Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Οι εμπειρικοί γιατροί και η συμβολή τους στην περίθαλψη των αγωνιστών κατά την επανάσταση του 1821


 

Μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Τούρκους και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των δυο πρώτων αιώνων, οι χριστιανικοί πληθυσμοί και στα πλαίσια αυτών η ελληνική φυλή, υπέστη τα πάνδεινα από τον κατακτητή. Η πνευματική ηγεσία του Βυζαντίου παίρνοντας μαζί της τα «τυλιγάδια και τα περγαμηνά», όπως μας λέει ο εθνικός μας ποιητής, έφυγε στη Δύση συμβάλλοντας εκεί στην Αναγέννηση. Οι κατακτημένοι πληθυσμοί ζούσαν πλέον σε μια κατάσταση βαρείας πνευματικής και οικονομικής εξαθλιώσεως και χωρίς στοιχειώδη κοινωνική και ιατρική μέριμνα.

Η αξιοθαύμαστη όμως ζωτικότητα της ελληνικής φυλής κατόρθωσε να διατηρήσει το εθνικό φρόνημα και να παρουσιάσει από τα μέσα ήδη του 16ου αιώνα τα πρώτα σημεία πνευματικής αναγεννήσεως του Ελληνισμού με επιδόσεις όχι μόνο στα γράμματα αλλά και σε πρακτικούς τομείς δραστηριοτήτων, όπως στο εμπόριο, την ναυτιλία και την βιοτεχνία. Η εξέλιξη αυτή προχωρεί με ταχύτερους ρυθμούς από τις αρχές του 18ου αιώνα και φθάνει στο τέλος του ίδιου αιώνα σε μια μεγάλη, εκπληκτική θα λέγαμε, αναγέννηση της φυλής που δεν περιορίζεται μόνο στον ελληνικό χώρο.

Οι προερχόμενοι από τα σπλάχνα του λαού εμπορευόμενοι, ιδρύουν ελληνικές παροικίες στις μεγάλες εμπορικές πόλεις του εξωτερικού, όπως στη Βενετία, στην Τεργέστη και στις παραδουνάβιες και παρευξείνειες πόλεις. Η οικονομική αυτή πρόοδος, μαζί με τις γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησαν οι Έλληνες του εξωτερικού από την επαφή τους με τους ευρωπαίους, ευνόησε τις σπουδές ελληνοπαίδων προερχομένων τόσον από τις ακμάζουσες ελληνικές παροικίες όσο και από τη δούλη πατρίδα, στα πανεπιστήμια της Ευρώπης, και ιδίως της Ιταλίας.

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

Κατά τον 18ο αιώνα οι Έλληνες σπουδαστές του εξωτερικού σπούδαζαν, κατά προτίμηση θα λέγαμε, Ιατρική.[1] Η προτίμηση αυτή ωφείλετο όχι μόνο σε οικονομικούς λόγους αλλά και στην δυνατότητα που τους παρείχε το ιατρικό επάγγελμα να διακρίνονται μέσα στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διότι όπως μας λέει και ο Κοραής, «το θηριώδες έθνος εις μόνους τους Ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».[2] Οι επιστήμονες Ιατροί επανερχόμενοι στην πατρίδα όχι μόνο βοηθούσαν ιατρικώς τους αδελφούς τους αλλά καθίσταντο και «κήρυκες του υπέρ της πατρίδος και της παιδείας έρωτος και έκαστος οίκος», όπως γράφει ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, «εχρησίμευε αυτοίς ως καθηγητική έδρα και εκάστη οικογένεια ως ακροατήριον».[3]

Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι κατά τους αιώνες αυτούς και μέχρι των προεπαναστατικών χρόνων ακόμη, η Ιατρική δεν αποτελούσε συγκεκριμένη και εντελώς ξεχωριστή, από πλευράς διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια, επιστήμη. Για το λόγο αυτό, οι επιδιδόμενοι στην Ιατρική καλλιεργούσαν ταυ­τοχρόνως και άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η φιλολογία, η φιλοσοφία (εξ ου και η ονομασία ιατροφιλόσοφος), η θεολογία, τα μαθηματικά κ.λπ. Συχνά οι Ιατροί της εποχής εκείνης εμφανίζονται ως συγγραφείς επιστημονικών έργων σε θέματα των παραπάνω επιστημών ή και να διδάσκουν ακόμα τις επιστήμες αυτές σε ξένα πανεπιστήμια.[4]

Όμως οι περισσότεροι από τους επιστήμονες ιατρούς άσκησαν το επάγ­γελμά τους στο εξωτερικό, όπως στις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης, στη Κωνσταντινούπολη, στο Βουκουρέστι, στα Επτάνησα, στην Αυλή του Αλή-Πασά. Ολίγοι μόνο επέστρεψαν στην πατρίδα τους και πρόσφεραν τις Ιατρικές τους υπηρεσίες στον ελληνικό λαό.[5]

Όσα περιληπτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, καταδεικνύουν την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων Ιατρών στις ελληνικές περιοχές, παρά το γεγονός ότι το συνολικό δυναμικό του Έθνους σε επιστήμονες Ιατρούς ήταν αρκετά μεγάλο.[6] Οι συνθήκες ήσαν κατάλληλες στην Ελληνική ύπαιθρο για να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν όλα τα παράσιτα του ιατρικού επαγγέλματος, όπως διαφόρων ειδών ψευτογιατροί, αγύρτες, τσαρλατάνοι και μάλιστα όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως Τούρκοι, Αλβανοί και Ευρωπαίοι υπηρέτες ιατρών ή υπάλληλοι φαρμακείων στην πατρίδα τους.

Ανάμεσά τους ήταν μια μεγάλη κατηγορία ψευτογιατρών στους οποίους είχε δοθεί το όνομα «κομπογιαννίτες», λέξη που προέρχεται από το κομπόνω (= απατώ) και Γιαννίτης (= Ιωαννίτης), διότι η καταγωγή των περισσοτέρων ήταν η Ήπειρος και ιδιαίτερα τα Ιωάννινα. Κατ’ άλλους ονομάζοντο κομπογιαννίτες γιατί είχαν δεμένα τα θεραπευτικά τους βότανα σε κόμπους μαντιλιών. Της ίδιας κατηγορίας γιατροί στην Ήπειρο ήσαν οι βικογιατροί, οι όποιοι συνέλεγαν τα βότανά τους από την πλούσια φαρμακευτική χλωρίδα της χαράδρας του Βίκου.

Συνέχεια των κομπογιαννιτών ήσαν οι καλογιατροί και μια ιδιαίτερη κατηγορία αυτών, οι σπασογιατροί, που ήσαν ειδικοί θεραπευτές των καταγμάτων και εξαρθρημάτων αλλά και της βουβωνοκήλης.[7]

Περιγραφή των «γιατρών» αυτών μας άφησε και ο Pouqueville, ιατρός πρόξενος της Γαλλίας στον Αλή Πασά. Περιγράφει τους εμπειρικούς γιατρούς που έβγαζε το Λεσκοβίκι, το φυτώριο των καλογιατρών, που αν και δεν κατείχαν γνώσεις ανατομικής εκτελούσαν με ιδιαίτερη επιδεξιότητα την εγχείρηση της βουβωνοκήλης.[8] Ψευτογιατροί διαφόρων προελεύσεων υπήρχαν τότε σε όλη τη χώρα, όπως στη Θράκη[9] και στη Χίο.[10]

Ποίοι όμως ήσαν οι εμπειρικοί (ή πρακτικοί) γιατροί για τους οποίους θα γράψουμε παρακάτω; Εμπειρικοί γιατροί ήσαν εκείνοι που ασκούσαν την λαϊκή ή δημώδη ιατρική και αναμφισβήτητα δεν είχαν καμμία σχέση με τους αγύρτες και τους τσαρλατάνους. Βεβαίως δεν ήσαν μια ξεχωριστή κατηγορία εμπειρικών θεραπευτών.

Τους βικογιατρούς και τους καλογιατρούς που από όλους αναφέρονται ως ψευτογιατροί, δεν μπορούμε να τους αποκλείσουμε όλους από την κατηγορία των εμπειρικών Ιατρών. Έχουμε τη γνώμη ότι ο όρος «εμπειρικός γιατρός» περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα ατόμων ασκού­ντων τη λαϊκή ή δημώδη Ιατρική, κληρονόμοι κατά κανόνα μιας μακράς τέχνης. Εκείνο δε που ιδιαίτερα ξεχωρίζει τους εμπειρικούς γιατρούς από τους τσαρλατάνους είναι η έντιμη κατά κανόνα άσκηση της τέχνης τους και ο τρόπος που απέκτησαν τις γνώσεις τους.

Οι εμπειρικοί γιατροί ήσαν πολλοί κατά τα προεπαναστατικά χρόνια. Απέκτησαν τις όποιες ιατρικές γνώσεις συνήθως εκ παραδόσεως από τον πατέρα στο γιο, μέσα σε «ιατρικές» οικογένειες ή κατά τη μαθητεία κοντά σε άλλους εμπειρικούς. Βοηθήματα για την εκμάθηση της τέχνης ήσαν και τα Ιατροσόφια, χειρόγραφοι ιατρικοί κώδικες, που περιέχουν ιατρικά κείμενα συνερανισθέντα από παλαιά (ήδη από της εποχής του Ιπποκράτους) και νε­ώτερα ιατρικά συγγράμματα. Βεβαίως τα περισσότερα από τα Ιατροσόφια δεν διακρίνονται για την επιστημονικότητά τους, καθώς περιέχουν στοιχεία μαγείας, αντιμαγικά φίλτρα, εξορκισμούς κ.λπ. Περιέχουν όμως και περιγραφές νόσων, χειρουργικές οδηγίες και, κυρίως, μεγάλους καταλόγους θεραπευτικών βοτάνων με ενδείξεις και οδηγίες για τη χρήση τους.[11]

Πολλοί εμπειρικοί γιατροί είχαν διδαχθεί την ιατροφαρμακευτική τέχνη σε σχολεία που λειτούργησαν στη χώρα ιδία κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως ήταν το Σχολείο Επιστημών και Ιατρικής που ίδρυσε ο Ανάργυρος Πετράκης το 1812.[12] Στο σχολείο αυτό δίδαξε από το 1813 ο ιατροφιλόσοφος, διδάσκαλος του έθνους, Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Πίζας. Στην Κέρκυρα εδιδάσκοντο στοιχεία Ιατρικής και Μαιευτικής.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Από το 1805-1824 λειτούργησε η πρώτη Δημόσια Σχολή μέχρι της ιδρύσεως της Ιονίου Ακαδημίας, η οποία ως ανωτέρα Ιατρική Σχολή λειτούργησε μόνο στο χρονικό διάστημα από το 1824 έως το 1827, όταν απεβίωσε ο ιδρυτής της φιλέλληνας λόρδος Φρειδερίκος Γκίλφορδ.[13] Στο Μυστρά λίγο προ της επαναστάσεως συνεστήθη Σχολείο Ιατροχειρουργικής από τον διάσημο εμπειρικό γιατρό Παναγιώτη Γιατράκο. Στο σχολείο αυτό εκπαιδεύτηκαν και μετεκπαιδεύτηκαν στην Ιατρική και στην επείγουσα Χειρουργική, όχι μόνο οι 5 αδελφοί του Παναγιώτη Γιατράκου, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί, αλλά και άλλοι που πρόσφεραν πολύτιμες ιατρικές υπηρεσίες στον αγώνα όπως ο Απόστολος Αλεξάκης, ο Ανδρέας Πετιμεζάς, ο Θεόδωρος Καστανής, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Ηλίας Αραπάκης κ.α.[14]

Στη Χίο ήδη από τον 16ο αιώνα (στη Σχολή της Χίου) εδιδάσκοντο, πλην των εγκυκλίων μαθημάτων, οι θετικές επιστήμες, η φιλοσοφία και ιδιαιτέρως η ιατρική, δηλαδή πρακτικά μαθήματα Ιατρικής με τα οποία εκπαίδευαν τους μαθητές της Σχολής ιατροί επιστήμονες που επέστρεφαν στη Χίο μετά τις σπουδές τους στην Ιταλία.[15] Έτσι το Έθνος, με την έναρξη της Επαναστάσεως, διέθετε ικανό αριθμό εμπειρικών γιατρών με ιατρικές γνώσεις παραδεκτές, ώστε να μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στους τραυματίες του αγώνος. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση, ότι, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, η πλειονότης των πρακτικών Ιατρών ήσαν άτομα υψηλού ήθους, ανιδιοτελείς και με βαθύ το αίσθημα της φιλοπατρίας και του αλτρουισμού. Μεταξύ αυτών υπήρχαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί διάσημοι για τις ιατρικές γνώσεις τους.

Οι επιδόσεις των πρακτικών αυτών θεραπευτών στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων και στην ανάταξη καταγμάτων και εξαρθρημάτων τους έδωσε τον τίτλο του «Ιατροχειρούργου», τίτλο τον οποίον δεν είχαν συνήθως οι επιστήμονες ιατροί που αποκαλούντο φυσικοί ιατροί ή απλώς γιατροί. Για τις γνώσεις τους αυτές έχαιρον ιδιαίτερα εκτιμήσεως μεταξύ των απλών πολιτών της χώρας, που πολλές φορές τους ενεπιστεύοντο περισσότερο από τους επιστήμονες ιατρούς.

Τις ιατρικές γνώσεις των εμπειρικών δεν πρέπει να τις κρίνουμε με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, αλλά λαμβάνοντες υπ’ όψη το επίπεδο της Ιατρικής της εποχής εκείνης, δηλαδή του τέλους του 18ου και της αρχής του 19ου αιώνα. Η μεγάλη πρόοδος της Ιατρικής επιστήμης πραγματοποιήθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ο Παστέρ, ο Κώχ και ο Λίστερ γεννήθηκαν στα χρόνια της επαναστάσεως. Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι, στην πράξη, η ιατρική περίθαλψη που πρόσφεραν οι επιστήμονες ιατροί δεν ήταν εξαιρετικά ανώτερη από αυτή των εμπειρικών γιατρών, ιδιαίτερα στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων στην οποία οι εμπειρικοί απεδείχθησαν πολύ χρήσιμοι. Βέβαια όλοι οι εμπειρικοί δεν ήσαν εξίσου άψογοι ή αποτελεσματικοί στη δουλειά τους. Μεταξύ τούτων υπήρξαν κάποιοι κακοί μέχρι και επικίνδυνοι στις χειρουργικές πράξεις τους, για τους οποίους γράφουν επικριτικά Έλληνες και ξένοι επιστήμονες ιατροί.[16]

Έχουν καταγραφεί περίπου 185 εμπειρικοί. Φαίνεται όμως ότι ήσαν περισσότεροι. Έδρασαν στην πρώτη γραμμή των μαχών, στα στρατόπεδα των αγωνιστών και στα πρόχειρα νοσηλευτήρια. Το μέγιστο μέρος της περιθάλψεως των αγωνιστών ανελήφθη και εκτελέστηκε από τους εμπειρικούς γιατρούς. Είναι γνωστό ότι από τους επιστήμονες Ιατρούς που διέθετε τότε το έθνος μόνο μικρός αριθμός κατήλθε στα πεδία των μαχών για να περιθάλψει τραυματίες.[17] Βέβαια η γενική προσφορά των επιστημόνων Ιατρών στην υπόθεση του αγώνα ήταν πολύ μεγάλη.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι ιατροί επιστήμονες υπήρξαν μεγάλοι διαφωτιστές, όπως ο Αδ. Κοραής, διάσημοι Φιλικοί και διδάσκαλοι της Φιλικής Εταιρείας, μεγάλοι πολιτικοί της Επαναστάσεως, όπως ο μεγάλος Καποδίστριας και ο Ιω. Κωλέττης, οργανωτές των φιλελληνικών κομιτάτων στην Ευρώπη, όπως ο Πέτρος Ηπίτης κ.ά. Βοήθεια στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών προσέφεραν και λίγοι από τους 70 ξένους ιατρούς, μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν οι Treiber, Howe, Bailly, Elster, Gosse, Millingen και Bruno.

Οι οργανώσαντες την επανάσταση που εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο για Διοικητική Μέριμνα (επιμελητεία) των επανα­στατικών σωμάτων. Ήταν φυσικό οι υπόδουλοι να μην έχουν την δυνατότητα να προετοιμάσουν και να οργανώσουν Διοικητική Μέριμνα. Τα στρατιωτικά τμήματα (μπουλούκια), ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια του αγώνα, έπρεπε να φροντίσουν από μόνα τους για την εξασφάλιση γιατρών και τον εφοδιασμό με φάρμακα και υγειονομικό υλικό. Τούτο όμως δεν ήταν εύκολο και εξαρτάτο από την οικονομική δυνατότητα των τμημάτων, την προσωπικότητα των καπεταναίων και την επιθυμία τους ή μη να έχουν γιατρούς στο στράτευμά τους, και από την δυνατότητα παροχής φαρμάκων και υγειονομικών υλικού από την Προσωρινή Διοίκηση. Οργανωμένη Υγειονομική Υπηρεσία δεν υπήρξε. Βέβαια τον Απρίλιο του 1822 εξεδόθη Διάταγμα με το οποίο προεβλέπετο η ύπαρξη γιατρών στον Τακτικό Στρατό που αποφασίσθηκε να οργανωθεί, όμως ουσιαστικά ουδέποτε ελειτούργησε Υγειονομική Υπηρεσία.

Ο αγώνας ήταν αγώνας ατάκτων χωρίς σταθερό μέτωπο και μετόπισθεν όπου θα μπορούσαν ν’ αναπτυχθούν νοσηλευτικά τμήματα και νοσοκομεία. Τα στρατιωτικά τμήματα εκινούντο συνεχώς σε διαφορετικές περιοχές, η υγιεινή κατάσταση του πληθυσμού ήταν άθλια, με τις επιδημίες να διαδέχονται η μια την άλλη και οι ελλείψεις σε φαρμακευτικό και επιδεσμικό υλικό τεράστιες. Εκείνο που εντυπωσιάζει στο θεσμό των εμπειρικών γιατρών είναι ότι πολλοί από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πολεμιστές που έλαβαν μέρος στον αγώνα με δικά τους στρατιωτικά σώματα ή αποσπάσματα όπως κατά τον Τρωικό πόλεμο όπου πολλοί πολεμιστές είχαν και ιατρικές γνώσεις.[18] Τα πλήρη επαίνων πιστοποιητικά των αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Θ. Κολοκοτρώνη, του Πετρόμπεη, του Καν. Δεληγιάννη κ.ά. μαρτυρούν, την πολύτιμη συμβολή τους στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών.

Με τα πιστοποιητικά αυτά τα οποία υπέβαλαν στις Επιτροπές Εκδουλεύσεων του Αγώνος παρακαλούσαν το φτωχό ελληνικό κράτος να τους βοηθήσει κυρίως οικονομικά (αλλά και ηθικά), διότι διέθεσαν τα πάντα στον αγώνα με αποτέλεσμα να μείνουν ενδεείς. Στα πιστοποιητικά αυτά διαβάζουμε τη συγκινητική διαβεβαίωση των αρχηγών για τον πατριωτισμό, τις θυσίες, την αφιλοκέρδεια και γενικά για τη μεγάλη προσφορά τους στον αγώνα.

Ο αυστηρός Φιλήμων γράφει για την περίθαλψη των τραυματιών αναφερόμενος στο πρώτο έτος της επαναστάσεως:

 

«Ελλείποντος οιουδήποτε Νο­σοκομείου Στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν ή μονήν ή χωρίον άλλως οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ηδύναντο γραία δε τις ή κουρεύς, ή μοναχός ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων, οίον μήλης, ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού[19] και των τοιούτων. Οίκοθεν δε ωμολόγηται ότι της ικανότητος των τοιούτων ιατρών και χει­ρούργων προεξήρχε η συνδρομή της φύσεως, αρπάζουσα από της χειρός αυ­τών πλείστα θύματα. Σπανιώτατοι ήσαν και περιοδικοί ανεφέροντο επιστή­μονες ιατροί, ανθ’ ων, οφείλομεν ειπείν εμπειρικοί τίνες χειρούργοι ως εν Πελοποννήσω ο Παν. Ιατράκος και εν τη Ανατολική Ελλάδι, ο εκ της Αταλάντης αιχμάλωτος Τούρκος Κούρταλης, παρά τούτοις δε και τίνες μυ­στηριώδη τινα κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».[20]

 

Μεταξύ των εμπειρικών γιατρών υπήρξαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί που πρόσφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες σε Μονές που τις είχαν μετατρέψει σε νοσηλευτήρια. Τα μοναστήρια δεν λειτούργησαν μόνο ως νοσοκομεία, άλλα και ως αποθήκες ανεφοδιασμού με υλικό, αναπληρώνοντας την παντελώς ελλείπουσα επιμελητεία των ατάκτων επαναστατικών στρατευμάτων. Ανα­φέρονται τουλάχιστον 14 τέτοιες μονές – νοσηλευτήρια.

Διάσημοι μοναχοί ε­μπειρικοί ιατροί αναφέρονται ο Ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης της Σαλαμίνας Γρηγόριος, που μετέτρεψε τη Μονή του σε Νοσοκομείο, ο Ηγού­μενος της Μονής Κανδύλας Καλλίνικος και ο επίσης Ηγούμενος της Μονής του Κάτω Αγίου Γεωργίου Άργους Δανιήλ που εθεωρείτο άριστος εμπειρικός γιατρός.[21] Η έλλειψη φαρμάκων και υγειονομικού υλικού ήταν μεγάλη τόσο για τους επιστήμονες όσο και για τους εμπειρικούς γιατρούς.

Τα κυριώτερα φάρμακα που εχρησιμοποιούντο από τους εμπειρικούς γιατρούς για τους παθολογικούς ασθενείς ήσαν διαφόρων ειδών βότανα, έγχυμα αψινθίου κατά της γρίππης, αφεψήματα ξυλοκεράτων και σύκων. Μέθοδοι θεραπείας ή εφαρμογή σικνών και η φλεβοτομία εφ’ όσον υπήρχε ειδικός φλεβοτόμος. Η θεραπεία των τραυμάτων εγένετο δι’ επιθέσεως επί αυτών τεμαχίου υφάσματος εμβρεχομένου δια ρακής, ή δε αιμόσταση δια πυρακτωμένου σιδήρου.

Η επίδεση των καταγμάτων γινόταν δια ταινιών υφάσματος μετά λεπτών ναρθηκίων εκ ξύλου, φλοιού δέντρου ή καρτονίων. Η εξωτερική επιφάνεια του επιδέσμου επεχρίετο με αλοιφή που κατασκευαζόταν από σαπούνι και ρακί.[22] Μέσα στις πληγές συχνά εισήγαγαν αλοιφή από λεύκωμα ωού και λάδι.[23] Ο Μακρυ­γιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι έρραβαν τα τραύματα με μυρμηγκοκεφαλές.[24]

Γιατράκος Παναγιώτης

Οι Γιατράκοι από την Άρνα Λακωνίας ήσαν οι πιο διάσημοι εμπειρικοί γιατροί του Αγώνα. Εξασκούσαν από τα πολύ παλιά χρόνια την πρακτική ιατρική την οποία οι υιοί εδιδάσκοντο από τον πατέρα στα πλαίσια μιας ιατρικής οικογένειας. Κατά την επανάσταση οι αδελφοί Γιατράκοι προσέφε­ραν εξαιρετικές υπηρεσίες όχι μόνο ως πρακτικοί γιατροί αλλά και ως πολεμιστές.[25]

Ο Παναγιώτης Γιατράκος είχε σπουδάσει για βραχύ χρονικό διάστημα Ιατρική στην Ιταλία. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Πριν από την έναρξη του αγώνα ίδρυσε, όπως αναφέραμε ήδη, Ιατροχειρουργικό Σχολείο στο Μυστρά όπου μαθήτευσαν πολλοί εμπειρικοί γιατροί του αγώνα αλλά και οι πέντε αδελφοί του, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί και πολε­μιστές. Εκ τούτων ο Νικόλαος Γιατράκος κατά τα αρχικά στάδια του αγώνα συμμετείχε κυρίως ως γιατρός και στα μεταγενέστερα ως πολεμιστής.

Στα αρχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη υπάρχει το δικό του «Κατάστιχο όσους εθεράπευσα πληγωθέντας εις τον Ιερό αγώνα επικυρωμένο παρά της Πελοπον­νησιακής Γερουσίας τη 4 Νοεμβρίου 1822 εν Τριπόλει εις την εποχήν του Δράμαλη, του οποίου το πρωτότυπον ευρίσκεται εις τα Αρχεία της Πελο­ποννησιακής Γερουσίας».[26] Ανάλογο κατάστιχο «δι’ όσους εθεράπευσα από την αρχή της επαναστάσεως αμισθί με ίδια μου έξοδα» μας έχει αφήσει ο Ηλίας Γιατράκος.[27]

Στο τελευταίο αυτό 137 τραυματίες αναφέρονται ονομαστικά με το είδος του τραύματος, την εγχείρηση που τους έγινε και τον χρόνο αποθεραπείας. Και στα δυο αυτά, εξαιρετικού ενδιαφέροντος ντοκουμέντα φαίνεται σαφώς ότι οι αδελφοί Γιατράκου εγνώριζαν να εξετάζουν το τραύμα, να το καθορίζουν και να αφαιρούν το βλήμα, τις οστικές παρασχίδες ή μεγαλύτερα θραύσματα οστών που είχαν μείνει στους ιστούς. Στην αφαίρεση αυτή απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία για την ευνοϊκή πορεία του τραύματος. Συχνά διαβάζουμε στο κατάστιχο φράσεις όπως: «του έβγαλα μέρος κόκκαλο και τον εκύτταξα (δηλ. παρακολούθησα) ημέρες 30».

Ένας εξέχων εμπειρικός Ιατρός ήταν ο Χρήστος Νικολαίδης από τον Πολύγυρο της Χαλκιδικής. Ήταν γιος πλούσιου γαιοκτήμονα και είχε διδαχθεί την εμπειρική ιατρική, όπως λέει ο ίδιος, από τον Ιερόθεο Ιωαννίδη. Μαζί με τους δυο αδελφούς του και 154 τάλληρα για οικονομική βοήθεια του αγώνα κατέβηκαν στον Μωριά να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Τα δυο αδέλφια του έπεσαν μαχόμενα για την πατρίδα. Εκείνος, όπως αναφέρει, προσέφερε κατά το διάστημα του αγώνος και μετέπειτα σημαντικές υπηρεσίες «αμισθί, οτέ μεν εις το οποίον απετέλουν μέρος, οτέ δε εις τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία, εις το Ναυτικόν και εις τους πολίτας εν γένει, ως αποδεικνύεται εκ των συναπτομένων εγγράφων».[28]

Ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιατρός Dr. Blondeau που είχε αποσταλεί από το φιλελληνικό κομιτάτο και είχε διορισθεί αρχίατρος του Στρατού της Ανατολικής Ελλάδος βεβαιοί ότι εξ 86 ασθενών και τραυματιών είχαν θεραπευθεί από αυτόν άπαντες, ο δε Κριεζώτης στην χιλιαρχία του οποίου ήταν χειρουργός ο Νικολαίδης πιστοποιεί επίσης ότι «ιάτρευσε 59 εκ των τραυματιών της Χιλιαρχίας του με ίδια ιατρικά χωρίς να λάβει από κανένα τίποτα».[29]

Μετά την απελευθέρωση ο Νικολαίδης διετέλεσε διευθυντής του Στρ. Νοσοκομείου Σαλαμίνος παρά το γεγονός ότι είχε ελάχιστες γραμματικές γνώ­σεις. Το 1828 υπέβαλε ένα γενικό κατάλογο ως ιατροχειρουργός της Ε’ χιλιαρχίας «περί των εξ αυτού θεραπευομένων ασθενών και πληγωμένων στρατιωτών»,[30] στον οποίο αναγράφονται τα ονόματα 140 στρατιωτών με τις παθήσεις και τα τραύματά τους.

Οι εμπειρικοί ήσαν εκείνοι που ίδρυσαν και ελειτούργησαν τα νοσηλευτή­ρια, που στα πρώτα χρόνια, ιδιαίτερα, της επαναστάσεως αναπλήρωσαν τα ελλείποντα νοσοκομεία. Τα νοσηλευτήρια ή θεραπευτήρια διατηρήθηκαν σε λειτουργία με εράνους και με τη συγκινητική προσφορά των Ιατρών, κυρίως των εμπειρικών, που δαπάνησαν δικά τους χρήματα και χορηγούσαν δικά τους φάρμακα και υγειονομικό υλικό κατά κανόνα δωρεάν.

Το θεραπευτήριο της Βυτίνας στη Γορτυνία οργανώθηκε από τον Νικόλαο Θεοφιλόπουλο, διάσημο εμπειρικό Ιατροχειρουργό, στο σπίτι του και λειτούργησε με δικά του έξοδα. Από μια αναφορά του προς το Υπουργείο Πολέμου[31] μαθαίνουμε ότι στο θεραπευτήριό του ο Θεοφιλόπουλος περιέθαλψε ή εξέτασε κατά την διάρκεια του πολέμου 171 τραυματίες και 149 ασθενείς, οι περισσότεροι από τους οποίους αναφέρονται ονομαστικώς.[32] Στην αρχή του αγώνα ο Θεοφιλόπουλος εργάστηκε ταυτοχρόνως και στο στρατόπεδο των Τρικόρφων.

 Οι αρχηγοί του αγώνα Θ. Κολοκοτρώνης, Καν. Δεληγιάννης και Δημ. Πλαπούτας βεβαιώνουν ότι:

«ΟΝικόλαος Θεοφιλόπουλος, ανήρ τίμιος και πα­τριώτης, την τέχνην ιατροχειρούργος αφ’ ης στιγμής ηνεώχθη ο υπέρ πατρί­δος ιερός αγών συνετέλεσεν ολοπροθύμως θεραπεύων πληγωθέντας, τους εν ταις διαφόροις μάχαις ιδίοις αυτού αναλώμασι και βοτάνοις κατά τας διαφό­ρους διαταγάς των οπλαρχηγών. Περιπλέον δε εμού του γενικού Αρχηγού Θ. Κολοκοτρώνη και ημών των υποφαινομένων, ώστε καθ’ όλον το διάστημα της του ιερού αγώνος μας πενταετίας, δεν έλαβε πόθεν οβολόν δια τας απείρους του εκδουλεύσεις και έξοδα».

Το Θεραπευτήριον της Βυτίνας, το σπίτι δηλαδή του Θεοφιλόπουλου, πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ. Την αναφορά – αίτησή του τελειώνει ο Θεοφιλόπουλος με την εξής συγκινητική φράση: «….και παρακα­λώ θερμώς να εξεύρη το Σόν Εκτελεστικόν δι’ εμέ πόρον αποζημιώσεως εις απάντησιν της ανάγκης μου, και δια τους κόπους μου σιωπώ και αφήνω εις την επίκρισιν της Σ. Διοικήσεως δια να αποφασίση ό,τι απαιτεί το δίκαιον. Και με όλον το καθήκον σέβας μένω…» (2 Μαρτίου 1826).

Ο Χασάν Αγάς Κούρταλης, Τούρκος Ταλαντινός, ήταν προ της Επαναστάσεως διάσημος εμπειρικός ιατροχειρουργός στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Είχε την δυστυχία να ιδή να σφάζονται από τους επαναστατημένους Έλληνες η γυναίκα και τα τέκνα του. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τον έφερε στην Αθήνα το 1822 όπου κατά την τελευταία μεγάλη πολιορκία πρόσφερε πολλές ιατρικές υπηρεσίες στους τραυματίες. Ο Μακρυγιάννης που είχε θεραπευθεί από τον Κούρταλη[33] και ο Νικηταράς του είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη.

Πολλοί, πάρα πολλοί ήσαν οι εμπειρικοί γιατροί με ανάλογη δράση. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε μερικούς ακόμα: Μια μεγάλη ομάδα εμπειρικών γιατρών ήσαν οι Χορμοβίτες ή Χορμόβες που κατάγονταν από το Χόρμοβο της Ηπείρου, που ακολούθησαν τα Σουλιώτικα και Ρουμελιώτικα Σώματα της Ανατολικής και Δυτικής Στερεάς Ελ­λάδος, όπως του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Πανουριά, Καραϊσκάκη, Δήμου Σκαλτσά, Κίτσου Τζαβέλα, Δυοβουνιώτη κ.ά.

Στα ΓΑΚ [34] υπάρχουν πολλά έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτούς. Οι πιο γνωστοί Χορμοβίτες εμπειρικοί ήσαν οι Κυριάκου Κώστας ή Χαρμόβας, Πέτρος- Παναγιώτης Μέξης, χειρουργός Χαρμόβας, Χορμόβας Πέτρος ή Τζάκος, Χαρμόβας Μάρκος και Χορμόβας Χρήστος. Μετά την απελευθέρωση μερικοί από αυτούς διορίσθηκαν στον τακτικό Στρατό. Οικογένειες εμπειρικών Ιατρών ήσαν ακόμα οι αδελφοί Δημήτριος και Ευθύμιος Φωτόπουλος[35] από την Τρίπολη και ο πατέρας και γιος Ιωάννης και Βασίλειος Σταυρόπουλος.[36]

Κατά την πολιορκίαν του Μεσολογγίου μαζί με τους επιστήμονες Ιατρούς, όπως ο Πέτρος Στεφανίτζης,[37] εμπειρικοί γιατροί της φρουράς ήσαν ο Γ. Κονταξής ή Κονταχτσόπουλος που είχε βοηθό τον Γ. Ιωνά, ο Νικόλαος Κονοφάος[38] και ο Βασ. Βονιτζάνος.[39] Και οι τρεις έπεσαν ηρωϊκώς κατά την έξοδο. Ένας ακόμα εμπειρικός που έπεσε ηρωϊκώς στις μάχες κατά των Τούρκων ήταν ο Κωνσταντίνος Δεττόρος της οικογενείας εμπειρικών γιατρών Δεττόρων, που τραυματίστηκε κατά την πολιορκίαν της Τριπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος με δικό του απόσπασμα, και υπέκυψε στα τραύματά του τις επόμενες ήμερες.[40]

Θα αναφέρουμε ακόμα τον Αριστείδη Παπαγιαννόπουλο που περιέθαλψε τραυματίες στα Δερβενάκια, την Πάτρα και αλλού και διορίστηκε το 1829 Ιατροχειρουργός του Ιππικού Σώματος και ο οποίος είχε πληγωθεί στις μάχες κατά των Τούρκων[41] και τον Κων. Πετιμεζά της γνωστής οικογένειας των αγωνιστών που είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία από τον Παν. Γιατράκο.[42]

Μετά την απελευθέρωση οι εμπειρικοί γιατροί συνέχιζαν να ασκούν την ιατρική επισήμως και να κατέχουν θέση στο Δημόσιο και το Στρατό.

Οι Νικόλαος Χορτάκης και Ιωάννης Ολύμπιος, επιστήμονες ιατροί, σε αναφορά τους, με ημερομηνία 3 Μαΐου 1830 προς τον Κυβερνήτη, γράφουν ότι έκτος των Ιατρών του Στρ. Νοσοκομείου της Ανατολικής Ελλάδος, όλος ο σωρός των αυτοδιδάκτων Ιατρών των Χιλιαρχιών έφερε μόνο το όνομα του Ιατρού.[43] Η διαφαινομένη στην αναφορά αυτή εχθρότητα των επιστημόνων ιατρών κατά των εμπειρικών είχε αρχίσει ενωρίτερα το 1828, όταν μετά την άφιξη του Καποδίστρια ο Ανάργ. Πετράκης, επιστήμονας ιατρός υπέβαλε στον κυβερνήτη αναφορά σχετικά με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος.

Αφού περιέγραφε τον τρόπο ασκήσεως της ιατρικής από τους εμπειρικούς, τις καταχρήσεις που εγίνοντο από τους φαρμακοποιούς και τους κινδύνους που περιέκλειε ο τρόπος αυτός ασκήσεως της ιατρικής, επρότεινε τη σύσταση ενός Συλλόγου Ιατρών με καθήκοντα να εξετάζει τα Ακαδημαϊκά διπλώματα των ιατρών και εφ’ όσον ήσαν εντάξει να δίδεται επισήμως άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος.[44] Ο Αν. Πετράκης ήταν τότε μέλος της Επιτροπής Υγείας της Αίγινας.

Με την αναφορά του αυτή και με άλλες ενέργειές του αργότερα[45] έθετε επί τάπητος τις προϋποθέσεις για την άσκηση του Ιατρικού Επαγγέλματος που άγει πλέον ευθέως στην κατάργηση του θεσμού των εμπειρικών ιατρών. Όμως η άσκηση του Ιατρικού επαγγέλματος από τους εμπειρικούς γιατρούς συνεχίζετο και επί Όθωνος. Έτσι με Βασιλικό Διάταγμα που εξέδωσε ο Όθων στις 18.9.1835 ορίζει: «Κατά πρότασιν της επί της Δικαιοσύνης Γραμματείας… όσοι ειρηνοδίκαι έχουσιν γνώσεις ιατρικής δύνανται να με­τέρχονται το επάγγελμα του Ιατρού… δεν πρέπει όμως εξ αιτίας τούτου να βραδύνωσι ή να παραμελώσι τα δικαστικά των καθήκοντα τα οποία οφείλωσι να θεωρώσι πάντοτε ως κύρια έργα των».[46]

Η θέσπιση των κανόνων ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος έγινε το 1834 με την Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του υπ’ αριθ. 24/12 Ιουλίου Διατάγματος «περί συστάσεως του Ιατροσυνεδρίου» στο άρθρο 5 του οποίου καθωρίζετο τι πρέπει να κάνει για να αναγνωρισθεί επισήμως ως Ιατρός όποιος θέλει να ασκήσει την ιατρική στην Ελλάδα. Κι όμως το επόμενο έτος με διάταγμα της 18/30 Μαΐου 1835 συστήθηκε (μέχρι να ιδρυθεί Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο) το Θεωρητικό Σχολείον περί Χειρουργίας, Φαρμακοποιίας και Μαιευτικής, εις το οποίο μπορούσαν να διδαχθούν αμισθί «τόσον οι ήδη εμπειρικώς μετερχόμενοι αυτάς τας επιστήμας όσον και οι μέλλοντες εις το εξής να επαγγέλωνται αυτάς».

Εδώ καταφαίνεται η προσπάθεια του νεοσύστατου Κράτους να επιμορφώσει τους εμπειρικούς γιατρούς ώστε να είναι ικανοί ν’ ασκήσουν κάποια αποδεκτή μορφή ιατρικής μέχρις ότου εξέλθουν από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου ικανός αριθμός επιστημόνων ιατρών τους οποίους είχε ανάγκη η χώρα.

Συμπερασματικά μπορούμε να ειπούμε ότι οι εμπειρικοί ιατροί, άνδρες σοβαροί, ανιδιοτελείς και πατριώτες, ασκούντες την λαϊκή ιατρική, μπόρεσαν ν’ αναπληρώσουν μέχρις ενός σημείου την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων ιατρών και να προσφέρουν ικανοποιητική ιατρική βοήθεια στους τραυματίες του 1821.

 

Δημ. Ν. Σχίζας

Ιατρός Ακτινολόγος

Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος

Ιατρός Νευροχειρούργος

Νικ. Δ. Σχίζας

Αμ. Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής Α.Π.Θ.

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γερουλάνος Μ., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών για την 25η Μαρτίου 1821 και την 28ην Οκτωβρίου 1940. Επιμέλεια Π. Χάρη, Αθήνα 1977, σελ. 213.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος. Η συμβολή των Υγειονομικών εις τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, Αθήνα 1973, σελ. 11-12.

[3] Jacovaci Riso Neroulo, Cours de la Littérature Grecque Moderne. Geneva 1827, p. 104.

[4] Γερουλάνος M., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους, ο.π., σελ. 202.

[5] Όπως μας πληροφορεί ο Γερουλάνος Μ. (ο.π., σελ. 208), έζησαν και άσκησαν την Ιατρική στην πατρίδα τους κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους 11 γιατροί στη Μακε­δονία, 6 στη Θεσσαλία, 7 στην Ακαρνανία, πολλοί στην Ήπειρο από τους οποίους 10 στα Γιάννενα, 3 στην Πελοπόννησο, 5 στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, 3 στην Κρήτη, 3 στην Χίο, 3 στη Σμύρνη, 3 στις Κυδωνιές, 1 στην Αδριανούπολη και 1 στην Φιλιππούπολη.

[6] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ο.π., σελ. 24-92.

[7] Γκανιάτσας Κ., Βότανα – Γιατροσόφια – Κομπογιαννίται, Ηπειρωτική Εστία 1972, σελ. 459-463.

[8] Pouqueville F.-H.-L., Voyage de la Grèce. Paris 1820, Vol. E, σελ. 120.

[9] Παπαχριστοδούλου Π., Η Γιατρική στη Θράκη κατά τον Ιθ’ αιώνα. Διάλεξη, 1951.

[10] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική στη Χίο κατά τους τελευταίους αιώνες. Έκδοση Ιατρικής Εταιρείας Χίου. Χίος 2001, σελ. 3-4.

[11] Σχίζας Ν., Παπαϊωάννου Α., Σχίζας Δ., Το Ιατροσόφιον του Ιατρού σενιόρ Ανδρέα του Ευρωσιανού, Δέλτος 2002, 24: 22-26.

[12] Γριτσόπουλος Τ., Μονή Ασωμάτων Πετράκη. Αθήνα 1967.

[13] Αθανασόπουλος Α., «Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον Ιερόν Αγώνα του 1821. Επιστημονική ή εμπειρική μόρφωσις Ιατρών προ του 1821», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σελ. 34-35.

[14] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 37.

[15] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική εις την Χίον κατά τους τελευταίους αιώνες, ό.π., σελ. 4.

[16] Χάου Σάμουελ, Ημερολόγιο από τον αγώνα 1825-1829. Εισαγωγή, με παρουσίαση ανεκδότων αποσπασμάτων Οδυσσέα Δημητρακοπούλου. Αθήνα 1971, σελ. 37.

[17] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 93-138.

[18] Ομήρου Ιλιάς, Β 729-734.

[19] Τιλτόν ή ξαντόν νημάτια ή κουρελάκια λινού υφάσματος που ετοποθετούντο πάνω στα τραύματα αντί γάζας.

[20] Φιλήμων I., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Ελληνικής Επαναστάσεως Γ’, λθ’-μ’.

[21] Γκιάλας Αθ., Έλληνες ιερωμένοι επιστήμονες Ιατροί από της Αλώσεως μέχρι και της εθνεγερσίας, έκδ. Ακτίνες 1976, σελ. 11-14.

[22] Κούζης Αριστοτέλης, Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατού κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών, ό.π., σελ. 4.

[23] Σάμουελ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα…, ό.π., σελ. 37.

[24] Ι. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, σελ. 86.

[25] ΓΑΚ, Κ 5-7.

[26] ΓΑΚ, Αρχείον Γιάννη Βλαχογιάννη, Κυτίον Δ 83.

[27] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 104-114.

[28] ΓΑΚ, Όθων Αρχ. Γραμματείας Στρατιωτικών Φ. 8α.

[29] Κούζης Αριστ., Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας τον Στρατού κατά τον   υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος, ό.π., σελ. 274.

[30] ΓΑΚ Καποδιστριακό, Γεν. Γραμματεία Φ. 229.

[31] ΓΑΚ, Υπουργείον Πολέμου Φ. 179.

[32] Στην αναφορά του αυτή δυστυχώς δεν μας δίνει πληροφορίες για το είδος των τραυμάτων και τη θεραπεία τους.

[33] Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Επιμέλεια Ι. Βλαχογιάννη, Αθήνα 1907.

[34] Διαμάντης Κ., Τα περιεχόμενα των  ΓΑΚ, τ. 15β, σελ. 1099-1104.

[35] ΓΑΚ, Κ 47, Φ. 74.

[36] ΓΑΚ, Υπουργείο Πολέμου, Φ. 21.

[37] Κώνστας Κ., Γιατροί, Νοσοκομεία – Αρρώστιες στο επαναστατημένο Μεσολόγγι, Νέα Εστία ΞΕ’ 1959, σελ. 528-531

[38] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον. Γενική Γραμματεία Φ. 294, αρ. εγγρ. 113.

[39] ΓΑΚ, Διοικητική Επιτροπή, Φ. 19.

[40] Αθανασόπουλος Α., Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον ιερόν Αγώνα του 1821,ό.π., σελ. 38.

[41] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 163.

[42] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 174.

[43] Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία, Φ. 238Α, αρ. εγγρ. 195.

[44] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 2, Αρ. εγγρ. 14.

[45] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 61, αρ. εγγρ. 55.

[46] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 231.

Read Full Post »

Ελληνική Τυπογραφία στη διαδρομή πέντε αιώνων


 

Η γένεση της Τυπογραφίας

Στα μισά του ΙΕ’ αι. σε μια δύσκολη περίοδο για τον Ελληνισμό, όταν το Βυζάντιο έπεφτε στα χέρια των Τούρκων και η εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφτανε μέχρι τα Βαλκάνια, στη Δύση έχουμε τη γένεση της Τυπογραφίας. Η μεγάλη και σημαντική αυτή εφεύρεση – προϊόν της οποίας είναι το έντυπο βιβλίο και οι εφημερίδες – έμελλε να φέρει την Αναγέννηση, πρώτιστα στον Ευρωπαϊκό χώρο και στην συνέχεια στην οικουμένη ολόκληρη. Η εφεύρεση αυτή ανήκει, όπως είναι γνωστό, στον Γιόχαν Γκούντενμπεργκ [Johannes Gensfleisch zur Laden zum Gutenberg], στα ελληνικά Ιωάννης Γουτεμβέργιος.

 

Ο Γουτεμβέργιος

Ιωάννης Γουτεμβέργιος

Ο σοφός αυτός άνθρωπος γεννήθηκε στη Μαγεντία [Μάιντς] της Γερμανίας το 1394/98, ήταν χαράκτης και χρυσοχόος στο επάγγελμα και άρχισε να πειραματίζεται στον χώρο της τυπογραφίας, όταν συνειδητοποίησε ότι: αν τα γράμματα της Αλφαβήτου, αντί να είναι χαραγμένα σε ξύλινες πλάκες, ήταν κομμένα ώστε να χρησιμοποιούνται πολλές φορές, θα υπήρχε τεράστιο όφελος ως προς την εκτύπωση βιβλίων.

Αφού πέρασε από πολλά στάδια αγωνίας, κοπώσεως και απογοητεύσεως κάνοντας διάφορους πειραματισμούς, κατάφερε να εφεύρει όλα τα απαραίτητα συστατικά της τυπογραφίας. Αυτά, ήταν οι μεταλλικές μήτρες για το καλούπωμα των στοιχείων, ένα πιεστήριο που ήταν σαν το πιεστήριο που έστιβαν τα σταφύλια και ένα λιποδιαλυτικό μελάνι. Έτσι, τελειοποίησε την τεχνική της Τυπογραφίας με την οποία θα μπορούσε να τυπώσει ένα βιβλίο, με τη μορφή που έχουν τα βιβλία ακόμη και σήμερα. 

Το πρώτο του βιβλίο τυπώθηκε το 1450. Ο Γουτεμβέργιος πέθανε στη Μαγεντία στις 3 Φεβρουαρίου 1468. Για να αντιληφθούμε τη σπουδαιότητα αυτής της εφευρέσεως, πρέπει να αναφέρουμε ότι στην προ τυπογραφίας εποχή, τα βιβλία που κυκλοφορούσαν ήταν χειρόγραφα. Υπήρχαν επαγγελματίες αντιγραφείς – κυρίως δάσκαλοι και καλόγηροι ασκούσαν το επάγγελμα αυτό – οι όποιοι ανελάμβαναν την αντιγραφή βιβλίων επιστημονικών, θρησκευτικών, εκπαιδευτικών και άλλων. Τα χειρόγραφα αυτά βιβλία είχαν μεγάλο κόστος και συνήθως προορίζονταν για πλούσιους που είχαν ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις επιστήμες. Με την εμφάνιση της Τυπογραφίας, το έντυπο βιβλίο ήρθε να αντικαταστήσει το χειρόγραφο με χαμηλό κόστος. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι οι αντιγραφές βιβλίων συνεχίστηκαν και χρειάστηκαν περίπου εκατό χρόνια για να αντικατασταθούν πλήρως τα χειρόγραφα βιβλία από έντυπα, όταν πλέον η Τέχνη της Τυπογραφίας εξελίχθηκε και τελειοποιήθηκε.

Μετά την εφεύρεση της Τυπογραφίας, όταν άρχισαν οι ιδέες και οι γνώσεις να διαχέονται μέσω των εντύπων βιβλίων, εύκολα και οικονομικά στο ευρύτερο κοινό και δεν ανήκαν μόνο σε λίγους, τότε, άνθισαν οι τέχνες και τα γράμματα, η ανθρωπότητα δέχθηκε μια πνευματική καλλιέργεια και η μεγάλη ανάπτυξη των επιστημών που δημιουργήθηκε ήταν προς όφελός της. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα πενήντα χρόνια από την εφεύρεση, πραγματοποιήθηκαν 35.000 εκδόσεις που αντιπροσώπευαν 15-20 εκατομμύρια αντίτυπα. Δίκαια για τους λόγους αυτούς η Τυπογραφία θεωρήθηκε ως ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά του πολιτισμού στον κόσμο και ο Αδαμάντιος Κοραής πολύ αργότερα, στον ΙΘ’ αι. θα την χαρακτηρίσει «Θείο δώρο».

  

Η Ελληνική τυπογραφία

Η ευλογημένη αυτή εφεύρεση έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον Ελληνισμό. Βρισκόμαστε μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, οι περισσότεροι Έλληνες λόγιοι, είτε διωκόμενοι είτε οικειοθελώς, εγκατέλειψαν τη σκλαβωμένη πατρίδα και εγκαταστάθηκαν διάσπαρτα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Δύσης, αλλά και οι απόγονοι αυτών, αγκάλιασαν την τυπογραφία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά περισσότερο από κάθε άλλο λαό, γιατί πίστεψαν ότι θα γίνει το μετερίζι απ’ όπου θα μπορούσαν να διατηρήσουν την Ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη και να πολεμήσουν για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Έθνους.

Οι Έλληνες που ασχολήθηκαν με την τυπογραφία – όταν αυτή ήταν ακόμη στο ξεκίνημά της – αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Μετά από επίμονες και επίπονες προσπάθειες και αφού τυπώθηκαν σποραδικά αρκετά ελληνικά έντυπα, μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρώτο ελληνικό χρονολογημένο βιβλίο τυπώθηκε το 1476 στο Μιλάνο από τον Κρητικό Δημήτρη Δαμιλά σε συνεργασία με τον Ιταλό Παραβίτσινο. Το βιβλίο αυτό ήταν η γραμματική του μεγάλου δασκάλου της Αναγέννησης Κωνσταντίνου Λασκάρεως και έφερε τον τίτλο «Η Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών».

 

Τυπογραφικό εργαστήριο

 

Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις Γραμματικών και Λεξικών γιατί θεωρήθηκαν ως απαραίτητα σύνεργα για την εκμάθηση της Ελληνικής Γλώσσας. Σταθμός όμως στην Ιστορία των Ελληνικών λεξικών είναι το έτος 1499. Στο χρόνο αυτό, εκδόθηκε στην Βενετία το «Ετυμολογικόν Μέγα». Αυτό το λεξικό το αποκάλεσαν «αριστούργημα της Τυπογραφίας» και έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί είναι έργο συλλογικής προσπάθειας από επώνυμους Έλληνες συντελεστές όπως: ο Ζαχαρίας Καλλιέργης, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Μάρκος Μουσούρος και άλλοι.

Παραθέτω απόσπασμα από στίχους που προτάσσονται στο λεξικό από τον Μάρκο Μουσούρο:

 Αλλά τι  Θαυμαίνω Κρητών φρένας;

Κρής γάρ ο τορνεύσας,

τα δε χαλκιά Κρής ο συνείρας,

Κρής ο καθ’ εν στίξας, Κρής ο μολυβδοχύτης,

και τελειώνει:

Κρήσιν ο Κρής ήπιος Αγίοχος (χορηγός)

 

Με πολύ καμάρι γράφει ο Μουσούρος αυτούς τους στίχους γιατί είναι και αυτός Κρητικός.

Στη συνέχεια η «Ελληνική Τυπογραφία» θα έχει μια λαμπρή και θαυμαστή πορεία και η μεγάλη Ελληνική εκδοτική δραστηριότητα – τουλάχιστον τους τρεις πρώτους αιώνες – θα αναπτυχθεί έξω από τον Ελλαδικό χώρο και κατά τους ΙΕ’ και ΙΣΤ’ αιώνες σχεδόν όλες οι εκδόσεις εντοπίζονται στις μεγάλες ιταλικές πόλεις όπως: η Βενετία, η Ρώμη, η Φλωρεντία και το Μιλάνο από τις οποίες θα ξεκινήσει και θα ριζώσει η Ελληνική εκδοτική παραγωγή.

Η Βενετία θα είναι για μεγάλη χρονική περίοδο το κατ’ εξοχήν Ελληνικό Τυπογραφικό κέντρο. Εκεί στον ΙΣΤ’ αι. ο φιλέλληνας Άλδος Μανούτιος, με συνεργάτη και επιμελητή τον Έλληνα λόγιο Μάρκο Μουσούρο, θα εκδώσει βιβλία που θα αναφέρονται σε όλους τους αρχαίους κλασσικούς όπως: ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Πλάτων και γενικά σε ό,τι λαμπρότερο έχει να επιδείξει η αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Ο Μάρκος Μουσούρος σε όλες αυτές τις εκδόσεις δεν παραλείπει να περνάει, με τη μορφή προλόγων και αφιερώσεων, την αγωνία των Ελλήνων της διασποράς για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Γένους.

Όμως από τα τέλη περίπου του ΙΗ’ αι., την σκυτάλη στην «Ελληνική Τυπογραφία» θα την πάρει η Βιέννη και θα αντικαταστήσει τη Βενετία η οποία ήταν για 300 περίπου χρόνια το παραδοσιακό Τυπογραφικό κέντρο.

Το Ελληνικό στοιχείο στη Βιέννη το αποτελούσαν όχι μόνο λόγιοι, αλλά και πλούσιοι έμποροι, προερχόμενοι κυρίως από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Οι Έλληνες αυτοί της Βιέννης επιζητούσαν, μέσω της πλούσιας εκδοτικής παραγωγής τους, όχι μόνο να διαφωτίσουν το Ελληνικό Γένος και να το ενημερώσουν για όλα τα συμβαίνοντα στον Ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και να του μεταλαμπαδεύσουν την φλόγα και τον πόθο της Ελευθερίας του από τον Οθωμανικό ζυγό.

Στη Βιέννη ο Ζακυνθινής καταγωγής Γεώργιος Βεντότης το 1784 θα εκδώσει την πρώτη ελληνική εφημερίδα και οι αδελφοί Μαρκιδών Πουλίου θα εκδώσουν στη Βιέννη το 1790 τη δεύτερη εφημερίδα με τον τίτλο «Εφημερίς». Ο Εθνομάρτυρας Ρήγας Φερραίος στο τυπογραφείο των αδελφών Μαρκιδών Πουλίου θα τυπώσει τον Θούριό του, και ποιος Έλληνας δεν άκουσε και δεν έμαθε στο σχολείο τους στίχους:

 Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή 

και βέβαια ο Ρήγας θα είναι εκείνος που με την «Χάρτα της Ελλάδος» και με πολλές άλλες φλογερές προκηρύξεις θα σπείρει τον σπόρο για την Ελληνική Επανάσταση και οι προεπαναστατικές εκδόσεις στη Βιέννη δεν θα έχουν τελειωμό.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτούς τους αιώνες της μαύρης σκλαβιάς, από το τέλος περίπου του ΙΕ’ αι. και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του ΙΘ’ κυκλοφόρησαν, όχι μόνο στη Δύση αλλά και από τα παράνομα τυπογραφεία της Κωνσταντινουπόλεως, της Μοσχοπόλεως και του Αγίου Όρους, επτά χιλιάδες τίτλοι Ελληνικών βιβλίων και εφημερίδων.

Ο Μεγάλος δάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής θα πιστέψει πολύ στη χρησιμότητα της Τυπογραφίας και θα παροτρύνει με επιστολές προς τους συμπατριώτες του, να μη παραμελούν την εγκατάσταση και τη λειτουργία τυπογραφείων και στον Ελλαδικό χώρο. Σε μια από αυτές τις επιστολές μεταξύ άλλων γράφει:

 

«Αυτή (η τυπογραφία) μόνη ενίκησε τον πανδαμάτορα χρόνο, φυλάξασα σοφά, των παλαιών φιλοσόφων και προγόνων ημών παραγγέλματα… αυτή και σήμερον, ως άγγελος εξ ουρανού ταράττει την κολυμβήθραν των επιστημών και βαπτίζει εις αυτήν την Ελλάδα, δια να θεραπεύσει τα πολλά και μακρά της αρρωστήματα και να την καθαρίσει από τον ρύπον της απαιδευσίας…»

 

Οι παροτρύνσεις αυτές του Κοραή στις αρχές του ΙΘ’ αι. θα έχουν μεγάλη απήχηση και ανταπόκριση.

Η «Ελληνική τυπογραφία», μετά την περιπλάνησή της σε ξένες χώρες περίπου τρεισήμισυ αιώνες, θα εγκατασταθεί τελικά στην Ελλάδα. Στο τέλος του IH’ αι. θα έχουμε τυπογραφεία στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στον Άθω και στη Χίο όπου θα τυπώνονται κυρίως φυλλάδια και προκηρύξεις για τον αγώνα και η πρώτη Ελληνική περιοχή στην οποία θα εκδοθούν Ελληνικές εφημερίδες θα είναι το 1797 τα Ιόνια Νησιά.

Ελληνικά Χρονικά – Μεσολόγγι 1825

Μετά την ελληνική επανάσταση, η πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα κυκλοφόρησε στην Καλαμάτα τον Αύγουστο του 1821 και έφερε τον τίτλο «Σάλπιγξ η Ελληνική» και το 1824 κυκλοφόρησαν στο Μεσολόγγι τα «Ελληνικά Χρονικά» με εκδότη τον Ελβετό Ιάκωβο Μάγερ. Παράλληλα στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η «Εφημερίς των Αθηνών» και στην Ύδρα ο «Φίλος του Νόμου».

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι στον ΙΘ’ αι. η εφημεριδογραφία εμφανίζεται δυναμικά στον Ελλαδικό χώρο με στόχο πλέον την πλήρη ενημέρωση του λαού για τα προβλήματα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Στην Πάτρα το 1886 εμφανίζεται η εφημερίδα «Πελοπόννησος», η οποία κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Στον Κ’ αι. μέχρι και το 1930 θα κυκλοφορήσουν 26 Ελληνικές εφημερίδες από τις οποίες μόνο 11 συνεχίζουν την έκδοσή τους μέχρι σήμερα και είναι: η Αθηναϊκή, η Αυγή, η Απογευματινή, η Ακρόπολις, η Βραδυνή, το Βήμα, η Εστία, το Έθνος, ο Ελεύθερος Τύπος, η Καθημερινή και ο Ριζοσπάστης. Αυτά σαν παρένθεση για την εφημεριδογραφία και επανερχόμαστε στα πρώτα χρόνια της ελληνικής επαναστάσεως.

Tο 1825 στο Μεσολόγγι, θα εκδοθεί ο «Ύμνος εις την Ελευθέριαν» του Εθνικού μας ποιητού Διονυσίου Σολωμού, το 1826 στο Ναύπλιο θα εκδοθεί ο «Νικήρατος» της Ευανθίας Καΐρη και θα ακολουθήσει στον ΙΘ’ αι. ένα ποτάμι εκδόσεων Ελληνικών βιβλίων που θα πλατύνει και θα γίνει στις ημέρες μας ωκεανός, για να μπορούμε να αντλήσουμε όση θέλουμε και όποτε θέλουμε γνώση, πληροφόρηση και ευχαρίστηση, και ευτυχώς για πολλούς σύγχρονους Έλληνες σήμερα η μελέτη θα γίνει η ουσιαστικότερη λειτουργία μετά την αναπνοή.

Με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους η Εθνική μας τυπογραφία εγκαταστάθηκε αρχικά το 1828 στην Αίγινα και το 1830 ακολουθώντας την μετακίνηση της κυβερνήσεως μεταφέρεται στο Ναύπλιο. Τελικά από το 1834 θα εγκατασταθεί στη νέα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους στην Αθήνα σε νεόδμητο κτίριο και από το 1862 θα ονομάζεται Εθνικό Τυπογραφείο. Η συνέχεια είναι γνωστή, η «Ελληνική Τυπογραφία» θα πάρει τον δρόμο της και μέσω αυτής θα αποτυπωθεί η πορεία του Ελληνικού Κράτους και της Ελληνικής κοινωνίας, οι αγώνες για την ανάπτυξή του και γενικά η ιστορία ολόκληρη.

Αλλά ταυτόχρονα, μέσω των βιβλίων και των εφημερίδων θα διαχέονται στον Ελλαδικό χώρο όλα τα παγκόσμια επιτεύγματα στις τέχνες και τις επιστήμες με αποτέλεσμα την σημερινή μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη. Τελειώνοντας τη μικρή μας αναφορά στο ανεξάντλητο αυτό θέμα μπορούμε να τονίσουμε με βεβαιότητα ότι: Στα πεντακόσια χρόνια που πέρασαν από την έκδοση του πρώτου ελληνικού βιβλίου, η συμβολή της «ελληνικής τυπογραφίας» στην Ανάσταση του Γένους, στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της Χριστιανικής Ορθόδοξης πίστεως καθώς και στη συνοχή του Ελληνικού Έθνους ήταν μεγάλη και καθοριστική.

 

Αθανασία Βανδώρου

Δημοσιογράφος

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.  

 

Βιβλιογραφία


 

 Αικ. Κουμαριανού, Το Ελληνικό βιβλίο 1476-1830, Αθήνα 1986.

Αικ. Κουμαριανού, Ο Ελληνικός προεπαναστατικός τύπος. Βιέννη-Παρίσι 1784-1821, Αθήνα 1995.

Κ. Σπ. Στάικος, Βιβλία Τα τυπωμένα στη Βιέννη Ελληνικά 1749-1800, Αθήνα 1995.

Ν. Ελευθερίου – Αντώνης Χατζής, MME Τύπος – Δεοντολογία – Σύνταγμα, Αθήνα 1999.

Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης, Αθήνα 1997.

Η θαυμαστή ιστορία του βιβλίου, έκδ. Δελφίνι, 1995.

Άδωνις Κ. Κύρου, Το απωλεσθέν θέλγητρον…, Αθήνα 1997.

Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης 1790-1821, Αθήνα 1967.

Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας, Αθήνα 1965.

«Ελληνική Τυπογραφία», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 7 Απριλίου 1996.

«Η Ελληνική Γλώσσα», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 3 Οκτωβρίου 1999.

«Η Τέχνη της Βιβλιοδεσίας», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 6 Φεβρουαρίου 1998.

Κ. Σπ. Στάικος – Τ. Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Πεντακόσια χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού 1499-1999, Αθήνα 2000.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης


  

«Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης.

Το ανέκδοτο αρχείο του Εφόρου Νικολάου Αγγ. Λεβίδη»

 

Με το από 3ης Απριλίου 1827 Στ’ Ψήφισμα της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνε­λεύσεως [1] ο Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται Κυβερνήτης της Ελλάδος και στις 11/23 Ιανουαρίου 1828 «περί λύχνων αφάς» φθάνει στην Αίγινα.[2]

Η Γ’ εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευση συνέστησε με το από 1ης Μαΐου 1827 ψηφισθέν «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» Βουλή από αντιπροσώπους των επαρ­χιών.[3] Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Βουλής περιλαμβανόταν η διάταξη, όπως η Βουλή «κανονίζη το νομισματικόν σύστημα, προσδιορίζουσα το βάρος, την ποιότητα, τον τύπον και το όνομα εκάστου νομίσματος, καθ’ όλην την επικράτειαν».[4] 

Σχετι­κή δραστηριότητα για τα νομισματικά θέματα εμφάνισε η Τριμελής Αντικυβερνητική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από τους Γ. Μαυρομιχάλη, I. Μ. Μιλαΐτη και I. Νάκο, η οποία είχε συσταθεί με το ψήφισμα Θ’ της 5ης Απριλίου 1827 της Γ’ εν Τροιζήνι Εθνικής Συνελεύσεως[5] με σκοπό τη διακυβέρνηση της χώρας μέχρι της αφίξεως του Καποδίστρια. Στις δραστηριότητές της εντάσσεται, πρώτον η υποβολή σχετικής προ­τάσεως για την πάταξη της κιβδηλοποιΐας[6] και δεύτερον η προώθηση προς τη Βουλή σχετικής αναφοράς του Δ. Κ. Βυζαντίου,[7] του γνωστού συγγραφέα του έργου Βαβυ­λωνία. Στην αναφορά του Βυζαντίου γίνεται λόγος για τη σύσταση νομισματοκοπεί­ου, είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι είχε βρεθεί ο σφραγιδοποιός Αναγνώστης Λιναρδόπουλος, ο οποίος ανέμενε στην Αίγινα την απόφαση της Βουλής.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

 

Η επικείμενη άφιξη του Κυβερνήτη Καποδίστρια ανέστειλε οποιαδήποτε πρωτο­βουλία. Με την άφιξή του ο Καποδίστριας θα ασχοληθεί με το νομισματικό πρόβλη­μα, θα καθιερώσει, κατόπιν της από 27 Ιανουαρίου 1828 εισηγήσεως του Αλεξ. Κοντοσταύλου,[8] το φοίνικα ως νόμισμα και θα κοπούν τα πρώτα νομίσματα στο νομισματοκοπείο Αιγίνης στις 28 Ιουλίου 1829,[9] το οποίο συγκροτήθηκε από τον Αλέ­ξανδρο Κοντόσταυλο.

  

Α. Σύντομο ιστορικό του Εθνικού Νομισματοκοπείου Αιγίνης

 

Με το ψήφισμα Ζ’ της 31ης Ιουλίου 1829, που εξεδόθη στο Άργος από την Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, ιδρύθηκε το Εθνικό Νομισματοκοπείο[10] και εγκρί­θηκε η κοπή του ελληνικού νομίσματος, βάσει σχεδίου που επέβαλε το Πανελλήνιο στην Κυβέρνηση. Το Νομισματοκοπείο στεγάστηκε στην Αίγινα, άγνωστο σε ποιο οίκημα.[11]

Από της 12ης Σεπτεμβρίου 1829 μέχρι της 27ης Δεκεμβρίου 1829 η Εφορεία του Νομισματοκοπείου ασκήθηκε συλλογικώς από τα μέλη της Επιτροπής της Οικονομίας Αλ. Κοντόσταυλο, Γ. Σταύρου, Α. Παπαδόπουλο και I. Κοντουμά, ως αναπληρωματικό μέλος. Από της 27ης Δεκεμβρίου 1829, οπότε η ως άνω Επιτροπή αναχώ­ρησε από την Αίγινα για το Ναύπλιο, μέχρι της 20ής Μαΐου 1830 την Εφορεία του Νομισματοκοπείου άσκησε ο Αλ. Κοντόσταυλος στην Αίγινα, διότι το Νομισματοκο­πείο δεν μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, πιθανώς λόγω αδυναμίας εξευρέσεως καταλλή­λου οικήματος.

Την 7η Μαΐου 1830 τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο διεδέχθη στην Εφορεία του Νομισματοκοπείου ο Αλέξιος Θεοφίλου Λουκόπουλος, ο οποίος μετεί­χε και στη Διεύθυνση της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης,[12] μαζί με τον Α. Γιαννίτση και άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της 6ης Μαΐου 1832. Την 7η Μαΐου 1832 διορίσθηκε Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Νικόλαος Αγγέλου Λεβίδης, ο οποίος άσκησε τα καθήκοντά του μέχρι της εσπέρας της 1ης Φεβρουαρίου 1833, οπότε «το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος έσβησε τας καμίνους του»,[13] συμφώνως προς το διάταγμα περί διακοπής των εργασιών του Νομισματοκοπείου, το οποίο εξε­δόθη στο Ναύπλιο την 29-1-1833 από την Αντιβασιλεία.

 

Β. Ο Νικόλαος Αγγ. Λεβίδης και το ανέκδοτο αρχείο του

 

Ο Νικόλαος Λεβίδης του Αγγέλου (1765 – 28 Απριλίου 1852) είναι μέλος οικογένειας καταγόμενης από τα Ταταύλα της Κωνσταντινουπόλεως.[14] Ήταν λόγιος, φιλι­κός, είχε χρηματοδοτήσει την έκδοση Γραμματικής της Ελληνικής Γλώσσης, σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν και τον Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγόριο,[15] είχε αναλάβει τη δημοσίευση των Απάντων του Αγίου Ιωάν­νου του Χρυσοστόμου και είχε αγοράσει τα σχόλια του διδασκάλου του Γένους Κων­σταντίνου Βαρδαλάχου στα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, έργο το οποίο ακόμη παραμένει ανέκδοτο στο αρχείο του Ν. Δ. Λεβίδη.[16]

Έλαβε το αξίωμα του Ταμία της άνω κάσας του Κοινού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Άρχοντος Δικαιοφύλακος της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, ενώ ετιμήθη και από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Κατά τις σφαγές της Κωνσταντινουπόλεως του 1821 βρι­σκόταν στη Μολδοβλαχία και έτσι γλίτωσε από βέβαιο θάνατο. Στη συνέχεια κατέ­φυγε στην Οδησσό και ακολούθως στην Ελλάδα. Απέθανε στην Αθήνα. Απέκτησε πέντε υιούς, τον Αλέξανδρο, τον Περικλή, τον Κωνσταντίνο, εκδότη της «Ελπίδος», τον Γεώργιο και τον Δημήτριο.

Υιός του τελευταίου ήταν ο Νικόλαος Δημητρίου Λεβίδης (19/12/1848-1942). Εξελέγη 11 φορές βουλευτής Αττικής, από το 1881 έως το 1920. Διετέλεσε Υπουργός Ναυτικών (1895-1896), Εσωτερικών (1903), Δικαιο­σύνης (1903), Πρόεδρος της Βουλής (1906-1907), Υπουργός Εσωτερικών (1908). Ο Νικόλαος Δ. Λεβίδης την 29.12.1938 εδώρισε την βιβλιοθήκη του και το αρχείο της οικογένειας του, αποτελούμενα περίπου από 4.000 τόμους και φακέλους, στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό.[17] Μεταξύ των φακέλων του αρχείου ανευρίσκεται φάκελος άνευ αριθμήσεως με τον τίτλο: «Νομισματοκοπείον Αιγίνης», ο οποίος περιέχει έγγραφα πρωτότυπα και αντίγραφα, αφορώντα στην εκεί υπηρεσία του πάππου του Νικολάου Λεβίδη του Αγγέλου.

 

Γ. Πρώτες προσπάθειες για συγκρότηση Νομισματοκοπείου.

 

Είναι άξιο προσοχής ότι ο Καποδίστριας μερίμνησε για τα νομισματικά και τρα­πεζικά θέματα πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα. Σχετική είναι η επιστολή του προς τον Μουστοξύδη, στον οποίο συνιστά να συλλέξει όλα τα διατάγματα, τα σχετι­κά με τη «νομισματοκοποιΐαν» και οτιδήποτε άλλο ωφέλιμο και χρήσιμο για το «δύσκολον και αξιοφρόντιστον» αυτό θέμα.[18]

Παράλληλα, τον προτρέπει να συλλέξει στοιχεία για τους «κώδικας περί εθνικών και εμπορικών Τραπεζών». Φαίνεται ότι υπήρξε γνώστης των πρωσικών κανονισμών για την οργάνωση των τραπεζών και συνιστά στον Ελβετό Κάρολο Βερνέτο να του αποστείλει από το Βερολίνο τα σχετικά διατάγματα, που αφορούν στη σύσταση τραπεζών.[19]

Η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν κατά την εποχή της αφίξεως του Καποδί­στρια από έλλειψη ρευστότητας, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υπάρχει υψηλό κόστος συναλλαγών, μικρή ζήτηση και, ως εκ τούτου, χαμηλή προσφορά αγαθών. Τα αρνητικά αυτά αποτελέσματα της ανεπαρκούς νομισματικής ρευστότητας είχαν επισημανθεί από τα μέσα του 18ου αιώνα στη Σκωτία, όπως υποστηρίζει ο Α. Καραγιάννης.[20]

Οι Σκώτοι οικονομολόγοι David Hume (1752) και Sir James Steuart (1767) είχαν συστήσει μέσα από τα έργα τους στους πολιτικούς να αυξάνουν την κοπή νέου χρήματος σε περίπτωση ελλιπούς ρευστότητας, για να διευκολυνθεί η οικονομική ανάπτυξη.[21] Δεν γνωρίζουμε εάν ο Κυβερνήτης ή κάποιος συνεργάτης του ήταν ενήμεροι γι’ αυτές τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής. Είναι όμως γεγονός ότι θα έπρεπε να αντιλήφθηκε αμέσως την έλλειψη νομισματικής ρευστότητας, αφού δεν είχε επάρκεια φορολογικών εσόδων, αλλά και δεν είχε κατορθώσει να λάβει επαρ­κή δάνεια από τις Μ. Δυνάμεις. Με την κοπή του νομίσματος αναγνωρίζεται αφ’ ενός μεν η προσπάθεια για την πάταξη της κιβδηλοποιίας, αφ’ ετέρου δε η εφαρμογή της αρχής του Κυριάρχου, καθώς ο Κυβερνήτης ήθελε να αποδείξει με τον τρόπο αυτό ότι η χώρα ήταν ανεξάρτητη και αυτόνομη.[22]

Στην από 2 Απριλίου 1828 πρόσκληση του Καποδίστρια προς το Πανελλήνιον γίνεται λόγος για νομισματοκοπείο: «Κράτιστον είναι λοιπόν να αποφασίσωμεν άνευ αναβολής περί τούτου και περί καταστάσεως νομισματοκοπείου να επιμεληθώμεν, αν τω οποίω… θέλει συμβή να κόπτεται και νόμισμα αργυρούν». Για το λόγο αυτό προσκαλεί το Πανελλήνιον να επιφορτίσει το Οικονομικό Τμήμα να ετοιμάσει σχέ­διο, «…το να περιέχη… προεκλογισμόν των εκχωρηθησομένων χρημάτων εις την Οικονομικήν Επιτροπήν προς κατασκευήν του νομισματοκοπείου».[23] 

 

 Δ. Οι προσπάθειες του Κοντοσταύλου και η σύσταση του Νομισματοκοπείου

  

Μετά την σύνταξη του σχεδίου ψηφίσματος για τα νομίσματα αντιμετωπίσθηκε το θέμα της αποκτήσεως νομισματοκοπείου. Για το λόγο αυτό επιφορτίσθηκε ο Κοντόσταυλος να μεταβεί τον Μάιο του 1828 στη Μάλτα και στην Ιταλία, για να προ­μηθευτεί, με την οικονομική αρωγή των ναυάρχων των συμμάχων δυνάμεων, τα ανα­γκαία υλικά «δια να κόψωμεν εν Ελλάδι νόμισμα χαλκούν, ως έχοντες την ύλην εκ των αρχήστων ορειχαλκίνων κανονίων», όπως γράφει στον Ανδρέα Μουστοξύδη, εγκατεστημένο στην Βενετία.[24]

Επισημαίνεται στον Μουστοξύδη να συνδράμει τον Κοντόσταυλο στην εύρεση «σηκωτηρίου (balancier) και άλλων προς σύστασιν του μικρού μας κερματοποιείου», κυρίως όμως εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Πράγματι, εντός του Ιουνίου 1828 ο Κοντόσταυλος αγόρασε αντί 100 λιρών στερλι­νών, δηλ. 500 ισπανικών ταλλήρων ή 7.300 γροσίων Τουρκίας, το σύνολο των μηχα­νών του νομισματοκοπείου του Τάγματος των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννου της Μάλτας που ευρίσκονταν σε αχρησία. Το Τάγμα είχε εξωσθεί πριν από τριάντα έτη από τους Γάλλους από το νησί.[25]

 

Αίγινα. Λιθογραφία του Fr. Hole από πίνακα εκ του φυσικού, Krazeisen μεταξύ 1826-1827.

 

Ο Κοντόσταυλος ήλθε στην Αίγινα την 20ή Νοεμβρίου 1828 κομίζοντας όλα τα μηχανήματα που είχε προμηθευθεί και εγκαταστάθηκε στο ισόγειο και στην αυλή του γραφείου και της οικίας του Κυβερνήτη. Ο Κοντόσταυλος επιφορτίσθηκε με την ανεύρεση των υπαλλήλων που θα επανδρώσουν το Νομισματοκοπείο και την 12η Μαΐου 1829 διατάχθηκε η έναρξη των εργασιών του Νομισματοκοπείου υπό την επαγρύπνηση και ευθύνη του Κοντοσταύλου. Με το Ζ’ Ψήφισμα της 31ης Ιουλίου 1829, που εξέδωσε η Δ’ εν Άργει Εθνική Συνέλευση,[26] εγκρίθηκε αφ’ ενός η αγορά και η σύσταση του νομισματοκοπείου, αφ’ ετέρου εξουσιοδοτήθηκε ο Κυβερνήτης να θέσει σε κυκλοφορία το νέο νόμισμα και να εγκρίνει την περαιτέρω νομισματοκοπία σύμφωνα με το σχέδιο του Πανελληνίου.

  

Ε. Το Εθνικό Νομισματοκοπείο Αιγίνης και το Αρχείο Νικολάου Αγγ. Λεβίδη.

 

Τον Αλέξανδρο Κοντόσταυλο, ο οποίος παραιτήθηκε τον Μάιο του 1830, διαδέ­χθηκε ο Αλέξιος Λουκόπουλος,[27] ο οποίος διατήρησε την θέση του ως Εφόρου καθ’ όλη την υπόλοιπη περίοδο που κυβέρνησε ο Καποδίστριας, αλλά και μετά τη δολο­φονία του (27.9.1831), όταν τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε Τριμελής Διοικη­τική Επιτροπή υπό την προεδρία του Αυγουστίνου Καποδίστρια. Την 6η Μαΐου 1832 αντικαθίσταται ο Λουκόπουλος και την 7η Μαΐου 1832 αναλαμβάνει Έφορος του Νομισματοκοπείου ο Λεβίδης (1765 – 28.4.1852).

 

Ο Φοίνικας, το πρώτο νόμισμα του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους, κόπηκε από τον Καποδίστρια στην Αίγινα το 1828. Στο πίσω μέρος σχηματίζεται κύκλος από δύο κλαδιά δάφνης και ελιάς.

 

Η χαώδης κατάσταση, που επικράτησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έως και την άφιξη του Όθωνος (30.1.1833),[28] είχε αντίκτυπο και στη λειτουργία του Νομισματοκοπείου. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Αρχείου σε σχετι­κή αναφορά του Εφόρου Λεβίδη, ο Διοικητής Φρουράς της Αιγίνης, χιλίαρχος Νικόλαος Κοντογιάννης, απείλησε τον Λεβίδη λέγοντας ότι θα συλήσει το Νομισμα­τοκοπείο. Περισσότερα έκτροπα απεσοβήθησαν μόνον κατόπιν της πλήρους ικανο­ποιήσεως του απαιτητικού χιλιάρχου κατά διαταγή της Κυβερνήσεως.

Η τοπική φρουρά αντικαταστάθηκε από το 4ο Τάγμα του τακτικού στρατού, η συμπεριφορά όμως του διοικητή του τάγματος, υποταγματάρχου Φρ. Ανδριέττι, δεν υπήρξε η καλύτερη δυνατή. Προστριβές προς τον Λεβίδη ασκούνταν από τον Επιστάτη του Ορφανοτροφεί­ου Γρηγόριο Κωνσταντά, τον Έκτακτο Επίτροπο Ν. Σκούφο και τον Έφορο των διδακτηρίων Θεόκλητο Φαρμακίδη (4.10.1832), όπως συνάγεται από τον απολογι­σμό της Εφορείας του Λεβίδη, που φυλάσσεται στο Αρχείο.

Σοβαρότατη, επίσης, υπήρξε η διαμάχη μεταξύ των επιθυμούντων να διορισθούν χαράκτες των νομισμάτων Δημητρίου Κόντου και Γ. Δημητρακοπούλου. Η επιλογή του Κόντου εξόργισε τον έτερο υποψήφιο και άρχισε οξύς αγώνας δια του τύπου με πλήθος αλληλοκατηγοριών. Αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών οχλήσεων ήταν η δια­κοπή των εργασιών του Νομισματοκοπείου την 22α Σεπτεμβρίου 1832 και η επανά­ληψη τους την 12η Οκτωβρίου 1832.

 

Τα χάλκινα νομίσματα που εξέδωσε ο Καποδίστριας.

 

Η άφιξη του Όθωνος την 30ή Ιανουαρίου 1833 και η συνακόλουθη εγκατάστα­ση της Αντιβασιλείας οδήγησε σε μια προσωρινή ύφεση των πολιτικών παθών. Με το Β.Δ. της 8ης/20ής Φεβρουαρίου 1833 καθορίσθηκε ως νόμισμα η δραχμή. Παράλ­ληλα, διατάχθηκε από την Αντιβασιλεία η διακοπή της λειτουργίας του Νομισματο­κοπείου, διότι θεωρήθηκε τούτο ως τεχνικώς ατελές και μη καλώς συνεστημένο, καθόσον: «… άχρι τούδε δεν υπάρχει εις την Ελλάδα καλώς συστημένον νομισματοκοπείον…».[29] 

Πράγματι, η Γραμματεία της Οικο­νομίας διεβίβασε την εντολή αυτή στον Λεβίδη, ο οποίος στην αναφορά του (2.2.1833), μνημονεύει ότι απέλυσε τους εργάτες και είχε αρχίσει η απογραφή από τον Έκτακτο Διοικητή.[30] Έτσι, το Εθνικό Νομισματοκοπείο, το οποίο λειτούργησε για 3,5 έτη έκλεισε το από­γευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1833. Στο Αρχείο Λεβίδη υπάρχει σχετική αναφορά των απολυμένων εργατών προς τον Έφορο, στην οποία υπάρχει αίτημα τους (7.2.1833) για την πληρω­μή υπερωριών νυκτερινής εργασίας για 15μερο. Το αίτημα αυτό παραπέμφθη­κε από τον Λεβίδη στην Γραμματεία της Οικονομίας.

Ο Λεβίδης υπέβαλε, 15 ημέρες μετά την παύση των εργασιών, απολογισμό προς την Γραμματεία της Οικονομίας, ο οποίος περιελάμβανε πλήρη στοιχεία για τη δραστηριότητα του Νομισματο­κοπείου κατά το διάστημα της Εφορεί­ας του (17.5.1832 – 1.2.1883). Ειδικότε­ρα, στο Αρχείο Λεβίδη απόκεινται στοιχεία από λογιστικά βιβλία του Νομισματοκοπείου, όπως: α’: Prime note 17.5.1832-1.2.1833, σε μηνιαία τεύχη, β’: Πρόχειρο των μεγάλων κατάστιχων, και γ’: Γενικός Ισολογισμός του Ταμείου Νομισματοκοπείου από 17.5.1832-21.12.1832. Τέλος, υπάρχει ο Κατάλογος των όσων πληρωμών έκαμε το Εθνικόν Νομισματοκοπείον από 17-5. έως 13.12.1832 και Κατάλογος των βιβλίων, τα οποία παρεδόθησαν από τον Λουκόπουλο στον Λεβίδη.

 

Χαρτονόμισμα αξίας 5 φοινίκων

 

Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Λεβίδης παραθέτει λογι­στικές εγγραφές στην κίνηση των λογαριασμών, δείγμα των εμπορικών γνώσεών του. Στον απολογισμό του Λεβίδη αναφέρεται ότι τα χρησιμοποιηθέντα «πανδέχτια» υπήρ­ξαν ανόμοια και συνεπώς οι «λάμαι», από τις οποίες κατασκευάζονταν τα χάλκινα νομίσματα, δεν ήταν ομοιοβαρείς, τελικά όμως πραγματοποιήθηκε κέρδος υπέρ του δημοσίου, συνολικού ποσού 6.323,15 φοινίκων. Επίσης, αναφέρεται ότι η φύρα του χαλκού περιορίσθηκε, από 8,5% κατά την διάρκεια της Εφορείας Λουκοπούλου, σε 2,8%, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να έχει όφελος 10.960 φοίνικες. Από τους στατι­στικούς πίνακες κυκλοφορίας των κερμάτων που παραθέτει ο Λεβίδης, αποδεικνύε­ται ότι οι συναλλαγές σε ελληνικό νόμισμα διεξάγονταν αποκλειστικά με εικοσάλεπτα.

Όταν συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Βασιλικό Νομισματοκοπείο, όσα μηχανήμα­τα της Αιγίνης ήταν χρήσιμα, μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και προστέθηκαν στον εξο­πλισμό του νέου εργοστασίου, τα μηχανήματα του οποίου είχαν κατασκευασθεί στο Μόναχο. Τα υπόλοιπα μηχανήματα παρέμειναν στην Αίγινα εγκαταλελειμμένα. Ο Σπυρίδων Λάμπρος, όταν το 1885 επισκέφθηκε το νησί, είδε στην αυλή του Κυβερ­νείου «παρηγκωνισμένον το τελευταίον του Νομισματοκοπείου λείψανον, τον άκμονα πιθανώς, εφ’ ου ετίθεντο τα μετάλλινα κέρματα προς επιχάραξιν της σφραγίδος δια της σφύρας, διότι ούτως απλή φαίνεται ότι ήτο η διαδικασία της χαραγής».[31] Με μέριμνα του Σπ. Λάμπρου, το τελευταίο αυτό λείψανο του Εθνικού Νομισματοκοπείου της Ελληνικής Πολιτείας μεταφέρθηκε στο Μουσείο της Ιστορι­κής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, όπου σώζεται μέχρι σήμερα.

  

Διονύσιος Χ. Καλαμάκης και Χρήστος Π. Μπαλόγλου*

* Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δρ. Οικονομολόγος. Τα τμήματα Α’ και Β’ της μελέτης έχουν συνταχθεί από τον Δ. Καλαμάκη, ενώ τα τμήματα Γ’, Δ’ και Ε’ από τον Χρήστο Μπαλόγλου.

Η Αιγιναία, Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση, «Αφιέρωμα στο Επιστημονικό Συνέδριο για τον Καποδίστρια», τεύχος 15, Αίγινα, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2008.  

 

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Ανδρέα Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος…, τομ. Θ’, σ. 97. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος (ΓΕΕ), φ. 56/1827.

[2] Ελένης Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης. 1800-1828, Αθήνα 1998, σ. 336.

[3] Ψήφισμα ΙΘ’ της 4ης Απριλίου 1827, εις Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 113. Η Βουλή διαλύθηκε με την άφιξη του Κυβερνήτη. Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας κατά την ελληνικήν Επανάστασιν. Αθήνησιν 1963, σ. 58.

 [4] Αρθρ. 84 του Συντάγματος 1827.

[5] Α. Μάμουκα, τομ. Θ’, σ. 100.

[6] Γ. Δ. Δημακοπούλου, Προσπάθειαι νομισματοκοπίας…, σσ. 59-60.

[7] Γ. Δ. Δημακοπούλου, ό.π., σ. 61.

[8] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η πρότασις του Αλεξάνδρου Κοντοσταύλου περί του εισακτέου νομισματικού συστήματος εν Ελλάδι (Αίγινα, 27 Ιανουαρίου 1828)», στη σειρά Τεύχη του ΕΛΙΑ, τομ. Γ’ (1993), σσ. 43-50.

[9] Λ. Μακκά, Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου (11.4.1827-27.9.1831), διδ. διατριβή, Αθήναι 1910, σσ. 44-45. Χ. Μπαλόγλου «Η κυκλοφορία του πρώτου νεοελληνικού νομίσματος», Ιστορικά Θέματα, τχ. 3, Ιανουάριος 2002, σσ. 90-95.

[10] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον της Ελλάδος (1828-1833)», Πελοποννησιακά, 8 (1971), σσ. 15-96. Πρόκειται περί συστηματικής μελέτης περί της ιστορίας του Εθνικού Νομισματοκοπείου.

[11] Γεωργίας Π. Κουλικούρδη, Αίγινα III. Τοπογραφικά και ιστορικά στοιχεία για τη νεότερη πόλη (1800-1828), Αθήνα 2006, σσ. 136-138, σημ. 80.

[12] Λαζάρου Θ. Χουμανίδη, «Περί υπό του Καποδιστρίου ιδρυθέντος Ορφανοτροφείου της Αιγίνης», Παρνασσός 31 (1989), σ. 313. Του ιδίου, «Περί της υπό του Ιωάννου Καποδιστρίου ιδρυ­θείσης Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης», Παρνασσός 36 (1994), σσ. 17-30.

[13] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[14] Περί της οικογενείας Λεβίδη. Σύντομον ιστορικόν απάνθισμα ερανισθέν υπό φίλου της οικογε­νείας εκ των ανεκδότων «Ιστορικών και πολιτικών απομνημονευμάτων», Νικολάου Δ. Λεβίδη, εν Αθήναις 1929, σσ. 3-5.

[15] π. Δ. Στρατή, Ελληνικά έγγραφα του Ειρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγορίου (1761-1846) από το αρχείο της Μονής Βατοπαιδίου, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Άγιον Όρος 2003, σσ. 25-63.

[16] Διον. Χ. Καλαμάκη, «Το εν τη Βιβλιοθήκη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού υπ’ αριθμ. 3475 χειρόγραφον του αρχείου Ν. Δ. Λεβίδου», Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου «Μνήμη αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου και Μεγάλου Φωτίου Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως», Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 341-349.

[17] Ν. Π. Αποστολοπούλου, Η Βιβλιοθήκη και το ιστορικόν και πολιτικόν αρχείον Νικολάου Δ. Λεβίδη δωρηθέντα τω Φιλολογικώ Συλλόγω Παρνασσώ. Σύντομος μνεία τινών αυτών, Αθήναι ά.χ.

[18] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη (6/18 Νοεμβρίου 1827), I. Α. Καποδίστρια Correspondance, τομ. Α’, σσ. 212-216.

[19] Correspondance, τομ. Α’, σσ. 204-205. Πβ. Χ. Π. Μπαλόγλου «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τομ. Β’. Αθήνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σσ. 490-491.

[20] Α. Δ. Καραγιάννη, «Η οικονομική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», Η Αιγινιαία, τχ. 13 (Ιανουάριος-Ιούνιος 2007), σσ. 62-71.

[21] Α. Δ. Καραγιάννη, Ιστορία Οικονομικής Σκέψης: Προ-κλασική περίοδος. Μελέτες. Αθήνα 1998, σσ. 198-9, 290-2.

[22] Ν. Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα, τομ. Δ’, τχ. Α’, επιμ. Π. Χριστοπούλου, Αθήνα 1971, σ. 219.

[23] I. Α. Καποδίστρια, Correspondance, τομ. Β’, 1841, σσ. 6-7.

 [24] Καποδίστριας προς Μουστοξύδη 23-5-1828, εις Correspondance, τομ. Β’, σ. 107.

[25] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν Νομισματοκοπείον…», ό.π., σ. 30.

[26] Α. Μάμουκα, τομ. ΙΑ, σ. 43.

[27] ΓΕΕ, φ. 49 (25-6-1830). Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σσ. 65-81.

[28] Στην Νεοελληνική ιστορία έχει καθιερωθεί ο όρος «Περίοδος Αναρχίας», για να δηλώσει την χρονική στιγμή από 27.9.1831 έως 30.1.1833. Πβ. Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας. Θεσσαλονίκη, 1984.

[29] ΦΕΚ, φ. 16, 28 Απριλ./10 Μαΐου 1833. Για το σχετικό διάταγμα, πβ. Γ. Δημακοπούλου «Το Εθνικόν…», σσ. 86-87

[30] Γ. Δημακοπούλου, «Το Εθνικόν…», σ. 87.

[31] Αλ. Κοντοσταύλου, Τα περί των εν Αμερική νουπηγηθέντων (sic) φρεγατών και του εν Αιγίνη Νομισματοκοπείου, εν Αθήναις 1855, σσ. 261-262. Σπ. Λάμπρου, «Το παλάτιον του Μπαρμπαγιαννη», εν περ. Εστία 1887, ο. 266. Του ιδίου, «Τα πρώτα ελληνικά νομίσματα» Μικταί σελίδες, σ. 657.

 

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας και η καλλιέργεια της πατάτας (Πότε πρωτοκαλλιεργήθηκε) 


  

Ένα πρόβλημα, που απασχόλησε τους παλαιότερους μελετητές της αγροτικής μας παραγωγής, είναι το θέμα της εισαγωγής της πατάτας στην Ελλάδα. Ο «στρύχνος ο κονδυλόριζος», όπως είναι το επιστημονικό όνομα των «γεωμήλων» (καθώς επικράτησε από την αρχή να γράφονται οι πατάτες στην Ελλάδα), είναι φυτό που ευδοκιμούσε και εκαλλιεργείτο από τον έκτο αιώνα στη Χιλή, στο Περού και στην Κολομβία της Νότιας Αμερικής.

Βρίσκομε την πατάτα να καλλιεργείται στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της ιδρύσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Και πολλές φορές γράφηκαν πληροφορίες για τους πρώτους εισαγωγείς του φυτού αυτού, που σήμερα οι καρποί του αποτελούν βασική και σημαντική τροφή. Κοινή παράδοση, ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας που γνώριζε την πατάτα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ο πρώτος εισαγωγέας. Και διηγούνται πως τάχα, κανένας δεν ήθελε να πάρει και να φυτέψει γιατί βγήκε η φήμη πως είναι δηλητηριώδης και, ακόμη, ο Έλληνας, από τη φύση του περιφρονεί κάθε τι που του υποδεικνύουν και το αφήνουν ελεύθερο!.

Μόλις, όμως, λένε, διέταξε ο Καποδίστριας να κλείσουν τις αποθήκες και να τις φυλάνε σκοποί, τότε όλοι θέλησαν να τις κλέψουν!. Κι αφού ο Καποδίστριας είχε δώσει εντολή στους φρουρούς να κάνουν … στραβά μάτια, δεν έμεινε στις αποθήκες ούτε μια πατάτα!…

Πιθανόν αυτό το επεισόδιο να έγινε, αλλ’ αφορά την διάδοση της πατάτας και όχι την εισαγωγή της. Όμως τη διάδοση της πατάτας αφορούν τα δημοσιεύματα στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» του Ιρλανδού γεωπόνου Στήβενσον, πού είχε έλθει στην Ελλάδα κατά το 1828 και ο οποίος πολύ συνετέλεσε στη διάδοση διαφόρων αγροτικών καλλιεργειών και δενδροφυτεύσεων. Την διάδοση της πατάτας αφορούν και τα γραφόμενα για τον Έλληνα γεωπόνο Γρηγ. Παλαιολόγο, τον διευθυντή του αγροκηπίου της Τίρυνθας, ο οποίος στο 1830 καλλιεργούσε εκεί πατάτες.

Υπάρχει μια πληροφορία ότι στον λαχανόκηπο του Γάσπαρη[1], στα Πατήσια, καλλιεργούνταν πατάτες κατά την εποχή του Αγώνα, όπως και ντομάτες από το 1815 στον λαχανόκηπο των Καπουτσίνων,[2] στην Αθήνα. Αλλά οι δύο πληροφορίες δεν είναι τόσο επίσημες και αποδεδειγμένες.

Η αλήθεια είναι πως η εισαγωγή της πατάτας στην Ελλάδα πρέπει ν’ ανεβαστεί πιο παλαιότερα και άλλοι να πάρουν την τιμή αυτή. Γιατί, βέβαια, τιμή μεγάλη ανήκει σ’ εκείνον που πρωτοσκέφθηκε να φέρει και να καλλιεργήσει τις πατάτες στον τόπο μας.

Για την εισαγωγή της πατάτας παρουσιάζουμε σήμερα δυο ανέκδοτα έγγραφα των Κρατικών Αρχείων, που μας δείχνουν ποιος είναι ο πραγματικός εισαγωγέας της καλλιέργειας της πατάτας. Ας δούμε τι γράφει το πρώτο απ’ αυτά:

 

 Προς το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα

 Δεν αμφιβάλλω ότι γνωστόν τοις πάσι η προσδοκωμένη ωφέ­λεια εκ της καλλιέργειας των γεωμήλων (άλλως πατατών) τα οποία γενόμενα εις μύρια τμήματα και σπειρόμενα αναφύουσι τόσας ρίζας εις όσα εκόπησαν τμήματα. Αυτό είναι εις χρήσιν (ως δήλον) εις όλην σχεδόν την Ευρώπην, εξ αυτών γίνεται ψωμíov οπόταν με ισοβαρή ανακατωθώσιν άλευρον και μόνα δύνανται να δώσουν τόσην τροφήν, όσην ο άνθρωπος χρείαν έχει.

Αι αρεταί του γεωμήλου τούτου εισίν αναρίθμηται. Πόσον λοιπόν είναι αναγκαία η καλλιέργειά του εις την Ελλάδα και μάλιστα εις τα φρούρια αυτής είναι αναντίρρητον, και μ’ όλον τούτο παραμελείται.

Κατ’ αυτάς έλαβον εξ Ευρώπης μερικά αυτών, έδωκα εις Άργος, όπου και δια παρακινήσεών μου καλλιεργούνται ήδη. Έγραψα προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου προσκαλών και αυτόν να στείλη άνθρωπον να λάβη γεώμηλα δια να ενεργήσει την καλλιέργειαν αυ­τών εις Ακροκόρινθον.

Ευχής έργον είναι να καλλιεργηθεί και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζ-καλέ), της οποίας η έκτασις είναι αρκετή, αν σπαρθεί να θρέψει κατ’ έτος πολλούς στρατιώτας.

Καθυποβάλλω την πρότασίν μου ταύτην υπ’ όψιν του Σεβαστού τούτου Σώματος, την οποίαν αν εγκρίνει ας με διορίσει εις τίνα να δώσω εξ αυτών να ενεργηθή η καλλιέργεια των.

 

Μένω με όλον το σέβας

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος

Εν Ναυπλίω 19/1/1826

 

Και τώρα η ενέργεια του Βουλευτικού με έγγραφό του προς το Εκτελεστικό Σώμα:

 

«Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος Περίοδος Γ’ Αριθ.1109.

 Το Βουλευτικόν Σώμα

Προς το Σεβ. Εκτελεστικόν Σώμα.

 

Ο πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος, παρασταίνων δια της εγκλεί­στου αναφοράς την εκ της καλλιεργείας των γεωμήλων ωφέλειαν λέ­γει ότι έλαβε κατ’ αυτάς μερικά εκ των οποίων έδωσεν ολίγα τινά εις τους Αργείους δια να σπείρουν, και ότι έγραψε και προς τον φρούραρχον της Ακροκορίνθου να στείλει να πάρει και αυτός δια να σπεί­ρει εις Ακροκόρινθον. Προβάλλει δε, ως ωφέλιμον να σπαρθώσιν και εις την Ακρόπολιν Ναυπλίου (Ιτζκαλέ).

Το Βουλευτικόν κρίνει την πρότασιν ωφέλιμον και ενέκρινε να λάβει αυτό το βάρος ο κύριος Αδάμ Δούκας, και να επιστατήσει εις το σπάρσιμον και φυλακήν αυτών. Ειδοποιείται λοιπόν το Σεβαστόν Εκτελεστικόν, διά να διατάξει να ενεργηθεί η πρότασις.

Εν Ναυπλίω τη 21/1/1826

Ο Πρόεδρος

(Τ.Σ.) Πανούτζος Νοταράς

Ο πρώτος Γραμματεύς

Α. Παπαδόπουλος»

 

Ο «πατριώτης Γ. Μ. Αντωνόπουλος» είναι ο γνωστός αργότερα πληρεξούσιος και γερουσιαστής της Ναυπλίας (είχε γεννηθεί στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας). Πριν από την Επανάσταση ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έμενε στην Τεργέστη, όπου έκαμε τον έμπορο μαζί με τον αδελφό του. Κι αυτός ο αδελφός του, που δεν είχε ακόμη κατέλθει στην Ελλάδα, του έστελνε διάφορα πράγματα από εκεί, καθώς και βιβλία και τις πατάτες, για τις οποίες τόσος λόγος.

Ο Γ. Αντωνόπουλος, λοιπόν, κι ο αδελφός του είναι οι πρώτοι εισαγαγόντες την πατάτα στην Ελλάδα.[3] Εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ο Καποδίστριας, ως γνωστόν ήλθε στην Ελλάδα (Αίγινα) τον Ιανουάριο του 1828. Πριν τελειώσουμε, θα προσθέσουμε άλλη μια πηγή που μαρτυρεί ότι η πατάτα ήταν γνωστή και εκαλλιεργείτο στην Ελλάδα (Επτάνη­σα) τουλάχιστον δέκα χρόνια ενωρίτερα. Και οπωσδήποτε τα Επτά­νησα είχαν συναλλαγές με το Μοριά.

Το 1817 ο Άγγλος περιηγητής H. W. William πραγματοποίησε μια επίσκεψη στα Επτάνησα, Πάτρα, Βοστίτσα (Αίγιο), Δελφούς, Λειβαδιά, Αθήνα, Κόρινθο, Πάτρα, Ζάκυνθο. Καταγράφει πολλά ενδιαφέροντα, για την εκπαίδευση, παραγωγή προϊόντων, εμφάνιση – ενδυμασίες, κοινωνική ζωή. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο H. W. William πέρασε από τη Ζάκυνθο και σημειώνει: «Εκεί είδα τα πρώτα σημάδια του πολιτισμού: πατάτες, φρέσκο βούτυρο και κρεμάλες!».[4]

 

Νίκος Γ. Παπαγεωργίου

  

Πηγή


  • Μάραθα, «Επετηρίδα 2009», έτος ΙΒ΄, Εκδότης, Κωνσταντίνος Π. Αγγελόπουλος, Αθήνα, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Όνομα παλαιάς φραγκικής οικογένειας η οποία εγκατεστάθη στην Αθήνα, προ του 17ου αι. εξελληνισθείσα πλήρως. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», Τόμος Ζ’, σ. 129).

[2] Οι Καπουτσίνοι (μοναχικό Τάγμα της Δυτικής Εκκλησίας) εγκαταστά­θηκαν στην Αθήνα το 1685, αγόρασαν μάλιστα από τους Τούρκους το μνημείο του Λυσικράτους και πλησίον ίδρυσαν ξενώνα, ό. π., τ. ΙΑ’. σ. 326).

[3] «Αρκαδικά», χρόνος ΣΤ. 3 – 4, Αθήναι, Μάιος – Αύγουστος 1978, σσ. 37-38.

[4] Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», Αθήνα, 1975, τ. Γ2, σσ. 444-452

 

Read Full Post »

Αστυνομία και δημόσια ασφάλεια στο Άργος και την περιοχή του κατά την Επανάσταση του 1821

 


  

Ειδήσεις από ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα της περιόδου 1822-1827

 

Ι. Εισαγωγή

Η εργασία που ακολουθεί είναι αρχειοδιφική. Βασίζεται στο σύνολό της στην αρχειακή ενότητα «Μινιστέριον της Αστυνομίας», η οποία τηρείται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αποτελεί τα κατάλοιπα του αρχείου του Υπουργείου Αστυνομίας από την περιπετειώδη λειτουργία του στις διάφορες πόλεις όπου είχε κατά καιρούς την έδρα του το Εκτελεστικό Σώμα: Κόρινθος, Άργος, Τριπολιτσά, Ερμιόνη, Ναύπλιο, Τριπολιτσά (δεύτερη φορά), Μύλους και Ναύπλιο, για τρίτη και τελευταία φορά, έως την εμφάνιση της Αντικυβερνητικής Επιτροπής (1827).

 

ΙΙ. Αστυνομικές υπηρεσίες

ΙΙ. 1. Γενική Αστυνομία Άργους

Προς το παρόν παραμένει άγνωστο αν κατά τη διετία 1821-1822 λειτούργησε στο Άργος αυτοτελής τοπική Αστυνομία. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αστυνομικά καθήκοντα ασκούσαν ο Πολιτάρχης, ο Έπαρχος και οι προκριτοδημογέροντες. Στις 23 Μαΐου 1823 διορίστηκε Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Γεώργιος Γλαρός. Φτάνοντας στην πόλη αγνοήθηκε από τους τοπικούς πολιτικούς και διοικητικούς παράγοντες. Στις 15 Ιουλίου με αναφορά του προς το Υπουργείο Αστυνομίας διεκτραγωδούσε την οικτρή οικονομική κατάσταση από την οποία δοκιμάζονταν ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας Γεώργιος Γιαννακόπουλος και οι αστυνομικοί στρατιώτες. Το Υπουργείο Αστυνομίας βρήκε μία προσωρινή λύση, ορίζοντας να του δώσει ο Έπαρχος Άργους 500 γρόσια από το προϊόν του επαρχιακού εράνου για τον Αγώνα. Ακόμη όριζε να δίνουν οι επιστάτες καθημερινό σιτηρέσιο στο προσωπικό της Αστυνομίας.

Ο Έπαρχος αρνήθηκε με τον ισχυρισμό ότι το προϊόν του εράνου έπρεπε να παραδοθεί ακέραιο στα χέρια του Πάνου Κολοκοτρώνη. Αρνητική απάντηση έδωσαν και οι δημογέροντες, δηλώνοντας απερίφραστα ότι η επαρχία τους δεν είχε ανάγκη από Αστυνόμο και τα καθήκοντά του μπορούσαν να τα ασκήσουν οι ίδιοι. Για τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Αναστάσιο Κάβα, αναφέρεται ότι φρόντιζε μόνο για τους δικούς του ανθρώπους.

 

Απόσπασμα χωροφυλακής κατά τους χρόνους του Όθωνα. Σχέδιο του Γάλλου περιηγητή Ερ. Μπελλ.

 

Λίγα χρόνια αργότερα έμελλε να αντιστραφούν οι όροι, έστω και κατά συγκυριακό τρόπο. Οι παλιοί αρνητές του αστυνομικού θεσμού αναγκάζονταν να αποδεχτούν τους εκφραστές του, ζητώντας τη συνδρομή τους σε ώρες δύσκολες. Ας δούμε όμως δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Στις 9 Δεκεμβρίου 1825 οι επιστάτες της ευρύτερης περιοχής του Άργους ζήτησαν από το Υπουργείο Αστυνομίας να στηρίξει η τοπική Αστυνομία το νέο επιστάτη στο Κουτσοπόδι, τον οποίο είχαν εκλέξει στη θέση κάποιου άλλου, με το αιτιολογικό ότι ο τελευταίος «καταχράται των επιστατικών χρεών του».

Στις 13 Απριλίου 1826 η ίδια Αστυνομία γλύτωσε τον παραστάτη της επαρχίας Άργους Μιχ. Κάβα από άγρια κακοποίηση από μαινόμενους πολίτες, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για παράνομη κατακράτηση επαρχιακών χρημάτων. Ο Γεώργιος Γλαρός παρέμεινε στη θέση του μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1824. Δεν υπάρχουν πληροφορίες αν υπήρξε διάδοχός του μέχρι τις 15 Μαρτίου 1824, όταν με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε προσωρινός Γενικός Αστυνόμος Άργους ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Δεληγιάννης, στον οποίο ανατέθηκαν και τα καθήκοντα του Αγορανόμου.

Η θητεία του υπήρξε πολύ σύντομη. Στις 25 Μαΐου 1824 διορίστηκε στη θέση του ο Μανουήλ Βασιλειάδης, ο οποίος είχε χρηματίσει – άγνωστο πότε ακριβώς – Γενικός Αστυνόμος Αθηνών για πέντε μήνες. Με την εισβολή του Ιμπραήμ στον αργολικό κάμπο, η Αστυνομία του Άργους διαλύθηκε και ο αστυνόμος Βασιλειάδης κατέφυγε στο Ναύπλιο. Από εκεί, στις 11 Αυγούστου 1825, γνωστοποιούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι του ζητούσαν να αναλάβει τα καθήκοντά του ο Έπαρχος και οι επιστατοδημογέροντες του Άργους.

Μετά από τρεις περίπου μήνες επέστρεψε στη θέση του. Το Υπουργείο Αστυνομίας υιοθετώντας σχετική πρότασή του, όρισε να του δοθούν σε πρώτη φάση έξι στρατιώτες και να επαναδιοριστεί ως Γραμματέας της Αστυνομίας ο Εμμ. Ιωανούσης. Ακόμη όρισε να της διαθέτουν ο Πολιτάρχης την απαραίτητη εκτελεστική δύναμη και ο Επιθεωρητής των στρατευμάτων το απαραίτητο ψωμί σε ημερήσια βάση, για το προσωπικό της.

Όμως παρά τα υποσχεθέντα, ο αριθμός των αστυνομικών στρατιωτών παρουσίαζε συνεχή μείωση. Από μία αναφορά του Αστυνόμου Άργους εκείνων των ημερών, μαθαίνουμε ότι είχε στη διαθεσή του πέντε στρατιώτες. Σε μια άλλη σημείωνε ότι στενοχωρείται «μεγάλως» από την έλλειψή τους. Στο περιθώριο του κειμένου ο Αργείτης Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρος Παπαλεξόπουλος, σημείωνε ότι το πρόβλημα ήταν υπαρκτό και θα μπορούσε ο Υπουργός να αυξήσει τη δύναμη της Γενικής Αστυνομίας Άργους, χωρίς να ζητήσει την έγκριση του Εκτελεστικού Σώματος.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1826 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διαλύθηκε η Πολιταρχία Άργους ως περιττή. Η Γενική Αστυνομία δεν θα μπορούσε πλέον να ενισχύεται με εκτελεστική δύναμη. Ώσπου στις 12 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης, με την ιδιότητα του Γενικού Αρχηγού των στρατευμάτων, επανέφερε σε ισχύ το θεσμό της Πολιταρχίας με δική του πρωτοβουλία. Πριν αναχωρήσει από το Άργος άφησε ως Πολιτάρχη, κάποιον καπετάν Σπύρο από την Καρύταινα, με δύναμη 15 στρατιωτών. Εκείνος έκρινε απαραίτητο να πάρει για βοηθό του τον Αργείτη Δημήτριο Θεοφανόπουλο, που είχε μαζί του 10 στρατιώτες. Ο νεόκοπος Πολιτάρχης όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα καθήκοντά του αλλά άφηνε ασύδοτους τους στρατιώτες του, που επιδίδονταν κάθε ημέρα σε διάφορες αταξίες και καταχρήσεις. Έτσι ώστε στις 2 Απριλίου 1826 να ξεσηκωθούν εναντίον τους αγανακτισμένοι κάτοικοι που συγκρατήθηκαν την τελευταία στιγμή από τον Αστυνόμο και τους δημογέροντες της πόλης.

Οι κατοπινές αρχειακές πληροφορίες για την Αστυνομία Άργους είναι ελάχιστες. Στις 28 Αυγούστου 1826 στην πόλη υπήρχε Αστυνομικός Επιστάτης. Από τα μέσα έως τα τέλη του 1827 εμφανίζονται με τη σειρά τρεις Γενικοί Αστυνόμοι Άργους και συγκεκριμένα οι Κ. Καναλέτης, Σπυράκης Δημ. Ιατρός και Παναγιώτης Κυριακός. Σημειώνεται τέλος ότι τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Εμμ. Ιωανούσης εξακολουθούσε να είναι Γραμματέας της Γενικής Αστυνομίας Άργους.

 

ΙΙ. 2. Αστυνομική Επιστασία Μύλων

 

Οι πρώτες πληροφορίες για την Αστυνομία Μύλων υπάρχουν στα λιγοστά έγγραφα που εκδόθηκαν στα τέλη του 1822 από τον Αλέξανδρο Αξιώτη «Γενικό Αρμοστή Αστυνομίας» στην Ερμιόνη, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του Εκτελεστικού Σώματος. Όλα αυτά τα έγγραφα απευθύνονται προς τον Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο, «Επιστάτην της εν Μύλοις Αστυνομίας», διορισμένο στη θέση αυτή στις 12 Νοεμβρίου 1822. Αναφέρονται σε μέτρα για την αντιμετώπιση της επιδημίας της πανώλους και την αναζήτηση καταδιωκομένων προσώπων.

Στις 19 Μαΐου 1823 με απόφαση του Εκτελεστικού Σώματος διορίστηκε ο Σπύρος Σταθόπουλος «Γενικός Λιμενάρχης και Ατυνομικός Επιστάτης των Μύλων» Στη θέση αυτή έμεινε μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1824, όταν τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Μιχαλόπουλος, ο οποίος αναφέρεται με το χαρακτηρισμό «Αστυνόμος». Ακολουθεί ένα κενό «αρχειακής σιωπής» έως την 11η Μαρτίου 1824, όταν ο ήδη διορισμένος ως προσωρινός αστυνόμος Μύλων Παναγής Ορφανός, παρουσιάζεται ως όχι ιδιαίτερα πρόθυμος για τη συνέχιση της αστυνομικής υπηρεσίας.

Στη θέση του διορίστηκε ο Νικόλαος Τσικλητήρας, ο οποίος είχε χρηματίσει αστυνόμος της επαρχίας Αγίου Πέτρου. Δυο μήνες περίπου αργότερα η θέση του αστυνόμου Μύλων παρουσιάζεται και πάλι κενή. Ο Τσικλητήρας διορίστηκε αστυνόμος και Λιμενάρχης της επαρχίας Νεοκάστρου. Όπως φανερώνουν τα σχετικά έγγραφα, η Αστυνομία Μύλων δεν λειτούργησε από τα μέσα Ιουνίου 1824 έως το τέλος Ιουλίου 1825, όταν το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να διοριστεί στους Μύλους ένας Υπαστυνόμος, επικεφαλής πέντε στρατιωτών.

Την πρόταση συνόδευε η αιτιολογία ότι ανάμεσα στους διερχόμενους ξένους από το υποχρεωτικό πέρασμα των Μύλων, ήταν και πολλοί λιποτάκτες στρατιώτες. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογία, η παρουσία Αστυνομίας στους Μύλους σκοπό θα είχε τον εφοδιασμό με διαβατήρια εμπορευομένων και άλλων περαστικών. Το Υπουργείο Αστυνομίας πρότεινε για τη θέση αυτή τον Εμμ. Ηλιόπουλο, ο οποίος διορίστηκε την επόμενη κιόλας ημέρα. Στο αρχείο υπάρχουν δυο έγγραφα όπου αναφέρονται δραστηριότητές του ευθύς αμέσως με την ανάληψη των καθηκόντων του.

  

ΙΙΙ. Προβλήματα στην αστυνόμευση του Άργους

ΙΙΙ. 1. Τάξη και ασφάλεια από τις αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών

 

Η συσσώρευση στο Άργος πολλών ατάκτων στρατιωτών, σε μια εποχή γενικής αποσταθεροποίησης, ήταν επόμενο να δημιουργεί ολοένα και πιο οξύτερα προβλήματα αστυνόμευσης, από μια έτσι και αλλιώς ανοργάνωτη και αδύναμη Αστυνομία, η οποία σε μια περίπτωση, το Μάιο του 1824, ξυλοκοπήθηκε από ατάκτους στρατιώτες, όταν θέλησε να εφαρμόσει το νόμο. Στους σχετικούς φακέλους υπάρχουν αρκετά έγγραφα στα οποία αναφέρονται φοβερές αυθαιρεσίες ατάκτων στρατιωτών.

Ενδεικτικά θα αναφερθούν εδώ κάποιες από αυτές που είχαν ομαδικό χαρακτήρα. Στις αρχές Ιουλίου 1824 στρατιώτες του Οδυσσέα Ανδρούτσου επιδόθηκαν σε μια σειρά από καταχρήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ανυπόφορες. Στις 13 Οκτωβρίου στην αγορά του Άργους έγιναν εκτεταμένες διαρπαγές από στρατιώτες Κρητικούς, με αιματηρό επίλογο το θανάσιμο τραυματισμό με μαχαίρι ενός στρατιώτη από το σώμα του Θ. Ζαχαρόπουλου.

Στις 26 Οκτωβρίου έγιναν νέες διαρπαγές αγαθών βιοτικής ανάγκης αξίας πάνω από τέσσερις χιλιάδες γρόσια. Ο Αστυνόμος σημείωνε σε μια αναφορά του:

«Τα περισσότερα κακά και διαρπαγαί γίνονται από τους στρατιώτας του καπετάν Βάσου. Βιάζουν γυναίκας, παίρνουν πράγμα από την αγοράν χωρίς να δίδουν ούτε παράν, κτυπούν, υβρίζουν τους δυστυχείς Αργείους. Ο Γενικός Αστυνόμος πολλάκις ωμίλησε του καπετάν Βάσου δια να βάλη εις ευταξίαν τα στρατεύματά του μ’ όλον ότι και ο ίδιος βλέπει τας αταξίας και κλοπάς οπού κάμνουν οι στρατιώται και ποτέ δεν ηθέλησε να τους ομιλήση δια να παύσουν εις το εξής από τα παρόμοια».

Κάποτε η καταστροφική μανία των ατάκτων στρατιωτών άγγιζε τα όρια της παράκρουσης. Έφταναν στο σημείο να χρησιμοποιούν για καύσιμη ύλη πόρτες και παράθυρα κατοικημένων σπιτιών. Δεν άφησαν απείραχτο ούτε το σπίτι του Γραμματέα του Υπουργείου Αστυνομίας Σπύρου Παπαλεξόπουλου, αφαιρώντας από αυτό δοκάρια και σανίδες. Ο Αστυνόμος μάταια προσπαθούσε να τους συγκρατήσει. Στη σχετική αναφορά του έγραφε και τούτα τα φοβερά:«χωρίς συστολήν εξακολουθούν παρομοίως, χαλιώντας και καίοντας τας οικίας των δυστυχών Αργείων».

Βέβαια δεν ήταν μόνο οι αυθαιρεσίες των στρατιωτών που δημιουργούσαν οξύτατα προβλήματα στην αστυνομία του Άργους. Ήταν πρώτα από όλα η ρευστότητα των περιστάσεων που δημιουργούσε μία όλο και περίπλοκη αλυσίδα ποικίλων προβλημάτων κάτω από την απειλητική σκιά του πολέμου. Ήταν ακόμη και η μορφολογία της πόλης, η οποία κατά τον Αστυνόμο, έπρεπε να προστατεύεται από σταθερές αστυνομικές φρουρές.

 

ΙΙΙ. 2. Στεγαστικά – Πολεοδομικά

 

Ο περιορισμένος αριθμός σπιτιών από τη μια πλευρά και η συσσώρευση ξένων από την άλλη, ήταν επόμενο να δημιουργήσουν στο Άργος οξύτατα στεγαστικά προβλήματα. Η στέγαση στρατιωτών και προσφύγων στα λεγόμενα «εθνικά» (δημόσια) οικήματα, γινόταν με άδεια της Αστυνομίας. Μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ από τον αργολικό κάμπο, άρχισαν να κτίζονται μαγαζιά στην αγορά του Άργους, χωρίς όμως αρχιτεκτονική τάξη. Με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο είχαν κτιστεί σπίτια και μαγαζιά σε διάφορους δρόμους της πόλης.

Ο Αστυνόμος πρότεινε να βρεθεί και να σταλεί ένας αρχιτέκτων – και μάλιστα Ευρωπαίος – να επιβάλει την οικοδομική ευταξία για τον καλλωπισμό της πόλης. Η υπόθεση έφτασε στο Εκτελεστικό Σώμα, που είδε όμως τα πράγματα με το ρεαλισμό που επέβαλλαν οι περιστάσεις. Κατ’αρχήν παρατηρούσε ότι οι Αργείτες περισσότερο φρόντιζαν να βρεθούν τα καταστραμμένα σπίτια τους σκεπασμένα σε ώρα βροχής και λιγότερο να θεμελιώσουν κατοικίες «πολυχρονίου διαμονής».

Δεν είχε αντίρρηση για την εξεύρεση αρχιτέκτονα. Επειδή όμως τη θεωρούσε αδύνατη, υποδείκνυε μια άλλη λύση. Να οριστούν οικοδομικές γραμμές και από τις δυο πλευρές του κάθε δρόμου και να περιορίζονται μέσα σ’ αυτές όσοι έκτιζαν μόνιμες η προσωρινές κατοικίες. Η συνέχεια μας είναι άγνωστη. Κρίνοντας όμως από τα δεδομένα εκείνου του δύσκολου καιρού, μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι δεν βρέθηκαν λύσεις στα πολεοδομικά προβλήματα του Άργους.

 

ΙΙΙ. 3. Επισιτιστικά – Εμπορικά

 

Σε κάθε εμπόλεμη και γενικά πολυτάραχη εποχή, είναι επόμενο να πληθαίνουν τα προβλήματα αυτού του είδους. Το ίδιο ήταν φυσικό να συμβεί μετά την έκρηξη της Επανάστασης και στο Άργος, που βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και της έκρηξης εμφυλίων παθών. Στις 10 Μαΐου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε διαταγή με την οποία απαγορευόταν στον οποιονδήποτε κάτοικο του Άργους – ντόπιο ή ξένο – να πηγαίνει στους Μύλους και να αγοράζει ψωμί, σιτάρι και οποιοδήποτε άλλο είδος βιοτικής ανάγκης, χωρίς την άδεια της Αστυνομίας.

Στο Εκτελεστικό Σώμα εξηγούσε ότι πήρε αυτό το μέτρο επειδή πληροφορήθηκε ότι οι καμπίτες δεν έχουν καθόλου τροφές και υπάρχει υποψία μήπως μεταφερθούν από το Άργος και εφοδιαστούν με αυτές οι έγκλειστοι «αντιδιοικητικοί» στο Ναύπλιο. Για τον ίδιο λόγο το Υπουργείο Αστυνομίας εξέδωσε μια άλλη διαταγή με την οποία απαγορευόταν η μεταφορά και προσφορά αυτών των ειδών από το Άργος στα γύρω χωριά.

Λίγους μήνες αργότερα οι ντόπιοι Αργείτες διεκδικούσαν για λογαριασμό τους την απόλυτη άσκηση της κάθε εμπορικής δραστηριότητας. Το Υπουργείο Αστυνομίας δεν συμμεριζόταν αυτή την άδικη μονοπωλιακή αντίληψη. Στις 6 Νοεμβρίου 1824 γνωστοποιούσε στον Αστυνόμο Άργους ότι «τα μονοπωλεία είναι όλως διόλου ενάντια του ελληνικού πολιτεύματος» και απαιτούσε «να δοθή άδεια εις έκαστον εντόπιον και μη εντόπιον να πωλή ελευθέρως ό,τι πράγμα θέλει».

 

IV. Αδικήματα

IV. 1. Ανθρωποκτονίες – Τραυματισμοί

 

Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφερθήκαμε σε περιπτώσεις φόνων και τραυματισμών κατά την εξέλιξη επεισοδίων με πρωταγωνιστές ατάκτους στρατιώτες. Εδώ θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε αντίστοιχες περιπτώσεις με δράστες και θύματα πολίτες, ξεκινώντας από ένα άγριο «έγκλημα τιμής». Στα τέλη Ιουλίου 1824 στο Άργος κάποιος Γιαννάκης Τζίτζος, μαζί με τους γυιούς του και μια γυναίκα, σκότωσε τη θυγατέρα του με φρικιαστικό τρόπο.

Στη σχετική αστυνομική έκθεση ο θάνατός της χαρακτηρίζεται ως «πολλά επώδυνος», χωρίς να δίνονται άλλες εξηγήσεις. Αντίθετα στηλιτεύεται το αποτρόπαιο αυτό γεγονός με αυτά τα λόγια:

«Τοιαύτα εγκλήματα είναι συνήθη εδώ και από τους περισσοτέρους δεν νομίζονται άξια τιμωρίας, επειδή φρονούν ότι έχει απόλυτον εξουσίαν ο πατήρ εις την ζωήν της θυγατρός του, όταν υποπέση εις τοιούτον έγκλημα. Τοιαύτη δόξα είναι ολεθριωτάτη και είναι ανάγκη να τιμωρηθούν αυστηρώς και δημοσίως οι ένοχοι του ανοσιουργήματος, προς παραδειγματισμόν και κατάργησιν αυτής».

Το κείμενο αυτό έχει ιδιάζουσα σημασία όχι μόνο, διότι καταδικάζει μια απάνθρωπη λαϊκή δοξασία, αλλά επειδή το υπογράφει ένας κληρικός, ο Παπαφλέσσας, υπό την ιδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών και προσωρινά της Αστυνομίας. Κάποιοι καταδιωκόμενοι για φόνο, ζητούσαν προστασία από στρατιωτικούς αρχηγούς ή κατέφευγαν σε άλλες περιοχές για να αποφύγουν τις συνέπειες του νόμου, αλλά και την εκδίκηση συγγενών των θυμάτων. Σε μια περίπτωση αναφέρεται ότι ο Πολιτάρχης του Άργους επισκέφθηκε στην Αστυνομία ένα κρατούμενο για φόνο και «εβιάσθη να του δώση μερικαίς ραβδιαίς όπισθεν δια να καθησυχάση τους συγγενείς του άλλου, οίτινες εζήτησαν εν ιδίοις χερσίν εκδίκησιν».

Κάποτε οι πράξεις αντεκδίκησης είχαν ως θύματα αθώους ανθρώπους. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1825 στο χωριό Κουρτάκι ο σύζυγος μιας δολοφονημένης γυναίκας άφησε την οργή του να ξεσπάσει σε συγγενείς των δραστών, ώσπου η Αστυνομία του Άργους αναγκάστηκε να τον φυλακίσει για ένα διάστημα, μετά από την κατακρυγή μεγάλης μερίδας συγχωριανών του.

Στο αρχείο είναι καταχωρημένες αρκετές περιπτώσεις τραυματισμών από αμέλεια ή από πρόθεση. Σ’ εκείνες της δεύτερης κατηγορίας, υπάρχει μια περίπτωση «εγκλήματος πάθους» όπως θα τη χαρακτηρίζαμε σήμερα. Στο χωριό Ανυφί μια γυναίκα άτεκνη λόγω στειρότητας, τραυμάτισε σοβαρά μια άλλη που βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, με ένα φρικτό τρόπο. Βύθισε τα νύχια της στο λίκνο της κύησης προκαλώντας της διαδοχικές μητρορραγίες που προκάλεσαν αποβολή του εμβρύου, κάτω από διαρκή φλεγμονική επιδείνωση. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Το έκτρωμα τοποθετήθηκε μέσα σε μέλι και μαζί με την κατάθεση μιας πρακτικής μαίας εστάλη στο Ναύπλιο για εξέταση, που τελικά δεν έγινε, επειδή βρέθηκε σε κατάσταση μερικής σήψης. Εδώ ασφαλώς έχουμε να κάνουμε με την πρώτη ιατροδικαστική εξέταση εμβρύου στα νεοελληνικά εγκληματολογικά χρονικά.

 

ΙV. 2. Ληστείες – Κλοπές

 

Στο αρχείο υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις «εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας» όπως θα λέγαμε σήμερα. Για την οικονομία του χώρου θα αναφερθούμε με ενδεικτικό τρόπο κυρίως σε μεθόδους που ακολουθούσε η Αστυνομία για τη ανακάλυψη των δραστών. Στις 15 Ιουνίου 1823 στο Άργος, κάπου στην περιοχή του σημερινού νεκροταφείου, έγινε μια ληστεία σε βάρος ενός Κυθήριου εμπόρου με Σμυρνέϊκη καταγωγή. Οι δυο δράστες ενοπίστηκαν αλλά ο μάρτυρας που τους αναγνώρισε, δίσταζε να παρουσιαστεί και να καταθέσει ανοιχτά σε βάρος τους, φοβούμενος την εκδίκησή τους.

Ο Έπαρχος Άργους για να αποσπάσει την επίσημη μαρτυρία του, τον υπέβαλε σε εξέταση «πνευματικώ τω τρόπω» από κάποιον ιερομόναχο Καισάριο Φιλοθεΐτη. Σε ολόκληρο το αρχείο του «Μινιστερίου της Αστυνομίας» δεν υπάρχει άλλη ένορκη εξέταση μάρτυρα από κληρικό. Αντίθετα εντοπίζονται αρκετές περιπτώσεις ξυλοδαρμού υπόπτων. Ο βάναυσος αυτός τρόπος εξέτασης αναφέρεται με έμφαση στις σχετικές εκθέσεις, θαρρείς και αποτελούσε νόμιμο τρόπο εξέτασης. Σε μια από αυτές αναφέρεται ότι ένα κορίτσι από το Άργος ομολόγησε ότι έκλεψε ένα μαργαριτάρι «ύστερον από ολίγους ραβδισμούς».

Σε άλλη αναφέρεται ότι ο Έπαρχος Άργους και συνεργάτες του «εστενοχώρησαν» κάποιον Αργείτη δράστη κλοπής ειδών ρουχισμού.

Μια ασυνήθιστη κλοπή έγινε δέκα ημέρες πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος. Άγνωστοι άνοιξαν τρύπες στον πίσω τοίχο ενός σπιτιού, μπήκαν μέσα και πήραν ό,τι πολύτιμο βρήκαν, μαζί και μερικά όπλα που είχαν δοθεί στον ιδιοκτήτη του για φύλαξη ή επιδιόρθωση, κατά τη βιαστική φυγή των κατοίκων. Η λεπτομέρεια αυτή δίνει το μέτρο του πανικού των κατοίκων πριν από την είσοδο του Ιμπραήμ στο Άργος που είχε καταντήσει μια έρημη πόλη, εκτεθειμένη σε κάθε είδους λεηλασία και καταστροφή.

Δράστες κλοπών ήσαν και μουσουλμάνοι, δούλοι χριστιανών. Οι ίδιοι χαρακτηρίζονται ως αντικείμενα αγοράς με συγκεκριμένα ποσά που διεκδικούνταν μαζί με τα κλοπιμαία χρήματα από τους παλιούς κυρίους τους. Για κάθε μουσουλμάνο υποτακτικό σε χριστιανό δεν ίσχυε βέβαια η αρχή «αργυρώνητος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος». Ήταν μια περιστασιακή περίπτωση δουλοκτημοσύνης ολότελα άσχετη με το γνωστό οργανωμένο δουλεμπορικό σύστημα των Τούρκων σε βάρος των λαών που κατακτούσαν.

 

IV. 3. Καταπάτηση δημοσίων κτημάτων

 

Το πρόβλημα αξιοποίησης των καλλιεργησίμων «εθνικών γαιών», που κατέχονταν άλλοτε από τους Τούρκους και αποτελούσαν τα δυο τρίτα του συνόλου τους, ήταν ένα από τα οξύτερα προβλήματα κατά και μετά την Επανάσταση του ’21. Όταν στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους τέθηκε θέμα εκποίησής τους, ξεσηκώθηκαν από παντού έντονες διαμαρτυρίες. Όλοι έβλεπαν ότι με τον τρόπο αυτόν η γη θα περνούσε στα χέρια των λίγων οικονομικά ισχυρών.

Μπροστά στη γενική κατακραυγή οι πληρεξούσιοι αναγκάστηκαν να ψηφίσουν διάταξη με την οποία έμπαιναν στη διαδικασία της εκποίησης μόνο τα λεγόμενα «φθαρτά εθνικά κτήματα», δηλαδή σπίτια, μύλοι και τα όμοια. Στους απελευθερωμένους Έλληνες έμενε μόνο το δικό τους ένα τρίτο των καλλιεργησίμων εκτάσεων. Για κάποιους η έγγεια ιδιοκτησία ήταν από ελάχιστη μέχρι ανύπαρκτη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν επόμενο να συντελούνται καταπατήσεις «εθνικής γης» που ενοικιαζόταν από το κράτος, με συχνές επεισοδιακές διεκδικήσεις της.

 Δυο τέτοιες περιπτώσεις αντιμετώπισε η Αστυνομία του Άργους την άνοιξη του 1825, με πρωταγωνιστές καταπατητές «εθνικής γης» στην περιοχή του Άργους και του χωριού Μπουγιάτι. Ο Αστυνόμος Άργους εξηγούσε στο Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι δράστες και μερικοί – όπως τους χαρακτηρίζει – «καπανταήδες», χρησιμοποιούσαν τη στρατιωτική τους δύναμη για να καταπατούν πολλά «εθνικά» χωράφια, αδικώντας έτσι τους φτωχούς αγρότες ενοικιαστές τους.

 

IV. 4. Εγκλήματα κατά των ηθών

 

Στο αρχείο υπάρχουν δυο περιπτώσεις με το στοιχείο της αμφισβήτησης από τους εξεταστές τους. Η μια αναφέρεται σε καταγγελία για βιασμό κόρης από ένα Αργείτη έγγαμο και πατέρα τριών παιδιών. Η επιτροπή που ασχολήθηκε με την περίπτωση έκρινε ότι ο εγκαλούμενος «πιθανόν έφθειρεν αυτήν», παραπέμποντας στο κεφάλαιο 40 πάρ. 53 του Νόμου «περί εγκλημάτων», σύμφωνα με τον οποίο «ανήρ ύπανδρος φθείρων παρθένον με βίαν φυλακώνεται χρόνους δυο και υπανδρεύει την κόρην αναλόγως της καταστάσεώς του». Η επιτροπή ολοκληρώνοντας την απόφασή της επισήμανε ότι οι περιστάσεις της Πατρίδας δεν επέτρεπαν την πλήρη εφαρμογή των νόμων. Γι’ αυτό και υποχρέωνε τον φερόμενο ως βιαστή να δώσει στην κόρη 750 γρόσια.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά μια εξώγαμη συμβίωση που είχε θλιβερό τέλος. Σύμφωνα με έκθεση του Αστυνόμου Άργους, το Φεβρουάριο του 1826 ένας μπουλουξής του Βάσου Μαυροβουνιώτη, απήγαγε στην Αρκαδιά ( Κυπαρισσία ) μια κόρη, με την οποία συνευρέθηκε στο χωριό του, τον Αετό Αταλάντης, και στο Άργος.

Μετά το θάνατό του σε μάχη στο Νιόκαστρο, ο γυναικάδελφός του παρουσίασε στην Αστυνομία Άργους μερικούς στρατιώτες του, οι οποίοι είπαν ότι «η γυναίκα με καλήν γνώμην, με το να ήτον αμφότεροι ερωτευμένοι, τον ηκολούθησεν». Από την άλλη πλευρά ο Βάσος Μαυροβουνιώτης με επιστολή του πληροφορούσε το Υπουργείο Αστυνομίας ότι ο σκοτωμένος μπουλουξής του την είχε μαζί του όχι για σύζυγο, αλλά για παλλακίδα του. Αν ήταν δυνατόν ένας μικροκαπετάνιος να εξομοιώνεται με Τούρκους σερασκέρηδες που συνήθιζαν να ακολουθούν τις συνήθειές του σεραγιού τους και στις εκστρατείες τους.

 

V. Αστικές διαφορές

 

Στο αρχείο υπάρχουν περισσότερες από εξήντα περιπτώσεις αστικών – όπως θα λέγαμε σήμερα – διαφορών, για την επίλυση των οποίων υπήρξε αστυνομική παρέμβαση. Το Υπουργείο Αστυνομίας άλλοτε ζητούσε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει ο ίδιος τη συγκεκριμένη διαφορά και άλλοτε να συλλάβει τον εναγόμενο και να τον οδηγήσει σ’ αυτό ή να τον ειδοποιήσει να παρουσιαστεί από μόνος του. Ο συλλαμβανόμενος υποχρεωνόταν να καταβάλει σε κάθε συνοδό του στρατιώτη το λεγόμενο «ποδοκόπι», που έφτανε συνήθως τα δυο γρόσια.

Σε πολλά έγγραφα του Υπουργείου Αστυνομίας αναφέρεται ότι ο υπόχρεος για βίαιη προσαγωγή ή αυτόβουλη προσέλευση είχε ενάγοντα, χωρίς όμως να αναφέρονται το όνομά του και ο συγκεκριμένος λόγος. Σε κάποιες προσκλήσεις υπάρχουν αυστηρές προειδοποιήσεις για την περίπτωση της μη εμφάνισης του εναγόμενου. Ακόμη υπάρχουν περιπτώσεις που οι προσκαλούμενοι εναγόμενοι δεν αναφέρονται ονομαστικά.

Στις 14 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τους δημογέροντες και τους δυο ιερείς του χωριού Καρυά, να καταβάλουν σε κάποιους μαστόρους διακόσια σαράντα γρόσια που είχαν παρακρατήσει από τα συμφωνημένα για το κτίσιμο μιας εκκλησίας και άλλα πενήντα για τη μεταφορά λαξευμένης πέτρας. Διαφορετικά όριζε να συλληφθούν όλοι και να οδηγηθούν στο Υπουργείο.

Μια άλλη πρόσκλησή του με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1825 απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους του χωριού Ανυφί, με την εντολή να καταβάλουν σε ένα τεχνίτη τα όσα γρόσια του χρωστούσαν για κάποια εργασία του. Η πρόσκληση κλείνει με την ακόλουθη αυστηρή προειδοποίηση: «προσέξατε δε και μην απειθήσετε, διότι τότε θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις και σας βιάση να πληρώσετε με ζημία σας μεγάλην».

Κάποτε η αστυνομική παρέμβαση είχε έντονο καταπιεστικό χαρακτήρα. Με ακραία την περίπτωση μιας χήρας μητέρας τριών ανηλίκων παιδιών, η οποία για ένα χρέος του συζύγου της, ύψους τριακοσίων γροσίων, εκλήθη να πληρώσει το ένα τρίτο της αξίας του κρασιού από ένα αμπέλι που αποτελούσε το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο. Διαφορετικά θα συλλαμβανόταν και θα προσαγόταν στο Ναύπλιο με συνοδεία στρατιωτών. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Ο Αστυνόμος Άργους είχε προτείνει να πουληθεί ένα στρέμμα από το επίμαχο αμπέλι για την κάλυψη του χρέους. Ευθυγραμμιζόμενος έτσι με την έγγραφη εντολή του Υπουργείου του, όπου αναφέρονται τα εξής: «με όποιον τρόπον δυνηθής πωλώντας ό,τι πράγμα ημπορέσεις».

Κάποιες άλλες αστικές διαφορές έχουν ιδιόμορφο χαρακτήρα. Ας δούμε μερικές από αυτές. Στις 15 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ειδοποίησε από το Άργος τον Αστυνόμο Τριπολιτσάς να υποχρεώσει κάποιο Γεώργιο Κοντόσταυλο να επιστρέψει στον έμπορο Ευστράτιο Πετροκόκκινο το ποσό των 127.20 γροσίων που είχε λάβει ως προπληρωμή (καπάρο) για να συγκεντρώνει λαγοτόμαρα, αλλά εκείνος αθέτησε τη συμφωνία τους.

Το μεγάλο ύψος της προκαταβολής υπαινίσσεται βέβαια ότι εκείνη την εποχή στο Μοριά αφθονούσαν οι λαγοί και οι αποτελεσματικοί κυνηγοί τους. Έτσι επιβεβαιώνεται ιστορικά η παρουσίαση στη «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου ενός Μοραΐτη πρωταγωνιστή της ως χονδρεμπόρου δερμάτων διαφόρων θηραμάτων. Στις 23 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να υποχρεώσει «κατά πάντα τρόπον» μια γυναίκα να ακολουθήσει τον άνδρα της στο Ναύπλιο και μάλιστα με συνοδεία στρατιώτη.

Τέλος στις 22 Αυγούστου 1825 μια επιτροπή από Αργείτες ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να εμποδίσει δυο συμπολίτες τους που ήθελαν να τρυγήσουν τα αμπέλια τους μια εβδομάδα πρωτύτερα από την ημερομηνία που όριζε η σεβαστή από όλους παλιά τοπική συνήθεια. Οι απαιτήσεις για οποιοδήποτε χρέος είχαν συναφθεί πριν από την Επανάσταση και ήταν απαγορευμένες.

Σε μια περίπτωση το Υπουργείο Αστυνομίας έδωσε εντολή στον Αστυνόμο Άργους να αποφυλακίσει κάποιον Κωνσταντίνο Ντόκο, με την παρατήρηση ότι το αίτιο της φυλάκισής του ήταν «παράνομον και εναντίον του θεσπίσματος της Διοικήσεως». Για τον ίδιο λόγο αρνήθηκε να εξοφλήσει στο Άργος ένα χρέος που είχε δημιουργήσει το 1818 στην Τριπολιτσά κάποιος Κ. Δημητρακόπουλος, επικαλούμενος και τη ρωσική του υπηκοότητα, επειδή στο μεταξύ είχε μεταναστεύσει στη Ρωσία.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Σε μερικές περιπτώσεις εμπλέκονται και κάποιοι επώνυμοι – όπως θα λέγαμε σήμερα – άνθρωποι εκείνης της εποχής. Στις 20 Ιανουαρίου 1825 ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης ζήτησε από το Υπουργείο Αστυνομίας να κατασχεθεί μια ποσότητα κριθαριού που είχε μεταφέρει ένας οφειλέτης του για άλεσμα στους Μύλους. Τρεις μήνες περίπου αργότερα ο γραμματικός του Αγγελής Παναγιώτου ζητούσε για λογαριασμό του από το ίδιο Υπουργείο να υποχρεώσει τη Μπουμπουλίνα να του επιστρέψει ένα κανόνι. Στη σχετική αναφορά εξηγείται ότι το 1822 το πήρε λάφυρο από τους Τούρκους ο Τσόκρης, το έστειλε για ασφάλεια στο Λεωνίδιο και εκεί το πήρε αυθαίρετα η Μπουμπουλίνα, ανεβάζοντάς το στο καράβι της. Επειδή το Υπουργείο σιωπούσε, επανήλθε ο ίδιος ο Τσόκρης ζητώντας να του αποδοθεί το επίμαχο κανόνι. Η νέα αυτή παρέμβασή του έχει την εξήγησή της. Εκείνες τις ημέρες η Αστυνομία Άργους είχε στείλει στο Υπουργείο Αστυνομίας μερικά κιβώτια με πράγματα της Μπουμπουλίνας. Ήταν η εποχή που η θρυλική καπετάνισσα βρισκόταν σε διωγμό από την κυβέρνηση Κουντουριώτη.

Από το χορό των αντιδίκων για αστικές διαφορές δεν έλειψαν και άνθρωποι της Αστυνομίας. Από σχετική αναφορά του Αστυνόμου Άργους, μαθαίνουμε ότι στις αρχές Απριλίου 1826 έγιναν – κάτω από άγνωστες συνθήκες – ζημιές στο περιβόλι του τότε Υπουργού της Αστυνομίας Δημ. Δεσύλλα, που εκτεινόταν μπροστά και πέρα από την αγορά της πόλης. Οι ζημιές σε επτά κυπαρίσσια και σε «δύω κλάραις» λεμονιάς, αποτιμήθηκαν αντίστοιχα σε 15 και 5 γρόσια.

Άγνωστου είδους διαφορά με κάποιον Αργείτη, Παναγή Μπεκροδημήτρη, είχε ο συμπολίτης του Σπυρ. Παπαλεξόπουλος, Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αστυνομίας. Όπως σημειώνεται στη σχετική αναφορά του, τον κάλεσε πολλές φορές να έρθει σε συνάντησή του να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος ζήτησε από τον προϊστάμενό του Υπουργό να εκδώσει «έντονον διαταγήν» προς τον αντίδικό του για να παρουσιαστεί στο Ναύπλιο. Εκείνος του έστειλε έγγραφη πρόσκληση, που έκλεινε με τούτη την αυστηρή προειδοποίηση: «πρόσεχε δε μη απειθήσης, ότι θέλει σταλή εκτελεστική δύναμις δια να σε πάρη και τότε θα το μετανοιώσης ανωφελώς». Η συνέχεια μας είναι άγνωστη.

 Κατά το 1827 τις εντολές για την επίλυση αστικών διαφορών τις έδινε ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου. Στο αρχείο υπάρχουν έγγραφα που αναφέρονται στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις. Στις 22 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να επιλύσει μια διαφορά μεταξύ των καπεταναίων Κ.Γ. Λογοθέτη, Ν. Κόπελου και Παλαιοκώστα, με τον επίτροπο των Κρητικών όπλων Ιωάννη Χάλη και διαμεσολαβητή τον στρατηγό Δημ. Τσόκρη.

Λίγες ημέρες αργότερα ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου ζήτησε από τον Αστυνόμο Άργους να φροντίσει ώστε να πάρει τέλος μια οικονομική διαφορά μεταξύ των Κ. Μπερούκα και Ευστρ. Δημητρίου για 1840 γρόσια που χρωστούσε ο πρώτος στον δεύτερο, προσδιορισμένο επίσημα με αιρετοκρισία. Τέλος στις 31 Οκτωβρίου 1827 ζήτησε από τον ίδιο να εκπληρώσει μια παλαιότερη υπόσχεσή του στον Θοδωρή Γρίβα, ότι θα υποχρέωνε κάποιο Μήτρο του Θεοφάνη να δώσει όσα χρήματα χρωστούσε σε κάποιο Κωσταντή Μαγουλιανό. Καταλήγοντας τον διαβεβαίωνε ότι ο δανειστής, εκτός του ότι είχε το δίκαιο με το μέρος του, ήταν και πολύ στενός φίλος με τον Γρίβα. Το τελευταίο αποτελεί ασφαλώς το σύνηθες «διάνθισμα» πολλών και ποικίλων νεοελληνικών κειμένων ρουσφετολογικού περιεχομένου. Κατά μια απαρασάλευτη συνέχεια και συνέπεια.

 

VI. Περιπτώσεις «υψηλής αστυνόμευσης»

VΙ. 1. Καταγραφή ενόπλων και αμάχων

 

Η είσοδος του Μαρτίου 1824 βρήκε το Άργος και το Ναύπλιο στο επίκεντρο ανωμάλων πολιτικών εξελίξεων. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη συνεχίζοντας την περιπλάνησή της, καταστάλαζε προσωρινά στο Άργος, κατακλυσμένο από αμέτρητους ντόπιους και ξένους ενόπλους και αμάχους. Πολλοί από αυτούς ήταν ύποπτοι για αντικυβερνητική δράση για τους κρατούντες εκείνων των τραγικών ημερών. Γι’ αυτό και φρόντισαν να καθιερώσουν ένα σύστημα «υψηλής αστυνόμευσης».

Ήδη από τις 16 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας έστειλε στον Αστυνόμο Άργους ειδική οδηγία, με την οποία οριζόταν ο τρόπος καταγραφής όσων ξένων στρατιωτικών ή πολιτών κατοικούσαν ή μπαινόβγαιναν στο Άργος. Από ό,τι φαίνεται η οδηγία αυτή δεν εφαρμόστηκε σε ικανοποιητικό βαθμό. Στις 15 Απριλίου το Υπουργείο έστειλε δυο διαταγές προς τον Αστυνόμο Άργους, σε μια προσπάθειά του να εξασφαλίσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Με την πρώτη τόνιζε ότι αναγκάζεται να επανέλθει για μια ακόμη φορά στο ίδιο ζήτημα και όριζε τα εξής : 1) Όσοι ξένοι βρίσκονταν στο Άργος, όφειλαν να παρουσιαστούν μέσα σε 24 ώρες στην Αστυνομία να εφοδιαστούν με ειδικό διαμονητήριο, 2) Όσοι αναχωρούν να εφοδιάζονται με κανονικό διαβατήριο και 3) Όσοι δεν συμμορφώνονται να τιμωρούνται αυστηρά.

Με τη δεύτερη διαταγή οριζόταν ότι όσοι στρατιώτες στάθμευαν στην πόλη και δεν βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές κάποιου οπλαρχηγού της Διοίκησης, είχαν υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες ή να φύγουν ή να καταγραφούν σε όποιον οπλαρχηγό της επιθυμούν. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, όσοι δεν είχαν φύγει ή καταγραφεί, θα αφοπλίζονταν και θα τιμωρούνταν αυστηρά. Τα μέτρα αυτά δεν απέδωσαν στην πράξη.

Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, τα περισσότερα από τα σοβαρά έκτροπα στο Άργος γίνονταν από ατάκτους στρατιώτες με την ανοχή των αρχηγών τους. Όσο για τους αμάχους, ο καθένας τους μπορούσε να κάνει κακή χρήση του διαβατηρίου του, ερχόμενος σε επαφή με αντικυβερνητικούς.

 

VI. 2. Λογοκρισία

 

Η λογοκρισία στα γράμματα είχε ήδη αρχίσει προτού ακόμη «θεσμοποιηθεί» με τις προαναφερόμενες διαταγές του Υπουργείου Αστυνομίας. Στις 10 Μαρτίου 1824 το ίδιο Υπουργείο πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κατά τον έλεγχο δυο Βυτιναίων που κατευθύνονταν προς την Τριπολιτσά, βρέθηκαν πάνω τους τρία «αινιγματώδη γράμματα». Ο ίδιος χαρακτηρισμός δίνεται και σε ένα κείμενο με αριθμητικά στοιχεία και εμβόλιμες φράσεις πάνω σ’ ένα κομμάτι λερωμένο χαρτί.

Ύστερα από αυτό και επειδή οι δυο ύποπτοι είχαν πέσει σε αντιφάσεις, προτεινόταν η κράτησή τους για ασφάλεια μέσα σε κάποιο πλοίο, με προοπτική να υποβληθούν σε δεύτερη ανάκριση. Οι περιοχές Κορίνθου και Τριπολιτσάς αποτελούσαν δυο κύριους αγωγούς διακίνησης αλληλογραφίας από και προς το Ναύπλιο. Γι’ αυτό το Υπουργείο Αστυνομίας φρόντισε να στήσει σε επίκαιρα σημεία τους ένα ειδικό λογοκριτικό μηχανισμό.

Στις 11 Απριλίου έγραφε στον Έπαρχο Κορίνθου να ανοίγει χωρίς εξαίρεση όλα τα γράμματα που περνούσαν από τα χέρια του. Καταλήγοντας του εφιστούσε την προσοχή να βάλει σε πράξη τη διαταγή του. Με το ίδιο πνεύμα έγραφε λίγες ημέρες αργότερα και στον Αστυνόμο Τριπολιτσάς. Μόνο που σ’ αυτόν έκανε τούτη την οξύμωρη συμβουλευτική προειδοποίηση: «πρόσεξε όμως μετά την ανάγνωσιν αυτών να μη τα δημοσιεύης διότι τούτο είναι και λογίζεται παραβίασις των χρεών σου».

Με άλλα λόγια το Υπουργείο Αστυνομίας καθιέρωνε ένα είδος προστατευόμενου «λογοκριτικού απορρήτου». Τα ύποπτα γράμματα τα έστελνε στο Εκτελεστικό Σώμα. Σε μία τέτοια αποστολή ζητούσε να του επιστραφούν μετά την ανάγνωσή τους για να σταλούν στον προορισμό τους, με την παρατήρηση ότι έτσι «είναι συμφέρον».

 

VI. 3. Συλλήψεις αντικυβερνητικών

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη, αμέσως μετά την εμφάνισή της στην περιοχή του Άργους, θέλησε να κάμψει το ηθικό των αντικυβερνητικών με ομαδικές φυλακίσεις. Στα τέλη Μαρτίου 1824 στην Τριπολιτσά βρίσκονταν φυλακισμένοι 50 Μεγαρίτες. Με εντολή του Υπουργείου Αστυνομίας συνελήφθησαν στην αρκαδική πρωτεύουσα ο Ρήγας Παλαμήδης και ο Αναγνώστης Χριστακόπουλος, πατέρας του βουλευτή Βασίλη Χριστακόπουλου, ο οποίος είχε κηρυχθεί έκπτωτος από το αξίωμά του, επειδή ακολουθούσε τον Κολοκοτρώνη.

Με την ίδια εντολή οριζόταν να συλληφθεί και ο Μητροπολίτης. Εξαιρέθηκε όμως επειδή ήταν ασθενής και τέθηκε «υπό φύλαξιν έως ότου αναλάβη». Χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Η σύλληψη του Ρήγα Παλαμήδη έγινε μετά από ομαδική αναφορά 32 συμπολιτών του, με πρόταση να απομακρυνθεί από την πόλη τους ως επικίνδυνος αντικυβερνητικός και να φυλακιστεί στο φρούριο της Μονεμβασιάς η εκείνο της Κορίνθου «προς σωφρονισμόν και των ομοίων του».

Συλλήψεις έγιναν και στην περιοχή του Άργους. Στις 10 Απριλίου διατάχθηκε η σύλληψη όλων των προκριτοδημογερόντων του χωριού Χώνικα και κάποιου Κωνσταντίνου Μπομπέτζη στο Κουτσοπόδι. Στις 9 Μαΐου διατάχθηκε να συλληφθούν οι αδελφοί Γεώργιος και Θεόδωρος Τσόκρη και να οδηγηθούν στο Εκτελεστικό Σώμα που είχε την έδρα του στους Μύλους. Εκείνη την ημέρα στη Δαλαμανάρα είχε αποκρουστεί από κυβερνητικές δυνάμεις ο στρατηγός Δημ. Τσόκρης, όταν προσπάθησε να ανεφοδιάσει τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που είχε βγει για το σκοπό αυτόν έξω από το φρούριο του Ναυπλίου. Έτσι εξηγείται η σπουδή της κυβέρνησης να συλληφθούν οι προαναφερόμενοι αδελφοί Τσόκρη. Εκείνοι όμως πρόλαβαν και κλείστηκαν στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Άργους.

Το Υπουργείο Αστυνομίας – ή καλύτερα ο Υπουργός Παπαφλέσσας – έστειλε μία έγγραφη προειδοποίηση στον ηγούμενο του Μοναστηριού, που έκλεινε με τούτα τα απερίφραστα απειλητικά λόγια: «Λάβε μέτρα λοιπόν να μη τολμήσης να κάμης την παραμικράν ανθίστασιν και δεν τους παραδώσεις. Ήξευρε ότι αν δεν τους παραδώσης, αποφασιστικά η ζωή σου, μαζί με την ζωήν αυτών, είναι χαημένη. Η Διοίκησις θέλει σε κρεμάσει άφευκτα μαζί με αυτούς».

Στις 3 Δεκεμβρίου 1824 διατάχθηκε η σύλληψη των αδελφών Νικηφόρου και Κωνσταντίνου Παμπούκη. Αναζητήθηκαν αμέσως αλλά δεν βρέθηκαν στο Άργος. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη ο δεύτερος και μετά από σύντομη κράτηση αφέθηκε ελεύθερος.

Ο Αστυνόμος Άργους με νεότερη αναφορά του τον κατηγορούσε ότι μετά την αποφυλάκισή του κοινολογούσε παντού ότι στη Βοστίτσα (Αίγιο) αποβιβάστηκαν χίλιοι Σουλιώτες, με αποστολή να χωριστούν σε τρία σώματα και να σπεύσει το καθένα να βοηθήσει τον Α. Λόντο στα Καλάβρυτα, τον Θ. Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά και το Αρχοντόπουλο (Ιωάννη Νοταρά) στον Αη-Γιώργη. Στην πραγματικότητα όμως είχαν αποβιβαστεί Σουλιώτες μαζί με άλλα φιλοκυβερνητικά ρουμελιώτικα σώματα, που επιδόθηκαν στις γνωστές λεηλασίες και άλλες πράξεις βίας.

Οι συλλήψεις αντικυβερνητικών συνεχίζονταν και στα τέλη Απριλίου 1825, δηλαδή λίγο καιρό πριν από την εξαγγελία της γενικής αμνηστείας που γιορτάστηκε στο Ναύπλιο με τέλεση πανηγυρικής δοξολογίας, στις 19 Μαΐου 1825. Στις 20 Απριλίου το Εκτελεστικό Σώμα διέταξε να τεθεί υπό αυστηρό περιορισμό στο σπίτι του Υπουργού Αστυνομίας ο Αναστάσιος Λόντος με το αιτιολογικό ότι «είχον δημιουργηθεί τινές υποψίαι δια το πρόσωπόν του». Αυτό έγινε επειδή ο Αστυνόμος Άργους είχε ειδοποιήσει το Υπουργείο Αστυνομίας ότι οι «αντιδιοικητικοί» Α. Λόντος, Α. Ζαΐμης και Νικηταράς εμφανίστηκαν στην περιοχή των Καλαβρύτων. Λίγες ημέρες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και τέθηκε υπό στενή παρακολούθηση από ειδική φρουρά.

  

VI. 4. Παρακολούθηση αντικυβερνητικών

 

Στο αρχείο σώζονται λίγα, αλλά ενδιαφέροντα έγγραφα. Κάποιες πληροφορίες δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα εκείνων των τραγικών ημερών. Έχουν όμως την ιστορική τους σημασία επειδή παρουσιάζουν τον κάποιο διαθλαστικό απόηχο των γεγονότων μέσα στη δίνη των εμφυλιοπολεμικών παθών που ξεσπούσαν και από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Για την οικονομία του χώρου η αναφορά μας σ’αυτά τα έγγραφα θα είναι ενδεικτική.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα για τις μέχρι τότε αντικυβερνητικές ενέργειες του Δημ. Περρούκα, τις οποίες χαρακτήριζε ως «εσχάτην προδοσίαν». Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Αργείτης νομικός και πολιτικός, ίσως είχε φύγει με πλοίο από τη Γλαρέντζα. Στο πεδίο της κυβερνητικής παρακολούθησης βρέθηκε και η Μπουμπουλίνα. Εκείνη την εποχή κατοικούσε στο αποκλεισμένο Ναύπλιο μαζί με το γαμπρό της και φρούραρχο της πόλης Πάνο Κολοκοτρώνη.

Για τις κινήσεις της καπετάνισσας, τις υποψίες για το πρόσωπό της μέχρι τη σύλληψή της και τη μεταγωγή της στο Λεωνίδιο και την εκεί φυλάκισή της, σχετική είναι η εισήγησή μας με τίτλο «Αστυνομικά της επαρχίας Πραστού κατά την Επανάσταση του ’21 – Ειδήσεις από ανέκδοτα έγγραφα», δημοσιευμένη στα «Χρονικά των Τσακώνων» 18 (2004-2005) σσ. 99-128 (Πρακτικά E’  Τσακώνικου Συνεδρίου, 26-28 Σεπτεμβρίου 2003). Επανερχόμενοι στο θέμα μας σημειώνουμε ότι από τις αρχές του 1824 οργίαζαν οι φήμες για υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών.

Ένας Αργείτης – Γεώργιος Ζαρλής στο όνομα – διαβεβαίωνε τον Αστυνόμο Άργους ότι «ο πύργος του Βλάση» είχε μεταβληθεί σε δυνατό πολεμικό οχύρωμα από τους καπεταναίους, Πάνο και Γρόση, που παρουσιάζονταν να έχουν μυστικές συνεννοήσεις με τους έγκλειστους στο φρούριο του Ναυπλίου. Στα τέλη Απριλίου κάποιες άλλες επίμονες φήμες μιλούσαν για επικείμενο ανεφοδιασμό του φρουρίου του Ναυπλίου με συντονισμένες δυναμικές κινήσεις από στεριά και θάλασσα, καθώς και για σχεδιαζόμενες δολοφονίες του Ανδρέα Λόντου και του Παπαφλέσσα από τον Πάνο Κολοκοτρώνη, που τελικά υπήρξε ο ίδιος θύμα παθών και λαθών.

Προτού ακόμη βγει ο Ιούνιος, στο Άργος κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες σε βάρος του Κολοκοτρώνη και του γυιού του Γενναίου. Η επικείμενη άφιξη του τελευταίου στο χωριό Μπέλεσι θεωρήθηκε από την Αστυνομία Άργους ότι είχε κακό σκοπό. Γι’ αυτὸ ζήτησε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, οπωσδήποτε όχι συμβιβαστικά. Στις 10 Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι κορυφαίοι αντικυβερνητικοί είχαν σχεδιάσει ένα καινούργιο σύστημα ανατρεπτικών ενεργειών.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Θ. Κολοκοτρώνης, οι Δεληγιανναίοι και το αντικυβερνητικό δίδυμο Α. Ζαΐμη και Α. Λόντου, συγκέντρωσαν εβδομήντα χιλιάδες γρόσια για να πετύχουν τους ειδικούς τους στόχους. Στον Μαυρομιχάλη αποδιδόταν επιπρόσθετα και μια καλά οργανωμένη επιχείρηση μεταστροφής συνειδήσεων κάποιων που βρίσκονταν με το μέρος της Διοίκησης. Όλες οι κινήσεις των ηγετών της αντικυβερνητικής παράταξης καταγράφονταν και αναφέρονταν με κάθε λεπτομέρεια. Ακόμη και οι πιο συνηθισμένες και συνάμα ανθρώπινες. Έτσι στις 8 Οκτωβρίου 1824 ο Αστυνόμος Τριπολιτσάς πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι ο Κολοκοτρώνης σκεφτόταν να κατέβει στην πόλη για να στεφανώσει το γραμματέα του Φωτάκο. Κλείνοντας την αναφορά του ζητούσε να του δοθούν οδηγίες όσο γινόταν πιο σύντομα. Η ροή πληροφοριών για τις κινήσεις αντικυβερνητικών συνεχίστηκε και μετά την καταστροφική προέλαση του Ιμπραήμ στο Μοριά.

Στις 12 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους πληροφορούσε το Υπουργείο του ότι στην επαρχία Καλαβρύτων είχαν εμφανιστεί οι «αντιδιοικητικοί» Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος και Νικηταράς. Ακόμη ανέφερε ότι στο Άργος έκανε την εμφάνισή του ο Σωτήρης Ζαχαρόπουλος, προσθέτοντας ότι προσποιήθηκε τον άρρωστο όταν η Αστυνομία τον κάλεσε για ανάκριση. Ενώ περίμενε οδηγίες από το Υπουργείο, εκείνος αναχώρησε χωρίς την άδειά της προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στις 26 Απριλίου 1825 ο Αστυνόμος Άργους ανέφερε ότι οι δυο «Ανδρέηδες» ( Ζαΐμης και Λόντος ) στρατολογούσαν ντόπιους χωρίς μισθό, δίνοντάς τους απόλυτη ελευθερία να λεηλατήσουν τα χωριά Κλουκίνες, Τρίκαλα και μερικά άλλα γειτονικά τους. Συνεχίζοντας να παραθέτει τις ανεξέλεγκτες, όπως φαίνεται, πληροφορίες του, ανέφερε ότι μετά την έκδοση από τη Διοίκηση της προκήρυξης για στρατολογία, οι προαναφερόμενοι άμισθοι στρατιώτες μειώθηκαν στους τετρακόσιους και στάθηκαν κοντά στην Κέρτεζη.

Κατά τον Αστυνόμο Άργους πάντα, εναντίον τους κινήθηκαν δυο χιλιάδες κυβερνητικοί στρατιώτες και τους πολιόρκησαν οι Πετιμεζαίοι, ο Νικολάκης Σολιώτης, ο Μήτρος Μελετόπουλος και ο Έπαρχος Καλαβρύτων. Ώσπου ήρθε ο Κολιόπουλος και τους χτύπησε από τα νώτα, αναγκάζοντάς τους να μπουν μέσα στο χωριό. Όπως φαίνεται οι πληροφορίες αυτές οδήγησαν το Εκτελεστικό Σώμα στην απόφαση να θέσει τον Αναστάσιο Λόντο πρώτα υπό κράτηση και μετά υπό παρακολούθηση. Αυτή η διαφοροποίηση των μέτρων αποτελεί μια σοβαρή ένδειξη ότι οι πληροφορίες του Αστυνόμου Άργους θεωρήθηκαν ως ανακριβείς κατά ένα μέρος τους.

  

VI. 5. Αναζήτηση κατασκόπων

  

Στο αρχείο υπάρχει ένα κατάστιχο με την ένδειξη «Μισθοί και έξοδα μυστικών υποκειμένων» του Υπουργείου Αστυνομίας, χωρίς παράθεση των ονομάτων τους. Αρχίζει από τις 12 Μαρτίου 1825 και τελειώνει στις 2 Μαρτίου 1826. Τα συνολικά έξοδα που είναι καταχωρημένα σ’αυτό συναθροίζονται στα 11.299 γρόσια και καταμερίζονται σε 11 περιπτώσεις. Δυο μόνο από αυτές έχουν σχέση με το Ναύπλιο και αναφέρονται σε ισάριθμους κατασκόπους που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη. Οι άλλες 9 περιπτώσεις έχουν σχέση με τις περιοχές Καλαμάτας, Τριπολιτσάς, Καρύταινας, Μυστρά και Γαστούνης, χωρίς να αναφέρονται στα «πεπραγμένα» της κάθε κατασκοπευτικής αποστολής.

Από τη βραχύλογη αιτιολογία της κάθε δαπάνης προκύπτει ότι οκτώ περιπτώσεις είχαν σχέση με την παρακολούθηση των κινήσεων του Ιμπραήμ. Εν όψει όλων αυτών μπορούμε να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι το Υπουργείο Αστυνομίας μέχρι τις αρχές Μαρτίου 1825 δεν διέθετε οργανωμένο κατασκοπευτικό δίκτυο, εννοείται με τα μέτρα εκείνης της εποχής. Οι υπαρκτές και ανύπαρκτες κινήσεις αντικυβερνητικών, αναφέρονταν ασφαλώς από περιστασιακούς πληροφοριοδότες του Υπουργείου Αστυνομίας και της Γενικής Αστυνομίας Άργους. Την ίδια προέλευση φαίνεται ότι είχαν πληροφορίες για κινήσεις κατασκόπων και στα προηγούμενα χρόνια.

Στις 4 Απριλίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι πριν από λίγες ημέρες ένας «φραγκοφορεμένος» νέος και «όλως διόλου» κατάσκοπος του Πάνου Κολοκοτρώνη συναντήθηκε μαζί του και του έδωσε δανεικά 2.000 γρόσια. Λίγες ημέρες αργότερα ( 19 Απριλίου ) επανερχόταν με την πληροφορία ότι κάποιος Χατζής, από την Άρεια του Ναυπλίου, πηγαινοερχόταν στην πόλη με κατασκοπευτική αποστολή. Κατά το Υπουργείο Αστυνομίας πάντα, εκεί συναντούσε έναν από τους αδελφούς Περρούκα και προπαγάνδιζε υπέρ των αντικυβερνητικών. Καταλήγοντας πρότεινε «να εκτοπισθή και εξορισθή, δια να εμποδισθούν τα κινδυνώδη αποτελέσματα τα οποία ημπορεί να προξενήση και να σωφρονισθούν εάν ευρίσκονται και άλλοι τοιούτοι».

Μια «σκιώδης» περίπτωση κατασκοπείας απασχόλησε την Αστυνομία του Άργους το Μάρτιο του 1825. Το Υπουργείο Αστυνομίας ζητούσε να βρεθούν τέσσερις κατάσκοποι. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του, είχαν ήδη συναντηθεί στη Σούδα με τον Ιμπραήμ και επέστρεφαν στο Άργος. Ο Αστυνόμος στη σχετική αναφορά του παρατηρούσε ότι ήταν δύσκολο να εντοπισθούν τα άτομα αυτά, αφού δεν ήταν γνωστά κάποια βασικά στοιχεία, όπως η καταγωγή, η ηλικία τους και «πως είναι φορεμένοι». Με την ευκαιρία θύμιζε παλαιότερη αναφορά του για την αδυναμία ελέγχου των όσων πηγαινοέρχονταν στην πόλη, από την έλλειψη αστυνομικών φρουρών σε επίκαιρα σημεία της.

  

VI. 6. Αντιμετώπιση των ξένων

 

Τα σωζόμενα έγγραφα αναφέρονται σε διάφορα περιστατικά με πρωταγωνιστές Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς και Αυστριακούς. Και εδώ η αναφορά μας θα είναι ενδεικτική και συνοπτική.

Στις 26 Μαρτίου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας ενημέρωσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του, ο κυβερνήτης μιας γαλλικής φρεγάτας, που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, κατασκόπευε «παντοιοτρόπως τα της Διοικήσεως».

Αναφέρεται ακόμη ότι ο ίδιος βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την παραλαβή του Αλή Πασά και άλλων Τούρκων αξιωματούχων που κρατούνταν όμηροι στο Ναύπλιο, ζητώντας να γίνει η πληρωμή για την απελευθέρωσή τους σε σιτάρι και χρήματα και εμψυχώνοντας τους έγκλειστους αντικυβερνητικούς «να βαστάξουν και να μη παραδοθούν». Δυο μήνες περίπου αργότερα κατέπλευσε στο λιμάνι των Μύλων ένα γαλλικό μπρίκι, προερχόμενο από το Ναύπλιο. Η κίνησή του αυτή θεωρήθηκε ως ύποπτη.

Στις αρχές Ιουνίου το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε το Εκτελεστικό Σώμα ότι έκαμε τις αναγκαίες έρευνες, αλλά τελικά δεν κατόρθωσε να συλλάβει τον γραμματέα του γαλλικού Προξενείου στη Μήλο. Στο έγγραφο δεν αναφέρεται ο λόγος της αναζήτησής του. Σε μια άλλη περίπτωση την ελληνική καχυποψία για κάποιoυς Γάλλους την ενίσχυσαν μέλη του πληρώματος από ένα αγγλικό μπρίκι, που είχε καταπλεύσει στο λιμάνι του Ναυπλίου, στα τέλη Ιουνίου 1824.

Ούτε λίγο ούτε πολύ πληροφόρησαν τον Υπουργό Αστυνομίας ότι μια ομάδα Γάλλων στρατιωτικών που βρισκόταν στην πόλη, μοναδικό σκοπό είχε να κατασκοπεύσει το φρούριο. «Αλλά εις ποίαν κατάστασιν θέλουν το ιδεί!», παρατηρούσε με έμφαση ο Παπαφλέσσας, για να τονίσει την κακή του κατάσταση. Γι’αυτό πρότεινε στο Εκτελεστικό Σώμα να μη τους επιτραπεί η επίσκεψη στα υπόλοιπα κανονιοστάσια – είχαν ήδη επισκεφθεί δυο – και να γίνουν αμέσως επισκευές σε όσα κανόνια είχαν υποστεί ζημιές.

Στις αρχές Αυγούστου 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας πληροφορούσε την κυβέρνηση ότι είχαν ειδοποιηθεί όλοι οι Αστυνόμοι να συλλάβουν κάποιους αναζητούμενους Γάλλους και Ιταλούς, άγνωστο για ποιό συγκεκριμένο λόγο. Από το «Αστυνομικό Δελτίο» εκείνου του πολυτάραχου καιρού, δεν ήταν δυνατόν να απουσιάσουν οι πανταχού παρόντες στο Αιγαίο και συνάμα απροκάλυπτα φιλότουρκοι Αυστριακοί. Από μια έκθεση του Αστυνόμου Άργους, με την ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1824, μαθαίνουμε ότι ο κυβερνήτης μιας αυστριακής φρεγάτας που ήταν αραγμένη στο λιμάνι των Μύλων, έφτασε στο σημείο να βομβαρδίσει Έλληνες αμάχους. Θέλοντας να «χαλάση» – όπως σημειώνεται – έναν παραλιακό καφενέ, άδειασε πάνω του ένα από τα κανόνια της φρεγάτας, τραυματίζοντας στο χέρι έναν Αργείτη, Νικολή Τζατζαρώνη στο όνομα. Κατά την εξέλιξη του ίδιου επεισοδίου ένας από το πλήρωμά της τραυμάτισε θανάσιμα με την ξιφολόγχη του ντουφεκιού του ένα ναύτη από το πλήρωμα της γολέτας, κάποιο Γιώργη Ζορμπά. Στην έκθεση δεν αναφέρεται εάν από ελληνικής πλευράς έγινε κάποιο διάβημα για το στυγερό εκείνο έγκλημα. Αλλά και εάν ακόμη έγινε, δεν θα έφτασε σε κάποιο ουσιαστικό και προπάντων δίκαιο αποτέλεσμα. Η ανεξέλεγκτη ξενοκρατία πάνω στον τόπο μας, βρισκόταν ακόμη στα πολύ πρώϊμα χρόνια της.

 

 Χρήστος Κ. Ρέππας

Υποστράτηγος ε.α. Ελληνικής Αατυνομίας,

Εκδότης περιοδικού συγγράμματος Μεσσηνιακών

Σπουδών «Μεσσηνιακά Χρονικά».

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:


  

Read Full Post »

Οι επιπτώσεις του Ρωσοτουρκικού πολέμου 1806 – 1812 στη ζωή των κατοίκων του Άργους


 

Η ζωή των υπό οθωμανική κυριαρχία Ελλήνων αντιμετωπίζεται συνήθως ως αποκομμένη από τα διεθνή της συμφραζόμενα και εξετάζεται με σχετική εσωστρέφεια. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον κατά βάση τοπικό ή ιδιωτικό χαρακτήρα της πλειονότητας των διασωθεισών πηγών, συνήθως κοινοτικών και οικογενειακών αρχείων ή απομνημονευμάτων. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις και ιδιαίτερα οι πολεμικές συγκρούσεις και οι συμμαχίες του σουλτάνου με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις επηρέαζαν ποικιλοτρόπως τις τύχες των κατοίκων του οθωμανικού κράτους.

Το θέμα της σημερινής μου εισήγησης αναφέρεται ακριβώς σε μια τέτοια περίπτωση: Τις επιπτώσεις που είχε για τους κατοίκους της Πελοποννήσου και μάλιστα του Άργους ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1812. Ο πόλεμος αυτός δεν εγγράφεται μόνο στο ευρύτερο πλαίσιο του Ανατολικού ζητήματος, αλλά συνδέεται άμεσα με τη νικηφόρα προέλαση του Ναπολέοντα στην Κεντρική Ευρώπη, μετά τη μάχη στο Αούστερλιτς (1805) και τη σύναψη συμμαχίας με τον Σελίμ Γ΄ το 1806.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Ο τελευταίος, με την αυτοπεποίθηση που του έδινε η ισχυρή αυτή συμμαχία, έκλεισε τα Στενά για τα ρωσικά πλοία και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έπαυσε τους ρωσόφιλους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Υψηλάντη και Μουρούζη και τους αντικατέστησε με άλλους γαλλόφιλους, παραβιάζοντας έτσι συμφωνία με τη Ρωσία που είχε συναφθεί το 1802 και που ρητά προέβλεπε τη ρωσική συναίνεση για την αντικατάσταση των ηγεμόνων των Παραδουνάβιων ηγεμονιών.

Η Ρωσία αντιμέτωπη με την άρνηση της Υψηλής Πύλης να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για την παραβίαση της συμφωνίας, εισέβαλε στις Ηγεμονίες και τις κατέλαβε. Λίγο αργότερα, τον επόμενο Δεκέμβριο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Η διάρκεια του πολέμου ξεπέρασε τα πέντε χρόνια ως την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812. Στο διάστημα αυτό η ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων ανετράπη κατ επανάληψιν με τρεις κορυφαίες καμπές:

Τη γαλλορωσική συνθήκη του Τίλσιτ (1807), την αγγλοτουρκική συνθήκη των Δαρδανελλίων (1809) και τη διπλωματική προσέγγιση του Ναπολέοντα με τους Αψβούργους, η οποία επισφραγίστηκε με τον επίσημο αρραβώνα του Γάλλου αυτοκράτορα με την αυστριακή αρχιδούκισσα Μαρία Λουΐζα (1810). Από τις ανακατατάξεις αυτές τη σημαντικότερη επίδραση στην εξέλιξη του ρωσοτουρκικού πολέμου είχε η συνθήκη του Τίλσιτ, η οποία ανάγκασε το Σουλτάνο να υπογράψει τον Αύγουστο του 1807 ανακωχή με τον Τσάρο.

Ωστόσο, η συνθήκη των Δαρδανελλίων (Ιανουάριος 1809) έδωσε στο Σουλτάνο προς στιγμήν ελπίδες ότι με την υποστήριξη της Αγγλίας θα μπορούσε να πείσει τον Τσάρο να αποσύρει το ρωσικό στρατό από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις όμως ναυάγησαν και ο πόλεμος άρχισε ξανά για να διακοπεί και πάλι την άνοιξη του 1811, όταν οι στρατιωτικές και διπλωματικές προετοιμασίες του Ναπολέοντα για τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Ρωσίας έγιναν πια εμφανείς και η Ρωσία επιδίωκε διακαώς να κλείσει τους λογαριασμούς με τους Οθωμανούς γείτονές της.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Μαΐου 1812) η Ρωσία εγκατέλειψε τις Ηγεμονίες, κέρδισε όμως, ως ουσιαστική νικήτρια του πολέμου, τη Βεσσαραβία. Κατά την ταραγμένη αυτή περίοδο η Υψηλή Πύλη ανησυχούσε ιδιαίτερα για την τύχη των παραμεθόριων προς την Ευρώπη επαρχιών της οθωμανικής επικράτειας, από τη στιγμή μάλιστα που λόγω και της επίδρασης από τη Γαλλική Επανάσταση και από τη ναπολεόντεια προέλαση οι κάτοικοί τους εκδήλωναν έντονο ενδιαφέρον για εθνική χειραφέτηση.

Ενισχύθηκαν, λοιπόν, οι εξουσίες των επαρχιακών διοικητών και, σε ό,τι αφορά την Πελοπόννησο, απεστάλη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη ο δευτερότοκος γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελή πασάς[1] έχοντας ως κύρια αποστολή με την ιδιότητα του Μόρα Βαλεσί τη διατήρηση της νομιμότητας και της τάξης. Σύμφωνα με τον Κανέλλο Δεληγιάννη[2], μάλιστα, οι ίδιοι οι Τούρκοι της Πελοποννήσου είχαν ζητήσει την επαύξηση της ασφάλειάς τους, ώστε να μην επαναληφθούν τα Ορλωφικά.

Πράγματι, ο Βελής κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή, ακολουθώντας ως προς αυτό το πρότυπο τον πατέρα του. Η επιτυχής διοίκηση της Πελοποννήσου θα αποτελούσε, εξάλλου, πρόκριμα για την ανέλιξη του φιλόδοξου πασά σε υψηλότερα κλιμάκια της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας, ευοδώνοντας το διακαή πόθο του Βελή.

Η Υψηλή Πύλη, ωστόσο, εννοούσε να εμπλέξει τον Αλή πασά και τους γιους του στον πόλεμο με τη Ρωσία. Περί τα μέσα του 1809, όταν οι διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία έχουν πια ναυαγήσει και οι εχθροπραξίες έχουν αναζωπυρωθεί, ο Αλή καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες να αποφύγει τη στράτευση και στέλνει τον πρωτότοκό του Μουχτάρ στη θέση του. Ο Μουχτάρ υφίσταται δυο σημαντικές ήττες και τρέπεται σε φυγή.

Τον Μάιο του 1810 ο σουλτάνος στέλνει εντολή στον Αλή να τεθεί επικεφαλής του οθωμανικού στρατού στο Δούναβη[3], αλλά εκείνος αποφεύγει με διάφορες προφάσεις και τελικά κατορθώνει να σταλεί αντ’ αυτού ο Βελής[4] από την Πελοπόννησο. Ο Βελής λαμβάνει το φιρμάνι της επιστράτευσής του στις 27 Ιουλίου 1810[5] και, επί κεφαλής 8.000 στρατιωτών[6], αναχωρεί για το μέτωπο. Εκεί γνωρίζει την ήττα στη Σόφια και στο Ρουστσούκ και χάνει σημαντικές δυνάμεις.

Το κυριότερο όμως πρόβλημά του είναι ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του οι εχθροί του στην Πελοπόννησο συνωμοτούν εναντίον του και ασκούν πίεση στην Κωνσταντινούπολη για την αντικατάστασή του. Οι ανάγκες του σε χρήμα είναι τεράστιες. Εκτός από τη συντήρηση του στρατού του πρέπει να εξασφαλίσει τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά που απαιτούνται για να δωροδοκήσει εκείνους από τους οποίους εξαρτάται το αξίωμά του. Η αγωνιώδης προσπάθειά του να βρει χρήματα έχει δυστυχείς αποδέκτες τους ραγιάδες του πασαλικιού του. Οι Μοραΐτες έχουν ήδη γνωρίσει την απληστία του.

Με πολιτικά και άλλα προσχήματα (π.χ. ρωσοφιλία) έχει ήδη κατασχέσει περιουσίες προεστών, όπως π.χ. του Λιμπεράκη Μπενάκη από τον πρώτο κι όλας χρόνο της θητείας του. Αλλά η ληστρική αυτή δραστηριότητα δεν αποτελούσε παρά το προανάκρουσμα όσων θα επακολουθούσαν με αφορμή τη συμμετοχή του στον πόλεμο. Από το Αρχείο Περρούκα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αυξομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων του καζά Άργους για την αντιμετώπιση των κοινών εξόδων της διοίκησης της Πελοποννήσου.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι:

1807   (και τα δυο εξάμηνα)                          14.353  γρόσια

1808   (και τα δυο εξάμηνα)                          19.174  γρόσια

1809   (και τα δυο εξάμηνα)                          16.938  γρόσια

1810   (επιστράτευση Βελή)                          32.455  γρόσια

1811   (νέα αναχώρηση για μέτωπο)         77.393  γρόσια

1812   (επιστροφή και αντικατάσταση)    51.320  γρόσια

1820                                                                        16.125[7] γρόσια

 

Από την παρατήρηση και τη σύγκριση αυτών των δεδομένων προκύπτει ότι κατά τα τρία χρόνια της συμμετοχής του Βελή στον πόλεμο η επιβληθείσα στον καζά του Άργους φορολογία αυξήθηκε κατακόρυφα. Από 17.000 περίπου γρόσια ανέβηκε το 1810 στα 32.500, το 1811 στα 77.400 και το 1812 στα 51.300. Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς από τις αυξομειώσεις του αριθμού των χωριών του καζά[8], τα όρια του οποίου παρέμεναν, άλλωστε, σε γενικές γραμμές σταθερά. Ούτε, βεβαίως, μπορεί να δικαιολογηθεί από την προϊούσα υποτίμηση του οθωμανικού νομίσματος, αφού, εξάλλου, οκτώ χρόνια αργότερα, το 1820 το καταβλητέο ποσό είχε αισθητά μειωθεί. Και ασφαλώς ούτε λόγος γίνεται για την προσαρμογή του ύψους του φόρου στη φοροδοτική δυνατότητα του πληθυσμού, κάτι που ήταν εντελώς έξω από τη δημοσιονομική λογική των Οθωμανών.

Η παρατηρηθείσα αύξηση του φόρου αφορούσε ασφαλώς όλο το πασαλίκι του Μοριά. Ήταν όμως ιδιαίτερα επιβαρυντικό για το Άργος, αφού το 1812 σε σύνολο 200.000 περίπου γροσίων που αντιστοιχούσαν στα δοσίματα όλης της Πελοποννήσου, περισσότερες από 50.000 γρόσια, δηλαδή το ένα τέταρτο, εισπράχθηκαν από τον καζά του Άργους. Για να κατανοήσουμε τους λόγους αυτής της δυσμενούς συνθήκης, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι λόγω της γεωγραφικής του θέσης το Άργος αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό και συγκοινωνιακό κόμβο, άρα και σταθμό, για όσους ταξίδευαν στη διαδρομή από και προς την έδρα του Μόρα Βαλεσί, την Τριπολιτσά[9].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Η θέση αυτή έδινε στο Άργος το θλιβερό και δυσβάστακτο «προνόμιο» της αναγκαστικής «φιλοξενίας» των στρατιωτικών δυνάμεων και των αξιωματούχων που εισέρχονταν στο πασαλίκι ή το εγκατέλειπαν. Οι Αργείοι είχαν επιτύχει υπό κανονικές συνθήκες την απαλλαγή τους από αυτή την υποχρέωση με ειδική εντολή της προστάτιδάς τους Μπεϋχάν σουλτάνας, αδελφής του σουλτάνου Σελίμ Γ, στην υψηλή δικαιοδοσία της οποίας ανήκε ο καζάς τους.

Στην προστασία αυτή μάλιστα οφείλεται και η δυσφορία και η απροθυμία που εκδήλωναν οι Αργείοι προεστοί αλλά και οι απλοί κάτοικοι οσάκις τους εζητείτο από τις οθωμανικές αρχές η πλουσιοπάροχη φιλοξενία επώνυμων ξένων περιηγητών μετά της ακολουθίας τους, που επισκέπτονταν τους αρχαιολογικούς χώρους των Μυκηνών και της Τίρυνθας, προς μεγάλη αγανάκτηση, κυρίως των Βρετανών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της θητείας του Βελή πασά θεωρούσαν αυτοδίκαια ως χώρο προνομιακής μεταχείρισής τους την Πελοπόννησο[10]. Ήταν τόσο μεγάλες οι αξιώσεις τους, που καθύβριζαν τους ντόπιους όταν αρνούνταν να τους ανοίξουν τα καλύτερα σπίτια τους[11].

Ωστόσο, η απαλλαγή του Άργους από την υποχρέωση αυτή δεν ίσχυε σε περίπτωση πολέμου. Έτσι, όταν ο Βελή πασάς αναχωρεί με το στρατό του τον Αύγουστο του 1810 και για δεύτερη φορά τον Απρίλιο του 1811[12], είναι κυριολεκτικά σαν να πέρασε τυφώνας από την πόλη.

Σε κατάστιχο του αρχείου Περρούκα[13] υπάρχουν οι εξής καταχωρήσεις: 8 Αυγούστου 1810 «πέρασμα Βελή για το ορδί 15.500 γρόσια», 5 Ιανουαρίου 1812 «Μεσαρίφι εις τον εμβασμόν του Βελή πασά 12.608,33 γρόσια» και 3 Σεπτεμβρίου 1812 «εις τον ευγαλμόν του Βελή πασά μεσαρίφι 11.039,12 γρόσια». Με άλλα λόγια, μία έξοδος και η αντίστοιχη είσοδος του πασά με το στρατό του στοίχιζαν συνολικά στους Αργείους περίπου 25.000-30.000 γρόσια, ποσό υπερδιπλάσιο του ετήσιου συνολικού φόρου του καζά υπό κανονικές συνθήκες.

Και βέβαια, το Άργος συμμετέχει επίσης αναλογικά στην επιβάρυνση για την αποστολή τροφίμων στο στρατό[14]. Στις 10 Αυγούστου 1810 άνθρωπος του Αλή πασά φεύγει από το Μοριά με 6.000 φορτία σταριού για το μέτωπο στο Μπεράτι, ενώ στις 31 του ίδιου μήνα 20.000 πρόβατα προορίζονται από την Πελοπόννησο για το «ορδί χουμαγιούν», τον σουλτανικό στρατό[15].

Οι υποχρεώσεις αυτές είναι δυσβάστακτες. Οι κοινοτικοί άρχοντες αδυνατούν να συλλέξουν και να καταβάλουν εγκαίρως τις οφειλές. Οι οθωμανικές αρχές τους βομβαρδίζουν με έγγραφα για τις χρηματικές απαιτήσεις του Βελή, οι δανειστές τους στην Κωνσταντινούπολη επίσης (είναι χαρακτηριστική η διατύπωση των σχετικών επιστολών «όθεν και του λόγου σας πρέπει να σφιχθείτε» Χιβζί εφέντης[16], «να προφθάσετε τα άσπρα ότι το μιρί έχει σφίξιν»[17], «να κατανοήσετε την σφίξιν και στενοχώρεση οπού κάνει (ενν. ο Βελής) δια να του προφθάσομεν… Λοιπόν, αδελφοί, βιασθείτε, στενοχωρηθείτε και κάμνετε ως γράφομεν… προς τοις άλλοις στοχασθείτε ότι είναι κεχαγιάς τώρα ο ενδοξότατος Σαΐτ αγάς, τον οποίο βιάζει το ύψος του κατά πολλά δια την ταχείαν αποστολήν των άσπρων και πάρτε τα μέτρα σας»[18].

Από την πλευρά των άλλων καζάδων υπάρχει φραστική μόνο συμπαράσταση στο πρόβλημα των Αργείων. Έχουν, εξάλλου, κι εκείνοι τα δικά τους βάσανα: Χαρακτηριστική είναι επιστολή[19] της 21 Αυγούστου 1810 που υπογράφουν και αποστέλλουν από την Τριπολιτσά στον Περρούκα ο δραγομάνος Μορέως και ο Σωτηράκης Λόντος και Αναγνώστης Παπάζογλους, όπου μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι πληροφορήθηκαν «για το σικλέτι που εδοκίμασες εις την διάβαν του βελιγιουνιάμ εφένδη μας και ελυπήθημεν αλλά εχάρημεν όπου έμεινε το ύψος του ευχαριστημένον από μέρους σου».

Ζητούν και αυτοί χρήματα και τον παρακαλούν να στείλει ό,τι μπορεί «ότι δεν συμφέρει εις το παρόν διάστημα η ψύχρα του ύψους του και κάμε, αδελφέ, όπως ημπορείς δια να του προφάσομεν μερικά εις την Λάρισαν, καθώς προστάζει ». Στην ίδια επιστολή υπάρχει το εξής υστερόγραφο: « οι νέοι δοβλέτ μουμπασιραίοι από όπου περνούν τα όσα δοκιμάζομεν δεν περιγράφονται και ο Θεός ίλεως».

Πράγματι, οι οθωμανικές αρχές δεν αστειεύονται καθόλου. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1810 και στις 22 του επόμενου Οκτωβρίου ο Νικόλαος Περρούκας είναι αποδέκτης δυο επιστολών του καϊμακάμη του Μορέως[20], με τις οποίες του ζητεί την αποστολή χρημάτων για τον Βελή. Στην πρώτη ο τόνος είναι περισσότερο ανθρώπινος «ότι ο καιρός στενοχωρεί το ύψος του και μας βιάζει εμάς».

Στη δεύτερη, όμως, επειδή ο Περρούκας δεν μπόρεσε να στείλει παρά μόνον 13.000 άσπρα, ήτοι μέρος του  απαιτουμένου υπέρογκου ποσού ο αναπληρωτής του πασά γράφει: «όλα τα άσπρα να μου τα στείλεις» χωρίς να λείψει ούτε ένας παράς, «διότι αν φερθείς αλλέως, μα το όνομα του Θεού…..θα υποστείς τόσα βάσανα από την δικαίαν μου οργήν οπού να μην τα στοχάζεσαι...».

Οι απειλές και ιδίως η αποστολή οικονομικών επιθεωρητών, με επαπειλούμενη την επιβολή επιπλέον προστίμων και άλλων ποινών, προκαλεί αναστάτωση στην τοπική κοινωνία και διαμάχες ανάμεσα στους κοινοτικούς εκπροσώπους των χωριών του καζά. Ανταλλάσσονται οργισμένες επιστολές με υπαινιγμούς για κακή διαχείριση του κοινού ταμείου του καζά[21] και επακολουθούν δυσάρεστα γεγονότα, που τον απόηχό τους μαθαίνουμε από επιστολές του Αποστόλη Περρούκα, εγκατεστημένου στην Πάτρα προς τα αδέλφια του στο Άργος.[22]

Φαίνεται ότι η οικονομική δυσπραγία και οι απειλές των οθωμανικών αρχών οδήγησαν σε αμφισβήτηση την προυχοντική ηγεσία του καζά και ο Περρούκας ένιωσε να κλονίζεται η αδιαφιλονίκητη ως τότε αποδοχή του από το λαό του Άργους. Δεν γνωρίζω πως και πότε ακριβώς ηρέμησαν τα πνεύματα. Φαίνεται όμως ότι για τους Μοραΐτες ξεχείλισε πια το ποτήρι.

Αφού ο Βελής ενεργούσε για την αποστολή οικονομικών επιθεωρητών εις βάρος της κοινοτικής τους διαχείρισης εκβιάζοντας για όλο και περισσότερα χρήματα, επιδίωξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους, μέσω των βεκιλήδων τους στην Κωνσταντινούπολη, σε συνεργασία μάλιστα με τους Τούρκους συντοπίτες τους την αποστολή οικονομικού επιθεωρητή για τον έλεγχο της διαχείρισης του ίδιου του Βελή πασά.

Η προστάτιδα του Άργους Μπεϋχάν σουλτάνα, κατά τον Δεληγιάννη[23], και ο νισαντζής Χαλέτ εφέντης, ισχυρός αξιωματούχος του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος φαίνεται ότι ανταποκρινόμενοι στις εκκλήσεις των Πελοποννησίων, μερίμνησαν ώστε να αποσταλεί στα μέσα του 1812 ως ειδικός ελεγκτής ο Γιουσούφ Αγγιάχ Εφέντης, ο οποίος έφερε στο φως το μέγεθος των οικονομικών αυθαιρεσιών και υπερβάσεων του Βελή και προκάλεσε την απομάκρυνση του από το πασαλίκι τον Αύγουστο[24].

Στο μεταξύ, στις 28 Μαΐου του ίδιου χρόνου η Ρωσία, αντιλαμβανόμενη περίτρομη τον Ναπολέοντα να ετοιμάζει την μεγάλη του εκστρατεία εναντίον της, έσπευσε να υπογράψει με την Οθωμανική αυτοκρατορία τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο, η διεξαγωγή του οποίου τόσα δεινά προξένησε στο Άργος. Κατά τραγική ειρωνεία, ακόμη και η υπογραφή «της ειρήνης του Μοσκόβου», επιβάρυνε με 420.26 γρόσια τους Αργείους[25].

Η ανακούφιση που ένιωσαν οι κάτοικοι του Άργους από τον τερματισμό του πολέμου και από την αντικατάσταση του Βελή δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο επόμενος μόρα Βαλεσί, Ίντζελι Αχμέτ αποδείχθηκε ακόμη σκληρότερος και απαιτητικός από τον προκάτοχό του[26]. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε λιγότερο από δέκα χρόνια το Άργος επρόκειτο να είναι μία από τις πρώτες ελεύθερες πόλεις του επαναστατημένου ελληνικού έθνους.

  

Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. σχετικά με τις συνθήκες ανάληψης της διοίκησης της Πελοποννήσου από τον Βελή πασά, καθώς και για όλη την περίοδο της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσί, εις Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821). Αθήνα, Αρσενίδης 1996, σσ. 107 και εξής.

[2] Βλ. Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α’ , σ. 46.

[3] Βλ. Γεώργιος Α. Σιόροκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815). Ιωάννινα, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 1999, σσ. 179-180.

[4] Βλ. Καν. Δεληγιάννης, οπ.π., σ. 55.

[5] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο με αριθμ. 17610/3.

[6] Κατά τον Σιόροκα, οπ.π., σ. 180, ο στρατός του ανερχόταν σε 10.000 στρατιώτες.

[7] Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αιώνα). Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2003, σσ. 74-75.

[8] Οπ.π., σ. 75.

[9] Βλ. Δημήτρης Ανωγειάτης – Πελέ, Δρόμοι και διακίνηση στον ελλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα. Αθήνα, Παπαζήσης, 1993, σ. 31. 

[10] Βλ. σχετικά John Galt, Voyages and Travels in the years 1809, 1810 and 1811 containing

statistical, commercial and miscellaneous observations. Λονδίνο 1812, σ. 172-173 και Λιάτα, οπ.π., σ.55.

[11] Βλ. τις έντονες διαμαρτυρίες του Λόρδου Μπάυρον , Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μτφ. Δ. Κούρτοβικ. Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1996, σ. 96. Επίσης Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα «Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)», Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου2000), τόμος Γ . Αθήναι 2001-2002, σ. 204 για την περίπτωση του λόρδου Sligo.

[12] Η ακριβής ημερομηνία αναχώρησής του ήταν, σύμφωνα με τα χρονολογικά ενθυμήματα του Ρήγα Παλαμήδη (Βλ. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος Γ2. Αθήνα, Εκδόσεις Στάχυ 19975, σ. 115, υποσημ. 2), η 8η Απριλίου 1811.

[13] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[14] Βλ. Γκριγκόρι Λ. Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ  και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα. Τα δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετάφραση Αντ. Διάλλα, εισαγωγικό σχόλιο-επιμέλεια Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Αθήνα, Gutenberg, 1994, σ. 264.

[15] Βλ. ΙΕΕΕ, οπ.π.

[16] οπ.π., έγγραφο 17269/11

[17] οπ.π., έγγραφο 17274/6 της 9-8-1811.

[18] Αρχείο Περούκα, επιστολή με ημερομηνία 22-11-1811, υπογραφόμενη από δραγομάνο Μορέως Γιάννη Παπαγιαννόπουλο. Αντίγραφο του εγγράφου, του οποίου αγνοώ τον αύξοντα αριθμό, μου δόθηκε από τον Ομότ. Καθηγητή κ. Βασίλειο Σφυρόερα σε μεταγραφή δική του.

[19] Βλ. ΙΕΕΕ έγγραφο 17269/1

[20] Πρόκειται για τα έγγραφα της ΙΕΕΕ με αριθμό 17269/3 και 17.269/6 αντίστοιχα.

[21] Πρόκειται για παράπονα των γερόντων Κοσμά, Παλαιοχωρίου, Αηβασιλείου, Πλατανακίου και Περούκα για το χάλι που ορισμένοι κατήντησαν το βιλαέτι. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17269/12: «φανερώνομεν ότι εδώ ήλθεν ο Νουμάνμπεης και μας είπε περί του Αναγνώστη Γκέλμπερη ότι του εκατέβη μουμπασίρης όμως εμείς αυτά δεν καλοπιστεύομεν, εάν όμως αληθεύει αυτό το πράγμα δεν ήλθεν αυτουνού ο μουμπασίρης μόνον ολονών εμάς και ηξεύρομεν ότι είμαστε όλοι δια Τριπολιτσά και όχι μόνον δια Τριπολιτσά παρά και εις την Πόλη…»

[22] Πρόκειται για τις επιστολές της 30-4-1811 ΙΕΕΕ 17.273/4 «προ ημερών έμαθον την σύγχυσιν και αλληλομαχίαν της πατρίδος μας και μεγάλως ελυπήθην…και άμποτε ο Κύριος να τους φωτίσει να ησυχάσουν εις το εξής», και της 1ης Μαΐου 1811 (17.273/5), όπου ο Αποστόλης κάνει λόγο για «την λύπην και πίκραν οπού εδοκίμαζεν ο αδελφός μου κυρ Νικολής εις την Τριπολιτσάν, δια τις ζημίες και τα δοσίματα της πατρίδος μας και όχι άλλος προεστός του Μορέως…» και αποδίδει «τα βάσανα του αδελφού του στο φθόνο των αντιζήλων του..»

[23] Βλ. Κ. Δεληγιάννη, οπ.π., σ. 58-59.

[24] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλάδα, οπ.π. σ.118.

[25] Βλ. ΙΕΕΕ, έγγραφο 17611/3. Η καταχώριση έχει ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1812.

[26] Βλ. Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, οπ.π., σ. 119, υποσημ. 138.

 

Read Full Post »

Η λαογραφία του γάμου και της οικογενειακής ζωής στο Άργος του 19ου αιώνα


 

Η σημασία του προγεννητικού σταδίου της ζωής κατά την επιστήμη – Ενότητα της Επιστήμης και της Παράδοσης

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - The Motherland (1883).

Όταν η παγκόσμια έρευνα πρωτοπόρων ερευνητικών κέντρων απ’ όλον τον κόσμο ερεύνησε και διακήρυξε την κεφαλαιώδη σημασία της προγεννητικής περιόδου της ζωής για την υγεία, ψυχική ισορροπία, και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού – μελλοντικού ενηλίκου πολίτη, τότε γεννήθηκε παγκοσμίως η ανάγκη διεύρυνσης της αγωγής υγείας – πρόληψης, διεύρυνσης επίσης της παιδαγωγικής επιστήμης με την προγεννητική αγωγή του παιδιού, μία αγωγή που οι γονείς πρέπει να προσφέρουν στο παιδί τους, πριν από την γέννησή του (από τη σύλληψη έως τη γέννηση) ώστε να του εξασφαλίσουν μέλλον θετικό υγείας, ισορροπίας, νοημοσύνης και ειρηνικής διάθεσης.

Έχει πράγματι αποδειχθεί ότι το πρώτο ζυγωτό κύτταρο, που δημιουργείται με την ένωση των δυο γενετικών κυττάρων (του ανδρικού και του γυναικείου), έχει ξεχωριστή συνειδητότητα και ψυχοπνευματική οντότητα: αισθάνεται τις εντυπώσεις που προέρχονται από την μητέρα και το περιβάλλον της – ήχους, ευωδιές, φως και χρώματα – αισθάνεται επίσης τις συγκινήσεις της, τις σκέψεις, τα βιώματά της και όλα εγγράφονται στην κυτταρική του μνήμη και δημιουργούν εντυπώματα βαθειά, δυναμικά, ως πρώτα, πάνω στα οποία η ζωή του παιδιού, αυριανού ενηλίκου, θα κυλήσει αργότερα.

Έχει επίσης αποδειχθεί η καθοριστική σημασία αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων. Η υγεία και η ψυχική ισορροπία παιδιού και ενηλίκου, η ψυχοπνευματική του ποιότητα δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά βασίζεται στην ποιότητα αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων, διαμορφωτικών του μέλλοντος ανθρώπου. Οι επιστήμονες σήμερα συνιστούν στο ζεύγος – τους μέλλοντες γονείς – και ιδιαίτερα στην μέλλουσα μητέρα, να προσφέρουν στο μελλογέννητο παιδί τους τα θετικότερα, τα αρμονικότερα φυσικά, ψυχικά και πνευματικά υλικά για την υγιή και αρμονική διάπλασή του: την υγιεινή ζωή και διατροφή τους, την γαλήνη και χαρά της καθημερινής τους ζωής, με αρμονική μουσική, θαυμασμό της φυσικής ομορφιάς, της τέχνης και του ανθρώπου (θαυμασμό επίσης των αρετών και των χαρισμάτων) και προπαντός με την προσφορά της αμέριστης αγάπης τους και της θετικής σκέψης και ευχής τους προς το μελλογέννητο.

Οι ψυχοπνευματικές καταστάσεις της μέλλουσας μητέρας και του πατέρα (που άμεσα επηρεάζει τη μητέρα) έχει αποδειχθεί ότι άμεσα βιώνονται από το παιδί στη μήτρα: μέσω των ορμονών της μητέρας, που κατακλύζουν συγχρόνως και το παιδί, συνδεδεμένο με το αίμα της μητέρας, αλλά και βιοενεργειακά: καθώς ο ψυχισμός της μητέρας εμποτίζει και το παιδί.

 

Αρμονικές σκέψεις, συναισθήματα, εντυπώσεις μετέχουν στην δόμηση σώματος και ψυχής της νέας ύπαρξης και αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της συγκρότησής της και της διάπλασης μιας υγιούς, κοινωνικής και ισορροπημένης προσωπικότητας. Σε συλλογικό επίπεδο θεμελιώνουν μία υγιή και ειρηνική κοινωνία. «Δεν μπορεί να αγαπήσει αυτός που από την ενδομήτρια ζωή δεν έχει αγαπηθεί», εξηγεί ο ψυχίατρος Thomas Verny. «Η αγάπη αποτελεί τη βάση της ζωής και την πιο δυναμική επιστημονική ανακάλυψη», εξηγεί ο dr Michel Odent.

 

Πρόσφατες έρευνες της γενετικής επιστήμης διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις ανωτέρω γνώσεις, με την διεύρυνση των ανακαλύψεων της γενετικής επιστήμης.

Τα γονίδια εξηγεί ο dr Bruce Lipton (Caracas 2001) δεν είναι οριστικά καθορισμένα κατά την ώρα του σχηματισμού του πρώτου ζυγωτού κυττάρου – κατά την σύλληψη – αλλά υφίστανται συνεχείς επιδράσεις – μεταλλάξεις, ενεργοποιήσεις η αδρανοποιήσεις – κατά την περίοδο της κυοφορίας, μέσα από την συνεχή επίδραση των σκέψεων, συναισθημάτων, βιωμάτων της εγκύου.

Ιδιότητες γονιδιακές, ασύμφωνες προς την ποιότητα ζωής της εγκύου, δεν ευρίσκουν δυνατότητα έκφρασης, εκδήλωσης: αδρανοποιούνται η μεταλλάσσονται. Και άλλες, σύμφωνες με τον τρόπο ζωής της εγκύου ενδυναμώνονται, εκδηλώνονται, ενεργοποιούνται.

Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα ότι θετικές ιδιότητες των γονιδίων, αν τα συναισθήματα, οι σκέψεις, τα βιώματα της εγκύου είναι αρνητικά και ο ψυχισμός της ταραγμένος, δεν μπορούν να εκδηλωθούν: «να εκφρασθούν». Για να εκδηλωθούν «θετικά» γονίδια έχουν ανάγκη θετικού ενδομητρικού περιβάλλοντος. Ενώ αντίθετα, αρνητικές ιδιότητες των γονιδίων δεν εκδηλώνονται, αν σκέψεις, βιώματα, συναισθήματα της εγκύου είναι θετικά, αρμονικά.

Μεγάλη λοιπόν είναι η συμβολή της εγκυμοσύνης, δηλαδή της εγκυμονούσας μητέρας (και έμμεσα και του πατέρα και του περιβάλλοντος) στην τελική διαμόρφωση των γονιδίων, αφού το «περιβάλλον» της μητέρας δε μένει αμέτοχο, αλλά μετέχει στην τελική διαμόρφωσή τους και την ενεργοποίηση ή μη των ιδιοτήτων τους. Η τελευταία αυτή επιστημονική ανακάλυψη αποτελεί επανάσταση στη θεωρία της «μονοκρατορίας» των γονιδίων. «Οι μέλλοντες γονείς είναι οι γενετικοί αρχιτέκτονες της νέας γενιάς. Επείγει αυτό να το πληροφορηθούν», τόνισε ο Bruce Lipton, αμερικανός γενετιστής, σε διεθνές συνέδριο (Caracas 2001).

Νομίζουμε ότι οι επιστημονικές αυτές γνώσεις – ανακαλύψεις των τελευταίων 50 ετών, οι οποίες κατέστησαν δυνατές λόγω της προόδου της σύγχρονης τεχνολογίας, ήταν άγνωστες προηγουμένως στον πάνσοφο ελληνικό μας πολιτισμό; Η λαογραφική έρευνα της νεώτερης Ελλάδας μας πείθει για το αντίθετο. Μέσα από τα έθιμα και τις παραδόσεις του γάμου και της εγκυμοσύνης, η ελληνική λαϊκή σοφία, με συμβουλές και υπαγορευόμενους τρόπους δράσης (που μοιάζουν με τα «δρώμενα», «το θεατρικό παιχνίδι» της σύγχρονης ψυχολογίας) επιδίωκε, σ’ όλες τις εποχές, να εξασφαλίσει στο ζεύγος και την εγκυμονούσα και όλο το περιβάλλον τους ψυχική και πνευματική ζωή ικανή να φέρει το αποτέλεσμα: την γέννηση παιδιών υγιών και ωραίων, στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα.

Εξίσου ο ελληνικός πολιτισμός ενδιαφερόταν για την υγεία και ομορφιά του σώματος, για την καλοσύνη, την ευγένεια, την αρετή της ψυχής και τις πνευματικές χάρες της νοημοσύνης και ιδιοφυΐας. Όλες τις φυσικές και πνευματικές αρετές θεωρούσαν άλλωστε συνδεόμενες μεταξύ τους, αφού πίστευαν ότι:

 «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή»

και ότι:

«νους υγιής εν σώματι υγιεί».

 

Λαογραφία του Γάμου και της Ευγονίας στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα

 

Η μουσική στο γάμο της αρχαίας Ελλάδας. Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της. Γαμικός λέβης, γύρω στο 430 π.Χ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

Η λαογραφία του γάμου και της ευτεκνίας – ευγονίας είναι πλουσιότατη και σοφότατη στο Άργος, κατά τον 19ο αιώνα. «Ευήλιον», κατά τον Όμηρο, το Άργος, λόγω της μεγάλης του ηλιοφάνειας, πολύπυρον και ιππόβοτον, για την άφθονη παραγωγή σίτου και τα πολλά του άλογα, κέντρον λατρείας του Ήλιου, ανέπτυξε, με κέντρο τις Μυκήνες, τον θαυμαστό μυκηναϊκό πολιτισμό, που εφώτισε τον αρχαίο κόσμο.

Αποτελούσε από τους αρχαίους χρόνους πεδίον λατρείας της θεάς Ήρας, της Ακταίας ή Αργείας Ήρας, θεάς του γάμου και της οικογένειας, επίσης γυναικείων θεοτήτων: της Αρτέμιδος, της Δήμητρας και της Κόρης, εντεταγμένων, στην υπηρεσία της ευπαιδείας, ευγονίας, καλλιγένειας. Η Ήρα, η Αργεία Ήρα με το ναό της, το Ηραίον, η Άνθεια Ήρα, όπως λεγόταν στα «Ανθεσφόρια», όπου μετείχαν ανθεσφόρες παρθένες, αποτελούσε το κέντρο των ανθεσφορίων, ετήσιας γυναικείας εορτής υπέρ του γάμου και της ευκαρπίας, ευγονίας.

Στην Λέρνη της Αργολίδος άλλες εορτές για την γονιμότητα λάμβαναν χώραν υπέρ της Δήμητρας και της Κόρης – Περσεφόνης, ενώ τα Βραυρώνια του Άργους, υπέρ της Αρτέμιδος (Βριτόμαρτης), τα Αφροδίσια υπέρ της Αφροδίτης θεάς του έρωτα και της ευκαρπίας, όλα αποτελούσαν εορτές μυητικές, (προετοιμασίας) αγοριών και προπαντός των κορασίδων στην γονιμότητα, τεκνογονία, ευτεκνία – ευπαιδεία.

Η νεώτερη ελληνική παράδοση του 19ου αιώνα βασίσθηκε στις αρχαιοελληνικές τελετές μυήσεως, έθιμα και παραδόσεις, πράγμα που μαρτυρεί για την αδιάσπαστη συνέχεια – ενότητα του ελληνικού πολιτισμού. Οι αρχαίες θεές του γάμου και της γονιμότητας  – ευγονίας έδωσαν την θέση τους στην Παναγία, που σ’ όλη την Ελλάδα λατρεύεται ως Μητέρα του ανθρωπίνου γένους, καθώς και σε σειρά προστατών Αγίων και σε σειρά εθίμων, «μαγικών» πράξεων και λέξεων, που έχουν ως σκοπό να οδηγήσουν το ζεύγος σ’ ένα ευτυχισμένο γάμο και στην δημιουργία υγιών και ωραίων απογόνων. 

Τα έθιμα του γάμου και της ευτεκνίας της εποχής του 19ου αιώνα, πολλά από τα οποία είναι ακόμη ζωντανά στη μνήμη και τη ζωή του λαού, είναι συναρπαστικά, όχι μόνο για τον πρωτότυπο, γραφικό, αισθητικό τους χαρακτήρα, αλλά προπαντός για την μεγάλη τους σοφία και τη βαθειά επιστημονική αλήθεια που εγκλείουν, παρά την αφέλεια και απλότητα της καθοδήγησης που προσφέρουν.

Μέθοδος της παράδοσης είναι η αποκαλούμενη από τους λαογράφους «μιμητική μαγεία», όπου το αποτέλεσμα – στόχος επιδιώκεται με την συμβολική μίμηση του στόχου, τούτο δε με την συνοδεία πράξεων, λόγων, ευχών, επωδών (π.χ. το έθιμο της «τουρλοποδιάς» για την επίτευξη της σύλληψης και εγκυμοσύνης, όπου η γυναίκα φορούσε ποδιά – τσέπη, που καθώς την γέμιζε με όλων των λογιών τα χόρτα – αυτά έπρεπε να φάει για να καλύψει ελλείψεις της – φούσκωνε η κοιλιά της και της έδινε την εικόνα και την αίσθηση της ήδη επιτευχθείσης εγκυμοσύνης!).

Ανάλογη μέθοδος είναι αυτή της αναλογίας: «όπως κάνω αυτό, έτσι ας γίνει κι εκείνο» (π.χ. όπως φυτεύει η γυναίκα 40 σπόρους, που φυτρώνουν σε δενδράκια, έτσι και στην μήτρα της ας «φυτρώσει» το παιδί!) Και οι δυο μέθοδοι είναι πολύ σπουδαίες, από ψυχολογική άποψη, γιατί επενεργούν στο υποσυνείδητο της γυναίκας, λύνοντας έτσι δυσκολίες και εμπόδια, ώστε να επιτευχθεί το ποθούμενο. Ενεργοποιούν συγχρόνως την φυσική και ψυχική συμμετοχή του ζευγαριού – ή της συζύγου – μέλλουσας μητέρας – διότι συνήθως, η λαϊκή εθιμική συμβουλή αποτελείται ταυτόχρονα από: λόγο + ψυχική συμμετοχή + πρακτική εφαρμογή.

Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό των εθίμων αυτών είναι ότι είναι επενδεδυμένα μ’ ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό κύρος και επομένως υποκινούν συγχρόνως και την απόλυτη πίστη του ζευγαριού ότι εφαρμόζοντας θα έχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα έρχεται πάντα, και κάθε επιτυχής εφαρμογή δυναμώνει ακόμη περισσότερο την αυθεντία των εθίμων.

 

Γάμος

 

Σ’ όλη την Ελλάδα ο γάμος συνοδευόταν από τις ευχές όλων για ευτυχία και ευτεκνία και τα «παινέματα» του γαμπρού και της νύφης, με ποιήματα, τραγούδια και χορούς πολλές ημέρες μετά την γαμήλια τελετή. Έκδηλος ο στόχος της υποκίνησης ενός ιερού ενθουσιασμού στο ζεύγος, σπουδαίου παράγοντα για μία σύλληψη γενετικά χαρισματική. «Τα παιδιά των ερωτευμένων είναι όμορφα και έξυπνα», λέει η παροιμία και «Μην κακοπαντρευτείς, να μην κακογεννήσεις». Έριχναν ρύζι στο ζευγάρι, κατά την τελετή του γάμου, για «να ριζώσει» ο δεσμός τους και να τεθούν οι ρίζες της νέας ζωής.

Εδώ στο Άργος, στην Παναγία του Βράχου, την «Κεκρυμμένη» έριχναν στους αρραβωνιασμένους, ιδίως όμως στους νεόνυμφους, πορτοκάλια και κυρίως κατά την εορτήν των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ναός (γι’ αυτό και το παρωνύμιο της Παναγίας και «Πορτοκαλούσα», ώστε καρποφορία βασιλική να ευχηθούν στο ζεύγος, με την εικόνα αυτού του βασιλιά των καρπών, άφθονων στην γόνιμη αργειακή γη. Το έθιμο αυτό κατά τον Ιωάννη Ζεγκίνη, είναι μία συνέχεια η προέκταση, «των Βαλλαχράδων». Ένα έθιμο που είχαν οι αρχαίοι Αργείοι, ιδίως οι νέοι, να ρίχνουν ο ένας στον άλλο αχράδες (αγριάχλαδα).

Δεκαπέντε συνεχείς ημέρες διαρκούσε στο Άργος ο εορτασμός του γάμου και είχε παρατηρηθεί ότι οι γάμοι αυτής της εποχής ήταν οι ευτυχέστεροι. Σκοπός του γάμου, βαθειά ποθητός στην ελληνική συνείδηση, ήταν η δημιουργία απογόνων: «κουμπάρα που στεφάνωσες το ταιριαστό ζευγάρι, να σ’αξιώσει ο Θεός να βάλεις και το λάδι» (της βάπτισης). Πάνδημες ευχές του λαού προς τους νεόνυμφους ήταν: «να ζήσουν , ν’ αποκτήσουν παιδιά και εγγόνια».

Η στειρότητα, η απαιδία εθεωρείτο από τον λαό δυστύχημα, (κατάρα) και θεία τιμωρία. Γι’αυτό και η νιόνυμφη επιδίωκε την σύλληψη με την χρήση βοτάνων, όπως π.χ. το παναγιόχορτο. Γνωστός στην Αργολίδα ήταν ο μανδραγόρας ή μανδραγούρα, που φύεται στην περιοχή. Εθεωρείτο έντονο ερωτικό διεγερτικό, το οποίο κάνει γόνιμες και στείρες γυναίκες, αλλά επίσης εθεωρείτο φυτό με μαγικές θετικές ιδιότητες, που βοηθούσε τον πλούτο και την ευημερία.

 «Συμφέρει εις τον έρωτα

συμφέρει εις το πλούτος,

θαύματα κάνει ούτος».

 

Είναι και σήμερα γνωστές οι θαυμαστές δυναμωτικές και θεραπευτικές ιδιότητες αυτού του βοτάνου. Αλλά το ζεύγος είχε επίσης βοηθούς πολλούς αγίους, οι οποίοι με την παρετυμολογία του ονόματός τους, δηλαδή με το «νόημά» του, προσανατόλιζαν τις ευχές, την πίστη και τις ψυχικές ενέργειες του ζεύγους προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ευχές στον Άγιο Προκόπιο «για να προκόψει το ζευγάρι!»

Στον Άγιο Στυλιανό «για να στυλώσει το παιδί»,

στον Άγιο Σπυρίδωνα «για να μην έχει σπυριά»,

στον Άγιο Βλάση «κατά της ευλογιάς»,

στον Άγιο Ευθύμιο «για να κάνει το ζευγάρι γόνιμο».

(Έβλεπε λοιπόν η σοφία της παράδοσης πόση σχέση υπήρχε μεταξύ της χαρούμενης ψυχικής διάθεσης του ζεύγους και της γονιμότητάς του). «Στον Άγιο Ευθύμη τάξε μου για να σ’αφήσω κλήρα»

Η νιόπαντρη έπρεπε να καθίσει πάνω στην «κυλίστρα», δηλαδή σε λεία πέτρα ενός μύλου που θα στρεφόταν για πρώτη φορά. Είχε ίσως κι αυτό το πρακτικό έθιμο τον σκοπό – πλην του συμβολικού του χαρακτήρα – να απελευθερώσει μυς σφιγμένους σ’ αυτή την ευαίσθητη γυναικεία γεννητική περιοχή της λεκάνης. Η συστηματική – από την παράδοση του 19ου αιώνα – καλλιέργεια της επιθυμίας για την πολυπόθητη μητρότητα, σ’ όλην την κοινωνία, σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, είχε ένα επιστημονικό υπόβαθρο πολύ σημαντικό. Υποκινούσε και καλλιεργούσε συστηματικά στο ζευγάρι, προπαντός στην γυναίκα, την επιθυμία – λαχτάρα για την απόκτηση παιδιού. Αυτή η «επιθυμία παιδιού», το καλωσόρισμα του νέου ανθρώπου στην αρχή της ζωής του η και πριν απ’ αυτήν αποτελεί, κατά την ψυχολογία, τον πρώτο σπουδαίο παράγοντα για την υγεία και ισορροπία του, θεμέλιο λίθο μίας αρμονικής προγεννητικής αγωγής. Όλα τα έθιμα στόχευαν επίσης να παραμερίσουν τυχόν υποσυνείδητους φόβους για την μητρότητα και να αυξήσουν την γυναικεία αυτοπεποίθηση σ’ αυτήν.

 

Εγκυμοσύνη

 

Η επιστήμη σήμερα τονίζει την πρωταρχική σημασία για την υγεία, κοινωνικότητα, χαρίσματα του παιδιού – αυριανού ενηλίκου, της γαλήνιας, χαρούμενης ζωής της εγκύου, της χαράς και αγάπης, με την οποία η έγκυος και μητέρα περιμένουν την γέννησή του. Επίσης της ορθής διατροφής της και υγιεινής ζωής της.

 

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από την ορθή διατροφή και την ευχάριστη ψυχική διάθεση της εγκύου γυναίκας» διακηρύσσει ο διεθνώς διάσημος γυναικολόγος, ερευνητής, dr Michel Odent. Και συνεχίζει: «όλες οι ασθένειες: καρδιακές, κυκλοφορικές, διαβήτης, ψυχοπάθειες κλπ., σ’ όποια ηλικία και αν εκδηλώνονται, έχουν την αιτία τους σε καταστάσεις άγχους και ταραχής που έζησε η έγκυος κατά την εγκυμοσύνη της. Στην εγκυμοσύνη υπάρχουν περίοδοι – κλειδιά, κατά τις οποίες διαπλάθονται τα βασικά όργανα του εμβρύου – αυριανού παιδιού και ενηλίκου. Δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις της εγκύου, που εμφιλοχωρούν κατ’ αυτές τις περιόδους – κλειδιά επηρεάζουν αρνητικά την διάπλαση του συγκεκριμένου οργάνου του παιδιού, που διαμορφώνεται σ’ αυτήν περίοδο».

 

Η ελληνική παράδοση είναι κι εδώ βαθειά επιστημονική. Ως πρώτο κανόνα θέτει στην έγκυο να ζει ήρεμα και χαρούμενα: νάναι χαρούμενη ακόμη και με την πεθερά της! να πλένει τα ζιπουνάκια του μικρού στη λιακάδα κι όχι στη συννεφιά! Και πρώτιστα, θεωρώντας την μητρότητα, σαν την πρώτη αξία, ενέπνεε στις νεαρές παντρεμένες γυναίκες την μεγάλη επιθυμία της εγκυμοσύνης τους και αγάπη του μωρού που περίμεναν.

 

William-Adolphe Bouguereau 1900

 

Η επιστήμη, που ερεύνησε σήμερα την επίδραση της μουσικής στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, μας αναφέρει πόσο η αρμονική μουσική –προκλασική, δημοτική, γρηγοριανό μέλος, βυζαντινή – που σέβεται τους ρυθμούς του σώματος, είναι εποικοδομητική για την εμβρυϊκή ορθή διάπλαση του οργανισμού και του ψυχισμού (dr Tomatis, M.L. Aucher, Δρ Θ. Δρίτσας, Η. Σακαλάκ). Η μουσική παιδεία και ιδιοφυΐα δίνεται πριν από τη γέννηση. Η συμμετοχή της ελληνίδας του 19ου αιώνα στην εκκλησιαστική ζωή και τις βυζαντινές μελωδίες, η συμμετοχή της επίσης στα πανηγύρια, πάνδημους εορτασμούς, και προπαντός η ζωή της μέσα στην φύση, με τους αγνούς αρμονικούς ήχους της, εξασφάλιζαν τα πιο αρμονικά ηχητικά ακούσματα στα κυοφορούμενα παιδιά. Λαϊκοί μας συνθέτες και μουσικοί έχουν προπαντός κυοφορηθεί μ’ αυτούς τους μουσικούς ήχους.

Συγγράμματα γυναικολογίας και μαιευτικής αναφέρουν μίαν ιδιαίτερη ιδιότητα της εγκύου γυναίκας: την ιδιότητα «μορφοποίησης» του παιδιού της, σύμφωνα με ο,τι βλέπει, ακόμη και σύμφωνα με ο,τι φαντάζεται έντονα, με τη μορφή, τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες, που εκείνη φαντάζεται η επιθυμεί η εύχεται για το παιδί της. «Η έγκυος είναι μορφοποιός» εξηγεί ο γάλλος επιστήμων P. Renard. Την ίδια ιδιότητα της εγκύου ο έλληνας συγγραφέας Παπαγεωργάκης (Το μυστήριον της ζωής, 1951) ονομάζει «ιδεοπλασία της εγκύου».

Αυτήν την πίστη ότι η έγκυος διαπλάθει το παιδί της όμοιο με ο,τι βλέπει, φαντάζεται, εύχεται και σκέπτεται βρίσκουμε επίσης έντονη στην νεοελληνική παράδοση όλων των ελληνικών περιοχών, σ’όλες τις χρονικές περιόδους. Η ίδια πίστη υπάρχει έντονη στην αρχαία Ελλάδα.

Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής γράφει:

«Κατά την φαντασίαν της γυναικός, κατά την σύλληψιν μορφούνται τα βρέφη. Πολλές φορές γυναίκες ερωτεύθηκαν περικαλή αγάλματα ηρώων ή θεών και όμοια μ’ αυτούς παιδιά έφεραν στον κόσμο». «Κατά την συμπάθειαν της εγκύου γυναικός μορφούνται τα βρέφη», διδάσκουν επίσης οι στωϊκοί.

Η συμβουλή της γιαγιάς, ζωντανή ακόμη σε πολλές περιοχές ήταν: Να βλέπει η έγκυος ωραία παιδιά, ή τη φωτογραφία τους, ακόμη και να κοιμάται με μία τέτοια φωτογραφία, ώστε και αυτή να γεννήσει παιδί υγιές και όμορφο. Να θαυμάζει τις εικόνες ηρώων και ευεργετών και σπουδαίων ανθρώπων, που ειδικά για την έγκυο αναρτούσαν στο δωμάτιο όπου καθόταν, ώστε αυτών τις χάρες και αρετές να διαμορφώσει στο παιδί της (Καθηγητής Μ. Μερακλής).

Το έθιμο αυτό αποτελεί άλλωστε απλή … επανάληψη, συνέχεια του πανάρχαιου εθίμου που ήθελε την έγκυο να επισκέπτεται τον Παρθενώνα και να θαυμάζει τα περικαλή αγάλματα του Φειδία, ώστε το «κάλλος και η αρετή των θεών» να εμπνεύσει την «μορφοποιητική» γυναικεία ιδιότητα! Κι όταν συνελάμβαναν παιδί οι αρχαίες ελληνίδες, το αφιέρωναν στον θεό Απόλλωνα, ώστε καθώς εκείνες σκέπτονταν, έβλεπαν (στα αγάλματα) και φαντάζονταν τις γνωστές αρετές του θεού: το Φως, την Αρμονία, την Μουσικότητα και την Ομορφιά της Ψυχής του, τις ίδιες αρετές να εντυπώσουν, με την θαυμαστή μορφοποιητική τους ιδιότητα, στο παιδί τους. Και στην ελληνική παράδοση, πολλές ελληνίδες αφιέρωναν το παιδι τους σ’ έναν άγιο ή στην Παναγία.

Ορίστε, για την νεώτερη Ελλάδα, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινός βίος και πολιτισμός», 1970, από το κεφάλαιο που αναφέρεται στην «γέννηση των παιδιών» (απλά αποδιδόμενη στην σημερινή γλώσσα).

 

«Σήμερα πιστεύουν ότι το κυοφορούμενο θα έχει την μορφή των εικόνων που έβλεπε ή φανταζόταν η μητέρα κατά την ερωτική ομιλία ή κατά την εγκυμοσύνη. Αυτό επίστευαν και οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι… Κατά τον ΙΒ’ αιώνα ο Μιχαήλ Γλυκάς λέγει: Το γεννώμενο τέκνο πολλές φορές ομοιάζει προς εκείνον ή εκείνην που φανταζόταν η γυναίκα κατά την συνουσία. Γι’ αυτό, αναφέρει ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά, η βασίλισσα των Αιθιόπων εγέννησε λευκό τέκνο, τούτο δε ωφείλετο, ο συγγραφέας εξηγεί, στο ότι ατένιζε, κατά την ερωτική με τον άντρα της συνάντηση, τις εικόνες του Περσέα και της Ανδρομέδας, γυμνής και ολόλευκης, οι έρωτες των οποίων κοσμούσαν τον βασιλικό κοιτώνα».

 

Εκεί έλκει την καταγωγή η συνήθεια της απεικόνισης ωραίων εικόνων στις κάμαρες.

Ο Σωρανός δε (Β’ αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι «ο τύραννος των Κυπρίων, που ήταν κακόμορφος, ανάγκαζε την γυναίκα του κατά τους πλησιασμούς», να βλέπει «περικαλή αγάλματα» κι έγινε έτσι πατέρας ευμόρφων τέκνων. Αυτός ήταν γενικώτερα ο λόγος, για τον οποίο στην Αρχαία Ελλάδα οι Ελληνίδες αφιέρωναν, όπως είπαμε, το κυοφορούμενο παιδί τους στον θεό Απόλλωνα, που εκπροσωπούσε σοφία, ομορφιά, αρμονία και όλες τις ανθρώπινες αρετές – αποτελούσε ένα πρότυπο ανώτερου ανθρώπου για τους πολίτες– ώστε σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, με το οποίο ταύτιζε το παιδί της η Ελληνίδα, να το διαπλάσσει με όμορφο σώμα και ψυχή.

Έθιμα πανάρχαια όσο και σύγχρονα, σοφά, επιστημονικά –  σήμερα το ξέρουμε – που αποδεικνύουν την ελληνική βαθειά γνώση και αρετή. Έθιμα, τα οποία, αν μη τι άλλο, πάντως έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά – γιατί που αλλού παρά στην προετοιμασμένη συνειδητά μητρότητα μπορεί να οφείλεται η γέννηση εδώ στην Ελλάδα, σ’ όλες τις εποχές, τόσων ανθρώπων σπουδαίων σε ικανότητες και αρετές; Οι ίδιες οι Ελληνίδες, σ’ όλες τις εποχές, εγνώριζαν τη δύναμή τους να διαπλάθουν χαρισματικούς ανθρώπους, όπως επίσης εγνώριζαν και την ευθύνη τους, αν έδιναν γέννηση σε άτομο πονηρό, κακό και ανίκανο.

Έτσι, βλέπουμε στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνους, τον χορό των «θεσμοφοριαζουσών» γυναικών (εκείνων δηλαδή των υπάνδρων γυναικών που μετείχαν στα θεσμοφόρια: τις ειδικές μυητικές τελετές για την καλλιγένεια) να αναγγέλει:

 Έπρεπε όποια γυναίκα έχει γεννήσει

άνδρα χρήσιμο για την πόλη, στρατηγό ή ταξίαρχο,

να της δίνουν τιμητική θέση στις γιορτές

και αν έχει κάνει δειλό, τριήραρχο πονηρό ή κυβερνήτη ανίκανο

να κάθεται πίσω απ’ τήν πρώτη κουρεμένη …

και τα λεφτά της δεν θα πρεπε να δίνουν τόκο…

Δεν αξίζει να γεννούν τόκο τα λεφτά σου,

αφού έχεις γεννήσει τέτοιο γιο!

 

Η ίδια η νεώτερη παράδοση μεσ’ από την παροιμία αναφέρει:

 Από τη γης βγαίνει νερό

και απ’ την ελιά το λάδι

κι από τη μάννα την καλή

βγαίνει το παληκάρι.

Μάννα φτιάχνει τα παιδιά

και μάννα τα χαλάει.

Εκ του κόλπου το δένδρον γιγνώσκεις ουκ εκ του καρπού. Το φιλόπονον εν μήτρα εχέγγυον εν γη.

  

Επίλογος

 

Μήπως είναι αναγκαίο, αυτή η πανάρχαια και νεοελληνική, μέχρι και τον 19ο αιώνα, σοφία, ήδη διδασκόμενη από την επιστήμη, σχετικά με την μητρότητα και πατρότητα της αρχής της ζωής, … με την ομορφιά του αρμονικού γάμου, εμπνεομένου από τον έρωτα σωμάτων και ψυχών του ζεύγους, … με την αρμονία της ζωής του, … με την αμέριστη αγάπη του ζεύγους προς το αναμενόμενο παιδί, (όλα αναγκαία για την καλλιγένεια – καλλιτεκνία).

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - Charity (1859).

 

Μήπως είναι αλήθεια αναγκαίο να εμπνεύσει και πάλι τα ζευγάρια – τους νέους μέλλοντες γονείς – ώστε η υγεία, ομορφιά, σοφία και ιδιοφυΐα της νέας γενιάς – κοινωνίας του μέλλοντος, να κοσμήσει και πάλι τις οικογένειες και την πατρίδα μας, κάνοντας τα ζευγάρια υπερήφανα και προσφέροντας νέο φως στην Ελλάδα και σ’ όλον τον κόσμο;

Το ευχόµαστε, µ’ όλη µας την ψυχή, θεωρώντας ότι η γνώση και η εφαρµογή της προγεννητικής αγωγής, όπως η ελληνική παράδοση εδίδασκε και ήδη η σύγχρονη επιστήµη έχει επαληθεύσει, αποτελεί την πιο σηµαντική πρόληψη κάθε δυσλειτουργίας – σωµατικής και ψυχικής της νέας γενιάς – αποτελεί επίσης το πιο σταθερό θεµέλιο για µία κοινωνία του µέλλοντος βασισµένη στην ειρηνική διαβίωση, στις ηθικές αξίες και στην δηµιουργικότητα.

 

Βιβλιογραφία

  •  Μ.Α. Βertin, «Η φυσική προγεννητική αγωγή, µία ελπίδα για το παιδί την οικογένεια, την κοινωνία», Ελλ. Ετ. Προγεννητικής Αγωγής, Αθήνα, 2008. Πρακτικά παγκοσµίων συνεδρίων, σεµιναρίων προγεννητικής αγωγής.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η γνώση της µήτρας, Αθήνα, Ολκός 1980.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η δύναµη της µήτρας και η υποκειµενική αλήθεια. Αθήνα,
  • Ελεύθερος Τύπος, 1987.
  • Ι. Μαρή, Ευγονία – Προγεννητική Αγωγή – Η αγωγή του παιδιού αρχίζει από την σύλληψη. Αθήνα, Πύρινος Κοσµος, 2004.
  • Lind Neuman, Η µουσική στην αρχή της ζωής, Ρευµόνδος, Αθήνα 1987.
  • Dr. M. Odent, Η Αναγέννηση, Αθήνα, 1991
  • Του ιδίου, The scientification of love.
  • Dr. A.A. Tomatis, Εννέα µήνες στον παράδεισο, Αθήνα 2000.
  • Pr. J.P. Relier, L’aimer avant qu’il naisse, Paris, Laffont, 1993.
  • Dr. Th. Verny, and J. Kelly, The secret life of the unborn child, New York, 1981.
  • Χρήστος Οικονοµόπουλος, Γονιµότητα και εγκυµοσύνη κατά τη νεοελληνική παράδοση. Το έθιµο: Το παδί το σαραντάρι. Αρρενογονία θηλυκογονία. Εισηγήσεις κατά το Β Παγκόσµιο Συνέδριο Προγεννητικής Αγωγής. Πρακτικά. Αθήνα 1994.
  • Κ. Μέγας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρα.
  • Ι. Μαρή, Η ελληνική µέριµνα για ευγονία ανά τους αιώνες. Άρθρο στο ετήσιο λεύκωµα πολιτισµού Ι. Μονής Κουτλουµουσίου: «Η Ελληνίδα Ευρώπη».
  • Ιάµβλιχος, Πυθαγορικός Βίος, εκδ. Κάκτος.
  • Όκελλος Λευκανός, Περί Ευγονίας, Β. Λαµπρόπουλου, Αθήνα 200.
  • Πλάτωνος, Πολιτεία. Εκδ. Κάκτος.
  • Πλάτωνος, Νόμοι. Εκδ. Κάκτος.

 

 Ιωάννα Μαρή

Σύμβουλος Επικρατείας, Πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρίας Προγεννητικής Αγωγής» και της Παγκόσμιας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Ο τοκετός, η περίοδος της λοχείας και το νεογέννητο στη λαϊκή ιατρική

Καρυώτικος Γάμος

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

Read Full Post »

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)


 

Την 10η Ιουλίου του 1822 στον Αχλαδόκαμπο, στο Χάνι του Αγά πασά[1], έγινε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο έλαβαν μέρος οι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Δημήτριος Υψηλάντης, Αρχιμανδρίτης Φλέσσας, Πάνος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, τα παιδιά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, Γιωργάκης και Ιωάννης, καθώς και οι Λακεδαιμόνιοι Παναγιώτης Κρεββατάς, Αντώνιος Κουμουστιώτης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος (Μπαρμπιτσιώτης), Ανδρέας και Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος[2]. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Δράμαλης είχε ήδη φθάσει στην Κόρινθο (6 Ιουλίου) και είχε καταλάβει μάλιστα τον Ακροκόρινθο (8 Ιουλίου).

Μία μέρα πριν ο πλούσιος προεστώς του Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς και ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσαν τα χέρια να μείνουν πιστοί φίλοι εκπληρούντες στο ακέραιο το χρέος τους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Ο Κρεββατάς ανακοίνωσε ότι θέτει στη διάθεση του αρχηγού «ένα μιλιούνι γρόσια» για τις ανάγκες του πολέμου. Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε στρατιώτες και πολεμοφόδια, πράγμα που έγινε αμέσως αποδεκτό. Ο Κρεββατάς μετά τη σύσκεψη αναχώρησε για στρατολόγηση νέων μαχητών[3].

Το κύριο θέμα της σύσκεψης ήταν η απόκρουση της εισβολής του Δράμαλη. Οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο. Ο Πλαπούτας γράφει σχετικά: «Να στείλουμε στρατιώτες να πιάσουνε το Άργος το κάστρο, όσο να μαζευτούν στρατεύματα»[4]. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διάρκεια της σύσκεψης εξέθεσε με σαφήνεια και στέρεο ένστικτο το σχέδιό του, το οποίο έτυχε γενικής αποδοχής.

Τα κύρια σημεία του ήταν: 1) η «σταθερή κατάληψη επίκαιρων σημείων ώστε να απομονωθεί ο Δράμαλης μέσα στην Αργολίδα, 2) η κατάληψη του παλαιού κάστρου του Άργους, ώστε να απασχοληθούν αρκετές δυνάμεις του Δράμαλη, ώσπου να το καταλάβουν, και έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους εχθρούς και 3) η καταπόνηση και αφανισμός των Τούρκων στην αργολική ενδοχώρα από έλλειψη τροφών»[5].

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Ο Σπ. Τρικούπης γράφει ότι τις ημέρες εκείνες της ταραχής και του φόβου που είχε εμπνεύσει στους Έλληνες η στρατιά του Δράμαλη ο Μανιάτης Θανάσης Καρύγιαννης αυθορμήτως ενεργών ανήλθε στο φρούριο επικεφαλής δέκα γενναίων εθελοντών και ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας[6].

Ο Καρύγιαννης ή Καράγιαννης όμως δεν ήταν Μανιάτης. Νεότερες καταγραφές που στηρίζονται τόσο στην προφορική παράδοση όσο και στα μητρώα των χωριών πείθουν ότι ο ριψοκίνδυνος Καρύγιαννης καταγόταν από την Αράχοβα Λακεδαίμονος[7].

Καταπτοημένοι οι κάτοικοι του Άργους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατευθυνόμενοι προς ασφαλέστερα μέρη, ενώ πενήντα Τούρκοι ιππείς προπορευόμενοι εισέρχονται στην πόλη. Από την ακρόπολη μόλις είδε «πλήρης τόλμης και ζήλου» ο Καρύγιαννης την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα, κατέβηκε στην πόλη και επέπληξε τους πολίτες. Φιλοτιμήθηκαν τότε, πολλοί, ανέκτησαν το θάρρος τους και κατεδίωξαν τους εισβολείς. Στη συνέχεια ο Καρύγιαννης ανήλθε στην ακρόπολη, όπου ήδη κυμάτιζε η σημαία[8].

Ο Κολοκοτρώνης θέτει σε άμεση ενέργεια το σχέδιό του:

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό»[9].

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη για άνοδο στην ακρόπολη του Άργους δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Όλοι αναλογίζονταν το επικίνδυνο του εγχειρήματος. Πρώτος προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης υπό τον όρο να τον ακολουθήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης[10]. Τον ίδιο σκεπτικισμό εξέφρασε και ο Αντώνιος Κουμουστιώτης, ο οποίος ως προϋπόθεση έθεσε τη σύμπραξη του Πέτρου Μπαρμπιτσιώτη. Ακόμη ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη: «το παιδί το δικό σου και του Μπέη, (Μαυρομιχάλη) και τον αγιουτάντε του Πρίγκιπα (υπασπιστή του Δ. Υψηλάντη)»[11].

Τούτους θέλησε την ώρα εκείνη να ακολουθήσει και ο Δ. Υψηλάντης, ο γενναίος αυτός και ανιδιοτελής αγωνιστής. Ο Κολοκοτρώνης, αναμετρώντας τις ευθύνες που επωμιζόταν, εξέφρασε την αντίρρησή του: «δεν είναι δική σου δουλειά αυτή, πρίγκιπα. Να υπάγεις εκεί όπου σου λέγω»[12].

Η απόφαση ελήφθη και τα στρατιωτικά τμήματα με τους αρχηγούς τους Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη[13], Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο[14] και τον Αντώνιο Κουμουστιώτη[15] ανήλθον στο φρούριο και πήραν θέσεις μάχης. Όλοι αυτοί που υπάκουσαν στα λόγια του Αρχηγού και έσπευσαν να ανταποκριθούν στο μεγάλο χρέος ήταν Λακεδαιμόνιοι. Οι περισσότεροι από την πλευρά του Πάρνωνα Μπαρμπιτσιώτες, Αραχoβίτες, Βαμβακίτες, Μεγαλοβρυσιώτες, Βρεστιανίτες, Βασαραίοι, Τσιντζινιώτες, Βουτιανίτες, Βρουλιώτες και από την πλευρά του Ταϋγέτου Κουμουστιώτες, Παλιοπαναγίτες, Διποταμίτες, Ντοριζιώτες, Αρκασιώτες κ.α.

Ήταν περίπου 200 άνδρες[16]. Στο κάστρο τους υποδέχτηκε με έκρηξη ενθουσιασμού ο Καρύγιαννης με τους λίγους υπερασπιστές. Τότε κρίθηκε σκόπιμο να οχυρωθεί και το κάτωθεν του φρουρίου μοναστήρι της Κεκρυμμένης Παναγίας[17].

Λίγο αργότερα ανήλθαν στο φρούριο ο Δ. Υψηλάντης, ο Γιωργάκης και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Ηλίας Τσαλαφατίνος. Στις 12 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου ανέρχονταν σε 700 περίπου[18]. Την ίδια ημέρα εισέρχεται και ο Δράμαλης στο Άργος και απορεί για την κατάληψη του φρουρίου. Κατανοεί φυσικά τον αντιπερισπασμό που επιχειρούν οι Έλληνες και δίνει εντολή για άμεση πολιορκία και ταχεία εκπόρθησή του.

Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι στο φρούριο φυλάσσονταν θησαυροί. Σχετικά ο Κολοκοτρώνης γράφει: «Όταν κατέβηκαν οι Τούρκοι, επήγαν και πολιόρκησαν το Παλιόκαστρο του Άργους και οι Τούρκοι ήσαν δυο πασάδες. Οι πασάδες έλεγαν των στρατιωτών: Εδώ είναι το βιός του κόσμου, το Ανάπλι το έχουμε, τ’ άλλα τα παίρνομε όλα»[19]. Πράγματι μέσα στο κάστρο ευρίσκονταν «πολλά μπακάλικα πράγματα, ρύζι, ζάχαρη, τυρί και ό,τι άλλα πωλούν οι μπακάληδες», τα οποία ως λάφυρα κάποιοι είχαν μεταφέρει εκεί για περισσότερη ασφάλεια[20].

Οι πολιορκούμενοι άφηναν να εννοηθεί ότι στο φρούριο υπήρχαν τρόφιμα για πολύ καιρό[21]. Η φήμη για ζωοτροφές και πολύτιμα αντικείμενα φαίνεται ότι εντασσόταν και στο σχέδιο του Κολοκοτρώνη για απασχόληση των Τούρκων. Ερεθίζοντας το θυμικό των πασάδων για αμύθητα κέρδη ο Κολοκοτρώνης στόχευε να κερδίσει το χρόνο που του ήταν απαραίτητος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων[22].

Παράλληλα, ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να καούν τα σπαρτά του αργολικού κάμπου[23]. Ο Δ. Τσόκρης, ο Ν. Σταματελόπουλος και οι άλλοι Αργείοι οπλαρχηγοί, μία μέρα πριν εισέλθουν οι Τούρκοι στο Άργος, καίνε τις θημωνιές και όσα σπαρτά ήσαν ασυγκόμιστα. Ακόμη έκαψαν σπίτια και αποθήκες όπου υπήρχαν η μπορούσαν να εναποτεθούν καρποί και τροφές. Τότε κάηκε και το αρχοντικό του τελευταίου Βοεβόντα του Άργους Αλήμπεη. «Η χώρα μεταβλήθη εις απέραντον και απαισίαν ανθρακιάν»[24].

Στο σπίτι του Αλήμπεη είχαν εναποταμιευθεί πολλές τροφές, ικανές να θρέψουν τουλάχιστον για ένα μήνα τα στρατεύματα του Δράμαλη[25]. Κατά το θερμότατο εκείνο καλοκαίρι τα πηγάδια είχαν στερέψει. Και το λίγο νερό που είχε απομείνει σε κάποια είχε δηλητηριαστεί από την οξείδωση των χάλκινων σκευών, τα οποία οι Αργείοι είχαν ρίψει σ’ αυτά για απόκρυψη και διάσωση[26]. Λέγεται ακόμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ρίξουν σ’ όλα τα πηγάδια φλώμο[27]. Οι πληροφορίες για ύπαρξη στο μοναστήρι ιερών σκευών των εκκλησιών που επρόκειτο να εκποιηθούν για τις ανάγκες του Αγώνα είναι ένας άλλος λόγος που εξέτρεφε το πολεμικό μένος των Τούρκων[28].

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Η πραγματικότητα, πάντως, όπως τη βίωσαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, ήταν διαφορετική. Τη 10η Ιουλίου μετά από μικρές συμπλοκές με τις εμπροσθοφυλακές του Δράμαλη, όταν εισήλθαν στο φρούριο, βρήκαν μόνο αλεύρι, αραποσίτι, ζάχαρη, ρύζι. Ούτε νερό, ούτε ξύλα για φωτιά. Μία ενετική στέρνα με λάσπη. Από τη λάσπη, τοποθετώντας τη στα μαντήλια τους, δρόσιζαν τη γλώσσα τους. Τη δίψα μετρίαζε η πείνα, γιατί στην πραγματικότητα οι τροφές ήταν ελάχιστες[29].

Οι Τούρκοι κάλεσαν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, αλλ’ ο Δ. Υψηλάντης απέκρουσε την πρόταση, αποπέμποντας τους απεσταλμένους[30]. Μετά απ’ αυτό η πολιορκία άρχισε πεισματώδης και συνεχίσθηκε μέρα και νύχτα. Κατά πάγια τακτική οι Τούρκοι δεν άφηναν ανοικτά μέτωπα στα μετόπισθεν[31]. Οι Τούρκοι ανήγειραν γρήγορα οχυρώματα, ένα είδος λίθινης ζώνης, και από αυτά πυροβολούσαν τους πολιορκημένους[32]. Λόγω της ελλείψεως τροφών και κυρίως νερού αποφασίστηκε ορισμένοι να εξέλθουν. Ήδη το σχέδιο του Αρχηγού ετίθετο σε πλήρη εφαρμογή με κατάληψη στρατηγικής σημασίας χώρων ενόψει της οπισθοχώρησης του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Έπειτα από επιτυχή αντιπερισπασμό του Πλαπούτα[33] την 16η η 17η Ιουλίου εξήλθαν ο Υψηλάντης, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Έμειναν 350. Το νερό αρκούσε για λίγες ημέρες[34].

Ο κλοιός στένευε διαρκώς γύρω από τους πολιορκουμένους, οι οποίοι «έκαναν σινιάλα» ζητώντας βοήθεια. Το τουρκικό πυροβολικό, τοποθετημένο στο λόφο του προφήτη Ηλία, ΒΑ του Παλαιοκάστρου, έβαλλε συνεχώς. Στις 20 Ιουλίου, εορτή του προφήτη Ηλία, ο Κολοκοτρώνης «έκραξε εις τους μύλους τους Αργίτικους»[35] και εξέθεσε δια μακρών την κατάσταση[36]. Αποφασίστηκε νέα επίθεση, η οποία, παρά «τον κεραυνώδη πυροβολισμόν»[37], δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Στις 22 και 23 του μηνός ο Κολοκοτρώνης, έπειτα από γόνιμη επανεκτίμηση, εφαρμόζει γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, σε μία προσπάθεια να φθάσουν οι ελληνικές δυνάμεις ως τα τείχη. Οι πολιορκούμενοι, αφού έκαναν «φανό», αξιοποίησαν την ευκαιρία και εξήλθαν επιτυγχάνοντας να διασπάσουν τον κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους[38]. Φαίνεται ότι και κάποια συνεννόηση είχε γίνει με τους πολιορκούντες αυτούς Αλβανούς, οι οποίοι και τη γλώσσα γνώριζαν και μερικοί απ’ αυτούς ήταν χριστιανοί[39].

Οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής συμπίπτουν γενικά στο ότι ο αντιπερισπασμός υπήρξε επιτυχής και η έξοδος αβλαβής[40]. Το πρωί έτρεξαν όλοι προς το Κεφαλάρι, το οποίο, προς απελπισία τους, είχε στερέψει[41]. Ρίχτηκαν τότε στις μικρές λίμνες που υπήρχαν και εκεί έσβησαν την παρατεταμένη δίψα τους. Το φαινόμενο της λειψυδρίας θεωρήθηκε κακός οιωνός για τους Έλληνες[42].

Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι εισήλθον στο φρούριο και μη ευρόντες τίποτε άξιο λόγου συνειδητοποίησαν την πλάνη τους. Από τους υπερασπιστές του φρουρίου μόνο ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να εξέλθει. Κατά τον Τρικούπη επρόκειτο για τον γενναίο πρόμαχο Αθ. Καρύγιαννη, ο οποίος ευρέθη κοιμώμενος κατά την ώρα της εξόδου. Όταν ξύπνησε και είδε ότι ευρισκόταν ανάμεσα στους εχθρούς, τοποθέτησε στο κεφάλι του ένα κακάβι και προσποιούμενος τον παράφρονα διέλαθε της προσοχής των κατακτητών[43].

Ο Φωτάκος απορρίπτει με πλήθος επιχειρημάτων την άποψη αυτή και φαίνεται ότι έχει δίκιο.

Είναι έξω από κάθε λογική σε στιγμές σύγκρουσης ένας διακεκριμένος πολεμιστής, ο πρώτος φρούραρχος του κάστρου, να καταληφθεί κοιμώμενος[44]. Αυτός που παρέμεινε στο κάστρο δεν ήταν ο Αθ. Καρύγιαννης, αλλά ένας οπλίτης από το χωριό Βαμβακού της Λακεδαίμονος, ονόματι Λιναρδάκος, ο οποίος είχε τυφλωθεί τις προηγούμενες ημέρες από μπαρούτι που «κατά τύχη άναψε» κατά τη διάρκεια παρασκευής φυσεκίων. Τις πληροφορίες του ο Φωτάκος αντλεί από πολεμιστές που κατάγονταν από το χωριό Βρέστενα και Βαμβακού, και που επιζούσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, όπως ο Αναγνώστης Σταυρόπουλος[45].

Ο Λιναρδής Παπαχριστοφίλου[46], όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν και ο μόνος που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους εξερχόμενους συμπολεμιστές του. Οι Τούρκοι εισελθόντες στο φρούριο τον εφόνευσαν. Αυτό συνάγεται από αίτηση των κληρονόμων του (20-6-1865) και πιστοποιητικό του οπλαρχηγού Π. Μπαρμπιτσιώτη[47].

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας συνέβη και το εξής:

«Την ημέραν και την ώραν κατά την οποίαν οι άνθρωποι εκοιμώντο εις τον ίσκιον, διότι τις νύκτες έμεναν άγρυπνοι, έπεσε μία πέτρα από το τείχος του φρουρίου, η, οποία εζούπησε την κεφαλήν ενός άλλου στρατιώτου από το χωρίον Κουμουστά της Σπάρτης… Ο Κουμουστιώτης… και άλλοι πολλοί, όπου καθένας εύρισκε τόπον εις το τείχος, έβαλαν ξύλον, καρφί, παλούκι ή και άλλο τι δια να κρεμούν την λάσπη και αυτοί έπειτα εξαπλώνοντο από κάτω, άνοιγαν το στόμα των δια να σταλάζει μέσα εις αυτό το νερόν της λάσπης και να δροσίζει την διψασμένην καρδίαν των. Ο Κουμουστιώτης, λοιπόν, έχων ένα κομμάτι ξύλον στρογγυλόν ωσάν ραβδί, το έβαλεν επάνω εις το τείχος, επλάκωσε το ξύλον με μίαν πλάκαν, έπειτα εκρέμασεν από αυτό το ταγάρι και αυτός εξαπλώθη από κάτω και έπινε το νερόν, το οποίον έσταζεν εις το στόμα του. Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτω εφύσηξεν άνεμος δυνατός, ο οποίος εκούνησε το ταγάρι πολύ, έσεισεν την πλάκαν, η οποία αμέσως έπεσε και τον εζούπησεν, ως είπομεν, στην κεφαλήν και απέθανεν»[48].

Ο άγνωστος Κουμουστιώτης, ο ανώνυμος νεκρός της πατρίδας, καταγόταν από την Κουμουστά, το παλιό κεφαλοχώρι των ανατολικών υπωρειών του Ταϋγέτου. Ευνοημένο από το Θεό έχει εξήντα πηγές που καθιστούν το έδαφος εύφορο και πολύκαρπο. Δυο απ’ αυτές, η βρύση των Πενταυλών και η βρύση του Πουλιού, απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και υμνήθηκαν από δυο μεγάλους ποιητές, τον Άγγελο Σικελιανό[49] και το Νικηφόρο Βρεττάκο[50]. Ο ανώνυμος Κουμουστιώτης τις ημέρες εκείνες του Ιουλίου που οι πυριφλεγείς ακτίνες του ήλιου πυρπολούσαν το Παλιόκαστρο, καθώς το ταγάρι του διΰλιζε τη λάσπη και άφηνε τη δροσιά του νερού να πέφτει σταγόνα – σταγόνα, ασφαλώς θα σκεφτόταν τα κεφαλάρια της Κουμουστάς, τις χάρες της οποίας υμνεί το παρακάτω δίστιχο:

 

«Όμορφη που είσαι, Κουμουστά, με την ανηφοριά σου,

τις μαρμαρένιες βρύσες σου, τα κρύα τα νερά σου»[51].

 

Η έρευνα στο Αρχείο Αγωνιστών και τις σύγχρονες προς τα γεγονότα πηγές έχει φέρει στο φως και ονόματα αυτών που έλαβαν μέρος στην επικίνδυνη αποστολή: Δημήτρης Δρούγας, Πανάγος Κονταλώνης, Θεόδωρος Δ. Κονταλώνης, Μήτρος Μαχαίρας, Κωσταντής Μπαστής ή Βαστής, Αναγνώστης Μπουκίδης (ή Βουκίδης), Αθανάσιος Α. Μπουκίδης (γυιός του προηγουμένου), Παναγιώτης Ευστ. Μπουκίδης, Παναγιώτης Γ. Χαρακας[52], Γεώργιος Δρουγάς (ιερέας), Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Πέτρος Μ. Κερχουλάς (Αράχοβα)[53], Γιωργάκης Σκλαβοχωρίτης (Αμύκλες)[54], Γρηγόριος Μωϋσάκος, Θανάσης Μπαλτάκος (Παλιοπαναγιά)[55].

Ειδικότερα, ο Γρηγόριος Μωϋσάκος, όπως συνάγεται από αίτηση των απογόνων του,«εφονεύθη εντός του φρουρίου του Άργους, όταν ήταν πολιορκημένον το φρούριον»[56].

Γι’ αυτόν όμως ο Ηλίας Γιατράκος, εξουσιοδοτημένος γιατρός του Αγώνα, στις σημειώσεις του και στη στήλη: Όσοι επληγώθησαν εις το κάστρο του Άργους, όταν ήλθεν ο Δράμαλης, αναφέρει: «Γρηγόριος Μωυσάκος, Διποταμίτης, πληγωμένος εις το χέρι τον εκοίταξα ημέρες 28». Ακόμη ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης, Λεονάρδος Παπαχριστοφίλου (Λιναρδής), Αναγνώστης Σταυρόπουλος, Βενιζέλος Γιαννακόπουλος (Βαμβακού)[57],Αργύρης Τσαγκαρούλης (Βρουλιάς, Σελλασία)[58].

Μέσα στο φρούριο τραυματίστηκαν οι: Γεώργιος Δημάκος, Γεώργιος Κουμουστιώτης, (παιδί του παπα-Βασίλη Οικονόμου), Αθανάσιος Μανιάτης από τον Αρκασά, Γεώργιος Σμυρναίος, Παναγιώτης Μποζατζής, Πισινοχωρίτης, ανεψιός του παπα-Καλομοίρη από τη Βορδώνια, Γιάννης Κωνσταντάκος από τα Τζίντζινα, Θανάσης Μπαλτάκος από την Παλιοπαναγιά, Γιάννης Ζερβέας από την Καρδαμύλη[59]. Από τους αρχηγούς δυο φορές τραυματίστηκε ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης[60].

Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους[61]. Η πολιορκία του κάστρου κράτησε 12 μέρες. Η αντίσταση ήταν η πρώτη που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του[62].

Η έπειτα από συντονισμένη επίθεση ασφαλής έξοδος των αγωνιστών ενέβαλε ασφαλώς στη σκέψη του Δράμαλη και τις πρώτες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Η επίτευξη από ελληνικής πλευράς του αντικειμενικού στόχου, που ήταν η καθυστέρηση και η καταπόνηση του αντιπάλου, ανύψωσε το ηθικό των αγωνιζομένων για την απελευθέρωσή τους και έδωσε την ευκαιρία στον Αρχηγό να καταστήσει τις ενέργειες του περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο μεταξύ απ’ όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου συνέρρεαν στρατεύματα. Οι Τούρκοι απώλεσαν πολύτιμο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου συγκροτήθηκε αξιόμαχη ελληνική δύναμη[63]. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών συγκλίνουν: «Η κράτησις της ακροπόλεως του Άργους έγινεν αφορμή, της απωλείας του Δράμαλη»[64]. Είναι ο πρώτος σοβαρός αντιπερισπασμός που πέτυχε πλήρως τους στόχους του[65]. «Η πράξις αύτη ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις τους αγώνος τούτου»[66].

Στην Εθνική Συνέλευση της 25ης Φεβρουαρίου 1844 υπεβλήθη πρόταση για απονομή αριστείου στους πολιορκηθέντες εκείνους μαχητές[67]. Οι συνθήκες δεν ήταν τότε πρόσφορες. Η ώρα της δικαίωσης συνήθως αργεί. Το κατόρθωμά τους επισκιάστηκε, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από τη θρυλική «νίλα» του Δράμαλη, η οποία και έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Θ. Ρηγόπουλου, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ευρετήριο Α. Θ. Φωτόπουλου. Αθήναι 1979, σσ. 253-254. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, που παρίστατο στη σύσκεψη, αναφέρει ως ημερομηνία τέλεσής της τη νύκτα της 8ης προς 9η Ιουλίου. Βλ. Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266. Φωτάκου (Φωτίου Χρυσανθοπούλου), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής επαναστάσεως, Επιμέλεια Θ. Βαγενά- Α. Ηλιόπουλου- Π. Ν. Κοντοέ, εκδ. Νεοϊστορικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1955, σ. 261.

[2] Ν. Δ. Ματθαίου, Ο πρωτοκλέφτης Ζαχαρίας. Αθήνα 1998, σ. 372.

[3] Φωτάκος, 260. Ο Θ. Ρηγόπουλος (σ. 26) αρνείται τα διαμειφθέντα και προσθέτει ότι μπορεί να άκουσαν ο Φωτάκος και ο Μ. Οικονόμου.

[4] Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266.

[5] Β. Σφυρόερα, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως 1822-1823», Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 251. Στο πλαίσιο του σχεδίου είχαν καταληφθεί οι στρατηγικές θέσεις στο Κιβέρι, το Κεφαλάρι, το χωριό Ζαχαρία, το Δερβενάκι, το Αγινόρι.

[6] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Β . Αθήναι, Ι.Ν. Σιδέρης 1925, σ. 287. Για τον Θανάση Καρύγιαννη ο Φωτάκος (σ. 258, σημ. 1) γράφει ότι ήταν αχώριστος φίλος του Η. Τσαλαφατίνου, ανδρός γενναίου και ανιδιοτελούς. Και συμπληρώνει: «δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

[7] Ν.Δ. Ματθαίου, 624-625 και Κ. Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες. Αθήνα 1971, σ. 71. Ο Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 19963, σ. 259, γράφει ότι το φρούριο είχε καταλάβει ο Θανάσης Καράγιαννης «Μανιάτης ή κατά τίνας Κυνουριεύς».

[8] Σπ. Τρικούπης, οπ.π., τ. Α’, σσ. 186-187.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Αθήνα, Μέρμηγκας, χ.χ., σ. 319.

[10] Κ. Πίτσιου, Καρυαί (Αράχοβα) Λακεδαίμονος. Αθήνα, Ηλία Ν. Δικαίου, 1948, σ. 175.

[11] Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από τα απομνημονεύματα του Δ. Δημητρακάκη (περιοδικό Μαλεβός 1923). Δ. Κρεββατά, Από τον Παναγιώτη Κρεββατά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αθήνα 1994, σ. 202.

[12] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 254. Την εγκυρότητα των λόγων του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει ως εξής: «ήμην αυτήκοος όλων των λεχθέντων».

[13] Ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης, γυιός του Ανάσταση Καραδόντη, γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα το 1785. Από την πρώτη στιγμή του Αγώνα επικεφαλής των συγχωριανών του κινήθηκε όπου το χρέος τον καλούσε. Σημαντικό γεγονός της πολυκύμαντης ιστορίας του ήταν η ενίσχυση το βράδυ της 12ης προς 13ης Μαΐου 1821 του ταμπουριού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στο πιο κρίσιμο σημείο της μάχης. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Άργους, όπως βεβαιώνει ο ίδιος αργότερα, λαβώθηκε δυο φορές. Τιμώντας τη δράση του ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με την παράδοση, του είπε: «Πέτρο, Αναγνωστάδων παιδιά είναι πολλά και συ πρέπει να ξεχωρίζεις απ’ τους άλλους. Γιατί δεν παίρνεις τ’ όνομα της πατρίδος σου της ξακουστής Μπαρμπίτσας». Το 1844 εξελέγη βουλευτής, αλλά ο κοινοβουλευτικός βίος δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Κράτησε το βαθμό του συνταγματάρχη που του απονεμήθηκε το 1847. Πέθανε το 1871. Ν.Δ. Ματθαίος, 584-593. Κ. Μ. Πίτσιος, 174-176.

[14] Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος ήταν γυιός του πρωτοκλέφτη Ζαχαρία από τη Φλωρού, δεύτερη γυναίκα του, γυναικάδελφος του Νικηταρά και γαμπρός του κλεφταρματολού Νικοτσάρα, του οποίου είχε νυμφευθεί την κόρη. Πέθανε στο Άργος το 1836. Ματθαίος, σσ. 575-580.

[15] Ο Αντώνιος Κουμουστιώτης καταγόταν από την Κουμουστά Λακεδαίμονος. Από αναφορά των γυιών του, Δημήτρη και Παναγιώτη (12.5.1846), συνάγεται ότι ο πατέρας τους ήταν κλέφτης. Συνελήφθη στον πύργο του Κουμουνδουράκη από τον Ραλιάμπεη και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της Επανάστασης ηγήθη συμπατριωτών του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Απέθανε το 1830. Βλ. Δ. Δικαιάκου, «Αντώνιος Κουμουστιώτης», Το Ξηροκάμπι 12(1972) σσ. 3-4. Π. Τεκόση, «Νέα στοιχεία δια την δράσιν του Αντωνίου Κουμουστιώτη»,Το Ξηροκάμπι 13(1972) σσ. 1-3. Δ. Γ. Κ. Κατσαφάνα, Παλαιοπαναγιά, Ανώγεια και Ξηροκάμπι. Αθήνα 1989, σ. 274-277. Δ. Γ. Λάσκαρι, Το Ξηροκάμπι της Λακεδαίμονος. Αθήνα 2002, σσ. 63-64. Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 560-561, σημ. 6.

[16] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[17] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[18] Β. Σφυρόερας, 252. Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, 320. Οι Τούρκοι είχαν πειστεί ότι στο φρούριο φυλάσσονταν τα πλούτη των Αργείων και ότι υπήρχαν αποθήκες πλήρεις εφοδίων. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Βεργίνα, 1996, σ. 106. Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Γ. Τσουκαλά, χ.χ., τομ. Β, σ. 51.

[20] Φωτάκος, 271.

[21] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τομ. Α’. Αθήναι, Καραβία, 1972, σ. 415.

[22] Φωτάκος, 262.

[23] Φωτάκος, σ. 262.

[24] Δ. Κ. Βαρδουνιώτου, Η καταστροφή του Δράμαλη. Εν Τριπόλει 1913, σ. 120.

[25] Α. Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Β’. εν Αθήναις 1839, σ. 214.

[26] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

[27] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 26. Ο γαλακτώδης χυμός του φυτού αυτού είναι δηλητηριώδης. Συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το φυτό για αλίευση στα ποτάμια ή τα πηγάδια.

[28] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 27.

[29] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 26-27.

[30] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261. Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[31] Φωτάκος, 262.

[32] Δ. Κ. Μπαρδουνιώτης, 124.

[33] Ο Πλαπούτας εισήλθε στο φρούριο και ενίσχυσε με πολεμοφόδια τους αμυνόμενους. Ο Δ. Υψηλάντης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, δίνοντας υπόσχεση ότι δεν θα τους αφήσουν να χαθούν, Φωτάκος, 268.

[34] Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[35] Υπήρχαν και μύλοι Αφεντικοί.

[36] Θ. Κολοκοτρώνης, σ. 321.

[37] Α. Φραντζής, σ. 222.

[38] Θ. Κολοκοτρώνης, 321. Θ. Ρηγόπουλος, 31. Φωτάκος, σ. 269.

[39] Φωτάκος, σσ. 272-273.

[40] Α. Φραντζής, σ. 223. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας (φωτοτυπική επανέκδοση), Εκδ. Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης. Αθήναι 1976, σ. 356.

[41] Το Άργος στην αρχαιότητα εφέρετο ως «πολυδίψιον», («και κεν ελέγχιστος πολυδίψιον Άργος ικοίμην», Ομήρου, Ιλιάς Δ 171), που μετέβαλε σε «ένυδρον» ο Δαναός («Άργος άνυδρον εόν Δαναός εποίησεν ένυδρον», Ησιόδου, Αποσπ. 58).

[42] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 31-32.

[43] Σπ. Τρικούπης, σ. 191.

[44] Φωτάκος, σσ. 269-270, σημ. 1.

[45] Φωτάκος, σ. 270. Τον ίδιο λόγο επικαλείται και ο Α. Φραντζής (σ. 223, σημ. 1): «εις μόνον εκ των εν τη ακροπόλει του Άργους Ελλήνων βεβλαμμένος ων από πυρίτιδα».

[46] Ν.Δ. Ματθαίος, σ. 375, σημ. 65. Λιναρδής ήταν και το επώνυμο των απογόνων του.

[47] Ν.Δ. Ματθαίος, σσ. 636-637. Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, σ. 418, γράφει: «ό,τι αυτόν τον δυστυχή με το πυρίκαυστο πρόσωπο δεν θέλησαν οι Τούρκοι να φονεύσουν».

[48] Φωτάκος, σσ. 270-271.

[49] Γ.Π. Μανουσόπουλου, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ταΰγετος. Η Φάρις 5, 19936.

[50] Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα Ποιήματα. Αθήναι 1981, σσ. 252-253.

[51] Βούλας Κονίδη, «Στην παλιά Κουμουστά», Η Φάρις 35 (2003) σ. 15.

[52] Κ. Μ. Πίτσιος, σσ. 165-171.

[53] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 614-615.

[54] Σ. Π. Αντωνάκου, Αμύκλαι, Αθήνα 1982, σ. 234.

[55] Δ. Γ. Κατσαφάνας, σσ. 261, 283.

[56] Δ. Γ. Κατσαφάνας, 266.

[57] Η. Παπαθανασόπουλου, «Νοσηλεία τραυματιών (1821-1825) και Λάκωνες αιχμάλωτοι κατά τας επιδρομάς του Ιμπραήμ (1825-1826)», Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972) σ. 301.

[58] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 629-630, 636-637, 639 και Φωτάκος, σ. 270.

[59] Ν. Δ. Ματθαίος, 675-676.

[60] Η. Παπαθανασόπουλος, σσ. 300-301. Ν. Δ. Ματθαίος, σ. 591.

[61] G. Finley, Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389.

[62] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261.

[63] Κ. Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, μτφ. Ελένης Γαρίδη. Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 114.

[64] Α. Κοντάκη, Απομνημονεύματα. Αθήναι 1957, σ. 84.

[65] Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 234.

[66] Α. Πρόκες-Όστεν, Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, μετφ. Γ.Ε. Αντωνιάδου, τομ. Α’. Αθήνησι 1869, σ. 175.

[67] Ι.Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

 

Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Το φρούριο Λάρισα του Άργους


 

  Το Άργος τον 19o αιώνα [ως θέμα] του παρόντος συνεδρίου έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως για την επιστημονική έρευνα για ό,τι έχει σχέση με την ιστορία της πόλεως και τον πολιτισμό της. Πρώτον, διότι σχετίζεται με την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους κατά τον αιώνα αυτόν ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1821, στην οποία το Άργος έπαιξε βασικό ρόλο[1].

Δεύτερον, διότι με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους άρχισε η διεπιστημονική έρευνα για το παρελθόν της πόλης με σκοπό να πάρει και η σύγχρονη πόλη του Άργους τη θέση που είχε πάντα ως σημαντικό αστικό κέντρο της Πελοποννήσου για τον διαχρονικό πολιτισμό εν γένει της Ελλάδος, πνευματικά και υλικά (οικονομία).[2]

 

Το ονομαζόμενο φρούριο Λάρισα που δεσπόζει της πόλης, εξεταζόμενο ιδιαίτερα ως μνημείο, που επιβίωσε κατά την ανά τους αιώνες πορεία των κατοίκων του Άργους, συμβολίζει διαχρονικά την επιβίωση και της πόλης, που προστάτευε από τους προϊστορικούς χρόνους, της λατρείας των ειδώλων και των αρχαίων θεών, μέχρι τους μετά Χριστόν αιώνες.[3]

Στα τείχη του φρουρίου και τον περιβάλλοντα χώρο η έρευνα απεκάλυψε ό,τι είχε σχέση: α) με αρχιτεκτονική (στρατιωτικές οχυρώσεις), β) θρησκευτική χρήση, γ) υλικό για σύγκριση με άλλα φρούρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και δ) γλωσσικά στοιχεία για την εύρεση των κατασκευαστών, μόνιμων κατοίκων η περαστικών κατακτητών[4].

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Πιο κάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα των ερευνών, που έγιναν από τον 19o αιώνα μέχρι και τον 20o, με προτάσεις για μία σύγχρονη αξιοποίηση του ευρύτερου χώρου, αφού εκεί πρέπει να καταλήγει κάθε Συνέδριο [5]. Αυτό συμπίπτει και με τα εκατό δέκα χρόνια πολιτιστικής δράσης του ΔΑΝΑΟΥ, ενός Συλλόγου που ανέδειξε με τις δραστηριότητές του το χθες και το σήμερα του Άργους για να ακουμπάμε στο παρελθόν (μελετώντας) να αγγίζουμε το παρόν (ερευνώντας) έτσι, ώστε να οραματιζόμαστε το μέλλον με την αξιοποίηση όσων μας προσφέρει η μελέτη και η έρευνα [6].

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Από τα ονόματα στα πράγματα

 

Η ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία για τα ονόματα Άργος – Αργείοι – Λάρισα μας προσφέρει υλικό για τις σχέσεις των ονομάτων αυτών με αντίστοιχά τους εντός και εκτός της σημερινής Ελλάδος [7]. Με κέντρο τη Βόρειο Ελλάδα διαδόθηκε το Αργείοι ως παράγωγο του Άργους ως ένα από τα ομηρικά ονόματα για τους Έλληνες. Έτσι έχουμε:

1. Άργος Ορεστικόν στη λεκάνη του ποταμού Αλιάκμονα με παράγωγο του Άργους το Argestaeus Campus (αργεσταία πεδιάδα) στον Άνω Αλιάκμονα.

2. Άργος (= Υπέρια) στο νησί των Φαιάκων (Στέφανος Βυζάντιος) που ταυτίζεται με την Κέρκυρα.

3. Άργος Αμφιλοχικόν στη νότιο Ήπειρο, περιοχή Αμφιλοχίας.

4. Άργεις (στον Ησύχιο) στη Βόρειο Θεσσαλία εθνικόν από το Άργος.

5. Άργος Πελασγικόν, όνομα της Θεσσαλικής πεδιάδας κοντά στον Πηνειό (Ιλιάδα) ή κατά τον Στράβωνα και Απολλώνιο της Θεσσαλίας ή κατά τον Ευστάθιο της Λάρισας. Το Πελασγικό προστέθηκε για να το διακρίνει από άλλες πόλεις η περιοχές με το ίδιο όνομα. Άργος Πελασγικό σημαίνει Άργος στην αρχαία περιοχή των Πελασγών.

6. Άργος Ίασον (Οδύσσεια και Σχόλια, Στράβων, Στεφ. Βυζ., Ευστάθιος, Ησύχιος) το σύνηθές του Άργος Αχαϊκόν (από την Ιλιάδα και μετά) είναι το υπό εξέταση Άργος της Αργολίδας με το φρούριο Λάρισα που έδινε το όνομα σε όλη του την περιοχή, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Αντίστροφο παράγωγο είναι το Ιωνικόν Άργος από το Ιάσι < La Fασι πληθυντικός από το Lά(f)ονες, δηλαδή το Άργος στην περιοχή των Ιώνων που μπορούμε να το συγκρίνουμε με παρόμοια όπως Άργος το εν Ορεστεία (Ορεστικόν) και Άργος εν τω Ιονίω (= Ίππιον στην Απουλία της Ιταλίας).

[Αρχικά η πόλη είχε το προελληνικό όνομα Λάρισ(σ)α όταν κατακτήθηκε από τους Έλληνες[8] ενώ η Πελοπόννησος ονομάσθηκε Άργος, γνώμη Γεκοργκέφ]. Οι Ίωνες ήταν οι πρώτοι Έλληνες στην Πελοπόννησο και κατ’ αρχάς η πόλη ονομάσθηκε Άργος Ίασον (Ιωνικόν Άργος) και όταν αργότερα κατακτήθηκε από τους Αχαιούς (Αργείους και Δαναούς) ονομάσθηκε Άργος Αχαϊκόν Αργεία (χώρα).

7. Άργος, πόλη στην περιοχή της Τροιζήνας (Στεφ. Βυζ.) στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο.

8. Άργος, πόλη στο νησί Νίσυρος (Στεφ. Βυζ.).

9. Άργος, πόλη στην Καρία (Στεφ. Βυζ.).

10. Άργος = Αργειόπολις, πόλη στην Κιλικία (Στεφ. Βυζ.).

Από τη γεωγραφική διάδοση του τοπωνυμίου Άργος και του εθνικού Αργείοι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Βορειοδυτική Ελλάδα είναι η αρχική χώρα προέλευσης των Αργείων, (όρος Χάων στην Ήπειρο και Αργολίδα). Από εκεί κατά την 3η χιλιετηρίδα η στις αρχές της 2ης οι Αργείοι κατέκτησαν την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Θεσσαλία (νότια του Πηνειού) που πριν κατοικούσαν οι Πελασγοί και πιθανώς ονομαζόταν η περιοχή Πελασγία. Αυτή άλλαξε σε Άργος (Πελασγικόν) και από την φυλή των Θεσσαλών έγινε αργότερα Θεσσαλία.

Έτσι σχηματίστηκε μια φυλετική συμμαχία (Τρίφυλος) μεταξύ των Αργείων, του πληθυσμού του Άργους Πελασγικού (Βόρειος Θεσσαλία) των Αχαιών, του πληθυσμού της Αχαΐας (Αχαΐα Φθιώτης, στη νότιο Θεσσαλία) και των Δαναών (Βλ. το όνομα Απιδανός ποταμός της περιοχής που ονομάστηκε αργότερα Θεσσαλιώτις) [από το απα = νερό και δαν = ποταμός] και Δαναός = ποταμήσιος) [9]. Γι’ αυτό ο Όμηρος αποδίδει στους Έλληνες τρία ονόματα: Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί.

Οι Ίωνες που πιθανώς κατοικούσαν στην περιοχή του ποταμού Ίων (ΒΔ Θεσσαλοί) πιεζόμενοι από τους Αργείους προχώρησαν προς το νότο και κατέκτησαν την Αονία (Βοιωτία) και την Πελοπόννησο (Άργος Ίασον). Οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί από τη Θεσσαλία κατέκτησαν την Πελοπόννησο και το Άργος Ίασον ονομάστηκε τότε Άργος Αχαϊκόν. Στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετηρίδας οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί έκαναν αποικίες στη ΝΔ. και Ν. ακτή της Μικράς Ασίας και την Κύπρο.

Οι Χετταίοι τους ονόμαζαν τότε Αχχιγιάβα (Αχαιfοί) (από το Αχαιf-ία η χώρα των Αχαιfοί) και Αrzαννα (Αrzaννα) που υποκρύπτει τον υστεροΜυκηναϊκό (Κυπριακό) τύπο Άρζει fα η χώρα των Αργείων παράγωγο του Αργεεύς (κάτοικος του Άργους).

Στα Λατινικά διατηρήθηκε ως Argivi κάτοικοι της Αργείας (η χώρα των Αργείων) ενώ ίχνη των αποικιών των Αργείων στη Μικρά Ασία είναι το Άργος της Καρίας και η Αργειόπολις της Κιλικίας.

Το τοπωνύμιο Άργος (λευκή πόλις) σχετίζεται με το επίθετο αργής (λαμπρός, λευκός, απαστράπτων) που απαντά συχνά στα Ελληνικά τοπωνύμια, όπως Άργιον (το όρος) το βουνό και το αρχαιότερο όνομα για τις Μυκήνες Άργεννον, που ως ακρωτήριο της Ιωνίας μετονομάστηκε το μεσαίωνα σε Λευκό ακρωτήριο.

Λάρισα είναι το όνομα οκτώ πόλεων στη Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Αττική, Άργος και στην Κρήτη. (Μπορεί να παραβληθεί με το Λάρισσος όνομα ποταμού στην Αχαΐα και Λαρισαίαι Πέτραι βράχοι στο νησί Λέσβος, ενώ από το λάας = λίθος (λαύρον = μέταλλον αργύρου παρά Αθηναίοις (Ησύ-χιος) (πρβ. Λαύριον, όπου ορυχεία αργύρου) και το Άργος με το argentum (Λατ. άργυρος).

Έχουμε λοιπόν μία σημασιολογική ταύτιση Άργους (λευκός) και άργυρος (ασήμι ως λευκό) με τη Λάρισα ως φρούριο να δεσπόζει σε βραχώδη λόφο, πράγμα που επαληθεύει άλλη μία φορά τη φράση του Πλάτωνος (από το διάλογο Κρατύλος) «ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα» (= όποιος θα γνωρίσει τα ονόματα, θα μάθει και τα πράγματα).

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Σταθμοί της ιστορίας της Λάρισας

 

Η λέξη κάστρο εισήχθη από τη λατινική (ρωμαϊκή) στην ελληνική με αρχική σημασία της το οχυρωμένο στρατόπεδο[10] (castra-οrum). Πήρε τη θέση των λέξεων οχυρόν, φρούριον, και με τη διαρκή χρήση της στη Βυζαντινή εποχή φτάνει μέχρι σήμερα.

Στην τοιχοδομία του φρουρίου Λάρισα βρίσκουμε μυκηναϊκά στοιχεία, αρχαϊκά (6ος αιώνας), κλασικά του 5ου αιώνα, Βυζαντινά, φραγκικά, ενετικά, τουρκικά. Όλα αυτά δεν άλλαξαν το γενικό του σχήμα και σχέδιο κατασκευής πράγμα που αποδεικνύει ότι έγινε διαχρονικά το φυσικό επιστέγασμα της οχύρωσης του Άργους, ως ακρόπολή του, έτσι ώστε η ιστορία της πόλης να ταυτίζεται με την τύχη του φρουρίου αυτού [11].

Βρίσκεται στον ψηλότερο από τους δύο λόφους 289 μ. που ορίζουν προς Δ. και Β. το Άργος με ισοπεδωμένη την κορφή μήκους 200 μ. και για λόγους μίας άμυνας «εις βάθος» έχει εσωτερικό φρούριο μήκους 7μ. στον κεντρικό χώρο. Μπορεί να συγκριθεί στο σημείο αυτό με το εσωτερικό φρούριο στο κάστρο Χλεμούτσι της Ηλείας [12] και της Πάτρας.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Παραλληλίζοντας την ιστορία του Άργους και της Λάρισας βρίσκουμε στα διαφορετικά οικοδομικά υλικά κατά εποχές και τους σταθμούς στη μακραίωνη ιστορία του Άργους. Τα μυκηναϊκά κατάλοιπα έχουν ενσωματωθεί στα μεταγενέστερα τείχη που χαρακτηρίζονται: α) αρχαϊκά 6ος αι. π.Χ. και β) κλασσικά 5ος στη Βόρεια, ανατολική και βορειοδυτική πλευρά. Χρησιμοποιούνται κατά τη Ρωμαϊκή εποχή (αρχίζει με την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ.) και κατά την ακόλουθη Βυζαντινή από τον 4ο μ.Χ. αι.

Ο Λέων Σγουρός καταλαμβάνει το κάστρο το 1203 ένα χρόνο πριν από τη Φραγκοκρατία 1204 και ο Θεόδωρος Άγγελος το 1210 για να καταληφθεί τα επόμενα χρόνια 1212-1381 από τους Φράγκους που έχουν ιδρύσει με τους Βιλλεαρδουΐνους το Πριγκηπάτο του Μορέως με έδρα την Ηλεία (Ανδραβίδα) [13].

Το 1389 το κατέχει ο Θεόδωρος Ά  Παλαιολόγος μέχρι το 1394 που καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Μέχρι τότε έγιναν οι μεγαλύτερες αλλαγές στα αρχαία του τείχη που αντικαταστάθηκαν με μεσαιωνικές κατασκευές και με φραγκικές προσθήκες τον 13ο αι. και μετά. Το 1397-1463 έχουμε ανανέωση οχυρωματική από τους Βενετούς κατά την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1463-1686 καταλαμβάνεται από τους Τούρκους την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (μετά την Άλωση της Πόλης το 1453). Μετά τη νίκη των Βενετών ανακαταλαμβάνεται το 1686 – 1715 στη Β’ Ενετοκρατία για να καταληφθεί πάλι από τους Τούρκους το 1715 που κράτησαν το φρούριο μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821.

Από τότε αρχίζει με την έρευνα να «ξεκαθαρίζει» η οικοδομική ιστορία της Λάρισας και να βρίσκονται μνημεία και ενδείξεις όλων των προηγούμενων του 19ου αιώνα εποχών όπως: τα θεμέλια του ναού του Διός Λαρισαίου και της Αθηνάς Πολιάδος. Στην ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κάστρο έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό [14].

Υπάρχουν δεξαμενές για αλλαγή του νερού των βροχών, η μία σκαλισμένη στο Βράχο. Το αρχαίο ιερό της Ήρας Ακραίας στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου έχει πιθανώς τη θέση του μοναστηριού της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή του Βράχου. Σήμερα διαθέτουμε μία ευρεία βιβλιογραφία για τα κάστρα που ανήκουν χρονολογικά στις διάφορες εποχές στις οποίες ανήκαν τμήματα του φρουρίου Λάρισα. Μπορεί να αναπαρασταθεί το φρούριο στις διάφορες εποχές του και να εντοπισθούν καταστροφές που έγιναν όχι από τους πολιορκητές του, αλλά από σύγχρονους ανασκαφείς για την εύρεση παλαιοτέρων στρωμάτων[15].

Υπάρχει έτσι περιθώριο για επιδιορθώσεις, αναστηλώσεις και χρήση του χώρου που συγκινεί ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους επισκέπτες οι οποίοι αναζητούν μνημεία που σχετίζονται με την ιστορία της Δύσης (Φράγκων, Σταυροφόρων – Βενετών). Αυτό συμβαίνει και λόγω της πλούσιας λογοτεχνίας που επικεντρώνεται στην ιστορία των κάστρων και απαρχή της είναι οι ιστορίες των ιπποτών, τροβαδούρων, σταυροφόρων όπως κυρίως διαδόθηκαν με τις μεσαιωνικές μυθιστορίες, ποιήματα και όσα αναβίωσαν με το ρομαντισμό στη λογοτεχνία των δυτικών κρατών [16] και της Ελλάδος.

Η σύγχρονη χρήση του φρουρίου της Πάτρας (εσωτερική αυλή) και της Κυλλήνης (Χλεμούτσι) για παραστάσεις είναι πόλος έλξεως τουριστικής, αλλά και τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ίσως με την αξιοποίηση των περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων[17] για τη Λάρισα και το Άργος, όπως έγινε με τα πιο πάνω κάστρα, αξιοποιηθούν και οι κόποι των ειδικών ερευνητών (ιστορικών, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων) για την «ειρηνική» αντιμετώπιση του φρουρίου της Λάρισας. Ενός φρουρίου που ατενίζει από ψηλά την πανέμορφη γη της Αργολίδας ως σύμβολο της ιστορικής μνήμης της πόλεως του Άργους, την οποία υπηρετεί τα τελευταία 110 χρόνια ανελλιπώς ο ιστορικός της Σύλλογος «ΔΑΝΑΟΣ».

 

Γεώργιος Ντελόπουλος

Ιστορικός, Γλωσσολόγος, τ. ερευνητής Ακαδημίας Αθηνών.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΛΑΡΙΣΑ στον 14ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών και στο Αρχείο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών.

[2] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ στην Εγκ. ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ – πνευματική κίνηση – προϊόντα και ΕΛΛΑΣ, Μορφωτική Εταιρεία. Αθήναι 1959.

[3] Παράβαλε τη γιορτή με τα πορτοκάλια (22 Νοεμβρίου) με την αρχαία γιορτή με τα αχλάδια «Βαλαχράδες» (Πλούταρχος).

[4] Βλ. – Andrews Kevin, Castles of the Morea. Princeton 1963.

– Ι. Σφηκόπουλος, Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μοριά. Αθήναι 1968.

– W. Leake, Travels in the Morea, London 1835, B’. Ansterdam 1967, τ.2, σελ. 400.

– A. Bon, «A propos des chatfeaux de plan polygonal», Rev. Arch., 28, 1947.

[5] Πρβ. προτάσεις μου στην ανακοίνωση, Γ. Ντελόπουλος, «Το Άργος εις την αγγλική Βιβλιογραφία», Πρακτικά Πρώτου Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, εκδ. ετ. Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1976 με του παρόντος Συνεδρίου για α) έκδοση Ιστορικού Λεξικού του Άργους (πρότυπό του το ιστ. Λεξ. των Πατρών του Κ. Τριανταφύλλου) και β) Εισαγωγή της αργολικής βιβλιογραφίας στη δημόσια εκπαίδευση για παραδείγματα κατά μάθημα θεωρητικών και θετικών σπουδών (Βλ. για πρότυπο τα Πρακτικά Συνεδρίου ΠΥΛΟΣ 1998. Αθήνα, Δ. Παπαδήμας, 2000) και Γ. Ντελόπουλος, «Βελεστίνο και Εκπαίδευση», Πρακτικά Συνεδρίου ΥΠΕΡΕΙΑ, τομ. Δ . Αθήνα 2008.

[6] Βλ. εκδ. για το Άργος του Συλλόγου ΔΑΝΑΟΣ.

[7] Βλ. Vladimir I. Georgiev, Introduction to the History of the Indoeuropean Languages, Sofia 1981, σ. 162–164.

[8] Ο Βούλγαρος Συμεών (9ος αι. μ.Χ.) ονομάσθηκε «ημιαργείος (κατά το ήμισυ έλληνας), επειδή είχε ελληνική παιδεία (από τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη). Αντίθετες γνώμες για άνοδο των νοτίων αντί της καθόδου βορείων φύλων βλ. Α. Πουλιανός, Η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα 1956 για την ερμηνεία της επανόδου των Ηρακλειδών στην Αργολίδα από το Βορρά, όπου Ορεστικόν – Ορέστης σημαίνει ορεινό – ορεινός (εκ του όρος).

[9] Η ρίζα ΔΑΝ ως ενδεικτικό ποταμού απαντά σε πολλά υδρωνύμια του Ευρωπαϊκού – Μεσογειακού χώρου Δαν-ακός (Σύρος) Δανούβιος, Ηριδαν-ός Αττική) Δανούβιος > Δούναβις – Δον – Ιορδάν-ης.

[10] Με τους Ρωμαίους έφθασε ως την Αγγλία, όπου το castra έγινε chester σε καταλήξεις πόλεως που είχαν ρωμαϊκά στρατόπεδα όπως: Manchester, Colchester Winchester.

[11] Βλ. Ν. Παπαχατζής, Κορινθιακά, Λακωνικά, εις Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Αθήνα, εκδοτική Αθηνών, 1976, σ. 174.

[12] Βλ. Γ. Ντελόπουλος, «Δυτικά πρότυπα των κάστρων της Ηλείας», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών. Αθήναι 1980, σ. 149-158.

[13] Στο Χρονικό του Μορέως, 2084–2088, εκδ. Καλονάρος αναφέρεται ως ένα από τα ισχυρότερα κάστρα του Μοριά για τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουΐνο.

 «Τέσσερα κάστρα αφέντη μας

σε λείπουσιν ακόμη·

το πρώτο ένι η Κόρινθος, το δεύτερο

το Ανάπλιν,

το τρίτον ένι η Μονοβασιά, το

τέταρτο το Άργος·

πολλά είν’ τα κάστρα δυνατά

καλά σωταρχισμένα,

Με πόλεμον ούχ ημπορείς

ποτέ σου να τα επάρης».

[14] Είναι ακόμη εμφανές σε εξωτερικούς τοίχους Βλ. Εικονογράφηση ένθ. άν. Παπαχατζή.

[15] Ο A. Bon σημειώνει για αλόγιστες ανασκαφές χωρίς να έχουν ληφθεί μέτρα συντήρησης. Βλ. Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973 –74) 101-505.

[16] Βλ. τα κάστρα στην Ελληνική και ξένη (δυτική) λογοτεχνία όπως:

– Α. Δουμά (πατρός) Ο πύργος της Νέσλ (1832).

– Κ. Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα.

– Α. Τερζάκη, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ μυθιστόρημα.

– Ν. Καζαντζάκη, «Τοπία και κάστρα του Μοριά», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1960.

[17] Αυτή η τάση αξιοποίησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διατήρηση- συντήρησης όλων των ιστορικών αρχιτεκτονικών στοιχείων των διασωθέντων κάστρων όπως έχουν καταγραφεί σε ειδικά Συνέδρια που έγιναν κατά καιρούς στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Βλ. σχετική βιβλιογραφία εις G. Dimitrocallis – N. Moutsopoulos, «Bibliographie principale de chateaux–forts de la Grece», Τεχνικά Χρονικά, Φεβρουάριος, τεύχος 500, Αθήναι 1968 και την από τότε μέχρι σήμερα (2006) στα αντίστοιχα κάστρα Ελλάδος, Ιταλίας, Γαλλίας στο διαδίκτυο και στο Κέντρο Τεκμηρίωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.), Αθήνα.

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788 – 1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

  

Χριστόδουλος Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849.

Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά.

Η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος (φ. της 12ης Απριλίου 1847 ), εξ αφορμής της παύσης του από τη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι «την παύσιν του επροκάλεσεν προ πολλού χρόνου ανυπέρβλητος κοινωνική ανάγκη, διότι εις έσχατον βαθμόν εκπεφαυλισμένος από τον φατριασμόν, ως επικεφαλής του Αρείου Πάγου, ύψωσε εξ αρχής σημαίαν ανταρσίας εναντίον της κυβερνήσεως, εκείθεν δε, ως εκ φοβερού προμαχώνος, κατεπολέμει την κυβέρνησιν και το έθνος».

Και συνεχίζει «εσήποντο επ’ άπειρον χρόνον αι υποθέσεις εις τον άρειον Πάγον και δεν διεκπεραίωνε καμμίαν ειμή» … «δια να καταστρέψη πολίτην τινά, ανήκοντα εις το επικρατούν σύστημα και να θυσιάση εις κανένα συμφατριαστήν του την περιουσίαν η την τιμήν του θύματός του, οδηγούμενος από μόνον το πάθος του φατριασμού του…».

Αντιθέτως, η μεν εφημερίδα «Αθήνα» (φ. 1482 της 18/3/1848), εξ αφορμής του αναδιορισμού του στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, τον χαρακτηρίζει άνθρωπο απολαύοντα την υπόληψη του κοινού για τον ανεπίληπτο χαρακτήρα και την τιμιότητά του, η δε εφημερίδα «Ελπίς» (φ. της 26ης Μαρτίου 1849), επ’ ευκαιρία του θανάτου του, έγραψε ότι «η ελευθεροτυπία εύρισκεν εν τω Αρείω Πάγω, του οποίου προήδρευσεν ο μακαρίτης, την δικαστικήν εκείνην ανεξαρτησίαν, ήτις δίδει θάρρος εις τον δικαζόμενον και θέτει φραγμόν εις το αυθαίρετον της εξουσίας».

Επίσης, με αφορμή τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» (φ. 949/19 Μαρτίου 1849 ) έγραψε ότι κατά την κηδεία του «η πόλις των Αθηνών έδειξε πολλήν και δικαίαν συναίσθησιν δια την στέρησιν ενός διακεκριμένου, δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, δικαστικού», ενώ ο Π. Αργυρόπουλος, στη «Θέμιδα» του Σγούτα ( έτος 1849 σ. 470 ), έγραψε ότι ο «Κλονάρης είτε δικάζων, είτε υπερασπίζων υποδίκους, είτε καταδιώκων ενόχους, είτε διοικών τα δικαστικά πράγματα … έφερεν αείποτε πνεύμα ευθύτητος και επιεικείας, πνεύμα ολοτελούς αμεροληψίας … θα ήτο δε ύβρις να είπωμεν ότι ήτο απλώς αδωροδόκητος. Ήτο υπέρτερος και των εμμέσων δωροδοκιών, δηλαδή των επιρροών της εξουσίας».

Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, δικαστής που διακρίθηκε προπάντων για το σθένος του, κατά τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε, είπε ότι ο Κλονάρης ανήκεν στους ολίγους «… δια των οποίων την παιδείαν και την αρετήν η πατρίς μας δικαίως σεμνύνεται … κατά την πολιτικήν του διαγωγήν ήτο μετριοπαθής … το μέγα του ανδρός προτέρημα ήτο το φιλοδίκαιόν του,το οποίο ουδέποτε εις ουδεμίαν πλαγίαν σκέψιν, εις ουδεμίαν επιρροήν υπεχώρει». Έχω την εκτίμηση ότι είναι άδικες οι κρίσεις που εκφέρει η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος.

 

Κράτος δικαίου

 

Το ελληνικό έθνος, παράλληλα προς τον αγώνα του για την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, προσπάθησε να οργανωθεί πολιτειακώς σε κράτος δικαίου. Όλα τα προσωρινά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου προβλέπουν την διάκριση εξουσιών και σύσταση και λειτουργία κριτηρίων προς απονομή της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, η μακρά νύχτα της δουλείας, οι ανάγκες του απελευθερωτικού πολέμου και οι διχόνοιες μεταξύ των επαναστατημένων, δεν επέτρεψαν την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας δεν υπήρχε καμμία υποδομή για την οργάνωση και λειτουργία δικαστηρίων, προπάντων δεν υπήρχαν νομικοί και γενικώς πρόσωπα ικανά να στελεχώσουν δικαστήρια. Ο Νικόλαος Σπηλιάδης, στην από 10η Απριλίου 1827 αναφορά του προς την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας γράφει ότι «τα κριτήρια της Ελλάδος έμειναν εις το χαρτί». Αλλά και η κατάσταση δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού, ήταν χαώδης.

Ο Κυβερνήτης από τους πρώτους μήνες της ανάληψης της διακυβέρνησης της νεοσύστατης πολιτείας, βοηθούμενος από τον αδελφό του Βιάρρο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Γενατά, διαπρεπείς νομομαθείς της εποχής εκείνης, επιδόθηκε στον προσωρινό καθορισμό του ισχύοντος δικαίου και στην στοιχειώδη δικαστική οργάνωση του κράτους. Ειδικότερα, με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 «περί διοργανισμού των δικαστηρίων» ορίσθηκε ότι τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιέχονται στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, «εις δε τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν».

 

Απάνθισμα των εγκληματικών

 

Το Απάνθισμα των εγκληματικών ήταν ένας πρόχειρος ποινικός κώδικας, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στις 17 Απριλίου 1823, είχε δε καταρτισθεί από εννεαμελή επιτροπή αποτελούμενη από δυο επισκόπους, έναν ιεροδιάκονο, δυο μοναχούς και τέσσερις λαϊκούς. Το νομοθέτημα αυτό εστερείτο γενικού μέρους, περιείχε δε μόνον 89 άρθρα που προέβλεπαν και τιμωρούσαν συγκεκριμένα εγκλήματα.

Πρέπει να τονισθεί η με το ψήφισμα αναγωγή, της επιείκειας σε αυτοτελή πηγή του ποινικού δικαίου, ρύθμιση η οποία υπέθαλπε την αυθαιρεσία των δικαστών αλλά και επέτρεπε σ’ αυτούς να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες προς τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και το περί δικαίου συναίσθημα του λαού.

Η προσφυγή στην επιείκεια ήταν εύκολη λύση και ήταν συχνή και για εγκλήματα ακόμη για τα οποία υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο Απάνθισμα των Εγκληματικών. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στην υπ’ αριθ. Β/7 Σεπτεμβρίου 1829 απόφαση του πρωτόκλητου (εγκληματικού) δικαστηρίου της Κάτω Μεσσηνίας, το οποίο έκρινε «κατ’ επιείκειαν» τον κατηγορούμενο για την πρόκληση εμπρησμού εξ αμελείας, καίτοι το έγκλημα αυτό ρητώς προεβλέπετο και ετιμωρείτο από την παράγραφο ΟΘ’ του Απανθίσματος των Εγκληματικών, η οποία όριζε ότι «όποιος εξ απροσεξίας καύση οικίαν ή πλοίον ή καρπούς θερισμένους ή αθέριστους, να φυλακώνεται από τέσσαρας ημέρας έως τρεις μήνας και να πληρώνη την ζημία».

Παρά ταύτα το δικαστήριο, δικάζον κατ’ επιείκειαν και εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος «έχων μερικά χαλκώματα κρυμμένα προ καιρού και μη διακρίνων τον κρύπτοντα αυτά τόπον, έβαλεν φωτιάν, ήτις, μετ’ ολίγην ώραν, υψωθείσα παρά του αέρος, διεσπάρη πολλαχούκαι κατέκαυσε μέγα μέρος καρπίμων δένδρων» και δεύτερον, ότι η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν «ουδέ το πολλοστόν μετρούμενον προς την οποίαν επροξένησεν ζημίαν», επιβάλλει σ’ αυτόν την ποινή «φέρων δεσμά εις τους πόδας, να ασχολείται εις τον καθαρισμόν της πόλεως Καλαμάτας, ημέρας τριάκοντα μίαν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν».

Επίσης, το Πρωτόκλητο (εγκληματικό) δικαστήριο των Βορείων Σποράδων, με την υπ’ αριθ. 27 της 27ης Απριλίου 1829 απόφασή του, σε κηρυχθέντες ενόχους πειρατείας, επέβαλε δυο κύριες ποινές, πρώτον φυλάκιση τριών ετών, δεύτερον, «να καθαρίζουν τους δρόμους της πόλεως (Τήνου) δις της εβδομάδος». Ο καθαρισμός όμως της πόλεως δεν προβλεπόταν ως ποινή, κύρια η παρεπόμενη, από το Απάνθισμα των Εγκληματικών. Στις αποφάσεις αυτές ανευρίσκει κανείς την ιδέα του θεσμού της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, ρύθμιση η οποία εισήχθη στην ποινική νομοθεσία μας, με τον Ν.2408 / 1966, μετά από 165 χρόνια.

Με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 προβλέπεται ακόμη συγκρότηση τακτικών δικαστηρίων για τη διαχείριση της πολιτικής, εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης· ειδικότερα προβλέπεται η συγκρότηση ειρηνοδικείων, πρωτοκλήτων δικαστηρίων, εμποροδικείου στη Σύρο και ενός η περισσοτέρων «Ανεκκλήτων Κριτηρίων».

Το «Ανέκκλητον Κριτήριον» αποτελείται από έναν πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, επτά κριτές, έναν δημόσιο συνήγορο, ένα γραμματέα και τρεις παρέδρους – τοπικούς δημογέροντες, κρίνει δε «όσας υποθέσεις το πρωτόκλητον και το εμπορικόν δικαστήριον αποφασίσουν εκκλητώς», δηλαδή λειτουργούσε ως εφετείο. Με το υπ’αριθ. 10152 / 16 Μαρτίου 1829 ψήφισμα του Κυβερνήτη συστήθηκε το πρώτο Ανέκκλητο Κριτήριο του οποίου «δημόσιος συνήγορος» διορίσθηκε ο Χριστόδουλος Κλονάρης.

Ο όρος «δημόσιος συνήγορος» απαντάται στους λόγους των αττικών ρητόρων και δήλωνε τον κατήγορο που διώριζε η βουλή των Πεντακοσίων ή η Εκκλησία του Δήμου με την εντολή να επισπεύσει και υποστηρίξει ενώπιον της Ηλιαίας την κατηγορία για αδικήματα στρεφόμενα εναντίον των συμφερόντων του δήμου και διωκόμενα κατά τον τύπο και την διαδικασία της εισαγγελίας.

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο στο Άργος

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο άρχισε την 27ην Νοεμβρίου 1829 επίσημα τις εργασίες του και συνήλθε σε δημόσια πανηγυρική συνεδρίαση,  στο Άργος. Κατά τη συνεδρίασή του αυτή ο δημόσιος συνήγορος Χριστόδουλος Κλονάρης εξεφώνησε «λόγον εισόδιον», το ιδιόγραφο πρωτότυπo του οποίου υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαίου και ήδη απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. Υπ. Δικαίου 15-30 Νοεμβρίου 1829). Ο εισόδιος αυτός λόγος είναι η πρώτη εισαγγελική αγόρευση στον χώρο του νεοελληνικού κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης με την αγόρευσή του αυτή έθεσε σημαντικά ζητήματα, στα οποία έδωσε ορθές λύσεις. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «η δικαιοσύνη είναι κυρία βάσις της κοινωνίας και χωρίς νόμους δικαίους και την αναγκαίαν αυτών ισχύν είναι αδύνατον να συντηρηθή πολιτεία», επισημαίνει την βαρειά ευθύνη που αναδέχθηκαν οι δικαστές και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν στο δρόμο των έργων τους.

Διαπιστώνει την έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας των άλλων κατεστημένων αρχών και συνιστά στους δικαστές να προσέχουν μήπως «και τα δικαστήρια ολισθήσουν εις εκείνην την αφημίαν», διότι τότε το πολιτικόν σώμα πρέπει να λογίζεται εις «βαρείαν ασθένειαν». Ειδικώς, επισημαίνει την έλλειψη ποινικών νόμων, λέγων ότι «αν εξαιρέσωμεν ολίγους κανόνας, περιεχομένους εις το Εγκληματικόν Απάνθισμα, εις τα λοιπά έχετε να βαδίσετε χωρίς νόμους, ή μάλλον έχετε να ακολουθήσετε την γνώμην σας ως Νόμον … και οι δικασταί θα γίνετε και νομοθέται», οπότε «ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας δια τους δικαζόμενους είναι μέγας και η ευθύνη γίνεται βαρεία δια τους δικαστάς».

Περαιτέρω εξαίρει την σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων ως αγγέλων – φυλάκων των δικαζομένων και εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ακόμη νόμοι, λέγων ότι «αι καλαί νομοθεσίαι δεν αυτοσχεδιάζονται εις ολίγων μηνών διάστημα … της ευνομίας τα μνημεία είναι έργα χρόνων μακρών, ίσως δε η αυθαιρεσία δεν είναι περισσότερον επικίνδυνος από τους αυτοσχέδιους νόμους, όσους δεν ωρίμασεν η ακάματος μελέτη».

Επανέρχεται στο υπαρκτό πρόβλημα της έλλειψης γραπτών ποινικών νόμων και διερωτάται: Ποία δύναται να είναι η θεραπεία του προκειμένου ελλείματος; Απαντά ότι «όπου ο νόμος σιωπά, η νομολογία αντικατασταίνει την επιείκειαν, της οποίας τους κανόνας η καλή συνείδησις αποκαλύπτει εις τους δικαίους άνδρας».

Αμέσως όμως, συλλογιζόμενος πόσον διαφέρουν αι γνώμαι του ενός από του άλλου και πόσον αβέβαιαι και ακροσφαλείς είναι αι ανθρώπιναι κρίσεις, αποδοκιμάζει την υπέρβαση ή τον παραμερισμό του υπάρχοντος γραπτού νόμου και την μη αναγκαία προσφυγή στην επιείκεια και προσθέτει ότι «οσάκις η σιωπή του νόμου μας εγκαταλείπει εις μόνας τας εμπνεύσεις της συνειδήσεως και του ορθού λόγου, δηλαδή είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να προσφύγουν στην κατ’ επιείκειαν κρίση, η φρόνησις παραγγέλει να μην εμπιστευόμεθα εαυτούς μόνους, αλλά να προστρέχωμεν και σε βοηθήματα και να συμβουλευώμεθα τα φώτα των επισήμων νομοδιδασκάλων και τον γραπτόν λόγον των καλυτέρων νομοθεσιών, όσαι μάλιστα συμφωνούν περισσότερον με το πνεύμα των ολίγων αλλ’ ιδίων μας νόμων».

Σοφές επισημάνσεις και οδηγίες που συναντά κανείς στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό μας, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην αρχαιοελληνική σκέψη. Τις επισημάνσεις του Κλονάρη, τις σχετικές με την ανάγκη και σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων, ανευρίσκουμε στον Ευρυπίδη, ο οποίος στις Ικέτιδες (στίχος 430) λέγει ότι «… γεγραμμένων δε των νόμων ο τα ασθενής ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει …νικά δ’ ομείων τον μέγαν δίκαι· έχων», στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική (1354 a30) και στα Πολιτικά (1382b) λέγει «…μάλιστα μεν ουν προσήκει τους ορθώς κειμένους νόμους, όσα ενδέχεται, πάντα διορίζειν αυτούς και ότι ελάχιστα καταλείπειν επί τοις κρίνουσιν …αν τε εις αν τε πλείους ώσι, περί τούτων είναι κυρίους περί όσων εξαδυνατούσιν οι νόμοι λέγειν ακριβώς», αλλά και στον Πλάτωνα, ο οποίος στους Νόμους (876a) αξιώνει να περιγράφονται στο νόμο τα εγκλήματα και οι ποινές ώστε «δούναι τα παραδείγματα τοίσοι δικασταίς του μήποτε βαίνειν έξω της δίκης».

Οι συμβουλές του Κλονάρη προς τους δικαστές να γίνουν και νομοθέτες και να διαμορφώνουν την κρίση τους «κατ’ επιείκειαν», όταν ο νόμος σιωπά, μας θυμίζουν την διδασκαλία του Αριστοτέλους στα Ηθικά Νικομάχεια (1137a και 1137b) για το επιεικές δίκαιο ως επανόρθωμα – συμπλήρωμα του θετού δικαίου και την σύστασή του προς τον δικαστή «επανορθούν το ελλειφθέν, ο καν ο νομοθέτης αυτός (αν) είπεν εκεί παρών, και ει ηδεί, ενομοθέτησεν (αν)».

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης, αναφερόμενος και στην αποστολή και τον ρόλο της δημόσιας συνηγορίας, υπόσχεται ότι θα παρέχει χείρα βοηθείας εις τα αδύναμα της κοινωνίας μέλη, θα υπερασπίζεται την συντήρηση της κοινής ευταξίας και θα επιμελείται της καταδιώξεως των εγκλημάτων.

Διαβάζοντας κανείς τα όσα λέγει για την αποστολή της «δημοσίας συνηγορίας» νομίζει ότι διαβάζει τον ισχύοντα κώδικα δικαστικών λειτουργών κατά τον οποίον ο σύγχρονος εισαγγελεύς δεν είναι μόνον ο κατήγορος, αλλά και ο εγγυητής της νομιμότητας και της προστασίας του ανθρώπου, από τη βία και την αυθαιρεσία των εκ του πράγματος ισχυρών συνανθρώπων του και του πανίσχυρου κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης κλείνει την σοφή αγόρευσή του με επιγραμματική διατύπωση μίας βασικής αρχής της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, λέγων: «κρίσεις ταχείαι και δίκαιαι, ποιναί μέτριαι και ανάλογοι με την βλάβην του κακού, ταύτα είναι ο ισχυρότερος χαλινός των εγκλημάτων». Την βασική αυτή αρχή είχε διατυπώσει ο Πλάτων στον διάλογο Κριτίας (106), λέγων «δίκη δε ορθή τον πλημμελούντα εμμελή ποιεί».

 

 Παναγιώτης Γ. Δημόπουλος

Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου ε.τ.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »