Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο’ Category

Η παρουσία και η επαγγελματική δραστηριοποίηση των Αρμενίων στο Ναύπλιον την πεντηκονταετία 1920-1970 – © Δρ. Χαρά Κοσεγιάν, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων.


Στη μελέτη επιχειρείται να διερευνηθεί η παρουσία των Αρμενίων στο Ναύπλιον κατά την περίοδο 1920-1970. Καταγράφονται οι οικογένειες, η επαγγελματική ταυτότητα των μελών τους, και κυρίως η εμπλοκή τους με την τοπική κοινωνία. Αναζητήσαμε τους Αρμένιους εγκαταβιώντες έως και σήμερα στην πόλη, τους ίδιους ή τους απογόνους τους και καταγράψαμε τις μνήμες τους. Αναζητήσαμε Αρμένιους του Ναυπλίου που στη συνέχεια βρέθηκαν σε άλλες πόλεις και τους πήραμε συνέντευξη. Εστιάσαμε κυρίως σε μια οικογένεια που επειδή διατηρούσε το καλύτερο εμποροραφείο στην πόλη, δέσποζε στη ζωή της για περισσότερο από 20 χρόνια. Επιπρόσθετα, συλλέξαμε φωτογραφίες και συγκεντρώσαμε όποιο άλλο υλικό θα μπορούσε να συμβάλει στην πρώτη ουσιαστικά καταγραφή μιας προσφυγικής μειονότητας στο νοτιότερο άκρο της Ελλάδας της ξηράς, όπως ήταν το Ναύπλιον για τους πρόσφυγες που κατέληγαν σε αυτό.

Εισαγωγή- Μεθοδολογικές Διευκρινίσεις

H παρούσα εργασία είναι μια πρώτη προσπάθεια να καταγραφεί ο πληθυσμός των Αρμενίων που έζησε στο Ναύπλιον την περίοδο μεταξύ των ετών 1920 και 1970. Η συγκεκριμένη πεντηκονταετία φαίνεται πως διέθετε το μεγαλύτερο πληθυσμό της υπό συζήτηση μειονότητας, η οποία κατάφερε να ενσωματωθεί πλήρως με το ντόπιο στοιχείο και να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της κοινότητας. Η έρευνά μου στηρίχτηκε κατά βάση σε πληροφορίες που καταφέραμε να συλλέξουμε από τους εναπομείναντες Αρμένιους στην πόλη, από εκείνους που ζουν σε άλλες πόλεις, αλλά και από τα κρατικά αρχεία.

Πρόκειται στην ουσία για επιτόπια έρευνα στο Ναύπλιον και στην Αθήνα – κυρίως- με επισκέψεις στα σπίτια των Αρμενίων που δέχτηκαν να μας μιλήσουν και στη συνέχεια με τηλεφωνικές επαφές, και είχε ως μεθοδολογικό εργαλείο την ημικατευθυνόμενη συνέντευξη.

Εντάσσεται στη λογική της ιστορικής και εθνογραφικής λαογραφίας, που συγκεκριμενοποιείται ακόμα περισσότερο στην Αστική Λαογραφία [1], αφού ο συνεκτικός κρίκος του καταγεγραμμένου υλικού είναι ο ιστορικός χωροχρόνος, ο τόπος, το Ναύπλιον, και ο χρόνος, η πεντηκονταετία μεταξύ των ετών 1920 έως 1970, ιστορικά πυκνοί χρόνοι που καταγράφουν τη γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ στη συνέχεια περιλαμβάνουν την καταστροφή της Σμύρνης, το διάστημα του Μεσοπολέμου, το β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον εμφύλιο σπαραγμό για την Ελλάδα, τον επαναπατρισμό (για τη μειονότητα) στη Σοβιετική Αρμενία και ολοκληρώνεται λίγα χρόνια μετά την Απριλιανή Δικτατορία του 1967.

Στόχος μας αποτελεί η ανάδειξη όψεων του ιστορικού, κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού υποβάθρου των Αρμενίων της πόλης με στοιχεία που αναδείχτηκαν από τις προσωπικές ιστορίες, τις μνήμες και τα βιώματά τους και αφορούν την προς έρευνα περίοδο [2].

Χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό οπτικό υλικό, φωτογραφίες εποχής που αναλύθηκε με τη λογική της Οπτικής Ανθρωπολογίας [3], επιχειρώντας από το αρχειακό υλικό να καταγραφούν σημαντικές ιστορικές πληροφορίες. Είναι προφανές ότι και η δική μας μελέτη αφενός αναγνωρίζει τη φωτογραφία ως μέσο πολιτισμικής γραφής [4] και «ζωντανό μουσειακό αρχείο» και αφετέρου εντάσσεται στη γενικότερη συζήτηση περί εθνογραφικής αναπαράστασης που ξεκίνησε από τη Writting Culture [5] και στοχεύει στην ανάλυση πολιτιστικών δεδομένων πέρα από τα στενά όρια της κειμενικότητας.

Μικρά ιστορικά

«Ο πληθυσμός του Ναυπλίου χαρακτηρίζεται από πολυμορφία καταγωγής, κοινωνικοπολιτισμικής προέλευσης, επιδιώξεων, αλλά και διαλέκτων, ηθών, εθίμων και αμφιέσεων. Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, αναδείχθηκε πανελλήνιο κέντρο και αποτέλεσε από νωρίς πόλο έλξης όσων επιζητούσαν εξέλιξη και σταθερότητα. Η πόλη του Ναυπλίου ήδη από το 1828 (επί Καποδίστρια) είχε οργανωμένες προσφυγικές συνοικίες. Το πληθυσμιακό μωσαϊκό της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου συμπληρώνεται στα τέλη του 20ού αιώνα, με τους Αρμένιους πρόσφυγες που εγκαθίστανται στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Όπως τα περισσότερα λιμάνια της χώρας, που υποδέχτηκαν τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής, έτσι και το Ναύπλιο, επελέγη ως φιλόξενος προορισμός για όλους όσους έψαχναν να βρουν μια νέα πατρίδα στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τον ξεριζωμό και τον αγώνα για επιβίωση» [6], διαβάζουμε σε μια μάλλον γλαφυρή περιγραφή από τα Αρμενικά. Η αλήθεια είναι ότι «η Πελοπόννησος ήταν από εκείνα τα ελληνικά εδάφη, στα οποία μετά το 1922, εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός Αρμενίων. Μέχρι τον πόλεμο οι κάτοικοι έφθαναν τους 1.500. Στην Καλαμάτα, στα παραπήγματα όπως τα έλεγαν, διέμεναν 800, στην Πάτρα 500, ενώ στο Αίγιο, τον Πύργο, την Κόρινθο και το Ναύπλιο ζούσαν αρκετές δεκάδες Αρμενίων» [7]. Όπως  προκύπτει από έρευνα στα Αρχεία του Κράτους, το 1923, στις 7 Μαΐου, από την Τρίπολη και στις 4 Απριλίου 1924, από την Αλεξανδρούπολη (παλιά ονομασία: Δεαγάτ ή Ντε-ντε Αγάτβ) μεταφέρθηκαν αρκετές δεκάδες Αρμενίων που προέρχονταν από πολλές πόλεις της Ανατολίας [8].

Συμπεραίνουμε εύλογα πως  – ειδικά το 1924 – οι Αρμένιοι οδηγήθηκαν στο Ναύπλιον λόγω της αναγκαστικής μετεγκατάστασής τους που πραγματοποίησαν οι ελληνικές αρχές από τη Β. Ελλάδα προς την Πελοπόννησο και την Κρήτη [9], σε μια προσπάθεια να μειώσουν αναστατώσεις, συγκρούσεις και αντιδράσεις, μετά την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων [10].  Προς αυτή την ερμηνεία συγκλίνει και η προσωπική μου μαρτυρία, καθώς η οικογένεια του πατέρα μου βρισκόταν μοιρασμένη, μισή στη Β. Ελλάδα, Θεσσαλονίκη και Δράμα, και η άλλη μισή στο Ναύπλιον. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα που συνάγεται από τα Αρχεία του Κράτους, παραρτήματος Αργολίδας: τον Απρίλη του 1924 έφτασαν στο Ναύπλιον σπαράγματα 41 οικογενειών, που έπρεπε να εγκατασταθούν στην πόλη. Μόνο δύο οικογένειες φαίνεται να είχαν πατέρα και μητέρα. οι υπόλοιπες ήταν ή μάνα (στις περισσότερες περιπτώσεις) ή πατέρας με μικρά παιδιά. Αυτός μάλλον ήταν και ο λόγος που στις επόμενες καταγραφές δεν εμφανίζονταν. Υπάρχουν σημειώσεις δίπλα από τα ονόματα «έφυγαν κρυφά» ή «δεν βρέθηκαν να πάρουν το επίδομα» [11].  Όπου και να βρίσκονται όμως, οι Αρμένιοι εργάζονται σκληρά, επιζητώντας σταθερά καλές συνθήκες διαβίωσης για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

Οι περισσότεροι ακόμα και αν διαμένουν στο Ναύπλιον παραμένουν μόνον προσωρινά. Κατόπιν φεύγουν, με πρώτη επιλογή τη μετανάστευση στο εξωτερικό, κυρίως στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Φημισμένο ήταν το πλοίο Chuκotka (Τσουκότκα) με το οποίο έφυγαν κατά κύματα δεκάδες Αρμένιοι, μεταξύ των ετών 30-35, κατά τη δεκαετία του 50 και μετά το 60-65. Δεύτερη επιλογή τους ήταν να  αποχωρήσουν μαζί με το μεγάλο ρεύμα παλιννόστησης προς τη Σοβιετική Αρμενία, μεταξύ 1947 και 1950 [12], ακολουθώντας και υιοθετώντας τις πολιτικές πρωτοβουλίες του Στάλιν, σχετικά με τις χαμένες πατρίδες στο Καρς και το Αρδαχάν της Τουρκίας [13]. «Κάποιες οικογένειες όμως μένουν και εντάσσονται στην τοπική κοινωνία του Ναυπλίου, που τους δέχεται χωρίς προκαταλήψεις, δίνοντας απλόχερα την ευκαιρία να προσαρμοστούν και να εξελιχτούν στο ζωντανό και δραστήριο πολιτισμικό περιβάλλον» [14].

Το πλοίο Τσουκότκα.

Το πλοίο Τσουκότκα.

Οι καταγραφές

Πρέπει να γίνει νοητό από την αρχή πως το Ναύπλιον, ως το νοτιότερο άκρο της Πελοποννήσου – συγκριτικά με άλλες περιοχές – δεν δέχτηκε μεγάλο κύμα προσφύγων. Ακόμα όμως και όσοι έμειναν από τις μετακινήσεις του 1922, 1923 και 1924, ή όσοι ήρθαν διάσπαρτα ως το 1930 φαίνεται πως δεν δημιούργησαν συνοικισμό, δεν εγκαταστάθηκαν ο ένας γύρω από τον άλλο, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο τη στήριξη ο ένας του άλλου, δεν είχαν συλλογική εκπροσώπηση, δεν είχαν σχολείο ή εκκλησία, δεν είχαν ίσως ούτε και την αίσθηση του «συνανήκειν». Από όλες τις μαρτυρίες αυτό που φάνηκε να ήταν πιο ισχυρό ήταν η ανάγκη τους να ενσωματωθούν με την τοπική κοινωνία, να μην διαφέρουν, να είναι ισότιμα αποδεκτοί και – στο βαθμό που είναι δυνατόν – να επιβληθούν με την αξία και τη δράση τους. Δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση η ενσωμάτωση έχει ως κυρίαρχα στοιχεία την εγκατάστασή τους εντός του αστικού ιστού και την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία [15].

Mαρντίκ Μαρντικιάν

Mαρντίκ Μαρντικιάν

Οι επαγγελματικές ασχολίες των Αρμενίων περιλαμβάνουν διάφορους τομείς. Ο  Μαρντίκ Μαρντικιάν άνοιξε ένα εμποροραφείο. Η οικογένεια Τατεβοσιάν διατηρεί κουρείο. Ο Μινάς Μισακιάν έχει καφεκοπτείο. Ο Αγκόπ Ασαντουριάν, παρότι και σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή του στα ΓΑΚ,  είναι καθηγητής Αγγλικών, προερχόμενος από την Μαγνησία, διατηρεί σαπωνοποιείο. Αυτός φαίνεται να ήρθε από τη Σμύρνη το 1923, σε ηλικία 25 χρονών και την οικογένειά του την έκανε στο Ναύπλιο. Έκανε δύο παιδία, τον Ασό και την Αλίς, γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, όπως περιγράφουν το σύνολο των ανθρώπων που την ήξεραν [16]. Οι οικογένειες Γκαραμπέτ Ζαμγκοτσιάν, Ζαποτζιάν και Κεβορκιάν ασχολούνται με το γενικό εμπόριο. Τα αδέρφια Αρτίν και Μπογός Ποστατζιάν διατηρούν ζαχαροπλαστείο [17]. Ο Καραμπέτ Παπατζιάν ήταν λιμενεργάτης, όπως και άλλοι Αρμένιοι που στην πλειονότητά τους δεν ήξεραν γράμματα και εργάζονταν ως εργάτες ή βοηθοί τεχνιτών. Αργότερα, στην κοινωνία του Ναυπλίου εντάσσονται οι οικογένειες Κοσεγιάν, Μπογός Ουζουνιάν και Άσο Ασατουριάν, που εργάστηκε ως λογιστής στο σημαντικότατο εργοστάσιο της περιοχής, τον Κύκνο. Οι δυο πρώτες παρέμειναν στην περιοχή για όλη την περίοδο που εξετάζουμε, ενώ μερικά μέλη τους έφυγαν για άλλες πόλεις, αλλά αργότερα επέστρεψαν. Ταυτόχρονα, ο Χαρουτιούν Κοσταντζιάν είχε καφεκοπτείο.

Η κοινωνική εξέλιξη των Αρμενίων προσφύγων στην αρχή ήταν επιτακτική ανάγκη, αργότερα όμως έγινε φυσική ανάπτυξη, λόγω της πρόσφορης κοινωνίας του Ναυπλίου.  Έτσι έχουμε την πληροφορία ότι στην Αστική Σχολή του Ναυπλίου, τουλάχιστον για 2 σχολικές χρονιές το 1938 και 1939, υπήρχε «ένας καθηγητής Μουσικής, ονόματι Καραμπετιαν. Αργότερα άλλαξε το όνομα του και το έκανε Καρυπής» [18].

Ιδιαίτερος, επίσης, είναι ο ρόλος του ηλεκτρολογικού σταθμού της πόλης ο οποίος παρέχει εργασία σε κάποια μέλη της παροικίας, κατά τη διάρκεια του 1944-1945, όταν τη διαχείριση αναλαμβάνει η General Motors. Παράλληλα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, πολλοί Αρμένιοι, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης, ασχολούνται με τα πολιτιστικά και αθλητικά δρώμενα. Είναι διάχυτο άλλωστε στην πόλη το κλίμα της εξέλιξης που διέπει και τα ενδιαφέροντα των κατοίκων της[19].

Αυτό όμως σταδιακά θα οδηγούσε σε πλήρη αφομοίωσή τους από τον ντόπιο πληθυσμό, στην άρνηση και άγνοια της ιδιαιτερότητάς τους, στην αδυναμία συγκρότησης του «Εγώ» έναντι του «Άλλου». Η αγωνία τους να συμμετέχουν στη συλλογική ταυτότητα ήταν ένας επιπλέον λόγος που τους οδήγησε και στην αλλαγή των ονομάτων τους, βαφτιστικών ή επωνύμων, όπως συνέβη κατά κόρον και σε άλλες πόλεις στην Ελλάδα που είχαν μικρές κοινότητες [20].

Αντίσταση σε αυτή την εξέλιξη και προσπάθεια επαναπροσδιορισμού τους με στοιχεία εθνικής ταυτότητας ήταν η θετική απάντηση στην πρόσκληση επιστροφής στη Σοβιετική πλέον Αρμενία. To ιδιαίτερο μάλιστα ήταν πως το δρόμο του επαναπατρισμού για την Αρμενία δεν πήραν μόνο αμιγείς αρμενικές οικογένειες. Δυο Ελληνίδες αδερφές, η Ευθυμία και η Ευφροσύνη παντρεύονται Αρμένιους. Η Ευφροσύνη τον Καραμπέτ Παπατζιάν, κάνουν 4 παιδιά (ένα αγόρι και τρία κορίτσια)  και δεν εγκαταλείπουν το Ναύπλιον. Η αδερφή της όμως Ευθυμία με τον άντρα της οδηγείται στα πατρώα εδάφη εκείνου για να ζήσει μάλλον μια ζωή μέσα στην απόλυτη φτώχεια. Σε γράμμα που έστειλε στην αδερφή της, προκειμένου να περιγράψει τη ζωή της στη Σοβιετική Αρμενία, αλλά να υπερβεί και το ανυπέρβλητο εμπόδιο της λογοκρισίας, έγραψε: «περνάμε ωραία σαν το Μελέτη!», περιγράφοντας έναν γραφικό τύπο, που κυκλοφορούσε ρακένδυτος στα στενοσόκακα του Ναυπλίου! Της έστειλαν τότε ρούχα και χρήματα, αλλά δεν τα έλαβαν ποτέ και η επικοινωνία τελικά μεταξύ τους χάθηκε οριστικά [21]. Το μεγαλύτερο όντως πρόβλημα στην επικοινωνία με τους επαναπατρισθέντες ήταν η λογοκρισία. Ακόμα και οι ευχετήριες κάρτες των Χριστουγέννων ή του Πάσχα, έφταναν στο Ναύπλιον 8 μήνες μετά, ενώ αν υπήρχε γραμμένη επιστολή είχε ημερομηνία αποστολής έως και 12 μήνες πριν! (προσωπική μαρτυρία)

Σταδιακά η αρμενική παροικία του Ναυπλίου – τη δεκαετία του 70- αρχίζει να συρρικνώνεται, όταν κάποια από τα εναπομείναντα μέλη μεταναστεύουν στη Λατινική Αμερική, ενώ τα νεότερα μέλη των οικογενειών παντρεύονται στην Αθήνα. Ο ένας μετά τον άλλον αφήνουν την όμορφη παραλιακή πόλη και έρχονται στην Αθήνα και τη Νίκαια, διατηρώντας όμως τις επαφές τους με τους παιδικούς φίλους και συμμαθητές έως σήμερα, που εξακολουθούν να θυμούνται τη μικρή αρμενική κοινότητα που άκμασε στο Ναύπλιο (περ. Αρμενικά, 2008).

Το εμποροραφείο του Μαρντίκ Μαρντικιάν

Ο Μαρντίκ Μαρντικιάν έφτασε στο Ναύπλιον, μαζί με μέλη 41 άλλων οικογενειών, από το Δεαγάτ, δηλαδή το Ντε-ντε Αγάτβ, παλιά ονομασία της Αλεξανδρούπολης, στις 4 Απριλίου του 1924. Στα γενικά Αρχεία του Κράτους της Αργολίδας αναγράφεται ότι είναι ράφτης και στο Ναύπλιον ήρθε στην ηλικία των 26 ετών [22].  Μαρτυρία κατοίκου, φίλου της οικογένειας (Τόλης Κοΐνης), κάνει λόγο για διπλό ξεριζωμό. Πρώτα εκδιώχθηκαν από τη γενέτειρά τους, τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, το 1915 και βρέθηκαν στη Σμύρνη, όπου πέρασαν καλά τα επόμενα 5 χρόνια και από κει οριστικά μετά την καταστροφή της Σμύρνης μετακινήθηκαν στην Ελλάδα και μετεγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιον.

Ο Μαρντίκ μόλις ήρθε στο Ναύπλιον άνοιξε ραφείο, σχεδόν αμέσως, αφού στο γάμο του, το 1927, το είχε ήδη. Στο ραφείο μάλιστα δούλευε ως κάλφας και ο αδερφός του Χραντ Μαρντικιάν, μέχρι που ο τελευταίος παντρεύτηκε και μετά το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.  Ο Μαρντίκ όμως πέτυχε να δημιουργήσει στο Ναύπλιον, στο Μεγάλο δρόμο, τον κεντρικότερο δρόμο της πόλης, το μεγαλύτερο εμποροραφείο, στο οποίο εγκατέστησε 7 ραπτομηχανές, γεγονός που σημαίνει ότι μπορούσε να απασχολεί τουλάχιστον 7 ράφτες και αρκετό αριθμό βοηθών, γυναικών και αντρών, στην πλειονότητά τους  Ελληνικής καταγωγής.

Το εμποροραφείο του Μαρντίκ Μαρντικιάν, που βρισκόταν στον μεγάλο δρόμο. Τρίτος στην φωτογραφία (από αριστερά προς δεξιά) είναι ο Μαρντίκ Μαρντικιάν, και δίπλα του (τέταρτος) είναι ο αδερφός του ο Χραντ Μαρντικιάν.

Το εμποροραφείο του Μαρντίκ Μαρντικιάν, που βρισκόταν στον μεγάλο δρόμο. Τρίτος στην φωτογραφία (από αριστερά προς δεξιά) είναι ο Μαρντίκ Μαρντικιάν, και δίπλα του (τέταρτος) είναι ο αδερφός του ο Χραντ Μαρντικιάν.

Για την ακρίβεια, μετα τη δεκαετία του 50 φέρεται να δούλεψε στην επιχείρηση ως μοδιστρούλα και μια αρμενοπουλα (η Γεωργία Κοσεγιάν).  H επιχείρηση διέθετε προς πώληση και υλικά ραπτικής και υφάσματα. Τα υφάσματα ήταν τριών ειδών: ι. Τα αγγλικά κασμίρια, ιι. τα πολώνικά (ενδιάμεσης κατηγορίας- μεσαίας ποιότητας) και τα ιιι. ελληνικά, του Δημητριάδη κ.α. , που παρότι και αυτά πολύ καλής ποιότητας, ήταν για χαμηλότερα βαλάντια. Το ραφείο απευθυνόταν στους επιφανείς Ναυπλιώτες. «Στου Μαρντικιάν ράβονταν τα καλύτερα κουστούμια, αλλά επιδιορθώνονταν και έτοιμα με τον καλύτερο τρόπο. Έρχονταν τα μπαούλα από την Αμερική και πήγαιναν αμέσως στους ράφτες να καλύψουν τις ατέλειες τους ή να τα φέρουν στα μέτρα τους. Ακόμα και τα φυσικά ελαττώματα επιδιόρθωνε!. Ένας ελαττωματικός ώμος καλυπτόταν με διπλή βάζα, ώστε το ρούχο τελικά να μοιάζει ραμμένο πάνω στον άντρα που το φορούσε! Αλλά εξαιρετικά έραβε και τα γυναικεία ταγέρ!» [23].

Οι ραφτάδες του Ναυπλίου. Στο κέντρο (με τα γυαλιά) ο Μαρντίκ Μαρντικιάν.

Οι ραφτάδες του Ναυπλίου. Στο κέντρο (με τα γυαλιά) ο Μαρντίκ Μαρντικιάν.

Σημαντική για την εποχή, τις αξίες, αλλά και τις αξίες του Μαρντικιάν είναι η αντίληψη που είχε για την ενδυμασία των ραφτάδων του.  Όλοι φορούσαν κοστούμι σαν κυκλοφορούσαν στην πόλη και μέσα στο ραφείο αντικαθιστούσαν το σακάκι με τη ρόμπα της δουλειάς. Έξω όμως κυκλοφορούσαν ως φιγουρίνια!» [24].

Εορτή ραπτών στην Αγία Μονή. Παρευρίσκονται σύσσωμοι με τις οικογένειές τους στη γιορτή του σωματείου τους.

Εορτή ραπτών στην Αγία Μονή. Παρευρίσκονται σύσσωμοι με τις οικογένειές τους στη γιορτή του σωματείου τους.

Άνθρωποι που δούλεψαν μαζί του, Έλληνες στην καταγωγή, αναφέρουν γι’ αυτόν πως ήταν εξαιρετικός άνθρωπος, ευγενής και καλός. Αυτό μάλλον επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι υπήρξε πρόεδρος των ραφτάδων του Ναυπλίου και τους οδηγούσε σε όλες τους τις δραστηριότητες με συνέπεια και ενθουσιασμό. Εικόνα του πολιούχου αγίου των ραπτών υπήρχε στο μοναστήρι της Αγίας Μονής και εκεί συναντιούνταν πάντα στην ετήσια γιορτή του σωματείου τους, ανήμερα της Αγίας Άννας.

Το 1960 μάλιστα, ημερολόγιο της περιοχής, δημοσίευσε σχετική φωτογραφία των ραπτών του Ναυπλίου, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά πως η εικόνα είναι κειμενικό είδος εξαιρετικά σημαντικό για τον πολιτισμό μας και την καταγραφή του [25].

Γιορτές επιπλέον έκαναν και στον Αη Γιάννη στην Καραθώνα.

Συνάντηση των ραπτών στην Αγία Μονή, γύρω στο 1960 για τον εορτασμό του σωματείου ανήμερα της Αγίας Άννας. Διακρίνονται όρθιοι από τα αριστερά: Στεφάνου Μπακέας Β., Δημόπουλος Σ., Διαμαντάκος, Κοΐνης Θ., Γαρβήλος Β., Βούλγαρης Γ., Μαρτικιάν Μ., Ιωαννίδης, Μπόκος Δ. Καθιστοί:Μπράβος Αθανασίου Χ., Δημόπουλος Λ., Αλεξίου Σ. (Αρχείο οικογένειας Β. Γαβρήλου).

Συνάντηση των ραπτών στην Αγία Μονή, γύρω στο 1960 για τον εορτασμό του σωματείου ανήμερα της Αγίας Άννας. Διακρίνονται όρθιοι από τα αριστερά: Στεφάνου Μπακέας Β., Δημόπουλος Σ., Διαμαντάκος, Κοΐνης Θ., Γαρβήλος Β., Βούλγαρης Γ., Μαρτικιάν Μ., Ιωαννίδης, Μπόκος Δ.
Καθιστοί: Μπράβος Αθανασίου Χ., Δημόπουλος Λ., Αλεξίου Σ. (Αρχείο οικογένειας Β. Γαβρήλου).

Koινωνική ενσωμάτωση με το ντόπιο πληθυσμό

Από τις πληροφορίες και τις  μέχρι στιγμής καταγραφές είναι φανερό ότι ο μικρός πληθυσμός των οικογενειών στο Ναύπλιον για να επιβιώσει επέλεξε την έξοδο από την ενδοκοινοτική εσωστρέφεια. Η προς τα έξω συμπεριφορά και της πρώτης και της δεύτερης γενιάς προσφύγων εμφανίζει ταύτιση με την κοινωνία της πόλης. Χαίρεται με τους ανθρώπους της, απολαμβάνει τις ομορφιές της. Οι νεότερες γενιές των Αρμενίων, εντρυφούν στα μουσικά και αθλητικά «μονοπάτια» που χαράσσει η ιστορική πόλη, συμμετέχοντας στη χορωδία και στα θεατρικά δρώμενα, και παρακολουθώντας μαθήματα στα ωδεία.

Πεζοπορία στην Αρβανιτιά.

Πεζοπορία στην Αρβανιτιά.

Συγχρόνως καταβάλλονται προσπάθειες για τη δραστηριοποίηση των νέων και στα αθλητικά σωματεία. Έτσι ο Χαρουτιούν Μαρντικιάν συμμετέχει στην ομάδα water polo, που ιδρύθηκε το 1950 και στην οποία ο Μαρντίκ Μαρτικιάν είναι ιδρυτικό μέλος, ενώ ο Αγκόπ Ασαντουριάν και ο Αρτίν Ποστατζιάν συμμετέχουν στη βασική εντεκάδα της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης, τον «Παναυπλιακό», που ιδρύθηκε το 1926. Όπως είναι γνωστό, είναι θέμα τιμής για κάθε πόλη η οποία διαθέτει ποδοσφαιρική ομάδα, η ενεργή υποστήριξη σ’ αυτήν, πράγμα που έπραξαν όλοι ανεξαιρέτως οι άρρενες συμπατριώτες μας. Σε φωτογραφία του 1949 εικονίζεται να συμμετέχει ως ποδοσφαιριστής ο Ασό Ασατουριάν στην ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης. Ο Μαρντίκ Μαρντικιάν ασχολήθηκε με τα διοικητικά θέματα της ομάδας, διατελώντας ως έφορος επί χρόνια και συμπράττοντας στην εξέλιξη της ομάδας [26].

Η ομάδα του Water Polo το 1954. Όρθιοι: Πάκης Πανόπουλος, Ανδρ. Μαντζούνης, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, Μάκης Δέλλας, Γιάννης Καλλιάνος, Γιάννης Μαντάς. Καθιστοί: Ιωάννης - Ιερόθεος Σώμος, Χαρουτιούν Μαρντικιάν, Σταύρος Πίκουλας.

Η ομάδα του Water Polo το 1954. Όρθιοι: Πάκης Πανόπουλος, Ανδρ. Μαντζούνης, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, Μάκης Δέλλας, Γιάννης Καλλιάνος, Γιάννης Μαντάς.
Καθιστοί: Ιωάννης – Ιερόθεος Σώμος, Χαρουτιούν Μαρντικιάν, Στάυρος Πίκουλας.

Η Ποδοσφαιρική ομάδα του Πανναυπλιακού. Ο Πανναυπλιακός στις 19 Νοεμβρίου 1949 πριν τον φιλικό αγώνα με την ποδοσφαιρική ομάδα του Κ.Ε.Μ. (1-2). Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά, όρθιοι: Γιάννης Ξυνός (διαιτητής), Τάσος Ψωμόπουλος, Σταύρος Μπελέζος, Βαγγέλης Δαλμάτσος, Γιαννής Μελίδης, Ασσώ Ασσαντουριάν, Νίκος Ρέππας, Διαμαντής Ανδρώνης, Νούλης Κεραμιδάς, Βαγγέλης Οικονόμου, Γιώργος Καρμπέρης, Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Γιώργος Λεμονίδης (Τ). Αρχείο Γιάννη Μακρή.

Η Ποδοσφαιρική ομάδα του Πανναυπλιακού.
Ο Πανναυπλιακός στις 19 Νοεμβρίου 1949 πριν τον φιλικό αγώνα με την ποδοσφαιρική ομάδα του Κ.Ε.Μ. (1-2). Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά, όρθιοι: Γιάννης Ξυνός (διαιτητής), Τάσος Ψωμόπουλος, Σταύρος Μπελέζος, Βαγγέλης Δαλμάτσος, Γιαννής Μελίδης, Ασσώ Ασσαντουριάν, Νίκος Ρέππας, Διαμαντής Ανδρώνης, Νούλης Κεραμιδάς, Βαγγέλης Οικονόμου, Γιώργος Καρμπέρης, Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Γιώργος Λεμονίδης (Τ). Αρχείο Γιάννη Μακρή.

Σημαντική παράμετρος της ζωής, αλλά και της νοοτροπίας των Αρμενίων που έζησαν στο Ναυπλιον την περίοδο που εξετάζουμε ήταν η τάση για αλλαγή των ονομάτων τους, ώστε να θυμίζει ελάχιστα την καταγωγή ή τη χώρα προέλευσης. Πιθανολογείται ότι αυτό συνέβαινε γιατί «φοβούνταν μην έχουν την τύχη των Εβραίων». Έτσι ο Καραμπέτ Κοσεγιάν συστηνόταν και ως Χαράλαμπος (χωρίς ποτέ αυτό να γίνει με διοικητική πράξη), ο Καραμπέτ Παπατζιάν έγινε Αντώνιος, ενώ ο γιος του άλλαξε επίσημα το Παπατζιάν σε Παπαδόπουλος.

Αυτή όμως η προς τα έξω συμπεριφορά δεν απηχεί τις αντιλήψεις της κοινότητας. Μέσα τους θα ήθελαν να είναι με Αρμένιους και να ανήκουν σε μια ευρύτερη κοινότητα όπου θα μπορούν να λειτουργούν με όλες τις αξίες και τις συνήθειές τους. Το γεγονός ότι η πόλη δεν διαθέτει σχολείο και εκκλησία, καθιστά αγωνιώδη την προσπάθεια διατήρησης της γλώσσας και των αρμενικών εθίμων. Σε αυτό το πλαίσιο γίνονται δεκτές με χαρά οι επισκέψεις φίλων και συγγενών, αλλά και οι μονοήμερες εκδρομές μελών της Νεολαίας, που επισκέπτονται το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων για να ψάλλουν τα κάλαντα στα αρμενικά σπίτια. Τότε είχαν θέση τα αρμένικα φαγητά και η αρμένικη φιλοξενία. «Όλοι περνούσαν από το σπίτι μας! Συχνά μένανε και σε μας…Ακόμα θυμάμαι τα μεγάλα τραπέζια που στρώναμε κείνες τις μέρες», λέει η Μαίρη Χαρουτιουνιάν, κόρη του Μαρντίκ Μαρντικιάν. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος της αρμενόγλωσσης εφημερίδας «Νορ Ορ» που εκδίδεται στην Αθήνα και αποστέλλεται στα σπίτια των Αρμενίων στο Ναύπλιο. Μέσω της εφημερίδας, διατηρείται η επαφή με τη γλώσσα και την αρμενική κουλτούρα και συγχρόνως μέσω της ενημέρωσης διασφαλίζεται η συμμετοχή στην ευρύτερη κοινωνική ζωή [27].

Η αδυναμία σύνδεσης ωστόσο με την αρμενική κοινότητα ήταν καθοριστική για τη συρρίκνωση της παροικίας του Ναυπλίου. Τα νεότερα μέλη των οικογενειών ντρέπονταν που δεν ήξεραν Αρμενικά. Αλλά και οι αρμένιοι στην Αθήνα (και εδώ καταθέτω προσωπική μαρτυρία) κοιτούσαν περίεργα τις αρμενοπούλες που δεν μιλούσαν τη γλώσσα. Τις θεωρούσαν περίπου ξένο σώμα. Οι κόρες του Μαρντικιάν έφυγαν για την Αθήνα, όπου παντρεύτηκαν Αρμένιους. Το 1964 τις ακολούθησε και ο Μαρντίκ Μαρντικιάν,  αφήνοντας το ραφείο που πλέον το συνέχισε ο Θάνος Κοΐνης, που μέχρι τότε δούλευε ράφτης στο μαγαζί του.

Συμπεράσματα

Το Ναύπλιον από το 1920 έως το 1924 δέχτηκε σημαντικό αριθμό Αρμενίων από αναγκαστικές κατά το πλείστον μετεγκαταστάσεις, που έγιναν για να αποσυμφωρήσουν, είτε το εσωτερικό της Πελοποννήσου (προερχόμενοι από την Τρίπολη), είτε τη Μακεδονία, μετά τις ανταλλαγές των πληθυσμών και προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις μεταξύ Αρμενίων και Τούρκων που πλέον πύκνωναν τη Βόρεια Ελλάδα. Όμως ο αρμενικός πληθυσμός που έφθανε στο Ναύπλιον, δεν έμενε στην πόλη. Στους αμέσως επόμενους μήνες οι περισσότεροι φαίνεται να την είχαν εγκαταλείψει. Έτσι, έως το 1970 έζησε και δραστηριοποιήθηκε μικρή κοινότητα Αρμενίων, με σημαντική όμως παρουσία στα οικονομικά, πολιτιστικά, αθλητικά και κοινωνικά δρώμενα της πόλης. Τα βασικά χαρακτηριστικά της παροικίας ήταν η ανάγκη ενσωμάτωσης της με το γηγενή πληθυσμό, γεγονός που οδήγησε μεγάλο μέρος τους στην πλήρη αφομοίωση και ταύτιση με τη συλλογική ταυτότητα, ενώ ένα μικρότερο μέρος επέμεινε στην υπερκείμενη αρμενική ταυτότητα.  Αυτός ήταν και ο λόγος που η παροικία δεν άντεξε και συρρικνώθηκε σημαντικά. Κάποιοι έφυγαν για τον Καναδά και τις ΗΠΑ, άλλοι για τη Σοβιετική Αρμενία, και οι περισσότεροι αναζήτησαν καταφύγιο σε πόλεις που είχαν ζωντανούς τους φορείς ενδυνάμωσής της ενδοκοινοτικής ταυτότητας, δηλαδή μεγάλη κοινότητα, σχολείο και εκκλησία, έτσι ώστε να μην ξεχαστούν ή να απεμπολήσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εθνολογικής τους καταγωγής.

Παράρτημα 1 Παράρτημα 1  Παράρτημα 3

Υποσημειώσεις


[1] Ευ. Γ. Αυδίκος, «Λαογραφία του αστικού χώρου: ουτοπία ή πραγματικότητα;», Εθνολογία, 3, 163-188, Αθήνα, 1994.

[2] Αντίστοιχη εργασία- αλλά εκτεταμένη λόγω και της ποσότητας και ποικιλίας του προς καταγραφήν υλικού- έχει κάνει η Γαρυφαλλιά Θεοδωρίδου για τους Αρμένιους της Ξάνθης. Η συγγραφή του δικού της άρθρου, όπως και οι μεταξύ μας συζητήσεις, υπήρξαν μεθοδολογικός οδοδείκτης για τη δική μας εργασία και από τη θέση αυτή θερμά ευχαριστώ για την ανιδιοτελή προσφορά και τη βοήθειά της. Θεοδωρίδου Γαρ.,(2015), Αρχειακή Λαογραφία και Φωτογραφία: «συνομιλία» με τα «σιωπηλά πρόσωπα» της ιστορίας. Μια πρόταση «ανάγνωσης» του αρχείου «Ονομαστικές καταστάσεις προσφύγων του 1922 εγκατεστημένων προσωρινά στην Ξάνθη», στο Μ. Γ. Σέργης- Ελ. Κ. Χαρατσίδης- Γαρ. Θεοδωρίδου (επιμέλεια) Από το Αραράτ στον ‘Ολυμπο, Θέματα Αρμενικής Λαογραφίας, εκδ. Κ & Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη.

[3] Κ. Kαλαντζής, Κ., «Οπτικός πολιτισμός και ανθρωπολογία» στο Ελεάνα Γιαλούρη (επιμ.) Υλικός πολιτισμός. Η ανθρωπολογία στη χώρα των πραγμάτων, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 171-213, 2012.

[4] S. Sontag, Περί φωτογραφίας (μτφρ. Ηρ. Παπαϊωάννου), Αθήνα: Φωτογράφος 1993, και B. Barthes, Ο φωτεινός θάλαμος. Σημειώσεις για τη φωτογραφία (μτφρ: Γ. Κρητικός), Κέδρος- Ράππα, Αθήνα 1983.

[5] J. Clifford-J. Marcus, (επιμ.), Writting Culture: The poetics and politics of Ethnography, Berceley, Los Angeles and London: University of California Press, 1986.

[6] «Οι Αρμένιοι του Ναυπλίου» περ. Αρμενικά, τ. 55, Μαρτιος- Απρίλιος 2008. (Μετάφραση από τη δημοσίευση στην αρμενική εφημερίδα AZAD-OR, 31/12/2000).

[7] Οβ. Γαζαριάν, «Η αρμενική παροικία κλείνει τα ενενήντα», Αρμενικά, τ. 74, Ιούλιος- Σεπτέμβριος, Αρμενικά, 2012. υπάρχει και στο διαδίκτυο στο: http://www.armenika.gr/koinotita/75-istoria-paroikias/478-h-armenikh-paroikia-klinei-ta-eneninta, τελ.  Επίσκεψη, 14/10/2015

[8] Για περισσότερα στοιχεία βλ. παράρτημα στο τέλος της μελέτης. Τα στοιχεία καταγράφηκαν από μένα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία Νομού Αργολίδας: Μητρώο οικογενειών προσφύγων Μικράς Ασίας αρ. ειδικού ευρετηρίου Διοικητικά 61.1, Ναύπλιον.

[9] Σ. Ζαχαρία, «Οι Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αλεξανδρούπολη» στο Μ. Γ. Σέργης-  Ελ.Κ. Χαρατσίδης- Γαρ. Θεοδωρίδου (επιμέλεια) Από το Αραράτ στον ‘Ολυμπο, Θέματα Αρμενικής Λαογραφίας, εκδ. Κ&Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2015.

[10] Ι. Κ. Χασιώτης, Η αρμενική παροικία της Θεσσαλονίκης. Ίδρυση, οργάνωση, ιδεολογία και κοινωνική ενσωμάτωση (σε συνεργασία με τη Γκιούλα Κασαπιάν). Ανάτυπο από τα Πρακτικά      του Συμποσίου Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912 (1-3 Νοεμβρίου 1985), Θεσσαλονίκη, 1986, σ. 271 και στου ίδιου, Χασιώτης Κ. Ι., Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, Αδελφά   Έθνη εν μέσω θυέλλης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2015.

[11] Γ. Α. Κ. , όπ.π.

[12]  «Η δραματικότερη μείωση του πληθυσμού της παροικίας έμελλε να πραγματοποιηθεί την περίοδο μεταξύ 1946 και 1947, με τη μεγάλη παναρμενική εκστρατεία για την παλιννόστηση των Αρμενίων της διασποράς στη Σοβιετική Αρμενία. Με αλλεπάλληλες, λοιπόν, αποστολές από τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη μετανάστευσαν από την Ελλάδα στη Σοβιετική Αρμενία περίπου 20.000 άτομα. Αν σ’ αυτούς προσθέσουμε και τις μετοικεσίες προς τις δυτικές χώρες (Καναδά και Ν. Αμερική) το αρμενικό στοιχείο της Ελλάδας περιορίστηκε στα τέλη του ’50 στα 15.000 άτομα». (Ο. Γαζαριάν, Αρμενικά, 2012, τ.74)

[13]  Ι. Χασιώτης, όπ.π., 1986: 260-261.

[14]  «Οι Αρμένιοι του Ναυπλίου», περ. Αρμενικά, όπ.π.

[15]  Για αντίστοιχη ανάλυση , βλ και Θεοδωρίδου, 2015:640, όπ.π.

[16] … Η γυναίκα ήταν καλλονή και έβγαινε μόνον με τον πατέρα της. Αργότερα παντρεύτηκε στο Σεντ Ετιεν της Γαλλίας, έναν γιατρό και έκανε δυο παιδιά.…(μαρτυρία Ντίνας Μπογιατζή, το γένος Κυριακοπούλου) «περπάταγε κι έτριζε ο τόπος της, φορούσε το φουρό και ήταν σαν καθαρόαιμο άλογο…  » (μαρτυρία Ευθυμίου Ρούσσου).

[17]  περ. Αρμενικά, 2008, όπ.π.

[18]  μαρτυρία Ντίνα Μπογιατζή (Κυριακοπούλου).

[19]  περ. Αρμενικά.,2008, όπ.π.

[20]  Σε αυτό το σημείο καταθέτω την προσωπική μου μαρτυρία για το νησί της Ρόδου, όπου οι Αρμένιοι που άλλαξαν το όνομά τους – τη συγκεκριμένη περίοδο – ήταν πάρα πολλοί.

[21] Τις πληροφορίες μας δίνει ο γιος της Ευφροσύνης και ανιψιός της Ευθυμίας, Νίκος Παπατζιάν, νυν: Παπαδόπουλος.

[22]   ΓΑΚ, οπ.π.

[23]   Πηγή: Παναγιώτης Μερμίγκης, γιος του Θεοδόση Μερμίγκη ο οποίος την περίοδο 1944-1954 δούλευε στο ραφείο του Μαρτικιάν. Από το 1954 διατηρούσε ραφείο δικό του Μέρμαγκα.

[24]  Πηγή: Π. Μερμίγκης.

[25]  S. Sontag, 1993, όπ.π., και  B. Barthes, 1983, όπ.π.

[26]  «Οι Αρμένιοι του Ναυπλίου», περ. Αρμενικά, όπ.π.

[27]  Περ. Αρμενικά, όπ.π.

Δρ. Χαρά Κοσεγιάν

Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων

Read Full Post »

Σπήλαιο Καραθώνας Ναυπλίου


 

Το σπήλαιο βρίσκεται στην παραλιακή τοποθεσία Καραθώνας Ναυπλίου, επί της Νότιας πλαγιάς προς Βορρά ευρισκομένου υψώματος (σε κάθετη τρύπα κοντά στην εκκλησία την Κατακρυμμένη στον περιφερειακό δρόμο της Καραθώνας), σε απόσταση από τη θάλασσα 200 μ. π. και σε ύψος από  την επιφάνεια της θάλασσας 100 μ. π. ανήκει στο Δήμο Ναυ­πλίου του Νομού Αργολίδας.

Προσπέλαση. Η τοποθεσία Καραθώνα συνδέεται με την πόλη του Ναυπλίου με δρόμο μήκους 5 χλμ. π. Στη συνέχεια μπορεί να φτάσει κάποιος πεζός από  δύσβατο, δυσδιάκριτο και αρκετά ανηφορικό μονοπάτι μέχρι την είσοδο του σπηλαίου, σε τριάντα λεπτά.

Ιστορικό. Την είσοδο του σπηλαίου ανακάλυψαν τυχαία το 1969 οι Ν. Τσιρίκος και Π. Καούρης, κάτοικοι Ναυπλίου, οι οποίοι το επισκέφτηκαν  για πρώτη φορά το 1970. Ακολούθησε άλλη επίσκεψη την άνοιξη του 1971, κατά την οποία έλαβαν μέρος – εκτός των παραπάνω – η Έφορος αρχαιοτήτων Ναυπλίου Δεηλάκη, ο αρχαιολόγος  I. Γκριτζάς και ο  Χουντάλας κάτοικος Ναυπλίου, κατά την οποία διαπιστώθηκε, ότι το σπήλαιο παρουσιάζει ενδιαφέρον. Λαμβάνοντας  γνώση ο EOT από τον κ. Χουντάλα ενδιαφέρθηκε  για την εξερεύνησή του και ανέθεσε αυτή στην ΕΣΕ, δια των υπ’ αριθ. 500107) 3.5.71 και 515367) 13.9.71 εγγράφων του.

Άννα Πετροχείλου (1910-2001). Ιδρύτρια της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Άννα Πετροχείλου (1910-2001). Ιδρύτρια της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Η εξερεύνηση του σπηλαίου πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 1971 με χορηγία του EOT, έγκριση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και εντολή ΕΣΕ, από την κα Άννα Πετροχείλου αρχηγό και τα μέλη της ΕΣΕ κα Β. Καραγιάννη και κ. Γ. Δηλαράν. Βοήθησαν οι κ.κ. Γ. Μπαζίνας από την Αθήνα και οι  Ν. Τσιρίκος, Π. Καούρης και Ν. Χουντάλας από το Ναύπλιο. Η περιοχή του σπηλαίου είναι αρκετά επικλινής με αγρία θαμνώδη βλάστηση και θαυμάσια θέα προς τη θάλασσα.

Το σπήλαιο. Η είσοδος του σπηλαίου είναι οπή  διαστάσεων 0,90 Χ 0,40 μ. Κατακόρυφη κατάβαση με σκάλα από σχοινί, βάθους 9,8 μ. οδηγεί στο «Πρώτο» πολύ κατηφορικό θάλαμο του σπηλαίου διαστάσεων 9 Χ 6 Χ 2,5 μ. (μήκος, πλά­τος, ύψος) με εντυπωσιακό σταλακτιτικό διάκοσμο.

Προς το τέλος του θαλάμου ογκόλιθος ο οποίος έχει αποσπασθεί  από την οροφή, χωρίζει στα δύο την διάβαση προς το «δεύτερο θάλαμο», ο οποίος διανοίγεται σε κατακόρυφο βάθος 3,5μ. Η διείσδυση σ’ αυτόν πραγματοποιείται από το προς τα αριστε­ρά του ογκολίθου άνοιγμα.

 

Σπήλαιο Καραθώνας Ναυπλίου

Σπήλαιο Καραθώνας Ναυπλίου

 

Ο «Δεύτερος θάλαμος» διαστάσεων 7 Χ 8,5 Χ 8-2 μ. είναι πολύ επικλινής από τα δεξιά προς τα αριστερά, όπως και ο πρώτος θάλαμος, με ωραιότατο σταλακτιτικό διάκοσμο. Προς το τέλος του, σαν συνέχεια του «Δευτέρου θαλάμου», διανοίγεται ο «Τρί­τος θάλαμος» διαστάσεων 6,5X5X2,5-1,2 μ. Προς τα δεξιά του και σε ύψος 3 μ.π. υπάρχει εξώστης με θαυμάσια σταλακτιτικά κιγκλιδώματα, ενώ προς τα αρι­στερά και προς τα εμπρός είναι πολύ επικλινής. Την κλίση του δαπέδου του ακο­λουθεί και η οροφή. Για αυτή την αιτία η πρόσβαση είναι αρκετά δυσχερής. Πρό­κειται περί επικλινούς διακλάσεως με εντυπωσιακό σταλακτιτικό διάκοσμο, κυρίως από παραπετασματοειδείς σταλακτίτες.

Προς το τέλος, το ύψος της οροφής της διάκλασης μειώνεται συνεχώς φθάνοντας  το 1 μ., οπότε σχηματίζει διάδρομο μήκους 3 μ. με πολύ περιορισμένο πλάτος και ύψος.

Στο τέλος του ανωτέρω διαδρόμου, οπή πλάτους 0,8X0,5, οδηγεί στον «Τέταρτο» επίσης κατηφορικό θάλαμο, που διανοίγεται σε απότομο βάθος 8 μ. Η κατάβαση σ’ αυτόν πραγματοποιείται με σχοινόσκαλα. Οι διαστάσεις του είναι 8 Χ 7 Χ 8 μ. Προς τα αριστερά της απότομης κατάβασης  ογκόλιθοι αποσπασμένοι  από την οροφή χωρίζουν το θάλαμο στα δύο. Προς το δεξιό τοίχο σε ύψος 5 μ. σχηματίζεται εξώστης από θαυμάσιους και ογκώδεις σταλαγμίτες, ενώ όλη η οροφή του θαλάμου είναι πλούσια στολισμένη με εντυπωσιακό τρόπο.

Σταλαγμίτες ογκώδεις ή λεπτοί, παραπετασματοειδείς ή κατακόρυφοι σταλακτίτες σχηματίζουν θαυμάσιο σύμπλεγμα σε ύψος 2 μ. πμ –  προς το τέλος του «Τε­τάρτου θαλάμου», το οποίον τον χωρίζει από τον «Πέμπτο θάλαμο». Η πρόσβαση προς αυτόν πραγματοποιείται δια μέσου του προαναφερθέντος συμπλέγματος.

Ο «Πέμπτος θάλαμος» έχει διαστάσεις 11 Χ 8 Χ 5,5 μ. Προς τα δεξιά είναι πολύ ανηφορικός, ενώ προς το αριστερό τέλος του χωρίζεται στα δύο, από τερα­στίους παραπετασματοειδείς σταλακτίτες, που φθάνουν σχεδόν έως το δάπεδο. Ο διάκοσμός του είναι πλουσιώτατος και ποικίλος σε μεγέθη και σχήματα. Οι τοίχοι του καλύπτονται από παραπετάσματα και το δάπεδό του από σταλαγμίτες και ογκόλιθους που δυσχεραίνουν τη διάβαση.

Προς το αριστερό τέλος του θαλάμου, πίσω από τα παραπετάσματα, έχουν κυλίσει και συσσωρευτεί ογκόλιθοι, οι οποίοι έχουν κλείσει σε βάθος τη συνέχεια του σπη­λαίου. Είναι κατορθωτή η κατάβαση προς αυτό, δια μέσου των ογκολίθων, μέχρι βάθους 10 μ. π. Όμως το βάθος του σπηλαίου συνεχίζεται και πέραν αυτού του σημείου, χωρίς να είναι δυνατόν να υπολογιστεί.

Σπηλαιογένεση. Πρόκειται για βαραθρώδες  σπήλαιο, που διανοίχθηκε εντός ασβεστόλιθου με διαβρώσεις και στη συνεχεία με πιέσεις  των υδάτων. Τα ύδατα, εισχώρησαν – κατ’ αρχήν – από διάφορες σχισμές κατά μήκος της οροφής του πρώτου τμήματος του σπηλαίου, διεύρυναν τη διάκλαση και κατευθύνθηκαν προοδευτικά προς τα χαμηλότερα επίπεδα του, πάντοτε από δεξιά προς τα αριστερά.  Τα ύδατα διέφυγαν προς άλλα χαμηλότερα επίπεδα δια μέσου μικρών σχισμών διανοιγμένων προς το τέλος του σπηλαίου, το ακριβές βάθος του οποίου δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε, εξ αιτίας της πληρώσεώς του από  ογκόλιθους που έχουν κατρακυλήσει.

Μετά την κένωσή του από τα ύδατα και την απόσπαση των ογκολίθων από την οροφή, άρχισε ο διάκοσμός του. Σήμερα το σπήλαιον είναι νεκρό, ο διάκο­σμός του όμως συνεχίζει την ανάπτυξή του.

Διαστάσεις. Το σπήλαιον εκτείνεται από Β.Α.Β. προς Ν.Δ.Δ. σε κατ’ ευθείαν γραμμή μήκους 45 μ. Σε περιπτώσει τουριστικής αξιοποίησης , οι διά­δρομοί του θα έχουν μήκος 180 μ.π. Το μεγαλύτερο ύψος οροφής ανέρχεται σε 8,5 μ. Το μεγαλύτερο βάθος του σε 50 μ. Καταλαμβάνει έκταση 300 τετραγωνικών μέτρων.

Τουρισμός. Το σπήλαιο της Καραθώνας χαρακτηρίσθηκε ενδιαφέρον για τον εθνικό τουρισμό – αν και υστερεί σε μέγεθος – δια τους εξής λόγους:

  1. Έχει θαυμάσιο και πλουσιότατο διάκοσμο.
  2. Λόγω της μορφολογίας του (βαραθρώδες) παρουσιάζει στον κατερχόμενο ασύλληπτες εικόνες.
  3. Η είσοδός του βρίσκεται σε περίβλεπτη θέση με θαυμάσια θέα προς την γραφικότατη παραλία Καραθώνας.
  4. Η προσπέλαση σε αυτό είναι ευκολότατη, γιατί σε πολύ μικρή απόσταση από την είσοδό του υπάρχει δρόμος, που συνδέει την τοποθεσία Κα­ραθώνας με το Ναύπλιο (απόσταση 5 χλμ. π.).
  5. Αξιοποιούμενο τουριστικώς, θα προστεθεί ακόμη ένα αξιόλογο τουριστικό στοιχείο στην περιοχή μεταξύ των άλλων που διαθέτει: Παναγία Κατακρυμμένη (Εκκλησούλα κτισμένη χαμηλότερα της εισόδου του σπηλαίου, στην αρχή της χαράδρας κατακρυμμένης). Θαυμάσια αμμουδιά στο γραφικό κόλπο πλαισιωμένο με λόφο υψούμενο αμφιθεατρικά, όπου και το σπήλαιο κλπ.
  6. Εάν οι υποθέσεις της κ. Δεηλάκη αποδειχθούν πραγματικές, ότι δη­λαδή, στην ανωτέρω περιοχή γίνονταν τα Ελευσίνια Μυστήρια (τα Δημήτρια), θα είναι δυνατή η συσχέτισης του με αυτά, αν και δε διαπιστώθηκε κανένα ίχνος σχετικό εντός του σπηλαίου.

Επίσης ο Στράβων αναφέρει: «Εφεξής δε τη Ναυπλία τα σπήλαια και οι εν αυτοίς οικοδομητοί λαβύρινθοι, Κυκλώπεια δ’ ονομάζουσι».

 

Άννα Πετροχείλου

Σπηλαιολόγος

Δελτίο Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρίας, τεύχος 8, 1972.

Σπήλαιον Καραθώνας αρ. σπ. μητρ. 3720

Read Full Post »

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος. Έγχρωμη λιθογραφία του F. Kollard τυπωμένη στη Βιέννη. Ο πίνακας φιλοτεχνημένος κατά την εποχή της Αντιβασιλείας (Φεβρ. 1833 – Μάιος 1835), είναι έργο του ζωγράφου Th. Ender.

Read Full Post »

Οι ξύλινες πόλεις στο Stato Mar: Μεσαιωνική οικοδόμηση στο Ναύπλιο


 

Μια διαθήκη από το Ναύπλιο δεν είναι τόσο σημαντική αν συγκριθεί με τις 790 διαθήκες απ’ τη βενετσιάνικη Κρήτη, που δημοσίευσε το 1998 η Sally McKee. Αλλά είναι το μόνο έγγραφο διαθήκης από 150 χρόνια βενετσιάνικης κυριαρχίας στο Ναύπλιο, η διαθήκη δηλαδή του Giovanni Cavaza το 1405 και σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα μας προσφέρει σημαντική πληροφόρηση για το μεσαιωνικό Ναύπλιο και, κατ’ επέκταση, για άλλες βενετσιάνικες πόλεις στην Ελλάδα.

Ο Giovanni Cavaza υπήρξε castellan στο Ναύπλιο τουλάχιστον μεταξύ 1400 και 1405, η δεύτερη υψηλότερη θέση στην πόλη. Ήταν Βενετσιάνος έμπορος, κάτοικος Ναυπλίου και είχε διοριστεί στη θέση του castellan όπου συνήθως διοριζόταν κάποιος σταλμένος από τη Βενετία. Ο castellan του Ναυπλίου είχε προϋπολογισμό περίπου 500 δουκάτα το χρόνο. Ήταν υπεύθυνος για την άμυνα της πόλης, είχε αστυνομικά καθήκοντα για την ασφάλεια του κάστρου, την λειτουργία της φυλακής και τις εκτελέσεις. Υποχρέωνε «τους ξένους» και τους ναυτικούς να κοιμούνται έξω από την πόλη τη νύχτα, κανόνιζε τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, τις ταβέρνες και τις αγορές, έκλεινε μαγαζιά και εργαστήρια τις αργίες, επέτρεπε να φέρουν όπλα στην πόλη, επέβλεπε τις συντεχνίες, τιμωρούσε παράνομες ρίψεις σκουπιδιών και εξέδιδε οδηγίες, που ανακοινώνοντο στην αγορά «in latino et greco». Εκτός από τα 500 δουκάτα, τα οποία απευθύνοντο στους μισθούς υπαλλήλων και έξοδα, ο castellan συνέλλεγε εισφορές από ταβερνιάρηδες, μαγαζάτορες και φυλακισμένους.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Ο Cavaza αναφέρεται σε δύο σύντομα έγγραφα του 1400, όπου το Senato Mar παίρνει αποφάσεις για την επισκευή του σπιτιού που υπήρχε για τον castellan. Τα έγγραφα αυτά κάνουν οξείες παρατηρήσεις για την «ruritura» του σπιτιού και του κάστρου και για κάποιον, ο οποίος δεν είχε τόπο να στεγάσει την οικογένειά του. Ο podestá Albano Contarini (1399-1401), που είχε παίξει σημαντικό ρόλο (πετυχαίνοντας το Ναύπλιο για τη Βενετία και κατόπιν υπερασπιζόμενος το Άργος εναντίον της επίθεσης του Θεοδώρου του ΙΙ, Δεσπότη του Μορέα), είχε γράψει στο Senato Mar αρκετά γράμματα για σοβαρές επισκευές, που ήταν απαραίτητες, μέχρις ότου ο Cavaza έκανε μια πρόταση, που οδήγησε σε απόφαση. Ο Cavaza είχε προτείνει να καλύψει τα μισά έξοδα ανοικοδόμησης της επίσημης κατοικίας του. Από τη  λίστα των ξύλων, που αναφέρεται σε κάποιες από τις παρακάτω κατοικίες, δηλαδή του βαΐλου και του capetano στο Negroponte, όπου η βροχή έμπαινε μέσα απ’ τη στέγη, τα ξύλα είχαν σαπίσει κι έσταζε παντού, φαίνεται ότι η κατοικία του castellan χρειαζόταν ακόμα περισσότερες επισκευές.

Το Senato Mar παραθέτει έναν κατάλογο υλικών για την επισκευή του σπιτιού και του πύργου της Παναγίας, καθώς και 200 δουκάτα για τη διαχείριση, άλλα 200 για τη μεταφορά χώματος και για χειρωνακτικές εργασίες και έδωσε στον Cavaza εξαίρεση φόρου για την εισαγόμενη ξυλεία για το δικό του μισό. Επομένως, το σπίτι του castellan έπρεπε να χτιστεί με ένα τυποποιημένο σχέδιο και αποτελείτο κυρίως από ξύλο, τουλάχιστον πάνω από το ισόγειο, και όχι από πέτρα, όπως θα μπορούσαμε να περιμένουμε και όπως είναι τα ύστερα βενετσιάνικα σπίτια του Ναυπλίου του 17ου αιώνα. Μια περιγραφή για τη Μεθώνη στα τέλη του 15ου αιώνα δείχνει πώς θα μπορούσε να είναι το ξύλινο σπίτι του castellan στο Ναύπλιο: Δεν είδα ούτε σπίτια ούτε παλάτια άξια περιγραφής. Έχει πολλά σπίτια αναλόγως του μεγέθους του, κολλημένα το ένα στο άλλο… Τα περισσότερα απ’ τα σπίτια τους, μεγάλα ή μικρά, είναι χτισμένα από ξύλο.

Η αχυρένια σκεπή του Cavaza μας εκπλήσσει κάπως, αλλά όχι και τόσο, σε μια πόλη με οικονομικές δυσκολίες, χωρίς πηλό για τούβλα, καύσιμη ύλη ή ικανές μεταφορές.

Παρόλα αυτά η εικόνα των ξύλινων σπιτιών με αχυρένιες σκεπές αλλάζει ριζικά την εικονική παραδοχή της μεσαιωνικής Ελλάδας και θα έπρεπε να μας θυμίζει ότι το Stato Mar πρέπει να θεωρείται με βενετσιάνικους παρά με ελληνικούς όρους.

Τα χρόνια αμέσως μετά τούτο το έγγραφο, μεγάλες ποσότητες ξυλείας εστάλησαν στην Ελλάδα από τους Βενετσιάνους. Το 1402 ένα φορτίο ξυλείας εστάλη στην Κέρκυρα για επισκευές του κάστρου. Το 1404 1.000 πάσσαλοι εστάλησαν στο Άργος για μία κατασκευή στο κάστρο, που λεγόταν Garland (γιρλάντα).

Διάφορες πηγές μας αποδεικνύουν ότι όταν το Senato Mar έχτιζε στο Stato Mar τούτο ήταν σε αντίδραση για διάφορες κρίσεις. Τα υπόλοιπα άμεσα χρόνια το κάστρο του Ναυπλίου υπέστη μικροεπισκευές. Το 1404 στον  Podesta Οttαviano Bono, του επιτράπη να ξοδέψει 400 χρυσά δουκάτα για επισκευές στον πύργο της κυρίας πύλης του Castel dei Franchi, έναν τοίχο και τις δεξαμενές της πόλης. Προφανώς ξόδεψε μόνο 300 υπέρπυρα, διότι το 1406 ο podestá Franco Cocco έλαβε εντολή να ξοδέψει κι άλλα 700 για επισκευές στα τείχη και 150 υπέρπυρα στο παλάτι του, το οποίο ήταν ερειπωμένο. Το 1409 ο τοίχος στο Castel dei Franchi αναφέρθηκε ερειπωμένος και 500 υπέρπυρα (100 δουκάτα) εγκρίθηκαν για επισκευές. Άλλες επισκευές έγιναν το 1412 και το 1422.

Φυσικά υπήρχαν και μεγαλοπρεπή παλάτια στις βενετσιάνικες αποικίες, π.χ. στην Κάντια, στον Χάντακα της Κρήτης, ενώ πολλά έγγραφα αναφέρουν το Palazzo των Provveditori του Ναυπλίου και της Μεθώνης. Βέβαια τα μέγαρα αυτά του Ναυπλίου δεν συγκρίνονται με εκείνα της Βενετίας, μόλο που στο Ναύπλιο είχαν μία loggia, έστω και ξύλινη.

Υπάρχουν όμως κάποιες υποψίες ότι το Ναύπλιο θα έπρεπε να έχει λίγα πέτρινα σπίτια. Ο Cavaza είχε χτίσει κι ένα άλλο σπίτι, διότι στη διαθήκη του αναφέρει ένα σπίτι στο Burgo, δηλαδή το μέρος της πόλης εκτός των τειχών. Τούτο είναι σημαντικό, διότι όσοι έγραψαν για το Ναύπλιο θεωρούσαν ότι δεν υπήρχαν κτίσματα εκτός του κάστρου μέχρι τα έργα επιχωμάτωσης μετά το 1500. Η διαθήκη του Cavaza παρέχει πληροφόρηση ότι στο Ναύπλιο η οικοδόμηση έλαβε χώρα τουλάχιστον 200 χρόνια πριν από τις χρονολογίες που προβάλλονται συνήθως.

Τον Αύγουστο του 1405 ο castellan Cavaza ήταν άρρωστος και κάλεσε τον συμβολαιογράφο Lorenzo Bono να συντάξει τη διαθήκη του. Ο Bono ήταν τότε cancellier του Ναυπλίου, δηλαδή αρχειοφύλακας της επίσημης αλληλογραφίας και των οικονομικών. Ο Cavaza ζήτησε από τη σύζυγο και τον podestá του Ναυπλίου να είναι εκτελεστές της διαθήκης του και ζήτησε να μοιράσουν 100 δουκάτα «inter pauperes et miserabiles personas», μια συμβατική διάταξη. Άφησε 100 υπέρπυρα στο Σταμάτη, γιο του αποθανόντος Γιάννη, δουλοπάροικού του και άλλα 100 υπέρπυρα στους servicial και τις δουλοπάροικούς του ως προίκα τους. Ο Cavaza αφήνει τα λινά και μάλλινα στη γυναίκα του, καθώς και τα χρήματα, ασημικά, κοσμήματα, έπιπλα και ρούχα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να έχει, με υπολογιζόμενη αξία των πάντων σε 900 δουκάτα. Και τούτο ζητώντας από τη Μαρία να παραμείνει χήρα και να ζήσει ηθικά και τίμια. Εάν δεν γινόταν έτσι, η κληρονομία θα πήγαινε στην αδελφή του Magdalena de Finctis και μετά απ’ αυτήν στον Consangineus Ser Andreolimus Detartomis και στους γιους του. Επίσης  δηλώνεται ότι το σπίτι στο Borgo ανήκει στη γυναίκα του, παρόλο που είχε ξοδέψει πολλά χρήματα δικά του.

Η Diana Wright παραθέτει το πλήρες κείμενο της διαθήκης, όπου η γλώσσα είναι τα ύστερα λατινικά του συμβολαιογράφου με βενετσιάνικα ιταλικά.

 

Diana Gilliland Wright, «Studi Veneziani A cura dell’Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano e dell’Istituto “Venezia e l’Oriente” della Fondazione Giorgio Cini N.S. XL (2000), PISAROMA.

Μετάφραση: Γιώργος Ρούβαλης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Εκλογές των Κρητικών της Πρόνοιας Ναυπλίου 1843  (από το Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου)


 

Όπως είναι γνωστό, η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, με πρωταγωνιστές το Δημήτριο Καλλέργη και τον Iωάννη Μακρυγιάννη, έθεσε τέρμα στο καθε­στώς της απόλυτης μοναρχίας. Ο βα­σιλιάς Όθων αναγκάστηκε από το στρατό και το λαό της Αθήνας να υπο­σχεθεί σύνταγμα. Έτσι, με την παρα­χώρηση του συντάγματος (1844) ε­γκαινιάζεται για τη χώρα μας ο θε­σμός της συνταγματικής μοναρχίας.

Η νέα κυβέρνηση, η οποία σχηματί­στηκε και επιβλήθηκε στο βασιλιά τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου με πρωθυ­πουργό τον Ανδρέα Μεταξά, είχε ως κύρια αποστολή τη διενέργεια εκλο­γών και τη σύγκληση εθνικής συνέ­λευσης, όπου οι πληρεξούσιοι από ό­λη την τότε ελεύθερη Ελλάδα θα συνέτασσαν σύνταγμα. Οι εκλογές προ­κηρύχθηκαν με εκλογικό νόμο το νόμο του Καποδίστρια (1829) [1]. Οι πληρεξούσιοι που εκλέχτηκαν αντιπρο­σώπευαν 92 εκλογικές περιφέρειες. Ανάμεσά τους ήταν και αντιπρόσωποι των περιοχών που είχαν μετάσχει στην επανάσταση, αλλά παρέμεναν υπόδουλες, όπως της Ηπείρου, Μακε­δονίας, Σάμου, Χίου, Κρήτης κ. α. Μάλιστα, για να αποφευχθούν παρε­ξηγήσεις με την Τουρκία, οι πληρε­ξούσιοι αυτοί θεωρήθηκαν ως εκπρό­σωποι «σωματείων» [2].

Οι πρόσφυγες, οι οποίοι είχαν κατα­φύγει στο Ναύπλιο, στις Κυκλάδες και σε άλλες πόλεις ή περιοχές της τότε ελεύθερης Ελλάδας, είχαν τη δυνα­τότητα να διενεργήσουν εκλογές χω­ριστά από τους αυτόχθονες. Αυτό έ­καναν και οι Κρητικοί της Πρόνοιας Ναυπλίου.

Σ’ αυτό το «ιστορικό σημείωμα» πα­ρουσιάζω το πρακτικό των εκλογών και λίγα ακόμη συναφή έγγραφα, τα οποία εντόπισα στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου (Δ. Α. Ν. ) [3].

Παρεμπιπτόντως σημειώνω πως με­τά την επανάσταση επικράτησε γενι­κή ευφορία και όλος ο λαός ήταν αι­σιόδοξος για καλύτερες μέρες. Δεν έ­λειψαν όμως και οι ασχήμιες και τα έκτροπα, γιατί πολλοί νόμιζαν προφα­νώς ότι είχε καταλυθεί κάθε έννοια δικαίου. Είναι αποκαλυπτικό το έγ­γραφο που εξέδωσε ο τότε υπουργός Εσωτερικών της επαναστατικής κυ­βέρνησης Ρήγας Παλαμήδης «προς τους κατά το Βασίλειον Διοικητάς» με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1843:

«Η Κυβέρνησις θεωρούσα καθήκον της να εξαγάγη τους τοιούτους πολίτας από την προφανή πλάνην, εις την οποίαν υπέπεσαν, σπεύδει να σας προσκαλέση, κύριε Διοικητά, να γνωστοποιήσητε αμέσως δια των δημοτι­κών αρχών εις τους υπό την διεύθυνσίν σας κατοίκους, ότι τα διατάγματα της 3ης Σεπτεμβρίου δεν επέφερον καμμίαν άλλην καινοτομίαν εις την υπάρχουσαν νομοθεσίαν ειμή την συγκάλεσιν (sic) της Εθνικής Συνελεύ­σεως, δια να συνταχθή το οριστικόν σύνταγμα του Κράτους, το υπεύθυνον [4] του σημερινού υπουργείου ε­νώπιον της Εθνικής Συνελεύσεως και την τροποποίησιν (sic) [5] του όρκου των στρατιωτικών και ναυτικών δυνά­μεων και των υπαλλήλων του κρά­τους» [6].

Την προπαραμονή των εκλογών, 17 Σεπτεμβρίου, μια τριμελής επιτροπή ζήτησε από τη Δημαρχία Ναυπλίας να παρευρεθεί εκπρόσωπος του Δήμου στις εκλογές των Κρητικών, που θα διενεργούνταν στον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας στην Πρόνοια:

«Οι υποφαινόμενοι εκλεχθέντες επί­τροποι παρά των ενταύθα παροίκων συμπατριωτών μας Κρητικών, σπεύδομεν να κοινοποιήσωμεν προς την Δημαρχίαν ταύτην, ότι επειδή μέλλομεν να κάμωμεν ιδίας εκλογάς δια την (σύστασιν;) των εις την ελευθέραν Ελλάδα Κρητών παραιτούμεθα του δι­καιώματος του να ψηφοφορήσωμεν με τους εντοπίους ως έχοντες ιδιαιτέραν εκλογήν, επιφυλασσόμενοι και οι λοιποί πάροικοι ενταύθα συμπατριώται μας Κρήτες να δηλώσωσι τουτ’ αυτό δια κοινής αυτών αναφοράς.

Εν τοσούτω παρακαλείσθε, κύριε Δήμαρχε, να λάβωμεν την τιμήν να παρευρεθήτε την ελευσομένην Κυριακήν κατά την 8ην ώραν π. μ. εις τον εν Προνοία ναόν της αγίας Ευαγ­γελιστρίας ή εν ελλείψει σας να μας πέμψητε έναν των παρέδρων σας.

Εν Προνοία την 17ην Σεπτεμβρίου 1843

Η Επιτροπή

Π. Ζερβουδάκης

Ν. (δυσανάγνωστη υπογραφή)

Λοχαγός Β. Χάλης [7]

Ταυτόχρονα εστάλη η παρακάτω δήλωση από τους Κρητικούς της Πρό­νοιας προς το Δήμο Ναυπλίου:

«Σκοπόν έχοντες οι υποφαινόμενοι μετά των λοιπών συμπατριωτών μας Κρητών να ενεργήσομεν ιδιαιτέρας ε­κλογάς, δεν θα λάβωμεν μέρος εις τας εντοπίων. Όθεν σας κοινοποιούμε τούτο, κύ­ριε Δήμαρχε, προς γνώσιν σας.

Ακολουθούν υπογραφές, που γεμί­ζουν τέσσερις σελίδες.

Πριν παραθέσω το πρακτικό των ε­κλογών, το οποίο τώρα βλέπει το φως της δημοσιότητας, όπως και τα άλλα έγγραφα, θέλω να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις.

Σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο του Καποδίστρια (1829), οι 165 ψηφοφόροι κρητικοί της Πρόνοιας είχαν τη δυνατότητα να εκλέξουν τρεις παραστάτες για την εθνοσυνέλευση της Αθήνας. Γι’ αυτό και οι υποψήφιοι για το αξίωμα θα έπρεπε να είναι τετρα­πλάσιοι, δηλαδή δώδεκα – όπως ση­μειώνεται στο πρακτικό – και «κατε­γράφησαν ονόματα των εξής κυρίων διαμενόντων εις τε το Ναύπλιον και εις Πρόνοιαν».

Ακολουθούν τα δώδεκα ονόματα. Πώς έγινε όμως η επιλογή των ονομά­των; Δήλωσαν όσοι επιθυμούσαν; Το πιθανότερο είναι ότι προτάθηκαν οι γεροντότεροι, μια και για τους περισ­σότερους υπάρχουν πληροφορίες για την ηλικία τους.

Δύο από τους υποψηφίους, ο Νικ. Τριτάκης και ο Κυριάκος Φρουδάκης, δεν περιέχονται στον κατάλογο. Πιθα­νότατα, λοιπόν, να είχαν γίνει λάθη στη σύνταξη του καταλόγου, ο οποίος προφανώς δεν κατεστρώθη στην εκκλησία από τον ιερουργήσαντα ιε­ρέα, όπως λέει το πρακτικό, αλλά ή­ταν έτοιμος. Και αν ανεγνώσθη μεγαλοφώνως και επεκυρώθη τη συγκατα-θέσει των συνελθόντων, αντιλαμβά­νεται κανείς πόσο εύκολα θα μπορού­σαν να γίνουν λάθη σε τόσο μεγάλες λαϊκές συναθροίσεις, που όλοι τους σχεδόν ήταν αγράμματοι και ορισμέ­νοι κυκλοφορούσαν με δύο ονόματα ή ήταν περισσότερο γνωστοί με τα παρατσούκλια τους.

Εντύπωση μας προξενεί, επίσης το γεγονός ότι δεν εκλέχτηκαν ορισμέ­νοι, οι οποίοι για μας θεωρούνται ι­στορικά πρόσωπα. Εννοώ κυρίως τον Βασίλειο Χάλη και τον Ιωάννη Κουρμούλη. Ο πρώτος ήρθε 10ος και ο δεύτερος 11ος! Δεν ήταν επώνυμοι για την εποχή τους, αν και είχαν δια­πρέψει στα πεδία των μαχών και ή­ταν – κατά την ταπεινή μου γνώμη- αξιολογότατοι άνθρωποι ή υπήρχαν άλλοι λόγοι, που τους έφεραν τελευ­ταίους;

Τέλος, αξίζει να μελετήσει κανείς τον κατάλογο, γιατί θα βρει ονόματα που τα συναντάμε ακόμα στο Ναύ­πλιο και γενικά στην Αργολίδα. Ίσως κάποιοι από τον κατάλογο να είναι μακρινοί πρόγονοι κάποιων φίλων μας. Για κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη έρευνα. Φυσικά, θα ή­ταν επιπόλαιο να μνημονεύσω ονό­ματα εδώ για ευνόητους λόγους και κυρίως για λόγους επιστημονικής συ­νέπειας.

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το πρακτικό [8]

 

Σήμερον την δεκάτην ενάτην του μηνός Σεπτεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τεσσαρακοστού τρίτου έτους, οι εν Πρόνοια της επαρχίας Ναυπλίας ευρισκόμενοι Κρήτες, απο­καταστημένοι εντός της ελευθέρας Ελλάδος, συνελθόντες εις την εκκλησίαν τιμωμένην επ’ ονόματι της Ευαγ­γελιστρίας περί την ώραν εβδόμην προ μεσημβρίας, επί παρουσία του παρά του Δημάρχου Ναυπλιέων διορι­σθέντος Δημαρχικού παρέδρου κ. Ιω­άννου Αγαλλοπούλου προεδρεύο­ντος, και του ιερέως κυρίου Ανδρέου Θαλασσινού, δια να εκλέξωσι τους ε­κλογείς των, κατά τας διατάξεις του από 4 Μαρτίου 1829 ΚΓ. ψηφίσματος, και των υπό την αυτήν ημερομηνίαν υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών του Κυβερνήτου της Ελλάδος, και συμφώνως με την από 10 Σεπτεμβρίου Ε.Ε. υπ’ α­ριθμ. 4630 διακήρυξιν του Διοικητού Αργολίδος προέβησαν εις τας ακο­λούθους εργασίας.

Ο ιερουργήσας ιερεύς ανέγνωσε μεγαλοφώνως: α. την από 7 Σεπτεμ­βρίου 1843 προκήρυξιν του Υπουργι­κού Συμβουλίου προς τους Έλληνας β. την υπό την αυτήν ημερομηνίαν εγκύκλιον του ιδίου προς τους κατά την επικράτειαν Διοικητάς γ. το από 4 Μαρτίου 1829 υπ’ αριθ. 10049 ΚΓ. ψήφισμα δ. τας υπό την αυτήν ημε­ρομηνίαν υπ’ αριθ. 10050 οδηγίας του ποτέ Κυβερνήτου της Ελλάδος, και ε. τον από 9 Νοεμβρίου 1822 υπ’ αριθ. 17 Νόμον περί εκλογής παραστατών.

Μετά ταύτα ο αυτός ιερεύς κατέστρωσε τον κατάλογον των παρό­ντων και εχόντων δικαίωμα ψήφου πολιτών. Ο Δε κατάλογος ούτος ανε­γνώσθη μεγαλοφώνως και επεκυρώ­θη τη συγκαταθέσει των συνελθό­ντων ως εφεξής.

 

  1. Βασίλειος Χάλης
  2. Παναγιώτης Ζερβουδάκης
  3. Νικόλαος Ντρετάκης
  4. Ιωάννης Ρικάκης
  5. Ανδρέας Φασουλής
  6. Γεώργιος Μπιτσαξής [9]
  7. Ιωάννης Παπαδάκης [10]
  8. Ιωάννης Κουρμούλης
  9. Νικόλαος Ταμπαρές
  • Αναγνώστης Λυγιράκης
  • Αναγνώστης Μπαλετζάκης
  • Χαράλαμπος Σιφάκης
  • Αντώνιος Καλαφατάκης
  • Θωμάς Κωδωνάκης
  • Εμμανουήλ Παππαδάκης
  • Εμμανουήλ Μαυράκης
  1. Παναγιώτης Μαρμαράς
  • Εμμανουήλ Ζαφειράκης
  • Εμμανουήλ Βογοζάκης
  • Παναγιώτης Γεωργουλάκης
  • Εμμανουήλ Σαπουντζάκης
  • Νικόλαος Καμαρωτής
  • Εμμανουήλ Μεριγλής
  • Γεώργιος Σιφάκης
  • Δημήτριος Πετράκης
  • Ιωάννης Πετράκης
  • Κωνσταντίνος Κρεμίδας
  • Αντώνιος Δασκαλάκης
  • Εμμανουήλ Παλετσάκης
  • Κων/νος Δ. Φραγκιάδης
  • Ιωάννης Κρητικός
  • Ματθαίος Κεφαλιανός
  • Εμμανουήλ Σεμερτζής
  • Γεώργιος Μανόλης
  • Κων/νος Κοτζιφάκης
  • Εμμανουήλ Παππαδογιαννάκης
  • Εμμανουήλ Βεϊσάκης
  • Γεώργιος Παναγιωτάκης
  • Μιχαήλ Μερκουλάκης
  • Εμμανουήλ Παππαδάκης
  • Βασίλειος Καρδαμάκης
  • Νικόλαος Μπουρεξάκης
  • Εμμανουήλ Κόρακας
  • Στεφανής Βασιλάκης
  • Ιωάννης Φαρμασονάκης
  • Ιωάννης Βοκάλης
  • Νικόλαος Γιαννακάκης
  • Ιωάννης Ορφανίδης
  • Νικόλαος Μαρμαράκης
  • Κων/νος Λιανουδάκης
  • Νικόλαος Παππαδογιαννάκης
  • Γεώργιος Μπατουβάκης
  • Νικόλαος Παλετζάκης
  • Γεώργιος Κατζικάκης
  • Κωστής Διαμαντάκης
  • Γεώργιος Παχυνάκης
  • Ιωάννης Γκερεδάκης
  • Εμμανουήλ Σεμερτζάκης
  • Εμμανουήλ Νταμουλάκης
  • Δημήτριος Σεμουρτζάκης
  • Δημήτριος Αντριγάκης
  • Ιωάννης Παππαδάκης
  • Γεώργιος Παππαλεβιζόππουλος
  • Δημήτριος Μπούμπουρος
  • Νικόλαος Μιχαλουδάκης
  • Μιχαήλ Θωμάκης
  • Γεώργιος Δασκαλάκης
  • Νικόλαος Χαριτάκης
  • Ιωάννης Αρακτάκης
  • Ιωάννης Κωνσταντίνου
  • Αποστόλης Παπαδάκης
  • Μιχαήλ Βοντζάκης
  • Ιωάννης Μαρκάκης
  • Ζαχάρης Μανουσάκης
  1. Κων/νος Δημόπουλος
  • Στεφανής Σκουλουδάκης
  • Ιωάννης Μουρτζής
  • Δημήτριος Μαραγκάκης
  • Στυλιανός Μανουσάκης
  • Μιχαήλ Μαθιουδάκης
  • Ζαχάρης Κυριακάκης
  • Αποστόλης Περσάκης
  • Εμμανουήλ Σγουράκης
  • Εμμανουήλ Ορφανός
  • Γεώργιος Τρουλινός
  • Αντώνιος Διαμαντάκης
  • Αντώνιος Βαλεράκης
  • Κων/νος Τσελεδάκης
  • Κυριάκος Πουλάκης
  • Αντώνιος Βρετός
  • Ιωάννης Μπιρμπιλάκης
  • Γεώργιος Α. Ναύτης
  • Δημήτριος Αντράκης
  • Ιωάννης Χιοτάκης
  • Μιχαήλ Κουρνελάκης
  • Αντώνιος Πυρίνης
  • Γεώργιος Μπογιατζής
  • Θεοδόσιος Κυπαράκης
  • Γεώργιος Πυταριδάκης
  • Μιχαήλ Φουντουλάκης
  • Χατζη-Γιάννης Τορνατζάκης
  • Κων/νος Καλογέννητος
  • Κων. Πετερονικολουδάκης [11]
  1. Γεώργιος Κορνήλιος
  • Νικόλαος Μαυράκης
  • Κων/νος Παππαδάκης
  • Ιωάννης Χαλαρής
  • Ιωάννης Κόντος
  • Εμμανουήλ Ιωάννου
  1. Βασίλειος Παππαδογιαννάκης
  • Νικόλαος Καρκανάς
  • Κων/νος Μπικάκης
  • Κων/νος Ταταράκης
  • Γεώργιος Ιω. Μινοτάκης
  • Ιωάννης Φουλάκης
  • Παππά Γεώργ. Τζορτζάκης
  • Πέτρος Ζαχαριουδάκης
  • Ιωάννης Φιλιμάκης
  • Δημήτριος Καψαλάκης
  • Κων/νος Ιωάννου
  • Νικόλαος Μουρτζάκης
  • Κων/νος Παυλάκης
  • Μιχαήλ Μανουσάκης
  • Μιχαήλ Πλατζουδάκης
  • Γεώργιος Ψιλάκης
  • Ιωάννης Δημητρίου
  • Ιωάννης Μπιρμπιλάκης μικρός
  • Νικόλαος Βλαστός
  • Σαράντος Πιντάρος
  • Εμμανουήλ Τζελεπάκης
  • Νικόλαος Λαζαράκης
  • Κων/νος Δεσποτάκης
  • Γεώργιος Παππαδάκης
  • Μιχαήλ Πετράκης
  • Κων/νος Παππά Ιω. Φούτης
  • Νικολής Γαλατάκης
  • Νικόλαος Ρικάκης
  • Κων/νος Γεωργάκη Πουλάκη
  • Ελευθέριος Ορφανός
  • Γεώργιος Μπουλαντέρας
  • Μιχαήλ Βοκάλης
  • Γεώργιος Κακκαναράκης
  • Κων/νος Μακαρουνάκης
  • Γεώργιος Κοτζόνης
  • Μάξιμος Ιερομόναχος
  • Ανδρέας ιερεύς Θαλασσινός
  • Ματθαίος ιερεύς Μαθιουδάκης
  1. Κυριάκος Γερόνης
  • Γεώργιος Μαρνέρης
  • Παύλος Τουφεξόγλους
  • Ιωάννης Αντωνίου
  • Αναγνώστης Γεωργίου
  • Ιωάννης Μπουρεξάκης
  • Αναγνώστης Κασσέλας
  • Ιωάννης Αικατερινής
  • Κωνσταντής Μαρής Κιαγάς
  • Γεώργιος Ασιμάκης
  • Ιωάννης Μπουλαντέρας
  • Ιωάννης Μ. Ντεμερτζάκης
  • Φραγγιάς Σκαλίδης
  • Δημήτριος Μπογιαντζόγλους
  • Στεφανής Φουντουλάκης
  • Γρηγόριος Γερόλιμος
  • Ζάχαρης Κουντετάκης
  • Πέτρος Καπετανάκης

Όλοι πολίται έχοντες δικαίωμα ψή­φου εκατόν εξήκοντα πέντε, οίτινες και έμειναν μόνοι εις την εκκλησίαν μετά του παρέδρου και του ιερέως.

Μετά ταύτα επαρουσιάσθη εν τω μέσω ο ιερεύς κρατών εις τας χείρας το Ιερόν Ευαγγέλιον, και εις εκ των γεροντότερων της συναθροίσεως, ο κύριος Δημήτριος Μπογιαντζόγλους, ανέγνωσε μεγαλοφώνως τον ακόλουθον όρκον.

«Εν ονόματι της Παναγίας Τριάδος και αδιαιρέτου, ορκίζομαι ενώπιον του θυσιαστηρίου του Θεού της αληθείας να μη δώσω την ψήφον μου, ούτε δια φιλίαν, ούτε δια μίσος, ούτε δια φόβον, ούτε δι’ ελπίδα προσωπι­κού κέρδους, αλλά κατά την συνείδησίν μου, και χωρίς καμίαν προσωποληψίαν».

 

Τον όρκον τούτον επανέλαβαν όλοι οι πολίτες υψώνοντες την δεξιάν χεί­ρα.

Ακολούθως εκλέχθησαν πέντε εκ των γεροντότερων μελών της συνα­θροίσεως, οι κύριοι Βασίλειος Χάλης, Παναγιώτης Ζερβουδάκης, Νικόλαος Τριτάκης, Δημήτριος Μπογιαντζόγλους και Ανδρέας Φασούλης, οίτινες επί παρουσία του προεδρεύοντος Δημαρχικού παρέδρου κατέστρωσαν τον κατάλογον των υποψηφίων εκλογέ­ων. Επειδή δε οι εν τη περιφερεία ταύτη οικογενειάρχαι αριθμούνται ε­κατόν εξήκοντα πέντε, και ο κατάλογος πρέπει να περιέχη αριθμόν ονο­μάτων τετραπλάσιον των εκλογέων, κατεγράφησαν ονόματα των εξής κυ­ρίων διαμενόντων εις τε το Ναύπλιον και εις Πρόνοιαν.

 

  • Βασίλειος Χάλης
  • Παναγιώτης Ζερβουδάκης
  • Νικόλαος Τριτάκης
  • Ιωάννης Ρικάκης
  • Δημήτριος Μπογιαντζόγλους
  • Ανδρέας Φασούλης
  • Γεώργιος Μπιτζακσής
  • Ιωάννης Κουρμούλης
  • Ιωάννης Παππαδάκης Σ.
  • Κυριάκος Φρουδάκης
  • Θωμάς Κυδωνάκης
  • Γεώργιος Κοζάνης

 

Αναγνωσθέντος του καταλόγου εψηφοφορήθη έκαστον όνομα ιδιαιτέ­ρως, το εν μετά το άλλο, και έλαβον ψήφους ως ακολούθως:

 

  1. Ο Βασίλειος Χάλης υπέρ 105 κατά 60
  2. Ο Παναγιώτης Ζερβουδάκης 124 – 38
  3. Ο Νικόλαος Τριτάκης 111-51
  4. Ο Ιωάννης Ρικάκης 97 – 67
  5. Ο Δημ. Μπογιαντζόγλους 123- 41
  6. Ο Ανδρέας Φασούλης 127- 37
  7. Ο Γεώργιος Μπιτζαξής 107- 57
  8. Ο Ιωάννης Κουρμούλης 102 – 62
  9. Ο Ιωάννης Παπαδάκης Σ. 109-55
  10. Ο Κυριάκος Φρουδάκης 106 – 58
  11. Ο Θωμάς Κυδωνάκης 116 – 48
  12. Ο Γεώργιος Κοζόνης 128 -36

Σημειωτέον ότι εις την ψηφοφορίαν των ονομάτων των κυρίων Παναγιώτη Ζερβουδάκη και Νικολάου Τριτάκη ανεχώρησαν λάθρα οι καταγε­γραμμένοι εις τον κατάλογον ως έχο­ντες δικαίωμα ψήφου, Γεώργιος Α. Ναύτης, Γεώργιος Μπουλαντέρας και Γρηγόρης Γερόλιμος και ως εκ τούτου δεν εψηφοφόρησαν εις τα ρηθέντα ο­νόματα. Μετά ταύτα εις τα υπόλοιπα ονόματα ήλθον πάλιν οι Γεώργιος Μπουλαντέρας και Γρηγόριος Γερόλι­μος, εκτός του Γεωργίου Α. Ναύτου, και εψηφοφόρησαν μέχρι τέλους.

Ούτως οι κύριοι Παναγιώτης Ζερ­βουδάκης, Ανδρέας Φασούλης και Γε­ώργιος Κοζάνης εκηρύχθησαν οι νόμι­μοι εκλογείς των εν Προνοία και εν Ναυπλίω της επαρχίας Ναυπλίας Κρη­τών.

Προς πίστωσιν τούτων απάντων κατεστρώθη η παρούσα πράξις φέρου­σα τας υπογραφάς του ιερέως, του προεδρεύοντος την συνάθροισιν Δημαρχικού Παρέδρου και των πέντε με­λών των καταστρωσάντων τον κατάλονον των υποψηφίων.

Το πρωτότυπον της πράξεως ταύτης θέλει κατατεθή εις τα αρχεία της δημαρχίας Ναυπλιέων, αντίγραφον δε επικυρωμένον παρά του Δημάρχου και εσφραγισμένον με την σφραγίδα της Δημαρχίας θέλει δοθή εις έκαστον των εκλογέων, δια να αποδείξει δι’ αυτού τα οποία έχει δικαιώματα ως εκλογεύς και γενή δυνάμει αυτού παραδεκτός εις την εν Αθήναις συνάθροισιν των εκλογέων δια την εκλογήν των πληρεξουσίων των Κρητών.

Ο ιερεύς                          Ο Δημαρχικός πάρεδρος

(Ανδρέας Θαλασσινός)     (Ιω. Αγαλλόπουλος)

 

Τα καταστρώσαντα τον κατάλογον των υποψηφίων μέλη

 

Τ.Υ.           ( Β. Χάλης )

Τ.Υ.           ( Π. Ζερβουδάκης )

Τ.Υ.           ( Ν. Τριτάκης )

Τ.Υ.           (Δ. Μπογιαντζόγλους)

Τ.Υ.           ( Α. Φασούλης )

 

Την επομένη, Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 1843, υποβλήθηκε το πρακτικό στο Δήμο Ναυπλίου με το εξής διαβι­βαστικό:

«Προς τον κύριον Δήμαρχον Ναυ­πλιέων

Περαιωθείσης της εκλογικής Συνε­λεύσεως των εν Προνοία Κρητών, παρακαταθέτομεν εις το υμέτερον γραφείον τα συνταχθέντα αυτής πρακτι­κά:

Εν Ναυπλίω την 20 Σεπτ. 1843

Ευπειθέστατος

Ο Δημαρχ. Πάρεδρος

Ιω. Αναλλόπουλος» [12]

Τελειώνοντας θα ήθελα να επιση­μάνω και να τονίσω το περιεχόμενο της τελευταίας παραγράφου του πρακτικού. Οι εκλεγμένοι Παναγιώτης Ζερβουδάκης, Ανδρέας Φασούλης και Γεώργιος Κοζάνης, ως νόμιμοι εκλεγ­μένοι «εκλογείς» θα παρουσιάζονταν «εις την εν Αθήναις συνάθροισιν των εκλογέων δια την εκλογήν των πλη­ρεξουσίων των Κρητών». Αυτό σημαί­νει ότι οι εκλογές στην τότε ελεύθε­ρη Ελλάδα είχαν στόχο τη συγκρότη­ση ενός εκλεκτορικού σώματος, το ο­ποίο θα αναδείκνυε τους παραστάτες, δηλαδή τους βουλευτές της «συντα­κτικής συνέλευσης».

Πράγματι, ξεφυλλίζοντας τα μη­τρώα βουλευτών της Βουλής των Ελ­λήνων μπορούμε να συναντήσουμε έντεκα ονόματα παραστατών για ό­λους τους Κρητικούς. Από αυτούς οι εννέα φέρονται ως παραστάτες εποί­κων Κρητών και δύο ως παραστάτες εκλογικής περιφέρειας Κρήτης. Ανά­μεσα στα έντεκα ονόματα υπάρχει και του Παναγιώτη Ζερβουδάκη, που εξε­λέγη ως εκλογέας στην Πρόνοια Ναυ­πλίου. Δύο, πάλι, από αυτούς εξαιρέ­θηκαν. [13]

 

Παραθέτω τα ονόματα με αλφαβη­τική σειρά:

 

  1. Δελληγιαννάκης Στρατής (Κρήτης)
  2. Δραγούμης Ν. (Κρητικών εποίκων)
  3. Ζερβουδάκης Π. » »
  4. Ζυγομαλάς Α. » (εξηρέθη)
  5. Καλλέργης Δημ. (Κρήτης)
  6. Καλλέργης Νικ. (Κρητικών εποίκων)
  7. Κουμής Ιάκωβος » »
  8. Λεβίδης Κ. Ν. (Κρητικών εποίκων) (εξηρέθη)
  9. Πεζανός Γ. (Κρητικών εποίκων)
  10. Ρενιέρης Νικ. » »
  11. Χρυσαμόπουλος Δημ. (Κρητικών εποίκων)

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορία του Ελλ. Έθνους, τ. ΙΓ’, Σ. 105.

[2] Ι. Ε.Ε., ό.π., σ. 106

[3] Το Δ.Α.Ν. οργάνωσε ο ιστορικός και ερευνητής Τριαντάφυλλος Σκλα­βενίτης του Κέντρου Νεοελληνικών Ε­ρευνών, επικεφαλής επιστημονικής ο­μάδας, ο οποίος και έγραψε βιβλίο με τον τίτλο «Ευρετήριο Δημοτικού Αρ­χείου Ναυπλίου, 1828- 1899», Κ.Ν.Ε. – Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1984. Ο οδηγός αυτός εί­ναι απαραίτητος για τον ερευνητή ι­στοριοδίφη. Το Δ.Α.Ν. φιλοξενείται στο Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, οδός Β. Χάλη, και αποτελεί αξιολογότατη ι­στορική πηγή.

[4] Το υπεύθυνον, δηλ. ο τομέας ευθύνης του Υπουργείου Εσωτερικών.

[5] Βλ. Δ.Α.Ν. Φ. Γ  10β,

[6] Βλ. Δ.Α.Ν. Φ.Γ 8, 1843.

[7] ΒΛ. Δ.Α.Ν. Φ.Γ   8, 1843

[8] ΒΛ. Δ.Α.Ν.   Φ.Γ 10β, 1843

[9] Το όνομα Γεώργιος Μπιτσαξής έχει γραφεί παρακάτω Μπιτζακσής και Μηιτζαξής. Ασφαλώς πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

[10] Το όνομα Ιωάννης Παππαδά­κης μνημονεύεται και παρακάτω με α/α 62. Πρόκειται για δύο πρόσωπα, δηλ. για συνωνυμία ή είναι λάθος του καταλόγου;

[11] Το σωστό θα ήταν Πατερονικολουδάκης, όπως το συναντάμε και σή­μερα στην Κρήτη.

[12] Βλ. Δ.Α.Ν. Φ.Γ 8, 1843

[13] Βλ. «Μητρώο πληρεξουσίων, γερουσιαστών και βουλευτών, 1822-1935» έκδ. Βουλής των Ελλήνων, Α­θήνα 1986, σ. σ. 36- 41.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Περιοδικό «αναγέννηση», τχ. 367/1999

Read Full Post »

Κωτσονόπουλος Επαμεινώνδας (1831-1904)


 

Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος (1831-1904) - Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος (1831-1904) – Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1831, πιθανόν με καταγωγή από την Τρίπολη στην οποία είχε γεννηθεί ο πατέρας του Μιχαήλ. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα και διατέλεσε δήμαρχος Ναυπλιέων κατά τα έτη: 1866-1878 και 1883-1890. Ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

Δήμαρχος για τρίτη συνεχόμενη περίοδο, τον Οκτώβριο του 1877 ήταν αυτός που συνέλαβε την ιδέα ανέγερσης του μνημειακού έφιππου ανδριάντα του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, που δεσπόζει στο κέντρο του πάρκου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής.

Το Δημοτικό Συμβούλιο υπερψήφισε την πρόταση και προκηρύχτηκε καλλιτεχνικός διαγωνισμός για την κατασκευή του ανδριάντα. Στο διαγωνισμό η επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο του Λάζαρου Σώχου, στον οποίο τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε η δημιουργία του μνημείου.

Ναύπλιο, Πάρκο Κολοκοτρώνη. Στο κέντρο ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, γιατρός, δήμαρχος Ναυπλιέων και πρόεδρος της επιτροπής για την κατασκευή του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, περ. 1901. Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Ναύπλιο, Πάρκο Κολοκοτρώνη. Στο κέντρο ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, γιατρός, δήμαρχος Ναυπλιέων και πρόεδρος της επιτροπής για την κατασκευή του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, περ. 1901. Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Το γύψινο πρόπλασμα  του  Σώχου  βράβευσε η Ακαδημία της Pώμης, ενώ εκτέθηκε επίσης στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, όπου και πήρε το πρώτο βραβείο. O Henri Jouin μάλιστα, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού, εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα «Eστία».

Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο Παρίσι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1895 και παρέμεινε πέντε χρόνια στις αποθήκες του Οπλοστασίου του Ναυπλίου.

Τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν στις 23 Απριλίου του 1901, όταν Δήμαρχος Ναυπλίου ήταν ο πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη, δικηγόρος Δημήτριος Τερζάκης (1899-1903), που διατέλεσε και βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος. Τοποθετήθηκε στο Βοτανικό Κήπο του Ναυπλίου, που από τότε ονομάστηκε Πάρκο Κολοκοτρώνη.

 

Πηγές


  • Αλέξης Τότσικας, «Οι έφιπποι ανδριάντες του Κολοκοτρώνη – Η υπαίθρια γλυπτική».
  • Γιάννης Μακρής, «Ο Ανδριάντας του Γέρου του Μωριά – Οδοιπορικό στην πραγματοποίηση του πόθου των Αναπλιωτών».
  • Βίκυ Ελενοπούλου, «Δήμαρχοι  Ναυπλιέων (από 1835 έως 1998)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, τόμος IV (2000).

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Βενετσιάνοι Μισθοφόροι Stradioti στη Ναυπλία – Γιώργος Ρούβαλης


 

Μια πρακτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας για αμοιβές των μισθοφόρων στρατιωτών της, εκτός από τις πληρωμές σε μετρητά, που συχνά καθυστερούσαν, σε δημητριακά ή και σε υφάσματα για στολές, ήταν κυρίως η παραχώρηση γαιών για να συντηρήσουν εαυτούς, το άλογό τους (αφού ήταν ιππείς) και την οικογένειά τους. Αυτά δεν ήταν φέουδα, αλλά μπορούσαν να μεταβιβαστούν στα παιδιά τους. Η Βενετία μπορούσε να ανακτήσει ενδεχομένως αργότερα αυτές τις γαίες και να τις παραχωρήσει σε άλλους. Έτσι, πολλοί τέτοιοι stradioti εγκαταστάθηκαν και αρκετοί παρέμειναν στη ναυπλιακή πεδιάδα.

Μπορούμε να ανακαλύψουμε σημερινούς απογόνους τους; Μια σαφής ένδειξη είναι και τα επώνυμά τους, ορισμένα βέβαια εξελληνισμένα. Οι stradioti ήταν Έλληνες, Αλβανοί, Ιταλοί, Δαλματοί, αλλά και Γερμανοί, Γάλλοι, Φλαμανδοί, Μπαταβοί (Ολλανδοί) κ.λπ.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Μια εξαντλητική έρευνα του λεπτολόγου ιστοριοδίφη μας, Τάκη Μαύρου (1915-2001), που δημοσιεύτηκε σε έξι συνέχειες στο πλουσιότατο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, που εξέδιδε τη δεκαετία του ’90 με εκδότη τον Δήμο Ναυπλιέων υπό τον τίτλο «Παλαιά Επώνυμα στη Σύγχρονη Αργολίδα», μας επιτρέπει να σταχυολογήσουμε όσα επώνυμα φαίνονται ότι ανήκουν σε στρατιώτες, είτε από τις αρχειακές παραπομπές για καθέναν, που παραθέτει ο Μαύρος (π.χ. «το επώνυμο αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του τάδε έτους»), είτε από την προφανή ιταλική καταγωγή τους. Ο Μαύρος σημειώνει επίσης και τις πόλεις και χωριά όπου απαντάται κάθε επώνυμο.

Εάν λοιπόν η αίσθηση που αποκτούμε διαβάζοντας αυτά τα επώνυμα είναι σωστή, οι σύγχρονοι κάτοχοί τους πρέπει να είναι απόγονοι εκείνων των στρατιωτών, που παρέμειναν τελικά στην Αργολίδα. Τούτο ενισχύει περαιτέρω τους δεσμούς της Ναυπλίας με τη Βενετία: αφού οι απόγονοι των στρατιωτών εκείνων παρέμειναν στα μέρη μας και είναι πλέον εξ’ ολοκλήρου Έλληνες, η καταγωγή των προγόνων τους μας φέρνει ακόμα κοντύτερα στο βενετσιάνικο παρελθόν του Ναυπλίου και της περιοχής μας.

Παραθέτουμε λοιπόν ένα τέτοιο κατάλογο, που είναι πιο περιορισμένος από εκείνον του Τάκη Μαύρου, γιατί κρατήσαμε μόνο όσα επώνυμα στρατιωτών σαφώς αναφέρονται ή όσα νομίζουμε ότι ανήκουν σ’ αυτούς.

Οι στρατιώτες αυτοί συμμετείχαν με μεγάλη ανδρεία σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ενετών του καιρού τους, εναντίον των Τούρκων. Πολλοί και οι οικογένειές τους βρίσκονταν στην υπηρεσία της Βενετίας για πάνω από 200 ή 300 χρόνια. Για την ανδρεία αυτή, η Βενετία τους τίμησε κατά καιρούς με παράσημα, απονομή της βενετσιάνικης υπηκοότητας και καταφύγιο για τους ίδιους και τις οικογένειές τους στη Μητρόπολη ή σε άλλες ενετικές κτήσεις, όπως στην Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρο, κατά τις δύο πτώσεις του Ναυπλίου σε οθωμανικά χέρια.

Μάλιστα ένας Βενετσιάνος συνθέτης και ποιητής, ο Antonio Molino, έγραψε υμνητικά άσματα για έναν γενναίο τέτοιο στρατιώτη, τον Μανώλη Μπλέσση, το όνομα του οποίου έχει δοθεί και σε ένα δρόμο του Ναυπλίου.

Άρα οι σημερινοί απόγονοί τους πρέπει να είναι περήφανοι για τους ανδρείους προγόνους τους, οι οποίοι όμως συχνά περνούσαν μεγάλες στερήσεις και από την πείνα τους έσωζε μόνο η καλλιέργεια των χωραφιών τους και ενδεχομένως το ψάρεμα.

 

Ακολουθεί ο κατάλογος:

 

ΑΡΓΕΝΤΟΣ (χ. Πασά – Ίναχος). Ένας Αργέντος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στο Amsterdam, το 1800 (116:181). “Argenti” και Σία: Τούρκος υπήκοος στη Βιέννη, το 1797 (166:49). Ευστράτιος Αργέντης: συλλαμβάνεται στη Βιέννη, το 1797, σαν συνεργός του Ρήγα Φεραίου (174:607). Ένας Δε Αρζέντας, από την Σαντορίνη, υπογράφει ως μάρτυς σε συμβόλαιο δωρεάς το 1645 στη Νάξο (92:89). Και Άγιος Ανδρέας Αργέντης, Χίος το 1465 (264). «Πρωτογερακάρης» Αργ., στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΒΑΡΒΕΡΗΣ (Άργος 1849, Δαλαμανάρα, Κρανίδι). Στρατιώτης Zorgi Ververi, αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:353).

ΒΙΓΓΟΣ (Άργος). Ένας «Αντώνης Βίγκος», γεντεκλής (ναύτης), αναφέρεται, το 1809 σε κατάσταση του καπετάν Ρούσου στη Κ/πολη (20:1).

ΒΛΑΣΗΣ (Άργος, Ερμιόνη). Ένας «Γεώργιος Βλάσσης» μνημονεύεται ως στρατιώτης, το 1547, στα Ενετικά Αρχεία (261:437). Το επώνυμο συναντάται στην Ήπειρο από το 1603 (194:33). Ένας «Ντέντες Βλάσης» αναφέρεται σε έγγραφο του Αιγίνης και Ύδρας Αμβροσίου, το 1805 (18:298). «Θεοδόσιος Βλάσσης» αναφέρεται σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας τουρκικό του 1817, στο Κουτσοπόδι (203). Οικογένεια Βλάση αναφέρεται σε τουρκικό χοτζέτι του 1818, που επιλύει δικαστική διένεξη στο Διμηνιό της Κορινθίας (11).

ΒΟΝ (ΜΠΟΝ) (Ναύπλιο). Ένας Scipio Bon, σοπρακόμιτος το 1479-1483 με δράση στα νερά του Αργολικού κόλπου, αναφέρεται στα Dispacci da Napoli di Romania (259:123). Το ιταλικό αυτό επώνυμο είναι ευρύτατα διαδεδομένο και σαν ΒΟΝ αλλά και σαν Μπόνος ή Μπόνης.

ΒΡΕΛΛΟΣ (Άργος) Με το επώνυμο Vorello απαντώνται, το 1473, στρατιώτες: Ηλίας, Δημήτριος, Ιωάννης (Ionio;) και Νικόλας (260:11). Χωρίον Βρέλη επαρχίας Καινούργιου (Κρήτη) (286:330).

ΒΡΕΤΤΟΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι). Συνηθισμένο βαπτιστικό όνομα κατά τον Μεσαίωνα. Το όνομα Βρετός ή Βρεττός το έδιναν σε νεογέννητα οικογενειών, που είχαν μεγάλη παιδική θνησιμότητα, ελπίζοντας ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, θα απέφευγαν το θανατικό ή τη βασκανία (όπως άλλωστε, και τα ονόματα Στυλιανός, Σταμάτης, Στεκούλα –στη Μεσσηνία– κ.α.). Το παιδί, δηλαδή, δεν ανήκε στην οικογένεια και, επομένως, η Θεία Δίκη πιθανόν να το παρέβλεπε. Βρεττό, επίσης, λεγόταν και το έκθετο. Πολλοί στρατιώτες, από αυτούς που αναγράφονται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού, έχουν αυτό το όνομα.

ΓΕΩΡΓΙΛΑΣ (Άργος). «Γεωργιλάς», στρατηγός Καλαβρίας, αναφέρεται το ΣΤΦΞΑ (1053/54) (155:130). «Γεωργιλάς Εμμανουήλ» (πιθανόν στρατιώτης) υποβάλλει έκθεση έμμετρο στις Ενετικές Αρχές, το 1533, περί του τρόπου με τον οποίον μπορούν να καταστρέψουν τους Τούρκους (259:313, 29:195). Τοπωνύμιο στο χωριό Ρεμούσταφα (Αδριανή) Πυλίας (313:243, 29:195). Περισσότερα (29:195-196).

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ (Άργος). Γεώργης Γιαννούλης αναφέρεται στον Ενετικό στρατό το 1541. Επίσης, Αποστόλης και Ελένη, το 1547 (261:353, 261:457). Τζώρτζης Γιαννούλης, γιατρός στην Ύδρα το 1803, αναφέρεται σε διαταγή του Γαζή Χουσεΐν καπουδάν πασά (18:38).

ΓΚΙΝΗΣ (Επίδαυρος, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο “Ljimi Gjigni” (: το αλώνι του Γκίνη) στο χωριό Χαλκιά της Τριφυλίας (313:327). Στρατιώτης Κων/νος Γκίνης (Gini), αναφέρεται σε Ενετικά έγγραφα το 1535 (260:166). Αντώνιος Βασιλείου Γκίνης: θαρραλέος Σπετσιώτης καπετάνιος ταχυπλόου κιρλαγκίτς (είδος ιστιοφόρου), διασπά τον Εγγλέζικο αποκλεισμό (1793) και μεταφέρει από την Κ/πολη στο γαλλικό λιμάνι Μπριγκανσόν, τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κ/πολη και 200 γάλλους ναύτες (246).

ΓΚΛΑΒΑΣ (Κρανίδι). “Spectabilis Comes Glava”, άλλοτε κύριος των Αγράφων, αναφέρεται σε Ενετικό έγγραφο του Jacomo Barbarigo, Proveditore Generale Della Morea με χρονολογία 25.6.1465 (259:12). Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά. «Χωράφι του Γκλάβα» στο «Πρακτικόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κλπ» το 1262 (318:53).

ΓΚΟΥΜΑΣ (Άργος, Ναύπλιο). Βαπτιστικό όνομα: Ιάκωβος, Γιακουμής Γκούμας, απαντάται, από το 1524, στο όνομα του στρατιώτη Guma Gia στα Ενετικά Αρχεία (260:132), αλλά και πολλών άλλων. Αλβανικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία, “Kjafaj Guma” (: το πέρασμα του Γκούμα), στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:312), και “Laka Guma” στο Κάτω Κοπανάκι της Τριφυλίας (313:321). Επώνυμο στο Αλουποχώρι (Αγρίδι) Τριφυλίας (17:24). Δημήτριος Γκούμας, προεστώς της Ύδρας, συνυπογράφει ομολογία στις 29.3.1792 στην Ύδρα (17).

ΔΑΜΑΛΑΣ (Καρυά, Άργος). Τοπωνύμιο στην Τροιζήνα. Τοπωνύμιο «στου Δαμαλά» στη Σύρο (73:378). Επώνυμο στη Σύρο: Φραγκίσκος d’ Amalas, ιησουΐτης (1639) (1:593). «Άρχων Ληγουρίου Δαμαλάς» (CA. 1450) (169:11). Ανδρόνικος Ζαχαρία de Damala, μέσα ΙΔ’ αι. (314:472). Το επώνυμο μνημονεύεται μεταξύ των πρώτων μικτών οικογενειών Χίων και Γενοατών, στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΔΑΡΜΟΣ, ΝΤΑΡΜΟΣ, και ΝΤΑΡΜΑΣ (Ναύπλιο Κιβέρι). Το επώνυμο προφανώς Βενετσιάνικο, σημαίνει τον εξειδικευμένο στη χρήση κάποιου όπλου, τζάγκρα, βαλίστρα, αρκεβούζια κ.λ.π. βενετό στρατιώτη, σαφώς διαχωριζόμενο από τον FANTI που ήταν ο ιταλός στρατιώτης του πεζικού, τον σολντάτο που ήταν ο στρατιώτης γενικά, και τον Stradioto που ήταν ο έφιππος μισθοφόρος συνήθως Αλβανός ή αλβανόφωνος.

“Le Gente Darme, e Fanti a Squadra”, Μ.Ε.Ι./13,31

“200 Fanti e 20 Homini Darme”, Μ.Ε.Ι. 6/6. Αλλά ενίοτε και οι επαγγελματίες μισθοφόροι, οι σωματοφύλακες Μ.Ε.Ι. 6/6.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

ΔΕΣΥΛΑΣ (Άργος). Οικογένεια Δεσίλα αναγράφεται στον κώδικα του Αγίου Νικολάου των Λατίνων, στο Αργοστόλι, 2ον ήμισυ του 17ου αι. (294:151). «Θανάσης και Ιωάννης Πάντζας Δεσήλας» «εκ παλαιάς Ηπείρου» υπογράφουν, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την Αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη, περί πολεμικής συνεργασίας (177:102). Οικογένεια προυχόντων αναφέρεται, στην Πάργα, το 1819 (294:447).

ΔΕΣΥΠΡΗΣ (Ναύπλιο). Γεώργιος De Cipris, αναγράφεται σε διαθήκη του 1497 στην Κρήτη (254:664).

ΔΟΜΑΖΟΣ (Κουτσοπόδι). Πιθανόν από το ιταλικό Tomaso (Θωμάς). Τοπωνύμιο «του Ντουμάζη» στον Άη Γεώργη στα Γουβαλάρια (Άγιος Πέτρος) και του Λάπη ή Μπρέχτη (Ριζοχώρι) της Τριφυλίας (313:301).

ΔΟΡΙΖΑΣ (Ναύπλιο, Άργος). Στρατιώτης Tomaso Doriza αναφέρεται στα σχετικά αρχεία, το 1541 (261:333). Θεόδωρος ιερεύς Δορίζας αναφέρεται, το 1524, στη Ζάκυνθο (104:11).

ΖΑΜΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος). Στις 21 Οκτωβρίου του 1508 προτείνεται από τις Ενετικές Αρχές να ζητηθεί η έγκριση του Πάπα για την εκλογή του Παύλου Zabarella σαν (καθολικού) επισκόπου Ναυπλίου (Reg. IU, φ.48V – 236:268). Ζαβαρέλλας «εκ Παταβίου», βιογράφος του οίκου Sanudo (1207-1371) (162:90). Κάμιλλος Σαμπερόλος εκλέγεται μετά του Θωμά Διπλοβαλάτζη, αντιπρόσωπος των Πισαυρηνσίων, παρά τω Πάπα (1511-1515) (201Α:105).

ΖΕΓΚΙΝΗΣ (Άργος). «Ζεγγίνης πελούκμπασης», από την Κορώνη, απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας το 1811 (20:165). Τουρκιστί zengin = Ο πλούσιος.

ΖΟΓΙΑΣ και ΖΩΓΙΑΣ (Κρανίδι;).

“Noi Gui do Anguiano Signor di Argues et di Napoli… in compenso di boni agradi et acceittabili servitii, che nostro caro et bene amato Kavalier et compagno il Signor di Zoja noi ha fato…” απαλλάσσεται από την υποχρέωση να συντηρεί 4 έφιππους στρατιώτες. Φρούριο του Ναυπλίου Δεκέμβριος 1364. (314:240). Στον Domino Zorzi de Zoia, ευγενή από το Ναύπλιο, παραχωρούνται, το 1545, γαίες αποδόσεως 900 «μέτρων» σιτηρών στο Λασίθι της Κρήτης, για ανταμοιβή των αγαθών, που εγκατέλειψε στη Napoli di Romania (261:412).

ΖΟΥΓΛΗΣ (Χώνικα, Πυργέλα). Ένας Μάρκος Zogli, Capitano Famosissimo μνημονεύεται με δράση στη Θράκη, επί Βαγιαζήτ, περί το 1510 (262:178).

ΖΩΓΡΑΦΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Ένας στρατιώτης Στέφανος Ζωγράφος αναφέρεται σε έγγραφα του Ενετικού στρατού, από το 1531 (261:354). Κυριάκος Ζωγράφος γράφει και μαρτυρεί έγγραφο αγοραπωλησίας το 1762, της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού (49:213).

ΙΑΤΡΟΥ (Άργος, Κοιλάδα, Ναύπλιο). Κλάδος των Μεδίκων της Ιταλίας, εγκατεστημένος στην Αθήνα από τα τέλη του 14ου αι. (163:97, 164:244). Μεδιτζήδες (:ιατροί) αναφέρονται στο Οίτυλο της Μάνης όπου και ολόκληρη συνοικία, το μισό σχεδόν της κωμόπολης λέγεται, ακόμα και σήμερα, «Γιατριάνικα». Οικογένεια αργυραμοιβών, εβραϊκής καταγωγής, αναφέρονται στο Ηράκλειο Κρήτης, μεταξύ 1360-1414 (302).

Από το παλιό βιβλίο του Νικήτα Νήφου-Λάκωνος «Λακωνική Χορογραφία» (εν Αθήναις εκ της Τυπογραφίας Ιωάν. Αγγελόπουλου 1853, σ. 6), σταχυολογούμε τα εξής:

-6-

Περί του Ιατρού

«Αυτός μεν ήταν αδελφέ ο ιατρός εβραίος

Ήξευρε δε ρωμέϊκα καλά ωσάν ρωμαίος

Αυτός αν δε επρόφθανε ήμουν εγώ χαμένος

και εις την γην στα χώματα με τους νεκρούς θαμένος»

από τους στίχους που ακολουθούν φαίνεται ότι η θεραπεία έλαβε χώρα στο Ναύπλιο:

«Η θέρμη ουν εκόπησε η μέση επονούσε

και πέντε μήνες αδελφέ όλο με τυραννούσε

Αφού δε ιατρεύτηκα εις τ’ Αναπλιού το κάστρον

Ένα χρόνο εκάθησα με της αυγής το άστρον».

Η γνώμη ότι οι Ιατροί της Μάνης (Μεδιτζήδες), κατάγονται από τους Μεδίκους της Ιταλίας είναι άτοπος (201α:268). Επώνυμον Ιατρού, μεταξύ εκείνων που είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία στη Χαλανδρίτσα (128). Παναγιώτης Ιατρού αναφέρεται στην Ύδρα το 1820, σε έγγραφο της Κοινότητος (22:351), Μιχαήλ και Διονύσιος Ιατροί, έχουν συστήσει εμπορικήν εταιρεία από το 1818 (συμβόλαιο 9353/15.1.1848 του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος).

ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, cavalieri λέγονταν εκείνοι, που είχαν ιδιόκτητο άλογο. Ίσως το επώνυμο να χρονολογείται από τότε.

ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ (Ναύπλιο). Στη Μεσσηνιακή Μάνη, κοντά στο χωριό Λαγκάδα, υπάρχει ένα μοναστήρι της Παναγίας, που λέγεται «του Καβελλάρη». Η ονομασία πρέπει να είναι παλαιότερη από τη χρονολογία «1673», που βρίσκεται χαραγμένη σε κάποια πέτρα στο μοναστήρι. Λιμπέρης Κ. υπογράφει ομόλογο το 1743 στη Νέδουσα (Μεσ.) (235:106). Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, «κάποτε, τα παιδιά ενός Ιταλού δούκα, που λεγόταν Καβελλάρης, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και κατέφυγαν σ’ αυτή την περιοχή της Μάνης. Ο ένας έγινε γενάρχης της οικογενείας Καπιτσανέα (από το: καπουτσίνος;), και ο δεύτερος έχτισε αυτό το μοναστήρι, του Καβελλάρη».

ΚΑΚΑΡΟΥΚΑΣ (Κρανίδι). Αναφέρεται, μεταξύ των στρατιωτών, στα έγγραφα της Ενετικής Γερουσίας, το 1482 (260:29). Χωριό της επαρχίας Γαστούνης (64:452). Μεταξύ των εγγράφων της Μ. Λουκούς, αναφέρεται: διαθήκη μοναχού Γρηγορίου Κακαρούκα, και πωλητήριο Αγγελίνας Γεωργάκη Κακαρούκα (1817) (61:187). Το όνομα είναι αλβανικό και σημαίνει: κακοκυλημένος (202:192).

ΚΑΚΟΥΡΟΣ (Αχλαδόκαμπος). Στρατιώτης Nicolo Cacouri απαντάται από το 1556. (262:174).

ΚΑΛΑΒΡΟΣ (Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται, από το 1080, σε έγγραφο της Μονής Ιβήρων (28:130). Τοπωνύμιο παρά την Κίττα Μάνης: «Άη Γεώργης στον Καλαβρό». Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά (318:38). Τοπωνύμιο «στ’ Καλαβρέζ»: στο χωριό Μελισσουργοί της Ηπείρου (282:122). Το 1480, ο Γιαννούλης Καλαβρός, PROCURADOR της επισκοπής Ναυπλίου, δανείζει στον Bartolomeo Minio, PROVEDITOR E CAPITANO a Napoli di Romania, υπέρπυρα CCL (=250) (250:132). «Δημήτρης του Καλαυρού»: το 1509, στο Ναύπλιο (154:274). Σεβασμία Πελαγία, ηγουμένη της μονής της Παναγίας Della Grotta στο Ναύπλιο και χήρα του ποτέ Δαμιανού Καλαυρού: αναφέρεται το 1543 (261:415). Επώνυμο στρατιώτη (1547), καταγόμενου Da Napoli Di Romania (260:455). Νικολός Καλαβρός: συνυπογράφει, το 1679, την «κόποια των υπαρχόντων της αγίας Μονής του Παναγίου Τάφου στο Ναύπλιο» (309:256). «Περιβόλι του Καλαβρού»: στη Χάλαντρη Νάξου, αναφέρεται σε συμβόλαιο του 1654 (93:101). «Καλαβρής»: αναφέρεται στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (1605) (126:φ17 σελ. β).

ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ (Άργος). Ένας Καλαφάτης αναφέρεται στην Κορώνη, το 1707 (183:55).

ΚΑΛΚΟΥΝΟΣ (Ναύπλιο, κ.α.). «Γερογηάνις Καλκούνης από τον Πύργο»: αναφέρεται σε σημείωση επί του βιβλίου «Μέλισσα» (με χρονολογία 1725) της μονής Κατερινού Μακρυνείας (μητρόπολις Αιτωλίας και Ακαρνανίας) (218:146).

ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ (Άργος). Στρατιώτης Ιωάννης Καλογεράς του ποτέ Δημητρίου Da Napoli Di Romania: αναφέρεται το 1556, στα Ενετικά Αρχεία (262:79). Επίσης, Κων/νος του Δημητρίου Calogiera, Da Napoli Di Romania, το 1567 (262:120). «Μιχαήλ Καλογεράς»: μεταξύ των φυγάδων Αθηναίων, παρουσιάζεται στις Ενετικές Αρχές της Κορώνης και ζητά σπίτι να εγκατασταθεί (Αύγουστος 1689) (162:201). Ευστάθιος Καλογεράς: δάσκαλος του γιου του Αλή πασά, στα Ιωάννινα (277:26). Το επώνυμο απαντάται, επίσης, στην Ύδρα το 1807 (19:40).

ΚΑΜΙΖΗΣ (Κρανίδι). «Ο Ισαάκιος, ίνα καταπολεμήση την στάσιν του Βρανά (1187), ηναγκάσθη να δανεισθή σπουδαία ποσά παρά του πρωτοστράτορος Μανουήλ του Καμύτζη» γράφει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (142:492), (255:379).

Για τον ίδιο Καμύτζη, ο Σπ. Λάμπρος συνεχίζει: «…Εις ταύτας τας τοπικάς στάσεις, προσθετέα ίσως και η τυρρανίς του Μανουήλ Καμύτζη όστις ετάραττε την καθεστώσαν τάξιν μετά του γαμβρού αυτού του Βλάχου Χρυσού, και δη ούτοι:

»αφιστώσι τα πόρωθεν, διεκπίπτουσι Τεμπών των Θεσσαλικών, των πεδιάδων επιλαμβάνονται, παρακινούσι την Ελλάδα, παλίμβολον τιθέασιν την Πέλοπος».

(142:535). «Οικία του Καμίτζη» αναφέρεται στην Κεφαλονιά, προ του 1262 (318:47). Μονή Καμύτζιανης στα Ιωάννινα, Καμήσια λέγονται στην Ήπειρο τα μαυρομάτικα φασόλια (220:169). Καμίτζης, στη Ζάκυνθο, το 1611 (120:φ20 σελ. β). Camichi: γένος πτηνών (230:945). Καμίτζης: οικογένεια στους Γοράνους της Λακωνίας (72:812).

ΚΑΜΠΙΤΗΣ (Άργος, 1844). Κατηγορία στρατιωτών του Ενετικού στρατού. Οι “Vecchi Stratioti de questo Territorio (Di Napoli Di Romania), chiamati Cambites”.

(: Οι παλιοί στρατιώτες αυτής της περιοχής, της Napoli Di Romania, οι αποκαλούμενοι Καμπίτες) (259:191). «Καμπίτες», επίσης ελέγοντο οι Αλβανοί, που εγκαταστάθηκαν σε τόπους πεδινούς.

ΚΑΝΑΚΗΣ (Άργος, 1848). Κανάκης Γεώργιος: στρατιώτης, το 1543, στον Ενετικό στρατό (261:380). Και βαπτιστικό Κανάκης Πουλομάτης, στο Ναύπλιο, το 1509 (154:273).

ΚΑΝΤΡΕΒΑΣ (Κρανίδι). Στρατιώτης Domenego Candreva: αναφέρεται σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, με χρονολογία 1541 (261:336). Και Chiurca Cantreva, επίσης το 1541 (261:337). Καντρέβα: μικρό χωριό (σημερινή Ασέα) του δήμου Βαλτετσίου (επαρχία Μαντινείας νομού Αρκαδίας), που πιθανόν οφείλει την ονομασία του στους παραπάνω στρατιώτες (185:309). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: συμμαζωμένος (202:194).

ΚΑΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος, Καπαρέλι, κ.α.). Στρατιώτης με το όνομα αυτό αναφέρεται στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261: 353).

ΚΑΠΟΥΡΑΛΟΣ (Άργος, Κεφαλάρι). Το επώνυμο απαντάται στην Αργολίδα το 1548 (262:10).

ΚΑΡΑΒΕΛΟΣ (Άργος). Ένας Leonardus Karavello, βενετός ευγενής, αναφέρεται από το 1403 (256:6).

ΚΑΡΑΚΑΛΟΣ (Ίρια, Δρέπανο, Κρανίδι, Ναύπλιο). Οικογένεια Καρκαλάδες αναφέρεται σε επιστολή Σωφρονίου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, με χρονολογία 1609 (56:224). Η οικογένεια αυτή προέρχεται από τη Δημητσάνα, όπου απαντάται το επώνυμο σαν Καράκαλος ή Καρκαλάς, που είναι το ίδιο (56:227). Πιθανόν να πρέπει να συνδεθεί με το Βενετσιάνικο επώνυμο Caracala, που εμφανίζεται στην περιοχή της Napoli Di Romania τουλάχιστον από το 1542 (261:363, 261:366). Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στη Ναυπλία. Τοπωνύμιο «της Καρκαλούς»: βόρεια από τη Δημητσάνα. Τοπωνύμιο στο χωριό Μύλοι (Περιβόλια) Τριφυλίας (313:150). «Καρκαλούσα» = η ελονοσία, τπνμ. στο χωριό Λαδά της Μεσσηνίας.

ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΑΣ (Ασίνη). Ένας «περίδοξος οπλαρχηγός Καρμανιόλα» εκτελείται από τους Ενετούς, το 1432 (176:266). Carmaniola, ενετός στρατηγός εικονίζεται σε τοιχογραφία του Αντων. Βασιλάκη στο Palazzo Ducale στη Βενετία, δεύτερο ήμισυ του 16ου αι. (201Α:165).

ΚΑΡΟΥΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΤΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΝΤΖΟΣ και ΚΑΡΟΥΖΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). «Αλεξ. Καρούσος», νομομαθής, μεταβαίνει από την Κεφαλονιά στη Βενετία για να υποστηρίξει κάποιο εκκλησιαστικό θέμα στο δεύτερο ήμισυ του 17ου αι. (294:71). «Ευστάθιος Καρούσος», αγιογράφος (1756) στην Κεφαλονιά (105:23). «Ιωάννης Βαπτιστής Καρούσος» αφιερώνει εικόνα του Ιωάννου Προδρόμου στο ναό του Αγ. Γερασίμου, στο Κάστρο της Κεφαλονιάς το 1798 (105:22). Μία κόρη της οικογένειας Καρούτσου, την Κατερίνα, από το Άκοβο της Μεσσηνίας, παντρεύτηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η οικογένεια Καρούτσου υπήρχε, μέχρι πρότινος στο Άκοβο. Πολλά ονόματα Καρούσου σε κατάλογο μελών του Συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς (1593) (201). Caruso λέγεται στα ιταλικά, ο εργάτης μεταλλείων θείου, στη Σικελία.

ΚΑΡΩΝΗΣ (Ναύπλιο). Σε παλιό κατάστιχο του Δημ. Καρώνη γραμμένο περί το 1880 αναγράφεται ότι παλαιότερα το επώνυμο της οικογενείας η οποία κατάγεται από τα Αχούρια της Τριπόλεως, ήταν Κουτσόπαπας, και ότι στις αρχές του αιώνα μετονομάστηκαν σε Καρώνης.

ΚΑΣΝΕΣΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτης μ’ αυτό το επώνυμο αναφέρεται το 1482, στις τάξεις του Ενετικού στρατού (259:200). «Οικογένεια Κανιώση ή Κανέση»: στη Ζάκυνθο, διατηρούσε τη μονή της Πικριδιώτισσας, στα τέλη του 15ου με αρχές 16ου αι. (104:66).

ΚΑΤΣΑΙΤΗΣ (Ναύπλιο). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης»: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1564 (262:107). «Ευαγγελινός Κατσαΐτης, γιος του Σοφιανού και της Λάουρα Ασσάνη»: σημειώνεται μεταξύ εκείνων, που φοίτησαν στο Ελληνομουσείο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, κατά τα έτη 1610 – 1730. Ο Ευαγγελινός Κατσαΐτης είχε γεννηθεί το 1646 (294:416). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης», λεγόμενος «Μανταλάς», βιβλιογράφος, υπογράφει εκκλησιαστικό βιβλίο (στιχηράριον): «Ετελιώθηκε εις τας 1176 Δεκεμβρίου 2 και το έγραψα εγώ ο Πέτρος αναγνώστης Κατσαΐτης λεγόμενος Μανταλάς» (3:332). Επειδή τοπωνύμιο «του Μανταλά» σώζεται ακόμα στην περιοχή του χωριού Κούτσι (Αργολικό) της Ναυπλίας, και επειδή ένας Πέτρος Κατσαΐτης είναι και ο συγγραφέας του γνωστού θρήνου για την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1715, παρ’ όλο που υπάρχει μια διαφορά 60 ετών στις δύο χρονολογίες, συγχωρείται ενδεχομένως η υπόθεση ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο (88:286). Το επώνυμο «Μανταλιάς» συναντάται ακόμα σήμερα στη Ζάκυνθο. Περισσότερα (293:229-2).

ΚΑΤΣΑΡΗΣ (Άργος 1854, Πόρτο Χέλι). «Κάτζαριν» ναύκληρον που ταξίδευε στα νερά της Ανατολικής Πελοποννήσου (Μονεμβασία) μνημονεύει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (13ος αι.) (142:137). «Μιχαήλ Κατσάρης», Bombardier, αναγράφεται το 1545 στα έγγραφα του Ενετικού στρατού (259:283). Μητροφάνης Κάτζαρης, το 1624, νοτάριος στην Κεφαλονιά (Ανέκδοτος Κώδικας μονής Αγ. Παρασκευής Ταφιού (Κεφαλονιά) φ. 24).

ΚΑΤΣΙΚΗΣ και ΚΑΤΣΙΚΑΣ (Άργος 1849, Ναύπλιο). Όνομα στρατιώτη του Ενετικού στρατού, χρονολογούμενο από το 1543 (261:378). Ένας «Γιάννης Κατσίκης», υπηρέτης του πασά Ασουμάν (Οσμάν;) των Ιωαννίνων, φονεύεται από τους οπαδούς του Διονυσίου (του Σκυλοσόφου), το 1611 (191:83). «Κατσικά», ονομασία χωριού των Ζαγορίων Ηπείρου (135:7). «Κατζήκας» υπογράφει έγγραφο που βρίσκεται στο αρχείο της μ. Ελώνης (67:118). Οικογενειακό επώνυμο στην Αρτσίστα Ζαγορίων (136:197).

ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ (Άργος, Κοφίνι, Πασά). Anagnosti Calogheraki Cheramidi, από τη Ζαρνάτα της Μάνης. Το επίθετο αναφέρεται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118). Συμβολαιογράφο «Κεραμίδη» συναντούμε, το 1697, στην Αργολίδα (119). Ονομασία χωριού στα Ζαγόρια Ηπείρου (132:75). «Κεραμίδης» στο υπ’ αριθ. 3668, -Νοέμβριος 1845-, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Αναστ. Μαυροκεφάλου, (Ανέκδοτο Αρχείο συμβολαιογράφου Ν. Ντόκου).

ΚΛΑΔΟΥΡΗΣ και ΚΛΑΔΟΥΡΑΣ (Άργος κ.α.). Αναφέρεται στρατιώτης «Μανώλης Δημητρίου Claduri» σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:355). «Acladuri» αναφέρεται σε κατάλογο πολιτών από τα Χανιά Κρήτης, που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, τον 17ο αι. (158:454).

ΚΛΙΑΣΟΣ (Άργος). Στρατιώτης «Δημήτριος Κλιάστος» αναφέρεται σε έγγραφα του 1541 των Ενετικών Αρχών (261:356). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: κλαψιάρης (202:194).

ΚΟΚΚΙΝΟΣ (Ναύπλιο). «Δημήτριος και Γεώργιος Κόκκινος»: στρατιώτες, αναφέρονται από το 1541 (261:353). Τοπωνύμιο «του Κόκκινου», στο χωριό Κόκκινο της Πυλίας (313:159). «Γεώργης Κόκκινος» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο του 1798, στο Λεωνίδιο (178:305).

ΚΟΚΟΤΟΣ (Άργος, 1877). «Θεόδωρο Cocoto» συναντούμε στρατιώτη στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261:347). Τοπωνύμιο στο χωριό Καρβούνι Τριφυλίας (313:161).

ΚΟΜΑΣ (Ερμιόνη). Σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1549, αναφέρεται ένας «Theodosio Coma», στον οποίο χορηγήθηκε μια αποζημίωση 20 δουκάτων (262:23).

ΚΟΜΙΝΗΣ (Ναύπλιο, 1858). Στρατιώτης Cominus απαντάται από το 1492 (260:49).

ΚΟΝΤΟΣ (Ναύπλιο κ.α.). Κόντος ονομαζόταν ο ένας από τους τρεις παιδαγωγούς, που συνόδευσαν τον Μιχαήλ, γιο του Θωμά Παλαιολόγου, δεσπότη του Μορέως, στη Ρώμη, και αργότερα τον συμβούλευσε να καταφύγει στον Μωάμεθ (1465) (152:38). Κόντος ή Κοντός αναφέρεται στρατιώτης, το 1506 (260:81). «Μαρίκος Κόντος» υπογράφει, ως μάρτυς, έγγραφο του μετοχίου του Παναγίου Τάφου (της Αγιά-Μονής), το 1679 (309:257). Τοποθεσία «του Κοντ»: στην Άνω Βίτσα παρά τον αγρό του Κόντου (268:197).

ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης «Ιωάννης Κορωναίος» αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, το 1530 (260:148). «Γεώργιος Κωρονέος» αναφέρεται στο «Πρακτικόν κλπ.» της Εκκλησίας Κεφαλληνίας, το 1262 (318:29).

ΚΟΣΜΑΣ (Άργος). Ονομασία χωριού της Κυνουρίας, πάνω στον Πάρνωνα. Σε έγγραφο του Ενετικού Συμβουλίου με χρονολογία 4 Μαρτίου 1571 αναγνωρίζονται μεταξύ των Capitani της Μάνης και ο «Cosma Dimitri», και μεταξύ των πρεσβευτών ο «Antonio Cosma», που ίσως έχουν κάποια σχέση με τους ιδιοκτήτες της περιοχής της Κυνουρίας, που πήρε και το όνομά τους (185:310). Ένας «Κοσμάς», καταγόμενος από την Κορώνη, αναφέρεται το 1514 (183:56). «γεόργιοσ κοσμάσ» συνυπογράφει με άλλους αναφορά προς τις Ενετικές Αρχές, το 1694. Μετά την εγκατάλειψη των Αθηνών από τον Μοροζίνη (Μάρτιος, 1688), ένας ωρισμένος αριθμός Αθηναίων παρακολούθησε τους Ενετούς στο Ναύπλιο. Ένας από τους φυγάδες αυτούς ήταν και ο «γεόργιοσ κοσμάσ». Με το έγγραφο, υποδείκνυαν τον Μπεναλδή σαν κατάλληλο δάσκαλο των παιδιών τους, στην Πάτρα (189:85). «Κοσμάς Αντρέας» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο στη Ζάκυνθο το 1706 (126:φ88). «κγοσμάς ιερομόναχος ο μοραΐτης» υπογράφει πρωτόκολλο παραλαβής του λειψάνου της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης στις 13 Απριλίου 1725 στην Κέρκυρα, ως καθηγούμενος του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης (157:466). «Γεώργιος Κοσμάς, τρομερός κλέφτης και απόγονος κλεφτών» από το χωριό Αετός Τριφυλίας, συνόδευε τον Γιάννη Κολοκοτρώνη (Ζορμπά) στην επίθεσή του, το φθινόπωρο του 1805, εναντίον του πρωτοσύγκελλου Άνθιμου Ανδριανόπουλου (177:98, 45:121, 72:717). «Γκίκας του Κοσμά» αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας το 1802 (17:314).

ΚΟΥΖΗΣ και ΚΟΥΤΣΗΣ (Φούρνοι, Δίδυμα). Απαντάται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1482 (260:28, 260:76, 260:111, 260:151, 261:353, 261:344, 261:361, 261:362, 261:388). Επώνυμο στρατιώτη, από το 1542 (261:361). Απαντάται συχνά, στον κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126). «Κούτσι»: χωριό της Β. Ηπείρου, και της Αργολίδας.

ΚΟΥΡΤΕΣΗΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτες «Ανδρέας και Νικολός Cortessis» αναφέρονται σε έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1541. Καταγόντουσαν από την Μονεμβασία (261:352). Χωριό της Ηλείας. Τοπωνύμια «Κορτέση» στα χωριά: Κόκκινο Πυλίας, Βαριμπόμπη (Μοναστήριον) και Τρουκάκη (Πανόραμα) Τριφυλίας (313:168). «Γεώργιος Κουρτέσης ο Σχολάριος» λεγόταν και ο πρώτος διορισμένος από τον Μωάμεθ Β’ πατριάρχης Κ/πόλεως Γεννάδιος.

ΚΟΥΤΟΥΒΑΛΗΣ (Ερμιόνη). «Δημήτριος Κουτούβαλης», στρατιώτης, αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών, από το 1535 (260:166). «Avocato fiscal Dr Co, Lorenzo Cottuvoli» αναφέρεται από τους Ενετούς συνδίκους εξεταστές του Μορέως, σε έγγραφό τους του 1704 (145:815). «Σωφρόνιος Κουτούβαλης», επίσκοπος στην Κεφαλονιά το 1782 (294:67). Σημαντική οικογένεια στη Ζάκυνθο, τουλάχιστον από το 1610 (126:φ. 20 σελ. β).

ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ (Ναύπλιο). Απαντάται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118:426, 436). Τοπωνύμιο στη Λιγούδιστα (Χώρα) Τριφυλίας (313:170). Τοποθεσία στη Λαγκάδα Κόνιτσας (283:224).

ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Παλ. Επίδαυρος). «Nichiforo Chiriachi» από την Κέρκυρα μνημονεύεται το 1554 (262:64). Ίσως να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς κλάδους, της ιδίας πιθανόν οικογένειας. Γιατί, όπως γράφει ο Λ. Βροκίνης, εκείνοι που ακολούθησαν τους Ενετούς, όταν αυτοί εγκατέλειψαν το Ναύπλιο το 1540, ανερχόντουσαν σε 1200, και η περιοχή Επιδαύρου, τότε, περιλαμβανόταν μέσα στα όρια της Napoli di Romania (46:247). Οικογενειακό επώνυμο «Κυργιάκου» στο χωριό Φραγκάδες Ηπείρου (131:243).

ΛΑΚΙΩΤΗΣ (Άργος). «Καπετάν τενετες νάτζος λακιοτης» υπογράφει, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την αυτοκράτειρα της Ρωσσίας Αικατερίνη Β’, από την Παλαιά Ήπειρο, περί πολεμικής συνεργασίας κλπ. (177:102).

ΛΑΛΙΩΤΗΣ (Βιβάρι Ναυπλίου). Στα Ενετικά Αρχεία απαντούμε στρατιώτες Pelegrin και Theodoro Laloti da Napoli di Romania σε έγγραφο του 1542 (261:374). Χωριό της Κορινθίας (64:458). «Βουνό του Λαλιώτη»: τοπωνύμιο στο χωριό Φαγιά Ζακύνθου (104:113).

ΛΕΚΑΣ (Άργος, Ναύπλιο κ.α.). Βαπτιστικό όνομα πολλών στρατιωτών, κυρίως αλβανικής καταγωγής, αλλά και επώνυμο. Σε «θύμηση» επί ευαγγελίου της μονής Βίτσης (Δωδώνη Ηπείρου) αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του ένας «Γεώργιος Λέκας» ποστέλνικος (ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών), το 1626, καταγόμενος από τα Ιωάννινα (267:107). «Ράχη του Λέκα», στο χωριό Σιδερόκαστρο Τριφυλίας και Αλή-Τσελεπή (Κάτω Σαμικόν) Πυλίας (313:178).

ΛΙΟΝΤΑΣ (Κρανίδι, 1851). Ένας Zorzi de Londa, Zitadin de questo luocho (: Thermissi, Castri et Vorsicha) αναφέρεται σε έγγραφο με χρονολογία 15 Απριλίου 1480, του Bartolomeo Minio προς την Ενετική Σύγκλητο (259:119). Σε έγγραφο του 1545, αναφέρεται ο Domino Franco de Londa cittadino nobile da Napoli di Romania και τα παιδιά του Nicolo και Andrea (261:408). Theodosio da Londa cittadino nobile da Napoli, σε έγγραφο του 1545 (261:414), επίσης Manusso Londa και τα παιδιά του Zorzi και Antonio, σε έγγραφο του 1552 (262:41).

ΛΟΥΜΗΣ (Κρανίδι, 1863). Αλβανικό βαπτιστικό όνομα. Απαντάται στους στρατιώτες Lumo Renessi, το 1504 (258:60) και Lumi Prifti, το 1541 (261:337), όπως ασφαλώς και σε άλλους. «Λούμη»: χωριό της περιοχής Σέρβου Γορτυνίας (185:312).

ΛΥΓΟΥΡΙΑΤΗΣ (Άργος 1892, Κούτσι (Αργολικό), Ναύπλιο 1853). Στρατιώτης Nicolo Liguriati da Napoli di Romania απαντάται, το 1542, σε Ενετικά έγγραφα (261-:374). Το επώνυμο απαντάται σε έγγραφα της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού Κυνουρίας, το 1780 (49:233).

ΜΑΤΖΑΒΡΑΚΟΣ (Ναύπλιο, Ίρια). Στον Γεώργιο Maravracco (γρ. Mazavracco;) πρόσφυγα από την Αθήνα, παραχωρείται εγκατάσταση στα χωριά Cari (;) και Zorzi (;) από τις Ενετικές Αρχές (162:330).

ΜΕΝΤΗΣ (Άργος). Ένας Medin αρχηγός του Κροατικού τμήματος που έλαβε μέρος στην υπεράσπιση του Παλαμηδίου αναφέρεται στην έκθεση του Daniel Dolfin (1715). Ένας Μεντής, διάσημος ιππέας από το Άργος σκοτώνεται έξω από την Αθήνα κατά την Επανάσταση.

ΜΕΞΗΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι, Πόρτο Χέλι, Τολό). Στρατιώτης Meza (Μέξα) αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1473 (260:12). Το επώνυμο απαντάται στις Σπέτσες από το 1803 (18:5).

ΜΗΛΙΩΤΗΣ και ΜΥΛΙΩΤΗΣ (Ναύπλιο). Επώνυμο στρατιώτη, το 1544 (261:391). Τοπωνύμιο «του Μηλιώτη» στην Πυλία Μεσσηνίας (313:196). «Χάνι του Μηλιώτη»: βορεινά από τα Φίχτια Αργολίδας. Νικηφόρος Μηλιώτης, ιερεύς, ιδρύει μοναστήρι το 1660 στη Ζάκυνθο (104:116).

ΜΟΘΩΝΙΟΣ (Άργος). Λέγεται ο από την Μεθώνη καταγόμενος. Απαντάται συχνότατα. Ο αρχαιότερος Μοθωνέος, που συνάντησε ο γράφων, είναι ο στο «Πρακτικόν της εκκλησίας της Κεφαλληνίας κλπ.» αναφερόμενος προ του 1262 (318:29).

ΜΟΙΡΑΣ (Επίδαυρος). Γιάννης Μοίρας, σε έγγραφο του 1794, στη Ζάκυνθο (126:φ. 117 σελ. β). Βαπτιστικό σε στρατιώτη του Ενετικού στρατού: Mira Bardi, το 1511 (258:19).

ΜΟΥΡΜΟΥΡΗΣ (Άργος, Ναύπλιο) ή ΜΟΡΜΟΡΗΣ, ή Μούρμουρας στις 28 Δεκεμβρίου 1539 αποστέλλονται στη Βενετία δύο Ναυπλιώτες, ο Ιάκωβος Μόρμορης και ο Γεώργιος Ραμουσάτης, για να περιγράψουν την κακή κατάσταση του Φρουρίου και να ζητήσουν βοήθεια (236:273). Στρατιώτης Εμμανουήλ Μόρμορης Ναυπλιεύς μνημονεύεται στα Ενετικά Αρχεία από το 1570 (46:253). Διαπρέπει σαν αρχηγός των επαναστατών της Β. Ηπείρου (1570).

«Ανήρ γενναίος και ειδήμων των εν Ηπείρω τοποθεσιών» (249:164). Το επώνυμο απαντάται πολλές φορές και στον Κ. Σάθα (262:393). «Τζόρτζις μούρμουρις» υπογράφει συμβόλαιο το 1594 στη Ζάκυνθο (104:52). Το επώνυμο απαντάται σε σημείωση στον κώδικα της μονής Χρυσοπηγής Στεμνίτσας, το 1790 (51:329). Δημήτρης Μούρμουρης αναγράφεται σε «κατάλογο των ανθρώπων οπού θα ‘ρθούν οι καλοκαιρινοί λουφέδες απάνου» στην Ύδρα (αχρονολόγητο, αλλά πιθανόν περί το 1804) (18:138).

«Το οικόσημον του εκ Κυδωνίας Κρήτης Ιωάννου Μόρμορη, ιχθύς ασημένιος επί κυανού πεδίου με τρεις χρυσούς αστέρας» (290Α:373).

ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗΣ (Άργος 1849). Το 1464 (4 Φεβρουαρίου), ο Σούμπασης Balaban, άνθρωπος μεγάλης φήμης και συστημένος από πολλούς καπετάνιους, στρατηγούς και προνοητές, προσλαμβάνεται στις τάξεις του ενετικού στρατού (261:1). Ένας Marco Balaban, τούρκος βαφτισμένος χριστιανός, βρίσκεται ανακατεμένος σε μια υπόθεση κατασκοπείας στην Κορώνη, το 1465 (259:74). Τοποθεσία «Μπαλαμπάνα» λίγο πριν φθάσουμε στο Μούχλι. Τοπωνύμιο «του Βαλαβάνη». Οικισμός του Άργους, εγκαταλελειμένος το 1868 (14). Ο Χατζή Γιάννης Εμμανουήλ Μπαλαμπάνος, από τα Ψαρά, υπογράφει πωλητήριο έγγραφο στις 25.7.1797 στο Ζητούνι (Λαμία) (17:282).

ΜΠΑΛΑΦΑΡΑΣ (Άργος). Σε μια Agnese Malafara da Napoli και τα παιδιά της Σωτηριανό και Γιαννάκη, που γεννήθηκαν στο Ναύπλιο, παραχωρείται κάποια θέση στο Ριάλτο της Βενετίας (262:459).

ΜΠΑΡΔΗΣ (Άργος 1851, Δίδυμα). Στα Ενετικά Αρχεία, στρατιώτης Pierro Bardi αναφέρεται το 1541 (261:338). Στρατιώτης Gigni Bardi, το 1544 (261:392). Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Bardi» στο χωριό Βαριμπόμπη της Τριφυλίας (313:321). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει λευκός.

ΜΠΑΣΤΑΣ (Άργος). Επώνυμο οικογένειας στρατιωτών, από το 1512 (260:XIV). Τοπωνύμιο «του Μπάστα» στο χωριό Λογγά της Πυλίας. Όνομα μιας αλβανικής φάρας της νοτίου Αλβανίας αλλά και της Ιταλίας (313:295). Χωριό της Αρκαδίας.

ΜΠΑΤΑΒΟΣ (Ναύπλιο). Μπαταβοί ελέγοντο και λέγονται ακόμα οι Ολλανδοί, που κατάγονται από την Batavia. Το επώνυμο ίσως είναι εθνικής καταγωγής σημαντικό, όπως το Φράγκος, Ρούσσος, Αρβανίτης κλπ. Λαϊκή έκφραση σημαίνει τον ανόητο.

ΜΠΕΛΟΚΑΣ (Άργος). Στις 2 Ιουνίου 1512, αναχωρούν από τη Βενετία τα πλοία ιδιοκτησίας Γεωργίου Ψαρά και Ιωάννου Belocha, που μεταφέρουν εφόδια στο Ναύπλιο (236:268). Μία Κατερίνα Belocha απαντάται το 1548 στα Ενετικά Αρχεία (262:11). Laurenzio Belochio: έχει χαράξει το όνομά του σε μια κολώνα της Αγ. Μονής Ναυπλίου (Bel’ Ochio: αυτός, που έχει ωραία μάτια). Επιτύμβια πλάκα με την επιγραφή: (1630) ΚΥΜΗΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ / ΟΣΙΟΤΑΤΟΥ / ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΜΠΕΛΟΚΑ / ΕΚ ΧΩΡΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ: βρίσκεται εντοιχισμένη στη νότια πλευρά του καθολικού της μονής Αρτοκοστάς Κυνουρίας (13:259). Ο Νικηφόρος Μπελόκας, με το κοσμικό όνομα Νικόλαος, υπήρξε ο ανακαινιστής της μονής, το 1617, όπως αναγράφει σχετικό σιγίλλιο (13:262).

ΜΠΕΝΟΣ (Άργος). Λατινικό βαπτιστικό όνομα, αργότερα και επώνυμο (119). Γεώργιος Μπένος βεβαιώνει έγγραφο, το 1713, στο χωριό Νεζερά της Αχαΐας (291:63).

ΜΠΕΡΚΕΤΗΣ (Πόρτο Χέλι). Στρατιώτης Thodaro Barcheti στην Κεφαλονιά, το 1561 (262:97). Πέτρος Μπερκέτης, μελογράφος, αναφέρεται σε κώδικα του 18ου αι., στη Ζάκυνθο (40:61).

ΜΠΙΜΠΗΣ (Άργος 1873, Επίδαυρος, Χέλι). Ένας Antionio Bibi, μακαρίτης το 1543, κατείχε το αξίωμα «Di Cao di Guarda nel Sextier di S. Marco et di Casonier del cason di Frezaria…” (261Q383). “Στ’ Βρύσ’ τ’ς Μπιμπαίοι»: πηγή της Καστάνιανης Ηπείρου, όπου κατοικούσε ο Μπίμπας (283:226).

ΜΠΟΓΑΣ (Άργος) και ΜΠΟΥΓΑΣ. Χωριό Μπουγά και Μπουγιάτι στην Αργολίδα, αλλά και αλλού, που οφείλουν την ονομασία τους ενδεχομένως σε μέλη της οικογένειας Μπούα. Το όνομα Μπούας αναφέρεται από τον Κ. Σάθα, το πρώτον αν δεν κάνω λάθος, το 1406, ως Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός (256:ΧΧΙΙ). Έκτοτε το επώνυμο επαναλαμβάνεται συχνά. Dιμων Μπουγαc, το 1642, από επιτύμβιο πλάκα μέσα στον καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννου στο Λιβάδι (Καρυάς), στην Λευκάδα. Τοπωνύμιο «Λάκκα του Μπουγά» στο χωριό Αελιάς Ολυμπίας (313:207). Τοπωνύμιο στο Πραστό Κυνουρίας: «στου κυρ Γεωργάκη Μπουγά», σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού, το 1762 (49:213). «Ιωάννης Μπογάς»: υπογράφει σε κατάσταση διανομής λαδιού, στα Ιωάννινα, το 1820 (114:117). Μπουγάς: σε διαθήκη τυ 1638, στη Ζάκυνθο (126:φ55). Διεξοδικότερα με την καταγωγή της οικογένειας Μπούα είχε ασχοληθεί ο Κ. Η. Μπίρης (202:39). Βλέπε και: ExJoannis Coronaei rebus a Mercurio Bua gestis (314:367-370).

ΜΠΟΖΙΚΗΣ (Ερμιόνη). Παλαιά οικογένεια από τη Ζάκυνθο.

ΜΠΟΖΟΝΕΛΟΣ (Άργος, Καρυά κ.α.). Πιθανώτατα πρόκειται περί αναγραμματισμού: ο από την Bologna της Ιταλίας καταγόμενος ή προερχόμενος, ο Μπολονέζος, έγινε Μποζονέλος (229:160).

ΜΠΟΝΑΦΙΝ (Ναύπλιο 1800-1893). Τοπωνύμιο «Μποναφέ» ανάμεσα στα χωριά Πισινώντα και Μουζάκη Ζακύνθου (109:174). Κων/νος Μποναφίς, νοτάριος, απαντάται σε διαθήκη του 1617 στη Ζάκυνθο (126:φ26, 84).

ΜΠΟΝΗΣ (Άργος). «Κώστας Μπόνι» αναφέρεται μεταξύ των οφειλετών στην έκθεση, που υπέβαλαν οι πραγματογνώμονες στις Ενετικές Αρχές, σχετικά με την περιουσία των Μαρουτσαίων στην Άρτα της Ηπείρου, το 1756 (189:63). Ένας Μέτσο Μπόνιος, ιταλικής πιθανόν καταγωγής, αναφέρεται μεταξύ του ανωτέρου προσωπικού της αυλής τυ Αλή πασά (141:33). Ένας Μπόνης, πιθανόν στο Βουκουρέστι, αναφέρεται σε επιστολή του Ι. Νικολόπουλου προς τον αδελφό του Κων/νο, στο Παρίσι (;), το 1818 (92:253). Don Paolo de Bonis: λατίνος κληρικός περί το πρώτο μισό του 17ου αι., στην Κέρκυρα (292:137-9). «Φραγκιάς Μπόνης» αναφέρεται να αγοράζει «ένα κατάλυμα εν Μαράθι Μυκόνου», την 2.4.1676 (233).

ΜΠΟΥΖΑΣ και ΜΠΟΥΖΙΟΣ και ΜΠΟΥΖΟΣ (Κρανίδι, Κιβέρι). Στρατιώτης Stephano Busi μνημονεύεται στις τάξεις του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:338). Τοπωνύμιο «ο Μπούζης» στο χωριό Κάτω Κοπάνιτσα (Καρυαί) Τριφυλίας και Σμαρλίνα (Στόμιον) Ολυμπίας. Το «Μπούζι», «του Μπούζη»: το σημερινό χωριό Ελαία Τριφυλία (313:208). «Νικολής Κωνσταντή Μπούζα» αναφέρεται στο 1809 σε έγγραφο του Αρχείου Ύδρας (19:424). Το επώνυμο είναι ίσως Ηπειρωτικό, γιατί αναφέρεται και αλβανός Ταφίλ Μπούζης μετεπαναστατικά (131:241). Τοπωνύμιο «του Βούζη» (Μπούζη;) στην περιοχή Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) Αργολίδας αναφέρεται στο «Υπόμνημα» του Επισκόπου Ναυπλίου και Άργους Λέοντος, το 1144 (12:15).

ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Πασά (Ίναχος), Ναύπλιο). Στρατιώτης Γκούμας (Ιάκωβος) Μπούκουρας χρονολογείται από το 1511 (261:338). Τοπωνύμιο «του Μπούκουρα» στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:208). Επώνυμο αναφερόμενο μεταξύ των Φιλικών του χωριού Μαγούλιανα (128:339-42). Χωριό Μπούκουρα στην επαρχία Πατρών (64:450). Και συνθηματική γλώσσα στην Ήπειρο: «τα Μπουκουρέικα» (271). Νικ. Μπούκουρας υπογράφει έγγραφο (τουρκικό), το 1818, στην Αλωνίσταινα (69:367).

ΜΠΟΥΡΛΟΣ (Δερβενάκια). Το «χάνι του Μπούρλου» στα Δερβενάκια. Το επώνυμο γνωστό και από το Αργίτικο δημοτικό: «του Μπουρλού μωρή το σαλβάρι σου κλπ.». Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Mburlu» στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίας (313:322). Η λέξη είναι ιταλική και σημαίνει: αστείος.

ΜΩΡΟΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτης Μώρος από την Ναύπακτο, αναφέρεται στο 1563 στα Ενετικά Αρχεία (262:107). Τοπωνύμιο «του Μώρου» στο Σιδερόκαστρο της Τριφυλίας (313:211).

ΝΕΡΟΥΤΣΟΣ (Άργος 1845). Αναφέρεται από τον 15ο αι. (Nerozzo) (88:289-293).

ΝΤΑΝΤΗΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης στον Ενετικό στρατό Ιωάννης Tandi αναγράφεται το 1541 (261:353). Το επώνυμο Tandi αναφέρεται στον κατάλογο των ευγενών από το Ηράκλειο Κρήτης που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα τον 17ο αι. (158:452). Georgius T., κρητικός, εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας το 1638 (238:262).

ΝΤΟΚΟΣ (Κουτσοπόδι, Μύλοι). Ένα επώνυμο που απαντάται σχετικά συχνά στην Αργολίδα, είναι και το Ντόκος. Με κέντρο πιθανόν το Κουτσοπόδι, όπου είναι και πολυαριθμότερο, έχει απλώσει μέχρι τους Μύλους, Κούτσι, Ναύπλιο, και φυσικά και την Αθήνα.

Για την προέλευση αυτής της οικογένειας, ούτε ιστορικά είναι βεβαιωμένο τίποτα, αλλά ούτε και τα μέλη της διέσωσαν κάτι σαν παράδοση. Έτσι, στην αναζήτηση της καταγωγής της, μοιραία θα περιοριστούμε σε εικασίες.

Επειδή τα οικογενειακά επώνυμα δεν παρουσιάζονται τυχαία, αλλά πάντα από κάπου ξεκινούν, μπορούμε να κάνουμε την εξής υπόθεση.

Το επώνυμο Ντόκος, το συναντούμε στην Ήπειρο:

– Ως «Ντόκας», στους αγώνες μεταξύ Λιαλιαταίων και Καραμουραταταίων, περί το 1687 για την «προστασία» του χωριού Διπάλιστα της Ηπείρου, το σημερινό Μολυβδοσκέπαστος.[1]

– Μια Αλεξάνδρα Ντόκου, υπογράφει προικοσύμφωνο το 1803 στα Γιάννενα.[2]

– Το 1820, μνημονεύεται το επώνυμο επίσης στα Γιάννενα.[3]

– Αλλά και τοπωνύμιο στο χωριό Γλανιτσιά της Γορτυνίας.[4]

– Στο Πωγώνι της Ηπείρου.[5]

Οι πληροφορίες αυτές είναι βέβαια λίγες, αλλά μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι την αναζήτηση για την προέλευση της οικογένειας αυτής θα πρέπει να την αρχίσουμε από την Ήπειρο.

Στην περιοχή αυτή, εμφανίζεται στα μέσα του ΙΔ’ αιώνα, ο από το Benevento της Ιταλίας καταγόμενος Γουλιέλμος Tocco (+1275), ο οποίος θεωρείται και ο γενάρχης της μεγάλης οικογένειας των Tocchi, μέλη της οποίας παρουσιάζονται αργότερα σαν δούκες της Λευκάδας, κόμητες της Κεφαλονιάς, αυθέντες της Βοστίτζας, κύριοι της Ζακύνθου, δεσπόται της Άρτας και των Ιωαννίνων.

Η δραστηριότητα της οικογένειας αυτής θα μας απασχολήσει μόνο από τον Κάρολο Tocco I., και μεταγενέστερα, γιατί ο Κάρολος αυτός, στις αρχές του ΙΕ’ αι., βοηθούμενο από τον αδελφό του Λεονάρδο, επεξέτεινε την κυριαρχία της οικογένειας από το Αργυρόκαστρο της Β. Ηπείρου, μέχρι το Άργος.[6]

Όταν πέθανε ο Κάρολος Ι (4.7.1429), άφησε πέντε γιους νόθους, τον Μέμνωνα, «…έναν Μοραΐτη», ο οποίος το 1458 όταν ο Μωάμεθ ο ΙΙ εισέβαλε στην Πελοπόννησο, εμάζωξε πολλούς Μοραΐτες λέγοντας να αντισταθεί του Σουλτάν Μεχμέτ. Και εδιάβη και εστάθη επάνω εις τόπον λεγόμενον Φλιούνι (Πιθανόν το όρος Πολύφεγγον της Νεμάς», «εισέ τόπον δυνατόν. Και ο Σουλτάνος διέβη και επήρε τον Ταρσό». (Γεω. Θ. Ζώρα, η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η Βασιλεία Μωάμεθ Β’ του Κατακτητού, κατά τον ανέκδοτον ελληνικόν Βαρβερίνον κώδικα 111 της Βατικανής Βιβλιοθήκης, ΕΕΒΣ, ΚΒ’ (1952) σ. 263). Τον Ηρακλή, τον Τούρνο, ένας γιος του οποίου, Τζήρνος ή Κύρνος Τόκκος, αναφέρεται στο κείμενο της ειρήνης που σύνηψαν το 1502 η Βενετία και ο Βαγιαζήτ και μνημονεύεται ως κύριος τόπου στη Λευκάδα (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, 1869, σ. 68). Έναν άλλο ίσως Αντώνιο, για τον οποίο πάλι ο Κ. Σάθας, ό.π. σ. 58 γράφει: «Ύστερον», μετά την κατάληψη των νήσων Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Λευκάδος υπό των Τούρκων, «Αντώνιος ο Τόκος», βοηθούμενος υπό του βασιλέως της Νεαπόλεως, κατέλαβεν τας δύο πρώτας νήσους. Πλην οι Ενετοί εξαπατήσαντες και τον Σουλτάνον, ευκόλως εγένοντο κύριοι αυτών (1483)». Και τελευταίο τον Ορλάνδο.[7]

Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, τα παιδιά επειδή ήσαν νόθα, δεν είχαν δικαίωμα στην πατρική κληρονομιά, η οποία περιήλθε στον ανηψιό του Κάρολου, επίσης Κάρολο ΙΙ.

Μικρά κτήματα των πατρικών κτήσεων στην Ακαρνανία παραχωρήθηκαν στον Ηρακλή και στον Τούρνο, οι οποίοι εμφανίζονται αργότερα να συνεχίζουν τις προσπάθειές τους για να τα καταλάβουν (6-79). Στον Μέμνωνα παραχωρήθηκαν κτήματα στο Μοριά, και εμφανίζεται το 1436 ως κύριος της Κερπινής των Καλαβρύτων (7-530).

Για τους άλλους δύο δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Τα ίχνη τους χάνονται μέσα στον Τουρκικό Στρατό που είχε ενσκήψει στον ελληνικό χώρο, και στον οποίον κατέφευγαν τότε όλοι οι δυσαρεστημένοι. Η τελευταία αυτή πληροφορία, ότι ο Μέμνων Τόκκος, τελειώνει την παρουσία του στην ιστορία, σαν αυθέντης της Κερπινής, οδηγεί στην υπόθεση ότι αν υπήρχαν ακόμη στην Κερπινή, αναμνήσεις, παραδόσεις ή υπολείμματα των οικογενειών των Τόκκων, ήταν πολύ πιθανό, να μπορούσε να βρεθεί κάποιος σύνδεσμος ανάμεσα στους Τόκκους της Κεφαλονιάς-Ηπείρου, με τους Ντόκους της Αργολίδας.

Πράγματι, σε μια επίσκεψη, το Πάσχα του 1982, στην Κερπινή των Καλαβρύτων διαπιστώθηκε ότι, στο γειτονικό χωριό, το Ορεινό Βυσοκά, που βρίσκεται όμως μέσα στα όρια της Κερπινής, –σήμερα έχει εγκαταλειφθεί και κάτοικοί του κατέβηκαν στο Βυσοκά (Σκεπαστό)–, σώζονται ακόμη 4 οικογένειες με το επώνυμο Ντόκος.

Βέβαια κανείς δεν ήξερε κάτι για την καταγωγή τους. Αλλά όλοι απέκλεισαν την πιθανότητα να είχαν ανέβει εκεί επάνω, –τον χειμώνα τα χωριά αυτά είναι αποκλεισμένα από τα χιόνια–, από τον Αργολικό κάμπο. Θεώρησαν πιθανότερο, οι Ντόκοι του Άργους να προέρχονται από τους ορεινούς Ντόκους των Καλαβρύτων, όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά με τους «χειμαδιώτες», που σιγά-σιγά εγκαθίστανται στον κάμπο, εγκαταλείποντας την ορεινή αλλά σκληρή γενέτειρα.

Η παρουσία αυτή των Ντόκων στην Κερπινή, ίσως είναι μία ένδειξη, πολύ πιθανή κατά τον γράφοντα, για τη συγγένεια Τόκκων και Ντόκων, αλλά βέβαια δεν είναι απόδειξη. Χρειάζονται κι άλλες πληροφορίες, οι οποίες σήμερα δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό και η πάρα πάνω υπόθεση, όσο ωραία και αν είναι, παραμένει πάντα υπόθεση (139:70).

ΞΙΑΡΧΟΣ (Καρυά, Κρανίδι). Ένας Conte Xarcho… fuggito de Turchia μνημονεύεται στο στρατόπεδο της Zara, το 1503, στα Ενετικά Αρχεία (260:71, κ.ε.). Οι Ενετοί της Επτανήσου, όταν έλεγα TURCHIA, εννοούσαν και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Νικόλαος Έξαρχος, πρωθιερέας, γεννημένος γύρω στα 1730-40, ήταν πρό-παππος του Ι. Λαμπρίδου (133:θ’). Κων/νος Ξάρχος, «εκ χώρας Πραστού», ανακαινίζει την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Ρεοντινού (1689) (49:202). «γηοργουλη και θαναση και επηληπι ξηαρχεοι» βεβαιώνουν σε πωλητήριο έγγραφο του 1812 (69:375).

ΞΥΠΟΛΙΑΣ (Άργος, Λιγουριό Ναύπλιο) και ΞΥΠΟΛΗΤΑΣ (Κρανίδι). Sipolisias Δημήτριος και Θεοδώρα, από την Μονεμβασία, αναφέρονται το 1547 στην Napoli di Romania (261:439).

ΞΥΦΤΕΡΗΣ (Κρανίδι). Στους Ενετικούς καταλόγους, μεταξύ εκείνων που πήραν κάποια αμοιβή για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν, αναφέρεται και ο Alessandro Xifiteri da Napoli, το 1545 (261:411).

ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ναύπλιο). Ενετός πρόξενος στην Άρτα το 1765, απαντάται ο από την Κρήτη καταγόμενος Μοσχονάς Πάγκαλος (184:292). Νικόλαος Πάγκαλος στέλνεται στην Τεργέστη και από εκεί στην Πετρούπολη σαν πρεσβευτής της Ύδρας, το 1789 (17:28). «Μάστρο Δούκας Πάγκαλος» σε έγγραφο του 1644, στη Ζάκυνθο (104:11). Οικογένεια Παγγάλων, ενετικής καταγωγής, σημειώνεται στην Τζιά (Κέα) (303:203).

ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΗΣ (Ναύπλιο). Γενάρχης του Παλλαβιτσίνη της Ελλάδας θεωρείται ο Γουΐδων Παλλαβιτσίνη (1204), μαρκίων της Βοδονίτζης (87:475). Κατόπιν, όμως, εμφανίστηκαν και άλλοι: Alberto Pallavicini, μαρκήσιος της Βοδονίτσας, μνημονεύεται το 1310 (319:280), και το 1570 ο Σφόρτσα Παλαβιτσίνης, βενετός αρχιστράτηγος (299:278). Οικογένεια ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΟΥ, το 1675, στη Ζάκυνθο (82:505).

ΠΑΝΑΡΙΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Εκτός από τα χωριά Παναρίτη της Ναυπλίας, Κορινθίας, Αχαΐας, Βορείου Ηπείρου, υπάρχει και στρατιώτης στα Ενετικά Αρχεία, προ του 1511, με το όνομα Panariti (Πανάρετος;) (260:97).

ΠΑΝΤΟΤΗΣ (Άργος). «Αλεξαντρής Πανδεότης» αναφέρεται δημόσιος νοτάριος σε έγγραφο του ολή (1538), στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126:φ. 2 σελ. β). Στην οικογένεια υπάρχει η παράδοση ότι έχουν έρθει από την Ιταλία.

ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ (Άργος). Στο χωριό Άκοβο της Μεσσηνίας απαντάται, το 1659, οικογένεια με το παρεμφερές επώνυμο Πραβάντο, μέλη της οποίας υπογράφουν επιστολή προς τον Μοροζίνη (91:245). Θα μπορούσαν, πιθανόν, να συσχετισθούν με τους Παραβάντηδες του Αχλαδόκαμπου και του Άργους. Παράβαντα, επίρρημα στην Κάρπαθο, σημαίνει πλαγίως. (198:300).

ΠΑΣΧΑΛΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτες με το επώνυμο Πασχάλης απαντώνται στα Ενετικά Αρχεία οι εξής: Zorz P. το 1541 (261:353), Ανάργυρος Π., da Napoli di Romania το 1553 (262:44), Ιωάννης Π., da Thine (Τήνος), επίσης το 1553 (262:36). Πασχάλης απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1806 (18:358).

ΠΑΤΡΙΝΙΟΣ (Ναύπλιο). Ένας Zuane Patrino, Ηπειρώτης, αναφέρεται, από το 1575, στο Μητρώο της Αδελφότητος Αγίου Νικολάου στη Βενετία (189:242). «Πατρινιά χωράφια» στα Λαγκάδια της Γορτυνίας (16). Αναγνώστης Πατριναίος, το 1797, πιθανόν από την Σμύρνη (15:474). «Δημ. Πατρινός με 50 ανθρώπους» αναφέρεται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1803 (18:79, 31:232).

ΠΑΧΥΣ (Ναύπλιο). Ιωάννης Παχύς στασιάζει εναντίον του αυτοκράτορα Αλεξίου ΙΙΙ κατά το 1198 (142:520). Ένας Κανάκης Παχύς υπογράφει την «κόποια των υπαρχόντων της Αγίας Μονής» το 1679 (309:256). Ένας Zorzi Pacchi da Ma-Ivasia αναφέρεται στα Κύθηρα τον 13ο αι. (259-:301). Παναγιώτης Παχύς αναγράφεται μεταξύ των «οικοκυραίων» της νήσου Ύδρας (19:40). Παναγιώτης Παχύς αναφέρεται σε επιστολή των προεστών Σπετσών το 1816 (21:255). Τζαννέτος Παχύς αναφέρεται σε «μρικοπαράδοση», το 1706 στη Ζάκυνθο (126:φ88).

ΠΕΒΕΡΕΤΟΣ (Άργος, Δαλαμανάρα). «Ποβερέτου Κεφαλλήνος Λόγος επιφανηματικός κλπ.»: έγγραφο του 18ου αι. (156:471). Ένας Πρέβετος Γεώργιος, από τη Ζάκυνθο, εγκαθίσταται στην Τεργέστη το 1740 (298:371). Το επνμ. αναγράφεται συχνά ως Μπεβερέτος στο υπ’ αριθ. 205/30.7.1841 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμ/φου Ναυπλίου Α. Κ. Ελαιώνος.

ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ (Ναύπλιο). Περπινιάνης Γεώργιος, δυτικός επίσκοπος Τήνου (1594-1616) (285Α:57). ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ Σάντος, αναγράφεται σε συμβόλαιο υπ’ αριθ. 88 22.5.1841, του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος. Προφανώς ο από το Περπινιάν της Γαλλίας καταγόμενος. Χωριό Πέρπενη στη Λακωνία.

ΠΙΚΟΣ και ΠΙΚΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Αναφέρεται Παναγιώτης Πίκος, φιλικός στη Μολδοβλαχία (1817) (209:69).

ΠΙΠΕΡΟΣ (Άργος, κ.α.). Ο Andreas Piperi cretensis, δηλ. κρητικός, εγγράφεται το 1707 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. (237:125).

ΠΙΤΣΑΣ (Επίδαυρος, Κρανίδι, Ναύπλιο, Χέλι). Χωριό στην Αχαΐα. «Ο Πιτσάς»: τοπωνύμιο στο Σιτοχώρι της Τριφυλίας (313:337). «Μήτρος Πιτζάς», το 1806, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (18:358). «Λάζαρος Πιτσάς», το 1811, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (20:164). Πίτσης, το 1675, «εξ Αργολίδος», αναφέρεται από τον Η. Τσιτσέλη (294:253).

ΠΛΑΤΑΝΙΤΗΣ (Άργος 1869). Βρετός Πλατανίτης da Napoli di Romania απαντάται, το 1557, στον Ενετικό στρατό (262:81). Ομώνυμο χωριό κοντά στο χωριό Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) της Αργολίδας. Αναγνώστης Πλατανίτης αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας, το 1802 (17:314).

ΠΡΙΦΤΗΣ (Άργος). Πολλοί στρατιώτες στον Ενετικό στρατό ονομάζονταν Prifti (: παπάς) (261:337, 353, 356). Χωριό Πρίφτιανι (Μοναστηράκι) στην Αργολίδα. Χωριό και οπλαρχηγός Πρίφτης στη Σαμαρίνα της Ηπείρου, το 1743 (141:17). Πρίφτης υπογράφει συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Αρχείου Νέζου (203).

ΡΑΔΟΣ (Κρανίδι 1884). Χωριό με αυτή την ονομασία, «του Ράδου», βρίσκεται στην επαρχία Ερμιονίδας. Rado: αλβανικό και σλαβικό βαπτιστικό όνομα (: καλός, βλ. και ράδιον), απαντάται στους στρατιώτες Rado Prifti και Rado Renessi, από το 1541 (261:333, 261:358). Ορεινό χωριό της Γορτυνίας.

ΡΑΛΛΗΣ και ΡΑΛΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Η λέξη «Ραλ» είναι αλβανική και σημαίνει: σπάνιος, άτριχος (256:ΧΧVI). Πρώτος με το όνομα αυτό εμφανίζεται στην ιστορία ο Ραούλ ο Λυκοδέρμων, νορμανδικής πιθανόν καταγωγής, κατά τον 11ο αι. Ραούλ Αλέξιος, πρωτοβεστιάριος του Ιωάννου Δούκα Βατάτζη (1222-1254) αναφέρεται από τον Γεώργιο Ακροπολίτη (5:69). Μιχάλης Ράλλης αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1489 (239:162). Βελισάριος Ράλλης αναγράφεται σαν ιδιοκτήτης γαλέρας το 1533 (259:315). Βιβλιογραφία (36:15, 38:139, 37:68, 39:254, 30:217).

ΡΑΧΑΝΙΩΤΗΣ (Άργος, Επίδαυρος, Χέλι (Αραχναίο)). Μήπως το Ραχανιώτης αυτό καλύπτει το Ταρχανειώτης; Γιατί, όπως γράφει ο Κ. Σάθας: «Le poete strathiote (Marulos) quoique s’intitulant Constantinopolitain, il etait originaire de Dume d’Achaïe, sa mere descendait de la célébre maison de Tarchaniotes Argiens seigneurs de Tarchanium (le mont Aracnium des anciens)… » (: Ο Στρατιώτης ποιητής Μάρουλος, παρ’ όλον ότι ετιτλοφορείτο Κωνσταντινουπολίτης, προερχόταν από την Δύμη της Αχαΐας, η μητέρα του καταγόταν από την ένδοξη οικογένεια των Ταρχανειωτών, Αργείων κυρίως του Ταρχανίου, του όρους Αραχναίου των αρχαίων…» (260:IV). Διαμάντε: θυγάτηρ Γεωργίου Τραχανιώτου, μνημονεύεται σε διαθήκη του 1646 στη Ζάκυνθο (106:166). «Στου Ραχανιώτη»: τοπωνύμιο στην περιοχή Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. «Ταρχανιώτης (Ραχανιώτης;)», «μέγας δομέστικος Νικηφόρος ο Ταρχανειώτης, στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός», άντρας της αδελφής του Μιχαήλ VIII του Παλαιολόγου (1261-1283), αναφέρεται από τον Ακροπολίτη (5:60). Φρούραρχος Τζουρουλού επί βασιλείας Ιωάννου Βογάτζη (1222-1254). (255:481). Ταρχάνειον, συνοικισμός παρά τα Κύψελλα της Θράκης, Θεοδοσίου, Μετοχίτου, Πρεσβευτικός, (251:161). Μιχαήλ Μάρουλος Ταρχανειώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεως, (77Α:200-242).

ΡΙΓΚΑΣ (Τολό). Μία Donna Catherina του ποτέ Rigo da Napoli di Romania μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, το 1544 (261:394). ΡΙΓΚΑΣ και ΡΗΓΚΑΣ απαντώνται στην περιοχή Τζουμέρκων (136:71).

ΡΟΜΠΟΤΗΣ (Κρανίδι, Ρομπότσης 1874, Ναύπλιο, Πόρτο Χέλι). Ιωάννης Ρομπότης: αναφέρεται το 1262, στο «Πρακτιόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κ.λπ.» (318:27). Ένας Ρομποτής καταφεύγει στην Κεφαλονιά, το 1502 (106:247). Alexio Robotin μνημονεύεται στην Κεφαλονιά, το 1528 (259:278). Ρομπότης: οικογενειακό επώνυμο στην Ήπειρο (131:41). Ρομποτής: οικογενειακό επώνυμο στο χωριό Αθάνα της Λευκάδας. Ρομποτής συμμετέχει στην ανέγερση ναού στον Άγιο Νικόλαο Ιρά (Λευκάδας) προ 300 και πλέον ετών (186:335). Τοπωνύμιο «το Ρομποτό» στο χωριό Καντηλισκέρι, Καλιστήριον (Πλατανόβρυση) Πυλίας (313:244). «Ρομπότα» (η δουλειά) και «ρομποτεύω» (εργάζομαι, σκάβω): στη συνθηματική γλώσσα των «γιοργατζάδων» του Κοσμά (129:67).

ΡΟΥΜΑΝΑΣ (Ναύπλιο). Χωριό στην Τριφυλία Ρουμανού ή Ρωμανού (313:245). Romana: ένδυμα μακρύ, μαύρου χρώματος, που παλαιότερα φορούσαν όλοι οι Ενετοί, στα τελευταία όμως χρόνια της Δημοκρατίας το χρησιμοποιούσαν οι Ενετοί δημόσιοι αντιπρόσωποι σαν ημιεπίσημο ένδυμα (311:582).

ΡΟΥΣΣΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται στη Μάνη από το 1736 (270:86).

ΣΑΒΙΝΗΣ (Άργος). Στρατιώτης Savinas ή Sovina ή Savinos αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχείων, το 1539 (261:314). Και Vreto Savino, επίσης το 1539 (261:333). Τοπωνύμιο «του Σαβίνου» στην περιοχή Αγ. Νικόλαος (Κοιλιωμένου) στη Ζάκυνθο.

ΣΑΒΟΓΙΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης Manuel Savogia, da Napoli di Romania, απαντάται στα Ενετικά Αρχεία από το 1548 (262:4). Γρηγόριος Θεοδώρου Σαβόγιας από την Κρήτη, ιδρύει, το 1664, το ναό της αγίας Αικατερίνης ή των Τριών Ιεραρχών στο προάστειο Κήποι της Ζακύνθου (104:121). Προφανώς ο εκ Σαβοΐας καταγόμενος. «Ζακύνθιος ποιητής» (254:45).

ΣΑΓΚΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης με το επώνυμο Σάγκας απαντάται στον Ενετικό στρατό, το 1481 (259:190).

ΣΑΓΡΕΔΟΣ (Άργος 1853). Πέτρος Sagredo ονομαζόταν ο βενετσιάνος φρούραρχος του Στροβιλίου Ηπείρου, το 1479 (254:214). Από τότε, το επώνυμο απαντάται και σε άλλους Ενετούς αξιωματούχους. Αυγουστής Σαγρέδος: σε έγγραφο του 1623 στη Ζάκυνθο (126:φ87 σελ. β).

ΣΕΡΑΣ (Άργος 1845). Στο Αρχείο συμβολαιογράφου Ντόκου, Τοπωνύμιο στη Ζάκυνθο, το 1689 (126:φ77 σελ. β), και (30:219) – Nicoló Serra hobile Zacinthio το 1784 (814:XXXVI).

ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ (Άργος). Ισίδωρος Σκανδάλης, ηρωικός πλοίαρχος στις τάξεις των ιπποτών της Μάλτας (1533-1540) (262:193). Ιωάννης Σκ., Ζακυνθινός, γιος του εν Μεθώνη Σκανδάλη (249:99).

ΣΚΙΑΔΑΣ (Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα)). Επώνυμο αναφερόμενο από τον 14ο αι. (314:126, 317:229). Ένας Pietro Γεωργίου Schiada απαντάται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:356). Αλβανικό τοπωνύμιο «ráj Skjadá» (: η ράχη του Σκιαδά) στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίδας (313:345).

ΣΚΛΗΡΗΣ (Άργος, Καρυά, Ναύπλιο). Ένας Γκιώνης Σκλήρης αναφέρεται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:338, 257:LIII). Αλβανικό τοπωνύμιο «ára Skijíra» (: χωράφι του Σκλήρη): στο χωριό Πάνω Ψάρι της Τριφυλίας (313:292). Επώνυμο Σκληρής στην Κέρκυρα το 1611 (197:36). Βυζαντινή οικογένεια Σκλήρη στον δήμο Οινούντος Λακωνίας (72:572). (Σημ. 6).

ΣΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Μπερμπάτι (Προσύμνη), Ναύπλιο, Πρίφτιανι (Μοναστηράκι), Χώνικα). Στρατιώτης με το επώνυμο Tonda Scura, από την Μονεμβασία, αναγράφεται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού το 1546 (262:434).

ΣΠΑΘΗΣ (Άργος). Περί το 1388, αναφέρεται από τον Ι. Λαμπρίδη ότι οι Ζαγορίσιοι, βοηθούμενοι από τον Τζασύλο, τοπικό οπλαρχηγό, εξέρχονται κατά του αλβανού λησταντάρτη Σπάθα (Σπάτα;) (131:4). Άνω και Κάτω Σπαθία: περιοχές του Βερατίου, υπαγόμενες πολιτικά στο Ελμπασάν (136:222). Σημαντικός αριθμός Spata αναφέρεται και από τον Κ. Σάθα. «Σπαθής»: νοτάριος σε συμβόλαια των αρχών του 17ου αι. στη Ζάκυνθο (126:φ7).

ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Κατά το 1541, αναφέρονται οι εξής στρατιώτες με το επώνυμο Spilioti: Μιχαήλ, Ιωάννης, Μανουήλ, Νικόλαος και Θεόδωρος (261:355). Το 1820 απαντάται σε κατάσταση επαγγελματιών της νήσου Ύδρας (22:377).

ΣΤΑΪΚΟΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο (lázi-Stájkose» (: το χέρσο του Στάικου) στα χωριά Κούβελα και Καστρούγκενα (Καρνέικα) Τριφυλίας (313:293). Ανδρέας Στάικος αναφέρεται σαν στρατιώτης στον Ενετικό στρατό, το 1512 (261:105). Στάικος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στα Ιωάννινα, το 1811 (116:214).

ΣΤΕΦΑΝΗΣ (Άργος). Anagnosti Stefanin, da Napoli di Romania, μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχείων και με χρονολογία 10.11.1548 (262:10).

ΣΤΙΝΗΣ (Κρανίδι 1854). «Strenuissimo et fidel Stratioto da Napoli di Romania Stini Clemente q. Neri et nepote del q. Marin Pizolo, homo virilissimo et strenuissimo κ.λπ (: ο θαρραλέος και πιστός Ναυπλιώτης στρατιώτης Στίνης Κλήμης του ποτέ Neri και ανιψιός του ποτέ Μαρίνου Pizolo, άνθρωπος ανδρειότατος και θαρραλεότατος κ.λπ.): αναφέρεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών από το 1502 (260:67).

ΣΥΡΓΙΑΝΝΗΣ και ΤΣΙΡΓΙΑΝΝΗΣ (Άργος 1861). Παλαιότερα στο χωριό Γυμνό, σήμερα στο γειτονικό του Λιόντι (Νεμέας). Συργιάννης: διακρίνεται κατά τους εμφυλίους πολέμους (Καντακουζηνός). Βυζαντινός στρατηγός (1399), υποτάσσει τα Ιωάννινα στον Ανδρόνικο Α’ Παλαιολόγο. «Λα Κιάτρα αλ Συργιάννη»: καραούλι στο Δίστρατο, όπου σκοτώθηκε ο κλέφτης Συργιάννης (283:217). Ένας Domenego Surian, da Napoli di Romania, παίρνει σαν ανταμοιβή κάποια θέση στο Antivari, το 1542 (261:371). Το 1599, αναφέρεται ένας Γιάννης Sergiano, επίσης da Napoli di Romania (262:94). Ονομασία μονής στην Αττική: Συριάνη ή Συργιάνη (321:99), σε απόσταση 39’ από την Αθήνα, προς την κατεύθυνση του Υμηττού. Suriano Βερναρδίνος (1580;-1583;), λατίνος αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας (292:59). Συργ. Spiridion, αναγράφεται το 1705 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας (238:278). Συργιάνος ο εκ Συρίας καταγόμενος.

ΣΥΡΜΑΣ (Άργος 1863). Ένας Πέτρος Syrme ή Symi αναφέρεται, το 1471, στα Ενετικά Αρχεία (260:9). Αναγνώστης Σίρμας απαντάται, το 1790, στο χωριό Νεγάδες της Ηπείρου (136:99). Τοπωνύμιο «το ρέμα του Σούρμα» στο χωριό Ποταμιά της Τριφυλίας (313:255). Γιάννης Νικολή Σύρμας αναφέρεται σε κατάσταση, καπεταναίων μικρών πλοίων της Ύδρας, το 1810 (20:130). Νικόλαος Δ. Σίρμας: κατζηλλιέρης Σπετζών, το 1816 (21:300).

ΤΟΣΚΑΣ (Ναύπλιο, Προσύμνη κ.α.). Τόσκας, προφανώς, είναι ο καταγόμενος από την Αλβανική φυλή των Τόσκηδων. Andrea Thoschi: στρατιώτης da Napoli di Romania απαντάται το 1523 (260:130). Ένας Ljamze Glava Tósca αναφέρεται στο χωριό Μολήστι της Ηπείρου, το 1815 (273:44). Χωριό Τόσκα, ακατοίκητο, στην Πρέβεζα (133:154).

ΤΣΙΠΟΚΑΣ (Ναύπλιο). Τοπωνύμιο στην περιοχή του Κοιλιωμένου Ζακύνθου (110:207).

ΦΑΛΙΕΡΟΣ (Άργος). Ένας «ser Zuan Falier conte de Spalato» μνημονεύεται στα Αρχεία της Βενετίας, το 1543 (261:407). Το επώνυμο απαντάται και σε κατάλογο των ευγενών, που εγκατέλειψαν την Κάντια (Ηράκλειο Κρήτης), το 17ο αι. και εγκατεστάθηκαν στην Κέρκυρα (158:452).

ΦΑΝΤΗΣ (Κουτσοπόδι). Το επώνυμο απαντάται τον 18ο αι. σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού Κυνουρίας (49:221).

ΦΛΟΚΑΣ (Άργος 1883). Χωριό Φλόκα στην Τριφυλία, Ηλεία, Πάτρα, Μονεμβασία και Ήπειρο. Mathio Floca: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, το 1545 (259:282). Κύργιος (Κυριάκος) Φλόκας, κάτοικος Νεοχωρίου Τρίκκης, μνημονεύεται το 1656 (138).

ΦΟΣΚΑΡΙΝΗΣ (Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα)). Επώνυμο μεσαιωνικής Ενετικής οικογένειας. Ο αρχαιότερος γνωστός είναι ο Στέφανος Φοσκαρινός ο υπό του Sanuto αναφερόμενος (1207) (201Α:207). Μετά αυτό το επώνυμο αναφέρονται δύο κλάδοι: οι FOSCARINI της Βενετίας, από την πόλη ALTINE, που μετά την καταστροφή της από τους Γότθους κατέφυγαν στα Βενετσιάνικα νησάκια, κατέλαβαν δημοτικά αξιώματα, έγιναν μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου, και από το 1297 ονομάστηκαν πατρίκιοι. Ένας Ιάκωβος F., έγινε δόγης το 1762, ένας άλλος Ιάκωβος, στις αρχές του 17ου αι., ήταν Γενικός Διοικητής των ναυτικών δυνάμεων της Βενετίας (Generalissimo di Mare). Στην τελευταία περίοδο της Βενετικής Δημοκρατίας, οι αδελφοί Σεβαστιανός και Νικολό F., ιππότες του Χρυσού Περιδέραιου (stola d’ore) υπηρέτησαν ως πρεσβευταί.

Ο θυρεός των Foscarini ήταν: χρυσός με διαγώνια κυανή ταινία.

Και άλλοι Foscarini, του Lecce, που είναι κλάδος της προηγούμενης οικογένειας μετανάστευσαν στις αρχές του 17ου αι., στο Lecce με επικεφαλής έναν Ιωάννη – Αντώνιο του Καίσαρα Foscarini. Σ’ αυτόν τον κλάδο ανήκει και ένας Νικολό, ο οποίος για πολιτικούς λόγους αναγκάστηκε να εκπατριστεί και εμφανίζεται στην Τσαρική Αυλή. Η Ρωσσική Κυβέρνηση τον στέλνει το 1763 επίτροπό της στην Κέρκυρα. Πιθανόν γυναίκα αυτού του Νικολό Φ. να ήταν και η περίφημη Αδριανή Φ. της οποίας οι έρωτες με τον Καζανόβα προξένησαν σκάνδαλο στην εποχή της. (Ακολουθεί η περιγραφή του θυρεού του) (312:426).

Ο Κ. Σάθας, σχετικά με την οικογένεια F. γράφει: «Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας από τους Τούρκους, η Σύγκλητος διόρισε έξη Σοφούς (savii) ή Υπουργούς (ministres) για να ασχοληθούν αποκλειστικά με τη συντήρηση και εγκατάσταση σε χριστιανικές χώρες, των ανδρείων Στρατιωτών των ανωτέρω πολιτειών, που προτίμησαν τον εκπατρισμό από τον μουσουλμανικό ζυγό. Τα ονόματα των έξη πρώτων συγκλητικών των αποκαλουμένων sapientes super rebus Naupliensium et Monovasiensium είναι: Antonio Dandolo, Francesco Longo, Aloysio Contarini, Marc Foscarini et Dolfino Dolfini (αναγράφει μόνο πέντε). Αργότερα αυτοί οι σοφοί (λατ. Sapientes) αντικαταστάθηκαν από άλλους ευγενείς» (261:334). Leonardo Foscarini: αναφέρεται Προβλεπτής Ζακύνθου, το 1536 (81:124). Ιάκωβος Foscarini, στην Κρήτη, υποβάλλει έκθεση, το 1577 (315:80). Ιερώνυμος Foscarini: προβλεπτής Ζακύνθου το 1630 (81:126). Αλοΐσιος Φωσκαρίνης: προνοητής Λευκάδας, το 1695 (186:98).

Fr. Foscarini. Προβλεπτής Ζαρνάτας (1699) (119:4). Λουδοβίκος Φορκαρίνης. Ενετός γερουσιαστής και ιστοριογράφος. Συνέγραψε Istoria della Republica Veneta (1722). Γράφει επιστολή προς τον Ιάκωβο Ρατζόνικον (255:6α’).

Johanes Antonius Foscarini (1731-(-)1739): ο τάφος του επιγράφεται: Johannis Antonii Fuscareno – Corcyrae Archiepiscopi – Cineris – Anno MDCCXXXIX (42).

ΦΟΥΝΤΑΣ και ΦΟΥΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης Fudis Lecas Αλβανός από τη Μονεμβασία, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1542 (252:366). Και χωριό Φούτια νότια της Μονεμβασίας).

ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ (Ναύπλιο 1841). Marcus Carburi του Διμ., αναγράφεται μεταξύ των φοιτητών του πανεπιστημίου της Πάδοβας το 1745 (237:195).

ΧΑΡΟΣ (Βιβάρι Ναυπλίας). Ο Χάρος Ζένος, με ορμητήριο το Ναύπλιο, επέρχεται κατά της επαρχίας Καλαβρύτων επί κεφαλής στιφών (15000!!) την 27.6.1772 και διαρπάζει το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, αφού υπέβαλε τους μοναχούς σε βασανιστήρια. Εν συνεχεία επιτίθεται και κατά της Κερπινής (75Β:43).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρονικά της Ηπείρου θ’ 1 σ. 138.

[2] Συγκούνης Φ., Ανέκδοτος αλληλογραφία των Ζωσιμάδων, Ηπειρωτικά Χρονικά Η’ (1933), 201.

[3] Κυγέας Σ. Β., Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Προλεγόμενα, Ηπειρωτικά Χρονικά, 14 (1939), 18.

[4] Γιανναροπούλου Ιωαν., Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγή), ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΑ Β’. (1978), 153.

[5] Λαμπρίδης Ι., Παγωνιακά, (Αθήνα 1889), 70, ΗΜ. Β’ (Ιωάννινα 1971).

[6] Λούντζης Ε., Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969, σ. 72-73.

[7] Hopf Charles, Chroniques Gréco-Romanes, inedites oú peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, εκδ. Σπανού, Αθήναι 1961, 530.

 

Βιβλιογραφία – (από τα άρθρα του Τάκη Μαύρου)


 

 

  • Αβούρης, Σ.Ν.: Σύντομος εκκλησιαστική ιστορία της Σύρου, ΕΕΚΜ. 6 (1967), 589-615.
  • Αδάμης, Μ.Γ.: Κατάλογος των χειρογράφων της βιβλιοθήκης Παναγιώτη Γκριτσάνη, ΕΕΒΣ, ΛΕ’ (1966-67), 313-365.
  • Ακροπολίτης, Γ., Χρονική συγγραφή, Βόννη 1836.
  • Ανδρεάδης, Μ.Χ.: Τινά περί δικαίου και δικαιοσύνης εν Κορινθία κατά τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, Πελοποννησιακά, ΙΑ’ (1975), 172-179.
  • Αντωνακάτου, Ντ. – Μαύρος, Τ.: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 1 (Μονές Αργολίδας), Αθήνα 1976.
  • Των ιδίων: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 2 (Μονές Αρκαδίας), Αθήνα 1979.
  • Απογραφή Αποστολής Maison.
  • Αραβαντινού, Π., Χρονογραφία της Ηπείρου, Α’-Β’ εν Αθήναις 1856. Επανέκδοση Ηλ. Ρίζου.
  • Αρχείον Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών.
  • Αρχείον Κοινότητος Ύδρας, 1776-1832: 1 (1778-1802), εν Πειραιεί 1920.
  • Του ιδίου: 2 (1803-1806), εν Πειραιεί 1921.
  • Του ιδίου: 3 (1807-1809), εν Πειραιεί 1922.
  • Του ιδίου: 4 (1804-1812), εν Πειραιεί 1923.
  • Του ιδίου: 5 (1813-1817), εν Πειραιεί 1924.
  • Του ιδίου: 6 (1818-1821), εν Πειραιεί 1925.
  • Βαγιακάκος, Δ.Β.: Αρχαία και Μεσαιωνικά τοπωνύμια εκ Μάνης, (συμβολή 2α), Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 302-334.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ονόματα και επώνυμα εκ Μάνης, Πελοποννησιακά Γ’-Δ’ (1958-59), 185-221.
  • Του ιδίου: Σχεδίασμα περί των τοπωνυμικών και ανθρωπονυμικών σπουδών εν Ελλάδι, 1833-1962, εν Αθήναις 1964.
  • Του ιδίου: Πάτραι – Πάτρα, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 223-234.
  • Βέης, Ν.Α.: Χαμάραιτοι, Ιστορικόν και γενεαλογικόν σημείωμα, εν Αθήναις 1903.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των χειρογράφων κωδίκων της εν Αροανεία μονής των Αγίων Θεοδώρων, Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Κριτική Αντωνίου Χ. Χατζή, Α.Δ.Φ. καθηγητού. Οι Ραούλ, Ραλ, Ράλαι (1080-1800), Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1911-12), 250-255.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των ελληνικών χειρογράφων κωδίκων της εν Ζακύνθω Φωσκολιανής Βιβλιοθήκης, ΔΙΕΕ, 8 (1926), 46-65.
  • Βιάζης, Σ.Δ.: Σημειώματα περί των Δυτικών Εκκλησιών, Αρχιεπισκόπων και Επισκόπων Επτανήσων, ΑΡΜΟΝΙΑ (1906).
  • Βλαχογιάννης, Γ.: Άπαντα των Νεοελλήνων κλασσικών. 4. Κλέφτες του Μοριά, Αθήναι, 1966.
  • Βροκίνης, Λ.: Η εν Κέρκυρα αποίκησις. Έργα, Κέρκυρα 1973.
  • Γιανναρόπουλου, Ι.: Δικαιοπρακτικά έγγραφα εκ της μονής Ρεοντινού, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 201-238.
  • Του ιδίου: Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν Μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγής), Γορτυνιακά Β’ (1978), 385-393.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, ΕΕΒΣ, Κ’ (1950), 209-256.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η κατά την Κυνουρίαν μονή της Λουκούς, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 129-190.
  • Του ιδίου: Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 411-459.
  • Δεληγιάννης, Γ.Ν.: Η Ιερά Μονή Ελώνης, ΔΙΕΕ, Ι’ (1925), 86-127.
  • Δημητρακόπουλος, Σ.: Προεπαναστατικά δικαιοπρακτικά έγγραφα Αλωνισταίνης, Γορτυνιακά Β’ (1978), 361-384.
  • Δούκας, Π.Χ.: Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων, Νέα Υόρκη 1922.
  • Δρακάκης, Α.Ο.: Η Σύρος επί Τουρκοκρατίας. Η Δικαιοσύνη και το Δίκαιον. ΕΕΚΜ, 6 (1967), 63-492.
  • 75Β.      Ευαγγελάτος, Χρ. Γ.: Η Αγία Λαύρα, Ιστορία της Ι.Μ., 961-1961, Αθήναι 1981.
  • 77Α.     Ζακυθηνού, Διον.: Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεων, ΕΕΒΣ, Ε’ (1928), 200-242.
  • Ζώης, Λ.: Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήνα 1955.
  • Του ιδίου: Λεξικόν Λαογραφικόν Ζακύνθου, Αθήναι 1963.
  • Καλομενόπουλος, Ν.: Μεγ. Ελλην. Εγκυκλ., λήμμα «Παλαβιτσίνης», 19, σ. 475.
  • Καμπούρογλου, Δ.: Μνημείο της ιστορίας των Αθηναίων, Α’ (1891).
  • Καραθανάσης, Α.Ε.: Επαναστατικαί κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 239-260.
  • Καρατζάς, Σ.: Ο Αγαθόφρων Λακεδαιμόνιος και το Παρισινό περιοδικό «Μέλισσα», Πελοποννησιακά, Γ’-Δ’ (1958-59), 241-262.
  • Κατσούρος, Α.Φ.: Ναξιακά δικαιοπρακτικά έγγραφα του 17ου αι., ΕΕΚΜ, 7 (1968), 24-337.
  • Κονόμος, Ντ.: Ναοί και μονές στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1964.
  • Του ιδίου: Η Χριστιανική τέχνη στην Κεφαλονιά, Αθήναι 1966.
  • Του ιδίου: Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1967.
  • Του ιδίου: Ο Μαρτινέγκος, Αθήναι 1976.
  • Του ιδίου: Ζάκυνθος (2ος τόμος), Αθήνα 1979.
  • Κουγέας, Σ.Β.: Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Έγγραφα Αλή Πασά, Ηπ. Χρον., 14 (1939), σ. 49-144.
  • Του ιδίου: Έγγραφα Σταύρου Ιωάννου, Ηπ. Χρον., 14 (1939), 145-333.
  • Του ιδίου: Αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετικήν Δημοκρατία (7.4.1690). Σύμμεικτα, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 426-430.
  • Του ιδίου: Η καταγωγή του Παναγιώτη Μπενάκη, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1968), 1-42.
  • Κουκουλές, Φ.: Εκ των Ελληνικών παπύρων, Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1811-12), σ. 474-503.
  • Κώδικας Μονής Σπηλιώτισσας Ζακύνθου. (Ανέκδοτος).
  • Κωνσταντόπουλος, Τ.: Νέα ονόματα Πελοποννησίων Φιλικών από τα Αρχεία της Τσαρικής Αστυνομίας, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σ. 339-342.
  • Κωστάκης, Θ.: Οι Γεωργατζάδες του Κοσμά και η γλώσσα τους, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 43-91.
  • Λαμπρίδης, Ι.: Ζαγοριακά (Αθήναι 1870), Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ζαγοριακά μέρος 2ον (Αθήναι 1889), σ. 1-88, εν Ηπειρωτικά Μελετήματα, Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Ηπειρ. Αγαθοερ. Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Μαλακασιακά (Αθήναι 1888), Ηπ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων (Αθήναι 1880), Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πολιτική εξάρτησις και διοίκησις Μαλακασίου, ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ, 10 (1877), σ. 376-368, εν Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πογωνιακά (Αθήναι 1889), σ. 1-87, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ο Τεπελενλή Αλή πασάς, (Αθήναι 1887), σ. 1-84, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Λάμπρος, Σπυρ.: Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτου, τα σωζόμενα, τ. Β’ (Αθήναι 1880).
  • Του ιδίου: Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου εκ των εν Βενετία Αρχείων, ΔΙΕΕ, 5 (1900), σ. 605-823.
  • Του ιδίου: Τρεις επιστολαί του καρδιναλίου Βησσαρίωνος, Ν.Ε., 5 (1908), σ. 19-38.
  • Του ιδίου: Ναυπλιακόν έγγραφον του οίκου Πουλομάτη, Ν.Ε., 6 (1909), σ. 273-283.
  • Του ιδίου: Ενθυμήσεων, ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλλογή πρώτη, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 113-313.
  • Του ιδίου: Κατάλογος κωδίκων των εν Αθήναις Βιβλιοθηκών πλην της Εθνικής, Ν.Ε., 7 (1910), σσ. 321-337 και 469-483.
  • Του ιδίου: Κερκυραϊκά έγγραφα ανέκδοτα, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 464-468.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των Κρητικών οίκων Κερκύρας, Ν.Ε., 10 (1913), σσ. 449-456.
  • Του ιδίου: Σημειώσεις περί της εν Πελοποννήσω Βενετοκρατίας, Ν.Ε., 19 (1925), σ. 90 και 327-334.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φράγκους, Ν.Ε., 20 (1926), σσ. 67-103.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φλωρεντινούς, Ν.Ε., 20 (1926), σ. 242-271.
  • Του ιδίου: Έρευναι εν ταις βιβλιοθήκαις και αρχείοις, Ρώμης, Βενετίας, Βουδαπέστης και Βιέννης (επιμέλεια Κ.Ι. Δυοβουνιώτη), Ν.Ε., 20 (1926), 47-54.
  • Λαμπρυνίδης, Μιχ. Γ.: Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον, εν Αθήναις 1907.
  • Λεγκράν, Α.: Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή, ΔΙΕΕ, 3 (1831), σ. 587-774.
  • Λούντζης, Ε.: Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969.
  • Λυριτζής, Σ.: Οι εκ Γαργαλιάνων αδελφοί Ανδριανόπουλοι Άνθιμος και Ιωάννης. Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 97-124.
  • Μακρυμίχαλος, Σ.Ι.: Τσακώνικα προικοσύμφωνα του 18ου και 19ου αι., Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 277-410.
  • Μάραντος, Β.: Κορώνη, Αθήναι 1976.
  • Μάτσης, Νικ.: Ζητήματα εκ του θεσμού της προτιμήσεως εν τω βυζαντινώ δικαίω, ΕΕΒΣ, ΛΣΤ’, σ. 45-54.
  • Μαύρος, Τ.: Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Γορτυνίας, Γορτυνιακά, Β’ (1978), 303-322.
  • Μαχαιράς, Κ.Γ.: Ναοί και μονές Λευκάδος, Αθήναι 1957.
  • Μέρτζιος, Κ.Δ.: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον., ΙΙ (1936), 1-341.
  • Του ιδίου: Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 81-90.
  • Του ιδίου: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον. 15 (1940), σ. 1-58.
  • Μηνδρινός, Μ.: Τουρκοκρατούμενη Θήρα. Απελευθερωτικά αυτής κινήματα, ΕΕΚΜ, Β’ (1971-73), σ. 718-746.
  • Μιχαηλίδη-Νουάρου, Μιχ. Γ.: Λεξικόν της Καρπαθιακής διαλέκτου, Αθήναι 1972.
  • Μοσχονάς, Ν.Γ.: Πρακτικά συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς, βιβλίο Α’ (1953), Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, 2 (1979), 276-280.
  • 201Α.    Μουστοξύδου, Ανδρ.: Ελληνομνήμων, (1843-1853), εκδ. Ν. Καραβία, Αθ. 1965.
  • Μπίρης, Κ.Η.: Αρβανίτες οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Αθήναι 1960.
  • Νέζος, Α.: Αρχείον (ανέκδοτον).
  • Οικονομίδης, Δ.: Ο Φιλικός Γεώργιος Ε. Λεβέντης, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 50-59.
  • Παπακυριάκος, Σ.: Εκ προχείρων ερευνών, ΔΙΕΕ, Ι (Νέα σειρά), τ. 4ον (1926), 146-148.
  • Παπασπύρου, Π.Β.: Λαογραφική συλλογή, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 157-175.
  • Πεντόγαλος, Γ.Η.: Λατίνοι επίσκοποι Κεφαλονιάς-Ζακύνθου. Ανάτυπον Δελτίου Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, 1974.
  • Περίδης, Μ.Π.: Λεξικόν ιταλοελληνικόν, τομ. 2ος, εν Ερμουπόλει Σύρου 1862.
  • Πετρόπουλος, Γ.: Νοταριακαί πράξεις Μυκόνου των ετών 1663-1779, Αθήναι 1960. (Παράρτημα της Επετηρίδος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών).
  • Πεφάνη, Π.: Οι γενιές της Νέδουσας, Αθήναι 1982.
  • Πλουμίδης, Γ.Σ.: Ειδήσεις δια το Βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540), Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 261-275.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, μέρος Β’, ΕΕΒΣ, ΛΗ’ (1971), σ. 84-195.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, ΕΕΒΣ, ΛΖ’ (1969-70), σ. 260-336.
  • Του ιδίου: Συλλογή εγγράφων Μεθώνης και Κορώνης, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 155-164.
  • Πυώ, Ρ.: Ο καπετάν Γκίνης, ΔΙΕΕ, 9 (1926), Σ. 534-538.
  • Σάθας, Κ.: Τουρκοκρατούμενη Ελλάδας, Αθήναι 1869.
  • Του ιδίου: Χατζή Σεχρέτη, Βίος Αλή Πασά. Ιστορικαί διατριβαί, εν Αθήναις 1870.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ανέκδοτα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Α’.
  • Του ιδίου: Λεοντίου Μαχαιρά, Χρονικόν Κύπρου, Μεσ. Βιβλ. Β’ (1873), σ. 53-409.
  • Του ιδίου: Κρητικαί διαθήκαι, Μεσ. Βιβλ., ΣΤ’ (1877), σ. 654-652.
  • Του ιδίου: Ανωνύμου, Σύνοψις Χρονική, Μεσ. Βιβλ., Ζ’, σ. 1-556.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος Ι, Paris 1880.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IV, Paris 1882.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος V, Paris 1883.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VI, Paris 1884.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VII, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VIIΙ, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IΧ, Paris 1890.
  • Σάρρου, Α.Κ.: Περί μεικτών ναών ορθοδόξων και καθολικών εν Χίω, ΕΕΒΣ, ΙΘ’ (1949), σ. 194-208.
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικαί ενθυμήσεις ή χρονικά σημειώματα και επιγραφαί, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 104-132.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν Ζίτσης και Μονοδενδρίου του Ζαγορίου, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 190-204.
  • Σκοπετέας, Σ.Χ.: Η καταγωγή των ζωγράφων Δοξαράδων, Επτανησιακά Φύλλα, περ. Β’, αριθ. 3 (Φεβρουάριος 1954).
  • Σούλης, Χ.Ι.: Τα «Μπουκουρέικα» των Τζουμέρκων, ήτοι περί της συνθηματικής γλώσσης των ραφτάδων των Σχωρετσάνων των Τζουμέρκων, Ηπ. Χρον. 3 (1928), 310-320.
  • Σούρλας, Ε.: Κώστας Γραμματικός, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 1-80.
  • Στασινόπουλος, Κ.Α.: Αι πολιορκίαι του Μεσολογγίου, ΔΙΕΕ, 9 (1926), σ. 23-45.
  • Στεργιόπουλος, Κ.Δ.: Συμβολή εις την έρευναν των Ηπειρωτικών τοπωνυμίων, Ηπ. Χρον. 8 (1933), 94-140.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν της επαρχίας Κονίτσης, Ηπ. Χρον., 9 (1934), σ. 204-244.
  • 285Α.    Στεφανίδου, Μιχ. Κ.: Περσική και Βυζαντ. βιοτεχνία, ΕΕΒΣ, ΣΤ’ (1929), σ. 284.
  • Σφήκας, Δ.: «Αναμνήσεις» από το Εικοσιένα. Παρουσίαση Ε. Βαγενά, Αρκαδικά, 4 (1977), σ. 9-10.
  • 290Α.    Τζαννετάτος, Κ.: Το Πρακτικόν της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας και η Επιτομή αυτού, Αθήναι 1965.
  • Τριανταφύλλου, Κ.Ν.: Τα τοπωνύμια Καλάβρυτα – Καλάβριτο, Νεζερόν – Νεζερά, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), σ. 61-65.
  • Τσίτσας, Α.Χ.: Η Εκκλησία της Κερκύρας κατά την Λατινοκρατίαν, (1267-1797), Κέρκυρα 1969.
  • Τσιτσέλης, Η.Α.: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Α’ (1904).
  • Του ιδίου: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Β’ εν Αθήναις 1960.
  • Φιλήτας, Χ.: Περί του συνοικισμού των Γραικών εν Τεργέστη, ΔΙΕΕ, Ε’ (1897), σ. 370-376.
  • Φουρίκης, Π.: Μικρά συμβολή εις την Ηπειρωτικήν ιστορίαν. Νικόπολις, Πρέβεζα, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 263-294.
  • Χαιρέτη, Μ.Κ.: Ανέκδοτα βενετικά έγγραφα περί των Εβραίων εν Κρήτη, ΕΕΒΣ, ΛΓ’ (1964), 163-184.
  • Χαρτοφυλακίδης, Κ.Γ.: Ιστορικά ανάλεκτα Κέας, ΕΕΚΜ, Β’ (1962), 153-233.
  • Χώρας: Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, εν Αθήναις 1975.
  • Boerio, G.: Dizionario dei dialeto Veneziano. Venezia 1856.
  • Crollalanza, G.B.: Dizionario storico-blasonico delle famiglie notabili Italiane, Ed. Arnaldo Forni, Bologna 1886.
  • Georgacas, D. and MacDonald, W.A.: Place names of Southwest Peloponnesos, Athens 1967.
  • Hopf Charles: Chroniques Greco-Romanes, inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Berlin 1873, επανέκδοσις Σπανού, Αθήναι 1961.
  • Lamansky, N.: Secrets d’etat de Venise, αναφερόμενος υπό Μανούσακα, Μ.Ι.: Βενετικά έγγραφα αναφερόμενα εις την εκκλησιαστική ιστορίαν της Κρήτης του 14ου-16ου αι., ΔΙΕΕ, 15 (1961), σ. 149-233.
  • Lognon, J. et Topping, P.: Documents sur le régime des lettres dans la principauté de Morée au XIV s., Mouton et Cie, Paris MCMLXIX (1969).
  • Miklosich, F. et Miller, I. : Acta de diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, V (1887).
  • Miller, W.: Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, Αθήνα 1960.
  • Pouqueville, F.G.H.L. : Voyage de la Grèce, 2ème ed., tom. 5, Paris 1827.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »