Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της Βενετοκρατίας – Χρύσα Μαλτέζου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Στη γνωστή μελέτη του Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς [1] ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης αφιερώνει βραχύ κεφάλαιο στους Ναυπλιώτες που είχαν διακριθεί μεταξύ των συγχρόνων τους στα γράμματα και στο πολεμικό φρόνημα. Παρατίθενται, σύμφωνα με το σχήμα αυτό, από τη μια μεριά λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες και οι Μαλαξοί, και από την άλλη στρατιώτες, όπως ο Μποζίκης, ο Μπλέσης και άλλοι. Υπακούει δηλαδή ο Λαμπρυνίδης στην παλαιά ιστοριογραφική άποψη που θέλει την προσωπογραφία να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν ξεχωρίσει με την προσφορά έργων τους είτε αυτά είναι προϊόντα λόγου και τέχνης είτε πράξεις ανδρείας και ηρωισμού. Τα πρόσωπα με τα όποια θα ασχοληθώ στην ανακοίνωσή μου δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ακολουθώντας τη σύγχρονη ιστοριογραφική τάση, θα επιχειρήσω να εξετάσω την εικόνα που μας στέλνουν οι διαθέσιμες από την εποχή της βενετοκρατίας πηγές για πρόσωπα της ναυπλιακής κοινωνίας, τα όποια με την παρουσία τους σε συγκεκριμένες περιόδους της ναυπλιακής ιστορίας αναδεικνύουν αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανησυχίες οργανωμένων σωμάτων του κοινωνικού συνόλου, μαζί με τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περίγυρό τους.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η πρώτη παραδειγματική περίπτωση που εισχώρησε στο στόχαστρο της ερευνητικής μου περιέργειας ανάγεται χρονολογικά στο έτος 1444 και αφορά τον Ιωάννη από το Ναύπλιο, δρουγγάριο, όπως λέει η πηγή μας, των Τσιγγάνων. Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με έγγραφο των διοικητικών οργάνων της Βενετίας, η κεντρική βενετική διοίκηση ακύρωσε την απόφαση του Βένετου αξιωματούχου στο Ναύπλιο Matteo Barbarο, με την όποια ο Ιωάννης έπαυε πλέον να είναι δρουγγάριος των Τσιγγάνων.

Η απόφαση, σημειώνεται στο σχετικό έγγραφο, ήταν αντίθετη με τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Τσιγγάνους τόσο από τις ίδιες τις αρχές της μητρόπολης όσο και από τον προκάτοχο του Barbarο, Ottaviano Bon. [2] To βενετικό έγγραφο με τη μνεία του Τσιγγάνου Ιωάννη από το Ναύπλιο (Johannes Cingano de Neapoli Romanie), γνωστό στον μεσαιωνοδίφη Karl Hopf από τα τέλη ήδη του 19ου αι., έχει εκδοθεί με εύστοχες παρατηρήσεις από τον Γεώργιο Σούλη, το 1961, σε μελέτη του με θέμα τους Τσιγγάνους στη βυζαντινή αύτοκρατορία. [3] Καθώς αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για την παρουσία Τσιγγάνων στο Ναύπλιο, η αρχειακή αυτή φωνή από τη μεσαιωνική πελοποννησιακή πόλη προκαλεί ερωτήματα και απαιτεί ευρύτερο σχολιασμό.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα προνόμια που οι Βενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τσιγγάνους, χρονολογούνται από την εποχή του Ottaviano Bon, ο όποιος είχε διατελέσει podestà του Ναυπλίου δύο φορές, στα χρόνια 1397-1399 και 1403-1406. [4] Τα χρονολογικά στοιχεία οδηγούν άνετα στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον της Βενετίας για τους Τσιγγάνους είχε εκδηλωθεί την εποχή της κατάληψης του Άργους από τους Τούρκους (1397), η όποια είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία πολλών χιλιάδων κατοίκων. [5] Η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής είχε τότε αναγκάσει τη Βενετία να λάβει εποικιστικά μέτρα, καλώντας Αλβανούς να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο και το Άργος. [6] Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο podesta του Ναυπλίου Ottaviano Bon διατάχθηκε να παραχωρήσει γαίες σε «ξένους» (forinseci) εποίκους, με σκοπό την πύκνωση του πληθυσμού της περιοχής. [7] Καθώς μνεία Αλβανών έποικων απουσιάζει στο σχετικό έγγραφο, δεν αποκλείεται ανάμεσα στους «ξένους» να ήταν και Τσιγγάνοι. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί εμμέσως και το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1470, που αφορά το φέουδο των Τσιγγάνων στην Κέρκυρα (feudum Cinganorum), η λέξη forensis απαντά σε συνάρτηση με τον όρο cinganus: cinganus forensis.[8]

Παρουσία Τσιγγάνων μαρτυρείται στη Μεθώνη ήδη από τα τέλη του 14ου αι., στην Κέρκυρα από την εποχή της ανδεγαυικής κυριαρχίας, στη Ζάκυνθο από τον 16ο αι. [9] και, τέλος, στην Κύπρο από την περίοδο της φραγκοκρατίας. [10] Οι Τσιγγάνοι των περιοχών αυτών ήταν συνήθως σιδηρουργοί η αγρότες. Δεν φαίνεται να είχαν την ίδια ασχολία με αυτούς οι Τσιγγάνοι του Ναυπλίου.

Ο Ιωάννης που μνημονεύεται στη βενετική απόφαση του 1444, είχε το αξίωμα του δρουγγαρίου, ήταν δηλαδή αρχηγός σώματος Τσιγγάνων, οι όποιοι παρείχαν, σε αντάλλαγμα διαφόρων προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Βενετούς, στρατιωτική υπηρεσία. Η προνομιακή μεταχείριση έποικων, με αντάλλαγμα την προσφορά από την πλευρά τους στρατιωτικής βοήθειας, υπήρξε διαδεδομένη βυζαντινή πρακτική, την όποια ακλούθησαν οι Βενετοί εφαρμόζοντάς την στις πελοποννησιακές κτήσεις τους.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, ο δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί πληθώρα ξένων έποικων στην επικράτεια του, μεταξύ των όποιων πολυάριθμους Αλβανούς, αποσκοπώντας όχι μόνο στη δημογραφική ανάπτυξη της ερημωμένης από τις εχθρικές επιδρομές πελοποννησιακής γης, άλλα και στην ενίσχυση της στρατιωτικής οργάνωσης στην περιοχή, με την ένταξη εποίκων στον στρατό για την αντιμετώπιση εχθρικών έπιθέσεων. [11] Στον επιτάφιο που αφιέρωσε στον αδελφό του Θεόδωρο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’, περιγράφει με πολλή ζωντάνια τον τρόπο με τον όποιο ο δεσπότης είχε αντιμετωπίσει τους εποίκους. Αθρόα ήταν, γράφει, τα έθνη που είχαν συρρεύσει στο Δεσποτάτο από κοντινά και μακρινά μέρη, από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ο δεσπότης δεχόταν ασμένως τους πρέσβεις των εποίκων, με τους όποιους διαλεγόταν τους όρους εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο, ζητώντας τους μόνο να δώσουν όρκο πίστης στην εξουσία του (όρκοις ηρκέσθη τοις παρ’ αυτών).[12]

Την ίδια τακτική φαίνεται πως είχαν αντιγράψει οι Βενετοί, όταν χρειάστηκε να ασχοληθούν με τους Τσιγγάνους. Όπως παλαιότερα ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί τους πρέσβεις των ξένων «εθνών» που είχαν έρθει στην Πελοπόννησο, έτσι και ο Βενετός αξιωματούχος του Ναυπλίου θα είχε δεχθεί τον αρχηγό των Τσιγγάνων, στον όποιο παραχώρησε στη συνέχεια διάφορα προνόμια. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν η απονομή του βυζαντινής καταγωγής αξιώματος του δρουγγαρίου στον επικεφαλής των Τσιγγάνων. Συγκροτήθηκε με τον τρόπο αυτό στο Ναύπλιο ειδικό στρατιωτικό σώμα Τσιγγάνων (ο δρούγγος των Βυζαντινών), [13] έτοιμων να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου τους εχθρούς της Βενετίας. Η ένταξη των Τσιγγάνων του Ναυπλίου στο βενετικό σύστημα αποτελεί καλό δείγμα της πολιτικής που εφάρμοσε, χρησιμοποιώντας βυζαντινά εργαλεία, η Βενετία, για να προφυλάξει τις πελοποννησιακές κτήσεις της από εχθρικές επιβουλές.

Η αρχειακή μαρτυρία για την παρουσία δρούγγου Τσιγγάνων στο Ναύπλιο είναι μεμονωμένη και δεν επαρκεί για τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την τσιγγάνικη δράση στην περιοχή. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τι απέγινε ο Τσιγγάνος Ιωάννης που έφερε τον βυζαντινό τίτλο του δρουγγαρίου, πότε και που είχε πολεμήσει, αν παρέμεινε στο Ναύπλιο ή, το πιθανότερο, αν μετακινήθηκε μαζί με τους δικούς του σε άλλες περιοχές. Μισθοφορικά πάντως σώματα στην υπηρεσία των Βενετών που να καλούνται δρούγγοι η αρχηγοί πολεμιστών με το αξίωμα του δρουγγαρίου δεν μαρτυρούνται στις πηγές.

Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν μισθοφορικά σώματα που τα απαρτίζουν Έλληνες, Αλβανοί και άλλοι πολεμιστές (όχι όμως Τσιγγάνοι), οι γνωστοί περίφημοι stradioti, που πολεμούν για τα συμφέροντα της Βενετίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της εποχής. Τα πολυεθνικά, όπως θα τα αποκαλούσαμε σήμερα, πολεμικά αυτά σώματα ήταν οργανωμένα όχι πια σε δρούγγους άλλα σε στρατείες /στρατιές. Όμως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το Ναύπλιο, από όπου καταγόταν ο Τσιγγάνος Ιωάννης, ανήκει στις περιοχές με έντονη την παράδοση της μισθοφορικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αντιπροσωπευτικοί τύποι των stradioti, όπως λ.χ. ο Μανώλης Μπλέσης (εάν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο) και ο Μερκούριος Μπούας, είχαν γεννηθεί στο Ναύπλιο και ότι ο Τζάνες Κορωναίος, που συνέθεσε το γνωστό ποίημα με θέμα τα ανδραγαθήματα του Μπούα, είχε μεταβεί στο Ναύπλιο, για να συλλέξει από τους εκεί άρχοντες πληροφορίες για τη δράση της οικογένειας του stradioto.[14]

Μελετώντας, με συνεργό την προσωπογραφία, την ιστορία του Ναυπλίου κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανασύρω από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές τις ακόλουθες πληροφορίες: το 1493, η βενετική Σύγκλητος αποφάσισε την κατάργηση της θέσης του Έλληνα γιατρού που έπαιρνε ως ετήσιο μισθό 50 δουκάτα. Στα επόμενα χρόνια, πάλι με απόφαση της Συγκλήτου, διορίζονται γιατροί της πόλης του Ναυπλίου, το 1503 ο maistro Panthαdeo (cyroico) με μισθό 48 δουκάτα τον χρόνο και το 1539, μετά από αίτηση των Ναυπλιέων, ο Giovanni Andrea Benivol από την Bologna (fisico) και ο Giovanni Battista από το Burano (ceroico).

Οι δύο τελευταίοι γιατροί όφειλαν να εξετάζουν δωρεάν πολίτες και στρατιώτες, οι όποιοι θα πλήρωναν μόνο τα φάρμακα. Όφειλαν επίσης, να αγοράσουν από τη Βενετία, με χρήματα που θα τους χορηγούσαν οι αρχές, ό,τι χρειάζονταν για να ασκήσουν την τέχνη τους στο Ναύπλιο. [15] Αν συσχετίσουμε τις πληροφορίες αυτές με όσες γνωρίζουμε για τον θεσμό του γιατρού στην Κρήτη τον 14ο αι.,[16] άλλα και τους κατοπινούς αιώνες, [17] μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η Βενετία διαχειρίστηκε στο Ναύπλιο το ζήτημα της δημόσιας υγείας όπως το είχε διαχειριστεί στην Κρήτη. Ο γιατρός τον 14ο αι. πληρωνόταν εκεί από το ταμείο των Βενετών φεουδαρχών και ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο σ’ αυτούς που τον είχαν προσλάβει, δηλαδή στους Βενετούς. Στο Ναύπλιο, η κατάργηση από τη μία μεριά της θέσης του Έλληνα γιατρού και η πρόσληψη από την άλλη Ιταλών γιατρών που θα περιέθαλπαν τους στρατιώτες και τους cittadini δείχνουν ότι η ιατρική βοήθεια αφορούσε το σώμα των στρατιωτών και ένα μονάχα κοινωνικό στρώμα, αυτό των cittadini. Δείχνουν, συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ότι η περίθαλψη των ασθενών δεν ήταν κοινωνικό αγαθό προσιτό σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, αλλά ότι αφορούσε μόνο τους Βενετούς και τους στρατιώτες που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη. Όσο για την υγεία του ντόπιου πληθυσμού, φαίνεται πως αυτή είχε αφεθεί στη φροντίδα Ελλήνων γιατρών, οι όποιοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από τους ίδιους τους ασθενείς.

Στις αρχειακές πηγές που ανέφερα δεν υπάρχει μνεία Νοσοκομείου για τη φροντίδα των αρρώστων. Νοσοκομείο για την περίθαλψη των φτωχών στο Ναύπλιο (un hospedal per li poveri) μνημονεύεται το 1397 στη διαθήκη του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι], κύριου της Κορίνθου και των Αθηνών. Στη διαθήκη του ο Nerio είχε εκφράσει την επιθυμία να ιδρυθεί Νοσοκομείο φτωχών στο Ναύπλιο, αφήνοντας για την οικοδόμηση και συντήρησή του χρήματα και ακίνητα, και ορίζοντας ακόμη και τον τρόπο διοίκησής του. [18] Δεν γνωρίζουμε αν η επιθυμία του Φράγκου ηγεμόνα πραγματοποιήθηκε και αν τελικά ιδρύθηκε το Νοσοκομείο των φτωχών. [19] Αντίθετα, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι στη διάρκεια της δεύτερης βενετοκρατίας λειτουργούσε στο Ναύπλιο Νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν γιατροί, οι όποιοι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, ειδικότερα στη διάρκεια της πανώλης που είχε πλήξει την Πελοπόννησο στα τέλη τού 17ου αί. [20]

Το Νοσοκομείο αυτό, που χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ospital importantissimo, [21] ήταν στρατιωτικό, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ασθενών του στρατού (infermi dell’ armata). Τον καιρό της πανούκλας, στα χρόνια 1687-1688, υπηρετούσαν στο νοσοκομειακό ίδρυμα τέσσερεις γιατροί, ανάμεσά τους ο γνωστός medico fisico Alessandro Pini, ο όποιος συνέγραψε περιγραφή της Πελοποννήσου, [22] και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφυρός, του όποιου οι ιατρικές γνώσεις είχαν εκτιμηθεί δεόντως από τους Βενετούς αξιωματούχους. [23] Η παρουσία του Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου αγγίζει το πολυσυζητημένο ζήτημα των σχέσεων ντόπιου και ξένου στοιχείου. Αν η θέσπιση, στις αρχές του 16ου αι. στο Ναύπλιο, θέσης δημόσιου έμμισθου γιατρού για την περίθαλψη των στρατιωτών και των Βενετών υπηκόων και η κατάργηση της αντίστοιχης θέσης του Έλληνα γιατρού είναι δηλωτική του φόβου της Βενετίας να εμπιστευτεί την υγεία των Βενετών που ήταν εγκατεστημένοι στις κτήσεις της στα χέρια ντόπιων γιατρών, στην περίοδο της δεύτερης βενετοκρατίας φαίνεται πως η βενετική στάση είχε αλλάξει. [24] Σε εποχή έκτακτης ανάγκης, όταν με την εξάπλωση του λοιμού ο φόβος του θανάτου είχε καταλάβει ολόκληρο τον πληθυσμό, ντόπιους και Λατίνους, η Βενετία όχι μόνο είχε δεχθεί την προσφορά ενός Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της, άλλα ανενδοίαστα είχε εξάρει την όλη ιατρική του κατάρτιση.

Το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δεν μας διαφωτίζει ως προς τα ζητήματα που η συμβίωση μεταξύ ντόπιου και ξένου στοιχείου είχε δημιουργήσει. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορική σκηνή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη βενετοκρατία είναι δύο: ο Giovanni Cavaza, καστελλάνος στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., και ο Bartolomeo Minio, προνοητής στα τέλη του ίδιου αιώνα. Από την παραμονή τους στο Ναύπλιο ως εκπροσώπων της βενετικής εξουσίας σώθηκαν η διαθήκη του πρώτου και τα dispacci του δευτέρου, έγγραφα που μελετήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από την Diana Wright.[25] Διαβάζοντας η μάλλον ξαναδιαβάζοντας τις πηγές αυτές, διαπιστώνουμε εύκολα ότι το ελληνικό στοιχείο απουσιάζει από τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Οι Έλληνες με τους όποιους είχε σχέση ο καστελλάνος στη διάρκεια της θητείας του ήταν μονάχα μια υπηρέτρια, η Ζωή, και ο γιος ενός βιλλάνου, ο Σταμάτης, που πιθανότατα ήταν νόθο παιδί του Βενετού αξιωματούχου. Όσο για τις σχέσεις του Minio με τους ντόπιους, αυτές περιορίζονταν στις συναλλαγές που ως προνοητής είχε με διάφορους Έλληνες stradioti, στους όποιους, μάλιστα, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν στη Βενετία, τους χάριζε μεταξύ άλλων βελούδινα, χρυσοκέντητα ενδύματα μαύρα ή πορφυρά.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Σε αντίθεση με τους Βενετούς αξιωματούχους που επικέντρωναν την προσοχή τους μόνο στα ζητήματα διοίκησης και άμυνας της κτήσης, αδιαφορώντας για τους ντόπιους που ήταν αποκομμένοι από τους διοικητικούς μηχανισμούς, οι Βενετοί που είχαν εγκατασταθεί ως άποικοι στο Ναύπλιο, έχοντας επηρεαστεί από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, κατέληξαν προοδευτικά να θεωρούν την πελοποννησιακή πόλη ως γλυκεία πατρίδα τους.

Είναι η περίπτωση του Vincenzo Argiti που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, όταν καταλήφθηκε η πόλη, και είχε κατορθώσει να ελευθερωθεί και να φτάσει στη Βενετία. Εκεί απηύθυνε προς τις βενετικές αρχές αίτηση να του παραχωρηθεί δημόσια θέση, σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, που αφορούσε την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση. Στην αίτησή του ο Vincenzo αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του, Franco, ο παππούς του, Pierro, και ο αδελφός του παππού του, Giovanni, είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης και ότι ο ίδιος είχε χάσει την περιουσία που είχε η οικογένειά του στο Ναύπλιο, και μαζί είχε στερηθεί την «αγαπημένη και γλυκεία πατρίδα του». [26]

Ανάλογες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια απηύθυναν στα διοικητικά όργανα της Βενετίας πολλοί Ναυπλιώτες που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της πόλης. Αναφέρω για παράδειγμα την αίτηση του Luca Mosua, ο όποιος διηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες της μητέρας του, που είχε υποκύψει αναγκαστικά στις ορέξεις ενός Τούρκου που την είχε αιχμαλωτίσει, είχε μείνει σκλάβα του για πολλά χρόνια, είχε κατορθώσει τελικά να διαφύγει με τα παιδιά της στην Κλαρέντζα κι από κει να προωθηθεί στην Κεφαλονιά, όπου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [27] Από τις άλλες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια που απηύθυναν στο Collegio οι πρόσφυγες από το Ναύπλιο, αναφέρω ακόμη αυτές του Δημήτρη, της Φιλίππας, χήρας του Μανούσου Σπαθάρη, της Laura, χήρας του καστελλάνου Andrea Boldù, του Τζουάννε Γκιόλμα, του Στράτη, του ποτέ Δημήτρη Συμπρικού, του Δημήτρη Λιάτα (Gliata), της Ζαμπέτας (Isabetta) Σγουρομάλη, του Νικολό Γολέμη, του Τζώρτζη Βαλάκη (Zorzi Vcdacchi) και του Μιχάλη Ψαρά. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται στα έγγραφα ως fedeli nostri ή ως Napoletani. [28] Για όλους, Έλληνες ή Βενετούς, το Ναύπλιο ήταν «η γλυκεία τους πατρίδα».

Όσα από τα πρόσωπα που έδρασαν κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ειδικά της πρώτης, έγιναν αντικείμενο της ανακοίνωσής μου προσφέρονται μαζί με πάμπολλα άλλα ως καλά δείγματα για τη διερεύνηση της συναισθηματικής συμπεριφοράς που είχαν επιδείξει στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Αν εξετάσουμε το λεξιλόγιο των πηγών, που χρησιμοποιήθηκε για την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κοινωνικές στάσεις: τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνικής ομάδας από τη μη τήρηση συμφωνιών, τον φόβο του θανάτου, του πολέμου και της πείνας, τη νοσταλγία, την ελπίδα, την αγάπη για την πατρίδα.

Η μνεία, σε ένα φαινομενικά τυπικό βενετικό γραφειοκρατικό έγγραφο, των προνομίων της τσιγγάνικης μειονότητας του Ναυπλίου, τα όποια είχαν παραβλεφθεί από τις αρχές, υποδηλώνει τη δυσαρέσκεια των Τσιγγάνων και την αντίδραση του αρχηγού τους. Στη διαθήκη, εξάλλου, που είχε συντάξει Εν τω Αναυπλίω της Ρωμανίας, το 1534, η Δούκαινα Φροσύναινα, σημειώνεται ότι, καθώς είχε προσβληθεί από την πανώλη (ευρισκαμένη κεντρωμένη υπό την αθέμιτον πίκραν συμφορά της λοιμικής νόσου), διακατεχόταν από τον φόβο (φοβηζάμενη) μήπως πεθάνει χωρίς να έχει τακτοποιήσει τα υπάρχοντά της.[29]

Ο φόβος, πάλι, που προκαλεί γενικά το φάσμα της πείνας και του πολέμου, εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην αναφορά που είχαν στείλει οι κάτοικοι του Ναυπλίου, το 1539, διεκτραγωδώντας την τραγική θέση στην όποια είχε περιέλθει η πόλη. Οι Ναυπλιώτες, σύμφωνα με την αναφορά, δεν είχαν πλέον τρόφιμα και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Εάν οι Βενετοί δεν φρόντιζαν να τους στείλουν έγκαιρα σιτάρι, οι «poveri fidelissimi servitori» θα καταντούσαν να φάνε τα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα. [30] Η αγάπη, από την άλλη μεριά, για την πατρίδα αποτυπώνεται στις φράσεις με τις όποιες οι πρόσφυγες που ζητούσαν βοήθεια από τη Βενετία χαρακτήριζαν το Ναύπλιο: mia cara et dolce patria κι ακόμη infelice città.[31]

Τέλος, το συναίσθημα της ελπίδας αναγνωρίζεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των διαθηκών, στις όποιες οι διαθέτες διατύπωναν τις τελευταίες επιθυμίες τους. Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου, το 1544, ο Τζουάν Καρβούρης (Zuan Carvuri) στη διαθήκη που είχε συντάξει στη Βενετία, όπου είχε προσφύγει μετά την άλωση της πατρίδας του, έγραφε ότι, εάν ποτέ ξαναγυρνούσε στα χέρια των χριστιανών η πόλη του Ναυπλίου, τότε άφηνε στον ναό του Σωτήρα στο Ναύπλιο δύο καμπάνες (et se venisse mai la città de Napoli in mano de Christiani io lasso alla predita giesa [San Salvador] due campane). [32] Η ελπίδα επιστροφής στα πάτρια διατηρήθηκε για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα στον νου και τη σκέψη των Ναυπλιέων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους, το 1559, όταν η Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας πρότεινε να πουλήσει τις καμπάνες που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση, ο Νικόλαος Καλαβρός που τις είχε φέρει εγκαταλείποντας την πατρίδα του, αντιτάθηκε σθεναρά, υπενθυμίζοντας ότι οι καμπάνες είχαν παραδοθεί στην Αδελφότητα με τον όρο να επιστραφούν όταν το Ναύπλιο θα ελευθερωνόταν από τούς Τούρκους.[33]

Τα λίγα παραδείγματα που με τη βοήθεια του λεξιλογίου των πηγών παρέθεσα, σχετικά με τη συναισθηματική στάση ορισμένων προσώπων, αρκούν, νομίζω, για να καταδειχτεί ότι η μελέτη της ιστορίας των συναισθημάτων αποτελεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της Tiziana Plebani, ένα κλειδί ανάγνωσης για να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες του παρελθόντος άλλα και τού παρόντος. [34] Στην περίπτωσή μας επιχειρήθηκε, με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, η διεύρυνση της οπτικής, μέσα από την όποια εξετάζεται η κοινωνία του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου.

 

Chryssa Maltezou

Prosopographical Issues of Nafplio during the period of Venetian Domination

 

The study attempts to examine individual personalities of Nafplio during the venetocratia, in order to reconstruct on the basis of archival and published survivals various realities of life and also to understand sentimental tensions in the local society. In particular, it discusses the case of John the Gypsy, who bore the title of drungarius, known from a Venetian document of 1444, of the physicians exercising their profession in the town from the fifteenth to the seventeenth century, of the Venetian dignitaries during the fifteenth century, and of the inhabitants of Nafplio who sought refuge in Venice after the Turkish conquest of the town.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα² 1950, σ. 86-92· για το βιβλίο και τον συγγραφέα του βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μιχαήλ Λαμπρυνίδης. Η ανέκδοτη β’ γραφή της “Ναυπλίας” και η ετοιμασία συναγωγής των μελετών του», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, Αθήνα 1981-1982, σ. 127-132

[2] Από την Ινδία, από όπου προέρχονταν, οι Αθίγγανοι εξαπλώθηκαν, τον 9ο αι., μέσω της Περσίας, αρχικά στη βόρεια Συρία και Κιλικία και στη συνέχεια στη Βλαχία, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο (βλ. πρόχειρα: A. Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Ρ. Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Αθήνα 1996, σ. 549). Στην ιστορία των Τσιγγάνων έχει αφιερώσει δύο εργασίες ο Κ. Η. Μπίρης, Οι Γύφτοι. Μελέτη λαογραφική και εθνολογική, Αθήνα 1942· του ίδιου, Οι Τσιγγάνοι (Ρωμ και Γύφτοι). ‘Εθνογραφία και ιστορία, Αθήνα 1954.

[3] G. Soulis, «The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the Late Middle Ages», Γ. Σούλης 1927-1966. Ιστορικά μελετήματα βυζαντινά, βαλκανικά, νεοελληνικά, Αθήνα 1980, σ. 152-153, 164.

[4] Ρ. Topping, «Argos and Nauplia in the Rubrics of the Senato Misti (1389-1413)», Θησαυρίσματα 20 (1990), σ. 180, αρ. 36, και σ. 182, αρ. 47.

[5] Ρ. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Αγγελική Λαΐου- Θωμαδάκη, New Brunswick Ν. J. 1980, σ. 261, υποσ. 2.

[6] Για την εγκατάσταση Αλβανών σε βενετικά εδάφη βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία – Λάλα, «Εγκαταστάσεις πληθυσμών στην ελληνοβενετική ανατολή (13ος-18ος αιώνας). Μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 624 κ.ε. (όπου συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

[7] Κ. Ν. Σάθας (εκδ.), Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l’ histoire de la Grèce an Moyen Âge, τ. Β’, Παρίσι 1881, σ. 123-124 (επιτομή έγγρ.: Fr. Thiriet, Régestes des délibérations dti Sénat de Venise concemant la Romanie, τ. B’, 1400-1430, Παρίσι – Χάγη 1959, σ. 49, αρ. 1172)· πρβλ. Topping, «Albanian Settlements», ό.π., σ. 261-262.

[8] Soulis, «The Gypsies», ό.π., σ. 165.

[9] Στο ίδιο, σ. 154 κ.ε.

[10] Κ. Π. Κύρρης, «Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω», ανάτυπο από το Παγκύπριον Εκπαιδευτικόν Περιοδικόν “Μόρφωσις» 25 (1969), αρ. 292-295, σ. 3-7.

[11] D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. B’, Vie et. institutions, édition revue et augmentée par Chryssa Maltézou, Παρίσι 1975, σ. 32.

[12] Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Αθήνα 1926, σ. 40-41 (πρβλ. Zakythinos, Le despotat. grec, ό.π., σ. 32).

[13] Η Αγγελική Παπαγεωργίου, «Ο όρος δρούγγος κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος ai.)», Aureus. Τόμος Αφιερωμένος στον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό, Αθήνα 2014, σ. 663-671, θεωρεί ότι μετά τον 12ο αι. ο όρος δρούγγος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα με την ευρύτερη έννοια της διοικητικής ή γεωγραφικής υποδιαίρεσης.

[14] Κ. Ν. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισην της Βουλής εθνική δαπάνη, τ. Α’, Τζάνε Κορωναίου Μπούα Ανδραγαθήματα, Σουμάκη Ρέμπελων Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, εισαγωγική μελέτη – ευρετήρια Φάνη Μαυροειδή, Αθήνα 1867, φωτοτυπ. επανέκδ. 1982, σ. 28.

[15] Γ. Σ. Πλουμίδης, «Ειδήσεις δια το βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266, 267 και 272, αρ. 39, 58, 122 αντίστοιχα.

[16] Βλ. Χρύσα Μαλτέζου, «Η διαχείριση της υγείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Οι δημόσιοι γιατροί (14ος αι.)», Τιμητικός τόμος Στέφανου Γερουλάνου, υπό έκδοση.

[17] Βλ. Ιωάννα Α. Ραμουτσάκη, Σταθμοί της ιστορίας της ιατρικής στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας στο νησί (δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα γιατρών), Ηράκλειο, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (αναρτημένη στο διαδίκτυο: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10996#page/l/mode/2up).

[18] Βλ. Julian Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα (Porphyrogenitus) 1995, σ. 314, αρ. 160, και Μαρίνα Κουμανούδη, «“Ή εποχή των εύλαβων ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρωπία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρυσά Μαλτέζου, ό.π., σ. 394- 397.

[19] Σύμφωνα με τον Λαμπρυνίδη (Η Ναυπλία, ό.π., σ. 58, υποσ. 1) το Νοσοκομείο που ανακαίνισε ο Καποδίστριας είναι πιθανότατα αυτό που ιδρύθηκε με δωρεά του Acciaiuoli.

[20] Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη τού 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Moreα, Μονεμβασιώτικος Όμιλος. Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20- 22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173.

[21] Α. Μ. Μαλλιαρής, Alessandro Pini: Ανέκδοτη Περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 80.

[22] Στο ίδιο, σ. 4, 77, 79-81

[23] Μαλτέζου, «Στοιχεία», ό.π., σ. 173.

[24] Για την πολιτική της Βενετίας στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 29 κ.έ.

[25] Diana G. Wright, Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion, Ουάσινγκτον 1999 (UMI Dissertation Services on line)· της ίδιας, «The wooden towns of the State Mar. Medieval construction in Nauplion», Studi Veneziani 40 (2000), σ. 169-177.

[26] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, 1 (1563-1565), έγγρ. μέ χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[27] Στο ίδιο, έγγρ. με χρονολογία 1564, Σεπτέμβριος.

[28] Βλ. A.S.V., Grazie. Maggior Consiglio, reg. 1540- 1543, φ. 73v, reg. 1571-1589, φ. 44v, 54v, 56, 58v, 61v, 64v, 65, 69v.

[29] Η διαθήκη έχει εκδοθεί από τον Μ. Ι. Μανούσακα, «Μια διαθήκη από το Ναύπλιο (1534) με πλούσιο γλωσσικό υλικό», Αντίχαρη. Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά, Αθήνα 1984, σ. 257-269.

[30] Πλουμίδης, «Ειδήσεις», ό.π., σ. 273-274.

[31] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, ό.π., έγγρ. με χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[32] Ersie Burke, The Greek Neighbourhoods of Sixteenth Century Venice, 1498-1600. Daily Life of an Immigrant Community, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 233.

[33] Για το ζήτημα σχετικά με τις καμπάνες βλ. Νίκη Γ. Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[34] Tiziana Plebani, Un secolo di sentimenti. Amori e conflitti generazionali nella Venezia del Settecento, Βενετία 2012, σ. XIX.

 

Χρύσα Μαλτέζου,

ιστορικός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τέως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – François Dubuisson, 1699.

            

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών…

 

Read Full Post »

Οι ηρωίδες της Επανάστασης του 1821


 

Η Επανάσταση του  Εικοσιένα είναι μία κατ’ εξοχήν ηρωική εποχή, κατά την οποία οι «ραγιάδες» Έλληνες ξεσηκώνονται κατά του μακραίωνου οθω­μανικού ζυγού, αγωνίζονται σ’ έναν επτάχρονο πό­λεμο με άνισες δυνάμεις, από τον οποίο στο τέλος βγαίνουν νικητές με τις πολλές, βεβαίως, και γνω­στές απώλειες, υλικές και ηθικές. Η εποχή αυτή, μια εποχή ρήξης με το παρελθόν, καθώς και η όλη προεπαναστατική προετοιμασία με τους αγώνες των κλεφτών και των αρματολών, σφυρηλάτησε εκείνες τις γενιές για τις οποίες το ιδεώδες ήταν ο ήρωας που αντιστεκόταν στην καταπίεση και την αδικία σε βάρος του λαού. [1]

Μολονότι οι αγώνες αυτοί έχουν συνήθως ταυτι­στεί με την αξιοσύνη και τη γενναιότητα των ανδρών της εποχής, δεν έμειναν αμέτοχες και οι γυ­ναίκες – μάνες, κόρες, σύντροφοι – οι οποίες συχνά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Άλλωστε μια ηρω­ική εποχή δεν γεννά μόνο γενναίους άνδρες, αλ­λά και γενναίες γυναίκες, οι οποίες ανατρέφονται από τους ίδιους γονείς και γαλουχούνται μέσα στις ίδιες συνθήκες. Εκτός λοιπόν από τις γυναίκες που μένουν πίσω και περιμένουν καρτερικά το γυ­ρισμό των ανδρών, τους οποίους εμψυχώνουν και ενθαρρύνουν, είναι κι εκείνες που αγωνίζονται δί­πλα τους, ισότιμα, αξίζοντας το ίδιο μερίδιο αν­δρείας. Είναι οι γυναίκες που αποφασίζουν να παί­ξουν ενεργητικό ρόλο, να βγουν κι αυτές στα βουνά για να πολεμήσουν τον εχθρό, όπως η «Διαμάντω» του ομώνυμου κλέφτικου τραγουδιού:

 

«Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρ­μένη, / ποιος είδε κόρη όμορφη στα κλέφτικα ντυ­μένη; / Δώδεκα χρόνους έκανε αρματολός και κλέ­φτης, / κανείς δεν την εγνώρισε πως ήταν η Διαμάντω. / Μια μέρα και μιαν εορτή και μια λα­μπρήν ημέρα / βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρίξουν το λιθάρι / κι όπως έπαιζαν το σπαθί, και ρίχναν το λιθάρι, / εκόπη το θηλύκι της κι εφάνη το βυζί της […]».

Τόσο λοιπόν στα προεπαναστατικά χρόνια όσο και στη διάρκεια του Εικοσιένα πολλές ήταν οι γυναίκες που με θάρρος και αυταπάρνηση αγωνίστηκαν και θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους για την πατρίδα, δίνοντας μαθήματα φιλοπατρίας και αγωνιστικότητας και τιμώντας το φύλο τους. Για όλες αυτές τις γυναίκες δεν μπορεί βεβαίως να γίνει ξεχωριστή μνεία στο αφιέρωμα αυτό, αλλά θα αναφερθούν ενδεικτικά ορισμένες, προκειμένου να αποδοθεί το μέγεθος της συμβολής τους στον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Παροιμιώδης είναι η συμπεριφορά των Σουλιωτισσών [2] οι οποίες είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των ανδρών συμπατριωτών τους. Μεγαλωμένες στο άγριο και άγονο περιβάλλον των χωριών του Σουλίου, μαθημένες στη σκληρή και κακοτράχαλη ζωή, λιτοδίαιτες, εξοικειωμένες με τον κίνδυνο, πολεμούν αρματωμένες τους Αλβανούς στρατιώτες του Αλή πασά και δεν διστάζουν, όταν χρειαστεί, να θυσιαστούν για την πατρίδα.

 

Σουλιώτισσες, ελαιογραφία του Γεώργιου Μηνιάτη (1823-1895), β’ ήμισυ του 19ου αι. Οι θαρραλέες γυναίκες, που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες των Σουλιωτών, απεικονίζονται να βαστούν ντουφέκια και να μάχονται. Ο δημιουργός τονίζει το ηρωικό πνεύμα της εποχής με χαρακτηριστικό το υψηλό ήθος των προσώπων. Η σύνθεση και οι χρωματικές επιλογές του καλλιτέχνη παραπέμπουν στην περίοδο του Ρομαντισμού, με μακρινά παράλληλά του έργα, όπως η «Σφαγή της Χίου» του Ντελακρουά.

 

Οι Σουλιώτισσες διακρίνονται για τη φιλοπατρία τους και αγωνίζονται μέχρις εσχάτων αψηφώντας το θάνατο και δημιουργώντας διαχρονικά πρότυπα ηρωισμού και λεβεντιάς. Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων του 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα – ηρωίδα, που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά και με τόσο τραγικό τρόπο τη «γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα»: «Στη στεργιά δεν ζει το ψάρι / ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Μια θυσία που έχει εμπνεύσει τόσο τη λογοτεχνία όσο και τις εικαστικές τέχνες.

 

Ary Scheffer, Les femmes souliotes (Οι Σουλιώτισσες), 1827. Μουσείο του Λούβρου.

 

Την ίδια χρονική στιγμή (Δεκέμβριος του 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο για να μην παραδοθούν στον εχθρό.

Ο ηρωισμός της Δέσπως Μπότση, έχει απαθανατιστεί στο γνωστό δημοτικό τραγούδι:

 

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.

Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;

Ουδέ σε γάμο ρίχνονται ουδέ σε χαροκόπι.

η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.

Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο:

«Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι.

εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων».

«Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,

η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει».

Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:

«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσωμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε»,

και τα φυσέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν.

 

Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, η Δέσπω Σέχου-Μπότση, η Δέσπω Φώτου Τζαβέλα, η Ελένη Μπότσαρη, η Χρυσούλα Μπότσαρη και οι κόρες της Βασιλική και Αικατερίνη, αλλά και πολλές άλλες τίμησαν την πατρίδα με την ηρωική στάση τους στις κρίσιμες για το Σούλι εποχές του διωγμού του Αλή πασά, αλλά και στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.

 

Σουλιώτισσες – Δημοσιεύεται στο: «Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 1821», εκδ. Μέλισσα 1971.

 

Στη διάρκεια της Επανάστασης οι γυναίκες – ανώνυμες και επώνυμες – ως άμαχος πληθυσμός γίνονται θύματα της θηριωδίας του κατακτητή και υφίστανται την εκδικητική μανία του. Ύστερα από κάθε καταστροφή ακολουθούν φοβερές λεηλασίες και αιχμαλωσίες. Οι σφαγές της Χίου το 1822 εμπνέουν το Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά, που στο γνωστό του πίνακα, που σήμερα φυλάσσεται στο Λούβρο, αποτυπώνει όλη τη φρίκη αυτής της τραγωδίας. Από τους 100.000 κατοίκους στο νησί έμειναν λιγότεροι από 2.000. [3] «Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά απ’ αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’ όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα», ανέφερε προς τη Levant Company ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Φράνσις Ουέρι (Francis Werry). [4] Η ανηλεής αυτή καταστροφή, ένα από τα κορυφαία γεγονότα της Επανάστασης, σύντομα έγινε γνωστή στο εξωτερικό και εμψύχωσε το φιλελληνικό κίνημα που δημιουργήθηκε σε Ευρώπη και Αμερική. [5]

Η ίδια τύχη ανέμενε τα γυναικόπαιδα της Μακεδονίας, της Κρήτης, των Κυδωνιών, της Κάσου, των Ψαρών. Ανάμεσα στις Ψαριανές που κατάφεραν να σωθούν από το κύμα της τουρκικής θηριωδίας και μανίας ήταν η Δέσποινα Μανιάτη – Κανάρη, η αγαπημένη σύζυγος του πυρπολητή Κωνσταντή Κανάρη. Καθώς γνώριζε πολύ καλό κολύμπι, έπεσε στη θάλασσα μαζί με τα παιδιά της, ώσπου επιβιβάστηκε σε πλοίο και κατέφυγε με την οικογένειά της στην Αίγινα. Η Δέσποινα Κανάρη, πολύτιμη σύντροφος και συμπαραστάτης του γενναίου άντρα της, ήταν από τις ευγενικές γυναικείες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η παρουσία της πάντοτε είλκυε την προσοχή και το θαυμασμό των ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν τότε την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Πέκιο, που την πρωτοσυνάντησε στο σπίτι τους στην Αίγινα, σημειώνει τις πρώτες του εντυπώσεις: «Ενώ μιλούσαμε με τον Κανάρη, η σύζυγός του, με μητρική στοργή, θήλαζε ένα μωρό τριών μηνών, ονομαζόμενο Λυκούργο. Η μητέρα είναι Ψαριανή, με ωραίο σώμα, σοβαρή, με πρόσωπο γεμάτο μετριοφροσύνη – σωστή Αθηνά».[6]

Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και οι Μεσολογγίτισσες «ελεύθερες πολιορκημένες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του προπύργιου της δυτικής Ελλάδας βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα: μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών. Όταν αποφασίζεται η ηρωική έξοδος (10 Απριλίου 1826) μετά το φοβερό λιμό, ακολουθούν πολλές γυναίκες με αντρική ενδυμασία, κρατώντας από το ένα χέρι το σπαθί και από το άλλο το μωρό τους, ενώ οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά τους. Αυτές οι γυναίκες είχαν την ίδια φρικτή τύχη όπως και οι άνδρες της Εξόδου κατά τη γνωστή φοβερή σύγχυση που επικράτησε, και όσες κατάφεραν να γυρίσουν στην πόλη αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

 

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζονται μεταγενέστερες αναφορές προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια μερικών Μεσολογγιτισσών που είχαν στο μεταξύ απελευθερωθεί και ζητούσαν την κρατική πρόνοια, την οποία και έλαβαν. [7]

Ανάμεσα στις επώνυμες γυναικείες παρουσίες του Αγώνα, που το όνομά τους γρήγορα έγινε γνωστό στο εξωτερικό, είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1776-1825) και η Μαντώ Μαυρογένους (1796/7-1840).

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα σε ένα από τα λαϊκά φυλλάδια που κυκλοφορούσαν στη Ρωσία στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Σπετσιώτισσα Κυρά, την Καπετάνισσα του Εικοσιένα, [8] γι’ αυτή την αγέρωχη και αντικομφορμίστρια γυναίκα, που χάρη στις ικανότητάς της κατάφερε να επιβληθεί ανάμεσα στους άνδρες της εποχής της, να συμμετάσχει σε πολεμικά συμβούλια και να έχει ισότιμη γνώμη. Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της: μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της από τη γέννησή της ακόμη ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα λοιπόν όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει, γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.

Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης, από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα στα τέλη Απριλίου του 1821 σε μία συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η «υπεράσπιση» ή η «καταδίκη» των βιογραφούμενων προσώπων δεν είναι έργο του ιστορικού, όπως επίσης θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ιστορική βιογραφία δεν είναι βίοι αγίων. Δεν θα πρέπει όμως να λησμονούμε ότι οι λείες ήταν σύνηθες φαινόμενο της εποχής, καθώς επίσης ότι η Μπουμπουλίνα διέθεσε αυθόρμητα την τεράστια περιουσία της για την Επανάσταση.

Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Το επιβλητικό παρουσιαστικό της και η συμπεριφορά της αποτέλεσαν πρότυπο για τις σύγχρονες Ευρωπαίες, το δε ντύσιμό της είχε γίνει μόδα (μόδα «a la Bobeline»).

Διονυσίου Τσόκου: Η Μαντώ Μαυρογένους. Σπουδή για τον πίνακα «Η Δολοφονία του Καποδίστρια» της Τεργέστης. Τέμπερα σε χαρτί, 0,33 Χ 0,21 μ. Μουσείο Μπενάκη.

Η Μαντώ Μαυρογένους [9] ως γυναίκα ήταν το αντίθετο της Μπουμπουλίνας: εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη στην Τεργέστη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία. Στις παραμονές του Αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό κληρικό παπα-Μαύρο, από τον οποίο μυήθηκε στον Αγώνα και μαζί του πήγε στη Μύκονο αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης. Εκεί η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε και η ίδια μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες. Η αφειδώλευτη και ανιδιοτελής προσφορά της για την ανεξαρτησία δεν είχε τη δέουσα απήχηση στους συγχρόνους της. Ο έρωτάς της με τον Δημήτριο Υψηλάντη προκάλεσε προφανώς το φθόνο οπαδών του νεαρού πρίγκιπα, και είχε αποτέλεσμα τη δόλια απομάκρυνσή της στη Μύκονο και τη συκοφάντησή της στον ίδιο. Η περιπέτεια αυτή πίκρανε αφάνταστα τη Μαντώ, η οποία έκτοτε έζησε στις Κυκλάδες, ζητώντας μάταια οικονομική ενίσχυση από το κράτος. Πέθανε πάμφτωχη, λησμονημένη και πικραμένη. Σε αντίθεση με τη δίκαιη όσο ζούσε πίκρα της, μετά το θάνατό της δικαιώθηκε και η προσφορά της στον Αγώνα τής προσδίδει περίοπτη θέση ανάμεσα στις ηρωίδες της Επανάστασης

Οι γυναίκες του Εικοσιένα με το απαράμιλλο θάρρος τους, την αξιοθαύμαστη γενναιότητα, τις περιπέτειες και τις θυσίες τους, ανήκουν στη χορεία των γυναικών που αποτελούν αξεπέραστα σύμβολα δυναμισμού και πατριωτισμού. Η ίδια τους η ζωή και οι ασυνήθιστες – για τον ομαλό βίο – εμπειρίες που βίωσαν τούς προσδίδουν το φωτοστέφανο της ηρωίδας. Οι ηρωίδες της Ελληνικής Επανάστασης αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και ενέπνευσαν τις Ελληνίδες σε μεταγενέστερες εθνικά κρίσιμες περιόδους, όπως η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ε. J. Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848, Αθήνα (ΜΙΕΤ) 1990, σ. 190.

[2] Για τούς αγώνες και τη συμπεριφορά των Σουλιωτισσών βλ. Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ’21. Προσφορές, ηρωισμοί και θυσίες, Αθήνα-Γιάννινα, Δωδώνη 1995, σ. 27-87.

[3] Για την καταστροφή της Χίου ενδεικτικά Βλ. Χιακόν Αρχείον, τ. 1, σ. 20 επ., Αρχείον Κοινότητος Ύδρας, τ. Η , σ. 74-76, Γ. θ. Ζώρας, «Η εν έτει 1822 καταστροφή της Χίου κατά άγνωστον περιγραφήν του Ολλανδού προξένου. (Μία ενδιαφέρουσα εξιστόρησης των τραγικών γεγονότων)», Παρνασσός, τ. ΙΕ’ (1973), σ. 607-641.

[4] Ξηραδάκη, ό.π., σ. 230.

[5] Σχετικά Βλ. I. Δ. Δημάκης, «Τα δραματικά γεγονότα της Χίου του 1822 διά μέσου των στηλών του γαλλικού Τύπου της εποχής», Χιακή Επιθεώρησις, τ. Β (1964), σ. 167-182, του ίδιου, «Μαρτυρίες για την τύχη μερικών ορφανών από τη Χίο που γλύτωσαν από τη σφαγή του 1822», Χιακή Επιθεώρησις, τ. Γ (1965), σ. 159-168.

[6] Ξηραδάκη, ό.π., σ. 249.

[7] «Ήδη δε απελευθερωθείσα έφθασεν εδώ γυμνή και τετραχηλισμένη», ό.π., σ. 145.

[8] Για την Μπουμπουλίνα Βλ. Σωτηρία Αλιμπέρτη, Αι ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1933, Ξηραδάκη, ό.π., σ. 266-285, Φίλιππος Δεμεριζής – Μπούμπουλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες 2001, Χωσιές Μπαστιάς, Η Μπουμπουλίνα (μυθιστορία), Αθήνα 1946 (Εκδοτική Αθηνών 1995), Ελένη Κεκροπούλου, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (ιστορικό μυθιστόρημα), Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993, Michel de Grece, Η Μπουμπουλίνα (μυθιστόρημα), εκδ. Φερενίκη, Αθήνα 1999.

[9] Για την Μπουμπουλίνα Βλ. Αλιμπέρτη, ό.π., Ξηραδάκη, ό.π., σ. 286-310.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Σελίδες από την Ιστορία της Γυναίκας», τεύχος 175, 6 Μαρτίου 2003.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«Πλατεία Ονείρων» ένα ντοκιμαντέρ για την πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου του Γιώργου Ζέρβα


 

Το 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά, 19-28 Μαΐου 2020, όπου συμμετέχει και το ντοκιμαντέρ «Πλατεία Ονείρων», του Γιώργου Ζέρβα, που αφορά στην πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου.

Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Πέμπτη 28 Μαΐου 2020, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Ανάμεσα στις ταινίες και 77 ελληνικές πρόσφατες παραγωγές: απ’ την πολιτική, τη μουσική  την ιστορία, το περιβάλλον, τις ανθρώπινες σχέσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποκαλύπτουν την ίδια τη ζωή.

 

Πλατεία Συντάγματος

 

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι μοναδική. Περιβάλλεται από κτήρια διαφόρων εποχών και πολιτισμών φορτισμένα με μνήμες, οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα, κι αντέχει στις αυξανόμενες πιέσεις από ιδιωτικές χρήσεις.

Από τις ωραιότερες πλατείες της Ελλάδας, αν όχι η ωραιότερη, άρχισε να γίνεται πλατεία γύρω στη Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), άλλαξε πολλές μορφές και ονόματα και δίνει το στίγμα στη σημερινή πόλη.

Αυτό το δημιουργικό ντοκιμαντέρ είναι μια διερευνητική, στοχαστική προσέγγιση της πλατείας που βρίσκεται στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της πόλης και αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα νεοκλασικής, ορθογωνικής πλατείας στην τυπολογία των ελληνικών πλατειών. Η πλατεία, έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο, συλλογικό καθιστικό της πόλης, αποτελώντας ένα από τα κύρια συστατικά του Ευρωπαϊκού αστικού χώρου, απαιτεί την ανάδειξη της σπουδαιότητας και της ομορφιάς της, υπερασπίζοντας τη μνήμη, την αποκατάσταση και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση.

 

Βόλτα στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η ταινία επιχειρεί ένα ταξίδι σε μύθους, ιστορίες, μνήμες, συναισθήματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα, κτίσματα, σπάνια αρχειακά υλικά – χάρτες, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, ταινίες…-, αισθητικές και ανθρώπους – αρχιτέκτονες, ιστορικούς, αρχαιολόγους, ζωγράφους, σκηνοθέτες, επαγγελματίες, μόνιμους κατοίκους και επισκέπτες… -, για τους οποίους η πλατεία αποτελεί τρόπο ζωής. Γενναιόδωρη σκηνή για κάθε δραστηριότητα – κοινωνική, θρησκευτική, πολιτική… -, φιλόξενη για όλους – ντόπιους, ξένους, νέους, γέρους…-, ένα είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει.

Οι επιδιωκόμενοι στόχοι της ταινίας είναι:

  • Να ελκύσει ένα σημαντικό αριθμό Ελλήνων και ξένων επισκεπτών.
  • Να διηγηθεί την «ιστορία» της συγκεκριμένης πλατείας και να αποδώσει τη ζωή της στο πέρασμα του χρόνου.
  • Να συμμετέχει στο διάλογο περί «προστασίας και διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς».
  • Να υπερασπισθεί το δημόσιο χώρο προβάλλοντας τον πλούτο και τις ιδιαιτερότητες μιας ιστορικής πόλης, πρώην πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας.
  • Να αποτελέσει εν τέλει ένα βήμα προστασίας και ανάδειξης του χώρου της πλατείας Συντάγματος που αποτρέπει την αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητα, τη σημασία και την αισθητική της.

 

Το «Τριανόν» ή Παλαιό τζαμί της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου.

 

Σημείωμα του σκηνοθέτη

 

Ο Γιώργος Ζέρβας «επί το έργον».

Η πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου είναι ένα μοναδικό μνημείο. Μ’ αρέσει να συχνάζω στην πλατεία, από έφηβος πήγαινα. Και τώρα μόλις φτάσω στο Ναύπλιο εκεί θα πρωτοπάω. Θα τη διασχίσω, θα τρυπώσω στα δρομάκια της παλιάς πόλης που την αδειάζουν από περιπατητές και την ανατροφοδοτούν αδιάκοπα και θα επιστρέψω. Ξανά και ξανά.

Στον κινηματογράφο η πρώτη ύλη είναι ο χρόνος και στην πλατεία Συντάγματος αυτό που κυριαρχεί με την πρώτη ματιά είναι τα κτήρια με τις διαφορετικές αισθητικές τους, εκφράσεις περασμένων εποχών. Ο θρίαμβος του χρόνου δηλαδή. Γεγονός που σου δίνει μια ασυνείδητη απόλαυση. Όσο και να μην το σκέφτεσαι σε κατακλύζει η ιστορία μας, όχι μόνο του Ναυπλίου, αλλά της  Ελλάδας ολόκληρης. Οθωμανικά, ενετικά, νεοκλασικά, νεότερα ίχνη ορθώνονται, σε περικυκλώνουν και σου διηγούνται την πολυτάραχη ιστορία τους.

Η πλατεία με ωραίες αναλογίες, ούτε μικρή ούτε μεγάλη, συλλογικό καθιστικό της πόλης, είναι έργο της ιστορίας και της κοινωνίας, με διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά μέσα στο χρόνο. Αποτελεί γενναιόδωρη σκηνή για κάθε τελετουργία ή δραστηριότητα – πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, ψυχαγωγική -, φιλόξενη για όλους και ένα μόνο είναι το μυστικό της: να βρεις την ώρα και τη θέση που της ταιριάζεις και σου ταιριάζει. Όλο αυτό το περιβάλλον αποτελεί μέρος της πλούσιας ιστορικής μνήμης μας που οφείλουμε να γνωρίζουμε για να προχωρήσουμε μπροστά.

Αποφάσισα να γυρίσω την ταινία για να υπογραμμίσω τη σημασία και την αισθητική της πλατείας Συντάγματος και να υπερασπιστώ τη μνήμη, και την προσεκτική ανάκτηση ενάντια στη λήθη και την αλόγιστη επέμβαση. Κατά βάθος επιθυμώ η ταινία να αποτελέσει έναν επιπλέον λόγο υπερηφάνειας και αυτοπεποίθησης για τους Ναυπλιείς, αλλά παράλληλα κι ένα ισχυρό βήμα προστασίας και ανάδειξης της πλατείας με σεβασμό στην πολιτιστική μας κληρονομιά.

 

Γιώργος Ζέρβας

 

Γεννήθηκε στην Πρόσυμνα Αργολίδας το 1960. Από το 1977 μέχρι το 1982 σπούδασε χημεία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Το 1983 συνέχισε στο Παρίσι παρακολουθώντας το τμήμα θεατρικών και κινηματογραφικών σπουδών του Πανεπιστημίου PARIS1, Sorbonne, με διευθυντή σπουδών τον Ζακ Γκουαμάρ. Το 1986 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές DEA με διευθυντή τον σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ. Παράλληλα τελείωσε το τμήμα δημιουργικού βίντεο – cinema-animation-video- στην Ecole Normal Superieure des Arts Decoratifs.

Από το 1995 μέχρι σήμερα εργάζεται ως σκηνοθέτης και παραγωγός οπτικοακουστικών και ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ταινίες του έχουν βραβευτεί και παρουσιαστεί σε διάφορα φεστιβάλ και τηλεοπτικά κανάλια ανά τον κόσμο: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα, Παρίσι, Μασσαλία, Στρασβούργο, Μόναχο, Νέα Υόρκη, Ρώμη, Βαρκελώνη, Κάρλοβυ Βάρυ, Κωνσταντινούπολη, Κορκ, Λονδίνο, Λουξεμβούργο…

 

«Πλατεία Ονείρων»

 

Συντελεστές του ντοκιμαντέρ

  • σενάριο – σκηνοθεσία – μοντάζ | ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • φωτογραφία – ήχος | ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ
  • μιξάζ – ΝΙΚΟΣ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
  • μουσική – ΜΟΝΙΚΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
  • οργάνωση παραγωγής – ΤΖΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
  • τεχνικός σύμβουλος – ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΟΥΔΗΣ
  • παραγωγή – ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΑΣ FILM PRODUCTIONS
  • υποστήριξη – ΔΗΜΟΣ ΝΑΥΠΛΙΕΩΝ – Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ.

HD, 83 min Έγχρωμο-Α/Μ, 2020

 

Read Full Post »

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου κατά την περίοδο 1847-1859 & 1860 -1879 | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το έτος 1847 υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου ο Ιωάννης Πάνος. Με την από 4 Ιουνίου 1847 αναφορά του ζητούσε να του καταβληθούν οι μισθοί των προηγουμένων μηνών, ειδάλλως θα υποχρεωνόταν να υποβάλλει την παραίτησή του. [1] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Ιωάννης Πάνος παρέμεινε και τον επόμενο χρόνο (1848) στη θέση του, ενώ στη συνέχεια πήρε μετάθεση για τον Πόρο.

Την ίδια περίοδο προβλήματα είχε και το διδακτήριο του Σχολείου. Με την υπ’ αριθμ. 7408/28 Δεκεμβρίου 1848 αναφορά του προς τον Υπουργό ο Νομάρχης Αργολίδας, αναφέρει ότι «το διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου μετά και την προτροπή σας όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλ’ έκτοτε εχειροτέρευσεν. Η δε δημοτική αρχή Κρανιδίου, απροκαλύπτως ομολογούσης ως οικτράν την κατάστασιν αυτήν, μέχρις ότου νέα πρόσωπα αντικαταστήσωσι τα μέχρι τούδε διέποντα τα του Δήμου. Τοιαύτης ούσης της καταστάσεως δεν δυνάμεθα να γνωμοδοτήσωμεν περί του διορισμού δημοδιδασκάλου καθότι το διδακτήριο είναι ετοιμόροπον».[2]

Για τα θέματα εξάλλου της μισθοδοσίας των δημοδιδασκάλων ο Νομάρχης Αργολίδας με την από 23 Οκτωβρίου 1848 αναφορά του είχε διατυπώσει προς τον Υπουργό το παράπονο όλων σχεδόν των δημοδιδασκάλων, καθώς το ήμισυ των μισθών τους που καταβάλλεται από το Δημόσιο Ταμείο, δεν το είχαν λάβει εδώ και αρκετούς μήνες.[3]

Στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. 522/18 Φεβρουαρίου 1849 έγγραφό του ο επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέας πληροφορεί τον Νομάρχη Αργολίδας ότι:

«Αν και επανειλημμένως σας προσκαλέσαμεν να μας ενημερώσετε περί της καταστάσεως του Σχολείου Μάσητος και να προτείνετε τον διορισμόν δημοδιδασκάλου εις αυτό το Σχολείον εισέτι όμως δεν ελάβομεν ουδεμίαν απάντησιν, έχοντας υπ’ όψιν την υπ’ αριθμ. 9 πράξιν του Επαρχιακού Συμβουλίου διορίζομεν ως δημοδιδάσκαλον τον Δημήτριον Αντωνάκην δημοδιδάσκαλον Θυρέας».

Ο διορισμός έγινε με την υπ’ αριθμ. 238/17 Φεβρουαρίου 1849 πράξη. [4] Αιτιολογώντας την καθυστέρηση που επέδειξε ο Νομάρχης Αργολίδας ανέφερε στον Υπουργό με το υπ’ αριθμ. 1391/7 Μαρτίου 1849 έγγραφό του ότι η Δημοτική Αρχή αδυνατεί να γνωμοδοτήσει για τον διορισμό δημοδιδασκάλου, καθώς το κτήριο που στεγάζεται το σχολείο κρίνεται ακατάλληλο, με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας του.

Έναν χρόνο, σχεδόν, μετά τον διορισμό του, ήτοι στις 5 Μαΐου 1850, ο δημοδιδάσκαλος Δημήτριος Αντωνάκης αναφέρει στο Υπουργείο «τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των χρηματικών ενταλμάτων για την μισθοδοσία του».[5]

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1850 επανέρχεται με νέα αναφορά του και ενημερώνει τον Υπουργό ότι λαμβάνει την μισθοδοσία την εκ μέρους της Κυβέρνησης μόνον και όχι από τον Δήμο. Εδώ και είκοσι μήνες «δεν έλαβον ούτε οβολόν απέναντι της εκ του Δήμου μισθοδοσίας μου», αναφέρει. [6]

Με το υπ’ αριθμ. 4375/24 Ιουλίου 1850 έγγραφό του ο Νομάρχης Αργολίδας στέλνει προς έγκριση στο Υπουργείο την επιτροπή των εξετάσεων αποτελούμενη από τους: Αναγνώστη Γουζούαση, Ανδρέα Πέπα, Αναγνώστη Π. Φασιλή, Βασίλειο Χαρακόπουλο και τον ιερέα Ιωάννη Σακελλαρίδη, η οποία και εγκρίθηκε από τον Υπουργό. [7]

Με την υπ’ αριθμ. 6173/2 Σεπτεμβρίου 1850 αναφορά του ο Νομάρχης Αργολίδας αποστέλλει τον πίνακα των θερινών εξετάσεων του Σχολείου στον επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματέα. Αυτός με το από 16 Σεπτεμβρίου 1850 έγγραφό του εκφράζει τις ευχαριστίες του και την ευαρέσκειά του προς τον δημοδιδάσκαλο Δημήτριο Αντωνάκη. Πραγματικά ο Δημήτριος Αντωνάκης ήταν ένας εργατικός και τίμιος δημοδιδάσκαλος, γι΄ αυτό και οι κάτοικοι του Κρανιδίου τον σέβονταν και τον αγαπούσαν.[8]

Τον επόμενο χρόνο (1851) ο Δ. Αντωνάκης φαίνεται πως μετατίθεται στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Πόρου, ενώ ο δημοδιδάσκαλος Ιωάννης Πάνος μετατίθεται για δεύτερη φορά στο Κρανίδι.[9]

Στις 27 Οκτωβρίου 1851 ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος στέλνει αναφορά προς το Υπουργείο γράφοντας τα εξής:

«Με λύπη μου εδέχθην την άνευ λόγου μετάθεσίν μου εις Κρανίδιον. Μόλα ταύτα προθυμοποιούμαι να υπακούσω την διαταγήν του Σου Υπουργείου. Εις την θέσιν ταύτην και προ χρόνων υπηρέτησα δια δύο έτη, αλλά δεν πληρωνόμουν από τον Δήμον, αλλά ούτε οι προ εμού υπηρετήσαντες που κατέφυγαν στα δικαστήρια. Προβλέπω δε ότι ούτε τώρα θα πληρωθώ».

Φαίνεται πως ο Δήμος Κρανιδίου δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικός προς τους δημοδιδασκάλους και γενικότερα προς τα θέματα της εκπαίδευσης. Για τον λόγο αυτό ούτε αποδιδόταν στους δημοδιδάσκαλους ο μισθός τους, ούτε διατίθονταν χρήματα για τις επισκευές του διδακτηρίου και την αγορά των απαραιτήτων μέσων διδασκαλίας. Το φαινόμενο αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια.

Ο Υπουργός προβληματισμένος από την αναφορά του Ιωάννη Πάνου εισηγήθηκε με το από 15 Δεκεμβρίου 1851 έγγραφό του τη μετάθεσή του στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ύδρας. Δημοδιδάσκαλος στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Ύδρας ήταν ο Γεώργιος Μαρινιώτης, ο οποίος είχε μετατεθεί στην Ύδρα από τις Βρασιές, με το υπ’αριθμ.10991/11 Αυγούστου 1848 έγγραφο του Υπουργείου, αντί του Δημητρίου Καλκάνη, που ήταν απασχολημένος στην Κόρινθο με την μισθοδοσία του και καθυστέρησε να αναλάβει υπηρεσία. Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

Έτσι ο δημοδιδάσκαλος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Ύδρας Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Κρανίδι. Με τις ενέργειες του ανωτέρω δημοδιδασκάλου (οι από 19 Φεβρουαρίου 1852 και από 20 Απριλίου 1852 σχετικές αιτήσεις του) και επί Δημαρχίας Βασιλείου Νόνη δόθηκαν από το Υπουργείο στον βουλευτή Ερμιονίδας Ανδρέα Πέπα βιβλία για τις ανάγκες των μαθητών του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Κρανιδίου.[10]

 

 

Στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο,

με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο

από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση

στο Δημόσιο σχολείο της πόλης δεν ήταν εύκολη

 

 

Ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός είναι και το ακόλουθο. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 8002/15 Νοεμβρίου 1852 αναφορά του Νομάρχη Αργολίδος προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για την κατάσταση των εκπαιδευτηρίων της Νομαρχίας αναφέρεται ότι στο Κρανίδι λειτουργούσε Γραμματοσχολείο, με δημοδιδάσκαλο αμειβόμενο από τους γονείς των μαθητών, καθώς η μετάβαση στο Δημόσιο σχολείο της πόλης (απόσταση 20 λεπτών) δεν ήταν εύκολη. Εκτός, όμως, από αυτό, όπως ισχυρίζονταν οι γονείς των μαθητών, ο διδάσκαλος, ο οποίος διέμενε στην ίδια γειτονιά με τους μαθητές, τους «παιδαγωγούσε» στον ελεύθερο χρόνο τους. Το έτος ίδρυσης/κατάργησης του ανωτέρω Γραμματοσχολείου παραμένει άγνωστο.

Τον κατάλογο των εκατόν έξι μαθητών (106) του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου που εξετάσθηκαν κατά τις θερινές εξετάσεις της 14ης Αυγούστου 1853, υπογράφει ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης. Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Άγγελος Γουζούασης, Ιωάννης Ζέρβας και ο ιερέας Ιωάννης Σακελλαρίδης.

Στο από 4 Σεπτεμβρίου 1853 έγγραφο ο Νομάρχης Αργολίδας αναφέρει ότι ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Μαρινιώτης επέδειξε επιμέλεια και ο μισθός του ανέρχεται στις ογδόντα δραχμές (80 δρχ.) πληρωτέος «εξ ημισείας» από το Δημοτικό και Δημόσιο ταμείο.

Να σημειώσουμε ότι κατά το σχολικό έτος 1852-1853, σύμφωνα με τον πίνακα των εγγραφών της 19ης Αυγούστου 1853, ενεγράφησαν στο σχολείο εκατόν ενενήντα επτά (197) μαθητές. Τότε το Κρανίδι αριθμούσε τους επτά χιλιάδες (7.000) κατοίκους.[11]

Το έτος 1854 στο υπ’ αριθμ. 10345/27 Νοεμβρίου 1854 έγγραφο του Νομάρχη Αργολίδας προς τον Υπουργό αναγράφονται προς έγκριση τα ονόματα της εξεταστικής επιτροπής αποτελούμενης από τους: Γεώργιο Δέδε, Λογοθέτη Ζέρβα, Χρήστο Φασιλή, Σπηλιώτη Κρέστα, Κοσμά Τσαμαδό και Χρήστο Βενέτη. Δήμαρχος ήταν τότε ο Άγγελος Γουζούασης.

Τον επόμενο χρόνο, 1855, ο Γεώργιος Μαρινιώτης μετατέθηκε στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Τρίπολης. Απεβίωσε 21 χρόνια αργότερα στις 4 Σεπτεμβρίου 1876.

Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια δεν γνωρίζουμε ονόματα δημοδιδασκάλων του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου, ούτε εντοπίσαμε έγγραφα σχετικά με τη λειτουργία του. Το 1859 δημοδιδάσκαλος του Σχολείου ανέλαβε ο Ιωάννης Γλύνης.

 

 

Η λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου

κατά την περίοδο 1860 -1879

 

 

Το σχολικό έτος 1860-1861 δημοδιδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Κρανιδίου ήταν ο Ιωάννης Μ. Γλύνης, Β΄ τάξεως, που αποφοίτησε από το Β΄ Διδασκαλείο Αθηνών. Κατά την Α΄ τριμηνία (1861) ενεγράφησαν στο σχολείο τον Ιανουάριο τριακόσιοι οκτώ (308) μαθητές, τον Φεβρουάριο τριακόσιοι (300) και τον Μάρτιο τριακόσιοι τρεις (303), ενώ κατά τη Β΄ τριμηνία (1861), τελευταία του σχολικού έτους 1860 – 1861, ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι είκοσι (220) μαθητές, τον Μάιο διακόσιοι δώδεκα (212) και τον Ιούνιο διακόσιοι εβδομήντα εννέα (279). Το Κρανίδι αριθμούσε τότε έξι χιλιάδες εξακόσιους δεκαεννέα (6.619) κάτοικους.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το υπ’ αριθμ. 2585/16 Ιουνίου 1861 έγγραφο του Επάρχου Σπετσών και Ερμιονίδος προς τη Νομαρχία Αργολίδος «Περί της καταστάσεως των Δημοτικών Σχολείων της Επαρχίας», όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:

Δεν αναπληρώθηκαν οι υφιστάμενες ελλείψεις, όπως αναφέρθηκαν στους ελέγχους της Α΄ τριμηνίας στα σχολεία Κρανιδίου και Ερμιόνης. Στον μεν δήμο Κρανιδίου εξαιτίας της αμέλειας και της ανικανότητας της δημοτικής αρχής αλλά και στην όχι καλή διαχείριση των δημοτικών πόρων. Στον δε δήμο της Ερμιόνης εξαιτίας της έλλειψης δημοτικού εισπράκτορα ώστε να εισαχθούν χρήματα στο Δημοτικό Ταμείο.

Νικόλαος Σκλιάς

Το επόμενο σχολικό έτος 1861-1862 δημοδιδάσκαλος παρέμεινε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ’ τριμηνίας (1861) στο σχολείο, «χωρητικότητας» τετρακόσιων (400) μαθητών, ενεγράφησαν τον Οκτώβριο τριακόσιοι σαράντα οκτώ μαθητές (348), τον Νοέμβριο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) και τον Δεκέμβριο τριακόσιοι σαράντα εννέα (349). Τη Β΄ τριμηνία (1862) ενεγράφησαν τον Απρίλιο διακόσιοι δεκατρείς (213), τον Μάιο διακόσιοι δύο (202) και τον Ιούνιο διακόσιοι δεκαπέντε (215) μαθητές. Είναι φανερό ότι κατά τη Β΄ τριμηνία ο αριθμός των  εγγραφέντων μαθητών ήταν λιγότερος κατά εκατόν τριάντα (130). Το σχολικό έτος 1862-1863 καθήκοντα δημοδιδασκάλου ασκούσε ο Νικόλαος Σκλιάς, ιερέας, εξαιρετικά προσεκτικός και καλλιγράφος, βοηθούμενος από τον υποδιδάσκαλο Ιωάννη Νίκα.

Το σχολείο λειτουργούσε με τρία (3) συνδιδακτικά τμήματα και οκτώ (8) κλάσεις αλληλοδιδακτικών τμημάτων. Οι μαθητές που φοιτούσαν αριθμούσαν τους τριακόσιους εξήντα τέσσερις (364), από τους οποίους εξετάσθησαν οι τριακόσιοι τριάντα δύο (332). Η κατανομή των μαθητών ανά τμήμα/κλάση είχε ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα δύο (32)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: έντεκα (11)
  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι εννέα (29)
  • Η΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα τέσσερις (34)
  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: τριάντα ένας (31)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι πέντε (25)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: σαράντα πέντε (45)

Οι υπόλοιποι εκατόν πενήντα εννέα (159) μαθητές φοιτούσαν στις άλλες τέσσερις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων, όπως αναγράφεται, συνοπτικά, στον κατάλογο των ετησίων εξετάσεων. Τριάντα (30) μαθητές εκρίθησαν ικανοί να δώσουν εξετάσεις και να φοιτήσουν στο Ελληνικό Σχολείο, σύμφωνα με το πρακτικό της 27ης Ιουλίου 1863, που υπογράφεται ως εξής:

 

Δημοδιδάσκαλος Δήμαρχος
Νικόλαος Σκλιάς Πέτρος Γουζούασης
Εξεταστική Επιτροπή
Ιωάννης Λουκάς ιερέας Πέτρος Γουζούασης

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1864-1865 δημοδιδάσκαλος του σχολείου παρέμεινε ο Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον «κατάλογο των ενιαυσίων εξετάσεων»[12] της 19ης Ιουλίου 1865 στο σχολείο φοιτούσαν οι μαθητές κατά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: τριάντα επτά (37)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα εννέα (19)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 1ο δεκαοκτώ (18), Τμήμα 2ο είκοσι έξι (26)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι επτά (27)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δεκαεπτά (17)

Ο αριθμός των μαθητών των άλλων κλάσεων δεν αναγράφεται στο έγγραφο. Η εξεταστική επιτροπή έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον Ευστάθιο ή Γεώργιο Υφαντίδη, ο οποίος από τη σύσταση του σχολείου βοηθούσε στην εύρυθμη λειτουργία του. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κοσμά Τσαμαδό και Ιωάννη Ζέρβα, ευελπιστεί ότι η σπουδαιότητα του ανωτέρω εγγράφου θα ληφθεί υπόψη από το αρμόδιο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και θα τιμήσει δεόντως τον Υφαντίδη.

Το επόμενο σχολικό έτος 1865-1866 δημοδιδάσκαλος του σχολείου ήταν πάλι ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 27ης Ιουλίου 1866 το σχολείο λειτούργησε με μαθητές ανά τμήμα/κλάση ως εξής:

  • Γ΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι πέντε (25)
  • Β΄ συνδιδακτικό τμήμα: είκοσι τέσσερις (24)
  • Α΄ συνδιδακτικό τμήμα: δέκα επτά (17)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Η΄, Τμήμα 2ο : πενήντα (50), Τμήμα 1ο : οκτώ (8)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ζ΄: είκοσι τέσσερις (24)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Στ΄: δεκαέξι (16)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Ε΄: δώδεκα (12)
  • Αλληλοδιδακτικό τμήμα – κλάση Δ΄: δώδεκα (12)

Για τις υπόλοιπες (Γ΄, Β΄, Α΄) κλάσεις δεν αναγράφεται ο αριθμός των μαθητών. Την έκθεση της εξεταστικής επιτροπής υπογράφουν: Ο Α΄ δημαρχεύων πάρεδρος Αντώνιος Σκρεπετός και οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Άγγελος Γουζούασης, Πέτρος Γουζούασης, Κ. Ζέρβας και Εμμανουήλ Μίλησης.

Κατά τη Β΄ τριμηνία (1870) του σχολικού έτους 1869-1870 στο σχολείο ενεγράφησαν τον Απρίλιο τριακόσιοι σαράντα τρεις (343) μαθητές, τον Μάιο τριακόσιοι σαράντα (340) και τον Ιούνιο τριακόσιοι σαράντα (340). Δημοδιδάσκαλος εκ νέου ο ιερεύς Νικόλαος Σκλιάς με μηνιαίο μισθό που ανερχόταν στις ογδόντα (80) δραχμές.

 

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο

ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος

 

 

Το επόμενο σχολικό έτος 1870-1871, σύμφωνα με τον τριμηνιαίο έλεγχο της Δ΄ τριμηνίας (1870), στο σχολείο ενεγράφησαν τον Οκτώβριο διακόσιοι πενήντα (250) μαθητές, τον Νοέμβριο διακόσιοι πενήντα δύο (252) και τον Δεκέμβριο διακόσιοι πενήντα τρεις (253) με δημοδιδάσκαλο τον ιερέα Νικόλαο Σκλιά.

Αντώνιος Στρίγκος

Το σχολικό έτος 1872-1873 υπηρετούσε στο σχολείο ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωαν. Στρίγκος. Σύμφωνα με τον κατάλογο των «ενιαυσίων εξετάσεων» της 25ης Ιουλίου 1873, στο συνδιδακτικό τμήμα φοιτούσαν τριάντα (30) μαθητές χωρισμένοι σε δύο «κλάσεις». Στη Β΄ κλάση φοιτούσαν έντεκα (11) μαθητές και στην Α’ δεκαεννέα (19). Και η Η΄ κλάση του αλληλοδιδακτικού τμήματος ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα. Στο Β΄ τμήμα φοιτούσαν πενήντα επτά (57) μαθητές και στο Α΄ δεκατρείς (13). Στις υπόλοιπες κλάσεις οι εγγεγραμμένοι μαθητές κατανέμονταν ως εξής:

 

  • Ζ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: επτά (7)
  • Στ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκαέξι (16)
  • Ε΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δέκα (10)
  • Δ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: δεκατρείς (13)
  • Γ΄ κλάση αλληλοδιδακτικού τμήματος: είκοσι οκτώ (28)

Στη σημείωση του σχετικού εγγράφου αναφέρεται πως άλλοι εκατόν είκοσι έξι (126) μαθητές ανήκουν στις κλάσεις των αλληλοδιδακτικών τμημάτων Β΄ και Α΄. Το σύνολο των μαθητών ανέρχεται στους τριακόσιους (300). Από τους έντεκα (11) μαθητές της Β΄ κλάσης του συνδιδακτικού τμήματος εννέα (9) προετοιμάσθηκαν για τις εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Στη σχετική κατάσταση αναγράφεται η βαθμολογία των μαθητών ως εξής:

Πέντε (5) μαθητές είχαν βαθμολογία α΄ (άριστα)

Τρεις (3) μαθητές είχαν βαθμολογία β΄ (λίαν καλώς)

Ένας (1) μαθητής είχε βαθμολογία γ΄ (καλώς)

Δύο (2) μαθητές είχαν βαθμολογία δ΄ (σχεδόν καλώς)

Μηδέν(0) μαθητές είχαν βαθμολογία ε΄ (μετρίως)

Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Αριστείδης Ι. Ζέρβας, Νικόλαος Βασιλείου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Σπύρος Γεωργόπουλος και Βασίλειος Τσούτσας, ιερέας.

Το σχολικό έτος 1876-1877 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα (240). Οι εξετασθέντες διακόσιοι (200), οι απολυθέντες οκτώ (8) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60).

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ως δημοδιδάσκαλος ο ιερέας Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (2 και 3 Αυγούστου 1877) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι δεκατρείς (213). Οι εξετασθέντες εκατόν ογδόντα εννέα (189), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες σαράντα επτά (47). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Βασίλειος Βασιλείου. Ράλλης Πάππας, Ελληνοδιδάσκαλος, Αριστείδης Ζέρβας και Αντώνιος Σακελλαρίου.

Το μεθεπόμενο σχολικό έτος 1878-1879 στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος, Αντώνιος Ιωάν. Στρίγκος. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (25 και 26 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι πενήντα τέσσερις (254). Οι εξετασθέντες εκατόν εβδομήντα (170), οι απολυθέντες δεκατρείς (13) και οι αριστεύσαντες εξήντα (60). Την εξεταστική επιτροπή για τα δύο σχολεία αποτελούσαν οι: Λουκάς Ρομπότης, ιερέας, Α. Βαλληνδάς, Ν. Α. Βασιλείου και Δ. Γιαλούρης.

Το ίδιο σχολικό έτος στο «2ο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Κρανιδίου – Παράρτημα» υπηρετούσε ο ίδιος δημοδιδάσκαλος Νικόλαος Δ. Σκλιάς. Σύμφωνα με την κατάσταση των εξετάσεων (27 και 28 Ιουλίου 1879) οι φοιτήσαντες μαθητές ήσαν διακόσιοι σαράντα τρεις (243). Οι εξετασθέντες διακόσιοι τριάντα τρεις (233), οι απολυθέντες διακόσιοι (200) και οι αριστεύσαντες εβδομήντα οκτώ (78). Την εξεταστική επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καλομπίρης, ιερέας, Μ. Βλαβιανός, Γ. Α. Νικολάου, Ν. Λέκκας και Μ. Μπιρμπίλης.

Η σύνταξη του πρακτικού της εξεταστικής επιτροπής έγινε στις 30 Ιουλίου 1879.

 

Υποσημειώσεις


  

[1]Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης: «Η ιστορία του Κρανιδίου…», Αθήνα 2013.

[2]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.177.

[3]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[4]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Κατάστασις των εκπαιδευτηρίων», Φ.176.

[5]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Μισθοί…», Φ. 231.

[6] όπ. π.

[7]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξεταστικαί επιτροπαί», Φ. 152.

[8] όπ. π.

[9]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Διορισμοί…», Φ. 138.

[10]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Περί βιβλίων», Φ. 172.

[11]Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Β΄, «Εξετάσεις Δημοτικών Σχολείων», Φ. 168.

[12] Στον κατάλογο εκτός από το ονοματεπώνυμο του μαθητή αναγραφόταν η ηλικία, ο τόπος γέννησης, η θρησκεία και η βαθμολογία, 4 =Άριστα, 3=Λίαν καλώς, 2= μέτριος.

 

Πηγή


  • Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄, Φακ. 345 (1855-1886).

 

 Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο ωρολογοποιός, μοναχός Γαλακτίων και το σχέδιο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρύσει την πρώτη σχολή ωρολογοποιίας στην Ελλάδα – Νικολέττα Ζυγούρη Ιστορικός, ΜΔΕ


 

Με αφορμή το ρολόι του Ανδρέα Μιαούλη που βρίσκεται στις Συλλογές του Ε.Ι.Μ., ξεκίνησε η έρευνα για την αναζήτηση του μοναχού Γαλακτίωνος στον οποίο ο ναύαρχος είχε δωρίσει το ρολόι του. Η πληροφορία που μας μετέφεραν οι επιστολές που συνόδευαν τη δωρεά, για το μοναχό Γαλακτίωνα από τη μονή της Πάτμου, δεν επαληθεύτηκε από την έρευνά μας [1], η οποία ωστόσο, δεν απέβη άκαρπη. Μας επέτρεψε να ιχνηλατήσουμε τη ζωή ενός άλλου ιερομονάχου με το ίδιο όνομα, του Γαλακτίωνος Γαλάτη από το Μοναστήρι του Πόρου, ο οποίος αν και δεν ήταν ο κάτοχος του ρολογιού της Συλλογής μας, ωστόσο, υπήρξε μια μοναδική προσωπικότητα που συνδέθηκε με το όνειρο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρυθεί σχολή ωρολογοποιίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, από τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο, υπήρξε ο πρώτος αυτοδίδακτος ωρολογοποιός που εστάλη από τον Καποδίστρια στη Γενεύη, για την τελειοποίηση της τέχνης του. Με την παρακίνηση και την προσωπική φροντίδα του Ελβετού φιλέλληνα ιατρού Louis Andre Gosse, ο Γαλακτίων ταξιδεύει το 1829 από τον Πόρο στη Γενεύη, όπου τοποθετείται αμέσως δίπλα σ’  έναν ωρολογοποιό για την εκμάθηση της τέχνης. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ι. Καποδίστρια ο Γαλακτίων, μετά το πρώτο εξάμηνο των σπουδών του, εκπαιδεύεται στο σχέδιο και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών που τόσο απαραίτητα ήταν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Κυβερνήτης σκόπευε να συστήσει στο άμεσο μέλλον, μια δημόσια σχολή ωρολογοποιίας [2], όπου εκεί θα αξιοποιούσε το ταλέντο και τις γνώσεις του Έλληνα ωρολογοποιού.

 

Ο Ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, σχέδιο του Βέλγου διπλωμάτη Benjamin Mary (1792-1846), 25 Αυγούστου 1841.

 

Μετά το θάνατο του I. Καποδίστρια (27/9/1831), το σχέδιο για τη σύσταση της σχολής μένει μετέωρο, ωστόσο, επανέρχεται ως προσδοκία σε επιστολή που στέλνει το 1835 ο Βιάρος Καποδίστριας στον Gosse. Σε αυτή γίνεται λόγος για τον ιερομόναχο Γαλακτίωνα που βρισκόταν στη Γενεύη και την προοπτική να επιστρέφει στην πατρίδα του για να προσφέρει με τις γνώσεις του σε αυτή και εκφράζεται η πρόθεση δημιουργίας ενός ιδρύματος τεχνολογίας στο Ιόνιο, όπου ο μοναχός θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Το 1835 ο ιερομόναχος Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη. Από το 1835 έως το 1837 υπάρχουν αναφορές ότι εργάζεται στο Λονδίνο και καλύπτει με διάκριση, ως πνευματικός, τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου, χωρίς να έχει επισήμως διοριστεί. Μετά από ένα κενό διάστημα εννέα ετών, το όνομα του Γαλακτίωνος το εντοπίζουμε σε επιστολή που ο ίδιος από την Αθήνα απέστειλε προς το Υπουργείο περί των Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως την 1η Δεκεμβρίου 1846.

Σε αυτή την επιστολή ο ιερομόναχος, αφού συστηνόταν παρουσιάζοντας εν συντομία τη ζωή του, ζητούσε την άδεια να επιστρέφει στη Μονή του στον Πόρο, όπου ο ίδιος ανήκε εξ απαλών ονύχων, για να λάβει μετάνοια και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νεότερους μοναχούς που θα επιθυμούσαν να μάθουν την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών. Το αίτημά του, το οποίο προωθήθηκε με την προσωπική μέριμνα του ίδιου του Υπουργού Κωνσταντίνου Κανάρη, αν και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον Ηγούμενο της Μονής Ζωοδόχου Πηγής – ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να τον αξιοποιήσει ως δάσκαλο της τέχνης του στη Μονή για να διδάξει όχι μόνο τους μοναχούς αλλά και τους συμπατριώτες του Ποριώτες – δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού εν τω μεταξύ, μέσα σε διάστημα μόλις 40 ημερών μετά από τη συνταχθείσα από τον ίδιο επιστολή, ο μοναχός Γαλακτίων πεθαίνει και στη Μονή επιστρέφει πλέον για να ταφεί. Έτσι, το όνειρο δημιουργίας μιας σχολής ωρολογοποιίας που είχε συνδεθεί με την προσωπικότητα του μοναχού – ωρολογοποιού Γαλακτίωνος Γαλάτη, κατά την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους, χάνεται οριστικά μαζί του στις 10 Ιανουάριου 1847.

 

Ο μοναχός Γαλακτίων και το ταξίδι του στη Γενεύη

 

Η αρχή του μίτου που ξεδιπλώνει μέσα από τα αρχειακά έγγραφα τη ζωή του ιερομόναχου Γαλακτίωνος, βρίσκεται στο έτος 1829, έτος κατά το οποίο ο μοναχός αφήνει το μοναστήρι του για να εγκατασταθεί στην Ελβετία.

Η αλληλογραφία που σώζεται στο αρχείο της οικογένειας Gosse στην Ελβετία [3] αλλά και στο Αρχείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα [4], μεταξύ του φιλέλληνα Louis-Andre Gosse και του Κυβερνήτη της Ελλάδος, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας το ταξίδι του Έλληνα μοναχού από τον Πόρο στη Γενεύη και τη συστηματική φροντίδα, τόσο του Ελβετού φιλέλληνα γιατρού, όσο και του Ιωάννη Καποδίστρια για την ολοκλήρωση των σπουδών του στην τέχνη της ωρολογοποιίας. Απώτερη επιθυμία όλων ήταν μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει ο μοναχός στην Ελλάδα για να διδάξει την τέχνη στους νεότερους.

(εικ.1) Στον εξωτερικό νότιο τοίχο του καθολικού τη Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου υπάρχει μέχρι και τις μέρες μας το ηλιακό ρολόι που κατασκεύασε ο ηγούμενος της Μονής Γαλακτίων Γαλάτης πριν το ταξίδι του στην Ελβετία, δείγμα του αυτοδίδακτου ταλέντου του.

Ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης ήταν αυτοδίδακτος ωρολογοποιός και είχε ήδη δημιουργήσει στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Πόρου [5] ένα ηλιακό ρολόι (εικ.1), όταν τον γνώρισε ο Ελβετός γιατρός Louis – Andre Gosse ο οποίος αποφάσισε να τον βοηθήσει ώστε να σπουδάσει την τέχνη στην Ελβετία.

Ο θαυμασμός που ο Gosse ένοιωθε για τις ικανότητες αλλά και το ήθος του μοναχού Γαλακτίωνος, φανερώνεται στην επιστολή που στέλνει στον Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από την Ύδρα στις 26 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου 1829 [6] όπου διαβάζουμε:

Ο φέρων την παρούσα επιστολή εκεί, είναι ο Γαλακτίων «ιερομόναχος» ηγούμενος στο Μοναστήρι του Πόρου. Πρόκειται για τον ιερέα για τον οποίο είχα την τιμή να σας μιλήσω όταν σας συνάντησα στην Αίγινα και ο οποίος διακρινόμενος για την ευφυΐα του στις μηχανικές τέχνες και ειδικά στην ωρολογοποιία, αξίζει να ενθαρρυνθεί και να αποκτήσει τα μέσα για να τελειοποιήσει το αξιοσημείωτο ταλέντο του. Ένα διάστημα στη Γενεύη θα του προσέφερε αυτό το προνόμιο και θα μπορούσε σύντομα διατηρώντας την έντιμη και ανεξάρτητη προσωπικότητά του, να προσφέρει τις γνώσεις του στους νέους Έλληνες είτε ως εκπαιδευτικός είτε ακόμη και ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Θρησκείας. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά σεμνός, καθόλου εκπαιδευμένος (με την κοινή έννοια) που θα μπορούσε λοιπόν έχοντας το προνόμιο της εκπαίδευσης να διατηρήσει τις σταθερές αρχές των οποίων εσείς γνωρίζετε καλύτερα να εκτιμάτε την αξία. Η γολέτα που θα φύγει από την Ύδρα για Μασσαλία θα μπορούσε αρκετά να μειώσει τα μεταφορικά έξοδα, αφού θα χρειαστεί μόνο τα χρήματα για την καραντίνα και τα έξοδα μεταφοράς του από τη Μασσαλία στη Γενεύη. H διαμονή του στη Γενεύη ίσως θα μπορούσε να περιληφθεί και επίσης θα είχα το προνόμιο να προβλέψω ότι θα μπορούσα να αξιοποιήσω άμεσα τα ταλέντα του και να πληρώσω γι’ αυτά.

Εύχομαι ότι αυτή η πρόταση προς την εξοχότητά σας προς όφελος ενός τίμιου μοναχού, λίγο τυχερού, αλλά αξιοπρεπή, θα τύχει της ευνοίας και του ενδιαφέροντός σας για τους νέους Έλληνες που οφείλουν να γίνουν πολίτες ενάρετοι και χρήσιμοι στο κράτος.

 Ο αμοιβαίος σεβασμός και η εκτίμηση που υπήρχε μεταξύ του φιλέλληνα γιατρού και του Κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια, καθώς και οι πολλές φορές διατυπωμένη σε επιστολές σκέψη του Καποδίστρια για την αναγκαιότητα κατασκευής δημοσίων ρολογιών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπήρξαν οι λόγοι που το όνειρο του μοναχού έγινε πραγματικότητα.

Σε επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο της οικογένειας Gosse στη Γενεύη [7] παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την προσπάθεια που έκανε ο φιλέλληνας γιατρός να βρει πλοίο με το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί δωρεάν ο Γαλακτίων από την Ύδρα στη Μασσαλία. Φαίνεται σε αυτήν ότι ο Gosse ζήτησε από τον καραβοκύρη Τριέντη στην Αίγινα να προσφέρει στο μοναχό Γαλακτίωνα τη δωρεάν μεταφορά του, με ένα από τα πλοία του από τον Πόρο στη Μασσαλία. Ενώ με επισυναπτόμενα σημειώματα που έστειλε προς τον Κουντουριώτη του ζητούσε να δώσει τις επιστολές που επιθυμούσε στον ιερομόναχο Γαλακτίωνα, ο οποίος θα έφθανε πριν από αυτόν στη Γενεύη. Επίσης, ο Gosse με σημείωμά του προς τον Ιάκωβο Τομπάζη, τον ενημερώνει ότι ο ιερομόναχος Γαλακτίων θα μπορούσε να φύγει είτε με το πλοίο που είχε ναυλώσει ένας Γάλλος έμπορος, είτε με το πλοίο του Μοσκόβου που είχε φορτίο με λάδι για τη Μασσαλία και αναφέρει ότι θα ήταν ευχής έργο να του εξασφάλιζαν τα δωρεάν μεταφορικά του έξοδα.

Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Gosse φρόντισε με τη συγκατάθεση του Καποδίστρια να πάρει μαζί του και τον Γαλακτίωνα τον οποίο, με τη βοήθεια του διάσημου ωρολογοποιού της Γενεύης, Jean Francois Bautte [8], τοποθέτησε δίπλα σ’ ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, για την εκμάθηση της τέχνης.

Το ιστορικό της εγκατάστασης του μοναχού στη Γενεύη και της οικονομικής του ενίσχυσης από τον Κυβερνήτη, όπως και πληροφορίες για την πρόοδό του, διαβάζουμε στην επιστολή που ο Louis Andre Gosse (εικ.2) από τη Γενεύη, στις 8 Απριλίου 1830 [9], απέστειλε στον Ιω. Καποδίστρια.

 

(εικ.2) Andre Louis Gosse (1791-1873). Ελβετός φιλέλληνας γιατρός, επίτιμος πολίτης του Πόρου, διορισμένος (15/3/1829) από τον Ιωάννη Καποδίστρια στην «επί των Ναυτικών Επιτροπή», επιφορτισμένος με τη σύσταση ναυστάθμου και τη συγκέντρωση και διανομή πολεμικού υλικού.

 

Μιλώντας τώρα σχετικά με τον γενναίο μοναχό μας τον Γαλακτίωνα, θα πληροφορήσω την εξοχότητά σας ότι κατά την άφιξή τον στην Γενεύη τον τοποθέτησα με τη βοήθεια του κυρίου Bautte δίπλα σε ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, άνθρωπο αξίας, με την τιμή των τριακοσίων φράγκων το χρόνο, για την εκπαίδευσή του. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται η διατροφή του ωστόσο περιλαμβάνονται τα προϊόντα εργασίας τον, κάτι που είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Τα χρήματα του ταξιδιού του εξαντλήθηκαν, τα 600 φράγκα που είχατε φροντίσει να έχει μαζί του δαπανήθηκαν είτε για τα έξοδα της διατροφής του, είτε για την αγορά ενδυμάτων, διαφόρων εργαλείων και βασικών υλικών και με βαθιά ευγνωμοσύνη έλαβε τη δεύτερη αποστολή του ποσού των 600ων φράγκων που μόλις του κάνατε και τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην πληρωμή των διδάκτρων τον και της διαμονής τον. Έχει ήδη συμπληρώσει όλα τα στάδια μέσα στον τομέα της βιομηχανίας με τον οποίο απασχολείται, έχει ήδη ολοκληρώσει δηλαδή το βασικό μηχανισμό των ρολογιών και ασχολείται με την κατασκευή του άξονα και τη διάνοιξη με τη χρήση σκληρών λίθων. Ήδη έχει τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού τον οποίο επιθυμεί να σας στείλει, ως την καλύτερη απόδειξη του ταλέντου του μετά από έξι μηνών εκμάθηση. Ο μοναχός Γαλακτίων είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος για την Ελλάδα. Οι δάσκαλοί του έχουν τις πιο ικανοποιητικές αποδείξεις. Η συνέπειά του είναι υποδειγματική, διότι εργάζεται από το πρωί έως το βράδι, γίνεται σεβαστός δείχνοντας τον χαρακτήρα του Έλληνα μοναχού και εκτιμάται από όλους όσους τον γνωρίζουν. Η ευγνωμοσύνη τον για εσάς είναι χωρίς όρια. Ξεκινά να μιλά γαλλικά και τα καταλαβαίνει ακόμη καλύτερα ώστε να μπορεί να συνεννοείται σε αυτή την γλώσσα. Θα τον στείλουμε στον οίκο More Dapt. στο καντόνι Jura, για να σπουδάσει την κατασκευή μεγάλων ρολογιών, ακολουθώντας τις τόσο σωστές οδηγίες που μας υποδείξατε και παίρνει μαθήματα σχεδίου για να μπορέσει να αντιγράψει τις μηχανές. Σκέπτομαι πως στο ταλέντο του θα μπορούσε να βασιστεί ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο. Ωστόσο, γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να μάθει όλους τους κλάδους της ωρολογοποιίας και η μάθησή του δεν θα τελειώσει παρά σε δέκα με δώδεκα μήνες. Μια συμπληρωματική εκπαίδευση για το μέλλον θα τον ήταν απαραίτητη και γι’ αυτό χρειάστηκε να αγοράσει ένα σετ εργαλείων τα οποία θα φροντίσετε να πληρωθούν από το ποσό των 15.000 φράγκων που το κομιτάτο της Γενεύης τοποθέτησε στον λογαριασμό τον κυρίου Hentch, στη δική σας διάθεση, με σκοπό να σας διευκολύνει στις αναγκαίες επιχορηγήσεις με σκοπό τη δημόσια εκπαίδευση και διοίκηση[…].

Ο Ελβετός φιλέλληνας μεριμνώντας για τον μοναχό που έφερε μαζί του από την Ελλάδα, μεσολαβούσε στον Κυβερνήτη της Ελλάδος για να του διατεθούν τα χρήματα και ο χρόνος που χρειαζόταν ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εξάλλου, η σαφής οδηγία που είχε δοθεί από τον Ιω. Καποδίστρια[10] να εκπαιδευτεί ο μοναχός στον σχεδίασμά αλλά και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών του επέβαλε να παραμείνει στην Ελβετία τουλάχιστον για δώδεκα μήνες. Επίσης μοιράστηκε με τον Κυβερνήτη το όνειρο να στηριχτεί πάνω στο ταλέντο και στις γνώσεις του Γαλακτίωνος κατά την επιστροφή του, ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο.

Ο Γαλακτίων μετά από μόλις έξι μήνες εκπαίδευσης είχε ήδη τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού (εικ.3), το οποίο και απέστειλε στον Κυβερνήτη με τον κομιστή της επιστολής Γερμανό φαρμακοποιό Mahn, ο οποίος επρόκειτο να κατέβει στην Ελλάδα για να ιδρύσει ένα φαρμακείο συστημένος στον Καποδίστρια από τον Gosse.

 

(εικ.3) Ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη που σήμερα σώζονται στο Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών στην Κέρκυρα, υπάρχει και ένα ηλιακό ρολόι. Το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί ανάμεσα στα αντικείμενα που ο Καποδίστριας έφερε μαζί του από το εξωτερικό στην Ελλάδα το 1828 (ΓΑΚ χειρόγρ.40) μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως πρόκειται για το ρολόι που ο Γαλακτίων Γαλάτης έστειλε στον Κυβερνήτη τέλη του 1830 από την Ελβετία (ΜΚ087, Διαστ: 7,5×7,5 cm).

 

Η προσφορά του Ελβετού γιατρού που έφθασε τέλη του 1826 στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του κομιτάτου της Γενεύης, τόσο στη διοικητική οργάνωση του ναυτικού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και στον περιορισμό της επιδημίας της πανώλης που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο τα έτη 1827-1828 [11] είχε ήδη εκτιμηθεί από τον Ιωάννη Καποδίστρια, όπως φαίνεται και από την αποχαιρετιστήρια – ευχαριστήρια επιστολή που του απέστειλε στις 23/2/1829 παραμονές της αποχώρησης του Gosse από την Ελλάδα, και η οποία δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα στις 9/3/1829.

(εικ.4) Η επιστολή πολιτογράφησης του φιλέλληνα γιατρού Andre Louis Gosse υπογεγραμμένη στις 28-6- 1828 από τους κατοίκους της κοινότητας του Πόρου και εγκεκριμένη από τον Βιάρο Καποδίστρια BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2683 fr201.

Η εκτίμηση και ο σεβασμός στο πρόσωπό του επιβεβαιώνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι ο Gosse ήταν ο μόνος φιλέλληνας τον οποίο η κοινότητα του Πόρου πολιτογράφησε τιμητικά, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της για την ανιδιοτελή προσφορά του στον Αγώνα. Το δίπλωμα πολιτογράφησής του σώζεται στα γαλλικά και στα ελληνικά στο Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Γενεύης, (εικ.4)

Οι δεσμοί του με τον Πόρο ήταν πραγματικά ειλικρινείς και όπως αναφέρει στο έργο του για τον Ελβετό φιλέλληνα ο Ιάκωβος Τομπάζης [12], το μόνο που πήρε μαζί του το 1829 φεύγοντας από την Ελλάδα, ήταν ένα μπαστούνι από αγριελιά της Αρχαίας Επιδαύρου πάνω στο οποίο είχε χαράξει από τη μια πλευρά τη φράση ΓΕΝΕΥΑΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΩΤΗΣ και από την άλλη Ο ΙΑΤΡΟΣ Λ. Α. ΓΚΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.

Το γνήσιο φιλελληνικό του συναίσθημα και η ανθρωπιά του αναδεικνύονται και από την ευεργετική και υπεύθυνη στάση του απέναντι στον Ποριώτη μοναχό, τον οποίο με κάθε τρόπο προστατεύει και νοιάζεται, ακόμη και μετά το θάνατο του Κυβερνήτη.

Ο Καποδίστριας, μέχρι και το καλοκαίρι του 1831, φρόντισε να εξασφαλίσει στο μοναχό το χρόνο και τα χρήματα που ο Gosse με τις επιστολές του, τού ζητούσε για την εκπαίδευσή του στην Ελβετία. Από επιστολή που ο Κυβερνήτης έλαβε από τους τραπεζίτες Hentsch, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1831 [13], μαθαίνουμε ότι ο ίδιος φρόντισε να δοθεί στον Γαλακτίωνα το ποσό των 500 γαλλικών φράγκων από το λογαριασμό που το φιλελληνικό κομιτάτο είχε θέσει στην διάθεσή του. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι την επιστολή αυτή θα την παρέδιδε στον Κυβερνήτη ο ίδιος ο μοναχός, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη ότι πιθανώς ο Γαλακτίων επέστρεψε στην Ελλάδα για μικρό διάστημα και συνάντησε τον Κυβερνήτη το καλοκαίρι του 1831.

Δυστυχώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το όνειρο του μοναχού να επιστρέφει στην Ελλάδα ολοένα και απομακρύνεται. Αναφορά στην επικείμενη επιστροφή του βρίσκουμε στην επιστολή που ο Βιάρος Καποδίστριας από την Κέρκυρα στέλνει στον Gosse στις 26 Ιουνίου 1835. [14]

Στην πολυσέλιδη επιστολή του μιλάει για την πρόσφατη συζήτηση που είχε κάνει με τον Κόμη Λούντζι [15] στην Κέρκυρα για το πώς θα μπορούσε ο Γαλακτίων να είναι ωφέλιμος στην πατρίδα του προτείνοντας να αξιοποιηθεί ως δάσκαλος της τέχνης του, σε κάποια σχολή εφαρμοσμένης τεχνολογίας στο Ιόνιο. Ωστόσο, η επιθυμία τους να επιστρέψει στην Ελλάδα δεν ικανοποιήθηκε, αφού το 1835 ο Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη και εγκαταστάθηκε για δύο τουλάχιστον χρόνια στο Λονδίνο, όπου ενώ εργαζόταν, ασκούσε χωρίς να είναι διορισμένος, την πνευματική καθοδήγηση των Ελλήνων της παροικίας. [16]

Την αναφορά αυτή βρίσκουμε στο έργο του Edwin W. Fletcher, Hellenism in England, όπου φαίνεται ότι ο πρώτος πνευματικός της Ελληνικής κοινότητας, από το 1835 έως και το 1837, ήταν ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης, ο οποίος αν και δεν ήταν διορισμένος, αφού δεν υπήρχε ακόμη στο Λονδίνο επίσημος τόπος λατρείας για τους ορθόδοξους Έλληνες, ωστόσο, κάλυπτε με ιδιαίτερη φροντίδα και διάκριση, τις πνευματικές ανάγκες των συμπατριωτών του. Η ευεργετική παρουσία του συνέβαλε στο να αναγεννηθεί η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου, η οποία απέκτησε το 1838 το δικό της τόπο λατρείας.

 

Η επιστροφή στην Ελλάδα

 

Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Γαλακτίων φθάνει στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα, από όπου απευθύνει επιστολή στο Υπουργείο επί των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως (1-12-1846)[17] με την οποία, αφού αναφέρεται εν συντομία στο βίο του, ζητά να του επιτραπεί η επιστροφή στη Μονή του για μετάνοια ώστε να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες του, διδάσκοντας στους νεότερους μοναχούς την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών.

Η επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου αποτελεί και τη σωζόμενη αυτοβιογραφία του. Σε αυτή διαβάζουμε μέσα από τον ιδιαίτερα εναργή και εκλεπτυσμένο λόγο του τα εξής:

Ο υποφαινόμενος, κατά τους νόμους της μοναστικής πολιτείας, είμαι συγκαταριθμημένος στην χορεία της αδελφότητος της κατά τον Πόρον Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής, προ χρόνων τριάκοντα πέντε. Ενδυθών εν αυτή το μοναδικό σχήμα και συγχρόνως χειροτονηθείς ιερεύς ενταύθα και κανονικός ηγούμενος χρηματίσας το 1815 και ως τοιούτος διακονίσας χρόνους σχεδόν επτά και ησύχως διαβιώσας εν αυτή μέχρι του έτους 1829: ως γνωστόν τοις πάσι και αναντίρρητον ότε ο αοίδιμος κυβερνήτης, ως έχοντα αρχάς της ωρολογικής τέχνης, με απέστειλεν εις Ελβετίαν προς τελειοποίησιν αυτής. Προ ενός ήδη έτους και επέκεινα επανελθών, διατρίβω εις την πρωτεύουσαν ταύτην, μετερχόμενος την ωρολογικήν, αλλ’ άπρεπον και εναντίον της συνειδήσεώς μου θεωρώ την ενταύθα συμπεριφορά μου, δι’ αυτόν εθεώρησα αναγκαίον την μεταβασίν εις την ειρημένη Μονήν της μετανοίας μου, όπου μετά των αδελφών μου εν Χριστώ συμβιωτεύων, διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου. Συμμορφώμενος με τα έθιμα της Ιεράς Μονής καθά εξ’ απαλών ονύχων αδελφός γνήσιος και συγκοινοβιώτης και προηγούμενος και προαιρούμενος εν ταυτώ να διδάξω εις τους θέλοντας εκ των νεοτέρων μοναχών την τέχνην των κρεμαστών ρολογιών, αν τούτο εγκριθή και παρά του ηγουμένου και εκ των λοιπών αδελφών, μη διακοπτομένης της μοναστηριακής λειτουργίας. Εγώ δεν διστάζω εις την αγάπην και καλήν διάθεση των συναδελφών μου μήτε αμφιβάλλω ότι και Εκκλησιαστικοί κανόνες και Βασιλικά Διατάγματα καθιστώσι νόμιμον την μεταβασίν μου εις την Ιεράν Μονήν της μετανοίας μου αλλά επικαλούμαι κατά χρέος την συγκατάθεσιν του Σ: Υπουργείου σε ότι παρά τούτου κρίνη εύλογον και υποκλίνομαι με το προσήκον Σέβας.

 

Γαλακτίων Γαλάτης

 

Από την επιστολή αυτή μάθαμε από τον ίδιο τον Γαλακτίωνα ότι ανήκε στη Μονή από το 1811, οπότε εκάρη μοναχός και παράλληλα εχρίσθη ιερέας, ενώ για 7 χρόνια, από το 1815 μέχρι και το 1822, χρημάτισε και ηγούμενός της. Το 1829 εστάλη από τον Κυβερνήτη στην Ελβετία για την τελειοποίηση της τέχνης του ως ωρολογοποιός και επέστρεψε μετά από 16 χρόνια, το 1845, στην Αθήνα, όπου για ένα έτος ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του ωρολογοποιού. Το ταπεινό αίτημά του, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή της μετανοίας του στην οποία ανήκε εξ’ απαλών ονύχων , πραγματικά μας συγκινεί.

Ο Γαλακτίων ήταν ένα αναγνωρίσιμο και σεβαστό πρόσωπο και όλοι όπως και ο ίδιος τόνισε στην επιστολή του, γνώριζαν την ιστορία του και τους λόγους αποστολής του στη Γενεύη από τον Ι. Καποδίστρια, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Υπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης σπεύδει να προωθήσει το αίτημά του στις 2/16 Δεκεμβρίου 1846 [18] μόλις μία μέρα μετά, προς τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, σημειώνοντας τη δική του ευνοϊκή ως προς το αίτημα τού μοναχού, απάντηση. Με την απαντητική επιστολή που η Μονή στέλνει προς το Υπουργείο στις 12 Ιανουαρίου 1847 [19] πληροφορούμαστε ότι ο μοναχός εκοιμήθη την ημέρα που επρόκειτο να επιστρέψει στη Μονή του, γεγονός που γέμισε με θλίψη τους αδελφούς του που τον περίμεναν.

Έτσι τελειώνει η ιστορία του ιερομόναχου Γαλακτίωνος Γαλάτη, του πρώτου Έλληνα σπουδαγμένου στην Ελβετία ωρολογοποιού και ταυτοχρόνως ενός σεβάσμιου πνευματικού οδηγού, ο οποίος ήταν γνωστός σε όλους τους φιλελληνικούς κύκλους της Γενεύης καθώς και στον παροικιακό ελληνισμό του Λονδίνου. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με το όνειρο δημιουργίας μιας δημόσιας σχολής ωρολογοποιίας στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Με το θάνατο του Γαλακτίωνος έσβησαν και οι προσδοκίες για τη δημιουργία μιας Σχολής Ωρολογοποιίας στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θερμά ευχαριστώ τον Γραμματέα της Βιβλιοθήκης της Μονής Ι. Μελιανό ο οποίος μας έδωσε την πληροφορία ότι μοναχός με το όνομα Γαλακτίων δεν υπήρξε ποτέ κατά το παρελθόν στην Μονή Ι. Θεολόγου στην Πάτμο, στηριζόμενος στην ανέκδοτη μελέτη του διακ. Χρυσοστόμου Φλωρεντή, βιβλιοφύλακα της Μονής, με τίτλο «Κατάλογος Ηγουμένων Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου», και στο «Βραβείο» της Μονής, τον κώδικα με τα σύντομα χρονικά των θανάτων των μοναχών της Μονής (16ος-20ός αι.), το οποίο και έχει εκδοθεί από τον ίδιο στην σειρά Διπτύχων Παράφυλλα, αρ. 1, της Εταιρείας Βυζ. και Μεταβυζαντινών Μελετών, Αθήνα 1980.

[2] Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Α. Μουστοξύδης στην Έκθεση που συνέταξε στις 18/2/1831 (Αρχείο της Ιονίου Γερουσίας αρ.584) Περί από της συστάσεως του ορφανοτροφείου της Αιγίνης φαίνεται ότι είχε προβλεφθεί η ίδρυση στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας χειροτεχνικών σχολών διδασκαλίας της βιβλιοδετικής, ξυλουργικής, τυπογραφίας αλλά και ραπτικής στις οποίες θα απασχολούνταν οι μαθητές που επιθυμούσαν να μάθουν μια τέχνη. Μάλιστα, υπήρχε η πρόνοια ώστε τα χρήματα από τα παραγόμενα προϊόντα κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους, να αποταμιευτούν, ώστε να τους χρησιμεύσουν για μελλοντικό επαγγελματικό τους ξεκίνημα. Παπαγεωργίου, Β. 1939. Ο Καποδίστριας εις την Εκπαίδευσιν. Αθήναι: Εκδοτικός οίκος «Ερμού», 58.

[3] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2682 f 213-4, 2686 f 217. Οι επιστολές αυτές ψηφιοποιημένες καθώς και το δικαίωμα έκδοσης τους δόθηκαν από τη Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Προγενέστερες αναφορές στις επιστολές αυτές υπάρχουν στο έργο του Βακαλόπουλου. Α. Κ. 2008. Ευρωπαίοι παρατηρητές και τεχνοκράτες στην επαναστατημένη Ελλάδα και στο Ελλαδικό Βασίλειο (1821-1843), Θεσσαλονίκη : Αντ. Σταμούλη, 239-242.

[4] ΓΑΚ Κέρκυρας: Αρχείο Καποδίστρια, φακ. Gosse 342. Θερμά ευχαριστώ τον ιστορικό και ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστο Λούκο, ο οποίος αφού εντόπισε πρώτος τις ανέκδοτες αυτές επιστολές, είχε την καλοσύνη ευεργετικά να μου τις παραχωρήσει σε ψηφιακή μορφή, προς μελέτη.

[5] Ευχαριστώ θερμά τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής για τη φωτογραφία του ηλιακού ρολογιού που μου έστειλε καθώς και για τις πληροφορίες για τη ζωή του μοναχού που προέρχονται από το βιβλίο της κ. Ι. Ρουμάνη Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου (1992).

[6] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/14, επιστ. Louis – Andre Gosse: 26 Φεβρ.ουαρίου/10 Μαρτίου 1829.

[7] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2686 f.253.

[8] Jean Franpois Bautte (1772-1837). Υπήρξε ο πιο διάσημος ωρολογοποιός και κοσμηματοποιός της εποχής του. Γεννήθηκε στη Γενεύη το 1772 και από την ηλικία των δώδεκα ετών μπήκε στον τομέα της ωρολογοποιίας και κοσμηματοποιίας. Περνώντας από όλα τα στάδια τελειοποίησε την τέχνη του και ήδη από πολύ νωρίς το 1793 έφτιαξε το δικό του οίκο συνεργαζόμενος με το πρώην αφεντικό του, Mouligne-Bautte. Δεν άργησε να αναγνωριστεί διεθνώς για την τέχνη του, ενώ πελάτες του υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής του. Βλ. Ζυγούρη, Ν. 2016. Τα πολύτιμα δώρα τον Ιωάννη Καποδίστρια και ο δημιουργός τους Jean Francois Bautte, Αθήνα: ΙΕΕΕ, 56-59.

[9] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/9.

[10] Η προνοητικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια για την κατασκευή μεγάλων δημοσίων ρολογιών στο Ναύπλιο ώστε να υπάρχει ένα κοινό σημείο μέτρησης του χρόνου, αποκαλύπτεται στην επιστολή που στέλνει στον Ανδρέα Μουστοξύδη το έτος 1828 στην οποία του ζητά να αγοράσει δύο μεγάλα ρολόγια από τη Βενετία και να έρθει σε επαφή με τον Ελβετό αρχιτέκτονα Bogutti για να επιμεληθεί την απαραίτητη ξυλοκατασκευή για τη στερέωσή τους Betan, Ε.Α. 1839. Correspondance du Comte J. Capodistrias, President de la Grece, tome deuxieme Geneve, 36-38.

[11] Gosse, A.L.1838. Relation de la peste qui a regne en Greee en 1827 et 1828, Geneve και Bouvier-Bron, M. 1973. Le sejour en Greee Louis Andre Gosse (1827-1829), Geneve, 1-5.

[12] Τομπάζης, Ιακ. 1910. Ο Φιλέλλην Ελβετός ιατρός Λουδοβίκος Γκος. Αθήνα:Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 28. Στην αναφορά του αυτή ο Τομπάζης παρακινεί την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος να ζητήσει από τους κληρονόμους του Γκος τη βακτηρία καθώς και τη φουστανέλα που ο Ελβετός φιλέλληνας συνήθιζε να φορά.

[13] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φ.347/2.

[14] BGE: Les papiers de la Famille Gosse, fr.2682 f.214.

[15] Πρόκειται πιθανώς για τον κόμη Ερμάννο Λούντζη (1806-1878), ο οποίος φιλοξενούμενος από τον αδελφό του για ένα διάστημα στη Γενεύη το 1833, πρέπει να γνώρισε τον Γαλακτίωνα. Ο ίδιος τον Ιούλιο του 1834, κατά το ταξίδι της οριστικής επιστροφής του από τη Βενετία στη Ζάκυνθο, πέρασε από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με τον Βιάρο Καποδίστρια και συζήτησε μεταξύ άλλων για την τύχη του ωρολογοποιού μοναχού Γαλακτίωνα Γαλάτη. Βλ. Συνοδινός, Χ. Ζ. 2004. Αρχείο Οικογένειας Λούντζη. Αθήνα: εκδ. Περίπλους, 163.

[16] Fletcher, E. W 1915. Hellenism in England… London by the Faith press at the Faith House, 86, 110.

[17] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά, φακ. 255, έγγρ. 1ης Δεκ. 1846.

[18] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

[19] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

 

Νικολέττα Ζυγούρη

Ιστορικός, ΜΔΕ

Τεκμήρια Ιστορίας Μονογραφίες,  Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2017.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

H πολιορκία της Τριπολιτσάς


 

Στα μέσα Μαρτίου 1821, λίγες ημέρες αφ’ ότου έφτασε η είδηση της εισόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Ηγεμονίες, οι κοινοτικοί άρχοντες της Πελοποννήσου, κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς, καθώς και οι Μανιάτες αρχηγοί, δραστηριοποιήθηκαν για την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Στηριγμένοι στο κύρος που διέθεταν και στον εξουσιαστικό έλεγχο που ασκούσαν στις κοινότητες, κινητοποίησαν τις επαρχίες και ανέλαβαν διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων. Συγκρότησαν δηλαδή σώματα ενόπλων, αποτελούμενα κατά βάση από τους κάπους που βρίσκονταν στην υπηρεσία τους, και προχώρησαν σε επιθετικές ενέργειες και κυρίως στην πολιορκία των οχυρών.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ωστόσο, στις πρώτες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες που έκριναν τη στερέωση της Επανάστασης, όπως ήταν οι μάχες στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και τα Δολιανά και τα Βέρβαινα (18 Μαΐου), πρωταγωνίστησαν και διακρίθηκαν ως οπλαρχηγοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, παλιοί καπομπασήδες και κατά καιρούς κλέφτες. Τέτοιοι ήταν οι Πλαπουταίοι, οι Πετιμεζαίοι, ο Αναγνωσταράς, ο Σταματελόπουλος κ.ά., με προεξάρχουσα τη φυσιογνωμία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η Επανάσταση παρείχε τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτούς, και ιδιαίτερα σε πολεμιστές του κύρους του Κολοκοτρώνη, να αναδειχθούν σε στρατιωτικούς ηγέτες με αυτόνομη πολιτική παρουσία και δύναμη και να διεκδικήσουν κυριαρχικά δικαιώματα στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, πλάι στις παραδοσιακές εξουσιαστικές αυθεντίες του τόπου.

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά

δημιούργησαν νέα δεδομένα

για την εξάπλωση της Επανάστασης

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεών τους, προς την περιφέρεια της Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. Έως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες και οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου τού επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Βέβαια, ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί, περίπου την ίδια εποχή, στην συνέλευση των Καλτεζών (Μάιος), ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα, ιδίως μετά την πρώτη αποτυχημένη μάχη στο Βαλτέτσι (24 Απριλίου). Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε και από την αναγνώρισή του ως αρχιστράτηγου της Καρύταινας από τους κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους (28 Απριλίου).

Με τις νίκες του στα μέσα Μαΐου πέτυχε την προώθηση των ελληνικών θέσεων εγγύτερα στην Τριπολιτσά, συγκροτώντας ταυτόχρονα το πλέον οργανωμένο στρατόπεδο από όσα έως τότε είχαν συσταθεί στην Πελοπόννησο. Συγκεκριμένα, ενώ πριν από τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά τα Ελληνικά στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά βρίσκονταν στα Τρίκορφα, στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι και στα Βέρβαινα, έως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου οι Ελληνικές θέσεις προωθήθηκαν, ύστερα από μικρές νικηφόρες συγκρούσεις, στους Αγίους Θεοδώρους, τον Άγιο Βλάση, στην Επάνω Χρέπα, στο Στενό και τις Ρίζες, ενώ δημιουργήθηκαν νέες οχυρές θέσεις στον Θάνα και την Αγία Παρασκευή.

Έκτοτε, η πολιορκία της Τριπολιτσάς έγινε περισσότερο ασφυκτική, ιδίως μετά και την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στα Τρίκορφα στις αρχές Ιουλίου, οπότε και καταλήφθηκαν εγγύτερες θέσεις προς την πόλη και το μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων χωρίστηκε σε τέσσερα σώματα με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Μαυρομιχάλη και Γιατράκο. Σημαντική, από επιχειρησιακής πλευράς, ήταν και η δημιουργία της περίφημης Γράνας (τάφρου) έξω από την Τριπολιτσά, ώστε να εμποδιστούν οι έξοδοι Οθωμανικών αποσπασμάτων για την προμήθεια εφοδίων, που κι αυτή ιδέα του Κολοκοτρώνη ήταν.

Η νίκη των Ελλήνων στη θέση αυτή (10 Αυγούστου 1821) ήταν αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της πολιορκίας, καθώς οι πολιορκημένοι ουσιαστικά αποκλείστηκαν μέσα στα τείχη. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την κυρίευση της πόλης και κλιμακώθηκαν οι διαπραγματεύσεις, τόσο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους, για τους όρους παράδοσης, όσο και μεταξύ των πολιορκητών, για τη διανομή των λαφύρων.

Ο Κολοκοτρώνης, από το στρατόπεδό του στα Τρίκορφα, που ήταν το κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, διηύθυνε με τους ενόπλους του ουσιαστικά αυτός την πολιορκία, παρά το γεγονός ότι ήταν απλώς ο αρχηγός ενός από τα κύρια ένοπλα σώματα γύρω από την Τριπολιτσά και τυπικά βρισκόταν κι αυτός, όπως και οι άλλοι πολεμικοί αρχηγοί, υπό τις διαταγές του Υψηλάντη. Ενδεικτικό ακόμη του κύρους που απολάμβανε ήταν οι χωριστές διαπραγματεύσεις με την Αλβανική φρουρά της πόλης, η συμφωνία στην οποία κατέληξε (18 Σεπτεμβρίου) και, ιδίως, η τήρηση της συμφωνίας, δηλαδή η ασφαλής έξοδος μερικών χιλιάδων Αλβανών ενόπλων στις 23 Σεπτεμβρίου, δηλαδή την ημέρα της άλωσης  κι ενώ η πόλη βρισκόταν στο έλεος των πολιορκητών. [1]

 

Στις απαρχές της Επανάστασης

η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία,

ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή

του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν

 

Νικήτας Φλέσσας, αδελφός του Παπαφλέσσα.

Στην διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και έως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρωναίοι και Πλαπουταίοι, ο επίσης συγγενής του Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Παναγιώτης Κεφάλας, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετμεζαίοι κ.ά. Οι περισσότεροι από αυτούς, που διεκδικούσαν νέους ρόλους στην Επανάσταση, ήταν άνθρωποι δικοί του, τον στήριζαν στις επιλογές του και συνέδεαν μαζί του την προσωπική τους παρουσία και δύναμη. Ταυτόχρονα, όπως και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, αντλούσαν το κύρος τους από τη δύναμη των όπλων που διηύθυναν, από τους ένοπλους Πελοποννήσιους που τους ακολουθούσαν.

Πραγματικά, για πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Βέβαια, στις απαρχές της Επανάστασης η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία [2], ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν. Ωστόσο, οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά μετέβαλαν την κατάσταση, δημιουργώντας στους ανθρώπους αυτούς νέες παραστάσεις όσον αφορά τις καινούργιες προοπτικές και τις δυνατότητες που έφερνε ο πόλεμος εναντίον των Οθωμανών, τους καλλιέργησαν λογής προσδοκίες που τους κινητοποιούσαν, τους έκαναν να ανταποκρίνονται θετικά στα κελεύσματα των οπλαρχηγών, να προσέρχονται και να παραμένουν στα στρατόπεδα, να παίρνουν μέρος άφοβα στις μάχες. Και δεν έχει τόση σημασία τι μπορεί να ήταν αυτό που αναγνώριζε ο καθένας μέσα από τη συμμετοχή του στην πολιορκία, τι ήταν δηλαδή αυτό που τον κινητοποιούσε (το επαναστατικό φρόνημα, η συμμετοχή στα λάφυρα, η εκδίκηση ή η απελπισία), όσο το γεγονός καθ` εαυτό της μαζικής κινητοποίησης και συμμετοχής στον πόλεμο. Το γεγονός ήταν ότι ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί έφτιαχναν τον καιρό εκείνο το στρατό της Επανάστασης, μετέτρεπαν τους χωρικούς σε πολεμιστές, οργάνωναν στρατιωτικά την κοινωνία της εποχής, την έκαναν να πιστεύει στον πόλεμο και να μπορεί να τον αναλάβει και τούτο ήταν σημαντικό από μόνο του. Κάπως έτσι, άλλωστε, δεν γίνεται με όλες τις επαναστάσεις;

Έτσι, από τον Απρίλιο του 1821, που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης. Τότε φάνηκε, δηλαδή, ότι η Επανάσταση είχε αρχίσει να γίνεται στρατιωτική υπόθεση, υπόθεση των στρατιωτικών και τούτο σε βάρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και των προυχοντικών οικογενειών που είχαν φτιάξει αυτόν τον θεσμό, είχαν αναλάβει από την αρχή οι ίδιοι τα της Επανάστασης και πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έλεγχαν την εξουσία στη νέα κατάσταση. Για να το πούμε διαφορετικά: Στις νέες συνθήκες του πολέμου, όπου αξιοδοτούνταν τα όπλα και καταξιώνονταν οι φορείς τους, φτιαχνόταν μια νέα κοινωνικοπολιτική αυθεντία, ο Πελοποννήσιος στρατιωτικός αρχηγός, και μια νέα κοινωνικοπολιτική κατηγορία, το «στρατιωτικό» της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα να επαναπροσδιοριστούν έκτοτε οι σχέσεις δύναμης και εξουσίας στην επαναστατημένη Πελοπόννησο.

Η Πελοπόννησος, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, δεν είχε την εμπειρία του πολέμου. Ο γενικευμένος πόλεμος ήταν έξω από τη ζωή και τη μνήμη των ανθρώπων του τόπου: Είχε περάσει περισσότερο από αιώνας από τις επιχειρήσεις ανακατάληψης της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς (1715), ενώ ελάχιστοι είχαν ζήσει τις, μικρής άλλωστε κλίμακας, επιχειρήσεις των Ορλοφικών (1770). Οι Πελοποννήσιοι της εποχής λοιπόν δεν είχαν ποτέ τους πολεμήσει. Ακόμη περισσότερο, η πλειονότητα των ραγιάδων δεν ήξερε από όπλα, δεν κατείχε τέτοια και συνεπώς δεν γνώριζε τη χρήση τους.

 

Οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους

μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες

και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας

 

Μάλιστα, οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με δέος τις ένοπλες ομάδες των κάπων, οι οποίοι, στην υπηρεσία των ισχυρών κοινοτικών αρχόντων, περιφέρονταν στα χωριά για να επιβλέπουν τη διαδικασία είσπραξης των φόρων και απόδοσης των προσόδων, αλλά και για να κυνηγήσουν τους κλέφτες και τους κάθε λογής απείθαρχους. Με δέος, επίσης, οι ραγιάδες άκουγαν και διηγούνταν ιστορίες για τους κλέφτες και με φόβο τους αντιμετώπιζαν όσα χωριά βρίσκονταν στο χώρο των δραστηριοτήτων τους. Όλα τούτα, τα κλέφτικα και τα καπιλίκια, η ζωή και η ενασχόληση με τα όπλα γενικότερα, ήταν για τους λίγους, όχι για τους πολλούς. Τούτοι οι τελευταίοι γνώριζαν καλά ότι το παιχνίδι της εξουσίας ανάμεσα στους λογής ενόπλους, τις περισσότερες φορές κατέληγε σε βάρος τους και φρόντιζαν να μένουν μακριά από αυτό. Ταυτόχρονα, στην πλειονότητά τους οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας και το σχέδιο που εξυφαινόταν στους κόλπους της. Έτσι, και παρά την οπωσδήποτε επιτυχημένη προπαγάνδα των απεσταλμένων της Φιλικής Εταιρείας τον τελευταίο χρόνο πριν από την Επανάσταση, οι πολλοί όχι μόνο δεν ήταν προετοιμασμένοι να ζήσουν σε συνθήκες γενικευμένου πολέμου, αλλά και δεν είχαν καν διανοηθεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να συμβεί στους ίδιους και στον τόπο τους.

Η πραγματικότητα αυτή δέσμευε ασφαλώς το πώς και από ποιους θα ξεσπούσε η Επανάσταση. Έτσι, τους πρώτους μήνες του 1821, τους σχεδιασμούς και τις προετοιμασίες για τον πόλεμο τα είχαν αναλάβει και τα διαχειρίζονταν οι κοινοτικές ιεραρχίες. Οι προύχοντες του τόπου, με τους ενόπλους που είχαν τότε στην υπηρεσία τους, βάλθηκαν να οργανώσουν το «γενικό ξεσηκωμό». Έφτιαξαν έτσι «Οργανισμούς», «Γερουσίες», «Κονσολάτα» και «Εφορείες», με σκοπό να συλλέξουν πολεμικό υλικό και κυρίως να στρατολογήσουν, να συστήσουν στρατόπεδα, με άλλα λόγια να φτιάξουν το στρατό της Επανάστασης. Με την πειθώ ή με τη φοβέρα και την απειλή, μοιράζοντας πραγματοποιήσιμες ή και απατηλές, τις περισσότερες φορές, υποσχέσεις, οι τοπικές αρχηγεσίες επιδόθηκαν στο δύσκολο έργο να μάθουν την κοινωνία της εποχής να ζει σε συνθήκες πολέμου. Για να το πούμε αλλιώς: ηγήθηκαν μιας κίνησης που απέβλεπε στη «στρατιωτικοποίηση» της κοινωνίας.

 

Σχέδιο της πολιορκίας.

 

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι ένοπλοι του τόπου, παλιοί κάποι και κατά καιρούς κλέφτες, βρίσκονταν στην υπηρεσία των μεγάλων προυχοντικών οικογενειών που είχαν, όπως προαναφέρθηκε, την ευθύνη τής κατά τόπους οργάνωσης και της διεξαγωγής του πολέμου. Αυτοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, διαφορετικά από ό,τι συνέβαινε με τους αρματολούς της Ρούμελης, δεν αποτελούσαν κυριαρχική δύναμη στην Πελοπόννησο, οι επαρχίες της οποίας ελέγχονταν από τους κοτζαμπάσηδες.

Η Πελοπόννησος ήταν «χώρα», δηλαδή ήταν ένας πολιτικά και διοικητικά αυτόνομος και ενοποιημένος κοινωνικός χώρος, καλά οργανωμένος, με ισχυρούς πολιτικούς θεσμούς και ιεραρχίες, τις μεγάλες προυχοντικές οικογένειες, που είχαν πολιτική εμπειρία και οικονομική δύναμη, ασκούσαν εξουσίες και είχαν κύρος και επιρροή στις επαρχίες. Οι προύχοντες εισέπρατταν τις προσόδους των επαρχιών και με τα έσοδα που αποκόμιζαν προσλάμβαναν οπλαρχηγούς και συγκροτούσαν στρατιωτικά σώματα τα οποία έλεγχαν και μισθοδοτούσαν οι ίδιοι.

Οι οπλαρχηγοί αυτοί, μυημένοι αρκετοί στη Φιλική Εταιρεία, άνθρωποι με πολεμικές δεξιότητες, γνώστες του χώρου και των ανθρώπων του, είχαν λοιπόν τη δυνατότητα και βάλθηκαν εξαρχής, ενεργώντας στην υπηρεσία των προυχόντων, να κινητοποιήσουν, να προετοιμάσουν και να οργανώσουν τις κοινότητες για πόλεμο.

Ωστόσο, καθώς η παρουσία των οπλαρχηγών κρινόταν απαραίτητη, στις νέες συνθήκες του πολέμου, η θέση τους πολύ γρήγορα επρόκειτο να αναβαθμιστεί. Ήδη από τις απαρχές της Επανάστασης, έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, στα στρατόπεδα των επαναστατών και στα πεδία των μαχών, νέες κοινωνικές σχέσεις άρχισαν να καλλιεργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και στους στρατολογημένους αγροτικούς πληθυσμούς, σχέσεις που διέπονταν από τις αξίες και τις αρχές των νέων μορφών συλλογικής οργάνωσης και δράσης τις οποίες γεννούσαν οι έκτακτες συνθήκες και ανάγκες του πολέμου. Βέβαια, η σύσταση των πρώτων στρατοπέδων ακολουθεί αρχικά μορφές οργάνωσης που προσιδιάζουν σε μια κοινωνία οργανωμένη στη βάση των δεσμών συγγένειας και της τοπικότητας. «Οι Έλληνες εις την αρχήν της επαναστάσεως αυτομάτως εσυναθροίζοντο εις τα στρατόπεδα καθ’ ομάδας, οικογενείας, χωρία και κατ’ επαρχίας. (…) Κάθε χωρίον είχε ιδικόν του καπετάνιον, και δεν επαραχώρει εις κανένα άλλον την αρχηγία, ούτε οι γείτονές των ακολούθουν άλλον τινά. Τότε ως επί το πλείστον ήσαν ομάδες συγγενικαί».[3]

Αρχικά, μόνο στους Μανιάτες φαίνεται ότι παραχωρούνταν η αρχηγία, ωστόσο σιγά σιγά άρχισαν να αναγνωρίζονται όσοι διακρίνονταν στη μάχη. Στα στρατόπεδα και τα πεδία του πολέμου οι άνθρωποι μοιράζονταν δυνατές και πρωτόγνωρες εμπειρίες, μάθαιναν να αναμετριούνται με το φόβο και δοκίμαζαν τις αντοχές τους. Στους χώρους αυτούς, λοιπόν, άρχισαν να αναπτύσσονται ισχυροί δεσμοί αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσά τους και οι άπειροι στον πόλεμο χωρικοί συνδέονταν με σχέσεις πίστης και αφοσίωσης προς τους εμπειροπόλεμους οπλαρχηγούς τους. Αυτοί οι τελευταίοι προσπαθούσαν, και σε ένα βαθμό το κατόρθωναν, με το καλό ή με το άγριο να μετατρέψουν τους φοβισμένους και απείθαρχους χωρικούς σε πολεμιστές:

«Ο Κολοκοτρώνης εις Χρυσοβίτσι είχε συνήθειαν κάθε δύο ημέρας να κατεβάζη τους στρατιώτας κάτω εις τον κάμπον, να βάλλη τους υπασπιστάς του να τους μετρούν, να τους ομιλή και να τους λέγη να κάμουν ανά δύο δύο διάφορα κινήματα με τα ντουφέκια των και πώς να φέρωνται, να τους εμψυχώνη, να τους κάμη να γνωρίζονται και να αγαπώνται και να πονούνται αναμεταξύ των όταν έβλεπεν ο ένας τον άλλον, μάλιστα έσταιναν όπως οι τακτικοί τα τουφέκια των όλα μαζί πυραμίδας, έπαιζαν, ωμιλούσαν, έριχναν τo λιθάρι, εχόρευαν επήδαγαν και έπειτα με μίαν φωνήν τους επανέφερε πάλιν εις τα άρματα».[4]

Στα στρατόπεδα, και ιδίως γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις πρώτες δυσκολίες και, κυρίως, να υπακούουν τους σωματάρχες τους και να εκτελούν τις διαταγές τους. Ακόμη, μάθαιναν κανόνες και αρχές κοινωνικής συνύπαρξης εντελώς διαφορετικούς από αυτούς στους οποίους είχαν μάθει έως τότε να ζουν: η κατοχή και η καθημερινή χρήση των όπλων, οι νέοι αξιακοί κώδικες που συναρτώνται με αυτά, η πειθαρχία και ο καταμερισμός ρόλων και αρμοδιοτήτων μιας οιονεί στρατιωτικής ζωής, δηλαδή οι νέες ιεραρχίες που συστήνονταν και νομιμοποιούνταν πρωτίστως βάσει των πολεμικών δεξιοτήτων· όλα τούτα ήταν πράγματα που δεν αντλούσαν από την παράδοση των κοινοτικών θεσμών, ήταν πράγματα καινούργια, που άνοιγαν, με τη σειρά τους, νέες προοπτικές για τούς επαναστάτες και τους οπλαρχηγούς τους.

Οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι

στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί

και εξουσίες, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά,

είχαν αποσταθεροποιηθεί

 

Οι πολεμικές δεξιότητες, παραδείγματος χάριν, καθώς αναγνωρίζονταν ως οι μέγιστες αξίες στις νέες αυτές συνθήκες ζωής των ανθρώπων, καταξίωναν τους φορείς τους στις συνειδήσεις των υπολοίπων, και βεβαίως αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, μέσον επίδειξης και εμπέδωσης ισχύος και επιβολής ανάμεσά τους. Στις συνθήκες του πολέμου, οι κανονικότητες των αγροτικών πληθυσμών είχαν διαταραχθεί, πολλοί από τους καταναγκασμούς της προηγούμενης ζωής τους εξέλιπαν πλέον και νέες μέριμνες και υποχρεώσεις τους είχαν αντικαταστήσει: οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί και εξουσίες, τώρα πια, μέσα στην αναστάτωση, τις νέες προτεραιότητες και τις ανάγκες που γεννούσε ο πόλεμος, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά, είχαν αποσταθεροποιηθεί. Πολλοί λοιπόν ήταν αυτοί που εγκατέλειπαν τα σπίτια και τις οικογένειες τους για τα στρατόπεδα, που άφηναν πίσω το φοροεισπράκτορα και τα χρέη τους ακολουθώντας κάποιον οπλαρχηγό. Αρχικά, το έκαναν πιθανά από φόβο, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς ή γιατί δεν είχαν και τίποτα να χάσουν και αναζητούσαν κάποιες νέες ευκαιρίες.

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Εκεί πάντως, στα στρατόπεδα, ένιωθαν κατά κάποιον τρόπο ελεύθεροι, και βέβαια ήταν οπλισμένοι, στην αρχή μόνο με μαχαίρια και αγροτικά εργαλεία και στη συνέχεια με τα όπλα των αντιπάλων τους, τα οποία κέρδιζαν στη μάχη, γεγονός που τους έδινε μια αίσθηση δύναμης, τους έκανε να έχουν μιαν άλλη εικόνα για τον εαυτό τους και για τον κόσμο γύρω τους. Οι φήμες πάλι, που οργίαζαν εκείνη την εποχή για τις μεγάλες περιουσίες των Τούρκων στις οχυρωμένες πόλεις και στα κάστρα, και ιδίως στην Τριπολιτσά, τους κινητοποιούσαν, όπως και η προπαγάνδα των Φιλικών για τη διανομή των χωραφιών που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι.

Η προσκόλληση σε κάποιο δυνατό οπλαρχηγό, ο οποίος θα μπορούσε να τους τα προσφέρει όλα τούτα, ήταν κίνητρο ζωής για τους ανθρώπους της εποχής, που τους έκανε να ακολουθούν πιστά τους αρχηγούς τους, να δένονται μαζί τους και να τους εμπιστεύονται τις τύχες τους. Κυρίως, όμως, οι οπλισμένοι χωρικοί, μπροστά στο φόβο του πολέμου, αναγνώριζαν στον οπλαρχηγό εκείνον που θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη τους, να τους προστατέψει. Από τη στιγμή μάλιστα που εντατικοποιήθηκε η διαδικασία της στρατολόγησης και πολλοί χωρικοί ζούσαν πλέον ως πολεμιστές στα στρατόπεδα, όπως συνέβη από ένα σημείο κι έπειτα στην Τριπολιτσά, όλο και περισσότερο συνέδεαν τη ζωή τους και τη μοίρα τους με τους οπλαρχηγούς τους, τους οποίους άρχιζαν να αναγνωρίζουν πλέον ως νέους αρχηγούς τους, νέους προστάτες και ευεργέτες τους.

 

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα

από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε

τους εξεγερμένους Χριστιανούς

 

Από την άλλη πλευρά, οι οπλαρχηγοί, που διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη στρατολόγηση και τις πολεμικές επιχειρήσεις, ενέπνεαν εμπιστοσύνη και προκαλούσαν το σεβασμό των ανθρώπων που οδηγούσαν στις μάχες, οι οποίοι αναγνώριζαν σ’ αυτούς το δεινό πολεμιστή, αυτόν που γνωρίζει να χειρίζεται τα όπλα και να δίνει λύσεις στις δύσκολες στιγμές, που δεν φοβάται τον εχθρό, μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι του και να τον αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσον.

Έτσι, οι οπλαρχηγοί δεν άργησαν να αποκτήσουν δύναμη, να αισθάνονται και οι ίδιοι δυνατοί στο «φυσικό» τους περιβάλλον που ήταν ο πόλεμος. Με άλλα λόγια, στους ανθρώπους αυτούς άρχισε να καλλιεργείται η αίσθηση ότι θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν από τους παλιούς πάτρωνές τους, τους προύχοντες, και να διεκδικήσουν πλέον νέους, αυτόνομους ρόλους στην Επανάσταση.

Ας μην το ξεχνάμε. Ο πόλεμος, με τη μεγάλη κοινωνική σύγχυση και το κενό εξουσίας που είχε προκαλέσει στις επαρχίες της Πελοποννήσου, συνιστούσε μια ρευστή κατάσταση που κυοφορούσε αλλαγές στη ζωή, τις αντιλήψεις και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι άνθρωποι της εποχής είχαν αυτήν την αίσθηση της ανατροπής στη ζωή τους· το παλιό και το σταθερό, ότι κι αν σήμαινε για τον καθένα, δεν υφίστατο, προς το παρόν τουλάχιστον, και αυτό τους δημιουργούσε μεγάλη ανασφάλεια. Ο κόσμος, στον οποίο είχαν μάθει να αναγνωρίζουν και να αποδίδουν ρόλους στον εαυτό τους και τον άλλο, δεν ήταν, τώρα, ο ίδιος με πριν. Ακόμη και η αίσθηση που είχαν για το χρόνο οι άνθρωποι είχε αρχίσει να αλλάζει: από το μακρό, σχεδόν ακίνητο χρόνο και την κανονικότητα της ποιμενικής και αγροτικής ζωής, ζούσαν τώρα μέσα στη δίνη του πολέμου και του επαναστατικού πυρετού, όπου τα γεγονότα διαδέχονταν γρήγορα το ένα το άλλο, το ίδιο και τα συναισθήματα, οι εμπειρίες και οι προκλήσεις που καθημερινά είχαν να αντιμετωπίσουν. Είχαν λοιπόν οι άνθρωποι την αίσθηση του ρευστού παρόντος και του ασχημάτιστου όσο και αβέβαιου μέλλοντος, που τους έκανε να φοβούνται, αλλά και τους έδινε, ταυτόχρονα, μια πρωτόγνωρη αίσθηση δύναμης και ελευθερίας.

Στα στρατόπεδα των επαναστατών, λοιπόν, οι παλιές ιεραρχίες και οι καταναγκασμοί των κοινοτικών θεσμών έχαναν μεγάλο μέρος της ισχύος τους και νέες ξεπρόβαλλαν, οι στρατιωτικοί αρχηγοί, που πρωταγωνιστούσαν στον πόλεμο, προσεταιρίζονταν τις κοινότητες, αποκτούσαν τους «δικούς τους» ανθρώπους κι άρχισαν έτσι να διαμορφώνουν το δικό τους χώρο. Με άλλα λόγια, τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, στα στρατόπεδα που βρίσκονταν έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, συστήνονταν νέες σχέσεις εξουσίας, οι οποίες εγκαθιδρύονταν ως σχέσεις προστασίας ανάμεσα στον παλιό κάπο και κλέφτη, που διεκδικούσε να γίνει στρατιωτικός ηγέτης, και τις εξεγερμένες πλέον κοινότητες που μάθαιναν ένα νέο τρόπο ζωής· σχέσεις που, στις νέες αυτές συνθήκες, δεν διαμεσολαβούνταν αναγκαστικά από την παρουσία των προυχόντων, των παλιών αφεντάδων και των μεν και των δε, και εκ των πραγμάτων διαρρήγνυαν τους μακρόχρονους δεσμούς αυτών των τελευταίων με τους κοινοτικούς πληθυσμούς και έθεταν έτσι υπό αίρεση τις παραδοσιακές σχέσεις και θεσμούς εξουσίας. Κοντολογίς, η ένταξη των ανθρώπων του 1821 στις νέες μικροκοινωνίες και ιεραρχίες των στρατοπέδων είχε αποτέλεσμα τη διατάραξη μακραίωνων πολιτικών ισορροπιών, την άρση πολλαπλών δεσμεύσεων και εξαρτήσεων, βάσει των οποίων είχαν οργανωθεί και λειτουργούσαν μέχρι τότε οι κοινοτικοί δεσμοί στην Πελοπόννησο.

Οι δυναμικές αμφισβήτησης των σχέσεων εξουσίας που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται μετά τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά και τη συστηματοποίηση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς από τον Θ. Κολοκοτρώνη, ενισχύθηκαν από την άφιξη στην Πελοπόννησο του Δημήτριου Υψηλάντη (21 Ιουνίου) και την απαίτησή του να αναλάβει, ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής, τη γενική διεύθυνση του Αγώνα.

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε τους εξεγερμένους Χριστιανούς που πήραν δυναμικά το μέρος του στις πρώτες διαφωνίες με τους κοτζαμπάσηδες στα τέλη Ιουνίου (Βέρβαινα) και στις αρχές Ιουλίου (Ζαράκοβα). Ο Υψηλάντης έκανε λοιπόν ηγεμονική εμφάνιση στην Πελοπόννησο, παρουσιάστηκε ως ο «αρχηγός» των εξεγερμένων, διεκδίκησε για τον εαυτό του το ρόλο του ισχυρού και αναγνωρισμένου ηγέτη τους στην Επανάσταση και υιοθέτησε τα στρατιωτικά σχέδια του Κολοκοτρώνη για τη σημασία της πτώσης της Τριπολιτσάς.

Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου τάχθηκαν στο πλευρό του Υψηλάντη, του προσέφεραν, αρχικά τουλάχιστον, την υποστήριξη τους στις αντιδικίες του με τους προύχοντες και από την 1η Ιουλίου τον αναγνώρισαν ως αρχηγό της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και από κοινού ανέλαβαν την οργάνωση της. Έκτοτε, ο Υψηλάντης μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τους Πελοποννήσιους ενόπλους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία και την κυρίευση της πόλης, ήλεγχαν τα στρατεύματα και κατηύθυναν τις κινήσεις τους, αντιπροσώπευαν τους πολιορκητές στις συνομιλίες και διαπραγματεύσεις, με άλλα λόγια αναγνωρίζονταν πλέον ως στρατιωτικοί αρχηγοί. Ως τέτοιοι οι οπλαρχηγοί συμμετείχαν και στην κατανομή των λαφύρων, όταν έπεσε η πόλη, γεγονός που τους επέτρεψε να ισχυροποιήσουν ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην Επανάσταση. Τα λάφυρα τους προσέφεραν τη δυνατότητα να στρατολογούν και να διαθέτουν δικούς τους ενόπλους, αφού θα μπορούσαν πλέον να τους μισθοδοτούν οι ίδιοι. Ακόμη περισσότερο, τώρα που είχαν φύγει οι Οθωμανοί και είχαν κλειστεί στα κάστρα, οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι θα μπορούσαν, δια των ενόπλων τους και με τα λάφυρα που είχαν αποκομίσει, να ελέγχουν τις επαρχίες ιδιοποιούμενοι τις προσόδους και εισπράττοντας τους φόρους τους.

Γι’ αυτούς του ανθρώπους, όπως και για τους προύχοντες εξάλλου, το ζήτημα της εξουσίας στην Επανάσταση αφορούσε το ποιος θα ελέγχει τα όπλα και θα διαχειρίζεται τις κοινότητες ως προς την πολιτική και οικονομική οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου. Οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι διαμόρφωναν έτσι, εκείνη την εποχή, τους υλικούς όρους ανάδειξης και αναπαραγωγής τους ως αυτόνομης στρατιωτική και πολιτικής δύναμης στην Επανάσταση.

Ήδη στην κεντρική ορεινή Πελοπόννησο είχαν προκληθεί σημαντικές ανακατατάξεις στις σχέσεις τοπικής δύναμης και εξουσίας ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και τους προύχοντες. Ο Κολοκοτρώνης και οι συγγενείς του Πλαπουταίοι είχαν διαμορφώσει ζώνες επιρροής στην Καρύταινα και ασκούσαν τον έλεγχο σε σημαντικά τμήματα της επαρχίας, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε στον πρώτο, λίγο μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, να στρατολογήσει και να εκστρατεύσει στην Πάτρα επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος. Ο Κολοκοτρώνης είχε ισχυρές διασυνδέσεις στην εν λόγω επαρχία από την εποχή που ήταν καπόμπασης. Το ίδιο συνέβαινε και με τους συγγενείς του Πλαπουταίους, επίσης ισχυρούς καπομπασήδες της ίδιας επαρχίας, που ήλεγχαν από παλιά τα χωριά της Λιοδώρας. Τα ήδη δημιουργημένα αυτά δίκτυα σχέσεων ενεργοποιήθηκαν και ενδυναμώθηκαν στις νέες συνθήκες του πολέμου, με αποτέλεσμα να ανατραπούν παραδοσιακές ισορροπίες και να αρχίσουν να μεταστρέφονται οι τοπικοί συσχετισμοί δύναμης υπέρ των στρατιωτικών και σε βάρος της μεγάλης προυχοντικής οικογένειας των Δεληγιανναίων.

Όταν έπεσε η Τριπολιτσά (23 Σεπτεμβρίου), ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους Πελοποννήσιους ενόπλους «πάτησε το πόδι του» στην πόλη ως θριαμβευτής και νέος κατακτητής. Και το γεγονός τούτο συμβόλιζε τη μεγάλη δύναμη που άρχιζαν πλέον να αποκτούν στην Επανάσταση οι παλιοί κάποι και κλέφτες της Πελοποννήσου.

Η Επανάσταση και ο πόλεμος έφτιαχναν τότε ένα νέο τύπο ηγέτη: τον Πελοποννήσιο ένοπλο, στον οποίο προσφερόταν η δυνατότητα να αποδεσμευτεί από την επιρροή των παλιών πατρώνων του, να καταξιωθεί μέσα από τη συμμετοχή και την προσφορά του στον πόλεμο, να αποκτήσει ιδιαίτερη κοινωνική παρουσία και πολιτικό βάρος και να διεκδικήσει έτσι ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση ως στρατιωτικός αρχηγός.

 

Παναγιώτης Κεφάλας. Ο Κεφάλας σηκώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς.

 

Άλωση Τριπολιτσάς – η εξέλιξη

 

23 Σεπτεμβρίου 1821 – (Παρασκευή) 9 π.μ. -10 π.μ.

Μάχες και εξόντωση της τουρκικής φρουράς στην τάπια της «Πόρτας τ’ Αναπλιού», από το Σώμα του Μανόλη Δούνια. Είσοδος των Ελλήνων και ύψωση της σημαίας τους πάνω από την Πόρτα, όπου κυμάτιζαν πριν οι ημισέληνοι.

10 π.μ. – απόγευμα

Σκληρές οδομαχίες στην πόλη της Τριπολιτσάς, με 300 Έλληνες πολεμιστές νεκρούς. Νωρίς το απόγευμα. Εκτέλεση Σωτηράκη Κουγιά, προεστού Τριπολιτσάς, και άλλων συνεργατών των Τούρκων, που ήσαν αντίθετοι στην Επανάσταση

4. μ.μ. (;)

Ανεπιτυχής απόπειρα πυρπόλησης των γραφείων του σεραγιού της Τριπολιτσάς – όπου στεγάζονταν τα αρχεία και άλλες υπηρεσίες – από τους ίδιους τους Τούρκους.

5.00 μ.μ. – 6.00 μ.μ.

Καύση των διαμερισμάτων (κονακίων) μόνο του σεραγιού από τους Έλληνες. Εκεί βρίσκονταν 300 Αλβανοί, που δεν δέχονταν να «συμβιβαστούν» με τους επαναστάτες.

Μεσάνυχτα

Ολοσχερής πυρπόληση και αποτέφρωση του σεραγιού (γραφείων, κονακίων, λοιπών εγκαταστάσεων) χωρίς να είναι γνωστός ο δράστης, Τούρκος (;) ή Έλληνας (;)

24 Σεπτεμβρίου 1821 (Σάββατο) Πρωί

Οι οδομαχίες συνεχίζονται. Σφαγή Ελλήνων συνεργατών-Τούρκων και Εβραίων.

Μεσημέρι (;)

Απομάκρυνση – έπειτα από συμφωνία με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – περίπου 3.000 (;) Αλβανών που είχαν εισέλθει στην Τριπολιτσά πριν από την άλωση.

25 Σεπτεμβρίου 1821 (Κυριακή)

Συνέχεια σφαγών: συνολικά σφάζονται περί τους 10.000 ή και περισσότερους Τούρκους, Εβραίους, Έλληνες και Αλβανούς. Οι Έλληνες συνεργάτες είναι λιγοστοί, όπως και οι Αλβανοί. Οι εβραϊκές οικογένειες υπολογίζονται σε 50. Οι υπόλοιποι είναι Τούρκοι.

26 Σεπτεμβρίου 1821 (Δευτέρα)

Διαταγή παύσης σφαγών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πρβλ.: «…εγώ τους είπα “Εάν θέλετε να βαρέσετε τους Αρβανίταις, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή και είμαι ζωντανός όποιος πρωτορήξη εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα”. Κ’ εμβήκα μπροστά με τους σωματοφύλακάς μου… Εγώ έμεινα πιστός εις τον λόγον της τιμής μου», Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σ. 165.

[2] Πρβλ. «Από εδώ ο Κολοκοτρώνης έστειλεν αμέσως τον Πάνον εις τα χωρία της Καρύταινας με γραπτή διαταγήν του να βγάλη όλους τους Καρυτινούς εις τα άρματα… Είχε δε την άδειαν ο Πάνος να σκοτώνη, να καίη τα σπίτια των και να δημεύη τα πράγματά των προς όφελος των στρατιωτών», Φωτάκος, Απομνημονεύματα Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τ. Α, εκδόσεις Βεργίνα, 1996, ο. 93.

[3] Ο.π., σ. 115

[4] Ο.π., σ. 130

 

Νίκος Ροτζώκος – Ιστορικός, Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Διονύσης Τζάκης – Ιστορικός, Καθηγητής Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855.

Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855. Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο…

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »