Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Το ελληνικό περίπτερο


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

 «Το ελληνικό περίπτερο»

 

Το περίπτερο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της νεοελληνικής κοινωνίας και μια ελληνική πατέντα. Είναι αυτό που μας λείπει όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, αφού σ’ αυτό μπορούμε εύκολα και ανά πάσα στιγμή να βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε. Περίπτερο ονομάζεται το μικρό κτίσμα, το οποίο χρησιμεύει είτε απλώς για επίδειξη προϊόντων (περίπτερο σε εκθέσεις) ή ως μικροκατάστημα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του πεζοδρομίου. Στην Ελλάδα τα περίπτερα βρίσκονται συνήθως σε πλατείες ή σε δρόμους των πόλεων και των μεγάλων χωριών σε κάθε σημείο της ελληνικής επικράτειας ως ανεξάρτητα κτίσματα, συνήθως από ξύλο.

Φαινόμενο καθαρά ελληνικό, παγκόσμια πρωτοτυπία της χώρας μας, το περίπτερο αποτυπώνει την ίδια την ελληνική κοινωνία και τις τάσεις  κάθε εποχής, ενώ η ιστορία του αποτελεί ένα κομμάτι της καθημερινότητας των Ελλήνων για περισσότερο από έναν αιώνα. Πότε και πώς ξεκίνησαν όμως; Από πού πήραν το όνομά τους; Πώς φτάσαμε από τα ξύλινα κιόσκια, όπου «γεμίζονταν στυλό διαρκείας» και πωλούνταν περιοδικά, στα σημερινά υπερσύγχρονα περίπτερα με τις κάμερες ασφαλείας, που δέχονται και πιστωτικές κάρτες;

Η λέξη «περίπτερο» είναι σε χρήση από την αρχαιότητα ως επιθετικός προσδιορισμός. Συγκεκριμένα, «περίπτερος ναός» ονομάζεται ο ναός που περιβάλλεται από κίονες σε όλες τις πλευρές του. Η διεθνής ονομασία του περιπτέρου είναι κιόσκι και προέρχεται από την τουρκική λέξη köşk. Τα περίπτερα  με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα εμφανίστηκαν μετά το 1821, αμέσως μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, πρώτα στο Ναύπλιο και έπειτα στην Αθήνα, ως μικρά καπνοπωλεία. Σιγά – σιγά τα προϊόντα που πωλούσαν πλήθαιναν και έβαλαν στις προθήκες τους μικροαντικείμενα και  το πρώτο φιλολογικό περιοδικό, το «Ίρις» με τιμή 25 λεπτά.

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

Συστηματικά τα περίπτερα φτιάχτηκαν μετά τον πόλεμο  του 1897 της Ελλάδας με την Τουρκία σε αστικά κέντρα της περιφέρειας. Στην Αθήνα το πρώτο περίπτερο στήθηκε στην οδό Πανεπιστημίου το φθινόπωρο του 1911. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα τα περίπτερα, δείγματα «μικροαρχιτεκτονικής», στάθηκαν δίπλα μας καλύπτοντας συνήθειες και ανάγκες της καθημερινότητας σε κάθε γειτονιά της Αθήνας και όλης της Ελλάδας. Έναν και πλέον αιώνα από την εμφάνιση του πρώτου περίπτερου στην Ελλάδα, πολλά έχουν αλλάξει στην εμφάνιση και στο εμπόρευμα των περιπτέρων, αλλά ένα πράγμα έχει μείνει ίδιο: Η αίσθηση πως ό,τι κι αν χρειαστούμε, από τσιγάρα μέχρι γαριδάκια και από ποτά μέχρι υπεύθυνες δηλώσεις, θα το βρούμε σε ένα από τα δεκάδες περίπτερα που διαθέτει κάθε πόλη, κάθε ελληνική γειτονιά.

Οι λόγοι για την καθιέρωση και τη διάδοση των περιπτέρων  ήταν τρείς:  Καταρχήν η ανάγκη αποκατάστασης των αναπήρων και των τραυματιών των πολέμων. Από το 1889 ξεκίνησε η χορήγηση αδειών σε τραυματίες πολέμου και ο αριθμός των περιπτέρων μεγάλωσε κατά πολύ. Ορόσημο για την εξάπλωσή τους αποτέλεσαν ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Τότε η Ελλάδα γέμισε με ανάπηρους και τραυματίες πολέμου και η πολιτεία αναζητούσε έναν τρόπο για να τους συνδράμει. Καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να τους δώσει κανονικές συντάξεις αναπηρίας, η Πολιτεία προσέφερε στους ανάπηρους Πολέμου ως «προίκα» από ένα περίπτερο στον καθένα.

Ο δεύτερος λόγος ήταν για να μπορέσει το κράτος να ελέγξει  το καπνικό εμπόριο  και να το εντάξει σε ένα δίκτυο, ώστε να εξασφαλίσει έσοδα από τη φορολογία. Μέχρι τότε τσιγάρα χύμα και καπνό πουλούσαν  πλανόδιοι μικροπωλητές και ελάχιστα καπνοπωλεία, με αποτέλεσμα να χάνονται έσοδα για το κράτος. Το κράτος έδωσε στα περίπτερα το αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων  και δημιούργησε με ελάχιστο κόστος ένα φοροεισπρακτικό μηχανισμό, που του απέδωσε πολύ υψηλά έσοδα. Παράλληλα η  νομοθετική αυτή ρύθμιση είχε και κοινωνικό χαρακτήρα, πέραν του κρατικού ελέγχου, αφού χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν απασχόληση και έχτισαν τις ζωές τους είτε ως δικαιούχοι είτε ως ενοικιαστές είτε ως προμηθευτές αυτών των μικρών επιχειρήσεων.

Ο τρίτος λόγος ήταν η εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών. Σε μια εποχή που το εμπόριο δεν είχε αναπτυχθεί, πολυκαταστήματα δεν υπήρχαν και τα σημεία πώλησης ήταν λίγα, οι καταναλωτές μπορούσαν να βρουν στο περίπτερο της γειτονιάς τους είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης. Ένα μικρό, πρόχειρα κατασκευασμένο, ξύλινο κουβούκλιο με ελάχιστα προϊόντα προσπαθούσε να καλύψει τις ελάχιστες οικονομικές ανάγκες της εποχής. Το περίπτερο της γειτονιάς όμως ενώ ξεκίνησε δειλά- δειλά ως ένας μικρός εσωτερικός χώρος με ελάχιστα είδη, όπως τσιγάρα και μερικά ψιλικά, καρφίτσες, μπαχαρικά, καραμέλες, τσίχλες κ.α. , με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε και πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα με τα προϊόντα να αυξάνονται συνεχώς, όπως προστάζουν οι ανάγκες κάθε μεγαλούπολης, κυρίως όταν η αγορά κλείνει το βράδυ. Όλο και περισσότερα προϊόντα βρίσκονται στα ράφια ή στα ψυγεία του και το περίπτερο εδραιώθηκε στις συνήθειες του νεοέλληνα.

 

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

 

Το 1914 εντοπίζεται η πρώτη νομοθετική διάταξη, που αναφέρεται στην κατοχύρωση των περιπτέρων στους ελληνικούς δρόμους. Στην αρχή δημιουργήθηκε το λεγόμενο κιόσκι, μικρός επαγγελματικός χώρος χωρίς καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα πάρκα, στις στάσεις των λεωφορείων, στα ΚΤΕΛ. Η  κατασκευή αυτή ήταν διαστάσεων 0,70Χ0,70μ. και αποτελούνταν από τέσσερα μεταλλικά κολονάκια και μία βάση, για να τοποθετούνται οι εφημερίδες. Στο επάνω μέρος του περιπτέρου ένα πανί το προστάτευε από τον ήλιο. Ασφάλεια δεν υπήρχε και με ένα απλό κατσαβίδι όποιος ήθελε άνοιγε το περίπτερο και έκλεβε.

Ο γνωστός χρονογράφος και ποιητής των αρχών του 20ου αιώνα Σωτήρης Σκίπης σε άρθρο του στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ στις 20 Οκτωβρίου 1919 γράφει για τα πρώτα περίπτερα που έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα: Άξιος συγχαρητηρίων έγινε ο κ. Δήμαρχος ο οποίος αποφάσισε την ανέγερσιν πολλών περιπτέρων εις τας Αθήνας, τα οποία θα εκχωρήσει εις τους τραυματίας του πολέμου ή εις μέλη οικογενειών φονευθέντων πολεμιστών. Δεν φαντάζεται κανείς πόσα καλά θα προκύψουν αμέσως – αμέσως εκ της ανεγέρσεως των περιπτέρων. Τα περίπτερα θα είναι ένας στολισμός της πόλεως, θα εξυπηρετηθούν δι’ αυτών και θα εύρουν πόρον ζωής πλείστοι ανάπηροι των δύο πολέμων. Θα εξαπλωθεί δια του μέσου τούτου το ελληνικόν έντυπον, είτε εφημερίς, είτε περιοδικόν, είτε φυλλάδιον, είτε βιβλίο. Και θα γίνουν αιτία όπως οι μεγάλαι επαρχιακαί μας πόλεις θα κουνηθούν λιγάκι και θα μιμηθούν λιγάκι των πρωτεύουσαν. Μια άκρως γλαφυρή αναπαράσταση του ρόλου του περιπτέρου στην Ελλάδα των επόμενων 100 χρόνων.

Αργότερα αλλάζει η σχετική νομοθεσία και η δομή των περιπτέρων, όπως και η όψη τους, και γίνονται όλα ομοιόμορφα και ομοιόχρωμα, με ίδιες διαστάσεις για όλη την Ελλάδα (1.30 Χ 1.50 μ.), με εξωτερικά ρολά ασφαλείας και ψυγεία για αναψυκτικά, ενώ με νομοθετική ρύθμιση του 1980 (ν.1080/1980) η τοπική αυτοδιοίκηση μπορούσε να παραχωρεί κοινόχρηστο χώρο στους εκμεταλλευτές περιπτέρων.

Το 2006 έδωσαν άλλους 20 πόντους και οι διαστάσεις του περιπτέρου γίνονται 1,50 με 1,70 με το εμβαδόν του κουβουκλίου να είναι 2,55 τμ.  Από εκεί και πέρα κάθε δήμος έχει διαφορετική πολιτική και δίνει διαφορετικής έκτασης κοινόχρηστο χώρο για κάθε περίπτερο. Ο δήμος της Αθήνας επιτρέπει στα περίπτερα να καλύψουν με ρολά χώρο  4,25 τετραγωνικών και επιπλέον χώρο μέχρι τα 6,35, για να βάλουν δύο ψυγεία. Μιλάμε για νόμιμη επιπλέον έκταση που παραχωρείται με την πληρωμή του τέλους κατάληψης κοινοχρήστου χώρου, ανάλογα με την περιοχή στην οποία βρίσκεται το περίπτερο. Σιγά- σιγά οι ανάγκες εξυπηρέτησης των καταναλωτών πολλαπλασιάστηκαν, ήταν αδύνατο να χωρέσουν στις διαστάσεις ενός περιπτέρου αυτών των διαστάσεων και οι περιπτερούχοι αναγκάζονται να βγάζουν τα είδη τους και έξω από το νόμιμο χώρο του περιπτέρου και φυσικά πληρώνουν τσουχτερά πρόστιμα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Σε πρώτη φάση άδεια περιπτέρου δικαιούνταν οι ανάπηροι πολέμου. Το Σεπτέμβρη του 1922 νόμος του Υπουργείου Περιθάλψεως ορίζει ότι τα ήδη ανεγερθέντα περίπτερα, αλλά και αυτά που πρόκειται να αναγερθούν στο μέλλον, θα παραχωρούνται προς αποκλειστική χρήση στην «Πανελλήνιον  Ένωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912-1921». Η Ένωση θα είναι ο μοναδικός επίσημος φορέας διαχείρισης των περιπτέρων με προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου Συγκοινωνιών, το οποίο θα καθορίζει το σχήμα και το μέγεθος των περιπτέρων που αναμένεται να ανεγερθούν. Η παραχώρηση περιπτέρου σύμφωνα με το νόμο αυτό είναι προσωπική και μόνο υπόθεση και δεν επιτρέπεται να πωληθεί, να μεταβιβαστεί, να μπει σε καθεστώς υποθήκης και να υπομισθωθεί. Επιτρέπεται επίσης συνεταιρισμός μεταξύ δύο μόνο εταίρων με την άδεια του Υπουργού Συγκοινωνιών. Σε περίπτωση θανάτου του κατόχου, η χρήση και εκμετάλλευση του περιπτέρου μεταβιβάζεται αυτόματα στη γυναίκα και τα παιδιά του αναπήρου-τραυματία για μια πενταετία και αργότερα περιέρχεται και πάλι στον έλεγχο της Ένωσης. Τα χρήματα που θα εισπραχθούν από την αδειοδότηση των περιπτέρων θα διατεθούν, σύμφωνα με το νόμο,  υπέρ της δημιουργίας ειδικού Ταμείου προικοδοτήσεως θυγατέρων και τραυματιών πολέμου.

Με νομοθετικές διατάξεις του 1943 και του 1944 μπήκαν και άλλες κατηγορίες δικαιούχων αναπήρων, όπως οι ανάπηροι πολέμου άμαχου πληθυσμού, τα θύματα πολέμου και τα θύματα ειρηνικής περιόδου. Αργότερα η ευεργετική αυτή παροχή της πολιτείας επεκτάθηκε, ενώ με το νόμο 1044/1971 δημιουργήθηκαν κανόνες στην αδειοδότηση των δικαιούχων και άρχισαν να αναγνωρίζονται και να αποκτούν δικαιώματα οι ενοικιαστές περιπτέρων ως τάξη επαγγελματιών.  Μετά το 1980 στους δικαιούχους περιπτέρων εντάχθηκαν και οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, οι ανάπηροι του Δημοκρατικού Στρατού και του άμαχου πληθυσμού δηλ. πολιτικοί ανάπηροι που τραυματίστηκαν από νάρκες, βόμβες κ.λ.π. και ακρωτηριάστηκαν, καθώς και οπλίτες σε όλα τα σώματα ασφαλείας, όπως αστυνομία, λιμενικό, πυροσβεστική και οπλίτες στρατού, φαντάροι δηλαδή που έπαθαν σε ώρα υπηρεσίας ατύχημα. Από το 2007 άδεια περιπτέρου δίνεται και σε βετεράνους του πολέμου στην Κύπρο, όπως και σε άτομα με σοβαρή αναπηρία (ΑΜΕΑ).

Ο νόμος, τέλος,  4046/2012 προβλέπει ότι οι υφιστάμενες άδειες περιπτέρων διατηρούνται σε ισχύ και δε μεταβιβάζονται, ούτε κληρονομούνται, ενώ από την 1η Ιανουαρίου του 2014 οι δικαιούχοι τους υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο, που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου. Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις οι θέσεις των περιπτέρων θα καθορίζονται εφεξής με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου κάθε πόλης και μόνο το 30% των περιπτέρων θα παραχωρούνται σε άτομα με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.) και πολύτεκνους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των υπόλοιπων θέσεων των περιπτέρων θα γίνεται με δημοπρασία, ενώ ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης των θέσεων δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τα 10 έτη. Επιπλέον απαγορεύει την αναμίσθωση, υπεκμίσθωση και την περαιτέρω παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης σε τρίτους, μια πρακτική δεκαετιών, που επέτρεπε την υπενοικίαση περιπτέρων σε τρίτους.

 

Τι μπορεί να πουλήσει ένα περίπτερο;

 

Τεκμηριωμένες πληροφορίες για τα προϊόντα που πουλούσε το περίπτερο μέχρι τις αρχές του Μεσοπολέμου και τα τέλη της δεκαετίας του 1940 δεν υπάρχουν. Το μόνο σίγουρο είναι πως στο περίπτερο υπήρχαν οι εφημερίδες, τα χύμα τσιγάρα και κάποια υποτυπώδη ζαχαρώδη προϊόντα. Νομικά, το διάταγμα που υπάρχει μιλάει για «ψιλικά» και για «προϊόντα ευτελούς αξίας». Τα περίπτερα πάντα εμπορεύονταν  πράγματα πρώτης ανάγκης, που απεικονίζουν τις καταναλωτικές συνήθειες και το επίπεδο διαβίωσης κάθε εποχής. Οι «περιπτεριούχοι» ή «περιπτεράδες» πωλούν μια μεγάλη ποικιλία αντικειμένων με βασικά τα τσιγάρα, τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Γενικά οι νόμοι ορίζουν ότι τα περίπτερα πρέπει να εξυπηρετούν τις τοπικές ανάγκες. Αυτά που βρίσκονται δίπλα σε νεκροταφεία ας πούμε μπορούν να πουλάνε λιβάνι. Για αυτό και τα περίπτερα σε τουριστικές περιοχές πουλάνε αγαλματάκια, ενώ περίπτερα σε εμπορικούς δρόμους πουλάνε ανδρικές ζώνες, γυαλιά ηλίου, μέχρι και…  τσεκούρια.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Το προϊόν που στήριξε το περίπτερο για αρκετές δεκαετίες δεν ήταν άλλο από τα τσιγάρα. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους τα περίπτερα διέθεταν χύμα τσιγάρα. Ο καθένας που ήθελε να καπνίσει ένα τσιγάρο πήγαινε στο περίπτερο, άφηνε μερικές δραχμούλες και αγόραζε όσα τσιγάρα του επέτρεπε το βαλάντιό του. Σήμερα, από τα χύμα και με δελτίο τσιγάρα, έχουμε πάνω από 370 διαφορετικά brands καπνοβιομηχανικών προϊόντων μαζί με τους καπνούς για στρίψιμο και πλήθος άλλων αξεσουάρ για το κάπνισμα.

Οι εφημερίδες, που τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν το μοναδικό μέσω ενημέρωσης σε μια Ελλάδα που συνεχώς συνταρασσόταν από πολεμικές συγκρούσεις, αποτελούν το δεύτερο προϊόν. Οι καθημερινές εξελίξεις γίνονταν γνωστές μέσα από τις εκδόσεις των εφημερίδων, οι οποίες πολύ γρήγορα έγιναν μέρος της γκάμας των περιπτέρων. Σε πολλές περιπτώσεις για γεγονότα ιστορικής σημασίας, οι εφημερίδες τυπώνονταν τρεις και τέσσερις φορές, για να ενημερώσουν τους Έλληνες και η ανάρτηση των εφημερίδων στις προθήκες των περιπτέρων αποτελούσε ένα σημαντικό γεγονός για την καθημερινότητα των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων σε εποχές κρίσιμες για την πορεία και την ανάπτυξη της Ελλάδας. Μετά την πτώση της χούντας το 1973 αρχίζει η έκρηξη στον Τύπο, κυκλοφορούν πάρα πολλοί τίτλοι εφημερίδων και τα κυκλοφοριακά ρεκόρ καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Την ίδια περίοδο αρχίζει και η τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα και ο ξένος Τύπος ανθεί, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δικτατορίας, όπου οι ξένες εφημερίδες ήταν και η μόνη αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης.

Το περίπτερο της γειτονιάς όμως είχε κρεμασμένα με μανταλάκια και τα περιοδικά. Από το περίπτερο αγόραζαν το «ΡΟΜΑΝΤΣΟ» και το «ΦΑΝΤΑΖΙΟ», το Μικρό Ήρωα και το Μικρό Σερίφη, κι ακόμα το Πάνθεον, το Ντομινό, τη Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός. Εκεί και τα αγαπημένα κόμιξ των παιδιών, «Μπλέκ», «Όμπραξ» και «Μικρός Καουμπόϋ». Αργότερα και τα περιοδικά κοινωνικού κουτσομπολιού, που έκαναν γνωστούς στη γειτονιά τους φλογερούς έρωτες, τα πάθη και τις «δυστυχίες» των αστέρων της τηλεόρασης και του κινηματογράφου εκείνης της εποχής. Και τα τελευταία χρόνια περιοδικά με κείμενα και εικόνες ερωτικού περιεχομένου, σταυρόλεξα και Sudoku, βιβλία και άλλα έντυπα.

Από το 1940 στα περίπτερα άρχισαν να πωλούνται ζαχαρώδη και αναψυκτικά, τσίχλες και σοκολάτες. Δίπλα στα περίπτερα τοποθετούνται τα πρώτα ξύλινα ψυγεία με πάγο για χυμούς, αεριούχα ποτά και εμφιαλωμένο νερό. Οι παλιότεροι θυμούνται τις λεμονάδες και τις γκαζόζες της εταιρίας ΗΒΗ, που έδωσαν μια νότα δροσιάς και ξεκούρασης, τις πρώτες σοκολάτες γάλακτος της εταιρίας «ΙΟΝ Παυλίδης», που δημιούργησαν μια νέα εικόνα για το  περίπτερο, τις γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, το γλυφιτζούρι κοκοράκι, τις καραμέλες γάλακτος τυλιγμένες σε χρυσό χαρτί, το αυθεντικό παστέλι και το κάτασπρο μαντολάτο.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Τα επόμενα χρόνια το περίπτερο αποκτά σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και  διευρύνει την γκάμα των προϊόντων του και τις διαστάσεις του χώρου που καταλαμβάνει. Τα εμπορεύματα αυξάνονται με έμφαση στα προϊόντα προσωπικής υγιεινής σε μια περίοδο που τα super market δεν έχουν κάνει ακόμα τη δυναμική τους εμφάνιση. Είναι η εποχή που προστέθηκαν στα περίπτερα και τα πρώτα ανδρικά αξεσουάρ, τα ιστορικά ξυραφάκια «Astor», που έμπαιναν στις παλιές ξυριστικές μηχανές, οι τσατσάρες, τα σαπούνια, οι οδοντόκρεμες KOLYNOS, τα βερνίκια και οι ασπιρίνες ή το Αλγκόν για τους πονοκεφάλους! Ένας μικρόκοσμος αγαθών και αντικειμένων πρώτης ανάγκης, που μετατρέπει το περίπτερο σε ένα μεγάλο – μικρό μαγαζί. Δειλά – δειλά αρχίζουν τα πρώτα περίπτερα να διευρύνουν τα ωράρια λειτουργίας τους, κάποια από αυτά αρχίζουν να διανυκτερεύουν και να διαφοροποιούνται μεταξύ τους και σε σχέση με τα προϊόντα στα οποία επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους. Υπάρχουν περίπτερα που εστιάζουν στον Τύπο, άλλα στα καπνικά και στα ζαχαρώδη και άλλα στα είδη ψιλικών.

Η δύναμη των περιπτέρων απογειώθηκε με την είσοδο σ΄ αυτά της λεγόμενης κρύας αγοράς, δηλαδή των παγωτών, που πουλάνε τα θερμά καλοκαίρια με τους καύσωνες. Τα ψυγεία των εταιριών ΕΒΓΑ, ΔΕΛΤΑ, ALGIDA, AΓΝΟ κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους στα περίπτερα και κορυφώνουν την εξέλιξη και την ευημερία τους. Από τα ψυγεία πάγου με τις γκαζόζες, βρίσκουμε πλέον στα περίπτερα σύγχρονα ψυγεία με κάθε είδος αναψυκτικών, ισοτονικών ποτών, φυσικών και παστεριωμένων χυμών, παγωτών και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης - Νίκος Ρίζος.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης – Νίκος Ρίζος.

Η έλευση των τηλεφώνων στην Ελλάδα δίνει μεγάλη ώθηση στα περίπτερα, που προσφέρουν μεγάλη εξυπηρέτηση για τους καταναλωτές της εποχής με τα τηλέφωνα για το κοινό. Οι δεκαετίες του ’50 και του ‘60 είναι οι δεκαετίες της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης και πλήθος ανθρώπων από την επαρχία συρρέουν στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Για τηλέφωνο στο σπίτι ούτε κουβέντα. Έτσι τα περίπτερα με τις τηλεφωνικές συσκευές τους και τα τηλέφωνα με μετρητές και αργότερα με κερματοδέκτες γίνονται ο κύριος τρόπος επικοινωνίας με συγγενείς και φίλους στους τόπους καταγωγής. Στο περίπτερο ήλθε το πρώτο τηλέφωνο στο χωριό, που καλυτέρεψε τη ζωή μας. Στο περίπτερο τα τηλεφωνήματα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, με το θλιβερό άγγελμα του θανάτου κάποιου αγαπημένου προσώπου στην Αυστραλία, με τα τηλεφωνικά αποτελέσματα της αγαπημένης μας ομάδας. Τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας, τα κινητά τηλέφωνα πυροδότησαν μεγάλες πωλήσεις και μεγάλους τζίρους από τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας και πλήθος άλλων τηλεφωνικών προϊόντων, όπως τηλεκάρτες και κάρτες προ-πληρωμής τηλεφωνικού χρόνου, που αγόραζαν οι μετανάστες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιστορικής εξέλιξης του περιπτέρου από μικρό κιόσκι σε μικρό πολυκατάστημα αποτελεί ένα διαφορετικό και πρωτοποριακό περίπτερο της Αθήνας. Το 1934 ο Γιάννης Γεωργακάς ίδρυσε με έναν συνεταίρο το πρώτο περίπτερο με το όνομα Μινιόν, που λειτούργησε αρχικά στην οδό Σταδίου και μετά στην Αιόλου 104. Την εποχή του Μεσοπολέμου, που τα περίπτερα αρκούνταν στην πώληση των δύο βασικών προϊόντων (καπνός και εφημερίδες), εκείνος κλείνει τις δύο πλαϊνές πτέρυγες του περιπτέρου του και τις μετατρέπει σε βιτρίνες, όπου εκθέτει διάφορα είδη όπως στυλό, γυαλιά, είδη ξυρίσματος, σουγιάδες, ψαλίδια και άλλα, αιφνιδιάζοντας το κοινό. Το εγχείρημα του έμελλε να γίνει ο προπομπός του θρυλικού πολυκαταστήματος Μινιόν της οδού Πατησίων, που άρχισε να λειτουργεί το 1945 και εξελίχθηκε σταδιακά σε μεγάλο πολυκατάστημα, το πρώτο που έβαλε ηλεκτρικές σκάλες και ταμεία με μαγνητική ανάγνωση, με 120.000 είδη, 1.000 άτομα προσωπικό και 6 ορόφους. Ο έκτος όροφος μάλιστα άνοιγε μόνο κάθε Χριστούγεννα και πρωτολανσάρισε τον Άγιο Βασίλη, που ερχόταν με άρμα στο Μινιόν σε μια πρωτοποριακή  μορφή διαφήμισης του καταστήματος. Η προσπάθεια αυτή αντιμετωπίστηκε με αγάπη από τον κόσμο, βόλεψε τις αγοραστικές του συνήθειες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία των σύγχρονων πολυκαταστημάτων στην Ελλάδα. Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980, στη μέση της εορταστικής περιόδου, ένας εμπρησμός από αγνώστους, που δε βρέθηκαν ποτέ, κατέστρεψε το πολυκατάστημα. Από τη φωτιά διασώθηκε μόνο ο σκελετός του κτηρίου, που αποκαταστάθηκε και το κατάστημα επαναλειτούργησε, αλλά το 1983 η επιχείρηση κρατικοποιήθηκε και τελικά χρεοκόπησε και έκλεισε οριστικά το 1998.

 

Μινιόν

Μινιόν

 

Σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν πάνω από 18.000 περίπτερα με τζίρο που ξεπερνά τα 5 δισ. Ευρώ. Από αυτά 5.000-6.000 βρίσκονται σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ στις επαρχιακές πόλεις αντιστοιχεί περίπου 1 περίπτερο για κάθε 1.000 κατοίκους, αν υπολογίσουμε ότι στο Άργος των 30.000 κατοίκων υπάρχουν 30 περίπτερα. Το μεικτό κέρδος τους υπολογίζεται στο 9-10% και τα ετήσια μεικτά κέρδη των ελληνικών περιπτέρων αγγίζουν συνολικά τα 500 εκατ. ευρώ. Τα είδη που πουλάνε τα περίπτερα μετά τη δεκαετία του 80 είναι πολλά και οι κωδικοί των προϊόντων τους (έντυπα, ζαχαρώδη προϊόντα, αναψυκτικά, νερά, γάλατα  γιαούρτι, χυμοί, παγωτά κλπ) ξεπερνούν τις 2.500! Σήμερα στα περίπτερα μπορεί να βρει κανείς κάθε είδους σνακς και ζαχαρώδη, μπισκότα και σοκολάτες, ενώ οι εταιρίες τσιγάρων διαθέτουν περισσότερες από 300 μάρκες. Ο χώρος του περιπτέρου είναι πλέον πάρα πολύ μικρός, γι αυτό και επεκτάθηκαν στα πεζοδρόμια, εμπλούτισαν τις προθήκες τους, άλλαξαν τα ωράρια και τους όρους εργασίας. Πολλά από αυτά θυμίζουν μίνι μάρκετ. Κι όμως, οι δικοί του προάγγελοι ήταν τα μικρά καπνοπωλεία, που εμφανίστηκαν αμέσως μετά το 1821 στο Ναύπλιο και αργότερα στην Αθήνα. Και, παρά τις αλλαγές, με δεδομένο ότι ο θεσμός των περιπτέρων ξεπέρασε τα 100 χρόνια ζωής και συνεχίζει να εξελίσσεται, δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από το πιο επιτυχημένα κοινωνικά κι επιχειρηματικά εγχειρήματα του ελληνικού κράτους.

Το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε, και ελπίζουμε να μην αλλάξει ποτέ, είναι ο ρόλος του περιπτέρου και του περιπτερά στην καθημερινότητά μας. Ο περιπτεράς της γειτονιάς είναι «ο άνθρωπός μας», εκείνος που μας περιμένει ανοικτός μέχρι αργά και τις Κυριακές, ο άνθρωπος που ξέρει το όνομά μας, τα τσιγάρα που καπνίζουμε ή τη μάρκα σοκολάτας που προτιμάμε, εκείνος που θα μας πει την  πρώτη καλημέρα και την τελευταία φιλική καληνύχτα. Ο άνθρωπος που ξέρει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, που θα δώσει πληροφορίες στον ξένο και τον  περαστικό, ο πιστός σύντροφος των απανταχού ξενύχτηδων.  Αυτός είναι ο περιπτεράς μας! Και με βροχή και με κρύο και πρωί και νύχτα, ο περιπτεράς είναι  πάντοτε στις επάλξεις για να μας εξυπηρετήσει. Μια δύσκολη δουλειά με ατελείωτα ωράρια και μεγάλους κινδύνους από κλοπές και ληστείες. Αρκεί να σημειώσουμε ότι σήμερα, το 2013, τα περίπτερα δεν έχουν ύδρευση, μια βρύση για να πλένουν οι περιπτεράδες  τα χέρια τους και κάνουν την ανάγκη τους σε … μπουκάλια, όταν τα γειτονικά μαγαζιά δεν τους επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα τους, γιατί συνήθως είναι … στα μαχαίρια, επειδή τους κρύβουν τη θέα ή τους κόβουν την πελατεία. Υπάρχουν βέβαια και πολλά περίπτερα σήμερα, που έχουν κλιματισμό και έναν ωφέλιμο χώρο, που επιτρέπει κάποιες ανέσεις σε σχέση με το παρελθόν.

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό φαινόμενο των περιπτέρων να αποτελεί παγκόσμια πατέντα, αλλά υπάρχουν και χώρες, όπως Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ουγγαρία και άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που έχουν τα δικά τους περίπτερα. Οι Έλληνες είχαν την ιδέα, οι ξένοι τα εκσυγχρόνισαν και στο εξωτερικό όχι μόνο υπάρχουν περίπτερα, αλλά ορισμένα από αυτά αποτελούν και έργα τέχνης!

Περίπτερο στην Γερμανία

Περίπτερο στην Γερμανία

Μπορεί η ιδέα των επιχειρήσεων αυτού του είδους να είναι ελληνική, ωστόσο οι Ευρωπαίοι πάτησαν πάνω σε αυτή και την ανέπτυξαν, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν εξαιρετικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσφέρουν στο κοινό, αλλά και βοηθούν τους ίδιους τους περιπτεράδες να εργάζονται ως άνθρωποι. Από το Βερολίνο μέχρι την Πίζα και από το Κάιρο μέχρι την Ιαπωνία, τα περίπτερα είναι αρκετά και εντυπωσιακά. Περίπτερα που να πουλούν μόνο έντυπα και τσιγάρα έχουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία.

Το περίπτερο και ο ρόλος του περιπτερά πρέπει να μείνει ζωντανός, γιατί το μέγεθος της προσφοράς του είναι μεγάλο. Από το 1911 που λειτούργησε το πρώτο περίπτερο στην Πανεπιστημίου μέχρι σήμερα, το ελληνικό περίπτερο έχει διανύσει 102 χρόνια ζωντανής ιστορίας άρρηκτα συνδεδεμένης με τις χαρές μας, τις λύπες μας, τις αναμνήσεις μας, τη ζωή μας. Είναι μέρος της ιστορικής μνήμης του λαού και κομμάτι της μνήμης του καθενός από εμάς. Είναι  η παιδικότητά μας, η εφηβεία και η ωριμότητά μας. Μετά από ιστορία εκατό και πλέον χρόνων το περίπτερο φαίνεται ότι, όπως και όλη η χώρα, θα περάσει και αυτό σε μια νέα εποχή. Ευχή και προσδοκία όλων είναι και μετά από 100 χρόνια να τιμάμε άλλον έναν αιώνα ζωής και εξέλιξης των περιπτέρων στην Ελλάδα.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κάππος  Κ. Θανάσης, «Τα περίπτερα της Αθήνας», Εκδ. Αλήθεια 2010.
  • Κιούσης Γιώργος, Στης τρόικας τον καιρό στενάζουν και τα περίπτερα, εφημερίδα Ελευθεροτυπία.
  • Μανιάτης Δημ., Τα περίπτερα της Αθήνας, εφημερίδα Τα Νέα, 11-1-2011
  • Μπασκόζος  Γιάννης, Από τους αναπήρους πολέμου στις επιχειρήσεις τοτ σήμερα,  εφημερίδα Το Βήμα.
  • Πετρόπουλος Ηλίας, «La kiosque grec» , Παρίσι, 1976.
  • Πλακόπουλος Γιάννης, «Ένας Αιώνας κι Ένας Χρόνος Περίπτερο», επετειακό λεύκωμα.
  • Σελλά Όλγα, Περίπτερα, τα πρώτα μικρά «πολυκαταστήματα» της Αθήνας,  εφημερίδα  Καθημερινή.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Ο αριθμός 7


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», κείμενο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Ο αριθμός 7»

 

Η επιστήμη των αριθμών αποτελεί το θεμέλιο κάθε γνώσης σε όλους τους πολιτισμούς. Από την αρχαιότητα δεν υπάρχει λαός  με φιλοσοφία ή παράδοση, που να μην δίνει μεγάλη σημασία στους αριθμούς. Χαλδαίοι, Βαβυλώνιοι, Κινέζοι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Ίνκας και άλλοι λαοί χρησιμοποίησαν τους αριθμούς για να εκφράσουν τις κοσμογονικές τους αντιλήψεις. Μερικοί αριθμοί ωστόσο, όπως το 3, το 4, το 7 και το 9, προσέλκυσαν την ιδιαίτερη προσοχή των ανθρώπων. Τα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στη φύση, οι συμπτώσεις, οι συνδυασμοί, τα διάφορα περιστατικά, που συνδέθηκαν με τους αριθμούς αυτούς, έδωσαν αφορμή να αναπτυχθεί ένα είδος μυστηριακής λατρείας γύρω τους.

Ο αριθμός 7

Ο αριθμός 7

Οι δοξασίες γύρω από τον αριθμό 7 κυριάρχησαν στους περισσότερους λαούς της αρχαιότητας και ο απόηχός τους φτάνει ως τις μέρες μας ερεθίζοντας το νου και του σημερινού ανθρώπου. Ο αριθμός 7 θεωρείται ιερός και συμβολικός και κλείνει μέσα του μια δύναμη μυστηριακή. Αν προσπαθήσουμε να αναφέρουμε όλα τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το μυστηριώδη αριθμό, θα χρειαστούμε ολόκληρο βιβλίο. Ας δούμε όμως μερικές εφαρμογές του αριθμού 7:

Κατά τους Πυθαγόρειους ο αριθμός 7 είναι «αμήτωρ», αφού δεν είναι γινόμενο παραγόντων. Είναι ακόμη το σύμβολο της τελειότητας, γιατί είναι άθροισμα του 3 και του 4, που εκφράζουν τα δύο τέλεια γεωμετρικά σχήματα, το ισόπλευρο τρίγωνο και το τετράγωνο. Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το 7 ως μυστηριώδη αριθμό και για τις γεωμετρικές του ιδιότητες, επειδή 7 σημεία δεν μπορούν να δημιουργήσουν συμμετρία σε ένα κύκλο!

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ακόμα τον αριθμό 7 ως εικόνα και πρότυπο της τάξης και της αρμονίας στη φύση. Ήταν ο αριθμός που περιλάμβανε δύο φορές τον ιερό αριθμό τρία (σύμβολο της θείας τριάδας σε όλους τους λαούς, χριστιανικούς και παγανιστικούς), στην οποία προστίθεται το ένα ή η θεία μονάδα (3Χ2+1=7).

Για τους Ανατολικούς λαούς οι 7 πλανητικές σφαίρες αντιπροσωπεύονται από τους 7 κρίκους, που φορούν οι γυναίκες στα 7 μέρη του σώματος, που διακοσμούνται (κεφάλι, λαιμό, χέρια, πόδια, αυτιά, μύτη και μέση). Η κινέζικη φιλοσοφία 7 σημεία θεωρεί ως θεμελιώδη (αέρας, νερό, μέταλλο, αιθέρας, φωτιά, ξύλο και γη).

Οι αρχαίοι ανατολικοί λαοί πίστευαν ότι 7 ήταν οι μεγάλες θεότητες και 7 τα μεγάλα αστέρια. Οι Χαλδαίοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες, Ινδοί και Πέρσες μέτρησαν τους 7 πλανήτες, τα 7 άστρα της μεγάλης Άρκτου και τα 7 της μικρής Άρκτου. Οι Μουσουλμάνοι δικαιούνται να έχουν 7 γυναίκες σύμφωνα με το Κοράνι. Κάθε φάση της Σελήνης διαρκεί 7 ημέρες.

Για τους Εβραίους 7 μέρες κρατούσαν οι γιορτές της σκηνοπηγίας , 7 χρόνια διαρκούσε το Σαββατικό έτος και 7 τέτοια έτη αποτελούσαν το Ιωβηλαίο. Επτά ιερείς με 7 σάλπιγγες γύριζαν γύρω από την Ιεριχώ για 7 μέρες και την 7η ημέρα έκαναν 7 φορές το γύρω των τειχών της. Επτάφωτη ήταν η ιερή λυχνία, την έβδομη μέρα από την γέννηση γινόταν η περιτομή των αγοριών, επτά φορές συγχωρούνταν τα αμαρτήματα, στο επταπλάσιο ο κλέφτης αποζημίωνε τον παθόντα.

Η αρχαία Ελλάδα είχε 7 σοφούς (Θαλής, Βίας, Κλεόβουλος, Περίανδρος, Πιττακός, Σόλων και Χίλων) και η εκπαίδευση των αγοριών στην αρχαία Σπάρτη άρχιζε στα επτά τους χρόνια. Οι ελεύθερες τέχνες στην αρχαιότητα ήταν 7  (γραμματική, ρητορική, διαλεκτική, αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία) και  7  τα θαύματα του αρχαίου κόσμου (Κολοσσός Ρόδου, πυραμίδα Χέοπος, Μαυσωλείο  Αλικαρνασσού, Φάρος Αλεξάνδρειας, κρεμαστοί κήποι Βαβυλώνας, Άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και Ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσο). 7 στρατηγοί εκστρατεύσανε κατά της Θήβας στους «Επτά επί Θήβαις» του Αισχύλου (Άδραστος –Πολυνείκης – Τυδέας – Αμφίαραος – Καπανέας – Ιππομέδοντας – Παρθενοπαίος) και 7 ήρωες (Ετεοκλής – Πολυφόντας – Μελάνιππος – Μεγαρέας – Ύπερος – Λασθένης – Άκτορας) υπερασπίστηκαν τις 7 πύλες της Θήβας.

7 πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου (Χίος, Σμύρνη, Κύμη, Κολοφών, Πύλος, Άργος, Αθήνα) και με 7διπλο βοδινό δέρμα ήταν φτιαγμένη η ασπίδα του Αίαντα στην Ιλιάδα. Οι Αρχαίοι Έλληνες χώριζαν τους ωκεανούς του κόσμου σε 7 θάλασσες (Αιγαίο,  Μεσόγειο, Αδριατική, Μαύρη, Ερυθρά,  Κασπία, Περσικό Κόλπο).

Στον 7ο μήνα της κύησης πρέπει να γεννηθεί το έμβρυο για να επιζήσει, στον 7ο μήνα ζωής βγάζει δόντια και στο 7ο έτος τα ανανεώνει. Σε επτάδες χώριζαν την ηλικία του ανθρώπου (ως 7 βρεφική, ως 14 παιδική, 21 εφηβική, 28 νεανική, 35 ωριμότητα, 42 ακμή κ.λ.π.), 7 είναι τα ανοίγματα της κεφαλής (2 μάτια, 2 αυτιά, 2 ρουθούνια, 1 στόμα), 7 τα σπλάχνα (στομάχι, καρδιά, σπλήνα, συκώτι, πνευμόνι και 2 νεφροί), 7 και οι αποκρίσεις του ανθρώπινου οργανισμού (δάκρυ, μύξα, σάλιο, σπέρμα, ούρα, κόπρανα και ιδρώτας).

Ο Όμηρος θέλει 7 τις αγέλες των βοδιών του Απόλλωνα, 7 χορδές έχει η λύρα του, επτάπηχο ανδριάντα του δώρισαν οι Αιγύπτιοι. Ο Οδυσσέας έμεινε 7 χρόνια στο νησί της Καλυψώς και στο μύθο του Θησέα 7 παλικάρια και 7 κόρες έστελναν για τροφή στο Μινώταυρο.

Ξεχωριστή θέση έχει ο αριθμός 7 και στην Παλαιά διαθήκη: Οι μέρες της Δημιουργίας ήταν 7, την 7η ημέρα έπλασε ο θεός τον άνθρωπο και η 7η ημέρα της Δημιουργίας είναι ημέρα ανάπαυσης και αργίας και συμβολίζει την ολοκλήρωση και την τελειότητα!. Το Πάσχα διαρκούσε 7 ημέρες. Ο Νώε έβαλε στην κιβωτό 7 ζεύγη ζώων και πτηνών, Ο Κατακλυσμός άρχισε 7 μέρες μετά την είσοδο του Νώε στην κιβωτό, την 7η μέρα μετά τον Κατακλυσμό έστειλε ο Νώε το περιστέρι έξω και 7 ημέρες και 7 νύκτες ταξίδεψε το περιστέρι μέχρι να επιστρέψει στην Κιβωτό.  Ο Φαραώ ονειρεύτηκε 7 παχιές και 7 αδύνατες αγελάδες, καθώς και 7 καρποφόρα και 7 άκαρπα στάχια. Η λυχνία του Μωυσή ήταν επτάφωτη.  Ο βασιλιάς Δαβίδ 7 φορές την ημέρα υμνούσε το Θεό και 7 πλεξίδες είχαν τα μαλλιά του Σαμψών, που του έδιναν τη δύναμή. Ο αριθμός 7 χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη 70 φορές!

Η Ρώμη χτίστηκε πάνω σε επτά λόφους, όπως και η Κωνσταντινούπολη, που είχε και επτά ονόματα (Βυζάντιο, Νέα Ρώμη, Αντωνία, Θησαυρός του Ισλάμ, Διαχωριστής του Κόσμου, Ινσταμπούλ, και Κωνσταντινούπολη.), πολιορκήθηκε από τους Μωαμεθανούς 7 φορές και αλώθηκε μετά από 7 εβδομάδες από τον έβδομο Σουλτάνο των Οσμανιδών.

Στην ορθόδοξη εκκλησία 7 είναι τα ιερά μυστήρια (Γάμος, Βάπτιση, Χρίσμα, Ευχέλαιο, Μετάληψη, Εξομολόγηση, Ιεροσύνη),  7 είναι τα θαύματα του Χριστού κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη,  7 οι κύριες αρετές (ταπεινότητα, ευσπλαχνία, αγνότητα, φιλαλληλία, επιείκεια, καλοσύνη, εργατικότητα),  7  τα θανάσιμα αμαρτήματα ((φιλαργυρία, πορνεία, γαστριμαργία, φθόνος, οργή, ακηδία) και 7 οι ευχές που περιέχει το «Πάτερ ημών», 3 για το Θεό (αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου) και 4 για τις ανάγκες του ανθρώπου (τον άρτον ημών δος, άφες τα οφειλήματα, μη εισενέγκεις εις πειρασμόν, ρύσαι από του πονηρού).

Τα χρώματα του φάσματος και του ουράνιου τόξου είναι7 (κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, γαλάζιο, βαθυγάλαζο, βιολετί). Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες υποψίες ότι ο Νεύτων, που μίλησε πρώτη φορά για τα χρώματα, διέκρινε έξι χρώματα και πρόσθεσε το χρώμα indigo – βαθυγάλαζο, λουλακί – για να συμπληρωθεί ο «μαγικός» αριθμός επτά.

Οι  νότες του πενταγράμμου 7, οι φθόγγοι της μουσικής 7 (do, re, mi, fa, sol, la, si ), 7  και της βυζαντινής μουσικής (πα, βου, γα, δι, και, ζω, νι), 7 οι καλές τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, ποίηση, χορός, μουσική και κινηματογράφος),  7 τα μέταλλα των αλχημιστών ( χρυσός,  άργυρος,  υδράργυρος,  χαλκός, σίδηρος, κασσίτερος, μόλυβδος),  7 τα άστρα στον αστερισμό Πλειάδες, (Αλκυόνη, Μερόπη, Ηλέκτρα, Ταϋγέτη, Κελαινώ, Μαία, Αστερόπη),  7 οι ουρανοί του κόσμου και  7 τα κακά της μοίρας μας!.

Στη δημώδη γλώσσα υπάρχουν πολλές λέξεις με πρώτο συνθετικό το εφτά: εφτάδιπλος, εφτάζυμο, εφταήμερο, εφτάπηχος, εφτάψυχος, εφταμηνίτικος, εφτάστερος, εφτασφράγιστος, εφτάφωτος, επτάλοφος, επταπύργιο, Επτάνησα, Επταχώρι, επταδάκτυλος, επτάχορδος, εφτασύλλαβος και «7 τραγούδια θα σου πω / για να διαλέξεις το σκοπό / που θα μου πεις και θα σου πω / το σ’ αγαπώ» έλεγε το γνωστό τραγούδι του Χατζηδάκι, Τα Επτάνησα του Ιονίου πελάγους είναι 7 ( Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Λευκάδα, Κύθηρα και Παξοί),  7 οι νάνοι στη Χιονάτη, 7 χρόνια κράτησε η δικτατορία του 67,  7 τα φωνήεντα της αλφαβήτου, 7up το γνωστό αναψυκτικό και τη θύρα 7 έχουν οι φανατικοί φίλοι του Ολυμπιακού!

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αριθμός αυτός κρύβει κάτι το ξεχωριστό και μυστηριώδες, αφού από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σημαδεύει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο την ζωή μας.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Εκλογικός κατάλογος του δήμου Μεγαλόπολης του νομού Αρκαδίας (1875). Στοιχεία επαγγελματικής απασχόλησης των κατοίκων.


 

 

Η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης των κυριότερων κέντρων της Πελοποννήσου, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου αιώνα, αποτελεί ένα ελκυστικό πεδίο έρευνας. Ωστόσο, η όποια σχετική προσπάθεια καλείται να αντιμετωπίσει ποικίλες δυσκολίες. Στο πλαίσιο αυτής της διερεύνησης, η περιοχή της Αρκαδίας παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς πολλές πτυχές της ιστορικής πορείας της παραμένουν άγνωστες. Ένας από τους σημαντικότερους οικισμούς του αρκαδικού νομού που αξίζει να μελετηθεί είναι και η Μεγαλόπολη, τόσο η πόλη όσο και η ευρύτερη περιοχή της.

     

Ο δήμος Μεγαλόπολης ορίστηκε ως ένας από τους δήμους της ομώνυμης επαρχίας, με βάση το βασιλικό διάταγμα της 9ης/21ης Νοεμβρίου 1834/1835 που προσδιόριζε τη γενικότερη διοικητική συγκρότηση του νομού Αρκαδίας [1]. Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο ο δήμος περιλάμβανε έντεκα οικισμούς. Μετά από  διοικητικές μεταβολές που σημειώθηκαν το επόμενο διάστημα, ο δήμος κατά το 1841 περιέκλειε δεκαπέντε οικισμούς συμπεριλαμβανομένης και της έδρας του (Σινάνου) [2]. Στην περιοχή δεν έλαβε χώρα κάποια σημαντική διοικητική μεταβολή μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους και ειδικά μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, η ευρύτερη επαρχία της Μεγαλόπολης εξελίσσεται από κάθε άποψη, οικιστική, οικονομική, κοινωνική, πληθυσμιακή αναπτύσσοντας μία νέα δυναμική [3].

Η κεντρική πλατεία Μεγαλόπολης το 1928. Αρχείο: 3ο Δημοτικό Σχολείο Μεγαλόπολης.

Η κεντρική πλατεία Μεγαλόπολης το 1928. Αρχείο: 3ο Δημοτικό Σχολείο Μεγαλόπολης.

Αναφορικά με τη ζωή του τόπου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο εκλογικός κατάλογος του δήμου Μεγαλόπολης του έτους 1875 [4] προσφέρει πληροφορίες ποικίλου χαρακτήρα για τους κατοίκους της περιοχής. Επικυρώθηκε στις 25 Ιουνίου 1875 και αποτελείται από 1.398 εγγραφές. Περιλαμβάνονται μόνο οι άρρενες με πολιτικά δικαιώματα στο δήμο. Στην έδρα του δήμου, στη Μεγαλόπολη (Σινάνου) καταγράφονται 255 εκλογείς. Οι υπόλοιποι 1.143 σημειώνονται στα ακόλουθα δεκατέσσερα χωριά τα οποία συναποτελούν το δήμο: Μερζέ, Βρωμοσέλα, Αγιάσμπεϊ, Κασίμη, Σιάλεσι, Ρουσβάναγα, Καρούμπαλι, Ραψομάτι, Τσιαπόγα, Κιοσέ, Αλιάγα, Κασιδοχώρι, Κερκέζι, Σούλου [5]. Ο μέσος όρος ηλικίας των καταγεγραμμένων κατοίκων είναι, κατά προσέγγιση, τα 34 έτη. Για να εκτιμηθεί το αριθμητικό μέγεθος αυτών των πληροφοριών, σημειώνεται πως με βάση τα διαθέσιμα απογραφικά δεδομένα, το 1870 ο συνολικός πληθυσμός του δήμου περιλάμβανε 4.297 άτομα ενώ το 1879, 5.000 κατοίκους [6].

Σχετικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο επάγγελμα των εκλογέων, μέσα από τη σχετική επεξεργασία των δεδομένων, διαπιστώνονται τα παρακάτω. Η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα των κατοίκων είναι η γεωργική. Ωστόσο, παρατηρείται μία σαφής διαφοροποίηση μεταξύ της έδρας του δήμου, της Μεγαλόπολης και των γύρω οικισμών. Στα γύρω χωριά οι άρρενες εκλογείς στη συντριπτική τους πλειοψηφία (σε ποσοστό 98,6%), απασχολούνται ως γεωργοί. Εντός της πόλης της Μεγαλόπολης παρατηρείται μία επαγγελματική εξειδίκευση, έστω και σε χαμηλό βαθμό. Εδώ, οι απασχολούμενοι στον πρωτογενή τομέα της οικονομικής παραγωγής (γεωργία, κτηνοτροφία κλπ) αποτελούν το 61,96% του συνόλου. Ακολουθεί ο τριτογενής τομέας της οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο απασχολείται το 31,77 % των κατοίκων. Επικρατούν τα επαγγέλματα που σχετίζονται με τομείς παροχής υπηρεσιών καθώς και με το εμπόριο. Σημαντική είναι επίσης και η παρουσία όσων απασχολούνται ως δημόσιοι υπάλληλοι. Τέλος, ο δευτερογενής τομέας παραγωγής (τεχνίτες, βιοτέχνες κλπ) αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο του συνόλου στην έδρα του δήμου (6,27%), με το επάγγελμα του μπαλωματή να κυριαρχεί. Αξίζει να σημειωθεί πως τα εν λόγω στοιχεία, αν και συνιστούν ποσοτικά καθώς και αποσπασματικά δεδομένα, διατηρούν την ιστορική τους σημασία. Σε συσχετισμό με άλλες κατηγορίες πηγών, μπορούν να οδηγήσουν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα αναφορικά με την ιστορική εξέλιξη της περιοχής.

 

Σοφία Μπελόκα

Ιστορικός

 

 

α/α

 

κατηγορίες επαγγελματιών του δήμου 

(αλφαβητικά)

 

αριθμός

ατόμων

 

1 αγωγεύς 3

 

2 αλμπάνης

 

1
3 αμπατζής

 

1
4 απόμαχος

 

1
5 απόστρατος

 

1
6 αρτοποιός

 

1
7 αστυνόμος

 

1
8 γεωργός

 

1.268
9 γραμμ. εφορίας

 

1
10 γυμνασιάρχης

 

1
11 δήμαρχος

 

1
12 δημοτικός εισπράκτωρ

 

1
13 δικαστικός κλητήρ

 

4
14 δικηγόρος

 

4
15 επαρχιακός κλητήρ

 

1
16 έπαρχος

 

1
17 ιατρός

 

1
18 ιδιώτης

 

5
19 καπνοπώλης

 

1
20 καφεπώλης

 

2
21 κλητήρ εφορίας

 

1
22 κρεοπώλης

 

2
23 κτηματίας

 

9
24 μαθητής

 

16
25 μεταπράτης

 

17
26 μπαλωματής

 

8
27 ποιμήν

 

5
28 ράπτης

 

2
29 σανδαλοποιός

 

1
30 σκυτοτόμος

 

1
31 στρατιώτης

 

4
32 στρατιωτικός

 

1
33 τέκτων

 

2
34 τηλεγραφοφύλαξ

 

1
35 υπάλληλος

 

4
36 υπηρέτης

 

19
37 φαρμακοποιός

 

2
38 φοιτητής

 

2
39 χωροφύλαξ

 

1
        

           σύνολο

 

 

1.398

 

 

 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Υποσημειωσεις


[1] Φλούδας Ι. Νικόλαος, Διοικητικά επαρχίας Μεγαλοπόλεως, Μεγαλόπολη 1954,  σσ. 8-10.

[2] Ονομάστηκε επίσημα Μεγαλόπολις το 1885, βλ.  Φλούδας Νικόλαος, ό. π., σ. 19.

[3] Παπανικολάου Ι. Κώστας, Μεγαλόπολη. Γενική Ιστορία της επαρχίας, Αθήνα 1986, σσ. 264-267.

[4]  Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκελος 30, Συλλογή Βλαχογιάννη

[5] Οι ονομασίες των οικισμών διατηρούν την ορθογραφία του αρχικού κειμένου.

[6] Φλούδας Νικόλαος, ό. π., σ. 11.

 

Read Full Post »

Οι έφιπποι ανδριάντες του Κολοκοτρώνη – Η υπαίθρια γλυπτική


 

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου – Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας – Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη – Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας – Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος.

 

Η γλυπτική από τη φύση της εκπληρώνει το υψηλότερο όραμα της τέχνης. Την υπέρβαση της φθοράς και του θανάτου, την κατάκτηση της αιωνιότητας, τη διάρκεια. Λόγω της αντοχής των υλικών της, προοριζόταν κυρίως για τον ανοιχτό, υπαίθριο χώρο. Τα υπαίθρια γλυπτά έχουν αξία καλλιτεχνική αλλά και διδακτική, γιατί προβάλλουν πρότυπα και συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Λόγω της καλλιτεχνικής και της ιστορικής τους σημασίας θεωρούνται και είναι μνημεία, αφού με τον όρο «μνημείο» χαρακτηρίζεται ένα αντικείμενο που χρησιμεύει στη διαιώνιση της μνήμης ενός ή πολλών προσώπων, ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Μνημείο γίνεται ό,τι αξίζει να διασωθεί από τη λήθη και να μείνει στη μνήμη.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Ο «Ιππέας Rampin». Μουσείο Ακρόπολης.

Τα δημόσια γλυπτά είναι μια ξεχωριστή κατηγορία έργων τέχνης. Θα τα βρούμε στις πλατείες, στα πάρκα, σε κάθε είδους δημόσιους χώρους, σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Το γλυπτό έργο τέχνης  φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού του, τοποθετείται σε χώρο, που γίνεται το άμεσο περιβάλλον του και  καλείται  να «συνομιλήσει» με το θεατή. Η επιλογή του χώρου είναι καθοριστική για το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα και την ένταξη του γλυπτού στο περιβάλλον. Τα κριτήρια επιλογής του αφορούν είτε την ιστορική σύνδεση του χώρου με το τιμώμενο πρόσωπο ή γεγονός, είτε αρχιτεκτονικές και χωροταξικές παραμέτρους. Τη συνολική, βέβαια, εικόνα του γλυπτού επηρεάζουν οι διαρρυθμίσεις του περιβάλλοντος χώρου, το πράσινό, ο φωτισμός, η κυκλοφορία και η κίνηση των πεζών καθώς και το βάθρο, το οποίο άλλοτε αναβαθμίζει και άλλοτε υποβαθμίζει το έργο τέχνης.

Οι έφιπποι ανδριάντες είναι μνημειακές παρουσιάσεις ενός ιππέα με το άλογό του σε ποικίλους βηματισμούς. Είναι Φιλοτεχνημένοι κυρίως σε ορείχαλκο, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητά τους. Το παλαιότερο σωζόμενο έφιππο άγαλμα ανήκει στην αρχαϊκή εποχή και είναι ο επονομαζόμενος «Ιππέας Rampin», που είχε βρεθεί σε μια πλαγιά της Ακρόπολης των Αθηνών. Έχει φιλοτεχνηθεί από μάρμαρο γύρω στο 560 π. Χ. και απεικονίζει κούρο ιππέα πάνω στο άλογό του.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Έφιππος ανδριάντας του Μάρκου Αυρηλίου στο Καπιτώλιο της Ρώμης.

Στην αρχαία Ρώμη έφιπποι ανδριάντες αναγείρονταν προς τιμήν αυτοκρατόρων, πολιτικών ανδρών και στρατιωτικών ηγετών. Σήμερα το μόνο σωζόμενο δείγμα της εποχής εκείνης είναι ο μπρούντζινος έφιππος ανδριάντας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, που χρονολογείται από το 2ο μ. Χ. αιώνα. Παλαιότερα, ο ανδριάντας στεκόταν σ’ ένα βάθρο στο κέντρο της Πλατείας του Καπιτωλίου στη Ρώμη, που είχε διαμορφώσει το δέκατο έκτο αιώνα ο Μιχαήλ Άγγελος. Σήμερα στο κέντρο της πλατείας υπάρχει ένα αντίγραφο του έφιππου ανδριάντα του Μάρκου Αυρηλίου, ενώ το πρωτότυπο φυλάσσεται στο Μουσείο του Καπιτωλίου.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Χάλκινος ανδριάντας του Έρασμο ντα Νάρνι (Γκαταμελάτα). Έργο του Ντονατέλο, Πάντοβα.

Από τα σημαντικότερα δείγματα έφιππων ανδριάντων της αναγεννησιακής Ευρώπης είναι ο χάλκινος ανδριάντας του Βενετσιάνου Έρασμο ντα Νάρνι, γνωστού ως Γκαταμελάτα, φιλοτεχνημένος από το Φλωρεντινό γλύπτη Ντονατέλο, που βρίσκεται σήμερα στην  Πάντοβα της Ιταλίας. Το άγαλμα αυτό στήθηκε στο βάθρο του το 1453 και απεικονίζει τον Γκαματελάτα με πανοπλία και με σκήπτρο εξουσίας στο υψωμένο δεξί του χέρι. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους έφιππους ανδριάντες της Αναγέννησης, αφού υπήρξε ο πρόδρομος όλων των έφιππων μνημείων, που φιλοτεχνήθηκαν έκτοτε.

Στα νεότερα χρόνια της ευρωπαϊκής ιστορίας, έφιπποι ανδριάντες αυτοκρατόρων, βασιλιάδων, ηγεμόνων και στρατιωτικών ηγετών, φιλοτεχνημένοι κυρίως από χαλκό, συνωστίζονται στις ευρωπαϊκές πόλεις. Χαρακτηριστικός είναι ο έφιππος ανδριάντας του Μεγάλου Πέτρου, επονομαζόμενος «Μπρούτζινος Καβαλάρης», στην Πλατεία  των Δεκεμβριστών στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας

Στη νεότερη Ελλάδα η υπαίθρια γλυπτική με έφιππους ανδριάντες σε δημόσιους χώρους είναι διαδεδομένη και σήμερα υπάρχουν συνολικά 15 έφιπποι ανδριάντες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, που στήθηκαν όλοι κατά τον 20ο αιώνα.

Συγκεκριμένα ο ανδριάντας του Βασιλιά Κωνσταντίνου, φιλοτεχνημένος το 1938, στην είσοδο του Πεδίου του Άρεως στην Αθήνα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1966) στον Κήπο του Ζαππείου, απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο στην Αθήνα, του στρατάρχη και πρωθυπουργού της Ελλάδας Αλέξανδρου Παπάγου στη λεωφόρου Μεσογείων στην Αθήνα, του στρατηγού Στέφανου Σαράφη (2001) στον Άλιμο Αττικής του Βασιλιά Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη, ο μοναδικός στην Ελλάδα έφιππος ανδριάντας από μάρμαρο,  ο ανδριάντας του Μωχάμετ  Άλυ στην Καβάλα, που στήθηκε το 1934, δύο έφιπποι ανδριάντες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Παραλία της Θεσσαλονίκης (1973)  και στην Έδεσσα,  του Νικολάου Πλαστήρα (1987) στην Καρδίτσα, του βασιλιά Πύρρου της Ηπείρου στην  Άρτα,  του Γεωργίου Καραϊσκάκη (1990) στο Μαυρομμάτι Καρδίτσας, γενέτειρα του Καραϊσκάκη, και πιο πρόσφατος  (2010) έφιππος ανδριάντας του Συνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή,  ήρωα του 1940 στο αλβανικό μέτωπο, στην Πλατεία Φριζή στη Χαλκίδα.

Τιμητική θέση στον τομέα αυτό έχει ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός γέρος του Μωριά, με τέσσερις συνολικά έφιππους ανδριάντες. Έναν στο Ναύπλιο (1901) και έναν στην Αθήνα (1904) φιλοτεχνημένους από τον ίδιο γλύπτη, το Λάζαρο Σώχο, έναν στην Τρίπολη (1971), έργο του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου, και έναν στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας, γενέτειρας του Κολοκοτρώνη (2007).

 

Ο Λάζαρος Σώχος

 

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Λάζαρος Σώχος. Τσιγκογραφία από το «Ημερολόγιο Σκόκου», 1895.

Το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο μαζί με το αντίστοιχό του στην Αθήνα φιλοτέχνησε ο ίδιος γλύπτης, ο Λάζαρος Σώχος (1862-1911), ένας διακεκριμένος Έλληνας γλύπτης του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1862 στο χωριό Υστέρνια της Τήνου από φτωχή αγροτική οικογένεια. Σε ηλικία εννέα ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και πήγε στην Κωνσταντινούπολη σε κάποιο θείο του, λιθοξόο το επάγγελμα. Μπήκε στην τέχνη και έμαθε τα βασικά στοιχεία της γλυπτικής, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην καλλιτεχνική σχολή του Γάλλου Guillement, όπου κατέκτησε αμέσως τον θαυμασμό και την εκτίμηση των δασκάλων του και γνωρίστηκε με τη συμμαθήτριά του Θηρεσία Γ. Ζαρίφη, κόρη του τραπεζίτη Γεωργίου Ζαρίφη, που ανέλαβε την υποστήριξη των πρώτων δημιουργικών του προσπαθειών.

Όταν ο Guillemet πέθανε και η σχολή του έκλεισε, ο Σώχος, με μόνο εφόδιο μια συστατική επιστολή, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να παρακολουθήσει μαθήματα γλυπτικής στο Πολυτεχνείο με δάσκαλο το Λεωνίδα Δρόση, στο εργαστήριο του οποίου εργαζόταν με ευτελές ημερομίσθιο, και ζωγραφικής κοντά στο συμπατριώτη του Νικηφόρο Λύτρα. Τα έξοδα των αθηναϊκών σπουδών του κάλυπτε, ως ένα βαθμό, το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου, με τη χορήγηση υποτροφίας ύψους 30 περίπου δραχμών μηνιαίως. Τελικά αποφοίτησε με άριστα σε όλες τις τάξεις γλυπτικής και ζωγραφικής. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του το 1881, με τη βοήθεια της Θηρεσίας Γ. Ζαρίφη, η οποία τώρα ήταν κυρία Α. Βλαστού, ο Σώχος πήγε στο Παρίσι για μετεκπαίδευση και έγινε ο πρώτος Έλληνας εικαστικός που σπούδασε στο εξωτερικό. Στο Παρίσι διακρίθηκε και κέρδισε σε διάφορους διαγωνισμούς συνολικά δεκαεπτά αργυρά και χάλκινα μετάλλια προόδου.

Το 1901 επέστρεψε στην Ελλάδα  και το 1908 γίνεται καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην οποία δίδαξε Πλαστική  ως το 1911. Έργο του ήταν η αναστήλωση του Λέοντα της Χαιρώνειας. Φιλοτέχνησε επίσης πολλά έργα, τα οποία όλα σχεδόν κατά καιρούς βραβεύτηκαν. Στα σημαντικότερα δημιουργήματά του συγκαταλέγονται: ο Κολοκοτρώνης, που βραβεύτηκε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης, τα μνημεία του Παύλου Μελά και του Ανδρέα Συγγρού, η προτομή του Αδαμάντιου Κοραή, η οποία βρίσκεται στη Γαλλία, και τα δύο ανάγλυφα που βρίσκονται στην βάση του Ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην Αθήνα. Ο Λάζαρος Σώχος άφησε την τελευταία του πνοή το 1911.

  

Ο Κολοκοτρώνης του Ναυπλίου

 

Ένα από τα σπουδαιότερα έργα νεοελληνικής γλυπτικής, που φέρει την υπογραφή του Τήνιου γλύπτη Λάζαρου Σώχου, είναι ο μνημειακός έφιππος ανδριάντας του ήρωα της Eλληνικής Eπανάστασης, Θεόδωρου Kολοκοτρώνη , που δεσπόζει στο κέντρο του πάρκου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής.

Το  1884, σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του Κολοκοτρώνη, που έφυγε από τη ζωή το 1843,  στο Ναύπλιο αποφασίστηκε η ανέγερση έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. O Θ. Κολοκοτρώνης (1770-1843), μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του αγώνα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους Τούρκους, μεγάλος στρατηγός και πρωταγωνιστής της Επανάστασης του 1821, είχε μακρά σχέση με την πόλη του Ναυπλίου.  Σε αυτόν παραδόθηκε η πόλη μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους και εδώ έζησε επί αρκετά χρόνια, όπως και άλλοι γνωστοί οπλαρχηγοί. Μάλιστα, για την προσφορά του, του είχε παραχωρηθεί σπίτι στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς και κτήματα στην είσοδο της πόλης στη σημερινή οδό Άργους, μαζί με το εκκλησάκι των Aγίων Θεοδώρων, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ωστόσο ο Κολοκοτρώνης συνδέεται με το Ναύπλιο και με μια από τις πιο πικρές στιγμές της ζωής του, αφού στο Ναύπλιο συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο (1834) για συνομωσία κατά της Αντιβασιλείας και παρέμεινε φυλακισμένος στο Παλαμήδι ως το 1835.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ύστερα από καλλιτεχνικό διαγωνισμό, που προκήρυξε ο τότε Δήμαρχος Ναυπλίου Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, ένας δήμαρχος που εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα,  προκηρύχτηκε η κατασκευή ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το 1891 εκτέθηκαν τα προπλάσματα των υποψηφίων στη Βίλα Τζούλια της Ρώμης και στο διαγωνισμό προκρίθηκε ο Σώχος, στον οποίο τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε η δημιουργία του μνημείου. Το γύψινο πρόπλασμα  του  Σώχου  βράβευσε η Ακαδημία της Pώμης, ενώ εκτέθηκε επίσης στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, όπου και πήρε το πρώτο βραβείο. O Henri Jouin μάλιστα, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού, εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα «Eστία».

Tο χρηματικό ποσό για την κατασκευή του ανδριάντα ήταν ιδιαίτερα υψηλό και χρειάστηκε να γίνει  πανελλήνιος έρανος για τη συγκέντρωσή του. O ανδριάντας δουλεύτηκε στο Παρίσι τα χρόνια 1891–1895, στο εργαστήριο που είχε παραχωρήσει στο Σώχο ο Γάλλος καθηγητής του στη Σχολή Kαλών Tεχνών Antoine Mercie στο boulevard  Saint–Michel. Η χύτευση του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη έγινε σε δύο αντίτυπα  από ορείχαλκο (κράμα χαλκού). Το υλικό προερχόταν από κανόνια της Επανάστασης, που υπήρχαν στο Κάστρο του Παλαμηδίου.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Kαρτ ποστάλ με το γύψινο πρόπλασμα του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου (1852–1911) με φωτογραφία του ίδιου του γλύπτη σε ένθετο εικονίδιο.

Ο Σώχος για να αποδώσει τον Κολοκοτρώνη μελέτησε τα πρόσωπα των εν ζωή συγγενών του, διάβασε τα απομνημονεύματά του, είδε τη φορεσιά και τον οπλισμό του, που διατηρούνται στο Εθνικό Μουσείο, και μελέτησε ακόμη και την ιπποσκευή του. Απέδωσε έτσι ρεαλιστικά και με ιστορική αλήθεια όλες τις εξωτερικές λεπτομέρειες, αλλά κυρίως απέδωσε το θάρρος και τα ιδανικά σε ένα άγαλμα, που κοσμεί την Ελλάδα με το μεγαλείο του και τις ιδέες που συμβολίζει. O «Γέρος του Mοριά» παριστάνεται έφιππος με το αριστερό χέρι να κρατάει τα ηνία του αλόγου και με το δεξί να δείχνει προς τα εμπρός. Tο σύνολο του έργου είναι επιβλητικό και η αγέρωχη μορφή του Κολοκοτρώνη αποπνέει μνημειακότητα.

Ο Κολοκοτρώνης ευθυτενής ιππεύει αρσενικό άλογο, κρατά με το αριστερό χέρι τα χαλινάρια και με το δεξί τεντωμένο δείχνει μπροστά. Το κεφάλι του Κολοκοτρώνη είναι στραμμένο προς τα αριστερά. Όλη η ένταση της σύνθεσης συγκεντρώνεται στο δείκτη του δεξιού χεριού, που είναι τεντωμένος ίσια μπροστά. Το κεφάλι στρέφεται στους άλλους αγωνιστές, τους δείχνει το στόχο που πρώτος έχει αντιληφθεί, τους δείχνει σαν στρατηγός τον εχθρό, που πρέπει να πολεμήσουν. Όλη η στάση του εκφράζει δύναμη, ορμή και αποφασιστικότητα. Ο δείκτης του χεριού χαράσσει συμβολικά το δρόμο μπροστά, δείχνει το μέλλον. Εκφράζει το όραμα της ελευθερίας που κατακτιέται με αγώνες και θυσίες.

Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με μακριά μαλλιά που πέφτουν κυματιστά στους ώμους του και με μακρύ παχύ μουστάκι. Φορά πλούσια φουστανέλα, φαρδυμάνικη πουκαμίσα, φαρδύ ζωνάρι με τα άρματά του, μεγάλο τοξωτό σπαθί που κρέμεται αριστερά. Κάθεται σε στολισμένη σέλα, πατά σε αναβολείς και φορά σπιρούνια. Τα λουριά της σέλας και τα ηνία στο κεφάλι του αλόγου είναι στολισμένα με φούντες. Ο Κολοκοτρώνης φορά επίσης μια εντυπωσιακή αρχαιοπρεπή περικεφαλαία.

Γραμματόσημο - Έφιππος Κολοκοτρώνης

Γραμματόσημο – Έφιππος Κολοκοτρώνης

Από έγγραφα της εποχής ήταν γνωστό πως ο Σώχος, αφού έκανε την απαραίτητη έρευνα, επιθυμούσε να φιλοτεχνήσει τον Κολοκοτρώνη με την αυθεντική του μορφή ασκεπή, χωρίς κάλυμμα κεφαλιού, προκειμένου να φαίνεται η γνωστή του χαίτη, όπως φαίνεται και στο γνωστό μας πεντοχίλιαρο, που εκδόθηκε το 1984. Οι πιέσεις όμως ήταν έντονες, διότι η Επιτροπή λαχταρούσε έναν επιβλητικό ήρωα και όχι έναν απλό πολεμιστή, πόσο μάλλον με μακριά μαλλιά και ξυρισμένο εμπρός το κεφάλι, πράγμα που συνήθιζαν οι Αρβανίτες. Έτσι αναγκάζουν το γλύπτη να φορέσει στο Γέρο περικεφαλαία και μάλιστα βαριά, αρχαιοπρεπή, και έτσι τελικά ο ήρωας απέκτησε την εντυπωσιακή και όλο μεγαλείο περικεφαλαία του.

Δε γνωρίζαμε ούτε τις αντιδράσεις, ούτε τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, γι αυτή την επιβολή στην εικαστική του άποψη, μέχρι το 2002, όπου κατά τις εργασίες συντήρησης του ανδριάντα της Οδού Σταδίου στην Αθήνα από την αρχαιολογική υπηρεσία, αποκαλύφθηκε η ακόλουθη επιγραφή στην περικεφαλαία και το  εσωτερικό της χαίτης: Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909. Δεν είναι γνωστό εάν η ίδια σκωπτική επιγραφή υπάρχει και στο άγαλμα του Ναυπλίου, αλλά το περίεργο είναι το πώς αυτή η επιγραφή έχει χρονολογία το 1909, ενώ είναι γνωστό πως τοποθετήθηκε σε αυτή τη θέση το 1904.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος ενώ εργάζεται για την κατασκευή του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη.

Το γλυπτό  του Ναυπλίου χυτεύθηκε στο ίδιο χυτήριο µε το γλυπτό της  Αθήνας. Και τα δύο γλυπτά χυτεύθηκαν  κατά τµήµατα, τα οποία συναρμολογήθηκαν πιθανώς επί τόπου. Μια επιθεώρηση στο άγαλμα του Ναυπλίου αποδεικνύει την ύπαρξη 5 τµηµάτων:  την κεφαλή και το λαιµό  του αλόγου (µέχρι το µέσο του στήθους), το ανώτερο τµήµα του σώµατος του Κολοκοτρώνη µε την Περικεφαλαία, το κατώτερο  τµήµα του σώµατος  του Κολοκοτρώνη, τα πόδια του αλόγου και τη συµφυή  μεταλλική  βάση  και τέλος την ουρά και το µπροστινό αριστερό πόδι του αλόγου.

Η επιλογή του Σώχου να παραστήσει τον Κολοκοτρώνη έφιππο δεν έγινε απλά, για να προσδώσει κύρος και μεγαλοπρέπεια. Το άλογο το χρησιμοποιούσε καθημερινά ο Κολοκοτρώνης. Ήταν βασικό στοιχείο γρήγορης μετακίνησης και αιφνιδιασμού στον ανταρτοπόλεμο, που κυρίως διεξήγαγε νικηφόρα απέναντι σε έναν πολυάριθμο εχθρικό στρατό. Αυτός και οι συμπολεμιστές του ήταν συνεχώς ανεβασμένοι στα άλογά τους, έτσι που στα δημοτικά μας τραγούδια μεταφέρεται πως: Καβάλα παν, στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν’ αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι.

Το μεγαλόσωμο άλογό του έχει ακριβώς την ίδια στάση, την ίδια θέληση, την ίδια αποφασιστική ορμή με τον ιππέα του. Έχει περήφανα όρθιο τον λαιμό του και προβάλλει το μέτωπο επιθετικά. Έχει σηκωμένο το αριστερό μπροστινό πόδι του σε ελαφρύ βηματισμό και ανασηκωμένο το πίσω δεξιό. Δεν πατά και με τα τέσσερα πόδια του σταθερά και ήρεμα στη γη. Τα υψωμένα πόδια δεν δείχνουν μόνο κίνηση και ανησυχία. Από ορισμένους αυτή η κίνηση θεωρείται συμβολισμός της σχέσης του αναβάτη με τον ηρωισμό και τον ένδοξο θάνατο στη μάχη. Συνθετικά ο κάθετος άξονας του κεφαλιού του αλόγου δένει αρμονικά με τα δύο κάθετα σίγουρα πόδια και έρχεται σε αντίθεση με τη γεμάτη δύναμη καμπύλη του λαιμού, αλλά και τις μυώδεις καμπύλες της ράχης, του λαιμού και της κοιλιάς του αλόγου, ιδίως όταν παρατηρούμε το άλογο από το πλάι.

Η στάση του αλόγου του Κολοκοτρώνη  θεωρείται περίεργη, γιατί στη διεθνή γλυπτική γλώσσα είναι γνωστό ότι, εάν το άλογο του έφιππου ατόμου έχει και τα δυο μπροστινά του πόδια στον αέρα, σημαίνει πως αυτό το άτομο πέθανε στη μάχη. Εάν το άλογο πατά στη γη το ένα του μπροστινό πόδι και έχει το άλλο πόδι στον αέρα, τότε αυτός πέθανε αργότερα, από τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια των μαχών. Εάν το άλογο έχει και τα τέσσερα πόδια στη γη, τότε το άτομο αυτό απεβίωσε από φυσικό θάνατο.

Κι όμως το άλογο του έφιππου Κολοκοτρώνη έχει το ένα του πόδι στον αέρα, αν και είναι γνωστό πως ο Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από τραύματα της μάχης, αλλά στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μετά το γλέντι για το γάμο του μικρού του γιου Κολίνου (Κωνσταντίνου). Ίσως καλλιτέχνης και Αρχές ήθελαν να αποτίσουν ένα αιώνιο φόρο τιμής στον ηρωικό άντρα και παρέβλεψαν του κανόνες της διεθνούς γλυπτικής πρακτικής.

Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο Παρίσι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1895 και παρέμεινε πέντε χρόνια στις αποθήκες του Οπλοστασίου του Ναυπλίου, που ήταν μονάδα του Στρατού με σκοπό την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών,  η οποία άρχισε τη λειτουργία της μετά την Επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τον 19ο αιώνα.

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Tα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν στις 23 Απριλίου του 1901, όταν Δήμαρχος Ναυπλίου ήταν ο πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη, δικηγόρος Δημήτριος Τερζάκης (1899-1903), που διατέλεσε και βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος. Τοποθετήθηκε στο Βοτανικό Κήπο του Ναυπλίου, που από τότε ονομάστηκε Πάρκο Κολοκοτρώνη. Το άγαλμα έχει ύψος  4,30 μέτρα και το βάρος του φτάνει τους 5 τόνους. Το βάθρο ήταν δωρεά του Ν. Κωτσάκη, σχεδιάστηκε στο Παρίσι από τους αδελφούς Tιερό, ανατέθηκε στο γλύπτη Ι. Καρακατσάνη και στον αρχιτέκτονα Α. Νικολούδη και κατασκευάστηκε το 1900 στο αθηναϊκό μαρμαρογλυφείο του Iωάννη Xαλδούπη. Στις γωνίες του σιδερένιου κιγκλιδώματος, που περιβάλλει το βάθρο του αγάλματος, είναι τοποθετημένα στο έδαφος 4 κανόνια που από χρονολογία που αναγράφεται επάνω σ’ ένα απ’ αυτά είναι κατασκευασμένα το 1670.

 

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

Πρόγραμμα εορτών για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο το 1901.

 

Μετά από 100 και πλέον χρόνια Ανδριάντας και βάθρο εμφάνισαν φθορές, όπως αλλοιώσεις και θραύσεις του βάθρου, επικαθίσεις αιθάλης από την ατμοσφαιρική ρύπανση, εμφάνιση σκουριάς στους μεταλλικούς συνδέσμους, ρηγματώσεις και απώλειες υλικού και βανδαλισμούς. Και το κυριότερο. Διαπιστώθηκε πως υπάρχει μικρή μετακίνηση του ανδριάντα από το βάθρο από δυναμική καταπόνηση κατά το παρελθόν (ίσως από σεισμό), γεγονός που σε συνδυασμό με την οξείδωση των μεταλλικών συνδέσμων του βάθρου προκάλεσε ανησυχία. Για το λόγο αυτό έγινε προσωρινή στερέωση του γλυπτού με τη βοήθεια γερανοφόρου οχήματος, προκειμένου να αποφευχθεί πτώση του μνημείου και ατύχημα από κάποιο σεισμό.

Το Σεπτέμβρη του 2013 ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο χαρακτηρίστηκε μνημείο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και μετά από αυτοψία στελεχών του υπουργείου Πολιτισμού, που πραγματοποιήθηκε στο πάρκο Κολοκοτρώνη,  δρομολογήθηκαν οι απαραίτητες εργασίες για την αποκατάστασή του με την απομάκρυνση του γλυπτού από τη βάση του και την επανατοποθέτησή του μετά την επισκευή του.

Συνεργεία του Υπουργείου Πολιτισμού αποκόλλησαν το άγαλμα του Κολοκοτρώνη από την μαρμάρινη βάση του και το κατέβασαν για την απαραίτητη συντήρηση την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013. Συνολικά 7 μήνες διήρκεσαν οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης των φθορών του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της μαρμάρινης βάσης του. Επανατοποθετήθηκε στις 2 Μαΐου 2014. Η επανατοποθέτηση του αγάλματος στην μαρμάρινη βάση του έγινε από ειδικό γερανοφόρο όχημα. Την επίβλεψη των εργασιών και την όλη προετοιμασία έκανε ο μηχανικός Γεώργιος Μπινιάρης.

 

 Ο Κολοκοτρώνης της Αθήνας

 

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Έφιππος Κολοκοτρώνης μπροστά από το κτίριο της παλιάς Βουλής.

Όμοιος ανδριάντας, έργο του ίδιου γλύπτη, υπάρχει και στην Aθήνα, μπροστά από το κτίριο της Παλαιάς Bουλής. O Λάζαρος Σώχος είχε κατασκευάσει και δεύτερο γύψινο πρόπλασμα του έφιππου Κολοκοτρώνη, πανομοιότυπο μ’ εκείνο του ανδριάντα του Ναυπλίου. Σκέφτηκε πως το δεύτερο αυτό έργο του έπρεπε να στηθεί  στην Aθήνα και έγραψε στον εξάδελφό του δικηγόρο Ξενοφώντα Σώχο ότι το προσφέρει δωρεάν, αρκεί να καταβληθεί το αντίτιμο του ορείχαλκου, για να χυτευθεί σε χαλκό το γύψινο πρόπλασμα. Έπειτα από αναφορά Aθηναίων δημοτών προς τον τότε δήμαρχο Aθηναίων Σπυρίδωνα Mερκούρη και προς το Δημοτικό Συμβούλιο και μπροστά στον υπαρκτό κίνδυνο να αγοραστεί το πρόπλασμα του ανδριάντα από Γάλλο πολίτη, το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηνών αποφάσισε το 1900 να εγκρίνει αρχικά ποσό 5.000 δραχμών από δημοτικούς πόρους για την αγορά του προπλάσματος και επιπλέον τη σύσταση ερανικής επιτροπής με πρόεδρο τον αντιεισαγγελέα του Aρείου Πάγου Kωνσταντίνο Mανιάκη και γραμματέα το δικηγόρο Iωάννη Mακρόπουλο, για να συγκεντρώσει με πανελλήνιους εράνους τα υπόλοιπα χρήματα ύψους 16.000 φράγκων για την κάλυψη του συνολικού ποσού αγοράς και χύτευσης του αγάλματος.

Κατασκευάστηκε το 1900 στο Παρίσι και στήθηκε το 1904 στην Αθήνα. Υπήρξε μάλιστα διαφωνία για τον τόπο, όπου θα τοποθετηθεί το άγαλμα. Ο Δήμος Αθηναίων πρότεινε να στηθεί μπροστά στο Ζάππειο Μέγαρο, ενώ η Νομαρχία Αθηνών μπροστά στην Παλαιά Βουλή επί της οδού Σταδίου. Η Νομαρχία τελικά ενέκρινε την πλατεία Κολοκοτρώνη, όπως ήταν και η γνώμη του καλλιτέχνη, ο οποίος προτίμησε τη δεύτερη θέση και απέρριψε το Ζάππειο, καθώς θεώρησε ανάρμοστη την προβολή του γλυπτού στον Παρθενώνα. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε τελικά στη μικρή πλατεία μπροστά στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, που ονομάστηκε έκτοτε πλατεία Κολοκοτρώνη, αφού απορρίφθηκε έφεση του Δήμου κατά της απόφασης της Νομαρχίας. Άλλωστε στην περιοχή αυτή μετά το 1835 ο Κολοκοτρώνης έχτισε σπίτι, στη διασταύρωση των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Το Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής στην οδό Σταδίου, που είναι ένα εντυπωσιακό κτίριο και αποτελεί ένα από τα πιο ιστορικά κτίσματα της Αθήνας, καθώς και ο περιβάλλων χώρος του, η πλατεία Κολοκοτρώνη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία για έναν σχεδόν αιώνα. Το οίκημα αυτό το 1834 αποτέλεσε προσωρινή κατοικία του βασιλιά Όθωνα. Το 1835 προστέθηκε μια μεγάλη οκταγωνική αίθουσα χωρητικότητας 200 και πλέον ατόμων για επίσημες τελετές και δεξιώσεις, η οποία  χρησιμοποιήθηκε για πάνω από μία δεκαετία (1843-1854) ως χώρος συνεδριάσεων της Βουλής και της Γερουσίας, μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Στις 18 Μαρτίου 1843 πραγματοποιήθηκε  εκεί η πανηγυρική συνεδρίαση της Βουλής, κατά την οποία ο Όθωνας ορκίστηκε υπακοή στο σύνταγμα αναγνωρίζοντας το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχία.   Τον Οκτώβριο του 1854 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά και τον Αύγουστο του 1858 ξεκίνησαν οι διαδικασίες κατασκευής νέου κτιρίου. Παράλληλα αποφασίστηκε η μετατροπή της πρόσοψης από διώροφη σε μονώροφη για οικονομικούς λόγους. Η οικοδόμηση περατώθηκε το 1871 και στις 11.09.1875 το κτίριο στεγάζει και πάλι τις λειτουργίες της Βουλής.

Από το 1931 η Βουλή φιλοξενείται πλέον στο κτίριο στο οποίο στεγάζεται μέχρι και σήμερα, ενώ στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής λειτούργησε το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Έπειτα από κάποιες καταστροφές που υπέστη το κτίριο αναπαλαιώνεται εκ νέου με σκοπό να στεγάσει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σήμερα η Παλαιά Βουλή είναι αρχιτεκτονικό κόσμημα στο κέντρο των Αθηνών. Η μεγαλοπρεπής αίθουσα των συνεδριάσεων αποτελεί χώρο ιστορικής μνήμης, αλλά και κατάλληλη στέγη για σημαντικές εκδηλώσεις ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Στην πλατεία Κολοκοτρώνη δεσπόζει ο έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ενώ μαρμάρινοι ανδριάντες δύο από τους σημαντικότερους πολιτικούς του 19ου αι. κοσμούν τον περίβολο του Μεγάρου. Ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, που τοποθετήθηκε στο προαύλιο της Παλαιάς Βουλής το 1920 σε κηπάριο προς την οδό Σταδίου μπροστά από την είσοδο του κτιρίου και μεταφέρθηκε το 1954 στη σημερινή του θέση στο πλάι του κτιρίου. Και ο ανδριάντας του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1905 στα σκαλιά του Μεγάρου,  έργο του γλύπτη Γεωργίου Δημητριάδη, που τοποθετήθηκε στον περίβολο του Μεγάρου (ΒΑ γωνία) το 1931 και μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση το 1954.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Αθήνα, μεταφορά του αγάλματος του Κολοκοτρώνη.

Η αρχική θέση του αγάλματος ήταν στην γωνία Σταδίου και Κολοκοτρώνη. Η τοποθέτηση αυτή έδωσε φυσικά και την ονομασία στον γειτονικό δρόμο. Η διαμόρφωση της πλατείας και η λειτουργία της Παλαιάς Βουλής ως Μουσείου ανάγκασαν σε μετακίνηση του ανδριάντα στη σημερινή του θέση (στην είσοδο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου) το Φεβρουάριο του 1954.

Το άγαλμα είναι από ορείχαλκο (κράμα χαλκού) και ακολουθεί την παράδοση αυτού του τύπου αγαλμάτων. Έχει συνολικό ύψος περίπου 9 µέτρα  μαζί με το  βάθρο και είναι επιβλητικό πάνω στο ψηλό βάθρο του. Ο στρατηγός παριστάνεται έφιππος σε ηγετική στάση και ο θεατής πλησιάζοντας υποβάλλεται από το μέγεθος και το ύψος του. Το άγαλμα μας θυμίζει πάντα ότι την ελευθερία που απολαμβάνουμε οι σύγχρονοι Έλληνες τη χρωστάμε στους αγώνες και στην αυτοθυσία του ήρωα Κολοκοτρώνη και των άλλων ηρώων της επανάστασης, τους επώνυμους, αλλά και τους αφανείς. Για την απόδοση της μορφής του ήρωα ο γλύπτης μελέτησε πέρα από τα απομνημονεύματα, την ενδυμασία και τον οπλισμό του. Ιδιαίτερα για την απόδοση του προσώπου, πέρα από φυσιογνωμική μελέτη των συγγενών του, χρησιμοποίησε εκμαγείο που είχε ληφθεί από το νεκρό Κολοκοτρώνη και σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, λίγα μέτρα πίσω από τον ανδριάντα. Το κεφάλι είναι στραμμένο προς τα πίσω σαν να απευθύνεται στους ενόπλους αγωνιστές που τον ακολουθούν, για να βεβαιωθεί ότι βλέπουν τον εχθρό. Με τον τρόπο αυτό μαζί με την κίνηση που δίνει στην μορφή μεταφέρει και τον χαρακτήρα του αεικίνητου πολεμιστή και ικανού στρατηλάτη που είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης.

Το δεξί του χέρι είναι τεντωμένο μπροστά και οριζόντια. Ο δείκτης δείχνει προς ορισμένη κατεύθυνση, ίσως την πορεία προς την μάχη. Οι υπερπατριώτες λένε ότι δείχνει προς την Κωνσταντινούπολη. Μόνο που το άγαλμα έχει μετακινηθεί από την αρχική θέση στην οποία ήταν προορισμένο να στηθεί και η μετακίνησή του έχει αποπροσανατολίσει τους ερευνητές, οι οποίοι εικάζουν διάφορα.

Το µνηµείο εδράζεται σε µαρµάρινο βάθρο, που φέρει στις δύο πλαϊνές πλευρές του ένθετες  ανάγλυφες πλάκες από κράµα χαλκού, διακοσµηµένες  µε πολεµικές αναπαραστάσεις, οι οποίες έχουν επίσης φιλοτεχνηθεί από τον Σώχο το 1895 και το 1897.  Στις ένθετες ορειχάλκινες ανάγλυφες συνθέσεις από τη ζωή του Κολοκοτρώνη, που εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης μελετώντας τα απομνημονεύματά του, στη μια όψη παριστάνεται η καταστροφή του Δράμαλη και στην άλλη η προτροπή του Γέρου του Μωριά προς τους έλληνες να κάψουν τα συγχωροχάρτια των τούρκων, που τους είχε δώσει ο σουλτάνος και να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Ο Σώχος επέλεξε αυτές τις δύο σκηνές θεωρώντας τες τις δύο από τις πιο σημαντικές της ζωής του Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του.  Οι συνθέσεις αυτές θα κοσμούσαν αρχικά τον ανδριάντα του Ναυπλίου, επειδή όμως δεν είχαν ολοκληρωθεί ο καλλιτέχνης θέλησε να τοποθετηθούν στην Αθήνα.

Το µαρµάρινο βάθρο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα  Αλέξανδρο Νικολούδη και κατασκευάστηκε από τον γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη, ο οποίος χρησιµοποίησε δύο τύπους µαρµάρου, µάρµαρο Κοκκιναρά και Πεντελικό.

Ο ανδριάντας χυτεύθηκε σε 5 ξεχωριστά κοµµάτια: το κράνος,  το πάνω µέρος του σώµατος, το κάτω µέρος του σώµατος µαζί µε τη βάση, το κεφάλι του αλόγου και την ουρά του αλόγου. Η περικεφαλαία, τα χαλινάρια του αλόγου, η µπαρουτοθήκη και τα λουριά της αποτελούν ένθετα κοµµάτια, που προσαρτήθηκαν είτε µε συγκόλληση είτε µε βίδες.

Στην εμπρόσθια όψη του βάθρου έχει χαραχθεί η επιγραφή: Έφιππος χωρει γενναίε στρατηγέ ανά τους αιώνας διδάσκων τους λαούς πως οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι. Στην αντίθετη πλευρά θυμίζει ότι ο ανδριάντας αποπερατώθηκε με κοινό έρανο των ελλήνων το 1904. To 2002 στη διάρκεια εργασιών καθαρισμού και συντήρησης στο μνημείο οι συντηρητές ανακάλυψαν χαραγμένη σημείωση, στο εσωτερικό της χαίτης και της περικεφαλαίας, με την οποία ο Σώχος εκφράζει την αντίθεσή του στην τοποθέτηση της περικεφαλαίας που πρόσθεσε στο άγαλμα:  Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909.

Ο ανδριάντας του Θ. Κολοκοτρώνη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα υπαίθρια γλυπτά της πρωτεύουσας. Πέρα από σημείο αναφοράς για την οδό Σταδίου είναι σημείο συνάντησης, συγκεντρώσεων, αλλά και πολιτικής έκφρασης με συνθήματα πάνω στις μαρμάρινες επιφάνειές του αγάλματος. Ότι και να κάνουν όμως οι Έλληνες πάντα θα τιμούν τον μεγάλο στρατηγό που ανά του αιώνες διδάσκει τους λαούς «πώς οι δούλοι γίνονται ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ»!.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

 

Ο τρίτος έφιππος ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη βρίσκεται στην Τρίπολη και είναι έργο του Έλληνα γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου (1916 – 2000), ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μνημειακής γλυπτικής στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.  Το άγαλμα είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος της πλατείας του Άρεως. Είναι χάλκινο και βλέπουμε τον Κολοκοτρώνη πάνω στο άλογό του, με το δεξί χέρι ψηλά να κρατά το γιαταγάνι του.

Η ιδέα της ανέγερσης του ανδριάντα αυτού ξεκίνησε από το 1911, ενώ μετά 19 χρόνια, το 1930, συγκροτήθηκε η πρώτη ερανική επιτροπή, που σαλπίζει εθνικό προσκλητήριο. Οι Αρκάδες ευαισθητοποιούνται και θέλουν να δουν την εμβληματική μορφή του Γένους περήφανη να κοιτάζει τα Τρίκορφα, όπου έδρασε με τα παλικάρια του. Υπήρχαν πολλές προτάσεις για το σχέδιο του αγάλματος, αλλά εγκρίθηκε η μακέτα του γλύπτη Φάνη Σακελλαρίου. Ο γλύπτης επισκέφτηκε ειδικά χαλκοχυτήρια στην Ιταλία, για να μελετήσει τις τεχνικές διαδικασίες της χύτευσης του Ανδριάντα. Το έργο τελικά κατασκευάστηκε στα εργαστήρια Miceloucci της Φλωρεντίας το 1966 επί δημαρχίας Τάσου Σεχιώτη και κόστισε 1.500.000 δραχ. συμπεριλαμβανομένου και του κόστους του βάθρου. Έχει ύψος 8-9 μέτρα. Ο Ανδριάντας παραδόθηκε από την Ερανική Επιτροπή στην Τρίπολη τον Αύγουστο του 1971 και τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν στις Γιορτές της Άλωσης, το Σεπτέμβριο του 1971.

 

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη

Ο έφιππος Κολοκοτρώνης στην Τρίπολη.

 

Ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη παρουσιάζει το Γέρο του Μοριά τη στιγμή που τραβά με το αριστερό του χέρι τα χαλινάρια και υποχρεώνει το άλογό του να σταθεί ακίνητο στα πίσω πόδια του, ενώ  αυτός ανασηκώνεται κραδαίνοντας το σπαθί του. Η στάση του αλόγου και η κίνηση του δεξιού χεριού του στρατηγού, η θέση του σώματός του και η έκφραση του προσώπου του δίνουν το χαρακτήρα μιας μεγάλης αποφασιστικής στιγμής. Ο Κολοκοτρώνης ανακόπτει τον ορμητικό καλπασμό του αλόγου του, για να εποπτεύσει καλύτερα το πεδίο της μάχης και να αποφασίσει γρήγορα προς τα πού είναι περισσότερο ανάγκη να στραφεί. Γι΄ αυτό το λόγο το έργο έχει οργανωθεί σε δύο σειρές με θέματα διαγώνια, όπως ο κορμός του ανασηκωμένου στα πισινά  πόδια αλόγου, το χαλινάρι και τα μπροστινά πόδια του, και κάθετα, όπως το σώμα του Κολοκοτρώνη, ο λαιμός, το πίσω μέρος και η ουρά του αλόγου, που δίνουν αμεσότητα και αλήθεια στο σύνολο. Μ’ αυτό  τον τρόπο το έργο κερδίζει ένα πλούσιο εκφραστικό περιεχόμενο στο έργο, που κινείται στο κλίμα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού και διακρίνεται για την μνημειακότητά του. Όταν το 1971 ο Αρκάς καθηγητής της κοινωνιολογίας Δημήτριος Τσάκωνας έκανε τα αποκαλυπτήρια του αριστουργηματικού αγάλματος του Κολοκοτρώνη,  που δεσπόζει στην Πλατεία Άρεως στην Τρίπολη, ο ελληνικός τύπος υποδέχτηκε θερμότατα το μνημειακό αυτό έργο του Φάνη Σακελαρίου.

Στο χώρο του μνημείου φυλάσσονται τα οστά του «Γέρου του Μοριά». Ο Κολοκοτρώνης πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών και ετάφη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών  με τη στολή του αντιστράτηγου. Στο πλευρό του τοποθετήθηκε το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε την Επανάσταση, ο θώρακας, η περικεφαλαία του, οι επωμίδες τις οποίες φορούσε κατά την υπηρεσία του στα Επτάνησα, ενώ ως σύμβολου αιώνιας δόξας του τοποθετήθηκε κάτω απ’ τα τσαρούχια του, στα πόδια του, η τουρκική σημαία. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους στην Τρίπολη. Το 1930 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων,  φρόντισε για τη μεταφορά τους στην Τρίπολη συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους και αποδίδοντας τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας με λόγο που εκφώνησε για την περίσταση στην πλατεία της Τρίπολης.

Η μεταφορά των οστών του Κολοκοτρώνη από το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας στην Τρίπολη έγινε  σιδηροδρομικώς στις 10 Οκτώβριο του 1930 κατά τη διάρκεια των εορτών της Εκατονταετηρίδας από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και εναποτέθηκαν αρχικά  στην κρύπτη του Μνημείου Αρχιερέων και Προκρίτων δίπλα από την πλατεία Άρεως της Τρίπολης. Συγκινητικές στιγμές εκτυλίχτηκαν κατά τη μεταφορά και το τρένο υποχρεωνόταν να σταθμεύει σε όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της περιοχής από τα πλήθη, που συνέρρεαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον πρωταγωνιστή της επανάστασης του 1821, αλλά και στον  Ελ. Βενιζέλο.

Από τις 25 Σεπτεμβρίου 1993 τα οστά βρίσκονται σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα αυτού, που αποτελεί την «Τελευταία κατοικία» του Γέρου του Μοριά. Σήμερα εκεί στην πολυσύχναστη και ζωντανή αυτή πλατεία οι διαβάτες προσπερνούν δίπλα από το μνημείο. Και γύρω του και κάτω του, μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα τις Κυριακές. Αλλά υπάρχουν στιγμές, που από τα περήφανα βουνά του Μαινάλου, που φαίνονται αντίκρυ, μια αύρα ανάλαφρη φυσά. Μαζί μ’ ένα τραγούδι: Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά, κι ο ήλιος στα λαγκάδια, έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι …

 

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

 

Ο τελευταίος χρονολογικά έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη βρίσκεται στο χωριό Ραμοβούνι (Δημοτική κοινότητα Μίλα,  Δημοτικής ενότητας  Μελιγαλά , Δήμου  Οιχαλίας  Μεσσηνίας) της Μεσσηνίας, τόπο γέννησης του Κολοκοτρώνη. Το χωριό Ραμοβούνι βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού Μεσσηνίας,  45 χλμ. ΒΔ της Καλαμάτας.  Στο βουνό αυτού του χωριού γεννήθηκε κάτω από ένα  δέντρο (βελανιδιά) στις 3-4-1770 (Δευτέρα της Λαμπρής) ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης του Κωνσταντίνου και της Γεωργίτσας (Ζαμπιάς, Τζατζιάς), το γένος Κωτσάκη, προεστού της Αλωνίσταινας. Ο ίδιος διηγείται στον Τερτσέτη: εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις βουνό, εις ένα δένδρο από κάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενο Ραμοβούνι.

Το Σεπτέμβριο του 2006 ο Σύλλογος Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ» με πρωτοβουλία του προέδρου του, Αναστάσιου Καλαμπόκη, φιλοτέχνησε ανδριάντα του έφιππου Κολοκοτρώνη, που κρατάει στο δεξί του χέρι το γιαταγάνι και στο αριστερό το λάβαρο της Επανάστασης.

Στην απόφαση του Συλλόγου σημειώνεται ότι η κατασκευή του αγάλματος αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής για την ακροτελεύτια και ατίμητη παρακαταθήκη, που μας άφησε ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ με αυτές τις αδρές γραμμές: πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος.

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Ο Κολοκοτρώνης στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας

Η ανέγερση του έφιππου ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας στοίχισε το ποσό των 190.000 € και μεταξύ των χορηγών του ήταν ο Αναστάσιος Ηλ. Καλαμπόκης, Πρόεδρος του Συλλόγου, που κατέθεσε 18.000 €. Μια βελανιδιά, κάτω από την οποία η παράδοση λέει πως γεννήθηκε ο «Γέρος του Μοριά», και ένα παλιό εκκλησάκι, κάτω από το οποίο αναβλύζει μια πηγή, δίπλα από τον επιβλητικό ανδριάντα του έφιππου στρατηλάτη, προσυπογράφουν το ιστορικό  γεγονός. Η εγκατάσταση του ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο βάθρο του στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας έγινε τις 16 Αυγούστου 2007 και στις 20 Νοεμβρίου 2007 ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας τέλεσε τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα.

Σύμφωνα με πρωτόκολλο του Συλλόγου Πελοποννησίων Θεσσαλονίκης «Αντάμωμα των Απανταχού Πελοποννησίων θα πραγματοποιείται εφεξής κάθε έτος στον γενέθλιο τόπο του Κολοκοτρώνη, στο Ραμοβούνι Μεσσηνίας και ειδικότερα θα πραγματοποιείται το πρώτο Σάββατο του μηνός Αυγούστου εκάστου έτους». Όπως σημειώνεται στο πρωτόκολλο, «η οργάνωση και η εποπτεία της διοργάνωσης τίθεται από τούδε και στο εξής υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα της Περιφέρειας Πελοποννήσου και της αντιπεριφέρειας Μεσσηνίας, οι οποίες και θα μεριμνούν για τη διοργάνωση του κάθε έτος».

 

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνη είναι η πλέον προσφιλής προσωπικότητα της νεοελληνικές γλυπτικής. Μόνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον προσεγγίζει, αλλά και αυτός από απόσταση. Η κοινή αποδοχή στο πρόσωπό του Κολοκοτρώνη αποτυπώνεται με πληθώρα εκδηλώσεων και άλλων εκφράσεων τιμής, που εξακολουθούν ενάμισι αιώνα μετά το θάνατό του. Επίσημοι κρατικοί θεσμοί επέλεξαν να φιλοτεχνηθεί η μορφή του σε χαρτονομίσματα, νομίσματα και γραμματόσημα. Το πορτραίτο του κατέχει πε­ρίοπτη θέση ανάμεσα στους ήρωες του 1821 σε σχολικές αίθουσες, γιορτές, διαλέξεις, ομιλίες, ποικίλα έντυπα. Κινηματογραφικά ή θεατρικά έργα. Ακόμη και διαφημίσεις χρησιμοποίησαν τη μορφή του για να προβάλλουν επίκαιρα μηνύματα ποικίλου χαρακτήρα. Και βέβαια ο  θυμόσοφος γέρος με την περικεφαλαία έγινε αγαπημένη φιγούρα των σκιτσογράφων.

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Η προτομή του Κολοκοτρώνη στο Άργος

Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έδωσαν το όνομά του σε δρόμους και πλατείες. Μόνο στην Αθήνα και στους όμορους Δήμους περίπου πενήντα δρόμοι και πέντε πλατείες φέρουν το όνομά του. Διάφοροι φορείς θεώρησαν ότι έπρεπε ο ανδριάντας ή η προτομή του να κοσμούν δημόσιους χώρους. Προτομές και ανδριάντες του υπάρχουν σχεδόν σε κάθε πόλη της νοτίου Ελλάδας,  αλλά και σε αρκετές πόλεις στην υπόλοιπη επικράτεια. Οι πλέον διάσημοι είναι οι δίδυμοι ορειχάλκινοι έφιπποι ανδριάντες του,  που τοποθετήθηκαν  σε κεντρικές πλα­τείες της Αθήνας, του Ναυπλίου και της Τρίπολης.  Πλήθος άλλοι ανδριάντες ή προτομές του Κολοκοτρώνη  έχουν τοποθετηθεί  στα Δερβενάκια, στη Θεσσαλονίκη, σε γειτονιές της Αθήνα και σε δημόσιους χώρους σε Δήμους της Αττικής,  όπως στο Α΄ Νεκροταφείο, Χολαργό, Νέα Φιλαδέλφεια, Χαϊδάρι, Παπάγου, Μαρούσι, Δάφνη και αλλού.

Το Άργος δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η προτομή του Κολοκοτρώνη τοποθετήθηκε στην οδό Φείδωνος επί της πλατείας Δημητρίου Πλαπούτα από τον Σύλλογο Αρκάδων Άργους. Το κόστος καλύφθηκε με χρήματα του Συλλόγου των μελλών του και δωρεές. Την πρωτοβουλία είχε ο Αργείος χρυσοχόος και τότε πρόεδρος του συλλόγου Ανδρέας Μέγκος, ο οποίος κατάγεται από το Ελαιοχώρι Κυνουρίας. Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με τη χαρακτηριστική του περικεφαλαία στο κεφάλι. Έχει παχύ μουστάκι, ενώ το κεφάλι του είναι στραμμένο ελαφρώς προς τα αριστερά. Στην βάση της προτομής αναγράφονται τα λόγια: ΘΕΟΔ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ 1770 – 1843 ΤΙΜΗ & ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟ ΤΟΥ ΜΩΡΙΑ και πιο κάτω ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΚΑΔΩΝ ΑΡΓΟΥΣ 1999», αλλά, δεν δίδονται πληροφορίες για τον καλλιτέχνη.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αντωνοπούλου, Ζ., «Τα γλυπτά της Αθήνας, Υπαίθρια Γλυπτική», 1834-2004, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2003.
  • Δημητρόπουλος Δημήτρης, Ο «ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ»: ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΚΗ ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2012.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1996.
  • Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, επιμ. (1937). Λεύκωμα της εκατονταετηρίδος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837 – 1937.
  • Δημήτρης Καμπουράκης, «Μια σταγόνα ιστορία», Εκδόσεις Πατάκη 2003.
  • Λυδάκης Στέλιος, «Οι Έλληνες Γλύπτες – Η νεοελληνική γλυπτική: ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών», στο «Έφιπποι ανδριάντες», Εκδοτικός οίκος «ΜΕΛΙΣΣΑ» τόμ. 5ος, Αθήνα 1981.
  • Μυκονιάτης Η., «Ελληνική Τέχνη, Νεοελληνική Γλυπτική», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα1996.
  • Πάρκο Κολοκοτρώνη. Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο.
  • ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ. project 1ο ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΡΙΠΟΛΗΣ.
  • Σκόκος Κωνσταντίνος,  «Ημερολόγιον Σκόκου», Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1893.
  • Υπαίθρια γλυπτική της Αθήνας, εφημερίδα «Καθημερινή», ένθετο «7 ημέρες», Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998.
  • Χαραλάµπους ∆ηµήτρης – Πολυκρέτη Κυριακή – Αργυροπούλου Βασιλική, «Ο∆ΗΓΟΣ  ΚΑΛΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ για την Προστασία των Υπαίθριων Μπρούντζινων Μνηµείων  στην Ελλάδα»,  ΤΕΙ Αθήνας, 2007.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « ΑΡΓΟΣ το πολυδίψιον», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η ιστορία των μαθητικών παρελάσεων


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Η ιστορία των μαθητικών παρελάσεων»

 

Γίγαντες του Πότσδαμ

Γίγαντες του Πότσδαμ

Στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν ήταν υπό διαμόρφωση τα εθνικά κράτη, ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος ίδρυσε ένα τάγμα παρελάσεων, στο οποίο γίνονταν δεκτοί άνδρες με ελάχιστο ύψος ένα μέτρο και ογδόντα εκατοστά. Οι «Γίγαντες του Πότσδαμ», όπως έμειναν στην Ιστορία, ήταν στην πραγματικότητα ένα τάγμα, το οποίο εξυπηρετούσε την ανάγκη του στρατοκράτη μονάρχη να βλέπει ένστολους να παρελαύνουν με τις φανταχτερές ενδυμασίες τους εντός των ανακτόρων. Η επινόηση αυτή του Φρειδερίκου της Πρωσίας αποθεώθηκε το 19ο αιώνα στη Γερμανία και στις αρχές του 20ου αιώνα καθιερώθηκε και σε άλλα κράτη με τη συμμετοχή στρατιωτικών ή και μαθητικών τμημάτων.

Στην Ελλάδα παρελάσεις με τη συμμετοχή μαθητών πραγματοποιούνται σποραδικά από τα τέλη του 19ο αιώνα ως μέρος των εκδηλώσεων για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Από ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899 μαθαίνουμε ότι κατά την «εθνική εορτή» όλοι οι μεγάλοι δρόμοι της Αθήνας ήταν σημαιοστολισμένοι, ενώ στρατιωτικά σώματα μετά τη δοξολογία πραγματοποίησαν παρέλαση στην οδό Σταδίου, «με τη μουσική επικεφαλής». Κατά τον αρθρογράφο «Ιδιαιτέραν αίσθησιν έκαμεν η πρώτην φοράν εφέτος γενομένη παρέλασις των μαθητών των νομαρχιακών σχολείων Αττικής κατά τετράδες βαινόντων με την ελληνικήν σημαίαν εμπρός».

 

Εφημερίδα «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899.

Εφημερίδα «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899.

 

Από τις αρχές του 20ου αιώνα από την εφημερίδα «Εμπρός» μαθαίνουμε ότι κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1914, οι μαθητές στο Άργος και τη Λάρισα συμμετείχαν σε λαμπαδηφορία, ενώ στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της νύχτας «εγένετο λαμπρά παρέλασις προ των Ανακτόρων και δια των κεντρικοτέρων οδών, των στρατιωτικών λαμπαδηφορούντων, των δε μαθητών του Γυμνασίου μετά ανηρτημένων ενετικών φανών τη συνοδεία της μουσικής  έψαλλον το εμβατήριο »Ήπειρος»».

Στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου 1924 τα σχολεία εμφανίζονται παραταγμένα και είναι έτοιμα να παρελάσουν μαζί με το στρατό, αλλά από τους εορτασμούς «απουσίαζε» ο Βασιλιάς, μιας και η μέρα εκείνη συνέπεσε με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Τα επόμενα χρόνια αναφέρονται μόνο πρόσκοποι και μαθητές στρατιωτικών σχολών που πλαισιώνουν τη στρατιωτική παρέλαση. Το 1932 στην Αθήνα τα σχολεία συμμετέχουν μαζί με τους προσκόπους, τη «φρουρά της πόλης» και τις «εθνικιστικές οργανώσεις» σε παρέλαση ενώπιον επισήμων στον Άγνωστο Στρατιώτη. Η παρουσία, επομένως, μαθητών στις παρελάσεις μέχρι το 1936 δεν έχει επίσημο και πανελλαδικό χαρακτήρα. Οργανώνεται με πρωτοβουλία τοπικών ή σχολικών φορέων.

 

Παρέλαση στο Άργος

Παρέλαση στο Άργος

 

Η κατάσταση αυτή άλλαξε το 1936, όταν την 25η Μάρτιου μπροστά από το διορισμένο πρωθυπουργό Μεταξά και το Βασιλιά «Πρώτον παρήλασαν τα σχολεία, αι οργανώσεις, οι τροχιοδρομικοί, αντιπροσωπεία χωρικών Μακεδόνων με τας εθνικάς των ενδυμασίας, οι παλαιοί πολεμισταί και ακολούθησε το στράτευμα», όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «’Εθνος».

Μεταξάς

Μεταξάς

Όταν λίγους μήνες αργότερα ο Μεταξάς θα επιβάλει δικτατορία, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της στρατιωτικής συνείδησης της νεολαίας και θα χρησιμοποιήσει τις παρελάσεις ως όργανα για την επίτευξη των σκοπών του. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά οι παρελάσεις πραγματοποιούνται την 25η Μαρτίου, στην επέτειο της επιβολής της 4ης Αυγούστου και σε άλλες τοπικές «εθνικές εορτές». Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του μετά από την παρέλαση της 25 Μαρτίου του 1938, στην οποία πήραν μέρος υποχρεωτικά 50.000 νέοι και παιδιά της περιοχής πρωτευούσης: Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα! Χθες στο πεδίον του Άρεως με την Εθνική Νεολαία. Το έργον μου! Έργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά από Αθήνας και Πειραιά, περίχωρα και από πολλές επαρχίες. Ενθουσιασμός. Αποθέωσις. Αι φάλαγγες της ΕΟΝ ατέλειωτοι! Όλοι ντυμένοι!  Ήταν η εποχή που οι μαθητικές παρελάσεις εντάσσονται επίσημα στο πρόγραμμα των εορτασμών των εθνικών επετείων. Γυμναστικές επιδείξεις, παρελάσεις και λαμπαδηφορίες έδιναν έμφαση στο στρατιωτικό πνεύμα και στην πειθαρχία των νέων.

Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μαθητικές παρελάσεις καταργήθηκαν στο σύνολο των δυτικών κρατών της Ευρώπης.  Στην Ελλάδα ωστόσο, οι μαθητικές παρελάσεις που επέβαλε ο Μεταξάς συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας. Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης δεν αμφισβήτησαν την αναγκαιότητα των υποχρεωτικών μαθητικών παρελάσεων, αλλά προσπάθησαν να απαλύνουν τις ακρότητες του στρατιωτικού καθεστώτος και να προσαρμόσουν τον καταναγκασμό στα “δημοκρατικά ήθη”. Ούτε η Αριστερά ζήτησε τότε να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις. Απαίτησε μόνο να συμπεριληφθούν στους παρελαύνοντες και τα σωματεία των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης.

 

Καποδιστριακό Άργος.  Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

 

Για μία και μόνο φορά έθεσε θέμα κατάργησης των μαθητικών παρελάσεων ως αναχρονιστικού θεσμού το Φεβρουάριο του 1984 η φιλοκυβερνητική εφημερίδα “Ειδήσεις”, που έγραψε: Άξια για κάθε έπαινο η πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας να θέσει τέρμα στις παρελάσεις των μαθητών. Το ολοκληρωτικής νοοτροπίας έθιμο της στρατιωτικοποίησης  των νέων, ακόμα και των εξάχρονων παιδιών, με τη «ζύγιση» και τη «στοίχιση», με την «κεφαλή δεξιά», με την απόδοση τιμών στον υπουργό, στο νομάρχη ή στο δεσπότη, δεν συναντάται στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Όχι πάντως στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Γιατί καλλιεργεί στη νέα γενιά ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας, τέτοια που ελάχιστα συμβάλλει στη διαμόρφωση ελεύθερων κι ανεξάρτητων συνειδήσεων. Την ίδια μέρα, όμως, ο τότε υπουργός Παιδείας Απόστολος Κακλαμάνης έσπευσε να διαψεύσει την είδηση, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι ούτε απόφαση ούτε παρόμοια σκέψη υπήρχε.

Παρέλαση στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους, δεκαετία 1930.

Παρέλαση στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους, δεκαετία 1930.

Τα τελευταία χρόνια ακούγονται φωνές από πολλούς που διαφωνούν και θεωρούν ότι η παρέλαση επισκιάζει τον παιδευτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει για το σχολείο ο εορτασμός των εθνικών επετείων. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της Άλκης Ζέη: «Οι μαθητικές παρελάσεις, που κληρονομήσαμε από το Μεταξά, δεν έχουν νόημα. Πουθενά αλλού δεν γίνονται. Τη 14η Ιουλίου οι Γάλλοι πολίτες βγαίνουν και χορεύουν στους δρόμους. Πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους γιορτής, πιο ζωντανούς. Όμως εμείς φανατιζόμαστε. Φοβόμαστε μη χάσουμε τη σημαία μας…».

Κανένας υπουργός όμως δεν αμφισβήτησε τη σχέση των μαθητικών παρελάσεων με τη διαδικασία της εκπαίδευσης. Οι μαθητικές παρελάσεις θεωρούνται γενικά  ως εκδηλώσεις, που τιμούν τους αγώνες των προγόνων και παρουσιάζουν τους νέους ως συνεχιστές του ένδοξου παρελθόντος.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 Βιβλιογραφία


  • Εφημερίδες: Έθνος, Ειδήσεις, Ελευθεροτυπία, Εμπρός.
  • Λιναρδάτος Σπύρος, «4η Αυγούστου», Θεμέλιο, Αθήνα 1998.
  • Μαχαιρά Ελένη, «Η Νεολαία της 4η Αυγούστου», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1987.
  • Μεταξάς Ιωάννης, «Λόγοι και σκέψεις», Ίκαρος, Αθήνα 1969.
  • Ρούσσος Γεώργιος, «Νεότερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», 1826-1974, Αθήνα, 1975.

Read Full Post »

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα» – Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα:

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα»

Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943

 

Βομβαρδισμός

Βομβαρδισμός

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 70 χρόνια από τις εκατόμβες που προκάλεσε στον πληθυσμό της γενέτειράς μου Άργους ο βομβαρδισμός, από αγγλοαμερικανικό σμήνος, μέσα στην πόλη. Έχοντας συμπληρώσει τη συλλογή πρωτογενούς και  ανέκδοτου υλικού για το Άργος κατά την Κατοχή και την Απελευθέρωση, εντόπισα κάποια άγνωστα στοιχεία, συνέλεξα  άλλα που ήταν σκόρπια και φθάνω σε μία σύνθεση – ανάλυση των πηγών. Ένα από τα κεφάλαια προς σύνταξη είναι και τα γεγονότα του βομβαρδισμού, αλλά και του άλλου που προηγήθηκε, τον Απρίλιο 1941, από τη γερμανική Λούφταβάφε. Υποτίθεται ότι στόχος και των δύο ήταν το αεροδρόμιο του Άργους, τρία χιλιόμετρα βορειότερα της πόλης, που την εποχή εκείνη ήταν το νοτιότερο αεροδρόμιο της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η ανάπτυξη των θεμάτων γίνεται με την οπτική κυρίως μιας ιστορίας του πληθυσμού και των νοοτροπιών και μία από τις βασικές πηγές είναι του ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου. Πρόκειται για κείμενα που ανακάλυψα προ ετών και τα οποία, μετά την έκδοση του όλου υλικού, θα παραδώσω, όπως έκαμα και με το υπόλοιπο αρχείο Τσακόπουλου, στα κρατικά αρχεία του Ναυπλίου. Πρέπει να σημειώσω την πλήρη έλλειψη φωτογραφικού υλικού για τα συμβάντα: από την ελληνική πλευρά, δεν έχει εντοπιστεί ούτε μια φωτογραφία, ενώ δεν έχουμε εντοπίσει φωτογραφίες γερμανικής προέλευσης.

 

Τα γεγονότα

 

Το αεροδρόμιο του Άργους υπήρξε ο κύριος στόχος αεροπορικών επιθέσεων των Γερμανών και, μετά, των συμμάχων. Εκεί είχε μεταφερθεί και η Σχολή Ικάρων πριν από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο 1941 καταστράφηκε  σχεδόν όλο το αγγλικό σμήνος, επί του εδάφους, πράγμα που έχει αφηγηθεί ο Ρ. Νταλ. Ταυτόχρονα, οι Γερμανοί χτύπησαν και το μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, στο λόφο της Λάρισας, όπου τελείτο ιερουργία, και προκάλεσαν τα περισσότερα θύματα αμάχων ενώ έριξαν και 2-3 βόμβες μέσα στην πόλη. Πρόσφατος υπολογισμός των θυμάτων δίνει  αριθμό 31 νεκρών.

Μετά τις πρώτες νίκες συμμάχων στην Αφρική, άρχισαν και οι αεροπορικές επιθέσεις τους κατά του αεροδρομίου του Άργους. Για τις μετά από κάθε επίθεση επισκευές, είχαν καταρτισθεί κατάλογοι συνεργατών των ναζί, με ονόματα κατοίκων της πόλης, προς αναγκαστική αγγαρεία.  Πρωτοστάτησε σε αυτό μετέπειτα πολιτικός παράγοντας, με το προσωνύμιο «Φον μπότας»   ή «Φερμπότεν», που άρχισε να πλουτίζει ακριβώς τότε. Ονόματα έμπαιναν και μπορούσαν να «βγουν» έναντι 2 χρυσών λιρών.

Η αεροπορική επιδρομή τη 14.10.43 είχε προετοιμαστεί με ακρίβεια. Την παραμονή το βράδυ, μάλιστα, αναγνωριστικά συμμαχικά αεροπλάνα καταύγασαν την πόλη με δεκάδες τροχιοδεικτικά που έριξαν, με πολύ μικρά αλεξίπτωτα, ώστε να διευκολυνθεί η φωτογράφιση των χώρων. Το φύλλο πορείας του βομβαρδιστικού σμήνους είχε και αυτό επακριβέστατους στόχους, μεταξύ των οποίων και η υπόδειξη «ARGOS», δίχως άλλη αναφορά. Το έχω στην κατοχή μου από αμερικανό αεροπόρο, που συμμετείχε στο σμήνος και τον εντόπισα προ ετών.

Ο βομβαρδισμός έγινε μεταξύ 9-10 το πρωί, της Πέμπτης, 14 Οκτωβρίου, όταν πολλοί άνθρωποι ήταν στους δρόμους. Επιβεβαιώθηκε η πληροφορία του Τσακόπουλου για την Πέμπτη, ενώ άλλοι έδιναν ως ημέρα το Σάββατο. Στην πόλη δημιουργήθηκε πραγματικό μακελειό, διότι οι βόμβες που ρίχθηκαν ήταν προσωπικού, με αποτέλεσμα τα θραύσματά τους κυριολεκτικά να θερίζουν τα κάτω άκρα των ατόμων κοντά στο σημείο επίκρουσης και να κτυπούν καίρια όσους ήταν μακρύτερα. Ο μέχρι σήμερα βεβαιωμένος αριθμός νεκρών ανέρχεται στους 98, με άγνωστο τον πραγματικό αριθμό και εντελώς άγνωστο το αριθμό των τραυματιών, ενώ αναφέρονται, μη εξακριβωμένα, και 75 νεκροί Γερμανοί. Στην πόλη δεν υπήρχε παρά μία και μόνη χειρουργική κλινική, με ένα και μόνο χειρουργό, τον Κώστα Κεραμίδα. Σε νοσοκομείο του Άργους, στρατιωτικό, είχε μετατραπεί για τα στρατεύματα Κατοχής το κτίριο του συλλόγου «Δαναός».

 

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο  αντιαεροπορικό καταφύγιο.

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο αντιαεροπορικό καταφύγιο.

 

Πολύτιμη είναι μαρτυρία του γνωστού καθηγητή παιδοχειρουργικής Δημήτρη Κεραμίδα, γιού του Κώστα, που τότε ήταν οκτώ ετών. Περιγράφει με αδρές γραμμές την ανατριχιαστική εικόνα που είδε με τα μάτια του: δεκάδες αιμόφυρτα σώματα να μεταφέρονται ιδίως με πόρτες (τα φορεία είχαν εξαντληθεί) στην αυλή της χειρουργικής κλινικής, που έπλεε στο αίμα, δεκάδες να ακρωτηριάζονται, ώστε να σωθούν από την ακατάσχετη αιμορραγία, κιβώτια με ανθρώπινα μέλη να στοιβάζονται στην αποθήκη πριν από τον ενταφιασμό τους. Ήταν αδύνατο να κρατηθεί ημερολόγιο  εισερχομένων-εξερχομένων από την κλινική, όπως τελικά έγινε αδύνατη η πλήρης ενημέρωση των ληξιαρχικών καταγραφών (πολλοί από τα θύματα ήταν από τα γύρω χωριά και πιθανώς και από το Ναύπλιο). Σημειώνουμε ότι ο πληθυσμός της πόλης ήταν τότε περίπου 10.000 κάτοικοι.

 

Ερμηνείες και εξηγήσεις

 

Έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες για τα γεγονότα. Μία από αυτές κάνει λόγο για γερμανική φάλαγγα που, από τον νότο της πόλης, την διέσχιζε με κατεύθυνση την Κόρινθο (η επικοινωνία προς και από το κέντρο της Πελοποννήσου γινόταν τότε υποχρεωτικά μέσα από την πόλη του Άργους).

Η υπόθεση που έχει διατυπωθεί είναι ότι ή το συμμαχικό σμήνος την εντόπισε και…έβαλλε εναντίον της, ή  ότι από τα άρματα της φάλαγγας και από γερμανικά αντιαεροπορικά, στις στέγες κάποιων σπιτιών  της πόλης, ρίχτηκαν αμυντικές βολές, που προκάλεσαν την αντίδραση του σμήνους. Γεγονός είναι ότι οι εγκατεστημένες σειρήνες σε ψηλά κτίρια στην πόλη δεν ήχησαν, ενώ κατά μια μαρτυρία το σμήνος εμφανίστηκε ξαφνικά από δυτικά, πίσω από τον λόφο της Λάρισας.

Το ερώτημα παραμένει: γιατί στο φύλλο πορείας υπήρχε η υπόδειξη «Άργος» και όχι «αεροδρόμιο Άργους», που ήταν άλλωστε και το μοναδικό για την κεντρική και νότια Πελοπόννησο; Αν εξυπονοείτο το αεροδρόμιο, πως και γιατί το σμήνος δεν κατευθύνθηκε κατευθείαν προς αυτό, όπως όλες τις άλλες φορές; Άλλωστε εδώ δημοσιεύουμε φωτογραφία βομβαρδισμού του αεροδρομίου, που προέρχεται από αμερικανικό αεροπλάνο, λήφθηκε λίγες βδομάδες πριν τις 14 Οκτωβρίου και κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο. Ο χώρος, λοιπόν, ήταν  πολύ γνωστός και επιθέσεις εναντίον του έγιναν και μετά το γεγονός. Γνωστοποίησα στον αμερικανό  πιλότο το αποτέλεσμα της επιδρομής και ζήτησα περισσότερες πληροφορίες. Εκείνος σιώπησε οριστικά…

 

Αεροφωτογραφία μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου. Επάνω αριστερά η πόλη του Άργους

Αεροφωτογραφία μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου. Επάνω αριστερά η πόλη του Άργους

 

Στην πόλη η ιστορική μνήμη αναζωπυρώθηκε το έτος 2003, επί δημαρχίας Δ. Πλατή, οπότε έγινε και η πρώτη έρευνα για τα θύματα, και εντοπίστηκαν 66 νεκροί. Τον επόμενο χρόνο ο αριθμός έφθασε τους 91, ενώ επί δημαρχίας Β. Μπούρη, οπότε η έρευνα συνεχίστηκε, ο αριθμός έφθασε τους 98.

Συνθέσαμε αυτή την πολύ σύντομη αφήγηση, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 70 ετών, έχοντας διαπιστώσει ότι τα γεγονότα αυτά λανθάνουν στις μέχρι σήμερα γενικές ή ειδικότερες προσεγγίσεις των συμβάντων εκείνης της εποχής.  Με την ελπίδα ότι, ίσως έτσι, δοθεί έναυσμα για άλλες έρευνες, ιδίως σε γερμανικά αρχεία, που ίσως ρίξουν περισσότερο φως σε αυτή την «Γκουερνίκα» του Άργους.

 

Τα καταγεγραμμένα θύματα του βομβαρδισμού (Πηγή: Εφημερίδα «Τα Αργολικά»).

 

Αδρακτάς Κ., Αδρακτά Αν., Αθανασόπουλος Δ., Αθηνιού Σ. (μητέρα), Αθηνιού Ε. (κόρη), Ανέστης Π., Ανέστης Α., Ανδριανοπούλου Αγ., Αντωνακόπουλος Γ., Βαρβάτης Π., Βούλγαρης Γ., Κ. Βομβ., Γεώργας Αν., Γεωργόπουλος Δ., Γεωργαντά Φ., Γιαννάτος Β., Γιαννάκος Θεμ., Γκαργκάσουλα Α., Γκουμάκης Θ., Γυφτοπούλου Πην., Δανιήλ Π., Δήμας Δ., Ηλιόπουλος Αθ., Θεωνάς Ν., Καλαντζής Αν., Καλαντζής Αντ., Καλαντζής Β., Καλαντζής ., Καλαντζής Θ., Καραμαλίκης Ευ., Καράμπελας Ευ. Καραλής Δ., Καρατζάς Αθ., Καρούτας Αθ., Κατσαρός Κ., Κιντής Αθ., Κλεισιάρη Γ., Κλειώσης Ευ., Κοροβέσης Ι., Κουρέτσου Γ., Κούρου Π., Κράντος Π., Κρητικού Κ., Κυριακοπούλου Χρ., Κωνσταντόπουλος Π., Κωτσαντής Γ., Κωτσαντής Θ., Λαδάς Δ., Λάμπρου Ι., Λιάπης Γ., Λιτσαρδάκης Α., Μαραγκός Σπ., Μαραγκού Ε, Μαρούσης Κ., Μαρίνης Κ., Μαρλαγκούτσος Ι., Μαρλαγκούτσου Κ., Μαρούτσος Ι., Μητρόπαπα Μ., Μητροσύλης Γ., Μπολώσης Κ., Μπράτσος Κ., Νικολόπουλος Δ.., Πάγκας Π., Πάγκα Κ., Παγώνης Μ., Παΐσης Δ., Πανόπουλος Γ., Παντελόπουλος Π., Παπαδάτος Ι., Παπαϊωάννου Π., Πινάτση Α., Ράπτης Π., Πίπιλας Αθ., Σέρφα Ελ., Σκίκος Κ., Σκλήρης Β., Σμυρλής Δ., Σπυράκη Ελ., Σπυρόπουλος Π., Σταύρου Κ., Στέκας Γ., Στεφανή Ελ., Σχοινά Γ., Τάτσης Δ., Τόλιας Ν., Τόμπρας Θ.., Τσεκές Γ., Τσεκές Θ., Τρισπαγώνα Γ., Τσίγγας Ι., Τσιμπρής Γ., Χαλέπας Α., Χαντζής Θ., Χατζηιωάννου Δαν., Χαμπίμπης Β., Χρυσικού Αικ., Ψωμά Ν.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 12 Οκτωβρίου, 2013.

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι Θολωτοί Τάφοι των Μυκηνών


 

Οι Μυκήνες  αποτελούν το σημαντικότερο αρχαιολογικό  χώρο της Πελοποννήσου και έναν από τους πιο σημαντικούς της Ελλάδας, γνωστό σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Oι Mυκήνες ήταν κατοικημένες από το 2.500 π.X. Η λαμπρότερη όμως εποχή της ιστορίας και της ακμής τους συμπίπτει με την Ύστερη Εποχή του Xαλκού από το 1600 μέχρι το 1110 π.X. περίπου. Στην περίοδο αυτή αντιστοιχούν και τα περισσότερα ορατά μέχρι σήμερα οικοδομικά λείψανα.

O λόφος των Mυκηνών, που έχει υψόμετρο 280 περίπου μέτρα από τη θάλασσα, καλύπτει μία έκταση 30 περίπου στρεμμάτων, που περικλείεται από κυκλώπεια τείχη, τα οποία ακολουθούν ουσιαστικά το φυσικό σχηματισμό του λόφου. Tο μέσο πάχος των τειχών είναι 5,20 περίπου μέτρα, ενώ το αρχικό ύψος τους υπολογίζεται στα 12 μέτρα. Το τείχος αρχικά ήταν κτισμένο με ακανόνιστους και ακατέργαστους ογκόλιθους και τα κενά, που σχηματίζονταν μεταξύ των ογκόλιθων, τα γέμιζαν με μικρότερες πέτρες και πηλό. Αργότερα προστέθηκαν τμήματα χτισμένα με ακανόνιστους λίθους, που εφάπτονται μεταξύ τους χωρίς να αφήνουν κενά, και στην τελευταία φάση χτίζονται με πελεκημένους ογκόλιθους σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, που εφάπτονται αρμονικά μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό σημείο, όπου μπορούμε να διακρίνουμε σήμερα και τις τρεις τεχνικές κατασκευής των μυκηναϊκών τειχών, είναι το τμήμα του τείχους νοτιοδυτικά της Πύλης των Λεόντων.

 

Τείχη Μυκηνών

Τείχη Μυκηνών

 

Η αρχαία πόλη των Μυκηνών ήταν χτισμένη σε σπουδαίο στρατηγικό σημείο μεταξύ δυο κορυφών, του προφήτη Ηλία και της Σάρας, που εποπτεύει τη σπουδαιότερη οδική αρτηρία μεταξύ Άργους, Φλειούντα, Νεμέας, Κλεωνών και Κορίνθου, η οποία περνούσε από τους δυτικούς πρόποδες του λόφου.

Μυκήνες -  Porta di Micene, λιθογραφία,  αρχές 19ου αιώνα

Μυκήνες – Porta di Micene, λιθογραφία, αρχές 19ου αιώνα

Ιδρυτής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας, ο οποίος ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες  είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης (μύκης = θήκη) του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκάλυψε μια πηγή με άφθονο νερό, την Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός μύκητα (μύκης = μανιτάρι). Άλλοι θεωρούν ότι η ετυμολογία της λέξης Μυκήνες προέρχεται από τη λέξη μυχός (= το πιο βαθύ και εσωτερικό σημείο ενός πράγματος, μιας τοποθεσίας, κλπ) και προσδιορίζει τη φυσική της θέση. Αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν το όνομα Μυκήνες στην ηρωίδα Μυκήνη, κόρη του Ινάχου, μυθολογικού βασιλιά του Άργους. Τέλος κάποιοι γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν με το τοπωνύμιο Μυκαλησσός και Μύκαλη, τα οποία θεωρούνται προελληνικά.

Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική παράδοση τον ιδρυτή των Μυκηνών Περσέα (γιο του Δία και της Δανάης) διαδέχτηκαν στο θρόνο ο γιος του Σθένελος και ύστερα ο Ευρυσθέας, γνωστός από τους άθλους του Ηρακλή, τον οποίο σκότωσε ο γιος του Ηρακλή, ο Ύλλος. Έτσι τη δυναστεία των Περσειδών διαδέχτηκε η δυναστεία των Πελοπιδών. Απόγονος της δυναστείας αυτής ήταν ο Ατρέας, πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου και ιδρυτής της γενιάς των Ατρειδών. Στα χρόνια της βασιλείας του Αγαμέμνονα, που ήταν αδελφός του Μενέλαου βασιλιά της Σπάρτης- και αρχηγός της εκστρατείας στη Τροία, το κράτος των Μυκηνών έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του. Ο Όμηρος, ο πρώτος που ανέφερε τις Μυκήνες, περιγράφει τους πλατείς δρόμους τους, τα ωραία οικοδομήματα και τον πλούτο τους.

Μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών, η οποία πραγματοποιήθηκε στο διάστημα της βασιλείας του Tισσαμενού, ο οποίος ήταν γιος του Ορέστη και εγγονός του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, οι Μυκήνες περιήλθαν σε δεύτερη μοίρα και σημαντικότερη πόλη της αργολικής πεδιάδας αναδείχτηκε το Άργος. Διατήρησαν βέβαια την ανεξαρτησία τους και σε υστερότερους χρόνους, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έστειλαν 80 άντρες στη μάχη των Θερμοπυλών και τετρακόσιους (μαζί με την Τίρυνθα) στις Πλαταιές, για να γραφτεί το όνομά τους στην αναθηματική πλάκα που έστησαν οι Πανέλληνες στους Δελφούς. Το 468 π.Χ. τις κατέλαβε, ύστερα από μακρά πολιορκία, το πάντοτε εχθρικό προς αυτούς Άργος και, σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς, οι κάτοικοι κατέφυγαν οι μισοί στη Μακεδονία και οι υπόλοιποι στις Κλεωνές και στην Κερύνεια.

Από τότε οι Μυκήνες ερήμωσαν. Κάποια μικρή κώμη δημιουργήθηκε κατά τον 3ο– 2ο αι. π.Χ. αλλά δεν διατηρήθηκε. Το 1ο αι. π.Χ. επισκέφτηκε τα μυκηναϊκά ερείπια ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος περιέγραψε την περιοχή, αναφέροντας τα τείχη και τη Πύλη των Λεόντων, την Περσεία κρήνη, τους θησαυρούς του Ατρέα και των γιων του καθώς επίσης τους τάφους του Ατρέα, του Ευρυμέδοντα, της Ηλέκτρας, της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου. Περιηγητές επισκέφτηκαν τις Μυκήνες και στα νεότερα χρόνια και περιέγραψαν ή απεικόνισαν τα μνημεία.

Heinrich Schliemann

Heinrich Schliemann

Ο χώρος των Μυκηνών αναδύθηκε στην επιφάνεια στα τέλη του 19ου αι. (το 1874) από τις ανασκαφές του Γερμανού Ερρίκου Σλήμαν, ο οποίος εντόπισε την περιοχή οδηγούμενος από τη περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και από ανασκαφές, που έκαναν αργότερα Γερμανοί, Άγγλοι και Έλληνες αρχαιολόγοι. Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα τόσο εντός των τειχών της μυκηναϊκής ακρόπολης, όσο και στην ευρύτερη περιοχή έξω από τα τείχη.

Τα πιο ενδιαφέροντα λείψανα έξω από την ακρόπολη των Μυκηνών είναι οι τάφοι όλων των ειδών, οι οποίοι δημιουργήθηκαν κατά την μακραίωνη μυκηναϊκή περίοδο. Στη μυκηναϊκή ταφική αρχιτεκτονική κυριαρχούν τρεις τύποι τάφων: ο λακκοειδής, ο θαλαμωτός και ο θολωτός.

λακκοειδείς τάφοι είναι απλοί λάκκοι, οι μεγαλύτεροι και βαθύτεροι με ξερολιθιά στα πλάγια, πάνω στην οποία πατούσαν τα οριζόντια δοκάρια της στέγης του τάφου.  Ο νεκρικός θάλαμος είναι υπόγειος με χτιστά τοιχώματα και πρόσβαση από πάνω. Μετά την τοποθέτηση του νεκρού το άνοιγμα καλύπτεται με ξύλινα δοκάρια και πλάκες και στο τέλος ο τάφος καλύπτεται με τεχνητή επίχωση, που σχηματίζει ένα μικρό λοφίσκο, τον τύμβο. Συχνά    οι λακκοειδείς τάφοι κατασκευάζονταν κατά συστάδες, πάνω από τις οποίες σχηματιζόταν ένας ενιαίος κυκλικός τύμβος. Δύο τέτοιοι κύκλοι, ο ταφικός κύκλος Α και ο ταφικός κύκλος Β, που περιείχαν βασιλικές ταφές, βρέθηκαν στις Μυκήνες.

Ο ταφικός περίβολος Α, το νεκροταφείο των ηγεμόνων των Μυκηνών, στα νοτιοανατολικά της πύλης των Λεόντων.

Ο ταφικός περίβολος Α, το νεκροταφείο των ηγεμόνων των Μυκηνών, στα νοτιοανατολικά της πύλης των Λεόντων.

Ο ταφικός κύκλος Α ήταν το βασιλικό νεκροταφείο των Μυκηναίων ηγεμόνων της πρώιμης εποχής του Μυκηναϊκού Πολιτισμού κατά τον 16ο αιώνα π.Χ.. Αρχικά βρισκόταν εκτός των οχυρώσεων των Μυκηνών και ήταν μία συστάδα λακκοειδών βασιλικών τάφων, που την περιέβαλε ένας χαμηλός περίβολος από ξερολιθιά διαμέτρου 27,50 μ.  Όταν το 13ο αιώνα π.Χ χτίστηκε ψηλότερα η Πύλη των Λεόντων και το δυτικό τείχος, οι τάφοι βρέθηκαν στο βάθος ενός τεχνητού κοιλώματος. Τότε χτίστηκε γύρω τους ένας ισχυρός επικλινής τοίχος, ο οποίος συγκράτησε την επίχωση που γέμιζε το κοίλωμα, σκέπασε τους τάφους και έφερε τον κύκλο στην στάθμη της Πύλης. Στην κορυφή του τοίχου στήθηκαν δύο ομόκεντρες σειρές από όρθιες πλάκες σε απόσταση 1,20 μ, μεταξύ τους και το διάστημα μεταξύ τους σκεπάστηκε από όμοιες πλάκες, που σχημάτισαν ένα κυκλικό θωρακείο με είσοδο στη βόρεια πλευρά, προς την Πύλη των Λεόντων. Έτσι με την επέκταση των τειχών ο ταφικός κύκλος Α συμπεριλήφθηκε στα τείχη και σήμερα βρίσκεται μέσα στην ακρόπολη, νοτιοανατολικά και σε μικρή απόσταση από την Πύλη των Λεόντων.

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα»

Ο χώρος ήρθε στην επιφάνεια από τον αρχαιολόγο Ερρίκο Σλήμαν το 1876 και περιλαμβάνει 6 ορθογώνιους κάθετους λακκοειδείς τάφους με διαστάσεις από 3 Χ 3,50 μ. έως 4,50 Χ 6,40 μ. Oι νεκροί θάβονταν ντυμένοι και στολισμένοι με πλούσια δώρα, χρυσά κοσμήματα και αγγεία, χάλκινα ξίφη με χρυσές και ελεφάντινες λαβές, εγχειρίδια με χρυσή και ασημένια διακόσμηση και αγγεία, που μαρτυρούν επαφές των μυκηναίων με την Kρήτη και τις Kυκλάδες, επιβεβαιώνουν το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν οι Μυκήνες εκείνη την εποχή και δικαιώνουν τον Ομηρικό χαρακτηρισμό των Μυκηνών ως «πολύχρυσων». Ο πλούτος των κτερισμάτων μαρτυρεί την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών και τον πολεμικό τους χαρακτήρα. Ανάμεσα στα πλούσια ευρήματα ανακαλύφθηκε και σειρά χρυσών νεκρικών προσωπείων, ένα από το οποίο είναι γνωστό ως Μάσκα του Αγαμέμνονα. Την ονομασία έδωσε ο ίδιος ο Σλήμαν, όπως αποδείχτηκε όμως αργότερα το προσωπείο άνηκε σε ηγεμόνα, που έζησε τρεις αιώνες νωρίτερα από την εποχή του μυθικού Αγαμέμνονα.

O ταφικός κύκλος B βρίσκεται δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και αποτελούσε τμήμα του προϊστορικού νεκροταφείου της περιοχής και άρχισε να χρησιμοποιείται στα τέλη της Μεσοελλαδικής περιόδου (1650 π.Χ.) και αποκαλύφθηκε το 1952. Περιβάλλεται από χτιστό κύκλο διαμέτρου 28μ. και περιλαμβάνει 24 τάφους, από τους οποίους οι 14 είναι βασιλικοί  κάθετοι λακκοειδείς και οι υπόλοιποι τετράπλευροι μικροί, λαξευμένοι στο βράχο. Οι κιβωτιόσχημοι είναι μικροί τάφοι σκαμμένοι στο βράχο και περιέχουν συνήθως ένα σκελετό. Οι λακκοειδείς τάφοι είναι μεγαλύτερου μεγέθους, ορθογώνιου σχήματος και οι πλευρές τους είναι επενδυμένες με τοίχους. Οι τάφοι αυτοί περιέχουν αρκετούς σκελετούς. Οι 4 από αυτούς τους τάφους είχαν επιτύμβιες στήλες. Το έθιμο των επιτύμβιων στηλών ως σήμα για την ύπαρξη τάφου, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Ελλαδικό χώρο, υιοθετήθηκε από τις επόμενες γενιές και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.
Στους λακκοειδείς βρέθηκε πλήθος κτερισμάτων και αντικείμενα, όπως προσωπίδες, χρυσά περιδέραια, όπλα, αγγεία χρυσά, ασημένια, χάλκινα, πήλινα και λίθινα καθώς και σφραγίδες κ.α. Τα σημαντικότερα που βρέθηκαν στο χώρο αυτό είναι μια μοναδική νεκρική προσωπίδα από ήλεκτρο, ένα αγγείο από κρύσταλλο με λαβή σε σχήμα κεφαλής πάπιας και ένας σφραγιδόλιθος με παράσταση γενειοφόρου.  Οι λακκοειδείς τάφοι του μυκηναϊκού κόσμου εγκαταλείφθηκαν με την εμφάνιση των λαξευτών θαλαμοειδών και την εξάπλωση των θολωτών τάφων.

Οι μυκηναϊκοί θαλαμωτοί ή θαλαμοειδείς τάφοι έχουν ακανόνιστο σχήμα, λαξεύονται στο μαλακό πέτρωμα στις πλαγιές υψωμάτων και αποτελούνται από δύο τμήματα. Το δρόμο, ο οποίος  κατέληγε σε μια θύρα με υπέρθυρο, και τον κυρίως θάλαμο. H είσοδος στο θάλαμο μετά την ταφή φραζόταν με ξερολιθιά, την οποίαν αφαιρούσαν και ξανάχτιζαν για κάθε νέα ταφή.  Oι θάλαμοι ήταν διαφόρων μεγεθών και σχημάτων, συνήθως τετράπλευροι και κάποτε στρογγυλοί, και ήταν σκαμμένοι μέσα σε πέτρωμα  αρκετά μαλακό ώστε να σκάβεται και αρκετά συμπαγές ώστε να μη βυθίζεται. Κάποιοι απ’ αυτούς περιλάμβαναν και ένα πλευρικό ταφικό δωμάτιο.

Οι θαλαμωτοί ήταν μάλλον οικογενειακοί τάφοι, χρησιμοποιούνταν από τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού και κατασκευάζονταν κατά συστάδες σχηματίζοντας νεκροταφεία. Υπάρχουν όμως και αρκετοί μεμονωμένοι θαλαμωτοί τάφοι διασκορπισμένη στην ευρύτερη περιοχή του μυκηναϊκού χώρου. H δυτική πλαγιά του λόφου της ακρόπολης των Μυκηνών, ο λόφος της Παναγίτσας και ολόκληρη η περιοχή βόρεια και δυτικά της είναι κυριολεκτικά διάτρητες από τάφους λακκοειδείς, θαλαμοειδείς και θολωτούς. Συνολικά οι αρχαιολόγοι έχουν σκάψει περισσότερους από 130 τέτοιους τάφους γύρω στην ακρόπολη των Μυκηνών, ο ακριβής αριθμός τους όμως είναι άγνωστος.

 

Οι αρχαιολόγοι Λέβεντορ, Ντέρπφελντ και Σλήμαν στις Μυκήνες το 1885.

Οι αρχαιολόγοι Λέβεντορ, Ντέρπφελντ και Σλήμαν στις Μυκήνες το 1885.

 

Οι θολωτοί τάφοι είναι υπόγειοι, διαθέτουν δρόμο, καλύπτονται με τεχνητή επίχωση, τον τύμβο, και συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονήματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Συνολικά, οι θολωτοί τάφοι που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι 120.  Οι μεγαλύτεροι απ’  αυτούς θεωρούνται σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, καθώς οι θολωτές κατασκευές αντιμετώπιζαν σοβαρά στατικά προβλήματα, όταν η διάμετρός τους ξεπερνούσε τα 6 μ. Συγκεκριμένα το στόμιό τους κινδύνευε να καταρρεύσει από το υπερβολικό βάρος του υπέρθυρου. Μια προστατευτική τεχνική που εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα ήταν η επινόηση του ανακουφιστικού τριγώνου, που μετέφερε το βάρος του υπέρθυρου στις παραστάδες και στις πλευρές της θόλου.
Πρόκειται για υπόγεια κυκλικά κτίσματα με ισόδομους λίθους και σχήμα κωνικό. Διαθέτουν και  αυτοί δρόμο, θύρα και στόμιο. Ο μακρύς δρόμος είναι σκαμμένος οριζόντια στην πλαγιά λόφου και μέσω του στομίου οδηγεί σ’ ένα θάλαμο κυκλικής κάτοψης, στεγασμένο με θόλο. Ο δρόμος ήταν διαμορφωμένος ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής των τάφων, ως μια μικρή δίοδος λαξεμένη στο βράχο ή μια επιμελημένη λιθόκτιστη κατασκευή. Τα τοιχώματα του δρόμου είναι κάθετα. Μετά από κάθε ταφή έφραζαν την εξωτερική άκρη (στόμιο) του δρόμου με πέτρες και γέμιζαν το εσωτερικό του με χώμα.

Η είσοδος και ο θάλαμος είναι οικοδομημένοι με ογκόλιθους, άλλοτε πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, οπότε σκεπάζονται με χώμα δίνοντας την όψη τύμβου, και άλλοτε σε βαθύ κυκλικό σκάμμα ανοιγμένο στην πλαγιά ενός λόφου. Η είσοδος είναι μνημειακή, με χτιστές παραστάδες, μονολιθικά  ανώφλια και υπέρθυρα με ανακουφιστικό τρίγωνο. Η είσοδος των θόλων σφραγιζόταν συνήθως με τοίχο και πολύ σπάνια με θύρα. Ιδιαίτερη επιμέλεια έδιναν στην κατασκευή της πρόσοψης, παρόλο που η είσοδος ήταν μόνο για ένα μικρό διάστημα ορατή, από τη στιγμή της αποπεράτωσης του τάφου μέχριτον πρώτο ενταφιασμό.  θόλος είναι χτισμένος με μεγάλες πλάκες τοποθετημένες κατά στρώσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε στρώση να εξέχει λίγο περισσότερο προς το εσωτερικό του θόλου από την αμέσως κατώτερή της (εκφορικό σύστημα), έτσι ώστε το άνοιγμα να στενεύει προς τα πάνω, έως ότου έμενε μόνο μια οπή. Ο μεγάλος λίθος της κορυφής του θόλου, που έκλεινε την οπή, λέγεται «κλειδί», επειδή εξασφαλίζει τη συνοχή σ’ ολόκληρο το οικοδόμημα.

 

The Citadel of Mycenas.

The Citadel of Mycenas.

 

Οι θόλοι είναι κυκλικοί στην κάτοψη με διάμετρο που ποικίλλει από τα 3,50 μ. έως τα 14,50 μ και, επειδή θυμίζουν εσωτερικά κυψέλη, ονομάζονται και κυψελόσχημοι.  Γύρω από τη θόλο συσσωρεύονταν χώματα και πέτρες για να είναι ανθεκτική στις πιέσεις και ενδιαμέσως έμπαινε μια επίστρωση πηλού για στεγανοποίηση. Οι λάκκοι που βρίσκονται στο δάπεδό τους χρησίμευαν ως τάφοι ή ως εγκαταστάσεις για την υποδοχή νεκρικών σπονδών και προσφορών. Στην περίμετρο των θόλων προστίθενται μερικές φορές και ορθογώνιοι θάλαμοι που χρησιμοποιούνταν ως νεκρικοί θάλαμοι. Οι τάφοι καλύπτονταν από ένα τεχνητό λοφίσκο από χώμα και πέτρες, σαν τύμβο, που προστάτευε την κατασκευή από τη φυσική φθορά και μαζί με τη στήλη, που τοποθετούσαν στη συνέχεια, λειτουργούσε και ως ταφικό σήμα.

Oι λακκοειδείς τάφοι ανάγονται στην περίοδο 1600-1500 π.X. , οι παλαιότεροι θολωτοί φθάνουν στα 1500 π.X. και εξακολουθούν να κατασκευάζονται έως το 13ο αι. π.X., ενώ οι θαλαμοειδείς είναι περίπου σύγχρονοι με τους θολωτούς, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμη και στον 12ο αι. π.X. Γενικά οι τάφοι ήσαν οικογενειακοί. Στο σύνολό τους ανήκουν σε ανθρώπους διαφόρων τάξεων, εποχών και κατηγοριών και δείχνουν την συνέχεια της κατοικήσεως του τόπου καθώς και ότι ο πληθυσμός του ευημερούσε και διέθετε πολύτιμα προσωπικά αντικείμενα, πολλά από τα οποία τα είχαν εισάγει από το εξωτερικό. Κάθε θολωτός τάφος ανήκει σε μια μόνο οικογένεια και μπορεί να θεωρηθεί τάφος ατομικός, προορισμένος για τον ηγεμόνα και τα μέλη της οικογένειάς του. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για τάφους βασιλικούς ή για τάφους υψηλών αξιωματούχων και αποτελούν ένδειξη εξέχουσας θέσης στην κοινωνική ιεραρχία. 

Εννέα θολωτοί τάφοι βρέθηκαν στις Μυκήνες (Τάφος του Αίγισθου, Τάφος Επάνω Φούρνου, Τάφος των Κυκλώπων, Τάφος Παναγιάς, Τάφος Κάτω Φούρνων, Τάφος των Λεόντων, Τάφος των Δαιμόνων, ο Θησαυρός του Ατρέως και ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας) και χρονολογούνται μεταξύ 1550 και 1200 π.Χ. , ενώ η απόδοσή τους σε συγκεκριμένα μέλη των μυθολογικών δυναστειών από τον Ερρίκο Σλήμαν είναι εντελώς φανταστική. Έξι από τους εννέα θολωτούς τάφους των Mυκηνών βρίσκονται στις πλαγιές της Παναγίτσας και των γύρω της υψωμάτων, ενώ οι άλλοι τρεις, του Aιγίσθου, της Kλυταιμνήστρας και των Λεόντων, χτίστηκαν στους πρόποδες της ακρόπολης, κοντά στην πύλη των Λεόντων, και βρίσκονται σήμερα εντός του αρχαιολογικού χώρου. Οι παλαιότεροι (Τάφος του Αιγίσθου, Τάφος Επάνω Φούρνου, Τάφος των Κυκλώπων) χρονολογούνται στην περίοδο 1600-1400 π.Χ.. Μια δεύτερη ομάδα (Τάφος Παναγιάς, Τάφος Κάτω Φούρνων, Τάφος των Λεόντων) χρονολογείται στην περίοδο 1400-1300 π.Χ.  Στην περίοδο 1300-1200 π.Χ.  ανήκουν ο Τάφος των Δαιμόνων, ο Θησαυρός του Ατρέως και ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας, που είναι οι νεότεροι.

 

Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους: 1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων  7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος  9. Τάφος της Παναγίτσας

Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους: 1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων 7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος 9. Τάφος της Παναγίτσας

 

Κάτοψη της περιοχής των Μυκηνών με τους θολωτούς τάφους.  

    1. Θησαυρός του Ατρέα 2. Τάφος της Κλυταιμνήστρας 3. Τάφος του Αίγισθου 4. Τάφος των Λεόντων 5. Τάφος των Δαιμόνων 6. Τάφος των Κυκλώπων   7. Τάφος κάτω Φούρνος 8. Τάφος πάνω Φούρνος  9. Τάφος της Παναγίτσας

 

Ο θησαυρός του Ατρέα

 

Ο θησαυρός του Ατρέα που παλιότερα τον ονόμαζαν και τάφο του Αγαμέμνονα είναι το πιο μνημειώδες κτίσμα της μυκηναϊκής εποχής και διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους και τελειότερους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους και τον πιο εντυπωσιακό από τους 9, που συνολικά έχουν βρεθεί στις Μυκήνες. Δέσποζε στα ΝΔ της ακρόπολης των Μυκηνών, επάνω στον οδικό άξονα που συνέδεε τις Μυκήνες με το Ηραίο του Άργους. Χρονολογείται μεταξύ 1350-1250 π.Χ. και θεωρείται μαζί με την Πύλη των Λεόντων, με την οποίαν είναι σύγχρονος, από τα λαμπρότερα και εντυπωσιακότερα δείγματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής στην εποχή της ακμής της. Χρησιμοποιήθηκε για την ταφή κάποιου σημαντικού μέλους της βασιλικής οικογένειας των Μυκηνών και από την εποχή του περιηγητή Παυσανία (2ος αιώνας μ.Χ.), οι κάτοικοι της περιοχής γνώριζαν το μνημείο ως «θησαυρό του Ατρέα», δηλαδή ως θησαυροφυλάκιο του ιδρυτή της μυθικής μυκηναϊκής ακρόπολης .

Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως

 

Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως

Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως

 

Ένας δρόμος λαξευμένος στο βράχο με μήκος 36μ. και πλάτος 6μ. οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έκλεινε με μια ξύλινη, δίφυλλη και πιθανόν επενδυμένη με χαλκό θύρα. Η πρόσοψη έχει ύψος 10,50μ., ενώ η είσοδος έχει ύψος 5,40μ. και πλάτος 2,66μ. στο κάτω μέρος της και 2,46 επάνω.  Ήταν διακοσμημένη με ημικίονες, από τους οποίους σήμερα σώζονται μόνο οι τετράγωνες βάσεις δεξιά και αριστερά από την είσοδο. Το υπέρθυρο της εισόδου αποτελούν δύο τεράστιοι λίθοι, από τους οποίους ο εσωτερικός έχει μήκος 8 μ., πλάτος 5 μ. και βάρος περίπου 120 τόνων. O δρόμος του τάφου ντύθηκε με λείους προσεκτικά κομμένους και καλοταιριασμένους  ογκολίθους σε οριζόντιες ισοδομικές στρώσεις, που συνεχίζονται στην πρόσοψη και στη θόλο. Πρόκειται για ξηρολιθιά με λίθινους όγκους τέλεια προσαρμοσμένους μεταξύ τους, χωρίς συγκολλητικό υλικό. Μερικοί έχουν τεράστιες αναλογίες και ένας έχει μήκος 6 μέτρα και 1,2 μέτρα ύψος.  Το  βάθος της  εισόδου είναι 5,20μ. Στις δύο πλευρές της εισόδου διατηρούνται βάσεις, όπου στηρίζονταν ημικιόνια.  Στην κορυφή υπάρχει ανακουφιστικό τρίγωνο, που χρησίμευε για την εξουδετέρωση των πιέσεων. Γλυπτή διακόσμηση, που σήμερα δεν υπάρχει,  κάλυπτε το ανώτερο τμήμα της και το άνοιγμα του  ανακουφιστικού τριγώνου.

Ο θησαυρός του Ατρέα

Ο θησαυρός του Ατρέα

Κατόπιν εισερχόμαστε στο μεγάλο θάλαμο, ο οποίος είναι στρογγυλός  με μια θόλο ύψους 13,30 μέτρων και διαμέτρου 14,60 μέτρων, καλύπτεται με κυψελοειδή θόλο και είναι κτισμένος με 33 αλλεπάλληλες σειρές από λείους επιμήκεις λίθους, τέλεια συναρμολογημένους κατά το εκφορικό σύστημα, ώστε ο καθένας να εξέχει ελάχιστα από τον κατώτερο και να στενεύει προς την κορυφή, για να καταλήξει σε ένα στενό άνοιγμα. Ο τελευταίος λίθος, το «κλειδί», φράζει την οπή στην κορυφή της θόλου εξασφαλίζοντας την ισορροπία και τη συνοχή της. Το εσωτερικό της θόλου διακοσμούσαν χάλκινοι ρόδακες στους αρμούς των λίθων, από τους οποίους έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα καρφιά από την τρίτη σειρά και επάνω. Στη βόρεια πλευρά της θόλου ανοίγεται μικρός, ορθογώνιος, πλευρικός θάλαμος, λαξευμένος στο βράχο (6,50Χ6 μ. και 5 μ. ύψος), όπου έμπαινε κανείς από στενή είσοδο με ανακουφιστικό τρίγωνο στο υπέρθυρο.  Στο δάπεδο του θαλάμου, που είναι φυσικός βράχος, ήταν λαξευμένοι δύο λάκκοι, ενώ δύο λίθινες βάσεις δείχνουν ότι και εδώ υπήρχαν κίονες.  Η όλη κατασκευή πάνω από τη θόλο καλυπτόταν με τύμβο, που δημιουργήθηκε με τη συσσώρευση χωμάτων και στηριζόταν στη βάση του περιμετρικά με τοίχο κτισμένο στην πρόσοψη με ορθογώνιους πωρόλιθους.

Oι αρμονικές αναλογίες, που παρά το κολοσσιαίο του μέγεθος τον συγκρατούν στην ανθρώπινη κλίμακα, η επιβλητική και κομψή πρόσοψή του, η αγέρωχη ανάταση της εσωτερικής του καμπύλης και η θαυμάσια ποιότητα της κατασκευής του τον κατατάσσουν στα λαμπρότερα ταφικά μνημεία όλων των αιώνων. Ο επισκέπτης βλέποντας την είσοδο του τάφου αναλογίζεται τη δύναμη των βασιλιάδων, που έχτιζαν τέτοια επιβλητικά μνημεία στην εποχή του χαλκού, και αναρωτιέται πόσους θησαυρούς έθαβαν μαζί με τους άρχοντες στα επιβλητικά αυτά κοιμητήρια.

Το μνημείο αυτό μετά τη μυκηναϊκή εποχή δε χρησιμοποιήθηκε πια ως τάφος. Όταν τον επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αιώνα μ.Χ., είχε ήδη λεηλατηθεί και ήταν εν μέρει καταχωμένος.  Στους επόμενους αιώνες κάποιοι βοσκοί τον χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο και αφαίρεσαν το «κλειδί», για να έχει διέξοδο ο καπνός από τις φωτιές τους, που άφησε τα ίχνη του στις παρειές της θόλου.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας» 

 

Ο θολωτός τάφος, που είναι γνωστός με το συμβατικό όνομα «τάφος της Κλυταιμνήστρας», είναι ο νεότερος από τους τάφους των Μυκηνών, ο δεύτερος σε μέγεθος μετά τον τάφο του Ατρέα και απλούστερος στην κατασκευή του. Βρίσκεται έξω από την Ακρόπολη, αλλά εντός του αρχαιολογικού χώρου  των Μυκηνών, είναι λίγο μεταγενέστερος από το «Θησαυρό του Ατρέως» και χρονολογείται γύρω στα 1220 π.Χ.

Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας»

Ο τάφος της «Κλυταιμνήστρας»

Ο τάφος αυτός καλά κρυμμένος, έμεινε αθέατος στους μυκηναϊκούς και ιστορικούς χρόνους και ένα μικρό ελληνιστικό θέατρο κτίσθηκε στην επίχωση του δρόμου του. Μια σειρά από τα καθίσματα του θεάτρου διατηρείται μέχρι σήμερα δεξιά και αριστερά του δρόμου του τάφου. Έμεινε άγνωστος μέχρι το 1809 και ανακαλύφτηκε τυχαία από τους χωρικούς, που έχτιζαν το υδραγωγείο του Χαρβατιού, όπως λεγόταν τότε το σημερινό χωριό Μυκήνες. Το υδραγωγείο πέρασε τυχαία πάνω από τη θόλο του τάφου και βρέθηκε η πλάκα, που κάλυπτε το άνοιγμα της κορυφής του. Ο τότε πασάς του Ναυπλίου Βελή έδωσε διαταγή να γκρεμίσουν το ψηλότερο τμήμα της θόλου και από εκεί άδειασαν τον τάφο. Αν και δε γνωρίζουμε τι βρήκαν, η φαντασία των χωρικών δημιούργησε το μύθο των θησαυρών, που για τη μεταφορά τους χρειάστηκαν πολλά ζώα.

Αφού καταστράφηκε και συλήθηκε από τον Βελή πασά του Ναυπλίου, οι βροχές και οι κακοκαιρίες αποτελείωσαν το έργο, έως ότου το 1951 αναστηλώθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Τώρα φαίνεται όπως πραγματικά ήταν, εφάμιλλος του «Θησαυρού του Ατρέως» με την εξαιρετική του κατασκευή, τον ωραίο δρόμο και τη μεγαλοπρεπή είσοδο.

Ο δρόμος του έχει μήκος 37μ. και πλάτος 6μ. Τα πλευρά του δρόμου είναι ντυμένα με κανονικά κομμένους ισοϊψείς δόμους, όπως και η θόλος. H πρόσοψή της έχει θύρα με τριπλό κατώφλι και κουφιστικό τρίγωνο φραγμένο εξωτερικά με γλυπτές λίθινες πλάκες και εσωτερικά με ελαφρό ξερότοιχο. Ήταν πλαισιωμένη με ραβδωτά ημικιόνια από γυψόλιθο από τα οποία σώθηκαν στη θέση τους μόνο οι βάσεις. Ελάχιστα στοιχεία σώζονται από τον γλυπτό διάκοσμο της πρόσοψης. Το στόμιο με μήκος  5,40 μ. έκλεινε με δίφυλλη θύρα, όπως δείχνουν οι κοιλότητες της στρόφιγγας στο υπέρθυρο.

Ο θάλαμός του έχει διάμετρο 13,50μ. και το ύψος της μετά την αναστήλωσή της φτάνει τα 13 μ. Μέχρι το ύψος των 8,55 μ. η θόλος διατηρείται στην αρχική της μορφή. Το ανακουφιστικό τρίγωνο στο εσωτερικό του θαλάμου κλείνει με τοίχο. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει σύστημα αποχέτευσης των ομβρίων. Δε γνωρίζουμε ποιοι τάφηκαν σ’ αυτό το μνημείο, αλλά η φαντασία των χωρικών του χάρισε το όνομα της βασίλισσας Κλυταιμνήστρας.

 

Ο τάφος του Αίγισθου 

 

Πολύ κοντά στον τάφο της Κλυταιμνήστρας, προχωρώντας στα νότια και αριστερά στο μονοπάτι, σε βαθύτερο επίπεδο, συναντάμε έναν άλλο τάφο, που είναι γνωστός με το όνομα τάφος του Αιγίσθου. Η ονομασία και αυτού του τάφου είναι συμβατική.

Ο τάφος του Αίγισθου

Ο τάφος του Αίγισθου

Ο τάφος του Αιγίσθου ανήκει στον πρώτο τύπο των θολωτών και ίσως χτίστηκε στο 1500 π.Χ. Το ύψος της θόλου του υπολογίζεται στα 14,50 μ. και για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν μικρότεροι λίθοι. Ο θάλαμος έχει διάμετρο γύρω στα 13,50 μ.  Η κορυφή του θόλου και του τάφου αυτού έχει καταρρεύσει έως το ύψος των 8μ. Μόνο από το τμήμα που έχει απομείνει διδασκόμαστε τον τρόπο της  κατασκευής της θόλου.  Είναι χτισμένη από ξερολιθιά, αλλά με μεγαλύτερες πέτρες και είναι ο μόνος από τους τάφους της εποχής του (Kυκλώπειος, Eπάνω Φούρνος, Aίγισθος) που διατήρησε την ανωδομή της προσόψής του.

Ο δρόμος του λαξευμένος σε μαλακό φυσικό πέτρωμα έχει πλάτος 4-5 μ. και μήκος 22 μ.  Αργότερα τα τοιχώματα του δρόμου επενδύθηκαν στα σημαία που το πέτρωμα ήταν χαλαρό και κατασκευάστηκε μία δεύτερη πρόσοψη από αμυγδαλόπετρες και πωρόλιθους, που σκέπασε την παλιά και που διατηρείται σήμερα μόνο στην δεξιά παραστάδα. O τάφος είχε συληθεί ήδη κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Τα τελευταία χρόνια έγιναν έργα για τη διαμόρφωση των πρανών του δρόμου, την καθαίρεση σαθρών τμημάτων της λιθοδομής του θόλου και τη στερέωση του στομίου, επειδή διαπιστώθηκε ότι υπάρχει έντονη παραμόρφωση και απόκλιση περίπου 28 εκ. από την κατακόρυφο της δυτικής και ανατολικής ακμής των εσωτερικών παραστάδων και είχαν θραυστεί οι δυο από τους 3 μεγαλίθους  στο υπέρθυρο του στομίου.

Ο τάφος πήρε αυθαίρετα το όνομα του Αίγιστου, ο οποίος έζησε γύρω στο 1200 π.Χ., ενώ ο τάφος χρονολογείται στο 1500 π.Χ.

 

Ο τάφος των Λεόντων

 

Ο τάφος των Λεόντων

Ο τάφος των Λεόντων

Ο τρίτος θολωτός τάφος που βρίσκεται εντός του σημερινού αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών είναι ο λεγόμενος τάφος των Λεόντων, βόρεια από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, στο δρόμο που οδηγεί στο σημερινό μουσείο των Μυκηνών και σε μικρή απόσταση απ’ αυτό. Η ονομασία του είναι συμβατική και οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι βρέθηκε πολύ κοντά στην πύλη των Λεόντων. Χρονολογείται στο 1350 π.X. και έχει δρόμο με επένδυση από ισοδομικούς πωρόλιθους.  Το  ανώφλι του είναι τετραπλό από αμυγδαλόπετρες,  ενώ εσωτερικά, στο πλευρό της εισόδου και σε μία ζώνη στα θεμέλια, είναι χτισμένος με ισοδομικούς κροκαλοπαγείς ογκολίθους.

Οι 4 αυτοί θολωτοί τάφοι των Μυκηνών είναι οι γνωστότεροι, γιατί βρίσκονται μέσα στο σημερινό αρχαιολογικό χώρο οι τρεις απ’ αυτούς (Αίγισθου, Κλυταιμνήστρας, Λεόντων) και στην ανατολική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας, αριστερά του δρόμου που οδηγεί στον αρχαιολογικό χώρο, ο τέταρτος και πιο γνωστός, ο θησαυρός του Ατρέα. Οι υπόλοιποι 5 σωζόμενοι θολωτοί τάφοι των Μυκηνών παραμένουν άγνωστοι στους πολλούς, γιατί βρίσκονται στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας μέσα στους ελαιώνες  της περιοχής.  Η προσπέλαση σε τρεις απ’ αυτούς γίνεται από τον αγροτικό ασφαλτόδρομο, που ξεκινάει από το κέντρο του σημερινού οικισμού των Μυκηνών ή από το σημερινό νεκροταφείο των Μυκηνών και διασχίζει τον ελαιώνα στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας με κατεύθυνση βορειοδυτικά. Σε απόσταση 1.000 περίπου μέτρων από τη μια ή την άλλη αφετηρία του δρόμου βρίσκονται ο τάφος των Δαιμόνων και ο τάφος των Κυκλώπων.

 

O Tάφος των Δαιμόνων

 

O Tάφος των Δαιμόνων

O Tάφος των Δαιμόνων

Πρόκειται για σπουδαίο μνημείο, που χτίστηκε την ίδια περίοδο (μέσα 13ου αι. π.X.) με τους τάφους του Aτρέα και της Kλυταιμνήστρας και διατηρεί ανέπαφη τη θόλο του. Βρίσκεται μέσα στον ελαιώνα, 50 περίπου μέτρα πάνω από το δρόμο, χωρίς όμως να είναι ορατός από το δρόμο και, καθώς δεν υπάρχει καμιά σήμανση, είναι αδύνατο να τον εντοπίσει κανείς, αν δεν τον ξέρει, όσες φορές και αν περάσει από το δρόμο αυτό.

O Tάφος των Δαιμόνων είναι ο παλαιότερος και ο μικρότερος της ομάδας αυτής και από τους πιο καλά διατηρημένους. Ένας  δρόμος μήκους 15 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έχει 3 μέτρα βάθος και 3 μέτρα ύψος και είναι χτισμένη με 8 σειρές κανονικούς λίθους. Tα πλευρά του δρόμου του έχουν επένδυση από μικρές, σχετικά ακατέργαστες πέτρες, οι παραστάδες της προσόψεως είναι χτισμένες από  τετραγωνισμένους, ισοδομικά τοποθετημένους αμυγδαλόλιθους και το στόμιό του φραζόταν από ξύλινη θύρα. Το υπέρθυρο αποτελείται από 2 ογκόλιθους από αμυγδαλόπετρα.   H θόλος του έχει διάμετρο. 8,40 μέτρα και αποτελείται από 27 συμμετρικά κομμένες ισοδομικές στρώσεις από αμυγδαλόλιθο, προσαρμοσμένες στην εσωτερική καμπύλη της. Στο δάπεδο του θαλάμου διακρίνονται σκαμμένοι τάφοι, όπου είχαν τοποθετηθεί νεκροί. Tο κουφιστικό τρίγωνο είναι φραγμένο εμπρός από πλάκες με το ίδιο υλικό.

Οι χωρικοί τον ονομάζουν και τάφο του Ορέστη, αλλά δεν είναι ο τάφος εκείνου του βασιλιά, γιατί χτίστηκε στο πρώτο μισό του 13ου αι. π.Χ., ενώ ο Ορέστης βασίλεψε στις αρχές του 12ου αιώνα.

 

Ο τάφος των Κυκλώπων

 

Ο τάφος των Κυκλώπων

Ο τάφος των Κυκλώπων

Στο ίδιο σημείο και σε απόσταση 40 περίπου μέτρων νοτιότερα του τάφου των Δαιμόνων βρίσκονται τα ερείπια του τάφου των Κυκλώπων. Οι τοίχοι του δρόμου, που οδηγεί στον τάφο, έχουν καταρρεύσει, όπως και η είσοδος του τάφου, που τη φράζουν οι ογκόλιθοι του υπέρθυρου. Ο θάλαμος με διάμετρο 9 περίπου μέτρα διατηρεί τους τοίχους του από ακατέργαστες σχετικά πέτρες, που δείχνουν ότι ο τάφος χρονολογείται στην πρώιμη περίοδο (1600- 1400 π.Χ.). Η θόλος του έχει καταρρεύσει, όπως και ένα κομμάτι του τοίχου στη βορειοδυτική πλευρά του θαλάμου.  Πολλές από τις πέτρες του τάφου είναι σωρευμένες ως μαντρότοιχοι δεξιά και αριστερά του δρόμου του!

Επανερχόμενος στον ασφαλτόδρομο ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να δει Δεξιά και αριστερά του δρόμου θαλαμωτούς τάφους και λακκοειδείς τάφους, οι οποίοι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

 

Ο τάφος κάτω Φούρνος

 

Ο τάφος κάτω Φούρνος

Ο τάφος κάτω Φούρνος

Συνεχίζοντας τον ασφαλτόδρομο και σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το σημείο που βρίσκονται οι δυο αυτοί τάφοι συναντάμε 30 μέτρα αριστερά του δρόμου μέσα στις ελιές τον τάφο κάτω Φούρνος. Ανήκει στη δεύτερη ομάδα και είναι σύγχρονος με τον τάφο  των Λεόντων και τον τάφο της Παναγίτσας (1400-1300 π.Χ.).  

Ο δρόμος που οδηγεί στην είσοδο έχει μήκος 12 μέτρα και πλάτος 3 μέτρα με τις πλευρές του χτισμένες με μεγάλους παραλληλόγραμμους λίθους που, επειδή κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, έχουν στηριχτεί με ξύλινες αντηρίδες από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία τα τελευταία χρόνια. Η είσοδος του τάφου, χτισμένη με παρόμοιους με το δρόμο, αλλά μεγαλύτερους  λίθους, έχει μήκος 3,50 μέτρα και ύψος 4 μέτρα και διατηρεί στην κορυφή της το υπέρθυρο, που αποτελείται από 2 μεγάλους αμυγδαλωτούς ογκόλιθους και έναν μικρότερο. Ο θάλαμος έχει διάμετρο 10 περίπου μέτρων και είναι χτισμένος από μικρότερους κανονικού σχήματος λίθους σε 25 σειρές μέχρι το ύψος του υπέρθυρου.

 

Ο τάφος πάνω φούρνος

 

Ο τάφος πάνω φούρνος

Ο τάφος πάνω φούρνος

Βρίσκεται στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας και είναι προσβάσιμος από ένα χωματόδρομο, που ξεκινάει από τη νοτιοδυτική άκρη του πάρκινγκ των Μυκηνών απέναντι από την σημερινή είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, κατηφορίζει ως τον τάφο και συνεχίζει περνώντας από την ανατολική πλευρά του τάφου. Χρονολογείται στους παλαιότερους τάφους και είναι χτισμένος την ίδια εποχή με εκείνον του Αιγίσθου και των Κυκλώπων, την περίοδο 1600-1400 π.Χ. Ο διάδρομος με προσανατολισμό νοτιοανατολικό έχει μήκος 14 περίπου μέτρα και ήταν χτισμένος με ξερολιθιά, που στο μεγαλύτερο μέρος της έχει καταρρεύσει και είναι σήμερα αδιάβατος, αφού είναι γεμάτος μπάζα και αγριόχορτα. Η είσοδος είναι στενή σε σχέση με τους υπόλοιπους τάφους (1,5-2 μέτρα), αλλά το ύψος της φτάνει τα 4 μέτρα. Στην κορυφή της διατηρείται 1 μεγάλος και 1 μικρότερος ογκόλιθος, που αποτελούσαν το υπέρθυρο μαζί με 1 ακόμα μεγάλο ογκόλιθο, που βρίσκεται πεσμένος στο εσωτερικό του θαλάμου. Ο θάλαμος έχει διάμετρο 12 περίπου μέτρα και είναι χτισμένος με ακανόνιστους λίθους, που στερεώνονται με μικρές σφήνες και λάσπη, δείγμα της παλαιότερης αρχιτεκτονικής των μυκηναϊκών τοιχών.

 

Ο τάφος της Παναγίτσας

 

Ο τάφος της Παναγίτσας

Ο τάφος της Παναγίτσας

Βρίσκεται κι αυτός στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας, κάτω ακριβώς από το σημερινό εξωκλήσι, που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και από το οποίο προφανώς πήρε το όνομά του και ο λόφος και ο συγκεκριμένος τάφος. Ανήκει στη δεύτερη ομάδα τάφων και είναι σύγχρονος με τους τάφους του Kάτω Φούρνου και των Λεόντων, που ανάγονται στο 1450 π.X. περίπου. Είναι κατασκευασμένος από μεγαλύτερες και κανονικότερες πέτρες, με ανώφλια κομμένα, ώστε να προσαρμόζονται στην εσωτερική καμπύλη της θόλου. Είχε κι αυτός κουφιστικό τρίγωνο, πρόσοψη από πελεκημένους ισοδομικούς αμυγδαλόλιθους και δρόμο με επένδυση ξερολιθιάς.

Οι 5 τελευταίοι τάφοι στη δυτική πλαγιά του λόφου της Παναγίτσας είναι εγκαταλελειμμένοι, άγνωστοι στους περισσότερους, χαμένοι μέσα σε κτήματα με ελιές  και χρειάζεται σίγουρα οδηγό όποιος επιθυμεί να τους επισκεφτεί.  Είναι δύσκολο να κατανοήσει και να εξηγήσει κανείς την αδιαφορία των υπευθύνων γι αυτά τα τόσο σημαντικά μνημεία, που έχουν αφεθεί στην τύχη τους και στη φθορά του χρόνου. Χωρίς σήμανση και χωρίς συντήρηση καταρρέουν απροστάτευτα, ενώ κακοποιήθηκαν από περαστικούς και ντόπιους και πολλές φορές οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή μαντρότοιχων από τους ιδιοκτήτες των κτημάτων, μέσα στα οποία βρίσκονται, αφού έχουν κηρυχθεί ως προστατευόμενοι αρχαιολογικοί χώροι, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουν απαλλοτριωθεί και κινδυνεύουν από την εγκατάλειψη, τη βλάστηση και την υγρασία.

Οι μεγαλοπρεπείς και επιβλητικές αυτές ταφικές κατασκευές αποτυπώνουν την επιθυμία των ανθρώπων να τοποθετούν το νεκρό σε μια μνημειώδη κατασκευή αντίστοιχη με την επίγεια κατοικία του.  Οι θολωτοί τάφοι της μυκηναϊκής εποχής, που συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, αντιπροσωπεύουν για την Ελλάδα  ό,τι εκπροσωπούν για την Αίγυπτο οι πυραμίδες. Οι μνημειώδεις διαστάσεις, αντοχή στο χρόνο, προηγμένη τεχνολογία, την αγωνία του ανθρώπου να χτίσει μια άφθαρτη αιώνια κατοικία και να προβάλει ένα σύμβολο επίγειας ισχύος και γοήτρου. Είναι τα μεγαλύτερα θολωτά μνημεία του αρχαίου κόσμου, που το ύψος τους ξεπεράστηκε μόνο με την κατασκευή του Πάνθεον στη Ρώμη.

Η χρήση των θολωτών τάφων σταματάει κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (1300-1200 π.Χ.) περίοδο. Από το διάστημα αυτό και μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου επικρατούν οι θαλαμοειδείς τάφοι μαζί με επιβιώσεις παλαιότερων ταφικών τύπων, μάλλον επειδή οι νέες οικονομικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την κατασκευή τόσο περίπλοκων ταφικών μνημείων.

  

Βιβλιογραφία


 

  • Βασιλικού Ντ., «Μυκηναϊκός πολιτισμός», Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ.152, Αθήνα, 1995.
  • H KAΘHMEPINH, Επτά Ημέρες – Kυριακή 31 Mαΐου  1998.
  • Ιακωβίδης Σπ., «Αι μυκηναϊκαί ακροπόλεις», Εκδόσεις Πανεπιστημίου Αθηνών: Αθήνα 1973.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Τόμος Α΄, ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΪΣΤΟΡΙΑ
  • Λάμψα Γιάννη,  «ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ.
  • Μανιατέας Η. – Τεγόπουλος Ι., «Ιστορία των Ελλήνων Ι. Προϊστορικοί χρόνοι», Εκδόσεις «Δομή» Α.Ε.: Αθήνα χ.χ.
  • Μυλωνάς Γ., «ΜΥΚΗΝΑΙ τα μνημεία και η ιστορία τους», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, Αθήναι, 2002.
  • Παπασταύρου Ιω., «ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ», Τόμος Α΄, ΑΡΧΑΙΑ ΑΝΑΤΟΛΗ-ΕΛΛΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΜΗΔΙΚΩΝ, 1950.
  • Σπαθάρη Ε., «Ιστορικός και αρχαιολογικός οδηγός των Μυκηνών», Αθήνα, 2001.
  • Χαμηλάκη Κατ., «Μυκήνες,  Ερευνητές,» Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα, 2004.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, (Ένα οδοιπορικό των λέξεων «Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός»)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

 Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική

(Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)

 

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος της Κυριακής» κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).

Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.

 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει «Γραικέ μου»!

Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».

Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

Για το άρθρο «Οπερ έδει δείξαι» του κ. Δημήτρη Μαρωνίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οπερ έδει δείξαι – Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

 

Read Full Post »

Η δίκη των τόνων


 

 

Ιωάννης Κακριδής (1901 -1992): Αρχείο Φάνη Ι. Κακριδή. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Ιωάννης Κακριδής (1901 -1992): Αρχείο Φάνη Ι. Κακριδή. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Έχουν περάσει 70 χρόνια από την πειθαρχική δίωξη του καθηγητή I.Θ. Kακριδή (1901-1992), που έμεινε γνωστή στην πνευματική ιστορία του τόπου ως «H Δίκη των Tόνων». Η δίκη αυτή όμως με τις περιπέτειες του μονοτονικού είναι μια από τις λιγότερο γνωστές σελίδες της ιστορίας,  αν και το περιεχόμενό της δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρο. Το «Γλωσσικό ζήτημα» ταλάνισε τη χώρα μας από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μετά την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης του 1821 και λύθηκε οριστικά τη δεκαετία του 1980 με την καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού συστήματος.

Πολλοί θεωρούν, εσφαλμένα, ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους τόνους και τα πνεύματα στη γραφή τους . Οι αρχαίοι Έλληνες όμως έγραφαν με μεγαλογράμματη γραφή, με κεφαλαία γράμματα δηλαδή, και δε χρησιμοποιούσαν τόνους, όπως φαίνεται σε όλες τις αρχαίες επιγραφές. Τα πρώτα δείγματα τονικών συμβόλων που σώζονται βρίσκονται σε παπύρους του 2ου αι. π.Χ. Το πολυτονικό σύστημα, δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια (βαρεία, οξεία, περισπωμένη), τα δύο πνεύματα (δασεία, ψιλή) και η υπογεγραμμένη επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη το Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ. Σκοπός του ήταν να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να τη διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά. Η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ’ ότι προφέρονται στη γλώσσα μας.

Στην ελληνιστική περίοδο, δηλαδή μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η προφορά της γλώσσας έχει απομακρυνθεί από αυτή της κλασικής περιόδου (5ος και 4ος αι. π.Χ.) σε βαθμό ώστε να κρίνεται απαραίτητο να συνταχθούν βοηθήματα για την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Σιγά – σιγά και οι Έλληνες χρειάζονταν καθοδήγηση, για να προφέρουν σωστά λέξεις, που δεν χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ομιλία.

Αργότερα η εξάπλωση του Χριστιανισμού συνδέθηκε με την ελληνική γλώσσα με τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, τις επιστολές Αποστόλου Παύλου και τα άλλα χριστιανικά κείμενα, που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα. Όταν ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στη Δύση, η ελληνική γλώσσα έμεινε συνυφασμένη με το πολυτονικό σύστημα. Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα ελληνικά. 

Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια, αρκετοί θεωρούν ότι η χρήση του όχι μόνο είναι επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, αλλά και θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Πρώτες σκέψεις για κατάργησή του άρχισαν από την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν επικράτησαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε προστέθηκε και άλλο μείζον θέμα, η κατάργηση της καθαρεύουσας και η υιοθέτηση της δημοτικής. Ο 20ος αιώνας μπήκε με τη διαμάχη για το «Γλωσσικό ζήτημα» σε έξαρση, με σφοδρές αντιπαραθέσεις μεταξύ “καθαρευουσιάνων” και “δημοτικιστών”, που σήμερα μοιάζουν απίστευτες.

Το Νοέμβριο του 1901 ξεσπούν τα Ευαγγελικά: Ο Αλέξανδρος Πάλλης αρχίζει να δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολη τη μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική. Εκστρατεία του Τύπου, καθηγητών του πανεπιστημίου με επικεφαλής το Μιστριώτη και δυνάμεων της Εκκλησίας ξεσηκώνουν φοιτητές και «λαϊκές μάζες», που ζητούν ν’ απαγορευτεί η δημοσίευση και να αφοριστούν οι υπαίτιοι. Δεκαήμερες ταραχές και αιματηρές συγκρούσεις με το στρατό αφήνουν 11 νεκρούς, οδηγούν σε παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη και παύση του μητροπολίτη Προκοπίου, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της μεταγλώττισης. Σε συλλαλητήριο στους στύλους του Ολυμπίου Διός καίγονται αντίτυπα με τη μετάφραση των Ευαγγελίων.

Το Νοέμβριο του 1903 έχουμε τα Ορεστειακά: Στο Βασιλικό Θέατρο παίζεται η Ορέστεια, σε μετάφραση του Γ. Σωτηριάδη, σε γλώσσα η οποία πλησιάζει προς τη δημοτική. Ο Μιστριώτης και πάλι, που επιμένει πως η διδασκαλία του αρχαίου δράματος πρέπει να γίνεται στη γλώσσα του πρωτοτύπου, υποκινεί ταραχές. Γίνεται συλλαλητήριο με αίτημα να ματαιωθεί η παράσταση και σε συμπλοκή με το στρατό 3 πολίτες πέφτουν νεκροί και 7 τραυματίζονται.

Ο 19ος αιώνας είναι, ως προς το ζήτημα της “ορθής” για την εκπαίδευση γλώσσας, ο αιώνας των αρχαϊστών και της αττικίζουσας. Προς το τέλος του αιώνα αυτού επικρατεί η λύση της καθαρεύουσας, οπότε η σφοδρή γλωσσική διαμάχη που ξεσπά διεξάγεται, για πολλές δεκαετίες, στον 20ο αιώνα πλέον, μεταξύ των “καθαρευουσιάνων” και των “δημοτικιστών”, παρότι ο λαός μας μιλάει τη «δική» του γλώσσα, τη δημοτική με τις διάφορες εκφάνσεις της, και ο εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, μιλάει και γράφει στη γλώσσα του λαού.

Το 1931 ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου απευθύνθηκε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και στην Ακαδημία Αθηνών και τους ζήτησε να υποβάλουν κάποιες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ορθογραφικού και του τονικού συστήματος. Ωστόσο καμία από τις προτάσεις αυτές δεν υπερίσχυσε, ώστε να κατατεθεί στο υπουργείο Παιδείας και να αποτελέσει την αφετηρία για τη μεταρρύθμιση.

Το 1938 ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς συγκροτεί μια επιτροπή, με επικεφαλής το γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη, με σκοπό να συντάξει τη γραμματική της δημοτικής. Η επιτροπή προτείνει και την απλοποίηση του τονικού συστήματος, την αντικατάσταση δηλαδή του τόνου με ένα σημάδι και την κατάργηση των πνευμάτων. Ο Μεταξάς  απορρίπτει την πρόταση με το αιτιολογικό ότι οι θέσεις των μελών της επιτροπής έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.

Ιωάννης Κακριδής, καθ. Φιλοσοφικής Σχολής (11/2/33 έως 26/3/68)

Ιωάννης Κακριδής, καθ. Φιλοσοφικής Σχολής (11/2/33 έως 26/3/68)

Την ίδια εποχή ο καθηγητής  Ιωάννης Κακριδής έκανε δυο ομιλίες για την «ελληνική κλασική παιδεία» και το 1939 τις εκδίδει σε ένα τεύχος, ένα βιβλιαράκι  24 σελίδων με τίτλο «ελληνική κλασική παιδεία». Στη 2η ανατύπωση αυτού του τεύχους ο καθηγητής κατάργησε τον περιττό φόρτο πνευμάτων και τόνων, δηλαδή απλοποίησε μονάχα ως προς  τους τόνους την ελληνική γραφή. Η καινοτομία του Ιωάννη Κακριδή ήταν τελείως ανώδυνη, αφού διατήρησε όλη την ιστορική ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, ακόμα και την «οξεία» στις δισύλλαβες και πολυσύλλαβες λέξεις. Αν καταργούσε την ιστορική ορθογραφία και καθιέρωνε τη φωνητική, τότε ασφαλώς η καινοτομία του θα ήταν ριζική.

Η καινοτομία αυτή του Ιωάννη Κακριδή ξεσηκώνει τη μήνι της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έπρεπε να περιμένουν όμως μέχρι να καταληφθεί η Αθήνα από τους Γερμανούς, για να τον σύρουν σε δίκη το 1942. Η Δίκη των τόνων είναι μια ιστορία που, στην ουσία της, ελάχιστα έχει να κάνει με τους τόνους. Ο Κακριδής ήταν ένας νέος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που υποστήριζε τη δημοτική και κάποιες προοδευτικές ιδέες σχετικά με τη στάση, που πρέπει να κρατάμε ως προς την αρχαιότητα και το κλέος της. Κάποιοι παλαιότεροι και συντηρητικότεροι συνάδελφοί του θέλησαν να τον ξεφορτωθούν μέσα στη ναζιστική κατοχή και αφορμή στάθηκε το βιβλιαράκι για την Ελληνική κλασική παιδεία, που ήταν γραμμένο στη δημοτική και στο μονοτονικό.

Να θυμηθούμε επιπλέον ότι το Σεπτέμβρη του 1941 ιδρύεται το ΕΑΜ, που οργανώνει και καθοδηγεί μαζί με τον ΕΛΑΣ την αντίσταση του ελληνικού λαού. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που αντιμετώπισε ήταν η μόρφωση των παιδιών του λαού και εκπόνησε το Σχέδιο Λαϊκής Παιδείας, με το οποίο προβλεπόταν και η λύση του γλωσσικού ζητήματος. Οι συζητήσεις για τη γλώσσα εκείνη την ώρα γίνονταν με την προοπτική μιας γενικότερης αλλαγής στην απελευθερωμένη Ελλάδα, όπου θα λυνόταν και το γλωσσικό ζήτημα. Είχαν έντονο αντιστασιακό χαρακτήρα και δεν περιορίζονταν στη γλώσσα. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα έπρεπε να λυθούν και μια σειρά άλλα πνευματικά και καλλιτεχνικά προβλήματα. Τα πνευματικά θέματα που προβλήθηκαν και συζητήθηκαν ήταν η Λαϊκή Μόρφωση, η μελέτη και αξιοποίηση της Λαϊκής Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου, η μελέτη και αξιοποίηση των λαϊκών διοικητικών θεσμών (Κοινότητα) κ.ά. Η συζήτηση και η αντιδικία, που άρχισε με τη «Δίκη των τόνων», ήταν μια αντιδικία ανάμεσα σε δυο κόσμους και φούντωσε με την έκδοση από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων της Νεοελληνικής Γραμματικής της Δημοτικής Γλώσσας του Μανόλη Τριανταφυλλίδη στις αρχές του 1942.

Το χειμώνα, λοιπόν, του 1941-1942 και ενώ η χώρα βρισκόταν υπό φασιστική κατοχή και τα πτώματα από την πείνα γέμιζαν τους δρόμους της Αθήνας, οι καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής πάσχιζαν να σώσουν το έθνος από το μονοτονικό σύστημα, που με «εγκληματικόν απέναντι του έθνους χαρακτήρα» χρησιμοποίησε ο καθηγητής Ι. Κακριδής στο βιβλίο του «Ελληνική Κλασική Παιδεία» από το Νοέμβριο του 1939! Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών θυμήθηκε τότε πως από την κατάργηση των τόνων «κινδυνεύουν τα πάτρια» και το Πειθαρχικό Συμβούλιο κάλεσε τον Ι. Κακριδή σε απολογία. Οι γλωσσαμύντορες με επικεφαλής το Ν. Εξαρχόπουλο οχυρωμένοι πίσω από την κατοχική κυβέρνηση βρήκαν την ευκαιρία να υπερασπιστούν… δασείες και περισπωμένες. Ήδη από τα Ευαγγελικά κατηγορούσαν τους δημοτικιστές ως στρεβλωτές της εθνικής γλώσσας, προδότες που παραχωρούν τη χώρα στο σλαβισμό, ανατροπείς της κοινωνίας και υπονομευτές του εθνικού φρονήματος.

Η ενέργεια  αυτή μετέθετε το ζήτημα του εθνικού κινδύνου από τους κατακτητές και συνεργάτες τους στον καθηγητή Ι. Κακριδή, που έκανε μια αναγεννητική προσπάθεια, και ξεσήκωσε την οργή και την αγανάκτηση όλων των πνευματικών ανθρώπων. Ήταν μια «πατριωτική» ενέργεια, που ο Μ. Τριανταφυλλίδης χαρακτήρισε «πατριωτισμό της περισπωμένης». «Η Δίκη των Τόνων», που έγινε στο όνομα της «γλωσσικής ενότητας της ελληνικής φυλής», ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1941 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1942.  Ο Ιωάννης Κακριδής έπεσε στα μαλακά, με ποινή δύο μήνες προσωρινή απόλυση από τη Φιλοσοφική Σχολή.

Την παραπομπή υπέγραψαν 13 καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών: Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Φαίδων Κουκουλές, Εμμανουήλ Πεζόπουλος, Αντώνιος Χατζής, Γεώργιος Π. Οικονόμος, Γεώργιος Σακελλαρίου, Νικόλαος Βλάχος, Σπυρίδων Μαρινάτος, Χρίστος Καπνουκάγιας, Απόστολος Δασκαλάκης, Διονύσιος Ζακυθηνός, Αναστάσιος Ορλάνδος και Ερρίκος Σκάσσης. Είχαν μειοψηφήσει ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και ο Σωκράτης Κουγέας.

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

Πολλοί εκπρόσωποι του πνευματικού κόσμου στάθηκαν στο πλευρό του Ιωάννη Κακριδή και υποστήριζαν ότι, αν στην πράξη ο Κακριδής είναι ο πρώτος καθηγητής πανεπιστημίου που εφαρμόζει «άτονη» και «απνευμάτιστη» ορθογραφία στα βιβλία του, δεν είναι και ο πρώτος που την κήρυξε θεωρητικά. Πριν απ’ αυτόν κορυφαίοι φιλόλογοι, παιδαγωγοί και γλωσσολόγοι, όπως ο Χατζιδάκις, ο Τσούντας, ο Σωτηριάδης, ο Παπασωτηρίου, ο Τζάρτζανος, ο Τριανταφυλλίδης, αλλά και πνευματικοί άνθρωποι, όπως ο Βηλαράς, ο Ελισαίος Γιαννίδης, ο Καζαντζάκης κ.α., είχαν ταχθεί υπέρ της κατάργησης των τόνων και των πνευμάτων. Ο Βηλαράς μάλιστα υπήρξε ο πιο ριζοσπαστικός, γιατί μαζί με τους τόνους και τα πνεύματα έκανε και την πρώτη απόπειρα να εφαρμόσει τη φωνητική ορθογραφία. Επομένως, όποιος κατηγορούσε τον Κακριδή, για να ’ναι συνεπής και δίκαιος, θα έπρεπε να κατηγορήσει πρώτα τους ηθικούς αυτουργούς της «καινοτομίας».

Ο Κ. Βάρναλης μάλιστα γράφει σε χρονογράφημά του με τον τίτλο «Ορθογραφομαχία»: «Δεν υπάρχει σχεδόν άνθρωπος που να μην έγινε σοβαρός με τις σημερινές συνθήκες της ζωής και δεν υπάρχει επίσης άνθρωπος που να συγχύζει τα ζωτικά προβλήματα με τις μπαγκατέλες. Κι όμως, η φιλοσοφική σχολή του αθηναϊκού Πανεπιστημίου θυμήθηκε τα δημοκοπικά κλέη της μιστριωτικής εποχής και εξεστράτευσε εναντίον του κ. Ι. Κακριδή, επειδή ο κ. καθηγητής εφόνευσε ασπλάχνως τους τόνους και τα πνεύματα της ελληνικής γραφής…».

Ήταν λυπηρό, όταν τόσοι σοφοί και τόσοι μεγάλοι δημιουργοί προσπαθούσαν ν’ απλουστεύσουν το πρόβλημα της ελληνικής γραφής, να υπάρχουν άλλοι που αισθάνονταν ως «ανώτερο καθήκον» την προσπάθεια να εμποδίσουν και την πιο αθώα προοδευτική ορμή. Παράλληλα μάλιστα με τη διατήρηση των τόνων, υποστήριζαν την κυριαρχία και τη βίαιη επιβολή της καθαρεύουσας. Η απρόσιτη και για πολλούς εντελώς ακατάληπτη γλώσσα είχε επιβληθεί ως γλώσσα της εξουσίας, του Τύπου και των σχολικών βιβλίων, με αποτέλεσμα να χρειάζεται μεταφραστής για ένα τρέχον υπηρεσιακό κείμενο και στους διαδρόμους των δημόσιων υπηρεσιών να είναι εγκατεστημένος ειδικός «σκιτσογράφος» μέχρι τη δεκαετία του 1970!

Ο αγώνας όμως για την επικράτηση της δημοτικής υπήρξε συνεχής. Ώσπου το 1976 αναγνωρίστηκε πλέον επισήμως από την κυβέρνηση Καραμανλή με υπουργό παιδείας τον Γ. Ράλλη, και έκτοτε διδάσκεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Μετά την καθιέρωση της δημοτικής η αντιπαράθεση περιορίστηκε μεταξύ των υπερασπιστών του «πολυτονικού» κι αυτών του «μονοτονικού». Ώσπου το 1982, από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου με υπουργό παιδείας το Λευτέρη Βερυβάκη, λύνεται κι αυτή η διαμάχη με την επίσημη καθιέρωση του “μονοτονικού”.

Μεγάλη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων, ποιητών, συγγραφέων, εκδοτών κ.α. επιμένουν και σήμερα στην ιστορική ορθογραφία και στη διατήρηση του πολυτονικού συστήματος, προκειμένου να μη διασπαστεί η εικόνα της γλωσσικής μας συνέχειας. Ίσως η διατύπωση ενός όχι φανατικού δημοτικιστή, του ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη, πως «γύρω από τη μονοτονική γραφή κονταροχτυπιούνται δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους, οι Έλληνες που θέλουν να φαίνονται Έλληνες και οι Έλληνες που θέλουν να είναι Έλληνες», να αναδεικνύει το γεγονός ότι αυτό που εμφανίζεται ως κρίση της ορθογραφίας είναι στην πραγματικότητα κρίση της κοινωνίας.

Η «Δίκη των τόνων»

Η «Δίκη των τόνων»

Η «Δίκη των τόνων» είναι από εκείνα τα γεγονότα της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος, που πρέπει να έχουμε υπόψη, για να μπορούμε να καταλάβουμε και να εκτιμήσουμε τις συζητήσεις, που γίνονται και σήμερα γύρω από τη γλώσσα. Το βιβλίο «Η δίκη των τόνων» (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, αʹ έκδοση 1943, βʹ έκδοση 1998) περιέχει τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής, όπου έγιναν οι πρώτες επιθέσεις κατά του Κακριδή, τη δικογραφία, τις καταθέσεις των μαρτύρων, και τις επιστολές συμπαράστασης, που έγραψαν διάφοροι διανοούμενοι της εποχής.

Όσο για το Γιάννη Κακριδή, το μεγάλο φιλόλογο και δάσκαλο, για τον οποίο ο Albin Lesky έχει πει ότι «δε νοείται ευρωπαϊκή φιλολογία τον 20ο αιώνα χωρίς το Γιάννη Κακριδή», ισχύει μια πικρή, αλλά ιστορική αλήθεια: Όλους τους πρωτοπόρους αργούν να τους καταλάβουν οι άνθρωποι της εποχής τους. Η αναγνώριση γι’ αυτούς έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση, πολλές φορές και μετά το θάνατό τους!

 

Αλέξης Τότσικας, «Δεύτερη Ανάγνωση | Γεγονότα και έθιμα που σημαίνουν κατι…», έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος, 2013.

Διαβάστε ακόμη: Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)

 

Read Full Post »

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους – Μνημείο με ιστορία που χάνεται στο μύθο


 

Στην οδό Γούναρη του Άργους, 150 περίπου μέτρα μετά το Αρχαίο Θέατρο και λίγο πριν από τη διασταύρωση με την οδό Φορονέως, μια πινακίδα της αρχαιολογικής υπηρεσίας κάτω από την ένδειξη «οδός Άπιδος» γράφει «Κριτήριο – Νυμφαίο» και δείχνει αριστερά προς το λόφο, που έχει στην κορυφή του το κάστρο Λάρισα. Λίγοι την προσέχουν και πολύ λιγότεροι έχουν επισκεφτεί αυτό το αρχαίο μνημείο της πόλης, που συνδέεται με τις απαρχές της ιστορίας της.

 

Τι ήταν λοιπόν αυτό το Κριτήριο; 

 

Η πρόσβαση στο μνημείο γίνεται σήμερα από την μικρή πλακόστρωτη οδό Άπιδος. Ο Άπις, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Φορωνέα και αδερφός της Νιόβης, η οποία έγινε η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ερωτικά ο Δίας και γεννήθηκε ο ήρωας Άργος. Μετά τον θάνατό του Φορωνέα τον διαδέχθηκε ο γιος του Άπις, που δεν έκανε παιδιά. Στο μικρό χρονικό διάστημα, που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος στο τέλος της τσιμντένιας κλίμακας.

Στο τέλος του δρόμου, μετά από 150 περίπου ανηφορικά μέτρα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από 48 τσιμεντένια σκαλοπάτια, που οδηγούν σε ένα άνδηρο (πλάτωμα). Το άνδηρο στηρίζεται σε έναν τοίχο, που το ύψος  φτάνει τα 3 μέτρα σε κάποια σημεία. Είναι χτισμένος  με το κυκλώπειο σύστημα που συναντάμε στις Μυκήνες και στην Τίρυνθα, δηλαδή με μεγάλους πολυγωνικούς ογκόλιθους τοποθετημένους σε οριζόντια ασύμμετρη δόμηση χωρίς συνδετικό υλικό. Οι πέτρες έχουν κοπεί πολυγωνικά με ευθύγραμμες ακμές και προσαρμόζονται ακριβώς η μια στην άλλη χωρίς ενδιάμεσες σφήνες.

Στο εντυπωσιακό άνδηρο οδηγεί μια κεντρική κλίμακα με 6 πέτρινα σκαλοπάτια πλάτους 2,10 μ., που βρίσκεται στο κέντρο του κυκλώπειου τοίχου της ανατολικής πλευράς. Δυστυχώς σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, γιατί τα γειτονικά σπίτια είναι χτισμένα σε απόσταση μισού μέτρου από τον αρχαίο τοίχο και κάνουν αδύνατη την πρόσβαση στην κεντρική σκάλα – είσοδο του μνημείου. Η πρόσβαση στο άνδηρο γίνεται από τα τσιμεντένια σκαλοπάτια.

Το μεγαλύτερο μέρος του χώρου διαστάσεων 35Χ 21 μέτρα πάνω από τον τοίχο και τη σκάλα έχει σχηματιστεί με λάξευση του βράχου και φαίνεται ότι δεν υπήρχε εκεί κανένα οικοδόμημα, παρά μόνο ένας ορθογώνιος περίβολος στο κέντρο του πλάτους 4 μέτρων, που πιθανότατα ανήκε σε ιερό.

 

Ο Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος.

 

Η δυτική πλευρά του αναχώματος, που το κρατάει ο πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος, είναι λαξευμένη στο φυσικό βράχο του λόφου και σε συνδυασμό με το κυκλώπειο σύστημα του τοίχου παραπέμπει σε κάποιο αρχαίο μνημείο. Η κατασκευή του πολυγωνικού τοίχου τοποθετείται χρονολογικά στα μισά του 7ου αι. π.Χ.

Ο Παυσανίας, που πέρασε από το Άργος τον 2ο αιώνα μ.Χ. αναφέρει: «Το χωρίον τόδε, Κριτήριον ονομάζουσιν, Υπερμνήστραν ενταύθα υπό Δαναού κριθήναι λέγοντες».  Το μέρος δηλαδή αυτό το ονομάζουν κριτήριο και λένε ότι εδώ δικάστηκε από το Δαναό η Υπερμνήστρα.

Εδώ λοιπόν, σύμφωνα με το μύθο και τη διήγηση του περιηγητή Παυσανία, ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την Υπερμήστρα, τη μοναδική από τις κόρες του που παράκουσε τη διαταγή του και δεν θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα, την πρώτη νύχτα του γάμου των 50 θυγατέρων του Δαναού με τους 50 γιους του Αίγυπτου, που είχαν έρθει για να πάρουν την εξουσία του Άργους. Ο χώρος, λοιπόν, συνδέεται με το μύθο των Δαναΐδων.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ποσειδώνας ζευγαρώθηκε με τη Λιβύη, κόρη του Νείλου, και απέκτησε δυο γιους, τον Αγήνορα και το Βήλο. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, ο Αγήνωρ πήγε στη Φοινίκη και έκανε δικό του βασίλειο, ενώ ο Βήλος έμεινε στην Αίγυπτο, πήρε γυναίκα την  Αγχινόη, κόρη και αυτή του Νείλου, και απόκτησε δίδυμους γιους, τον Αίγυπτο και το Δαναό.

Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε το Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά της Αραβίας, την οποία και ονόμασε «Αίγυπτο». Ο Αίγυπτος απέκτησε 50 γιους και ο Δαναός 50 κόρες, τις Δαναΐδες. Άλλοι έλεγαν  πως τα παιδιά κάθε αδελφού ήταν από την ίδια μάνα και άλλοι πως είχαν γεννηθεί από τον ίδιο πατέρα, αλλά από περισσότερες γυναίκες, που είχε καθένας από τα αδέρφια (Ευρώπη, Αντινόη, Τεγέα και Κασσιέπεια).

Κάποτε όμως τα παιδιά του Βήλου, ο Αίγυπτος και ο Δαναός, συγκρούστηκαν, γιατί ο Δαναός φθονούσε τον Αίγυπτο, που είχε αρσενικά παιδιά, ενώ ο ίδιος είχε μόνο κορίτσια. Φοβόταν μάλιστα ότι οι γιοι του Αίγυπτου θα κάνουν γυναίκες τους τις κόρες του και θα του πάρουν την εξουσία. Ο Δαναός τότε φοβούμενος τους 50 γιους του Αίγυπτου, ύστερα από χρησμό της Αθηνάς, αρμάτωσε καράβι με 50 κουπιά, όσα και τα κορίτσια του, και με αυτό έφυγε μαζί με τις κόρες του.

Πρώτα προσέγγισαν τη Λίνδο της Ρόδου, που ήταν αποικία των Αργείων, όπου ο Δαναός ίδρυσε το ιερό της Λινδίας Αθηνάς. Τελικά αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι, το σημερινό Κιβέρι, απ’ όπου έφτασε στο Άργος.  Όταν έφτασε εκεί ο Δαναός ζήτησε από το Γελάνωρα, που ήταν τότε Βασιλιάς του Άργους, να του παραδώσουν το θρόνο, με το επιχείρημα ότι προγιαγιά του ήταν η Ιώ, η κόρη του Ίναχου και ερωμένη του Δία, που κυνηγημένη από την Ήρα μεταμορφώθηκε σε αγελάδα  και κρύφτηκε στην Αίγυπτο. Ο Γελάνωρας και ο Δαναός συζητούσαν το πράγμα, ώσπου νύχτωσε χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Είπαν λοιπόν  να το ξανασκεφτούν και να αποφασίσουν την άλλη μέρα.

Το πρωί, μόλις ξύπνησαν, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα απρόσμενο θέαμα: Ένας  λύκος είχε ορμήσει σε μια αγέλη βοδιών και ο ταύρος, ο αρχηγός της αγέλης, προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Οι Αργείοι παρομοίασαν τον επιτιθέμενο λύκο με το νεοφερμένο Δαναό και τον αμυνόμενο ταύρο με το Γελάνωρα και όλοι συμφώνησαν να γίνει βασιλιάς του Άργους εκείνος, που το ζώο του θα επικρατήσει στη μονομαχία. Έτσι, όταν ο λύκος κατασπάραξε τον ταύρο, δέχτηκαν βασιλιά το Δαναό, που ανέβηκε στο θρόνο του Άργους και έκανε και ένα ναό αφιερωμένο στο Λύκειο Απόλλωνα, που πίστευε ότι είχε στείλει το λύκο. Σ’ αυτό το μύθο στηρίζεται η σχέση της πόλης με το λύκο, που αποτελεί και σήμερα έμβλημά του Άργους.

Ο Δαναός, ως βασιλιάς της πόλης, αφιερώθηκε στο να διδάξει τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών στους Αργείους, να ανοίξει πηγάδια και να ποτίσει τις καλλιέργειες και ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του. Όταν όμως έγιναν άντρες οι γιοι του Αίγυπτου, πήραν τα καράβια, ήρθαν στο Άργος  και ζήτησαν να τους παντρέψει ο Δαναός με τις κόρες του, τις Δαναΐδες, για να ξεχαστεί η έχθρα τους. Υπήρξαν αντιρρήσεις, αλλά οι γιοι του Αίγυπτου, δε σήκωναν κουβέντα. Ο Δαναός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να αναμετρηθεί μαζί τους, καμώθηκε με δόλο ότι δέχεται την πρότασή τους και συμφωνήθηκε ο γάμος των 50 γιων του Αίγυπτου με τις 50 κόρες του Δαναού.

Πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου όμως, ο Δαναός μάζεψε τις κόρες του, τους έδωσε από ένα μαχαίρι και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι νύφες, λοιπόν, αποκεφάλισαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα του γάμου, έριξαν τα σαράντα εννιά κεφάλια τους στη λίμνη Λέρνη και θάψανε τα σώματά τους μπροστά στα τείχη του Άργους. Οι φόνισσες όλες έμειναν για πάντα με το μίασμα και καταδικάστηκαν για το ανόσιο και φρικτό έγκλημά τους, όταν πέθαναν και πήγαν στον κάτω κόσμο, να μεταφέρουν νερό και να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν ένα πιθάρι με τρύπες («τετρημένον πίθον»), που δε θα γέμιζε ποτέ. Αυτός είναι ο γνωστός «πίθος των Δαναΐδων».

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Μία από τις 50 όμως, η Υπερμνήστρα, που είχε παντρευτεί το Λυγκέα, επειδή, λένε, έμεινε ευχαριστημένη από την πρώτη νύχτα του γάμου, το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή. Ο πατέρας της, ο Δαναός, τη φυλάκισε και αποφάσισε να την δικάσει για την πράξη της αυτή. Οι Αργείοι όμως αρνήθηκαν την καταδίκη της Υπερμνήστρας και επικαλέστηκαν το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και προστάτιδας της συζυγικής κλίνης. Έτσι η Αφροδίτη προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη  και η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της θεάς αθωώθηκε! Η δίκη αυτή έγινε στο χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Μετά την αθώωση της Υπερμνήστρας ο Λυγκέας έγινε βασιλιάς του Άργους και η Υπερμνήστρα αφιέρωσε στη Θεά Αφροδίτη ένα ξόανο.

 

Πώς όμως ταυτίστηκε το μνημείο αυτό με το αρχαίο κριτήριο;

 

Οι αρχαιολόγοι, που ανέσκαψαν το μνημείο, εντόπισαν δυο ανάγλυφα στην πρόσοψη του πολυγωνικού τοίχου, που στηρίζει το άνδηρο του Κριτηρίου. Τα ανάγλυφα απεικονίζουν τρεις γυναικείες μορφές καθιστές σε θρόνους, επιβλητικές σαν σεβάσμιες «θεές» του κάτω κόσμου, και δύο επιγραφές, που τις ονομάζουν Επιτελίδες.

Επιτελίδε[σσι] / Δα[ρι]κίς ίσσατο / [κα]ι Λ[υ]σικράτεια

Επιτελίδων ταί I Διονυσίου α[νεθέ]τ[αν] ε[υξάμεναι]

 

1ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

2ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

Οι τρεις Επιτελίδες, όπως και οι Ευμενίδες, ήταν θεότητες που «επιτελούσαν» τα αιτούμενα. Ικανοποιούσαν δηλαδή τις παρακλήσιες. Τη βοήθειά τους ζητούσαν συνήθως  οι ετοιμόγεννες Αργείτισσες  και τους έκαναν προσφορές, για να προστατεύσουν τη γονιμότητα και να κάνουν πιο εύκολη τη γέννα τους.

Οι Επιτελίδες όμως σχετίζονται και με την απονομή δικαιοσύνης και την τιμωρία εγκληματικών πράξεων. Έτσι το αργείτικο Κριτήριο μοιάζει με τον αθηναϊκό Άρειο Πάγο, όπου ο Ορέστης, γιός του Αγαμέμνονα των Μυκηνών, αθωώθηκε για τη δολοφονία της μητέρας του Κλυταιμνήστρας  με την παρουσία στο δικαστήριο των Ερινύων-Ευμενίδων.

Η μυθολογία φαίνεται να συμφωνεί με τους αρχαιολόγους για το Κριτήριο, καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους, Δαναός, δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα. Η παρουσία αναθηματικών ενεπίγραφων ανάγλυφων, που εικονίζουν τις «Επιτελίδες», οδήγησε τους μελετητές στην ταύτιση του κτηρίου με το «Κριτήριο», το  αρχαιότερο δικαστήριο του κόσμου, που λειτούργησε στα αρχαϊκά χρόνια στα κράσπεδα του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους. Το «Κριτήριο» του Άργους με το πολυγωνικό ανάλημμα και το ρωμαϊκό νυμφαίο. Ψηλότερα δύο δεξαμενές του νυμφαίου (άριθ. 1 και 2), λαξευμένες στο βράχο και καμαροσκεπείς. Το νερό έφτανε με μακρύ αγωγό στις δεξαμενές και έπειτα διοχετεύονταν στην πόλη με δίκτυο μικρότερων αγωγών, των όποιων ο κεντρικός τροφοδοτούνταν από τις εκροές 3, 4 και 5 της δεξαμενής 2. Από τον τοίχο της ανατολικής πλευράς της δεξαμενής διατηρήθηκαν τα τμήματα 6, 7 και 8. Ο ισοπεδωμένος με λάξευση χώρος (άριθ. 10) μπροστά στο νυμφαίο ήταν του Κριτηρίου. Ανέβαινε κάνεις εκεί με τη σκάλα 11, στη μέση του ισχυρού αναλημματικού τοίχου. Ο ορθογώνιος περίβολος 9 ανήκε ίσως σε ιερό. Δημοσιεύεται στο: Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164.

 

Νυμφαίο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο» πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια. Στο χώρο αυτό ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός το 124/5 μ.Χ. έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου-Σπηλαίου», που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο για την περισυλλογή και τη διοχέτευση του νερού στην πόλη του Άργους.

Νυμφαία οι αρχαίοι Έλληνες από τους μυθικούς χρόνους χαρακτήριζαν τόπους ιερούς αφιερωμένους στις νύμφες των πηγών. Τέτοιοι ιεροί τόποι αρχικά ήταν κάποια φυσικά διαμορφωμένα  σπήλαια μέσα στα οποία ανάβλυζαν πηγές.

Αλλά Νυμφαία οι αρχαίοι ονόμαζαν και τα αψιδωτά οικοδομήματα που στέγαζαν τις βρύσες των πόλεων, οι οποίες ήταν συνήθως αφιερωμένες στις Νύμφες. Στη ρωμαϊκή και ελληνιστική περίοδο αυτά τα οικοδομήματα άρχισαν να γίνονται επιβλητικότερα και πολυτελέστερα με κίονες, δεξαμενές, στοές κ.λπ.

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, για να εξασφαλίσει νερό στο Άργος, έφτιαξε ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα κατέληγε στο Νυμφαίο του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους.

 

Το Αδριάνειο Υδραγωγείο ήταν κτισμένο με πέτρες και κορασάνι. Το Κουρασάνι ήταν κονίαμα που φτιαχνόταν από άμμο ή χώμα, ασβέστη, τριμμένο κεραμίδι και μερικές φορές ενισχυόταν με ασπράδι αυγών, τραγόμαλο, άχυρο και μαλλιά ζώων. Το Ρωμαϊκό αυτό κονίαμα ήταν ισοδύναμο ή εφάμιλλο με το τσιμέντο και είχε εξαιρετικές υδραυλικές, μηχανικές και θερμομονωτικές ιδιότητες.

Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου είναι οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές σήμερα στην περιοχή «Σταθέικα» και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς», ενώ σώζεται ακόμα ένα τμήμα του μήκους 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας.

Το νυμφαίο που δημιούργησε ο Ανδριανός αποτελείται από δύο δεξαμενές για νερό και μια θολωτή στέγη. Το κατώτερο τμήμα των δεξαμενών ήταν λαξευμένο στο βράχο. Το υπόλοιπο τμήμα των δεξαμενών ήταν χτισμένο πάνω στο βράχο με οπτόπλινθους, συμπαγή ψημένα τούβλα που σχημάτιζαν καμάρες με στέγη.

Σε κεντρικό σημείο του κτηρίου ήταν στημένο ένα άγαλμα με τη μορφή του μυθικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.

Η πρόσοψη του νυμφαίου είχε πλάτος 15,50 μ. και μια κιονοστοιχία αρχικά, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε με τοίχο. Από τον τοίχο αυτό διατηρούνται σήμερα τρία τμήματα στην πρόσοψη του νυμφαίου.

Το νερό εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και αναπηδούσε από το αριστερό του αγάλματος. Το άγαλμα με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή μετάγγισης.

 

Το υδραγωγείο υδροδότησης και ο δρόμος προς το αρχαίο θέατρο.

 

Στη συνέχεια, το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή πάνω από μία υδραυλική κλίμακα δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους.

Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους ήταν ένα μεγάλο δημόσιο λουτρικό συγκρότημα από το οποίο σώζεται ακόμη και σήμερα ένας πλινθόκτιστος τοίχος ύψους 11 μ. στα νοτιοανατολικά του αρχαίου Θεάτρου.

Το λουτρικό αυτό συγκρότημα λειτούργησε έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια  του 5ου και του 6ου αι. μ.Χ.). Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως στην περιοχή της αρχαίας αγοράς και άλλα κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Σήμερα το «Κριτήριο» και «Νυμφαίο» συνδέεται με το αρχαίο θέατρο του Άργους με ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, παράλληλο με τον αγωγό υδροδότησης, που οδηγούσε το νερό στην πόλη, που προσφέρει εκπληκτική πανοραμική θέα της πόλης και καταλήγει στο κέντρο του αρχαίου θέατρου του Άργους.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Στη διαδρομή μάλιστα υπάρχει και ένα ανάγλυφο πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο, που στο δεξιό του τμήμα εικονίζει έφιππη ανδρική μορφή με τ’ άλογο να βαδίζει προς τ’ αριστερά και τον ιππέα να κρατά στρογγυλή αργείτικη ασπίδα και δόρυ. Στο αριστερό τμήμα εικονίζεται κρατήρας με κωνικό πόδι, όπου στα δεξιά του ανελίσσεται ένα φίδι με το κεφάλι του να φτάνει στο χείλος του αγγείου. Ο λαός το έχει ταυτίσει με τον Αϊ Γιώργη που σκοτώνει το φίδι, αλλά η ιστορία του είναι πολύ παλαιότερη. Το ανάγλυφο αυτό χρονολογείται στα τέλη του 5ου – αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και αποδίδει τη σχέση του Άργους με τα άλογα.

 

Το ανάγλυφο του ιππέα.

 

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος «πολυδίψιον» και «ιππόβοτον». Και τα δύο αυτά επίθετα φαίνεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Γιατί το βόρειο τμήμα της αργολικής πεδιάδας, από το Άργος προς το Κουτσοπόδι, είναι άνυδρο και δικαιολογεί το «πολυδίψιον  Άργος» του Ομήρου. Η νότια πεδιάδα όμως, από το Άργος μέχρι την παραλία του Τημενίου είναι πλούσια σε νερά και λιβάδια και εξηγεί το «ιππόβοτον Άργος», γιατί σ’ αυτά έβοσκαν άλογα.

Τέτοιες απεικονίσεις αλόγων σε αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους στους πρόποδες των λόφων της Λάρισας και της Ασπίδας είναι συχνότατες. Και πολλά από τα μικρά χάλκινα άλογα, που ήταν αφιερωμένα στο ιερό της Ολυμπίας, προέρχονται σύμφωνα με τους αρχαιολόγους από αργείτικα εργαστήρια.

Αυτή είναι η ιστορία του Κριτηρίου και νυμφαίου του Άργους, που χάνεται στο μύθο. Σήμερα όμως ο χώρος αυτός παραμένει άγνωστος, αφανής και αναξιοποίητος. Οι πολίτες τον αγνοούν, οι αρχές τον υποβαθμίζουν με τη στάση τους και οι φορείς δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να τον αξιοποιήσουν, ενώ προσφέρεται ως χώρος για την πραγματοποίηση ποιοτικών εκδηλώσεων. Βρίσκεται στις υπώρειες του ιστορικού κάστρου του Άργους, παρέχει πανοραμική θέα της πόλης, έχει μεγάλη ιστορία, προσφέρει υποβλητική ατμόσφαιρα, ειδικά τους θερινούς μήνες. Θα μπορούσε να αναδειχθεί με τη διοργάνωση μουσικο-θεατρικών ή άλλου είδους εκδηλώσεων στον περιβάλλοντα χώρο του, αφού πρώτα, φυσικά, διαμορφωθεί κατάλληλα, και να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για την ιστορία και την πολιτιστική ζωή της πόλης.

Το γεγονός ότι δεν έχει εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο μπορεί να είναι και πλεονέκτημα. Θα έδινε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν μικρό περίπατο από το παρκινγκ της λαϊκής αγοράς μέχρι εκεί από τα κάθετα προς την οδό Γούναρη πλακόστρωτα δρομάκια και για μια βόλτα στην περιοχή της Φορονέως, που δεν υπολείπεται σε γραφικότητα της αθηναϊκής Πλάκας ή του παλιού Ναυπλίου.

 

Πηγές


  • Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα» (μέρος 2), argolikivivliothiki.gr
  • Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164-167.
  • Παπαχριστοδούλου Ι., «Ανάγλυφα Ευμενίδων εξ Αργολίδος», Αρχ. Δελτίον , τόμος 23 (1968), σελ. 117 κ.ε.
  • Τότσικας Αλέξης, «Μύθος και Ιστορία», Άργος, 2018, σελ. 32-37.

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »