χρήματα που ήθελε, κι εκείνοι έπαιρναν το δικαίωμα να τα εισπράξουν μόνοι τους. Και τα εισέπρατταν με το παραπάνω. Άρχισαν, λοιπόν, να δυναμώνουν οι τοπικοί άρχοντες και σιγά σιγά αγόραζαν κι άλλη γη, κι άλλη γη, και με τον τρόπο τους και με το αδίστακτο της όρεξής τους έφεραν και στον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα. Ξαφνικά μπορούσε ένας Ρωμιός γαιοκτήμονας να έχει στην ιδιοκτησία του και 100 ή και 200 χωριά, μεγάλα σαν σημερινές κωμοπόλεις. Τότε έγινε αβάσταχτη η ζωή και στην πραγματικότητα αυτή είναι η «βαριά τουρκιά» που περιγράφουν οι ιστορίες των σχολικών εγχειριδίων…»

 

Λέγεται πως ο Κεχαγιάμπεης έχασε τον πόλεμο για τα μάτια μιας χανούμισσας που γνώρισε στο χαμάμ της Τριπολιτζάς. Ομαδικό ζωγραφικό πορτρέτο διά χειρός Jean-Leon Gerome (1824-1904).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στον τόπο μας, το Άργος και το Ναύπλιο.

 

Άργος


 

Άργος, το (Ιστ. Γεωγρ.): Πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Η Λάρισα της Πελοποννήσου (από κλιματολογικής απόψεως)! Ζεστό μέρος. Πάνω στον κάμπο της Αργολίδας. Όταν το επισκέφθηκε ο Άγγλος αρχαιολόγος (και τοπογράφος) William Gell, στα 1801, αριθμούσε περί τις 4.000 ψυχές (μόνιμους κατοίκους), τα περισσότερα σπίτια του ήσαν μονώροφα και οι δρόμοι του ευθύγραμμοι: «Ανάμεσά τους πρόβαλλαν επιβλητικά οι κατοικίες των αρχόντων τριγυρισμένες από κήπους. […] Η πολιτεία αναπτυσσόταν σταθερά. Καινούργιες οικοδομές χτίζονταν με γοργό ρυθμό. Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προστατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συγκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τον ακέραιο χαρακτήρα του. Για να κυκλοφορήσει ο ξένος στην πόλη έπρεπε να συνοδεύεται από γενίτσαρο γιατί τα παιδιά ήταν πολύ ενοχλητικά».  (Ξεν. Ταξ., τ. Γι, σ. 122). Τα ίδια είδε κι έπαθε και ο Chateaubriand από το παιδομάνι στον Μυστρά ένα έτος αργότερα.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

Ιστορική πόλη το Άργος, η ιστορία του χάνεται στα αχανή βάθη της προϊστορίας και της μυ­θολογίας. Σημαντικός ο ιστορικός ρόλος του στο ’21: Εδώ ήταν οπλαρχηγός ο Τζόκρης. Απ’ εδώ ξεκίνησε η πρώτη Εθνο­συνέλευση (για να ολοκληρωθεί εντέλει στην Επίδαυρο): «[…] την 1η Δεκεμβρίου 1821 έγινε στο Άργος μια δήθεν εθνο­συνέλευση με εικοσιτέσσερα μέλη, που σχεδόν όλα ήταν προεστοί του Μοριά. Πρόεδρος της Συνέλευσης έγινε ο Υψηλάντης, αλλά αηδιασμένος με τις ραδι­ουργίες των μελών της έφυγε για την Κόρινθο, με σκοπό να οργανώσει την πολιορκία του κάστρου». (Ντέικιν, σ. 117)

Εδώ, στο Άργος, πρωτοσυναντήθηκε ο Κολοκοτρώνης με τον Μαυροκορδάτο, όπως διαβάζουμε στα απομνημονεύματα του πρώ­του: «Ο Μαυροκορδάτος, με τον υιόν τού Καρατζα, ηλθον εις την Πάτρα, εστάθηκαν εκεί μερικόν καιρό, επειτα ο Μαυροκορδάτος ήλθε και πρωτοανταμώσαμεν εΐς το Άργος. Αφού επεστρέψαμεν εις το Άργος, εμαζεύθησαν όλοι οι Άρχοντες και από διαφόρους επαρχίες και νησια της Ελλάδος». (Διήγ.)

Εδώ, σ’ αυτή την πόλη, στα 1820 κατοικούσαν περί τις 10.000 ψυχές (οι περισσότεροι Έλ­ληνες, αλλά και καμιά πεντακοσαριά Τούρκοι), μέχρι την έλευση του Κεχαγιά: «Τα ελληνικά σπίτια του Άργους, όλα μικρά και χαμηλά, είχαν γίνει στάχτη από τον Κεχαγιάμπεη. […] Τα τούρκικα σπίτια είχαν σωθεί όλα. Ήταν επιβλη­τικά, καλοχτισμένα, ευρύχωρα κι όλα απομονωμένα με ψηλούς τοίχους. Κάθε σπίτι είχε ένα ή περισσότερα πηγάδια, κήπο με ξυνά και παράσπιτα». (Σιμόπ.)

Εδώ, στα περίχωρα του Άργους, κατα­γράφεται μια καραμπινάτη ήττα των Γραικών, (ο λόγος για τη «μάχη» στον ξεροπόταμο Ξεριά, που σκοτώθηκαν (σφάχτηκαν) από το ιπ­πικό του Κεχαγιάμπεη πολλοί Αργίτες, Σπε­τσιώτες και Κρανιδιώτες επαναστατημένοι, αλλά και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας), που ξεκίνησε από τον πανικό ενός καλόγηρου και κατέληξε (τι περίερ­γο!) οξύ ανακουφιστικό συναίσθημα του προκρίτου Δεληγιάννη. [Σε μια λοξοδρομισμένη, κρυπτογραφημένη επιστολή του Νικολάου Δεληγιάννη, η οποία γράφτηκε από το στρατόπεδο και απευθυνόταν στον αδελφό του Κανέλλο, ήταν γραμμένα τα εξής: «Ηττήθημεν. Ας εχει δόξαν ο Θεός! Αλλως αν ένικωμεν ο Δήμος εγίνετο βασιλεύς»· το παρεγκώμιο «Δήμος» το συνήθιζαν στις κουβέντες τους οι Δεληγιανναίοι όταν μιλούσαν για τον Κολοκοτρώνη, «παρομοιάζοντάς τον με έναν συμπα­τριώτη τους αλήτη, που είχε το ίδιο όνομα»]. (Παπαγ.)

Εδώ, στο Άργος, βρισκόταν, όπως προείπαμε, και ο έτερος Υψηλάντης (ο Δημήτριος) όταν κατέφθασαν τα πικρά νέα από την παρίστρια (η ευρισκόμενη παρά τον Ίστρον «Δούναβη», παραδουνάβια ηγεμονία), που ξεσήκωσε ανέλπιδα ο συνεπώνυμος αδελφός του Αλέξανδρος: «Το Άργος ήταν κατάμεστο από στρατιώτες. Τραγούδια θορυβώδη ακούγονταν παντού. Βρήκε τον Υψηλάντη θλιμμένο και σκε­φτικό. Είχαν φθάσει τα τραγικά νέα από τη Βλαχία κι’ ανησυχούσε για τη δική του τύχη, την επιβολή και το κύρος του». (πρ. π.)

Εδώ, στο Άργος, και το καφε­νείο που μαρτυρεί ο Ρεμπό, αυτόπτης μάρτυρας ενός φρικαλέου επεισοδίου πα­ραδειγματισμού με την ιδιόχειρη… υπο­γραφή του Σταματελόπουλου: «Μια μέ­ρα, ενώ βρισκόταν  σε καφενείο του Άρ­γους, του έφεραν ένα στρατιώτη του, που είχε δημιουργήσει σκάνδαλα στην πόλη. Τον ανέκρινε μπροστά στον κόσμο και όταν βεβαιώθηκε για τις άνομες πράξεις του, άπλωσε, ήσυχα – ήσυχα, το αριστερό του χέρι, άδραξε το στρατιώτη από τα μαλλιά και με το δεξί, τραβώντας το γιαταγάνι από το σιλάχι, του έκοψε το κεφάλι μ’ ένα χτύπημα. Όλοι γύρω μαρ­μάρωσαν […]». (πρ. π.)

Ως εδώ ακούγονταν οι κανονιές της πολιορκίας του Αναπλιού, τα έντεκα χιλιόμετρα που χωρίζουν το Άργος από το Ναύπλιο δεν λειτούργησαν καθόλου ηχομονωτικά, με κάθε κανονιά που έπεφτε, οι Αργίτες έκαναν και μιαν ευχή (την ίδια πάντα).

Εδώ, στο αρχαίο θέατρο, έγινε η τέταρτη Εθνοσυνέλευση, ήταν παρών και ο Καποδίστριας (πώς θα μπορούσε άλλωστε να λείπει, αφού αυτός ήταν ο αρχηγός όλων).

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Εδώ, στο Άργος, άρχισε να γρά­φει τα απομνημονεύματά του ο «στρα­τηγός» Μακρυγιάννης· φρούραρχος της πόλης που ποτέ δεν συμπάθησε, με μια έκδηλη αντιπάθεια προς τους Αργείους (εδώ και το σπίτι του, ό,τι απέμεινε δη­λαδή: γκρεμίδια και μια τεράστια αγριο­συκιά για την ακρίβεια, η πόλη του Άρ­γους τον απέρριψε, όπως κι αυτός αυτή).

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά απ’ εδώ, από την πόλη του Άργους, ξεκίνησα το αναδρομικό ιστορικό ρεπορτάζ για το Κολοκοτρωνέικο. Ο Κολοκοτρώνης ανα­φέρεται σ’ αυτό (στο Άργος δηλαδή) κάμποσες φορές, εγώ στάθηκα σε τούτη δω την αναφορά του, που μαρτυρεί την παρουσία του Καραϊσκάκη και του Τζαβέλα, συνδυασμένη τρόπον τινά και με τις αργίτικες σταφίδες: «Άφηκα αντι­πρόσωπόν μου εις αύτο το στράτευμα τον Γεωργάκη Γιατράκο, και εγώ έπηρα 50 νομάτους και έπηγα εις το Άργος. Έκει εστειλα εις το Ναύπλιον και ήλθε εις το Άργος ο Καραϊσκάκης, Τζαβέλας και λοιποί. Ο Κώστας Μπότσαρης και μερικοί άλλοι τους κράτησε ο Ζαΐμης και τους εκαμε να μην έλθουν να ένωθοϋμεν τα στρατεύματα. Οι σταφίδες εκόντευαν να γενουν· ο Γιάννης και ο Παναγιώτης Νοταράδες άρχισαν να τρώγουνται». Βλ. λ. Οι Μανιάτες έγδυσαν το Άργος.

 

Ναύπλιο


 

Ναύπλιο, το (Ιστ. Γεωγρ.): Έτσι «γράφει» συνήθως το Ανάπλι, ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του· η αλήθεια είναι πάντως πως «χρησιμοποιεί» και τις δύο λέξεις (Ναύπλιο και Ανάπλι) ταυτόχρονα στα απομνημονεύματά του, στην ίδια πρόταση μάλιστα ενίοτε: «Μου γράφουν από την  Τριπολιτζά να γυρίσω οπίσω, διότι η Πάτρα τελειώνει. “Να γυρίσεις οπίσω να πάμε στο Ναύπλιο”. Εγύρισα με τα στρατεύματα που είχα συνάξει. Πηγαινάμενος εις την Τριπολιτζά, εστείλαμε ένα γράμμα, να ιδούμε τι κάνουν εις το Ανάπλι». (Διήγ.)

 

karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Όταν το επισκέφθηκε στα 1801 ο Άγγλος αρχαιολόγος William Gell, λειτουργούσαν στο Ναύπλιο δύο δημόσια λουτρά, για το ένα δε από αυτά μας δίνει και τη σχετική περιγραφή: «[…] Κι’ ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. Ύστερα φέρνουν μια λεκάνη γεμάτη σαπουνάδα κι’ ο λουτράρης σε τρίβει με βούρτσα από κάποιο ανατολίτικο φυτό. Όταν τελειώσει αυτή η διαδικασία σ’ αφήνει μόνο μ’ ένα κύπελλο να ρίχνεις πάνω σου ζεστό ή κρύο νερό από τις δύο μαρμαρένιες γούρνες που βρίσκονται πλάι σου. Έπειτα χτυπάς παλαμάκια κι’ ο υπηρέτης σου φέρνει ένα καθαρό μπαμπακερό ρούχο που το δένεις στη μέση σου κι’ ένα τουρμπάνι για το κεφάλι.

Ύστερα σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς ν’ αφήσεις τα λεφτά σου στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές». (Ξεν. Ταξ., τ. Γ1, σ. 123)

 

Βρύση στο Ναύπλιο, Peter von Hess, λάδι σε ξύλο, 1839

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επιτόπιο ρεπορτάζ του Henry Post, (για την ακρίβεια, η αναφορά του προς το φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστόνης), που «επισκέφθηκε» το Ναύπλιο στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1827, επί των ημερών του μιαρού τυραννίσκου Γρίβα:

«Είδαμε μια σκηνή δυστυχίας και αθλιότητας που οι ευνοημένοι κάτοικοι της ευτυχισμένης χώρας μας δεν μπορούν να φαντασθούν. Εκατοντάδες εξαθλιωμένα πλάσματα, με λιμασμένη όψη και κουρελιασμένα ρούχα, είχαν κατασκηνώσει σε καλύβες από καλάμια και μας εκλιπαρούσαν, καθώς περνούσαμε ανάμεσά τους, με απλωμένα χέρια και ικευτικά βλέμματα, να λυπηθούμε την απελπιστική κατάστασή τους. Η συμπάθειά μου κορυφώθηκε όταν έμαθα ότι πολλοί απ’ αυτούς υπήρξαν από τους πλουσιότερους και πιο σεβαστούς Έλληνες, ότι εγκατέλειψαν την ερημωμένη γη τους και τα καμμένα σπίτια τους και τώρα αγωνίζονται να κρατηθούν στη ζωή με μέσα που θα συγκλόνιζαν κάθε ανθρώπινη ψυχή. […] Η πόλη, είπαν, υποφέρει πολύ από έλλειψη ψωμιού – οι στρατιώτες γογγύζουν και αρχίζουν τις αρπαγές και οι κάτοικοι φοβούνται μήπως από στιγμή σε στιγμή καταφθάσει άλλο μήνυμα του Γρίβα, όπως εκείνα που έχουν λάβει στο παρελθόν. “Γιατί συνήθιζε να επιβάλει στην πόλη αναγκαστική εισφορά κάθε φορά που αντιμετώπιζε εξάντληση των αποθεμάτων και να βομβαρδίζει σπίτια από το κάστρο αν δεν έσπευδαν οι κάτοικοι να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις του” […]». (Σιμόπ., τ. 5, σ. 358-359). Συνών.: Νάπλι.

 

Το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» μπορεί να αποτελέσει ένα θαυμάσιο δώρο, για τις γιορτινές μέρες που έρχονται. 

 

Τάσος Τσάγκος

Επιμελητής εκδόσεων

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

Η μάχη στο Άργος (24 Απριλίου 1821) με τον Κεχαγιάμπεη, η εμπλοκή στη Μονή Κατακεκρυμμένης και ο Παπαρσένης Κρέστας – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Ιστορική συνοπτική αφήγηση της μάχης και των συναφών γεγονότων

 

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφάς ερχόμενος από την Ήπειρο στάλθηκε στο Άργος και στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πο­λιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25η Απριλίου 1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη του Άργους, άλλοι στη θέση των Μύλων του Κεφαλαρίου και ο με­γαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους της περιοχής και έτσι σώθηκαν [1]. Ο ακαταπόνητος Παπαρσένης ή Παπα-Αρσένιος [2] Κρέστας με Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες, Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά [3]. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα [4].

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Στην μάχη αυτή παρά τον χείμαρρο Ξεριά, σώμα Σπετσιωτών πολεμιστών με αρχηγό τον γιό της Μπουμπουλίνας Γιάννο Γιάννουζα, αντιστάθηκε στις δύο και πλέον χιλιάδες Οθωμανούς με επικεφαλής τον Βελή-μπέη, απεσταλμένο τότε του Χουρσίτ πασά της Τρίπολης, με εντολή την εκκαθάριση της Αργολίδας και των γύρω περιοχών από τους επαναστατημένους Έλληνες. Η μάχη ήταν δύσκολη και επικίνδυνη. Εκεί, έπεσε ως αληθινός ήρωας ο γιός της Μπουμπουλίνας, που όρμησε πεζός πάνω στον έφιππο Βελή-μπέη, τον έριξε κάτω από το άλογό του και τον τραυμάτισε με το σπαθί του θανάσιμα. Εχθρική όμως, σφαίρα εκείνη τη στιγμή, τον κτύπησε και έπεσε νεκρός [5].

Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης [6] πλησίον του Άργους, μαζί με τον Παπαρσένη τον πολέμαρχο της πολιορκίας Ναυπλίου και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Παπα-Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών τη νύκτα, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού. Οι άοπλοι, όμως, επειδή δεν μπορούσαν να αντιδράσουν, υπετάγησαν στον Κεχαγιά, που τους χάρισε αμνηστεία [7]. Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και, αφού ενίσχυσε τη φρουρά με 300 άνδρες και εφόδιασε αυτή με τροφές, έλυσε την πολιορ­κία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά και ανέβηκε στην Τρίπολη [8].

 

Επιβεβαίωση των συμβάντων στο Άργος και τη Μονή Κατακε­κρυμμένης από τις ιστορικές πηγές και μαρτυρίες

 

Το Ναύπλιο με τα κάστρα του, ήταν μια σπουδαία και σημαντική πόλη στην Αργολίδα για του Τούρκους και η πολιορκία από τους Έλληνες ήταν αφόρητη χωρίς να αποκλείεται να καταληφθεί κάποια στιγμή από τις Ελληνικές δυνάμεις. Από την άλλη μεριά στην Τρίπολη οι εξελίξεις δεν και τόσο καλές για τους Τούρκους. Μπροστά σ’ αυτή τη διαμορφωμένη κατάσταση έσπευσε να βοηθήσει ο Κεχαγιάμπεης και να διαλύσει τις απρόβλεπτες δυσκολίες του κεντρικής έδρας του Πασά της Πελοποννήσου στην Τρίπολη, εκεί όπου είχαν συγκεντρωθεί και αποκλειστεί οι σπουδαιότεροι παράγοντες των Τούρκων. Έτσι λοιπόν, έφθασε και στρατοπέδευσε στις 24 Απριλίου 1821 στο Κουτσοπόδι Άργους ο Κεχαγιάμπεης, με σκοπό να προχωρήσει προς τα ορεινά της Τριπόλεως. Εκεί πληροφορήθηκε ότι στα πρόθυρα του Άργους είχαν στήσει ενέδρα, οχυρωμένοι πίσω από το προφυλακτήριο τείχος του χειμάρρου Ξηριά ή Ξεριά, Ελληνικές δυνάμεις με ένοπλους Αργείους και Κρανιδιώτες υπό τη διοίκηση του Παπαρσένη Κρέστα και του γιου τής Μπουμπουλίνας, για να εμποδίσουν την πορεία του προς την Τρίπολη. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα και δημιούργησαν μια νέα κατάσταση.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι ο Κεχαγιάμπεης απέστειλε διαταγές στους παρευρισκόμενους κατοίκους του Άργους και τους ζητούσε υποταγή και ευπείθεια αποθέτοντας τα όπλα, υποσχόμενος όχι μόνο αμνηστία αλλά και επωφελή πράγματα γι’ αυτούς. Οι Έλληνες παρότι βρίσκονταν σε δυσχερή θέση, δεν δείλιασαν και κατέλαβαν κάποιες αμυντικές θέσεις για να αντιμετωπίσουν το Οθωμανι­κό στράτευμα. Ο Παπαρσένης με τα 80 παλικάρια του ταμπουρώθηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης πάνω από το Άργος. Μετά την επίθεση του Κεχαγιάμπεη, τα τέσερα στρατιωτικά τμήματα διεσκορπίστηκαν και υπέστησαν μεγάλα πλήγματα, ενώ ο Παπα-Αρσένιος ο Κρανιδιώτης μαζί με τα 80 άτομα την 29η Απριλίου ξέφυγαν, και κατά τον Α. Φραντζή «την αυτήν νύκτα ξιφήρεις εδραπέτευσαν έμπροσθεν από 4.000 περίπου Οθωμανούς» από το Μοναστήρι [9].

Σε άλλο σημείο προγενεστέρως ο Φραντζής σημειώνει για την προετοιμασία της άμυνας του Παπαρσένη στον Ξηριά: «Στρατολογήσαντες δε…(συναθροίστηκαν) 600 περίπου Κρανιδιώται, Καστρίται (Ερμιόνιοι) και τινες εξ όλων των κωμών του Κάτω Ναχαγέ, επί κεφαλής…έχοντες τον ατρόμητον Παπα-Αρσένιον Κρανιδιώτην…» [10].

Ο Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει ότι οι Αργείοι με Κρανιδιώτες υπό τον Πα­παρσένη Κρέστα και Σπετσιώτες στις 25 Απριλίου τοποθετήθηκαν πίσω από το χαμηλό τείχο του χειμάρρου Ξηριά για να αντιμετωπίσουν τις ορδές των Οθω­μανών του Κεχαγιάμπεη. Μόλις πλησίασε ο Κεχαγιάς διαίρεσε τον στρατό σε τρία τμήματα, δύο με τους ιππείς και ένα με πεζούς. «Κατά της ορμής των πε­ζών ανθείξαν οι Έλληνες, διαπρέψαντος του Κρέστα». Οι άλλοι οπισθοχώρησαν και διαλύθηκαν. Ένα μέρος των οπλοφόρων μετά του Κρέστα εκλείσθησαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. «Νυκτός δε γενομένης, ο μεν Κρέστας μετά των περί αυτόν εξήλθε επιτηδείως, φυγών εις την Λερναίαν λίμνην» [11].

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης τονίζει ότι μετά την εισβολή του Κεχαγιάμπεη στο Άργος, «Ο Παπαρσένιος φεύγων ωσαύτως ανέβη εις το Μοναστήριον. Οι δε Τούρκοι τους επολιόρκησαν». Μετά την επίθεση των Οθωμανών και τον όλεθρο «ο Παπαρσένιος έφυγε την νύκτα με οκτώ παλικάρια από το Μοναστήριον, και εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχον Τούρκοι» [12].

Ο Σπυρίδων Τρικούπης πρωθυπουργός και ιστοριογράφος της Ελληνικής Επανάστασης, γράφει ότι οι Έλληνες βιάστηκαν να αντιμετωπίσουν τον Κεχα­γιάμπεη στον Ξηριά του Άργους, υπέστησαν μεγάλα πλήγματα από τους ιππείς του, που κύκλωσαν κάποιες στρατιωτικές ομάδες των Ελλήνων. Τότε σκότωσαν αρκετούς Έλληνες και μαζί μ’ αυτούς τον γιο της Μπουμπουλίνας. Κάποιοι από τους Έλληνες είχαν καταφύγει στη Μονή Κατακεκρυμμένης Άργους, όπου αντιστάθηκαν τρεις ημέρες. Ένας από τους έγκλειστους ήταν και «ο Κρανιδιώτης Παπα-Αρσένιος, ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης, όστις, παρευρεθείς εν τη, προλαβούση, μάχη, κατά το τείχος, τόσον διέπρεψεν, ώστε ο Κεχαγιάς επαναλαβών τας προτάσεις του, επέμενε να εξαιρεθεί μόνος αυτός της γενικής αμνηστείας». Ο Παπαρσένης, όταν είδε ότι ήταν αδύνατο να αντέξουν οι έγκλειστοι τη δίψα «…την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους μύλους (Λέρνης)». [13]

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Ο Διονύσιος Κόκκινος, Ο Ακαδημαϊκός, ιστορικός και συγγραφέας αναφέρει ότι, μόλις πληροφορήθηκαν οι πολιορκούντες το Ναύπλιο Έλληνες την προσέγγιση του Κεχαγιάμπεη στο Άργος εγκατέλειψαν την πολιορκία και έτρεξαν να βοηθήσουν. Τότε, ο Τσώκρης με 600 Αργείους κατέλαβε τις υπεράνω του Άργους θέσεις της Μονής Κατακεκρυμμένης, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος με τους Κρανιδιώτες και ο Γιάννος Γιάννουζας με τους Σπετσιώτες κατέλαβαν μία αντιπλημμυρική μάνδρα του χειμάρρου Ξηριά, για να αποκρούσουν τον εχθρό. Ο Τούρκος στρατηγός ανέπτυξε το στράτευμα με το πεζικό στο κέντρο και το ιππικό στα δύο άκρα, και επιτέθηκε. Η μάχη έγινε στήθος με στήθος και μέσα σ’ αυτήν την αναστάτωση σκοτώθηκε ο γιος της Μπουμπουλίνας Γιάννουζας. Πολλά γυναικόπαιδα και η ομάδα του Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη κλείστηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. Μερικοί Κρανιδιώτες και Ερμιονίτες ένοπλοι κράτησαν την άμυνα της Μονής τρεις ημέρες. Ο Κεχαγιάμπεης πρότεινε δελεαστικούς όρους για την παράδοση της Μονής, αλλά απαίτησε την παράδοση του Παπαρσένη, γιατί τού είχε προκαλέσει μεγάλη φθορά στη μάχη του Ξηριά. Ο γενναίος Αρχιμανδρίτης την ίδια νύκτα, με ολίγους άνδρες μαζί του διέφυγε με το σπαθί στο χέρι δια μέσου των γραμμών των πολιορκούντων και πήγε στους Μύλους. [14]

Ο Μιχαήλ Οικονόμου από τη Δημητσάνα (ειδικός Γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη) στα «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας σημειώνει ότι ο Κεχαγιάμπεης έφθασε στο Άργος την 27η Απριλίου και στην πόλη εκείνη συνάντησε κάποια αντίσταση στο χείμαρρο Ξηριά ή Πανίτσα, «παρά την κοίτην του οποίου εις την υπώρεια υπήρχε τοίχος (τείχος) προς εμπόδιον της εν πολυομβρίαις πλημμύρας αυ­τού…». Όπισθεν του τείχους στάθηκαν να πολεμήσουν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες (Αργείοι, Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες και άλλοι), αλλά οι εχθρικές δυνάμεις τούς διέλυσαν, φόνευσαν πολλούς και σκότωσαν τον γιο της Μπουμπουλίνας. Ο Κεχαγιάμπεης, τη μόνη δυσκολία, που αντιμετώπισε ήταν στους οχυρωμένους αγωνιστές στη Μονή Κατακεκρυμμένης, που αντιστάθηκαν για δύο ημέρες, «εν οίς ο εκ Κρανιδίου γενναίος Παπα-Αρσένιος, όστις νυκτός εξελθών εσώθη εις Μύλους.. .». [15]

Ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», γράφει για τη μάχη στο Άργος και τη δυναμική αντίσταση τού Παπαρσένη και των άλλων καπεταναίων στον χείμαρρο Ξηριά, τη διάλυση των Ελληνικών δυνάμεων και τον εγκλεισμό του Παπαρσένη στη Μονή Κατακεκρυμμένη. Σε κάποιο σημείο λέγει: «Ο Μουσταφά Κεχαγιάς μαθών, ότι ο ήρως Παπα – Αρσένης ήτο ο καπετάνιος του Κρανιδίου και ο πολιορκητής του Ναυπλίου, εν­δυνάμωσε την πολιορκίαν του μοναστηριού, και προήγγειλε να έβγη, έξω και να παραδοθή. Βλέπων ο Παπάς (Αρσένιος) ότι το μοναστήριον ήτον δυσβάστακτον… εβγαίνει έξω του μοναστηριού κρατών γυμνή την σπάθην εις τας χείρας του, διασχίζει την πολιορκίαν…» και σώθηκε. [16]

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης, οπλαρχηγός και Γερουσιαστής από την επαρχία Τριφυλίας στο έργο του «Ιστορικαί Αλήθειαι» περιγράφει ακροθιγώς «…την πεισματώδην (τρίωρη) μάχην του Κεχαγιά Μπέη προ 1.500 Αργείους και Ερμιονείς (Κρανιδιώτες) υπό τους οπλαρχηγούς Δημήτριον Τσώκρην και Παπαρσένιον…». [17]

 

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

 

Μελετώντας τις ιστορικές αναφορές των απομνημονευματογράφων και ιστοριογράφων της Ελληνικής Επανάστασης για το συγκεκριμένο γεγονός στο Άργος με τον Καχαγιάμπεη στις 25 Απριλίου 1821 αποκαλύπτεται ξεκάθαρα η δυναμική, γενναία και ηγετική προσωπικότητα του Κρανιδιώτη Παπα-Αρσένη Κρέστα, ενός καλού ιερωμένου, με αγάπη Χριστοκεντρική αλλά και πατριωτική, χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλία.

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770-1822). Προσωπογραφία ευρισκόμενη στην Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης. Έγχρωμη κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, «Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας».

Εάν σταχυολογήσουμε τους επίλεκτους χαρακτηρισμούς και τις εκφράσεις, που σκιαγραφούν και αποτυπώνουν την προσωπικότητα του Παπαρσένη στη προαναφερόμενη μάχη, θα συγκεντρώσουμε για τον ίδιο τις παρακάτω λέ­ξεις: «ατρόμητον», «διαπρέψαντος του Κρέστα», (διαπρέπω= διακρίνομαι, έχω μεγάλη επιτυχία), «εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχαν Τούρκοι» (κατόρθωσαν να γλυτώσουν από ενέδρα – σώθηκαν), «ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης», «τόσον διέπρεψεν» (είχε μεγάλη επιτυχία), «εξήλθεν της Μονής ξιφήρης» (αυτός που φέρει ξίφος και είναι έτοιμος για επίθεση), «ο γενναίος Παπαρσένης», «διέφυγε με το σπαθί στο χέρι διά μέσου των γραμμών», «Καπετά­νιος του Κρανιδίου και πολιορκητής του Ναυπλίου».

Όλο αυτό το χαρακτηριστικό ιστορικό υλικό μάς παραπέμπει στον Έλληνα πατριώτη και αγωνιστή, που εμπνέεται από τη γνήσια και ζέουσα φιλοπατρία και την απέραντη αγάπη για την Ελευθερία, καθώς ο Όμηρος λέγει ότι «ουδέν γλύκιον πατρίδος» (τίποτα δεν είναι πιο γλυκό από την πατρίδα).

Ο Παπαρσένης όντας «πεπαιδευμένος και λόγιος» αλλά και «ένας ενάρετος κληρικός», κατά τον Κολοκοτρώνη, πίστευε με θέρμη και απέδειξε εμπράκτως ότι «μπροστά για την πατρίδα υποχωρεί κάθε άλλο καθήκον». Γαλουχημένος με αυτές τις αξίες ο Παπαρσένης αγωνίστηκε στη μάχη του Ξηριά στο Άργος, όντας ρεαλιστής κληρικός, που διέβλεπε πως η Ελληνική Παλιγγενεσία θα έλθει από τα ηρωικά τολμήματα και χωρίς να φοβάται το μαρτύριο και την τελική πτώση στα πεδία των μαχών. Για τούτο στις ώρες του μεγάλου Αγώνα ζώστηκε τα άρματα και έγινε μπροστάρης στην ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού. Μάλιστα, στην άνιση μάχη των ταπεινωμένων Ελλήνων με τους Οθωμανούς στον χείμαρρο του Ξηριά και στη Μονή Κατακεκρυμμένης – Πορτοκαλούσας), ο ατρόμητος και γενναίος Ιερομόναχος Παπαρσένης έκανε ένα μεγάλο και τολμηρό άλμα, γιατί η αδούλωτη ελληνική ψυχή του τον έκανε λεοντόκαρδο και σ’ αυτή τη δύσκολη φάση της ένοπλης σύγκρουσης διασώθηκε και διακρίθηκε στα επόμενα βήματά του ως ένας σπουδαίος ήρωας κληρικός.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 108-109.

[2] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειας σ. 110.

[3] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, A. Ε., τ. ΙΒ., σ. 107.

[5] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 159. Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214.

[6] Η Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα ήταν μοναστήρι μέχρι το 1856 στην ανατολική πλευρά της Ακρόπολης Λαρίσης του Άργους. Μία από τις περίπυστες εικόνες βρέθηκε στους υπόγειους διαδρόμους της Μονής σε κρύπτη εντός του βράχου λαξευμένη και έλαβε την ονομασία Κατακεκρυμμένη. Το 1906 καταστράφηκε από πυρκαγιά και επανοικοδομήθηκε με την ονομασία «Πορτοκαλούσα» από το παλαιό έθιμο, κατά το οποίο έριχναν πορτοκάλια στους προσκυνητές κατά την ημέρα του εορτασμού. [ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, τ. Ε’, ΠΥΡΣΟΣ A. Ε. Σ. σ. 380, 391].

[7] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…,τ. Α’, σ. 125-126.

[8] Λαμπρυνίδου Μιχαήλ, Η Ναυπλία, ό.π. σ. 201.

[9] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 109-113.

[10] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 101-102.

[11] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[12] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…, τ. Α’,σ. 125-126.

[13] Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214- 215.

[14] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 157-161.

[15] Οικονόμου Μιχαήλ, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, σ. 132-134.

[16] Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησιακών Ανδρών, σ. 63-66.

[17] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 110.

 

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας». Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Read Full Post »

«Σπυρίδων – Ο άλλος Τρικούπης 1788-1873» – Λύντια Τρίχα


 

Το Μάρτιο του 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πόλις», το βιβλίο 848 σελίδων, «Σπυρίδων – Ο άλλος Τρικούπης 1788-1873» της Λύντιας Τρίχα που βιογραφεί τον  Σπυριδώνα Τρικούπη. Η Λύντια Τρίχα γεννήθηκε το 1950 στην Αθήνα, όπου και σπούδασε νομικά. Από το 1987 ασχολείται με την έρευνα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, έχει επεξεργασθεί το αρχείο του Χαρίλαου Τρικούπη και έχει δημοσιεύσει δέκα βιβλία ιστορικού περιεχομένου. Επί μία εξαετία ασχολήθηκε ενεργά με τη διοίκηση και τη διεύθυνση του Ε.Λ.Ι.Α., ως γενική γραμματέας και αντιπρόεδρός του. Σήμερα είναι αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Παιδείας και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

 

Φιλελεύθερος πολιτικός ευρωπαϊκού προσανατολισμού, διπλωμάτης και λόγιος, ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873) ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας και ο πρώτος πρεσβευτής της στο Λονδίνο. Ένας από τους ηγέτες του αγγλικού κόμματος, βαθύτατα συνταγματικός και θαυμαστής του βρετανικού πολιτεύματος, μύησε τον γιο του, τον Χαρίλαο Τρικούπη, στον κοινοβουλευτισμό και του ενέπνευσε τον σεβασμό προς το Σύνταγμα.

Ο Σπυρίδων έζησε τον φόβο του ραγιά στο Μεσολόγγι και στην Πάτρα, την ξεγνοιασιά του φοιτητή στη Νάπολη και στο Παρίσι, την αγωνία της Επανάστασης, τη χλιδή των αριστοκρατικών σαλονιών του Λονδίνου, την εύνοια και τη δυσμένεια του Όθωνα, την άσκηση της εξουσίας αλλά και την υποχρεωτική πολιτική απραξία.

Με μόρφωση σπάνια για την εποχή του και με σημαντική και εν πολλοίς άγνωστη δράση κατά την Ελληνική Επανάσταση, θεωρείται ο κατεξοχήν Έλληνας ιστοριογράφος της.

 

Το εξώφυλλο της ογκώδους βιογραφίας του Σπ. Τρικούπη (848 σελίδες) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

 

Περιεχόμενα

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΙΚΟΝΩΝ – ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ – ΠΡΟΛΟΓΟΣ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Τα νεανικά χρόνια

1788: Ο Σπυρίδων και το Μεσολόγγι – Οικογενειακές καταβολές – Ο πατέρας του, Ιωάννης Τρικούπης – Τα νεανικά χρόνια του Σπυρίδωνα – Οι πρώτες επαγγελματικές δραστηριότητες – Περιπλανήσεις και πνευματικές αναζητήσεις – Ο Νικόλαος Στράνης και οι Βρετανοί περιηγητές.

  1. Με τον λόρδο Guilford

Ο λόρδος Guilford – Από την Πάτρα στο Λονδίνο, 1815-1817 – Ταξιδεύοντας ανά την Ευρώπη, 1817-1819 – Σπουδές αρχαιολογίας στη Νάπολη, 1819 – Σπουδές φιλολογίας στο Παρίσι, 1820-1822.

  1. Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης

Ο Ιωάννης Τρικούπης στην Επανάσταση, 1821-1824 – Ο Σπυρίδων στο Μεσολόγγι και στα Ιόνια, 1822-1823 – Η πρώτη του εκλογή ως παραστάτη Μεσολογγίου, 1823 – Από την Ύδρα στην Κέρκυρα, 1823-1824 – Ο θάνατος του Ιωάννη Τρικούπη, 1824.

  1. Σπυρίδων, Σολωμός και λόρδος Βύρων

Ο Σπυρίδων και ο Διονύσιος Σολωμός – Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν – Ο λόρδος Βύρων
Ο επικήδειος λόγος για τον λόρδο Βύρωνα.

  1. Στο Βουλευτικό, 1824-1826

Είσοδος στο Βουλευτικό, 1824 – Στο Ναύπλιο, 1824 – Στο λυκαυγές της εξουσίας – Στην τρίτη βουλευτική περίοδο, 1825 – Επευφημίες και επιφυλάξεις – Στο επίκεντρο των πρώτων αναζητήσεων μονάρχη – Αποστολή στα Επτάνησα, 1825 – Επιστροφή στο Βουλευτικό, 1825 – Η ζωή στο Ναύπλιο, 1825-1826 – Η Αικατερίνη Μαυροκορδάτου – Επενδύσεις σε ακίνητα, 1825-1826.

  1. Στη Γ’ Εθνική Συνέλευση, 1826-1827

Το Μεσολόγγι κινδυνεύει – το Μεσολόγγι πέφτει – Στη Γ’ Εθνική Συνέλευση, 1826 – Μέλος της Διοικητικής Επιτροπής, 1826 – Στον Πόρο και στην Αίγινα, 1826 – Νέα σύγκληση της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης, 1827.

  1. Από τον Καποδίστρια στην Αντιβασιλεία, 1828-1833

Πρωθυπουργός του Καποδίστρια, 1828-1829 – Υπουργός αντιπολιτευόμενος, 1829 – Στην αντιπολίτευση, 1829-1831 – Ιδιωτικές ώρες, 1828-1832 – Στην περίοδο της αναρχίας, 1831-1832 – Πρωθυπουργός της Αντιβασιλείας, 1833.

  1. Πρεσβευτής στο Λονδίνο, 1834-1838

Από το Ναύπλιο στο Παρίσι – Άφιξη και κοινωνική ζωή στο Λονδίνο – Διπλωματική δραστηριότητα, 1834-1837 – Περί Συντάγματος.

  1. Από την Αθήνα στο Λονδίνο, 1838-1843

Επιστροφή στην Αθήνα, 1838 – Τα Πατήσια και η δούκισσα της Πλακεντίας – Διεργασίες διορισμού – Και πάλι πρεσβευτής στο Λονδίνο, 1841-1843.

  1. Από το Σύνταγμα του 1844 στο Σύνταγμα του 1864

Το Σύνταγμα του 1844 – Στην πρώτη συνταγματική κυβέρνηση, 1844 – Γερουσιαστής, 1844-1850 – Παρίσι, 1850 – Και πάλι στο Λονδίνο, 1851-1861 – Εμπόλεμος διπλωματία – Στην Αθήνα και στη Β’ Εθνοσυνέλευση, 1862-1864 – Προς το τέλος, 1865-1873.

  1. Σπυρίδων ο λόγιος

Ο Σπυρίδων και η γλώσσα – Ο Δήμος – Η ποίηση στη ζωή του – Η Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο επικήδειος λόγος για τον λόρδο Βύρωνα (κείμενο) – Δημοσιεύματα Σπυρίδωνα Τρικούπη (εν είδει Εργογραφίας) – Γενεαλογικό δένδρο – Χρονολόγιο

ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ – ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

 

Η συγγραφέας Λύντια Τρίχα. Η φωτογραφία δημοσιεύεται στην εφημερίδα Καθημερινή, 8-7-2019.

 

 Ο Σάκης Ιωαννίδης στην εφημερίδα «Καθημερινή», 23 Απριλίου 2019, γράφει για το βιβλίο:

 

Στο άκουσμα του ονόματος «Τρικούπης», το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στον «Χαρίλαο», το «Τις πταίει» και την πτώχευση του 1893, την οποία θυμηθήκαμε αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια.

Για πολλά χρόνια, ωστόσο, ο πιο προβεβλημένος Τρικούπης ήταν μόνο ο Σπυρίδων, πατέρας του Χαριλάου, ο οποίος έζησε μια ζωή άκρως ενδιαφέρουσα και συναρπαστική και ήταν πολλά παραπάνω από τον ιστοριογράφο της Ελληνικής Επανάστασης. Θα ήταν εύλογο να υποθέσουμε την υπερηφάνεια που θα αισθάνθηκε ο πατέρας βλέποντας τον γιο του να διαπρέπει και να κατακτά το υψηλότερο πολιτικό αξίωμα του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους, αλλά είναι άδικη η σκιά που ρίχνει στη ζωή του Σπυρίδωνα. Αυτή την αδικία έρχεται να διορθώσει η βιογραφία «Σπυρίδων. Ο άλλος Τρικούπης» της Λύντιας Τρίχα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις.

Έχοντας διακριθεί με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας 2017 για το βιβλίο «Χαρίλαος Τρικούπης. Ο πολιτικός του «Τις πταίει» και του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» (εκδ. Πόλις), η συγγραφέας εμβαθύνει στην οικογένεια Τρικούπη και παρουσιάζει με λεπτομέρεια γνωστές και άγνωστες πτυχές του ανθρώπου που διαμόρφωσε την προσωπικότητα του Χαρίλαου και έζησε σε τρεις διαφορετικές περιόδους, την τουρκοκρατία, την Ελληνική Επανάσταση και τη βασιλεία του Όθωνα.

Η ζωή του Σπυρίδωνος Τρικούπη περικλείεται σε 11 κεφάλαια και συγκροτεί έναν τόμο περίπου 850 σελίδων. Ξεκινά από τα νεανικά του χρόνια στο Μεσολόγγι για να καταλήξει στον θάνατό του σε ηλικία 85 ετών, πολύ πιο πάνω από τον μέσον όρο ηλικίας της εποχής, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον λόγιο Σπυρίδωνα, στη συγγραφή της Ελληνικής Επανάστασης αλλά και στην ποίηση που απ’ ό,τι φαίνεται είχε σημαντικό ρόλο στη ζωή του παρόλο που (σχεδόν) κανείς δεν τον θυμάται σήμερα ως ποιητή. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η συγγραφέας στα πρόσωπα που επηρέασαν τον Σπυρίδωνα, όπως ο Βρετανός λόρδος Γκίλφορντ, υπό την προστασία του οποίου κατάφερε να σπουδάσει, να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να δημιουργήσει ένα δίκτυο χρήσιμων επαφών και ανθρώπων, και o Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος τον οποίο εκτιμούσε και παντρεύτηκε την αδελφή του Αικατερίνη. Στο παράρτημα του τόμου η συγγραφέας δημοσιεύει τον πολυμεταφρασμένο επικήδειο λόγο που έγραψε για τον λόρδο Βύρωνα, αν και οι δυο τους ήταν ζήτημα εάν είχαν συναντηθεί πάνω από δύο φορές λίγο πριν πεθάνει ο Βρετανός φιλέλληνας.

Μέσα από τις σελίδες του τόμου βλέπουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώνεται η προσωπικότητα του Σπυρίδωνος και πώς από γιος ενός σεβαστού προύχοντα από το Μεσολόγγι σταδιακά «ανεβαίνει» την κοινωνική κλίμακα, κατακτά πολιτικά αξιώματα και γίνεται πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο. Η συγγραφέας παρουσιάζει το πορτρέτο ενός ανθρώπου μορφωμένου, ευγενούς, με πνεύμα επιχειρηματικό, με ικανότητες πολιτικού «μπαλωματή» που έγιναν διπλωματικές, που μπορεί να μην έπιασε στα χέρια του το καριοφίλι αλλά βοήθησε τον αγώνα συγκεντρώνοντας χρήματα και γράφοντας την ιστορία του – αν και επικρίθηκε στην εποχή της – που αν και θαύμαζε τον Καποδίστρια δεν δίστασε να συγκρουστεί μαζί του και να παραιτηθεί από την κυβέρνησή του όταν του ζητήθηκε να «παρακάμψει» διαδικασίες και νόμους. Σε ένα σχόλιό της η συγγραφέας περιγράφει τη γέννηση του νεποτισμού στο ελληνικό κράτος με τον διορισμό συγγενών του Καποδίστρια σε επιφανείς θέσεις και του Τρικούπη στον δημόσιο τομέα. Το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ οι του Καποδίστρια αποσύρθηκαν μετά τη δολοφονία του, οι συγγενείς του Τρικούπη παρέμειναν και συνέχισαν να διορίζονται καθώς υπηρετούσαν σε αυτό που σήμερα θα λέγαμε «ευρύτερος δημόσιος τομέας».

Η έρευνα βασίζεται σε δημοσιευμένο και μη αρχειακό υλικό, ενώ η αφήγηση της Λύντιας Τρίχα διανθίζεται από άγνωστες πτυχές της ζωής του Τρικούπη, όπως η παραίνεσή του στον Σολωμό να αλλάξει μια στροφή του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» για να μη δυσαρεστήσει την Ευρώπη, αλλά και η μεγάλη του προσωπική τραγωδία, καθώς από τα έξι παιδιά του επιβίωσαν μόνο τα δύο.

 

 

Read Full Post »

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου του Νικολάου Σπηλιάδη – «Αναίρεσις» – Τετάρτη 15 Μαΐου στις 7.30 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Ο Δήμος Ναυπλιέων, ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

 

Νικόλαος Σπηλιάδης –  «Αναίρεσις»

Απάντηση ενός Έλληνα στον Friedrich Thiersch

Μετάφραση από τα γαλλικά: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Επιμέλεια – Προλεγόμενα – Σχόλια: Γιώργος Καλπαδάκης

 

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 15 Μαΐου στις 7.30 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.    

 

«Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη

 

Η «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη γραμμένη στα γαλλικά το 1838, αδημοσίευτη μέχρι σήμερα, κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις «Ποταμός», μεταφρασμένη από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη, η υπεράσπιση της πολιτείας του Ιωάννη Καποδίστρια από τον πρωθυπουργό της κυβέρνησής του…

Ιστορικός επιμελητής της «Αναιρέσεως» του Νικ. Σπηλιάδη είναι ο Γιώργος Καλπαδάκης, ο οποίος την ανέσυρε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μαζί με πληθώρα πολύτιμου υλικού γι’ αυτή την παραγνωρισμένη μορφή της νεώτερης ιστορίας. Ύστερα από πολύχρονη επεξεργασία και μελέτη, συνοδεύει την ανασκευή του Σπηλιάδη με μια εκτενέστατη προλογική μελέτη με τον τίτλο «Υπέρ Καποδιστριακής Πολιτείας: ο Νικόλαος Σπηλιάδης απαντά στον Friedrich Thiersch» και με εμπεριστατωμένο σχολιασμό τοποθετεί το έργο στο ιστορικό του πλαίσιο.

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

 

  • Ο Ιστορικός – Αρχειονόμος, πρώην διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Αργολίδας, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος.
  • Ο Φιλόλογος – Ιστορικός, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας Νικόλαος Μπουμπάρης. 

 

Προλογίζει ο επιμελητής του έργου Γιώργος Καλπαδάκης,  εντεταλμένος ερευνητής στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Την εκδήλωση συντονίζει ο Πρόεδρος του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Θεοδόσης Σπαντιδέας. 

Θεωρούμε ότι η παρουσία σας επιδαψιλεύει τιμή στους ομιλητές και στους συνδιοργανωτές της εκδήλωσης.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Ανεπιθύμητος για τις βαυαρικές αρχές κι έχοντας τεθεί στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, ο «πρωθυπουργός» του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Νικόλαος Σπηλιάδης, θα αφιέρωνε τον ύστερο βίο του στη συγγραφή των απομνημο­νευμάτων του.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης των επιτευγμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, επιστράτευσε τη γραφίδα του για να ανασκευάσει το κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ένας από τους επιφανέστερους ίσως πολέμιους του Καποδίστρια, ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Πρωταρχική έγνοια του ήταν να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Ο Γιώργος Καλπαδάκης είναι εντεταλμένος ερευνητής στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει διδάξει στα τμήματα Πολιτικής Επιστήμης και Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστη­μίου Θράκης και στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης ενώ έχει διατελέσει Visiting Scholar στο Πανεπιστήμιο Cambridge.

 

Read Full Post »

Στην Ερμιόνη παρουσιάζεται το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης» του Σπύρου Ευαγγελάτου


 

Το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης και ο Θεατρικός Όμιλος Ερμιονίδας παρουσιάζουν το ιστορικό δράμα του Σπύρου Ευαγγελάτου «Νικόλαος Γαλάτης» σε διασκευή Τίνας Αντωνοπούλου και σκηνοθεσία Δημήτρη Σίδερη, το Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Συμμετέχει το Γυμνάσιο και το Λύκειο Ερμιόνης.

Η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων για τη Γ’ Εθνοσυνέλευση  (1827) στην Ερμιόνη.

Σπύρος Α. Ευαγγελάτος

O σκηνοθέτης Σπύρος Α. Ευαγγελάτος (1940-2017) υπήρξε ένας από τους  σημαντικότερους σκηνοθέτες του Ελληνικού θεάτρου, πανεπιστημιακός δάσκαλος και Ακαδημαϊκός. Σπουδαίος δημιουργός, με πλήθος σκηνοθεσίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος  (1977-1980).

Συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ για πρώτη φορά το 1964, με τη διπλή ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, παρουσιάζοντας το ιστορικό δράμα «Νικόλαος Γαλάτης», με την οποία το ΚΘΒΕ συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.

 

Νικόλαος Γαλάτης

Φιλική Εταιρεία

Ο Νικόλαος Γαλάτης γεννήθηκε το 1792 στην Ιθάκη. Στη Φιλική Εταιρεία τον μύησε στις 7 Ιουλίου 1816 στην Οδησσό ο Σκουφάς, λίγο μετά την ίδρυσή της. Τον Σκουφά, στην κυριολεξία, τον κατέκτησε ο Γαλάτης με την ευφυΐα του.

Ο Τσακάλωφ, φέρεται ως κατηγορών τον Γαλάτη, ότι ζητούσε χρήματα από την Εταιρεία, άλλως θα τους πρόδιδε στην Πύλη. Λέγεται, επίσης, ότι ο Γαλάτης ήθελε να του δώσουν το Ταμείο και τα Αρχεία της Εταιρείας, για να είναι αυτός το «Κέντρον». Και τότε κατά τον Πατριαρχέα, οι Φιλικοί γνωμοδότησαν για το θάνατό του.

Αυτός που εξετέλεσε, κατ’ εντολήν των Φιλικών, τον Γαλάτη, ήταν ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, ο οποίος είχε υπηρετήσει στα στρατιωτικά σώματα των ξένων στα Επτάνησα. Επειδή δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν στην Πόλη, χάλκευσαν, το 1819, μια αποστολή στο Μοριά, όταν ο Γαλάτης ήλθε με τον υπηρέτη του, όπου τον σκότωσε ο Δημητρακόπουλος, που ήξερε από όπλα. Ο φόνος έγινε στην Ερμιονίδα. Ο Τσακάλωφ που παρευρίσκετο, φυγαδεύτηκε πρώτα στη Μονεμβασιά και από εκεί στη Μάνη και Ιταλία…

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019 και ώρα 8:00 μ.μ. Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (Συγγρού).

Η παράσταση Θα επαναληφθεί τη Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019 την ίδια ώρα και στον ίδιο χώρο.

Συνδιοργάνωση: Δήμος Ερμιονίδας

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Σταμάτης Αδριανού Μήτσας –  «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»


 

Σταμάτης Μήτσας: ζωγραφική σε ξύλο, έργο του Γιάννη Διαμαντάκη.

Με αφορμή την επέτειο των 145 χρόνων από τον θάνατο του Ερμιονίτη Ήρωα της επανάστασης του 1821 και στη συνέχεια Συνταγματάρχη της φάλαγγας και βουλευτή της επαρχίας Ερμιονίδος καπετάν Σταμάτη Αδριανού Μήτσα (1800 – 27 Φεβρουαρίου 1874), δημοσιεύουμε «το ακόλουθο σύντομον μεν αλλ’ εκφραστικότατον λογίδριον» δείγμα ήθους, θάρρους και παρρησίας του άνδρα! Καθώς νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν, μένουμε στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα.

«Η ιστορία διεφύλαξε την ομιλίαν του χωρικού του Δουνάβεως επί των Αυτοκρατόρων της Ρώμης. Του ατρομήτου Μίτσα η συνηγορία υπέρ του Κολοκοτρώνη σύντομoς μεν αλλ’ εκφραστική έχει τύπους καλλονής υψίστους. Την 15 Δεκεμβρίου προκειμένης της εκλογής Καρυταίνης παρέστη εις το βήμα της Βουλής ο Ταγματάρχης Μίτσας, Βουλευτής Ερμιονίδος, ανήρ αναστήματος μεσαίου, έχων στέρνα πλατύτατα, μύστακας πηχηαίους, βλέμμα βλοσυρόν και πλήρες ζωής, κόμην μακράν, ως των ηρώων της Ιλιάδος και φέρων τα ενδύματα του πολέμου, την φουστανέλαν και το φέσιον· εξήγαγε το κάλυμμα της κεφαλής, εζήτησε πρώτος τον λόγον· είπεν ότι ολίγα ομιλήσει περί της αποκλείσεως του Κολοκοτρώνου από της Βουλής· και έπειτα είπε ταύτα:

Κύριοι! Εγώ και τους Δελιγιαναίους γνωρίζω, και γέρους και νέους, και εις τον Πλαπούτα και τον Κολοκοτρώνην έχω μεγάλο σέβας. Πέρσι όμως θυμάστε ότι μας έφεραν ένα νομοσχέδιον δια το κριθάρι των ίππων μερικών αγωνιστών. Τότε ήλθεν εις τον ύπνο μου ο Γέρος της Πελοποννήσου με πλήθος αγωνιστάς σκοτωμένους και λαβωμένους, και μου είπε:

  • Γιατί δεν μας δίδετε κ’ εμάς το ταΐνι μας; Γιατί μας λησμονήσετε τόσω γλήγορα;
  • Τι φταίμ’ εμείς, αρχηγέ; Αυτός που τα μοιράζει φταίει.
  • Αμ’ πούθεν είν’ αυτός;
  • Να, ένας Φράγκος, πού ξέρω ’γω.

Τότε μ’ εκύτταξε λυπημένος, και εθύμωσε κ’ έφυγε. Τώρα φοβούμαι πάλι μην έλθη και μ’ ερωτήση:

  • Εδώ κάνετε Βουλή δια την Πατρίδα· πώς δεν βλέπω και κανέναν από τη φάρα μας; Πρώτα επροφασίζουσουν ότι ο υπουργός ήτο ξένος· τώρα πού είναι ο Μιαούλης, ο Μπότσαρης, ο Ζαΐμης, ο Κουντουριώτης, ο συναγωνιστής Ρήγας και άλλοι, γιατί δεν βλέπω και κανένα Κολοκοτρώνη μαζί σας;

Λέγω να του αποκριθώ ότι δεν έχει ψήφους στον τόπο του. Όμως φοβούμαι μη μου ειπή:

  • Αμ’ πως εις το Βαλτέτσι είχαμε ψήφους για θάνατο ή ζωή· Στην Πάτρα είχαμε όταν τσακίσαμε τον Κακλαμάν-Πασσά, κ’ εφώναξαν οι Τούρκοι: «Ραι, Κολοκοτρώνη!» Πώς στο χαλασμό του Δράμαλη με 32.000 Τουρκιά είχαμε ψήφους· εις του Μπραϊμη είχαμε, και τώρα δεν έχομε;

Τι να του αποκριθώ τότε, Κύριοι; Στο κίνημα του 1854 άμα εφθάσαμε στον Αρμυρό, αμέσως οι Τούρκοι για τον Κολοκοτρώνη μ’ ερώτησαν, και ένας-ένας μου έλεγε:

  • Ήλθε κανένας από τη φάρα του;
  • Σας λέγω λοιπόν, ότι δεν μας κάμει τιμήν να μην ήναι στη Βουλή και κανένας Κολοκοτρώνης, και όπως θέλετε κάμετε.

 

Τα δάκρυα συνώδευσαν την ειλικρινή ταύτην και Ομηρικήν ομιλίαν του γέροντος τούτου στρατιώτου, αναμνησθέντος της εποχής του αγώνος. Η Βουλή συνεκινήθη σύμπασα!»

Σημ. Ο δεύτερος Βουλευτής Ερμιονίδας σ’ εκείνη τη βουλευτική περίοδο ήταν ο Ανδρέας Ζέρβας από το Κρανίδι.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

«Ο Εξωλέστατος» – Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Εξωλέστατος», του Εκπαιδευτικού και συγγραφέα από τη Σαρακήνα Χανίων, Οδυσσέα Κουμαδωράκη, εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1999, από τις  Εκδόσεις Δωρικός.

«Ο Εξωλέστατος» αναφέρεται  στην ζωή και τη δράση ενός αγνώστου για πολλούς αγωνιστή του 1821, του Υδραίου Αντώνη Οικονόμου, τον οποίο δολοφόνησαν  οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας στον ποταμό Χάραδρο του Άργους, γνωστότερο ως Ξεριά. Μνημείο του Αντώνη Οικονόμου βρίσκεται στη γέφυρα του Ξεριά Άργους.

 

Ο Εξωλέστατος

 

Ο Οικονόμου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον μπουρλοτιέρη των ψυχών Παπαφλέσσα στην Κωνσταντινούπολη. Όταν επανήλθε στην πατρίδα του, φλογισμένος και μεθυσμένος από την ιδέα της επανάστα­σης, ξεσήκωσε το λαό της Ύδρας, παρά τη θέληση των προκρίτων, οι οποίοι έμεναν αδρανείς. Οι πρόκριτοι, οι ισχυροί εφοπλιστές της εποχής, οι οποίοι είχαν συσσωρεύ­σει αμύθητα πλούτη στα αρχοντικά τους και διοικούσαν το νησί ολιγαρχικά, δεν τον συγχώρησαν ποτέ. Αναγκάστηκαν, όμως, να αποδεχτούν το κίνημα του δημο­φιλή και ισχυρού τότε Οικονόμου, αλλά κάποια στιγμή τον ανέτρεψαν και τον εξόρισαν σε μοναστήρι της ορεινής Αχαίας, από όπου εκείνος δραπέτευσε, για να καταλήξει στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού της ορεινής Κορινθίας.

Όταν άρχισαν οι εργασίες της A‘ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, ο Οικονόμου εγκαταλείπει τη μονή και με λίγους συντρόφους του κατευθύνεται προς το Άργος. Και τότε οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας αποφασίζουν να τον δολοφονήσουν.

Πέρα από την  περιπετειώδη και μυθιστορηματική βιο­γραφία του Άντώνη Οικονόμου, στο βιβλίο, παρακολουθούμε τις μεθοδεύσεις των προκρίτων να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και να κυβερνήσουν ολιγαρχικά, καθώς επίσης και τη σύγκρουσή τους με τον αγνό και ανιδιοτελή Δημήτριο Υψηλάντη.

Αν και βασικός στόχος της μυθιστορίας είναι η ζωή και η δράση ενός συγκεκριμένου αγωνιστή, εντούτοις υπάρχει η αίσθηση ότι ο μέγας σηκωμός τώρα αρχίζει με όλο το πάθος και το γνωστό ενθουσιασμό.

Ο αναγνώστης μεταφέρεται στο κλίμα της εποχής, ζει την αγωνία, το πείσμα και τον ενθουσιασμό, μετέχει στην ιδιωτική και δημόσια ζωή και γνωρίζει λεπτομέρειες από τον τρόπο του πολέμου μέχρι τη διοίκηση των μοναστηριών και την απόκτηση των τεράστιων περιουσιών τους.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και βασίστηκε κυρίως σε επίσημα έγγραφα και σε μαρτυρίες των αγωνιστών, καθώς και σε εξειδικευμένες μελέτες, και αποκαλύπτει ορισμένες πτυχές της εποχής εκείνης, άγνω­στες ή ελάχιστα γνωστές για πολλούς από εμάς. Γι’ αυτό και ο χρόνος συγγραφής τον ήταν ιδιαίτερα μεγάλος.

 

«Ο Εξωλέστατος» Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Σελίδες 352, σχήμα 14Χ20 – ISBN 978 9602 7940 43

Εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα, Οκτώβρης, 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »