Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Γνωριμία με τα μουσικά όργανα – Ανοιχτά μαθήματα στο Δημοτικό Ωδείο Άργους


 

Για  όλα τα παιδιά του Δήμου Άργους-Μυκηνών που θέλουν να γνωρίσουν από κοντά τη διαδικασία της μουσικής διδασκαλίας, να αγγίξουν, να αισθανθούν, να ακούσουν  τα μουσικά όργανα, το Ωδείο θα είναι ανοικτό την επόμενη Παρασκευή, το Σάββατο και την Δευτέρα.

 

Πρόγραμμα – Άργος (στο Ωδείο)

Παρασκευή  28 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 16.00-19.00: πιάνο, φλάουτο, φλάουτο με ράμφος, σαντούρι, τουμπελέκι, ακορντεόν, αρμόνιο.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 10.00 -13.00: Πιάνο, βιολί, βιόλα, κιθάρα.

Ώρα: 15.00-18.00: Βιολοντσέλο, κλαρινέτο, φλάουτο με ράμφος, σαξόφωνο.

 

Γνωριμία με τα μουσικά όργανα

 

N. Kίος (στο Ωδείο)

Σάββατο  29 Σεπτεμβρίου 2018

Ώρα: 11.00-13.00: Πιάνο, φλάουτο, φλάουτο με ράμφος.

Δευτέρα  1 Οκτώβριου 2018 

Ώρα: 16.00-20.00: Κιθάρα.

Πληροφορίες: Δημοτικό Ωδείο Άργους, Παρ. Φείδωνος 48, Άργος. Τηλ. –  Fax: 2751025095. Υπεύθυνη:  Γ. Λημνιούδη

 

Η Ελληνική ως διεθνής γλωσσά: Μια ουτοπική πρόταση του Gustave D’EichthalΔέσποινα Προβατά, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

Η θέση της γλώσσας ως λογική έκφραση και ως κορυφαίο μέσο των διαπολιτισμικών ανταλλαγών, είχε βρεθεί στο επίκεντρο του προβληματισμού όσων στοχαστών ήδη από τον 19° αιώνα διατύπωναν τις θεωρίες για τη συνένωση των ευρωπαϊκών χωρών και την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των λαών τους. Ο SaintSimon υπήρξε από τους πρώτους θεωρη­τικούς της ενωμένης Ευρώπης, ενός θεσμού ο οποίος υπερβαίνοντας τα όρια των διαφορετικών εθνοτήτων θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου συνόλου [1]. Μετά το θάνατό του το 1825, οι μαθητές του ανέλαβαν να διαδώσουν τις ιδέες του και συμμερίστηκαν το όραμά του για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας. Προϋπόθεση όμως της συνύπαρξης, συνεργασίας και διακίνησης των ιδεών μεταξύ των διαφορετικών φυλών και εθνοτήτων, ήταν για τους σαινσιμονιστές μια κοινή γλώσσα.

Το θέμα αυτό είχε απασχολήσει έντονα τους επιγόνους του Saint-Simon στη διάρκεια ενός ιδιότυπου πειράματος, της απομόνωσής τους στο Ménilmontant τον Απρίλιο 1832, όπου επεξεργάστηκαν μια νέα θεωρία, προϊόν συγκερασμού των θέσεων του Saint-Simon και των δικών τους οραμάτων για το μέλλον της ανθρωπότητας [2]. Μεταξύ άλλων επιθυμούσαν να συμβάλλουν στην επικράτηση νέας γλώσσας, «μιας γενικής γλώσσας, συγχορδία της φωνής του κόσμου και της φωνής της ανθρωπότητας, ποίηση των ποιήσεων» (Le Livre Nouveau: 83-150).

Το ζήτημα της οικουμενικής γλώσσας (lingua universalis) ασφαλώς δεν ήταν καινούργιο· είχε πολλαπλώς απασχολήσει κατά το παρελθόν φιλοσόφους, όπως ο Leibniz ή τους ιδεολόγους Volney και Destutt de Tracy, φιλολόγους και γλωσσολόγους. Για τους σαινσιμονιστές, όμως, η κοινή γλώσσα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της μεταρρύθμισης που επαγγέλονταν και συνδεόταν άμεσα με την επιτυχή έκβαση της κοινωνικής αναδιοργάνωσης.

 Η συντροφιά του Menilmontant κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που διέθετε όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά προκειμένου να αναγορευθεί ως η παγκόσμια γλώσσα. Η σαφής και άρτια γλώσσα του Καρτέσιου κρίθηκε ως η καταλληλότερη για να εκφράσει τις γνωστικές διαδικασίες που ακολουθεί η σκέψη (Charléty, 1931: 161-162· Gouvard, 2002: 69-71). Η πεποίθηση αυτή ενισχυόταν στη σαινσιμονική λογική και από την ακτινοβολία που γνώριζε η γαλλική γλώσσα στην Ευρώπη ήδη από τον 18° αιώνα, όταν επι­κράτησε ως μέσο διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού. Η καθιέρωσή της ως διπλωματικής γλώσσας κατά τον 19° αιώνα, η ευρεία χρήση της στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές και η ολοένα αυξανόμενη διάδοσή της στον ευρωπαϊκό χώρο, ευνοούσε την άποψη των σαινσιμονιστών ότι μπορούσε να αποτελέσει το μέσο για τη συναδέλφωση των λαών. Επι­πλέον, η γαλλική γλώσσα είχε κατορθώσει κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης να συνενώσει κάτω από μια κοινή προσδοκία και ένα κοινό ιδεώδες ανομοιογενείς γλωσσικά πληθυσμούς. Υπό αυτή την έννοια, θεωρήθηκε ότι η Γαλλική ήταν το πλησιέστερο γλωσσικό σύστημα προς την οικουμενική γλώσσα.

Gustave d’Eichthal (Γκυστάβ ντ’Εϊστάλ 1804 – 1886). Γάλλος συγγραφέας, εκδότης και ελληνιστής. Στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρεται και με το όνομα Γουσταύος Εϊχτάλ. Μετά το 1832 ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Υποστήριξε ένθερμα και με ενθουσιασμό την ελληνική γλώσσα.

Με αυτά τα πνευματικά εφόδια φτάνει στην Ελλάδα το 1833 ο Gustave dEichthal, ηγετικό στέλεχος της ομάδας των σαινσιμονιστών. Προσωπικότητα ανήσυχη, κράμα των εβραϊκών καταβολών του και της χριστιανικής φιλοσοφίας, λόγιος, δημοσιολόγος αλλά και αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, ο d’Eichthal υπήρξε από τους πρωτεργάτες για την προσπάθεια της συνέχισης αλλά και της εν μέρει αμφισβήτησης του έργου του Saint-Simon μετά το θάνατό του. Μετά τη διάλυση της σαινσιμονικής εταιρείας το 1832 και το διωγμό που υπέστησαν τα μέλη της, ο d’Eichthal, μαζί με ορισμένους παλιούς συντρόφους του βρήκε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους [3]. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε την Ελλάδα υπό το βάρος των κατηγοριών ότι υπέθαλπε οπαδούς του σαινσιμονισμού. Η παραμονή του ωστόσο στη χώρα υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη της σκέψης του και τη μετέπειτα διαδρομή του.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γνώρισε και μελέτησε τις ιδιαιτερότητες της βαυαροκρατούμενης τότε Ελλάδας, ενώ συγχρόνως εξοικειώθηκε με τη γλώσσα της (Queux de Saint Hilaire, 1887: 64). Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία ο d’Eichthal δεν ξέχασε την Ελλάδα. Αντιθέτως και παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε κατάρτιση ελληνιστή, συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια διάδοσης των ελληνικών γραμμάτων στη Γαλλία ως ιδρυτικό μέλος της Association pour I’Encouragement des Études Grecques en France και υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του τους σκοπούς της.

Ως γνήσιο τέκνο του σαινσιμονισμού, ο d’Eichthal προσπάθησε να αναδείξει στις μελέτες του τις μεγάλες ιδέες που από καταβολής του πολιτισμού είχαν επιτρέψει την επικοινωνία των λαών. Στην ιουδαϊκή, ελληνική και χριστιανική φιλοσοφία διέκρινε την πορεία του ανθρώπινου γένους προς την δημιουργία μιας παγκόσμιας ειρηνικής κοινότητας. Η πεποίθησή του αυτή ενισχυόταν από τις γεωπολιτικές αλλαγές που βίωνε η εποχή του. Η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, του τηλέγραφου, οι διανοίξεις ισθμών και σηράγγων, που διευκόλυναν την προσέγγιση των λαών συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση του σαινσιμονικού ιδεώδους, θέτοντας με πιο επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της γλωσσικής αλληλο­κατανόησης.

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897). Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Το 1864, ο d’Eichthal δημοσιεύει τη μελέτη του De I’usage pratique de la langue grecque, στην οποία διατυπώνει για πρώτη φορά την πρότασή του να υιοθετηθεί η Ελληνική ως διεθνής γλώσσα, θέμα που θα τον απασχολήσει και σε μεταγενέστερα δημοσιεύματά του (1871,1884) [4]. Η πρόταση αυτή δεν ήταν καινούργια: είχε υποστηριχθεί μια δεκαετία νωρίτερα από τον Μάρκο Ρενιέρη σε άρθρο του στο περιοδικό Spectateur de I’Orient [5], το οποίο μάλιστα αναδημοσιεύει ο d’Eichthal. Ο Ρενιέρης, απαντώντας τότε σε όσους είχαν κατά καιρούς υποστηρίξει τη θέση ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που μπορούσε να αποτυπώσει με τον πληρέστερο και ικανοποιητικότερο τρόπο τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, διατύπωνε την άποψη ότι η ελληνική είναι ακόμα περισσότερο διαδεδομένη από τη γαλλική μια και διδάσκεται σε όλα τα σχολεία των πολιτισμένων εθνών. Με δεδομένο ότι κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος έχει διδαχθεί Αρχαία Ελληνικά, ο Έλληνας λόγιος πίστευε ότι συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια παγκόσμια κοινότητα η οποία έχει στη διάθεσή της ένα κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας, την ελληνική γλώσσα.

Από αυτή τη βασική θέση του Ρενιέρη ξεκινά ο d’Eichthal, ο οποίος με εμφατικό τρόπο διατυπώνει τη βεβαιότητά του για τη μελλοντική δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας που θα διέπεται από μια κοινή οργάνωση. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κοινής γλώσσας, η οποία, χωρίς να αναιρεί η να αντικαθιστά τις εθνικές γλώσσες – χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδιοσυστασίας κάθε λαού – θα αποτελέσει το μέσο για την οικοδόμηση διεθνών σχέσεων. «Για όποιον έχει κατανοήσει την εποχή μας, γράφει, θεωρείται δεδομένο ότι τόσο το θέμα της παγκόσμιας γλώσσας, όσο και το θέμα της παγκόσμιας μητρόπολης, δεν μπορούν να παραμείνουν στην κατάσταση ύπνωσης που βρίσκονται σήμερα» (D’Eichthal, 1887:114). Η διεθνής κοινή γλώσσα, όμως, δεν μπορεί να είναι ένα αυθαίρετο δη­μιούργημα, μια τεχνητή γλώσσα [6]. Πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των ομιλουμένων γλωσσών.

Παίρνοντας αποστάσεις από τους παλιούς σαινσιμονιστές συντρόφους του που στήριζαν την επιλογή τους στο γεγονός ότι η γαλλική γλώσσα ήταν γλώσσα με παρελθόν, με πλούσια ιστορία και ποικίλες γλωσσολογικές διαδρομές (Gouvard, 2002:69) και απαντώντας στις μεμονωμένες φωνές που ήδη είχαν αρχίσει, να προβάλλουν την Αγγλική ως διεθνή γλώσσα, ο d’Eichthal υποστηρίζει ότι μόνο η Ελληνική μπορεί να διαδραματίσει αυτό το ρόλο. Χωρίς να διαφοροποιείται από το θεωρητικό πλαίσιο που είχε τεθεί από τους σαινσιμονιστές, καθορίζει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να πληροί μια γλώσσα η οποία προορίζεται για διεθνή χρήση: αυτές δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο βαθμό διάδοσής της, στην πρακτική ωφέλεια, στην πολιτική και εμπορική σημασία της. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γραμματική τελειότητα του γλωσσικού συστήματος στο οποίο ανήκει, η ευφωνία, ο λογοτεχνικός πλούτος που διαθέτει ενώ ιδιαίτερο βάρος δίδεται στον ιστορικό της ρόλο (D’Eichthal, 1887: 224).

Έτσι λοιπόν, οι λόγοι για τους οποίους ο d’Eichthal πιστεύει ότι η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποτελέσει την κοινή διεθνή γλώσσα, είναι τόσο πολιτισμικοί, όσο και πολιτικοί. Τονίζει ότι η συγκρότηση της ελληνικής γλώσσας συμπίπτει με τις απαρχές του ίδιου του πολιτισμού και ότι θεωρείται ήδη από τον 16° αι. αναπόσπαστο στοιχείο της παιδείας κάθε καλλιεργημένου νου, ενώ είναι η μόνη γλώσσα που παρουσιάζει αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια. Στην Ελληνική απαντούν, στον ίδιο βαθμό με τη Γαλλική, οι λογικές σχέσεις και τα ορθολογικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει η ιδανική οικουμενική γλώσσα, προκειμένου να μπορεί να εκφράσει χωρίς αμφισβήτηση όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, από τα γράμματα και τις τέχνες ως την πολιτική και τις επιστήμες. Η γλώσσα του Ομήρου και του Ησίοδου σημειώνει ο d’Eichthal, είναι συγχρόνως γλώσσα του Ευαγγελίου και των πατέρων της Εκκλησίας και τονίζει τη διαχρονική της διάσταση (D’Eichthal 1887: 110). Έχοντας διατηρήσει αναλλοίωτο στο πέρασμα των αιώνων, το λεξιλογικό πλούτο της και την πλαστικότητά της, η ελληνική γλώσσα διαθέτει την απαραίτητη σαφήνεια και καθαρότητα που την καθιστούν ιδιαιτέρως κατάλληλη να εκφέρει επιστημονικό λόγο. Επιπλέον, ως «η κατ’ εξοχήν λογική και ευφωνική γλώσσα», η Ελληνική μοιάζει να δίνει απάντηση και στους προβληματισμούς σχετικά με την προσωδία που είχαν απασχολήσει τους σαινσιμονιστές το 1832 [7].

Επιπλέον, η γλώσσα συνδέθηκε στον ελληνικό χώρο με το αίτημα της εθνικής ολοκλή­ρωσης. Η πορεία της Ελληνικής από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά της να επανακτήσει μετά από παρατεταμένη περίοδο σκλαβιάς τη χαμένη αίγλη της και η συμβολή της στην αναγέννηση του Έθνους, της προσδίδουν σαφή ιστορικό ρόλο. Τέλος, στο επιχείρημα ότι η γαλλική είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην Ευρώπη, ο d’Eichthal αντιπαραθέτει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας ως μοχλού εκπολιτισμού της Ανατολής, διαμέσου κυρίως των εμπορικών συναλλαγών και της παρουσίας των ακμαίων κοινοτήτων του ευρύτερου ελληνισμού και της Διασποράς.

Η πρότασή του βασίζεται συνεπώς στη διαχρονική παρατήρηση της γλώσσας ενώ τα επιχειρήματά του οικοδομούνται γύρω από δύο βασικούς άξονες: τον ενιαίο χαρακτήρα της ελληνικής από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή αφενός, και την οικουμενικότητά της αφετέρου, λόγω του γοήτρου που απέκτησε, τόσο χάρη στα κείμενα του στοχασμού της αρχαι­ότητας, όσο και ως γλώσσα του πολιτισμού και του εμπορίου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο d’Eichthal στο ρόλο που οφείλει να επιτελέσει η διεθνής γλώσσα ως γλώσσα του μέλλοντος, κυρίως στο πεδίο των επιστημών, όπου η υποχώρηση της χρήσης των λατινικών, ευνοώντας την πολυγλωσσία, δημιουργούσε ένα ουσιαστικό πρόβλημα επικοινωνίας στον αλλόγλωσσο επιστημονικό κόσμο. Απ’ την άλλη, ο πνευματικός κόσμος στην Ελλάδα είχε από νωρίς διαισθανθεί – ήδη από το δεύτερο μισό του 18ου αι.- την ένδεια επιστημονικής γνώσης και είχε στραφεί στις μεταφράσεις [8]. Η μεταφραστική πρακτική που συνεχώς εμπλούτιζε την ελληνική γραμματεία με τους θησαυρούς της γνώσης του ευρωπαϊκού πνεύματος, αξιοποιήθηκε από τον d’Eichthal σε άρθρο του το 1884 [9], ως ένα επιπλέον επιχείρημα για την ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να αποτελέσει το κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας. Ως μεταφραστικό μέσο και άλλοτε ως διάμεση γλώσσα, η Ελληνική είχε κα­τορθώσει να επιδείξει τις αρετές ενός γλωσσικού συστήματος που με σαφήνεια, ορθότητα και ακρίβεια του λόγου μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει την επιστημονική γνώση. Υποστηρίζοντας την αξία αυτών των μεταφράσεων, ο d’Eichthal απαριθμεί τα βασικά εγχειρίδια μεταφρασμένα από τα Γαλλικά που χρησιμοποιούνται στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και ανάλογες προσπάθειες εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης που κατέβαλλαν φύλλα ευρείας κυκλοφορίας όπως η Κλειώ της Τεργέστης (D’Eichthal 1887: 312-313). Η αντιπαραβολή μάλιστα της γαλλικής και της ελληνικής απόδοσης ενός αποσπάσματος γερμανικού βιβλίου φυσιολογίας αποδεικνύει ότι «η νέο ελληνική γλώσσα […] ως μεταφραστικό μέσο, μπορεί να αποτελέσει έναν πιστό και πρακτικό μηχανισμό διάδοσης των έργων και της επιστημονικής έρευνας καθενός αλλά και συνολικά. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα θα μπορούσε ήδη από σήμερα γράφει ο dEichthal να καταλάβει μια ιδιαίτερη θέση στο παγκόσμιο επιστημονικό εργαστήριο» (DEichthal, 1887: 318).

Η πρόταση του d’Eichthal για τη διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας είχε ωστόσο να αντιμετωπίσει δύο εμπόδια. Το πρώτο ήταν ότι τα Ελληνικά διδάσκονταν στα σχολεία και Πανεπιστήμια της Γαλλίας – και μάλιστα πλημμελώς – ως νεκρή γλώσσα με αποτέλεσμα η πλειονότητα των γάλλων μαθητών, που δεν ακολουθούσαν συναφείς σπουδές, να την ξεχνούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Γι αυτούς τους λόγους, η εκμάθηση της Ελληνικής πρέπει, σύμφωνα με τον d’Eichthal, να έχει αφετηρία τη Νέα Ελληνική. Μέσω της διδασκαλίας της σύγχρονης μορφής της γλώσσας, ο κάθε μαθητής θα μπορεί να κατακτήσει – με σχετική ευχέρεια – το λεξιλόγιο και τις γραμματικές δομές που είναι απαραίτητα για την επικοινωνία. Η νέα γενιά των πολιτισμένων εθνών, θα έχει «έτσι στη διάθεσή της «έναν ανεκτίμητο θησαυρό […], μια καθολική γλώσσα ικανή να ανταποκριθεί σε όλες ανάγκες της ανθρώπινης δραστηριότητας και σκέψης» (D’Eichthal, 1887:113).

Κύριο, όμως, πρόσκομμα στην επικράτηση της χρήσης της Ελληνικής ως διεθνούς γλώσσας αποτελούσε το θέμα της προφοράς, καθώς η επικράτηση στη Δύση και ειδικότερα στη Γαλλία της ερασμιακής προφοράς, αλλοίωνε την εκφορά της Αρχαίας και κατ’ επέκταση της Νεοελληνικής, εμποδίζοντας την επικοινωνία και αλληλοκατανόηση [10]. Προς αυτή την κατεύθυνση θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες του d’Eichthal, για τον οποίο η υιοθέτηση της νεοελληνικής προφοράς στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελούσε τη βάση για τη διάδοση, επικράτηση και γενίκευση της χρήσης της νεοελληνικής γλώσσας. Η ίδρυση της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής το 1845, που μεταξύ άλλων είχε στόχο την αναγέννηση της μελέτης των Αρχαίων Ελληνικών μέσα από τη γνώση της νέας ελληνικής, και η συνέχιση του έργου του Villoison από τον Hase και τον Brunet de Presle στην École des Langues Orientales, όπου τα Νέα Ελληνικά διδάσκονταν με τη νεοελληνική προφορά, ευνοούσαν το αίτημα για την εισαγωγή της στη γαλλική εκπαίδευση. Έχοντας εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Victor Duruy, υπουργού Παιδείας της Γαλλίας, ο d’Eichthal μεθοδεύει από κοινού με τους ελληνιστές Dehèque, Egger και Brunet de Presle, την υιοθέτηση σχετικού ψηφίσματος από τη Γαλλική Ακαδημία. Στις 18 Νοεμβρίου 1864, η Ακαδημία αποδέχτηκε ομό­φωνα (με μια μόνο αρνητική ψήφο) την πρόταση του να εισαχθεί με τον επισημότερο τρόπο η νεοελληνική προφορά στη δημόσια γαλλική εκπαίδευση, σχέδιο που τελικά όμως δεν υλοποιή­θηκε ποτέ (Queux de Saint Hilaire, 1887: 87-92).

Η ριζοσπαστική όσο και ουτοπική πρόταση του d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα αλλά και οι άοκνες προσπάθειές του για την καθιέρωση της νεοελληνικής προφοράς11, δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σειρά άρθρων στο γαλλικό και ευρωπαϊκό τύπο δημοσιοποιούν τους προβληματισμούς που ανέπτυσσε γύρω από το ζήτημα αυτό ο επιστημονικός κόσμος και διευρύνουν το διάλογο12.

Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο d’Eichthal καλλιεργεί σε πολλά επίπεδα την πρόταση για διεθνοποίηση της Ελληνικής, δεν ξεχνά εντούτοις ότι απαιτούνται και άλλες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να κατακτήσει η γλώσσα το επιθυμητό επίπεδο, άποψη που φαίνεται να συμμερίζεται και ο Ρενιέρης (D’Eichthal, 1887: 361). Το γλωσσικό ζήτημα και οι ποικίλες αντι­παραθέσεις που προκαλούσε, απασχολεί έντονα και τους γάλλους ελληνιστές. Η αναγέννηση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τον d’Eichthal πρέπει να συνεχιστεί, ο καθαρμός της από τα κατάλοιπα του παρελθόντος (τουρκικές και ενετικές λέξεις) να ολοκληρωθεί χωρίς βεβαίως να στερηθεί τα εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά της που τη συνδέουν με τις τάσεις της εποχής και την προετοιμάζουν για το μελλοντικό ρόλο της. Καθοριστική είναι προς την κατεύθυνση αυτή, η συνδρομή ελληνιστών και γλωσσολόγων – με ορισμένους εκ των οποίων ο d’Eichthal συνδεόταν στενά – οι οποίοι οφείλουν να προασπίσουν την ελληνική γλώσσα και μέσα από το έργο τους να αναδείξουν τη διαχρονική και συγχρονική αξία της.

Το σχέδιο του d’Eichthal για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως διεθνούς, στον απόηχο του οράματος για την κοινωνική αναδιοργάνωση που είχε συνεπάρει τους οπαδούς του Saint-Simon, καθιστούσε την ελληνική γλώσσα κοινό κρίκο και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεύρεση των λαών και τη συνένωση δύο διαφορετικών κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης. Συγχρόνως, όμως, η θεωρία του για τη γλώσσα όσο ουτοπική κι αν φάνταζε, αποτελεί ση­μαντική συμβολή για την αναγνώριση της ιδιαίτερης και πανθομολογούμενης διαχρονικής ενότητας της ελληνικής γλώσσας στον ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, οι μελέτες του συνέβαλαν ουσιαστικά στη μεταστροφή της αντίληψης της γαλλικής κοινής γνώμης που θεωρούσε τα νέα ελληνικά φθαρμένο και αλλοιωμένο γλωσσικό ιδίωμα ενός παρηκμασμένου έθνους. Μέσα από τη δράση που ανέπτυξε ο d’Eichthal προσωπικά αλλά και σε συλλογικό επίπεδο στο πλαίσιο της Association, αναδείχθηκε η αξία της ελληνικής γλώσσας και μέσω αυτής καλλιεργήθηκε στο γαλλικό πνευματικό κόσμο η εικόνα μιας νέας Ελλάδας, απαγκιστρωμένης από τα στερεότυπα του παρελθόντος13.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. Grenouilleau (2001: 272-282), Carbonell (2002).

[2]  Βλ. Picon (2002:144-145).

[3]  Βλ. Πρόβατά 2006:148-158, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Τα άρθρα του Gustave d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό του στον τόμο Gustave d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Precede dune notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques par le Mis de Queux de Saint-Hilaire, Paris, Hachette, 1887.

[5] «De I’avenir du peuple grec et de la langue grecque», Spectateur de I’Orient, 10/22 fevrier 1855. To φύλλο αυτό εξέδιδε ο Ρενιέρης την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου σε συνεργασία με τον Παπαρρηγόπουλο και τον Ραγκαβή με στόχο να υποστηρίξει τα αιτήματα της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

[6] Οι προσπάθειες για τη δημιουργία μιας κοινής τεχνητής γλώσσας εντείνονται αργότερα με τη δημιουργία της λεγάμενης Volapuk (1880) και της Esperanto (1887). Ευχαριστώ τη συνάδελφο Ρέα Δελβερούδη που έθεσε υπόψη μου αυτές τις πληροφορίες.

[7] Η κριτική της γαλλικής στιχουργικής και η απουσία τονικού συστήματος στη γαλλική γλώσσα βρίσκονταν στο επίκεντρο των διεργασιών στο πλαίσιο της δημιουργίας του Livre Nouveau των σαινσιμονιστών στη διάρκεια της απομόνωσής τους Menilmontant (Gouvard, 2002: 79-90).

[8] Βλ. σχετικά Πάτσιου (1993: 210-234 και κυρίως 213).

[9] Βλ. D’Eichthal (1887: 307-320).

[10] Το ζήτημα της ενδεδειγμένης προφοράς τόσο της Αρχαίας όσο και της Νέας Ελληνικής είχε απασχολήσει αρκετούς γάλλους ελληνιστές των αρχών του 19ου αι. οι οποίοι αποδοκίμαζαν την ερασμιακή προφορά. Μεταξύ αυτών τους Gaspard d’Ansse de Villoison και Fleury Lecluse. Βλ. σχετικά Tolias (1997:138-140),· Παπαγεωργίου-Προβατά (1984).

[11] Ο d’Eichthalεπανέρχεται στο θέμα της προφοράς και σε μεταγενέστερο δημοσίευμά του το 1869 (D’Eichthal1887: 183- 215).

[12] Η περιορισμένη έκταση αυτής της ανακοίνωσης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ εκτενέστερα στις απηχήσεις της πρότασης του d’Eichthal.

[13] Για την εικόνα της Ελλάδας στη Γαλλία κατά την περίοδο αυτή βλ. Basch (1995:129-170).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Basch, S., (1995). Le Mirage Grec. La Grece modeme devant l’opinion frangaise (1846-1946). Hatier-Kauffmann.
  • CarboneH, Ch.O. (2002). L’Europe de Saint-Simon. Toulouse: Privat.
  • Chariety, S. (1931 ). Histoire du saint-simonisme (1825-1884). Paris: Hartmann.
  • D’Eichthal, G. (1887). La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Paris: Hachette.
  • Gouvard, J.M. (2002). Le probleme du langage dans Le Livre nouveau des saint-simoniens. In Etudes saint- simoniennes, (επιμ. Ph. Regnier). Presses Universitaires de Lyon. 61-91.
  • Grenouilleau, O.P. (2001). Saint-Simon. L’utopie oula raison enactes. Paris: Payot
  • Le Livre nouveau des saint-simoniens, (1991) (επιμ. Ph. Regnier). Tusson: du Lerot.
  • Queux de Saint-Hilaire (Marquis de) (1887). Notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques. In G. d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884, Paris: Hachette.
  • Παπαγεωργίου – Προβατά, E. (1984). Fleury Lecluse. Ένας άγνωστος γάλλος ελληνιστής. Αθήνα.
  • Πάτσιου, Β. (1993). Μεταφραστικές δοκιμές και προϋποθέσεις στα όρια του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο Ο Ερανιστής, 19: 210-234.
  • Πρόβατά, Δ. (2006). Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Στο Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη, από τον 18° ως τον 20ό αιώνα, (επιμ. Μ. Μενεγάκη). Αθήνα: Φιλίστωρ. 148-158.
  • Picon, A. (2002). Les saint-simoniens. Raison, imaginaire et utopie. Paris: Belin.
  • Tolias, G. (1997). La medaille et la rouille. Hatier-Kauffmann.

 

Δέσποινα Προβατά*

Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών. 1° Διεθνές Συνέδριο, «Η γλώσσα σε έναν κόσμο που αλλάζει», Αθήνα, 9-11 Δεκεμβρίου 2005, Πρακτικά τόμος 1ος 2008.

 

* H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Φρίξος (Αρχαίος ποταμός)


 

Ο Παυσανίας κατά την περιήγησή του στην Αργολίδα, αναφέρει δυο φορές τον ποταμό Φρίξο, τονίζοντας πως εκβάλλει μεταξύ Τημενίου και Λέρνας [1], δεδομένο που ταιριάζει στον Ερασίνο. Το αξιοπερίεργο είναι πως τον παρουσιάζει ως κύριο ποταμό, ο οποίος δέχεται τα νερά του ρέματος που έρχεται από το Χάον. Προφανώς πρόκειται περί λάθους. Αφ’ ενός γιατί ενώ πολλοί συγγραφείς αναφέρουν τον Ερασίνο, κανείς δεν αναφέρει το Φρίξο, αφ’ ετέρου είναι δύσκολο να θεωρήσουμε πως ο εξ αρχής πολύυδρος ποταμός Ερασίνος χυνόταν σε κάποιον μεγαλύτερο, που τώρα έχει εξαφανιστεί.  Θα είναι όμως άδικο να υποθέσουμε πως ο Φρίξος είναι πλάσμα της φαντασίας ή της αβλεψίας του Παυσανία.

Είναι φανερό ότι ο προσχωσιγενής κάμπος έχει σήμερα αλλάξει μορφή και η ροή των ποταμών του υπήρξε ευμετάβλητη, όπως υπαινίσσεται και η μυθολογία της Λερναίας Ύδρας. Ίσως απομεινάρι του αινιγματικού Φρίξου να είναι μια στενή καλαμόζωστη τάφρος, που πέφτει στον Ερασίνο, δεξιά του δρόμου Άργους Μύλων, για την οποία μπορούμε να εικάσουμε πως παρήκμασε στην πορεία του χρόνου.

 

Χάρτης της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσού», με βάση χάρτες των Αντ. Μηλιαράκη και Ν. Κοκκίδη.

 

Τhomas Jefferys – A Map of Thrace and Greece

 

Το όνομα Φρίξος δεν είναι παράταιρο στην Αργολίδα. Θυμίζει τον ομώνυμο Ορχομένιο ήρωα, γιο του βασιλιά Αθάμαντα και της Νεφέλης, πράγμα όχι παράδοξο, αν σκεφθούμε ότι οι περιοχές της Αργολίδας, Ασίνη και Ερμιόνη, αποικίσθηκαν από Ορχομενίους. Κατά τον Angermann, το όνομα του ποταμού προέρχεται από το φρίσσω, δηλαδή κυματίζω, ζαρώνω ελαφρά.

Ο ποταμός αυτός δεν άφησε αδιάφορους περιηγητές και χαρτογράφους,  που συνήθως όμως έδωσαν αυθαίρετες ερμηνείες, μπερδεμένοι από τον συνωστισμό τόσων επώνυμων μικρών ποταμών στον αργολικό κάμπο. Σε χάρτες του 18ου αιώνα [2], η φαντασία των χαρτογράφων εμφανίζει τον Φρίξο προερχόμενο από την Κορινθία να ενώνεται με τον Ερασίνο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] « Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980. 2, 36, 6 & 2, 38, 1.

[2] Τhomas Jefferys (1710;-1771), «A map of Thrace and Greece». Άγγλος χαρτογράφος και γεωγράφος. Σχεδίασε πολυάριθμους χάρτες Αγγλίας, Αμερικής, Αντιλλών και υδρογραφικό Άτλαντα. C. Celarius, έτος, 1731-32.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

 

Αμυμώνη (Λέρνη, Mαστός)


  

Στην ευρύτερη περιοχή των Μύλων τοποθετείται η Λέρνη, αρχαία παραθαλάσσια τοποθεσία της Αργολίδας, η οποία ήταν φημισμένη από την αρχαιότητα για τα άφθονα νερά της, τα οποία τροφοδοτούν την αργολική πεδιάδα ακόμη και σήμερα. Η Λέρνη είναι  επίσης διάσημη από τον μύθο της πάλης του Ηρακλή με τη Λερναία Ύδρα.

 Η Λέρνη αναφέρεται άλλοτε ως ποταμός, άλλοτε ως πηγή και άλλοτε ως λίμνη και κατ’ επέκταση ως πεδιάδα. Από την πηγή Λέρνη, δίπλα από τον οικισμό των Μύλων, πηγάζει ο μικρός ποταμός Ποντίνος, εκβάλλοντας στη θάλασσα μετά από μια σύντομη διαδρομή. Από τα άφθονα νερά της, καθώς και τα νερά άλλων παρακείμενων πηγών, σχηματίζονταν κατά την αρχαιότητα πολλά έλη. Στην ίδια περιοχή, κοντά στην ακτή, υπάρχει και σήμερα η μικρή λίμνη Λέρνα.

Στην ελώδη αυτή περιοχή κατοικούσε κατά τη μυθολογία η Λερναία Ύδρα, ένα τέρας με σώμα φιδιού και εννέα κεφαλές, που εξόντωσε ο Ηρακλής με τη βοήθεια του Ιόλαου, στον δεύτερο από τους άθλους του.

 

Η νύμφη και ο ερωτύλος θεός

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Στο Άργος βασίλευε ο Γελάνωρ [1], ο τελευταίος των Ιναχιδών, όταν έφτασε εκεί από την Αίγυπτο και τον εκθρόνισε ο Δαναός, γιος της κόρης του Νείλου Αγχιρρόης, απόγονος κι αυτός της κόρης του Ινάχου Ιούς. Συνοδευόταν από τις πενήντα θυγατέρες του, τις οποίες είχε αποκτήσει με την Ευρώπη [2].

Ο Δαναός έγινε βασιλιάς και μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να βρει νερό στην τότε διψασμένη Αργολίδα. Ανέθεσε λοιπόν στις κόρες του κι ανάμεσά τους στην Αμυμώνη, αυτή την αποστολή. Η νεαρή Δαναΐδα, ψάχνοντας για νερό στο δάσος δέχθηκε την επίθεση Σάτυρου. Κλασική εικόνα βγαλμένη από τα παιδικά μας παραμύθια, αυτή της απροστάτευτης παρθένας με την κανάτα της, μέσα στο σκοτεινό δάσος, όπου παραμονεύει κάποιος κακός.

Ο Ποσειδώνας, τον οποίο επικαλέστηκε, εξακόντισε την τρίαινά του, κυνηγώντας τον ερωτιδέα, αλλά αστόχησε και χτύπησε βράχο απ’ όπου ανέβλυσε νερό από τρία σημεία. Η πηγή που γεννήθηκε πήρε το όνομα της Δαναΐδας [3]. Η Αμυμώνη ευγνωμονούσα, ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και γέννησε τον Ναύπλιο [4], που πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία:

ήλθε κι ο Ναύπλιος της Αμυμώνης γιος αγαπημένος

που τον γέννησε πλαγιάζοντας με τον δοξασμένο  κοσμοσείστη  [5].

Προφανώς ο «τρώσας και ιάσεται». Ο Ποσειδώνας, υπαίτιος για την ξήρανση των Αργολικών ποταμών [6], ευεργετεί με την πλούσια πηγή για χάρη της Αμυμώνης το άνυδρο πεδίο. Η ύπαρξη πηγής γλυκού νερού, τόσο κοντά στη θάλασσα, αποδόθηκε λογικά στο θεό των κυμάτων. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Ευριπίδης δίνει με το στόμα της Αντιγόνης στην πηγή τον τίτλο Ποσειδωνία, μιλώντας για τις Θηβαίες, που δούλες θα κουβαλάνε νερό, αν πέσει η πόλη στους Αργείους:

...Λερναία τε δώσειν τρίαινα,

Ποσειδανίοις Αμυμωνίοις

ύδασι δουλείαν περιβαλών  [7]

 

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος.
Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες».
( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

 

Ο Δαναός και οι κόρες του συνάπτονται με τα νερά και ο συσχετισμός τους με την πηγή παραπέμπει πιθανότατα σε υδρευτικά έργα, στη μυστηριώδη και έντονα μυθολογικά φορτισμένη περιοχή της Λέρνης. Ο Στράβων επικαλείται και τον στίχο: Άργος άνυδρον εόν Δανααί θέσαν Άργος ένυδρον  [8].

 Η Λέρνα υπήρξε διασημότατη στον αρχαίο κόσμο, γι αυτό και ο Σενέκας την εντάσσει μαζί με τον Ίναχο στα σημαντικά νερά της Αργολίδας:

Τώρα η Λέρνα οπισθοχώρησε

το Φορωνικό ρέμα χάθηκε

ο ιερός Αλφειός άλλο δεν κατεβάζει τα νερά του

…………………………………………………………

Και το αρχοντικό Άργος, φοβάται την αρχαία ξηρασία του [9].

Τη ρίζα της ονομασίας της Αμυμώνης πρέπει να αναζητήσουμε στη λέξη αμύμων, που θα πει άμωμος και που θα υπονοεί την αγνότητα της Δαναΐδας. Με το ίδιο όνομα υπήρχε πόλη της Ηλείας και στην Αττική δήμος της Ιπποθωντίδας φυλής, ενώ ο Πλίνιος αναφέρει και κρήνη της Λακωνίας [10].

 

Δαναΐδες (1785). Martin Johann Schmidt (1718-1801). National Gallery of Slovenia.

 

 

Η Αμυμώνη εμπνέει

 

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Το παραμύθι της Αμυμώνης ενέπνευσε συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφους. Ο Αισχύλος έγραψε ομώνυμο σατυρικό δράμα, απ’ όπου δυστυχώς σώθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα, ερωτόλογα του θεού στη νύμφη:

Μοιρόγραφτο είναι να γενείς δικιά μου

κι εγώ σαν άντρας σου μ’ εσέ να σμίξω.

Από τον μύθο εμπνεύστηκε και ο Λουκιανός έναν διάλογο, ο οποίος καταλήγει με τα παρακάτω λόγια του θεού προς την κόρη:

Μη φοβάσαι, δεν θα πάθεις κανένα κακό. Μα και πηγή που θα έχει το όνομά σου θα κάνω να αναβρύσει εδώ χτυπώντας με το τρικράνι μου τον βράχο, κοντά στο ακρογιάλι κι εσύ ευτυχισμένη θα είσαι και μονάχα συ απ’ όλες τις αδερφές σου δεν θα κουβαλάς νερό όταν πεθάνεις[11].

Ο Καλλίμαχος [12] εξυμνεί τις πηγές του Άργους:

Δεν γινόταν, ω νερονύμφες του Ποσειδώνα,

οι κόρες που υφαίνανε

της Ήρας τον αγνό χιτώνα,

να σταθούνε δίπλα στη σαΐτα

πριν στον ιερό βράχο να καθίσουν

ολόγυρα που τρέχετε

το νερό σας να ρίξουν πάνω στα κεφάλια τους.

Σεβάσμια Αμυμώνη και αγαπημένη Φυσάδεια

και Ίππη και Αυτομάτη [13],

χαίρετε αρχαιότατες κατοικίες των νυμφών

και λαμπρές ρέετε Πελασγιάδες.

Συναντάμε επίσης πολλές αναπαραστάσεις του μύθου σε αγγεία, τοιχογραφίες, νομίσματα, κύπελλα, δακτυλιόλιθους και κάτοπτρα. Έτσι, σε ερυθρόμορφο αγγείο του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρίσκεται στη Villa Giulia της Ρώμης, αναπαρίσταται ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του να αγκαλιάζει τη ντροπαλή Αμυμώνη, υπό τα όμματα της Αφροδίτης, του Έρωτα, μιας άλλης Δαναΐδας και του Δαναού. Σε δακτυλιόλιθο της συλλογής Κέστνερ απεικονίζονται οι δυο εραστές όρθιοι, με την Αμυμώνη να κρατάει ένα δοχείο με νερό. Σε νομίσματα του Ρωμαϊκού Άργους απεικονίζεται ο Ποσειδών διώκων την Αμυμώνη. Ο Παυσανίας περιγράφοντας τη λάρνακα του Κύψελου στην Ολυμπία, αναφέρει παράσταση του Ηρακλή που τοξεύει την Ύδρα, το εν τω ποταμώ τη Αμυμώνι θηρίον [14].   Σύμφωνα με την περιγραφή του ποιητή Χριστόδωρου (5ος μ.Χ. αι.), στο γυμνάσιο του Ζεύξιππου στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε άγαλμα της ροδοδάχτυλης Αμυμώνης [15].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Ο κόσμος του νερότοπου της Λέρνας δεν άφησε αδιάφορους τους δυτικούς. Ο Έρασμος, θέλοντας να περιγράψει τον ψυχικό βούρκο των τιποτένιων, μιλάει για τον Λερναίο βάλτο της ζωής τους[16]. Ο Αντώνιος Πολλαγιουόλο ζωγράφισε περί το 1470 σε ελαιογραφία την πάλη του Ηρακλή με την Ύδρα. Στο βάθος του πίνακα που βρίσκεται στο Φλωρεντινό μουσείο Ουφίτσι, εμφανίζεται το ποτάμι της Αμυμώνης να διασχίζει σαν φίδι τα έλη της Λέρνας.

  

Η πηγή, η λίμνη, το έλος και το ρυάκι

 

Η ταύτιση των πηγών και των ρυακιών, που συνωστίζονται στο μικρό κάμπο της Λέρνας, είναι δύσκολη, αφού οι αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στο πέρασμα του χρόνου στην προσχωσιγενή πεδιάδα είναι πολλές και οι μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων αόριστες. Η Αμυμώνη αναγνωρίζεται στη νότια πηγή του χωριού Μύλοι, δίπλα  στο δρόμο του Άργους, που τα νερά της τροφοδοτούνται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και που σχηματίζει τη σχεδόν παραθαλάσσια  λιμνούλα,  που ο Στράβωνας [17] ονομάζει Λέρνη [18] και ο Παυσανίας Αλκυονία [19]. Από την εκχείλιση της  λίμνης  σχηματίζεται  το ρυάκι   της Αμυμώνης, το οποίο ο Παυσανίας [20] λέει ποταμό, που μετά από βραχύ ρου 300 μέτρων, αφού περάσει κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, εκβάλλει στον Αργολικό, βόρεια του προϊστορικού οικισμού της Λέρνας. Παλιότερα κινούσε μύλους που εξ αιτίας τους ονομάστηκε το χωριό. Ο Ρος τον περασμένο αιώνα μέτρησε πέντε από αυτούς, ενώ σήμερα δεν απόμεινε κανείς. Πάντως, ο  Γάλλος φιλέλληνας Maxime Raybaud είδε τον Νοέμβρη του 1821 τους μύλους να στέκουν όρθιοι, παρ’ όλο που ο Κεχαγιάμπεης είχε πυρπολήσει τα σπίτια του χωριού. Ο Μελέτιος καταγράφει για το ποταμάκι την κοινή ονομασία Μαστός, ονομασία που στην ουδέτερη εκδοχή Μαστό, βλέπουμε και στη Χάρτα του Ρήγα.

Η πηγή της Αμυμώνης, η λίμνη και ο ποταμός της απασχόλησαν πολλές γραφίδες. Ο Ευριπίδης γράφει για τα νερά της Λέρνας όπου ζει ο βασιλιάς Ιππομέδων: Λερναία δ’ οικεί νάμαθ’, Ιππομέδων άναξ  [21], ενώ αλλού την ονομάζει έλος [22]. Ο Στράβων αναφέρει την Αμυμώνη ως κρήνη και αλλού  τον ποταμό της λίμνης Λέρνης ονομάζει κι αυτόν Λέρνη [23]. Ποταμό Λέρνη εμφανίζουν και οι Βιργίλιος και Βαλέριος Φλάκκος [24], ενώ ο σχολιαστής του Βιργίλιου Σέρβιος [25] ισχυρίζεται εσφαλμένα πως δεν υπάρχει ποταμός με το όνομα αυτό. Ο Αισχύλος μιλάει για τον Λέρνης βαθύ λειμώνα και  ..της Λέρνας την κρήνη [26]. Ο Υγίνος αναφέρει Αμυμώνια πηγή, Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ρείθρο [27], ενώ ο Λουτάτιος Λερναία πηγή και Αμυμώνιο ποταμό [28]. Ο Νόννος μνημονεύει πηγήν οφιώδεα Λέρνην [29]. Σαν έλος  αναφέρεται η Λέρνη από τούς: Στάτιο [30], Απολλόδωρο [31], Ιωάννη Πεδιάσιμο [32], Seqvester. O τελευταίος στον κατάλογο των ελών γράφει επί λέξει: Λέρνα της Αρκαδίας, όπου η ύδρα με τα εκατό κεφάλια, την οποία εξολόθρευσε ο Ηρακλής. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρεται στο Λέρνης ύδωρ [33]. O Oβίδιος [34], μιλώντας για την κυνηγημένη Ιώ, δίνει μια γαλήνια εικόνα του τοπίου: Έφτασε στης Λέρνας το ρυάκι, που κυλούσε ειρηνικά ανάμεσα στις αμμουδερές του όχθες, όταν το νερό ανέκοψε την παραπέρα φυγή της και εδώ ικέτεψε τις αδελφές της του ρέματος ν’ αλλάξουν τη μορφή της.

Αλλά την πιο ειρηνική εικόνα καθημερινής ζωής, γύρω από τη διαβόητη λίμνη, σκιαγραφεί ο Βιργίλιος, μιλώντας για …τον Αρκάδα, που περίγυρα στα νερά της ψαροθρόφας Λέρνης την τέχνη του και το φτωχικό σπίτι είχε [35].

 

Δαναΐδες

 

Ζοφερή εικόνα δίνει ανώνυμος μυθογράφος [36], αποκαλώντας τη λίμνη «άβυσσο». Με τον τελευταίο συμφωνεί και ο Παυσανίας [37], που μεταφέρει ισχυρισμούς ότι η Αλκυονία  ήταν είσοδος του Άδη [38] απ’ όπου πέρασε ο Διόνυσος,  για να επαναφέρει τη  μητέρα του Σεμέλη. Ο ίδιος προσθέτει: Το βάθος της Αλκυονίδας δεν έχει τέλος και δεν ξέρω κανένα που να μπόρεσε  να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού και ο Νέρων που έδεσε σκοινιά πολλών σταδίων, το ένα με το άλλο, και πρόσδεσε σ’ αυτά και μολύβι και χρησιμοποίησε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, ούτε κι αυτός βρήκε κανένα όριο του βάθους. Άκουσα και το εξής, αν και το νερό της λίμνης δείχνει από την όψη του ήρεμο και γαλήνιο, αρπάζει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Σε όποιον τα περί αβυσσαλέου βάθους της λίμνης φαίνονται φλυαρίες του περιηγητή, ο Ρος καταθέτει τη μαρτυρία του: Πριν λίγα χρόνια επιχειρήθηκε με βυθομετρητή ελληνικού καραβιού να βρεθεί ο βυθός της Αλκυονίδος. Μάταια, το βάθος της είναι απύθμενο έως σήμερα. Αλλά και Άγγλοι αξιωματικοί που αποπειράθηκαν το 1872 με αλυσίδες μήκους 300 μέτρων να υπολογίσουν το βάθος, κατέληξαν σε μετρήσεις 80-150 μέτρων στην περιφέρεια της λίμνης, ενώ γύρω από το κέντρο, το μήκος τους δεν στάθηκε αρκετό. Και ο Μηλιαράκης [39] καταγράφει την Αλκυονίδα ως λίμνη αμέτρητου βάθους, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων. Ίσως η φήμη αυτού του βάθους να έδωσε στη Λέρνα την ονομασία «Φονιά», που καταγράφει ο Σοφιανός, αν δεν πρόκειται για λάθος, αφού το όνομα αυτό είχε η λίμνη Φενεού, που σχημάτιζε ο ποταμός Όλβιος.

 

 Οι τελετές

 

Το περιμένει κανείς, ένας τέτοιος χώρος να έχει συνδεθεί με μυστηριακές τελετές. Σύμφωνα με μια παράδοση, οι Δαναΐδες αποκεφάλισαν τη νύχτα του γάμου τους συζύγους τους, γιους του  Αιγύπτου, αδελφού του πατέρα τους και έθαψαν τα σώματά τους κάτω από τα νερά της Λέρνας [40]. Ο άντρας της Αμυμώνης παραδίδεται από τους μυθογράφους κυρίως με τα ονόματα Πολυδέκτωρ ή Εγκέλαδος. Οι Δαναΐδες τιμωρήθηκαν για την ανόσια πράξη τους, κουβαλώντας στον Άδη, ατελείωτα και μάταια, νερό στον απύθμενο πίθο τους. Ο μύθος του αποκεφαλισμού θα είναι ο απόηχος πανάρχαιων ανθρωποθυσιών στις όχθες της λίμνης και θαψίματος των κομμένων κεφαλιών των θυμάτων στον βυθό, με σκοπό την αύξηση του νερού. Και σε άλλους λαούς είναι γνωστές αντίστοιχες τελετές με ταφή θυμάτων σε πυθμένες λιμνών, είτε για εξευμενισμό των στοιχειών της λίμνης, είτε για αύξηση των νερών. Τον καιρό του Παυσανία γίνονταν στη λίμνη γιορτές του Διονύσου [41] με φαλλικό χαρακτήρα, και ο θεοφοβούμενος περιηγητής προτιμά να κρατήσει το στόμα του κλειστό, γιατί όπως λέει, κρίνει ασέβεια την περιγραφή τους για τους πολλούς. Ο ίδιος αναφέρει επίσης και μυστική τελετή για την Δήμητρα, τα «Λερναία» [42], τα οποία μνημονεύει και ο Πλούταρχος, τελετή που θα πρέπει να συσχετίσουμε με το γεγονός ότι η Αλκυονία θεωρείτο μια από τις εισόδους απ’ όπου η Περσε-φόνη κατέβηκε στον Άδη. Οι τελετουργίες αυτές γινόντουσαν στο περίφημο άλσος από πλατάνια που αναφέρει ο Παυσανίας, ανύπαρκτο σήμερα,  και το οποίο είχε περίπου τη θέση του χωριού των  Μύλων, οριοθετούμενο προς Βορράν από το ποταμάκι Ποντίνο, προς Δυσμάς από το βουνό Ποντίνος, προς Νότον από την Αμυμώνη και την Αλκυονία και ανατολικά από τη θάλασσα. Μέσα στο δασύλλιο υπήρχαν αγάλματα της Δήμητρας, του Διονύσου και της Αφροδίτης. Ο Στράβων λέει ότι από τους καθαρμούς που έγιναν στην λίμνη βγήκε η παροιμία Λέρνη κακών, δηλαδή «της Λέρνας τα κακά».

Η παρουσία της Δήμητρας, θεάς που αναζητούσε την κόρη της στον κάτω κόσμο και εθεωρείτο χθονία, πρέπει να συσχετισθεί με την άβυσσο της λίμνης, μια από τις εισόδους στο βασίλειο του Πλούτωνα. Είδαμε πως ο Διόνυσος πήγε να φέρει από το κάτω κόσμο την μητέρα του Σεμέλη, μέσω της Αλκυονίδας. Σχετικά με την εδώ κάθοδο στον Άδη του Διονύσου, ο Πλούταρχος αναφέρει και άνοδο του Θεού, ένα είδος θεϊκής επιφάνειας μέσα από το νερό: Αργείοις δε βουγενής Διόνυσος επίκλην εστίν. Ανακαλούνται αυτόν υπό σαλπίγγων εξ ύδατος, εμβάλλοντες εις την άβυσσον άρνα τω Πυλαόχω [43]. Πετούσαν δηλαδή οι Αργείοι ένα αρνί μέσα στη ρουφήχτρα της λίμνης, προσφορά στον Πυλάοχο Άδη, πιστεύοντας ότι έτσι ανακαλούσαν το Διόνυσο από την «εις Άδου κάθοδον», για να φέρει την ανοιξιάτικη άνθηση.  Δεν πρέπει δε να είναι καθόλου τυχαία η ύπαρξη και της μη εντοπισμένης πηγής «του Αμφιαράου», που αναφέρει ο Παυσανίας κοντά στη λίμνη. Ο ίδιος γράφει αλλού[44] για την πηγή του Αμφιαράειου της Ωρωπίας, μέσω της οποίας ο ήρως αναδύθηκε θεοποιημένος μετά την εξαφάνισή του κάτω από ένα άνοιγμα της Γης.

 

Το τέρας και οι συμβολισμοί

 

Από μια τόσο μυστηριώδη λίμνη δεν μπορούσε να λείψει το τέρας της. Η διαβόητη Λερναία Ύδρα ζούσε εκεί ..απαίσια σφυρίζοντας [45]. Ανέκαθεν η λαϊκή φαντασία επινοούσε Δράκους, που φυλάνε τις πηγές, τρομοκρατούν τους κατοίκους και μoλύνουν το περιβάλλον με τη δηλητηριώδη ανάσα τους, μέχρι που κάποιο παλικάρι σκοτώνει το θηρίο [46]. Η Αμυμώνη διαθέτει με το παραπάνω όλα αυτά τα στοιχεία του θρύλου. Ο Απολλόδωρος[47] τοποθετεί την φωλιά του τέρατος στην πηγή της: ..εν τινί λόφω (τόπω;) παρά τας πηγάς της Αμυμώνης, όπου ο φωλεός αυτής υπήρχεν. Ο Παυσανίας [48] συμφωνεί, προσθέτει και ένα πλατάνι δίπλα της και πιστεύει ως προς το μέγεθος ότι θα ήταν μεγαλύτερο από τα άλλα νερόφιδα, και ότι το δηλητήριό του ήταν θανατηφόρο. Είναι όμως πολύ συγκρατημένος στον αριθμό των κεφαλών της. Μόνο μία. Μέμφεται μάλιστα τον ποιητή Πείσανδρο από την Κάμειρο ότι, για να κάνει το ποίημά του [49] πιο σπουδαίο, παρουσίασε την Ύδρα με πολλά κεφάλια. Τα τελευταία απασχόλησαν πολλούς. Άλλοι τα θέλουν πέντε, άλλοι έξι [50] ή εννέα [51] ή πενήντα [52]  ή εκατό [53] ο Ευριπίδης μύρια [54], στα περισσότερα νομίσματα όπου απεικονίζεται έχει επτά, αλλά η επικρατέστερη παράδοση παραδίδει εννέα, από τα οποία το πέμπτο ήταν απέθαντο, πράγμα που κατά τον Απολλόδωρο ανάγκασε τον Ηρακλή να το θάψει κάπου στο σημερινό βουνό Ζάβιτσα, νότια της Λέρνας.

 

Ο Ηρακλής και η Λερναία Ύδρα. Ένα από τα 60 χαρακτικά της συλλογής του Βασιλικού Συμβούλου Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, μετά τον θάνατό του στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

 

Τι δηλώνει ο μύθος; Το τέρας συμβολίζει την πηγή των υπόγειων ποταμών της περιοχής. Όσον αφορά στη θανατηφόρα αναπνοή, θα πρόκειται ασφαλώς για τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις του έλους της Λέρνας. Τα πολλά κεφάλια υποδηλώνουν τις πολυάριθμες πηγές, η δε διαφοροποίηση στον αριθμό, θα οφείλεται στην ευεξήγητη υπερβολή των ποιητών αλλά και στην ποικιλία των εκτιμήσεων, αφ’ ενός λόγω του ελώδους εδάφους, αφ’ ετέρου λόγω του ευμετάβλητου της ροής των πηγών, όπως πιστοποιείται και από σύγχρονες επιστημονικές παρατηρήσεις που θα δούμε παρακάτω. Η εκβλάστηση νέων κεφαλών στη θέση των καρατομημένων, θα συμβολίζει την ανάβλυση καινούργιων πηγών στην προσπάθεια απόφραξης άλλων. Τέλος η εξόντωση της Ύδρας από τον Ηρακλή με τη βοήθεια της φωτιάς, παραπέμπει στην επιτυχή αποξήρανση του έλους, που πρέπει να συντελέστηκε περί το 1300: …κι εκεί πέρα το μαύρο έλος του νερού της Λέρνας, σημαδεμένο απ’ την Ηράκλεια φωτιά[55]. Ο Ευημεριστής [56] Σέρβιος υπογράφει σχεδόν αυτούσιες τις παραπάνω σκέψεις [57].

Βέβαια, υπάρχουν και άλλες ερμηνείες. Άλλοι Ευημεριστές θεωρούν ότι η Ύδρα ήταν φρούριο, όπου ο ήρωας Λέρνος υπεράσπισε τη Λέρνη ανεπιτυχώς από τον Ηρακλή, που εξαπέστειλε εναντίον τους ο βασιλιάς Ευρυσθέας, επειδή δεν αναγνώριζαν την επικυριαρχία του. Ανάλογα ιστορεί και ο Παλαίφατος, που θεωρεί ότι τα κεφάλια της Ύδρας συμβολίζουν τους 50 σωματοφύλακες του βασιλιά της ομώνυμης πολίχνης, που αντικαθίσταντο αμέσως μετά από κάθε απώλεια.

 

Αυτός ο μελανόμορφος γαμικός λέβης (550-540 π.Χ.) είναι από τα καλλίτερα μελανόμορφα αγγεία που κατασκευάστηκαν στην Ερέτρια. Η κεντρική διακόσμησή του έχει για θέμα τον άθλο του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα που ζούσε στην περιοχή Λέρνη, ένα βαλτότοπο νότια του Άργους, απ΄ όπου πήρε και το όνομά της. Το άντρο της βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Ποντίνου, κοντά στην πηγή της Αμυμώνης.
Οι μεγάλες επιφάνειες του αγγείου επιτρέπουν το άπλωμα των πρωταγωνιστών, που μοιράζονται τον χώρο δεξιά κι αριστερά του τέρατος που βρίσκεται στο κέντρο. Ο Ηρακλής με γυμνό ξίφος, πιάνοντας ένα από τα κεφάλια της Ύδρας, προσπαθεί να την εξοντώσει. Από την άλλη μεριά ο αχώριστος φίλος του Ιόλαος, επιχειρεί να τον συνδράμει, κρατώντας στο χέρι του ένα από τα κεφάλια του τέρατος και προσπαθεί να το αποκόψει. Πίσω από τον Ηρακλή εικονίζεται μια γυναικεία μορφή. Πρέπει να είναι η προστάτιδα του θεά Αθηνά και πίσω της ο θεός Ερμής, ενώ πίσω από τον Ιόλαο υπάρχουν τρεις γυναίκες που παρακολουθούν. Στον ψηλό λαιμό του αγγείου φαίνονται δυο οπλίτες αριστερά και ένας δεξιά που κρατούν δόρυ, πλαισιώνοντας ένα τέθριππο, που ο ηνίοχός του φορά κωνικό σκούφο και κρατά καμτσίκι. Μάλλον δεν πρόκειται για το άρμα του Ηρακλή με το οποίο ο ήρωας θα έφευγε μετά την ολοκλήρωση του έργου του. Πιθανόν λόγοι διακοσμητικοί οδήγησαν τον καλλιτέχνη στην δημιουργία του άρματος. Το υπόλοιπο αγγείο διακοσμούν άγρια θηρία, πουλιά και τέρατα. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

 

Ο Μηλιαράκης και ντόπιοι συγγραφείς αναφέρονται σε ένα φαινόμενο που μαρτυρούν διηγήσεις χωρικών, το λεγόμενο Τριμέρι. Ανά 15ετία περίπου (1905, 1920, 1936) τα υπόγεια νερά υπερχειλίζουν και κατακλύζουν το πεδίο. Αυτό ασφαλώς συνηγορεί υπέρ της πρώτης ερμηνείας. Αλλά και τελευταίες επιστημονικές έρευνες καταλήγουν σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα: «Ο Ελβετός γεωλόγος-αρχαιολόγος Έμπερχαρντ Ζάνγκερ, με τη βοήθεια παλαιών δορυφορικών λήψεων, κατόρθωσε να λύσει το μυστήριο της περιοχής που υποτίθεται ότι ζούσε η Λερναία Ύδρα… Οι δορυφορικές απεικονίσεις έδειξαν ότι μια περιοχή στην Πελοπόννησο τροφοδοτείται από υπόγειες πηγές,  που διαδοχικά στέρευαν και επανεμφανίζονταν, όπως οι κεφαλές του μυθικού τέρατος, μεταβάλλοντας περιοδικά την τοποθεσία σε έλος. Σημαντική βοήθεια προσέφεραν στοιχεία από ραντάρ μακρών κυμάτων, τα οποία διείσδυσαν σε βάθος εδάφους 5 m. Oι δορυφορικές φωτογραφίες καθιστούν ευδιάκριτους υπόγειους δρόμους, κοίτες ποταμών και αρχιτεκτονικές κατασκευές» [58]. Αυτή η ανακάλυψη δικαιώνει το Σέρβιο.

 

Το τοπίο και το νερό

 

Στην άνυδρη Αργολίδα, η παρουσία τόσου νερού δεν πέρασε απαρατήρητη. Είδαμε πως ο Μελέτιος εύρισκε πιο λογικό να είναι το ποταμάκι της Λέρνας ο Ίναχος. Ο Παυσανίας και ο Απολλόδωρος θεωρούσαν πως μόνον εδώ υπήρχε νερό στην Αργία. Ο τελευταίος έγραψε χαρακτηριστικά πως: Θέρους δε αυά σφίσιν εστί τα ρεύματα πλην των εν Λέρνη [59]. Τα πολλά νερά έκαναν την περιοχή κατοικήσιμη από πολύ παλιά. Νότια του σημερινού χωριού των Μύλων, όπου και ο αρχαίος οικισμός της Λέρνας, ανασκάφτηκε νεολιθική εγκατάσταση, που ήκμασε στην αρχή του 3000 π.Χ. Παρά τον φοβερό μύθο της ύδρας, φαίνεται πως το νερό εδώ ήταν πόσιμο. Στο ερώτημα που τέθηκε μεταξύ των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου ποιο είναι το γλυκύτερο νερό, μερικοί  εγκωμίασαν αυτό της Λέρνας [60].

 

Ηρακλής και Ποσειδώνας. Maarten van Heemskerck (1498-1574). Λάδι σε ξύλο. Άμστερνταμ, Rijksmuseum.

 

Ο Πουκεβίλ περιγράφει τη λίμνη Λέρνη γεμάτη γλάρους, κορμοράνους και θαλασσινά πετροχελίδονα. Στις ακαθόριστες λόγω βλάστησης όχθες της είδε άγριες γλαδιόλες, σπάρτα, σκίνα και χορτάρια. Το ποταμάκι της λίμνης κινούσε μύλους και έδειχνε γεμάτο ψάρια. Ήπιε από το νερό της και παρά τα παράπονα των ντόπιων, του φάνηκε καθαρό, άποψη που την υποστηρίζει αναφέροντας ότι από εκεί ανεφοδιάζονται και τα πλοία με νερό …χωρίς να νοιάζονται ούτε για την Λερναία Ύδρα….ούτε για τις νοσηρές ιδιότητες που αποδίδονται στην λίμνη. O ίδιος όμως αντιφάσκει και ισχυρίζεται ότι η παράκτια ζώνη μεταξύ Ερασίνου και Απόβαθμου [61], μαστίζεται από μεφιτικές αναθυμιάσεις. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει η αντίφαση αυτή. Ο Γάλλος συγγραφέας, φυλακισμένος στην Τριπολιτσά, έχοντας κάποια ευχέρεια κινήσεων συνέλεξε ελάχιστο υλικό για τον Μοριά, που το δημοσίευσε, διανθισμένο με κλεμμένες πληροφορίες από άλλους περιηγητές, στο αναξιόπιστο 5τομο Voyage en Moree,… (1805).

Πολύ νωρίτερα ο Πίρι Ρέις, μιλώντας για το Ναύπλιο, λέει πως μπορούν να αράξουν 600 καράβια, για τα οποία υπάρχει νερό: Είναι ένα ποταμάκι. Αν δεν εννοεί τον Ερασίνο, θα πρόκειται για την Αμυμώνη. Ο Κινέ δίνει την πιο γραφική περιγραφή: τρία ρυάκια μέσα σε αυλάκια κυλάνε με τρομερή ταχύτητα ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια και χάνονται ανατολικά μέσα σ’ ένα έλος. Η Λερναία Ύδρα δεν έχει πια παρά αυτά τα τρία κεφάλια που κάνουν κάτι μύλους και γυρίζουν. Εκεί μέσα βουτούσαν μερικές καμήλες γονατισμένες κάτω από τα φορτία τους. Ο θόρυβος που κάνει αυτό το νερό, καθώς αναβρύζει από τα ριζά του βουνού, σκεπάζει τις φωνές των καμηλιέρηδωνΟ Belle μιλάει κι αυτός για τρεις πηγές, για γλάρους και αλκυόνες που πετούν πάνω από τη μέχρι διακόσια μέτρα πλάτος λίμνη και δίνει μια θλιβερή περιγραφή των περιοίκων που έχουν πληγεί από την ελονοσία. Ο Puckler μιλάει για τη λίμνη Λέρνα που ακόμα τώρα είναι μόνο ένας βούρκος. O Κόντογλου, μιλώντας για το κάστρο των Μύλων – εννοώντας αυτό που βρίσκεται πάνω στον Ποντίνο λόφο – λέει: Αποκάτω είναι ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα, οι Μύλοι, που τρέχουνε τα πράσινα νερά (η Λέρνη).

Ο Φωτάκος περιγράφει τον ευρύτερο χώρο: Η θέσις αύτη των Μύλων είναι οχυρά εκ φύσεως, διότι μεσημβρινώς κείται η λίμνη, η Λέρνη λεγομένη, αρκτικώς είναι το μέρος βαλτώδες, προς ανατολάς η θάλασσα και προς δυσμάς υψούται το βουνόν, Πλεύρα καλούμενον. Η τοποθεσία υπήρξε στρατηγική κατά την επανάσταση του ’21 λόγω του πόσιμου νερού, της στενότητας της περιοχής, της γειτονίας με τις πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου και διότι αποτελούσε δίοδο προς την Τριπολιτσά, της οποίας οι Μύλοι αποτελούσαν το επίνειο για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι εδώ συγκεντρώθηκαν  αρκετές φορές στρατεύματα και καράβια, για να εφοδιασθούν με νερό.

Ο χώρος είχε διαμορφωθεί από τους Ενετούς και τους Τούρκους, με μάντρες, νερόμυλους, αποθήκες και με δεσπόζουσα την «κούλια», τον πύργο δηλαδή του αγά της Λέρνης. Το Ιούνιο του 1825 ο Μακρυγιάννης οχυρωμένος εδώ νίκησε τους άντρες του Ιμπραήμ, ο οποίος είχε εκστρατεύσει στην Αργολίδα. Όπως γράφει ο πρώτος στα απομνημονεύματά του, ταμπουρωμένος στον πύργο έκοψα και νερό από το μυλαύλακον και το πέρασα εις την κούλια κάτου από τη γη, νάχωμεν νερό… Κάποια στιγμή οι Έλληνες καταδιώκοντας τους Αιγύπτιους, βούτηξαν στα νερά μέχρι το λαιμό [62]. Σε λαϊκό πίνακα που αναπαριστά τη μάχη των Μύλων, φαίνονται οι εγκαταστάσεις της περιοχής και ο σύντομος ρους μέσα στους βαλτότοπους της Αμυμώνης και του Ποντίνου [63]. Διακρίνεται καθαρά και ένας νερόμυλος, που κινιόταν με τα νερά του τελευταίου.

 

Για τον Ηρακλή, που η καταγωγή του ήταν από το Άργος, οι Έλληνες έπλασαν αναρίθμητους μύθους και εξύμνησαν τα κατορθώματά του. Είναι γνωστοί οι άθλοι του. Πάλεψε με άγρια θηρία, με φοβερούς και τρομερούς αντιπάλους, ακόμη και στον Άδη κατέβηκε και τιθάσευσε τον κέρβερο. Στην εικόνα, ο Ηρακλής που ξεκουράζεται από το πολύμοχθο έργο του κάτω από τον ίσκιο μιας ελιάς, δέχεται την Αθηνά που του προσφέρει κρασί για να τον δροσίσει. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας. Γύρω στο 470 π.Χ. Μόναχο, Staatliche Antikensammlungen.

 

Η σημερινή διαμόρφωση ελάχιστα θυμίζει το μυθικό παρελθόν. Βέβαια, και ο Παυσανίας βρήκε τη λίμνη μικρή, με διάμετρο μόλις το ένα τρίτο του σταδίου, με χλόη και σχίνα στις όχθες, εικόνα που μοιάζει με τη σημερινή, όμως η επέλαση των κατοίκων της περιοχής έχει σαρώσει τα πάντα.

Τα λιγοστά ερείπια του προϊστορικού οικισμού, το μισοεξαφανισμένο ρυάκι του Ποντίνου, η ελώδης λιμνούλα, το ρέμα της Αμυμώνης, που ακόμα τρέχει, νωχελικά στην αρχή και ταχύτερα όσο πλησιάζει στη θάλασσα, και τα δυσδιάκριτα από την πεδιάδα απομεινάρια του κάστρου Τσιβέρι στον Ποντίνο λόφο, δεν είναι αρκετά για να ανασυνθέσουν  το πανάρχαιο επιβλητικό τοπίο με το κατάρρυτο ιερό άλσος. Και ενώ οι αφέγγαρες νύχτες εδώ θυμίζουν ακόμα τους στίχους του Στάτιου: ...γύρω σε σκοτεινό μπλε ατσάλι τρέχει το ναρκωμένο ρυάκι της Λέρνας [64], τα βοσκήσιμα λιβάδια της Λέρνας, για τα οποία μιλάει ο Οβίδιος [65], ή τα βαθιά λειβάδια των ψηλών δασών, όπου η δροσερή Λέρνα, διάφανη με τα κρυσταλλικά τενάγη της του Σενέκα[66], έχουν χαθεί  …και η Αμυμώνη, πλανιέται θλιμμένη δίπλα στο ρυάκι που βρήκε [67]. Οι βιαστικοί ταξιδιώτες προσπερνούν ανυποψίαστοι, …κι ο Άδραστος στέλνει  ανιχνευτές να βρουν αν υπάρχουνε ακόμα οι λίμνες της Λίκυμνας[68] ή τίποτ’ απ’ τα νερά της Αμυμώνης, μα όλα απλώνονται στραγγισμένα από αθέατη φωτιά [69].

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Γιος του Σθενέλα, ένατος βασιλιάς της πόλης.

[2] Ο μύθος έχει πολλές παραλλαγές. Πάντως ο ήρωας μαζί με τις Δαναΐδες είναι συνδεδεμένος με επινοήσεις  του προϊστορικού πολιτισμού, ιδιαίτερα με συλλογή νερού, αρδεύσεις και κρήνες.

[3]  Υγίνος, Μυθ. 169.

[4]  Απολλόδωρος 2, 1, 4.

[5] «Αργοναυτικά», 203. Έργο αποδιδόμενο στον Ορφέα.

[6] Βλ. π. Ίναχος

[7] «Φοίνισσαι», 187.

[8] Στο 8, 371. Ο στίχος αυτός είναι άγνωστης προέλευσης, αν και ο Meineke θεωρεί ότι είναι διορθωμένο το 128 απόσπασμα Μerkelbache του Ησίοδου.

[9] «Θυέστης», 115.

[10] Θησαυρός  Ορτέλιου.

[11]  Ενάλιοι διάλογοι. «Τρίτων και Ποσειδών», 305.

[12]  Αίτια 66.

[13]  Πηγές στην Αργολίδα που ονομάστηκαν από τις κόρες του Δαναού.

[14] 5,17,11.

[15] «Ελληνική Ανθολογία», II, 62. Ο Χριστόδωρος ήταν επικός ποιητής από την Κοπτό της Αιγύπτου.

[16] «Μωρίας εγκώμιον»,  40.

[17] 8, 371.

[18] Ο  Παυσανίας (2, 4, 5) αναφέρει πηγή Λέρνα και στην Κόρινθο.

[19] Ίσως από τον Αλκυονέα, έναν από τους Γίγαντες που γέννησε η Γη. Ίσως όμως η ονομασία της λίμνης να σχετίζεται με την Αλκυόνη, θυγατέρα του Αιόλου που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο θαλάσσιο πτηνό, ή μιαν άλλη Αλκυόνη, αδελφή του βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα. Τέλος, υπάρχει μια Πλειάδα Αλκυόνη, που ήλθε σε συνεύρεση με τον Ποσειδώνα. Επίσης, η βορειοανατολική απόληξη του Κορινθιακού κόλπου λεγόταν επίσης Αλκυονίς θάλασσα, από τα θαλασσοπούλια που ζούσαν εκεί.

[20]  2, 37, 1.

[21]  Φοίνισσαι 126. Σ’ αυτόν αποδιδόταν το χτίσιμο της Ακρόπολης του όρους Ποντίνος.

[22] «Ηρακλής μαινόμενος», 153.

[23]  8,368.

[24] «Αργοναυτικά», II, V, 496.

[25]  Σχόλια στην Βιργιλίου «Αινειάδα», XII, V, 518.

[26]  «Προμηθέας Δεσμώτης» 663 & 686-687.

[27]   30 &169.

[28]  Σχ. στην «Στάτιου Θηβαΐδα», II, V, 433.

[29] «Διονυσιακά», XXV, 196.

[30]  Θηβαΐς 1, 360 & 2, 376

[31]  Σελ.51, 23 έκδ. Westerman Μυθογράφοι

[32]  Σελ.350,20 και 350,23 Μυθογράφοι

[33]  «Αργοναυτικά» 3, 241.

[34]   Μετ.1, 702.

[35]  «Αινειάδα», XII, 518.

[36]  Μυθογράφοι σελ.348. 18

[37]  2, 37, 5-6.

[38]  Άλλες είσοδοι στην Πελοπόννησο ήταν στους ποταμούς Όλβιο και Νέδα.

[39] Αντώνιος (1841-1905). Ιστορικός που ασχολήθηκε με την Ελληνική Γεωγραφία. Βλ. βιβλιογραφία.

[40]  Παυσανίας, 2, 24, 2.

[41]  2, 37, 6.

[42]  2, 36, 7.

[43] «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» σ. 364 F. Mε την υπόθεση αυτή έχει ασχοληθεί ο Nilson. Tον συσχετισμό με την πηγή του Αμφιαράειου πραγματοποιεί ο Κ. Ρωμαίος στο άρθρο του «Θρησκειολογικά προβλήματα σχετικά με την Λέρνα» στα  Πελοποννησιακά των 1978-‘79. Μπορεί κανείς να προσέξει τις αντιστοιχίες με την Ανάσταση του Χριστού, σύμφωνα με την Ελληνορθόδοξη παράδοση.

[44]  1, 34, 4.

[45]  Βιργίλιος «Αινειάδα», VI, 287.

[46]  Ο Κάδμος σκότωσε τον δράκο μιας πηγής στη θέση των Θηβών.

[47]  II, V, 2.

[48]  2, 37, 4

[49]  Σχετικό με τους άθλους του Ηρακλή, γράφτηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα.

[50]  Σε πόρπες της γεωμετρικής εποχής.

[51]  Απολλόδωρος 2,77 κ.ε.

[52]  Παλαίφατος,

[53]  Οβίδιος, Διόδωρος Σικελιώτης (IV, 11, 5). Ευρυπίδης (Ηρακλής μαινόμενος 1190).

[54]  «Ηρακλής Μαινόμενος» 419 και 1274. Μυριόκρανον, Αμφίκρανον και παλιμβλαστή.

[55]  Στάτιου «Θηβαΐς», I, 385.

[56] Οπαδοί του Μεσσήνιου φιλόσοφου Ευήμερου του 4ου-3ου π.Χ.αιώνα, που έγραψε την περίφημη «Ιερά Αναγραφή», από την οποία ελάχιστα σώζονται και στην οποία κατέγραφε την θεωρία του ότι οι Θεοί ήταν κάποτε ισχυροί άνθρωποι. Θεωρήθηκαν εκπρόσωποι του αθεϊσμού.

[57] Σχόλιο στη Βιργίλιου «Αινειάδα», VI, 287.

[58] Αναδημοσίευση της «Ελευθεροτυπίας» της 17ης-7-’96 από το γερμανικό «Spiegel» .

[59] 2, 1, 4.

[60]  Αθήναιου «Δειπνοσοφισταί», 4, 156, e.

[61]  Ορμίσκος του Αργολικού, νοτίως της Λέρνης, σημείο αποβίβασης του Δαναού και των πενήντα θυγατέρων του, στον ερχομό τους από την Αίγυπτο.

[62] Βλ. Σ. Παναγιωτόπουλου «Η μάχη…».

[63] Δ. Ζωγράφου – Ι. Μακρυγιάννη, υδατογραφία – Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Συνοδεύεται από εκτενές επεξηγηματικό υπόμνημα.

[64] «Θηβαΐς», IV, 172.

[65] «Μεταμορφώσεις» I, 597.

[66] «Ιππόλυτος», 507.

[67]  Στάτιου «Θηβαΐς», VI, 288.

[68]  Η Ακρόπολη της Τίρυνθας.

[69]  Στάτιου «Θηβαΐς» IV, 735. Ο Άδραστος, βασιλιάς του Άργους, ήταν ένας από τους Επτά επί Θήβας.

 

Βιβλιογραφία σε μορφή pdf: Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας – Βιβλιογραφία

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

Σχετικά θέματα:

 

 

 

 

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής – Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard


 

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard απευθύνει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής που διοργανώνει, αποσκοπώντας στην ανάπτυξη της ελληνικής δραματουργίας και την ανάδειξη και υποστήριξη νέων θεατρικών συγγραφέων. Το Εργαστήριο, με τίτλο «Ιστορικό αντικείμενο», απευθύνεται σε νέους συγγραφείς που δοκιμάζονται ή προτίθενται να δοκιμαστούν στη θεατρική γραφή και επιθυμούν να αποκτήσουν ή να διευρύνουν τις γνώσεις τους και να βελτιώσουν την τεχνική τους. Οι συμμετέχοντες/ουσες θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον θεατρικό συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη, εμβαθύνοντας στην τέχνη της θεατρικής γραφής. To Εργαστήριο προσφέρεται χωρίς καμία χρηματική επιβάρυνση.

 

Προαπαιτούμενα

 

Το θέμα του Εργαστηρίου είναι εξειδικευμένο και αφορά τη θεατρική πραγμάτευση της επετείου των 200 ετών από την επανάσταση του 1821. Ποια αντικείμενα συνδέονται με την έννοια της ιστορίας και της εξέγερσης; Μέσα από αυτά τα αντικείμενα, τί ερωτήσεις προκύπτουν για την Ελλάδα 200 χρόνια πριν και για την Ελλάδα σήμερα; Κατά τη διάρκεια του Εργαστηρίου οι συμμετέχοντες/ουσες θα διερευνήσουν, μέσα από την προσωπική οπτική τους, σκέψεις, προβληματισμούς, προσδοκίες και προσωπικές εμπειρίες μικρών εξεγέρσεων, κοιτάζοντας ταυτόχρονα με τη ματιά του θεάτρου τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας.

Οι ενδιαφερόμενες/οι καλούνται να δεσμευθούν να παρακολουθήσουν όλες τις συναντήσεις του Εργαστηρίου και να είναι συνεπείς στις ώρες διεξαγωγής του.

 

Στόχοι Εργαστηρίου

 

Οι συμμετέχοντες/ουσες στο Εργαστήριο αναμένεται:

  • Να έρθουν σε επαφή με τις σύγχρονες τάσεις της θεατρικής γραφής.
  • Να εμβαθύνουν τη σχέση τους με την ελληνική ιστορία και να πετύχουν μια κριτική ματιά πάνω στην ιστορία.
  • Να έχουν εποικοδομητική ανατροφοδότηση από τα άλλα μέλη του Εργαστηρίου και τον συντονιστή για την προσπάθειά τους στη γραφή.
  • Να δημιουργήσουν, με την καθοδήγηση του συντονιστή και τη συζήτηση με την ομάδα των ομοτέχνων τους, θεατρικό υλικό πάνω στο θέμα του Εργαστηρίου.

Προσδοκία του συντονιστή είναι, με αφορμή το Εργαστήριο, να δημιουργηθεί θεατρικό υλικό με αφετηρία το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο δύναται να παρουσιαστεί σε μορφή συγγραφικής performance. Σε περίπτωση που τα συγγραφικά αποτελέσματα του εργαστηρίου κριθούν ικανοποιητικά, το θεατρικό υλικό θα δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard.

 

Τρόπος υποβολής αιτήσεων συμμετοχής

 

Οι ενδιαφερόμενες/-οι καλούνται να υποβάλουν ηλεκτρονικά ένα δείγμα θεατρικής γραφής το οποίο δεν θα ξεπερνά τις 1000 λέξεις, και θα εμπίπτει στην πραγμάτευση του παραπάνω θέματος. Το δείγμα θεατρικής γραφής θα συνοδεύεται από ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα (με στοιχεία επικοινωνίας) των ενδιαφερομένων έως και τις 16 Σεπτεμβρίου με θέμα: «Συμμετοχή στη σειρά συναντήσεων του Εργαστηρίου Θεατρικής Γραφής – «Αντικείμενα ιστορίας».

Τόπος διεξαγωγής: Το Εργαστήριο θα διεξαχθεί στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ) Ελλάδος στο Ναύπλιο.

Συναντήσεις: Το Εργαστήριο θα είναι εντατικό. Οι συναντήσεις θα γίνουν σε τέσσερις συνολικά ημέρες, δηλαδή δύο Σαββατοκύριακα το φθινόπωρο και τον χειμώνα: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018.

Επιλογή συμμετεχόντων: Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα είναι αυστηρά έως δεκαέξι (16), προκειμένου να γίνει ουσιαστική δουλειά πάνω στα κείμενα του κάθε συγγραφέα. Η επιλογή των συμμετεχόντων θα γίνει από τον συντονιστή του Εργαστηρίου, τον συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη.

Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν την 1η Οκτωβρίου 2018. Οι επιτυχόντες θα ειδοποιηθούν από το ΚΕΣ με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεφωνικά.

Βασική ενδεικτική βιβλιογραφία/θεατρογραφία για τους συμμετέχοντες/ουσες: Επαναστατικά αντικείμενα της Ομάδας Scene+, Α. Φλουράκη Θέλω Μια Χώρα, Ρ. Γαλανάκη Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, Ά. Φακίνου Το κάστρο της μνήμης, Ι. Ζουργού Η αηδονόπιτα, Μπάυρον Ο Γκιαούρ και οι Επιστολές από την Ελλάδα: 1809-1811 και 1823-1824, Δ. Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Α. Κάλβου Ωδαί, Τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη και το συλλογικό Όψεις της επανάστασης του 1821 της Εταιρίας Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Μετά το πέρας του εργαστηρίου, το ΚΕΣ θα χορηγήσει βεβαίωση συμμετοχής.

Συντονιστής: Ανδρέας Φλουράκης
Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: 16 Σεπτεμβρίου 2018
Ημερομηνίες συναντήσεων: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018

Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη Ματίνα Γκόγκα, Συντονίστρια Επικοινωνίας & Ανάπτυξη Προγραμμάτων του Κέντρου, μέσω τηλεφώνου (27520 47040 ή/και 27520 47030, Ναύπλιο) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο matina.goga(at)chs.harvard.edu.

 

Ανδρέας Φλουράκης

 

Ανδρέας Φλουράκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και θέατρο στην Αγγλία (MA Writing for the Theatre and Broadcast Media). Στο θέατρο εμφανίζεται για πρώτη φορά το 2001 με το συλλογικό έργο Πίστη (Θέατρο του Νότου). Το 2003 διακρίνεται στον διαγωνισμό μονόπρακτων του Θεάτρου Τέχνης, το 2004 του απονέμεται η υποτροφία Fulbright, το 2006 το έργο του Αντιλόπες επιλέγεται ως ένα από τα δεκαέξι καλύτερα θεατρικά της Ευρώπης στο πρόγραμμα JANUS, το 2008 βραβεύεται στο διαγωνισμό μονόπρακτων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου, καθώς και στον διεθνή Διαγωνισμό Μονοδράματος 2006-2008 των UNESCO-Ι.Τ.Ι. ενώ το 2014 το έργο του Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα επιλέγεται στην τριάδα έργων του Eurodram.

Θεατρικά του έργα που έχουν παρουσιαστεί: Οι Μέρες Πριν Έρθεις (Θέατρο του Νότου), Φύλλα Της (Θέατρο της Άνοιξης στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και Θέατρο Επί Κολωνώ), Κάσσυ (ΧΙΙΙ Διεθνή Συνάντηση Αρχαίου Δράματος Δελφών), Κέλυφος (104 Κέντρο λόγου και τέχνης), Μπελ Επόκ (Θέατρο Επί Κολωνώ), Λάσσυ (Επί Κολωνώ/Μπιπ), Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα (Θέατρο Τέχνης) Mήδειας Πατούσες (Βαφείο), Μήδειας Μπούρκα (Επί Κολωνώ / Διεθνές φεστιβάλ Πάφου σε σκηνοθεσία του ίδιου), Κόκκαλα (Θέατρο Τέχνης), Διώρυγα (Μουσείο Φωταερίου), Μπλε Μαρέν (Αγγέλων Βήμα), Όχι Και Τόσο Άγριο (Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών), Θέλω Μια Χώρα (Φεστιβάλ Αθηνών / Θέατρο Τέχνης), Τυφλή Εμπιστοσύνη (Επί Κολωνώ), Τα Πράγματα Που Παίρνεις Μαζί (Royal Court Theatre), Το Ασυνόδευτο (Θέατρο Skrow), Ταπ Άουτ (Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας Β’ σκηνή σε σκηνοθεσία τους ίδιου) κ.α. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Τουρκικά, Ρουμάνικα, Πολωνικά, Αλβανικά, και Φινλανδικά και έχουν παρασταθεί – αναγνωσθεί στα Royal Court Theatre, Gate Theatre, West Yorkshire Playhouse και Tristan Bates στη Μ. Βρετανία, στο φεστιβάλ Oyun Yaz στην Κωνσταντινούπολη, στο Φεστιβάλ του Ελσίνκι, στα Comparative Drama Conference, φεστιβάλ HotINK, φεστιβάλ GI60, Lincoln Centre Theatre στις Η.Π.Α., στο Εθνικό Θέατρο της Αλβανίας, στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης, κ.α. 

 

Αστερίων (Ποταμός)


 

Αστερίων: Ποταμός, οι κόρες του οποίου, Ακραία, Εύβοια και Πρόσυμνα, υπήρξαν οι παραμάνες της Ήρας, που τη μεγάλωσαν στον τόπο όπου αργότερα θα κτιστεί το ιερό της θεάς στο Άργος. Η κοίτη του ποταμού είναι ακόμη ορατή κοντά στο ιερό, ενώ από τις κόρες του παίρνει το όνομά του όρος απέναντι από τον ναό (Ακραία), η περιοχή γύρω από τον ιερό χώρο (Εύβοια) και η περιοχή κάτω από αυτή την τοποθεσία (Πρόσυμνα).

 

Ο ποταμός και οι κόρες του

 

Καταδικασμένος από τον Θεό της θάλασσας, όταν αυτός διεκδικούσε από την Ήρα το Άργος, όπως και οι άλλοι δυο διαιτητές, ο Ίναχος και ο Κηφισός, έχασε τα νερά του.  Είχε όμως τρεις κόρες: Τις Εύβοια, Ακραία και Πρόσυμνα [1], τροφούς της Ήρας. O Aστερίων, όπως και ο Ίναχος αλλά και ο κοντινός Ασωπός είχαν πολλά παιδιά και σ’ αυτούς πρέπει να αναφέρεται ο Χορός των Δαναΐδων, όταν προτρέπει να δοξάζεται το Άργος και οι πολύτεκνοι ποταμοί που λιπαίνουν το χώμα της γης του [2]. Οι κάτοικοι της περιοχής τίμησαν τις θυγατέρες του ποταμού τους, δίνοντας τα ονόματά τους αντίστοιχα, στο βουνό που υψώνεται πάνω από το ιερό της θεάς, στον απέναντι ανατολικό λόφο και στον χώρο κάτω από το ιερό. Πιστεύεται πως στην περιοχή υπήρξε και προϊστορική εγκατάσταση με το όνομα της Πρόσυμνας. Ο Πλίνιος [3] αναφέρει στην Αργολίδα βουνό Αστερίωνα, αλλά πιθανότατα πρόκειται για λάθος.

Ο Στάτιος [Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος περ. 45 – περ. 96 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής της λεγόμενης «Αργυρής Εποχής» της λατινικής λογοτεχνίας], κάνει τρεις αναφορές στην «Θηβαΐδα» του στον Αστερίωνα. Με την αιθεροβάμονα υπερβολή των γοητευμένων από μια Ελλάδα, που δεν την είχαν επισκεφτεί, Ρωμαίων ποιητών, δημιουργεί την εξωπραγματική εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο ποτάμι. Έτσι μιλάει για την στρατιά αυτών που τη γη τους κυκλώνει ο γοργός Αστερίων [4], τον οποίο αλλού παρομοιάζει με …κυματισμένη θάλασσα [5].

Ο Νόννος [Ο Νόννος ο Πανοπολίτης ήταν σημαντικός Χριστιανός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου], κάνει μια μακάβρια αναφορά στον ποταμό, όταν μιλάει για την άφιξη του Βάκχου στην Αργολίδα. Ο Θεός τρέλανε τις γυναίκες του Άργους κι αυτές σκότωναν τα παιδιά τους: Ο Αστερίων, που σ’ αυτόν συχνά οι νέοι κόβαν τον ανθό των λιπότριχων κροτάφων τους σαν πρώτο καρπό της ώριμης ήβης, τώρα δεχόταν τα ίδια τα παιδιά κι όχι πια των μαλλιών τους βοστρύχους [6].

 

 Η Κλεισούρα

 

Ο Αστερίων, για τον οποίο ο Παυσανίας [7] λέει ότι ρέει πέρα από το Ηραίο και πως τα νερά του εξαφανίζονται σε φαράγγι, απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών ξένων, που ψάξανε να εντοπίσουνε τον μυθικό ποταμό. Μια εύκολη λύση ήταν η αναζήτησή του στον χώρο του Ηραίου. Ο Mure, μιλώντας για τον λόφο της Ήρας, παρατηρεί ότι στην ανατολική του πλευρά που προστατεύεται από απότομο γκρεμό βρίσκεται η κοίτη του Αστερίωνα, που βαθμιαία εξαφανίζεται στη διψασμένη γη,  που την καταπίνει χωρίς να αφήνει ίχνη επικοινωνίας με τη θάλασσα, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των ρεμάτων που περιβάλλουν το αργολικό πεδίο. Tην άποψη αυτή καταγράφει και ο Frazer, ονομάζοντας το ρέμα αυτό Γλυκειά [8].

Ο Steffen βρίσκει λογικότερο να ονομαζόταν Αστερίων το μεγάλο ρέμα της Κλεισούρας, που ρέει ανατολικότερα σε ικανή απόσταση από το Ηραίο. Προβάλλει δυο επιχειρήματα. Πρώτο: ο χείμαρρος αυτός τροφοδοτείται από τους λόφους της Εύβοιας και της Ακραίας, που έχουν τα ονόματα των ποταμίων θυγατέρων. Δεύτερο: ένα τόσο ασήμαντο χαντάκι, όπως αυτό του Ηραίου, δεν μπορεί να είναι ένας από τους τρεις ποταμούς, που ο Παυσανίας υπονοεί ότι ήταν οι σημαντικότεροι της Αργολίδας.

Το ρέμα αυτό, με την ευρεία τάφρο, ξεκινά από την περιοχή δυτικά του κάστρου του Αγιονορίου. Διασχίζει άγριο, άνυδρο και ερημικό τοπίο, περνάει από το χωριό Λίμνες και ρέει παράλληλα στον ορεινό δρόμο Αγιονορίου – Πρόσυμνας – Χώνικα [Νέο Ηραίο], δηλαδή στη σημαντική αρχαία οδό της Κοντοπορίας, που ονομαζόταν έτσι γιατί συντόμευε μέσα από τα βουνά τη διαδρομή Άργους – Κορίνθου. Έχοντας στα δεξιά του το ύψωμα της Εύβοιας με το Ηραίο και αριστερά τον λόφο της Ακραίας με την απότομη κορυφή, φτάνει στη βαθειά και απότομη Κλεισούρα της Πρόσυμνας (τ. Μπερμπάτι), περνώντας κάτω από πέτρινη τρίτοξη γέφυρα.

Λίγο πριν έχει δεχτεί τα νερά της ρεματιάς Κεφαλάρι, που κατηφορίζει από το ύψωμα του Δαφνιά, νότια του χωριού Άγιος Βασίλειος.  Στην αρχή και στο τέλος του Κεφαλαριού βρίσκονται ερείπια παλιών μύλων, που κινούσαν οι πηγές της ρεματιάς. Η νοτιότερη από αυτές με το όνομα Μαστός [9], πρέπει να είναι αυτή που μνημονεύει ο Αθήναιος [10], λέγοντας πως ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο την ακρώρεια υπήρχε κρήνη, που έβγαζε νερό ψυχρότερο κι από το χιόνι. Έτσι ή αλλιώς, θα επρόκειτο για πηγή που κατέληγε στον Αστερίωνα, αφού αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης όλων των νερών του τμήματος αυτού της Κοντοπορίας.

 

«Σκηνικόν στον δρόμον από Ναυπλίου προς Κόρινθον», J. B. Bentley από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive and Historical. London 1844.

 

Βγαίνοντας από τη στενωπό στην πεδιάδα, σκορπίζει στους πορτοκαλεώνες της εξ αιτίας της ονομαζόμενης περιοχής «Κατεβασιές» του Χώνικα, χωρίς να καταφέρει να συναντήσει τον Ίναχο, προς τον οποίο κατευθύνεται, πράγμα που όμως φαίνεται να κατορθώνει στους χάρτες των Seutter και Lotter. Φαίνεται, πάντως, ότι ποτέ δεν κατέληγε στη θάλασσα. Ο περιηγητής βεβαιώνει ότι τα νερά του, αν βρέξει ο Θεός, εξαφανίζονται μέσα σε φαράγγι, εννοώντας τη σημερινή Κλεισούρα. Στην αρχαιότητα η κοίτη του στην πεδιάδα ήταν γεμάτη καλάμια: Και δόνακι πλήθοντα λιπών ρόον Αστερίωνος [11].

Η αδιέξοδη πορεία του προκάλεσε τον Αύγουστο του 1912 μεγάλες πλημμύρες και οδήγησε στην καταστροφή καπνοφυτειών, αμπελιών και σπιτιών. Το φαινόμενο «τριμέρια», παρουσιάζει έξαρση στις όχθες του, στις οποίες ξεπηδούσε νερό, μετά από δυνατή βροχή. Παλιότερα κινούσε 4 μύλους, χάρις προφανώς στα νερά του Κεφαλαριού.

Ο Steffen είδε και στις δυο πλευρές της χαράδρας αυλάκια νερού και ερειπωμένους μύλους. Ίχνη του ενός υπάρχουν και σήμερα αμέσως δεξιά μετά τη γέφυρα. Σημειώνει πάντως πως τα νερά του χάνονταν πέντε λεπτά δρόμο, μετά την είσοδό τους στην Κλεισούρα, μέσα στις πέτρες και τα χαλίκια της κοίτης.

Στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά την καταστροφή στα λίγο δυτικότερα Δερβενάκια, ο Δράμαλης, προερχόμενος από τη «Γλυκειά» (Τίρυνθα;), όπου είχε αποσυρθεί, έφτασε στην Κλεισούρα του Μπερμπατιού κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο. Λίγο βορειότερα, κοντά στην κοίτη του Αστερίωνα, προς το μέρος του Αγιονορίου τον περίμεναν οι Έλληνες. Ο πασάς έστειλε ένα μικρό απόσπασμα προς τους τελευταίους για να τους παραπλανήσει, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού του στράφηκε δυτικότερα προς το Στεφάνι.

 

 Ένα βοτάνι

 

Το βοτάνι Αστερίων σε αγγλικό χειρόγραφο των τελών του 12ου αιώνα.

Ο  Παυσανίας σημειώνει ότι στις όχθες του φυτρώνει βοτάνι με τ’ όνομα Αστερίων, που το προσφέρουν στην Ήρα, πλέκοντας  ταυτόχρονα και στεφάνια γι’ αυτήν με τα φύλλα του. Ο Ευστάθιος [12] γράφει πως το βότανο χρησιμοποιείτο σε καθαρτήριες τελετές, συγχέοντας πιθανότατα τον Αστερίωνα με το Ελευθέριο. Ίσως το φυτό να είναι ο αστερίσκος του Θεόφραστου [13]. Ο Διοσκορίδης [14], επίσης, αναφέρεται στον Αστερίσκο ή Αστέρα Αττικό, για τον οποίο αναφέρει ότι φύεται σε τόπους τραχείς και πετρώδεις, έχει φυλλάρια όμοια με άστρο, άνθος μήλινον (κιτρινωπό) ώσπερ ανθεμίδος (χαμομηλιού) και θεραπεύει παθήσεις του στομάχου και των βουβώνων, φλεγμονές των οφθαλμών και τις προσπτώσεις της έδρας. Ο Sibthorp [15] καταγράφει φυτό Aster που υπάρχει στα νησιά μας και στον Αργολικό κάμπο. O Γερμανός βοτανολόγος Ηeldreich, που μελέτησε διεξοδικά την ελληνική χλωρίδα, κατατάσσει τον Αστερίσκο του Διοσκουρίδη σε ένα είδος ποώδους Νεκρανθέμου (calendula arvenris bicolor-καλανδίς).  Στο είδος αυτό πιθανολογεί ο γεωπόνος Π. Γεννάδιος ότι ανήκει ο Αστερίων του Παυσανία. Τέλος φαίνεται καταλυτική η μαρτυρία του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πως εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή του Ηραίου πόα, που οι χωρικοί αποκαλούν «αστράκι».

 

Η προέλευση του ονόματός του

 

Από πού πήρε το όνομα ο ποταμός; Ίσως από το αστεροειδές βοτάνι, που ήταν ιδιαίτερα γνωστό, αφού όπως φαίνεται δεν άνθιζε μόνο στις όχθες του. Αν πάλι αναζητήσουμε πρόσωπα με το όνομα αυτό, θα βρούμε τον Αστερίωνα, τον γνωστό Μινώταυρο της Κρήτης, γιο της Πασιφάης και ενός ταύρου. Το πώς το μακρινό τέρας έδωσε το όνομά του στον ποταμό, μπορεί να εξηγηθεί μέσω της κρητικής επίδρασης στα Αργολικά τοπωνύμια, της μυθολογικής σύνδεσης Αργολίδας-Κρήτης [16] και επιπλέον, από την συνήθη πρoσωποποίηση των ποταμών με μορφή ταύρου. Ακόμη και η εξαφάνιση του ποταμού στο φαράγγι μπορεί να δημιουργούσε στους ντόπιους συνειρμούς με τον λαβύρινθο. Τέλος, αναφέρεται και μία Δαναΐδα με το όνομα Αστερία [17]. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε μιλώντας για την Αμυμώνη, κάμποσες πηγές του Άργους ήταν επώνυμες των θυγατέρων του Δαναού, η τελευταία αυτή εκδοχή δεν είναι απορριπτέα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, 2,17, 1.

[2] Αισχύλου «Ικέτιδες», 1016.

[3] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[4]  IV, 119..

[5]  ΙV, 711,  122.

[6]  XLVII, 493.

[7] 2, 17, 2.

[8] Έτσι αποκαλείται όμως μια πηγή γλυφού νερού στους πρόποδες του προφήτη Ηλία του Ναυπλίου, που ονομάστηκε έτσι κατ’ ευφημισμόν και η οποία έχει δώσει το όνομά της και σε τμήμα της παραλιακής έκτασης.

[9] Ονομασία και των πηγών της Αμυμώνης.

[10] Β΄, 43,e. Λέει πως βρήκε την πληροφορία στον βασιλιά Πτολεμαίο. (Α΄ ο Σωτήρ, συγγραφέας του «Περί των πράξεων του Αλεξάνδρου»).

[11] Το απόσπασμα διασώζει και αποδίδει στον Καλλίμαχο το Μ. Ετυμολογικό στο λήμμα Δόναξ.

[12] Σχόλια στην  «Οδύσσεια», xxii, 48, i.

[13] «Ιστ. Φυτών» Δ, 12, 2.

[14] «Περί ύλης Ιατρικής» 1, 4, 120. Ο συγγραφέας (1ος μ.Χ. αιώνας) θεωρείται θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Στο 5τομο έργο του ασχολείται με τα θεραπευτικά φυτά.

[15] 2073, Syngenesia Polygamia Superflua-Inula. Bοτανολόγος, καθηγητής της Οξφόρδης, που το 1786 και το 1794 ταξίδεψε στην Ελλάδα, μελετώντας τα φυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς.

[16] Βλ. π. Ίναχος.

[17] Απολλόδωρος, II, I, 5.

 

Βιβλιογραφία


 

  • «Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980.
  • Αισχύλου, «Αποσπάσματα» Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1992.
  • Statius, «Silvae-Thebaid i-iv», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Statius, «Thebaid v-xii-Achilleid», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Nonnos, «Dionysiaca», Loeb Cl. Library. Vol. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. London MCMLXXXIV.
  • Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, «Commentaris ad Homeri Iliadem Pertinentes», Marchinus van der Valk. Volumen Α-Δ. Lugduni Batavorum 1971-Leiden 1987.
  • Διοσκουρίδης, «Περί ύλης Ιατρικής», Sprengel 1830, τ.25-26 συλλογή Ελλήνων γιατρών του Κυν.
  • Sibthorp Johannes, «Florae Graecae», Vol. II, Londini M DCCC XIII.
  • Apollodorus, «The Library», Sir James George Frazer. Vol. I. II. The Loeb Classical Library. London, MCMLXI. MCMLVI.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ιερά Μονή Ταλαντίου (Αραχναίο Αργολίδας)


 

Το Αραχναίο είναι ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά της Αργολίδας – όπως μετονομάστηκε το Χέλι. Βρίσκεται αποκομμένο από όλο τον άλλο νομό. Ριζωμένο ανάμεσα στην οροσειρά της Τραπεζώνας (1137 μ.) προς Β, και του όρους Αραχναίου (1199 μ.) προς Ν, και σε απόσταση 30 χλμ. από το Ναύπλιο, δεν έχει επικοινωνία ούτε οπτική με άλλο χωριό. Ο ασφαλτωμένος δρόμος έχει δαμάσει τις άγριες ξεροτοπιές και έχει συνδέσει την αβοήθητη ερημιά του άλλοτε, με τη ζωή του κέντρου και το σήμερα.

Πριν ακόμη μας αποκαλύψουν το χωριό οι στροφές που κατηφορίζουν, διακρίνεται το πρώτο μήνυμα του Αραχναίου: η Νέα Μονή Ταλαντίου. Διαγράφεται καθαρά στην ξερή γύμνια του τοπίου, δυτικά του χωριού και σ’ απόσταση μιας ώρας με τα πόδια. Ένα μονοπάτι ξεκινάει ψηλά από το εικονοστάσι, πριν από το Αραχναίο. Κι’ ένα άλλο, μέσα από το χωριό. Φέρνουν και τα δυο στη Νέα Μονή Ταλαντίου.

Το χωριό, ξανοιγμένο οριζόντια πάνω στην πλαγιά Μπρίνια, έχει στα νοτιοανατολικά του πρόπυλο την Παλιά Μονή Ταλαντίου – ερειπωμένη πια – σε μια απόσταση 100 μ. από τα πρώτα του σπίτια. Λιγνά κοκκινοχώματα και γκρίζες ξερολιθιές περιβάλλουν τη Μονή και το Αραχναίο. Βουνίσιο, βασανισμένο χωριό – οι Γερμανοί του είχαν κάψει στην Κατοχή τα σπίτια. Κτηνοτροφικό, με 1200 ανθρώπους περίπου, είναι διπλοκατοικία άλλων χωριών: της Δήμαινας, της Μιδέας, του Λιγουριού. Καλοχτισμένα πλατύστομα πηγάδια παντού, δείχνουν ακόμη και μέσα στο χωριό τις περίσσιες ανάγκες του για νερό. Με φημισμένους σε παλιά χρόνια τσελιγκάδες και ηρωικούς ληστές όπως οι Δρουγκαΐοι και ο Λύγκος ο Χελιώτης – ληστής προστάτης των φτωχών – κυριάρχησε το χωριό στα άγρια μονοπάτια του όρους Αραχναίου, που ήταν ως την Ενετοκρατία δασωμένο. Από τους αμέρευτους εκείνους καιρούς, έμεινε ηχώ το τραγούδι τούτο:

Θε μου και τί να γίνηκαν οι δόλιοι οι Ντρουγκαΐοι

Ούτε σε γάμο φάνηκαν ούτε σε πανηγύρι,

Ούτε στο δόλιο Πηλιαρό πούχαν τον Ποτισώνα…[1]

 

Παλιά Μονή Ταλαντίου [2]

 

Νοτιοανατολικά του χωριού και αριστερά του δρόμου που οδηγεί προς το Πηλιαρό απέναντι από το ρέμα και σε απόσταση από αυτό λίγες δεκάδες μέτρα, υπάρχει ένας αρχαίος διπλός Βυζαντινός Ναός που οι Χελιώτες το ονομάζουν «Μετόχι» και αποτελείται από δύο χωριστούς Ναούς που εφάπτονται μεταξύ τους και είναι διαφορετικού μεγέθους.

Το Μετόχι κατά την παράδοση ήταν η παλαιά Μονή Ταλαντίου η οποία εγκαταλείφθηκε από τους Μοναχούς λίγο μετά το 1761 μ.Χ. Η εγκατάλειψη έγινε επειδή μεταξύ των Καλόγηρων της Μονής και των κατοίκων του Χελιού υπήρχαν προστριβές, γύρω από τις μακροχρόνιες διεκδικήσεις διαφόρων κτημάτων κοντά στη Μονή και έτσι αναγκάστηκαν οι Καλόγεροι να αναζητήσουν άλλο μέρος και να κτίσουν τη Νέα Μονή Ταλαντίου. Το Μοναστήρι αυτό όπως και εκείνο που κτίσθηκε αργότερα είναι αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Από το μοναστήρι σώζεται το καθολικό και ένα μικρότερο παρεκκλήσι προσκολλημένο στα νοτιοανατολικά του. Τα δύο κτίσματα επικοινωνούν εσωτερικά με μικρό άνοιγμα. Το καθολικό θα ήταν αφιερωμένο στους Ταξιάρχες, την Παναγία και τον άγιο Βλάσιο, ενώ το παρεκκλήσι στην αγία Μαρίνα. Το καθολικό θα πρέπει να ανεγέρθηκε, βάσει των μορφολογικών του στοιχείων, στον 14ο-15ο αι., ενώ το παρεκκλήσι ίσως ιδρύθηκε λίγο αργότερα. Φωτογραφία και λεζάντα από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Η αρχαία εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται σήμερα ασφαλισμένη και ήσυχη, στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό. όπου οι Χελιώτες την λατρεύουν κυριολεκτικά και είναι διατεθειμένοι και πόλεμο ακόμα να κάνουν για να την κρατήσουν στο χωριό. Έχουν γίνει στο παρελθόν πολλές απόπειρες για να μεταφερθεί σε άλλα Μοναστήρια της περιοχής, στη Μονή Καρακαλά και στη Μονή των Ταξιαρχών μα πάντοτε συνάντησε την αντίδραση των Χελιωτών οι οποίοι τελικά την κράτησαν στο χωριό.

Επίσης απόπειρες πολλές έχουν γίνει για την κλοπή αυτής από διαφόρους αρχαιοκάπηλους, μα πάντοτε έχουν οδηγηθεί σε αποτυχία και σήμερα η εικόνα βρίσκεται ασφαλισμένη μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί που ολόκληρο είναι γερά στερεωμένο σε μια κολώνα της Εκκλησίας. Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα αυτή βρέθηκε θαμμένη μέσα σε ένα χωράφι εκεί που κτίσθηκε η πρώτη Μονή και ότι όταν αργότερα έγινε η μεταφορά της Μονής στη νέα θέση η εικόνα αυτή άλλαζε θέση κάθε λίγο από την παλαιά στη νέα Μονή και αντίστροφα.

Η ερειπωμένη σήμερα. παλαιά Μονή Ταλαντίου (Μετόχι) δεν ξεχωρίζει καθόλου από το φυσικό της περιβάλλον. Πέτρινη και γκριζόθωρη μοιάζει να είναι ένα με τα πρώτα χωράφια μαζί με τους σωρούς από πέτρες, που αντικρίζουμε όταν πλησιάζουμε στο χωριό.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Φωτογραφία από το Αρχείο της Μαρίας Μπιμπή, 30-4-2016.

 

Το κτιριακό συγκρότημα του Μοναστηριού είναι σήμερα σωρός από πέτρες σαν γκρεμισμένες ξερολιθιές που σιγά-σιγά λιγοστεύουν και αυτές.

Το Καθολικό, δηλαδή ο κύριος Ναός της Μονής που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως έχει προαναφερθεί, είναι χτισμένος με απλή λιθοδομή χωρίς τίποτα το ξεχωριστό. Είναι Ναός Σταυρεπίστεγος με τετράγωνο Τρούλο, μεγάλο σε σχέση με τις διαστάσεις του Ναού του οποίου είναι 10,30 μ. η μεγάλη του πλευρά μαζί με το Ιερό και το Νάρθηκα και 4 μ. η μικρότερη του πλευρά. Ο Τρούλος δεν στηρίζεται στο κέντρο του Σταυρού, αλλά υψώνεται πάνω από το δυτικό σκέλος. Έτσι υπάρχει οπτικά μια ισορροπία όγκων ανάμεσα στο Καθολικό και στο συνεχιζόμενο παρεκκλήσι του.

Το Καθολικό έχει φωτιστικά ανοίγματα τις τέσσερις θυρίδες του Τρούλου, τη θυρίδα του Ιερού του Ναού στην Ανατολική πλευρά και την κύρια και μοναδική πόρτα προς τη δύση. Πάνω από την κεντρική πόρτα σχηματίζεται, ένα τόξο που περιβάλλει ένα ανακουφιστικό κενό. Το τόξο αυτό περιβάλλεται από ένα κέραμο πλαστικό διάκοσμο και οδοντωτή ταινία που συνεχίζονται δεξιά και αριστερά από την πόρτα και διατρέχουν όλη την πρόσοψη, ένα δε κομμάτι της είναι συμπληρωμένο με τούβλα σύγχρονα από επισκευή που έχει γίνει πρόσφατα. Ένα μικρό φωτιστικό άνοιγμα υπάρχει ακόμα στο βόρειο τύμπανο του Σταυρού. Στο ίδιο τύμπανο καθώς και το αντίστοιχο του στο νότιο, εσωτερικά, σχηματίζονται τυφλές αψίδες αϊτό μία στο καθένα. Στο εσωτερικό του Νάρθηκα και σε ύψος 1,50 μ. περίπου και στη νότια πλευρά υπάρχει η παρακάτω επιγραφή:

 

ΜΝΗΣΤΗΤΙ ΚΥΡΙΕ

ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ

ΤΟΥ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ

ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ

ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

ΣΙΚΟΥΛΑ

 

Οπωσδήποτε ο Ηγούμενος αυτός Σίκουλας είναι πριν από το 1761 που έγινε η μεταφορά της Μονής γιατί από το 1751 και μετά είναι γνωστοί όλοι οι ηγουμενεύσαντες στη Μονή.

Ολόκληρη η εσωτερική επιφάνεια του Ναού είναι αγιογραφημένη και αρκετές αγιογραφίες σώζονται καλά διατηρημένες, όπως ο εκφραστικός Άγιος Φανούριος και η άρτια σύνθεση της Παναγίας με τους Αποστόλους. Ο Παντοκράτορας είναι σχεδόν καταστραμμένος.

Όλες οι Αγιογραφίες είναι έργα καλού τεχνίτη της Κρητικής σχολής και διακρίνονται για το ευλύγιστο σχέδιο και την πλαστική αβρότητα μοιάζουν να έχουν συγγένεια στην Τεχνική με τις Αγιογραφίες της Μονής Σωτήρος Kαραθώνας και είναι και αυτές πιθανόν του 16ου αιώνα.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Τοιχογραφία. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Το δάπεδο φαίνεται να ήταν πλακόστρωτο από τα ελάχιστα τμήματα που έχουν σωθεί. Το τέμπλο είναι πέτρινο και υπάρχει μόνο μία πόρτα. Σε κανένα σημείο του Ναού δεν υπάρχει επιγραφή που να δείχνει πότε χτίστηκε ο Ναός. Από την τοιχοποιία όμως και ειδικά από το διάκοσμο, βγαίνει το συμπέρασμα ότι έχει κτιστεί μέσα στους βυζαντινούς χρόνους, πριν δηλαδή ακόμα από την Τουρκοκρατία.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Παντοκράτωρ. Με την εικόνα του Παντοκράτορα Ιησού αγιογραφείται ο κεντρικός θόλος (τρούλος) όλων των βυζαντινών ναών. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στη νότια πλευρά του Ναού είναι προσκολλημένο το παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, έτσι τουλάχιστον από την παράδοση το ξέρουν οι κάτοικοι του Αραχναίου (Xελιού) γιατί κανένα σημείο του, δεν φανερώνει σε ποιόν Άγιο είναι αφιερωμένο το παρεκκλήσι αυτό. Το μικροσκοπικό αυτό Ναΐδριο είναι επίσης σταυρεπίστεγο με διασταυρούμενες καμάρες εσωτερικά και μία μοναδική πόρτα εισόδου στο δυτικό μέρος που το ανώφλι της είναι μονολιθικό. Τρούλος δεν σώζεται καθόλου, όπως δεν σώζεται και τίποτα από την αγιογράφηση της εκτός από κάποια ίχνη εικόνας Αγίας με τα γράμματα Α.Κ. που πιθανόν να σημαίνουν Αγία Κυριακή.

Και οι δύο Ναοί σαν σταυρεπίστεγοι πρέπει να ανήκουν στον 12ο μ.Χ. αιώνα, ίσως όμως ο μεγάλος τετραγωνικός και άκομψος Τρούλος να είναι μεταγενέστερος.

Εγκαταλειμμένη από τους Μοναχούς η πρώτη αυτή Μονή Ταλαντίου από το 1761, αφανίστηκε χρόνο με το χρόνο. Σκόρπιοι σωροί οι πέτρες της Μονής βρίσκονται στη πρώτη ζήτηση των κατοίκων του χωριού και ίσως σήμερα να μην υπάρχουν ούτε αυτές. Έχουν μείνει μόνο τα δύο εκκλησάκια από τη Μονή και αυτά χορταριασμένα παντού, εγκαταλειμμένα, για πολλά χρόνια χρησίμευαν για να σταλίζουν πρόβατα το καλοκαίρι και για το λόγο αυτό η καταστροφή στο εσωτερικό ήταν ραγδαία στην εποχή του μεσοπολέμου μέχρι το 1940.

Μετά τον πόλεμο ο Ιερέας του χωριού προσπάθησε να περισώσει ότι υπήρχε από τους δύο αυτούς Ναούς. Καθάρισε την κοπριά που υπήρχε μέσα και κατασκεύασε μια σιδερένια πόρτα στο μεγάλο Ναό, μα και πάλι η εγκατάλειψη ακολούθησε στο Ναό.

Από πρόσφατη επίσκεψη που έκανα εκεί, διαπίστωσα πως η σιδερένια πόρτα είναι σήμερα καταστραμμένη, βγαλμένη από τη θέση της και πεταμένη έξω. Μου έκανε δε εντύπωση πραγματικά η αδιαφορία του σημερινού Ιερέα να μη νοιάζεται καθόλου, τουλάχιστον να ξανά τοποθετήσει την πόρτα στη θέση της για να μη γίνει και πάλι σταλείο για τα ζώα η ιστορική αυτή Εκκλησία. Η μόνη αναλαμπή στον Ιστορικό αυτό Ναό είναι το αναμμένο καντήλι που φωτίζει των Αγίων τα πρόσωπα, που και αυτά όμως χλομιάζουν και φθείρονται λίγο-λίγο από την εγκληματική αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Γύρω από  τα  δυο  εκκλησάκια  η  περιοχή  είναι  καλλιεργήσιμη  και κατάσπαρτη από κεραμικά, απομεινάρια των κελιών του Μοναστηριού, και του οικισμού που πιθανόν να υπήρχε εκεί γύρω από το Μοναστήρι.

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου (περιγραφή)

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου βρίσκεται δυτικά του Αραχναίου και άπεχει από το χωριό περίπου μια ώρα πεζοπορία. Με το χωριό επικοινωνεί με ένα μονοπάτι που ξεκινάει από αυτό, ακολουθεί για ένα διάστημα την πλαγιά του βουνού, λίγο πάνω από την κοίτη του χειμάρρου που κατευθύνεται προς τον Αμαριανό και παράλληλα προς αυτό και έπειτα κατεβαίνει και ακολουθεί την κοίτη αυτού, φθάνει στο Μοναστήρι και συνεχίζει έπειτα προς τον Αμαριανό. Η πορεία από το χωριό στο Μοναστήρι είναι δύσκολη το χειμώνα και κουραστική το καλοκαίρι.

Εκτός από το μονοπάτι αυτό, υπήρχε και άλλο μονοπάτι που ξεκινούσε από το εικονοστάσι που υπάρχει στον αμαξιτό δρόμο, Άργους – Αραχναίου ακριβώς εκεί που τελειώνουν οι στροφές της σκάλας και αρχίζει δρόμος οριζόντιος και σε μια πορεία λιγότερο από μια ώρα μπορεί να βρεθεί κανείς στο Μοναστήρι. Δεξιά και αριστερά από το μονοπάτι αυτό υπάρχει ένα τοπίο στυφό που με μεγάλη τσιγκουνιά έχει δοθεί σε αυτό το χώμα το οποίο μόλις και μετά βίας σκεπάζει τα πετροχώοαφα που υπάρχουν στις πλαγιές.

Η βλάστηση είναι χαμηλή και περιορισμένη σε μικρά πουρνάρια (πατουλιές) κα σφάκες, χωρίς να μπορεί να σχηματίζει καθόλου σκιά για να ξεκουραστεί ο πεζοπόρος που πάει για το Μοναστήρι και στεγνώνει το μάτι του τις καλοκαιρινές ημέρες και που τα ττετροριζώματα του πυρακτωμένου τοπίου του ξεραίνουν το λαρύγγι του.

Σήμερα υπάρχει και ένας αμαξιτός δρόμος, ασφαλτοστρωμένος, που αρχίζει από το Πρόι-Λάζεριτ και ακολουθώντας την πλαγιά που εκτείνεται προς το Πρόι-Λάζεριτ κατεβαίνει και καταλήγει στο Μοναστήρι.

Από κάποια απόσταση η νέα Μονή Ταλαντίου μοιάζει σαν ένας ζωντανός – οργανισμός, έτσι όπως εκτείνεται από τη δύση προς την ανατολή, σαν να υπάρχουν μέσα κάτοικοι έτοιμοι να υποδεχθούν τον επισκέπτη. Όταν όμως πλησιάσει κανένας σε αυτή νοιώθει πραγματικά την μοναξιά, σαν να απομακρύνεται μέσα στο χρόνο χωρίς ελπίδα όσο πλησιάζει προς τη σιωπή της, σαν εκείνα τα καράβια στην τελευταία τους καταδικασμένη πορεία εγκαταλειμμένα από τους Ναυτικούς τους.

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Το καθολικό της βρίσκεται στο κέντρο του αύλειου χώρου και είναι σταυρεπίστεγο κτίσμα με ημικυκλική αψίδα στο ιερό. Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο του Δήμου Ναυπλιέων.

 

Οι σημερινοί κάτοικοι του Μοναστηριού είναι μία μόνο Μοναχή [2002] κλειδαμπαρωμένη μέσα στο κελί της, που για να ανοίξει την πόρτα του Μοναστηριού χρειάζεται ολόκληρη διαδικασία. Εδώ θα κάνω μια περιγραφή της Μονής όπως τη θυμάμαι πριν από σαράντα πέντε χρόνια.

Η νέα αυτή Μονή είχε την κλασική μορφή του παραλληλογράμμου που το όριζαν και στις τέσσερις πλευρές συνεχόμενα διώροφα κτίρια και στην εσωτερική αυλή βρίσκεται ο Ιερός Ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση. Eορτάζει στις 15 Αυγούστου. Την πληροφορία σημειώνει  η Ντιάνα Αντωνακάτου και ο Τάκης Μαύρος στο βιβλίο τους, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 54, Αθήνα, 1976, και μας την επιβεβαίωσαν σήμερα 11 Σεπτεμβρίου 2018, οι μοναχές τη Μονής Καρακαλά].

Ερειπωμένη πια η νέα μονή στο μεγαλύτερο μέρος της, διατηρεί ωστόσο τη συγκρότηση, τη μνήμη της λειτουργίας και το καθολικό της. Από την τοξωτή πόρτα που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά από το διαβατικό της, μια στοά τρία περίπου μέτρα, ο επισκέπτης μπαίνει και προχωρεί στο αίθριο, αφήνοντας αριστερά του, διώροφο κτίριο που στον επάνω όροφο το πρώτο κελί ευρύχωρο και περιποιημένο, ήταν το Ηγουμενείο που αποτελείτο από κοιτώνα και ένα μεγάλο γραφείο, το γραφείο του Ηγουμένου, συνέχεια δε ήσαν αρκετά κελιά τα οποία χρησιμοποιούντο σαν κοιτώνες των Μοναχών.

Μπροστά από τα κελιά υπήρχε ένα μακρόστενο ξύλινο μπαλκόνι από το οποίο επικοινωνούσαν ο Ηγούμενος και οι Μοναχοί που έμεναν στα κελιά αυτά. Εκεί που τελείωνε το Μπαλκόνι ξεκινούσε μια ξύλινη σκάλα 10-15 σκαλοπάτια και κατέληγε σε ένα άλλο μπαλκόνι που αντιστοιχούσε στο δεύτερο όροφο της δυτικής πλευράς της Μονής από το εσωτερικό αυτής.

Ανεβαίνοντας κανείς από τη μεγάλη αυτή σκάλα ακριβώς απέναντι υπήρχε μεγάλο κελί που περιελάμβανε κοιτώνα και μεγάλη σάλα και που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο από τον Επίσκοπο της Αργολίδας όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Ένας διάδρομος αριστερά οδηγούσε εξωτερικά σε ένα ξύλινο επίσης μπαλκόνι που στηριζόταν σε τέσσερις πέτρινες κολώνες, χώρος που χρησιμοποιείτο και αυτός αποκλειστικά από τον Μητροπολίτη και τη συνοδεία του όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχε κελί που χρησιμοποιούσε ο ακόλουθος του Μητροπολίτη, Ιεροδιάκονος. Συνέχεια από τη σάλα του Μητροπολίτου υπήρχαν κελιά, μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα κατάλληλα διαρρυθμισμένα για τη φιλοξενία υψηλών προσώπων.

Στο ημιυπόγειο της αριστερής πλευράς και στο εσωτερικό υπήρχαν διάφορες αποθήκες και στο τέρμα της αριστερής πλευράς μεγάλο δωμάτιο ισόγειο μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα εργαλεία του μελισσοκομείου και τα μεγάλα σκεύη αποθήκευσης του μελιού που προοριζόταν για το εμπόριο.

Εξωτερικά του νοτίου τμήματος και στο ισόγειο υπήρχαν χώροι για τα μεγάλα ζώα, άλογα, μουλάρια, αγελάδες, βόδια καματερά που χρησιμοποιούσε το Μοναστήρι.

Στο ισόγειο της δυτικής πλευράς μετά την αποθήκη του μελιού, υπήρχε μια δεύτερη μεγάλη πόρτα του Μοναστηριού και αμέσως μετά μια δεύτερη αποθήκη του μελισσοκομείου και εκεί μέσα γινόταν και διανομή μεγάλης ποσότητας μελιού στους κατοίκους του Χελιού. Συνέχεια υπήρχε μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα που χρησιμοποιείτο από τους μοναχούς και το υπόλοιπο βοηθητικό προσωπικό που απασχολούσε η Μονή.

Στο δεξιό μέρος όπως μπαίναμε στη Μονή υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο που κάλυπτε όλη τη δυτική πλευρά με κελιά μοναχών στο επάνω μέρος και στο ισόγειο υπήρχε αίθουσα ζυμωτηρίου, φούρνοι, αποθήκες τροφίμων κλ.π. και στη βόρεια πλευρά υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο με συνεχόμενα κελιά στο επάνω μέρος και κάτω διάφοροι βοηθητικοί χώροι, αποθήκες για κυψέλες, κ.λπ. Τέλος κάτω από τα χαγιάτια της Νότιας πλευράς βρισκόταν μία στέρνα για νερό που άλλοτε δρόσιζε τους καλόγερους, σήμερα όμως είναι ξερή και βρώμικη.

Σήμερα από όλο αυτό το συγκρότημα υπάρχουν, η θολωτή είσοδος στην ανατολή και ένα κομμάτι από την παλαιά μονή που κάλυπτε τη νότια πλευρά με ερειπωμένα τα κελιά για τα οποία έχει αρχίσει η συντήρηση τους και η επισκευή τους. Έχει γίνει αλλαγή της σκεπής, έχουν γίνει εσωτερικά επιχρίσματα και συνεχίζεται η συντήρηση και η αντικατάσταση όπου πρέπει των φθαρμένων πατωμάτων και των κουφωμάτων.

Το δυτικό κομμάτι της νότιας πλευράς, μεγαλοπρεπές άλλοτε Δεσποτικό με το μεγάλο εξωτερικό μπαλκόνι έχει κατεδαφιστεί και το μόνο απομεινάρι είναι οι πέτρινες κολώνες που στήριζαν το εξωτερικό χαγιάτι.

Η βόρεια πλευρά επίσης κατεδαφισμένη ολόκληρη και στη θέση της υπάρχει ένα καινούργιο σύγχρονο κτίσμα όπου και διαμένει η μοναδική Μονάχη που σήμερα βρίσκεται στο μοναστήρι.

Η σημερινή Μοναχή έχει περιφράξει τα υπάρχοντα εκεί σήμερα κτίσματα και ένα κομμάτι του εξωτερικού χώρου με δικτυωτό συρματόπλεγμα, και έχει μόνο μία πόρτα στο ανατολικό μέρος όπου διατηρείται και σήμερα η πρόσβαση προς το Μοναστήρι.

Το Καθολικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Στο κέντρο της εσωτερικής αυλής είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, [Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση], το Καθολικό της Μονής. Ο καινούργιος Ναός της Μονής είναι μονόκλιτος και σταυρεπίστεγος, διατηρείται καλά εξωτερικά είναι κτισμένος επί τουρκοκρατίας, αν και ο αρχαιότερος τύπος του σταυρεπίστεγου εφαρμόστηκε από τον δωδέκατο αιώνα. Πιστεύεται λοιπόν πως ο Ναός της Νέας Μονής Ταλαντίου να είναι αρχαιότερος από την ίδρυση εκεί της Μονής το 1761 πιθανότατα του 15ου αιώνα, όπως χρονολογείται από τους ειδικούς.

Στρώμα από αμμοκονία καλύπτει τη λιθοδομή του Ναού. Η είσοδος γίνεται από μια μικρή πόρτα στη δυτική πλευρά. Πάνω από την πόρτα υψώνεται δίλοβο, δικληνές κωδωνοστάσιο που τα δυο του τόξα στηρίζονται στη μέση επάνω σε στρογγυλό μικρό κίονα με ιωνικό κιονόκρανο. Μια μικρή καμπάνα κρέμεται στο βορινό τόξο.

Δεξιά και αριστερά από την κύρια είσοδο υπάρχουν πεζούλια που στερεώνουν την πρόσοψη του Ναού και αναπαύουν τον επισκέπτη. Οι πλευρές του ναού έχουν μήκος 8.20 μ. και το πλάτος 3.25 μ. Το εσωτερικό της στέγης διαμορφώνεται από δύο καμάρες, η μία που αναπτύσσεται κατά μήκος διακόπτεται στο μέσον περίπου του Ναού από την εγκάρσια καμάρα που είναι μικρότερη και σε ψηλότερο επίπεδο και που αναπτύσσεται κάθετα προς την πρώτη. Οι δυο καμάρες διαγραφούν το σχήμα του Σταυρού και από αυτό δε και η ονομασία του ναού «Σταυρεπίστεγος» και ο τύπος αυτός των ναών συναντάται συχνότατα στην Ελλάδα. Εκεί που διασταυρώνονται οι δύο καμάρες υψώνεται ο τρούλος του Ιερού Ναού.

Εκτός από το άνοιγμα της κύριας εισόδου του Ναού υπάρχει ακόμα και από ένα στρογγυλό παράθυρο στο βόρειο και νότιο τύμπανο του σταυρού έχει ακόμα και δύο ανοίγματα στη νότια πλευρά του.

Εσωτερικά ο Ναός είναι αγιογραφημένος. Διαφαίνεται επίσης ότι υπήρχαν και παλαιότερα στρώματα αγιογραφήσεων που είναι επικαλυμμένα με νεώτερα στρώματα. Αριστερά από την πύλη του και κάτω από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, διακρίνεται άλλη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στην άκρη της οποίας υπάρχει δυσανάγνωστη επιμήκης επιγραφή. Οι Αγιογραφίες της μεγάλης καμάρας έχουν καταστραφεί από την υγρασία. Άλλες εικόνες, όπως αυτές που είναι δεξιά και αριστερά της εισόδου έχουν δεχθεί νεώτερες διορθώσεις.

 

Ιστορικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Από γραπτά κείμενα φαίνεται πως η μεταφορά της Μονής Ταλαντίου από το Μετόχι στη νέα της θέση έγινε το 1761 μ.Χ. Συμφώνα με μελέτη του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου που έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ιερός Σύνδεσμος» στις 15 Σεπτεμβρίου 1915, το 1761 ο τότε εξουσιαστής του χωριού Χέλι Κιουσούκ  Μεχμέτ Αγάς, με αίτηση του Ηγουμένου της Μονής Ταλαντίου Δανιήλ παραχώρησε σαν ιδιοκτησία της Μονής εκτεταμένη περιοχή ακαλλιέργητο, με σκοπό να καταβληθεί σε αυτόν το δέκατο από τα εισοδήματα αυτού [3]. Το έγγραφο της παραχωρήσεως που σωζόταν μέχρι το έτος 1915, οπότε συντάχθηκε η μελέτη του αειμνήστου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, καθόριζε τα όρια της περιοχής που παραχωρήθηκε ως εξής:

«Εις το σύνορο του Μοναστηριού Ταλάντιον το οποίον βρίσκεται στο χωριό Χέλι, το υποκείμενο στην Επαρχία Κορίνθου, ευρίσκετε γη δρυμώδης αγεώργητος και εγκαταλελειμμένη, περιοριζόμενη εξ ενός μέρους από το σύνορο του χωρίου Λιμία, το χωράφιον του Παπά, εκ του άλλου από το λοξό ρεύμα, εκ του άλλου από πλησίον τρία ρεύματα, εκ του άλλου από τον δρυμόν Κίρλα εκ του άλλου από τον δρυμόν το λεγόμενον δεξιά πλευρά, εκ του άλλου από το λεγόμενον Μουσταφά-τζίκ και εκ του εσχάτου από τη Σκάλα Χέλι. Αυτήν λοιπόν την γην ο Καλόγηρος Παπαδανιήλ, εζήτησε να ανοίξει με την αξίνην και να την γεωργήσει.


Διό και ο υποφαινόμενος έχων υπό την εξουσίαν μου δια το ενεστώς χιλιοστόν εβδομηκοστόν έβδομον (Μουσουλμανικό έτος όπου αντιστοιχεί προς το 1761 μ.Χ. της χριστιανικής χρονολογίας) το ρηθέν χωρίον αφού κατά τον βασιλικό Κανούνιον έλαβαν το δικαίωμα της γης έδωσε στον ειρημένο Καλόγηρο το παρόν τοπίο, ώστε αφού αυτός καθορίσει την ρηθείσα εν όσω γεωργεί και σπείρει αυτήν και πληρώνει ετησίως εις τους κατά καιρόν κυρίους της γης τα νόμιμα δέκατα, θέλει κατέχει και νέμεσθαι αυτή το Μοναστήριον και χωρίς να εμποδίζεται υπουδενός».

Από το κείμενο αυτό μαθαίνει κανείς τα όρια της νέα Μονής με τα τοπωνύμια που υπάρχουν και σήμερα. Αναφέρεται στα όρια κάποιο χωριό Λιμία που σήμερα τέτοιο χωριό δεν υπάρχει. Πιθανότατα να πρόκειται για το σημερινό χωριό Λίμνες που τα σύνορα του με το Χέλι είναι η κορυφή Μάλια-Γκιόναβε όπου εκεί επάνω υπάρχει και η τοποθεσία, Χωράφι Παπά.

Το παραπάνω έγγραφο μεταφράστηκε από το σωζόμενο μέχρι τουλάχιστον το 1915 τούρκικο πρωτότυπο σε δύο μεταφράσεις από τις οποίες ακριβέστερη είναι αυτή που έγινε στην καθέδρα της Αθήνας στις 22 Σεπτεμβρίου 1837 και η οποία επικυρώθηκε από το Βασιλικό διερμηνέα Λουκά Αργυρόπουλο.

Στο  μοναστήρι σωζόταν μέχρι τότε που διαλύθηκε αντίγραφο μετάφρασης που έγινε στις 26 Μαρτίου 1838, από τον Χρήστο Παπαδόπουλο, συμβολαιογράφο του Ναυπλίου. Το πρωτότυπο έγγραφο φέρει τις υπογραφές του Κιουσούκ Μεχμέτ Αγά, τεσσάρων ακόμα Μουσουλμάνων και ενός Έλληνα του Γιάννη Μακρή από το Χέλι που υπογράφει σαν μάρτυρας.

Το έτος 1761 πρέπει να θεωρείται η απαρχή της μετακίνησης της Μονής από την παλαιά θέση Μετόχι στο χώρο που σήμερα βρίσκεται αυτή και ότι το καινούργιο Μοναστήρι άρχισε να κτίζεται από τον ηγούμενο Δανιήλ μέσα στο κτήμα που παραχωρήθηκε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, αμέσως μετά την παραχώρηση δηλαδή στον ίδιο χρόνο 1761.

Το 1782 κατατάγηκε δόκιμος μοναχός ο Χελιώτης Γρηγόριος Κουκινιώτης, δώδεκα ετών τότε ο οποίος μαζί με τον Δανιήλ δούλεψαν για το Μοναστήρι, εκχερσώνοντας εκτάσεις με τα ξινάρια και δημιούργησαν έτσι εκτάσεις καλλιεργήσιμες που καθημερινά αυξάνονταν σε έκταση.

Το 1798 έγινε ηγούμενος ο Γρηγόριος σε ηλικία 23 ετών, ο οποίος έμεινε στη θέση αυτή 54 ολόκληρα χρόνια, παραιτήθηκε δε το 1852 λόγω γήρατος και μετά από δύο χρόνια πέθανε το 1854 σε ηλικία 84 ετών.

Το 1850 σε δημοπρασία αγόρασε ο Γρηγόριος, με τη μεσολάβηση του Στρατηγού Φωτομάρα μεγάλο τουρκικό κτήμα για λογαριασμό του Μοναστηριού. Η αγορά αυτή αμφισβητήθηκε από τα παιδιά του Φωτομάρα, αλλά μετά από δέκα χρόνια δικαστικού αγώνα δικαιώθηκε η Μονή Ταλαντίου από τον Άρειο Πάγο. Ο ίδιος ηγούμενος αγόρασε για το Μοναστήρι και το κτήμα άνω Αμαριανός. Ο ίδιος επίσης ανακαίνισε το βόρειο μέρος της Μονής όπου υπήρχε πλάκα εντοιχισμένη διαστάσεων 0.40μ Χ. 0,40μ με την επιγραφή:

 

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΕΙ

ΕΠΙ ΤΩΝ 46 ΕΤΩΝ

ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

ΣΕΡΑΦΕΙΜ – ΜΑΚΑΡΙΟΥ

1841

 

Μετά τον Γρηγόριο Ηγούμενος έγινε ο Ανανίας  Μπουχιούνης από 1852 μέχρι το 1857 οπότε αντικαταστάθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Καραβασιλόπουλο με απόφαση του τότε Επισκόπου Αργολίδας Γεράσιμου.

Το γεγονός όμως αυτό εξερέθισε τους καλόγερους οπότε ο Χρύσανθος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει το Μοναστήρι και Ηγούμενος έγινε το 1862 ο Κωνσταντίνος Τζαμίλας, στη θητεία του οποίου το Μοναστήρι έφθασε σε παρακμή μέχρι του σημείου οι καλόγεροι να ζητιανεύουν για να ζήσουν.

Το 1866 διορίστηκε Ηγούμενος ο Δανιήλ Χρήστου, ανιψιός από τη μητέρα του Ηγουμένου Γρηγορίου Κουκινιώτη ο οποίος ηγουμένευσε μέχρι το 1899 οπότε πέθανε. Η ηγουμενία του διακόπηκε από το 1870 μέχρι το 1875 που ηγουμένευσε πάλι ο Ανανίας Μπουχιούνης. Επί Δανιήλ Χρήστου το 1880 ανακαινίσθηκε το νότιο τμήμα της Μονής.

Τον Δανιήλ Χρήστου τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του Δωρόθεος Χρήστου το 1899, ο οποίος είχε καταταγεί μοναχός το 1895. Επί Δωροθέου Χρήστου έγινε εξωραϊσμός και διακόσμηση του Ιερού Ναού, αύξησε τα δωμάτια για τους μοναχούς, ίδρυσε μελισσοκομείο στο Μοναστήρι και έκτισε καινούργια πτέρυγα, το Δεσποτικό όπου υπήρχε μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή:

 

ΑΝΗΓΕΡΘΕΙ ΕΠΙ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΠΟΝΗ

ΚΑΙ ΑΝΘΙΜΟΥ ΣΤΑΤΕΡΑ

ΕΝ ΕΤΗ 1909

 

Μεγάλες ποσότητες μελί από το δικό του μελισσοκομείο μοίραζε στους κατοίκους του Χελιού. Είχε γίνει παράδοση επί ηγουμενίας Δωροθέου Χρήστου, την εποχή του τρύγου των κυψελών που γινόταν συνήθως Αύγουστο μήνα, μετά της Παναγίας, εκατοντάδες παιδιά από το χωριό κατέβαιναν στο Μοναστήρι με τα μικρά τους δοχεία πάσης φύσεως από κατσαρολάκια, βάζα κύπελλα, κανατάκια κ.λπ. και ο ηγούμενος Δωρόθεος κάνοντας ειδική τελετή κάθε μέρα που πήγαιναν παιδάκια, μοίραζε μεγάλες ποσότητες από μέλι σε όλα τα παιδιά, τα οποία στη συνέχεια έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στο χωριό χαρούμενα γιατί έφερναν μαζί τους το πολύτιμο μέλι από το Μοναστήρι. Μεγάλη ήταν και η συμβολή στην ανάπτυξη της Μονής του Ιερομόναχου Γερασίμου Μπόνη που είχε την καταγωγή του από την Αλέα Αργολίδας.

Στις 26 Αυγούστου 1933 πέθανε ο Ηγούμενος Δωρόθεος Χρήστου και από τότε το Μοναστήρι βαδίζει προς την παρακμή. Ο Δωρόθεος Χρήστου έλαχε να είναι ο τελευταίος Ηγούμενος της Μονής Ταλαντίου που τουλάχιστον για 172 χρόνια γνώρισε δόξες ιδιαίτερα επί της ηγουμενίας του.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν στο μοναστήρι αυτό τρεις μόνο καλόγεροι ο Παρθένιος, ο Νικόδημος και ο Δανιήλ που ήσαν όλοι τελείως ακατάλληλοι για το αξίωμα του ηγουμένου γιατί και οι τρεις τους ήσαν τελείως αγράμματοι και διανοητικά καθυστερημένοι, αφού ούτε τα χρήματα που κυκλοφορούσαν τότε γνώριζαν εκτός από τα κέρματα.

Το Μοναστήρι από τότε συγχωνεύεται με τη μονή του Καρακαλά και αμέσως άρχισε η μεταφορά όλων των περιουσιακών στοιχείων αυτής στο Καρακαλά, αρχής γενομένης από τα μελίσσια εκτός εκείνων των ελαχίστων που ανήκαν στους καλόγερους που όμως επειδή ήσαν τελείως ανίκανοι δεν μπόρεσαν να τα διατηρήσουν και σε μικρό χρονικό διάστημα τα έχασαν όλα.

Στη συνέχεα άρχισε η μεταφορά και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενώ ο εξοπλισμός του μελισσοκομείου εκποιήθηκε από τον ηγούμενο του Καρακαλά και περιήλθε στα χέρια των Χελιωτών. Δεν έμεινε τίποτα στο Μοναστήρι εκτός από τους τρεις καλόγερους και το Ηγουμενείο κλειδωμένο όπου μέσα σε αυτό υπήρχαν τα προσωπικά είδη του Δωροθέου, μια αξιόλογη βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής.

Η αποδυνάμωση της Μονής Ταλαντίου και της Μονής Καρακαλά είχε αρχίσει από το 1932, οπότε πολλά από τα κτήματα τους απαλλοτριώθηκαν και μοιράστηκαν σε εκατοντάδες ακτήμονες από τα χωριά της περιοχής. Τα κυριότερα από τα κτήματα αυτά ήσαν ο Αμαριανός της Μονής Ταλαντίου και ο Καρακαλάς της αντίστοιχης Μονής, όπου από την αποκατάσταση των ακτημόνων δημιουργήθηκαν αργότερα και οι δύο οικισμοί του Αμαριανού και του Μετοχιού, που σήμερα έχει γίνει κοινότητα, ο Άγιος Δημήτριος.

Μετά τις απαλλοτριώσεις αυτές στην κυριότητα της μονής Ταλαντίου είχαν παραμείνει δύο περίπου χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης και μη έκτασης γύρω από αυτήν. Το 1938 με δημοπρασία πουλήθηκε η έκταση αυτή αντί ενός εκατομμυρίου τριών χιλιάδων δραχμών σε κατοίκους του Χελιού και στο Μοναστήρι παρέμεινε μια έκταση γύρω από αυτό, περίπου πενήντα στρεμμάτων, τα οποία σήμερα καλλιεργούν και βόσκουν τσοπάνηδες από το Χέλι που καταβάλλουν κάποιο μίσθωμα στο Μοναστήρι και το οποίο αναπροσαρμόζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Μέχρι το 1940 ζούσαν στο Μοναστήρι οι τρεις καλόγεροι, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε αθλία κατάσταση και συντηρούντο από μικρή βοήθεια σε τρόφιμα που έπαιρναν από τη Μονή Καρακαλά και από τα βοηθήματα των κατοίκων του Χελιού, αφού το Μοναστήρι δεν είχε πλέον εισοδήματα. Οι Καλόγεροι αυτοί πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον πρώτα ο Νικόδημος, έπειτα ο Δανιήλ και τελευταίος ο Παρθένιος στις αρχές του 1943.

Από το 1942 είχε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι ένας Αρχιμανδρίτης, ο Παπανικόλας, καθηγητής της Θεολογίας ο οποίος δίδασκε σε Σχολείο της Σμύρνης και κατά την μικρασιατική καταστροφή είχε πιαστεί από τους Τούρκους αιχμάλωτος και είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, του είχαν βγάλει οι Τούρκοι το ένα μάτι, του είχαν ξεριζώσει όλα τα νύχια των χεριών και των ποδιών και του είχαν σπάσει τη λεκάνη και έτσι ένα σαράβαλο και με ακράτεια ούρων τον είχαν αφήσει ελεύθερο και σε αυτήν την άθλια κατάσταση βρέθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής ξέπεσε στη Μητρόπολη της Αργολίδας και ο Μητροπολίτης τον έστειλε στη Μονή Ταλαντίου, όπου εγκαταστάθηκε και για ένα μικρό διάστημα έμενε με τον μοναδικό τότε καλόγερο Παρθένιο.

Εκεί ζούσε με τη σύνταξη του και με τα χρήματα που έπαιρνε από την ενοικίαση της γύρω περιοχής. Τα χρήματα όμως αυτά εκείνη την εποχή λόγω της αλματώδους ανόδου του πληθωρισμού εξανεμίζονταν αμέσως και για το λόγο αυτό, συντηρείτο κυρίως από βοηθήματα που έπαιρνε από τους Χελιώτες σε τρόφιμα.

Στην εποχή εκείνη που στο Μοναστήρι βρισκόταν ο Παπανικόλας, άνοιξε και το κελί του Ηγουμένου Δωροθέου που μέσα είχε, όπως έχει αναφερθεί, μια αξιόλογη Βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής και που δυστυχώς ολόκληρος αυτός ο πνευματικός πλούτος λεηλατήθηκε από τον Παπανικόλα, όχι για να σφετερισθεί τα ανεκτίμητα βιβλία και έγγραφα, αλλά για να γίνουν όλα αυτά προσανάμματα στη φωτιά που καθημερινά συντηρούσε ο Παπανικόλας και ακόμα σπάνια βιβλία χρησιμοποιήθηκαν για τσιγαρόχαρτο από τον ίδιο, ο οποίος κατασκεύαζε τσιγάρα με ολόκληρο φύλλο βιβλίου και καπνό που προμηθευόταν από το χωριό.

Αυτό ήταν δυστυχώς το τέλος της αξιόλογης βιβλιοθήκης της Μονής και του ιστορικού αρχείου αυτής, από έναν άνθρωπο, σπουδαγμένο βέβαια αλλά που λόγω της καταστάσεως στην οποίαν βρισκόταν δεν λειτουργούσε καθόλου η λογική. Τέλος μετά από λίγα χρόνια πέθανε και αυτός, αφού πρώτα πέθανε και η ιστορία της Μονής.

Από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Δεληγιαννόπουλο καταβλήθηκαν προσπάθειες για να ξαναζωντανέψει το Μοναστήρι με μοναχές, αλλά όλες οι απόπειρες απέτυχαν, αφού μοναχές που εγκαταστάθηκαν εκεί, έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα εγκατέλειψαν τη Μονή και ξαναγύρισαν στα Μοναστήρια από οπού προερχόντουσαν και η Μονή Ταλαντίου ερήμωνε και πάλι.

Υπήρχε στο μοναστήρι μία μοναχή Χελιώτισα την καταγωγή η οποία ήρθε από τη Μονή του Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά) και εγκαταστάθηκε εκεί. Είχε  τύχει μεγάλης συμπαράστασης από τους Χελιώτες, φρόντιζε το μοναστήρι να παραμένει ανοικτό και πολύ συχνά τελούνταν και λειτουργίες από τον Ιερέα του χωριού. Η Μοναχή αυτή αν και μόνη της, ήταν αρκετά δραστήρια και με πρωτοβουλία δική της και με εισφορές των πιστών είχε κτιστεί μια καινούργια πτέρυγα και επισκευαζόταν μία ακόμα από τις παλαιές πτέρυγες που έχουν διασωθεί.

Το Μοναστήρι έχει τηλεφωνική επικοινωνία και ο βατός αμαξιτός δρόμος που το ενώνει με την κεντρική οδική αρτηρία Χελίου – Άργους – Ναυπλίου, εξυπηρετεί τους πιστούς που θέλουν να επισκεφθούν το μοναστήρι και να προσευχηθούν.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Σήμερα γίνονται προσπάθειες ανακαίνισης της μονής. Οι μοναχές της Μονής Καρακαλά φροντίζουν για τη διατήρηση της επισκεψιμότητας του χώρου. Κατά την τελευταία ανακαίνιση διαμόρφωσαν μια χαμηλή αποθήκη της εισόδου σε ημιυπόγειο παρεκκλήσι με χαμηλή τοξωτή στέγη, αφιερωμένο στον Τίμιο  Πρόδρομο και την Αγία Ευγενία. Η αγιογράφηση είναι καινούργια και καλύπτει όλους τους τοίχους, έγινε με δωρεές των Χελιωτών. Τα θυρανοίξια τέλεσε ο βοηθός επίσκοπος της μητροπόλεως Αργολίδας,  ο Επιδαύρου Καλλίνικος, (σήμερα 2017 Μητροπολίτης Άρτης)].

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Εδώ το Καθολικό και τα νότια κελιά μετά την αναπαλαίωση, 2015. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο, «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη», Ιστορία, Πολιτισμός και Λαϊκός Βίος Αραχναίου Ναυπλίου Αργολίδας (πρώην Χέλι).

 

 Από έγγραφα της Ιεράς Συνόδου προκύπτει ότι:

το 1850 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 6

το 1855 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9 (οι 5) δόκιμοι

το 1860 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9

το 1881 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 8

το 1912 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 7

το 1932 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 4

το 1938 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 3

το 1942 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

το 1990 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

Οι ηγουμενεύσαντες από την εποχή της μετακίνησης της Μονής στη νέα θέση το 1761 μέχρι και το τέλος του 1933 είναι οι παρακάτω:

1. Δανιήλ 1761-1798

2. Γρηγόριος Κουκινιώτης 1798-1852

3. Ανανίας Μπουχιούνης α’ 1852-1858

4. Χρύσανθος Καραβασιλόπουλος 1858-1862

5. Κωνσταντίνος Τζαμίλας 1862-1855

6. Δανιήλ Χρήστου α’ 1866-1870

7. Ανανίας Μπουχιούνης β’ 1870-1875

8. Δανιήλ Χρήστου β’ 1875-1899

9. Δωρόθεος Χρήστου 1899-1933


Μερικές πληροφορίες από ιστορικά έγγραφα για τη Μονή Ταλαντίου

 

Από τα ιστορικά έγγραφα που υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους μπορούμε να πάρουμε σήμερα αρκετά ιστορικά στοιχεία για τη Μονή Ταλαντίου αφού το δικό της πλούσιο Αρχείο καταστράφηκε. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρουμε μερικά από αυτά.

1) Το 1822 η Πελοποννησιακή Γερουσία έλαβε από την «Ιερά Μονή την κατά το Χέλι κείμενην» δάνειο χίλια γρόσια για τρία χρόνια προς οκτώ τις εκατό.

Τριπολιτζά Μαρτίου 1822.

2) Το 1833 27 Δεκεμβρίου στο Νόμο της Αντιβασιλείας «Περί συστάσεως Δήμων» αναφέρεται ότι η Μονή Ταλαντίου είχε 39 κατοίκους, χωρίς όμως να γίνεται διάκριση πόσοι από αυτούς ήσαν Μοναχοί και πόσοι Λαϊκοί (υπηρετικό προσωπικό).

3) Το 1834 21 Ιουλίου καταγράφεται το «Ταλάντη» σαν Μοναστήρι διατηρούμενο από το εισπραττόμενο του Εκκλησιαστικού Δευτεροδεκάτου για δύο χρόνια που είναι 460 δραχμές.

4) Με Αριθμό πρωτοκόλλου 6093/20-10-1834 υπάρχει καταγγελία του Κατοίκων του Χελιού:

α) Γιώργη Δημητρόπουλου

β) Γιάννη Αγιώργη

γ) Γιάννη Νατσούλη και

δ) Ανασάσιο Μπουχιούνη

προς την Ιερά σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδος, ότι ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος Κουκινιώτης οσάκις του εζητήθη να γνωρίσει εις την αρμοδία υπηρεσία τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής, ούτος απέκρυπτε την αλήθεια και δήλωνε ελάχιστα και αυτοί καταγράφουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής είναι: Γιδοπρόβατα χίλια, αγελάδες εκατόν δέκα, καματερά βόδια είκοσι τέσσερα, μουλάρια τρία, φορτηγά άλογα δύο, μελίσσια οκτακόσια, χωράφια στρέμματα πέντε χιλιάδες, αμπέλια στρέμματα δέκα πέντε, ελαιορίζες οκτακόσιες και μύλοι χειμερινοί δύο. Και ότι ακόμη δεν μαρτύρησε και τα εισοδήματα που είχε, σιτάρι κουβέλια εκατόν είκοσι, από μελίσσια έξι χιλιάδες γρόσια κ.λπ.

5) Με αριθμό Πρωτοκόλλου 184/341/5-7-1835 Αναφορά Νομάρχη Αργολίδος προς την εκπ/κήν κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματεία Επικρατείας διαβιβάζει αναφοράν Ηγουμένου Μονής Κοίμησης της Θεοτόκου και συνηγορεί όπως γίνει δεκτό το αίτημα αυτού για τη χορήγηση άδειας πώλησης των κάτωθι ζώων:

  • 3 βόες ανικάνους για Γεωργίαν
  • 30 αιγοπρόβατα γηραιά
  • 4 άλογα ομοίως γηραιά
  • 4 γελάδια ομοίως γηραιά και
  • 40 Μελίσσια μικρά,

που προς το παρόν είναι άκαρπα, για να καλύψουν οικονομικές ανάγκες της Μονής.

6) Με το 9976/14-10-1836 πρωτόκολλων γίνεται καταγραφή των πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού της Μονής Ταλαντίου, ονομαζόμενου Ανανία Τζούρη. 2 τάλιρα το ένα Ελληνικό και το άλλο Γαλλικό, 2 υποκάμισα, 1 ζευγάρι παπούτσια καινούρια, 2 γελάδες, 1 κάπα τράγινη παλαιά, 2 γίδια, 1 τενεκές με ταμπάκο 100 δράμια, 4 προβατοψάλιδα και 3 κουτάλια ξύλινα.

7) Ομοίως με 3400/1-4-1837 πρωτόκολλο γίνεται καταγραφή πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού Αρσενίου Βαρδάκα, 50 μελίσσια, 1 κασέλα, 1 τουφέκι, 1 πιστόλα, 1 βελέντζα, 2 τσεκούρια, 1 πλάνη, 2 μπουκάλια, 1 πριόνι 300 δράμια ατσάλι και 27,90 δραχμές.

8) Αριθμ. Πρωί. 181 προς Την επί των Εκκλησιαστικών κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματείαν Επικρατείας.

«Οι υποσημειούμενοι ηγούμενος και σύμβουλοι της κατά την Αργολίδα Μονής Ταλαντίου απειράκις και επανειλημμένως αναφέρθημεν και προς την Νομαρχία και προς την Διοίκηση Αργολίδας περί της Βασιλικής χορηγίας δια τον τρίτον εν τη Μονή μας αόμματο, ουδ’ απαντήσεως ηξιώθημεν.

Το Μοναστήριόν μας Βασ. Γραμματεία είναι το δυστυχέστερο όλων των κατά την Αργολίδα Μοναστηριών. Γαίας δια σίτο δεν έχει, ελαιώνα δεν έχει, αμπέλια δεν έχει, ζώα δεν έχει, τα πάντα εν γένει στερούμεθα, μόλις δύναται να προσπορίζεται τα προς το ζην απολύτως αναγκαία δια των ιδρωτών και των καθημερινών ακαμάτων κόπων των μοναχών. Προς τοις άλλοις δε έχοντες και ικανό χρέος και καταζητούμενοι παρά των δανειστών μας αμηχανούμεν τι πρώτον να προφθάσομε επί των τοσούτων αναγκών μας. Εις τοιαύτην δυστυχία ευρισκόμενοι είμεθα επιφορτισμένοι να διατρέφωμεν και ενδύουμε και τρεις αόμματους και τοσούτον ανικάνους ώστε και το ύδωρ αυτό έχουσι χρείαν άλλον να τους το προσφέρει.

Παρηγορήθημεν κατά το ότι η Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας μας εκοινοποίησε δια της από 21-6-1834 έτους την υπ’ αριθμ. 2011 διαταγή σας ότι η Α. Μ. ο τρισέβαστος Βασιλεύς μας ευηρεστήθη να αποφασίσει δι έκαστον των εν τη Μονή διατρεφομένων τριών αόμματων να προσφέρει ανά εκατό δραχμάς εις έκαστον κατ’ έτος, καθότι εκ των δι’ έκαστον αποφασισθεισών εκατόν τούτων δραχμών, ηλπίζομεν ότι θέλουσι προσβλέπεσθαι και τα προς ενδυμασίαν εκάστου αυτών, αλλά κατά δυστυχίαν αφότου απεφασίσθει η προς τους τρεις τούτους αόμματους Βασιλική χορηγία, έκτοτε δια μόνον τους δύο ελαμβάνομεν τας αποφασισθείσας δραχμάς εκατό δι’ έκαστον, δια δε τον τρίτον δεν ελάβομεν εισέτι ουδέν λεπτόν, μολονότι ανεφέρθημεν περί τούτου πολλάκις.

Ένεκα τούτων όλων απεφασίσαμεν ήδη να αναφέρωμεν και προς την Βασιλικήν Γραμματείαν ταύτην τα παράπονα μας ως προς την έλλειψιν της δια τον τρίτον τούτων αόμματον Χρίστον Νικολάου χορηγίας και να παρακαλέσωμεν αυτήν να ευαρεστηθεί και διατάξει να μας αποσταλεί και η δι’ αυτά ταύτα Βασιλική χορηγία των παρελθόντων 4 ετών δια να δυνηθώμεν δι’ αυτής να απαιτούμεν και τα προς ενδυμασίαν αυτών.

Επαναλαμβάνομεν Βασιλική Γραμματεία ότι η Μονή μας είναι δυστυχεστάτη και υστερούμεθα και αυτά τα προς το ζην αναγκαία και όμως και το διπλοδέκατον πληρώνομαι και αόμματους τρεις, έχομεν και την χορηγίαν δί αυτούς σώαν δεν λαννβάνομεν. Όθεν παρακαλούμε θερμώς την Βασιλικήν ταύτην να μη μας παραβλέψει, αλλά να ευαρεστηθεί να διατάξει την απόδοση της Βασιλικής Χορηγίας και δια τον τρίτον αόμματο προς αναψυχλην της δυστυχισμένης Μονής μας ως προς την πρόβλεψη της περιθάλψεως του αόμματου τούτου.

Μένομεν Ευπειθέστατοι

Εν τη Μονή Ταλαντίου 18 Απριλίου 1838

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

Σε απάντηση της αναφοράς αυτής εστάλη το με αριθμ. 3484 χρηματικό ένταλμα από δραχμές 100 για μόνο το έτος 1837 και εντέλλεται η διοίκηση Αργολίδας όπως του λοιπού πληρώνει τακτικά τα εντάλματα των επομένων ετών.

9) το 1839 η Μονή απευθύνεται στο Δήμαρχο Αραχναίου «Με την υπαριθμ. 1072 κλήση της Δημαρχίας, λάβαμε ως το υπ’ αριθμ. 2898 χρηματικό ένταλμα δια τους τρεις αόμματους [4], δια το έτος 1838. Ταύτα προς απάντηση της Δημαρχίας ταύτης».

Εν Μονή Ταλάντη τη 5 Φεβρουαρίου 1339

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

10) Από 25-5-1839 μέχρι 30-11-1339 εγένετο ανά την επικράτεια έρανος για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και αναγράφονται προσφορές …. Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος δραχμές 60. Πρεσβύτερος Χελίου Νάτζουλης δρχ. 8…

11) Το 1854/14 Αυγούστου σε κατάσταση της Ιεράς Συνόδου προς το Υπουργείο, η Μονή καταγράφεται «Κοίμησης της Θεοτόκου Μήδειας» και χαρακτηρίζεται «Οργανισμένη».

12) Το 1892 Με Βασιλικό Διάταγμα συγχωνεύονται στη Νέα Μονή Ταλαντίου η Μονή Αγνούντας και η Μονή Ταξιαρχών αλλά οι Μοναχοί λίγο-λίγο την εγκαταλείπουν.

13) Το 1933 μετά τον θάνατο του τελευταίου ηγουμένου Δωροθέου Χρήστου η Μονή Ταλαντίου υπάγεται στη Μονή Καρακαλά [5]. Πέρα από τα στοιχεία αυτά στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν και ένα πλήθος άλλων εγγράφων τα οποία αφού συγκεντρωθούν όλα σε φωτοαντίγραφα των προτύπων χειρογράφων θα δημοσιευθούν σε ιδιαίτερο τεύχος.

 

Σημειώσεις Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Η εισαγωγή προέρχεται από το βιβλίο: Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 52, Αθήνα, 1976.

[2] Δεν γνωρίζουμε από που και πως πήρε την ονομασία της η Κοίμηση Θεοτόκου Ταλαντίου (στο Αραχναίο). Σα μια βοηθητική υπόθεση αναφέρουμε ότι υπήρχε Επισκοπή Ταλαντίου. Δεν είναι απίθανο οι ιδρυτές της Παλιάς Μονής Ταλαντίου της Αργολίδας να είχαν από εκεί προέλευση ή κάποια σχέση. Ο Κ. Ν. Σάθας στα Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας (τομ. Γ, σ. 556) έχει: Επαρχία Ταλαντίου και Διαυλίας (Αγ. Δουκά). Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

[3] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, « Η εκκλησία Άργους & Ναυπλίας», τεύχος Β’, σελ. 97, έκδοσις Χριστιανικής Εστίας Άργους, 1961.

[4] Φαίνεται ότι τα μοναστήρια είχαν μια υποχρέωση να περιποιούνται τυφλούς. Υπάρχει έγγραφο πού σ’ αυτό ζητούνται πληροφορίες για την κατάσταση «των έν τοΐς μοναστηρίοις τυφλών») (Γ.Α.Κ., Γενικά Μοναστηριακά, Φακ. 212, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας 1833-1859, έγγραφα 28).

[5] Τά χρόνια του εμφύλιου πολέμου, 1946-50, τα κελλιά της χρησίμεψαν πολλές φορές καταφύγιο στούς καταδιωκόμενους. Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

 

Σχετικά θέματα: