Αναρτήθηκε στις Βιβλία - Αργολίδα, Ψηφιακά Βιβλία | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Απάντηση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Εμφύλιος, Ηλίας Παπαδημητρίου, Ιστορία, Κώστας Κάππος, Ψηφιακά Βιβλία, Ψηφιακές Συλλογές |
Δαφνόρεμα
Η ρεματιά αυτή ξεκινά από τις Ν.Δ. υπώρειες του Αραχναίου και εκβάλλει στην περιοχή της αρχαίας Ασίνης [1]. Κοντά στο χωριό Αρκαδικό (τ. Μπρουτζαίικα) στη δεξιά του όχθη, υψώνεται λόφος με τα επιβλητικά ερείπια του κάστρου της Καζάρμας, που ίσως χτίστηκε στη θέση της Ακρόπολης της αρχαίας Λήσσας, που δεσπόζουν πάνω από την κοίτη της ρεματιάς. Στον ίδιο χώρο ενώνεται με ασήμαντη νεροσυρμή, που κατεβαίνει από τα βόρεια, αξιομνημόνευτη για το μικρό μυκηναϊκό γεφύρι της [2]. Η μοναδική αυτή κατασκευή, φτιαγμένη από μεγάλες πέτρες, με μια οξυκόρυφη κάμαρα, βρίσκεται αριστερά του δρόμου Άγ. Ιωάννης-Αρκαδικό.
Το γεφυράκι αυτό εξυπηρετούσε από τον 12ο π.Χ. αιώνα τον πανάρχαιο δρόμο Μυκηνών– Επιδαύρου. O W. Miller [3] γράφει: …το επιβλητικόν επί λόφου τινός κάστρον Καζάρμα και πρωτόγονός τις γέφυρα κυκλωπείου κατασκευής, είνε τα μόνα διακόπτοντα την μονοτονίαν της μακράς μέχρι του Ναυπλίου αμαξοδρομίας.

Αγία Μαρίνα, Καζάρμα. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.
Εκεί κοντά στη θέση Σουλινάρι, τρέχει ομώνυμη πηγή. Επίσης υπήρχε μεγάλη γέφυρα, που το 1940 ανατινάχθηκε, για να μην περάσουν οι Γερμανοί. Στο βάθος της ρεματιάς είναι χτισμένη βυζαντινή εκκλησία του 12ου αιώνα, η Αγία Μαρίνα.
Υποσημειώσεις
[1] Ο δαφνοπόταμος ή δαφνόρεμα είναι ένα χείμαρρος που διασχίζει όλο το δήμο Ναυπλιέων. Ξεκινά από το Αραχναίο μέσα από το Μετόχι και το Αρκαδικό καταλήγει στην παραλία της Πλάκας κοντά στο Καστράκι .
[2] Βρίσκεται στο Αρκαδικό Αργολίδας, στη θέση «Μετόχι» και είναι 3.300 και πλέον χρόνων. Χρησιμοποιείται και σήμερα από τους ντόπιους και βρίσκεται κάτω από το ομώνυμο κάστρο στο «Δαφνόρεμα» ή κάστρο Καζάρμας (Ιταλ. casa di arma-στρατόπεδο), επί του ομώνυμου ρέματος. Το μυκηναϊκό αυτό γεφύρι, μονότοξο, είναι το πιο καλοδιατηρημένο στην Αργολίδα, και γενικότερα στην Πελοπόννησο, βρίσκεται στο 15ο χιλιόμετρο Ναυπλίου – Επιδαύρου και κατασκευάστηκε γύρω στα 1300 πχ.
[3] Miller William, «Περιοδεία ανά την Πελοπόννησον». Μετάφραση Σπ. Λάμπρου από το περ. Westmister Review 1904, στον Νέο Ελληνομνήμονα, τ.21, 1904.
Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Αναρτήθηκε στις Αρχαίοι Ποταμοί | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Αρχαίοι Ποταμοί, Αραχναίο, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δάρμος, Δαφνόρεμα, Καζάρμα | Leave a Comment »
Το 2018 Meet Greece Music Journey στην Αργολίδα – Φθινοπωρινή Συμφωνία
Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου υποδέχεται με μεγάλη χαρά το 2018 Meet Greece Music Journey, ένα ετήσιο πρόγραμμα πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ Κίνας και Ελλάδας.
Την Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018, η μουσική γίνεται μέσο προσέγγισης των δύο λαών. Στο Βουλευτικό, στις 8:00 μμ, η πόλη του Ναυπλίου θα μαγευτεί από τους ήχους της «Φθινοπωρινής Συμφωνίας». Το γυναικείο φωνητικό σύνολο «Συμφωνία», υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Θεοδόση Αντωνιάδη, θα απαντήσει στο κάλεσμα του αρχαίου Guzheng (κινέζικο σαντούρι), που χειρίζεται με μαεστρία η διακεκριμένη Chang Jing, και του κινέζικου φλάουτου που παίζει ο καταξιωμένος Zhang Di. Θα ακολουθήσει ένα μουσικό-θεατρικό εργαστήρι όπου όλοι οι παρευρισκόμενοι μαζί με τους φοιτητές και τους καθηγητές του ΤΘΣ θα αυτοσχεδιάσουν υπό την καθοδήγηση των Κινέζων μουσικών. Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του ΤΘΣ και οι διδάσκοντες του ΤΘΣ Μαρία Μικεδάκη, Νίκος Μάμαλης (μέλος ΕΕΠ) και Άγγελος Γουναράς (μέλος ΕΔΙΠ).
Η Chang Jing, μια από τις μεγαλύτερες συνθέτριες της Κίνας, συνοδεύει το παίξιμο του Guzheng με την εκπληκτική φωνή της. Το 2008 συμμετείχε στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου. Τo 2013 έπαιξε μαζί με τον Έλληνα μουσικό Yannis Chryssomallis και τον Zhang Di στο CCTV Spring Festival Gala, ενώ το 2015 ηχογράφησε μαζί με τον Zhang Di το πρώτο ελληνο-κινεζικό άλμπουμ με τίτλο AEGEAN. Το 2017 βραβεύτηκε ως πολιτιστική πρέσβειρα της Ελλάδας και της Κίνας για τη συνεισφορά της στην πολιτιστική ανταλλαγή μεταξύ των δύο χωρών.
Ο Zhang Di είναι καταξιωμένος μουσικός, Curriculum Director of Beijing Famous Music Classroom και μέλος της Chinese Nationalities Orchestra Society. Έχει δώσει δύο συναυλίες στην Αθήνα και τη Σαντορίνη.
Αναρτήθηκε στις Ειδήσεις - Πολιτισμός | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Chang Jing, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ειδήσεις, Κίνα, Μουσική, Ναύπλιο, Πολιτισμός, Meet Greece Music Journey, Zhang Di | Leave a Comment »
Ποταμιά (Ξωβριό) – Αρχαίοι ποταμοί
Το Μουχλί και οι πηγές του
Το ρέμα αυτό σχηματίζεται από δυο νεροσυρμές, που κατεβαίνουν από τα βουνά Παρθένιο (Ροΐνό) και Κτενιάς και ενώνονται Δ. του χωριού Αχλαδόκαμπος, με το κοινό όνομα Ποταμιά, αφού περιβάλλουν τον κωνικό λόφο, όπου ήταν χτισμένη η περίφημη οχυρή μεσαιωνική πόλη Μουχλί, από την οποία απέμειναν διάσπαρτα λείψανα. Στη νότια πλαγιά του λόφου, η μικρή πηγή της «Κάτω-βρύσης» στέλνει με δυσκολία το λιγοστό νεράκι της στη ρεματιά που σχηματίζεται στην πρώτη χαράδρα μεταξύ Παρθενίου και Μουχλίου. Η δεύτερη χαράδρα μεταξύ Κτενιά και Μουχλίου ονομάζεται Ποταμιά ή Γύρος και γκρεμίζεται από τον Κτενιά, διαγράφοντας τις βόρειες υπώρειες του λόφου του κάστρου. Στη δεξιά της όχθη τοποθετείται ένα από τα ιερά που ήταν αφιερωμένα στην περιοχή αυτή στην Αρτέμιδα.
Εκτός από την «Κάτω-Βρύση», άλλες τρεις μικρότερες πηγές αναβλύζουν γύρω από τον λόφο. Ο Κωνσταντίνος Διοικητής, στο χρονικό που συνέταξε το 1715, περνώντας από εδώ, αναφέρεται σε μια από αυτές τις πηγές και ύστερα στην Κάτω-βρύση, χωρίς να γνωρίζει το όνομά τους: …πιο κάτω υπάρχει ένας γκρεμός από βράχια, τον οποίο χωρίζει κατακόρυφα ένα βουνό στρογγυλό όπως αυτό της Κορίνθου, κάτω από το οποίο αναβλύζει μια πηγή ωραίου νερού [1]. Και μετά από αυτήν την πηγή υπάρχει ένα παλιό κάστρο, πάνω στην πλαγιά αυτού του βουνού, εδώ ανοίγεται το φαράγγι μιας κλεισούρας…και πιο χαμηλά από το κάστρο προς τον δρόμο, μια άλλη πηγή αναβλύζει κάτω από έναν βράχο [2].

Βυζαντινή Πολιτεία Μουχλί (Αρχαιολογικός Χώρος). Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο, exploring-greece.
Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης ιστορεί πως το 1458, ο Μωάμεθ Β΄ πολιορκώντας το Μουχλί, απέκοψε το νερό ο εκτός ην της πόλεως, εξαναγκάζοντας το Δημήτριο Ασάνη που υπερασπιζόταν το κάστρο, να το παραδώσει. Το ίδιο αναφέρει και ο συγγραφέας του Βαρβερινού Κώδικα: …οι Τούρκοι επήρανε το νερό τους οπού ήτονε όξω του κάστρου [3]. Πιθανότατα πρόκειται για μια πηγή, που βρίσκεται στην Ν.Α. πλαγιά του κάστρου, η οποία ρέει με κατεύθυνση τη ρεματιά της Κάτω-βρύσης.
Η περιοχή ήταν πολυσύχναστο πέρασμα. Πάνω από την κοίτη της Ποταμιάς περνούσε ο – μέχρι το 1852 σε χρήση και διανοιγμένος επί Τουρκοκρατίας – δρόμος Άργους – Τρίπολης. Αυτός ακολουθούσε την πορεία Μύλοι Άργους – Σκαφιδάκι – Αχλαδόκαμπος, ανέβαινε στο Παρθένιο όρος, όπου ως σήμερα σώζονται λιθόστρωτα τμήματά του και περνώντας έξω από την Μπερτζοβά (σήμερα Παρθένι), κατέληγε στην πρωτεύουσα του Μωριά.

Η παλαιά σιδηροδρομική γέφυρα Αχλαδοκάμπου (1892-1944). Η παλαιά σιδηροδρομική γέφυρα Αχλαδοκάμπου είς χιλιόμετρον 90,139 της γραμμής Κορίνθου – Τριπόλεως – Καλαμών έκ πέντε ανοιγμάτων 36+54+72+54+36 = 252 μέτρων, Μέγιστον ύψος από της γραμμής μέχρι της κοίτης της κοιλάδος 60 μέτρα. Ολικόν βάρος της μεταλλικής κατασκευής 850 τόνοι. Κατασκευάσθεισα το 1892 ανετινάχθη το 1944 υπό των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής κατά την αποχώρισιν των έξ Ελλάδος. Φωτογραφία, λεζάντα από το διαδικτυακό τόπο Σύρτης.

Πρώτη γέφυρα Αχλαδόκαμπου. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο http://www.lifo.gr
Το ρέμα της Κάτω Βρύσης περνάει υπό την σκιά του Μουχλίου, κάτω από μεγάλη σιδηροδρομική γέφυρα της γραμμής Τρίπολης – Άργους, την ψηλότερη της Πελοποννήσου, που κατασκευάστηκε το 1890, ανατινάχτηκε από τους Γερμανούς το 1944 και στήθηκε πάλι το 1974 στηριγμένη σε 12 βάθρα. Η ντόπια παράδοση, μια πιο εξευγενισμένη εκδοχή αυτής του γεφυριού της Άρτας και της «Γέφυρας της Κυράς» στον αρκαδικό Λάδωνα, θέλει να καρφώνεται εδώ η σκιά της γυναίκας του πρωτομάστορα [4].
Η έξοδος του Σαρανταπόταμου στην Πνίκοβη
Νοτιοδυτικά του Αχλαδοκάμπου, η ενιαία κοίτη δέχεται νερά που κατεβαίνουν από τη γραφική και καταπράσινη θέση Πνίκοβα ή Πνίκοβη ή Πηνίκοβη, νερά που σχηματίζοντας μικρό ρυάκι βγαίνουν από τα πόδια ψηλού και απότομου βράχου, λίγο χαμηλότερα από μια σπηλιά [5]. Τα νερά αυτά είναι η εκροή του ποταμού Γαρεάτη και του τεγεατικού Σαρανταπόταμου (πιθανολογούμενου αρχαίου άνω ρου του Αλφειού, εκτρεπόμενου τότε στις καταβόθρες του Βορείου όρους, εκεί που σήμερα είναι η νεότερη λίμνη Τάκα), που σήμερα σμίγουν και εξαφανίζονται σε καταβόθρα, στους νότιους πρόποδες του Παρθενίου. H oνομασία Πνίκοβη δείχνει σε μια πρώτη ματιά να παραπέμπει σε πνίξιμο, ίσως όμως παράγεται από το πίνω και αqua [6] (νερό), προφανώς υπό την επίδραση του Φραγκοκρατούμενου Μουχλίου. Καταγράφεται [7] όμως και η ονομασία κεφαλάρι του Μπενικόβη, οπότε Πνίκοβη πρέπει να είναι παραφθορά του αρχικού ονόματος.

Μουχλί. Τα νερά που τροφοδοτούσαν τους 3 διαδοχικούς μύλους,
δίπλα στον αρχαίο δρόμο. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο «Όρειος άνεμος».

Μουχλί. Τα νερά που τροφοδοτούσαν τους 3 διαδοχικούς μύλους,
δίπλα στον αρχαίο δρόμο. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο «Όρειος άνεμος».
Οι Υσιές, τα Ανιγραία και ο Ελαιούντας
Η ρεματιά της Ποταμιάς ακολουθεί τη σιδηροδρομική γραμμή Τρίπολης – Άργους, διασχίζοντας το αναπεπταμένον πεδίον, θέατρο της μάχης του 669 π.Χ. μεταξύ Αργείων και Σπαρτιατών, που περιγράφει ο Θουκυδίδης, πεδίο που κάποτε διαφεντευόταν από τις αρχαίες Υσιές, τα ερείπια των οποίων βρίσκονται κοντά στο χωριό Αχλαδόκαμπος. Στο τελευταίο τμήμα της, διασχίζει φαράγγι και μετονομάζεται σε Ξωβρυό ή Ξεροβοριό [8], από ομώνυμη πηγή κοντά στην Ανδρίτσα, η οποία παρουσιάζει περιοδική ανά επταετία ή οκταετία μείωση των νερών της, τροφοδοτούμενη από την καταβόθρα της Μηλιάς βόρεια της Τρίπολης. Έχοντας δεξιά της το βουνό Ζάβιτσα, τέμνει λίγο πριν κατέβει στην πεδιάδα του Κιβερίου, στην περιοχή του Ελαιούντα, κοντά στο χωριό Σπηλιωτάκης, τα Ανιγραία την αρχαία οδό η οποία συνέδεε τη Λέρνη με την Θυρεάτιδα. Το δάπεδο ναού, που ανασκάφτηκε στο αρχαίο πόλισμα του Ελαιούντα, ήταν στρωμένο με ψηφιδωτό, του οποίου τα περιθώρια διακοσμήθηκαν με μαίανδρο, φτιαγμένο από μικρά μαύρα και λευκά ποταμίσια βότσαλα, που πιθανότατα προέρχονται από την και σήμερα γεμάτη από κροκάλες ποταμιά του Ξωβριού.
Η Κεγχρεία πηγή
Χαμηλότερα η ποταμιά ενώνεται με τον χείμαρρο Ξεριά. Ο τελευταίος κατεβαίνει από τη δασώδη περιοχή «Νερά» του Αχλαδόκαμπου, ονομαζόμενη έτσι από τις πηγές που τον τροφοδοτούν. Εδώ κοντά ήταν χτισμένο το χωριό Παλιοσκαφιδάκι, ενώ μερικοί τοποθετούν στο μέρος αυτό και το πόλισμα των αργολικών Κεγχραιών, κτισμένο στην αρχαία ορεινή οδό του «Τρόχου» που ένωνε το Άργος με την Τεγέα. Αν η υπόθεση αυτή είναι σωστή, τότε κάποια από τις πηγές είναι η Κεγχρεία ή Κερχνεία, όπου έτρεξε η αλλοπαρμένη δαμάλα Ιώ προς εύποτον Κερχνείας ρέος [9]. Η πολύρρυτη απομονωμένη περιοχή, όπου παλιότερα έβοσκαν εδώ χιλιάδες αιγοπρόβατα, συνέχισε να κατοικείται και στους μεσαιωνικούς χρόνους, όπως προκύπτει από ερείπια κτισμάτων και ναών εκείνης της εποχής.
Ακολούθως ο Ξεριάς διασχίζει μια χαράδρα στα νότια του Ποντίνου όρους και μαζί με την Ξαβριά εκβάλλουν στον Αργολικό κόλπο.
Υποσημειώσεις
[1] Πρέπει να εννοεί την πηγή Βρυσούλα ή Βοργιά, Β.Δ. του λόφου.
[2] Εδώ εννοεί την Κάτω Βρύση, που πηγάζει στην αρχή της χαράδρας κάτω από βράχο.
[3] Βλ. Ζώρα Γεωργ. Θ., «Η μετά την άλωσιν εκστρατεία Μωάμεθ του Β΄ κατά της Πελοποννήσου, κατά τον Βαρβερινόν Ελληνικόν κώδικα 111», Πελοποννησιακή πρωτοχρονιά, 1963.
[4] Πετρονώτη Αργ., «Τα πέτρινα γεφύρια της Πελοποννήσου». Περιοδικό «Επτά ημέρες», εφημερίδας Καθημερινή, 13-2-2000.
[5] Στην κορυφή του βράχου διακρίνεται σκαλισμένο ομοίωμα χελώνας, είδος εν αφθονία στο αρχαίο Παρθένιο, νομιζόμενο ότι ανήκε στον Πάνα. Ο τοπικός συγγραφέας Ι. Αναγνωστόπουλος θεωρεί ότι το σπήλαιο ήταν αφιερωμένο στον Πάνα. [Αναγνωστόπουλου Ι. Σ., «Η Αγία Παρασκευή της περιοχής Νερά του Αχλαδόκαμπου», 1988.
[6] Kατά τον Παναγ. Κομνηνό («Λακωνικά, Χρόνων Προϊστορικών…»-1896).
[7] Fougeres ss 30-31. Γριτσόπουλος. Μπεϊνίκοβα ή Βοϊνίκοβα ονομάζεται και καταβόθρα της Παμβώτιδος, λίμνης των Ιωαννίνων. Η ομοιότητα δεν μπορεί να είναι τυχαία.
[8] Το τελευταίο αναφέρεται έτσι από τον Ν. Η. Αναγνωστόπουλο «Η Αργολική…». [Αναγνωστόπουλου Ν. Η. -Γάγαλη Γ. Α., «Η Αργολική πεδιάς», Αθήναι 1938, έκδ. Α.Τ.Ε.
[9] Αισχύλου «Προμηθεύς δεσμώτης», 687.
Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Διαβάστε ακόμη:
Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας
- Αμυμώνη (Λέρνη, Mαστός)
- Aργολικός Κηφισός (Λύρκειος;)
- Αστερίων
- Δερβένι
- Ελευθέριον Ύδωρ
- Ερασίνος
- Ίναχος (Καρμάνωρ, Αλιάκμων, Πάνιτσα)
- Ποντίνος (Κρόι)
- Χάραδρος (Ξεριάς)
- Χείμαρος (Κηρίμι)
- Φρίξος
- Xάβος (Γουβιά ή Χώνια)
Αναρτήθηκε στις Αρχαίοι Ποταμοί | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Αρχαίοι Ποταμοί, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αχλαδόκαμπος, Δάρμος Κώστας, Ελαιούντας, Κεγχρεία πηγή, Μυθολογία, Ξωβριό, Οι αρχαίοι ποταμοί της Πελοποννήσου - Κ. Π. Δάρμος, Ποταμιά, Ποταμοί, Υσιές | Leave a Comment »
Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη
«Ελεύθερο Βήμα»
Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.
Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιώργος Γιαννούσης, Οικονομολόγος και Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, σκιαγραφεί με απλά λόγια τον Ναυπλιώτη ποιητή Αντώνη Αναπλιώτη και παραθέτει πέντε ποιήματά του αφιερωμένα στο Άργος.
«Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη»
Το βιβλίο «Αναπλιώτικα» του Αντώνη Αναπλιώτη, εκδόθηκε στην Αθήνα το 1958, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Είναι μια υπέροχη έκδοση που επιμελήθηκαν οι φίλοι του λογοτέχνες Σπύρος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσουκαντάς, και Νίκος Δεληβοριάς.
Ο Αναπλιώτης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αντώνη Λεκόπουλου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 και πέθανε στη Αθήνα το 1951, υπήρξε ένας μοναδικός βάρδος που ύμνησε και τραγούδησε την Αργολίδα και ιδιαίτερα την πατρίδα του, το πολυαγαπημένο του Ανάπλι. Και είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που οι φίλοι του τονίζουν στη εισαγωγή του στο βιβλίο, ότι «σπάνια ποιητής αγαπήθηκε τόσο πολύ από το λαό όσο ο Αναπλιώτης». Και όχι μόνο από τους συμπολίτες του, που του έστησαν την προτομή του στον περίβολο της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αλλά και οι άνθρωποι της τέχνης και της επιστήμης τον αναγνώρισαν καθολικά ως μεγάλο έλληνα λυρικό ποιητή και συγχρόνως λαϊκό υμνητή – τραγουδιστή της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Ζώντας μακριά από το Ανάπλι του, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός και υπηρετούσε στην Αθήνα, η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα του, οδήγησαν το μοναδικό ταλέντο του να περιγράψει τις αναμνήσεις του υμνώντας και τραγουδώντας τα παλιά ξέγνοιαστα νεανικά του χρόνια, τις ομορφιές της πόλης του, τους ανθρώπους, όχι μόνο τα γνωστά ή συγγενικά του πρόσωπα, αλλά και κάθε ιδιαίτερο, μοναδικό, αλλιώτικο ή γραφικό, τα ήθη και έθιμα, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τις λύπες και τις χαρές, τους έρωτες και τους καημούς, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και λυρισμό.
Για το γειτονικό Άργος, ο Αντώνης Αναπλιώτης, με πολύ αγάπη και νοσταλγία, θυμάται και τραγουδά τις γυναίκες του Άργους τις όμορφες, «τις καλοφτιαγμένες και κοσμοξακουσμένες», τους άνδρες με τα μάγκικα τραγούδια τους, τους χορούς και τα γλέντια, τα πανηγύρια με τους υπέροχους λαϊκούς μουσικούς, ένα Άργος που φαντάζει μέσα από τις περιγραφές του λεβέντικό και εργατικό και συγχρόνως μερακλίδικο, γλετζέδικο και ερωτικό.
Ας απολαύσουμε πέντε ποιήματα – τραγούδια αφιερωμένα στο Άργος, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του τα «Αναπλιώτικα», για να τον γνωρίσουν και οι νεώτεροι Αργείτες. Και ίσως να τους βοηθήσουν τα τραγούδια αυτά να γνωρίσουν καλύτερα το Άργος των πατεράδων και των παππούδων τους και να αγαπήσουν και αυτοί σήμερα την πόλη τους, τόσο, όσο και ο Ναυπλιώτης ποιητής.
ΑΡΓΕΙΤΙΚΟ
Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,
Με κλαριτζή το Φέκα,
Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,
Τσ’ ακούστη στη Χαλιέπα!…
Ρεμπούμπλικες, ψηλά – στραβά
– Κλαρίνο Αργείτικον – χαβά –
Μουστάκες ξαγριεμένες
Και «πατατούκες» στόνα τους
Μανίκι, φορεμένες !…
– Ζουνάρες – κρεμασμένες…
Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,
Με κλαριτζή το Φέκα,
Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,
Τσε τα’ ακούσε η Χαλιέπα,
Για μιάν Αργείτισσα γλυτσά
Νταρντάνα και δουλιεύτρα…

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου. Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1930;).
ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ
(Mιά φορά κι’ έναν καιρό…)
Eις μνήμην Σαρδέλλη – Νίνου – Μπουμπούκη, παληών αμαξάδων Του Άργους, που μετέφεραν την Παιδική ψυχή στο «πανηγύρι!»…
– Άϊντες!.. Να ιδής τις νειόπαντρες,
Στ’ Άργους το πανηγύρι…
– Κιλίμι ασημοπότηρο,
Γυαλί, μαλλί, μπακίρι
Λάμπα, καθρέφτη, εικόνισμα,
Μύλο, λιβανιστήρι,
– Άϊντες!.. να ιδής τις νειόπαντρες,
Στ’ Άργους το πανηγύρι…
Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη,
Αργείτικο καμάρι,
– Ψηλά – στραβά το φέσι της,
– Η φούντα του, ως τη μέση της –
Κι’ ασίκικο «μπουμπάρι»*,
Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη.
Μιά μικροπαντρεμένη,
Στο πανηγύρι μπαίνει…
Κρατάει το νηό – το ταίρι της,
– Στο χέρι του το χέρι της –
Πυρρή και ξαναμμένη,
(Μικρούλα και πρωτόβγαλτη
Στο πανηγύρι μπαίνει…)
Και γουρνοπούλα Άργείτικη,
Ροδοκοκκινισμένη,
– Μαστόρικα ψημμένη,
(Η κοσμοξακουσμένη !…)
Μυρίζει της – μυρίζει της,
Και στέκει ζαλισμένη,
Ως ναν της φέρουν το «μεζέ»·
Γιατ’ είναι… γκαστρωμένη…
* Μπουμπάρι: Παραδοσιακός πικάντικος μεζές. Είναι λουκάνικο με γέμιση κρέας μοσχαρίσιο ή αρνί ή κατσίκι και τα εντόσθια του, εκτός από το συκώτι.
ΣΤΗ «ΣΟΥΣΤΑ» ΤΗΝ ΑΡΓΕΙΤΙΚΗ…
Στη «σούστα» την Αργείτικη
– Άργος – Άργος –
Στη «σούστα» την καμπίτικη,
– Κάμπος – κάμπος –
τη «μέγκλα* – μερακλίτικη»·
– Καθρέφτες μ’ αγγελάκια –
Ζουγραφιστά, πολύχρωμα,
Του κάμπου λουλουδάκια,
Και με τα χρυσοκόκκινα
στις ρόδες της «παρμάκια»,
Στη «σούστα» την Αργείτικη
– Τη «μέγκλα – μερακλίτικη»,
Νά ξανακαβαλλήσω,
Κανονικό κι ανάλαφρο
Κουδούνι ν’ αγροικήσω
Με της αυγούλας τη δροσιά,
– Κορδέλλα – πέρα ή δημοσιά,
Να σιγοτραγουδήσω…
Στη «σούστα» την Αργείτικη
– Βλάγκα φοράδα**
(Φέλπα ή γυαλάδα!)***
Λεβεντιά κι’ ωμορφάδα
(Το βελουδένιο σου πετσί,)
Πως να σηκώση καμουτσί;
– Στράκες,**** μονάχα, αράδα…
– Γκέμι – γερό!
– Σούζες – σωρό!
– Τρέκλες – Χορό!
– Βλάγκα – φοράδα,
(Ομήρου Ιλιάδα…)
Με μπάσταρδο πουλάρι
Καμπίσιο θρεφτάρι
– Καμπίσιο βλαστάρι!
Του κάμπου καμάρι.
Στη «σούστα» την Αργείτικη
– Άργος – Άργος –
τη «μέγκλα – μερακλίτικη»·
– Κάμπος – κάμπος –
Στου χρόνου τα γυρίσματα,
Για τα καλωσωρίσματα,
Σούς «μπάγκους» – στα καθίσματα –
Αργείτικα κιλίμια
Στο καμουτσί, στα γκέμια της
Αργείτικα «τσαλίμια…»
* Μέγκλα: Μάγκικη λέξη που εννοεί το άριστο, το πολύ καλό.
** Βλέγκα: Λέξη στην Κύπρο. Εννοούν το πολύ θερμό κλίμα, την ζεστή ατμόσφαιρα.
*** Φέλπα ή γυαλάδα: Ιταλική λέξη για το μαλακό ύφασμα με τη βελούδινη υφή.
**** Στράκα: Ξερός διαπεραστικός ήχος που παράγεται όταν κτυπάς το καμουτσίκι στον αέρα.

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.
ΤΟ ΤΟΥΜΠΟΥΡΛΟΥ
«Τουμπουρλού μωρή,
Το σαλβάρι* σου,
Στρογγυλό παχύ,
Το ποδάρι σου».
Τουμπουρλού μωρή
Τουμπουρλού μωρή
Μπήκε η Αποκρηά,
Στρώσανε οι χοροί,
Τουμπουρλού μωρή…
Του Φέκα το κλαρίνο,
Κανείς δεν το βαρεί,
Τουμπουρλού μωρή
Του Μπόγια το ζουνάρι,
Κανείς δεν το φορεί,
Τουμπουρλού μωρή…
Του Μπόγια, του Μπεκιάρη**
– Άργείτη μακελλάρι –
Ο Χάρος χάρισέ του,
Λεπίδα κοφτερή,
Τουμπουρλού μωρή…
Κι’ έκοβεν ανθρώπους
(Χρόνια καί καιροί)
Τουμπουρλού μωρή…
Τ’ Αργείτικο μαχαίρι,
(Δεν το πιάνει χέρι)
Βγήκε απ’ το θηκάρι
Κι’ άσπλαχνο βαρεί,
Τουμπουρλού μωρή…
Ο Μάνος ο Καλλέργης,***
Άγάπησε Κορώνα,
Βασίλισσα, γοργόνα,
Να ζήση δεν μπορεί,
Τουμπουρλού μωρή.
Και παλαβωμένος,
Στα σοκάκια του Άργους
Κλαίει και καρτερεί,
Τουμπουρλού μωρή…
Τα κορίτσια του Άργους,
Τα καλοφτειασμένα,
Κοσμοξακουσμένα,
Τ’ Άργους οι χοροί,
Τουμπουρλού μωρή…
* Σαλβάρι: Περσική λέξη. Φαρδιά γυναικεία παντελόνα που φορούσαν παλιά οι χωρικές.
** Μπεκιάρης: Παλαιός δήμιος εξ Άργους.
*** Καλλέργης: Ο εραστής της αυτοκράτειρας Ευγενίας.
Ο ΓΙΑΛΕΛΗΣ
Ο Γιαλελής ο Κίτσος,
Καρίπης αμαξάς,
Κι’ ο κλαριτζής ο Γιώργης
Ο Καραμουτζάς,
Το βλάγχο τον ανέμη,
Το βλάγκο τον ασίκη,
Πού δεν σηκώνει γκέμι,
Δεν παίρνει καμουτσίκι,
Τον ζέψανε στη σούστα,
Στη φτεροσούστα τους,
Και βγήκανε στην τσάρκα,
– Αμάν, και διπλοστράκα –
Και βγήκανε να κάνουν
Στ’ Άργος τα γούστα τους.
Ο Αραμπάς περνάει,
Κι’ ο αραμπατζής τρελλός
Φεύγατε Αργειτοπούλες,
Να μη σας πάρη ομπρός…
Τα μάγκικα τραγούδια,
– Της λεβεντιάς λουλούδια –
Τα μάγκικα τραγούδια
Τ’ αποκρέψανε,
Πέντε – έξη μπαγλαρώσαν
Κάνα – δύο μαχαιρώσαν
Και… ξεζέψανε…
Γιώργος Γιαννούσης
Οικονομολόγος – Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης
Ιστορίας & Πολιτισμού
Σχετικά θέματα:
Αναρτήθηκε στις Άργος, Ελεύθερο Βήμα | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργείτικα, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αναπλιώτης, Γιαννούσης, Ελεύθερο Βήμα, Ιστορία, Λαογραφία, Ποίηση | Leave a Comment »
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους όπως δεν φαίνεται – Άννα Μπανάκα, Δρ. Αρχαιολόγος, Αναπληρώτρια Διευθύντρια στην Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου. Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.
Καθώς πληθαίνουν με την πάροδο του χρόνου οι έρευνες στην Ελλάδα και αρχίζει η συλλογή αρχαίων, η συσταθείσα από το 1837 Αρχαιολογική Εταιρεία [1] ενεργοποιείται στη διάσωση των αρχαιοτήτων στις Επαρχίες και ζητάει από την Κυβέρνηση την άδεια να διορίζει Εφόρους, υπεύθυνους για την προστασία των αρχαίων μνημείων. Οι ενέργειές της καταγράφονται στις αναφορές πεπραγμένων στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό υπό τον τίτλο Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας [2]. Ο Αντώνιος Βλαστός [3], σχολάρχης στην Ερμούπολη της Σύρου, και ο αυτοδίδακτος αρχαιολόγος Παναγιώτης Σταματάκης [4] ορίσθηκαν για το σκοπό αυτό. Ο πρώτος περιόδευσε στην Πελοπόννησο και ο δεύτερος στη Στερεά Ελλάδα αρχικά και στην Πελοπόννησο αργότερα [5] καθιστώντας σαφή την εποπτεία και εκπροσώπηση του ελληνικού κράτους στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών σε περιοχές με ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον (Μυκήνες) [6]. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας αυτής ήταν εξαιρετικά και με πρόταση της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην Κυβέρνηση ψηφίσθηκε ειδικός νόμος για την καθιέρωση των επαρχιακών Εφόρων [7].
Οι περιοδείες αποφέρουν καρπούς και με τη φροντίδα του Π. Σταματάκη ιδρύονται αρχαιολογικές συλλογές στη Στερεά Ελλάδα (Θήβα, Χαιρώνεια, Πλαταιές, Τανάγρα, Δελφοί, Αυλίδα, Θεσπιές) [8], Μύκονο [9] και στην Πελοπόννησο (Άργος, Νεμέα, Αίγιο) [10]. Όπως φαίνεται από τις αναφορές των περιηγητών που είχαν επισκεφθεί το Άργος τα ευρήματα είχαν συγκεντρωθεί στο κτήριο του Δημαρχείου ήδη στα τέλη του 1850 [11]. Η συλλογή αποκτά επιστημονική οντότητα την 1η Δεκεμβρίου του 1878 όταν ο Π. Σταματάκης καταγράφει και ταξινομεί γλυπτά και ανάγλυφα προερχόμενα από την πόλη αλλά και την ευρύτερη περιοχή [12]. Οι αδιαμφισβήτητες ικανότητές του επιβραβεύονται με τον διορισμό του αρχικά ως αναπληρωτή του Παναγιώτη Ευστρατιάδη, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων στις 24 Φεβρουαρίου του 1884. Το ίδιο έτος προήχθη σε Γενικό Έφορο, θέση την οποία τίμησε μέχρι το θάνατό του το 1885 [13]. Στην επιστημονική ιεραρχία ακολούθησε ο Παναγιώτης Καββαδίας [14], ο οποίος σύμφωνα με δημοσιεύματα στον αργειακό τύπο επισκέφθηκε το Άργος το ίδιο έτος, όταν προσδιορίζεται χρονικά μεταφορά αρχαίων από το Μουσείο του Άργους στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα [15]. Με την ενέργεια αυτή μπορεί να συνδυασθεί η χειρόγραφη επανάληψη του καταλόγου του Σταματάκη με την επισήμανση «ότι ακριβές αντίγραφον. Εν Άργει την 8 Αυγούστου 1885. Ο Δήμαρχος Αργείων» [16]. Σε κάθε περίπτωση όταν ο Π. Καββαδίας συντάσσει τον πρώτο οδηγό της έκθεσης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και των γλυπτών [17] περιλαμβάνονται αρχαία έργα από το Άργος και τη γύρω περιοχή.
Στο ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας εντάσσεται και η πρωτοβουλία εκ μέρους των λογίων για διεξαγωγή έρευνας. Το 1888 οι έρευνες του Ι. Κοφινιώτη στο ύψωμα της Λυκώνης, νότια της Λάρισας [18] προσθέτουν σημαντικά στοιχεία για την τοπογραφία της πόλης στους ιστορικούς χρόνους φέρνοντας στην επιφάνεια κατάλοιπα που συνδέονται με την αναφορά του Παυσανία για το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος. Σύμφωνα με την μαρτυρία του περιηγητή στο ιερό υπήρχαν αγάλματα του Απόλλωνα, της Άρτεμης και της Λητούς, έργα αποδιδόμενα στον Πολύκλειτο [19]. Τέσσερα χρόνια αργότερα δημοσιεύεται το βιβλίο του Κοφινιώτη για τις αρχαιότητες του Άργους, Ιστορία του Άργους μετ΄ εικόνων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών (1892 – 1893) [20].
Έχουμε φθάσει χρονικά κοντά στην περίοδο που η πόλη θα αναδειχθεί σταδιακά με τα ερευνητικά προγράμματα μελών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής [21]. Ο Ολλανδός αρχαιολόγος Wilhelm Vollgraff έρχεται το 1902 [22] και επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στον Λόφο του Προφήτη Ηλία και στο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Δειράδας [23]. Στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου του σημειώνει : «17 Μαΐου 1902. Έφθασα με το τραίνο στη μία η ώρα. Το απόγευμα ανέβηκα στην Ασπίδα και μάζεψα μια συλλογή από όστρακα μυκηναϊκά και άλλα». Ο Vollgraff αναφέρεται στο Λόφο του Προφήτη Ηλία [24]. Η παρουσία του δεν περνά απαρατήρητη από τους κατοίκους του Άργους οι οποίοι του υποδεικνύουν αρχαιότητες [25]. Η περιοχή δεν άργησε να προσελκύσει ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι την επισκέπτονται ως εκδρομείς στο πλαίσιο του Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα [26].
Πιθανότατα το πρόγραμμα του Vollgraff ευνοείται από την εξέλιξη αυτή και φαίνεται ότι ανταλλάσσεται σχετική αλληλογραφία με το Υπουργείο για τη διεξαγωγή συστηματικών ερευνών. Το Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά και ενημερώνει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία (εικ. 1)· οι έρευνές του τελούν υπό την εποπτεία του Εφόρου Αρχαιοτήτων Αργολίδος : «Γνωρίζομεν υμίν ότι κατά γνώμην του Αρχαιολογικού Συμβουλίου ενεκρίναμεν όπως η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συνεχίση εν Άργει ας από ετών ενεργεί δια του κ. Vollgraff ανασκαφάς. Η εποπτεία τούτων ανατίθεται υμίν, θέλετε δε γνωρίση εγκαίρως τω ενεργήσοντι τας ανασκαφάς ότι πάσα ζημία επενεχθησομένη εν μη δημοσίοις κτήμασι θέλει βαρύνη την άνω Σχολήν ή ατομικώς τον ενεργήσοντα τας ανασκαφάς. Δια τούτο προ πάσης ενεργείας αναγκαίον νομίζομεν να προηγήται η μετά του ιδιοκτήτου συνεννόησις και η προ της ανασκαφής του κτήματος συγκατάθεσις αυτού. Ο Υπουργός» [27]. Μετά από μεγάλη διακοπή συνεχίζει τις έρευνες στο ύψωμα της Λάρισας τη διετία 1928 -1930 [28]. Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα σε δύο πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής που συντάσσονται μεταξύ του ανασκαφέα και του εκπροσώπου της Ζ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας στις 27 Αυγούστου 1928 και 1930 τα ευρήματα παραλαμβάνει ο Ιωάννης Ιωακείμ, «ως ο επί των ενεργουμένων ενταύθα παρά της Γαλλικής Σχολής ανασκαφών επιμελητής αυτών διορισθείς» [29]. Στα ενδιαφέροντα του Vollgraff περιλαμβάνονται και περιοχές γύρω από το Άργος (Σχ(ο)ινοχώρι [30], Μαγούλα Κεφαλαρίου [31]) όπου διεξάγονται βραχύχρονες έρευνες. Τα ευρήματα συγκεντρώνονται σε χώρο του Δημαρχείου [32], όπου στη διάρκεια της κατοχής δέχονται δύο φορές την επέμβαση φιλομάθειας των ιταλικών στρατευμάτων [33]. Η περιγραφή του σοβαρότερου περιστατικού σε έγγραφο αποτελεί ένα δείγμα των δοκιμασιών της πολιτιστικής κληρονομιάς στην πόλη του Άργους.
«Ιταλοί της εκεί στρατιωτικής διοικήσεως διέρρηξαν το παράθυρο του Μουσείου και έκλεψαν πολλά αντικείμενα αυτού. Μεταξύ των κλαπέντων είναι εις χρυσούς δακτύλιος, γλυπτά και πήλινα αντικείμενα και άλλα άτινα αγνοούνται, καθόσον προήρχοντο εκ των ανασκαφών Vollgraff και ευρίσκοντο εις εσφραγισμένα κιβώτια προκειμένου να μελετηθούν από τον ίδιον τον διενεργήσαντα την ανασκαφή. Μεταξύ των κλαπέντων υπήρχε και κιβώτιον πλήρες εκ των ανασκαφών τούτων. Πολλά των αριθμημένων αντικειμένων ελλείπουν. Την 24η Οκτωβρίου 1941 ο λοχαγός διοικητής του Άργους Aurelio Marcarino υπό τας διαταγάς του στρατηγού U. Ricagno αφήρεσε εκ του Μουσείου του Άργους διάφορα αντικείμενα μεταξύ των οποίων εν ιππάριον, πέντε αγγεία, δύο λύχνους και δύο ειδώλια γυναικών. Πληροφορηθείς όμως προφανώς ότι θα του ζητηθεί να επιστρέψει τα αντικείμενα εσκηνοθέτησε και πραγματοποίησε διάρρηξη του Μουσείου προς κάλυψη της κλοπής στις 30 του ιδίου μηνός κατά την οποία αφαιρέθηκαν αρκετά ακόμα αντικείμενα του Μουσείου δυσεξακρίβωτα λόγω του ότι εκλάπη και ο κατάλογος.
Όταν εζητήθη από τον λοχαγό Marcarino να επιστρέψει τα κλαπέντα, τα επέστρεψε・ συναινούσης δε και της προϊσταμένης του αρχής επεχείρησε να δικαιολογήσει την πρώτη του κλοπή με την πρόφασιν ότι κατεγίνετο με την ιστορία του Άργους. Σημειωθήτω όμως ότι τρία εκ των ως άνω αναφερομένων πήλινων αγγείων, άτινα είχε κλέψει κατά την πρώτην του κλοπή δεν επέστρεψεν» [34]. Σχεδόν ένα μήνα μετά το συμβάν ο Επιμελητής Αρχαιοτήτων ενημερώνεται ότι «η Ιταλική διοίκησις προέβη εις το κλείσιμο των παραθύρων δια τούβλων, ώστε είναι αδύνατος πλέον η είσοδος ανθρώπου δια τούτων. …. Όσον αφορά τα αντικείμενα του μουσείου θέλομεν σας αναφέρει κατά την εδώ άφιξή σας [35]».
Η φύλαξη των επιστραφέντων γίνεται με τη μεταφορά τους – άγνωστο πότε – στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και μετά από πολλά χρόνια στο Μουσείο Άργους [36]. Το υλικό, που περιλαμβάνει ευρήματα από την αρχαϊκή έως την ελληνιστική εποχή, αποθηκεύεται στη διδακτική συλλογή της Σχολής, στο υπόγειο της νέας πτέρυγας του Μουσείου, με την ένδειξη «ανασκαφές Vollgraff» [37].
Επιστρέφοντας στο ιστορικό οδοιπορικό του Μουσείου, στο κτήριο του Δημαρχείου Άργους η από 21-3-49 αναφορά του Παναγιώτη Διακουμή, φύλακα αρχαιοτήτων στις Μυκήνες, προς το Σεβαστόν Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων περιγράφει την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο χώρο των αρχαίων: «Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ευσεβάστως υμίν τα κάτωθι. Υποδιεύθυνσις Χωροφυλακής Άργους επίταξε το Μουσείον Άργους και έχη τοποθετήση εντός του Μουσείου πυρομαχικά και (ε)ίδη τροφίμων. Υποβάλλεται η Παράκλησις όπως προβήτε εις την λήψιν των ενδεδειγμένων μέτρων. Ευπειθέστατος (υπογραφή)».
Στο έγγραφο με αρ. πρωτ. 24, Μάρτιος 1949 που εστάλη από τον Προϊστάμενο προς το Υπουργείο αναφέρεται το γεγονός και επιπροσθέτως τα ακόλουθα: «Δια ταύτα παρακαλώ όπως ως τάχιστα τηλεγραφικώς διαταχθή η εκκένωσις της Συλλογής από παντός ξένου προς τας αρχαιότητας αντικειμένου και η παράδοσις των κλειδιών εις τον εκεί Επιμελητήν. Δεν παραλείπω να αναφέρω ότι εντός των προθηκών, αίτινες δεν είναι ασφαλείς, φυλάσσονται σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Ευπειθέστατος (χωρίς υπογραφή)». Δεν γνωρίζουμε τα σχετικά με την αποκατάσταση του χώρου αλλά από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι έχει διαμορφωθεί μία έκθεση αντικειμένων γνωστή σε αρχαιογνωστικούς – περιηγητικούς οδηγούς (Les Guides Bleus), οι συντελεστές των οποίων επιθυμούν να την συμπεριλάβουν στην ύλη τους [38] συμπληρώνοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο την αρχαιολογική εικόνα της Αργολίδας [39].
Στον νομό έχει συγκροτηθεί η Τοπική Επιτροπή Τουρισμού Ναυπλίου, η οποία απευθύνεται ως εξής προς την αρμόδια Υπηρεσία: «Προς τον κ. Έφορον Αρχαιοτήτων Ναυπλίου – Ενταύθα. Έχομεν την τιμήν να σας διαβιβάσωμεν παράκλησιν της Επιτροπής Τουρισμού Ναυπλίου όπως παραχωρήσητε εις τον Δήμον Αργείων τας κλείδας του εν Άργει Αρχαιολογικού Μουσείου ίνα ευχεραίνηται η επίσκεψις αυτού ως άλλωστε μέχρι τούδε εγίγνετο. Την παράκλησιν ημών ταύτην διαβιβάζωμεν εν τη πεποιθήσει ότι η φύλαξις των αρχαιολογικών ευρημάτων θα είναι ασφαλής και εις χείρας του Δήμου Άργους, ώστε να μη υπάρξη δισταγμός τις εκ του λόγου τούτου, εφ΄ ΄οσον δε και υμείς συμφωνείτε εις τούτο, ελπίζομεν, ότι θέλετε αποδεχθή την παρακλήσιν μας προς διευκόλυνσιν των επιθυμούντων να επισκευθούν το Μουσείον Άργους. Μετά τιμής, Ο πρόεδρος Παν. Μελισσηνός». [40]
Η παράκληση αυτή αναδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς την έλλειψη προσωπικού φύλαξης με αποτέλεσμα την αδυναμία της λειτουργίας της συλλογής ως επισκέψιμου χώρου. Το πρόβλημα της ασφάλειας απασχολεί τον Σ. Ι. Χαριτωνίδη, Επιμελητή Αρχαιοτήτων στο Ναύπλιο, και, καθώς δεν επιλύεται άμεσα, απευθύνεται εγγράφως για συνδρομή στην Αστυνομία Άργους: «έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς, όπως αναλάβητε την διαφύλαξιν του κλείθρου της εν Άργει αποθήκης αρχαίων και το άνοιγμα και κλείσιμον της θύρας, οσάκις προσέρχονται προς μελέτην εν αυτή οι εν τη πόλει σας διενεργούντες ανασκαφάς αρχαιολόγοι, μέλη της Γαλλικής Σχολής Αθηνών κ.κ. Roux, Courbin, Charneux, Martin και Boddah. Ούτοι ενδεχομένως δύνανται να συνοδεύονται υπό 2-3 εργατών και του τεχνίτου συγκολλητού. Μετά τιμής, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων, Σ .Ι. Χαριτωνίδης» [41].
Ένα μήνα σχεδόν μετά επανερχόμενος με το αρ. 532/26 Ιουλίου 1952 έγγραφό του προς την ίδια αρχή γράφει: «έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς, όπως επιστρέψητε ημίν την κλείδα της Αποθήκης Αρχαίων, την οποίαν ανελάβητε προσωρινώς να διαφυλάξητε κατόπιν του υπ΄ αρθ. 487/12-6-52 ημετέρου εγγράφου. Μετά τιμής, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων (Μονογραφή)» [42].
Οι ημερομηνίες των δύο εγγράφων αντιστοιχούν στο διάστημα των συστηματικών ανασκαφικών ερευνών της ΓΑΣ στο Άργος [43]. Στην ακόλουθη αλληλογραφία είναι εμφανής η προσπάθεια για τη φύλαξη των συγκεντρωμένων αρχαίων, τη δυνατότητα επίσκεψης της συλλογής και τη διευκόλυνση όσων είχαν αποδεδειγμένα λόγο εργασίας εκεί. Απευθυνόμενος προς τον Ι. Παπαδημητρίου, Έφορο Αρχαιοτήτων, γράφει:
«Λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω ότι επραγματοποιήθη η υπό του Δήμου Άργους παραχώρησις της μεγάλης αιθούσης του ισογείου του Δημαρχείου, ένθα η Γαλλική Σχολή ετοιμάζεται να οργανώση έκθεσιν των ευρημάτων των τελευταίων της ανασκαφών [44]. Κατόπιν τούτου η δικαία απαίτησις της επισκέψεως του προσωρινού τούτου Μουσείου (εικ. 2 -4) [45] θα είναι υπέρποτε επίμονος και είναι ανάγκη να υπάρχη φύλαξ εν Άργει, η παρουσία του οποίου είναι μάλιστα σήμερον απαραίτητος μετά την προσθήκη εις τα προς φύλαξιν αρχαία και του πλήρως αποκαλυφθέντος Ωδείου με τα μωσαϊκά δάπεδα. Ως εκ τούτου μέχρι επιτεύξεως διορισμού νέου φύλακος θα έδει να μεταβαίνη εις Άργος ο μάλλον διαθέσιμος και πλησιέστερα κατοικών φύλαξ του Ηραίου κατόπιν διαταγής σας ή αποσπώμενος δια προτάσεώς σας υπό του Υπουργείου. Ευπειθώς, ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων» [46].
Η εισήγηση έγινε δεκτή και ο Χαριτωνίδης ανέθεσε εγγράφως καθήκοντα στον φύλακα αρχαιοτήτων Ηραίου: «Κατόπιν εντολής του κ. Εφόρου παραγγέλλομεν υμίν, όπως εις το εξής μεταβαίνητε τρις της εβδομάδος, ήτοι εκάστην Τετάρτην, Σάββατον και Κυριακήν εις Άργος, ίνα ανοίγητε την εν τω ισογείω της Δημαρχίας προσωρινήν έκθεσιν του Μουσείου προς επίσκεψιν υπό του κοινού από της 9ης μέχρι 14ης ώρας. ‘Απαξ τουλάχιστον της εβδομάδος δέον, όπως επιθεωρήτε το Θέατρον μετά του Ωδείου και τον παρακείμενον χώρον των ανασκαφών. Την εν τω ισογείω της Εμπορικής Σχολής αποθήκην θα ανοίγετε μόνον κατόπιν σημειώματος του Εφόρου ή του Επιμελητού. Ο Επιμελητής των Αρχαιοτήτων (μονογραφή Σ.Χ).[47]
Τα σωρευμένα από τις ανασκαφές αρχαία και η μικρή έκθεση στο Δημαρχείο δημιουργούν κλίμα κοινωνικής πίεσης και συμβάλλουν στην υλοποίηση της επιθυμίας των κληρονόμων του Δ. Καλλέργη για τη χρήση της οικίας του ως μουσείου. Άλλωστε υπό την προϋπόθεση αυτή και μετά από τις απαραίτητες επισκευές του κτηρίου συναινεί, μετά από γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου στην αρ. 12/30-3-54 Συνεδρία του, η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας σε σχετικό έγγραφο προς τον Δήμο Άργους για την ίδρυση αρχαιολογικής συλλογής στην πόλη του Άργους. «Προ της επισκευής τούτου, δεν φρονούμεν ότι ενδείκνυται η ίδρυσις αρχαιολογικής συλλογής εν Άργει, δεδομένου ότι και η χρησιμοποιουμένη σήμερον δια την διαφύλαξιν δευτερευουσών αρχαιοτήτων αποθήκη του Δημαρχιακού Μεγάρου είναι ακατάλληλος δια τον σκοπόν τούτον» [48].
Στις 21/5/1955 ο Δήμος Άργους ανακοινώνει στον Νομάρχη Αργολίδος την αρ. 144/55 Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου «εν σχέσει προς την κατά παράκλησιν παραχώρησιν ιδιοκτησιών Δήμου προς το Ελληνικόν Δημόσιον δια τας ανάγκας του Μουσείου Άργους» και «άνευ ανταλλάγματος» – όπως συμπληρώνεται στον δεύτερο όρο της Απόφασης [49]. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής αλληλογραφίας ακολουθεί και μια δεύτερη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η αρ. 405/55, που κοινοποιείται στο Νομάρχη Αργολίδος και στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας. Από σχετική ερμηνεία τους προκύπτει ότι η δεύτερη Απόφαση είχε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο της οικίας Καλλέργη. Το Υπουργείο ενημερώνει εγγράφως τον Νομάρχη με κοινοποίηση προς τον Έφορο της Δ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας ότι «συμφωνούμε προς τα εν τη υπ’ αριθ. 405/1955 αποφάσει διαλαμβανόμενα, υπό τον όρο μόνον, ότι εντός του κήπου, περί ου το εδάφιο 4, δεν θέλει επιτραπή εγκατάστασις οιασδήποτε επιχειρήσεως απαδούσης προς την ιερότητα του χώρου» [50].
Για την επίσπευση δε του θέματος ζητείται η συνέχιση της οικονομικής ενίσχυσης από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Ακολουθεί η έκδοση χρηματικού εντάλματος στο όνομα του καθηγητή Αν. Ορλάνδου «εκ του προϋπολογισμού της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας δια τας εργασίας αποπερατώσεως του Μουσείου Καλλέργη εν Άργει» [51] (εικ. 5-6) και με δεύτερο, αντίστοιχου περιεχομένου, η συνέχιση της οικονομικής ενίσχυσης «προς έτι μεγαλύτερον βαθμόν, ίνα είναι σύμμετρος και η ενίσχυσις της εν λόγω Σχολής προς τα αναληφθέντα παρ΄ αυτής έργα πλησίον του εν λόγω Μουσείου» [52].
Για την ολοκλήρωση του μουσειολογικού προγράμματος είναι απαραίτητη η παραχώρηση από τον Δήμο Άργους «και του υπολοίπου οικοπέδου, του κειμένου παραπλεύρως του ανεγειρομένου υπό της εν λόγω Σχολής μουσείου, προκειμένου η Γαλλική Σχολή να προέλθη εις την ανέγερσιν υποστέγου προς τον σκοπόν της στεγάσεως των αυτόθι μωσαϊκών. Τονίζομεν ότι η προς το Δημόσιον μεταβίβασις της κυριότητος, τόσον του εν λόγω οικοπέδου, όσον και του οικοπέδου του νέου μουσείου, αποτελεί βασικήν προϋπόθεσιν δια την χορήγησιν αδείας συνεχίσεως των εργασιών αποπερατώσεως του ανεγειρομένου μουσείου» [53].
Οι κατά νόμο προβλεπόμενες διαδικασίες επικυρώνονται με Γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου [54] και ενημέρωση του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών για την αποδοχή «της δωρεάν παραχωρήσεως προς το Ελληνικό Δημόσιο του εν Άργει και παρά το Καλλέργειον οίκημα, οικοπέδου του, δια τας μουσειακάς ανάγκας της πόλεως….. υπό τον όρο της απαλείψεως εκ της ανωτέρω αποφάσεως του υπ΄ αρ. 10 όρου της» [55].
Πριν τις οικοδομικές εργασίες διενεργείται εκτεταμένη ανασκαφική έρευνα από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, στο χώρο ανέγερσης της νέας πτέρυγας του Μουσείου που προσαρτήθηκε στην οικία Καλλέργη [56] και της στοάς [57].
Ωστόσο η πρόοδος των εργασιών δεν ικανοποιεί κάποιους φορείς. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας επισυνάπτει σχετικό απόκομμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, ο ανταποκριτής της οποίας στις 18 Αυγούστου 1958 (εικ. 7) γράφει ότι: «Ελλείψει μικράς πιστώσεως δεν λειτουργεί κανένα από τα δύο αρχαιολογικά μουσεία του Άργους. Βαρέα η ευθύνη του κράτους» και συνεχίζει αναφέροντας τις δυσκολίες που έχουν παρουσιασθεί. Το Υπουργείο ζητάει εγγράφως ενημέρωση από τον Έφορο Αρχαιοτήτων [58]. Η απάντηση του Προϊσταμένου αναδεικνύει και πάλι το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού «ειδικώς για την πόλιν του Άργους, όπου ως γνωστόν υπηρετεί εις μόνον φύλαξ, καθωρίσαμεν όπως ούτος τας μεν πρωϊνάς ώρας παρευρίσκηται εις το νεόδμητον Μουσείον, τας δε απογευματινάς εις τον αρχαιολογικόν χώρον. Άλλως τε δεν υπάρχει ακόμη εις την πόλιν ωργανωμένον Μουσείον, τα δε αποθηκευμένα κάτωθεν της Δημαρχίας αρχαία αντικείμενα καθ΄ όν τρόπον είναι συσωρευμένα δεν καθίστανται προσιτά εις τους πάσης φύσεως επισκέπτας, ει μη μόνον εις τους ειδικούς, τους οποίους πάντοτε εξυπηρετούμεν. Ευπειθέστατος» [59].
Μικρή καθυστέρηση των εκθεσιακών εργασιών προκαλεί ανησυχία στην Παναργειακή Ένωση Αθηνών [60], η οποία απευθύνει εγγράφως ερώτημα στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας. Το θέμα τίθεται υπόψη του Ν. Βερδελή, Εφόρου Αρχαιοτήτων της Δ΄ Περιφέρειας [61], ο οποίος απαντά «περί του εν περιλήψει θέματος και συν τη επιστροφή της αιτήσεως της Παναργειακής Ενώσεως Αθηνών λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι, ως τυγχάνει και ημίν γνωστόν, ήρχισαν ήδη αι προκαταρκτικαί εργασίαι δια την επανέκθεσιν των αντικειμένων εις το Μουσείον Άργους τόσον εις την ανεγερθείσαν υπό της Γαλλικής σχολής πτέρυγα όσον και εις την πτέρυγαν του Καλλεργείου. Ελπίζομεν δε ότι μέχρι τέλους του έτους θα είναι δυνατόν να αρχίση η λειτουργία τούτου. Ευπειθέστατος» [62].
Στην απάντηση αυτή ο Έφορος έχει λάβει υπόψη του ότι οι διαδικασίες προχωρούν με εγκρίσεις από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο των σχεδίων που εκπονήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Youri Fomine και συγκεκριμένες οδηγίες για την παρουσίαση της εκθεσιακής πρότασης. Σύμφωνα με συμφωνητικό που συντάχθηκε στις 29/4/1959 στο πλαίσιο μειοδοτικής δημοπρασίας για τις προθήκες, «άπασαι αι προθήκαι θα κατασκευασθούν συμφώνως προς τας διαστάσεις και τα σχέδια της Δ/σεως Αναστηλώσεως, ως προς δε την μορφήν και τας λεπτομέρειας θα ληφθούν ως υπόδειγμα αι προθήκαι της αιθούσης Μυκηνών του ΕΑΜ» [63]. Παράλληλα με τις εργασίες για το εσωτερικό του Μουσείου έχει ληφθεί πρόνοια και για τον αύλειο χώρο με μελέτη η οποία εγκρίθηκε από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο [64].
Σε συνεννόηση με την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή ακολουθεί η σταδιακή μεταφορά των αρχαίων από το κτήριο του Δημαρχείου και την αποθήκη της Εμπορικής Σχολής στις αποθήκες του νέου Μουσείου. Με έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας προς τη Διοίκηση Χωροφυλακής Ναυπλίου τίθεται το θέμα της ρύθμισης της διέλευσης οχημάτων μπροστά από το κτήριο «εις το σημείον τούτο της πόλεως εις τρόπον ώστε παρά το Μουσείον να επιτρέπηται η διέλευσις μικρών οχημάτων, τα δε βαρέα να διέρχονται άλλοθεν…… διότι η διέλευσις βαρέων οχημάτων δια της οδού της διερχομένης έμπροσθεν του Μουσείου Άργους δημιουργεί συνεχή όχλησιν εις τους επισκέπτας του Μουσείου και εν γένει κατάστασιν αντικειμένην εις τον χαρακτήρα του Ιδρύματος» [65]. Στο εσωτερικό του Μουσείου αναρτάται η επιτοίχια αναμνηστική πλάκα προς τιμήν της Σχολής και η ημερομηνία των εγκαινίων του Μουσείου στις 25 Ιουνίου 1961 [66]. Η εφημερίδα ΒΗΜΑ στο φύλλο της 25ης /06/ 1961 χαιρετίζει το γεγονός με τίτλο «Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΤΕΛΕΤΗ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΓΟΣ. Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΕΙ ΤΟ ΝΕΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΤΗΣ» και υπότιτλο «Μια χορηγία του γαλλικού κράτους – Προ ενενήντα ετών κραυγή κινδύνου για τις αρχαιότητες – Η ηρωϊκή εποχή της αρχαιολογίας». Μετά την ρύθμιση τελευταίων λεπτομερειών σχετικά με την καταβολή εισιτηρίου εκ μέρους των επισκεπτών είναι έτοιμο να δεχθεί τους επισκέπτες. Ένα μήνα αργότερα ο Δήμος Άργους, με την αρ. 85/13-7-1961 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, απονέμει τον τίτλο του επίτιμου δημότη στον Διευθυντή και στα μέλη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής που συνέβαλαν στην υλοποίηση της έκθεσης. Λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια διαμορφώνεται τμήμα του εσωτερικού του προθαλάμου αριστερά της εισόδου σε μικρό πωλητήριο – εκθετήριο (εικ. 8).
Παρά την ίδρυση του Μουσείου η αρμόδια Υπηρεσία, η οποία εποπτεύει και τον Ν. Κορινθίας, παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα υποστελεχωμένη. Από αναφορές στο Αρχαιολογικό Δελτίο φαίνεται ότι στο Ναύπλιο υπηρετούν τρεις αρχαιολόγοι συμπεριλαμβανομένου του Προϊσταμένου [67]. Στο Άργος διενεργείται στοιχειώδης και κατά περίπτωση έλεγχος του υπεδάφους, κυρίως εντός του περιγράμματος των πεδίλων θεμελίωσης των νέων οικοδομών [68]. Όπως και στο παρελθόν [69] κάποιες φορές κρίνεται απαραίτητη η συνδρομή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο ανασκαφικό έργο της Εφορείας [70], σε χρονικά διαστήματα που δεν διεξάγει συστηματικές έρευνες στο αρχαίο Θέατρο και την Αγορά. Ο αρχαιολογικός έλεγχος της πόλης γίνεται πιο συστηματικός από το 1970 και εξής και τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών φυλάσσονται στις αποθήκες του μουσείου.
Η έκθεση πλαισιώνεται με αντικείμενα από τις συστηματικές έρευνες της ΓΑΣ στην αρχαία Αγορά, το Θέατρο, το Μυκηναϊκό Νεκροταφείο της Δειράδας (Λόφος του Προφήτη Ηλία) και τη Λέρνα (Μύλοι) [71]. Από τα χίλια περίπου έργα που εκτίθενται, ελάχιστα είναι αυτά που προέρχονται από σωστικές έρευνες της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Μέχρι τα εγκαίνια του Μουσείου είχαν έρθει στο φως διακόσιοι πενήντα τάφοι, από τους οποίους έγινε επιλογή για το εκθεσιακό υλικό της πρώτης αίθουσας. Πρωτότυπη για την εποχή εκείνη είναι η ιδέα της απόδοσης της σφυρήλατης πόρτας της εισόδου (εικ. 9) με αντιγραφή θεμάτων από αγγεία των υστερογεωμετρικών χρόνων (πομπή χορευτριών, ελάφια, πουλιά, ψάρια, παλαιστές, άλογα, ιχνηλάτες) [72] καθώς και τα μοτίβα των ενάλληλων γωνιών στο δάπεδο του προθαλάμου του Μουσείου.
Στην πρώτη αίθουσα (εικ. 10) ευρήματα από τη Μεσοελλαδική περίοδο έως την Κλασική εποχή αναδεικνύουν το μεγαλείο του Άργους με αναμφισβήτητη την ακμή της πόλης – κράτους στα γεωμετρικά χρόνια. Τα εκθέματα είναι τοποθετημένα σε γυάλινες εύθραυστες στη ματιά προθήκες. Στερεωμένες σε τέσσερις λεπτές και ελαφρά συγκλίνουσες κυλινδρικές ράβδους φέρνουν κοντά στο βλέμμα του θεατή το παρελθόν των Αργείων που αντικατοπτρίζεται από τη μια προθήκη στην άλλη, σε μια προσπάθεια να δηλωθεί η συνέχεια στη ζωή της αρχαίας πόλης [73]. Μια συνέχεια όμως η οποία, συνδεδεμένη με την αυστηρά επιστημονική πλευρά της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης, δεν απομακρύνθηκε από ζητήματα χρονολόγησης, απόδοσης και τεχνοτροπίας, που επισημαίνει και διαχωρίζει το «πρώϊμο» και το «ύστερο». Είναι εμφανές ότι το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας, το Εθνικό Αρχαιολογικό, είχε διαμορφώσει μία αντίληψη – πρότυπο, που μεταφερόταν σε μουσεία της περιφέρειας επί σειρά ετών. Με επίκεντρο ενδιαφέροντος έργα ταξινομημένα πολλές φορές ανάλογα με το υλικό κατασκευής τους, συνοδευόμενα από μια συνοπτική μνεία χρονολόγησης και ιστορικής περιόδου, απευθύνονταν σε επισκέπτες – αποκρυπτογράφους μιας ή πολλών αφηγήσεων.
Το «ιππόβοτον» και «πολυδίψιον» Άργος με τις λιγόλογες στερεότυπες λεζάντες των προθηκών αφυπνίζει η μοναδικότητα ορισμένων εκθεμάτων. Η έρευνα του «τάφου του πολεμιστή» στα ανατολικά του ρωμαϊκού Ωδείου έφερε στο φως τον χάλκινο κωδωνόσχημο θώρακα με το κράνος [74]. Οι λαθρανασκαφείς της αρχαιότητας κατέλιπαν το σημαντικότερο για τις επόμενες γενιές εύρημα, όπου η ζωή και ο θάνατος συμπορεύονται τόσο εύγλωτα: πλούτος, κοινωνική – αριστοκρατική τάξη, στρατιωτική δύναμη στο Άργος των ύστερων γεωμετρικών χρόνων. Τα έθιμα των συμποσίων είχαν ιδιαίτερη σημασία και αντικείμενα που χρησιμοποίησε εν ζωή (κρατευτές, οβελοί) ο Αργείος πολεμιστής τον συνόδευαν και στο θάνατο [75]. Μειώνοντας την απαγορευτική μεσολάβηση της προθήκης με τους αυθεντικούς οβελούς οι συντελεστές της έκθεσης αντιγράφουν έξι αντικείμενα αυτής της κατηγορίας και τα αναρτούν (εικ. 11) στο νότιο τοίχο της πρώτης αίθουσας [76], προσκαλώντας τους επισκέπτες να αφουγκρασθούν στο βάρος του μετάλλου την ιστορία του Άργους. Η επιδεξιότητα των Αργείων τεχνιτών αναδεικνύεται σε πλήθος έργων: στον αμυντικό και επιθετικό οπλισμό [77], χάλκινες περόνες, πόρπες, δαχτυλίδια, αναθηματικές φιάλες, στα χρυσά [78], γυάλινα και ελεφαντοστέϊνα κοσμήματα.
Κεραμική με μοτίβα «ανατολίζοντος ρυθμού», τροχήλατα ή χειροποίητα έργα κοροπλαστικής, (ασπιδοφόροι ιππείς, ένθρονες γυναικείες θεότητες, ομοιώματα κύκλιων χορών κ.α.), αποτελούν χαρακτηριστικές δημιουργίες εγχώριων εργαστηρίων στη διάρκεια της αρχαϊκής περιόδου. Οι γνώσεις διαδίδονται είτε με τις μετακινήσεις Αργείων τεχνιτών είτε με τεχνοτροπικές αντιγραφές από εργαστήρια κεραμικής διαφόρων περιοχών εντός και εκτός Πελοποννήσου [79]. Μύθος, τέχνη, ιστορικό παρελθόν συνδυάζονται στο τμήμα αργείου κρατήρα με τη σκηνή της τύφλωσης του Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του (670 π.Χ.), εμπνευσμένη από την Οδύσσεια [80]. Αντίστοιχα μηνύματα ανιχνεύονται σε ευρήματα κλασικών χρόνων, όπως ο αττικός ερυθρόμορφος κωδωνόσχημος κρατήρας του «ζωγράφου του Ερμώνακτα» (460 – 450 π.Χ.) με τη σκηνή της μονομαχίας του Θησέα με τον Μινώταυρο και την παρουσία της Αριάδνης [81]. Στους χρόνους του περιηγητή Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε το Άργος (2ος αι. μ.Χ.), μεταφέρει τον επισκέπτη η μακέτα των αρχαιολογικών χώρων (Αγορά, Θέατρο), δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής [82].
Στο διάδρομο και το ισόγειο του Καλλέργειου παρουσιάζεται η συλλογή της Λέρνας [83]. Ο προϊστορικός οικισμός με τα σπουδαία ευρήματα, που ήρθε στο φως στη διάρκεια ανασκαφών (1952 – 1958) από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών υπό την εποπτεία του John L. Caskey. Η ανάπτυξη, η ζωή και η τέχνη του οικισμού, που κατοικείται συνεχώς από τα Νεολιθικά χρόνια έως το τέλος της Εποχής του Χαλκού, ευνοήθηκε ιδιαίτερα από την γειτνίαση με τη θάλασσα, όπως αποδεικνύουν τα εισηγμένα αγγεία από τις Κυκλάδες (Μήλος), Κρήτη, Κύθηρα, Αίγινα και την Τροία. Στα πολυταξιδεμένα στο εσωτερικό και το εξωτερικό έργα της συλλογής περιλαμβάνεται το πήλινο γυναικείο ειδώλιο της Μέσης Νεολιθικής Εποχής που συμβολίζει την πνευματική ζωή του νεολιθικού ανθρώπου [84]. Η Πρωτοελλαδική εστία και τα πήλινα σφραγίσματα από τις αποθήκες της Οικίας των Κεράμων [85] αναδεικνύουν ιδιαίτερες αντιλήψεις, κοινωνική δομή και έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας και η αποκάλυψη του οικισμού περιλαμβάνεται σε εκτενές άρθρο εφημερίδας (εικ. 12) με ευρύτατη κυκλοφορία [86]. Επιπλέον, για ενημέρωση του κοινού σχετικά με την ευρύτερη περιοχή της Λέρνας, εγκρίθηκε με γνωμοδότηση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου η πώληση βιβλίου στα μουσεία Ναυπλίου και Άργους και στους αρχαιολογικούς χώρους Μυκηνών, Τίρυνθας, Επιδαύρου και Μύλων [87].
Στον πρώτο όροφο του Καλλέργειου περίοπτα έργα γλυπτικής, στήλες και ανάγλυφα σώζουν στην επιδερμίδα τους την πάτινα του χρόνου ανάμεικτη με το χώμα της ανασκαφής που δεν εμπόδισε την παρουσίασή τους στα μάτια των επισκεπτών. Αντίθετα, η εξέλιξη των τεχνολογικών μεθόδων και της επιστήμης αναδεικνύουν πολύτιμες λεπτομέρειες της ικανότητας των δημιουργών τους [88]. Ρωμαϊκά αντίγραφα έργων των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται από τις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην αρχαία Αγορά και το Θέατρο [89], έχουν τοποθετηθεί με έναν θεατρικό τρόπο καθώς επιτρέπουν στον επισκέπτη να γλιστρήσει ανάμεσά τους σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης της σιωπής τους και συμπλήρωσης της λιγόλογης λεζάντας. Θεότητες, ημίθεοι, ήρωες, μορφές θνητών, απηχούν το δημόσιο και ιδιωτικό βίο, τη μουσική παιδεία, την επίσημη και λαϊκή θρησκεία των Αργείων.
Ψηφιδωτά από ανασκαφές κοντά στο αρχαίο Θέατρο έχουν ενσωματωθεί στο δάπεδο της Στοάς στον κήπο του Μουσείου, με ποικιλία διακόσμου [90]. Σύμφωνα με σχετικά έγγραφα η αποκόλληση, συντήρηση και τοποθέτησή τους έγινε υπό την εποπτεία ειδικού συντηρητή. Στον ίδιο χώρο εκτίθενται έργα ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Ανάμεσά τους ανάγλυφη κεφαλή Μέδουσας με φίδια [91] (εικ. 13).
Το παγωμένο βλέμμα της δεν απέτρεψε το ζωντάνεμα του αρχαιολογικού πλούτου του Μουσείου Άργους με τα παιχνίδια πολιτισμού του προγράμματος ΜΕΛΙΝΑ. Σε συνεργασία με το Δήμο Άργους, διοργανώθηκε πολιτιστική εκδήλωση στον κήπο του Μουσείου με ανάγνωση κειμένων με θέμα «Άθλος, άθλημα, έπαθλο, αθλητής, αθλητισμός» [92]. Παρά τις όποιες δυσκολίες υποδομής ο προθάλαμος του Μουσείου διαμορφώθηκε σε εκθεσιακό χώρο για περιοδικές εκθέσεις. Με τη συνεργασία του Δήμου Άργους και των ΕΛΤΑ παρουσιάσθηκε έκθεση γραμματοσήμων με θέματα από την αρχαία ελληνική τέχνη [93]. Στον ίδιο χώρο η μικρή σε έκταση αλλά περιεκτική έκθεση με θέμα «Πολυδίψιον Άργος – Ο Υδάτινος πλούτος της Αργολίδας» αποτελεί μία μυθική και ιστορική διαδρομή της ανθρώπινης προσπάθειας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα για την ορθή εκμετάλλευση του θαύματος του νερού, που ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή [94]. Θεοί και άνθρωποι, ήρωες και ημίθεοι αγωνίζονται και επιδιώκουν να καθιερώσουν την παρουσία τους σε συνδυασμό με κάποια μορφή του υδάτινου στοιχείου: θάλασσα, ποτάμι, λίμνη, πηγή, πηγάδι, κρήνες, βροχή. Στο κέντρο της έκθεσης το ανάγλυφο της Λήδας με τον Δία μεταμορφωμένο σε Κύκνο σε μια μυθολογική ερωτική συνύπαρξη προσελκύει τον επισκέπτη που μαγεύεται από τη θεϊκή αταξία [95].
Πολλές φορές χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως η ιστορία επαναλαμβάνεται, όλα τα γεγονότα κάνουν τον κύκλο τους και πάλι από την αρχή.
Το 2008 η Δ΄ ΕΠΚΑ έλαβε αίτημα από το κολλέγιο Beloit στο Σικάγο που αφορούσε στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την προέλευση ενός αντιγράφου αρχαίου έργου με απεικόνιση της κεφαλής της Μέδουσας. Το αντίγραφο είχε δωρηθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το 1893 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης στο Σικάγο. Το νήμα μας οδηγεί στον κατάλογο του εκμαγέα Napoleone Martinelli, ο οποίος είχε ιδρύσει επιχείρηση στην Αθήνα, γύρω στο 1870, από εκεί που ξεκινήσαμε το οδοιπορικό του άρθρου μας. Ταξιδιώτες και ξένοι οργανισμοί προμηθεύονται από αυτόν εκμαγεία, μεταφέροντας την ελληνική τέχνη στην οικουμένη. Προς διευκόλυνση των αγοραστών τα έργα του απαρτίζουν κατάλογο και, σε αυτόν που εξέδωσε ο ίδιος το 1875, περιλαμβάνεται έξεργο ανάγλυφο με κεφαλή Μέδουσας που περιβάλλεται από δύο φίδια. Το έργο έχει ύψος 60 εκ. και πλάτος 50 εκ. Τιμή πώλησης 60 φράγκα [96]. Ταυτίζεται με το ανάγλυφο έργο που εκτίθεται στη Στοά των Ψηφιδωτών του Μουσείου Άργους.
Τόπος, χρόνος, άνθρωποι δημιουργούν μια γοητευτική και ατελείωτη αφήγηση που ανανεώνεται, εμπλουτίζεται και συνεχίζει το ταξίδι αναζήτησης. Συμβολική παράθεση της εικόνας του χθες για το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους που αναβαθμίζεται [97] η παρούσα μελέτη. Ποιος άραγε μπορεί να βάλει την τελευταία τελεία στη γνώση και την ιστορία του πολιτισμού;
Αφιερωμένο στους συναδέλφους πολύτιμους συνεργάτες της Δ΄ ΕΠΚΑ που απολύονται.
Υποσημειώσεις
[1] Πετράκος 2004.
[2] ΠΑΕ 1871, 17. Καββαδίας 1900, 79.
[3] Πετράκος 1987, 75 -76.
[4] Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991, τ. 9Α , 378.
[5] ΠΑΕ 1872, 13 –16.
[6] Πετράκος 1987, 75 – 77. Πετράκος 1990, 106 – 112.
[7]ΠΑΕ 1872, 16. Σχετικά με τη θητεία των Εφόρων Αρχαιοτήτων σε γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας βλ. Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων και Μουσείων, Συλλογή αρχαιολογικών νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων (εν Αθήναις 1892), 5 – 6. Πετράκος 1987, 75, 77.
[8] ΠΑΕ 1872, 14. ΠΑΕ 1874, 29-31. ΠΑΕ 1876, 40. ΠΑΕ 1877, 29. ΠΑΕ 1878, 25 –26.
[9] ΠΑΕ 1873, 29.
[10] ΠΑΕ 1871 –1872, 14 (Άργος). Α. Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, Β΄(Αθήναι 1894 – 1930), 307. ΠΑΕ 1877, 29 (Νεμέα). Κόκκου 1977, 152.
[11] Δωροβίνης 1989, 61-69. Seve 1993, 22. Μάντης 2013, 25 και σημ. 30 (γίνεται αναφορά σε μαρτυρία για μουσειακή συλλογή το 1855).
[12] ΑΜ 4 (1879), 148. Μάντης 2013. Η μέριμνα για τη σύνταξη καταλόγων και κατάταξη των ευρημάτων των συλλογών συνιστά βασική επιστημονική υποχρέωση.
[13] Γενική Εφορεία των Αρχαιοτήτων και Μουσείων, Συλλογή αρχαιολογικών νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων (εν Αθήναις 1892), 5 – 6. Πετράκος 1987, 135.
[14] Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991, τ. 4, 194 – 195.
[15] Κόκκου 1977, 187 -188 (σχετικά με τη μεταφορά αρχαίων το 1877 με φροντίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας από τις Μυκήνες και το Άργος στο δεύτερο όροφο του Πολυτεχνείου). Μάντης 2013, 30 (μεταφορά το 1885 σημαντικών ευρημάτων από το μουσείο Άργους – Δημαρχείο- στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).
[16] Ευχαριστώ θερμά και από τη θέση αυτή τους συναδέλφους Αναστασία Παναγιωτοπούλου και Μιχάλη Πετρόπουλο, Επίτιμους Εφόρους Αρχαιοτήτων, οι οποίοι στη διάρκεια της θητείας τους ως Προϊστάμενοι στην Ε΄ ΕΠΚΑ Σπάρτης έθεσαν υπόψη μου καταγραφή στον επίσημο κατάλογο αρχαίων με τίτλο «ΜΟΥΣΕΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ», για τις αρχαιότητες του Μουσείου Άργους το έτος 1878. Σύμφωνα με τον κατάλογο των Δημάρχων που παραθέτει ο Ζεγκίνης η αντιγραφή του καταλόγου του Σταματάκη εμπίπτει στο διάστημα της δεύτερης δημαρχίας (1883 – 1891) του Σπήλιου Καλμούχου (βλ. Ζεγκίνης 1968, 304).
[17] Καρούζου 1967, ιδ΄.
[18] Καββαδίας 1888, 205. Μάντης 2013, 30.
[19] Παυσανίας ΙΙ, 24, 5.
[20] Για την εργογραφία του Ι. Κοφινιώτη βλ. Δωροβίνης 2009.
[21] Οι Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές στην Ελλάδα. Από τον 19ο στον 21ο αιώνα (Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 2007), 76- 87.
[22] Pierart 2013. Δωροβίνης 2013.
[23] BCH 28 (1904), 364-399.
[24] Μπανάκα – Δημάκη 2009, 52 σημ. 6 και εικ. 2.
[25] Ενδεικτικά βλ. BCH 27 (1903), 260 – 279 όπου ο Vollgraff εκφράζει τις ευχαριστίες του προς τον δικηγόρο Ξενοφώντα Οικονομόπουλο για τον εντοπισμό επιγραφικού υλικού. Το επόμενο έτος ο Απόστολος Ζεγκίνης με την από 12 Ιανουαρίου 1904 δήλωση του γνωστοποιεί «προς τον κ. Πέτρον Φαρμακόπουλον, Γενικόν Επιμελητήν των κατά την Αργολίδα Αρχαιοτήτων. Κύριε Επιμελητά λαμβάνω την τιμήν να δηλώσω υμιν ότι η τελευταία εκ των βροχών επελθούσα πλημμύρα απεκάλυψεν εις το προς ανατολάς μέρος της εν Άργει σταφιδαμπέλου μου, κειμένης εις θέσιν (Π)αλαιόν (Λ)ουτρόν πλάκα εκ λίθου σκληρού, η οποία εκ της επ΄ αυτής υπαρχόντων αναγλύφων παραστάσεων /γυνή προσευχομένη/ φαίνεται ότι είνε αρχαία. Την δήλωσιν μου ταύτην ποιών προς υμάς παρακαλώ, ίνα έλθητε και παραλάβητε αυτήν και εφαρμόσητε τα υπό του νόμου διατασσόμενα, όπως αποδοθή ημίν η νόμιμος αμοιβή. Ο δηλών». Πρόκειται για την ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη που δημοσιεύεται από τον Vollgraff στο BCH 33 (1909), 458 – 460, 459 αρ. 24. Η στήλη χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ., φέρει αρ. καταγραφής Ε 196 (ΓΑΣ, κατάλογος Cl. Pretre) και περιλαμβάνεται στα έργα που εκτίθενται στη Στοά των Ψηφιδωτών του Μουσείου Άργους.
[26] Πρόκειται για το Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο που έγινε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1905. Το γεγονός ανακοινώνεται με μεγάλη επισημότητα στις Εφορείες Αρχαιοτήτων, στις διοικητικές, αστυνομικές και δημοτικές αρχές. Στο πρόγραμμα του Συνεδρίου περιλαμβάνονται εκπαιδευτικές εκδρομές στις Μυκήνες (1/4), στην Τίρυνθα και το Άργος (2/4) και στην Επίδαυρο 2-3/4 (βλ. Καββαδίας 1892, 400 – 402).
[27] Υπ’ αρ. πρωτ. 5261/15-3-1912 (αρ. διεκπεραίωσης 4686) έγγραφη άδεια του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.
[28] BCH 30 (1907), 148-149. BCH 52 (1928), 476-477. BCH 54 (1930), 479-480. Mnemosyne 1929, 206-234.
[29] Ο Ι. Ιωακείμ είχε ορισθεί με το αρ. 25236/1277/27 Ιουνίου 1928 (αρ. διεκπ. 1058) έγγραφο ως αντιπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (Τμήμα Αρχαιολογίας) για την εποπτεία των ερευνών του Vollgraff στο Άργος, μετά από εισήγηση του Ν. Μπέρτου, Εφόρου της Ζ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας. Ο ίδιος επιμελητής συνυπογράφει πρωτόκολλο (27 Αυγούστου 1930) με κατάλογο αντικειμένων από έρευνες στο αρχαίο Θέατρο. Τα ευρήματα μεταφέρονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για συντήρηση (αρ. πρωτ. 50153/2192/16-8-1930). Σύμφωνα δε με σχετική σημείωση στο Ευρετήριο του Μουσείου Ναυπλίου (τόμος Δ΄) προκύπτει ότι ο ίδιος εκπρόσωπος παραλαμβάνει ευρήματα και από άλλη περιοχή του Ν. Αργολίδας (ανασκαφή στο χωριό Μπόρσα δυτικά των Μυκηνών). Το 1931 ο Ι. Ιωακείμ μετατίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (58906/3206 /8 Οκτωβρίου 1931). Ο θεσμός του διορισμού Επιμελητή συμβάλλει στην περισυλλογή και διάσωση αρχαιοτήτων σε διάφορες περιοχές της Αργολίδας (πρβλ. Μ. Μιτσός, Πολιτική Ιστορία του Άργους. Από του τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου μέχρι του έτους 146 π.Χ. Αθήνα 1945, 72, σημ. 1).
[30] BCH 44 (1920), 225. Πρόκειται για το μυκηναϊκό νεκροταφείο στη θέση «Μελίσσι» στο Σχ(ο)ινοχώρι. Ο Vollgraff ερεύνησε πέντε από τους οκτώ θαλαμοειδείς τάφους με ενδιαφέροντα ευρήματα. Η συνέχιση της ανασκαφής και η δημοσίευση έγινε από τον L. Renaudin, BCH 47 (1923), 190-240. Η αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών στο αρχείο της Γαλλικής Σχολής Αθηνών δεν απέδωσε διότι «οι ερευνητές εργάστηκαν σε μία εποχή όπου δεν υπήρχε ακόμη η κεντρική διαχείριση των επιστημονικών αρχείων». Ο εντοπισμός της θέσης της ανασκαφής έγινε επιτακτική ανάγκη καθώς η περιοχή του Σχ(ο)ινοχωρίου άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον για ανάπτυξη ποικίλων αγροτικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Το 2002 στη διάρκεια περιήγησής μας εντοπίσθηκε η θέση «Μελίσσι» με τμήμα του νεκροταφείου σε αγρό με εσπεριδοειδή λίγο δυτικότερα από την περιοχή «Δρακονέρα», όπου σώζονται κατάλοιπα του Αδριάνειου Υδραγωγείου Άργους. Η επί σειρά ετών καλλιέργεια του κτήματος χωρίς την απαραίτητη άδεια και συνακόλουθη εποπτεία της αρμόδιας Εφορείας έχει διαταράξει την εικόνα του μυκηναϊκού νεκροταφείου. Ορισμένοι εκ των θαλάμων εισχωρούν κάτω από τις εγκαταστάσεις όμορου ποιμνιοστασίου.
[31]BCH 31 (1907), 179 – 180. Στη Μαγούλα Κεφαλαρίου αποκαλύφθηκε η γωνία μικρού οικοδομήματος, ένας δωρικός μονολιθικός κίονας, μαρμάρινο θραύσμα αγάλματος και αποθέτης με ειδώλια και πλήθος αγγείων του 7ου και 6ου αι. π.Χ. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1984, ανασκαφή που έγινε από την Δρα Αγγέλικα Ντούζουγλη, Επιμελήτρια Αρχ/των τότε στον Ν. Αργολίδας, την οποία ευχαριστώ θερμά και από τη θέση αυτή για την άδεια μελέτης του υλικού, πρόσθεσε σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα για τα εξωαστικά ιερά του Άργους (Βλ. Μπανάκα – Δημάκη 2009, 51-64).
[32] Στο από 1-12-1959 έγγραφο του Δημάρχου Άργους προς τον Έφορον Αρχαιοτήτων Αργολίδος αναφέρεται ότι «Από τας πρώτας ανασκαφάς του Ολλανδού αρχαιολόγου Καθηγητού Βόλκραφ εν Άργει κατά το έτος 1901, παρεχωρήθη κατά παράκλησιν υπό της τότε Δημοτικής Αρχής Άργους η χρήσις μιας ισογείου αιθούσης – αποθήκης επί της οδού Ναυπλίου, νυν Β. Σοφίας, ίνα χρησιμοποιηθή αύτη προς τοποθέτησιν και διαφύλαξιν Αρχαιοτήτων. (Έ)κτοτε και εν συνεχεία μέχρισήμερον εχρησιμοποιήθη παρά της Υπηρεσίας Υμών άνευ καταβολής ενοικίου. Ήδη εκλιπόντος του λόγου και μετά την μεταφοράν των αρχαιοτήτων και εκκένωσιν ταύτης παρακαλούμεν όπως παραδώσητε ημίν τας κλείδας της ανωτέρω αιθούσης – αποθήκης. Ισχυρισμός τις της Σχολικής Εφορείας Γυμνασίου Άργους ότι αύτη ανήκει εις το Νομικό Πρόσωπον της Σχολικής Εφορείας Γυμνασίου Άργους, είναι άνευ σημασίας …».
[33] Σιμόπουλος 1993, 63. Για τις περιπέτειες της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς με την έναρξη του πολέμου το 1940 βλ. «Η αλήθεια για τα κλεμμένα της Κατοχής», Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 19 Μαΐου 2013. Τιβέριος 2013.
[34] Η σημαντική αυτή μαρτυρία καταγράφεται σε έκδοση του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων με τίτλο Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής. Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου (Αθήναι 1946), 25.
[35] Η Υπηρεσία ενημερώθηκε για το συμβάν με την από 27 -11-1941 αναφορά του Κ. Δράμαλη, αρχαιοφύλακα Άργους.
[36] Σε εντολή μεταφοράς ευρημάτων των ανασκαφών του Vollgraff από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στο Μουσείο Άργους αφορά το αρ. 14512/11-8-1965 (Δ΄ ΕΠΚΑ 1657/17-8-1965) έγγραφο που εξεδόθη από την Προεδρία της Κυβερνήσεως (Υπηρεσία Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, Δ/νση Αρχαιοτήτων, Τμήμα Μουσείων) χωρίς συνημμένο κατάλογο. Μια δεύτερη μεταφορά φαίνεται ότι έγινε στη δεκαετία του ΄70, σύμφωνα με πληροφορία την οποία οφείλω στον Χαρ. Κριτζά, Επίτιμο Δ/ντή του Επιγραφικού Μουσείου, Επιμελητή Αρχ/των τότε στο Ν. Αργολίδος, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.
[37] Μια πρώτη παρουσίαση των ευρημάτων των αρχαϊκών χρόνων έγινε από την γράφουσα με ανακοίνωση με τίτλο «Αργείτικη κοροπλαστική αρχαϊκών χρόνων. Ανασκαφικές μαρτυρίες και ευρήματα», Επιστημονική Συνάντηση προς τιμήν της ΑΓΓΕΛΙΚΑΣ ΝΤΟΥΖΟΥΓΛΗ και του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΑΧΟΥ (Ιωάννινα, 1-3 Νοεμβρίου 2012. Πρακτικά υπό έκδοση).
[38] Το από 4-6-1950 (αρ. εισερχόμενου στην Εφορεία Ναυπλίου 129/24-7-1950) αίτημα. Les Guides Bleus.
[39] «Από της συστάσεως του νέου κράτους μέχρι σήμερα ποικίλαι υπήρξαν αι διοικητικαί μεταβολαί της Αργολίδος. Κατά την πρώτη διοικητική διαίρεση του 1828 ένα των επτά τμημάτων της Πελοποννήσου εκλήθη Αργολίς, περιλαμβάνον τας επαρχίας Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγιέ και Κορίνθου. Κατά το 1833 ιδρύθη ο Ν. Αργολίδος και Κορινθίας. Έκτοτε άλλοτε διεχωρίζετο η Κορινθία και άλλοτε ηνούτο, δια να έχωμεν το 1949 τον ιδιαίτερο νομό Αργολίδος με τρείς επαρχίες: Άργος (με πρωτεύουσα το Άργος), Ναυπλίου (Ναύπλιο) και Ερμιονίδα (Κρανίδι), αφού η επαρχία Τροιζηνίας από το 1946 υπήχθη διοικητικά στην επαρχίαν Αττικής» (βλ. Δ. Β. Βαγιακάκος, Σύγχρονον τοπωνυμικόν Αργολίδος, ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ-Πρακτικά του Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1989, 339 – 360).
[40] Το αρ. πρωτ. 158/10-12-1950 (αρ. πρωτ. εισερχόμενου 209/15-12-1950) έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού – Τοπική Επιτροπή Τουρισμού Ναυπλίου.
[41] Έγγραφο (σχέδιον), αρ. πρωτ. 487 – Ναύπλιο 12 Ιουνίου 1952.
[42] Έγγραφο (σχέδιον), αρ. πρωτ. 532 / 26 Ιουλίου 1952.
[43] Από το 1952 και εξής το ερευνητικό πρόγραμμα των αρχαιολόγων – μελών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος γίνεται πιο συστηματικό με τη συμμετοχή επιστημόνων και άλλων ειδικοτήτων (BCH 1952 -54, Chronique des Fouilles en 1952, 243 σημ. 1).
[44] BCH 78 (1954), 183 και 184 εικ. 50
[45] Οι αρ. 2 -6 και 8 -11 φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο της Γαλλικής Σχολής. Ευχαριστώ θερμά για την βοήθεια τους συναδέλφους της Γαλλικής Σχολής κ.κ. G. Touchais και Cl. Pretre.
[46] Έγγραφο, αρ. πρωτ. 778 / 13 Ιουνίου 1953.
[47] Τα καθήκοντα ανετέθησαν στον φύλακα Θεόδωρο Μπιτζή (έγγραφο αρ. 882 / 1 Οκτωβρίου 1953).
[48] Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων – Διεύθυνσις Αρχαιοτήτων – Τμήμα
Διοικητικού αρ. πρωτ. 41609/1943/17-4-1954 (Βασίλειον της Ελλάδος, Εφορεία των Αρχαιοτήτων της Δ΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας, αρ. Πρωτ. 1007/24-4-54).
[49] Έγγραφο Δήμου Άργους, αρ. πρωτ. 1987/21 Μαϊου 1955 με συνημμένο αντίγραφο Πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου και κοινοποίηση στο Υπουργείο Παιδείας, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δ΄ Περιφερείας και την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή (αρ. εισ. Εφορεία Αρχαιοτήτων 752/25-5-55).
[50] Έγγραφο αρ. πρωτ. 150850/1694 π.έ./16-8-1956.
[51] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 75.236/1233/13-8-1956.
[52] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 125553/5553/5-11-56.
[53] Έγγραφο αρ. πρωτ. 9103/328/22-1-1957 του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς τον Δήμο Άργους με κοινοποίηση στη Νομαρχία Αργολίδος και στον Έφορο Αρχαιοτήτων της Δ΄Περιφέρειας.
[54] Το θέμα εξετάσθηκε στην αρ.31/25 -7-57 Συνεδρία του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.
[55] Αρ. πρωτ. 75476/3169/17-12-1957 έγγραφο.
[56] Δωροβίνης 2012
[57] BCH 81 (1957), 647 – 660. BCH 83 (1959), 764 – 768. Courbin 1974, 63 -64. Οι ανασκαφικές τομές είναι ευδιάκριτες σε αεροφωτογραφία του Άργους που ελήφθη το 1958 (βλ. Π. Ξηνταρόπουλος, Η Αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα. Άργος 2006).
[58] Έγγραφο αρ. Πρωτ. 109931/ 4677/ 18-9-1958 του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
[59] Έγγραφο αρ. πρωτ. 445/30-9-1958 της Δ΄ Περιφέρειας Αρχαιοτήτων.
[60] ΒΔ της 24.1.1897 «Περί εγκρίσεως καταστατικού της Αδελφότητος των εν Αθήνησι Αργείων» (ΦΕΚ Β΄ 13). Στους σκοπούς του καταστατικού αναφέρεται «η εν τη πόλει Άργους ίδρυσις Μουσείου δια τας εν αυτή αρχαιότητας».
[61] Έγγραφο αρ. πρωτ. 43183/2644/27-4-1959 Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Δ/νσις Αρχαιοτήτων, Τμήμα Διοικητικού).
[62] Το αρ. πρωτ. 310/14-5-1959 έγγραφο της Δ΄ Περιφέρειας Αρχαιοτήτων.
[63] BCH 82 (1958), 646 – 648. Ωστόσο στο υπόδειγμα των προθηκών της μυκηναϊκής αίθουσας του ΕΑΜ προσαρμόσθηκαν σχεδιαστικά και κατασκευαστικά μόνο οι προθήκες της προϊστορικής συλλογής της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου. Σχετικά με τις εργασίες βελτίωσης και ανανέωσης της έκθεσης των μυκηναϊκών χρόνων στο ΕΑΜ βλ. Δημακοπούλου 1997, 74 -75.
[64] Αρ. πρωτ. 95301/4485/17 – 2-1956 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων προς την Γαλλική Αρχαιολογική σχολή με κοινοποίηση στον Έφορον Αρχαιοτήτων Δ΄Περιφέρειας.
[65] Αρ. πρωτ. 88341/5461/2617/ 25-7-1960 έγγραφο.
[66] BCH 86 (1962), 905 -906.
[67] Το ολιγάριθμο επιστημονικό προσωπικό της Υπηρεσίας προκύπτει από τις ενυπόγραφες αναφορές των πεπραγμένων στο ΑΔ 16 (1960) έως ΑΔ 20 (1965): Χρονικά Β’1.
[68] Ανασκαφικές εκθέσεις στο ΑΔ 22 (1967): Χρονικά Β’1 έως ΑΔ 24 (1969
[69] BCH 78 (1954), 167.
[70] BCH 91 (1967), 802 – 846. BCH 94 (1970), 788 – 798. BCH 95 (1971), 769 – 770.
[71] Σε συνολικό εμβαδόν 1365 τ.μ. περίπου μόνο τα 416 τ.μ. χρησιμοποιήθηκαν ως εσωτερικοί εκθεσιακοί χώροι. Τις εκθεσιακές ενότητες (α΄ αίθουσα) ανέλαβε ο P. Courbin (BCH 84, 1960, 853). Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 85 – 91. Μπανάκα – Δημάκη 2003. Σπαθάρη 2010, 114 – 117.
[72] BCH 85 (1961), 900 εικ. 1.
[73] BCH 85 (1961), 899, 900 εικ. 1-2, 901 εικ. 3-4 και 902 εικ. 5.
[74] Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 91. Σπαθάρη 2010, 114 εικ. 106
[75] BCH 81 (1957), 322 – 386.
[76] BCH 85 (1961), 902 εικ. 5. Στο αρχείο της Εφορείας δεν βρέθηκαν πληροφορίες σχετικά με την απομάκρυνση των αντιγράφων των οβελών από την έκθεση του Μουσείου.
[77] P. Courbin, Tombes geometriques d’ Argos, I, 1952 – 1958 (Etudes Peloponnesiennes VII), Paris 1974.
[78] Τα αρ. ευρ. ΜΑ 3426 και ΜΑ 3427 χρυσά ελικοειδή σκουλαρίκια που απολήγουν σε εγχάρακτη ιχθυάκανθα (875 -825 π.Χ.) μαζί με παρεμφερή της Συλλογής Ελ. Σταθάτου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, κατέχουν σημαντική θέση στη μελέτη της εξέλιξης της αρχαίας κοσμηματοποιίας. Για τα ευρήματα βλ. ΑΔ 27 (1972): Χρονικά Β΄1, 192, πίν. 134 α. Επίσης Αικ. Δεσποίνη, Αρχαία χρυσά κοσμήματα, Ελληνική Τέχνη (Εκδοτική Αθηνών 1996), 220 αρ. 48.
[79] Ενδεικτικά βλ.Villard 1983, 133 κ.ε. Λαμπρινουδάκης 1988, 104 -109.
[80] P. Courbin, BCH 79 (1955), 1- 49, εικ. 1 -4, πίν. Ι. Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 87. Κατάλογος Έκθεσης «Θεοί και Ήρωες της Εποχής του Χαλκού. Η Ευρώπη στις ρίζες του Οδυσσέα» (Αθήνα 2000), 279, αρ. 235, εικ. σ. 182. Σπαθάρη 2010, 115 εικ. 108.
[81] Η απόδοση του έργου στο «ζωγράφο του Ερμώνακτα» οφείλεται στην οξυδέρκεια της Σ. Παπασπυρίδη – Καρούζου. Η ταύτιση έγινε αποδεκτή από τον διακεκριμένο μελετητή της αγγειογραφίας Sir John Beazley.
[82] Η μακέτα δωρήθηκε το 2002 και τοποθετήθηκε στην α΄ αίθουσα της έκθεσης.
[83] Το 2001 έγιναν εργασίες βελτίωσης της έκθεσης της προϊστορικής συλλογής της Λέρνας, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε με εποπτικό υλικό (σχέδια, φωτογραφίες, χάρτες κ.λ.π.) λόγω ελλιπούς χρηματοδότησης (ΑΔ 56 -59, 2001 -2004 : Χρονικά Β΄4, Πελοπόννησος, 11).
[84] Το νεολιθικό ειδώλιο της Λέρνας έχει πλαισιώσει σημαντικές περιοδικές εκθέσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Ενδεικτικά βλ. Mediteraenean Godesses 2000, 149 – 150.
[85] J. L. Caskey, Lerna in the Argolid. A Short Guide. ASCS (Athens 1997).
[86] Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ αρ. 12319, έτος 34/20 Οκτωβρίου 1952.
[87] Δημ. Α. Λαμπρόπουλος, Η ΛΕΡΝΑ. Μεθ΄ ιστορικών σημειώσεων περί των αρχαιοτάτων πολιχνών : ΑΠΟΒΑΘΜΩΝ – ΓΕΝΕΣΙΟΥ – ΕΛΑΙΟΥΣΗΣ και ΥΣΙΩΝ της Αργολίδος (Αθήναι 1959) Αρ. 8/16-12-1960 Συνεδρία του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.
[88] Στο αρ. ΜΑ 60 (ΓΑΣ 99) αγαλματίδιο Αθηνάς (α΄ μισό 2ου αι. μ. Χ.) παρατηρούνται ίχνη αρχαίου χρώματος στην αιγίδα κοντά στους δεξιούς βόστρυχους της μορφής.
[89] BCH 81 (1957), 405-474. BCH 87 (1963), 33-187. BCH Suppl. VI (1980), 133-184 και 185 – 194.
[90] Π. Ασημακοπούλου – Ατζακά, Σύνταγμα των παλαιοχριστιανικών ψηφιδωτών δαπέδων της Ελλάδος, ΙΙ. Πελοπόννησος – Στερεά Ελλάδα (Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών). Θεσσαλονίκη 1987, σ. 51 κ.π.
[91] Marcade, Raftopoulou 1963, 185 -187, αρ. 179, εικ. 107.
[92] Η εκδήλωση πλαισίωσε το Φεστιβάλ Άργους 1997.
[93] Η έκθεση διοργανώθηκε το 1998. Για εκπαιδευτικά προγράμματα της Δ΄ ΕΠΚΑ βλ. Ε. Σπαθάρη, «Αρχαιολογικά εκπαιδευτικά προγράμματα της Δ΄ ΕΠΚΑ στην Αργολίδα και την Κορινθία», ανακοίνωση στη Συνάντηση εργασίας για τις αρχαιολογικές εκπαιδευτικές δράσεις και τα εκπαιδευτικά πολιτιστικά δίκτυα του ΥΠ.ΠΟ. (διοργάνωση Δ/νση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων – Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων – Τμήμα Μουσείων. Αμφιθέατρο Υπουργείου Πολιτισμού. Αθήνα 24 – 25 Ιουνίου 1998). Επίσης Το έργο του ΥΠ.ΠΟ. στον τομέα της Πολιτιστικής Κληρονομιάς (Αθήνα 1998), 79, 81.
[94] Ε. Σπαθάρη, «Πολυδίψιον Άργος – Ο Υδάτινος πλούτος της Αργολίδας», ένθετο στο περιοδικό Ματιές στην Αργολίδα, τχ. 8 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2002), 25 – 40.
[95] Α. Μπανάκα – Δημάκη, «Οι μύθοι του νερού στην Αργολίδα», ανακοίνωση στην ημερίδα με θέμα Τα προβλήματα του νερού στη Μεσόγειο και την Αργολίδα (Cornell University, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης & ΤΕΔΚ Αργολίδος. Ναύπλιο, 14 Ιουνίου 2008). Παρουσίαση εκπαιδευτικού προγράμματος για το νερό στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του ΥΠΠΟΤ Φωνές νερού μυριάδες με εποπτικό υλικό και ξεναγήσεις εκπαιδευτικών και μαθητών στο Κεφαλάρι (πηγές Ερασίνου ποταμού) και στο Μουσείο Άργους (2011).
[96] Μάντης 2013, 28.
[97] Με το από 16-5-2014 Δελτίο Τύπου της Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ανακοινώθηκε το κλείσιμο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους στο πλαίσιο της εκτέλεσης έργου για την αναβάθμισή του. Ευκταίον η τοπική κοινωνία να αντιληφθεί την προσφορά των Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Α που αναδεικνύουν τον διαχρονικό πλούτο της πόλης, αξιοποιώντας ιστορικές υποδομές στον πυρήνα του αστικού ιστού.
Βιβλιογραφία
- ΑΕ Αρχαιολογική Εφημερίδα
- ΠΑΕ Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας
- ΑΜ Mitteilungen des Deutschen Archaologishen Institutes, Athenische Abteilung
- BCH Bulletin de Correspondence Hellenique
- Δημακοπούλου 1997 – Αικ. Δημακοπούλου, Προβλήματα και προοπτικές της σύγχρονης μουσειολογίας. Η εμπειρία από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μ. Σκαλτσά (επιμ.), Η ΜΟΥΣΕΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ. Θεωρία και πράξη, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (Θεσσαλονίκη, 21 – 24 Νοεμβρίου 1997), 73 – 77.
- Δωροβίνης 1989 – Β. Κ. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833), ΙΙ. Το «Δημόσιον Κατάστημα Άργους», ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τ. 31 (1989), 61-69.
- Δωροβίνης 2009 – Β. Κ. Δωροβίνης, Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους. Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη (Άργος 2009).
- Δωροβίνης 2012 – Β. Κ. Δωροβίνης, 1961 -2011: Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους, Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τχ. 5 (Μάρτιος 2012).
- Δωροβίνης 2013 – Β. Κ. Δωροβίνης, Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff, στο D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 41 – 57.
- Ζεγκίνης 1968 – Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων² (Πύργος 1968).
- Καββαδίας 1888 – Π. Καββαδίας, Ανασκαφαί εν Αργολίδι, ΑΔ 1888 (Νοέμβριος).
- Καββαδίας 1900 – Γ. Καββαδίας, Ιστορία της Αρχαιολογικής Εταιρείας από της εν έτει 1837 ιδρύσεως αυτής μέχρι του 1900 (Αθήναι 1900).
- Καρούζου 1967 – Σ. Καρούζου, Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον. Συλλογή Γλυπτών (Αθήναι 1967).
- Κόκκου 1977 – Α. Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα Μουσεία (Αθήνα 1977).
- Λαμπρινουδάκης ΑΡΓΟΛΙΔΑ – Β. Κ. Λαμπρινουδάκης, ΑΡΓΟΛΙΔΑ. Αρχαιολογικοί Χώροι και Μουσεία (Εκδόσεις ΑΠΟΛΛΩΝ).
- Λαμπρινουδάκης 1988 – Β. Κ. Λαμπρινουδάκης, Η αρχαϊκή ελληνική αγγειογραφία. Η πρώϊμη αρχαϊκή εποχή (Αθήνα 1988).
- Μάντης 2013 – Α. Μάντης, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες του Άργους κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 17 -30.
- Μπανάκα – Δημάκη 2003 – Α. Μπανάκα – Δημάκη, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, στο περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ, τεύχος 89 (2003), 107-110.
- Μπανάκα – Δημάκη 2009 – Α. Μπανάκα – Δημάκη, Μαγούλα Κεφαλαρίου 1984. Σωστική ανασκαφική έρευνα σε ιερό αρχαϊκών χρόνων (αγρός Ανδρέα Καντζάβελου), στο ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Ι.Δ.Βαραλής – Γ.Α.Πίκουλας (επιμ.), Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – Τμήμα ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Δ. Άργους. Άργος 15.11.2008 (Βόλος 2009), 51-64.
- Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1991 – Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (Εκδοτική Αθηνών 1991).
- Πετράκος 1987 – Β. Χ. Πετράκος, Ιδεογραφία της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ΑΕ 126 (1987), 25 – 197.
- Πετράκος 1990 – Β. Χ. Πετράκος, Ο Παναγιώτης Σταματάκης και η ανασκαφή των Μυκηνών, κατάλογο έκθεσης (επιμ. Κ. Δημακοπούλου), ΤΡΟΙΑ, ΜΥΚΗΝΕΣ, ΤΙΡΥΝΣ, ΟΡΧΟΜΕΝΟΣ. Εκατό χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν (Αθήνα 1990), 106 – 112.
- Πετράκος 2004 – Β. Χ. Πετράκος, Η απαρχή της Ελληνικής Αρχαιολογίας και η ίδρυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας (Αθήνα 2004).
- Σιμόπουλος 1993 – Κ. Σιμόπουλος, Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων (Αθήνα 1993).
- Σπαθάρη 2010 – Ε. Σπαθάρη, ΚΟΡΙΝΘΙΑ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ (Εκδόσεις ΕΣΠΕΡΟΣ. Αθήνα 2010).
- Τιβέριος 2013 – Μ. Τιβέριος, Μνήσθητε των εν τοις πολέμοις παραλόγων. Οι αρχαιότητες στην κατοχή (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τ. 88 Β΄, 20130, 159-202).
- Courbin 1974 – P. Courbin, Tombes Geometriques d’ Argos, I (1952 – 1958), Etudes Peloponnesienes VII (Paris 1974).
- Marcadé, Raftopoulou 1963 – J. Marcade– E. Raftopoulou, Sculptures argiennes II , BCH 87 (1963), 33 – 187.
- Mediteraenean Godesses 2000 – Κατάλογος έκθεσης «Godesses – Mediteraenean female images from Prehistoric times to the Roman period» (Βαρκελώνη 21/6 – 5/11/2000).
- Pierart 2013 – M. Pierart, “Arrive au train d’ une heure’’. Les foulles de Wilhelm Vollgraff a Argos, D. Mulliez, Α. Banaka – Dimaki (επιμ.), Sur les pas de Wilhelm Vollgraff. Cent ans d’activites archeologiques a Argos, Actes du Colloque international organise par la IVe EPΚΑ et l’ EFA. Athenes, 25 -28 Septembre 2003 (Paris 2013), 31-39.
- Seve 1993 – M. Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος, Sites et Monuments XII (Αθήνα 1993).
- Villard 1983 – F. Villard, La ceramique polychrome du VIIe siecle en Grece, en Italie du Sud et en Sicile et sa situation par rapport a la ceramique protocorinthienne, Grecia, Italia e Sicilia nell’ VIII e VII secolo a. c. Atene 15 – 20 Ottombre 1979, Tomo I, ASAtene N. S. LIX (1983).
Άννα Μπανάκα – Δημάκη
Δρ. Αρχαιολόγος – Αναπληρώτρια Διευθύντρια στην Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου
Διημερίδα «Η Ιστορική και Αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Σχετικά θέματα:
- Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους |1961-2011 Μισός αιώνας λειτουργίας
- Καλλέργη Οικία
- Φόλγκραφ Βίλχελμ (Carl Wilhelm Vollgraff 1876-1967)
- Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff
- Στα βήματα του Wilhelm Vollgraff – Εκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος
- Η προστασία των αρχαιοτήτων της Αργολίδας κατά τον 19ο αιώνα: Τεκμήρια από το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων
- «Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»
Αναρτήθηκε στις Άργος, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Μουσεία Αργολίδας | Με ετικέτα Archaeological Museum of Argos, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Άννα Μπανάκα - Δημάκη, Αρχαιολογία, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Μουσείο, Πολιτισμός, Wilhelm Vollgraff | Leave a Comment »
Ελευθέριον Ύδωρ (Αρχαίος ποταμός)
Ύδωρ καθαρτήριο
Ανάμεσα στο Άργος και στις Μυκήνες, στην πλαγιά μικρού υψώματος στις υπώρειες του λόφου της Εύβοιας, στην περιοχή της προϊστορικής πόλης Πρόσυμνας, απλώνονται ερείπια αρχαίων οικοδομημάτων, με κυριότερο απ’ όλα τον ναό της Ήρας, που έδωσε το όνομα Ηραίο στο γύρω χώρο. Ο Παυσανίας [1] μαρτυρεί ότι στο δρόμο από Μυκήνες για Ηραίο, ρέει ύδωρ Ελευθέριον καλούμενον. Ο ίδιος συμπληρώνει ότι οι ιέρειες του Ηραίου χρησιμοποιούν το νερό για καθαρτήριες τελετές στις απόρρητες θυσίες. Tέτοια χρήση του νερού ήταν συχνή στην αρχαία θρησκεία. Μάλιστα, η όποια πηγή δεν ήταν υποχρεωτικό να είναι άφθονη, όπως προκύπτει από το παρακάτω επίγραμμα Ελληνιστι-κής εποχής:
Αγνή να είναι η ψυχή εκείνου που
μπαίνει σ’αυτό τον αγνό τόπο
και εδώ το χέρι του πλένεται σε διαυγές νερό.
Τον καλό μία σταγόνα θα καθαρίσει,
αλλά για τον ποταπό,
ούτε ο Ωκεανός επαρκεί
με όλα του τα κύματα [2].
Μας είναι γνωστό [3] ότι το Άργος επιδαψίλευε ιδιαίτερες τιμές στη Θεά, και στη γιορτή των Ηραίων σχηματιζόταν μεγάλη πομπή με επικεφαλής την ιέρεια από την πόλη στον ναό, ενώ θυσιάζονταν βόδια και το κρέας τους διανεμόταν στους πιστούς.

Αρχαιολογικός χώρος Ηραίου, Άργος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.
Η πηγή Κυνάδρα
Το Ελευθέριον ύδωρ το συναντάμε και στους άθλους του Ηρακλή. Συγκεκριμένα ο ήρως, όταν απήγαγε τον φοβερό Κέρβερο, αφού τον πήγε στον βασιλιά του Άργους Ευρυσθέα, δεν τον επέστρεψε στον Άδη, αλλά τον απελευθέρωσε κοντά στην πηγή Κυνάδρα, στον δρόμο που συνδέει τις Μυκήνες με το Ηραίο. Από τότε το νερό ονομάστηκε Ελευθέριον και ήταν έθιμο να πίνουν από εκεί νερό οι δούλοι που απελευθερώνονταν [4].
Ο Ησύχιος γράφει: Ελεύθερον ύδωρ εν Άργει από της συναγείας πίνουσι κρήνης ελευθερούμενοι των οικετών, διά το και τον Κέρβερον κύνα, ταύτη διαδράναι και ελευθερωθήναι. Υπήρχε μάλιστα στους αρχαίους η παροιμία που λεγόταν μεταξύ δούλων: Ει δε μη μηδέποθ’ ύδωρ πίοιμι ελευθέριον, αφού μόνο απελευθερούμενοι μπορούσαν να πιούν νερό από εκεί [5]. Και ο λόγιος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος (12ος αι.) σχολιάζει: Το εν Κυνάδρα Ελευθέριον ύδωρ πίνει [6].
Ο Ιούλιος Ονώριος μνημονεύει ομώνυμο ποταμό Ελευθέριο, που πηγάζει στη Συρία και χύνεται στο Αιγαίο [7].
Η χαράδρα του Ελευθέριου
Στο δρόμο από τις Μυκήνες προς το Ηραίο, ο αρχαίος διαβάτης περνούσε διαδοχικά από τις χαράδρες του Χάβου, του παραπόταμού του Βαθύρεμα, της ρεματιάς Πλέσια [8], του Κατσικορέματος, της Συκιάς, του ρέματος Αλωνάκι και του Ρέματος του Κάστρου. Σε πολλά από αυτά, ανώνυμα και σε διαδικασία εξαφάνισης σήμερα, ο Steffen βρήκε ερείπια κυκλώπειων γεφυριών, απομεινάρια της πολυσύχναστης οδού.
Ο Ευστάθιος [9] θεωρεί πως το Ελευθέριον ήταν μια βραχώδης χαράδρα. Πράγματι, δυτικά της πλαγιάς όπου είναι τα ερείπια του Ηραίου, υπάρχει η χαράδρα Ρέμα του κάστρου, που σβήνει βαθμιαία σε ασήμαντο ρυάκι. Αυτή πρέπει να είναι ο Ελευθέριος, στον οποίο βρέθηκαν τα ίχνη μυκηναϊκής γέφυρας 300μ. B.Δ. από τον χώρο του Ηραίου. Ο Finlay ανακάλυψε το 1831 στην κοίτη αυτής της χαράδρας ένα υπόγειο υδραγωγείο, λαξευμένο στους βράχους, που πιθανόν μετέφερε το νερό της πηγής του Ελευθέριου.
Το 1892 Αμερικανοί αρχαιολόγοι εξερεύνησαν το υδραγωγείο αυτό, χωρίς όμως να φτάσουν στον προορισμό του. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι όδευε προς το Ηραίο, μεταφέροντας τα νερά της Κυνάδρας. Το μειονέκτημα αυτής της χαράδρας είναι πως δεν διαθέτει νερό άλλο από αυτό της βροχής. Θα μπορούσε βέβαια, να υπήρχε πηγή, που κάποια στιγμή στέρεψε. Θα μπορούσε ίσως πέντε δεξαμενές της αριστερής όχθης, ίχνη των οποίων διακρίνονται μέχρι σήμερα στην περιοχή του Ηραίου ή 200 μέτρα από τον ναό, να τροφοδοτούσαν με νερό το υδραγωγείο. Είναι όμως δύσκολο να υποθέσει κανείς πως οι τελετές του ναού γινόντουσαν με τα στάσιμα νερά μιας δεξαμενής, εκτός κι αν υπήρχε συνεχής φυσική τροφοδοσία της.
Η αναζήτηση της Κυνάδρας οδήγησε τον Steffen, ένα χιλιόμετρο Β.Δ. του Ηραίου, στον αρχαίο δρόμο για τις Μυκήνες, σε πηγή κοντά σε μικρό ρέμα, η οποία ήταν περιφραγμένη από αρχαίο κτίσμα στην περιοχή του εγκαταλελειμμένου μικροοικισμού Βραζέρκα (Ν.Α από το Μοναστηράκι), ενώ λίγο πιο πάνω, στο εκκλησάκι της Παναγίας της Ζωοδόχου πηγής, υπάρχει νεότερη δεξαμενή, τροφοδοτούμενη από βρύση, που κι αυτή έχει ίχνη αρχαίας μαρμάρινης δόμησης. Ο Steffen πιθανολογεί πως είναι η πηγή του Ελευθερίου. Ο Αρβανιτόπουλος είδε εδώ αβαθές πηγάδι κοντά σε εκκλησάκι που ονομάζει Γέννηση της Παναγίας, όπου αναβρύζει νερό που μεταφέρεται με υπόγειο υδραγωγείο από τα βουνά και καταθέτει μια σημαντική μαρτυρία. Οι κάτοικοι του Κουτσοποδίου, αν και το νερό δεν έχει καμία ιδιάζουσα γεύση, το θεωρούν άριστο καθαρτικό και έρχονται εδώ να το προμηθευτούν. Η εξέλιξη μιας βάσιμης παράδοσης, θα πουν κάποιοι και πιθανόν να έχουν δίκιο.
O Kurzgefaste γράφει πως το Ελευθέριο χυνόταν στον Αστερίωνα, πράγμα λογικό, αν κρίνουμε από την κατεύθυνση του ρέματος του Κάστρου, αν και για τα υπόλοιπα ρέματα του δρόμου των Μυκηνών φαίνεται λογικότερο να υποθέσουμε πως κατάφερναν να φτάσουν ως τον Ίναχο, ή να έσβηναν όπως και σήμερα.
Υποσημειώσεις
[1] 2, 17, 1. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979, 1980].
[2] Nilsson Martin P., «H πίστη των Ελλήνων». Μτφρ. Ι. Κ.Μαζαράκης Αινιάν. Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1998.
[3] Nilsson, «Gr. Feste», 42-45.
[4] Ησύχιος λ. Ελευθέριον ύδωρ. Ευριπίδη, «Ηρακλής» 614 κ.ε.
[5] Georgiev V., «Die Altgriechischen Flussnamen», Sofia 1958, σ. 18.
[6] «Παρεκβ. εις Όμηρον», 1747, 10.
[7] «Cosmographia», Β, 12, από τους «Geographi Latini minores» του Riese.
[8] Από εγκαταλελειμμένο χωριουδάκι, Β. Α. του σημερινού χωριού Μοναστηράκι (τ. Πρίφτιανι).
[9] Οδύσσεια, xiii, 408.
Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Διαβάστε ακόμη:
Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας
Αναρτήθηκε στις Αρχαίοι Ποταμοί | Με ετικέτα Ancient river, Argolikos Arghival Library History and Culture, Ήρα, Αρχαίοι Ποταμοί, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δάρμος Κώστας, Ελευθέριον Ύδωρ, Ηρακλής, Κυνάδρα, Κέρβερος, Μυθολογία, Μυκήνες, Οι αρχαίοι ποταμοί της Πελοποννήσου - Κ. Π. Δάρμος, Ποταμός | Leave a Comment »
Ποντίνος (Κρόι)
Ποντίνος. Αρχαίος ποταμός της Αργολίδας. Στα δυτικά της Λέρνας υπάρχει ένα βουνό ή μάλλον λόφος, Ποντίνος, με ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου Κιβέρι και ενός τούρκικου πύργου [1] στην κορυφή του. Το βορειοανατολικό τμήμα του λόφου προσεγγίζει τον Αργολικό κόλπο. Ο Παυσανίας, προερχόμενος από το Άργος, πριν συναντήσει την Αμυμώνη και την Αλκυονία, λέει ότι το βουνό αυτό δεν αφήνει το νερό της βροχής να τρέξει, αλλά το κρατάει μέσα του (προφανώς λόγω της ασβεστολιθικής του σύστασης) και από το βουνό αυτό ρέει ο ποταμός Ποντίνος [2]. Αναφέρεται [3] ότι τον περασμένο αιώνα κυλούσε με άφθονο νερό διασχίζοντας το δρόμο Μύλων – Άργους και παρακωλύοντας τη συγκοινωνία, αφού δεν υπήρχε στον τότε χωματόδρομο γέφυρα.

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.
Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.
Σήμερα όλο σχεδόν το νερό των πηγών του Ποντίνου που βρίσκονται στην είσοδο των Μύλων, αριστερά του δρόμου που έρχεται από το Άργος, δεσμεύεται για την υδροδότηση Άργους, Ναυπλίου και κοινοτήτων. Όσα περισσεύουν σχηματίζουν μικρό έλος που καταλήγει σε ρυάκι μήκους 400 μέτρων, το οποίο χύνεται στη θάλασσα, κυλώντας παράλληλα και μερικές εκατοντάδες μέτρα βορειότερα της Αμυμώνης.
Το 1698 οι Ενετοί περιέβαλαν με λιθόκτιστο τοίχωμα τις πηγές του Ποντίνου και της Αμυμώνης, οπότε δημιουργήθηκε τεχνητή λίμνη, της οποίας τα νερά κινούσαν ολόκληρο περιτειχισμένο συγκρότημα από μύλους, μεταξύ των οποίων και μπαρουτόμυλους. Το 1714, οπότε οι Οθωμανοί ανακατέλαβαν την περιοχή, η λειτουργία των μύλων συνεχίστηκε με Τούρκους μυλωνάδες.
Ίσως η ονομασία του βουνού και του ποταμού να δηλώνει το ότι βρίσκονται πολύ κοντά στη θάλασσα, αν και πόντος συνήθως λεγόταν η ανοιχτή θάλασσα. Παρεμφερή ονομασία συναντάμε στα παραθαλάσσια Ποντίνια έλη («Paludi Pontine») της Ρώμης. Για την πηγή του Ποντίνου επιβιώνει στη μνήμη των γηραιότερων και η παλιά ονομασία Κρόι. Άλλοι αποδίδουν την ονομασία αυτή στην εγκατάσταση εκεί μεγάλου σταυρού – croix στη Γαλλική – ως ικεσία κατά της επιδημίας ελονοσίας, από τον ιερέα των γαλλικών πλοίων που ναυλόχησαν το 1871 στον Αργολικό κόλπο και άλλοι, που μάλλον έχουν δίκιο, τη θεωρούν αλβανικής προέλευσης [4].
Ο Ρος [5] βρήκε τον Ποντίνο να αναβρύζει από ισχυρή πηγή 100μ. Β. των Μύλων, να σχηματίζει ρυάκι και να χύνεται στη θάλασσα και διορθώνει τον Gell, που γράφει ότι η Λέρνα πηγάζει από τη συμβολή των ποταμών Φρίξου και Ερασίνου. Ο ίδιος προσθέτει: Ανάμεσα στη λίμνη και το ποταμάκι του Ποντίνου όπου βρισκόταν το αρχαίο άλσος των πλατάνων, βλέπει κανείς ποικίλα θεμέλια, καθώς επίσης και μερικά ερείπια στηλών από πυριτόλιθο, χρισμένα με στόκο, όπου σχηματίζονται οι ραβδώσεις. Ανήκαν πιθανώς σε ένα από τα Ιερά. Το άλσος έχει εντελώς εξαφανισθεί. Ένα μοναχικό κυπαρίσσι υψώνεται στη θέση του και αντικρίζει με λύπη τη χαμένη μεγαλοπρέπεια.
Υποσημειώσεις
[1] Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.
[2] 2, 36, 8. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979, 1980].
[3] Κοφινιώτη Ι. Κ., «Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών», Αθήνα 1892, επαν. Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2008.
[4] Λαμπρόπουλου Δημ. Α., «Η Λέρνα», Αθήναι, 1959.
[5] Ρος Λουδοβίκος, «Αναμνήσεις και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα», 1863. Αθήνα, 1976. Εκδ. Αφοί Τολίδη.
Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Διαβάστε ακόμη:
Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας
- Αμυμώνη (Λέρνη, Mαστός)
- Aργολικός Κηφισός (Λύρκειος;)
- Αστερίων
- Δερβένι
- Ερασίνος
- Ίναχος (Καρμάνωρ, Αλιάκμων, Πάνιτσα)
- Χάραδρος (Ξεριάς)
- Χείμαρος (Κηρίμι)
- Φρίξος
- Xάβος (Γουβιά ή Χώνια)
Αναρτήθηκε στις Αρχαίοι Ποταμοί | Με ετικέτα Ancient river, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αρχαίοι Ποταμοί, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δάρμος Κώστας, Ποντίνος | Leave a Comment »
Χείμαρος (Κηρίμι)
Χείμαρος (Κηρίμι). Αρχαίος ποταμός στην Αργολίδα. Aναφερόμενος στον ποταμό αυτό ο Παυσανίας [1], λέει ότι κοντά του υπάρχει λίθινος περίβολος, απ’ όπου ο Πλούτωνας κατέβηκε στο βασίλειό του μετά την αρπαγή της Κόρης. Δεδομένου ότι τον συναντά, μετά τον Ερασίνο στο δρόμο για τη Λέρνα, τον ταυτίζουν με τη ρεματιά που ξεκινά από τον Κτενιά, λίγο βορειότερα από τα ερείπια του χωριού Παλιοσκαφιδάκι, οι κάτοικοι του οποίου μετακόμισαν χαμηλότερα. Περνάει ανάμεσα στα βουνά Χάον και Ποντίνος, αφήνει αριστερά του στο χωριό Ελληνικό τα ερείπια της περίφημης πυραμίδας των Κεγχρεών και περνά από το χωριό Διχάλια (τ. Φακλαρέικα), κοντά στο Σκαφιδάκι, με το όνομα Κηρίμι. Παλαιότερα έπεφτε στον Αργολικό, βορείως των Μύλων, εφ’ όσον κατάφερνε να υπερπηδήσει ένα προτείχισμα που είχε κατασκευαστεί, για να συγκρατεί τα νερά του. Σήμερα στις μεγάλες βροχές φτάνει στη θάλασσα, διασπασμένο σε αποστραγγιστικά αυλάκια.

Πυραμίδα του Ελληνικού (Κεγχρεών). Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών», Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.
Ο Ρος [2] γράφει: Από τους Μύλους για το Άργος, σε μισή ώρα, φθάσαμε σε μια εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με παλιές τετραγωνισμένες πλάκες και ερείπια από στήλες. Εδώ ήταν ίσως ο περίβολος που μνημονεύει ο Παυσανίας. Κοντά στον περίβολο, δύο ξεχασμένες νεροσυρμές, ωστόσο δεν τολμώ να κρίνω αν αυτές ήταν ο Χείμαρρος και ο ποταμός Φρίξος του Παυσανία. Εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου υφίσταται και σήμερα κοντά στις εκβολές του Χειμάρρου.
Η ονομασία του Χειμάρρου, συνηθέστατη ως προσδιορισμός ποταμών, αλλά ασυνήθης ως ονομασία τους, ετυμολογείται από το χείμα και ρέω, εννοώντας αυτόν που ρέει τον χειμώνα, χαρακτηρισμός που ταιριάζει στα περισσότερα Πελοποννησιακά ποτάμια.
Υποσημειώσεις
[1] 2, 36, 7. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979, 1980].
[2] Ρος Λουδοβίκος, «Αναμνήσεις και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα», 1863. Αθήνα, 1976. Εκδ. Αφοί Τολίδη.
Κωνσταντίνος Π. Δάρμος
Διαβάστε ακόμη:
Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας
Αναρτήθηκε στις Αρχαίοι Ποταμοί | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αρχαίοι Ποταμοί, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δάρμος Κώστας, Κηρίμι, Ποταμός, Χείμαρος | Leave a Comment »
Η προστασία των αρχαιοτήτων της Αργολίδας κατά τον 19ο αιώνα: Τεκμήρια από το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας
Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας απόκειται το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων, τα τεκμήρια του οποίου καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1835 έως το 1980. Πρόκειται για αρχειακό υλικό που συμβάλλει κυρίως στη γνώση της μικροϊστορίας. Είναι ένα σημαντικό αρχείο, αν λάβουμε υπόψη μας τη μεγάλη χρονική του διάρκεια και πληρότητα, τις αδιάσπαστες σειρές στοιχείων, καθώς και το ότι το αρχείο της Νομαρχίας Αργολίδας σώζεται από το 1965 και μετά. [1]
Στην παρούσα δημοσίευση θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα σχετικά με τις αρχαιότητες τεκμήρια του Δημοτικού Αρχείου υπό το πρίσμα των τοπικών συνθηκών και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής.
Είναι γνωστά τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Καποδίστριας, η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας για την προστασία των αρχαιοτήτων. Όμως, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, υπήρξε πληθώρα περιπτώσεων αρχαίων που πουλήθηκαν σε ξένους, λεηλατήθηκαν από ξένους και δωρίστηκαν από το Ελληνικό Κράτος σε ξένους. [2]
Επιπλέον, ενώ ο αρχαιολογικός νόμος της Αντιβασιλείας, τον Ιούνιο του 1834, προστάτευε τα μνημεία και τα ερείπια, εντούτοις υπήρξαν περιπτώσεις, όπου λίθοι αρχαίων ερειπίων χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή οικοδομημάτων κατά τον οικοδομικό οργασμό που ακολούθησε τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και το κτίσιμο των νέων πόλεων.
Βέβαια κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πριν τη δημοσίευση του αρχαιολογικού νόμου, αν λάβουμε υπόψη μας τί θεωρείτο ως αρχαίο, το οποίο και θα έπρεπε να προστατευθεί. Διαφωτιστικό γι’ αυτό το θέμα είναι έγγραφο του 1829 που απέβλεπε αφενός να ευαισθητοποιηθούν οι κάτοικοι για τα λείψανα της αρχαιότητας και αφετέρου να μάθουν να τα αναγνωρίζουν και να τα καταλαβαίνουν. [3]
Το έγγραφο υπογράφει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο γνωστός Φιλικός, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του Εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδας. Το παραθέτω:
Μουσείον ονομάζεται το μέρος, όπου τίθενται αι αρχαιότητες και φυλάττονται. Αρχαιότητες λέγονται αι παλαιότητες, όσα δηλαδή είναι έργα των προγόνων Ελλήνων και διεσώθησαν υποκάτω ή επάνω της γης. Συνίστανται αι αρχαιότητες από είδωλα λίθινα, ή από μάρμαρον, ή χρυσόν, άργυρον, χαλκόν, ή ορείχαλκον (προύντζος), σχηματίζοντα είδος ανθρώπου ή άλλου ζώου, γερά ή σπασμένα. Συνίστανται από δουλευμένας πέτρας, οπού έχουν επιγράμματα. Συνίστανται από αγγεία αργυρά, χρυσά, ορειχάλκινα, χάλκινα, πήλινα, ευρισκόμενα πολλάκις θαμμένα εις την γην ανάμεσα εις παλαιά ερείπια, ή τους ελληνικούς παλαιούς τάφους. Συνίστανται από διάφορα νομίσματα (μονέδες) χρυσά, αργυρά, ορειχάλκινα, χάλκινα και μολυβένια διαφόρου μεγέθους και βαρύτητος. Συνίστανται από βιβλία εις μεμβράνας. Και τέλος συνίστανται αι αρχαιότητες και εις άλλα διάφορα τεχνητά, δηλαδή εις δακτυλίδια χρυσά, ή αργυρά, εις δακτυλιδόπετρες με έγγλυφα ή ανάγλυφα, παριστώντα μορφήν ανθρώπων, ζώων, πτηνών, εντόμων, όφεων, φυτών. Όλα αυτά συνιστώσι τας αρχαιότητας, και δι’ αυτάς η Σ. Κυβέρνησις εσύστησε το Μουσείον και τας συναθροίζει.
Πουθενά στο έγγραφο δε γίνεται λόγος για ερείπια δημόσιων ή ιδιωτικών κτισμάτων είτε αυτά είναι τείχη, είτε είναι ναοί, είτε είναι ιερά, είτε είναι κατοικίες κ.λπ.. Άρα στη συνείδηση των διοικούντων, και βέβαια πολύ περισσότερο του λαού, τα παραπάνω κτίσματα δεν ήταν «αρχαία», οπότε δεν έχριζαν προστασίας και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις όποιες ανάγκες από τον οποιοδήποτε. Έτσι εξηγείται γιατί ξηλώθηκαν τα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα στην Αίγινα για να κατασκευαστεί η προκυμαία, γιατί κατεδαφίστηκε στο Γαλαξείδι το αρχαίο τείχος για να κατασκευαστεί και εκεί η προκυμαία, [4] γιατί δημοπρατήθηκε το τείχος της Αθήνας και γιατί στο Ναύπλιο χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από «τα παλαιά τείχη» [5], οι οποίες μάλιστα μεταφέρθηκαν με τις εθνικές άμαξες, προκειμένου να κατασκευαστεί προκυμαία και λιμενοβραχίονες μετά την πώληση των οικοπέδων στην παραλία το 1832, [6] για να δημιουργηθεί το «Προάστειον του Αιγιαλού».
Η παραπάνω πρακτική, λοιπόν, ανάγκασε το Μάιο του 1837 την επί των Εσωτερικών Βασιλική Γραμματεία να αποστείλει εγκύκλιο, [7] με την οποία, μέσω του Διοικητών των Νομών, έδινε εντολή στους Δημάρχους αφενός να εκδώσουν αυστηρές διαταγές προς τους δημότες και αφετέρου οι ίδιες οι Δημοτικές Αρχές να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή «εις την διατήρησιν των σωζομένων αρχαιοτήτων». Και τούτο γιατί η Κυβέρνηση είχε πληροφορίες «από υποκείμενα αξιόπιστα περιελθόντα διαφόρους Επαρχίας… ότι εις πολλά μέρη συντρίβονται και ακρωτηριάζονται αρχαίοι λίθοι, μεταφερόμενοι από ναούς και άλλα μνημεία εις τας πόλεις και τα χωρία προς χρήσιν δημοσίων και ιδιωτικών οικοδομών». Μάλιστα, προειδοποιούσε τους δημότες ότι «όστις συντρίψει ή ακρωτηριάσει αρχαιότητά τινα θέλει καταμηνύεται εις τον αρμόδιον εισαγγελέα διά να ενεργούνται κατ’ αυτού τα παρά του νόμου διακελευόμενα».
Ένας άλλος τρόπος προστασίας των αρχαιοτήτων ήταν η συγκέντρωση και φύλαξή τους. Έτσι μετά τρία χρόνια, το Μάιο του 1840, ο υπουργός της «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως» απέστειλε εγκύκλιο [8] προς στους διοικητές με το ερώτημα εάν ήταν δυνατή η σύσταση μουσείου, προκειμένου να συγκεντρωθούν οι αρχαιότητες. Ο διοικητής Αργολίδας τη διαβίβασε προς στους Δημάρχους του Νομού. Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου ο Δήμαρχος προέβη σε κάποιες ενέργειες χωρίς αποτέλεσμα. Το θέμα ούτε καν συζητήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ίσως, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η οικονομική κατάσταση του Δήμου, η οποία χαρακτηρίζεται από το Δήμαρχο ως «ελεεινή». Προφανώς, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. [9]
Το Μάρτιο του 1843 ο Διοικητής Αργολίδας επανήλθε με μακροσκελή εγκύκλιο προς τους Δημάρχους της Διοίκησής του, με την οποία τους καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνους «διά πάσαν βλάβην ή αφαίρεσιν αρχαιοτήτων» [10]. Την εγκύκλιο αυτή προκάλεσε η επιδεινούμενη κατάσταση σχετικά με τα λείψανα της αρχαιότητας, τα οποία «φθείρονται και εξαφανίζονται από χείρας βεβήλους και απειροκάλους άλλοτε μεν συντριβόμενα, άλλοτε δε καιόμενα, [11] άλλοτε εντοιχιζόμενα και άλλοτε τέλος απαγόμενα ακαταζητήτως». Τέλος, έδινε οδηγίες για τη συλλογή και φύλαξη των αρχαιοτήτων.
Όμως, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιωνόταν, αλλά μάλλον χειροτέρευε. Οι αρχαιότητες ήταν στο έλεος των αρχαιοκάπηλων σε σημείο που το Μάρτιο του 1854 το υπουργείο των Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο [12] προς τους Νομάρχες ζητώντας επαγρύπνηση για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και την παρεμπόδιση των ανασκαφών. Και ενώ η περίληψη της εγκυκλίου είχε τον τίτλο «Περί αρχαιοτήτων», ο Γραμματέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο κάτω μέρος του εγγράφου «περί παρεμποδίσεως ανασκαφών», δηλαδή την πραγματική αιτία που προκάλεσε την αποστολή της εγκυκλίου.
Σε άλλη εγκύκλιο [13] προς τους Δημάρχους, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα γράφοντας ότι «ουδείς εξ υμών κατεννόησεν οπόσον ενδιαφέρει την πατρίδα κοινώς και έκαστον Δήμον, ιδίως η καλή διατήρησις των επιτοπίως ανευρισκομένων εκάστοτε, ή και σωζομένων έκπαλαι αρχαιοτήτων» και συνεχίζει κατηγορώντας τους Δημάρχους και τους Παρέδρους ότι, είτε από ραθυμία, είτε από απειροκαλία, είτε από αισχροκέρδεια οι αρχαιότητες καταστρέφονται ή εξάγονται «εις ξένην γην». Μάλιστα, καθιστούσε τους Δημάρχους και τους Παρέδρους προσωπικά υπεύθυνους. Κατέληγε δε με την αναγγελία ότι «εντός ολίγου θέλουν διορισθεί εκ των απομάχων φύλακες παρ’ εκάστω Δήμω περιέχοντα λείψανα αρχαιότητος». [14] Γενικώς αυτή τη χρονιά υπήρξε μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Μένει να ερευνηθεί εάν η αρχαιοκαπηλία και η καταστροφή των αρχαίων είχε τέτοια έκταση, ώστε να σταλεί από το υπουργείο των εκκλησιαστικών η εγκύκλιος του 1854, [15] η οποία μάλιστα επρόκειτο να διαβαστεί στις εκκλησίες των Δήμων και των χωριών του νομού και η οποία όριζε «ότι όστις καταστρέψει αρχαιότητας, ήτοι αγάλματα, επιγραφάς, αρχαία τείχη και παν ότι είναι έργον των αρχαίων ημών προγόνων ούτος εκτός της προσωπικής αυτού κρατήσεως… θέλει υπόκειται και εις πρόστιμον, ανάλογον της τιμής της Αρχαιότητος εκείνης, την οποίαν κατέστρεψεν,…». Μάλιστα, προβλεπόταν και αμοιβή για εκείνον ο οποίος θα έκανε την καταμήνυση, η οποία αμοιβή ανερχόταν στο μισό του προστίμου, που θα κατέβαλλε ο καταστροφέας. Η εγκύκλιος επιστράφηκε στο Δήμο Ναυπλίου με τη σημείωση «ανέγνωσα την Διαταγίν σας … επεκλισίαις την εν Μουράταγα [16] 7 Σεπτεμβρίου 1854 ο εφιμεριος Παππά Αθ: (ανάσιος) Τσιπόκας»(sic). [17]
Μεσολαβεί ένα διάστημα άνω των 15 χρόνων χωρίς να ανιχνεύονται αρχειακά τεκμήρια για τις αρχαιότητες. Το 1870 το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αποστέλλει μακροσκελή εγκύκλιο [18] προς τους Νομάρχες και τους Επάρχους. Ο συντάκτης της εγκυκλίου περιγράφει το πρόβλημα της καταστροφής και της καπήλευσης των αρχαιοτήτων ξεκάθαρα, χωρίς υπεκφυγές και συγκαλύψεις. Καυτηριάζει την αρχαιοκαπηλία, που, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται για την περιστολή της, όχι μόνο αυξάνει, αλλά και κάποιοι το έχουν καταστήσει επάγγελμα. Παρομοιάζει τους αρχαιοκάπηλους με τυμβωρύχους «οίτινες του κέρδους χάριν ήθελον ανορύττει τους τάφους των πατέρων των». Χαρακτηρίζει ως «μεγίστην καταισχύνην» τα αρχαία να κοσμούν τα Μουσεία της Ευρώπης και όχι το Εθνικό Μουσείο της Ελλάδας. Καταλήγει ότι η σωτηρία των αρχαίων επαφίεται στην ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους των Δημάρχων, των συμβούλων τους και των λοιπών υπαλλήλων.
Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Βέβαια δεν είναι άμοιρο ότι ιδρύονται οι περισσότερες ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και Ινστιτούτα, οι οποίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ανασκαφές. Επίσης, ιδρύεται και η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. [19] Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο που αποστέλλει το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης προς το Νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας, με το οποίο του γνωστοποιεί το διορισμό του Αθανάσιου Δημητριάδη, ως Εφόρου Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου [20] και Επιτρόπου της Κυβέρνησης «διά τας εν τη αρχαία Ολυμπία ανασκαφάς, ας ανέλαβε να εκτελέσει η Γερμανική αυτοκρατορική κυβέρνησις ιδία δαπάνη εκ συμφώνου μετά της Ελληνικής κυβερνήσεως». [21]
Ειδικότερα για την Αργολίδα το αρχειακό υλικό μας πληροφορεί ότι με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί ανασκαφή τάφων στη βόρεια πλαγιά του Παλαμηδιού από το Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κονδάκη (1873). [22] Η Εταιρεία επανήλθε το 1892 και ζητούσε πληροφορίες για το εάν η απέναντι από αυτή την ανασκαφή πλαγιά είναι εθνικός ή ιδιόκτητος τόπος, προκειμένου να αναθέσει ανασκαφή στον Έφορο Αρχαιοτήτων Βαλέριο Στάη. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι, προκειμένου η Αρχαιολογική Εταιρεία να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της, της επιτράπηκε το 1874 «να προκηρύξει λαχείον εκ δραχμών νέων ή φράγκων ενός εκατομμυρίου». [23] Μάλιστα, το υπουργείο των εσωτερικών προέτρεπε μέσω των Νομαρχών τις δημοτικές αρχές «να λάβωσι τοιαύτα γραμμάτια» και «να συντελέσωσιν όπως τα οικία Δημοτικά Συμβούλια ψηφίσωσι ποσόν τι προς αγοράν τοιούτων». [24]
Όμως, παράλληλα με τις επίσημες ανασκαφές συνέχιζαν να εκτελούνται και παράνομες και μάλιστα από άτομα της διοίκησης. Το φαινόμενο αυτό ανάγκασε το Υπουργείο Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο με την οποία απαγόρευε αυστηρώς να εκτελούνται ανασκαφές από διοικητικούς και δημοτικούς υπαλλήλους, καθώς και την αγορά εκ μέρους τους αρχαιοτήτων από χωρικούς και τη μεταπώλησή τους σε αρχαιοκάπηλους· δηλαδή οι εντεταλμένοι από το νόμο υπάλληλοι να προστατεύουν τις αρχαιότητες, αντί να τις προστατεύουν συνεργάζονταν με αρχαιοκάπηλους. [25]
Τέλος, τα έτη 1889-1891 παρατηρείται κινητικότητα σχετικά με τους Φύλακες Αρχαιοτήτων. Υπάρχουν αρκετά έγγραφα τα οποία μας πληροφορούν για απολύσεις και μετακινήσεις Φυλάκων Αρχαιοτήτων, β΄ και γ΄ τάξης, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Τίρυνθα, οι τάφοι της Επιδαύρου και της Πρόνοιας, καθώς και το Ηραίο. Μάλιστα, πληροφορούμαστε ότι ο Φύλακας της Τίρυνθας Ι. Μιντζόπουλος το 1891 πληρωνόταν από την Αρχαιολογική Εταιρεία και λάμβανε μισθό 60 δρχ..
Κλείνοντας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν και τα στοιχεία που παραθέσαμε είναι αποσπασματικά, η παρούσα έρευνα, θέλουμε να πιστεύουμε, ότι έδειξε:
- Το μέγεθος της καταστροφής των αρχαιοτήτων αλλά και την έκταση της αρχαιοκαπηλίας. Προφανώς η ρήση του Μακρυγιάννη, «γι’ αυτά πολεμήσαμε», δεν εισακούστηκε από ένα τμήμα του πληθυσμού του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το οποίο τμήμα δεν θα πρέπει να ήταν μικρό. [26]
- Τον τρόπο αντιμετώπισης από τη Νομαρχιακή και Δημοτική Αρχή του προβλήματος της καταστροφής των αρχαίων και της αρχαιοκαπηλίας, οποίος τρόπος θυμίζει περισσότερο γραφειοκρατική διεκπεραίωση μιας υπόθεσης, παρά επίδειξη ζήλου και αγωνιστικότητας για τη διάσωση της εθνικής κληρονομιάς.
- Τη σχετικά μικρή εμπλοκή της Δημοτικής Αρχής στο θέμα των αρχαιοτήτων, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το 19ο αιώνα ο Δήμαρχος ήταν ισχυρός τοπικός άρχοντας.
Τέλος, θα ήταν καλό, εάν υπάρχει αρχειακό υλικό σε άλλες αρχειακές μονάδες, αυτό να δημοσιοποιηθεί, ώστε να γνωρίζουμε πως αντιμετώπισαν την καταστροφή των αρχαίων και την αρχαιοκαπηλία άλλες νομαρχιακές και δημοτικές αρχές.
Υποσημειώσεις
[1] Το κτίριο της Νομαρχίας κάηκε για πρώτη φορά το 1929. Τότε η Νομαρχία στεγαζόταν στο «παλατάκι του Καποδίστρια», εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ανδριάντας του Όθωνα. Για δεύτερη φορά κάηκε το 1964, όταν στεγαζόταν σε κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, όπου σήμερα λειτουργεί το καφενείο «Κεντρικόν». Οι πυρκαγιές κατέστρεψαν το Αρχείο της Νομαρχίας, όμως στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων έχουν σωθεί αφενός η αλληλογραφία του Δήμου με τη Νομαρχία (σχέδια εγγράφων και απαντήσεις του Νομάρχη) και αφετέρου οι εγκύκλιοι που έστελνε ο Νομάρχης, αλλά και οι εγκύκλιοι των διαφόρων Υπουργείων που διαβίβαζε ο Νομάρχης προς όλους τους Δήμους και τις Κοινότητες.
[2] Κόκκου 2009.
[3] Πρωτοψάλτης 1967, 107-109, αρ. 82, στο Κόκκου 2009, 54.
[4] Κόκκου 2009, 55.
[5] Κυριαζής 1973, 64.
[6] Εθνική Εφημερίς 1832, 266.
[7] ΔΑΝ 1837, φ. 27 90, αρ.πρωτ. 4436/9 Ιουνίου 1837.
[8] ΔΑΝ 1840, φ. Ρ 36, αρ.πρωτ. 1046/13 Μαϊου 1840.
[9] Γεωργόπουλος 2009, 99.
[10]ΔΑΝ 1843, φ. Ρ 36 ε, αρ.πρωτ. 870/1 Μαρτίου 1843. Βλ. και Μπίχτα 2008, 23.
[11] Εννοεί τα ασβεστοκάμινα, όπου ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ασβέστη χρησιμοποιούσαν λίθους από αρχαία κτίσματα. Για το λόγο αυτό ο αρχαιολογικός νόμος, άρθρο 85, παρ. β΄ (δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 22/16 Ιουνίου 1834) αναφέρει ότι απαγορεύεται στους ιδιώτες, χωρίς άδεια, «να κατασκευάζουν εις περιφέρειαν ενός τετάρτου μυριομέτρου Ελληνικών λειψάνων ασβεστοκαμίνους, διά να μη δίδεται αφορμή και περίστασις εις βλάβην και φθορά των αρχαιοτήτων». Βλ. και Κόκκου 2009, 105, όπου αναφέρεται ότι ο Κυριάκος Πιττάκης σε έγγραφό του προς την «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β. Γραμματείαν» με ημερομηνία 15/2/1838 προτείνει, να διαταχθούν οι Δασονόμοι να προσέχουν «εις τα χωρία και ερήμους τόπους, όπου κατασκευάζεται άσβεστος, διά να μη λαμβάνωσιν οι ασβεστοποιοί αρχαίας πέτρας από οικοδομάς, …».
[12] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ. εγκυκλίου 19/6 Μαρτίου 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 1).
[13] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 7370/ Αύγουστος 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 2).
[14] Ήδη από το 1835 απόμαχοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη της Ακρόπολης. Βλ. Χαραλαμπίδης
2008, 15.
[15] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 3766/ Αύγουστος 1854.
[16] Το χωριό Μουράταγα είναι η σημερινή Καλλιθέα μεταξύ Ασίνης και Δρεπάνου.
[17] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 668/ 1 Σεπτεμβρίου 1854.
[18] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870. Την ίδια κατάσταση περιέγραφε σε εγκύκλιό του ο υπουργός Παιδείας Ν. Δρόσος, Κόκκου 2009, 124.
[19] Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που αποστέλλεται από την Εταιρεία προς το Δήμαρχο, όπου περιγράφεται το έργο της και ζητείται συνδρομή του Δήμου τακτική ή έκτακτη. ΔΑΝ 1892, φ. Ω 39, αρ. πρωτ. 87/ 30 Οκτωβρίου 1892.
[20] Ο Αθανάσιος Δημητριάδης ήταν Έφορος Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδας. Στη θέση του
μετακινήθηκε ο Παναγιώτης Σταματάκης, Έφορος Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου. ΔΑΝ 1875, φ. Ω40, αρ.πρωτ. 6423/ 25 Αυγούστου 1875. (Ο Σταματάκης αναβαθμίστηκε από βοηθός του
Αρχαιολογικού Γραφείου και διορίστηκε Έφορος αρχαιοτήτων Πελοποννήσου τον Απρίλιο του
ίδιου έτους. Βλ. ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ.πρωτ. 2718/ 11 Απριλίου 1875).
[21] Βλ. ό.π. Σχετικά με τη συμφωνία και την ανασκαφή βλ. Παπαθεοδώρου 2008, 19.
[22] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 3).
[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1874, φ. 44.
[24] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. εγκυλ. 4/12 Φεβρουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 4).
[25] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. 95/ 16 Ιανουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 5).
[26] Δε γνωρίζω εάν έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί οι ελληνικές αρχαιότητες που έχουν εξαχθεί νόμιμα ή παράνομα από τον ελλαδικό χώρο και βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές απανταχού του πλανήτη. Εάν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι είναι υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας να το δρομολογήσει. Για δε τους νέους επιστήμονες «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν».
Βιβλιογραφία
- Δ. Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου και η συμβολή των Σουηδών στην οργάνωσή του (1833-1933), ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Βόλος 2009, 97-118.
- ΕΘΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, αρ. φύλου 50, 13 Οκτωβρίου 1832.
- Α. ΚΟΚΚΟΥ, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα 2009 (α΄ έκδοση 1977).
- Π. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Σταμάτης Βούλγαρης. Ο πρώτος πολεοδόμος της νεωτέρας Ελλάδος, Ιστορία, 1973, τχ. 64, 60-69.
- Κ. ΜΠΙΧΤΑ, Το επίπονο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τον 19ο αιώνα: Περισυλλογή και καταγραφή των αρχαιοτήτων, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 23-31.
- ΕΡ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την ανασκαφή της αρχαίας Ολυμπίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 19-21.
- ΕΜΜ. ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ, Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήναι 1967.
- Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Θεσμοθέτηση και ίδρυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 13-17.
Πηγές
- Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου (ΔΑΝ), Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Αργολίδας, ΔΗΜ.1.1.
Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος
Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας
Διημερίδα «Η Ιστορική και σρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Σχετικά θέματα:
- Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο
- Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff
Αναρτήθηκε στις Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Αργολίδα | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Άρθρα, Αρχαιότητες, Αρχαιοκάπηλοι, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ιστορία, Πρακτικά Συνεδρίου, Πολιτισμός | Leave a Comment »





























