Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Ο Γάλλος φιλέλληνας François Graillard  (εξελ. όν. Φραγκίσκος Γραλλιάρδος) και το μεγαλειώδες σχέδιό του για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της μεταπελευθερατικής Ελλάδας


 

Α) Εισαγωγή

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ (François Graillard) γεννήθηκε στη Dizon της Γαλλίας την 23η Αυγούστου 1792. [1] Ο πατέρας του ήταν Συνταγματάρχης του Γαλλικού Αυτοκρατορικού Στράτου και ευνοούμενος του Μεγάλου Ναπολέοντα. [2]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την αγά­πη του προς τα γράμματα και ο πατέρας του έχοντας οικονομική άνεση έδωσε στο γιο του μια σπάνια για την εποχή του μόρφωση. Για το λόγο αυτό ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση κατατάχτηκε ως εθελον­τής στο Γαλλικό Στρατό και διακρίθηκε ως πολέμαρχος στους Ναπολεόντειους πο­λέμους της τελευταίας περιόδου και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά παράλληλα υπήρξε ένας διανοούμενος στοχαστής με γερούς και μεγάλους πνευματικούς ορίζοντες. [3]

Πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ελλάδας μελέτησε την Ελληνική Ιστορία και τα ήθη και έθιμα του λαού μας, γνώρισε από κοντά τα προτερήματα και τα ελαττώματα της φυλής και ζυμώθηκε με τους αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821 με δεσμούς τέτοιους, ώστε και μετά τη λήξη του Αγώνα να παραμείνει στη χώρα μας και να συμμερισθεί με το λαό μας τη φτώχεια που τον έδερνε, αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου οι οικογενειακές του περ­γαμηνές θα του εξασφάλιζαν μίαν άνετη ζωή. [4] Διεισδυτικός, στοχαστής και ορα­ματιστής συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώδες σχέδιο, με το οποίο πίστευε ότι ο ελληνικός λαός, με μεθοδική οργάνωση και αξιοποίηση των πλουτοπαραγω­γικών πηγών της χώρας του, θα μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει και ακόμη να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό. [5]

Αντίθετα προς τις απόψεις του Όθωνα και του περιβάλλοντός του, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ είχε αν­τιληφθεί ότι οι Έλληνες της δεκαετίας του 1830, ύστερα από τη δραματική περίο­δο που είχε προηγηθεί, είχαν ανάγκη από μακρά περίοδο ειρήνης και ησυχίας για να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα και να ανοικοδομήσουν τα καπνίζοντα ακόμη ερείπια της χώρας τους. [6] Για τον Γκραγιάρ κάθε προσπάθεια για άσκοπες πολε­μικές προετοιμασίες στην κρίσιμη εκείνη για τον Ελληνισμό περίοδο, ως διέξο­δος στα μεγάλα και άλυτα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, αποτελούσε άπατη και προδοσία σε βάρος του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος φιλέλληνας, υστέρα από επίπονες μελέτες του ελληνικού προβλήματος όπως ο ίδιος το είχε ζήσει στο διάστημα τής 15χρονης παραμονής του στη χώρα μας, συνέταξε και υπέβαλε στον Όθωνα με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του ένα μεγαλόπνοο σχέδιο – μία αναλυτική οικονομικοτεχνική μελέτη – με το οποίο, όπως πίστευε, θα επιτυγχανόταν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και ή πνευματική και πολι­τιστική άνοδος του ελληνικού λαού. [7]

Αλλά για το σχέδιο Γκραγιάρ θα μιλήσουμε διεξοδικότερα στο τρίτο μέρος αυτής της εργασίας, αφού κάνουμε πρώτα μία σύντομη σκιαγράφηση της προσωπι­κότητάς του.

 

Β)  Σύντομη βιογραφική παρουσίαση του Φραγκίσκου Γκραγιάρ

 

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ μετά την αποπεράτωση των σπουδών του και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη εθελοντής στη Γαλλική Εθνοφυλακή την 15η Μαΐου 1812. Μετά από δύο μήνες προβιβάζεται σε δεκανέα και έπειτα από τρεις μήνες σε Λοχία. Στις αρχές του 1813 προβιβάζεται σε Ανθυπασπιστή και την 29η Σε­πτεμβρίου 1813 σε Ανθυπολοχαγό.[8]

Έλαβε μέρος ως Αξιωματικός του Γαλλικού Στράτου στις διάφορες μάχες των Ναπολεόντειων πολέμων της τελευταίας περιό­δου και διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στη μάχη της Λειψίας (1813) τραυματίστηκε σοβαρά και συνελήφθη αιχμάλωτος. Μετά την αποθεραπεία του διέφυγε την αιχμαλωσία, επανήλθε στο γαλλικό στράτευμα (18 – 14) και συνέχισε να πολεμάει μέχρι την οριστική πτώ­ση τού Μεγάλου Ναπολέοντα.[9]

Ακολουθεί μία περίοδος διωγμών κατά του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, αποτάσσεται από το Γαλλικό Στρατό και φυλακίζεται ως οπα­δός της επανάστασης, αποκαθίσταται και αποτάσσεται άλλες δύο φορές ως το 1820. [10] Οι διώξεις αυτές έπεισαν τον Φραγκίσκο Γκραγιάρ, ότι δεν είχε πια μέλ­λον στο Γαλλικό Στρατό. Η  βαθειά του προσήλωση στις ιδέες της Γαλλικής Επα­νάστασης και το δράμα του για μια ανθρωπινότερη ζωή και έναν κόσμο δικαιότερο, τον έκαναν να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να κατέλθει στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Συμμετείχε στην πρώτη αποστολή των Γάλλων φιλελλήλων που ήλθαν στην Ελλάδα, την 8/20 Νοεμβρίου του 1821 αποβιβάζεται με άλλους Γάλλους φι­λέλληνες στην Καλαμάτα. [11]

Έζησε από κοντά ολόκληρο το δράμα του υπέρ Ανε­ξαρτησίας Αγώνα του ελληνικού λαού και έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτόν, δέ­χτηκε πολλαπλά τραύματα στη διάρκειά του, τιμήθηκε με σειρά μεταλλίων και παρασήμων και προβιβάστηκε επανειλημμένα «έπ’ ανδραγαθία» στους διάφορους βαθμούς για το θάρρος και την ανδρεία που επέδειξε σε κρίσιμες με τους Τούρκους μάχες και συμπλοκές.

Αναλυτικότερα, συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και διακρίθηκε στη μάχη της Κορίνθου. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, όπου ανδραγάθησε, τραυματίστηκε και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμά­λωτος. Με τα υπολείμματα των φιλελληνικών εθελοντικών σωμάτων και τα υπο­χωρούντα ελληνικά τμήματα κλείνεται στο Μεσολόγγι και έλαβε μέρος ως υπε­ρασπιστής του στην επιτυχή άμυνα της πόλης κατά τη διάρκεια της πρώτης πο­λιορκίας της από τους Τούρκους. [12] Διακρίθηκε στην ορμητική καταδίωξη των Τούρκων προς το Αγρίνιο και τον Αχελώο, μετά την αποτυχία τους να εκπορθή­σουν με έφοδο το Μεσολόγγι. Στις αψιμαχίες με τους Τούρκους στην κοίτη του Αχε­λώου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες και παραλίγο να χά­σει το αριστερό πόδι του. Η συμφορά του Πέτα, την οποία έζησε σε όλη της την τραγικότητα, τον έπεισε ότι η ανάμιξη των πολιτικών στη διοίκηση του στρατού και η εκπόνηση από αυτούς σχεδίων πολεμικών επιχειρήσεων οδηγούσαν την επα­νάσταση σε αναδίπλωση και μπορούσε να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Για το λόγο αυτό, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ, στις εμφύλιες έριδες, που όσον εξαρτιόταν από αυτόν προσπαθούσε να τις αποτρέψει, πήρε το μέρος των στρατιωτικών και συμμάχησε μαζί τους, γιατί πίστευε ότι, όσο διαρ­κούσε ο Αγώνας, ο λαός είχε εμπιστοσύνη μόνο στους φυσικούς του ηγέτες, τους στρατιωτικούς.

Κατά τον Γκραγιάρ, μόνον οι στρατιωτικοί μπορούσαν να οδηγή­σουν στην ολοκλήρωση των στόχων της Επανάστασης και στην τελική νίκη. Συν­δέθηκε με στενή φιλία με όλους τους σημαίνοντες Έλληνες στρατιωτικούς και κυ­ρίως με τον Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Υψηλάντη. [13] Ο τελευταίος ανέθεσε στον Γκραγιάρ την οργάνωση των πρώτων ταγμάτων του Τακτικού Ελληνικού Στρατού. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το ήθος τη μόρφωση και τις ικανό­τητες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ και του ανέθεσε εμπιστευτικής φύσεως αποστολές στην Ευρώπη.

Με εντολή του Δημητρίου Υψηλάντη ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και ο συμπα­τριώτης του Louis Stanislaw Daniel, το φθινόπωρο του 1823, αναχωρούν για τη Γαλλία με σκοπό να ενεργοποιήσουν τους φιλελληνικούς συλλόγους της Ευρώπης, με σαφείς οδηγίες όπως, εκτός από την οικονομική ενίσχυση που παρείχαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις των χωρών τους για να αλλάξουν στάση και τακτική έναντι του ελληνικού προβλήματος. [14] Ο Δημή­τριος Υψηλάντης, μετά την απογοήτευσή του από τη ρωσική πολιτική στο ελλη­νικό πρόβλημα, στράφηκε προς τη Γαλλία και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τους δύο Γάλλους φιλέλληνες, οι οποίοι κατά τη μετάβασή τους στη Γαλλία ήρθαν σε επαφή και επικοινωνία με ανώτατους κρατικούς φορείς της γαλλικής πολιτικής ζωής και τους ενημέρωσαν για την πορεία και τους σκοπούς της Ελληνικής Επα­νάστασης.

Οι Graillard και Daniel επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1824 και ενημέρωσαν το Δημήτριο Υψηλάντη για τις επαφές τους στη Γαλλία και για τα αποτελέσματα των ενεργειών τους. Φαίνεται ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έμεινε ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα των ενεργειών των δύο φιλελλήνων και τους ξανάστειλε αμέσως στη Γαλλία με νέες εντολές. [15]

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, στρα­τιωτικός ολκής με πολιτική σκέψη και διπλωματική ενόραση, αντιλαμβανόταν ότι με τις τοπικές στρατιωτικές τους επιτυχίες οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν μπο­ρούσαν να γονατίσουν το μεγάλο γίγαντα και ότι χρειαζόταν περισσότερο από κάθε τι άλλο η διπλωματική στήριξη του Ελληνικού Αγώνα από τις Ευρωπαϊκές Δυ­νάμεις. Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, με κέντρο το πρόσφορο Παρίσι και τη Γαλ­λία γενικότερα, θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της φιλότουρκης πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και θα μπορούσε αποφασιστικά να συμβάλει στην αίσια λύση του ελληνικού προβλήματος.[16]

Η αρχή έγινε από τη Γαλλία και τα αποτελέσματα υπήρξαν θετικά και άμεσα. Πρώτη η κοινή γνώμη της Γαλλίας έδειξε τη δυναμική της παρουσία και επέβαλε στη γαλλική κυβέρνηση να αλλάξει πολιτικούς προσανατολισμούς ως προς το ελληνικό ζήτημα. Αποκορύ­φωμα των διπλωματικών αλλαγών, που συντελέστηκαν στη Γαλλία και στη λοιπή Ευρώπη, είναι η μετά τρία χρόνια αργότερα ευρωπαϊκή δυναμική, που εκδηλώ­θηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) και υλοποιήθηκε με τη Ναυ­μαχία του Ναυαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827).[17]

Η αποστολή, λοιπόν, των Grail­lard και Daniel υπήρξε επιτυχής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το έργο του Γκραγιάρ και τον προσέλαβε αρχικά υπασπιστή του και αργότερα επιτελάρχη του στον αγώνα του ενάντια στον Ιμπραήμ και στην εκστρατεία απελευθέρωσης της Ανατολικής Ελλάδας το 1829. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ως υπασπιστής του Δη­μητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στη μάχη των Μύλων την 13η Ιουνίου 1825 και επέδειξε ανδρεία και θάρρος, δέχτηκε πολλαπλά τραύματα και ανδραγάθησε πολε­μώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητές μέχρις ότου οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. [18] Για τα ανδραγαθήματά του στη μάχη των Μύλων, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, με πρόταση του Δημητρίου Υψηλάντη προς το Εκτελεστικό, προβιβάστηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη έπ’ ανδραγαθία. Τέ­λος, ως επιτελάρχης του Δημητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ανατολικής Ελλάδας και πολέμησε στη μάχη των Θηβών (21 Μαΐου 1829) και είχε την τύχη να λάβει μέρος στην τελευταία νικηφόρο μάχη του Αγώνα, στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829).[19]

Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο Γκραγιάρ, με πρό­ταση του Δημητρίου Υψηλάντη, δια του υπ’ αριθ. 79 Διατάγματος της 25ης Μαΐου του 1832, διορίζεται Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος, δηλαδή Αρχη­γός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και επιδίδεται στην αναδιοργάνωση του Στρατού. [20] Η ανάδειξη του Γκραγιάρ στο ύπατο στρατιωτικό αξίωμα συνέπεσε με τη φοβερή τραγωδία του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη δολοφονία του Κυβερ­νήτη και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την πειθαρχία μέχρι τέλους και να κρατήσει το στράτευμα μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες. [21]

Μετά την άφιξη του Όθωνα προσλήφθηκε ως υπασπιστής του, αλλά τέσσερις μήνες αργότερα, με την ίδρυση της Ελληνικής Χωροφυλακής, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ το Μάιο του 1833 αναλαμβάνει Αρχηγός του νεοσύστατου Σώμα­τος της Χωροφυλακής.[22]

Κατά γενική ομολογία, ως Αρχηγός Χωροφυλακής ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ προσέφερε μία από τις σπουδαιότερες υπηρεσίες που προσέφερε ποτέ ένας ξένος στον τόπο μας. Ο Γκραγιάρ, γνώστης της οργανωτικής διάρ­θρωσης και της λειτουργικότητας της Γαλλικής Χωροφυλακής και γνωρίζοντας την ιδιοσυστασία και την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων της εκρηκτικής εκείνης περιόδου, θέλησε να οργανώσει ένα σώμα ασφαλείας με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της μεταπελευθερωτικής ελληνικής κοινωνίας. [23]

 

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930). Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930).
Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

 

Για το λόγο αυτό έλαβε ως πρότυπό του τη Γαλλική Χω­ροφυλακή, μελέτησε τούς Οργανισμούς και Κανονισμούς της Γαλλικής Χωροφυλα­κής και τους μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα, αφού προσάρμοσε πολλές διατάξεις του στην ελληνική πραγματικότητα. [24]  Δεν αποδέχτηκε όμως ο Γκραγιάρ αβασά­νιστα την εντολή που του είχε δοθεί. Για να αναλάβει, έθεσε δύο απαράβατους όρους, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από την Αντιβασιλεία. Ο πρώτος όρος αφορούσε την επιλογή των στελεχών της Χωροφυλα­κής η οποία έγινε προσωπικά από αυτόν τον ίδιο ανάμεσα στους διαπρεπέστερους αγωνιστές της επαναστάσεως του 1821, που είχαν όμως διακριθεί για την εντιμότατα και το ήθος τους στη διάρκεια του Αγώνα. Ο δεύτερος όρος αφορούσε τη μη ανάμιξη του στρατού και της πο­λιτικής στο έργο της Χωροφυλακής. Ο ίδιος ο Γκραγιάρ έκανε την εγκατάσταση των υπηρεσιών Χωροφυλακής στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και τα χωριά, ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους από απόψεως πληθυσμιακής, οικονομικής και της γεω­γραφικής τους θέσης. Γνώριζε προσωπικά τους ανθρώπους που επέλεγε και τους τόπους που εγκαθιστούσε τις υπηρεσίες Χωροφυλακής από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[25]

Το έργο του Γκραγιάρ στην οργάνωση της Χωροφυλακής εξετιμήθη από δικούς μας και ξένους. [26] Ο σύγχρονος του Γκραγιάρ Γάλλος κοι­νωνιολόγος Gustav Eiphthal (Γουσταύος Εϊκάλ) γράφει για τον Γκραγιάρ και το σώμα της Χωροφυλακής: «Ο Γκραγιάρ είναι σήμερα Αρχηγός του Σώματος της Χωροφυλακής, το οποίο αυτός εξ ολοκλήρου διέπλασε. Είναι δε το σώμα τούτο ο επιτυχέστερος των στρατιωτικών οργανισμών της Ελλάδος».[27]

Δυστυχώς, οι όροι που είχε θέσει ο Γκραγιάρ στην Αντιβασιλεία, για τη μη ανάμιξη του στρατού και της πολιτικής στο έργο της Χωροφυλακής, παραβιαζόντουσαν με διάφορα προσχή­ματα. Όταν δε ο Γκραγιάρ ζήτησε την αύξηση της οργανικής δύναμης της Χω­ροφυλακής για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της και η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημά του με το πρόσχημα της έλλειψης πιστώσεων, υπέβαλε αμέσως την παραί­τησή του. [28] Την 13η Ιανουαρίου 1835, ο Γκραγιάρ αντικαθίσταται στην αρχηγία της Χωροφυλακής από το Βαυαρό Αντισυνταγματάρχη Μαξιμιλανό Ρόσνερ.

Ο Γκραγιάρ, μετά την παραίτησή του από την αρχηγία της Χωροφυλακής, έπεσε σε δυσμένεια και ανακοινώθηκε προσχηματικά ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα για λό­γους υγείας. Λίγο αργότερα όμως ανακλήθηκε στην ενέργεια και υπηρέτησε σε διά­φορες υπηρεσίες του στρατεύματος (Φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, Φρούραρχος Μεσολογγίου, Προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών, Πρόεδρος του Συμ­βουλίου για την αναθεώρηση του Στρατού κτλ.).

Την 19η Φεβρουαρίου του 1848 ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ διορίζεται για δεύτερη φορά Αρχηγός Χωροφυλακής, αλλά παρέμεινε για πολύ λίγους μήνες στη θέση αυτή, γιατί ήρθε αμέσως σε ρήξη με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που επέμεναν να επεμβαίνουν στο έργο της Χωροφυλακής. Ωστόσο, όμως, ο Γκραγιάρ δεν παραιτήθηκε αυτή τη φορά, αλλά οι εναντιούμενοι στο έργο του, για να τον εξουδετερώσουν, εισηγήθηκαν στην Κυ­βέρνηση την κατάργηση του Αρχηγείου Χωροφυλακής και την υπαγωγή του Σώ­ματος απευθείας στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Έτσι, το σώμα της Χωροφυλακής έμεινε ακέφαλο και ο Αρχηγός του χωρίς θέση. Αυτά παθαίνουν όσοι πονούν αληθινά αυτόν τον τόπο και δεν γίνονται πιόνια της πολιτικής και των κάθε είδους κυκλωμάτων. Έπειτα από λίγο ο Γκραγιάρ μετατάσσεται στο στράτευμα και την 19η Μαΐου 1854 προβιβάζεται σε υποστράτηγο, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα περιέρχεται σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας πραγματικά για λόγους υγείας αυτή τη φορά.[29]

Απεβίωσε σχεδόν λησμονημένος την 9η Μαΐου 1863 και καθώς είχε παραμείνει άγαμος, άφησε κληρονόμο τής μικρής του περιουσίας τον τέως Δήμαρχο Αθηναί­ων Ιωάννη Κόνιαρη.[30]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε προσκολλημένος στους γαλλικούς πολιτικούς κύκλους της Αθήνας, αλλά παντού και πάντοτε ασκούσε την επιρροή του για το καλό της δεύτερης θετής πατρίδας του της Ελλάδας και των αγαπημένων του Ελ­λήνων. Είναι εκείνος που επισκέφθηκε το Γάλλο Στρατηγό Μαιζώνα στη Μεσση­νία και τον παρακάλεσε να εμποδίσει τον Ιμπραήμ να ερημώσει την Πελοπόννησο, όπως σκόπευε, κατά την αποχώρησή του και να φανεί και ο ίδιος γενναιόδωρος προς τους χειμαζομένους πληθυσμούς της περιοχής, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τις μακροχρόνιες δηώσεις του Ιμπραήμ.[31]

Πάντοτε δε ενεργούσε κατευναστι­κά στη Γαλλική Πρεσβεία της Αθήνας σε περιόδους κρίσεως των εθνικών μας θεμάτων και οξύνσεως των σχέσεων των δύο χωρών. Είχε τη δύναμη να επιβάλλε­ται και να κατευνάζει τον οξύθυμο Γάλλο Πρεσβευτή Piscatory. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν έγραψε κανένα βιβλίο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, άλλα τους στοχασμούς του, τις ιδέες του και την αγάπη του προς την Ελλάδα και τους Έλληνες τα ανιχνεύουμε μέσα από τις εκατοντάδες χειρόγραφά του, που διασώ­θηκαν και βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στα Αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Από αυτά, ο φάκελος I του Οθωνικού Υπουργείου Στρατιωτικών και οι φάκελοι Αστυνομία – Χωροφυλακή του Οθωνικού Υπουργείου Εσωτερικών των Γενικών Αρχείων του Κράτους πε­ριέχουν εκατοντάδες χειρόγραφα του Γκραγιάρ, στα οποία περιλαμβάνεται το ορ­γανωτικό διάγραμμα των υπηρεσιών Χωροφυλακής με παρατηρήσεις, σχόλια και επεξηγηματικά στοιχεία, με τα οποία δικαιολογούνται πλήρως οι λόγοι που επέ­βαλαν την ίδρυση της κάθε υπηρεσίας Χωροφυλακής.

Οι προσωπικές του αναφορές ως Αρχηγού Χωροφυλακής προς τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εσωτερικών είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Οι Κανονιστικές Διαταγές, τα μνημόνια οδηγιών και οι γενικές κατευθύνσεις που εξέδιδε προσωπικά ο Γκραγιάρ προς τους διοικη­τές των νεοϊδρυομένων υπηρεσιών, αποτελούν τους αψευδείς μάρτυρες της πνευματικής του συγκρότησης, της εκφραστικής του δυναμικότητας, της ορθής κρίσης του, της ικανότητας επιλογής των συνεργατών του, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους και των ηγετικών του προσόντων γενικότερα.[32]

 

Γ)   Ανάλυση του σχεδίου Γκραγιάρ «περί των τρόπων της αναπτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού»

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε ένας ιδεαλιστής ελληνολάτρης και είναι ο πρώτος ξένος που αποποιήθηκε τον τίτλο του «φιλέλληνα», έχοντας υπόψη του τα μπουλούκια των ξένων που είχαν εισρεύσει στη χώρα μας προς αναζήτηση τύχης με την ευκαιρία της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί από αυτούς ήσαν ξένοι πράκτορες και πουλούσαν εκδούλευση στους αγωνιζόμενους για την ελευθερία τους Έλληνες, αντλούντες πληροφορίες από αυτούς για να τις μεταβιβάσουν με αμοιβή στους Τούρκους. Άλλοι πάλιν ήσαν έτοιμοι να αλλάξουν στρατόπεδο ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Όλος αυτός ο συρφετός των διαφόρων επιδιώξεων τιτλοφορήθηκε από τους αφελείς Έλληνες «Φιλελληνισμός» και οι διάφοροι τυχοδιώκτες της Δύσης τιτλοφορήθηκαν «Φιλέλληνες». Αυτά τα είχε ζήσει από κοντά ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και για το λόγο αυτό θεωρούσε τον τίτλο του φιλέλληνα ως υβριστικό.[33]

Ο ίδιος είχε γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και αντιλαμβανόταν ότι τα στενά εδαφικά όρια, μέσα στα οποία είχαν περιορίσει το νεοσύστατο κράτος οι Με­γάλες Δυνάμεις, δεν ήσαν βιώσιμα και έπρεπε οπωσδήποτε να επεκταθούν για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να ζήσει και να δημιουργήσει. Όπως όμως είχαν δια­μορφωθεί τα πράγματα δεν υπήρχε διέξοδος με τις άσκοπες πολεμικές προετοιμα­σίες σε μια εποχή μάλιστα που η Δύση κόπτονταν για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[34]

Εκείνο λοιπόν που έπρεπε να γίνει στη φάση αυτή ήταν η οργάνωση της διοίκησης και η οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώ­ρας.[35] Αν αυτό επιτυγχανόταν, θα μπορούσε να οργανωθεί ένας αξιόμαχος στρα­τός που θα ήταν σε θέση να αντιπαραταχθεί με τον υπέρτερο αριθμητικά αλλά κα­κώς οργανωμένο τουρκικό στρατό. Ο Γκραγιάρ λοιπόν οραματίστηκε ένα μικρό αλ­λά καλά οργανωμένο στράτευμα που θα αντιπαρέθετε τη σύγχρονη πολεμική τακτι­κή στην αριθμητική δύναμη του εχθρού. Ήθελε δηλαδή, τηρουμένων των αναλογι­ών, να μεταβάλει την Οθωνική Ελλάδα σε ένα υπερσύγχρονο μικροσκοπικό κρά­τος που θα μπορούσε να αντιπαραταχθεί στον Οθωμανικό γίγαντα, όπως αντιπα­ρατάσσεται σήμερα το μικρό αλλά καλά οργανωμένο κράτος του Ισραήλ απέναντι στον Αραβικό Γίγαντα. Για το λόγο αυτό συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώ­δες σχέδιο – υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο βασιλιά Όθωνα την 9η Απριλίου 1835 με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του. [36] Με το μακροσκελές του υπόμνημα – το όλον 58 σελίδες – ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπεδείκνυε στο νεαρό ηγεμόνα τους τρόπους ενεργείας και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για να επιτευχθεί η ταχεία οργάνωση της διοίκησης και η επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονο­μίας.

Από την ανάλυση του υπομνήματος προκύπτουν πολλά και ωφέλιμα στοιχεία και εξάγονται χρήσιμα ιστορικά συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα και τις δυνατότητες που είχαν οι Έλληνες να εξέλθουν από το φάσμα της οικονομικής καχεξίας και να ακολουθήσουν την ανο­δική πορεία των Ευρωπαϊκών λαών. Από το ίδιο το υπόμνημα ή μάλλον από την αριστοτεχνική αυτή οικονομικοτεχνική μελέτη σκιαγραφείται η προσωπικότητα, το ήθος, η συγκρότηση, η προβλεπτικότητα και προνοητικότητα του συντάκτη και τον αναδεικνύουν σε στοχαστή και μεταρρυθμιστή των ελληνικών πολιτικών πραγμά­των της εποχής του, αφού πολλοί από τους σχεδιασμούς και τις υποδείξεις του πραγματοποιούνται ή μελετώνται με καθυστέρηση ενός και μισού αιώνα.[37]

Εκεί­νο που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι, ενώ το περιεχόμενο του υπομνήματος είναι πλούσιο και πολύ ενδιαφέρον από κάθε πλευρά, ο Γκραγιάρ του έδωσε ένα μετριοπαθή τίτλο, που σε ελεύθερη Απόδοση μεταφράζεται: «Περί των τρόπων της ανα­πτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού». Στην αρχή του υπομνήματος ο Γκραγιάρ αναφέρεται στους λόγους που τον ώθησαν στη σύνταξή του, κάμνοντας μία σύντομη αναδρομή στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, για να προχωρή­σει στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και να εξηγήσει τις επιδράσεις που δέχτηκαν οι Έλληνες από τη μακροχρόνια τουρκική καταπίεση και τυραννία. Δικαιολογεί το δυσδιοίκητο, το καχύποπτο και το ανυπότακτο του νεοέλληνα. Μας δίνει τη δομή και τη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας στις παραμονές του Αγώνα κατά τά­ξεις και γεωγραφικά διαμερίσματα.

Κατά τον Γκραγιάρ, άλλη είναι η κοινωνική συγκρότηση στην Πελοπόννησο, την οποία χαρακτηρίζει συντηρητική, με τους προεστώτες κυρίαρχους και τον απλό λαό καταδυναστευόμενο, τη συγκρίνει με το αυταρχικό καθεστώς της Τσαρικής Ρωσίας. Άλλη είναι η κοινωνική δομή στα νησιά, στα οποία διακρίνει τρεις τά­ξεις, τους προεστώτες, τους αστούς και το λαό, προσομοιάζει την κοινωνική συγ­κρότηση των νησιών με αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας. Περισσότερο προοδευτική κοινωνική συγκρότηση διακρίνει στη Ρούμελη (με τον όρο Ρούμελη εννοεί από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι και τη Θράκη) με διαμορφωμένη την αστική τάξη. Εμπόριο, βιομηχανία (υποτυπώδη), τέχνες – γράμματα, συνεταιριστικό και συνερ­γατικό πνεύμα, πολεμική αριστοκρατία είναι το σήμα κατατεθέν της νέας τάξης πραγμάτων στην Ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Ισχύς των προεστώτων στη Ρούμελη εί­ναι σκιώδης. Τη φιλελεύθερη κοινωνική δομή της Ρούμελης ο Γκραγιάρ τη συγ­κρίνει με αυτήν της Γαλλίας. Με βαθειά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση εξε­τάζει τις διάφορες τάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του Αγώνα και τις επιδράσεις που άσκησαν οι διάφορες προσωπικότητες στο ανώνυμο πλήθος των αγω­νιστών. Μέσα στο καμίνι του Αγώνα ανιχνεύονται οι πρώτες τάσεις συγκρότησης της νεοελληνικής κοινωνίας. Κύριο χαρακτηριστικό η εξασθένηση της ισχύος των προεστών και των προυχόντων, άνοδος των αστών – διανοουμένων πολιτικών -, έμπο­ρων – μεταπρατών και της πολεμικής αριστοκρατίας των στρατιωτικών, των καπε­τάνιων του Αγώνα.

Η μη απόλυτη επικράτηση της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο οφείλεται στην έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού των πολεμικών επιχει­ρήσεων, αφού κάθε πολεμικός αρχηγός και οπλαρχηγός ενεργούσε κατά τον τρόπο που αυτός έκρινε σωστό. Διαπιστώνει την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης στις απελευθερούμενες από τους Τούρκους περιοχές. Ο ανταγωνισμός για την επικράτηση όχι μόνον ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ακόμη και ανάμεσα στις διάφορες φατρίες της ίδιας τάξης οδήγησαν σε πολιτικές συμμαχίες ανίερες και ζημίωσαν ανεπανόρ­θωτα την επανάσταση. Ο αγώνας του ελληνικού λαού είχε ως αφετηρία την απο­τίναξη της τουρκικής δεσποτείας με βάση το πνεύμα φιλελευθερισμού που είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα. Μας κάνει σκιαγράφηση της προσωπικότητας των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών και επισημαίνει τα λάθη και τις αδυναμίες τους. Περισσότερο αναλυτικός είναι στους Δημήτριο Υψη­λάντη, Μαυροκορδάτο, Κωλέττη και στον Ιωάννη Καποδίστρια. Διαπιστώνει ότι η επανάσταση θα είχε επιτύχει στους στόχους της αν μέσα από τον Αγώνα αναδυό­ταν επιβλητική προσωπικότητα κοινής αποδοχής για να κατευθύνει και συντονίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στο έργο της διοίκησης που ποτέ δεν λειτούργησε μεθοδευμένα και αποδοτικά.

Για τον Καποδίστρια παραδέχεται ότι εφόσον τηρούσε τις ισορροπίες ανάμεσα στο φιλελευθερισμό που εξέφραζαν οι πολλοί και το δεσποτισμό που εξέφραζαν οι ολίγοι, η διοίκησή του ήταν άψογη και ετύγχανε της γενικής αποδοχές. Ακόμη επισημαίνει τις επιδράσεις που ασκούσαν οι διάφορες προσωπικότητες προς το ανώ­νυμο πλήθος, με αποτέλεσμα στενά ατομικά συμφέροντα ορισμένων ατόμων να παρουσιάζονται στο λαό ως εθνική υπόθεση. Οι ολέθριες αυτές τάσεις διαμορφώθη­καν κατά τη διάρκεια του Αγώνα και συνετάραξαν για ολόκληρες δεκαετίες τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα. Οι τάσεις αυτές, εξηγεί, οδήγησαν στη δολοφονία του Καποδίστρια και στον εμφύλιο πόλεμο. Με θάρρος και παρρησία ασκεί έντονη κρι­τική στο έργο της Αντιβασιλείας και δε διστάζει να καταγγείλει τις αυθαιρεσίες και τα σφάλματά της. Για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, υποδεικνύει στον Όθωνα τους σωστούς τρόπους ενεργείας για το καλό του ίδιου του βασιλιά, όπως τονίζει, και των υπηκόων του.

Το υπόμνημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο φυσικές ενότητες. Στην πρώ­τη ενότητα περιλαμβάνονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων στην περίοδο της τουρκοκρατίας, για τις διάφορες φάσεις του Αγώνα και τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκειά του και μετά την επιτυχή λήξη του. Το δεύτερο μέρος σε συσχετισμό με τις επισημάνσεις του πρώ­του μέρους είναι το κυρίως υπόμνημα, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα και υπο­δεικνύει στο νεαρό ηγεμόνα τα πρέποντα. Το τι πρέπει δηλαδή να κάνει: «…Δια να αναλάβει η Ελλάς εκ νέου εις τον πολιτισμόν του μέλλοντος την θέσιν του πρω­τοπόρου την οποίαν είχεν διατηρήσει επί τόσον μακρόν χρόνον εις την αρχαιότητα και το όνομα του Όθωνος, προφερόμενον με αγάπην και σεβασμόν παρά πάντων, θά καθίστατο ο πρώτος άμα και Ένδοξος κρίκος της αλύσου προς μίαν νέαν εποχήν δια την ανθρωπότητα…».

Από το παρατιθέμενο απόσπασμα διαφαίνεται η ακρά­δαντα πίστη του Γκραγιάρ ότι η νέα Ελλάδα είχε τις δυνατότητες να αναπτυχθεί οικονομικά, διοικητικά και πολιτιστικά και να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στον αν­θρώπινο πολιτισμό. Αλλά αυτό θα αποτελούσε μία ευχή ενός οραματιστή εάν τα υποδεικνυόμενα μέτρα δεν ημπορούσαν να υλοποιηθούν. Οι υποδείξεις όμως του Γκραγιάρ ήταν καλομελετημένες και μπορούσαν να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Ο Γκραγιάρ υποδεικνύει στον Όθωνα να ρίξει όλο το βάρος των ενεργειών του στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας – βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, στην οργάνωση της δημοσίας διοίκησης και των οργανισμών. Όλα αυτά προϋποθέτουν μακρά περίοδο ειρήνης και εσωτερικής ασφάλειας για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να αναπτύξει τις δημιουργικές δυνά­μεις του και να ακολουθήσει την τροχιά των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Η φιλοσοφία του υπομνήματος Γκραγιάρ στόχευε να αποτρέψει τον Όθωνα από τον ολισθηρό κατήφορο της φιλοπόλεμης τάσης του αυλικού περιβάλλοντος που τον ωθούσε σε εξωπραγματικές επιδιώξεις, τη λύση δηλαδή του ελληνικού προβλήμα­τος με την εμπλοκή της ανοργάνωτης πολεμικά χώρας σε πολεμικές περιπέτειες.

Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε σε ορισμένα βαθυστόχαστα σημεία του υπομνή­ματος Γκραγιάρ, τα οποία προκαλούν το θαυμασμό και την έκπληξή μας για την πρωτοτυπία των ιδεών και τη διεισδυτικότητα του πνεύματος Γκραγιάρ στην υφή και στην ουσία των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων της εποχής του. Για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας με παράλληλη ανάπτυξη οικιακής βιοτεχνίας και βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, υποδεικνύει τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε βιώσιμες οικιστικές μονάδες με τη δημιουργία είδους αγροτοπόλεων. Την οργάνωση και την εξειδίκευση σε όλους τους τομείς της οικονομίας με τη μετάκληση Ελλήνων εκ του εξωτερικού ή και αλ­λοδαπών. Υπαινίσσεται τη δυσφορία και την άρνηση των πλουσίων Ελλήνων της διασποράς για επενδύσεις στην πατρίδα τους. Υποδεικνύει τη δημιουργία Κεντρι­κής Τράπεζας στην πρωτεύουσα με παραρτήματα στους νομούς και στις επαρχίες για τη δανειοδότηση των αγροτών, των επαγγελματοβιοτεχνών και όλων των πα­ραγωγικών επενδύσεων. Ακόμη υποδεικνύει την ίδρυση Πανεπιστημίου και Σχολής Καλών Τεχνών με παράλληλη ίδρυση επαγγελματικών σχολείων στις επαρ­χίες, θεωρεί την εξειδίκευση ως τον ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Κρίνει απαραίτητο τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συ­στήματος και τη δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Για τη διάθεση των γεωργικών και λοιπών εγχώριων προϊόντων και την ποιοτική τους βελτίωση υποδεικνύει την καλλιέργεια του συνεταιριστικού και συνεργατικού πνεύματος. Α­κόμη και για τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο έκανε πρόβλεψη οΦραγκίσκος Γκρα­γιάρ, γιατί τον θεωρούσε ως το κύτταρο της δημοκρατίας και από ό,τι εγνώριζε, η λειτουργία του δεν είχε τεθεί σε σωστές βάσεις.

Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ για τη λύση του ελληνικού προβλήματος δεν βρήκαν απήχηση στους πολεμοκάπηλους της διεφθαρ­μένης αυλής του Όθωνα, που ωθούσαν αυτόν τον ίδιο στην καταστροφή και τον ελληνικό λαό στην οικονομική εξαθλίωση και την εθνική του ταπείνωση, αφού κάθε άστοχη ενέργεια του ηγεμόνα του σε αυτόν ξεσπούσαν τα βάρη. Μπορούμε με βε­βαιότητα να υποθέσουμε, ότι το υπόμνημα Γκραγιάρ δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια του Όθωνα. Αλλά και να περιερχόταν δεν θα είχε διαφορετική τύχη: Ο Όθωνας βασανιζόταν από συμπλέγματα κατωτερότητας λόγο της γνωστής διανοητικής του κατάστασης. Επειδή δε αδυνατούσε να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση για να επιτύ­χει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την κατά τρόπο αποδοτικό λειτουρ­γικότητα της κρατικής μηχανής, παρουσίαζε τον εαυτό του εις τούς υπηκόους του ως επεξεργαζόμενος την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [38] Μέσα λοιπόν σε αυτό το αρρωστημένο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στο Παλάτι, το υπόμνη­μα Γκραγιάρ δεν είχε καμμία απολύτως θέση. [39] Ωστόσο, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν απογοητεύεται και δεν τα βάζει κάτω, αλλά αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες.

Το 1837 ηγείται μιας κίνησης που αποσκοπούσε στη συνένωση όλων των πο­λιτικών δυνάμεων με στόχο και πάλι την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Συγχώνευσις» και παρέμεναν αξεδιάλυ­τοι οι στόχοι και ο σκοπός της ίδρυσής της, ακόμη και μέχρι τα τελευταία χρόνια. [40]  Οι λόγοι αυτής της ασάφειας οφείλονται στο γεγονός ότι η κίνηση αυτή αποσκοπού­σε στη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων με ηγέτη το Βασιλιά Όθωνα. Άλλα μια τέτοια κίνηση από τα υπεύθυνα για την κακοδαιμονία της χώρας κόμ­ματα και το συνυπεύθυνο τους βασιλιά κάθε άλλο παρά ευμενή απήχηση μπορούσε να έχει στα λαϊκά στρώματα και στον τύπο της εποχής.[41]

Μόνον ο συσχετισμός του υπομνήματος Γκραγιάρ του 1835 προς το βασιλιά Όθωνα και η κίνηση της «Συγχώνευσις» του ιδίου του έτους 1837 ξεδιαλύνουν τα πράγματα, γιατί εμπνευστής και των δύο κινήσεων είναι οΦραγκίσκος Γκραγιάρ με κοινό στόχο την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, που είχε ζήσει έντονα τη μακροχρόνια ελληνική τραγωδία, όταν απέτυχε να πείσει τον Όθωνα να αφήσει τους ακροβατισμούς και να ακολουθήσει το σωστό δρόμο, οραματίστηκε τη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ως μοναδική διέξοδο στο αδιέξοδο της αντιπαλότητας των Ανακτόρων και των κομματικών φατριών, που είχαν δημιουργήσει εκείνη την ασφυ­κτική κατάσταση.[42]

Ο Γκραγιάρ ηγήθηκε μιας ευρύτατης κίνησης με στόχο ένα είδος οικουμενικής κυβέρνησης για τη λύση των εκρηκτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Φυσικά η κίνηση Γκραγιάρ δεν έγινε κατανοητή από τις πο­λιτικές δυνάμεις της εποχής του. Ωστόσο, οι ιδέες του επεκράτησαν αργότερα με τη δημιουργία οικουμενικών κυβερνήσεων, σε κρίσιμες φάσεις του εθνικού μας βίου. Και από την άποψη αυτή ο τίτλος του οραματιστή και του ελληνολάτρη ανήκει δι­καιωματικά στο Μεγάλο Φιλέλληνα Φραγκίσκο Γκραγιάρ.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ψ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός Χωροφυλακής.

[2] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΓΚΡΑΓΙΑΡ 1792 – 1863, Ο Πρώτος Αρ­χηγός της Ελληνικής Χωροφυλακής», Επιθεώρηση Χωροφυλακής, τόμος 9ος / 1978, σελ. 319-321.

[3] Χαρίκλειας Γ. Δημακοπούλου «Ο ΣΑΙΝΣΙΜΟΝΙΣΤΗΣ FRANCOIS GRAILLARD», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τό­μος 22ος, Αθήναι 1979, σελ. 368. «…Δεν εξετιμήθη ειμή ως στρατιώτης, ως επαγγελ­ματίας πολεμιστής, ενώ έκρυβεν ολόκληρον κόσμον ιδεών, νέων και ριζοσπαστικών δια την εποχήν του και ίσως δια μόνον δι’ αυτήν ως ιδεολόγος, ως στοχαστής, ως πολιτικός αναλυτής, ως εισηγητής μεταρρυθμίσεων, αι οποίαι απέβλεπον εις το μεγαλείον, την προκοπήν και την ακτινοβολίαν της Ελλάδος».

[4] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[5] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό .π., σελ. 390 – 391.

[6] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό. π., σελ. 386.

[7] Αρχείον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τής Ελλάδος, αριθμός κωδικός 284.

[8] Φύλλον Μητρώου του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, της υπηρεσίας αρχείων του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας.

[9] Εφημ. «Παλιγγενεσία», φύλλο 141 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 4 και εφημ. «Ραδαμάνθυς», φύλλο 17 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 2 «Λόγος Επιτάφιος, επί του τάφου του Γάλλου φιλέλληνος και Στρατηγού Γραλλιάρδου» υπό  I. Κόνιαρη.

[10] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[11] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου,   ό. π., σελ. 369, υποσ. 3.

[12] Ναπολέοντα Σταμ. Δοκανάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΓΛΟΣ (1789- 1868)», Ιωάννινα 1987, σελ. 109, υποσ. 9, όπου γίνεται σύντομη βιογραφία του Φραγκίσκου Γκραγιάρ.

[13] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 372.

[14] Αρχείον Μαυροκορδάτου, τεύχος 111, εν Αθήναις 1968, σελ. 531-533 (έγγρ. 831) και σελ. 543-545 (έγγρ. 839).

[15] Διον. Καραβία,   τόμος 1  (1971), τεύχος Β, σελ. 187 – 189 και 191 – 197.

[16] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 21-28, Ιστορική Ανασκόπησις των Γεγονότων και Συμβάντων τα οποία οδήγησαν εις την Ναυμαχίαν του Ναυαρίνου.

[17] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», ό. π., σελ. 24-27.

[18] Ε λ. Γ. Πρεβελάκη: «Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», εν Αθήναις 1950, σελ. 60, 84 και 115.

[19] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ.  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ. .

[20] Ναπολέοντα Σταμ. Δονακάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΧΑΧΟΠΟΥΛΟΣ 1789-1868», Ιωάννινα 1987, σελ. 109-110, υποσ. 9.

[21] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ (1833 -1933», τεύχος Α’ (1821 -1835), «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ», Αθήναι 1931, σελ. 48.

[22] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ανέκδοτο Ιστορικό Λεύκωμα για τα 150 Χρόνια της Ελληνικής Χωροφυλακής, Αθήνα 1983.

[23] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός της Ελληνικής Χωροφυλακής.

[24] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Οθωνικό αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών – Αστυνομία -Χωροφυλακή, φάκελλοι 1 -10.

[25] Χρήστου Ρέππα: «Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ» (1833 -1834), περιοδικό «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», τεύχος 154 (Οκτώβριος 1982), σελ. 739 έως 742.

[26] Τ. Α. Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού. ό. π., σελ. 95: «Η ίδρυση της Χωροφυλακής αποδείχτηκε πιο επιτυχής…….».

[27] G. Eichthal: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ­ΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821», επιμ. ΑΘ. Χ. Παπαδοπούλου, εν Αθήναις 1974, σελ. 39 και ιδίου   «Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1833-1835», έπιμ. Γ. Τ. Μίρκου, έν Αθήναις 1968, σελ. 36.

[28] Ν.  Σ.  Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ – Ιστορικαί σελίδες», τόμος Α’, Αθήναι 1960, σελ. 81.

[29] Διάταγμα της 19ης και 22ας Μαΐου 1854, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φυλ. 15 της 5 Ιουνίου 1854, σελ. 77-78.

[30] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 378.

[31] Ιστορικά  Αρχεία Αρχηγείου  Χωροφυλακής»,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχηγός Χωροφυλακής.

[32] Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκ. 10 – ¡90 – Όθων. Αρχ. Υπουργείου Εσωτερικών.

[33] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ.

[34] I.   Α.   Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού ,   ό. π., σελ. 33 και 217.

[35] Χαρίκλειας   Γ.   Δ η μ α κ ο π ο ύ λ ο υ ,   ό. π., σελ. 392.

[36] Το υπόμνημα Γκραγιάρ είχε καταγραφεί από τον αείμνηστο καθηγητή Σπύρο Λάμπρο και είναι ταξιθετημένο στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελ­λάδος, άριθ. Κώδικα 284.

[37] Δυστυχώς, οι ιδέες του Γκραγιάρ για εξειδίκευση στο γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα, ακόμη και στο βιοτεχνικό, ναυτιλιακό και εμπορικό τομέα, άργησαν πολύ να πραγματοποιηθούν στη χώρα μας. Ακόμη, η δημιουργία αγροτοπόλεων, που εισηγήθηκε, για τη συγκράτηση των αγροτικών πληθυσμών στην ύπαιθρο, μόνον προς το τέλος τής 10ετίας του 1960 συζητήθηκε στην ελληνική Βουλή, χωρίς να υλοποιηθεί.

[38] Σπ. Β. Μαρκεζίνη:«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑ­ΔΟΣ», τόμος πρώτος, Αθήναι 1966, σελ. 208.

[39] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ», σελ. 40-90, τόμος ΙΓ’ Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους Εκδοτικής Αθήναι Α.Ε., Αθήναι 1977.

[40] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ -Οθωνική περίοδος 1833-1843», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθή­να 1982, σελ. 198-199.

[41] Έφημ. «ΑΘΗΝΑ», τόμοι 1837 και 1838.

[42] Ναπολέοντος Σταμ. Δοκανάρη : «ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ AΣMA ΤΟΥ ΟΘΩΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ», περιοδικόν «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 325 – 326 / Μάιος – Ιούνιος 1979, σελίδες 387 – 396, βλέπε σελ. 388 «…Η πολιτική που ακολούθησε ο Όθωνας για την υλοποίηση των σκοπών της Μεγάλης Ιδέας ήταν καθόλα λανθασμένη…..».

Ναπολέοντας  Σταμ. Δοκανάρης

Φιλόλογος – Ιστορικός

Ηπειρωτική Εστία (Μηνιαία Επιθεώρησις Εν Ιωαννίνοις), Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 1990, τεύχη, 453-454-455.

Διαβάστε ακόμη:

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837.

Read Full Post »

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837. Χρήστος Μπαλόγλου. 


 

[…] Οι πρώτες προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του SaintSimon στον ελλαδικό χώρο χρονολογούνται από το 1825, έτος του θανάτου του, όπως μας πληροφορεί μια ανυπόγραφη βιογραφία του Γάλλου φιλοσόφου και οικονομολόγου, δημοσιευμένη το 1833, στην εφημερίδα Ήλιος του Ναυπλίου: « το όνομα του Σαινσιμώνος έφθασεν από τα 1825 εις την Ελλάδα αι νέαι ιδέαι του μας εξέπληττον». Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι οι «μαθηταί του Saint-Simon, με γενειάδας μακράς ως οι αρχαίοι φιλόσοφοι διατρέχουν την Ελλάδα και υποκινούν έτι την περιέργειαν του κοινού».

Η πληροφορία αυτή του ανωνύμου ορθογράφου αξίζει να μελετηθεί συνδυαστικά με την περιγραφή που δίνει ο Γεώργιος Γαζής, Γραμματικός του Καραϊσκάκη, στο λήμμα «θηριάνθρωποι» στο Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως: «Εις τον καιρόν της Επαναστάσεως ήλθον και ήσαν πλήθος τοιούτων ανθρωπομόρφων θηρίων, και διά τούτο αναφέρομεν περί αυτών ενταύθα». Χαρακτηρίζει δε αυτούς «ως λιμπερτίνους και οντίτας». Η καταγραφή ενός όρου, αγνώστου και μη χρησιμοποιουμένου σήμερα, σ’ ένα Λεξικό θέλει να υποδηλώσει ότι ο όρος αυτός ήταν σε χρήση κατά την Επανάσταση και τα άτομα που περιγράφει δεν ήταν μια μικρή αριθμητική ομάδα. Η πληροφορία αυτή που παραδίδει ο Γ. Γαζής και δεν έχει αξιοποιηθεί, εξ’ όσων γνωρίζουμε, συστηματικά από τους ερευνητές, δεν κρίνεται από μόνη της επαρκής για να καταδείξει τον βαθμό διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon στην ελληνική επικράτεια. Αναφέρεται μόνον και μόνον, ότι οι ιδέες αυτών των ατόμων προκαλούσαν το κοινόν αίσθημα, χωρίς όμως να δίνεται περιγραφή των ιδεών αυτών.

Ενδιαφέρον αποτελείτο γεγονός, όπως επισημαίνει η Μαρία Μενεγάκη, ότι ο ίδιος ο Saint-Simon θα αναφερθεί εκτενώς στο πρώτο του έργο Επι­στολές ενός κατοίκου της Γενεύης στους συγχρόνους του, που αποστέλλει στον Πρώτο Ύπατο της Γαλλίας Ναπολέοντα Βοναπάρτη, στην θέση των Ελλήνων. Υπενθυμίζοντας ότι οι Έλληνες που βρίσκονταν κάτω από ασιατικό ζυγό αποτελούσαν μέρος του Ευρωπαϊκού λαού, προτρέπει τους Ευρωπαίους να συνασπισθούν για την απελευθέρωση τους: «Οι Ευρωπαίοι θα ενώσουν τις δυνάμεις τους και θα ελευθερώσουν τους αδελφούς τους Έλληνες από την κυριαρχία των Τούρκων». Όταν μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επα­ναστάσεως θα εκδηλωθεί το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη, ο Saint-Simon θα προσχωρήσει ανεπιφύλακτα α’ αυτό. Σε μια Ευρώπη, ενωμένη και ειρηνική, όπως την οραματίζεται, έχουν θέση και οι Έλληνες, «οι οποίοι δίκαια εξεγείρονται». Η εξέγερση αυτή του περιωνύμου για την καταγωγή και για τις συμφορές του λαού βρήκε «ευγενικές ψυχές να τον στηρίξουν, ποιητές να τον υμνήσουν, ζωγράφους που θα καθιερώσουν την ηρωική του αντίσταση και τις νικηφόρες ήττες του».

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;). Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ. αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).
Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.
αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Τα φιλελληνικά αυτά αισθήματα του Saint-Simon, αλλά και οι ίδιες οι ιδέες του δεν είναι άγνωστες στους λογίους της Διασποράς και ειδικώτερα στον κύκλο του Κοραή. Ο Κοραής είχε μελετήσει, όπως διαφαίνεται από τον επικήδειο του Φραγκίσκου Πυλαρινού, τα έργα του Saint-Simon. Και σύμπτωση, ίσως, αλλά οπωσδήποτε, σύμπτωση χαρακτηριστική, στον επι­κήδειο αυτόν του Πυλαρινού, εμφανίζεται η πρώτη ελληνική χρήση που γνωρίζουμε της εννοίας του κοινωνισμού, όπως αποδόθηκε στην γλώσσα μας για πρώτη φορά ο όρος «σοσιαλισμός»: «Συ κριτικός βαθύς, και φιλόλογος πολυμαθής, επροσπάθησες μ’ όλα τα φιλολογικά μέσα να διασπείρης εις τους κόλπους της πατρίδος την φιλοσοφικήν αποστολήν του ιθ’ αιώνος, την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ λέγω, ΙΣΟΤΗΤΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΣΜΟΝ». Ο Κοραής, ο οποίος ενσαρκώνει, με συνέπεια, ως τα έσχατα γηρατειά του τον φιλελεύθερο επαναστάτη αστό του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου, γεμάτος αυτοπεποίθηση, έπαρση και επιθετικότητα, διατηρεί από το 1830 πολιτικές σχέσεις με το περιβάλλον του στρατηγού La-Fayette (1757-1834)-, ο οποίος είναι άλλωστε πρόεδρος της προσωρινής Κυβερνήσεως που σχηματίζεται κατά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830-, στο οποίο κινούνται δραστήρια και συνωμοτούν οι οπαδοί του Babeuf και του Saint-Simon. Ιδιαίτερες σχέσεις με τους σαινσιμονιστές θα αναπτύξουν οι μαθητές του Κοραή, οι οποίοι ίδρυσαν στο Παρίσι την Ελληνική Εταιρεία (Societe Hellenique) (1828-Ι831). Ορισμένα μέλη της Εταιρείας διασταυρώθηκαν, κυρίως μετά το 1830, με την ιδεολογία των ουτοπιστών σοσιαλιστών, ενώ άλλα μέλη συμμετείχαν ενεργά και στις δραστηριότητες του κινήματος.

Το όνομα και το έργο του Saint-Simon, όπως και άλλων συγχρόνων του οικονομολόγων είναι γνωστό και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Ο ιατρός Μιχαήλ Χρισταρής, ο οποίος δρα στο Βουκουρέστι, είναι κάτοχος του βιβλίου του Γάλλου διανοητή με τίτλο De la Reorganisation de la Societe Europeene (Paris 1814). Βέβαια, δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε άλλη πληροφορία ότι ο Χρισταρής υπήρξε είτε φορέας είτε προπαγανδιστής των ιδεών του Saint-Simon…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Μπαλόγλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837

 

Διαβάστε ακόμη: Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Read Full Post »

Συνοπτική περιγραφή της ιστορίας της σπηλαιολογίας στην Ελλάδα και του έργου της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας


 

Η Ελλάδα, εξαιτίας των πλούσιων ασβεστολιθικών πετρωμάτων της, διαθέτει τεράστιο αριθμό σπηλαίων που υπολογίζεται, με τις μετριότερες εκτιμήσεις, ότι πρέπει να ξεπερνά τις 15.000. Απ’ αυτά έχουν επισημανθεί και καταγραφεί μέχρι σήμερα πάνω από 10.000, αριθμός αρκετά μεγάλος, που δίκαια τοποθετεί τη χώρα μας σαν μια από τις πλουσιότερες σε σπήλαια στον κόσμο.

Όμως παρ’ όλο αυτόν τον καρστικό πλούτο, οι συστηματικές εξερευνήσεις στην Ελλάδα άργησαν να αρχίσουν. Αιτία, η μακροχρόνια σκλαβιά και οι μετέπειτα συνεχείς πόλεμοι. Έτσι, οι πρώτες καταγεγραμμένες έρευνες σπηλαίων στη χώρα μας ξεκίνησαν από ξένους επιστήμονες όπως τον Γερμανό Φέντλερ, το 1841, που επισκέφθηκε και μελέτησε το σπήλαιο «Καταφύκι» της Κύθνου, τον Ελληνογάλλο νομομηχανικό Ν. Σιδερίδη που μαζί με τον Γάλλο I. Καππές, το 1891 μελέτησαν τις περίφημες καταβόθρες στην περιοχή Κάψιας Τριπόλεως, τον Άγγλο Ρ. Col, το 1910, που εξερεύνησε τις καταβόθρες της Κωπαΐδας και τον Αυστριακό γιατρό, σπηλαιολόγο και ανθρωπολόγο Adalbert Markovitz που από το 1928 μέχρι το 1939 εξερεύνησε πλήθος σπηλαίων με μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον.

Την εποχή αυτή, (γύρω στα 1920-1950), αρχίζει να εκδηλώνεται ενδιαφέρον και από τους Έλληνες για τα σπήλαια της χώρας μας, αλλά πάντοτε σε πλαίσιο ορειβατικό-εκδρομικό. Πράγματι, αρκετοί φυσιολατρικοί και ορειβατικοί σύλλογοι της εποχής εκείνης διοργάνωναν εκδρομές και καταβάσεις σε σπήλαια. Από την όλη κίνηση ξεχωρίζει ο Ε.Ο.Σ. (Ελληνικός Ορειβατικός Σύνδεσμος), ο Φυσιολατρικός Σύνδεσμος «ΠΑΝ», ο «Όμιλος Φυσιολατρών» και ο Σύλλογος «Υπαίθρια Ζωή».

Ιωάννης Πετρόχειλος (1901-1960)

Ιωάννης Πετρόχειλος (1901-1960)

Όμως σταθμό για την Ελληνική Σπηλαιολογία αποτέλεσε αναμφισβήτητα η ίδρυση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας (Ε.Σ.Ε.), το 1950, ύστερα από πρωτοβουλία του αείμνηστου, φυσικού – γεωλόγου – σπηλαιολόγου Γιάννη Πετροχείλου και της αείμνηστης συζύγου του, επίσης σπηλαιολόγου, Άννας Πετροχείλου. Πρώτοι συνεργάτες τους, οι Γ. Γραφιός, I. Καψαμπέλης, Γ. Μοντεσάντος, Α. Χαρολίδης και αργότερα (στη δεκαετία του ’60) οι Δ. Λιάγκος, Ελ. Πλατάκης, I. Ιωάννου, Κ. Μερδενισιάνος και άλλοι. Από εκείνη την εποχή και πάντα με πρωτοβουλία του ζεύγους Πετροχείλου, αρχίζει ουσιαστικά και η συστηματική εξερεύνηση, χαρτογράφηση και εμπεριστατωμένη μελέτη των ελληνικών σπηλαίων από επιστημονικής και τουριστικής πλευράς.

Να σημειωθεί ότι, το 1953, η Ελλάδα, μέσω της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας, λαμβάνει μέρος στο 1ο  Διεθνές Σπηλαιολογικό Συνέδριο στο Παρίσι και καταπλήσσει με το πλήθος των αξιόλογων ανακοινώσεων της. Ακολουθεί σειρά άλλων συνεδρίων στα οποία η Ε.Σ.Ε. είτε συμμετέχει, είτε διοργανώνει κατά καιρούς με μεγάλη επιτυχία. Για το πολύχρονο αυτό έργο της Ε.Σ.Ε. και των μελών της, η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει, το 1976, τόσο την Πρόεδρο της Άννα Πετροχείλου, όσο και την ίδια την Εταιρεία, αργότερα, το 1986.

Μέχρι σήμερα η Ε.Σ.Ε. έχει εξερευνήσει και μελετήσει χιλιάδες σπήλαια μεταξύ των οποίων και μεγάλο αριθμό εξαιρετικού ενδιαφέροντος για την αρχαιολογία, την παλαιοανθρωπολογία, τη βιολογία και τον τουρισμό τους ειδικότερα. Ενδεικτικά αναφέρουμε το σπήλαιο «Γλυφάδα» στο Δυρό της Μάνης, που θεωρείται ως ένα από τα ωραιότερα λιμναία σπήλαια του κόσμου, το σπήλαιο Περάματος στα Ιωάννινα, από τα καλύτερα των Βαλκανίων, το σπήλαιο «Των Λιμνών» στα Καλάβρυτα, με τις 13 κλιμακωτές λίμνες του, το σπήλαιο «Αλιστράτης» στις Σέρρες, το σπήλαιο «Κουτούκι» Παιανίας στην Αττική και τόσα άλλα που παρουσιάζουν έναν ανεπανάληπτο σε ομορφιά σταλακτιτικό στολισμό. Επίσης, τα προϊστορικά σπήλαια Πετραλώνων Χαλκιδικής, Αλεπότρυπα Δυρού και Ιδαίον Άντρο στην Κρήτη, αποτελούν μικρό μόνο δείγμα του τεράστιου αρχαιολογικού και ανθρωπολογικού έργου που πρόσφερε η Ε.Σ.Ε. στην επιστήμη.

Βασικοί σκοποί της Εταιρείας είναι η συστηματική εξερεύνηση, χαρτογράφηση και επιστημονική μελέτη των ελληνικών σπηλαίων, καθώς και η ανάπτυξη και διάδοση της αθλητικής σπηλαιολογίας στη χώρα μας, αλλά και η ανάδειξη και προστασία των σπηλαίων ως πολύτιμων μνημείων και φυσικών μουσείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

 

Το ζεύγος Πετροχείλου τον Αύγουστου του 1949, ως εκπρόσωποι της Ελλάδας στη Διεθνή Σπηλαιολογική Συνάντηση που έγινε στη Βαλάνς της Γαλλίας και απετέλεσε το έναυσμα για την ίδρυση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας ένα χρόνο αργότερα. (Φωτ. Αρχείο Άννας Πετροχείλου)

Το ζεύγος Πετροχείλου τον Αύγουστου του 1949, ως εκπρόσωποι της Ελλάδας στη Διεθνή Σπηλαιολογική Συνάντηση που έγινε στη Βαλάνς της Γαλλίας και απετέλεσε το έναυσμα για την ίδρυση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας ένα χρόνο αργότερα. (Φωτ. Αρχείο Άννας Πετροχείλου)

 

Η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία, εκτός από τα κεντρικά γραφεία της στην Αθήνα, έχει ιδρύσει και Τοπικά Τμήματα στη Βόρεια Ελλάδα (Θεσσαλονίκη), στην Κρήτη (Ηράκλειο και Ρέθυμνο), στα Δωδεκάνησα (Ρόδο), στην Καλαμάτα, στη Μαγνησία και Αρκαδία. Επίσης, η Ε.Σ.Ε. δημιούργησε και διατηρεί Σπηλαιολογικό Μητρώο των καταγεγραμμένων σπηλαίων (8.500 περίπου), καθώς και δημοσιευμένων στο διεθνούς αναγνώρισης επιστημονικό της έντυπο, «Δελτίο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας» (22 τόμοι μέχρι σήμερα) με μεγάλο αριθμό σπηλαιολογικών-καρστικών μορφών της χώρας μας, (σπήλαια, βάραθρα, υπόγειοι ποταμοί κ.λ.π.).

Ο Γιάννης και η Άννα Πετροχείλου έξω από την είσοδο του σπηλαίου «Γλυφάδα» του Δυρού το 1958, για την έρευνα και αξιοποίηση του οποίου διέθεσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. (Φωτ. Θεοχάρη)

Ο Γιάννης και η Άννα Πετροχείλου έξω από την είσοδο του σπηλαίου «Γλυφάδα» του Δυρού το 1958, για την έρευνα και αξιοποίηση του οποίου διέθεσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. (Φωτ. Θεοχάρη)

Κάθε χρόνο, στα Κεντρικά Γραφεία της Εταιρείας στην Αθήνα, οργανώνονται πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Εκπαιδευτικά Προγράμματα – Σεμινάρια Επιστημονικής και Αθλητικής Σπηλαιολογίας, στα οποία διδάσκονται από ειδικούς επιστήμονες, καθηγητές Πανεπιστημίων, (μέλη της Ε.Σ.Ε.) και έμπειρους σπηλαιολόγους, σειρά θεωρητικών μαθημάτων και πρακτικών ασκήσεων, στην τεχνική εξερεύνησης των σπηλαίων, στη χαρτογράφηση, στη φωτογράφηση, στις τεχνικές κατάβασης βαράθρων και στη σπηλαιοδιάσωση. Επίσης, διδάσκονται μαθήματα σχετικά με τη Γεωλογία, Υδρογεωλογία, Στρωματογραφία, Ορυκτολογία, Παλαιοντολογία, Παλαιοανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Βιοσπηλαιολογία, χλωρίδα των σπηλαίων, Μικροκλιματολογία, Σπηλαιοθεραπευτική, ραδιοχρονολογήσεις αρχαιολογικών ευρημάτων, γεωφυσικές διασκοπήσεις, υπόγεια τηλεπικοινωνία, ενημέρωση περί του νομικού πλαισίου που διέπει τις έρευνες και την προστασία των σπηλαίων στη χώρα μας και άλλα. Αντίστοιχα σεμινάρια διοργανώνονται και από τα Τοπικά Τμήματα της Ε.Σ.Ε. στις έδρες τους.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία από το 1951 είναι τακτικό μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Σπηλαιολογίας (U.I.S), καθώς και ιδρυτικό μέλος της Σπηλαιολογικής Ομοσπονδίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (S.F.E.U.), και της νεοϊδρυθείσης Βαλκανικής Σπηλαιολογικής Ένωσης (Β.S.U.).

 

Οι μεγαλύτεροι Έλληνες σπηλαιολόγοι και Ιδρυτές της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας

 

Ο Ιωάννης Πετρόχειλος (1901-1960) ήταν φυσικός, γεωλόγος και σπηλαιολόγος. Διετέλεσε καθηγητής φυσικομαθηματικών στην Ευαγγελική Σχολή της Νέας Σμύρνης (Γυμνάσιο) και αργότερα Διευθυντής Υδρογεωλογίας στο Ινστιτούτο Γεωλογίας και Ερευνών Υπεδάφους (Ι.Γ.Ε.Υ. – σημερινό Ι.Γ.Μ.Ε.). Πρωτοπόρος στο χώρο της Ελληνικής Σπηλαιολογίας, εξερεύνησε μαζί με τη σύζυγό του Άννα, πάνω από 500 σπήλαια κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και αρκετά στο εξωτερικό. Έγραψε πολλές πρωτότυπες επιστημονικές μελέτες σπηλαιολογικού και υδρογεωλογικού ενδιαφέροντος, οι οποίες έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης. Δυστυχώς, ο πρόωρος θάνατός του σε ηλικία 59 ετών άφησε ανεκπλήρωτες πολλές πτυχές του έργου του.

Άννα Πετροχείλου (1910-2001). Ιδρύτρια της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Άννα Πετροχείλου (1910-2001). Ιδρύτρια της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Η Άννα Πετροχείλου (1910-2001), σύζυγος του Ιωάννη Πετρόχειλου υπήρξε από τις πρώτες Ελληνίδες ορειβάτισσες, αναρριχήτριες και χιονοδρόμους, με τεράστια ορειβατικά επιτεύγματα, αφού θεωρείται η πρώτη γυναίκα που πάτησε τις ψηλότερες κορυφές του Ολύμπου, των Άλπεων και των παγετώνων του Βόρειου Πόλου μέχρι την 81η μοίρα.

Παρακολούθησε για τρία χρόνια μαθήματα σπηλαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης (Παρίσι) και μέχρι το θάνατό της ήταν ο μόνος αναγνωρισμένος από τις διεθνείς σπηλαιολογικές οργανώσεις αντιπρόσωπος της Ελλάδας στα Παγκόσμια Σπηλαιολογικά Συνέδρια. Υπήρξε στενός συνεργάτης του άνδρα της, ακολουθώντας τον ενεργά σε όλες τις σπηλαιολογικές έρευνες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μετά το θάνατο του, το 1960, ανέλαβε την Προεδρία της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας για αρκετά χρόνια, εξερευνώντας και χαρτογραφώντας πάνω από 1.000 σπήλαια, βάραθρα και υπόγειους ποταμούς σε όλη την ελληνική επικράτεια. Δημοσίευσε εκατοντάδες σπηλαιολογικές μελέτες μεγάλης επιστημονικής και τουριστικής αξίας σε ελληνικά, ξένα περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες καθώς και στο «Δελτίο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας», ενώ συνέβαλε ουσιαστικά στην τουριστική αξιοποίηση των σπουδαιότερων ελληνικών  σπηλαίων,  όπως  του  Δυρού,  του  Περάματος  των Ιωαννίνων, Δρογγαράτης και Μελισσάνης Κεφαλονιάς, Αγ. Γεωργίου Κιλκίς, Ζωντανών Ρεθύμνου και Παιανίας Αττικής. Για την προσφορά της στην έρευνα των σπηλαίων τιμήθηκε με σειρά διακρίσεων, περισσότερων των 50, μεταξύ των οποίων, όπως προαναφέραμε, το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1976) και το 2001 με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο.

Με το θάνατό της, κλείνει ένας ιστορικός κύκλος για τη σπηλαιολογία στη χώρα μας. Ένα έργο στα όρια του θρύλου, που αναμφισβήτητα δύσκολα θα επαναληφθεί.

 

Κώστας Μερδενισιάνος

Ιατρός – Σπηλαιολόγος- Μέλος του Δ.Σ. της Ε.Σ.Ε.

Δρ. Παλαιοανθρωπολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Επίκ. Καθηγητής (Ν.407) Ιατρικής Σχολής Πανεπ. Αθηνών.

Read Full Post »

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Κωνσταντίνου Γκότση,  με θέμα: Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο*


Η ιστορία της άφιξης των σαινσιμονιστών στην Ελλάδα στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 και ιδίως στα χρόνια του Όθωνα είναι αρκετά περίπλοκη, με την έννοια ότι πλήθος παραγόντων τους ώθησαν να κινηθούν όπως κινήθηκαν. Ο πρώτος από αυτούς, ο Graillard, έρχεται στην Ελλάδα, μαζί με άλλους φιλέλληνες, τον Νοέμβριο του 1821 και συμμετέχει ενεργά σε διάφορες πολεμικές συγκρούσεις, μαχόμενος στο πλευρό των Ελλήνων.1 Κατά μικρά διαστήματα επιστρέφει στη Γαλλία, στο πλαίσιο της εκτέλεσης ορισμένων αποστολών που αφορούσαν την Ελλάδα. Τον Μάιο του 1833 διορίζεται Αρχηγός της νεοϊδρυθείσας Χωροφυλακής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το υπόμνημα που συνέταξε στα τέλη του 1834 – αρχές του 1835 και απηύθυνε προς τον Όθωνα, στο οποίο διατυπώνονταν σκέψεις και προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης στην Ελλάδα. Είναι προφανές ότι στο υπόμνημα αυτό έχει επηρεαστεί από τις απόψεις των σαινσιμονιστών. Ο Graillard δεν έφυγε ποτέ από την Ελλάδα μέχρι τον θάνατό του το 1863, στην Κηφισιά.2

Henri de Saint-Simon (1760 - 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Henri de Saint-Simon (1760 – 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Τον Σεπτέμβριο του 1825 φθάνει στην Ελλάδα ο γιατρός Bailly,3 ο οποίος είχε διατελέσει στον στενό κύκλο των οπαδών του Σαιν-Σιμόν. Λίγο νωρίτερα, στις 19 Μαΐου 1825, πεθαίνει στο Παρίσι ο Σαιν-Σιμόν και ο επικήδειος εκφωνείται από τον Bailly.4 Ο τελευταίος παρέμεινε στην Ελλάδα μέχρι και τα τέλη του 1829,5 όπου και συμμετείχε ενεργά στα πράγματα, κυρίως υπό την ιδιότητα του γιατρού.6  Έλαβε ενεργά μέρος στην αντιμετώπιση ζητημάτων υγείας που προέκυψαν στα χρόνια τού αγώνα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ενώ παράλληλα διατύπωσε προτάσεις για την οργάνωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα.7 Αυτοί οι δύο φαίνεται ότι αποτελούν ατομικές περιπτώσεις, και επίσης ότι στην απόφασή τους αυτή για τον ερχομό τους στην Ελλάδα συνέβαλε κυρίως το κίνημα του φιλελληνισμού στην Ευρώπη, με το οποίο συνέπλεαν οι απόψεις του Σαιν-Σιμόν.8

Οι υπόλοιποι, που έφυγαν από τη Γαλλία μετά το 1832, εντάσσονται στο γενικότερο ρεύμα φυγής των σαινσιμονιστών προς την Ανατολή.9 Στα έτη 1833-34 καταφθάνουν λοιπόν διαδοχικά στο Ναύπλιο διάφοροι σαινσιμονιστές, όπως ο Γουσταύος Εϊχτάλ,10 ο εξάδελφός του Γουλιέλμος Εϊχτάλ, ο Alexandre Roujoux,11 ο Victor Bertrand, ο Jourdan, ο Delaurie. Ουσιαστικά, μόνο κατά την περίοδο αυτή μπορούμε να μιλάμε για ομάδα σαινσιμονιστών, όπως άλλωστε αυτό έγινε αντιληπτό και από την Αντιβασιλεία των Βαυαρών.

Η αντίδραση των Βαυαρών

Ο Κωλέττης, αρχηγός του λεγόμενου «Γαλλικού» κόμματος, το 1833 είναι υπουργός των Ναυτικών και από τον Οκτώβριο του 1833 υπουργός των Εσωτερικών.12 Κατά την περίοδο 1833-35 ο Κωλέττης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και ενισχύει τους σαινσιμονιστές που βρίσκονται στο Ναύπλιο.13 Είναι αυτός στον οποίο απευθύνονται οι σαινσιμονιστές και διαμεσολαβεί στην κατάληψη θέσεων στον κρατικό μηχανισμό. Ο Κωλέττης συμπράττει με τους Γάλλους σαινσιμονιστές, κυρίως γιατί είναι Γάλλοι και όχι γιατί συμπλέει ιδεολογικά μαζί τους.

Ο κρατικός θεσμός που συγκροτείται εκείνη την περίοδο με έντονη παρουσία των σαινσιμονιστών είναι το «Γραφείον Δημοσίας Οικονομίας».14 Σημειώνεται ότι μεταξύ των τριών συμβούλων του, οι δύο είναι Γάλλοι σαινσιμονιστές, ο Γουσταύος Εϊχτάλ και ο Roujoux· ο τρίτος είναι Έλληνας, ο Νικόλαος Πονηρόπουλος. Το Γραφείο αυτό, εκτός από τις στατιστικές μελέτες-στοιχεία, αναλαμβάνει και άλλες αρμοδιότητες, όπως η υποβολή προτάσεων και γνωμοδοτήσεων, επιφορτίζεται τα σχετικά με τον αποικισμό εντός Ελλάδας ζητήματα (τόσο Ελλήνων, όσο και των «αλλογενών»), διερευνώντας και προτείνοντας τους κατάλληλους για αποικισμό τόπους, λαμβάνοντας υπόψη το επάγγελμα των υποψηφίων αποίκων, αλλά και διαπραγματευόμενο με «συντροφιές» και μεμονωμένα άτομα, που θέλουν να κατοικήσουν στην Ελλάδα.15

Η ανάγνωση του διατάγματος για τη σύσταση του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας» δείχνει ότι στους στόχους του έχουν ενσωματωθεί κάποιες ιδέες των σαινσιμονιστών· ιδίως ο αποικισμός ορισμένων επιλεγμένων τμημάτων της Ελλάδας από ευρωπαίους, με τη δημιουργία νέων κοινοτήτων, στις οποίες θα ζούσαν και θα εργάζονταν οι άποικοι αυτοί.16

Η παρουσία όμως των σαινσιμονιστών στο Ναύπλιο, και κυρίως η γενικότερη εικόνα που εξέπεμπε το κίνημά τους στην Ευρώπη, προκάλεσαν την αντίδραση των Βαυαρών. Όπως κάθε εξουσία που «σέβεται» τον εαυτό της, η Αντιβασιλεία ανακάλυψε τη συνωμοτική τους δράση και την εν γένει αξιόποινη συμπεριφορά τους, αποδίδοντάς τους παράβαση ορισμένων άρθρων του «Ποινικού Νόμου».17 Στο σχετικό έγγραφο της Αντιβασιλείας γίνεται λόγος για «Σαινσιμωνική αίρεση», της οποίας τα μέλη συνεδριάζουν μυστικά και χωρίς άδεια στο Ναύπλιο, ζητείται δε από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών η διενέργεια έρευνας και η τιμωρία των ενόχων και συνενόχων. Ο Κωλέττης με εκτενές υπόμνημά του προς την Αντιβασιλεία ανέλαβε την υπεράσπισή τους, δηλώνοντας ότι δεν υφίσταται πλέον η «Σαινσιμωνική εταιρία».18 Αναφέρεται δε ονομαστικά σε πέντε από αυτούς,19 επισημαίνοντας ότι έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του Εϊχτάλ, αλλά και απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν συμμετέχει σε οποιαδήποτε μυστική συνεδρίαση.

Έξι μέρες μετά την επιστολή του Κωλέττη και παρά τις διαψεύσεις του ακολούθησε εκδόθηκε νέα διαταγή της Αντιβασιλέας, με την οποία αποφασίστηκε η παύση του Εϊχτάλ.20 Ο Κωλέττης απάντησε στην παραπάνω «βασιλικήν διαταγήν», ζητώντας να μην εκτελεστεί, προβάλλοντας επιχειρήματα υπέρ του Εϊχτάλ.21 Η Αντιβασιλεία εν τέλει, με βασιλική διαταγή της 10/22 Οκτωβρίου 1834, έκανε δεκτές τις εξηγήσεις για την αποχώρηση του Εϊχτάλ από την «Εταιρία των Σαινσιμωνιστών», και εκτιμώντας τις υπηρεσίες του αποφάσισε να παραμείνει στη θέση του στο Γραφείο.22

Όμως την ίδια περίοδο στο Ναύπλιο υπάρχουν και ορισμένοι Έλληνες που βλέπουν θετικά και είναι επηρεασμένοι από τις ιδέες των σαινσιμονιστών. Ο πιο δραστήριος από αυτούς ήταν ο Φραγκίσκος Πυλαρινός,23 ο οποίος έγραφε διάφορα σημειώματα στην εφημερίδα Ήλιος.24 Στην εφημερίδα αυτή συντάκτες ήταν οι αδελφοί Σούτσοι, ο Αλέξανδρος και ο Παναγιώτης, οι οποίοι φαίνεται να έχουν και αυτοί επηρεαστεί από τις ιδέες των σαινσιμονιστών.25 Υπάρχει επίσης ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, που λίγο αργότερα, το 1836, θα ξεκινήσει την έκδοση της εφημερίδας «Πρόοδος».

Όσο ο Κωλέττης ήταν παρών στην Ελλάδα, λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας των Γάλλων σαινσιμονιστών. Τον Μάιο του 1835 ο Κωλέττης απομακρύνεται από την Κυβέρνηση και τον Αύγουστο του ίδιου έτους διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι.26 Η παρουσία των σαινσιμονιστών εξασθενεί. Ο Εϊχτάλ έφυγε για το Παρίσι στις 11 Ιουνίου του 1835. Ο Bertrand απελάθηκε τον Μάιο του 1835.27 Ο Graillard παρέμεινε στην Ελλάδα. Ο Roujoux, ο οποίος παντρεύεται ελληνίδα,28 αρχικά ακολουθεί τον Κωλέττη στη Γαλλία ως γραμματέας του, στη συνέχεια επιστρέφει στην Ελλάδα και αγοράζει μια μεγάλη έκταση στο Χαρβάτι Αττικής (Παλλήνη), όπου και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πρότυπο αγρόκτημα.29

Οι σαινσιμονιστές, καθότι Γάλλοι, συνδέονται με τον Κωλέττη, αρχηγό του Γαλλικού κόμματος στην Ελλάδα. Έρχονται στην Ελλάδα όχι ως περιηγητές-επισκέπτες, αλλά ως άνθρωποι της δράσης. Για να πολεμήσουν στα χρόνια του αγώνα, για να εργαστούν στον κρατικό μηχανισμό και αλλού την εποχή της Αντιβασιλείας, θέτοντας σε εφαρμογή τις ιδέες των σαινσιμονιστών, για την οικονομική πρόοδο, όπως αυτοί την εννοούσαν. Τα αποτελέσματα, μάλλον πενιχρά. Τουλάχιστον δεν φαίνονται αυτά άμεσα ορατά.30 Αι αιτίες όμως για τη μη υλοποίηση των στόχων που έθεσαν οι σαινσιμονιστές στην Ελλάδα, τόσο μέσω του «Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας», όσο και γενικότερα, απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.31

 

 Υποσημειώσεις 


 

1 Ειδικότερα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, στη μάχη των Μύλων στις 13 Ιουνίου του 1825, όπου και τραυματίστηκε, στη μάχη των Θηβών στις 21 Μαΐου του 1829 και στη μάχη της Πέτρας, στις 12 Σεπτεμβρίου, επίσης του 1829.

2 Σημειώνουμε επίσης ότι μετά την αποχώρηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, τον Μάιο του 1832, με πρόταση του Δ. Υψηλάντη, τοποθετήθηκε Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες για τον Graillard έχουν αντληθεί από τη σχετική μελέτη της Χαρίκλειας Δημακοπούλου, «Ο σαινσιμονιστής Francois Graillard περί των ελληνικών πραγμάτων (παρατηρήσεις και προτάσεις)», Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τ. 22, 1979, σ. 307- 405. Σε σχέση με το υπόμνημα η Δημακοπούλου σημειώνει ότι «διετυπώθη μεταξύ Νοεμβρίου 1834 και Απριλίου 1835», ό.π., σ. 380. Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου το υπόμνημα αυτό συντάχθηκε τον Απρίλιο του 1835. Μπαλόγλου Χρ., «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint – Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον Ελλαδικό χώρο 1825-1837», ΣΠΟΥΔΑΙ, Τόμος 53, Τεύχος 3ο, 2003, Πανεπιστήμιο Πειραιά, σ. 77-108, ιδιαίτερα σ. 92.

Από πότε όμως ξεκινά και ποια είναι η σχέση του Graillard με τον σαινσιμονισμό αποτελεί ακόμη ζητούμενο, ιδίως μέχρι και το 1833, χρόνο άφιξης των υπολοίπων. Ο Γουσταύος Εϊχτάλ σε επιστολή του με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του και επιφανή σαινσιμονιστή Duveyrier (ο οποίος είχε καταδικαστεί με τον Enfantin στη δίκη των σαινσιμονιστών στη Γαλλία) αναφέρεται στον Graillard. Τον παρουσιάζει ως μαθητή και φίλο του γιατρού Bailly, μνημονεύοντας το γεγονός ότι ο Graillard ήταν την περίοδο εκείνη Αρχηγός της Χωροφυλακής. Δ. Βικέλας, Διαλέξεις και αναμνήσεις, εν Αθήναις, Έκδοσις Εστίας, 1893, σ. 265

3 Οι πληροφορίες για τον Bailly έχουν αντληθεί από τη μελέτη της Δέσποινας Προβατά, Etienne –Marin Bailly. Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, Σοκόλης, Αθήνα 2008.

4 Η «πολιτική κηδεία» του Σαιν-Σιμόν έγινε στις 22 Μαΐου 1825 στο νεκροταφείο του Père –Lachaise στο Παρίσι. Δ. Προβατά, ό.π., σ. 19

5 Δ. Προβατά, ό.π., σ. 70

6 Σε διάφορα έγγραφα που δημοσιεύονται στα Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας και σε άλλα έγγραφα της εποχής, ο Bailly αναφέρεται επίσης ως Βαλλής, (δόκτωρ Βαλλής ή και ιατρός Βαλλής) και ως Μπαλής.

7 Για τη δράση του Bailly παραπέμπουμε στην προαναφερθείσα μελέτη της Δέσποινας Προβατά.

8 Οι φιλελληνικές απόψεις του ίδιου του Σαιν-Σιμόν είναι γνωστές. Βλ. Μπαλόγλου Χρ., ό.π., 84-85.

9 Ο Ανφαντέν, ο οποίος μετά τον θάνατο του Σαιν-Σιμόν σταδιακά αναγνωρίζεται ως ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος, με μια πολυπληθή ομάδα σαινσιμονιστών, εγκαθίσταται στην Αίγυπτο, όπου επιχειρεί να εμπλακεί στην κατασκευή των μεγάλων έργων (κατασκευή φραγμάτων στο Δέλτα του Νείλου), στην αγροτική παραγωγή και στην εκπαίδευση των μηχανικών, Picon Α., Οι σαινσιμονιστές. Ορθός λόγος, φαντασιακό, ουτοπία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2007, σ. 140-143.

10 Από τις ίδιες τις επιστολές του Εϊχτάλ προκύπτει ότι έφτασε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1833. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 259-261. Το ίδιο διάστημα, στο ΦΕΚ αρ. 33 της 13ης Οκτωβρίου 1833 πληροφορούμαστε ότι ο «Βαρών Αδ. Αϊχτάλ» διορίζεται «Γενικός Πράκτωρ εις Παρίσια». Πρόκειται για τον αδελφό του Γουσταύου Εϊχτάλ.

11 Όπως πληροφορούμαστε από την προαναφερθείσα επιστολή του Εϊχτάλ, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier, ο Roujoux ήταν 24 ετών την εποχή εκείνη (το 1834) και εξάδελφος του Goury (επίσης σαινσιμονιστή),. Σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο Εϊχτάλ, ο Roujoux ήταν «ένθερμος δημοκράτης, επολέμησε μανιωδώς εις τας οδούς των Παρισίων κατά τας ημέρας του Ιουλίου (1830). Τόση ήτο η έξαψίς του, ώστε επί τινας μήνας διέμεινεν ως έξω φρενών. Τον έστειλαν εις Ελλάδα δια να καθησυχάση εντελώς. Είχε διδαχθή τα ελληνικά παρά του Κοραή, το δίκαιον παρά του Daunou και του Legraverend. Προσεκολλήθη εις την Γαλλικήν πρεσβείαν, αλλ’ όχι επισήμως∙ προσέφερε δε μεγάλας υπηρεσίας, χάρις εις την γνώσιν του της Ελληνικής γλώσσης, την τεραστίαν δραστηριότητά του και την επιδεξιότητά του εις τας μετά των εγχωρίων σχέσεις», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 269.

12 Ήδη μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ο Κωλέττης ήταν μέλος της τριμελούς κυβερνητικής επιτροπής, μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. Μετά την έλευση του Όθωνα ο Κωλέττης διορίστηκε υπουργός των Ναυτικών. Πολύ σύντομα όπως με το ξέσπασμα της εξέγερσης του Κρίτσαλη στην Πελοπόννησο διορίστηκε υπουργός των Εσωτερικών και του παρασχέθηκε δικτατορική σχεδόν εξουσία «ίνα κατευνάση την επανάστασιν», Γούδας Α, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. ΣΤ΄, Αθήνα 1874, σ. 272-273. Στο ΦΕΚ με αριθμ. 34 της 15ης/27ης Οκτωβρίου 1833 δημοσιεύεται το διάταγμα της 12 (24) Οκτωβρίου 1833, σύμφωνα με το οποίο: «Ο άχρι τούδε Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Ναυτικών Κύριος Κωλέττης παύει της διοικήσεως των Ναυτικών, και διορίζεται Γραμματεύς των Εσωτερικών αντί του διορησθησομένου εις άλλην υπηρεσίαν Κ. Ψύλλα».

13 Από την αλληλογραφία του Γουσταύου Εϊχτάλ προκύπτει ότι όταν έφτασε στο Ναύπλιο, ο Roujoux ήταν ήδη εκεί και ήταν ο τελευταίος που τον γνώρισε στον Κωλέττη. «Εις Ναύπλιον ευρήκα την Αντιβασιλείαν, τον εξάδελφόν μου Γουλιέλμον, και τον Roujoux, όστις μ’ επαρουσίασεν εις τον Κωλέτην», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 261. Βλ. επίσης Gustave D’ Eichthal, La langue grecque, Librairie de Hachette, Paris 1887, σ. 18

14 «Περί της συστάσεως του Γραφείου της Δημοσίου Οικονομίας παρά της επί των Εσωτερικών Γραμματείας της Επικρατείας», Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 18/22-5-1834)

15 Σύμφωνα με τον Μπαλόγλου: «Πράγματι, οι αρμοδιότητες του Γραφείου Δημοσίας Οικονομίας περιγράφονται σ’ ένα κείμενο με εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους, όπως η χωρογραφία, τοπογραφία και γεωδαισία του βασιλείου, με τελικό στόχο τη σχεδίαση χάρτη ακριβείας, η γενική απογραφή του πληθυσμού και των ζώων κάθε κατηγορίας, η σύνταξη κτηματολογίου, η καταγραφή μεταλλείων και αρχαιοτήτων, η μελέτη της πιστωτικής καταστάσεως και τοκογλυφίας, η επεξεργασία προτάσεων για την γεωργία, το εμπόριο, την βιομηχανία, την χάραξη οδικού δικτύου, την μετεγκατάσταση ή και ίδρυση οικισμών, και την προετοιμασία «ιδίως» του αποικισμού», ό.π., σ. 89

16 Ο Γ. Εϊχτάλ στην προαναφερθείσα επιστολή του, με ημερομηνία 19 Μαΐου 1834 προς τον φίλο του Duveyrier σημειώνει: «Αφότου έφθασα ενταύθα η επιθυμία μου είναι να φέρω αποίκους εις την Ελλάδα. Επί της ερημωθείσης ταύτης γης, πόλεις, μνημεία, θέατρα, δρόμοι, οικίαι, – επί των σιωπηλών ήδη θαλασσών της, πλοία ιστιοφόρα, ατμοκίνητα, ταύτα πλανώνται αενάως ενώπιον της φαντασίας μου. Επί εξ ήδη μήνας στρέφω και περιστρέφω την σφαίραν εις τας χείρας μου, προσπαθών να εύρω επ’ αυτής σημείον λαβής. Επί τέλους προς δύο μηνών, την επαύριον της αναχωρήσεως του Goury, συνέσφιγξα τα δάκτυλα, και από σχέδιον εις σχέδιον, από διάβημα εις διάβημα, κατώρθωσα να επιτύχω την συγκρότησιν είδους γραφείου πολιτικής οικονομίας, το οποίον θα αναλάβη και θα φέρη εις πέρας το επιχείρημα», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 268. Σημειώνει επίσης στην ίδια επιστολή ο Εϊχτάλ: «…οι Έλληνες εννοούν κάλλιστα παν το αναγόμενον εις τα οικονομικά. Γνωρίζουν τι σημαίνει πίστις, είναι ευδιάθετοι να δεχθούν εξ Ευρώπης πάσας τας βιομηχανικάς βελτιώσεις τας δυναμένας ν’ αυξήσουν την αξίαν της γης των, νομίζω δε ότι ευχαρίστως θα ίδουν αποικίας, και μάλιστα αποικίας βιομηχάνων, εγκαθισταμένας εις την πατρίδα των. Δεν θ’ αποκρούσουν και αποικίας γεωργικάς, αρκεί μόνον να δοθή εις τους παλαιούς κατοίκους μερίς ικανή κατά την διανομήν της εθνικής γης, η οποία αποτελεί τα ¾ της χώρας», ό.π, σ. 271. Αναφέρεται επίσης ο Εϊχτάλ στα ζητήματα που τον απασχολούσαν σχετικά με τον αποικισμό αυτόν, δηλαδή στο πως θα συνδυαστούν Αγγλικές, Γαλλικές και Γερμανικές αποικίες, στο πως θα επιλεγούν οι άποικοι, κλπ. Για το θέμα αυτό διευκρινίζει ότι έχει ήδη απευθυνθεί στην Αντιβασιλεία, ενώ έχει στείλει επιστολή και στον αδελφό του στο Παρίσι. Εκφράζει δε τους φόβους του ως προς την επιτυχία του εγχειρήματος του αποικισμού, αναφερόμενος στον ρόλο της Ρωσίας και του Άγγλου πρεσβευτή Dawkins. Ό.π., σ. 271-273. Σε νέα επιστολή του προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, ο Εϊχτάλ δηλώνει ότι θα εργαστεί σκληρά με τον Roujoux για την επιτυχία του αποικισμού, απευθύνοντας έκκληση στον Duveyrier: «Εις όσους φίλους εύρης ευδιαθέτους να έλθουν προς αποικισμόν, δύνασαι να υποσχεθής ουρανόν ωραίον, κυβέρνησιν φιλελευθέραν, δικαιώματα πολιτών Ελλήνων, πλήρη ελευθερίαν θρησκευτικήν, έλλειψιν τίτλων ευγενείας, νόμους και έθιμα αξιόλογα, γην ευφορωτάτην, κτλ.». Εκφράζει δε την άποψη ότι ο αποικισμός μπορεί να αρχίσει από τη Μεσσηνία και την Ηλεία και την επιθυμία να λάβει μέρος σ’ αυτόν η Γαλλία, γιατί αν αυτό δεν συμβεί, φοβάται ότι τα παράλια της Πελοποννήσου θα γίνουν Αγγλικά και Αυστριακά. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 274-275. Ως προς τους όρους της παραχώρησης γης στους αποίκους, στις προθέσεις του Γραφείου, όπως αυτές διατυπώνονται από τον Εϊχτάλ, ήταν οι πωλήσεις, οι πολυετείς ενοικιάσεις και οι διαρκείς παραχωρήσεις, με την καταβολή ετήσιας αποζημίωσης. Βλ. την επιστολή του Εϊχτάλ προς τον Duveyrier με ημερομηνία 26 Μαΐου 1834, Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 275.

17 Σύμφωνα με το από 19 Σεπτεμβρίου/1η Οκτωβρίου 1834, έγγραφο της Αντιβασιλείας: «Πληροφορούμεθα ότι πολλά μέλη της Σαινσιμωνικής Εταιρίας συνέρχονται άνευ αδείας εις μυστικάς συνεδριάσεις. Η Γραμματεία οφείλει δια παντός να εξιχνιάση το ατόπημα τούτο και να καταδιώξη τους ενόχους και τους συνενόχους αυτών κατά τα άρθρα 212, 216, 218, 220 και 222 του Ποινικού Νόμου. Το αποτέλεσμα των ερευνών και, χρείας τυχούσης, των καταδιώξεων πρέπει να κοινοποιηθή εις ημάς εντός εξ ημερών από σήμερον. Επειδή αι τάσεις της Σαινσιμωνικής αιρέσεως ταύτης ουδόλως συμφωνούν προς τας αρχάς του δικαίου και της νομιμότητος, κατά τας οποίας η ημετέρα πατρική στοργή θέλει διέπωνται οι πιστοί ημών υπήκοοι, ουδέποτε οφείλει να δοθή εις τους αιρετιστάς τούτους η άδεια να εξασκούν τα μηχανήματά των, ανάγκη δε να επιβλέπωνται αυστηρώς. Οι παραβάντες το άρθρον 212 του ποινικού νόμου, καθ’ ην περίπτωσιν είναι ξένοι υπήκοοι, πρέπει να εξωσθούν αμέσως του ημετέρου Κράτους», βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 277-278

18 Επισημαίνεται επίσης από τον Κωλέττη ότι: «Αύτη διελύθη οι δε κατά καιρόν χρηματίσαντες μέλη της επανέλαβον τον συνήθη βίον, διατηρούντες, ή κατά το μάλλον ή ήττον τροπολογούντες, έκαστος το καθ’ εαυτόν, τας αρχαίας δοξασίας των », Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 279-280.

19 Στο υπόμνημα του Κωλέττη προς τα μέλη της Αντιβασιλείας, με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου/ 2 Οκτωβρίου 1834, γίνεται αναφορά στους σαινσιμονιστές τους Ναυπλίου, προκειμένου να διασκεδάσει τους φόβους των Βαυαρών: «Ο κ. συνταγματάρχης Γραλλιάρ δεν ευρίσκεται επί του παρόντος εις Ναύπλιον, ώστε δεν δύναται ούτος να συγκαταλεχθή μεταξύ των υπόπτων. Ο δε κ. Εϊχτάλ, άμα αναλαβών τα καθήκοντά του, έσπευσεν αυθορμήτως να με διαβεβαιώσει ότι ουδεμία τον συνέδεεν υποχρέωσις προς τας παρελθούσας αυτού σχέσεις, ότι είχε την θέλησιν και την απόφασιν να προσενεχθή κατά πάντα ως προσήκει εις πιστόν και αγαθόν της Υ.Μ. υπήκοον (…) Μένουν οι προ τινων μηνών ελθόντες τρεις νέοι. Εξ αυτών ο ονομαζόμενος Bertrand ολίγας ημέρας μετά την άφιξίν του προσελήφθη εις την υπηρεσίαν της εν Αττική εταιρίας (…) όπως διεύθυνη του Μελιταίους εργάτας, διαμένη δ’ έκτοτε εκεί. Τον δεύτερον, ονόματι Jourdan, παρέλαβεν ο συντάκτης του Σωτήρος κ. Σκούφος, δια να μεταφράζη εις την Γαλλικήν τα άρθρα της εφημερίδος του. Ο τρίτος, ονόματι Delaury, ελπίζει ότι θα προσληφθή ως υπάλληλος εις εμπορικόν τι κατάστημα, εν τω μεταξύ δε κερδίζει τα προς το ζην δίδων μαθήματα της Γαλλικής γλώσσης». Σε κάποιο άλλο σημείο δε, προς το τέλος της επιστολής του σημειώνει ότι αυτές είναι οι πρώτες έρευνες «περί των εν Ελλάδι ευρισκομένων αρχαίων μελών της Σαινσιμωνικής Εταιρίας» Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 280-282. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει αναφορά στον Roujoux.

20 Σύμφωνα με διαταγή αυτή «το προσωπικόν των συμβούλων εις το γραφείον της Πολιτικής Οικονομίας είναι υπέρ το δέον πολυάριθμον, απ’ εναντίας δε το του Υπουργείου των Εσωτερικών ανεπαρκές, αποφασίζομεν να ελαττώσωμεν το μεν κατά ένα σύμβουλον, ν’ αυξήσωμεν δε το δεύτερον κατά έναΚαι ως προς μεν το πρώτον, διατάσσομεν να κοινοποιηθή προς τον κ. Γουσταύον Εϊχτάλ η εκ της ημετέρας υπηρεσίας παύσις του», Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 283.

21 Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι είναι «άξιος παντός επαίνου δια τον ζήλον, την δραστηριότητά του και την εις την Υ.Μ. αφοσίωσιν», πολύ εργατικός, ότι γνωρίζει τη γερμανική γλώσσα και ότι ποτέ δεν ζήτησε τον μισθό του. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 284-285.

22 Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 292.

23 Για τον Πυλαρινό, βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, «Οι σαινσιμονικές ιδέες στην Ελλάδα», Επίμετρο στο βιβλίο του Antoine Picon, ό.π., σ. 331-332. Π. Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, Γνώση τ. 1, Αθήνα 1990, σ. 119-124.

24 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε μέχρι και το τέλος του 1833, μόλις δηλαδή για μερικούς μήνες. Αιτία της διακοπής της έκδοσής της αποτέλεσαν οι διατάξεις για την απαίτηση μια υπέρογκης για τα δεδομένα της εποχής εγγύησης για όλες τις πολιτικές εφημερίδες, (5.000 δρχ.), που θα χρησιμοποιούνταν για την αποζημίωση των τυχόν θιγομένων, από τα γραφόμενα των εφημερίδων, προσώπων. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του νόμου «Περί της Αστυνομίας του τύπου» (ΦΕΚ αριθμ. 29 της 14/26 Σεπτεμβρίου 1833), προβλέπεται ότι: «Πάσα εντός του Βασιλείου εκδιδομένη εφημερίς και περιοδικόν σύγγραμμα πρέπει να έχη άνευ διακοπής υπεύθυνον συντάκτην, του οποίου το όνομα να φανερόνεται εις παν φύλλον, κομμάτι, ή τετράδιον της εφημερίδος ή του περιοδικού συγγράμματος. Ο υπεύθυνος συντάκτης έχει χρέος να καταβάλη εις μετρητά εγγύησιν 5.000 Δραχ. Εξ αυτής της εγγυήσεως λαμβάνονται τα πρόστιμα, τα έξοδα και αι αποζημιώσεις των προσβληθέντων ατόμων, εις τας οποίας ήθελε καταδικασθή ο υπεύθυνος συντάκτης. Αφού δε εξαντληθή η ποσότης, πρέπει να ανανεωθή εντελώς και ευθύς». Η εγγύηση αυτή δεν απαιτείται για τους εκδότες «επιστημονικών και τεχνικών εφημερίδων και περιοδικών συγγραμμάτων, ή και απλών ειδοποιήσεων». Στην περίπτωση όμως που οι τελευταίοι αυτοί εκδότες δεχτούν να δημοσιεύουν άρθρα, που δεν είναι επιστημονικά ή τεχνικά, εκτός από την επιβολή προστίμου 100–500 δραχμών, υποχρεούνται, πριν εξακολουθήσουν την έκδοση του εντύπου, να καταβάλουν και την εγγύηση των 5.000 δραχμών. Η διάταξη αυτή είχε άμεσα «θύματα» τους εκδότες που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν το ποσό της εγγύησης, όπως η εφημερίδα «Ήλιος», η οποία μετά τη δημοσίευση του νόμου μετατράπηκε από Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και Εμπορική σε «Εφημερίς Επιστημών, Τεχνών, Φιλολογίας και Εμπορίου» και στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1833) έβαλε τέλος στη λειτουργία της, ακριβώς λόγω των περιορισμών αυτών.

25 Χριστίνα Αγριαντώνη, ό.π., σ. 332-335

26 Ο Άρμανσπεργκ, βλέποντας την «ολοένα αυξανόμενη δύναμη του Κωλέτη» αλλά και το γεγονός ότι ο Όθωνας, «εν όψει της ενηλικίωσής του έχει αρχίσει να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στα πολιτικά πράγματα της χώρας (…) αναπόφευκτα, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση του, θα αντιπαρατεθεί στον Κωλέττη και εν συνεχεία στον ίδιο τον Όθωνα». Ο Άρμανσπεργκ, κατόρθωσε, ακόμη και μετά την ενηλικίωση του Όθωνα «να εξασφαλίσει ευρείες πολιτικές δικαιοδοσίες. Με την πλήρη υποστήριξη του νέου πρεσβευτή της Αγγλίας, Lyons, κατάφερε να εκδιώξει τον Heideck και να απομακρύνει τον Κωλέττη, εξαναγκάζοντας έτσι τον βασιλιά να εξαρτάται από αυτόν», Λούβη Λ., «Το ελληνικό κράτος 1333-1871», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, τ. 4, σ. 13-14. Ο Κωλέττης, αφού έμεινε αρκετά χρόνια στο Παρίσι, επιστρέφει το 1843 στην Ελλάδα και λίγο αργότερα γίνεται πρωθυπουργός. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1847 πεθαίνει στην Αθήνα, αφού εν τω μεταξύ, από το 1844, έχει αναπτύξει τη «μεγάλη ιδέα». Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του αναφωνεί στα γαλλικά τη φράση «sur la terre», ενώ σιγοψιθυρίζει ένα κλέφτικο τραγούδι. Σύμφωνα με τον Γούδα: «Τελευταίον κατά την 1 Σεπτεμβρίου απεβίωσε, κλέφτικόν τι τραγώδιον εν ήχω υποψιθυρίσας, και τα λέξεις sur la terre δυνηθείς μόνον να εναρθρώση», ό.π., σ. 286

27 Κατηγορήθηκε ότι «ερράπισεν αξιωματικόν του στρατού ημών, ζητήσαντα εξηγήσεις κατά τινα βάναυσον διαγωγήν του. Εκ της ένεκα τούτου γενομένης ανακρίσεως εξάγεται προσέτι ότι ο Bertrand εφωράθη και άλλοτε φέρων όπλα απηγορευμένα, ότι εξύβρισεν αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του ημετέρου στρατού, εξεφράσθη δημοσία δια τρόπου πάντη ανοικείου περί τάξεως ολοκλήρου των στρατιωτικών τούτων και επροσπάθησε να διεγείρη το κατ’ αυτών μίσος, αποδεικνύων ούτω τον ολίγον αυτού σεβασμόν προς τους θεσμούς και την έννομον τάξιν της χώρας. Η ανάγκη επιβλέψεως προς τήρησιν της δημοσίας τάξεως επιβάλλει την απομάκρυνσιν του κακοκεφάλου τούτου νέου, όστις παρά την άτοπον διαγωγήν του, επιδεικνύει και αλλόκοτον ενδυμασίαν. Το επί των Εσωτερικών υπουργείον οφείλει άνευ περαιτέρω αναβολής να εκτελέση την από 27 Απριλίου/9 Μαΐου ημετέραν διαταγήν». Πρόκειται για βασιλική διαταγή της 13/25 Μαΐου 1835. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 281-282.

28 Την Ανθούσα, κόρη του Χρήστου Παλάσκα.

29 Ο Roujoux κατέλαβε διάφορες θέσεις, κυρίως ως διπλωμάτης της Γαλλίας στην Ελλάδα, μέχρι τον θάνατό του στην Αθήνα το 1852, σε ηλικία 43 ετών.

30 Ένας απολογισμός για την επίδραση και τη διάσωση των ιδεών του γίνεται από τον Μπαλόγλου, ό.π., σ. 93-96.

31 Με τον τρόπο αυτόν θα φωτίζονταν και ορισμένες κοινοτοπίες, που μας βασανίζουν ακόμη και σήμερα, όπως ότι οι ξένοι θα μπορούσαν να τα κάνουν καλύτερα από τους Έλληνες. Το γεγονός όμως ότι τα πρώτα κρίσιμα χρόνια μετά την απελευθέρωση είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα ένας ολόκληρος «στρατός» από Βαυαρούς, στην κυριολεξία, αλλά και μεταφορικά, με την έννοια των υπαλλήλων και στελεχών της διοίκησης, σε κανένα σχεδόν επίπεδο δεν βοήθησε την επίλυση των διαφόρων προβλημάτων. Και για να επανέλθουμε στους σαινσιμονιστές, θυμίζουμε μια διαπίστωση του Εϊχτάλ για τη μη υλοποίηση του αποικισμού. Σε αρκετές περιστάσεις ο Εϊχτάλ έθετε ως προϋπόθεση για την υλοποίηση του αποικισμού, την επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος, μέσω της διανομής της γης. Το ζήτημα αυτό το έθεσε τόσο στον Άρμανσπεργκ, όσο και στον Κόβελ. Βλ. Δ. Βικέλας, ό.π., σ. 287, 289- 290. Σημειώνει ο Εϊχτάλ τι μετέφερε στον Κόβελ: «Μετά ταύτα επελήφθημεν της ιστορίας του Νόμου τούτου και του ζητήματος του αποικισμού. Κατέκρινα δεινώς τον κ. Αρμανσπέργην ως θελήσαντα να διεξαγάγη και τα του αποικισμού της Ελλάδος καθ’ ον τρόπον απεφάσισε, και την μεταφοράν της πρωτευούσης εις Αθήνας. Το τελευταίον τούτο μέτρον, καλόν καθ’ εαυτό, ελήφθη όμως λίαν κατεσπευσμένως. Τα του αποικισμού έγειναν ακόμη χειρότερα. Διότι, προτού αποκαταστήσουν ιδιοκτήτας τους Έλληνας αυτούς, (βάσιν ταύτην πρωτίστην της ευημερίας της χώρας), ηθέλησαν να ρίψουν εις την Ελλάδα χιλιάδας οικογενειών, χωρίς να προνοήσουν περί αυτών πως να μη αποθάνουν της πείνης, ή να μη καταστραφούν εκ της ζηλοτυπίας των εγχωρίων· ανέφερα όσας δυσκολίας απηντήσαμεν κατά την σύστασιν των αποικιών του Πεταλιδίου, της Ερετρίας, των Σαμίων εν Ευβοία κ.τ.λ., δυσκολίας προερχομένας εκ της παρούσης θέσεως του ζητήματος της ιδιοκτησίας εν Ελλάδι, και απέδειξα το άτοπον του να αναμιγνύεται η προσωπική φιλαυτία του αρχηγού της Κυβερνήσεως εις ζητήματα, εις τα οποία έπρεπε να είναι απλώς και μόνον κριτής αμερόληπτος». ό.π., σ. 289-290.

 Κωνσταντίνος Γκότσης

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Αναγνώσεις» avgi-anagnoseis.blogspot.gr

Διαβάστε ακόμηΣαινσιμονισμός – Η »Ανατομία» ενός κινήματος

Read Full Post »

3η Σεπτεμβρίου 1843 – Εκλογή εκλεκτόρων και πληρεξουσίων των Επαρχιών Άργους, Κορινθίας και Ναυπλίας. Ξενοφών Χρ. Ηλίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης ε.τ. και Ζωή Ξεν. Ηλία, Δασκάλα.


 

Ένας σημαντικός σταθμός στην πορεία του Συνταγματικού βίου της χώρας μας είναι η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, κατά την οποία λαός και στρατός ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν από το βασιλιά Όθωνα Σύνταγμα, ώστε να δοθεί τέλος στην απολυταρχική διακυβέρνηση που είχε επιβάλει η βαυαρική δυναστεία. Πρωταγωνιστές της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν οι Γιάννης Μακρυγιάννης, Ανδρέας Μεταξάς και ο συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης, οι οποίοι με τη βοήθεια πολλών άλλων πολιτικών και στρατιωτικών προετοίμασαν την Επανάσταση, με αποτέλεσμα τα ξημερώματα της 3ης προς την 4η Σεπτεμβρίου στρατός και λαός να περικυκλώσουν τα ανάκτορα και να απαιτήσουν από το Βασιλιά την παραχώρηση Συντάγματος.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο Όθωνας κάτω από την πανελλήνια απαίτηση αναγκάστηκε να υπογράψει τα σχετικά Διατάγματα, ώστε να δρομολογηθούν οι διαδικασίες για την εκλογή πληρεξουσίων, οι οποίοι θα έπαιρναν μέρος στην Εθνοσυνέλευση για την κατάρτιση και ψήφιση του Συντάγματος του 1844. Επειδή όμως δεν υπήρχε νομοθετικό πλαίσιο για την εκλογή πληρεξουσίων χρησιμοποιήθηκε το νομοθετικό πλαίσιο του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια που εφαρμόστηκε στην εκλογή πληρεξουσίων για τη Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους το 1829.

Το Νομοθετικό πλαίσιο του Καποδίστρια για την εκλογή πληρεξουσίων προέβλεπε στην πρώτη φάση την εκλογή εκλογέων (εκλεκτόρων) κάθε χωριού ή πόλης, οι οποίοι στη συνέχεια πήγαιναν στην πρωτεύουσα της Επαρχίας και έπαιρναν μέρος στην Επαρχιακή Συνέλευση για την εκλογή πληρεξουσίων (βουλευτών) που θα συμμετείχαν στην Εθνοσυνέλευση. Με βάση το νομοθετικό αυτό πλαίσιο έγινε και η ανάδειξη των εκλογέων των χωριών και κωμοπόλεων των Επαρχιών Άργους, Κορινθίας και Ναυπλίας.

Δικαίωμα ψήφου είχαν οι αυτόχθονες πολίτες που κατοικούσαν σε κάθε χωριό ή πόλη, καθώς και οι μέτοικοι από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές που είχαν συμπληρώσει την ηλικία των 25 ετών και είχαν κάποια κινητή ή ακίνητη περιουσία. Οι υποψήφιοι για το αξίωμα του πληρεξουσίου έπρεπε να έχουν ηλικία τουλάχιστον 30 ετών και να έχουν εισόδημα τριπλάσιο του εισοδήματος των εχόντων δικαίωμα ψήφου.

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Ο αριθμός των εκλογέων που αναδείκνυε κάθε χωριό ή πόλη ήταν ανάλογος του αριθμού των οικογενειών του χωριού ή της πόλης. Ένα χωριό, για να εκλέξει εκλογείς, θα έπρεπε να κατοικείται από τουλάχιστον 15 οικογένειες. Με 15-50 οικογένειες αναδείκνυε έναν εκλογέα, με 50 – 100 οικογένειες δύο εκλογείς, με 100 – 200 τρεις και για κάθε προστιθέμενη εκατοντάδα οικογενειών αυξανόταν ο αριθμός των εκλογέων κατά έναν.

Ο αριθμός των υποψηφίων εκλογέων κάθε χωριού ήταν τετραπλάσιος του αριθμού των εκλογέων που έπρεπε να σταλούν στην Επαρχιακή Συνέλευση για την εκλογή πληρεξουσίων. Δηλαδή, αν ένα χωριό όφειλε να αναδείξει έναν εκλέκτορα για την επαρχιακή συνέλευση, θα έπρεπε ο κατάλογος των υποψηφίων εκλογέων που συνέτασσαν τα πέντε γεροντότερα μέλη της τοπικής συνέλευσης να περιέχει τέσσερις υποψηφίους, ενώ οι πολίτες καλούνταν να επιλέξουν με την ψήφο τους τον υποψήφιο της αρεσκείας τους. Εκείνος που έπαιρνε περισσότερες ψήφους ανάμεσα στους τέσσερις υποψηφίους πήγαινε ως εκλέκτορας του χωριού στην Επαρχιακή Συνέλευση.

Ο χώρος που διεξάγονταν οι εκλογές ήταν η εκκλησία του χωριού ή της κωμόπολης και ακολουθείτο η παρακάτω διαδικασία. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας και παρουσία του ιερέα και του Δημοτικού Παρέδρου, δηλαδή του εκλεγμένου εκπροσώπου της Δημοτικής Αρχής κάθε χωριού, ο ιερέας που τελούσε τη Θεία Λειτουργία συνέτασσε τον κατάλογο των πολιτών που είχαν δικαίωμα ψήφου. Στη συνέχεια, ο ιερέας με το Ευαγγέλιο όρκιζε τους πολίτες με τον ακόλουθο όρκο, τον οποίο διάβαζε ο γεροντότερος της Συνέλευσης και τον επαναλάμβαναν οι πολίτες με ανυψωμένο το δεξί χέρι:

 

«Εν ονόματι της Παναγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι ενώπιον του Θυσιαστηρίου του Θεού της Αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου, ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε διά φόβον ζημίας, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά τη συνείδησίν μου και χωρίς καμμίαν προσωποληψίαν».

Μετά την ορκωμοσία οι πέντε γεροντότεροι πολίτες της συνάθροισης, παρουσία και του Παρέδρου, συνέτασσαν τον κατάλογο των υποψηφίων εκλογέων και στη συνέχεια άρχιζε η ψηφοφορία για την εκλογή των εκλεκτόρων.

Μετά το τέλος της ψηφοφορίας γινόταν η καταμέτρηση των ψήφων κάθε υποψηφίου και συντασσόταν το πρακτικό των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας, το οποίο υπογραφόταν από τον Πάρεδρο του χωριού, τον ιερέα και τα πέντε γεροντότερα μέλη που συνέταξαν τον κατάλογο των υποψηφίων εκλογέων. Αντίγραφο του πρακτικού έπαιρνε ο νόμιμος εκλογέας και πήγαινε στην πρωτεύουσα της Επαρχίας, για να λάβει μέρος στην εκλογή των πληρεξουσίων της Επαρχίας. Στην Επανάσταση έλαβε ενεργητικόν μέρος και ο εξ Άργους καταγόμενος ανθυπασπιστής Ιωάννης Ζεγκίνης του 2ου τάγματος Πεζικού [1].

 

Α΄ Πληρεξούσιοι Επαρχίας Άργους [2]

 

Οι εκλογές για την ανάδειξη των πληρεξουσίων της Επαρχίας Άργους έγιναν στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου Άργους στις 26 Σεπτεμβρίου 1843.

Μετά τη θεία Λειτουργία ο ιερέας Ηλιού Μασσουρίδης, αφού έψαλε τη δοξολογία, κατέστρωσε τον κατάλογο των παρόντων που είχαν δικαίωμα ψήφου πολιτών και χωρικών. Ο κατάλογος αυτός περιελάμβανε 1869 εκλογείς, από τους οποίους 30 ήταν εκλέκτορες από τα χωριά της Επαρχίας Άργους, που αναφέρονται παρακάτω.

Ακολούθως εκλέχτηκαν παμψηφεί ο β΄ Δημαρχικός Πάρεδρος του δ. Αργείων Γεώργιος Αλμπανόπουλος, Πρόεδρος της Συνέλευσης, και τα μέλη της πενταμελούς Επιτροπής, που ήταν οι: Ιωάννης Θεοδοσίου, Ιωάννης Σέκερης, Σταύρος Παπαλεξόπουλος, Ηλίας Ανυφιώτης και Θεόδωρος Μοθωνιός.

Οι εκλογείς και οι εκλέκτορες των χωριών εξέλεξαν ομοθυμαδόν απ’ ευθείας πληρεξουσίους για την Εθνική Συνέλευση τους Δημήτριο Περρούκα και Χρήστο Βλάσση.

Παραθέτουμε παρακάτω το πρακτικό εκλογής πληρεξουσίων με τα ονόματα μόνον των 30 εκλεκτόρων των χωριών της Επαρχίας Άργους. Λόγω στενότητας χώρου δεν είναι δυνατόν να δημοσιευτούν και οι άλλοι 1839 εκλογείς από την πόλη του Άργους.

«Εν ονόματι του Υψίστου Θεού και της Φιλτάτης Ημών Πατρίδος.

Την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού τρίτου έτους, συνελθόντες οι υποφαινόμενοι κάτοικοι της Πόλεως και επαρχίας Άργους εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου, διά να εκλεχθώσιν οι πληρεξούσιοι της Επαρχίας, και μετά την θείαν Λειτουργίαν, αναγνωσθέντων κατά πρόσκλησιν ημών παρά του ιερουργήσαντος ιερέως Ηλιού Μασσουρίδου, του τε από της 3ης του μηνός τούτου Β. Διατάγματος περί Εθνικής Συνελεύσεως, και του υπ’ αριθ. 10049 Ψηφίσματος του Κυβερνήτου της Ελλάδος, και των συνημμένων αυτώ υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών στηριζομένων επί του 17 Νόμου όπου ψαλείσης δοξολογίας, κατεστρώθη ο κατάλογος των παρόντων και εχόντων δικαίωμα ψήφου πολιτών και χωρικών.

Μετά δε ταύτα αναγνωσθέντος του καταλόγου αυτού και επικυρωθέντος παμψηφεί παρά της Συνελεύσεως έδωσαν όλοι οι προσυπογεγραμμένοι πολίται και εκλογείς των χωρίων τον διαγεγραμμένον όρκον εν τω 5 Κεφαλαίω των ειρημμένων οδηγιών. Ακολούθως εκλεχθέντος παμψηφεί του τε Προέδρου της Συνελεύσεως κυρίου Γεωργίου Αλμπανοπούλου και της πενταμελούς Επιτροπής Ιωάννου Θεοδοσίου, Ιωάννου Σέκερη, Σταύρου Παπαλεξόπουλου, Ηλιού Ανυφιώτου και Θεοδώρου Μοθωνιού. Και κατά το 6 άρθρ. των οδηγιών η Συνέλευσις, διά να μη βραδύνη η εκλογή των πληρεξουσίων δι εκείνης των εκλογέων, ήτις διά να εκπληρωθώσιν οι διαγεγραμμένοι τύποι εν ταις ρηθείσαις οδηγίαις, απήτει απέραντο διάστημα καιρού επί ματαίω, απεφάσισαν ομοθυμαδόν να εκλεχθώσιν απ’ ευθείας παρά του Λαού οι ειρημένοι πληρεξούσιοι και ούτως εξελέχθησαν παμψηφεί εν πλήρη ειρήνη  και ομονοία οι κύριοι Δημήτριος Περρούκας και Χρήστος Βλάσσης πληρεξούσιοι της Επαρχίας Άργους.

 

Ο Πρεσβύτερος ιερεύς                                  Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                             Γ. Αλμπανόπουλος

προς ους δίδεται πάσα πληρεξουσιότης διά να αντιπροσωπεύσωσιν αυτήν εις την διά του ρηθέντος από της 3 Σεπτεμβρίου τ.ε. Β. Διατάγματος προσεχώς γενησομένην Εθνικήν Συνέλευσιν και διαπραγματευθώσιν όλα τα αντικείμενα όσα καθυποβληθώσιν εις την συζήτησιν και απόφασιν αυτής, καθώς υπαγορεύουν τα αληθή δίκαια και συμφέροντα της Πατρίδος.

Διό εγένετο η παρούσα πράξις και υπεγράφη παρά του γεροντοτέρου ιερέως Ηλιού Μασσουρίδου του ειρημένου Ναού Αγίου Νικολάου, παρά του Προέδρου της Συνελεύσεως ταύτης βου Δημαρχικού παρέδρου Άργους κυρίου Γεωργίου Αλμπανοπούλου κωλυομένου του Δημάρχου και απόντος του αου παρέδρου Νικολάου Κορδία, εκλεχθέντος συνάμα και παρά του Λαού ως προέδρου της Συνελεύσεως, της διορισθείσης πενταμελούς Επιτροπής και παρ’ όλων εν γένει των συνελθόντων πολιτών και χωρικών, όσοι ελάβωσι μέρος εις αυτήν. Εγένετο εν Άργει την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου 1843 εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου ημέρα Κυριακή.

 

Ο πρεσβύτερος ιερεύς                       Ο πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                 Γεώργιος Αλμπανόπουλος

 

Η πενταμελής Επιτροπή της Συνελεύσεως

Ιωάννης Θεοδοσίου                           Ιωάννης Σέκερης

Θεόδωρος Μοθωνιός             Ηλίας Ανυφιώτης

Σταύρος Παπαλεξόπουλος

Έπονται αι υπογραφαί των πολιτών (1839 εκλογείς από την πόλη του Άργους και 30 εκλέκτορες από τα χωριά που ανήκαν το έτος 1829 στην Επαρχία Άργους, κατ’ αλφαβητική σειρά και μέσα σε παρένθεση η σημερινή ονομασία τους).

Εκλέκτορες από τα χωριά

1 Άργεια: Λιβανάς Θεόδωρος

2 Βρούστι: Ταραντίλης Παναγιώτης

3 Καπαρέλι: Θεοδώρου Δημήτριος

4 Καρυά: Γεωργαντόπουλος Α. Π και Ταγρές Γιαννάκης

5 Κέρμπεσι: Νικόλαος Μήτρου Κώνστα

6 Κουρτάκι: Παπαμανώλης Χρήστος και Γραμματικού Αναγνώστης

  Κουρτάκι:  Πιπέρος Νικόλαος και Κολικλιάτης Παναγιώτης

7 Κουτζοπόδι: Παπαβασιλείου Γιαννάκος, Παιδάκης Σπύρος, Μήτρος της Τάσαινας

8 Μέρμπακα (Αγία Τριάδα):Παπαγιαννόπουλος Αναγνώστης, Καλογερόπουλος Δημήτριος

9 Κάτω Μπέλεσι (Λυρκεία): Αναγνώστης Παπά Νικολάου, Μαρούσης Αντώνης

10 Επάνω Μπέλεσι (Κεφαλόβρυσο): Παπαναστασίου Ιωάννης, Παπαδημητρίου Αναγνώστης

11 Μπόρσια: Δημόπουλος Γεώργιος

12 Μπουγιάτι(Αλέα): Οικονόμου Πανάγος, Πακοπάνου (Μπακοπάνου) Σπύρος

13 Μύλοι: Σπανός Παναγής

14 Νεοχώρι: Παπά Κωνσταντόπουλος Αναγνώστης

15 Σκαφιδάκι: Μπιτέρης Μήτρος

16 Στέρνα: Αντωνόπουλος Παναγιώτης

17 Σχοινοχώρι: Φλίνος Αναστάσιος

18 Επάνω Φύχτι: Τόμπρας Δημήτριος

19 Κάτω Φύκτια: Παπαδόπουλος Α.

20 Χαρβάτι (Μυκήναι): Κολιζέρας Αθανάσιος

 

Ο πρεσβύτερος ιερεύς                       Ο πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                 Γ. Αλπανόπουλος

Πιστοποιείται το γνήσιον και αυτόγνωμον των εν τοις ανωτέρω και όπισθεν εξήκοντα τέσσαρες σελίδες περιεχομένων υπογραφών των κατοίκων της Πόλεως Άργους και των εκλογέων των διαφόρων χωρίων της επαρχίας Άργους τον αριθμόν χιλίων οκτακοσίων εξήκοντα εννέα γεγραμμένων ενώπιον ημών του τε πρεσβυτέρου ιερέως Ηλιού Μασσουρίου, και του Προέδρου της γενομένης εν τω Ναώ του Αγίου Νικολάου Συνελεύσεως περί εκλογής των πληρεξουσίων Γεωργίου Αλπανοπούλου εκείνων μεν των ειδότων γράφειν αυτοχείρως, των δε μη ειδότων παρά των ιερέων των διαφόρων εκκλησιών της Πόλεως ταύτης, Ηλιού Μασσουρίδου, Δημητρίου Σακκελαρίου, Γεωργίου Λαλουκιώτου, Παναγιώτου Αντωνοπούλου, Νικολάου Τζελεπατιώτου, Δημητρίου Κωστουροπούλου και Γεωργίου Παπά Ανδριανού και υπογραφομένης εκάστης σελίδος παρ’ ημών του τε πρεσβυτέρου ιερέως και του Προέδρου.

 

Εν Άργει την 4ην Οκτωβρίου 1843            Ο Πρόεδρος της Συνελεύσεως

Ο Πρεσβύτερος των ιερέων του εν τω κέντρω

της πόλεως Ναού του Αγίου Νικολάου

Ηλίας ιερεύς Μασσουρίδης                                          Γ. Αλπανόπουλος

 

Ότι αντίγραφον απαράλλακτον τη πρωτοτύπω πράξει της εκλογής των πληρεξουσίων της επαρχίας Άργους.

Εν Άργει την 13 Οκτωβρίου 1843

Ο εκπληρών τα δημαρχικά καθήκοντα

Βος Δημαρχικός πάρεδρος

(Τ.Υ.Σ.) ΔΗΜΟΣ ΑΡΓΟΥΣ Γ. Αλπανόπουλος

Στις 6.11.1843 ο Χρήστος Βλάσσης, που είχε εκλεγεί Πληρεξούσιος μαζί με το Δημήτριο Περρούκα, υπέβαλε το παραπάνω πρακτικό στην Εξεταστική Επιτροπή των Πληρεξουσίων εγγράφων.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Β΄ Πληρεξούσιοι Επαρχίας Κορινθίας [3]

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Στην Επαρχία Κορινθίας ψήφισαν 93 εκλέκτορες από τα χωριά που ανήκαν το 1829 στην Επαρχία, στον ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πόλη της Κορίνθου στις 3 και 4 Οκτωβρίου 1843, ενώπιον του ιερέα Δημητρίου Αθανασίου, του Προέδρου Αριστείδη Ρέντη και της πενταμελούς Επιτροπής Κων-νου Δημητριάδη, Παναγιώτη Καλαρά, Γιάννη Φωτομάρα, Αναγνώστη Πρωτοπαππά και Κων-νου Στεριοπούλου και εξέλεξαν παμψηφεί πληρεξουσίους τους Πανούτζο Νοταρά, ο οποίος εξελέγη Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης ως γεροντότερος και ο Αριστείδης Ρέντης. [4]

Είχαν αναδειχθεί εκλέκτορες, οι οποίοι ψήφισαν σ’ αυτήν από τα παρακάτω χωριά που ανήκαν τότε στην Επαρχία Κορινθίας από:

α) Λίμνες: Μεκριτζής Παναγιώτης, Παπά Γεωργίου (Παπαγεωργόπουλος) Παναγιώτης και Νότης Γεώργιος.

Παραθέτουμε για πληρέστερη γνώση των αναγνωστών μερικά στοιχεία από το από 26.9.1843 πρακτικό.

Πρόεδρος της τοπικής συνέλευσης ήταν ο Π. Παπά Γεωργίου και εφημέριος του χωριού ο Ιερέας Παπά Γεώργιος Οικονόμου. Η επιτροπή των γεροντοτέρων της τοπικής Συνέλευσης που συνέταξε τον πίνακα των υποψηφίων αποτελείτο από τους: Βλάχο Γεώργιο, Καρούνη Δημήτριο, Ηλιάδη Αθανάσιο, Γκολέμη Γεώργιο και Ψωμά Γεώργιο.

Στο πρακτικό της εκλογής περιέχονται δύο κατάλογοι. Ο πρώτος κατάλογος περιλαμβάνει τους υποψηφίους εκλέκτορες για την Επαρχιακή Συνέλευση με τις ψήφους που πήρε ο καθένας:

 

α.α Ονοματεπώνυμο Ψήφοι
    Υπέρ Κατά
1 Μεκριτζής Παναγιώτης 107 35
2 Παπά Γεωργίου Παναγιώτης 79 65
3 Νότης Γεώργιος 79 62
4 Μιγκολιός Μίχος 73 71
5 Δελιπαναγιώτης Γιαννάκης 73 70
6 Λέκας Ιωάννης 70 73
7 Ψωμάς Αναγνώστης 70 73
8 Οικονόμου Μήτρος 70 69
9 Ηλίας Ιωάννης 68 75
10 Παπά Ιωάννου Αναγνώστης 65 68
11 Μαρίνος Γεώργιος 64 80
12 Σταύρος Παναγιώτης 62 82

 

Από τους δώδεκα υποψηφίους εκλέκτορες εκλέχτηκαν για την Επαρχιακή συνέλευση Κορινθίας τρεις, οι Μεκριτζής Παναγιώτης, Παπά Γεωργίου Παναγιώτης (Παππαγεωργόπουλος) και Νότης Γεώργιος.

Ο δεύτερος κατάλογος που επισυνάπτεται στο πρακτικό περιλαμβάνει 115 εκλογείς που είχαν δικαίωμα ψήφου και τα στοιχεία τους. Ο κατάλογος αυτός έχει ως εξής:

 

Ονοματεπώνυμο Ονοματεπώνυμο Ονοματεπώνυμο
Ψωμάς Αναγνώστης Νότης Γεώργιος Δήμας Τάσος
Κακούρος Χρίστος Μηγκολιός Μήχος Κακούρος Μήχος
Κυμπούρης Γ. Κακούρος Σπύρος Παπαγεωργίου Παναγιώτης
Οικονόμος Δημήτριος Τασιάκης Κακούρος Μήτρου Γιάννης
Κοντογιάννης Μ. Κονδίλης Γιάννης Γιαννάκης
Κονδίλης Ανα. Γεώργας Γιάννης Κονδίλης Γ.
Κακαβάς Γιάννης Αντωνίου Τάσος Βλάχος Γ.
Ξίδης Δη. Γκολέμης Γ. Γκολέμης Μ.
Κακούρου Μ.Π. Κονδίλης Τάσος Ψυχογιός Θανάσης
Ψυχογιός Αθα. Γιάννης Φρίμης Β. Μακριγιάννης
Σουφρίλας Γιάννης Παπαϊωάννου Γιάννης Κουτζούκος Γ.
Πότος Μήτρος Πήκος Τάσος Ηλίας Γιάννης του Μήτρου
Κολεβέντης Γ. Οικονόμου του Μήτρου Γιάννης Μπαστούνη Μ. Γ.
Μπινιάρης Γιάννης Κολαράς Γιάννης Ψωμά Γ. Τάσος
Ουλή Κώστα Γιάννης Χρίστου Μ. Π. Μπαστούνης Γιάννης
Μπάρμπας Σπύρος ; Ψωμά Παναγιώτης Πίκιος Κώστας
Πίκιος Τάσος Μαρίνος Γ. Κατεμής Μ.
Καμπόσος Τάσος Στάρφας Τάσος Λέκας Γιάννης
Λέκας Αγγελής Παπά Μιχάλη Αθανάσιος Ηλίας Αθανάσιος
Σβήγκος Γιάννης Τζιούμπας Γεώργιος Ζωρμπάς Π.
Γαρούρος Μ. Κρέμασης Μ. Γαρούφος Π.
Κόλιας Τάσος Κρέμασης Γεώργιος Βλάχος Χ.
Κόλια Μ. Τάσος Γιάννης … Κακούρος Τάσος
Γαρούφος Γ. Στάρφας Μ. Αργύρης Μ.
Καραμάνου Π. Τάσος Μελέτης Μ. Παπά Ιωάννου Αναγνώστης
Παπά Ιωάννου Αναγν. Π Βλάχος Γιάννης Κρέμασης Μ. Γιάννης
Σιατριλής Μήτρος Μελέτης Γ. Παπά Ιωάννου Αναγν. Χρίστος
Λέκας Γιαν. Μήτρος Νότης Γ. Μ. Δήμα Τάσου Γ.
Μπαστούνη Αθ. Γ. Πίκιος Αθανάσιος Μπινιάρη Τάσου Γιάννης
Στάρφας Γιάννης Νότης Π. Στάργας Τάσου Γ.
Ζονίτζας Τάσος Ζονίτζα Αναστα. Γιάννης Ρουστέμης Π. Γιάννης
Κατεμή Μ. Τάσος Κολεβέντης Μ. Μπαστούνη Αθα. Σπύρος
Δήμα Τάσου Μ. Σουφρίλας Τάσος Σβίγγος Χ.
Κακούρου Αναστ. Χ. Κονδίλης Αναγνω. Π. Ρουστέμης Π.
Οικονόμου Αναγνώστης Οικονόμου Αναγνώστης Κλιούλης Τάσος
Δήμας Σταμάτη Μ. Βλάχος Π. Γιαννάκης Π.
Νότη Ιωάννου Τάσος Πιτζάκης Τάσος Νότη Μ. Γεώργη Τάσος
Σταύρος Π. Παπά Γεώργιος Σταμάτης Τάσος
Κολαράς Χρίστος Μπινιάρης Τάσος Βλάχος Αποστόλης
Μεκριτζής Π. Νότης Γιάννης Χρίστου Μ. Γ.
Γιαννάκης Γ. ΤζιούμπαΓιάννου Μήτρος Πιτζάκης Γιάννης
Λέκα Αναστα. Γιάννης Σταματήτζας Ανδριανός Βλάχος Τάσος
Κακούρου Αναστασίου Γιάννης Τέσης Τάσος Ζιόγαλης Τάσος
Τζάτζαρη Αναστασίου Μήτρος Ντρούσκας Γ. Σταμάτης Δήμας
Καρούνης Μήτρος Καραμάνος Πάνος απόντος Ζονίτζας Γεώργιος
Μεϊντάνης Γεώργιος Μεϊντάνης Τάσος Καρούνης Παναγιώτης
Πότος Γιάννης Νότη Γ. Γιάννης Βλάχος Μήτρος
Μπινιάρης Μ. Σιελιότης Ανδριανός Ηλιάδης Γιάννης
Γιάναρης Χρίστος

 

Την 26. 7βρίου 1843                      Εκ Λιμνών

Ο Ιερεύς (Τ.Υ.) Παπά Γεώργιος Οικονόμου

Ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Π. Σ. Σταύρος

 

Το πρακτικό εκλογής υπογράφεται ως εξής:

Ο Ιερεύς                                                      Ο Πρόεδρος

Παπά Γεώργιος Οικονόμου                 Π. Παπά Γεωργίου

Αθανάσιος Ηλίας, Γεώργιος Μαρίνος, (Γεώργιος Γκολέμης αγράμματος διά Μ. Μιγκολιού), (Γεώργιος Βλάχος αγράμματος ων κατ’ αίτησίν του Γεώργιος Μ. Κιμπουρόπουλος), (Δημήτριος Καρούνης, αγράμματος ων κατ’ αίτησίν του Δημήτριος Δημόπουλος).

 Ο πάρεδρος του χωρίου Λιμνών επικυροί τας ανωτέρω υπογραφάς του εφημερίου, προέδρου και των δύο μελών γεροντοτέρων Γεωργίου Βλάχου και Δημητρίου Καρούνη, των δε ετέρων τριών γερόντων Αθανασίου Ηλιάδου, Γεωργίου Γκολέμη και Γεωργίου Ψωμά μετά την αποπεράτωσιν της εκλογής ούσα νομιμοτάτη προσεκλήθησαν να συνυπογράψουν και δεν επαρουσιάσθησαν. Όθεν κηρύττομεν νόμιμον την συνέλευσιν ενεργήσαντες ταύτην κατά τον Νόμον τη 26. 7βρίου 1843 Λίμναις.

Τη αυτή ημερομηνία ο ειδικός πάρεδρος (Τ.Υ.) Π. Σταύρος

Την επόμενη ημέρα 27 Σεπτ. 1843 παρουσιάστηκαν οι τρεις που δεν είχαν υπογράψει και υπέγραψαν αναγνωρίζοντες αυτήν νόμιμον.

β) Μπερμπάτι ( Προσύμνη)

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1843 ο πάρεδρος Αναγν. Ξύδης και ο Προεδρεύων Χρίστος Λύκος κοινοποίησαν στους εκλέκτορες του χωριού Ιωάννη Παπά Μιχάλη και Νικόλαο Ιωάννου Οικονόμου το παρακάτω έγγραφο.

«Προς τους εκλογείς του χωρίου Μπερμπάτη Κυρίους Ιωάννην Παπά Μιχάλην και Νικόλαον παπά Ιωάννου Οικονόμου.

Διά της σημερινής πλειοψηφίας των συγχωριανών σας εδιορίσθητε εκλογείς του χωρίου τούτου ο μεν Ν. Παπά Ιωάννου Οικονόμου έλαχεν ψήφους υπέρ 39, ο δε Ιωάννης Παπά Μιχάλης έλαχεν ψήφους υπέρ 30.

 Όθεν σας υπενθυμίζομεν ότι οι εκλογείς τούτοι διά την συγκροτηθησομένην Εθνικήν Συνέλευσιν των πληρεξουσίων θέλει ενεργηθή την 3. 8βρίου ε.έ. ημέραν Κυριακήν εις την Πρωτεύουσαν της Διοικήσεως Κορινθίας κατά την υπ’ αριθ. 4128 διαταγήν του Διοικητή Κορινθίας οφείλετε να παραβρεθείτε άνευ τινός προφάσεως εις Κόρινθον.

Τη 26. 7βρίου 1843 Εν Μπερμπάτη

Ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Αναγν. Ξύδης

Ο Προεδρεύων (Τ.Υ.) Χρίστος Λίκος

γ) Ευφροσύνη (Φροσύνη, Φρουσύνα, Φρουσιούνα)[5]

Οι εκλογές έγιναν στις 19 Σεπτεμβρίου 1843 στην Ευφροσύνη ενώπιον του ιερέα Ιωάννη Σταθόπουλου από το χωριό Τάτσι (Εξοχή) και της πενταμελούς επιτροπής σύνταξης του καταλόγου: Δημητρίου Λύκου, Σταύρου Λυμπερόπουλου, Σωτήρη Μώρου, Πέτρου του Μήτρου και Μήτρο του Αναστάση.

Ψήφισαν οι παρακάτω 35 και ανέδειξαν ομόφωνα εκλέκτορα τον Σπυρόπουλο Αθανάσιο.

Αγαθή τύχη

Σήμερον την 19 7βρίου  1843 εν τω χωρίω Ευφροσύνης της επαρχίας Κορινθίας συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων δικαίωμα ψήφου των κατοίκων του χωρίου προς εκλογήν των εκλογέων των διά την εθνικήν Συνέλευσιν πληρεξουσίων κατά την από 7 βρίου εγκύκλιον του Υπουργικού Συμβουλίου και κατά το άρθρον 3 του υπ’ αρ. 10049 Κ. Γ ψηφίσματος και της υπ’ αρ. 10050 οδηγίας της 4 Μαρτίου 1829 ο ιερεύς εφημέριος του χωρίου κατέγραψε τους παρευρισκομένους πολίτας οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1.Ιωάννης Κωσταλάμπρου 2.Μιχαήλ Κωσταλάμπρου 3.Ιωάννης Μπινιτζής;
4.Μήτρος Τζορβάς 5.Παναγιώτης Λυμπερόπουλος 6.Σταύρος Λυμπερόπουλος
7.Πέτρος Μήτρου 8.Δημήτριος Λύκος 9.Παναγιώτης Λύκος
10Σωτήρος Μώρος 11.Χρήστος Σωτήρου 12.Δημήτριος Θεοδωρής
13.Νικόλαος Γιαννάκη 14.Θεοφάνης Γιαννάκη 15.Γιαννάκης Μόρος
16.Θανάσης Μόρος 17.Θανάσης Γεωργάκη 18.Χρίστος Γεωργίου
19.Λάμπρος Γεωργίου 20.Μήτρος Αναστασίου 21.Γεώργιος Μήτρου
22.Αποστόλης Μήτρου 23.Θανάσης Αναστασίου 24.Κώνστας του Γιάννη
25.Γιαννάκης Γιάννη 26.Νικολής Μπερτάχας 27.Γιάννης Μόρος
28.Γεώργιος Γύπτος 29.Κωνσταντής Ζόγιος 30.Σταύρος Αποστόλη
31.Σωτήρος Γιαννάκη 32.Νικολής Αποστόλη 33.Γιώργης Αποστόλη
34.Λάμπρος Μώρος 35. Σπύρος Γεωργίου

 

Επικυρωθέντος δε του καταλόγου διά της πλειοψηφίας της συναθροίσεως η Συνέλευσις εκηρύχθη Νόμιμος και δοθέντος του από το άρθρον 5 όρκου των οδηγιών κατεστρώθη κατά το άρθρον 6 ο κατάλογος των υποψηφίων εις αριθμόν τετραπλούν των από το χωρίον Ευφροσύνης, όστις είναι ο εξής εκλογεύς

  1.  Αθανάσιος Σπυρόπουλος

τον οποίον έκλεξαν ομοφώνως επί τούτοις εσυντάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη

Ο ιερεύς                                          Δημήτρης Λύκος, Σταύρος Λυμπερόπουλος,

Ιωάννης Σταθόπουλος                       Σωτήρος Μώρος, Πέτρος του Μήτρου,

                                                      Μήτρος του Αναστάση, ως αγράμματοι ο

                                                      Ιερεύς Ιωάννης Σταθόπουλος

Διά το ακριβές της αντιγραφής

Την 27. 7βρίου 1843 εν Μπουγιάτι

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Σφραγίδα Δήμος ΑΛΕΑΤΩΝ Κ. Χριστόπουλος

Στην πίσω σελίδα αριθ. 40 Αθ. Σπυρόπουλος

 

δ) Άγιος Νικόλαος (χωριό του τ.δ. Αλέας)

Είχε αναδειχθεί εκλέκτορας και ψήφισε στην Κόρινθο ο Σπύρος Αγγελόπουλος.

ε) Παλαιά Επίδαυρος

Οι εκλογές έγιναν στις 26 Σεπτ. 1843 στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου στην Παλαιά Επίδαυρο, ενώπιον του εφημερίου Παπαγεωργίου Ανδριανού και του Προέδρου της συνέλευσης Μιχάλη Καντάνη. Ψήφισαν 45 εκλογείς και ανέδειξαν εκλέκτορα τον Χρήστο Ιωάννου Τσολακόπουλο. Στο πρακτικό της Επαρχιακής Συνέλευσης Κορινθίας αναγράφονται εκλέκτορες από την Επίδαυρο εκτός του παραπάνω και οι Χρήστος Νικολάου και Ανδριανός Παναγόπουλος.

στ) Χέλι (Αραχναίον)

Οι εκλογές έγιναν στις 26 Σεπτ. 1843 ενώπιον των εφημερίων Παπά Ι. Μαργέλη και Παπά Αναστασίου Νατσούλη, του Προέδρου της συνέλευσης Ιωάννη Φυσικάρη και του ειδικού παρέδρου Α. Ταρρωνά. Την πενταμελή επί της σύνταξης του καταλόγου επιτροπή αποτελούσαν οι: Ιωάννης Καραγιάννης, Ιωάννης Μάρας, Γιώργης Σάρκας, Αναστάσιος Δεδεμπίλης και Κόλιας Κυριάκος.

Αφού επικυρώθηκε ο κατάλογος, που περιλαμβάνει 117 εκλογείς, καταστρώθηκε ο κατάλογος των υποψηφίων, οι οποίοι ήταν οι: 1.Νατζούλης Ιωάννης, 2.Ταρουνάς Αναγνώστης, 3.Φυσικάρης Ιωάννης, 4.Καραγιάννης Ιωάννης, 5.Κυριάκος Κόλιας, 6.Μάρας Ιωάννης, 7.Αναγνώστης Παπά Ι. Δρούγκα, 8.Μανώλης Μ. Τάσσος, 9.Μανώλης Ι. Αναγνώστης, 10.Σοφός Πέτρος, 11.Καμπόσος Αθανάσιος και 12. Κυνηγάρης Ιωάννης. Απ’ αυτούς εξελέγησαν οι παρακάτω τρεις εκλέκτορες: Φυσικάρης Ιωάννης 95 υπέρ 21 κατά, Μάρας Ιωάννης 91 υπέρ 25 κατά και Καραγιάννης Ιωάννης 90 υπέρ και 26 κατά.

                 

Γ΄ Πληρεξούσιοι Πόλεως Ναυπλίου

 

Επειδή η πόλη του Ναυπλίου έλαβε από τη Συνέλευση της Τροιζήνας το προνόμιο να στέλνει ιδιαιτέρως δύο πληρεξουσίους στις Εθνικές Συνελεύσεις ύστερα από εκλογές αναδείχτηκαν πληρεξούσιοι οι Παπαλεξόπουλος Σπυρίδων (δήμαρχος δ. Ναυπλιέων) και Ρόδιος Γ. Π.

Δ΄ Πληρεξούσιοι χωριών Επαρχίας Ναυπλίας[6]

Οι εκλογείς των χωριών της Επαρχίας Ναυπλίας συνήλθαν στις 9 Οκτωβρίου 1843 στον ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ναυπλίου παρουσία του Δημάρχου Ναυπλίας Σπυρ. Παπαλεξόπουλου και του Γραμματέα της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλου, για να συγκροτήσουν την πρώτη συνεδρίαση και εκλέξουν σύμφωνα με τις διατάξεις της από 7 Σεπτ. εγκυκλίου του Υπουργικού Συμβουλίου και το άρθρο 10 των από 4 Μαρτίου 1829 υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών του Κυβερνήτη της Ελλάδος, τον Πρόεδρο και τα πέντε γεροντότερα μέλη και στη συνέχεια να επεξεργαστούν τη νομιμότητα των εγγράφων τους.

Οι (36) εκλογείς που συνήλθαν ήταν για τα χωριά: [7]

Ανυφί: (40 οικ.) Παναγ. Γκάτζης, Γρηγόριος Χατζόπουλος, Ευστάθιος Αντωνίου

Αυδίμπεη (Ηραίον): (15 οικ.) Γεώργιος Μπολόσης

Αδάμι: (10 οικ.) Κων-νος Μιλιώτης

Δαλαμανάρα: (45 οικ.) Αναγνώστης Τασσόπουλος και Παναγ. Πεβερέτος

Δενδρά: (15 οικ.) Κώστας Ουλής

Κατζίγκρι (Άγιος Ανδριανός): (18 οικ.) Θωμάς Οικοκύρης

Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα): (30 οικ.) Μήτρος Κεραμιδάς και Αναγν. Παπά Αθανασίου

Κούτζι (Αργολικό): (30 οικ.) Αναστ. Ράπος, Σωτήρος Κοληκόνης

Κυβέρι: (15 οικ.) Παρασκευάς Καράς

Λάλουκα: (25 οικ.) Κων-νος Πίκης

Λυγουριό: (70 οικ.) Δημ. Αθαν. Καλούδης, Αναγν. Καλούδης

Μάνεσι: (8 οικ.) Μίχος Ξύδης

Μουράταγα (Καλλιθέα): (8 οικ.) Ιωαν. Ανδρούτζου

Μπάρδι: (8 οικ.) Γεώργιος Τζιμπουρόπουλος

Κάτω Μπούτι (Ήρα): (10 οικ.) Ανδρίκος Μπεκιάρης

Άνω Μπούτι (Ήρα): (15 οικ.) Αθαν. Κουρούλης

Παναρίτι: (12 οικ.) Ιωάννης Πίτρης

Πασσά (Ίναχος): (25 οικ.) Ανδρ. Λιναρδόπουλος

Πλατανίτη: (12οικ.) Κωνστ. Μπαστούνης

Πουλακίδα: (22 οικ.) Αναστ. Ολάνης

Πρύφτανι (Μαναστηράκι): (8 οικ.) Γιάννης Κατζίγιαννης

Πυργέλλα: (28 οικ.) Αναγν. Μακρυποκάμισος, Γεωργ. Καχριμάνης

Σπαϊτζίκου (Λευκάκια): (8 οικ.) Αναγν. Σταθογιάννης

Τζαφέραγα (Ασίνη): (20 οικ.) Αθ. Τζελέγκης, Πάνος Χρηστόπουλος

Τζέλλου (Αγία Παρασκευή): (2 οικ.) Δημ. Σαγκιώτης

Χαϊδάρι (Δρέπανο): 15 οικ.) Θεόδωρος Καραβοκύρης ή Βενετζάνος, Θεοδ. Ροζανάς.

Χώνικα (Νέο Ηραίο): (25 οικ.) Γεώργιος Ηλιάδης

Επειδή από τους παραπάνω εκλογείς οι Αναγν. Μακρυποκάμισος και Γεωργ. Καχριμάνης του χωριού Πυργέλλας, οι Γρηγ. Χατζόπουλος, Παναγής Γκάτζης και Ευστάθιος Αντωνίου του χωριού Ανυφί εκλέχτηκαν με διπλή εκλογή, η εκλεκτική συνάθροιση αποφάσισε να αποσυρθούν επί του παρόντος και να μη λάβουν μέρος στην εκλογή του Προέδρου και των πέντε γεροντότερων μελών. Ακολούθως εκλέχτηκε Πρόεδρος ο Ιωάννης Ανδρούτσος (Κολανδρούτσος) με ψήφους 23, ενώ οι Ανδρέας Λιναρδόπουλος και Καλούδης έλαβαν 4 και 5 ψήφους αντίστοιχα.

Οι εκλογείς Καλούδης και Γ. Ηλιάδης έκαναν ένσταση και ζήτησαν να μην εκλεχθεί Πρόεδρος ο Ιωάννης Ανδρούτσος, γιατί το χωριό Μουράταγα που αντιπροσωπεύει δεν έχει σύμφωνα με το Νόμο 15 οικογένειες και επομένως δεν έχει το δικαίωμα του εκλογέα. Συγχρόνως παρουσιάστηκε αναφορά που υπέγραφε ο Π. Σπυρόπουλος, ο οποίος ανέφερε ότι οι παρουσιαζόμενοι εκλογείς των χωριών Μάνεσι Μίχος Ξύδης, του Κάτω Μπούτια Ανδριανός Μπεκιάρης, του χωριού Μπάρδι Γεωρ. Τζιμπουρόπουλος και του Μουράταγα Ιωαν. Ανδρούτζος δεν είναι νόμιμοι εκλογείς, διότι τα παραπάνω χωριά δεν έχουν σύμφωνα με το Νόμο 15 οικογένειες. Στη συνέχεια η συνέλευση αποφάσισε να γίνει νέα εκλογή Προέδρου. Από τους υποψηφίους Δημ. Καλούδη και Αναγν. Τασσόπουλο, ψηφίστηκε Πρόεδρος ο Δημ. Αθαν. Καλούδης.

Στη συνέχεια εκλέχτηκαν τα πέντε γεροντότερα μέλη: Αναγν. Τασσόπουλος, Ανδρ. Λιναρδόπουλος, Σωτήρος Κολιγκόνης, Τάσσος Ολάνης και Θεόδωρος Βενετζάνος.

Ο Πρόεδρος Δημ. Αθ. Π. Καλούδης και τα πέντε μέλη συζήτησαν διεξοδικά και απέκλεισαν από τη συνέλευση τους εκλογείς: Γεώργιο Καχριμάνη Πυργέλλας, Παναγή Γκάτζη Ανυφί, Ιωάννη Ανδρούτσου Μουρατάγα, Γεώργιο Τζιμπουρόπουλο Μπάρδι, Μίχο Ξύδη Μάνεσι και Ανδριανό Μπεκιάρη Κάτω Μπούτια.

Την επομένη 10 Οκτωβρίου 1843 συνήλθε στον ίδιο χώρο η Επαρχιακή Συνέλευση από τους 30 εναπομείναντες εκλογείς. Σ’ αυτούς προστέθηκαν και οι εκλογείς Αθανάσιος Παπαδόπουλος και Αναστ. Καρατασούλης του χωριού Τουρνίκι (80 οικ.) και Κων-νος Αποστολόπουλος του χωριού Μπούγα(30 οικ.). Αυτή εξέλεξε παμψηφεί ως πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας τους Ιωάννη Κωλέττη και Μιχαήλ Ιατρό.

Παραθέτουμε το από 10 Οκτωβρίου 1843 πρακτικό.

«Σήμερον την δεκάτην Οκτωβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού τρίτου έτους εν Ναυπλίω ημέραν Κυριακήν κατά συνέπειαν των πρακτικών της χθεσινής Συνεδριάσεως συνήλθον την ενδεκάτην ώραν Π.Μ. εις την εκκλησίαν της Παναγίας επί παρουσία του χθες εκλεχθέντος Προέδρου της εκλεκτικής συναθροίσεως κυρίου Δημ. Α.Π. Καλούδη, του ιερέως Γ. Σακκελίωνος και του Γραμματέως της Δημαρχίας Ναυπλίας Δ. Παπαθανασόπουλου οι κατά τα πρακτικά της χθεσινής προκαταρκτικής Συνεδριάσεως αναγνωρισθέντες νόμιμοι εκλογείς, εν οις προστέθηκαν και τρεις έτι νόμιμοι εκλογείς των χωρίων Τουρνικίου και Μπούγα, οίτινες έφθασαν σήμερον μη δυνηθέντες να έλθωσι χθες διά το μακρινόν διάστημα, το οποίον διαχωρίζει τα χωρία των από την πρωτεύουσα της Επαρχίας, συνήλθον λέγομεν όλοι ούτοι οι εκλογείς τριάκοντα τρεις τον αριθμόν, διά να εκλέξωσι κατά τας διατάξεις των από 4 Μαρτίου 1829 οδηγιών του ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος τους Πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας, οι οποίοι εκλογείς εισίν οι εφεξής.(Έπονται τα ονόματα των 33 παραπάνω αναγραφομένων εκλεκτόρων).

Μετά την ως ανωτέρω κατάστρωσιν του καταλόγου συγκρούσεως ισχυράς γενομένης μεταξύ των εν τη εκκλησία ευρεθέντων χωρικών ανεχώρησαν από την Συνάθροισιν τινές των εκλογέων παραβιασθέντες και έμειναν οι υποφαινόμενοι 17 τον αριθμόν. Προτάσεως δε γενομένης περί του πρακτέου απεφασίσθη να γίνη η εκλογή των πληρεξουσίων και κατά συνέπειαν εις των γεροντοτέρων ο κ. Α. Μακρυποκάμισος προσελθόντος του διαληφθέντος ιερέως κρατούντος εις χείρας το Ιερόν Ευαγγέλιον ανέγνωσε μεγαλοφώνως τον ακόλουθον όρκον ‘Εν ονόματι της Παναγίας και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι ενώπιον του θυσιαστηρίου του Θεού της αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου, ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε διά φόβον ζημίας, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά την συνείδησίν μου και χωρίς καμμία προσωποληψίαν.’ Τον όρκον τούτον επανέλαβον και όλοι οι εκλογείς υψώσαντες την δεξιάν χείρα. Μετά ταύτα επροτάθη να διορισθώσι κατά το άρθρ. 10 των περί εκλογής πληρεξουσίων οδηγιών οκτώ εκλογείς, διά να εκλέξωσιν ούτοι ίσον αριθμόν υποψηφίων εχόντων τας ιδιότητας της προβλεπομένης παρά του περί εκλογής παραστατών Νόμου, αλλ’ η εκλεκτική Συνάθροισις ομοφώνως απεφάσισε να γίνει απ’ ευθείας η εκλογή των πληρεξουσίων και κατά συνέπειαν εξελέχθησαν παμψηφεί οι κυρ. Ιωάννης Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρός ως πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας.

Εις πίστωσιν όθεν τούτων συνετάχθη η παρούσα πράξις και υπογράφεται παρά του Ιερέως, των παρευρεθέντων εκλογέων και προσυπογράφεται από τον Πρόεδρον και τον Γραμματέα της Δημαρχίας.

Οι εκλογείς

Δ. Α. Π. Καλούδης, Αναγν. Μακρυποκάμισος, Αναγν. Σταθογιάννης, Αθαν. Παπαδόπουλος, Σωτήρος Κοληκόνης, Κωνστ. Αποστολόπουλος.

Διά τους αγραμμάτους Θεόδωρον Βενετζάνον, Παναγιώτην Χρηστόπουλον, Θεόδωρον Ροζανάν, Δημ. Σαγκιώτην, Αθανάσιον Τζελέγκην, Θωμάν Οικοκύρην, Κωνστ. Μιλιώτην, Αναστ. Καρατασούλην, Παρασκευά Καρά.

Ο Ιερεύς Γ. Σακκελίων.

Α.Γ. Καλούδης. Διά τον Δημήτριον Κεραμιδάν αγράμματον Γ. Ιερεύς Σακκελίων

(Τ.Υ.Σ.) Ο Ιερεύς Γ. Σακκελίων

Ο Πρόεδρος Δ. Α. Π. Καλούδης

Ο Γραμματεύς της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλος».

——————————–

«Σημειωτέον ότ,ι εν ω εις την εκκλησίαν της Παναγίας εγένετο και αποπερατώθη χθες η εκλογή των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μ. Ιατρού ως Πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας διά της ομοφώνου θελήσεως των ανωτέρω εκλογέων, οι βιασθέντες ν’ αναχωρήσουν από την εκλεκτικήν συνάθροισιν εκλογείς παραλαβόντες τους κατά την συνεδρίασιν της παραμονής εξαιρεθέντας κυρίους Μίχον Ξύδην, Ιωαν. Ανδρούτζον, Γεώργιον Καχριμάνην, Α. Μπεκιάρην και Γεώργιον Τζιμπουρόπουλον συνεκρότησαν ιδιαιτέραν συνεδρίασιν εις τον εκτός της Πόλεως κείμενον κήπον του Κολοκοτρώνη και διορίσαντες Πρόεδρον αυτής τον κύριον Ανδρέαν Λιναρδόπουλον εκλογέα του χωρίου Πασσά προέβησαν εις ιδιαιτέραν εκλογήν εκλέξαντες ως πληρεξουσίους της Επαρχίας Ναυπλίας τον κ. Γ. Μ. Αντωνόπουλον διά ψήφων 18 και τον κ. Ν. Σπηλιάδην διά ψήφων 17. Η τοιουτοτρόπως ενεργηθείσα διά της βίας και εναντίον των νομίμων διατυπώσεων εκλογή αποπερατώθηκε χθες μετά την δύσιν του ηλίου, ότι δεν υπήρχεν ο αρμόδιος καιρός εις τους διά της βίας λαβόντας εις αυτήν μέρος να εκφράσωσιν την θέλησίν των.

Σήμερον λοιπόν την ενδεκάτην Οκτωβρίου του 1843 ημέραν Δευτέραν συνεννοηθέντες μετά του Προεδρεύοντος την εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένην νόμιμον εκλογήν κυρίου Δημητρίου Α.Π. Καλούδη οι κ.κ. Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα, Κώστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα, Αθανάσιος Κορούλης του χωρίου Άνω Μπούτι και Ανδρ. Λιναρδόπουλος του χωρίου Πασσά και Πρόεδρος της εις τον κήπον του Κολοκοτρώνη παρανόμως ενεργηθείσης εκλογής παρέδωσαν εις αυτόν το υπό σημερινήν ημερομηνίαν έγγραφόν των επικυρωμένον από τον Συμβολαιογράφον κύριον Χαράλαμπον Παπαδόπουλον, δι ου εκθέτοντες την προσενεχθείσαν εις αυτούς βίαν ίνα λάβωσι μέρος εις την ειρημένην εκλογήν, αποδοκιμάζουσιν αυτήν ως παράνομον κηρύττοντες ως άκυρον και μη ούσαν την δοθείσαν ψήφον των και αναγνωρίζοντες ως νόμιμον την εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένην συνενούσιν τας ψήφους των μετά των λαβόντων εις αυτήν μέρος εκλογέων υπέρ των κ.κ. Ιωάν. Κωλέττου και Μιχ. Ιατρού πληρεξουσίων της Επαρχίας, τους οποίους θεωρούν ως αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται.

Το έγγραφον τούτο εζήτησαν οι ειρημένοι να προσαρτηθή εις τα παρόντα πρακτικά της εις τον Ναόν της Παναγίας γενομένης εκλογής προς απόδειξιν της υπέρ αυτής εκφρασθείσης αυτοπροαιρέτου θελήσεώς των και κατά την ζήτησίν των προσηρτήθη ενταύθα και εγένετο περί τούτου η παρούσα έκθεσις, ήτις υπογράφεται από τον Πρόεδρον κ. Δημ. Α. Π. Καλούδην και τον Γραμματέα της Δημαρχίας Δ. Παπαθανασόπουλον.

Εν Ναυπλίω την 11 Οκτωβρίου 1843

(Τ.Υ.Σ.) Ο Πρόεδρος Δ. Α. Π. Καλούδης

Ο Γραμματεύς της Δημαρχίας Ναυπλιέων Δ. Παπαθανασόπουλος»

Παραθέτουμε το από 11 Οκτωβρίου 1843 έγγραφο των εκλογέων α) Ανδρέα Λιναρδόπουλου, Πασσά β) Γεωργίου Ηλιάδη, Χώνικα γ) Αθανασίου Κουρούλη, Επάνω Μπούτι και δ) Κώστα Πίκη, Λάλουκα.

«Οι υποφαινόμενοι Ανδρέας Λιναρδόπουλος εκλογεύς του χωρίου Πασσά, Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα, Αθανάσιος Κουρούλης εκλογεύς του χωρίου Επάνω Μπούτι, Κώστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα.

Κατά συνέπειαν των πρακτικών της εννάτης Οκτωβρίου παραμονής της προς εκλογήν των πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας προσδιωρισμένης ημέρας, συνήλθομεν χθες την 11 ώραν π.μ. εις τον εν τη Πόλει Ναυπλίας Ναόν της Παναγίας διά να σκεφθώμεν και αποφασίσωμεν μετά των λοιπών συνεκλογέων περί εκλογής πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας, αλλά σπουδαρχίδαι τινές ιδόντες ότι δεν ήθελε προκύψει το παρ’ αυτών ποθούμενον αποτέλεσμα υπεκίνησαν διά πολλών ταραχοποιών χωρικών, τους οποίους επίτηδες είχον εισάξει εις την εκκλησίαν, την διάλυσιν της συναθροίσεως ταύτης, της οποίας ενεργουμένης οι υποφαινόμενοι ωθούμενοι και απειλούμενοι ηναγκάσθημεν να ενδώσωμεν εις την βίαν προς αποφυγήν του επικειμένου καθ’ ημών κινδύνου και ν’ απέλθωμεν εις τον εκτός της πόλεως κείμενον κήπον του Κολοκοτρώνη, όπου οι αυτοί σπουδαρχίδαι διά των οργάνων των διέδωσαν την φήμην, ότι όλοι οι εκλογείς ήθελον συνέλθει, ως διαλυθείσης εντελώς της εν τω Ναώ Συναθροίσεως.

Οι υποφαινόμενοι είδομεν ότι η περί τον κήπον του Κολοκοτρώνη γενομένη συνάθροισις ήτο παράνομος διά τους εξής λόγους.

Αον. Διότι μεταξύ των εκλογέων περιελαμβάνοντο οι κύριοι Γεώργιος Καχριμάνης, Ιωαν. Ανδρούτζος, Μίχος Ξίδης, Ανδριανός Μπεκιάρης και Γεώργιος Κιμπουρόπουλος, τους οποίους η νόμιμος πενταμελής Επιτροπή, της οποίας και τινες ημών απετέλουν μέρος δεν παρεδέχθη, αλλ’ εκήρυξεν εξηρημένους.

Βον. Διότι και αφού ήθελον συμπαραληφθή οι εκλογείς οι οποίοι προηγουμένως εξηρέθησαν η συνάθροισις πάλιν δεν ήτο νόμιμος, διότι δεν ήτο συγκεκροτημένη από τα δύο τρίτα του όλου αριθμού των εκλογέων.

Γον. Διότι δεν υπήρχε μεταξύ ημών ο Γραμματεύς της Δημαρχίας, όστις ώφειλε να συντάξη την περί εκλογής των πληρεξουσίων πράξιν, αλλ’ αύτη συνετάχθη από πρόσωπον όλως διόλου αναρμόδιον.

Δον. Διότι η συνάθροισις δεν έγεινεν εις τον παρά της Διοικητικής Προκηρύξεως προσδιορισθέντα τόπον.

Εον. Διότι αντί να μείνωμεν οι εκλογείς μόνοι και ελεύθεροι, αποσυρομένων των μη εχόντων δικαίωμα ψήφου, έμεινε μεταξύ ημών εξ εναντίας όλον το πλήθος, το οποίον διά της βίας μάς είχε φέρει εις τον τόπον αυτόν, και τοιουτοτρόπως η βία εξηκολούθησεν αδιαλείπτως, μέχρι ότου προέκυψε το αποτέλεσμα το οποίον οι υποκινήσαντες την διάλυσιν της εν τω Ναώ της Παναγίας γενομένης συναθροίσεως είχον απ’ αρχής σχεδιάσει.

Μολονότι παρετηρήσαμεν την παρανομίαν της περί ης ο λόγος συναθροίσεως, αλλά διατελούντες υπό το κράτος της βίας και της πλάνης, εις την οποίαν μας έρριψαν οι διαδώσαντες την περί της μη εξακολουθήσεως της εν τω Ναώ της Παναγίας αρξαμένης τακτικής συναθροίσεως, ηναγκάσθημεν δι’ αποφυγήν κινδύνου και άλλων ολεθρίων συνεπειών, να δώσωμεν και ημείς ψήφον κατά την συνάθροισιν την οποίαν ενδομύχως απεδοκιμάζομεν και θεωρούμεν ως παράνομον διά τους προεκτεθέντας λόγους.

Μόλις δε απαλλάχθημεν από την βίαν και μετέβημεν εις την Πόλιν της Ναυπλίας επληροφορήθημεν ότι μακράν του να διαλυθή η εν τω Ναώ της Παναγίας συνάθροισις, ως ψευδώς μας είχον διαβεβαιώσει, εξηκολούθησεν αύτη και έφερεν εις πέρας το έργον της, αποτέλεσμα του οποίου ήτο η παμψηφεί εκλογή των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μ. Ιατρού ως πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας.

Οι υποφαινόμενοι επεδοκιμάσαμεν και ενεκρίναμεν την εκλογήν ταύτην, και αν η ώρα καθ’ ην επληροφορήθημεν τούτο μας το επέτρεπεν, ηθέλαμεν σπεύσει να ενώσωμεν και ημείς τας ιδικάς μας ψήφους υπέρ των ως ανωτέρω εκλεχθέντων πληρεξουσίων. Αλλ’ ότι δεν ηδυνήθημεν να πράξωμεν χθες, συνελθόντες σήμερον ελευθέρως και απαραβιάστως πράττομεν αυτό διά της παρούσης. Κηρύττοντες επομένως ως άκυρον και μη ούσαν την χθεσινήν ψηφοφορίαν ημών, ήτις ήτο καθαρόν αποκύημα της βίας και της πλάνης, παραδεχόμεθα την παρά των εν τω Ναώ της Παναγίας μεινάντων εκλογέων γενομένην εκλογήν, και ενώνομεν και ημείς ομοθυμαδόν τας ψήφους ημών υπέρ των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττου και Μ. Ιατρού τους οποίους θεωρούμεν αξίους της εμβριθούς αποστολής την οποία επιφορτίζονται.

Η παρούσα θέλει επικυρωθή παρά του Συμβολαιογράφου Ναυπλίας κυρίου Χ. Παπαδοπούλου, ενώπιον του οποίου θέλομεν εμφανισθή να βεβαιώσωμεν το αυθόρμητον της θελήσεώς μας, και κατόπιν θέλει προσαρτηθή εις τα πρακτικά της Νομίμου εκλογής της γενομένης εν τω Ναώ της Παναγίας.

Εν Ναυπλίω την ενδεκάτην Οκτωβρίου 1843

Ανδρέας Λιναρδόπουλος εκλογεύς του χωρίου Πασσά

Γεώργιος Ηλιάδης εκλογεύς του χωρίου Χώνικα

Αθανάσιος  Κουρούλης εκλογεύς του χωρίου Επάνω Μπούτι

Κώνστας Πίκης εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα διά χειρός Γ. Ιερέως Π. Μηναίου.

Αντίγραφον απαράλλακτον εξαχθέν εκ της πρωτοτύπου πράξεως υπ’ αριθ. 14817/903.

Εν Ναυπλίω την 11. 8βρίου 1843

(Τ.Υ.) Ο Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χ. Παπαδόπουλος

Ότι αντίγραφον απαράλλακτον εξαχθέν εκ των εις τα Αρχεία της Δημαρχίας ευρισκομένων πρωτοτύπων πρακτικών.

Ναύπλιον την 27 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος Ναυπλιέων και τούτου απόντος ο Δημαρχικός Πάρεδρος (Τ.Υ.Σ.) Σ. Κοτσάκης;

Στις 17 Οκτωβρίου οι παρακάτω αναφερόμενοι 22 εκλογείς υπέβαλαν στην Συντακτική των Ελλήνων Σύνοδο την εξής αναφορά, με την οποία επιβεβαιώνουν, ότι εξέλεξαν Πληρεξουσίους τους Ιωάννη Κωλέττη και Μιχαήλ Ιατρού.

Συνυπέβαλαν και το έγγραφο που υπογράφουν οι παρακάτω κάτοικοι των χωριών Λάλουκα (44), Πυργέλλας (22), Αυδίμπεϊ (9) και κάτοικοι των χωριών: Κούτζι 40, Χαϊδάρι 59, Τζαφέραγα 36, Τσέλου 15, Σπαϊτζίκου 25, Κοφίνι 28, Κατσίγκρι 20, Λυγουριό 83 και Αδάμι 7: ήτοι συνολικά 388 κάτοικοι.

Σ. Συντακτική των Ελλήνων Σύνοδος

Θέλουν γενή αναμφιβόλως γνωσταί εις την Σεβ. ταύτην Σύνοδον αι άπειροι ραδιουργίαι, τας οποίας ετόλμησαν τινές να βάλωσιν εις ενέργειαν διά να επηρεάσουν την ελευθερίαν των πληρεξουσίων της Επαρχίας Ναυπλίας εκλογήν. Ούτοι αφού διέλυσαν διά της βίας την συνελθούσαν εις τον εν Ναυπλίω Ναόν της Παναγίας εκλεκτικήν συνάθροισιν, και κατόρθωσαν να συναγελήσωσι; τινάς των εκλεκτόρων περί τον εκτός της Ναυπλίας κήπον του Κολοκοτρώνη, ιδόντες ότι αι προσπάθειαί των αύται απέβησαν άκαρποι, διότι οι νοημονέστεροι αυτών εκείνων των εκβιασθέντων εκλεκτόρων διεμαρτυρήθησαν την επιούσαν και προσέθησαν τας ψήφους των εις την υπέρ των κ.κ. Ιωαν. Κωλέττου και Μ. Ιατρού νομίμως ενεργηθείσαν εκλογήν, επενόησαν άλλο παράνομον και παράλογον μέσον, την συλλογήν υπογραφών από μέρους τινών εκ των κατοίκων.

Βεβαίως πας τις εννοεί ότι οι κάτοικοι εκλέξαντες νομίμως τους εκλέκτοράς των απεκδύθησαν της εξουσίας του να εκλέξωσιν αυτοί πληρεξουσίους και διεπιστεύθησαν την εξουσίαν των ταύτην εις ημάς, τους οποίους ετίμησαν διορίσαντές μας εκλέκτορες.

Μόλα τα οποία η ραδιουργία έβαλεν εις ενέργειαν μέσα, τα οποία και ο Νόμος αποκρούει και η ηθική καταδικάζει, αι προσπάθειαι αυτής μένουσιν ατελεσφόρητοι. Τω όντι όλης της επαρχίας Ναυπλίας οι νόμιμοι εκλέκτορες είναι τριάκονται τρεις οι εφεξής.

  1. Δημ. Α. Π. Καλούδης
  2. Αναγν. Γ. Καλούδης, εκλογεύς του χωρίου Λυγουρίου
  3. Αναγ. Τασόπουλος
  1. Παναγιώτης Μπεβεράτος, εκλογεύς του χωρίου Δαλαμανάρας
  2. Παρασκευάς Καράς, εκλογεύς του χωρίου Κυβερίου
  3. Γεώργιος Ηλιάδης, εκλογεύς του χωρίου Χώνικα
  4. Ανδρέας Λιναρδόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Πασσά
  5. Αθανάσιος Κουρούλης, εκλογεύς του χωρίου Άνω Μπούτι
  6. Κων-νος Μπαστούνης, εκλογεύς του χωρίου Πλατανίτη
  7. Γεώργιος Μπολούσης, εκλογεύς του χωρίου Αυτύμπεη
  8. Κων-νος Πίκης, εκλογεύς του χωρίου Λάλουκα
  9. Αναστάσιος Ράπος
  10. Σωτήρος Κολικιώτης, εκλογείς του χωρίου Κούτζι
  11. Ιωάννης Πίτρης, εκλογεύς του χωρίου Παναρίτη
  12. Αναστάσιος Ολάνης, εκλογεύς του χωρίου Πουλακίδα
  13. Δημήτριος Κεραμίδας
  14. Αναγ. Παπά Αθανασίου, εκλογείς του χωρίου Κοφίνι
  15. Θωμάς Οικοκύρης, εκλογεύς του χωρίου Κατζίγκρι
  16. Αναγν. Σταθογιάννης, εκλογεύς του χωρίου Σπαϊτζίκου
  17. Θεόδωρος Καραβοκύρης,
  18. Θεόδωρος Ροζανάς, εκλογεύς του χωρίου Χαϊδάρι
  19. Αθανάσιος Τζελέγκης,
  20. Παναγ. Χρηστόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Τζεφέραγα
  21. Δημήτριος Σαγκιώτης, εκλογεύς του χωρίου Τζέλου
  22. Κωνστ. Μιλιώτης, εκλογεύς του χωρίου Αδάμι
  23. Γιάννης Κατζιγιάννης, εκλογεύς του χωρίου Πρύφτανι
  24. Κώστας Ουλής, εκλογεύς του χωρίου Δενδρά
  25. Αναγν. Μακρυπουκάμισος, εκλογεύς του χωρίου Πυργέλλας
  26. Γρηγόριος Α. Χαντζόπουλος
  27. Ευστάθιος Αντωνίου
  28. Αθανάσιος Παππαδόπουλος,
  29. Αναστάσιος Καρατασούλης, εκλογεύς του χωρίου Τουρνικίου
  30. Κων-νος Αποστολόπουλος, εκλογεύς του χωρίου Μπούγα.

Εκ των 33 τούτων οι συνυπογράφοντες την παρούσαν αναφοράν ημείς είκοσι δύο τον αριθμόν αποτελούμεν πλήρη τα δύο τρίτα της εκλεκτικής συναθροίσεως και ημείς παμψηφεί όλοι εξελέξαμεν και είμεθα κατ’ επανάληψιν έτοιμοι να επιβεβαιώσωμεν την εκλογήν μας υπέρ των κυρίων Ιωάννου Κωλέττου και Μ. Ιατρού. Απέναντι της σταθεράς της απολύτου ταύτης ημών θελήσεως την οποίαν έτοιμοι είμεθα να εκφράσωμεν, εάν η ανάγκη το απαιτήση και ενώπιον της Σ. ταύτης Συνόδου, ποίαν δύνανται να έχωσιν ισχύν, μέσα τα οποία διά της βίας διά του δόλου και διά της διαφθοράς υποκινούνται και ενεργούνται; Πρέπει να ληφθώσιν υπ’ όψιν αναφοραί των κατοίκων μετά τον διορισμόν των εκλογέων, και αυτών ακόμη των πληρεξουσίων; Δύνανται να έχωσι παραμικράν ισχύν πράξεις ατόμων συναθροισθέντων εις τόπον άλλον παρά τον Νόμον προσδιορισθέντα, ατόμων μη αποτελούντων τα δύο τρίτα των εκλογέων, ατόμων τέλος πάντων ενεργησάντων υπό το Κράτος της βίας και μη διατηρησάντων ουδεμίαν τάξιν, ουδένα τόπον;

Πιστεύομεν αδιστάκτως Σ. Ομήγυρις, ότι οι ελευθέρως και απαραβιάστως παρ’ ημών εκλεχθέντες Πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας θέλουν γενή δεκτοί και η παραμικρά προσοχή δεν θέλει δοθή εις πράξεις, τας οποίας η βία, ο δόλος και η ραδιουργία παρεσκεύασαν.

Εν Ναυπλίω την 17. 8βρίου 1843

Υποσημειούμεθα με βαθύτατον Σέβας

(Τ.Υ.Σ)Δημ. Α. Π. Καλούδης, Ανδρέας Λιναρδόπουλος, Γεώργιος Ηλιάδης, Αναγν. Μακρυπουκάμισος, Θωμάς Νοικοκύρης ως αγράμματος διά χειρός Ευθυμίου Δ. Παπά Λυμπεροπούλου γαμβρού του.

Κώστας Πίκης ως αγράμματος διά χειρός Παπά Σπύρος Παπαχρηστόπουλος.

Παρασκευάς Καράς ως αγράμματος διά χειρός του υιού Γεωργίου Καρά.

Αθανάσιος Ιωαν. Παπαδόπουλος

Αναστάσιος Καρατασούλης ως αγράμματος διά χειρός Γεωργίου Αναγνωστόπουλου.

Κων-νος Αποστολόπουλος

Α.Γ. Καλούδης

Κων-νος Μιλιώτης αγράμματος διά του Α.Γ. Καλούδης

Σωτήρος Κολικιώτης

Θεοδωρής Ροζανάς και Θεοδωρής Βενετζιάνος ως αγράμματοι κατά θέλησίν των ο εφημέριος Παππά Αθανάσιος Τζίπος;

Παναγιώτης Χρήστου, Αθανάσιος Τζελέγκης και Δημήτριος Σαγκιώτης, ως αγράμματοι κατά θέλησίν των ο εφημέριος Γ. Ιερεύς Π. Μηναίος.

Αναγνώστης Σταθογιάννης

Δημήτριος Κεραμίδας αγράμματος ων με την άδειάν του τον υπογράφω εγώ Νικόλαος Μακρής

Γιάννης Κατσιγιάννης ως αγράμματος διά χειρός Παπά Γεωργίου Κερεμέζη.

Επικυρούται το γνήσιον των αυτόχειρων υπογραφών των κυρίων Δημ. Α. Π. Καλούδη, Ανδριανού Λιναρδοπούλου, Γ. Ηλιάδου, Αθ. Κορούλη, Αναγνώστη Μακρυπουκαμίσου, Αθαν. Παππαδοπούλου,Κων-νου Αποστολοπούλου, Α. Γ. Καλούδη, Σωτήρου Κολιγκιώνη και Αναγνώστου Σταθόγιαννη, καθώς και των αγραμμάτων Θωμά Νοικοκύρη διά του γαμβρού του Ευθυμίου Δ. Παπά Λυμπεροπούλου, Κώνστα Πίκη διά του εφημερίου του χωρίου των Παπά Σπύρου Παππά Χρηστόπουλου, Παρασκευά Καρά διά του υιού του Γεωργίου, Αναστασίου Καρατασούλη διά του Γεωργίου Αναγνωστοπούλου, Κωνσταντή Μιλιώτη διά του Α. Γ. Καλούδη, Θεοδωρή Ροζανά, Θεοδωρή Βενετζιάνου διά του εφημερίου των.

———————————–

 Προς την εν Αθήναις συγκροτηθησομένην Σεβ. Εθνικήν των Ελλήνων Σύνοδον

Πληροφορούμεθα οι υποφαινόμενοι κάτοικοι των χωρίων της Επαρχίας Ναυπλίας, ότι οι υποκινήσαντες την διά της βίας παράνομον εκλογήν εις τον εκτός της πρωτευούσης κήπον του Κολοκοτρώνη, θεωρούντες την εντελή αποτυχίαν των, μόλα τα οποία μετεχειρίσθησαν αθέμιτα μέσα, κατέφυγαν εις άλλο μέσον το οποίον εθεώρησαν συντελεστικόν προς τον σκοπόν των· συνέταξαν δηλ. αναφοράν και υπογράφουσιν εις αυτήν τους απλουστέρους, φρονούντες ότι διά του τρόπου τούτου δύνανται να υποστηριχθώσιν ως πληρεξούσιοι της Επαρχίας μας, οι διά της βίας εκλεχθέντες κύριοι Γ. Μ. Αντωνόπουλος και Ν. Σπηλιάδης.

Οι υποφαινόμενοι αποδοκιμάσαντες και αποδοκιμάζοντες καθ’ ολοκληρίαν την ειρημένην εκλογήν ως παράνομον και βιαίαν κηρύττομεν διά της παρούσης μας ότι εγκρίνομεν την εις την πρωτεύουσαν εν τω Ναώ της Παναγίας ως νόμιμον και κατά τας περί εκλογής των πληρεξουσίων οδηγίας ενεργηθείσαν και παραδεχόμεθα τους κατ’ αυτήν εκλεχθέντας πληρεξουσίους της επαρχίας μας κ.κ. Ιωαν. Κωλέττη και Μιχ. Ιατρόν, τους οποίους θεωρούμεν αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται.

Εν Λάλουκα τη 17. 8βρίου 1843

Οι κάτοικοι του χωρίου Λάλουκα (Τ.Υ.)

Παπά Σπύρος Παπαχρηστόπουλος Κόλιας Λίτζας
Μήτρος Ρέμης Σπύρος Λίτζας
Μήτρος Λίτζας Γιάννης Πετζίκος
Μιχάλης Ρέμης. Υπογράφονται από τον Παπά Σπύρο Παπαχρηστόπουλο οι παραπάνω έξι.
Κώστας Πίκης Αναστάσης Πίκης
Μήτρος Πίκης Κώστας Ρέμης
Ανδριανός Ρέμης Παναγιώτης Ντέτες
Δημήτρης Π. Ντέτες Μήτρος Κολιμιχούσης
Νικολάκης Ντρούλιας Αναγνώστης Κουτρουφίνης
Υπογράφονται από τον Αναγνώστη Κουτρουφίνη οι παραπάνω δέκα.
Γιώργης … Ανδριανός Τσίγκας
Φώτης Τσήγκας Μήτρος Τσήγκας
Γεώργης Μπαλάσχας Τάσος Τουντούμης
Ιωάννης Μπαριαχτάρης Θεοχάρης Αναστασίου
Μανόλης Αναστασίου Ιωάννης Κουτρουφίνης
Υπογράφονται από τον Ιωάννη Α. Τζηγκόπουλο
Α. Γ. Πίκης Δημήτριος Στόφας
Παναγιώτης Στόφας Δημητράκης Ντέτες
Δημήτριος Κούτουλας Γεώργιος Κωστόπουλος
Κώστας Κουτρουφίνης Αθανάσιος Κουτρουφίνης
Γεώργης Γεράσιμος Ανδριανός Κόκαλης
Υπογράφονται από τον Α. Σουριλόπουλο
Α. Σουριλόπουλος Παπανδριανός Παπαδημητρίου
Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου Μήτρος Γερογαράκη
Κωνσταντής Δαλάκος Ιωάννου Μάρκος
Αναγνώστης Κουτρουφίνης

 

Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Λάλουκα διά των κυρίων Παπά Σπύρου Παπαχριστοπούλου, Αναγνώστου Κουτρουφίνη, Ιωάννου Τζίγκα, Αναγνώστου Σουριλοπούλου υπογραψάντων τους αγραμμάτους κατοίκους καθώς και το ως αυτοχείρου υπογραφών των κυρίων Παπά Σπύρου Παπαχριστοπούλου, Α. Κουτρουφίνη, Α. Σουριλοπούλου, Ιωαν. Τζήγκα, Παπά Ανδριανού Παπαδημητρίου, Κωνσταντή Παπαδημητρίου κατά την προσωπικήν των ομολογίαν.

Αυθημερόν ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Λάλουκα (Τ.Υ.) Α. Κωστόπουλος.

Οι παρακάτω κάτοικοι εγκρίνουν ως νόμιμη την εκλογή των Ιωάννη Κωλέττη και Μιχ. Ιατρού ως πληρεξουσίων που έγινε στο Ναό της Παναγίας Ναυπλίου και τους θεωρούν «αξίους της εμβριθούς αποστολής με την οποίαν επιφορτίζονται».

 

Χωρίον Πυργέλλα
Γιαννάκος Μητρόπαπας Γεώργης Μητρόπαπας
Ανδριανός Παναγιώτου Νικολής Παναγιώτου
Σπύρος Μπάλιος Δημήτρης Καχριμάνης
Γεώργης Τρίτζας Δημήτριος Τρίτζας
Νικολής Λιόλιος  Υπογράφονται από τον παπά Γεωργίου Μητρόπαπα.
Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας Αναγν. Μακρυπουκάμισος
Παβλής Μακρυπουκάμισος Αναστάσιος Μακρυπουκάμισος
Ιωάννης Μακρυπουκάμισος Αποστόλης Κοκολής ;
Πέτρος Καχριμάνης Γεώργιος Μίχας
Γεώργιος Κατζάμπας  Υπογράφονται από τον Αναγν. Μακρυπουκάμισο
Δ. Δ. Πύρος Κωνσταντής Κοτζακόπουλος
Αναστάσης Θεοδοσίου Ιωάννης Α. Μακρυπουκάμισος
Χωρίον Αυδίμπεϊ
Α. Δαρλάσης Βασίλειος Ρέμης
Γεώργιος Μυλωνάς   Υπογράφονται κατά θέλησίν των διά χειρός Α. Δαρλάση
Γεώργιος Χιόνης Θεοδωρής Κώστενας
Θανάσης Ανδρέας Ιωαν. Βελιτζιότης
Υπογράφονται διά χειρός Α. Σουριλοπούλου
Χρήστος Μπολόσης διά Γ.Χ. Μπολόση

Επικυρούται το γνήσιον των υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Αυδίμπεϊ γενομένων διά των κυρίων Αναγνώστου Δαρλάση και Αναγν. Σουριλοπούλου υπογραψάντων τους αγραμμάτους κατοίκους καθώς και το ως αυτοχείρου υπογραφών των κυρίων Αναγνώστου Δαρλάση κατά την προσωπικήν των ομολογίαν.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Αυδίμπεϊ

Χρήστος Μπολόσης διά Γ. Χ. Μπολόση

Έπονται υπογραφαί του αυτού χωρίου Αυδίμπεϊ

Κ.Δ. Μπαρδουνιώτης, Ιωάννης Κολιάκης

Μιχάλης Κολιάκης, Κολιάκης Χρήστου διά χειρός Ιωάννη Κολιάκη

Επικυρούται η γνησιότης των αυτοχείρου υπογραφής του Κων-νου Δ. Μπαρδινιώτη και Ιωάννη Κολιάκη καθώς και των Κολιάκη Χρήστου και Μιχαήλ Κολιάκη γενομένων διά του Ιωάννη Κολιάκη.

Αυδίμπεϊ αυθημερόν ο Πάρεδρος (Τ.Υ.) Χρήστος Μπολόσης διά Γ.Χ. Μπολόση.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Στις 15 Νοεμβρίου 1843 οι Νικόλαος Σπηλιάδης και Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος αναφέρθηκαν  στην Εθνοσυνέλευση και υπεστήριξαν ότι αυτοί ήταν οι νόμιμοι πληρεξούσιοι της Επαρχίας Ναυπλίας, γιατί εκλέχτηκαν από την πλειοψηφία των εκλογέων που συνήλθαν στις 10 Οκτωβρίου 1843 στο Ναό των Αγίων Θεοδώρων που βρίσκονταν εκτός Ναυπλίου στη θέση Κιουλού τεκέ (Αγροκήπιον του Κολοκοτρώνη).

Συνυπέβαλαν και την από 14 Οκτωβρίου 1843 αναφορά που υπογράφουν 494 κάτοικοι. Για πληρέστερη γνώση των αναγνωστών τις παραθέτουμε.

Προς την Σεβαστήν των Ελλήνων Συνέλευσιν

Εκλεχθέντες οι υποφαινόμενοι πληρεξούσιοι των χωρίων της Επαρχίας Ναυπλίου, αν και ταχθέντες μεταξύ των φιλονικουμένων διά την γενομένην και εκεί διπλήν εκλογήν, επειδή είμεθα ημείς οι νομίμως εκλεγμένοι από τα δύο τρίτα των εκλογέων αυτών, δεν είχομεν ουδεμίαν αμφιβολίαν, ότι ηθέλαμεν γενή παραδεκτοί να εκπληρώσωμεν και ημείς εις την ενεστώσαν συνέλευσιν μετά των άλλων νομίμως πληρεξουσίων τα οποία ενεπιστεύθημεν ιερά χρέη προς την Πατρίδα. Εδώκαμεν δε τα έγγραφα μας τ’ αποδεικνυόμενα την νομιμότητα της εκλογής μας και τουναντίον εκείνης των εκλεχθέντων από το εν τρίτον σχεδόν των εκλογέων προς την διορισθείσαν από τα τρία τμήματα της Ελλάδος εξεταστικήν των εγγράφων της πληρεξουσιότητος Επιτροπήν, αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν απεβλήθημεν ημείς από αυτήν και έγιναν παραδεκτοί ανθ’ ημών οι κύριοι Ιωαν. Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρός. Διά τούτο κρίνομεν χρέος μας να διατρανώσωμεν ενώπιον της Σεβαστής ταύτης Συνελεύσεως την γενομένην εις ημάς αδικία και να ζητήσωμεν απ’ αυτήν δικαιοσύνην ως συγκροτηθείσαν διά να θέση τα θεμέλια της Ελλάδος επί την βάσιν της δικαιοσύνης.

Εφ ω και νομίζομεν αναγκαίον να καθιστορήσωμεν τα διατρέξαντα διά να εμπορέσουν οι κύριοι πληρεξούσιοι του Έθνους να κρίνουν εν γνώσει και ν’ αποφασίσωσιν κατά το δίκαιον.

Επειδή η πόλις του Ναυπλίου έλαβεν από την εν Τροιζήνι συνέλευσιν και επειδή τα χωρία είχον επίσης το δικαίωμα να στέλλουν ετέρους δύο, αφού η Πόλις εξελέξατο τους ιδικούς των, απεφασίσθη να συνέλθουν και οι εκλογείς των χωρίων εις την Μονήν του Καρακαλά, όπου συνήλθον και το 1829, εκτός δηλονότι της πόλεως Ναυπλίου και να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των. Διο και εξεδόθη το ανήκον πρόγραμμα, αλλά δι’ ενεργείας του Δημάρχου Ναυπλιέων κυρίου Σπυρίδωνος Παπαλεξοπούλου η πόλις του Ναυπλίου προσδιωρίσθη τόπος της εκλογής.

Και δις συνελθόντες αυτόθι τριάντα τέσσαρες εκλογείς, συνηθροίσθησαν προκαταρκτικώς την 9 του Οκτωβρίου τ.ε. εις τον ναόν της Παναγίας και παρόντος του κυρίου Παπαλεξοπούλου, εξελέξαντο δι’ εικοσιέξ ψήφων Πρόεδρον τον κύριον Ιωάν. Κολανδρούτζον εκλογέα του χωρίου Μουράταγα, καθώς και πενταμελή Επιτροπή διά να εξελέγξη την νομιμότητα των εγγράφων των, ενώ δ’ έμελλε να προχωρήσουν εις την εκλογήν των πληρεξουσίων των. Ο κύριος Παπαλεξόπουλος επεμβάς εις τα καθήκοντά των προσβάλλει την εκλογήν του αυτού Προέδρου, ως μη νομίμου τάχα εκλογέως του χωρίου Μουράταγα διά τον λόγον ότι τούτο δεν έχει τάχα δεκαπέντε οικογενείας, ενώ έχει περί τας είκοσιν. Προσβάλλει ωσαύτως τον εκλογέα του χωρίου Μάνεσι Μίχον Ξύδην, ενώ το χωρίον τούτο περιέχει πλέον ή δεκαεννέα οικογενείας. Προσβάλλει επίσης τον εκλογέα των χωρίων Δούσια και Μπάρδη Γ. Μ. Κιμπουρόπουλον, ενώ τα χωρία ταύτα περιέχουν δεκαεπτά οικογενείας. Προσβάλλει προς τούτοις τον εκλογέα του χωρίου Μπούτι Ανδριανόν Αθ. Βεκιάρην, ενώ το χωρίον αυτό είχεν αυτόν τούτον εκλογέα και το 1829, ως έχον το δικαίωμα του να στείλη εκλογέα διά την εκλογήν των πληρεξουσίων. Διορίζει δε τον Καλούδην Πρόεδρον της συναθροίσεως και αποβάλλει τον εκλογέα του χωρίου Πυργέλας Γεώργιον Καχριμάνην, λαβόντα τριάντα ψήφους εις την τακτικήν και νόμιμον των εγχωρίων συνάθροισιν, όπου παρευρέθη και ο Πάρεδρος και παραδέχεται τον Αναγν. Μακρυπουκάμισον λαβόντα είκοσι και μίαν ψήφους εις την ιδιαιτέραν συνάθροισιν ατόμων σχετικών του, όπου δεν παρευρέθη ο πάρεδρος.

Παραδέχεται δε από το χωρίον Ντζιαφέραγα δύο εκλογείς, ενώ το χωρίον αυτό δεν έχει το δικαίωμα να δώση ειμή ένα μόνον εκλογέα και τοιουτοτρόπως διατάξας την συνάθροισιν, έχων και άλλους συναρρωγούς τον τε αστυνόμον Ναυπλίου και τινάς φατριαστάς εκ των Ναυπλιέων, προσπαθεί ν’ εκτελέση την εκλογήν των Πληρεξουσίων της προθέσεώς του και ταύτα κεκλεισμένων έχων τας θύρας του ναού και μη επιτρέπων εις τους πολίτας την είσοδον, διά να μη έχη μάρτυρες των όσα κατεργάζονται. Εν τούτοις κατεξ…ντες οι εκλογείς διά τα γενόμενα, διαλύουν την συνάθροισιν και είκοσιν εξ αυτών δίδουσι αναφοράν προς την διοίκησιν της Αργολίδος εναντίον των επεμβαινόντων εις τα καθήκοντά των και παραβιαζόντων αυτούς εναντίον των διατεταγμένων, ότε ο κ. Παπαλεξόπουλος παρασύρας εις το Δημαρχείον και παρακρατών ως εις φυλακήν ένδεκα εξ αυτών, επροσπάθη όλην την νύκτα να τους καταπείση εις το να δώσουν την ψήφον των κατά τον σκοπόν του.

Την επιούσαν ημέραν συνηθροίσθησαν πάλιν όλοι εις τον ναόν της Παναγίας και απαιτούν να λάβη την θέσιν του ο νόμιμος Πρόεδρός των, να μείνουν εις τον τόπον των οι νόμιμοι εκλογείς και ν’ αποχωρήσουν ο τε Δήμαρχος και ο Αστυνόμος Ναυπλίου και οι περί αυτούς και να τους αφήσουν ελευθέρους να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των. Αλλ’ ούτοι φυλάσσοντες τας θύρας του Ναού ωσάν πολιορκημένας, επροσπάθουν να κάμουν την εκλογήν εναντίον της θελήσεως και της συνειδήσεως των εκλογέων. Τότε οι ούτω βιαζόμενοι εκλογείς, βίαν κατά της βίας αντιτάξαντες διά να εξέλθουν από τον ναόν, εξήλθον τα δύο τρίτα εξ αυτών, ήτοι οι εικοσιτρείς και διευθύνονται έξω της πόλεως διά ν’ αποφύγωσι την βίαν και να δώσουν ελευθέρως και κατά τον νόμον τας ψήφους των, εις οποίους ήθελον εγκρίνει διά πληρεξουσίους των. Αλλά φθάσαντες εις την θύραν του φρουρίου την ευρίσκουν κλεισμένην κατά διαταγήν του Αστυνόμου. Ζητούν να την ανοίξουν και οι φρουρούντες στρατιώται προτείνουσι λόγχην κατ’ αυτών και μάλιστα πληγώνοντας και τίνα εις την κεφαλήν και τους εμποδίζουν εκεί άχρις ότου έφθασε ο φρούραρχος εις βοήθειάν των και διέταξε να τους ανοιχθή η θύρα και τους ηνοίχθη. Εξέρχονται επομένως και φθάσαντες εις τον Κιουλουτεκέν (Αγροκήπιον του Κολοκοτρώνη) εισέρχονται εις τον ναόν των Αγίων Θεοδώρων, όπου ενεργούντες ελευθέρως ψηφοφορούν κατά τον νόμον και δίδουν εις ημάς τας πλειοτέρας ψήφους των.

Ενώ δε εψηφοφόρουν έρχονται αυτόθι ο τε Γραμματεύς της Διοικήσεως και ο Υπομοίραρχος και τους ερώτουν και μανθάνουν από αυτούς, ότι εξήλθον από την πόλιν, επειδή εβιάζοντο και εκεί ψηφηφορούν παντελευθέρως εκλέγοντες τους πληρεξουσίους των, καθότι είχον και το δικαίωμα να τους εκλέξουν εκτός της πόλεως, καθώς εξελέξαντο αυτούς εκτός της πόλεως εις το 1829.

Αφού δε αυτοί ανεκήρυξαν ημάς πληρεξουσίους των, τότε και ο κύριος Παπαλεξόπουλος διεκήρυξε διά των ένδεκα εκλογέων παμψηφεί, ως πληρεξουσίους τους κυρίους Ιωαν. Κωλέττην και Μ. Ιατρόν. Τούτου δοθέντος ήτο ποτέ δυνατόν να μη μεταχειρισθή ο κύριος Παπαλεξόπουλος όλα τα μέσα, όσα ήθελε δυνηθή διά να τους αναδείξη εις την Σεβαστήν ταύτην Συνέλευσιν, ως νομίμως πληρεξουσίους, αφού εκάμεν  το πρώτον βήμα προς την παρανομίαν είπετο να προχωρήση ενεργών χωρίς όρων και λόγων άχρις ότου φθάσει εις το τέρμα του σταδίου και προς τοις άλλοις παρανομήμασιν υπεχρέωσε μετά δύο ημέρας τέσσαρας εκ των εκλογέων, οίτινες είχον δώσει άπαξ εις ημάς τας ψήφους των εις τον ναόν των Αγίων Θεοδώρων να τας δώσουν και δεύτερον διά συμβολαιογραφικού εγγράφου εις τους κυρίους Κωλέττην και Ιατρόν, επιφέραντες ότι τάχα εβιάσθησαν και τας έδωσαν προ δύο ημερών εις ημάς.

Η Σεβαστή Συνέλευσις θέλει κρίνει, αν οι άνθρωποι ούτοι, αφού ωρκίσθησαν και εψηφοφόρησαν και υπέγραψαν την πράξιν της εκλογής των πληρεξουσίων των ημών, ηδύναντο να είναι εκλογείς φυλάσσοντες εις εαυτούς την δύναμιν του εκλέγειν εις τρόπον ότι σήμερον ν’ αναδείχνουν πληρεξούσιον τούτον και αύριον εκείνον και μεθαύριον άλλον. Θέλει δε κρίνει, εάν όντες εντός του φρουρίου του Ναυπλίου, όπου υπήρχον προς υπεράσπισίν των αρχαί διοικητικαί και δικαστικαί και δυνάμεις στρατιωτικαί και όπλα και πυροβόλα, υπέκειντο ποτέ εις το να βιασθούν παρά τινός και θέλει κρίνει πως δεν υπέκειντο εις το να βιασθούν ωσαύτως και οι άλλοι ένδεκα συνεκλογείς, οι παραμείναντες αυτόθι ραδιουργούντος του κυρίου Παπαλεξοπούλου, ενώ ήτον επόμενον αν εβιάσθησαν εκείνοι να βιασθώσιν και ούτοι και να μη μείνη κανείς εντός του Ναυπλίου. Αλλά η βία δεν  ήτο δυνατόν να γενή από είκοσι τρεις ανθρώπους απλούς και όλως αδυνάτους ως έγεινε δε κατ’ αυτών εξ εναντίας υπό του δημάρχου και του αστυνόμου και των δορυφόρων των καθ’ όλους τους τρόπους.

Ταύτα δε πληροφορηθέντες οι κάτοικοι των χωρίων της επαρχίας και μη ανεχόμενοι ν’ αντιπροσωπευθούν εις την παρούσαν Συνέλευσιν υπ’ άλλων τινών διεύθυναν αναφοράν υπογεγραμμένην από εξακοσίους περίπου, ο έστιν από το μέγα μέρος αυτών προς την Συνέλευσιν αυτήν, και επικυρούσι την επ’ ονόματί μας γενομένη εκλογήν. Την αναφοράν ταύτην και όλα τα έγγραφα αφορώντα την νομιμότητα της εκλογής μας καθυποβάλλομεν εις την εξεταστικήν Επιτροπήν, η οποία φαίνεται δεν τα έλαβεν υπόψιν και από την οποίαν θέλει τα ζητήσει βέβαια η Σ.Συνέλευσις διά να τα εξετάση. Είναι δε τα εφεξής:

α) Η αναφορά μας προς την ειρημένην εξεταστικήν επιτροπήν, δι ης εξεθέσαμεν εν συνόψει τα δίκαιά μας.

β) Η Πράξις της Πληρεξουσιότητος ημών, γενομένην την 10 του 8βρίου, επικυρωμένη από τον πάρεδρον της Δημαρχίας του Άργους, διά τον λόγον του ότι δεν ήτο δυνατόν να επικυρωθή από τον δήμαρχον Ναυπλιέων και διά τον λόγον του ότι τα πλειότερα χωρία, ανήκοντα κατά τα παλαιά όρια εις την Επαρχίαν Ναυπλίου, ανήκουσιν ήδη εις την του Άργους.

γ) Αντίγραφον διαμαρτυρήσεως είκοσιν εκλογέων, γενομένης την 10 του αυτού προς την διοίκησιν Αργολίδος εναντίον του κυρίου Παπαλεξοπούλου και των μετ’ αυτού.

δ) Η διαληφθείσα αναφορά των εγκατοίκων, γενομένη την 14 του ιδίου, δι ης διαμαρτύρονται κατά του ειρημένου κ. Παπαλεξοπούλου, αποδοκιμάζουν την παρ’ αυτού ενεργηθείσαν εκλογήν και επικυρούσι την επ’ ονόματι ημών.

ε) Πιστοποιητικόν εκδεδομένον την 14 του αυτού από τον πάρεδρον του χωρίου Μάνεσι ως περιέχουσι δεκαεννέα οικογενείας.

στ) Όμοιον εκδεδομένον την 15 του αυτού από τον πάρεδρον του χωρίου Δούσια και Μπάρδη ως περιεχόντων δεκαεπτά οικογενείας.

ζ) Εκλογικόν έγγραφον της 5 Απριλίου του 1829 των κατοίκων του χωρίου Μπούτι, υπέρ του εκλογέως Αδριανού Αθ. Βεκιάρη.

η) Όμοιον της 31 Μαρτίου του 1829 διά το δικαίωμα του χωρίου Ντζιαφέραγα περί ενός μόνον εκλογέως.

Προστίθενται δε παρ’ ημών ενταύθα συνημμένα και δύο εκλογικά έγγραφα του χωρίου Πυργέλλας, εξ ων αποδείχνεται η νομιμότης της εκλογής του Γ.Π. Καχριμάνη και τουναντίον εκείνης του Α. Μακρυπουκαμίσου.

 Η δε Σεβαστή Συνέλευσις, αφού λάβη υπόψιν τα έγγραφα ταύτα, θέλει κρίνει αν η εξεταστική Επιτροπή ηδύνατο νομίμως ν’ απορρίψη την εκλογήν ημών ως πληρεξουσίων από τα χωρία του Ναυπλίου και να δεχθή την εκλογήν των κυρίων Κωλέττου και Ιατρού, ενώ ημείς ελάβομεν είκοσι τρεις ψήφους και ενώ αυτοί δεν έλαβον ειμή μόνον ένδεκα και όχι δεκατρείς, ως διατείνονται, διότι οι δύο εκλογείς επλεόναζαν παρανόμως κατά τ’ ανήκοντα αποδεικτικά και δεν ηδόναντο να είναι εκλογείς.

Επομένως η Συνέλευσις, ως πηγή από την οποίαν ελπίζεται πάσα δικαιοσύνη, θέλει αποδώσει το δίκαιον κατά χώρον.

Εν Αθήναις την 15 Νοεμβρίου 1843 

Ναύπλιον (Τ.Υ.) Ν. Σπηλιάδης και Γ.Μ. Αντωνόπουλος

                              ———————————–

Προς την εν Αθήναις Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν

Σημ: Η παρούσα αναφορά συνίσταται από φύλλα δέκα και ήμισυ γεγραμμένα και σελίδες είκοσι και μία

Εν Αθήναις την 6 Νοεμβρίου 1843 (Τ.Υ.) Γ.Μ. Αντωνόπουλος και Ν. Σπηλιάδης

Δυνάμει του Νόμου και των διατεταγμένων από το Υπουργείον της 3 Σεπτεμβρίου της Επαρχίας Ναυπλίας να εκλέξωμεν, και εξελεξάμεθα τους εκλογείς, οίτινες ώφειλον να εκλέξουν τους πληρεξουσίους μας διά την εθνικήν Συνέλευσιν. Προσδιωρίσθη δε τόπος της συναθροίσεως των εκλογέων μας η Μονή του Καρακαλά διά προγράμματος καθώς πραγματικώς εγένετο κατά το 1829. Αλλ’ αίφνης και παρ’ ελπίδα μεταποιείται το πρόγραμμα και αντί του Καρακαλά προσδιορίζεται τόπος συναθροίσεως η Πόλις της Ναυπλίας κατ’ αίτησιν του κυρίου Δημάρχου αυτής. Η μεταβολή αύτη έδωκε δικαίαν υπονοίαν των υποκεκρυμένων σκοπών του κ. Δημάρχου μόλα ταύτα ευπειθούντες εις τον Νόμον και εις τας διαταγάς των ανωτέρων αρχών προσήλθον όλοι οι εκλογείς εις τον κ. Δήμαρχον επαρουσίασαν τα εκλογικά των έγγραφα τα παρεδέχθη και τα επεκύρωσε χωρίς εναντιότητα και χωρίς τινά παρατήρησιν περιοριζόμενος μόνον εις κατηχήσεις του να εκλέξουν τους πληρεξουσίους της αρεσκείας του.

Κατά δε την 9 Οκτωβρίου ημέραν Σάββατον ο εστί την παραμονήν της εκλογής συνεκροτήθη η προκαταρκτική συνέλευσις εις τον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου και εγένετο η εκλογή του τε Προέδρου και της Επιτροπής της ψηφοφορίας, και εξελέγη Πρόεδρος ο εκλογεύς του χωρίου Μουράταγα κύριος Ιωάννης Γ. Κολανδρούτζος διά ψήφων 26 προς 7 και έως οκτώ διήρκεσεν η αλωπεκή του κυρίου Δημάρχου, ελπίζοντος ότι διά των κατηχήσεών του, είχε κερδισμένας τας ψήφους των εκλογέων, αλλ’ αφού είδε την πλειοψηφίαν όχι κατά την αρέσκειάν του, απεκδύεται την αλωπεκήν, ενδύεται την λεοντήν, προτείνει ότι τέσσαρες των εκλογέων είναι διωρισμένοι από χωρία μη έχοντα 15 οικογενείας, εν οις και ο εκλεχθείς Πρόεδρος και τινά μέλη της Επιτροπής, παρουσιάζει μίαν αναφοράν τινός αγνώστου ανεπίσημον, την οποίαν εφύλατταν ως εφεδρείαν διά την στιγμήν ταύτην, λησμονεί ότι τα χωρία ταύτα πραγματικώς είχον εκλογέα κατά το 1829, λησμονεί ότι ο ίδιος επεκύρωσε τα εκλογικά των έγγραφα ως νομίμων εκλογέων και αντί να αποχωρήση της συναθροίσεως, αφού εξελέγη η Επιτροπή και ο Πρόεδρος, και ν’ αφίση εις αυτούς ελευθέραν την εκπλήρωσιν των καθηκόντων τους, και την εξέλεγξιν των φιλονεικουμένων εγγράφων, θηριούται, φρυάττει, αποβάλλει τους παρ’ αυτού προσβληθέντας διά του Αστυνόμου, τον οποίον απ’ αρχής είχεν εντός της συναθροίσεως, καθιστά αυθαιρέτως Πρόεδρον της συναθροίσεως χωρίς δευτέρας εκλογής τον σχετικόν του Ιωάννην Καλούδην ως λαβόντα δήθεν επτά ψήφους εις την πρώτην εκλογήν, αναπληροί την Επιτροπήν διά σχετικών του, και διαλύει την συνάθροισιν.

Την δε επιούσαν ήτοι την Κυριακήν, ταύτα θεωρούντες οι εκλογείς και κατεξανιστάμενοι εναντίον των αυθαιρεσιών του κυρίου Δημάρχου έδωκαν αναφοράν προς την Διοίκησιν της Αργολίδος διαμαρτυρούμενων κατά του ειρημένου Δημάρχου, ως επεμβαίνοντος εις τα καθήκοντά των ως προσωθούντος αυτούς εις παρανομίας και πράξεις εναντίον της συνειδήσεώς των, και αντί να παρουσιασθή τουλάχιστον το αποτέλεσμα των διασκέψεων της Επιτροπής, το οποίον δι’ όλης της νυκτός επροσπάσθη να χαλκεύση εις την οικίαν του, συγκαλεί την συνάθροισιν εις τον ίδιον Ναόν, τον οποίον είχε προκαταλάβη διά της συρροής διαφόρων συμφατριαστών του και του Αστυνόμου και διά της προσωπικής παρουσίας του και υποχρεοί τους εκλογείς διά να κάμουν την εκλογήν των. Όθεν συναισθανθέντες την ενέδραν οι πλείονες των εκλογέων εζήτησαν να καταλάβη την θέσιν του εις την Προεδρίαν ο νόμιμος εκλογεύς και νομίμως εκλεχθείς Πρόεδρος κ. Κολανδρούτζος και να μη εξαιρεθή κανείς των νομίμων εκλογέων και ν’ αποχωρήση ο Δήμαρχος, ο Αστυνόμος και οι μετ’ αυτών, ώστε να μείνουν αυτοί ελεύθεροι να εκλέξουν τους πληρεξουσίους των χωρίων μας, όπως ήθελεν οδηγηθή από την συνείδησίν των. Αλλά θεωρήσαντες ότι εκ προπαρασκευής θέλει παραβιασθή η ψήφος των, και ενδέχεται να προκύψουν δυσάρεστα και απευκταία εξήλθον του Ναού και έτρεξαν να εύρουν άσυλον της ελευθερίας των ψήφων των εκτός του Ναυπλίου, αλλά και εις τούτο απήντησαν την παγίδα προπαρασκευασμένην, εύρον τας θύρας της Ναυπλίας κεκλεισμένας κατά διαταγήν του αστυνόμου και την ένοπλον φρουράν προτείνουσαν λόγχας κατά των προσπασθούντων να εξέλθωσιν εκλογέων, καθώς και πραγματικώς επληγώθη διά της λόγχης εις των συντρεχόντων, και προσέφυγεν εις την Εισαγγελίαν, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και αμεροληψίαν του κ. Φρουράρχου, όστις διέταξε και ανοίχθησαν αι θύραι, και ούτως εξελθόντες οι εκλογείς μετέβησαν εις τον εν Κουλού Τεπέ Ναόν των Αγίων Θεοδώρων, όπου θεωρήσαντες ότι συμπληρούνται τα δύο τρίτα των εκλογέων συνεκρότησαν συνάθροισιν και ελευθέρως και απαραβιάστως διά τακτικής ψηφοφορίας εξελέξαντο πληρεξουσίους μας τους κυρίους Γεώργιον Μ. Αντωνόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην.

Αφού δε εκοινοποιήθη το αποτέλεσμα της εκλογής ταύτης, παραλαβών εκ της οικίας του και ο Δήμαρχος τους παρ’ αυτώ αιχμαλωτισμένους δεκατρείς εκλογείς περιεστοιχισμένος από διαφόρους πολίτας του φρονήματός του τους μετέφερεν εις τον Ναόν της Παναγίας και αναγόρευσαν ομοφώνως πληρεξουσίους τους κ.κ. Κωλέτην και Ιατρόν, υπέρ ου και δι ου τα πάντα εγένετο, χωρίς να παρατηρήσουν μήτε νομιμότητα, μήτε δύο τρίτα, μήτε άλλοτε εκ των νενομοθετημένων, εκτός μόνον του ότι εις την εκκλησίαν έγινεν η αναγόρευσις, ωσάν να μην ηδύνατο αυτή η φωνή να εκφωνηθή και εις την οικίαν του.

 Την δε επιούσαν απεπλάνησεν, ως μανθάνομεν τις οίδε διά ποίων μέσων και τίνας εκ των εκλογέων του Κιουλουτεπέ, ως να ήσαν πλέον εκλογείς, αφού άπαξ εψηφοφόρησαν, διά να σχηματίση φαίνεται τα δύο τρίτα, και έκτοτε μέχρι της ώρας εργάζεται εν σκότει εις τα άδυτα της οικίας του μετά των αιχμαλώτων του, και τις ηξεύρει ποία πρακτικά θέλουν σχηματίσει και πως θέλουν παραμορφώσει τα πράγματα νομιμοποιούντες δήθεν αυτά κατά την ιδέαν του.

Επειδή δε εκ της παρανομίας δεν ημπορεί να προκύψη ποτέ αγαθόν μήτε εμπορεί να υπάρξη τοιούτον μη θεμελιούμενον εις την νομιμότητα πολλώ δε μάλλον εις τας παρούσας πράξεις εκ των οποίων κρέμαται η τύχη του Έθνους και της Πατρίδος μας. Υμείς δε Σεβαστή Συνέλευσις είσθε οι μόνοι αρμόδιοι να εξελέγξετε τας τοιαύτας παρανομίας διά να μην εισχωρήσουν εις την ευαγή συνάθροισίν σας νόθα και υποβολιμαία πρόσωπα, προλαμβάνοντες εκθέτομεν εν ειλικρινεία όλα τα διατρέξαντα και πανδήμως εκφραζόμενα σας βεβαιώμεν ότι η εν Κουλουτεπέ συνάθροισις των εκλογέων μας είναι η νόμιμος, και οι παρ’ αυτής διορισθέντες πληρεξούσιοι είναι οι άνθρωποι της κοινής εμπιστοσύνης και ευχαριστήσεώς μας.

Την 14 Οκτωβρίου 1843

Χωρίον Ανυφί Ευπειθέστατοι

Χωρίον Ανυφί
Παπά Παναγιώτης Αγγελόπουλος Α. Χατζόπουλος
Παύλος Κωστόπουλος διά Α. Χατζόπουλος Γ. Α. Χαμπάς ;
Παναγής Χατζής Ευστάθιος Αντωνίου
Γεώργιος Χατζόπουλος Μήτρος Λιολίτζας
Γιωργάκης Λιολίτζας Αγγελής Δεμήρος
Γιάννης Δεμήρος διά Α. Χατζόπουλου Γιάννης Καράσης ;
Κωνσταντής Βασιλείου Κωνσταντής Κολιβάνης ;
Μήτρος Κόλιας Τάσος Λουκάς
Σπύρος Αναστασίου Α. Μητροσίλης
Ανδριανός Λουκάς διά Ευσταθίου Αντωνίου Γεώργιος Μητροσίλης
Ιωάννης Μητροσίλης Σπύρος Μητροσίλης διά χειρός Ιωάννου Μητροσίλη
Στέριος Ανδριανού Ιωάννης Στέριου
Παναγιώτης Στέριου Γιαννάκης Μητροσίλης
Γεώργιος Κόρακας Τάσης Κόρακας
Μανώλης Αντωνίου Θανάσης Κόρακας και
Μήτρος Θηβαίος διά του Ιωαννου Μητροσίλη Πέτρος Κωστόπουλος
Γεώργιος Αγγελόπουλος Ιωάννης Αγγελόπουλος διά Γ. Αγγελόπουλου
Γρ. Σταθόπουλος Γεώργιος Καραμπής
Γιάννης Καραμπής Γεώργης Ντεμήρης
Ανδριανός Ντεμήρης Ανδριανός Καραμπής
Μήτρος Κα ; (Κακάνης); Ζήσος Αγραφιώτης διά χειρός Γρ. Σταθόπουλου
Ιωάννης Τζόρτζης Αθανάσιος Τζόρτζης
Δημήτριος Τζόρτζης Γεώργιος Τζόρτζης διά Νικολάου Ευσταθίου
Γεώργιος Κολιαβάνης Τάσος Κολιαβάνης
Κυριάκος Κολιαβάνης Μήτρος Κολιαβάνης διά χειρός Ιωάννου Μητροσίλη
Μάρκος Ευσταθίου Αγκελής Καφατάρης
Γεώργης Καφατάρης Παναγής Καφατάρης
Σπύρος Καστανιώτης Πανάγος Καστανιώτης διά χειρός Ευσταθίου Αντωνίου
Γιάννης Πεσκάνης; Κωνσταντής Μπα…
Γεώργης Μανώλης Γιάννης Χαμπίμπης
Μήτρος Χαμπίμπης Κωνσταντής Γκότζης ;
Παναγής Γκότζης και Γεώργιος Γερολίμου διά χειρός Α. Χατζόπουλου

Ο πάρεδρος του χωριού Ανυφί επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων, δι όλων απάντων κατοίκων του χωρίου τούτου.

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Ανυφί (Τ.Υ.) Γρ. Σταθόπουλος

 

Χωρίον Χώνικα
Γ. Σακολέβας Ανδρ. Γκότζης και δι’ αυτόν Α. Μποβόπουλος
Νικόλαος Γκαλιούρος Κων-νος Γκαλιούρος διά Α. Χατζοπούλου
Παναγής Νταΐκος, Γεώργιος Νταΐκος διά τους δύο Αναγνώστης Νταΐκος
Μήτρος Φλόρος δι’ αυτόν Α. Μποβόπουλος Χρήστος Ταΐκος
Ιω. Μιχαήλ Αθανάσιος Μανός
Γεώργιος Ρούσης Γεώργιος Τζηράκης
Μήτρος Τζηράκης Μήτρος Μανός
Διά τους άνωθεν πέντε αριθμόν κατ’ αίτησίν τους Α. Μποβόπουλος
Κωνσταντής Κοντός και διά τον αγράμματον κατ’ αίτησίν του Αν. Γ. Σακκολέβα
Παναγιώτης Καρατζιάς Γεώργης Τζιώκος
Νικολής Τζιωτάκης Θανάσης Μανεσιώτης, διά τους ειρημένους τέσσαρους αγραμμάτους Αναγνώστης Νταΐκος
Γεώργιος του Σωτήρου Γεώργιος … διά τον αγράμματον χειρ. Α. Βαβούρης
Σπύρος Ντούβος διά Αθανασίου Μπεβάρδου Ιερέως
Μιχάλης Μαρασόνας διά Αθανασίου Μπεβάρδου Ιερέως
Ιωάννης Λουκαΐτης διά Αθανασίου Μπεβάρδου ιερέως

 

Χωρίον Πούτι (Μπούτι)
Γεώργιος Τζότζος Σπύρος Τζότζος
Δημήτριος Τζότζος Παναγής Τζότζος και
Τάσος Μακρής διά Γ.Κ. Γραμματικού Τάσσος Μπεκιάρης
Παναγιώτης Μπεκιάρης Παναγιώτης Μπουλμέτης
Δημήτριος Καλιαγκούρης Κόλιας Πανάγου και
Παναγής Σκαλτζάς διά Αθανασίου Μπεβάρδου

 

Χωρίον Πυργέλλα
Ανδριανός Μακρής Π. Μακρής
Ανδρ. Α. Νανόπουλος Αναγνώστης Νανόπουλος
Γεώργιος Φωτόπουλος διά Π. Μακρυπουκαμίσου
Γεώργιος Π. Καχριμάνης Πέτρος Καχριμάνης
Δημήτριος Π. Καχριμάνης Κωνσταντής Π. Καχριμάνης
Γεώργιος Θηβαίος Ιωάννης Φωτόπουλος διά χειρός Ν. Π. Μακρυπουκαμίσου
Γεώργιος Ντρίτζας Χαράλαμπος Μπάλιος
Ιωαν. Μπάλιος Γεώργιος Μητρόπαπας
Ευθύμιος Μητρόπαπας διά Α. Α. Χρηστόπουλου ;
Δημήτρης Φράγκος Κων-νος Φράγκος
Αναστάσης Φράγκος Δημήτριος …… διά ……
Νικόλαος Ρουμελιώτης Δημήτριος Κόντος Ντροπολιτζιώτης
Γεώργης Μπαμπουρόνης Τάσσος Χελιώτης
Γεώργιος Χ. Μπάλιος Δημήτριος Ιω. Φωτοπούλου
Νικολής Καριβίτζας ; Ν. Θανάσης Μπογανάς
Διά τους άνωθεν οκτώ αγραμμάτους κατ’ αίτησίν των διά Ανδρ. Α. Νανοπούλου
Σταύβρος Κοντομήτρου Γιώργης Στάβρου Κοντομήτρου
Νικόλαος Μακρυπουκάμισος Κωνσταντής Γ. Μητρόπαπας διά χειρός Σταύβρος Κοντομήτρου
Γεώργιος Γεωργαντάς διά του Ανδ. Α. Νανοπούλου.

 

Χωρίον Δαλαμανάρα
Σπύρος Ζέρβας Αναστάσης Καπυρλόκης
Παναγιώτης Τασόπουλος Κωνσταντής Κοντιλάρος
Αναστάσης Σκαρπέντζος Γεώργιος Γιανόπουλος
Παναγής Σταβρόπουλος Γεώργιος Σταβρόπουλος
Μήτρος Βλάχος διά χειρός Σπύρος Μουσταήρα ως αγράμματοι
Νικόλαος Ζέρβας Τάσος Γκουτζούλης
Γεώργιος Τακανίκος Βασίλης Κρανιδιώτης
Γεώργιος Τζότος ; και Μίχος Ταγαράς διά χειρός Ν. Ζέρβα
Αναγν. Καββαθάς Νικολής Τζινάπης ;
Ανδριανός Κοκίνης Γιάννης Ντριτζόπουλος ;
Γιάννης Χιρόπουλος Βασίλης Ντέτες
Κυριάκος Κουκουμέλος Κωνσταντής Φλίγκος
Μήτρος Παπαδόπουλος ως αγράμματοι διά χειρός Αναγν. Καββαθάς
Ανδριανός Καββαθάς Κωνσταντής Καββαθάς διά χειρός Α. Καββαθάς
Αναγν. Τασόπουλος Γεώργιος Καραχάλιος, Κων-νος Γ. Καραχάλιος
Γεώργιος Ρούσος Αναστάσης Ρούσος
Σωτήρος Κακουργιότης Κων-νος Κακουργιότης ;
Ανδριανός Μήτζουλης Παναγής Μήτζουλης
Γεώργιος Μουέγιος ; και Γιάννης Μυλωνάς διά χειρός Κων-νου Γ. Καραχάλιου
Γεώργιος Τασόπουλος Τάσος Μόρος
Γεώργιος Ρόκιζας Αθανάσης Αργοιδίτης
Γεώργιος Κουμέλος Στάθης Κακουργιώτης
Γιάννης Καλιακούρης Τάσης Κολητούρης
Τάσος Προνοπάτης ; και Παναγιώτης Πεβεράτος διά χειρός Γεωργίου Τασόπουλου
Θανάσης Κουμάκης Γεώργιος Πατζάλης
Μήτρος Πιπάλας ; Μήτρος Τακανίκος και
Γεωργάκης Κατζούλης διά χειρός Θεοδώρου Τασόπουλου
Ηλίας Δεληγραμάτης Παναγιώτης Μανιάτης
Τάσος Ανυφαντής Παναγής Κατζούλης
Γεώργιος Γκουμάτζης Αθανάσιος Παηβανάς
Αντώνιος Παηβανάς Ιωάννης Καββαθάς
Ιωάννης Σκουντούμης Ανδριανός Κατζούλης
Γεώργιος Κολιάτζης Ανδρέας Μόρος
Παναγιώτης Ρούσσος Λάζος Βούργαρης και
Ιωάννης Κρανιδιώτης διά χειρός Ηλία Δεληγραμμάτη
Τζίριος Μουσταήρας Γεώργιος Μουσταήρας
Σπύρος Μουσταήρας Παναγιώτης Σκαρπέντζος
Βασίλης Μουσταήρας και Μήτρος Μουσταήρας διά χειρός Σπύρου Μουσταήρα

 

Ο πάρεδρος του χωρίου Νταλαμανάρας επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών, των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων δι’ όλων απάντων του χωρίου τούτου.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Νταλαμανάρας (Τ.Υ.) Αναγν. Τασσόπουλος


Χωρίον Αυδήμπεϊ
Παππά Αθανάσιος Μπεβάρδος Γεωργάκης Κώστενας
Αντώνης Δάνενας Σπύρος Δάνενας
Γεώργιος Δάνενας Σπύρος Δόκος
Διά τους αγραμμάτους δε εγράφησαν διά χειρός Παπά Αθανασίου Μπεβάρδου
Ανδρίκος Μπαβέλας Δημήτριος Μπαβέλας
Πέτρος Μπαβέλας Γεώργιος Μπαβέλας
Νικολής Μπαβέλας Κολιάκης του Χρήστου
Ιωάννης Κολιάκης του Χρήστου Μιχάλης Κολιάκης του Χρήστου
Γεώργιος Μπεβάρδος κσι Δημήτριος Λιόλιος διά Νικολάου Μπαβέλα
Νικόλαος Γραμματικού Νικόλαος Λιόλιος
Γεώργιος Λιόλιος Τάσος Κοντοθανάση
Θανάσης Κοντός Παναγιώτης Κοντοθανάσης
Αθανάσιος Χατζάρας διά του Ν. Γραμματικού Σπύρος Γραμματικού
Γ. Χ. Μπολόσης Α. Σουρίλος
Θεοδόσιος Λιόλιος Γεώργιος Μυλωνάς διά χειρός Παπά Αθανασίου Μπεβάρδου

 

Ο πάρεδρος του χωρίου Αυδήμπεϊ επικυροί την γνησιότητα των άνωθεν υπογραφών, των μεν ιδιοχείρως υπογεγραμμένων, των δε αγραμμάτων όντων δι όλων απάντων του χωρίου τούτου. Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Αυδήμπεϊ Χρήστος Μπολόσης διά Γ. Χ. Μπολόση.

 

Χωρίον Μπούτη
Δημήτριος Ντούλιος Παναγής Ντούλιος
Θεοδόσης Καλιαγκούρης Γεώργιος Δαμιανός
Ιωάννης Πλατής Αγκελής Ντοροβίνης και
Δημήτριος Δαλαμαναριώτης διά Νικολάου Μπαβέλα
Γεώργιος Κακάνης Μίχος Καλατζής
Μίχος Βαβούρης Τάσης Αποστόλη και
Αποστόλης Καραήσκος ; διά Γ. Κ. Γραμματικού

 

Ο Δήμαρχος Μηδείας επικυροί το γνήσιον των όπισθεν υπογραφών των ειδικών παρέδρων των εις την περιφέρεια του Δήμου μου γενομένων, των μεν Γρηγορίου Ευσταθοπούλου και Γεωργίου Παππά Ιωάννου υπογραφέντων ιδιοχειρός των, των δε Μίχου Δήμα υπογραφέντος διά του υιού του Δημητρίου, Αθανασίου Σιαταρλή υπογραφέντος διά του Γεωργίου Τζιμπουροπούλου, Ιωάννου Καραχάλιου διά του υιού του Δημητρίου, Ιωάννου Μπιλίνη διά του Παναγή Μπιλίνη και Χρήστου Μπολόση διά Γεωργίου υιού του, ως αγραμμάτων κατά την προσωπικήν ομολογίαν

Μέρμπακα την 18 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ) ……… Παπά Γεωργίου

                              ——————————

Ο Δήμαρχος Ιναχίας επικυροί τας εν τη παρούση αναφορά υπαρχόντων υπογραφών των κατοίκων του χωρίου Χώνικα ημετέρου Δήμου, υπογραφέντων άλλων μεν ιδιοχειρός των, άλλων δε δι’ άλλων, κατά την προσωπικήν των  ομολογίαν.

Εν Χώνικα την 19 Οκτωβρίου 1843

Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Γ. Σακολέβας

Υπέγραψαν το έγγραφο στις 14 Οκτωβρίου 1843 από Δεντρά 25 κατ. Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Δενδρών Μίχος Δήμας διά του υιού του Δημητρίου

  • Πουλακίδα 33 Ειδικός Πάρεδρος Αθανάσιος Σιατηρλής διά χειρός Γεωργίου Τσιμπουροπούλου
  • Μπάρδη και Δούσια 23 Ειδικός Πάρεδρος ……
  • Μάνεσι 26 Ειδικός Πάρεδρος Μίχος Δήμας διά του υιού του Δημητρίου
  • Παναρίτη 27 Ειδικός Πάρεδρος Ιωάννης Καραχάλιος διά του υιού του Δ. Ιωαν. Καραχάλιος
  • Πλατανίτη 34 Ειδικός Πάρεδρος Ιωάννης Μπιλίνης
  • Κούτζι 23 Ειδικός Πάρεδρος Αναστάσης Ράπος ;
  • Κατσίγκρι 19 Ειδικός Πάρεδρος Αναστάσιος Γεωργόπουλος διά του υιού του Αναγν. Γεωργόπουλος
  • Κοφίνι 41 Ειδικός πάρεδρος Χρίστος Σμυρνιώτης διά χειρός Παναγιώτη Λ. Μακρή
  • Ανυφί 64 – Χώνικα 24 – Μπούτι 11 – Πυργέλα 33 – Δαλαμανάρα 74 – Αυδήμπεη 28 – Μπούτη 12. Υπέγραφαν συνολικά 494 άτομα.

Παραθέτουμε και τα από 14.10.1843 πιστοποιητικό του Παρέδρου Μάνεσι Μίχου Δήμα, ο οποίος πιστοποιεί ότι το χωριό έχει 19 οικογένειες.

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι

Πιστοποιεί

Ότι εις το υπό την παρεδρικήν μου διεύθυνσιν μνησθέν χωρίον Μάνεσι ευρίσκονται πραγματικώς δέκα εννέα οικογένειαι κατοίκων, οι οποίοι κατά τας κοινοποιηθείσας περί εκλογής οδηγίας από την προϊσταμένην αρχήν, συναισθανόμενοι ότι ως εκ του αριθμού των έχουν εκ του Νόμου το δικαίωμα διά ένα εκλογέα, συνελθόντες εξελέξαντο διά τακτικής και Νομίμου ψηφοφορίας ως τοιούτον  τον συγχώριόν των Μίχον Ξύδην, διά να τους αντιπροσωπεύση εις την εκλογικήν σύνοδον της Επαρχίας Ναυπλίας.

Επειδή δε εγένετο λόγος εις την εκλεκτικήν συνάθροισιν ότι το ρηθέν χωρίον, ως μη έχον δέκα πέντε οικογενείας δεν έχει δήθεν το δικαίωμα να πέμψη εκλογέα, απαριθμούνται και τα ονόματα των οικογενειών και κατοίκων εις το ρηθέν χωρίον Μάνεσι: εις βεβαίωσιν ούτινος ανήκει

Τη 14 8βρίου 1843 Εν Μάνεσι

1. Μίχος Δήμας 2. Παπά Δημήτριος Κυμπούρης
3. Μίχος Ξύδης 4. Παναγιώτης Καραμάνος
5. Μίχος Ζέρβας 6. Ανδριανός Ξύδης
7. Α ; Ζέρβας 8. Δ. Δημόπουλος
9. Γ. Ζέρβας 10. Γεώργιος Π. Καραμάνος
11. Γεώργιος Καραμάνος 12. Γιάννης Καραμάνος
13. Τάσος Καραμάνος 14. Μήτρος Σωτήρος
15. Μήτρος Π. Καραμάνος 16. Παναγιώτης Γ. Καραμάνος
17. Τάσος Π. Καραμάνος 18. Μίχος Μποταΐτης
19. Ιωάννης Μποταΐτης 20. Γιάννης Τζάτζαρης
21. Τάσος Δήμας 22. Παναγιώτης Μ. Δήμας
23. Γιάννης Μ. Δήμας 24. Χρήστος Μ. Δήμας
25. Μήτρος Π. Καραμάνος 26. Αδριανός Γ. Νότη

 

Ο Ειδικός Πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι πιστοποιεί ότι το χωρίον τούτο σύγκειται από δέκα εννέα οικογενείας. Οι δε έχοντες δικαίωμα ψήφου είναι τον αριθμόν είκοσι και εξ άτομα.

Ο Ειδικός πάρεδρος του χωρίου Μάνεσι Μίχος Δήμας, αγράμματος ων κατ’ εντολήν του Γεώργιος Μ. Τσιμπουρόπουλος.

Ο Δήμαρχος Μηδείας επικυροί το γνήσιον των άνω υπογραφών του ειδικού Παρέδρου του χωρίου Μάνεσι  Μίχου Δήμα, υπογραφέντος ως αγραμμάτου διά του Γ. Μ. Κυμπουροπούλου

Μέρμπακα την 16 Οκτωβρίου 1843       Ο Δήμαρχος (Τ.Υ.Σ.) Παπά Γεωργίου

Επίσης το από 5 Απριλίου 1829 έγγραφο των κατοίκων του χωριού Μπούτι, οι οποίοι εξέλεξαν εκλέκτορα τον Ανδρίκο Αθανασίου Μπεκιάρη.

Προς τον Έκτακτον Επίτροπον της Αργολίδος

Ελάβαμεν την Διαταγήν της Δημ. μαζί με τας της Σ. – Κ τον υπ’ αριθ. 10051 δεν ελλείψαμεν να συναχθώμεν εις τας πέντε του Απριλίου εις την εκκλησίαν του χωρίου μας και εκλέξαμεν συμφώνως διά εκλέκτορα του χωρίου μας, άνδραν τίμιον, ενάρετον, υποληπτικόν καθ’ όλα μας τον κύριον Ανδρίκον Αθανασίου Μπεκιάρη, έδωσε λόγον τιμής του και ωρκίσθη εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, όπου δεν θέλει δώσει  την ψήφον του ούτε διά φιλίαν, ούτε διά μίσος, ούτε δι’ ελπίδα προσωπικού κέρδους, αλλά κατά συνείδησιν χωρίς προσωποληψίαν, τον οποίον θέλει τον εγνωρίσει η έκτακτος Επιτροπή και αυτή τον ήθελε τον αριθμήσει μετά των λοιπών εκλογέων της επαρχίας διά να κάμουν την ψηφοφορίαν των πληρεξουσίων της Επαρχίας. Και μένομεν με όλον το Σέβας.

Τη 5 Απριλίου 1829 Μπούτι

1. Παπά Ανδριανός Σωτηρόπουλος εφημέριος 2. Κόλιας του Πανάγου
3. Παναγής του Κόλια 4. Μήτρος Τούλιος
5. Γιάννης του Πλατή 6. Σπύρος του Πλατή
7. Τάσος Μπεκιάρης 8. Παναγιώτης Μπεκιάρης
9. Παναγιώτης του Πανάγου 10. Δαμιανός Πλατής
11. Γεώργιος Δαμιανού 12. Μήτρος Δαμιανού

Ίσον απαράλλακτον τω πρωτοτύπω σωζομένω εις τα αρχεία του Διοικητηρίου

Ναύπλιον την 21 Οκτωβρίου 1843

Ο Γραμματεύς της Διοικήσεως (Τ.Υ.Σ.)

 Παραθέτουμε, επίσης, και τα δυο εκλογικά έγγραφα με ημερομηνία 19 και 26 Σεπτεμβρίου 1843 του χωρίου Πυργέλλα από τα οποία αποδεικνύεται η νομιμότητα της εκλογής του Γ.Π. Καχριμάνη και όχι του Α. Μακρυπουκάμισου.

Αγαθή Τύχη

Σήμερον την 19 Σεπτεμβρίου εν τω χωρίω Πυργέλα της Επαρχίας Ναυπλίου συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων… πολίτας, οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1. Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας 2. Παύλος Α. Μακρυπουκάμισος
3. Γεώργιος Μιχαήλ 4. Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος
5. Ιωάννης Α. Μακρυπουκάμισος 6. Γεώργιος Μητρόπαπας
7. Γιαννάκος Μητρόπαπας 8. Κωνσταντής Κοτζακόπουλος
9. Νικόλαος Παναγιώτου 10. Πέτρος Καχριμάνης
11. Ιωάννης Καραγιάννης 12. Σπύρος Μπάλιος
13. Δημήτριος Τρίτζας 14. Δημήτριος Καχριμάνης
15. Αναστάσιος Θεοδώρου 16. Γεώργιος Κατζάμπας
17. Αθανάσιος Δ. Πύρου 18. Γιαννάκος Μπάλιος
19. Ανδριανός Παναγιώτου  

 

Επικυρωθέντος δε του καταλόγου  υποψήφιοι:

Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος – Γεώργιος Κατζάμπας – Πέτρος Καχριμάνης – Κων-νος Κοτζακόπουλος .

Έλαβον: Μακρυπουκάμισος Αναγνώστης υπέρ 21 κατά 0.

Γεώργιος Κατζάμπας υπέρ 0 κατά 21

Πέτρος Καχριμάνης υπέρ 0 κατά 21

Κωνσταντής Κοτζακόπουλος υπέρ 0 κατά 21

Επομένως ανεγνωρίσθη ως εκλογεύς νόμιμος ο λαχών την πλειοψηφίαν Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος.

Επί τούτοις συνετάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις.

Ο Ιερεύς: Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας

Ο Πρόεδρος: Α. Μακρυπουκάμισος

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου μέλη Γεώργιος Κατζάμπας – Κωνσταντής Κοτζακόπουλος (Πέτρος Καχριμάνης και Γεώργιος Μητρόπαπας, ως αγράμματοι διά χειρός Παπά Γεωργίου Μητρόπαπα).

Ίσον απαράλλακτον τω πρωτοτύπω αυθημερόν.

Ο Ιερεύς: Παπά Γεώργιος Μητρόπαπας

Ο Πρόεδρος: Αναγνώστης Μακρυπουκάμισος

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη Γιαννάκος Μητρόπαπας, Πέτρος Καχριμάνης και Γεώργιος Μητρόπαπας ως αγράμματοι διά χειρός Παπά Γεωργίου Καχριμάνη.

Κωνσταντής Κοτζακόπουλος και Γεώργιος Κατζάμπας

Διά το ακριβές της αντιγραφής

Εν Ναυπλίω την 8 Νοεμβρίου 1843

Ο Διοικητής Αργολίδος (Τ.Υ.Σ.) Κων-νος Ράδος

Αγαθή Τύχη

Σήμερον την εικοστήν έκτην Σεπτεμβρίου εν τω χωρίω Πυργέλλα της Επαρχίας Ναυπλίου συγκροτηθείσης της συναθροίσεως των εχόντων δικαίωμα ψήφου κατοίκων του χωρίου προς εκλογήν των εκλογέων κατά την από 7 Σεπτεμβρίου εγκύκλιον του Υπουργικού Συμβουλίου και κατά το άρθ. 3 του υπ’ αριθ. 10049 ΚΓ΄ ψηφίσματος και τας υπ’ αριθ. 10050 οδηγίας των 4 Μαρτίου 1829 ο Ιερεύς εφημέριος του χωριού κατέγραψα τους παρευρισκομένους πολίτας, οίτινες είναι οι εφεξής:

 

1. Πέτρος Μακρυπουκάμισος 2. Γεώργιος Καχριμάνης
3. Σταύρος Κοντομήτρος 4. Αναγνώστης Νανόπουλος
5. Αδριανός Μακρυπουκάμισος 6. Νικόλαος Μακρυπουκάμισος
7. Γεώργιος Φωτόπουλος 8. Ιωάννης Φωτόπουλος
9. Δημήτριος Ιωαν. Φωτόπουλος 10. Κων-νος Φράγκος
11. Δημήτριος Φράγκος 12. Χαράλαμπος Μπάλιος
13. Κων-νος Καχριμάνης 14. Γεώργιος Χαρ. Μπάλιου
15. Πέτρος Καχριμάνης 16. Γεώργιος Θηβαίος
17. Γιαννάκος Μπάλιος 18. Αναστ. Φράγκος
19. Γεώργιος Σταύρ. Κοντομήτρου 20. Ανδρέας Νανόπουλος
21. Νικόλαος Ρουμελιώτης 22. Δημήτριος Κοντός Τριπολιτζιώτης
23. Γεώργιος Μπερμπατιώτης 24. Τάσος Χελιώτης
25. Γεώργιος Κ. Φράγκου 26. Ιωάννης Γ. Φωτόπουλος
27. Αδριανός Παναγιώτου 28. Νικόλαος Παναγιώτου
29. Ευθύμιος Μητρόπουλος 30. Δημήτριος Δρίτζας

 

Επομένως  δυνάμει του από 3 Σεπτεμβρίου 1843 Βασ. Διατάγματος οι ανωτέρω πολίται εξέλεξαν Πρόεδρον της εκλεκτικής ταύτης συναθροίσεως τον κύριον Πέτρον Μακρυπουκάμισον μέλη δε τους γεροντοτέρους κυρίους Δημήτριον Φράγκον, Αναγνώστην Νανόπουλον, Γεώργιον Φωτόπουλον, Πέτρον Καχριμάνην, Χαράλαμπο Μπάλιο. Και επιθεωρηθέντος του καταλόγου διά της πλειοψηφίας της συναθροίσεως η Συνέλευσις εκηρύχθη νόμιμος και δοθέντος του κατά το άρθρ. 5 των οδηγιών όρκου κατεστρώθη κατά το άρθρον 6 ο κατάλογος των υποψηφίων εις αριθμόν τετραπλούν των ασφαλησομένων από το χωρίον εκλογέων, οίτινες είναι οι εξής: Αναγνώστης Νανόπουλος – Πέτρος Μακρυπουκάμισος – Γεώργιος Φωτόπουλος – Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης .

Και τούτων ψηφοφορηθέντων έλαβον:

Αναγνώστης Νανόπουλος υπέρ 0 κατά 30

Πέτρος Μακρυπουκάμισος υπέρ 0 κατά 30

Γεώργιος Φωτόπουλος υπέρ 0 κατά 30

Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης υπέρ 30 κατά 0.

Μετά δε ταύτα ανεγνωρίσθη ως εκλογεύς νόμιμος του χωρίου Πυργέλλας ο λαχών την πλειοψηφίαν κύριος Γεώργιος Πέτρου Καχριμάνης.

Επί τούτοις συνετάχθη και υπεγράφη κατά τον Νόμον η παρούσα πράξις.

Ο Ιερεύς εν απουσία δε αυτού ο γειτονικός Παππά Δημήτριος Παππά Χριστόπουλος.

Ο Πρόεδρος:Π. Μακρής.

Τα επί της συντάξεως του καταλόγου πέντε μέλη: Α. Νανόπουλος, Δημήτριος Φράγκος, Γεώργιος Φωτόπουλος, Χαράλαμπος Μπάλιος και Πέτρος Καχριμάνης διά τους τρεις αγραμμάτους τους υπέγραψα εγώ ο Ηλίας Δελαγραμμάτης.

 Διά το ακριβές της αντιγραφής την 25 Οκτωβρίου 1843. Ο Πάρεδρος του χωρίου Πυργέλλας (Τ.Υ.) Π. Μακρής.

Επικυρούται η γνησιότης της ανωτέρω υπογραφής του ειδικού παρέδρου του χωρίου Πυργέλας Πέτρου Μακρή. Άργος την 4. Νοεμβρίου 1843. Ο εκτελών τα δημοτικά καθήκοντα Βος Δημαρχικός πάρεδρος Αργείων (Τ.Υ.Σ.) Γ. Αλπανόπουλος.

Συμμετείχαν στην Α΄ Εθνοσυνέλευση (3ης Σεπτεμβρίου 1843) 5.11.1843 – 18.3.1844 οι εξής Πληρεξούσιοι: από την Πόλη του Ναυπλίου οι: Σπυρίδων Παπαλεξόπουλος και Π. Γ.  Ρόδιος, από τα χωριά της Επαρχίας Ναυπλίας οι Ιωάννης Κωλέττης και Μιχαήλ Ιατρού, από τις επαρχίες Άργους οι Χρήστος Βλάσσης και Δημήτριος Περρούκας και από την Επαρχία Κορινθίας οι: Πανούτσος Νοταράς. Γεώργιος Νοταράς, Αριστείδης Ρέντης, Α. Πρωτοπαππάς, Γεώργιος Ιωάννου και Αναγνώστης Ελευθερίου. Αυτή συνέταξε και ψήφισε το Σύνταγμα του 1844, αποτελούμενο από 107 άρθρα και το Νόμο για την εκλογή των Βουλευτών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τα παραπάνω αναφέρονται στο βιβλίο των: Μαγδαληνής και Θεοδώρου Ιωαν. Γαλάνη «3Η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843. Εκλογή εκλεκτόρων και πληρεξουσίων της Επαρχίας Γορτυνίας» 16 Αρκαδική Βιβλιοθήκη, Εκδόσεις ΦΥΛΛΑ σ. 9-10 και 312, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[2] ΓΑΚ Κ047 Συλλογή  Λαδά «Εκλογικά Άργους Φ4 Υποφ. 7 και Εφημ: «ΑΙΩΝ» Φ475/3.10.1843

[3] ΓΑΚ Μικρές Συλλογές Κ047. Αρχείο Γ. Λαδά. Εκλογικά Κορινθίας. Φ20.

[4] Ηλίας Χρ. Ξενοφών και Ηλία Ξεν. Ζωή «Ο τέως δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ός αιώνας» τόμος Α΄ Αθήνα 2003, σ. 104 – 108.

[5] ΓΑΚ Μικρές Συλλογές Κ047. Αρχείο Γ. Λαδά. Εκλογικά Κορινθίας Φ 20 και Ξεν. Χρ. Ηλία «Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας» Αθήνα 1994. σ.115 – 120

[6] ΓΑΚ. Αρχείο Βουλής – Γερουσίας. Συλλογή Γ. Λαδά (1843 – 1862) Φ 1α και Εφημ: «ΑΙΩΝ» Φ 479/17.10.1843

[7] Μέσα σε παρένθεση η σημερινή ονομασία των χωριών και ο αριθμός των οικογενειών το έτος 1830. ΓΑΚ Γενική Γραμματεία Φ253Β έγγ. 169 – 170

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης ε.τ.

Ζωή Ξεν. Ηλία, Δασκάλα

Read Full Post »

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)


 

Βρίσκεται ανάμεσα στα απότομα βράχια της νότιας πλευράς του βουνού Φαρμακά σε υψόμετρο 1110 μέτρων και απέχει 12 χλμ. από τα ερείπια του Παλαιού Γυμνού, 13 χλμ, από το σημερινό Γυμνό, 27 χλμ. από τη Νεμέα και 40 χλμ, από το Άργος διαμέσου του χωριού Στέρνας, μέσα σε μικρό σπήλαιο και επονομάζεται «Η Κοίμησις της Θεοτόκου». Πήρε το όνομα από το βουνό Φαρμακάς, που έχει ύψος 1615 μέτρα, στο οποίο φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα. Το Γυμνό είναι κτισμένο σε πλαγιά με θαυμάσια αμφιθεατρική διάταξη και είχε κατά την απογραφή του 2001 κατοίκους 470. Από το 1834 – 1840 αποτελούσε το δήμο Γυμνού με 61 οικογένειες, 330 κατοίκους και Δήμαρχο τον Κ. Σταματέλο. Από το 1840 – 1912 άνηκε στον τέως δήμο Αλέας. Από το 1912 – 1998 αποτελούσε μαζί με την Τσιρίστρα την Κοινότητα Γυμνού, από 1999-2010 άνηκε στο δήμο Λυρκείας και σήμερα ανήκει στον υπερδήμο Άργους – Μυκηνών.

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ο Ναός προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται χωμένος μέσα στο βουνό, σε φυσικό σπήλαιο και είναι χωρισμένος σε τρία μέρη: τον Πρόναο, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα. Η Αγία Τράπεζα δεν είναι χωριστή, αλλά σκαλιστή μέσα στο βράχο, σαν κατακόμβη. Το τέμπλο είναι παλαιό και μαυρισμένο από τους καπνούς, αλλά οι γύρω τοίχοι ασβεστωμένοι.

Μια ντόπια παράδοση τοποθετεί την ίδρυση της μονής στα μέσα του 13ου αιώνα (το έτος 1246) χωρίς να μπορούμε να τη δεχτούμε σαν αληθινή, αλλά ούτε και να την απορρίψουμε.

Όσοι μέχρι σήμερα ασχολήθηκαν με την Μονή:

  1. Ο μακαριστός Χρυσόστομος ο Β’ Μητροπολίτης Αργολίδας (Αι Ιεραί Μοναί Αργολίδας, Χριστιανική Εστία Άργους, 1961).
  2. Γ. Παπασταύρου: (Οδοιπορικό στους Ιερούς χώρους της Αργολίδας, Πάτρα 1984).
  3. Εμμανουήλ Δ, Παυλίδης: (Σπήλαια και βυζαντινές αρχαιότητες, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 23. Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Κο­ρινθιακών Ερευνών. Αθήναι 1999 σ. 420).
  4. Παναγιώτα Κωνσταντοπούλου-Δωρή: (Η Πολυώνυμος Δέσποινα και τα επώνυμα προσκυνήματά της, Προσωνυμίαι, Τόμος 4ος Πελοπόννησος , Αθήναι 2002 σ. 93-94), και
  5. Ο αείμνηστος συνάδελφος και λογοτέχνης (Ορνεάτης) από το Γυμνό Γιάννης Καραργύρης: Το μοναστήρι της Παναγίας του Φαρμακά, Αθήνα 1995, αναφέρουν, ότι καμμία πηγή δε βρέθηκε και όσα δημοσίευσαν τα στηρίζουν στην παράδοση.

Από έρευνά μας όμως στα Γ.Α.Κ. βρήκαμε τις παρακάτω πηγές σχετικά μ’ αυτή, τις οποίες για πρώτη φορά ανακοινώνουμε.

Κάποιος Ιερομόναχος Ιωακείμ με άλλους επτά μοναχούς κατέφυγαν το 1821 στο χωριό Γυμνό, για να γλυτώσουν την οργή των Τούρκων από την I. Μ. Ξενοφώντος του Αγίου Όρους μεταφέροντες όσα πράγματα μπορούσαν. Επειδή ο Ιωακείμ πέθανε πριν ένα χρόνο (το έτος 1823) και ξένοι άνθρωποι εσφετερίστηκαν τα πράγματά του, ζήτησαν στις 31.8.1824 από το Υπουργείο της Θρησκείας να τους αποσταλεί όλη η περιουσία του μακαρίτη.

 Προς το Σεβαστόν Υπουργείον της θρησκείας.

Ιωακείμ τις ιερομόναχος εκ του Ιερού Κοινοβίου της εν Αγίω Όρει Μονής Ξενοφώντος επί της ελεεινής αναδουλώσεως του Αγιωνύμου Όρους καταφυγών ενθάδε μ’ όσα εδυνήθη να συμπαραλάβη πράγματα του Μοναστηρίου και κατοικήσας εις χωρίον Κορίνθου Γυμνόν, εμακαρίσθη προ έτους. Ημείς οι συγκοινοβιάται του εν όσω έζη ο μακαρίτης, δεν τον εζητήσαμεν τίποτε, αφ’ όσα είχον, ως κοινά, σεβόμενοι την ηλικίαν και τον χαρακτήρα του. Τώρα δε επειδή επληροφορήθημεν, ότι απέθανε και ότι άνθρωποι ξένοι και κοσμικοί εσφεστερίσθησαν τα πράγματά του. Άλλα μεν ο Άγιος Κορίνθου, άλλα δε οι Γύμνιοι και ημείς ευρισκόμεθα επί ξύλου κρεμάμενοι, ένθα κακείσε περιφερόμενοι ενδεείς, ανάπηροι και του επιου­σίου άρτου υστερημένοι, τινές δε και ασθενείς, παρακαλούμεν θερμώς και μετά δακρύων το Σ. τούτο υπουργείον, να στείλη έντονον και δραστήριον Διαταγήν εις τους ειρημένους, άμα δε και επίτιμον εκκλησιαστικόν κατ’ εκείνων, οίτινες ήθελον εθελοκακήσωσι, να αποστείλωσιν ενθάδε την περιουσίαν όλην του μακαρίτου, της οποίας, καθόσον ενεθυμήθημεν και όσον επληροφορήθημεν εμπερικλείομεν κατάστιχον δια να παρηγορηθή η ακαμάχητος ανάγκη και αφόρητος ένδειά μας. Όντες δε βέβαιοι δια τας φιλοδικαίους φιλάνθρωπους πράξεις και θερμουργούς ενεργείας του υπουργείου, μένομεν μόλον το ανήκον σέβας[1].

Τη 31 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω

Οι πρώην κοινοβιάται εν τη Μονή Ξενοφώντος του εν τω Αγιωνύμω Όρει και πατριώται: Ιγνάτιος Συμειών Κεσαρεύς, Διονύσιος μοναχός Βούλγαρης, Τρύφων μοναχός Ρουμελγιότης, Αγάπιος Γιοργόπουλος Κουτσοποδιότις, Δαμιανός Κριτηκός, Δαμασκηνός Πελοπονήσιος και Γριγόριος Ζαγουρέος.

 

Ο Ιερομόναχος Κύριλλος Τρεχάκης από τη Χίο για να αποφύγει τη σφαγή των Τούρκων αναχώρησε από τη Χίο και ήρθε το 1822 με τον εικοσαετή αδελφό του Νικόλαο στον ιερό χώρο της Μονής Φαρμακά. Στις 27.9.1828 απέστειλε στον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας τον παρακάτω κατάλογο καταγραφής της περιουσίας της μονής. [2]

Προς τον Σ. Έκτακτον Επίτροπον της Αργολίδος

Έλαβον την υπ’ αριθ.1741 διαταγήν της Επιτροπείας ταύτης. Λαμβάνω την τιμήν του να εξιστορήσω την αλήθειαν. Εγώ είμαι Χίος. Μετά την καταστροφήν της Χίου κατέφυγον εις Πελοπόννησον καθώς και Χίων πολλοί, μετά και τίνος αυταδελφού μου εικοσαετούς. Ευρέθη το μονήδριον τούτο εις το οποίο καθησύχασα μετά του αδελφού μου, μετά του οποίου και ενός οναρίου ζώμεν περιφερόμενοι καθημέραν από τα ελέη. Εκείνα όσα του μονηδρίου τούτου, ιδού τα κατέγραψα εις ιδιαίτερα όσα γνωρίζω έως ώδε. Αν είναι και περισσότερα ή και γράμματα οι κάτοικοι Γυμνού έπεται να τα γνωρίζωσιν. Εγώ δε παρακαλώ, αν ορίζη η Κυβέρνησις να μ’ αφήση να τρέφωμαι ως καταδεδιωγμένος εκ της Χίου και πάροικον εδώ, έως ου οικονομήση ο Κύριος την αποικίαν μου εις την πατρίδα μου. Μένω μ’ όλον το σέβας ή να με οδήγηση που να τρέφωμαι.

Τη 27 Σεπτ: 1828 εκ Γυμνού. Ο Ευπειθής ( Τ. Υ.) Κύριλλος Ιερομόναχος.

 

Κατά την υπ’ αριθ. 1741 καταγράψω την κατάστασιν του ιερού καταστηματίου του κατά το χωρίον Γυμνόν.

Έχει γην στρεμμάτων δέκα 10 περί το μοναστήριον. Αφιέρωμα παλαιόν του ποτέ Γερομήτρου Γυμνοΐτου και άλλων. Έχει γην στρεμμάτων δύο 2 εις την Χιλιομοδούν πλησίον του μοναστηρίου, αφιέρωμα περσινόν της Αικατερίνης Γυμνοϊτίσσης.

Είχεν γήν δύο ζενγαρίων μ’ αχούρι και εκκλησίαν. Τα κατεκυρίευσαν οι Οθωμανοί. Μετά την Επανάστασιν τα έλαβεν ο Νικόλαος Αγγελοκαστρίτης υπό την εξουσίαν του και έκτοτε τα σπείρει λέγων ότι τα ηγόρασεν από το Έθνος. Έχει σφακτά τριάκοντα και οκτώ αυθεντικά εις υπό την εξουσίαν των εγχωρίων και λαμβάνει το μοναστήρι κατ’ έτος δεκαεννέα και ήμισυ σφακτά. Είναι όμως τα σφακτά πενήντα οκτώ. Έχει ελαίας ρίζας εξ 6 εις τον Ζαμπύργον. Είναι όμως οκτώ αφιέρωμα του Γερομήτρου Γυμνοΐτου.

Ιερά σκεύη: Έχει άγια λείψανα τμήματα τέσσερα εκ των του Αγίου Όρους, άπερ έμειναν αφιέρωμα εκ τίνος Ιωακείμ αποθανόντος εδώ. Κανδήλας έμπροσθεν των αγίων εικόνων ασημένιας δύο, το μεν ως δράμια τριάκοντα, το δε ως είκοσι.

Οι έν αυτώ συνασκούμενοι: Ιερομόναχος Κύριλλος μετά του αδελφού του ως είκοσι χρόνων και μετά ενός οναρίου, οίτινες περιφερόμενοι συνάζουσι τα αναγκαία εξ ελέους των χριστιανών.

Τη 27 Σεπτ. 1828 εκ μονής Γυμνον. Ο ευπειθής (Τ.Υ.) Κύριλλος Ιερομόναχος.

Στο Κατάστιχο των μοναστηριών της Πελοποννήσου με ημερομηνία 1η Φεβρουαρίου 1829 που συνέταξε η Εκκλησιαστική Επιτροπή (Μητροπο­λίτης Τριπόλεως Δανιήλ και οι Επίσκοποι Ταλαντίου Νεόφυτος και Ανδρούσης Ιωσήφ) το τρίμηνο Φεβρουαρίου – Απριλίου 1829 αναγράφεται: [3]

 …4. Μονήδριον τον Γυμνού έπ’ ονόματι της Θεοτόκου, κατά του Αγίου Γεωργίου.

Ιερά σκεύη: 1 ευαγγέλιον – 1 δισκοπότηρον αργυρούν και τα αναγκαία βιβλία. Κτήματα:

Χωράφια ξερικά στρέμ. 10 – ελαιόδενδρα 7. Ζώα: 45 αιγίδια και ουδέν άλλο. Ευρίσκεται χωρίς καλογήρους.

Ο Κύριλλος Τρεχάκης με τον αδελφό του έφυγαν, γιατί διορίστηκε εφημέριος Μαλανδρενίου – Στέρνας Άργους. Το 1840 επέστρεψε στη Χίο, όπου απεβίωσε στις 22.3.1863. [4]

Σήμερα στο ανώφλι της εισόδου του μοναστηριού υπάρχει επιγραφή, που γράφει με κεφαλαία γράμματα 1827 ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ Κ. Ρ. Κατά τον Καραργύρη τα αρχικά K.P. σήμαιναν το όνομα Κύριλλος.

Επίσης ήταν έρημο στις 9.4.1834, όπως αναφέρεται σε ονομαστικό κατάλογο των μοναχών της Επισκοπής Κορίνθου. [5] Στην απογραφή του έτους 1907 αναφέρεται ότι η μονή είχε έναν μοναχό.

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού «Αγία Τριάς» Γυμνού (Παν. Κ. Βαρελάς Πρόεδρος, Σπυρίδων Ιερεύς Φιλιππόπουλος, Θεόδωρος Καραργύρης, Αθαν. Γρόσιος και Κων/νος Δημάκης μέλη) με το 8/14.9.1912 πρακτικό του αποφάσισε, ότι το ενοίκιο των ενοικιασθέντων για μια τετραετία αγρών στις θέσεις: Αγίου Γεωργίου, Κοδέλας, Κουργιαλού, Τετελέκου, Καμάρας, Συκόριζας καθώς και το οίκημα του ελαιοτριβείου Αγίου Ιωάννου θα περιέλθει στο ταμείο του Ιερού Ναού, το δε ενοίκιο των αγρών στη θέση Χιλιομοδού «να δοθή εις τον μοναχόν Κωνσταντίνον Ασημακόπουλον, όστις διαμένει εν τω μονηδρίω. Η Κοίμησις της Θεοτόκου εις το οποίον και οι αγροί της θέσεως Χιλιομοδού ανήκουσιν πρός συντήρησιν αυτού». [6]

Όπως φαίνεται σε έγγραφο της I. Μητρόπολης Αργολίδος ο Ενοριακός Ναός Γυμνού κατείχε μεταξύ των άλλων ακινήτων το έτος 1920 αγρούς 100 στρεμμάτων στη θέση Χιλιομοδού, τους οποίους νοίκιαζε και με το ενοίκιό τους φρόντιζε για τη συντήρηση του μοναχού Κων/νου Ασημακόπουλου, ο οποίος, όπως θυμούνται οι ηλικιωμένοι του χωριού μόναζε μέχρι το έτος 1940.

Κυρίως Ναός Ι. Μονής Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Κυρίως Ναός Ι. Μονής Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ο Καραργύρης αναφέρει, ότι κατά την παράδοση στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι ήταν το ασφαλές καταφύγιο των κυνηγημένων ραγιάδων της περιοχής, όπου έβρισκαν στέγη, τροφή και προπάντων ασφάλεια, λόγω του δυσπρόσιτου του εδάφους και του φόβου των Τούρκων να φθάσουν ως τα λημέρια των Κλεφτών. Κατά τις περιόδους αυτές η μικρή εκκλησία μεταβάλλονταν σε σχολείο, όπου τα κυνηγημένα Ελληνόπουλα διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή, κάτω από τη σκέπη της Παναγίας.

Κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821, ήταν το ορμητήριο των Κλεφτών και αρματωλών εναντίον των Τούρκων.

Στα χρόνια της Ιταλογερμανικής Κατοχής χρησιμοποιήθηκε από αντιστασιακή ομάδα Άγγλων σαμποτέρ υπό το λοχαγό Φρέυζερ (FRAZER), ως κρησφύγετο και αποθήκη πυρομαχικών και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην οργάνωση και συγκρότηση των δυνάμεων του λαού μας κατά του εχθρού.

Σήμερα το μοναστήρι συνδέεται με αμαξιτό χωματόδρομο μήκους 13 χλμ. από το Γυμνό, ο οποίος διατηρείται σε καλή κατάσταση λόγω των πολλών επισκεπτών του ορεινού συγκροτήματος και των Παιδικών Κατασκηνώσεων του δήμου Άργους στη θέση «Άγια Παρασκευή», που λειτουργούσαν προ ετών.

Το μοναστήρι φροντίζει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Γυμνού, το οποίο στις 23 Αυγούστου τελεί ιερή πανήγυρη, όπου προσέρχεται πλήθος πιστών από τα γειτονικά χωριά, για να προσκυνήσει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Αυτή είναι μικρών διαστάσεων (20 περίπου εκατοστών) αργυρεπένδυτος. Φυλάσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους στον Ενοριακό Ναό του Γυμνού και μεταφέρεται στη μονή μόνον κατά την ημέρα της εορτής. Σ’ αυτή η Θεοτόκος εικονίζεται αριστεροκρατούσα τον Χριστό, το περίγραμμα του προσώπου της είναι λεπτότατης τέχνης.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] ΓΑΚ Υπουργείο Θρησκείας Φ.5 έγγρ. 260

[2] ΓΑΚ Γενική Γραμματεία Φ 132 έγγρ. 6 και 7.

[3] ΓΑΚ ΥΕΔΕ Φ 19 Κατάστιχον 031.

[4] Χρυσόστομος Β. Μητροπολίτης Αργολίδος «Εκκλησία Άργους και Ναυπλίου από της συστάσεως μέχρι σήμερα», τεύχος Β’. Αι ιεραί Μοναί, Χριστιανική Εστία Άργους, 1961.

[5] Α.Ι.Σ. Κορίνθου Φ Γενικά Μοναστηριακά 1834 – 1915.

[6] ΓΑΚ Υπουργείο Παιδείας Φ 439.

 

Ζωή Ξεν. Ηλία

Δασκάλα

Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Κορινθιακών Σπουδών, «Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια», Κόρινθος 7-9 Οκτωβρίου 2011.  Κέντρο Ιστορικών και Λαογραφικών Σπουδών, Ανάτυπον, Κόρινθος, 2014.

 

Read Full Post »

Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861[1]


 

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά εισαγωγικά στοιχεία σχε­τικά με το εκπαιδευτικό σύστημα που διαμορφώθηκε την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και την εκπαίδευση στο δήμο Κορίνθου.

Αυτό οργανώθηκε σε τρεις βαθμίδες: Στοιχειώδη, Μέση και Ανωτάτη Εκπαίδευση.

  • Η Στοιχειώδης οργανώθηκε με το Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834. Στο άρθρο 4 καθόριζε, ότι κάθε δήμος είχε υποχρέωση ναιδρύει και να συντηρεί με δικά του έξοδα Δημοτικά Σχολεία γιατη μόρφωση του λαού. Από την υποχρέωση αυτή των δήμων προέκυψε και η ονομασία αυτού του σχολείου «Δημοτικό Σχολείο». Σύμφωνα με το άρθρο 6 η φοί­τηση ήταν επτάχρονη και υποχρεωτική. «Όλοι οι εις δήμον, έχοντα δημοτικόν σχολείον, ανήκοντες παίδες από του 5ου συμπληρωμένου μέχρι του 12ου  συμπεπληρωμένου έτους της ηλικίας των χρεωστούν να φοιτώσιν εις το σχολείον». Η διάταξη αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε και κατά την Οθωνική περίοδο η φοίτηση ήταν κυρίως τετραετής. Ο Νόμος προέβλεπε ίδρυ­ση σχολείων μόνο για κορίτσια, όπου αυτό ήταν δυνατόν. Και σ’ αυτά δί­δασκαν μόνο δασκάλες.
  • Τη Μέση εκπαίδευση που οργανώθηκε με το Νόμο 31 Δεκεμβρίου 1836/12 Ιανουαρίου 1837 «Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και Γυμνασίων» και προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο για αγόρια. Ήταν οργανωμένη σε δύο κύκλους:

α) Το Τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο ή Σχολαρχείο, στο οποίο εισάγονταν στην αρχή χωρίς εξετάσεις και αργότερα με εξετάσεις (Διάταγμα 26.8.1867), όσοι είχαν τελειώσει τουλάχιστον την τετάρτη τάξη του Δημοτικού), συνήθως ηλικίας από 8-9 έως 11-12 ετών. Τη διοίκηση του σχολείου αυτού την είχε αναλάβει ο Σχολάρχης (διευθυντής) και ο σύλλογος των Ελληνοδιδασκάλων. Από το όνομα του Διευθυντή (Σχολάρχη) το «Ελληνικό» σχολείο ονομάστηκε και Σχολαρχείο. Τα πρώτα χρόνια οι Ελληνοδιδάσκαλοι έπρεπε να είναι απόφοιτοι Γυ­μνασίου. Μετά την ίδρυση του πανεπιστημίου 1837 αυτοί και οι Κα­θηγητές Γυμνασίων έπρεπε να έχουν τελειώσει το Πανεπιστήμιο. Για την ίδρυση και συντήρηση των Ελληνικών σχολείων υπεύθυνο ήταν το Κράτος, σε αντίθεση με τα Δημοτικά, τα οποία τα είχε αναθέσει στους δήμους.

β) Το Τετρατάξιο Γυμνάσιο στο οποίο εισάγονταν με εξετάσεις οι από­φοιτοι του Ελληνικού Σχολείου.

  • Την Ανωτάτη Εκπαίδευση, δηλαδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών που ιδρύθηκε με το Νόμο της 14.4.1837, με τέσσερις σχολές (Θεολογίας, Νο­μικής, Ιατρικής και της Φιλολογίας και άλλης Εγκυκλίου Παιδείας) διάρ­κειας 3 – 4 χρόνων, στο οποίο εισάγονταν ελεύθερα οι απόφοιτοι του Γυ­μνασίου και από το οποίο εξέρχονταν με εξετάσεις.

Στην Κόρινθο προεπαναστατικά λειτουργούσε Ελληνική Σχολή με Σχολάρχη τον Ιερομόναχο Ιωασάφ τον Βυζάντιο από το έτος 1815 έως 1819. Το έτος 1822 λειτουργούσε σχολείο για τα κοινά γράμματα. Κατά το τρίμηνο Μαΐου – Ιουλίου 1829 άρχισε η λειτουργία της αλληλοδιδακτικής σχολής Κορίνθου μέχρι τον Ιούλιο του 1830 με δάσκαλο τον Γεώργιο Κοντοπούλη. Στα μέσα του 1830 συστάθηκε Ελληνικό Σχολείο, το οποίο μάλλον λειτούργησε μέχρι το Φεβρουάριο του 1831. Τα παραπάνω στοιχεία πήραμε από το βιβλίο του αειμνήστου Αδάμ Γ. Αθουσάκη με τίτλο «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832)».

Σύμφωνα με το Νόμο για τη Στοιχειώδη Εκπαίδευση του 1834 ιδρύθηκε Δημοτικό Σχολείο αρρένων στην Κόρινθο με διδάσκαλο τον Ξάνθη Ιωάννη, ο οποίος μετατέθηκε από το Δημοτικό  Σχολείο Μεγάρων με μηνιαίο μισθό 90 δρχ. (40 δρχ. από το Εκκλ. Ταμείο μέχρι το τέλος του έτους 1839 και 50 από το δημοτικό Ταμείο). Άρχισε να λειτουργεί από τις 22 Σεπτεμβρίου 1837.

Στεγάστηκε σε διδακτήριο που κτίστηκε επί Ιωάννη Καποδίστρια, όταν ήταν Διοικητής Κορινθίας ο Αναγνώστης Κονδάκης. Στις 15.5.1835 απαιτούντο για την τελειοποίηση του Σχολείου 5-6000 δρχ. Σ’ αυτό υπηρέτησαν εκτός του Ξάνθη Ιωάννη, και οι Βελτίων Γεώργιος, Πανταζίδης Δημήτριος και άλλοι.

Στις 20.1.1842 ιδρύθηκε το Β’ Δημοτικό Σχολείο στο Δήμο Κορίνθου με έδρα το Τρανό Ζευγολατειό και Διδάσκαλο τον Αναστάσιο Αργυρό­πουλο. Υπηρέτησαν και οι Στάμου Ιωάννης, Παππαδάκης Εμμανουήλ, Φραγκόπουλος Κωνσταντίνος, Θεοδοσιάδης Γεώργιος και άλλοι.

Στις 26 Απριλίου 1842 ιδρύθηκε το Γ’ Δημοτικό Σχολείο Βόχας με διδάσκαλο το Στάμου Ιωάννη με έδρα το Κοκκώνι, μετέπειτα το Ιμπραΐμπεη (Κρήνες) και Χατζή Μουσταφά (Ευαγγελίστρια). Υπηρέτησαν σ’ αυτό και οι Πύρρου Δ. Αθανάσιος, Χρυσοχόου Νι­κόλαος, Χαρ. Δημητριάδης και το Σχολικό έτος 1865-66 οι Κωνσταντίνος Δαμα­σκηνός και Ιωάννης Σαρίδης και έδρα το Βέλλο.

Το Σχολικό έτος 1864-65 λειτουργούσε στη Νέα Κόρινθο και Δημοτικό Σχολείο Κορασιών με δασκάλα την Κυριακούλα Αρακτάκη.

 

Ίδρυση Ελληνικού Σχολείου Κορίνθου

 

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Το Σεπτέμβριο του έτους 1836 ο Χαράλαμπος Παμπούκης έλαβε από το υπουργείο απεριόριστη άδεια από το Σχολαρχείο Πατρών και ήρθε στην Κόρινθο για οικιακές του υποθέσεις. Στις 10 Νοεμβρίου 1836 συμφώνησε με την τριμελή ιδιωτική Επιτροπή από τους πολίτες της Κορίνθου Σταύρο Καμπερόπουλο, Ευθύμιο Κανελλόπουλο και Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλο να σχολαρχήση στη για πρώτη φορά συνιστώμενη ελληνική Σχολή Κορίν­θου με ετήσιο μισθό 3.600 δρχ. και παραχώρηση οικήματος.

Στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο Κορίνθου, Σταυρός Καμπερόπουλος Δήμαρχος, Δημήτριος Ορφανός Πρόεδρος, Γεώργιος Γιαννόπουλος πρωτοκολλιστής, Γεώργιος Νοταράς, Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Μήτρος Ηλιόπουλος και Γεώργιος Λύκος μέλη, με την 75/14.12.1836 πράξη του επιφόρτιζε τον Πρόεδρο «να μεταβή εις την καθέδραν και εξαιτήση όθεν ανήκει εν ονόματι της Κοινότητος του Δήμου Κορίνθου ένα ανάλογον ετήσιον πόρον υπέρ της διατηρήσεως της αυτής Σχολής».

Με το από 8/20 Ιανουαρίου 1837 Β.Δ. εγκρίθηκε να χορηγείται από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο εν Κορίνθιο δημοσυντήρητο Ελληνικό Σχο­λείο, μηνιαία βοήθεια 150 δρχ.

Σ’ αυτό φοίτησαν πολλοί μαθητές και μάλιστα ξένοι από γειτονικές περιοχές και προόδευσε πάρα πολύ. Πράγματι στις εξετάσεις που διενερ­γήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1837 εξετάστηκαν συνολικά και στις τρεις τάξεις 44 μαθητές (7 Γ’, 18 Β’ και 19 Α’). Απ’ αυτούς 25 ήταν Κορίνθι­οι. Η Σχολή αυτή κινδύνευσε να διαλυθεί, γιατί οι δημότες ήταν λίγοι και άποροι και δεν ήσαν σε θέση να συνεισφέρουν τις υπόλοιπες 150 δραχμές κατά μήνα, που είχαν συμφωνήσει. Γι’ αυτό το Δημοτικό Συμβούλιο Κωνσταντίνος Δημητριάδης Δήμαρχος, Γεώργιος Νοταράς Πρόεδρος και μέλη Σταύρος Νικολάου, Σταύρος Καμπερόπουλος, Ν. Αρβανιτάκης, Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλος και ο πρωτοκολλιστής Αναγνώστης Κοκορώπης με την 36/11.9.1838 πράξη του ομόφωνα αποφάσισε α) να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στο βασιλιά, ότι μπόρεσε να συνδράμει την Ελληνική Σχολή με 150 δρχ. κατά μήνα, β) να συμπεριλάβει και τη σχολή αυτή, που ήταν σχολή όλης της Επαρχίας στις διατηρηθησόμενες με δαπάνη της Κυ­βερνήσεως και γ) να συνεισφέρει «του λοιπού ως μέχρι σήμερον τας 150 δραχμάς κατά μήνα, να ευαρεστηθή να συμπληρώση και τα ελλείποντα εις την διατήρησιν αυτής κατά τον περί Ελληνικών Σχολείων εκδοθησόμενον οργανισμόν».

Επίσης οι επίτροποι της Σχολής Αριστείδης Ρένδης και Σταύρος Νι­κολάου με το από 3 Ιουλίου 1839 έγγραφό τους ζήτησαν από το Υπουρ­γείο την εξ ολοκλήρου, 300 δρχ. μηνιαίως, πληρωμή του μισθού του «κατά πάντα λόγον αξιέπαινου Σχολάρχη Χαράλ. Παμπούκη» γιατί διαφορετικά θα διαλυθεί η σχολή, επειδή οι δημότες ήσαν λίγοι και οι γονείς των μα­θητών αδυνατούσαν να πληρώσουν τις υπόλοιπες 150 δρχ. κατά μήνα.

Σημειώνουμε, ότι από το έτος 1834 έως το 1840 ο δήμος Κορίνθου αποτελείτο από την Κόρινθο, Εξαμίλια, το Περιγιάλι και τις Κεχρεές. Είχε συνολικά 216 οικογένειες και 825 κατοίκους. Την περίοδο αυτή είχαν συσταθεί και οι δήμοι: α) Αιγιαλείας με πρωτεύουσα το Τρανό Ζευγολατειό και περιελάμβανε τα χωριά Κυπαρίσσι, Χασάναγα (Βοχαϊκό), Χατζή Μου­σταφά (Ευαγγελίστρια), Ιμπραΐμπεη (Κρήναι), Βέλλον και Πουλίτσα. Είχε 199 οικογένειες και 811 κατοίκους και β) Απίας με πρωτεύουσα τα Βραχατέϊκα. Περιελάμβανε και τα χωριά Άσσο, Μπόσνα και Αζίζι, Βαλίδι και Βαρελλά, Κοκκώνι και Νεράντζα με 152 οικογένειες και 579 κατοίκους.

Οι τρεις αυτοί δήμοι το 1840 συγχωνεύτηκαν σε ένα, στο δήμο Κο­ρίνθου Β’ τάξεως. Μέχρι το 1912 περιελάμβανε τα χωριά που ανήκουν σή­μερα στους τέσσερις δήμους α) Κορίνθου, β) Άσσου – Λεχαίου, γ) Βόχας και δ) Ζευγολατειού, εκτός από το χωριό Στιμάγκα που ανήκε στο δήμο Νεμέας.

Ο Σχολάρχης Χαρ. Παμπούκης με την από 9 Ιουλίου 1839 αναφο­ρά του παρακαλούσε το Υπουργείο «να ευαρεστηθή ν’ αναγνώριση την σχολή ταύτην, ως σχολήν όλης της επαρχίας, και να την μισθοδοτή ολο­σχερώς εκ του Δημοσίου, τουλάχιστον ως ώριζε την ιδική μου μόνον μισθοδοσίαν, διότι άλλως είναι αδύνατον, ως πολλάκις ερρέθη, να διατηρηθή η Σχολή αυτή».

Ο Παμπούκης υπηρέτησε στο Σχολαρχείο Κορίνθου από 17.12.1836 μέχρι το 4/16 Σεπτεμβρίου του 1841, οπότε μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας.

Επειδή υπήρξε φιλόπονος και ενθουσιώδης Εκπαιδευτικός και δια­κρινόταν για την ευρεία φιλολογική και φιλοσοφική του μόρφωση, τις ευγενείς ιδέες, τα υψηλά φρονήματα, τον αγνό πατριωτισμό του και την με­γάλη αφοσίωση στην αποστολή την οποία είχε αναλάβει να μορφώσει την σπουδάζουσα νεολαία, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά βιογρα­φικά στοιχεία.

Γεννήθηκε το 1805 στην Κωμόπολη Χαλκιάνικα του δήμου Νωνάκριδος της Επαρχίας Καλαβρύτων. Ήταν αδελφός του Ιερομόναχου Νικηφό­ρου Παμπούκη, γνωστού Διδασκάλου, φιλικού και αγωνιστή κατά τον Εθνικό αγώνα του 1821.

Μαθήτευσε κατ’ αρχάς σε διάφορα Σχολεία της Ελλάδος υπό την επί­βλεψη του αδελφού Νικηφόρου (το 1815 στο Σχολείο Άργους, και από το 1815-19 ιδιωτικώς στην Ύδρα). Το Νοέμβριο του 1819 καταδιωκόμενοι αυτός και ο αδελφός του Νικηφόρος από τους Τούρκους κατέφυγαν στην Πίζα της Ιταλίας. Στο εκεί Πανεπιστήμιο, σπούδασε φιλοσοφία και κλασ­σική φιλολογία μέχρι τον Ιούλιο του 1824.

Εκεί γνωρίστηκε δια μέσου του αδελφού του με τους φιλικούς Τσα­κάλωφ και Αναγνωστόπουλο. Αγωνίστηκε με την πολυάριθμο οικογένεια των αδελφών του και άλλων συγγενών τον κοινόν υπέρ πατρίδος αγώνα. Για την δράση του τι­μήθηκε με το «αργυρούν νομισματόσημον» στις 20 Μαΐου 1843 (ΓΑΚ Αρι­στεία Φ 181).

Διετέλεσε Διευθυντής των Ελληνικών Σχολείων Αίγινας 1827-29, Άμφισ­σας 1829-31, Καλαβρύτων 1832-35, Πατρών 1835-1837, Κορίνθου 1837 έως Σεπτέμβριο 1841.

Μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας και δίδαξε μέχρι το 1844, οπότε προήχθη σε Γυμνασιάρχη του ιδίου Γυμνασίου, το οποίο διεύθυνε 18 χρό­νια μέχρι το Σεπτέμβριο του 1862, οπότε παραιτήθηκε της υπηρεσίας.

Συνέγραψε διάφορα βιβλία, μεταξύ των οποίων Γραμματική και το περί Ρητορικής και Ρητορείας περισπούδαστο βιβλίο του. Διεκρίνετο για τη δεινή ευγλωττία του, όπως ο αδελφός του Νικηφόρος. Ήταν δημότης του δήμου Σικυώνος και η οικογένειά του διέμεινε στο Κιάτο. Απεβίωσε στο Ναύπλιο το 1878.

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου μετά τον Χαρ. Παμπούκη και μέχρι το Σχολικό έτος 1857-58 υπηρέτησαν οι Ελληνοδιδάσκαλοι: Οικονομίδης Ιωάννης, Ολύμπιος Χαράλαμπος, Μυρτίλος I. Στέφανος, που μετατέθηκε από το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων, Δημητρίου Ιωάννης, Αντωνιάδης Αντώνιος και από το Σχολικό έτος 1852-53 μέχρι και το Σχολικό έτος 1857-58 ο Αποστολίδης Γεώργιος.

 

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1857-58

 

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των δημοσίων εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο του 1858 αναγράφονται ότι:

α) Διευθυντής του Ελληνικού Σχολείου ήταν ο Γ. Αποστολίδης.

β) Γράφτηκαν 53 μαθητές ηλικίας 10-19 ετών. Απ’ αυτούς οι 38 ήταν ηλικίας 13-16 ετών.

γ) Κατάγονταν από την Κόρινθο 22 και 5 από τα χωριά του δήμου (3 Ζευγολατειό και 2 από το Χασάναγα (Βοχαϊκό). Οι υπόλοιποι κα­τάγονταν από τους άλλους δήμους της Κορινθίας.

δ) Οι γονείς των μαθητών ασκούσαν κυρίως το επάγγελμα του κτηματία και γεωργού, 4 ήσαν παιδιά ιερέων.

ε) Από τους 53 μαθητές ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν οι 21.

Απουσίαζαν οι 32 (3 λόγω ασθένειας και 29 μαθητές είχαν διακόψει από της 9 Φεβρουαρίου 1858 που έγινε ο καταστρεπτικός σεισμός και είχαν πάει στα χωριά τους. Από τους 21 προήχθησαν από τάξη σε τάξη 15 και έλαβαν απολυτή­ρια 2 με βαθμό προόδου 3 κάλλιστα, 4 λίαν καλώς και 10 καλώς.

Στην έκθεσή του ο Γ. Αποστολίδης Σχολάρχης ανέφερε ότι παρέδωσε την παρελθούσα θερινή εξαμηνία ακόμη και 4 μαθήματα: (Γενική Ιστορία και Γαλλικά στην Γ’ τάξη, Νέα Διαθήκη στην Β’ και Ιερά Ιστορία στην Α’, τα οποία λόγω των περιστάσεων του σεισμού είχαν παραλειφθεί από το πρόγραμμα πού είχε υποβάλει στις 14 Απριλίου).

Επίσης ανέφερε ότι λόγω της καλοκαιρίας παρέδωσε τα μαθήματα στον Πρόναο (Χαγιάτι) της Εκκλησίας και ότι δεν είναι δυνατόν να συνε­χιστή η παράδοση των μαθημάτων στο ύπαιθρο. Παρακαλούσε να ληφθεί πρόνοια για κατάστημα και για το υλικό του Σχολείου.

Στην έκθεσή του το ένα μέλος της Εφορείας του Σχολείου Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος στο Υπουργείο ανέφερε ότι:

α) Λόγω τού σεισμού οι παραδόσεις των μαθημάτων έγιναν έξωθεν του Καθολικού Ναού της Πόλεως, στο ύπαιθρο.

β) Λόγω ελλείψεως υλικού μερικά μαθήματα παρεδόθηκαν ατάκτως.

γ) Οι περισσότεροι μαθητές 29 ανεχώρησαν από της ημέρας του σεισμού και ως εκ τούτου δεν παραβρέθηκαν στις εξετάσεις.

δ) Είναι ανάγκη να ανεγερθεί κατάστημα στην Νέα πόλη, για να μη μεί­νουν αδίδακτοι οι μαθητές το επόμενο σχολικό έτος.

ε) Είναι απολύτως αναγκαίο να συσταθεί Τακτικό (Κανονικό) σχολαρχείο στην Νέα Πόλη, καθόσον με αυτό θα προοδεύση και ο Συνοικι­σμός της Νέας Πόλεως.

Το Ελληνικό Σχολείο λόγω του σεισμού και της δημιουργίας του Συ­νοικισμού στη Νέα Κόρινθο δεν λειτούργησε από τον Ιούλιο του 1858 μέ­χρι το τέλος Νοεμβρίου 1859, επί 16 μήνες. Επαναλειτούργησε στην Νέα Κόρινθο το Δεκέμβριο του 1859 με σχο­λάρχη τον Αργύριο Γραμματά.

Ο Έπαρχος το Φεβρουάριο του 1860 ανέφερε στο Νομάρχη, ότι πα­ραβρέθηκε στις εξετάσεις της πρώτης εξαμηνίας και το αποτέλεσμα ήταν ευάρεστον, γιατί οι μαθητές αν και πριν δύο μήνες είχαν αρχίσει τα μαθή­ματα έδειξαν αρκετή πρόοδο.

Στην έκθεσή του που υπέβαλε τον Ιούλιο 1860 για το σχολικό έτος 1859 – 60 ο Αργύριος Γραμματάς ανέφερε ότι:

α) Τα μαθήματα άρχισαν το Δεκέμβριο του 1860 και η πρόοδος των μα­θητών ήταν «ου μικρά».

β) Φοίτησαν 15 μαθητές

γ) Το κατάστημα του Σχολείου ήταν άθλιο γιατί στεγαζόταν σε εργα­στήριο επίμηκες, απάτωτο, ανοικτό σε κάθε άνεμο και το χειμώνα ήταν αδύνατο να εργαστεί κάποιος σ’ αυτό. Υπέβαλε μαζί με τον κατάλογο των 15 φοιτησάντων μαθητών και το πρόγραμμα των μαθημάτων της χειμερινής εξαμηνίας του σχολικού έτους 1860 -61.

Ο Σχολάρχης Αργύριος Γραμματάς δίδασκε 21 ώρες στην Α’ τάξη τα μαθήματα.

α) Ελληνικά από τον Α’ τόμο Χρηστομάθειας Ραγκαβή και Στράβω­νος Γεωγραφικά 6 ώρες.

β) Γραμματική Γενναδίου 6 ώρες

γ) Αριθμητική Γεράκη 3 ώρες,

δ) Ιστορία Παλαιάς Διαθήκης Γενναδίου 3 ώρες και

ε) Γεωγραφία Ελλάδος και Τουρκίας I. Κοκκώνη 3 ώρες.

Και 24 ώρες τη Β’ τάξη τα μαθήματα:

α) Ελληνικά 6 ώρες,

β) Γραμματική 6 ώρες,

γ) Αριθμητική 3 ώρες,

δ) Ιστορία Νέας Διαθήκης 3 ώρες,

ε) Γεωγραφία Ευρώπης 3 ώρες και

στ) Ιστορία αρχαία (ιδίως της Ελλάδος) 3 ώρες.

Τις 45 ώρες την εβδομάδα θα δίδασκε ο Σχολάρχης από Δευτέρα ως και Σάββατο από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα.

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1860-61

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των γενικών εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο 1861 τον οποίο υπέγραψαν ο Ελληνοδιδάσκαλος Γραμματάς και τα μέλη της Εφορείας Σταύρος Καμπερόπουλος Δήμαρχος, ο Σωτήριος Κόντης ιερέας και ο Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος αναγράφονται ότι:

α) Γράφτηκαν 39 μαθητές ηλικίας 11-16 ετών. Απ’ αυτούς οι 30 είχαν ηλικία 12-14 ετών.

β) Κατάγονταν από την Κόρινθο 20 και 6 από τα χωριά του δήμου (Ζευγολατειό 3, Ιμπραΐμπεη 2, Εξαμίλια 1 και οι άλλοι από τους πλη­σιέστερους δήμους).

γ) Από τους 39 ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν 33 προήχθησαν από τά­ξη σε τάξη 26 με βαθμό προόδου 7 κάλλιστα, 11 Λίαν καλώς και 8 Καλώς.

Η Εφορευτική Επιτροπή ανέφερε στο Υπουργείο ότι:

α) Ο Σχολάρχης παρέδωσε ακόμη έκτος από τα κανονισμένα μαθήματα στη Β’ τάξη και συντακτικό.

β) Λόγω της επιμέλειας και του ευμέθοδου τρόπου διδασκαλίας του προέκυψε αποτέλεσμα που ευχαρίστησε τους δημότες, οι οποίοι εξέ­φρασαν την ευαρέσκειά τους.

γ) θεωρούσε απολύτως αναγκαίο να συσταθεί τακτικό Σχολαρχείο ή τουλάχιστον να διοριστεί, βοηθός, γιατί ο υπάρχων ελληνοδιδάσκα­λος δεν μπορεί να επαρκέσει για τη διδασκαλία 2 και 3 τάξεων, κα­θόσον ο αριθμός των μαθητών αυξάνει συνεχώς. Η σύσταση θα συν­τέλεση στην ανάπτυξη κα πρόοδο της Νέας Κορίνθου, για την οποία πάντοτε μεριμνά η Κυβέρνηση,

δ) Το κατάστημα του Σχολείου είναι εντελώς ακατάλληλο, γιατί ούτε τα απαιτούμενα δωμάτια των παραδόσεων έχει, ούτε την ανάλογη ευρυ­χωρία, γι’ αυτό είναι ανάγκη να μεταστεγαστεί. Τέλος παρακαλεί το Υπουργείο να παραχώρηση τα αναγκαία βιβλία, γιατί στερείται τοιούτων.

Τα ίδια περίπου ανέφερε και ο Έπαρχος και ζητούσε και αυτός να συσταθεί Κανονικό Σχολαρχείο με τις 3 τάξεις και τρεις Ελληνοδιδάσκα­λους γιατί στην επαρχία υπήρχαν δύο άλλα Ελληνικά Σχολεία (Τρικάλων και Ζάχολης) τα οποία κάθε χρόνο θά χορηγούν ικανό αριθμό μαθητών. Σ’ αυτό θα φοιτήσουν και μαθητές από τις γειτονικές επαρχίες ένεκα της ευκολίας της συγκοινωνίας.

Σημειώνουμε ότι το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων συστάθηκε το έτος 1840 και ήταν Διδάσκαλος ο Στέφανος I. Μυρτίλος που το 1844 μετατέθηκε στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου. Το 1846 υπηρετούσε ο Π. Γεωργιάδης και το Σχολικό έτος 1860-61 οι Γ. Στυμφαλιάδης και Σπ. Μαράτος.

Το Σχολικό έτος 1860-61 υπηρετούσε στο Ελληνικό Σχολείο Ζάχολης ο Ελληνοδιδάσκαλος Γεώργιος Σταμπόλης.

Πραγματικά συστάθηκε κανονικά Ελληνικό Σχολείο στην Νέα Κόριν­θο και το Σχολικό έτος 1863-64 υπηρετούσαν οι Κ. Λεόντιος Σχολάρχης και οι Ελληνοδιδάσκαλοι Αργ. Γραμματάς και Π. Παπαζυμούρης.

Το Σχολικό έτος 1865-66 δίδασκαν στην Γ’ τάξη ο Σχολάρχης Αργ. Γραμματάς 31 ώρες, ο Ιερώνυμος Οικονόμου στη Β’ και ο Αλ. Γεωργιά­δης, στην Α’ τάξη, από 29 ώρες. Είχε σφραγίδα με γύρωθεν τις λέξεις «ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΝ ΕΝ ΚΟΡΙΝΘΩ».

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου φοιτούσαν μαθητές που είχαν τε­λειώσει την Δ’ τάξη των δημοτικών που λειτουργούσαν στην επαρχία Κορινθίας. Το 1861 λειτουργούσαν 33 σχολεία αρρένων στους 11 δήμους και 4 κορασιών στα οποία υπηρετούσαν αντίστοιχα 33 δάσκαλοι και 4 δασκάλες. Φοιτούσαν 1641 μαθητές και 151 μαθήτριες.

Οι μαθητές που τελείωναν το Ελληνικό Σχολείο φοιτούσαν ύστερα από εξετάσεις ως επί το πλείστον στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στα Γυμνά­σια Αθηνών και Πατρών μέχρι το έτος 1873 που άρχισε να λειτουργεί το Γυμνάσιο Κορίνθου. Ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1872 και εγκαινιάστηκε παρουσία του τότε Κορίνθιου Υπουργού Εκκλ. και Δημοσίου Εκπ/σεως Ανδρέα Νοταρά.

Το Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου λειτούργησε από το Δεκέμβριο του 1836 μέχρι Ιούλιο 1858 στην Παλαιά Κόρινθο και από το Δεκέμβριο 1859 μέχρι τα τέλη του Σχολικού έτους 1927-28 στη Νέα Κόρινθο, οπότε καταρ­γήθηκε, γιατί λειτούργησε το εξαετές Γυμνάσιο. Στα 90 χρόνια της λει­τουργίας του προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην σπουδάζουσα Νεολαία της Επαρχίας Κορινθίας.

Υποσημείωση


[1] Η παρούσα ανακοίνωση είναι μέρος ολοκληρωμένης εργασίας της κόρης μου Ζωής Ξεν. Ηλία και δικής μου που έχει τίτλο «Η Εκπαίδευση στην επαρχία Κορινθίας την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και η οποία θα δημοσιευθεί μελλοντικά ολόκληρη, όπου θα αναφερθούν λεπτομερώς και οι πηγές.

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας

Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος  Α/θμιας Εκπαιδεύσεως

 «Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861»

Πρακτικά Η’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008

Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Ανάτυπο, Αθήναι, 2010

 

Read Full Post »

Οι ξύλινες πόλεις στο Stato Mar: Μεσαιωνική οικοδόμηση στο Ναύπλιο


 

Μια διαθήκη από το Ναύπλιο δεν είναι τόσο σημαντική αν συγκριθεί με τις 790 διαθήκες απ’ τη βενετσιάνικη Κρήτη, που δημοσίευσε το 1998 η Sally McKee. Αλλά είναι το μόνο έγγραφο διαθήκης από 150 χρόνια βενετσιάνικης κυριαρχίας στο Ναύπλιο, η διαθήκη δηλαδή του Giovanni Cavaza το 1405 και σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα μας προσφέρει σημαντική πληροφόρηση για το μεσαιωνικό Ναύπλιο και, κατ’ επέκταση, για άλλες βενετσιάνικες πόλεις στην Ελλάδα.

Ο Giovanni Cavaza υπήρξε castellan στο Ναύπλιο τουλάχιστον μεταξύ 1400 και 1405, η δεύτερη υψηλότερη θέση στην πόλη. Ήταν Βενετσιάνος έμπορος, κάτοικος Ναυπλίου και είχε διοριστεί στη θέση του castellan όπου συνήθως διοριζόταν κάποιος σταλμένος από τη Βενετία. Ο castellan του Ναυπλίου είχε προϋπολογισμό περίπου 500 δουκάτα το χρόνο. Ήταν υπεύθυνος για την άμυνα της πόλης, είχε αστυνομικά καθήκοντα για την ασφάλεια του κάστρου, την λειτουργία της φυλακής και τις εκτελέσεις. Υποχρέωνε «τους ξένους» και τους ναυτικούς να κοιμούνται έξω από την πόλη τη νύχτα, κανόνιζε τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, τις ταβέρνες και τις αγορές, έκλεινε μαγαζιά και εργαστήρια τις αργίες, επέτρεπε να φέρουν όπλα στην πόλη, επέβλεπε τις συντεχνίες, τιμωρούσε παράνομες ρίψεις σκουπιδιών και εξέδιδε οδηγίες, που ανακοινώνοντο στην αγορά «in latino et greco». Εκτός από τα 500 δουκάτα, τα οποία απευθύνοντο στους μισθούς υπαλλήλων και έξοδα, ο castellan συνέλλεγε εισφορές από ταβερνιάρηδες, μαγαζάτορες και φυλακισμένους.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Ο Cavaza αναφέρεται σε δύο σύντομα έγγραφα του 1400, όπου το Senato Mar παίρνει αποφάσεις για την επισκευή του σπιτιού που υπήρχε για τον castellan. Τα έγγραφα αυτά κάνουν οξείες παρατηρήσεις για την «ruritura» του σπιτιού και του κάστρου και για κάποιον, ο οποίος δεν είχε τόπο να στεγάσει την οικογένειά του. Ο podestá Albano Contarini (1399-1401), που είχε παίξει σημαντικό ρόλο (πετυχαίνοντας το Ναύπλιο για τη Βενετία και κατόπιν υπερασπιζόμενος το Άργος εναντίον της επίθεσης του Θεοδώρου του ΙΙ, Δεσπότη του Μορέα), είχε γράψει στο Senato Mar αρκετά γράμματα για σοβαρές επισκευές, που ήταν απαραίτητες, μέχρις ότου ο Cavaza έκανε μια πρόταση, που οδήγησε σε απόφαση. Ο Cavaza είχε προτείνει να καλύψει τα μισά έξοδα ανοικοδόμησης της επίσημης κατοικίας του. Από τη  λίστα των ξύλων, που αναφέρεται σε κάποιες από τις παρακάτω κατοικίες, δηλαδή του βαΐλου και του capetano στο Negroponte, όπου η βροχή έμπαινε μέσα απ’ τη στέγη, τα ξύλα είχαν σαπίσει κι έσταζε παντού, φαίνεται ότι η κατοικία του castellan χρειαζόταν ακόμα περισσότερες επισκευές.

Το Senato Mar παραθέτει έναν κατάλογο υλικών για την επισκευή του σπιτιού και του πύργου της Παναγίας, καθώς και 200 δουκάτα για τη διαχείριση, άλλα 200 για τη μεταφορά χώματος και για χειρωνακτικές εργασίες και έδωσε στον Cavaza εξαίρεση φόρου για την εισαγόμενη ξυλεία για το δικό του μισό. Επομένως, το σπίτι του castellan έπρεπε να χτιστεί με ένα τυποποιημένο σχέδιο και αποτελείτο κυρίως από ξύλο, τουλάχιστον πάνω από το ισόγειο, και όχι από πέτρα, όπως θα μπορούσαμε να περιμένουμε και όπως είναι τα ύστερα βενετσιάνικα σπίτια του Ναυπλίου του 17ου αιώνα. Μια περιγραφή για τη Μεθώνη στα τέλη του 15ου αιώνα δείχνει πώς θα μπορούσε να είναι το ξύλινο σπίτι του castellan στο Ναύπλιο: Δεν είδα ούτε σπίτια ούτε παλάτια άξια περιγραφής. Έχει πολλά σπίτια αναλόγως του μεγέθους του, κολλημένα το ένα στο άλλο… Τα περισσότερα απ’ τα σπίτια τους, μεγάλα ή μικρά, είναι χτισμένα από ξύλο.

Η αχυρένια σκεπή του Cavaza μας εκπλήσσει κάπως, αλλά όχι και τόσο, σε μια πόλη με οικονομικές δυσκολίες, χωρίς πηλό για τούβλα, καύσιμη ύλη ή ικανές μεταφορές.

Παρόλα αυτά η εικόνα των ξύλινων σπιτιών με αχυρένιες σκεπές αλλάζει ριζικά την εικονική παραδοχή της μεσαιωνικής Ελλάδας και θα έπρεπε να μας θυμίζει ότι το Stato Mar πρέπει να θεωρείται με βενετσιάνικους παρά με ελληνικούς όρους.

Τα χρόνια αμέσως μετά τούτο το έγγραφο, μεγάλες ποσότητες ξυλείας εστάλησαν στην Ελλάδα από τους Βενετσιάνους. Το 1402 ένα φορτίο ξυλείας εστάλη στην Κέρκυρα για επισκευές του κάστρου. Το 1404 1.000 πάσσαλοι εστάλησαν στο Άργος για μία κατασκευή στο κάστρο, που λεγόταν Garland (γιρλάντα).

Διάφορες πηγές μας αποδεικνύουν ότι όταν το Senato Mar έχτιζε στο Stato Mar τούτο ήταν σε αντίδραση για διάφορες κρίσεις. Τα υπόλοιπα άμεσα χρόνια το κάστρο του Ναυπλίου υπέστη μικροεπισκευές. Το 1404 στον  Podesta Οttαviano Bono, του επιτράπη να ξοδέψει 400 χρυσά δουκάτα για επισκευές στον πύργο της κυρίας πύλης του Castel dei Franchi, έναν τοίχο και τις δεξαμενές της πόλης. Προφανώς ξόδεψε μόνο 300 υπέρπυρα, διότι το 1406 ο podestá Franco Cocco έλαβε εντολή να ξοδέψει κι άλλα 700 για επισκευές στα τείχη και 150 υπέρπυρα στο παλάτι του, το οποίο ήταν ερειπωμένο. Το 1409 ο τοίχος στο Castel dei Franchi αναφέρθηκε ερειπωμένος και 500 υπέρπυρα (100 δουκάτα) εγκρίθηκαν για επισκευές. Άλλες επισκευές έγιναν το 1412 και το 1422.

Φυσικά υπήρχαν και μεγαλοπρεπή παλάτια στις βενετσιάνικες αποικίες, π.χ. στην Κάντια, στον Χάντακα της Κρήτης, ενώ πολλά έγγραφα αναφέρουν το Palazzo των Provveditori του Ναυπλίου και της Μεθώνης. Βέβαια τα μέγαρα αυτά του Ναυπλίου δεν συγκρίνονται με εκείνα της Βενετίας, μόλο που στο Ναύπλιο είχαν μία loggia, έστω και ξύλινη.

Υπάρχουν όμως κάποιες υποψίες ότι το Ναύπλιο θα έπρεπε να έχει λίγα πέτρινα σπίτια. Ο Cavaza είχε χτίσει κι ένα άλλο σπίτι, διότι στη διαθήκη του αναφέρει ένα σπίτι στο Burgo, δηλαδή το μέρος της πόλης εκτός των τειχών. Τούτο είναι σημαντικό, διότι όσοι έγραψαν για το Ναύπλιο θεωρούσαν ότι δεν υπήρχαν κτίσματα εκτός του κάστρου μέχρι τα έργα επιχωμάτωσης μετά το 1500. Η διαθήκη του Cavaza παρέχει πληροφόρηση ότι στο Ναύπλιο η οικοδόμηση έλαβε χώρα τουλάχιστον 200 χρόνια πριν από τις χρονολογίες που προβάλλονται συνήθως.

Τον Αύγουστο του 1405 ο castellan Cavaza ήταν άρρωστος και κάλεσε τον συμβολαιογράφο Lorenzo Bono να συντάξει τη διαθήκη του. Ο Bono ήταν τότε cancellier του Ναυπλίου, δηλαδή αρχειοφύλακας της επίσημης αλληλογραφίας και των οικονομικών. Ο Cavaza ζήτησε από τη σύζυγο και τον podestá του Ναυπλίου να είναι εκτελεστές της διαθήκης του και ζήτησε να μοιράσουν 100 δουκάτα «inter pauperes et miserabiles personas», μια συμβατική διάταξη. Άφησε 100 υπέρπυρα στο Σταμάτη, γιο του αποθανόντος Γιάννη, δουλοπάροικού του και άλλα 100 υπέρπυρα στους servicial και τις δουλοπάροικούς του ως προίκα τους. Ο Cavaza αφήνει τα λινά και μάλλινα στη γυναίκα του, καθώς και τα χρήματα, ασημικά, κοσμήματα, έπιπλα και ρούχα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να έχει, με υπολογιζόμενη αξία των πάντων σε 900 δουκάτα. Και τούτο ζητώντας από τη Μαρία να παραμείνει χήρα και να ζήσει ηθικά και τίμια. Εάν δεν γινόταν έτσι, η κληρονομία θα πήγαινε στην αδελφή του Magdalena de Finctis και μετά απ’ αυτήν στον Consangineus Ser Andreolimus Detartomis και στους γιους του. Επίσης  δηλώνεται ότι το σπίτι στο Borgo ανήκει στη γυναίκα του, παρόλο που είχε ξοδέψει πολλά χρήματα δικά του.

Η Diana Wright παραθέτει το πλήρες κείμενο της διαθήκης, όπου η γλώσσα είναι τα ύστερα λατινικά του συμβολαιογράφου με βενετσιάνικα ιταλικά.

 

Diana Gilliland Wright, «Studi Veneziani A cura dell’Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano e dell’Istituto “Venezia e l’Oriente” della Fondazione Giorgio Cini N.S. XL (2000), PISAROMA.

Μετάφραση: Γιώργος Ρούβαλης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Εθνεγερσία του Μάρτη 1821: Τρεις Επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα – Στέλιου Αλειφαντή & Σέργιου Ζαμπούρα


 

Το 1901 ο Δ. Γρ. Καμπούρογλου εξέδωσε, με δική του εισαγωγή και σχολιασμό («Εισαγωγικά Μελετήματα»), το «Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα», το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είχε ο ίδιος εντοπίσει ένα χρόνο νωρίτερα, καταχωνιασμένο στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης όπου και εργαζόταν ως επιμελητής. Το πλούσιο και πολύτιμο αυτό υλικό περιλαμβάνει τρείς επιστολές, [1] που ο Ιωάννης Καποδίστριας έγραψε προς τον συμπατριώτη του, επτανήσιο Διονύσιο Ρώμα, τον χειμώνα και την άνοιξη του 1821. Κομιστές των επιστολών ήταν έμπιστοι άνθρωποι του Καποδίστρια, οι Σπυρίδωνας Ναράντζης, Πρόξενος της Ρωσίας στη Βενετία και ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, διερμηνέας του ρωσικού Προξενείου στη Πάτρα. Την περίοδο εκείνη, ο Καποδίστριας, γραμματέας επικρατείας (υπουργός) επί των Εξωτερικών του αυτοκράτορα/τσάρου της Ρωσίας Αλέξανδρου, βρισκόταν στο Laibach (σημερινή Ljubljana της Σλοβενίας), όπου λάμβανε χώρα μία από τις διπλωματικές Διασκέψεις των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Ρώμας, παλαιός πολιτικός του συνεργάτης από το 1803 [2] στην «Επτάνησο Πολιτεία» (1800-1807), ήταν αυτοεξόριστος στην Βενετία, διεξάγοντας αγώνα ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλλει στα Επτάνησα (1816-1823) ο άγγλος ύπατος αρμοστής, λόρδος Thomas Maitland.

Η μελέτη των συγκεκριμένων επιστολών και άλλων συναφών υπομνημάτων είναι εξόχως διαφωτιστική, αποκαλυπτική θα μπορούσε κανείς να πει, για την πραγματική στάση, τον αποφασιστικό ή και, τολμούμε να υποθέσουμε, ηγετικό ρόλο του, κατά μία έκφραση χαρακτηριστική για τις δυτικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις, «διαβόητου» («infamous» [3]) Ιωάννη Καποδίστρια, στην Επανάσταση του Μάρτη 1821 και, ειδικότερα, στην προετοιμασία της έκρηξής της. Καθιστούν, κατά την άποψή μας, σαφές και προφανές, τα κείμενα αυτά, ότι η συμβολή του Καποδίστρια, δεν περιοριζόταν στην, εν πολλοίς αποτελεσματική, διπλωματική αποτροπή της επαπειλούμενης συλλογικής ευρωπαϊκής καταδίκης της, ή και του κινδύνου η «Ιερά Συμμαχία» να συνέδραμε στρατιωτικά, όσο και διπλωματικά, τους Οθωμανούς στην προσπάθειά τους να καταπνίξουν στο αίμα την επανάσταση. [4] Τα υπομνήματα και οι επιστολές του ανθρώπου, παρέχουν ισχυρά τεκμήρια, ότι, στη πραγματικότητα, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν ένας  αμέτοχος διπλωματικός παρατηρητής, αλλά ένας ένθερμος υπέρμαχος ελληνικού ξεσηκωμού, άριστος γνώστης και μέτοχος όχι μόνο των διπλωματικών διεργασιών αλλά και των προεπαναστατικών διεργασιών που οδήγησαν στην ένδοξη εκείνη άνοιξη του 1821. Σε μερικά από τα τεκμήρια ή τις ενδείξεις αυτές, εστιάζουμε εδώ την προσοχή μας.

 

Η ευρωπαϊκή πολιτικο-διπλωματική συγκυρία

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Προτού ασχοληθούμε με τις προς Ρώμα επιστολές, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ορισμένα ειδοποιά χαρακτηριστικά ή βασικές τάσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων της εποχής. Ήταν μια εποχή, κατά την οποία οι απανωτές επαναστατικές εκρήξεις φιλελεύθερων και εθνικών κινημάτων, στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και στις χώρες υπό τον οθωμανικό ζυγό, καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή έως αδύνατη την μετα-ναπολεόντεια «Συννενόηση των Δυνάμεων» (Concert of Powers) – Αγγλίας, Αυστρίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Πρωσίας. [5]

Η αναζωογόνηση της «Συμμαχίας» αυτής, ήταν βασική επιδίωξη του ρώσου τσάρου Αλέξανδρου στις διπλωματικές Διασκέψεις που με δική του πρωτοβουλία συνεκάλεσε στο Troppau (Φθινόπωρο 1820) και το Laibach (Ιανουάριος-Μάιος 1821). Στη πράξη, ωστόσο, οι Διασκέψεις αυτές, στις οποίες η Αγγλία και η Γαλλία απέστειλαν μόνον παρατηρητές, ήταν συνάξεις της «Ιεράς Συμμαχίας» (Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας) και εξυπηρετούσαν τελικά μόνο τις επιδιώξεις του αυστριακού Υπουργού Εξωτερικών, Μέττερνιχ: Την αναγωγή, δηλαδή, της βίαιης καταστολής των επαναστατικών κινημάτων σε θεμελιώδη «αρχή» της ευρωπαϊκής διπλωματίας («Πρωτόκολλο Troppau», Νοέμβριος 1820) και την ευρύτερη ευρωπαϊκή αποδοχή τετελεσμένων, όπως η καταστολή του κινήματος των καρμπονάρων στο ιταλικό Βασίλειο της Νεάπολης, τον Ιανουάριο του 1821.

Η, παρά τις επίπονες προσπάθειες του Καποδίστρια, ρυμούλκηση του τσάρου στην αυστριακή πολιτική, υπήρξε πρόσκαιρη μόνο επιτυχία του Μέττερνιχ, από τον οποίο είχε εγκαίρως φροντίσει να αποστασιοποιηθεί ο κατά τα άλλα ιδεολογικά συγγενής του, συντηρητικός Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, λόρδος Castlereagh.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Πορτραίτο του Klemens von Metternic, αγνώστου, μεταξύ 1835-1840.

Η εμμονή του Μέττερνιχ «να γενικεύσει» την αρχή των επεμβάσεων, έγραφε ο Castlereagh, ήδη τον Μάιο του 1820, «και να την καταστήσει σύστημα [διεθνών σχέσεων] ή να την επιβάλλει ως υποχρέωση [των ευρωπαϊκών Δυνάμεων], είναι ένα σχέδιο απολύτως ανεφάρμοστο και ανάρμοστο» (“… a Scheme utterly impracticable and objectionable…”). [6] Τον Νοέμβριο 1820, απέστειλε οδηγίες προς όλες τις αγγλικές πρεσβείες, γιά αποχή από κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευση, επί τη βάσει της «αρχής» της ένοπλης επέμβασης τους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Όπως διείδε ο Καποδίστριας, ήταν οι οδηγίες αυτές του Castlereagh που σηματοδότησαν την διάλυση, ουσιαστικά, της μεταναπολεόντιας «ευρωπαϊκής συμμαχίας όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στο Αάχεν».[7] Εφεξής, οι συννενοήσεις θά γίνονταν ανάλογα με την περίσταση, ad hoc, μεταξύ δύο ή περισσότερων δυνάμεων. Ακριβώς σ’ αυτό το πλαίσιο συνεννοήσεων, ο διάδοχος του Castlereagh, George Canning, θα επιφέρει λίγο αργότερα  το τελειωτικό χτύπημα στον Μέττερνιχ και στο «μαλακό υπογάστριο» της «Ιεράς Συμμαχίας»: Το «ελληνικό ζήτημα», που κατέστη βάση μιας μερικής αγγλο-ρωσικής επαναπροσέγγισης δια της οποίας επήλθε ο απεγκλωβισμός της Ρωσίας από την πολιτική Μέττερνιχ. Από αγγλική σκοπιά, βέβαια, η«κονιορτοποίηση» της Ιεράς Συμμαχίας διά της «λύσης» του «ελληνικού ζητήματος»,  μέσα από ένα νέο ρωσο-τουρκικό πόλεμο, που, όμως, δεν θα κατέληγε σε ρωσικό έλεγχο των Στενών, συνιστούσε έναν άλυτο ακόμα γρίφο της περίτεχνης διπλωματίας του Canning. [8]

Εν μέσω αυτών των ευρωπαϊκών πολιτικο-διπλωματικών διεργασιών, ο μέχρι πρότινος Στρατηγός του αυτοκρατορικού ρωσικού στρατού, ο Εθνεγέρτης της νεώτερης Ελλάδας, πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, κήρυξε στις 24 Φεβρουαρίου 1821, από το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, την Επανάσταση, σπέρνοντας τον πανικό στην Υψηλή Πύλη και όχι μόνο, με τον ισχυρισμό του ότι οι Έλληνες σύντομα θα έβλεπαν και μία «Κραταιά Δύναμη» να «υπερασπίζεται τα Δίκαιά» τους. Είκοσι μέρες αργότερα ξεσπούσε η Επανάσταση και στον Μοριά.

 

Καποδίστριας και Υψηλάντης

 

Όπως σημειώνει ο Καποδίστριας στο γνωστό υπόμνημά του 1826 προς τον διάδοχο του Αλέξανδρου, τσάρο Νικόλαο, ένα επίσημο διπλωματικό έγγραφο που ορισμένοι, εσφαλμένα, θεώρησαν «αυτοβιογραφία», ο Αλέξανδρος δεν δίστασε να αποκηρύξει «το εγκληματικό κίνημα των Εταιριστών όπως, επίσης και να καταδικάσει τις πράξεις του πρίγκιπα Υψηλάντη». Για να προσθέσει, ο Καποδίστριας, ευθύς αμέσως: «…Όμως, ούτε η έντονη αποδοκιμασία ούτε και όποια άλλη ενέργεια θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία της επανάστασης…».

Ο Καποδίστριας, ούτε τότε, ούτε αργότερα, θέλησε να μιλήσει ανοικτά και με σαφήνεια «περί του Υψηλάντη, περί της Εταιρείας του και του τρόπου με τον οποίον ήρχισεν η Επανάστασις». [9] Επέμεινε, βέβαια, στο ότι «ποτέ» ο ίδιος «δεν ενέκρινε το επιχείρημα του Υψηλάντη» και «την αναρχίαν και κακοήθειαν των οπαδών του». [10] Τι ακριβώς δεν ενέκρινε, ωστόσο; Όχι, βεβαίως, «το μέγα και γιγαντιαίον της ελευθερίας μας επιχείρημα», αλλά «τον τρόπον με τον οποίον ήρχισε… χωρίς όπλα, χωρίς πολεμικάς έξεις, χωρίς επιστήμονας στρατιωτικούς, χωρίς χρήματα, και το χειρότερον γέμοντες από τα ελαττώματα πολλών αιώνων δουλείας…». [11] Το μυστήριο της συνεργασίας ή διαφωνίας Υψηλάντη-Καποδίστρια δεν επιλύεται ούτε από τα όσα ο Υψηλάντης φέρεται να είχε εκμυστηρευθεί σε δικούς του ανθρώπους, ότι δηλαδή ο ίδιος είχε έγκαιρα και διεξοδικά ενημερώσει τον Καποδίστρια για το όλο εγχείρημα, τον Μάϊο ή Ιούνιο 1820, ότι ο Καποδίστριας «επεδοκίμασε με ενθουσιώδη λόγια την πατριωτική επιθυμία του νεαρού του φίλου, που ήθελε να θυσιάσει την ζωή του για την ευτυχία της πατρίδας του» και ότι, ακόμα, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε την προς τα έξω προβολή και καλλιέργεια της εντύπωσης ότι ο τσάρος ευνοούσε και υποστήριζε τα επαναστατικά σχέδια. [12] Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο Αλέξανδρος γνώριζε για την υπόθεση πολύ λιγότερα πράγματα απ’ όσα γνώριζε ο Καποδίστριας. [13]

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.

Στο υπόμνημα του 1826, ο Καποδίστριας αναφέρεται σε μία παλαιότερη συνομιλία του με τον Υψηλάντη, τον χειμώνα του 1819-1820 στην Πετρούπολη, όπου όταν ο στρατηγός τον ερώτησε απεγνωσμένα «Και οι ΄Ελληνες τι θα απογίνουν; Οι Τούρκοι σφάζουν και η Ευρώπη δεν προτίθεται να κάνει το παραμικρό!», ο Καποδίστριας, τον συμβούλευσε μεν ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να έχουν την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσαν ποτέ να «… εξαναγκάσουν τον [ρώσο] αυτοκράτορα να αναλάβει δράση…», αφού, ωστόσο, προηγουμένως, υπογράμμισε και τα εξής: «Όσοι Έλληνες διαθέτουν όπλα θα συνεχίσουν να αντιστέκονται στα βουνά, όπως κάνουν εδώ και αιώνες. Αν στον επικείμενο πόλεμο με τον Αλή Πασά καταφέρουν να κρατήσουν το Σούλι και άλλα τέτοια οχυρά, τότε η αντίστασή τους θα είναι μακρά. Από αυτή την θέση, την κάπως ευνοϊκή, δεν θα χρειάζεται να περιμένουν οτιδήποτε από την Ευρώπη. Αν πάλι ο χρόνος και οι εξελίξεις μεταβάλουν την υφιστάμενη κατάσταση, τότε ίσως οι νέες περιστάσεις να είναι καλύτερες για τους Έλληνες…». [14] Ο Καποδίστριας ανέπτυσσε εδώ την πρόβλεψη, εκτίμηση, ή θέση ότι οι έλληνες επαναστάτες θα συνέχιζαν την ένοπλη αντίσταση, δημιουργώντας, όπως επί γενιές ολόκληρες εδίδασκαν η Μάνη και το Σούλι, εδαφικά τετελεσμένα. Επρόκειτο για μία πολιτική θέση η οποία, σε διεθνές επίπεδο, εναρμονιζόταν με την παραδοσιακή ρωσική στάση ενθάρρυνσης των επαναστατικών θυλάκων, ως ερεισμάτων που η Ρωσία θα μπορούσε κατά βούληση να αξιοποιήσει εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το κρίσιμο στοιχείο της τοποθέτησης αυτής του Καποδίστρια, ωστόσο, έγκειτο στην εθνική, πρωτίστως, υπόστασή της, στην πεποίθησή του, δηλαδή, ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις και να μην εξαρτάται από έξωθεν υποκίνηση ή στήριξη. [15] Παρά την επίσημη θέση του και παρά τις με κάθε ευκαιρία επίσημες διαβεβαιώσεις του ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την Εταιρία των Φιλικών, ο Καποδίστριας φαίνεται εδώ να σκέφτεται και να ομιλεί περισσότερο σαν Φιλικός και λιγότερο σαν Υπουργός του ρώσου Αυτοκράτορα. Όπως δε έχει επισημάνει ο Γκριγκόρι ΄Αρς, « όλα τα γεγονότα συνηγορούν στο ότι όλες οι πράξεις της ελληνικής επαναστατικής οργάνωσης είχαν σκοπό την εθνική απελευθέρωση του ελληνικού λαού. Μεταξύ των επιδιώξεών της και των πολιτικών στόχων της τσαρικής κυβέρνησης υπήρχε πάντα μεγάλο ρήγμα, εάν όχι πραγματικό χάσμα» [16].

 

Οι προς Ρώμα Επιστολές

 

Ας έλθουμε όμως τώρα, στις προς Ρώμα επιστολές. Στην πρώτη επιστολή με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου (5 Φεβρουαρίου) 1821, o Καποδίστριας, όντας ήδη παραλήπτης αρκετών επιστολών του Ρώμα, φαίνεται ότι κρίνει απαραίτητο να τον προϊδεάσει σχετικά με τις επικείμενες επαναστατικές εξελίξεις. Τον διαβεβαιώνει ότι η μεγάλη καθυστέρηση της απάντησής του, οφείλεται αποκλειστικά στις βεβαρημένες υποχρεώσεις του και σπεύδει να τονίσει ότι, όπως θα εξηγήσει στον Ρώμα και διά ζώσης ο Ναράντζης, «μοι είναι αδύνατον να παρακολουθώ τας λεπτομέρειας ιδιαιτέρας αλληλογραφίας».

Δεν είναι γνωστό το περιεχόμενο των επιστολών Ρώμα, στις οποίες αναφέρεται ο Καποδίστριας, ωστόσο στους μήνες που προηγήθηκαν επικρατούσε οργασμός προ-επαναστατικών δραστηριοτήτων της Εταιρίας των Φιλικών στον Μοριά όπου το μέγα ζήτημα προβληματισμού ήταν ο χρόνος και ο τόπος έναρξης της επανάστασης. Ήδη τον Αύγουστο του 1820, επιστρέφοντας από προηγηθείσα επαφή του με τον Καποδίστρια, ο Φιλικός Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, διερμηνέας στο ρωσικό προξενείο της Πάτρας, συνάντησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στην Οδησσό και του μετέφερε την άποψη των πελοποννήσιων προεστών, ότι για να προλάβουν τις οθωμανικές προετοιμασίες καταστολής της, έπρεπε να επισπευτεί η έκρηξη της επανάστασης και ότι τούτο να γίνει όχι στον Μοριά αλλά στις Ηγεμονίες, ως αντιπερισπασμός αλλά και για να δημιουργηθεί ευκαιρία ρωσικής επέμβασης.[17] Τον Οκτώβριο 1820, για την στρατιωτική προπαρασκευή του Αγώνα, ο Αλ. Υψηλάντης έστειλε τον Περραιβό και τον Παπαφλέσσα στη Πελοπόννησο. 

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

Ο Ρώμας, όντας έφορος της Εταιρίας των Φιλικών στην Ζάκυνθο σε στενή επικοινωνία με τον Μοριά, θα γνώριζε αυτές τις διεργασίες και είναι εύλογο  να υποθέσουμε ότι ζητούσε τις απόψεις του Καποδίστρια γι’ αυτές. Ο Καποδίστριας τον παρέπεμψε στον «κύριο Κόμη Συγούρο» που «θα σας είπη, όσα τω έγραψα σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος μας», πληροφορώντας τον ότι και ένας ακόμα έμπιστός του «ο Ναράντζης θα συμμετάσχη της συνδιαλέξεώς σας».  Δεν γνωρίζουμε τι συγκεκριμένα είχε γράψει ο Καποδίστριας στον Συγούρο και τι ο τελευταίος μετέφερε στον Ρώμα «σχετικώς προς τα συμφέροντα της ατυχούς Πατρίδος».  Όμως σ’ αυτήν την πρώτη επιστολή ο Καποδίστριας ενθαρρύνει τον Ρώμα και τον διαβεβαιώνει για την ανάγκη σταθερότητας στην εκπλήρωση του εθνικού σκοπού, για τον οποίο εργαζόταν ο Ρώμας όντας, ήδη από Απρίλιο 1819, μυημένος στην Εταιρία των Φιλικών από τον Αριστείδη Παππά.[18] Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο 1818, ο Παππάς, στη Κέρκυρα,  γνωρίζουμε ότι είχε μυήσει στην Εταιρία των Φιλικών τον Βιάρο Καποδίστρια, αδελφό του Ιωάννη.[19] Φιλικός – και μάλιστα Έφορος της Εταιρίας στην Κέρκυρα – να θυμίσουμε επίσης, ήταν και ο άλλος αδελφός, Αυγουστίνος Καποδίστριας.[20] Στα Επτάνησα, είχαν μυηθεί στην Εταιρία και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όπως και άλλοι μωραΐτες οπλαρχηγοί που, την άνοιξη του 1819, μετά από συνεννόηση Αυγουστίνου Καποδίστρια-Ρώμα, συναντήθηκε στην Κέρκυρα με τον Ιωάννη Καποδίστρια.[21] Στην επιστολή της 24ης Ιανουαρίου 1821, ο Καποδίστριας ενεθάρρυνε τον ζακύνθιο Φιλικό να έχει «Υπομονή, Εγκαρτέρησις και Θάρρος… Ας είμαστε σταθεροί εις την απόφασιν να εκπληρώσωμεν τα καθήκοντα ημών προς την Πατρίδα…»

Ο Καποδίστριας έγραψε την δεύτερη επιστολή του προς το Ρώμα, με ημερομηνία 6/18 Απριλίου 1821, αφού έχει ξεσπάσει η Επανάσταση, στην Μολδοβλαχία, το Μοριά, από κοντά και στη Στερεά. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της προηγηθείσης επιστολής του Ρώμα. Ωστόσο από την απάντηση του Καποδίστρια και τις συσχετίσεις με τα συμβάντα της περιόδου μπορούμε να υποθέσουμε ότι, πιθανόν, ο Διονύσιος Ρώμας να ζητούσε νέα παρέμβαση του Καποδίστρια στον τσάρο υπέρ της επανάστασης, αλλά και ότι, επιπρόσθετα,   στην δική του επιστολή προέβαλε αντιρρήσεις που εξέφραζε κυρίως ο υπό τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο [22] κύκλος της Πίζας και Προεστοί για την ηγεσία Υψηλάντη.

Η ουσία των θέσεων που εξέφραζε τότε ο Ιγνάτιος και τις οποίες υιοθετούσε και ο Ρώμας, ήταν η πεποίθησή τους ότι απόλυτη και αναγκαία προϋπόθεση της επανάστασης ήταν η εξωτερική στήριξή της και ότι η επανάσταση μπορούσε και έπρεπε να ξεκινήσει, τότε μόνο όταν αυτό θα επέτρεπαν και θα το επέβαλαν συμφέροντα και αποφάσεις Μεγάλων Δυνάμεων. [23] Η αντίληψη αυτή της διαρκούς αναζήτησης «προστάτιδων δυνάμεων», συγκρούονταν με την πραγματικότητα της διαφοροποίησης των επιδιώξεων των ελλήνων επαναστατών και των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Ωστόσο, στη περίπτωση του Ιγνάτιου, ή του Ρώμα, η πραγματικότητα δεν οδήγησε σε ουσιαστική αναθεώρηση της αντίληψης αυτής της διαρκούς αναζήτησης προστασίας, αλλά απλά και μόνο σε έναν, ούτως ειπείν, διεθνή αναπροσανατολισμό της εξάρτησης, από την Ρωσία στην Αγγλία, σ’ αντίθεση με τον Καποδίστρια που κράτησε αποστάσεις από την ρωσική διπλωματία. [24] 

Ο Καποδίστριας στην επιστολή εκδηλώνει εκνευρισμό για την στάση του Ρώμα. Τον επιπλήττει γιατί δεν αντιλαμβάνεται την θεσμική ιδιότητα του Καποδίστρια στη Πετρούπολη, εκθέτοντάς τον στα μάτια του τσάρου, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις Αλέξανδρου A’ και Καποδίστρια βρίσκονταν σε τεντωμένο σκοινί. Σε κάθε περίπτωση είναι κατηγορηματικός για να μην επιτρέψει την οιαδήποτε παρανόηση όχι απλώς του Ρώμα αλλά και στην αντίληψη του οιουδήποτε άλλου που ενδεχομένως θα διάβαζε την επιστολή: «… Ζητείτε, Κόμη μου, οδηγίας από εμέ. Από ποιον; Από εμέ ως ιδιώτην, ή από εμέ ως δημόσιον άνθρωπον; Δεν πρέπει να συγχέωνται αι δύο αυταί ιδιότητες. Είναι ολίγον εκείνο, το οποίον δύναμαι ως δημόσιος άνθρωπος, περί τούτου έχετε ήδη απόδειξιν. Δεν δύναμαι να πράξω περισσότερον. Εάν μοι ήτο δυνατόν, θα το έπραττον, χωρίς να παραστή ανάγκην ωθήσεων και προτροπών ουδαμόθεν. Το λέγω αυτό και περί μέλλοντος. Οσάκις δυνηθώ να ωφελήσω την κοινήν Πατρίδα, θα το πράξω με όλην μου την ψυχήν. Η υπόθεσις της Πατρίδος είναι και θα είναι πάντοτε υπόθεσις ιδική μου. Η ιερώτερα καθώς και η προσφιλέστερα πάσης άλλης».

Στην συνέχεια αυτής, ίσως της πιο αποκαλυπτικής επιστολής ο Καποδίστριας εξηγεί με σαφήνεια – … «ως ιδιώτης» – την πολιτική του θέση έναντι της ελληνικής εξέγερσης (οι υπογραμμίσεις δικές του): « η αναγέννησις και η αληθής ανεξαρτησία ενός λαού δεν δύναται να είναι, ειμή το μόνον και ίδιον έργον του. Η εξωτερική βοήθεια δύναται να την στερεώση, ουδέποτε να την δημιουργήση. Αι ημέτεραι Ιονικαί ατυχίαι καταδεικνύουν αρκετά την μεγάλην ταύτην αλήθειαν. Αν η ημετέρα ανεξαρτησία δεν προήρχετο εκ περιστάσεων αλλοτρίων και εξωτερικών, αι αλλότριαι και εξωτερικαί περιστάσεις δεν θα ήθελον μας την αρπάσει». Δύσκολα, πράγματι, θα μπορούσαμε να φανταστούμε περιεκτικότερη δήλωση των εθνικών ελληνικών προτεραιοτήτων του Καποδίστρια, σε μια εποχή που παρέμενε ακόμα στην υπηρεσία του ρώσου Αυτοκράτορα! Πρόκειται, κατά την άποψή μας, για ισχυρότατο τεκμήριο ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, όπως ορισμένοι θεωρούν και θέλουν να πιστεύουν, στην θεμελιώδη αντίληψη της Εταιρίας των Φιλικών υπέρ μιας αυτοδύναμης ελληνικής εξέγερσης. Αντίθετα, το 1821, ήταν ο Καποδίστριας που κατεξοχήν εξέφραζε ακριβώς αυτήν την επαναστατική θέση.

Περαιτέρω, είναι βεβαίως αξιοσημείωτο και επιβεβαιώνει τα ανωτέρω, το γεγονός ότι στην επιστολή αυτή, ο Καποδίστριας αντιπαρέρχεται την επιχειρηματολογία κύκλων που αντιπολιτεύονταν την ηγεσία Υψηλάντη, περί της αν-επάρκειας των μέσων για την διεξαγωγή του Αγώνα, και εστιάζει ευθέως στο ζήτημα της πολιτικής ενότητας των ηγετικών παραγόντων του Αγώνα. Με δεδομένη  πλέον την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης, ο Καποδίστρια θεωρεί το ζήτημα «περί επάρκειας των μέσων» προσχηματικό για την διεκδίκηση της ηγεσίας του Αγώνα. Επιμένει ότι το κρίσιμο πλέον ζήτημα δεν είναι ο χρόνος έναρξης της Επανάστασης αλλά το ζήτημα της συσπείρωσης όλων για την στρατιωτική επιτυχία της. Με ευθύτητα γράφει στον Ρώμα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Τώρα λοιπόν, αν εις την μεγάλην επιχείρησιν, περί ής πρόκειται, είναι επαρκή τα μέσα –αν η ενότης μεταξύ των ανθρώπων, οίτινες θα τα διαχειρισθούν, είναι αληθής, ειλικρινής και αδιάλυτος – έσται με την ευλογίαν του Θεού, και η υπόθεσις θα ευδοκιμησει. Οίαι δήποτε και να είναι αι δυσκολίαι θέλουσιν υπερπηδηθή. Εν εναντια περιπτώσει, θα ήτο βαρύτατον και ασυγχώρητον έγκλημα, το να εκτεθούν τόσα και τόσον πολύτιμα συμφέροντα, να οπισθοδρομήσουν τόσαι και τόσον ωραίαι ελπίδες, όπως επισύρωμεν επί της πατρίδος μας νέας έτι και σκληροτέρας πιέσεις».

Μερικές γραμμές παρακάτω, ο Καποδίστριας φαίνεται να θέτει  προσωπικά τον Ρώμα ενώπιον των ευθυνών του, καλώντας τον να επιλέξει τη στάση που τελικά θα κρατούσε:

«Αν λοιπόν αι γνώσεις, τας οποίας κατέχετε, σας επιτρέπουν να θεωρειτε ως δυνατήν την έκβασιν, αν πιστεύητε, ότι δύνασθε να συντελέσητε εις τούτο, μη αρμηθήτε την συνδρομήν σας. Εν προσωπον περισσότερον, και μάλιστα πρόσωπον οποίον είσθε σεις, δύναται να προσθέση πολύ εις την πλάστιγγα. Εν εναντία όμως περιπτώσει, μεταχειρίσθητε την επιβλητικότητά σας εις τρόπον, ώστε να επανελθη εκαστος εις την προτέραν αφάνειαν. Αύτη  μόνη δύναται να επιφυλάξη εις την Πατρίδα άνθρωπον τινα ικανόν να την υπηρετήση μιαν ημέραν».

Η αποστροφή αυτή της επιστολής συνιστά μια ακόμη ένδειξη της ηγετικής στην εθνεγερσία θέσης του … «ιδιώτη» Ι. Καποδίστρια που την εκφράζει μάλιστα όντας ως υπουργός εξωτερικών του τσάρου. Εύλογα, ωστόσο, λόγω της δημόσιας ιδιότητας του προσπαθούσε να διαφυλάξει την ήδη λεπτή θέση του έναντι του τσάρου, κρατώντας τα προσχήματα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Αγνοώ, ως αγνοώ καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα, δεν δύναμαι να κρίνω. Αγνοώ πάντα ταύτα, καίτοι πλέον ή άπαξ μοι προσεφέρθη μικρα τις γνωσις’  λέγω δε μικρά τις, διότι το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους. Εγώ δε δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι».

Ο Ρώμας διαβάζοντας τις παραπάνω γραμμές θα πρέπει να αντιλαμβανόταν πλήρως ότι, στη πραγματικότητα, ο Καποδίστριας γνώριζε «καθ’ ολοκληρίαν, και τους ανθρώπους, και τα μέσα, και την ενότητα και το σύστημα», στο οποίο … «δεν είμαι μεμυημένος, ούτε δύναμαι να είμαι», όπως και τον επιπλέον υπαινιγμό ότι «το σύστημα δεν είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε ν’ αποκαλύπτεται εις τους μη μεμυημένους».

Η τρίτη επιστολή, με ημερομηνία 2 Μαΐου 1821, φαίνεται ότι απαντά σε προηγούμενη επιστολή με την οποία ο Ρώμας του επεσήμανε προβληματισμούς και εκτιμήσεις κάποιου μη-κατονομαζόμενου νέου για τις εξελίξεις, επιζητώντας τον σχολιασμό του Καποδίστρια.

 Ο Καποδίστριας αρνείται να απασχοληθεί με ζητήματα που θίγει ο νέος, «εις τας πολύ ενδιαφέρουσας επιστολάς του», για τις οποίες παρακαλούσε τον  Ρώμα να ευχαριστήσει τον εύελπι νέο αλλά και να τον πληροφορήσει ότι ο Καποδίστριας δεν θα απαντούσε και ότι τις «κατέστρεψε«. Φαίνεται μάλιστα να αντιδιαστέλλει τα θέματα που θίγει ο αναφερόμενος νέος με τα πραγματικά σημαίνοντα θέματα των ημερών, που δεν ήταν άλλα από τις οθωμανικές θηριωδίες εναντίον των Χριστιανών στη Πόλη, που προκαλούσαν την φρίκη («αι εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστολαί μου φθάνουσι μέχρι πρώτης Απριλίου- εμποιεί φρίκην…«).

Η επιστολή αποτελεί κραυγή στους επαΐοντες, ότι  «κατά γενικόν κανόνα διευθύνονται κακώς οι υποθέσεις υπό των αγνοούντων αυτάς«. Ότι, «είναι κακόν και ήκιστα έντιμον το διευθύνειν μακρόθεν και άνευ προσωπικού κινδύνου, επιχείρησιν μέλλουσα να αποφασίση περί της κεφαλής και της υπάρξεως των ημετέρων ομοεθνών«. Ότι δεν ήταν ώρα εκείνη για περισπούδαστες αναλύσεις για τα τεκταινόμενα, για τα «γεγονότα» τα οποία «επέρχονται μετά της ταχύτητος της σκέψεως». Ότι «ευρισκόμεθα ενώπιον δύο επαναστάσεων» (της ελληνικής και των αλβανών του Αλή Πασά) και ότι «οποία έσσεται η έκβασις τοσαύτης διαπάλης, ο Θεός μόνος δύναται να το ηξεύρει«. Ότι, τελικά, ήταν η ώρα της έμπρακτης και ουσιαστικής συνεισφοράς του καθενός στον Αγώνα, από όποια θέση και αν βρισκόταν. «Έκαστος εξ’ ημών εν τη προκειμένη υποθέσει βεβαίως δεν δύναται ειμή να εκπληρώση το καθήκον αυτού’  εγώ δε εκτελώ και θα εκτελώ το χρέος μου … Περί τούτου εστέ βέβαιος…«.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

Μετά τον Μάρτη του ΄21 και μέχρι την ουσιαστική παραίτησή του από το ύπατο ρωσικό αξίωμά του, τον Αύγουστο του 1822, συνέχισε τις προσπάθειες να μεταπείσει τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο, ότι δεν ήταν το «αυστριακό σύστημα» που «μπορούσε να διατηρήσει την ειρήνη και την συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων» και ότι, αντίθετα, ήταν προς το απόλυτο συμφέρον της Ρωσίας να αναλάβει αποφασιστικές, στρατιωτικές όσο και διπλωματικές πρωτοβουλίες, προκειμένου να επιβάλλει τον τερματισμό των τουρκικών θηριωδιών  εναντίον των ομοδόξων της στην βυθιζόμενη στο αίμα οθωμανική αυτοκρατορία και να ηγεμονεύσει σε έναν από κοινού με τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, διπλωματικό διακανονισμό του Ανατολικού Ζητήματος. [25] Έδινε, στην ουσία, μάχες οπισθοφυλακής. Όχι χωρίς αποτελέσματα, αφού τελικά έπεισε τον Τσάρο να μην διαρρήξει όσα διπλωματικά ερείσματα του είχαν απομείνει στους χριστιανούς της περιοχής, να απορρίψει κάθε ιδέα «συλλογικής δράσης» του πρίγκιπα Μέττερνιχ και του βρετανού πρέσβη, λόρδου Stewart, δηλώνοντας σ’ αυτούς ότι «θεωρεί την ελληνο-τουρκική σύγκρουση του ένα ζήτημα το οποίο θα διευθετηθεί αποκλειστικά ανάμεσα στην Ρωσία και την Υψηλή Πύλη», [26] και φτάνοντας τέλος ο τσάρος να ανακαλέσει τον ρώσο πρέσβη στη Κωνσταντινούπολη, βαρόνο Στρόγκανοφ, ο οποίος, αφού επέδωσε ένα σκληρό διάβημα στην Υψηλή Πύλη,  στις 4 Ιουλίου 1821, αηδιασμένος από τις τουρκικές φρικαλεότητες και την οθωμανική διπλωματική κωλυσιεργία, αρνήθηκε να αποδεχθεί την καθυστερημένη απάντηση του Ρεϊς-Εφέντη Μοχάμεντ Σαντίκ, στις 26 Ιουλίου και, στις 10 Αυγούστου, επιβιβάστηκε σε ρωσική φρεγάτα που απέπλευσε αμέσως για την Οδησσό. «Ότι κατάφερε να φύγει χωρίς να κακοποιηθεί», σημειώνει ένας σύγχρονος ιστορικός, «οφείλετο εν πολλοίς σε προσπάθειες» των ομολόγων του πρέσβεων της Αγγλίας και της Αυστρίας. «Η Βρετανία και η Αυστρία επιθυμούσαν να αποτρέψουν την διάλυση της τουρκικής αυτοκρατορίας στα χέρια της Ρωσίας, και το κοινό αυτό συμφέρον τους απαιτούσε ότι έπρεπε να συνεργασθούν για την διατήρηση της ειρήνης». [27]

Προφανώς, ο Καποδίστριας θα είχε αντιληφθεί ότι, πέραν των διπλωματικών αυτών παραστάσεων, οι εισηγήσεις του δεν μπορούσαν να έχουν περαιτέρω επίδραση στην πολιτική του τσάρου. Από τον Μάιο, έγραφε σχετικά στον Ρώμα:

«Δέεσθε, ως και εγω δέομαι εκ βάθουςψυχής, εις την θείαν Πρόνοιαν, ίνα ευσπλαχγνισθη τους ημέτερους. Αύτη μόνη δύναται να εμπνεύσει γενναία αισθήματα εις μόνον Ισχυρόν, όστις δύναται να έλθη εις αυτούς αρωγός. Γένοιτο! »

 

Συμπερασματικά

 

Μέσα από τις τρεις διασωθείσες επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα, με τα παραλειπόμενά τους, τις υπαινικτικές αναφορές αλλά και τα όσα έκρινε, με τόλμη, ότι έπρεπε να πει ευθέως, «ως ιδιώτης», μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τον δραματικό τρόπο με τον οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας βίωσε την έκρηξη της Επανάστασης του ’21.

Αλλά και την αφοσίωσή του σε αυτήν! Οι συγκεκριμένες επιστολές, όπως και άλλα κείμενα του, υποδεικνύουν ότι ο Καποδίστριας δεν προσχώρησε εκ των υστέρων, αλλά ότι, αντιθέτως, ήταν εκείνος, εν πολλοίς, ο οποίος συνέλαβε, και το 1821 κατ’ εξοχήν εξέφραζε, την πολιτική αντίληψη, θέση, σχέδιο ή στρατηγική της κατάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας. Την ιδέα, δηλαδή, ότι, αν και βεβαίως, σε κάθε βήμα της, έπρεπε με προσοχή να συνυπολογίζει τις επιδιώξεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, τις προτεραιότητες, ακόμα και τις εμμονές και προκαταλήψεις των βασιλέων και των αξιωματούχων τους, ωστόσο η επανάσταση έπρεπε και να προετοιμασθεί, και να ξεκινήσει και να προχωρήσει, αυτοτελώς, αν επρόκειτο να επιβληθεί και να καταστεί λειτουργικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος: Ως κράτος αδύναμο, εκ των πραγμάτων τότε, και κατ’ αρχήν, αλλά σε θέση, με δυνατότητα και με προοπτική να εδραιώσει την εθνική του ανεξαρτησία, στην απορρόφηση των κραδασμών του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων. [28]

Θα πρέπει, συμπερασματικά, να τονίσουμε ότι, πέρα και ανεξάρτητα από την διπλωματική του δεινότητα, πέρα και από την ιδεολογία ή κοσμοθεωρία του [29] και την βαθιά ορθόδοξη του πίστη, την φυσιογνωμία του Ιωάννη Καποδίστρια και την ανεκτίμητη προσφορά του στην Ελλάδα, πάνω από όλα, ή σε τελική ανάλυση, προσδιόρισε η πολιτική του Πράξη. Σε όλο τον δημόσιο βίο του, ο οποίος ξεκίνησε στα χρόνια της «Επτανήσου Πολιτείας» (1800-1807). Εκεί, να θυμίσουμε, για πρώτη φορά αναδείχθηκαν οι σπάνιες ηγετικές, πολιτικές, διοικητικές, οργανωτικές και άλλες του ικανότητες και δυνατότητες. Εκεί, συναντήθηκε γιά πρώτη φορά με τους πέραν των Επτανησίων «Έλληνες της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και του Αιγαίου», τους «[οπλ-]αρχηγούς της Ελλάδας» με «την γενναία και χριστιανική ψυχή», [30] με τους οποίους θα διατηρούσε έκτοτε διαρκή επαφή και συνεργασία. Αλλά η πολυσχιδής προεπαναστατική δράση του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως και η ανάπτυξη της πολιτικής του σκέψης, παραμένουν εξέχοντα ζητήματα, για τα οποία υπάρχει πολύτιμο, πρωτογενές και άλλο, υλικό το οποίο χρήζει διεξοδικότερης διερεύνησης και συσχέτισης με το ευρύτερο ελληνικό και διεθνές ιστορικό πλαίσιο της εποχής.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Οι επιστολές, οι οποίες είναι γραμμένες στην ιταλική γλώσσα, καθώς και οι μεταφράσεις τους περιλαμβάνονται στο: Δ. Γρ. Καμπούρογλου,  Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, Τομ. Α’, 1819-1825, Αθήνα, 1901, σελ. 33-40 . Οι υπογραμμίσεις σε αποσπάσματα επιστολών του Ι. Καποδίστρια περιλαμβάνονται στις επιστολές.

[2] Για μια περιεκτική  αναδρομή των διαχρονικών σχέσεων Καποδίστρια-Ρώμα, Χ.Ν. Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση: στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις. Αθήνα 2015, σελ. 102-114 (Διδακτορική διατριβή: Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών).

[3] Κ. Μάρξ & Φρ. ΄Ενγκελς, Η Ελλάδα. Η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα. Εισαγωγή-μετάφραση-υπομνηματισμός Παναγιώτη Κονδύλη, σελ. 64

[4] Σε «Υπόμνημα προς τους Έλληνας», τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1822 (Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τόμος ΣΤ, σελ 234, Κέρκυρα 1984), αμέσως μετά, δηλαδή, την αποχώρησή του από την Αγία Πετρούπολη για την Γενεύη, μεταξύ άλλων ο Καποδίστριας έγραφε: «… Όσον κατ’ εμέ, όχι μόνο δεν φοβούμαι την εγκατάλειψιν της Ευρώπης, αλλά και την επιθυμώ. Εν μόνον φοβούμαι, μήπως αι φιλότουρκοι Δυνάμεις δώσουν πραγματικάς χείρας βοηθείας εις τους ολοθρευτάς μας, αλλά και τότε η γνώμη μου δεν αλλάζει. Είναι συμφερώτερον, είναι ενδοξώτερον να αποθάνωμε με τα άρματα εις τας χείρας, παρά να υποπέσωμεν και αύθις από το γιαταγάνι των Τούρκων, ζωή μυριάκις φοβερωτέρα από τον θάνατον. Ελπίζω όμως ότι η Ιερά Συμμαχία δεν θέλει καταντήσει εις τοιαύτην αισχρότητα….»

[5]  Θεσμοθετήθηκε, ως «Πενταμερής Συμμαχία» στα Συνέδρια του Άαχεν (Aix-la-Chapelle -1818), όπου η Γαλλία αποκαταστάθηκε ως ισότιμη ευρωπαϊκή Δύναμη, του Τροπάου (Troppau -1820), με αντικείμενο την καταστολή της επανάστασης στη Νάπολι (Ιούλιος 1820) ζήτημα στο οποίο η Αγγλία και μερικώς η Γαλλία διαφώνησαν με Αυστρία και Ρωσία σχετικά με την ανάληψη συλλογικής δράσης, του Λάϊμπαχ (Laibach-1821) με αντικείμενο τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις στην Ιταλία, όπου συνεχίστηκαν οι διαφωνίες Βρετανίας και Γαλλίας με Αυστρία και Ρωσία και τέλος της Βερόνα (Verona-1822) με αντικείμενο την ισπανική εξέγερση, όπου η Αγγλία διαχώρισε πλήρως την θέση της στην ανάληψη συλλογικής δράσης αλλά και υποστήριξης μιας γαλλικής επέμβασης για την καταστολή της. Η «Ιερά Συμμαχία» ήταν ένας στενότερος ατελέσφορος και θνησιγενής συνασπισμός που δημιουργήθηκε (Σεπτέμβριος 1815) από τους αυτοκράτορες της ορθόδοξης Ρωσίας, καθολικής Αυστρίας και προτεσταντικής Πρωσίας γιά να καταρρεύσει με το θάνατο του Τσάρου Αλέξανδρου Α’.

[6] The Cambridge History of British Foreign Policy, 1783-1919, τόμος ΙΙ: 1815-1866 (Cambridge At the University Press, 1923, Appendix A: “Lord Castlereagh’s Confidential State Paper of May 5th 1820”, σελ. 631). Τόσο αντιπαθής ήταν στους φιλελεύθερους κύκλους της Αγγλίας ο Castlereagh, ώστε ο ποιητής  Percy Shelley, στο ποίημά του “The Mask of Anarchy”, είχε γράψει ότι ενσαρκώνει και προσωποποιεί το έγκλημα της δολοφονίας (“…I met Murder on the way, he had a mask like Castlereagh…”). Ο διπλωματικός πραγματισμός του, ωστόσο, συναντήθηκε στην πράξη της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής με τον φιλελεύθερο αστισμό του διαδόχου του George Canning, ο οποίος μετακινείται από την αδιέξοδη συντηρητική πολιτική της «ουδετερότητας» και μη-παρέμβασης σε πολιτική ενεργητικής μεσολάβησης και παρέμβασης σε διεθνή ζητήματα.

[7] Ιωάννης Καποδίστριας, Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου από το 1798 έως το 1822. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2014, σελ. 126

[8] Στη πολιτική της εναλλαγής συμμαχιών και της παρέμβασης γιά την επίλυση του «ελληνικού ζητήματος» του George Canning, «τα στρατηγικά συμφέροντα λίγο είχαν να κάνουν με την Ελλάδα καθαυτή, αλλά περιστρέφονταν γύρω από Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ρωσία». Andrew Montgomery Endort, “British Foreign Policy under Canning”, Thesis, University of Montana, 2008, p.71

[9] «Υπόμνημα προς τους ΄Ελληνας», οπ. παρ., σελ. 234-235

[10] Οπ. παρ., σελ. 242

[11] Οπ. παρ., σελ. 235

[12] Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης-Καποδίστριας. Έρευναι εις τα αρχεία. Σελ. 123-125

[13] Καθόσον αφορά στοιχεία από τα κρατικά ρωσικά αρχεία, δείτε μελέτες του ρώσου ειδήμονα Γκρ. Αρς, όπως «Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία»,  Αθήνα 2011.

[14] Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας,οπ. παρ., σελ. 120

[15] Ο Καποδίστριας είχε εκφράσει τις ίδιες απόψεις, για παράδειγμα στα 1818, στους οσποδάρους της Μολδαβίας και της Βλαχίας όταν απέστειλαν αντιπροσώπους τους, αντίστοιχα τους Πανταζόγλου και Α. Μαυροκορδάτο (τον νεώτερο), για να χαιρετίσουν τον Αλέξανδρο Α’ κατά την άφιξη του στα σύνορα: «Στις συνομιλίες που είχα μαζί τους προσπάθησαν να μου αποδείξουν ότι ως ΄Ελληνες ανυπομονούσαν να μάθουν πότε τα στρατεύματα της Ρωσίας θα περνούσαν τον Προύθο, καθώς πίστευαν ότι η διατήρηση της ειρήνης με τους Τούρκους ήταν αδύνατη. «Νομίζετε, λοιπόν», απάντησα, «ότι θα περάσουν τον Προύθο γιά να σας ανακηρύξουν ανεξάρτητους ηγεμόνες; Δείξτε μου ανάλογο ιστορικό παράδειγμα. Δεν υπάρχει! Φαντάζεστε ότι η τύχη σας θα αποτελέσει εξαίρεση του κανόνα; Γιά να γίνουν όσα περιγράφετε θα πρέπει να χυθεί αίμα, να θυσιασθούν ζωές και περιουσίες, και γιά ποιό λόγο; Για να αντικαταστήσουμε το τουρκικό σαρίκι με ευρωπαϊκό καπέλο! Ως ΄Ελληνας, η μόνη ελευθερία που οφείλω να επιθυμώ γιά τους ομοεθνείς μου είναι αυτήν που μπορούν να αποκτήσουν με τις δικές τους δυνάμεις, αφότου προηγουμένως έχουν οδεύσει προς τον αληθινό πολιτισμό. Αλλά από το σημείο αυτό η πατρίδα μας βρίσκεται μακριά ακόμα. Γι’ αυτό και ο καθένας από εμάς οφείλει να αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις, ώστε να προετοιμαστεί η οδός μέσω της οποίας θα αναδειχθεί η πατρίδα μας έθνος πολιτισμένο. Ως υπουργός όμως της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, σας δηλώνω ότι ο αυτοκράτορας έχει την σταθερή και αμετάπειστη  πρόθεση να εδραιώσει την ειρήνη με τους Τούρκους στη βάση των υφισταμένων συνθηκών. Αν οι ΄Ελληνες θελήσουν να επωφεληθούν –καλοπροαίρετα- από αυτό το σύστημα, τότε όχι μόνο δεν θα χάσουν αλλά θα κερδίοσυν πολλά». Επισκόπηση της πολιτικής σταδιοδρομίας μου, Οπ.παρ., σελ. 88.

[16] Γκρ. ΄Αρς, Οπ. παρ., σελ. 406

[17] Αλ. Δεσποτόπουλου, «Παράγοντες, Διάρκεια, Φάσεις και Ιδιομορφία της Ελληνικής Επαναστάσεως», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελ.17

[18] Ο  Ρώμας θα έχει κεντρικό ρόλο στην δραστηριότητα της Φιλικής Εταιρίας στην Ζάκυνθο μέχρι το Φθινόπωρο του 1820, όταν λόγω έντασης των διώξεων της αγγλοκρατίας, θα καταφύγει στην Βενετία, όπου θα παραμείνει αυτοεξόριστος για τέσσερα χρόνια χωρίς να διακόψει τους δεσμούς του με την οργανωτική προσπάθεια των Φιλικών. Δες Βλαχόπουλος, οπ. παρ. σελ. 102

[19] Αρχείο Ξάνθου, Τόμος Α’ σελ. λη

[20] Ντίνος Οικονόμου, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Ελληνική Εθνεγερσία, Αθήνα, 1972 σελ. 55

[21] Ντίνος Οικονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966, σελ. 75. Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Οπ. Παρ., σελ. 100-104

[22] Κούκου, Ελένη, Ανέκδοτοι επιστολαί του Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας Ιγνατίου προς τον Ι. Καποδίστριαν. «Δέλτιον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος», 12 (1957-8), σελ. 151-177. Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ, Υπομνήματα συναφή Ιγνατίου, Μητροπολίτου Ουγγαροβλαχίας και Ιω. Καποδίστρια περί της τύχης της Ελλάδος.  «ΑΘΗΝΑ», 60 (1956), σελ. 145-182.

[23] Βλαχόπουλος, όπ. παρ., σελ.61.

[24] Konstantina Zanou, Beyond ‘Neo-Hellenic Enlightenment’ Greek intellectuals between the Ionian Islands, Italy and Russia (1800–1830), CAS Working Paper Series, Sofia, No. 6/2014 , p.19

[25] Καποδίστριας, Επισκόπηση, όπ.παρ. σελ. 132 κ.ε.

[26] Irby C. Nichols, JR. The European Pentarchy and the Congress of Verona. . M. Nijhof, The Hague, 1971, σελ.6

[27] Οπ. παρ. σελ.7

[28] Πρόκειται για την έννοια του «παρεμβαλλόμενου» κράτους (buffer state): Μartin Wight, Power Politics, London,: Pelican Books, 1979, σελ. 160. Στο σημαντικό αυτό έργο της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων, το οποίο είναι ιδιαίτερο χρήσιμο για την κατανόηση της εποχής της «Συνεννόησης Δυνάμεων», η οποία, κατ’ αυτόν ξεκίνησε με το Συνέδριο της Βιέννης του 1815 και τερματίσθηκε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, ο Wight διακρίνει τα «παρεμβαλλόμενα κράτη» από «παρεμβαλλόμενες ζώνες» (buffer states or zones), ή περιοχές, τις οποίες ορίζει ως «κενό ισχύος» που διεκδικούν δύο οι περισσότερες δυνάμεις, όπου κάθε μία προωθεί σ’ αυτές την επιρροή της, «αναλόγως της ισχύος της, με δύο τρόπους: Είτε υπεραμύνεται την ουδετερότητά της ή την ανεξαρτησία της, είτε επιβάλλει την κατοχή της και, ενδεχομένως την προσάρτηση και μετατροπή της σε μεθοριακή επαρχία».

[29] Ειδοποιά χαρακτηριστικά της κοσμοθεωρίας αυτής, έχουν επιχειρήσει, με γοητευτικό ομολογουμένως τρόπο, να αναδείξουν ερευνητές όπως η Κωνσταντίνα Ζάνου, «Η ρωσική στιγμή του Ιονίου και η κληρονομιά της». Εισήγηση στο Πανιώνιο Συνέδριο, Μάιος 2014

[30] Καποδίστριας, Επισκόπηση, οπ.παρ., σελ.15-16.

 

Στέλιος Αλειφαντής – Σέργιος Ζαμπούρας

 

Read Full Post »

Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος: Ιστορία, και μια πολιτιστική μάχη. Μελέτη του Βασίλη Δωροβίνη στο περιοδικό «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τεύχος 13ο (1979).


 

Το ιστορικό υλικό, τα γεγονότα και oι θέσεις που παρουσιάζονται στη μελέτη αυτή έχουν την ιδιοτυπία να συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, με την έννοια ότι η πολιτιστική μάχη που έγινε και γίνε­ται στην πόλη του Άργους για την αξιο­ποίηση του κτιρίου των Στρατώνων Καπο­δίστρια με τη μετατροπή του σε πνευματι­κό κέντρο υπήρξε η άμεση αφορμή για να αρχίσει η σχετική ιστορική έρευνα.

Η έρευνα άρχισε μεθοδικά από το τοπικό αρχείο του φιλολογικού συλλόγου Ο Δα­ναός, συνεχίστηκε στο αρχείο της δημόσι­ας βιβλιοθήκης Ο Παλαμήδης, στο Ναύ­πλιο, και περατώθηκε μετά από συστημα­τικές αναζητήσεις, τόσο για γραφτές μαρ­τυρίες όσο και για παλαιές αναπαραστά­σεις του κτιρίου, στη βιβλιοθήκη της Βου­λής, στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη, στην Μπενάκειο βιβλιοθήκη, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σε ορισμένες ιδιωτικές βιβλιο­θήκες, καθώς και στα φωτογραφικά αρ­χεία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του Πολεμικού Μουσείου.

 

Η βορινή πλευρά των Στρατώνων Καποδίστρια το 1905. Φωτογραφία: Αριστείδης Λάιος (1871-1965).

Η βορινή πλευρά των Στρατώνων Καποδίστρια το 1905. Φωτογραφία: Αριστείδης Λάιος (1871-1965).

 

Ουσιαστική υπήρξε η συμβολή του Γάλλου ερευνητή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Michel Sève, καθώς και του Μου­σείου του Λούβρου πού παραχώρησε και τη φωτογραφία του σχεδίου του Papety, πολύτιμου για μια περίοδο της ιστορίας των Στρατώνων για την οποία δεν βρέθη­καν ακόμα γραφτές πηγές.

Θά πρέπει, επίσης, να μνημονευτεί η διευκόλυνση που δόθηκε από το γραφείο του Υπουργού Εθνικής Αμύνης για τη μελέτη των φακέλων των Στρατώνων, οι οποίοι υπάρ­χουν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υ­πουργείου (πράγμα που οδήγησε στη δια­πίστωση ότι σε κανέναν οργανισμό, υπη­ρεσία ή ίδρυμα συνδεόμενο με το Υπουρ­γείο δεν έχει γίνει η παραμικρή επιστημο­νική εργασία για τη μελέτη, κατάταξη και αξιολόγηση δειγμάτων, τουλάχιστο, της αρχιτεκτονικής στρατιωτικών κτιρίων, ιδι­αίτερα της καποδιστριακής και οθωνικής περιόδου· τούτο επιβεβαιώνεται και από την ευκολία με την οποία κατεδαφίστηκαν οι καποδιστριακοί στρατώνες της Ακρο­ναυπλίας και με την οποία παραχωρήθη­καν – για να κινδυνεύσουν να κατεδαφι­στούν – οι Στρατώνες του Άργους), θά πρέπει, τέλος, να αναφερθεί η προθυμία των αρμοδίων της Αμερικανικής και της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής να δι­ευκολύνουν την έρευνα στα αντίστοιχα αρχεία τους.

Για λόγους συστηματικούς η μελέτη χωρί­στηκε σε δύο μέρη – το πρώτο αναφέρεται στην ιστορία των Στρατώνων (αλλά και στα ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με αυτούς), από την εποχή της πρώτης οικο­δόμησής τους (δεύτερη ενετοκρατία Άρ­γους) ως το 1968, οπότε το κτίριο εκκενώ­θηκε οριστικά από τον στρατό. Στο δεύτε­ρο μέρος, δίνονται συμπυκνωμένα οι κυρι­ότερες φάσεις της «μάχης των Στρατώ­νων» και επιχειρείται μια πρώτη κοινωνιο­λογική ερμηνεία της.

Για τη συνέχεια της μελέτης του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος – Ιστορία, και μια πολιτιστική μάχη

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »