Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λοιμός’

Πανούκλα – Ο μαύρος θάνατος στο Μεσαίωνα | Στέφανος Γερουλάνος, καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής, Ιωάννινα


 

Ιωάννης Βοκάκιος, από το βιβλίο «Académie Des Sciences Et Des Arts» του Isaac Bullart, που εκδόθηκε στο Άμστερνταμ από τον Elzevier το 1682.

Ποτέ άλλη αρρώστια δεν προκάλεσε τόσο πολλούς νεκρούς στον κόσμο όσο ο Μαύρος θάνατος ή πανούκλα. Μόνο η Ευρώπη θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς από το 1348 μέχρι και το 1420. Πέρα απ’ αυτό όμως καμιά άλλη επιδημία δεν προκάλεσε τέτοιο φόβο, πανικό και φρίκη. Όπως αναφέρει ο Βοκάκιος: «Αυτή η συμφορά προξένησε τέτοια τρομάρα στις ψυχές ανδρών και γυναικών, ώστε απαρνήθηκε αδελφός τον αδελφό, θείος τον ανιψιό και αδελφή τον αδελφό. Οι γυναίκες συχνά εγκατέλειπαν τους άνδρες τους. Και το χειρότερο, αν και φαντάζει απίστευτο, πατεράδες και μανάδες φέρονταν στα παιδιά τους σαν ξένα, αρνούμενοι να τα δουν και να τα φροντίσουν». Ο κίνδυνος να κολλήσει ο ένας απ’ τον άλλο ήταν τόσο μεγάλος και ο θάνατος κάτω από τραγικές συνθήκες τόσο βέβαιος, ώστε οδήγησε ο’ αυτές τις απάνθρωπες συμπεριφορές.

Μια πρώτη περιγραφή της αρρώστιας συναντάμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη και μάλιστα γύρω στο 1060 π.Χ., στον πόλεμο των Ιουδαίων με τους Φιλισταίους. Περισσότερες από 30 αναφορές σε ανάλογες επιδημίες συναντάμε στη Βίβλο. Είναι ο θεός που τιμωρεί τους ανθρώπους για τις άδικες ή αμαρτωλές πράξεις τους. Εδώ διαφαίνεται ήδη ότι η ασθένεια συναντάται συχνότερα σε πολέμους, σε λιμούς, ή άλλες καταστροφές.

Τον τιμωρό θεό τον φαντάζονταν Εβραίοι, Αιγύπτιοι και Μεσοποτάμιοι, όπως και στην Ελλάδα του Ομήρου ή του Σοφοκλή, με τόξο στα χέρια και θανατηφόρα Βέλη. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο Απόλλων συχνά μαζί με την Άρτεμη που εκτόξευαν αυτά τα βέλη.

Σε πείσμα της χριστιανικής θρησκείας, η πεποίθηση ότι η πανώλης προκαλείται από αόρατα βέλη θα κυριαρχήσει μέχρι και το Μεσαίωνα. Από αυτά τα βέλη θεωρούσαν τότε ότι προστάτευε τους πιστούς ο Άγιος Σεβαστιανός. Από τον καιρό αυτό οι αναφορές για επιδημίες πανώλους στην Αθήνα, τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη ή αλλού είναι πολλές. Συχνά όμως εξελάμβαναν διάφορες άλλες επιδημίες για πανώλη, όπως π.χ. τον περίφημο λοιμό των Αθηνών, που περιέγραψε ο Θουκυδίδης. Παλαιότερα πίστευαν ότι επρόκειτο για πανώλη, σήμερα πιστεύουμε ότι ήταν μάλλον ή ευλογιά ή συνδυασμός ευλογιάς με εξανθηματικό τύφο.

 

Από την πανούκλα μόνο η Ευρώπη

Θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς,

από το 1348 μέχρι και το 1420.

 

 

Ρούφος ο Εφέσιος.

Ο πρώτος που περιγράφει πραγματικά την πανώλη είναι ο Ρούφος ο Εφέσιος (110-180 μ.Χ.), που την ξεχωρίζει από τις άλλες επιδημίες. Αναφερόμενος στην επιδημία που άρχισε την εποχή του Τραϊανού (100 μ.Χ.) αναφέρει για πρώτη φορά το «βουβώνα», δηλαδή τη διόγκωση και διαπύηση λεμφαδένων και τις θέσεις που η αρρώστια μπορεί να πρωτοεμφανιστεί. Ο ίδιος, αναφερόμενος σε κάποιον Διονύσιο, περιγράφει και μια όμοια επιδημία του 280 π.Χ. σε Λιβύη, Αίγυπτο και Συρία. Όπως μας λέει, και οι δύο αυτοί λοιμοί ήταν τραγικά θανατηφόροι.

Πολύ γνωστή είναι και η επιδημία που ενέσκηψε επί Μάρκου Αυρηλίου το 164 μ.Χ. Ο στρατός του νίκησε μεν τους Πάρθους στην Κτησιφώντα της Μεσοποταμίας, αλλά προσβλήθηκε από πανώλη που εξαπλώθηκε μετά σ’ όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Διήρκεσε 24 ολόκληρα χρόνια και τελικά σκότωσε και τον ίδιο τον αυτοκράτορα έξω απ’ τη Βιέννη. Είναι η εποχή του Γαληνού (130-198 μ.Χ.), ο οποίος φοβούμενος μην κολλήσει εγκαταλείπει την πόλη της Ρώμης δυο φορές. Σε πολλά από τα βιβλία του που διασώθηκαν, ο Γαληνός αναφέρεται συχνά στην πανώλη αλλά και σε άλλους λοιμούς. Αιτία αυτών των επιδημιών είναι ο μολυσμένος αέρας, το μίασμα, που έλεγε ο Ιπποκράτης, μαζί με «τη δυσκρασία των χυμών». Με φωτιές, καπνούς και θυμιάματα προσπαθούν λοιπόν να απολυμάνουν τους χώρους και τον αέρα, κάτι που επέζησε μέχρι την εποχή μας. Ποιος δεν θυμάται το σφράγισμα των δωματίων νοσοκομείων έπειτα από θάνατο ασθενούς με λοίμωξη και την «απολύμανση» με ατμούς φορμαλίνης ή άλλων αντισηπτικών. Κατάλοιπα της αρχαίας και μεσαιωνικής ιατρικής.

Ανάλογα γνωστή είναι και η επιδημία επί Ιουστινιανού, που περιγράφει ο ιστορικός Προκόπιος. Μια νέα ενδιαφέρουσα παρατήρηση καταγράφει πρώτος ο μεγάλος Άραβας ιατρός Αβικέννας (980- 1037). Πριν εκδηλωθεί επιδημία πανώλους, αρχί­ζουν να βγαίνουν απ’ τη γη ποντικοί, αρουραίοι και άλλα πολλά τρωκτικά. Συμπεριφέρονται σαν μεθυσμένα, γεννάνε όπου βρουν και πεθαίνουν σωρηδόν.

 

Αβικέννας, ο μεγάλος άραβας ιατρός που συνέδεσε πρώτος την πανώλη με τους ποντικούς. Πορτρέτο σε ασημένιο βάζο. Museum at BuAli Sina (Avicenna) Mausoleum – Hamadan – Western Iran.

 

Τεράστιες απώλειες είχαν και οι σταυροφό­ροι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Αντιόχειας το 1097-98. Εδώ πέθαναν περί­που 50.000 σταυροφόροι. Μία ομάδα από 1.500 Γερμανούς, που έφθασαν με πλοία απ’ το Ρέγκενσμπουργκ (Regensburg) της Βαυα­ρίας, πέθαναν μέσα σε λίγες μέρες μετά την απο­βίβασή τους. Τελικά από τους 100.000 σταυροφό­ρους που ξεκίνησαν την πολιορκία της Αντιόχειας, μόνο 21.000 γλίτωσαν και προχώρησαν προς την Ιε­ρουσαλήμ. Υπάρχουν ανάλογες αναφορές και από επόμενες σταυροφορίες. Πολλοί ιστορικοί μιλούν για 4, άλλοι για 7 σταυροφορίες. Στην πραγματι­κότητα όμως πρόκειται για διάφορα κύματα σταυ­ροφόρων. Το πήγαιν’-έλα δεν σταμάτησε ποτέ. Συ­νήθως πήγαιναν πεζή για να προσκυνήσουν και αφού πλιατσικολογούσαν ό,τι έβρισκαν στο δρόμο, έφθαναν στην Ιερουσαλήμ και έφευγαν, όντας «πιο πλούσιοι», με πλοία. Εκτός από τα κλοπιμαία έ­φερναν μαζί τους στα πλοία τους μαύρους αρουραίους, τους πιο επικίνδυνους ξενιστές της ασθέ­νειας. Έτσι, η αρρώστια δεν μπορούσε να καταλα­γιάσει ποτέ στη Δύση.

Οι πόλεις στην Ευρώπη ήταν τότε πολύ φτωχές. Οι αγρότες από το φόβο των επιδρομών κατέφευγαν μαζί με τα ζώα τους μέσα στις πόλεις. Κάθε πρωί τα έβγαζαν έξω από τα τείχη για να βοσκή­σουν ελεύθερα. Το απόγευμα τα έφερναν πίσω. Ο δρόμος μπροστά από κάθε σπίτι θεωρούνταν τότε ιδιοκτησία του σπιτιού. Εκεί στάβλιζαν τα ζώα τους και στοίβαζαν τα ξύλα. Ιδεώδης χώρος για τους πο­ντικούς και τους αρουραίους όπου εύρισκαν τροφή και κατοικία.

 

Η επιδημία πρωτάρχισε στην Κίνα,

όπου η πανώλης θέρισε 13 εκατομμύρια

ανθρώπους μέσα σε λίγα χρόνια

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ανέτειλε ο 14ος αι­ώνας, που έμελλε να φέρει σε όλη την τότε γνωστή οικουμένη μια νέα καταστροφή. Η επιδημία πρω­τάρχισε στην Κίνα, όπου η πανώλης θέρισε κυριολεκτικά τον πληθυσμό και 13 εκατομμύρια άνθρω­ποι πέθαναν μέσα σε λίγα χρόνια. Η μογγολική δυναστεία που κυβερνούσε τότε την Κίνα – ας θυ­μηθούμε τις στενές σχέσεις τους με το Βυζάντιο  τη Μαρία των Μογγόλων, την εκκλησία της Παναγίας των Μογγόλων στην Κωνσταντινούπολη, κ.ά.- αποδεκατίστηκε και αντικαταστάθηκε από τοπικούς ηγεμόνες, τη μετέπειτα περίφημη δυναστεία των Μινγκ (Ming) (1368-1644). Από εκεί η επιδημία πέρασε στις Ινδίες όπου σκόρπισε το θανατικό. Το 1347 μαζί με το μετάξι έφθασε στην Κριμαία. Οι Τάταροι πολιορκούσαν τότε την πόλη Φεοδοσία, που κατείχαν Γενουάτες. Η κατάσταση μέσα στην πόλη χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Τότε εμφανίστηκε η επιδημία πανώλους στο στρατό των Τατάρων. Εκατοντάδες στρατιωτικοί πέθαιναν καθημερινά. Για να σπάσουν την αντίσταση των Ιτα­λών οι Τάταροι άρχισαν να πετάνε με τους καταπέλτες πτώματα μέσα στα τείχη. Η πανώλης εξα­πλώθηκε και εκεί. Οι Τάταροι όμως λόγω του λοιμού αναχώρησαν. Τότε οι Γενουάτες μπήκαν αμέ­σως στα πλοία τους και έφυγαν για τη Δύση. Στο δρόμο τους έφεραν την πανώλη στην Κωνσταντι­νούπολη. Από εκεί πήγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στη Σικελία. Όταν τα 12 πλοία έφθασαν αρχές Οκτωβρίου του 1347 στη Μεσσήνη, λίγες μέ­ρες μετά άρχισε το μεγάλο θανατικό (Mortalega grande). Έδιωξαν αμέσως τους Γενουάτες από την

πόλη τους, οι οποίοι συνέ­χισαν την επι­στροφή προς την πα­τρίδα τους, φέρνοντας ό­που άραζαν το θάνατο. Οι πανικοβλημένοι Μεσσήνιοι έφυγαν από την πόλη ζητώντας προστασία από την Αγία Αγάθη, τα θαυματουργά λείψανα της οποίας φυλάσσο­νταν στην Κατάνια. Η επιδημία εξαπλώθηκε κι εκεί. Όσοι Κατάνιοι επέζησαν βγήκαν στην ενδοχώρα ή πήγαν στο Παλέρμο. Από την αρρώστια πέθαναν στο Παλέρμο 60.000 άτομα.

Φεύγοντας από τη Μεσσήνη τα περισσότε­ρα πλοία με τους Γενουάτες ανέβηκαν τα δυτικά παράλια της Ιταλίας και έφεραν το θανατικό στην Πίζα, τη Γένοβα και το Νοέμβριο στη Μασσαλία. Ένα μικρό μέρος των καραβιών ανέβηκε την Αδριατική. Ο λοιμός εξαπλώθηκε στις Δαλματικές ακτές και με­τά στη Βενετία. Την εποχή εκείνη έγραψε ο Βοκάκιος το γνωστό «Δεκαήμερο». Στην αρχή του βι­βλίου περιγράφει την ασθένεια, το «βουβώνα» και τους μαύρους ή μπλε λεκέδες στο δέρμα. Είναι αυ­τός που δίνει στην αρρώστια το όνομα «Μαύρος θά­νατος». Ο ανίδεος περί την ιατρική συγγραφέας ανατρέπει πρώτος τις παλιές θεωρίες του Γαληνού, περί μιάσματος και δυσκρασίας των χυμών.

 

Η πανώλη στη Φλωρεντία το 1348, όπως περιγράφεται στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου.

 

Αρχές Ιανουάριου του επομένου έτους η πανώλης φθάνει στην Αβινιόν, που ήταν τότε έδρα του πάπα Κλήμη ΣΤ. Μέχρι το τέλος του Απριλίου υπολογίζεται ότι είχαν πεθάνει 60.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και 9 καρδινάλιοι.

Οι αδυναμία των ιατρών να καταπολεμήσουν την αρρώστια συνοψίζεται στον αφορισμό της εποχής: «Fuge, fuge cito, fuge long, fuge tadre» = Φύγε, φύγε μακριά, φύγε για μεγάλο διάστημα.

Τον Ιούνιο η πανώλης είχε φθάσει στο Παρίσι, τον Αύγουστο στο Καλέ, τον Οκτώβριο στο Λονδίνο. Απ’ τα 4 εκατομμύρια που είχε πληθυσμό το Λονδίνο μέσα σε 16 μήνες έμειναν 2,5. Στη Γερμανία το 1349 πέθαναν μέσα σ’ ένα χρόνο τουλάχιστον 1,2 εκατομμύριο άνθρωποι.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη

θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια

από το Μαύρο θάνατο 25

εκατομμύρια νεκρούς,

 δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια από το Μαύρο θάνατο 25 εκατομμύρια νεκρούς, δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της. Στη δυστυχία αυτή πρέπει να προστεθεί και η καταδίωξη των Εβραίων, επειδή κάποιος αντισημίτης διαδίδει ότι οι Εβραίοι έριξαν δηλητήριο στα πηγάδια και τις στέρνες. Με τη δικαιολογία αυτή, άλλους σκοτώνουν, άλλους διώχνουν απ’ τις πόλεις, άλλους πάλι τους καίνε ζωντανούς. Υπάρχουν περιγραφές ότι μέσα σε μια Κυριακή έκαψαν ζωντανά πάνω στην ίδια φωτιά κάπου 300 άτομα.

Η επιδημία και οι μαζικοί θάνατοι έφεραν βέβαια και οικονομικό μαρασμό. Τα χωράφια έμεναν ακαλλιέργητα αφού δεν υπήρχαν εργάτες να τα δουλέψουν. Έτσι, έλειπαν τα αγαθά πρώτης ανάγκης. Οι δρόμοι και οι γέφυρες δεν επισκευάζονταν. Το εμπόριο φυτοζωούσε. Όσοι χωρικοί μπορούσαν μετανάστευαν, όσοι έμεναν πίσω καταπιέζονταν και δεν είχαν να φάνε. Το 1358 στη Γαλλία και το 1381 στην Αγγλία οι χωρικοί επαναστατούν. Όμως οι επαναστάσεις αυτές καταπνίγονται τελικά στο αίμα, προσθέτοντας στους νεκρούς του λοιμού και τους νεκρούς των εμφυλίων πολέμων.

Μέσα απ’ τη δυστυχία αυτή, οι άνθρωποι έμαθαν και καθιέρωσαν κάποιες βασικές πρακτικές για την καταπολέμηση της πανώλους, όπως: η απομόνωση όσων αρρώσταιναν, ο ψεκασμός ή η κάλυψη των νεκρών με ασβέστη, νιτρικό οξύ, θειάφι ή καμφορά, το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου με ξίδι που περιέχει αντισηπτικές πολυφενόλες, η υποχρέωση να δηλώνεται κάθε κρούσμα, η απαγόρευση των συναθροίσεων. Για πρώτη φορά απαγορεύονται οι σκουπιδότοποι (χωματερές) μέσα στις πόλεις και αν δεν γινόταν αλλιώς, τις σκέπαζαν κάθε τόσο με ασβέστη. Επίσης απαγορεύονται τα χοιροστάσια μέσα στην πόλη.

Οι προφυλακτικές αυτές μέθοδοι υγιεινής βοήθησαν κυρίως στην προστασία από άλλες ασθένειες. Η μόνη μέθοδος όμως που βοήθησε πραγματικά στο να μη διαδοθεί περαιτέρω η πανώλης ήταν η απομόνωση.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη.Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το 1374 η Βενετία, που είχε τραγικά δοκιμαστεί από επανειλημμένες επιδημίες, αποφασίζει να απομονώνεται κάθε πλοίο, πραμάτεια, ή ταξιδιώτες που έρχονταν από μολυσμένα μέρη στην αρχή για 30 και αργότερα για 40 ημέρες (καραντίνα). Τα πλοία έπρεπε να σηκώνουν κίτρινη σημαία και αγκυροβολούσαν στο νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro), όπου υπήρχε και μικρό νοσοκομείο, το Lazaretto. Από εδώ προέρχονται και οι όροι καραντίνα (ιταλικά quaranta =σαράντα), Λαζαρέτο και η λέξη isolation= απομόνωση, από τη λέξη isola=νηοί. Για να γλιτώσουν την καραντίνα που τους κόστιζε ακριβά, οι καπετάνιοι ζη­τούσαν από το λιμάνι αναχώρησης και τα ενδιάμε­σα λιμάνια όπου άραζαν επιστολή που βεβαίωνε ό­τι στο συγκεκριμένο λιμάνι δεν υπήρχε επιδημία πανώλους. Πολλά απ’ αυτά ήταν ψεύτικα. Έτσι απέφευγαν την καραντίνα. Τα μέτρα δεν έφερναν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα και ο πληθυσμός στράφηκε προς τους δύο μεγάλους προστάτες, τον Άγιο Ρόκο και τον Άγιο Σεβαστιανό.

 

Νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro).

 

Με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453, αρχίζει δυστυχώς μια νέα εποχή για την πανώλη στην Ανατολή. Το περίφημο Επταπύργιο, το ση­μερινό Jedi Kule, τόπος καραντίνας στη βυζαντινή εποχή, καταργείται και μετατρέπεται σε φυλακή, καθ’ ότι η θέση του Κορανιού στο θέμα των ασθενειών είναι ξεκάθαρη: οι αρρώστιες στέλνονται α­πό τον Αλλάχ και εκείνος αποφασίζει αν οι άν­θρωποι θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Ακόμη και αν βρίσκεται κανείς στον πιο ισχυρό πύργο, ο θάνατος αν είναι να τον βρει θα τον βρει. Η θέση αυτή του Κορανιού ήταν μέχρι το 1836 αμετακίνητη. Η Πόλη αλλά και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα παραμείνει μια μεγάλη δεξαμενή της πανώλους μέχρι το 1836, οπότε ο Τούρκος Σεχουνισλάμ για πρώτη φορά έλαβε θέση λέγοντας ότι δεν είναι όλες οι αρρώστιες από τη μοίρα.

Στη Δύση το 1546 ο Τζιρολάμο Φρακαστόρο (Girolamo Fracastoro) (1483-1553) θα γράψει το περίφημο βιβλίο του για τις μεταδοτικές λοιμώξεις. Εκεί ξεχωρίζει ξανά, 1.400 χρόνια μετά τον Ρούφο, την πανώλη από άλλες μεταδοτικές ασθένειες κα πιστοποιεί ότι είναι τρομερά επικίνδυνο ακόμη και το να πάρεις ένα ρούχο από κάποιον άρρωστο με πανώλη. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε ο Τζερόνιμο Μερκουριάλε (Geronimo Mercuriale), που συνέχισε την παράδοσή του, υποπτεύθηκαν ότι η αιτία της μόλυνσης ήταν οι ψύλλοι των ποντικών που κρύβονταν στα υπάρχοντα των πεθαμένων.

 

O Ιταλός γιατρός και ποιητής Τζιρολάμο Φρακαστόρο, συγγραφέας του βιβλίου για τις μεταδοτικές λοιμώξεις.

 

Τον ίδιο καιρό περίπου, ο Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, πλησίασε κοντότερα στα αίτια της λοίμωξης. Επισήμανε ξανά το γεγονός του θανάτου των αρουραίων λίγο πριν από την έναρξη επιδημίας πανώλους. Χρειάστηκε όμως να περάσουν άλλα 250 χρόνια μέχρις ότου ο Ελβετός Γιερσέν (Yersin) ανακαλύψει την αιτία και τη σχέση της αρρώστιας με τους αρουραίους και τους ψύλλους των τρωκτικών.

 

Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, ενώ εξετάζει ασθενή.

 

Την ίδια εποχή η Γερμανία θρήνησε 12 με 13 εκατομμύρια νεκρούς μόνο από επιδημίες που ενέσκηψαν λίγα χρόνια μετά τη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου, μεγάλο μέρος από τις οποίες οφειλόταν στην πανώλη. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν τις μεταρρυθμίσεις χειροτέρεψαν τα πράγματα. Όταν οι Σουηδοί κατέλαβαν τη Γερμανία στον τριακονταετή πόλεμο, η πανώλης εξαπλώθηκε και πάλι σε όλη τη χώρα. Ο πληθυσμός του Άουγκσμπουργκ (Augsburg) και του Ρέγκενσμπουργκ σχεδόν εξαφανίστηκε. Σε μια πολίχνη, ονόματι Σβέιντνιτς (Schweidnitz), πίσω απ’ τα τείχη της οι δρόμοι είχαν γεμίσει άθαφτους νεκρούς που τους μετέφεραν μαζικά. Για να μην ακούγεται ο μακάβριος θόρυβος της ρόδας στο λιθόστρωτο αναγκάστηκαν να βάλουν στις ρόδες των κάρων πέτσινα λουριά, μια εφεύρεση που καθιερώθηκε από τότε και για τις άμαξες μεταφοράς ατόμων.

Μια και δεν υπήρχαν νεκροθάφτες, πετούσαν τους νεκρούς σε κάρα και από εκεί στο ποτάμι ή τους έθαβαν σε κοινό τάφο. Στο νεκροταφείο του Αγίου Λεονάρδου διατηρείται και σήμερα ταφόπλακα με γραπτή μαρτυρία του γεγονότος: «Εδώ είμαστε θαμμένοι 77, που πεθάναμε σε μια μέρα από την πανώλη, έτος 1637». Ανάλογα περιστατικά διαδραματίζονταν στη Γαλλία, την Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Παντού υπήρχε σκηνικό φρίκης. Στα σπίτια έφθασαν να μένουν μόνον κατοικίδια ζώα. Στις πόλεις κατέβαιναν λύκοι και επετίθεντο στους ανθρώπους. Αγελάδες και πρόβατα έμεναν έρημα στα χωράφια και μούγκριζαν γιατί δεν υπήρχε κανείς να τ’ αρμέξει, ενώ τα σιτηρά δεν υπήρχε κανείς για να τα κόψει. Σ’ όλα αυτά πρέπει να προστεθεί ο φθόνος, η επιβουλή της περιουσίας των άλλων (αρκούσε να κατηγορήσει κανείς τη διπλανή του για μάγισσα, ώστε να καεί στην πυρά και να καρπωθεί αυτός την περιουσία της), και γενικά η επικράτηση του νόμου του ισχυροτέρου. Στην επιδημία του 1636 ο αρχιεπίσκοπος του Μάιντς (Mainz) απαγόρευσε για πρώτη φορά τα βασανιστήρια και τις δίκες των μαγισσών, παρακινούμενος από το φίλο του ιησουίτη Φρειδερίκο φον Σπέε (1591-1635), που ως εξομολογητής των άτυχων αυτών ανθρώπων είχε κατανοήσει ότι ήταν θύματα. Το βιβλίο του Σπέε, που πρωτοτυπώθηκε το 1631, επανατυπώθηκε πολλές φορές στις επόμενες δεκαετίες, πάντα με ψευδώνυμο για το φόβο των αντιποίνων.

 

Χάρτης διασποράς της πανδημίας.

 

Το 1631 ένας άλλος Ιησουίτης, ο Αθανάσιος Κίρχνερ, θα ανακαλύψει με το μικροσκόπιο μέσα στο πύον από βουβώνες, αλλά και στο αίμα ασθενών, κάτι μικρά σκουληκάκια που ονόμασε «vermiculi» και εντόπισε σ’ αυτά την αιτία της πανώλους. Αν ήταν πράγματι τα Gram – αρνητικά βακτήρια που προκαλούν την πανώλη, είναι δύσκολο να το πει κανείς σήμερα. Δεν παύει όμως να είναι ο πρώτος που έγραψε ότι το λεγόμενο «μίασμα» δεν είναι τίποτε άλλο από ένας στρατός από μικρά σκουληκάκια που μπαίνει με την αναπνοή ή από το δέρμα στο σώμα, κάνει τους αδένες να γεμίζουν πύον και σκοτώνουν τον ασθενή. Οι πρακτικές όμως που ακολουθούσαν τότε οι ιατροί ήταν ακόμη «μεσαιωνικές». Ο φόβος για το μίασμα τους έκανε να ντύνονται με βαριά ρούχα ποτισμένα σε κερί και να φοράνε μια περίεργη μάσκα, μέσα στην οποία έβαζαν σφουγγάρι ποτισμένο με ξίδι, καμφορά ή άλλα αντισηπτικά ονομαζόμενα «νερά της πανώλους». Ένα από αυτά ανακάλυψαν γύρω στο 1700 στην Κολονία δύο Ιταλοί αδελφοί, ο Ιωάννης-Βαπτιστής και ο Ιωάννης-Μαρία Φαρίνα Είναι το επιλεγόμενο «Eau de Cologne», η σημερινή κολόνια.

 

Ο Ιησουίτης Αθανάσιος Κίρχνερ που πρώτος είδε μέσα στο πύον και το αίμα παθογόνους μικροοργανισμούς που αποκάλεσε σκουληκάκια (vermiculi).

 

Ιατρική προφυλαχτική φορεσιά του 17ου αι. που «προφύλασσε» από την πανώλη. Στην κορακοειδή μύτη τοποθετούσαν ένα σφουγγαράκι που το πότιζαν με ξίδι και μετά το 1700 με κολόνια.Χαλκογραφία του Γιατρού Schnabel [εδώ Dr. Beak], ένας γιατρός της πανούκλας του 17ου αιώνα, στη Ρώμη, περίπου το 1656.

 

Όμως ήδη πριν από το 1700 στη διάρκεια του αγγλοολλανδικού πολέμου (1665-67), μια νέα επιδημία ξέσπασε στο Λονδίνο και απ’ τους 500.000 κατοίκους πέθαναν οι 70.000. Στο ημερολόγιο του γραμματέα του αγγλικού ναυαρχείου Σαμουήλ Πέπι (1633-1703) περιγράφονται τραγικές λεπτομέρειες για την επιδημία αυτή. Κατά την ίδια επιδημία ξεσπά στις 2 Σεπτεμβρίου του 1666 η μεγάλη πυρκαγιά που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος του Λονδίνου. Στη φωτιά παραδόθηκαν 460 δρόμοι με 14.000 σπίτια και 80 εκκλησίες. Το ευτύχημα όμως ήταν ότι μαζί μ’ αυτά κάηκαν οι ποντικοί και οι φωλιές τους. Λίγο μετά, το αγγλικό Κοινοβούλιο αποφασίζει να απαγορεύσει τις ξύλινες κατασκευές σπιτιών για να μην ξαναπροκληθούν τέτοιας έκτασης ζημιές από τη φωτιά. Δίνονται άδειες κατασκευής μόνο σε σπίτια που κτίζονται με πυρότουβλα. Στο μέρος αυτό του Λονδίνου δεν ξαναεμφανίστηκε επιδημία πανώλους. Τα ποντίκια δεν μπορούσαν να φωλιάσουν κοντά σε ανθρώπους και οι ψύλλοι να μεταδώσουν τα βακτήρια στον άνθρωπο.

 

Φέρετρο πολλαπλών χρήσεων για νεκρούς από πανώλη, 17ος αι. Δίπλα ιατρική προφυλακτική φορεσιά του 10ου αι. Από πίσω αντίγραφο της ελαιγραφίας «Ο θρίαμβος του θανάτου». Κάτω από το φέρετρο δύο αρουραίοι. Μουσείο Ιστορίας Ιατρικής Πανεπιστημίου Ζυρίχης.

 

Στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις οι επιδημίες έρχονται κι επανέρχονται. Το 1679 η Βιέννη μετρά 140.516 νεκρούς. Μόλις συνέρχεται η πόλη εισάγεται για πρώτη φορά ο θεσμός του διαβατηρίου υγείας για τον καθένα που θα μπει. Σώμα στρατού 10.000 ανδρών γύρω απ’ την πόλη ελέγχει τον καθένα και την πραμάτειά του και διασφαλίζει την τήρηση του θεσμού. Έτσι γεννιέται γενικότερα ο θεσμός του διαβατηρίου και του τελωνείου.

Οι αυστηροί έλεγχοι, είτε στα λιμάνια της Μεσογείου είτε γύρω απ’ τις πόλεις, όπως η Βιέννη, δεν είχαν πάντα αποτέλεσμα. Στις 25 Μαΐου 1720 άραξε στη Μασσαλία το πλοίο «Le Grand Saint Antoine». Το περίμεναν με ανυπομονησία γιατί έφερνε πραμάτεια απ’ την Ανατολή για μια μεγάλη εμπορική έκθεση. Ο καπετάνιος του είχε ήδη μαζί του τρία διαβατήρια υγείας από τη Σίδη, την Τρίπολη και την Κύπρο, που του επέτρεπαν ελεύθερη πρόσβαση, αλλά και ένα άλλο απ’ τον ιατρό του πλοίου – που είχε ήδη πεθάνει μετά από 7 ναύτες -, το οποίο έλεγε ότι πέθαναν από πανώλη. Στις 27 Μαΐου πεθαίνει άλλος ένας μέσα στο πλοίο. Τον νεκροτομούν στο νοσοκομείο του λιμανιού, αλλά κρύβουν πάλι ότι ήταν πανώλης. Στις 12 Ιουνίου  πεθαίνει ο υπάλληλος του τελωνείου που είχε επισκεφθεί το πλοίο και κατόπιν δύο ναύτες. Ο αρμόδιος χειρουργός το αποκρύπτει ξανά μέχρις ότου πεθαίνει κι αυτός. Η πραμάτεια έχει βγει πια στο λιμάνι. Λίγο αργότερα, την 1η Αυγούστου, πεθαίνουν μαζικά 100 άτομα, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου πάνω από 1.000. Κανείς δεν δέχεται να τους θάψει και οι αρχές πανικοβλημένες φέρνουν καταδίκους απ’ τις φυλακές. Από τους 698 πεθαίνουν οι 457.

 

Ένα τυπικό φορτηγό πλοίο του 17ου – 18ου αιώνα, όπως το Grand Saint-Antoine.

 

Στην επιδημία αυτή ο καθηγητής Παθολογίας Ντεϊντιέ (Deidier) απ’ τη Ζυρίχη θα κάνει στο Μονπελιέ  τα πρώτα πειράματα που αποδεικνύουν τη μεταδοτικότητα της αρρώστιας. Παίρνοντας χολή από ασθενή και δίνοντάς την ενδοφλεβίως, από το στόμα ή υποδόρια, μεταδίδει την αρρώστια σε σκύλους. Από τότε η αυστηρή επιτήρηση των ταξιδιωτών γίνεται νόμος.

 

Οι νεκροί από την πανώλη θάβονταν στην αρχή των επιδημιών σε φέρετρα, συχνά σε αγρούς και όχι στα νεκροταφεία. Εκεί θάβονταν αργότερα χωρίς φέρετρα, ενώ όταν άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, θάβονταν σε ομαδικούς τάφους ή πετιούνταν σε ποτάμια. Ανάμεσά τους και κάποιοι μισοπεθαμένοι.

 

Στην Τουρκία, που οι αρχές δεν παίρνουν καμιά προφύλαξη, ο πληθυσμός συνεχίζει να αφανίζεται. Οι πολλοί θάνατοι του 1836 αναγκάζουν το σουλτάνο Μαχμούτ Β’ να ακολουθήσει την εισήγηση των ιατρών Στεφάνου και Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή (παππού του περίφημου μαθηματικού), για άμεση μεταφορά όσων έχουν προσβληθεί από πανώλη στο λοιμοκαθαρτήριο του Πύργου του Λεάνδρου. Το μέτρο αυτό βοηθά στο να καταστείλουν την επιδημία. Για να τους ευχαριστήσει ο σουλτάνος τούς έδωσε την άδεια να ανεγερθεί η εκκλησία της Παναγίας Κουμαριώτισσας στο Νεοχώρι.

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη

για την αντιμετώπιση

της πανώλους θα κάνει το 1894

ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη για την αντιμετώπιση της πανώλους θα κάνει στις 22 Ιουνίου του 1894 ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν (Alexander Yersin, 1863-1943), που φέρνει στο φως το αιτιογόνο βακτήριο της πανώλους, τη Yersinia pestis, όπως αυτό ονομάστηκε προς τιμήν του μετά το θάνατό του. Επιπλέον, ο Γιερσέν απέδειξε ότι ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα ήταν ο αρουραίος. Είχε εντυπωσιαστεί από τις εκατοντάδες νεκρών αρουραίων που είδε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, και από την εικόνα αυτή βοηθήθηκε να κάνει τον πρώτο συνειρμό.

 

Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς.

 

Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε από το Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι να αναλάβει την έρευνα για την προφύλαξη και θεραπεία της πανώλους. Τον ίδιο χρόνο, στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού του Ινστιτούτου δημοσίευσε τα πρώτα αποτελέσματα με αντιτοξικούς ορούς. Το Σεπτέμβριο σώζει με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους με πανώλη στην Ινδοκίνα, όπου είχε κληθεί.

Τον τρίτο κρίκο της αλυσίδας έκλεισε στη Βομβάη ο Ισπανός Σιμόντ (Simond) που εργαζόταν με τον Υερσέν στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι. Παρατήρησε ότι οι ξυπόλυτοι Hindus πριν εμφανίσουν αποστήματα στη βουβωνική χώρα, εμφάνιζαν μικρή φλύκταινα στο δέρμα του ποδιού τους, συνήθως κάτω απ’ τα σφυρά. Την ονόμασε «Phlyktaena praecox»= πρώιμη φλύκταινα. Από το υγρό αυτό καλλιέργησε Yersinia. Βλέποντας την ομοιότητα με τα τσιμπήματα των ψύλλων «ψυλλιάστηκε»!

Όπως έγραψε αργότερα, εκείνη την ώρα ανατρίχιασε πιστεύοντας ότι ίσως ανακάλυψε το μεγάλο μυστικό της αρρώστιας. Συγκέντρωσε τότε ψύλλους από αρουραίους που πέθαναν και με το μικροσκόπιο, αλλά και στις καλλιέργειες, ανακάλυψε Yersiniae. Κατόπιν τοποθέτησε δοκιμαστικά σε θάλαμο που χωριζόταν με συρμάτινο δίχτυ, απ’ τη μια μεριά έναν αρουραίο με πανώλη, γεμάτο ψύλλους, και απ’ την άλλη έναν υγιή αρουραίο, που είχε αφαιρέσει όλους τους ψύλλους. Το ήδη άρρωστο ζώο πέθανε μέσα σε μια μέρα, ενώ το υγιές έπειτα από έξι ημέρες. Έκανε το ίδιο πείραμα με έναν άρρωστο αρουραίο χωρίς ψύλλους και έναν υγιή χωρίς ψύλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ο άρρωστος να πεθάνει και ο υγιής να επιζήσει. Ήταν πια φανερό ότι το βακτήριο της πανώλους το περνούσαν οι ψύλλοι απ’ τον έναν αρουραίο στον άλλο μέσα απ’ το συρμάτινο δίχτυ, ενώ ο ένας αρουραίος δεν μπορούσε να κολλήσει απ’ ευθείας τον άλλο αν δεν υπήρχαν ψύλλοι. Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθε το DDT και τα άλλα εντομοκτόνα και έτσι η ασθένεια περιορίστηκε σημαντικά.

[ Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς. Σπούδασε στα πανεπιστήμια της Λωζάννης, τού Μαρβούργου  και των Παρισίων και ακολούθως εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Παστέρ των Παρισίων, συνεργαζόμενος με τον Εμίλ Ρου πάνω στην τοξίνη της διφθερίτιδας.

Στο Χονγκ Κονγκ, στις 22 Ιουνίου του 1894, ανακάλυψε, την ίδια στιγμή με τον Κιτασάτο, το Βάκιλο της πανούκλας, ο οποίος ονομάστηκε προς τιμήν του Yersinia pestis. Ο Υερσέν, εντυπωσιασμένος από το πλήθος των νεκρών αρουραίων που έβλεπε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, κατέληξε στη σκέψη πως αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη αιτία μετάδοσης της νόσου. Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε πάλι στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι και τέθηκε επικεφαλής των ερευνών εναντίον της πανούκλας, ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε τα πρώτα του συμπεράσματα πάνω στους ορούς για την αντιμετώπιση της νόσου, Το Σεπτέμβριο μάλιστα του 1895 κλήθηκε στην Ινδοκίνα για να αντιμετωπίσει την επιδημία πανούκλας που είχε ενσκήψει και έσωσε με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους. Ίδρυσε τέλος δύο Ινστιτούτα Παστέρ στην Κίνα].

Σήμερα αν κάποιος προσβληθεί από πανώλη θεραπεύεται με αντιβιοτικά. Η στρεπτομυκίνη, οι τετρακυκλίνες και η χλωραμφενικόλη είναι τα φάρμακα επιλογής.

Η πανώλης νικήθηκε πια σχεδόν οριστικά, παρ’ όλο που πολλά τρωκτικά (κάπου 200 είδη) παραμένουν ακόμη σαν φυσική δεξαμενή στη νοτιοανατολική Ασία, το Ιράν, τις Ινδίες, την κεντρική και νότια Αφρική, αλλά και στις δυτικές πολιτείες της Αμερικής, προκαλώντας σποραδικά μικρές επιδημίες και μεμονωμένους θανάτους.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Lode Η., Stahlmann R., Infektiologie, Aesopus, Zug 1984, 168-71.
  • Lyons A., Petrucelli R., Medicine – An Illustrated History, Abrams, New York 1987.
  • Margotta R., The Hamlyn History of Medicine, Octopus, London 1996.
  • Moergeli Chr., Das Medizinhistorische, Museum der Universitaet Zurich.
  • Παπαβασιλείου I., Ρόζου B., Εγχειρίδιο Ιστορίας Ιατρικής, Εκδ. Πανεπιστημίου, Αθήναι, 1979.
  • Schreiber W., Mathys F., Infectio, Ed. Roche, Basel, 1987 Surbeck R., Fernsehen in die An tike – Die Welt von gestern mit den Augen von heute, Wiese, Basel, 1994, 117 ff.
  • Τσονίδη T., To γένος Καραθεοδωρή, Μέλισσα, Νέα Ορεστιάς 1989.
  • Winkle S., Kulturgeschichte der Seuchen, Artemis & Winkler, Duesseldorf/Zurich.

 

 

Στέφανος Γερουλάνος,

καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής – Ιωάννινα

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Πανούκλα – Ο Μαύρος θάνατος», τεύχος 101, 20 Σεπτεμβρίου 2001.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Η άλλη Επανάσταση του 21: Ο Καποδίστριας και η πανώλη του 1828


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Γιώργου Καραμπελιά

για την πανώλη του 1828 με τίτλο:

«Η άλλη Επανάσταση του 21: Ο Καποδίστριας και η πανώλη του 1828».

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, Σχέδιο εκ του φυσικού του Louis Letronne.
Λιθογραφία του Institut Lithographie της Βιέννης, 1829

Αν η σημερινή ελληνική κοινωνία μοιάζει να έχει μείνει κυριολεκτικώς αποσβολωμένη και άφωνη μπροστά σε μία κρίση  που ξεπερνάει την ίδια τη δυνατότητά της να τη συλλάβει, εν τούτοις οι πρόγονοί μας στο παρελθόν έζησαν στενά δεμένοι με την επιδημία, την καραντίνα και τον θάνατο. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, μόνο για δώδεκα χρόνια δεν αναφέρονται θάνατοι από κάποια επιδημία στον ελληνικό κόσμο. Η πανώλη (πανούκλα, θανατικό ή λοιμός) ήταν συχνότερη και φονικότερη, συνοδευόμενη όμως από τον τύφο, την ευλογιά, τη χολέρα, τη λέπρα.

Η πρώτη ελληνική αναφορά στην πανούκλα ήταν αυτή της Τραπεζούντας, το 1346. Και ακολούθησαν αναρίθμητες επιδημίες στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ιδιαίτερα φονικές δε υπήρξαν εκείνες της Θεσσαλονίκης, με 500 νεκρούς ημερησίως, το 1741, της  Ναύπακτου και της Λευκάδας, το 1743. Το 1751, ξέσπασε μια τρομακτική επιδημία στην Κωνσταντινούπολη την οποία ο, εγκατεστημένος στην περιοχή, Άγγλος γιατρός, Mordach Mackenzie, θεωρεί «ως την αγριότερη πανώλη» της εποχής από την οποία «οι Έλληνες και οι Αρμένιοι υποφέρουν περισσότερο» – και ανεβάζει τους νεκρούς σε 150.000, σημειώνει δε ότι πολλοί «καταφεύγουν στην Προύσα, τη Νικομήδεια, την Αδριανούπολη, τα νησιά», ενώ  και ο Άγγλος πρέσβης, Τζέιμς Πόρτερ, «εκτιμά, ότι η πανώλης του 1751 εξόντωσε 60.000 άτομα». Ο γνωστός λόγιος και «τυχοδιώκτης» Καισάριος Δαπόντες γράφει στον περιβόητο Καθρέπτη γυναικών για το ταξίδι του στον Όσιο Αυξέντιο, στη Νικομήδεια:

 

«Ὅταν ἐπῆγα δὲ κ’ ἐγὼ μὲ τὸν ἀλεξανδρείας

Εἰς τῆς πανούκλας τὸν καιρὸν τῆς τόσον φονουτρείας

ὁποῦ ἐκαταρήμαξε καὶ πόλιν καὶ χωρία,

Ὅτι πρὸ χρόνων ἱκανῶν δὲν ἔγινεν ὁμοία

(Κ. Δαπόντες, Καθρέπτης Γυναικών, τόμ. β΄178,180)

 

Και προφανώς δεν ήταν η μόνη επιδημία. Μια εξίσου φονική έξαρσή της θα εκδηλωθεί στην Κωνσταντινούπολη, το 1778, ενώ, λίγο πριν την Επανάσταση, η πανούκλα του 1812-1819 ήταν η πιο θανατηφόρα και ίσως αποτελεί μια από τις αιτίες που έκαναν τους Έλληνες να επαναστατήσουν. Πολλά νησιά του Αιγαίου ερήμωσαν· στη δε περιοχή του Τύρναβου, το 1812-1816, ένας άρρωστος Τάταρος από την Κωνσταντινούπολη μόλυνε τους κατοίκους και τα θύματα έφτασαν τις 8.600! Το 1814, η ίδια επιδημία έπληξε την Πόλη, τη Σμύρνη, τη Χίο, τη Σάμο και Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον Πουκεβίλ «οι επιδημίες πανώλους στα 1814-1819 έπληξαν το ένα έκτο του πληθυσμού της Ευρώπης και το ένα πέμπτο των άλλων περιοχών».

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Επανάσταση δεν αντιμετώπιζε μόνο το τουρκικό γιαταγάνι και τις σφαγές αλλά ίσως οι έμμεσοι θάνατοι που προκλήθηκαν από τις δύσκολες υγειονομικές συνθήκες διεξαγωγής του αγώνα να προκάλεσαν ισάριθμους ή τουλάχιστον συγκρίσιμο αριθμό θανάτων με εκείνους που έπεσαν στα πεδία των μαχών. Τόσο από τη μόλυνση και την αδυναμία αντιμετώπισης των τραυμάτων όσο και από τις αναρίθμητες μικρότερες ή μεγαλύτερες επιδημίες.

Η πρώτη καταγεγραμμένη επιδημία μετά την κήρυξη της Επανάστασης εκδηλώθηκε στην Τρίπολη, είχε ως αιτία τον εξανθηματικό τύφο που προκάλεσε περίπου 3.000 θανάτους, ενώ επιδημία τύφου εκδηλώθηκε αργότερα, στο Ναύπλιο και σε άλλες πόλεις που τελούσαν υπό πολιορκία. Στο Μεσολόγγι ίσως οι θάνατοι από δυσεντερία να ξεπέρασαν εκείνους της ηρωικής Εξόδου.

Όμως, η τελευταία μεγάλη επιδημία την οποία αντιμετώπισαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες στα 1828 να είναι σημαδιακή, κυρίως για τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από τον Καποδίστρια, που μόλις πριν τρεις μήνες είχε φθάσει στην Ελλάδα, και όλους τους συνεργάτες του, που μπορούν τόσο να μας διδάξουν για το σήμερα όσο και να μας κάνουν να κατανοήσουμε από μια άλλη πλευρά το μεγαλείο αυτής της Επανάστασης.

 

«Αν περιστάσεως τυχούσης, πόλις τις

ή χωρίον είναι ύποπτα λοιμού, συγχρόνως

μετά την περιστοίχησιν

των υπό υγειονομικής γραμμής,

ανάγκη πάσα να ληφθώσιν

ευθέως τα εξής μέτρα:

Υποχρεούνται οι κάτοικοι να

μένουν εις τα ίδια,

εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή.

Δεν σημαίνονται οι κώδωνες».

 

Την Άνοιξη του 1828, εμφανίστηκε μια επιδημία πανώλους που την μετέδωσαν οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ, την «πανούκλα των φτωχών», όπως την έλεγαν οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι. Αυτή μεταδόθηκε αρχικώς στα νησιά, Ύδρα, Σπέτσες, Αίγινα και εν συνεχεία στο Άργος, την Αργολίδα και την περιοχή των Καλαβρύτων καθώς και στο στρατόπεδο των Μεγάρων. Για την αντιμετώπισή της ο Καποδίστριας πήρε ιδιαίτερα ενεργητικά μέτρα, βοηθούμενος και από τον Ελβετό φιλέλληνα γιατρό Louis-André Gosse (που μας άφησε και ένα σχετικό βιβλίο από όπου και όλες οι πληροφορίες που παρουσιάζουμε) καθώς και από τους Έλληνες γιατρούς και την υπόλοιπη διοίκηση.

 

Το άρθρο για την πανώλη, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ», στις 11/03/1879.

 

Εκτός από αυστηρά μέτρα καραντίνας και την απαγόρευση της μετακίνησης και των επαφών με τους ασθενείς ή όσους είχαν έλθει σε επαφή μαζί τους, απαγορεύτηκε και κάθε συνάθροιση σε δημόσιο χώρο, στις περιοχές που είχαν προσβληθεί από την επιδημία. Τέλος, στις 20 Αυγούστου, εξεδόθη ψήφισμα ειδικού νόμου «περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψήφισμα 15 /20.8.1828) όπου, στο άρθρο 285 εδ.3, αναφέρεται πως  «Αν περιστάσεως τυχούσης, πόλις τις ή χωρίον είναι ύποπτα λοιμού, συγχρόνως μετά την περιστοίχησιν των υπό υγειονομικής γραμμής, ανάγκη πάσα να ληφθώσιν ευθέως τα εξής μέτρα: Υποχρεούνται οι κάτοικοι να μένουν εις τα ίδια, εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες».

Γράφει ο Gosse στο βιβλίο του: «Ωστόσο, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, η Α.Ε. ο  κυβερνήτης Καποδίστριας έδειξε τη μεγαλύτερη ενεργητικότητα, και έκανε τις μεγαλύτερες θυσίες. Από την πρώτη εμφάνιση της ασθένειας, παντού δημιουργήθηκαν επιτροπές υγιεινής, δημιουργήθηκαν καραντίνες σε όλα τα μέρη και καταρτίστηκε κώδικας υγιεινής. Μοιράστηκαν χρήματα και τρόφιμα στους απόρους, ενώ οι υγιείς πληθυσμοί απασχολήθηκαν σε δημόσια έργα, στάλθηκαν γιατροί όπου υπήρχε ανάγκη και με πυκνή αλληλογραφία γνώριζε η κυβέρνηση γνώριζε επακριβώς τι συνέβαινε, με μια λέξη δεν ξεχάστηκε τίποτε. Έτσι, ο Πρόεδρος, με τη βοήθεια του αδελφού του, του κόμη Βιάρου, και με τις προσπάθειες των κυβερνητών των επαρχιών, τον ζήλο των επισκόπων και των δημογερόντων και την πειθαρχία της μάζας του έθνους, κατόρθωσε να περιορίσει με επιτυχία τη μάστιγα στις διάφορες τοποθεσίες όπου εμφανίστηκε και να θωρακίσει τα επίφοβα σημεία».

 

Πορτραίτο του Ελβετού ιατρού Ανδρέα Λουδοβίκου Γκός (Louis-André Gosse, 1791 – 1873)

 

Για παράδειγμα, στις Σπέτσες, όπου διορίστηκε εκτάκτως ο Κωλέτης ως κυβερνήτης και από όπου – μαζί με την Ύδρα-  είχε ξεκινήσει η επιδημία, μέσα σε τρεις μήνες, αυτή τιθασεύτηκε και οι θάνατοι δεν ξεπέρασαν τους 15. Ανάμεσα στα άλλα μέτρα που πήρε, σε συνεργασία με τους αρχιερείς και τη επιτροπή δημόσιας υγιεινής που συγκρότησε, ήταν και τα εξής:

Έξοδος από την πόλη των κατοίκων από τα μολυσμένα σπίτια και εγκατάστασή τους σε καλύβες· ένας – ένας χωρίς να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, ακόμα και τα μέλη της ίδιας οικογένειας. Το κράτος θα προμηθεύσει βοηθούς για τους περιορισμένους σε καραντίνα (ένας «νοσηλευτής» ανά δέκα άτομα για να τους προμηθεύουν τρόφιμα και να τους εξυπηρετούν και ένας ανά τέσσερις για τους ήδη νοσούντες.) Οι υπόλοιποι κάτοικοι θα παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους για τις λίγες μέρες που θα χρειαστεί, θα κλείσουν οι εκκλησίες και οι δημόσιοι χώροι και κανένα σκάφος δεν θα μπορεί να προσεγγίσει στο λιμάνι. 

Θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν για τα δρακόντεια και ταυτόχρονα γεμάτα ενσυναίσθηση μέτρα που ελήφθησαν και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που έγιναν ώστε να αποφευχθεί η παραπέρα επέκταση της επιδημίας και να τιθασευτεί η εξάπλωσή της. Και πράγματι, και δεν ξαπλώθηκε η επιδημία σε όλη την έκταση του τότε ελληνικού κράτους, τα δε κρούσματα περιορίστηκαν στα 1113 και οι θάνατοι στους 783, κάτι που αποτελούσε τεράστιο επίτευγμα για την εποχή και τις τότε συνθήκες.

Πρόκειται για μια διαφορετική, συνήθως αγνοημένη πλευρά της Επανάστασης αλλά και της σημαντικότερης πολιτικής φυσιογνωμίας που συνδέθηκε μαζί της, του Ιωάννη Καποδίστρια. Μια πλευρά που αξίζει να τη δούμε ενδελεχέστερα, τουλάχιστον σήμερα, καθώς η Εθνική Γιορτή που θα γιορταζόταν με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση φέτος μας βρίσκει σε «καραντίνα». Όμως το μυαλό, η σκέψη μας και τα λεγόμενά μας μπορούν να παραμένουν ελεύθερα και να στρέφονται όχι μόνο στους αγώνες του Νικηταρά στα Δερβενάκια αλλά και σε κείνους των ηρώων γιατρών (ο Gosse αρρώστησε και κινδύνευσε να πεθάνει ο ίδιος) και προπαντός του κυβερνήτη που ακόμα τον θυμούνται και τον κλαίνε οι Έλληνες για τον πρόωρο χαμό του.

 

Γιώργος Καραμπελιάς

To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο liberal.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό»

 

Ο Θουκυδίδης, ο αντικειμενικότερος όλων των ιστορικών της αρχαιότητας, στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του, αμέσως μετά τον περίφημο Επιτάφιο του Περικλή, που αποτελεί έναν ύμνο στην αυτοπεποίθηση της πόλης, ένα εγκώμιο στη δύναμή της,  περιγράφει το διαβόητο λοιμό που ξέσπασε ξαφνικά στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου το καλοκαίρι του 430 π.Χ., ενώ οι Πελοποννήσιοι είχαν εισβάλει στην Αττική. Ο λοιμός αυτός ήταν μια καταστροφική επιδημία που κράτησε αρχικά δύο χρόνια και κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της αρχαίας Αθήνας μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ.  Έπειτα από μία μικρή περίοδο ύφεσης η επιδημία εμφανίστηκε ξανά το χειμώνα του 427 π.Χ. και διήρκεσε μέχρι το χειμώνα του 426 π.Χ.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Θουκυδίδη επρόκειτο για άκρως μεταδοτική νόσο, που έπληττε τους ανθρώπους και τα ζώα. Όσοι προσβάλλονταν και διέφευγαν το θάνατο είχαν πλέον ανοσία. Χιλιάδες Αθηναίοι όμως βρήκαν φρικτό θάνατο. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας χάθηκε από την επιδημία. Ο Περικλής, ο ηγέτης που σηματοδότησε εκείνη την εποχή, ήταν ένας από τους χιλιάδες πολίτες που υπέκυψε χτυπημένος από τη νόσο. Και ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ηγεσίας και των στρατιωτικών του στόλου και της ξηράς πέθανε κατά τη διάρκεια του λοιμού. Αυτή ήταν και μία, ίσως η κυριότερη, από της αιτίες της ήττας των Αθηναίων από τη Σπαρτιατική Συμμαχία στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αφού μετά το λοιμό την εξουσία στην πόλη ανέλαβαν διάφοροι αντικαταστάτες, τους οποίους ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει ως ανίκανους και αδύναμους. Η Αθήνα που εγκωμιάζει ο Περικλής στον «Επιτάφιο» υπέκυψε στο λοιμό.  Η θέα των αναρίθμητων νεκρικών πυρών στην πόλη έκανε τους Σπαρτιάτες να αποχωρήσουν για να αποφύγουν την επιδημία.

 

Λοιμός σε αρχαία πόλη, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Μίχιελ Σβέιρτς (Michiel Sweerts, 1618-1664), 17ος αιώνας, Los Angeles County Museum of Art (LACMA). Ο πίνακας θεωρείται ότι αναφέρεται στο λοιμό της Αθήνας ή έχει στοιχεία από αυτόν.

 

Ο Θουκυδίδης, ζώντας ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου και με την εμπειρία του ανθρώπου που νόσησε ο ίδιος, αφιερώνει  στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του εννέα κεφάλαια (Θουκ. ΙΙ 2.47-255) στον πρωτοφανή λοιμό που έπληξε την πόλη – κράτος της Αθήνας.

Ο ιστορικός, θέλοντας μεταξύ άλλων να είναι η μαρτυρία του και πρακτικά χρήσιμη, αν τυχόν εμφανιζόταν και πάλι κάποια ανάλογη επιδημία, περιγράφει με  λεπτομέρειες τα συμπτώματα και την εξελικτική της πορεία, καθώς και τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε στην τότε αθηναϊκή κοινωνία. Αναφέρει την πορεία που ακολουθούσε η νόσος, τα εξωτερικά και εσωτερικά συμπτώματα, τα γενικά χαρακτηριστικά της, τις επιπτώσεις της στην κοινωνική συνοχή και την κατάρρευση των ηθικών φραγμών και αξιών που επέφερε ο λοιμός. Στην Αθήνα επικράτησε το χάος και η αβεβαιότητα. Τα ήθη χαλάρωσαν και επικράτησαν ανόσιες και παράνομες συμπεριφορές από τους ανθρώπους. Έβλεπαν ότι η ζωή τους είναι πρόσκαιρη, εφήμερη και αδιαφορούσαν για τα όσια και την εντιμότητα ακόμα και για τους νόμους των θεών, όπως αναφέρει ο ιστορικός. Εγκατέλειψαν ακόμα και την ελπίδα στους θεούς, άφηναν τη φαντασία τους να εξυφαίνει σενάρια συνωμοσίας. Κατηγορούσαν τον Περικλή για τα δεινά τους, ενώ συνωμοσιολογίες, προφητείες και χρησμοί ήρθαν στην επικαιρότητα και στις καθημερινές συζητήσεις.

Η βιωματική περιγραφή του λοιμού από τον Θουκυδίδη είναι από τα συγκλονιστικότερα χωρία της συγγραφής του. Ανεξάρτητα από την όποια επιστημονική αξία της περιγραφής, βέβαιη είναι η λογοτεχνική της αξία, αφού η περιγραφή αυτή αποτελεί το αρχέτυπο για τις περιγραφές λοιμών, ένα θέμα που άσκησε ιδιαίτερη έλξη στη λατινική και στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Το κείμενο του Θουκυδίδη για τον λοιμό στην αρχαία Αθήνα είναι ακόμα ζωντανό και επίκαιρο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της πανδημίας του κορονοϊού που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας. Ας την παρακολουθήσουμε σε μετάφραση Ε. Λαμπρίδη ελαφρώς διασκευασμένη:

 

«Πριν  περάσουν πολλές ημέρες από την ώρα που μπήκαν στην Αττική οι Λακεδαιμόνιοι, πρωτοφανερώθηκε στην Αθήνα αρρώστια, που λένε πως έπεσε άλλοτε και σε πολλούς τόπους, όπως γύρω στη Λήμνο και αλλού, αλλά πουθενά δεν θυμούνται να παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, ούτε να χάλασε τόσους ανθρώπους. Οι γιατροί που κοίταζαν τους αρρώστους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, γιατί δεν ήξεραν τη φύση του κακού, ενώ πέθαιναν και οι ίδιοι σε μεγαλύτερη αναλογία όσο περισσότερο τους πλησίαζαν. Κάθε άλλη ανθρώπινη τέχνη κι όλες οι παρακλήσεις που έκαναν στους ναούς και τα προσκυνήματα στα μαντεία κι άλλα τέτοια ήταν όλα του κάκου. Στο τέλος τα παράτησαν κι αυτά, γιατί τους χαντάκωσε το κακό.

Η αρρώστια ξεκίνησε, καθώς λένε, πρώτα–πρώτα από την Αιθιοπία, κατέβηκε ύστερα στην Αίγυπτο κι από κει στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της μεγάλης επικράτειας του Πέρση βασιλιά.

Στην πολιτεία της Αθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, αφού πείραξε μερικούς πρώτα στον Πειραιά. Οι Πειραιώτες είπαν πως οι Πελοποννήσιοι είχανε ρίξει φαρμάκι στα πηγάδια και τις στέρνες, γιατί δεν είχαν ακόμα βρύσες στον Πειραιά. Αργότερα όμως ήρθε και στην απάνω πολιτεία και τότε πέθαιναν πολύ περισσότεροι. 

Ο καθένας, λοιπόν, είτε γιατρός είναι είτε και άμαθος, λέει γι’ αυτό όσα ξέρει, από τι δηλαδή ήταν πιθανό να γεννήθηκε, και αναφέρει τις αιτίες που νομίζει πως ήταν αρκετά ισχυρές, για να φέρουν τέτοια μεγάλη αλλαγή σε μια κατάσταση από την υγεία στο θανατικό. Εγώ θα φανερώσω μόνο τι λογής ήταν και από τι συμπτώματα θα μπορούσε κανείς καλύτερα να εξετάσει το πράμα και να το γνωρίσει από πριν, ώστε να μην τα ‘χει εντελώς χαμένα, αν τύχει και ξανάρθει ποτέ, γιατί την πέρασα κι εγώ ο ίδιος και είδα πολλούς άλλους που υπέφεραν απ’ αυτή.

… Όσους δεν είχαν καμιά φανερή αιτία κακοδιαθεσίας, έξαφνα, ενώ ήταν πρωτύτερα εντελώς γεροί, τους έπιαναν πρώτα δυνατές θέρμες στο κεφάλι, κοκκίνιζαν τα μάτια τους και ερεθίζονταν πολύ, άναβαν και μάτωναν τα μέσα τους, ο φάρυγγας και η γλώσσα, και η αναπνοή τους έβγαινε παράξενη και βρωμούσε· Έπειτα άρχιζε δυνατό φτάρνισμα και βραχνάδα και σε λίγο το πάθημα κατέβαινε στο στήθος με δυνατό βήχα. Και, όταν έφτανε στην καρδιά, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή. Έβγαινε χολή από το στόμα και μάλιστα με δυνατούς πόνους. Μετά τους περισσότερους τους έπιανε ξερό ρέψιμο που τους έφερνε δυνατούς σπασμούς, που σε άλλους σταματούσαν ύστερα’ από λίγο, σε άλλους όμως κρατούσαν μέρες ολόκληρες.

Όποιον άρρωστο άγγιζες απ’ έξω, το κορμί του δεν ήταν ούτε υπερβολικά ζεστό, ούτε υγρό, αλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο εξανθήματα, μικρά σπυριά ή και πληγές. Από μέσα τους όμως ένιωθαν τέτοιο πυρετό, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν να τους αγγίζουν ούτε τα πιο  ψιλά και μαλακά ρούχα ή σεντόνια και ήθελαν να μένουν γυμνοί. Ένιωθαν την πιο μεγάλη ανακούφιση, αν μπορούσαν να ριχτούν μέσα σε κρύο νερό. Και πολλοί δεν είχαν κανένα να τους κοιτάξει, έπεφταν μέσα σε πηγάδια βασανισμένοι από αδιάκοπη και ανυπόφορη δίψα και όσο νερό κι αν έπιναν δεν μπορούσαν να την σβήσουν.

Πάνω απ’ όλα όμως τους βασάνιζε η στενοχώρια που δεν μπορούσαν να βρουν ανακούφιση σε τίποτα και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Το σώμα τους, όσον καιρό ήταν η αρρώστια στην οξεία φάση της, δε αδυνάτιζε, αλλά άντεχε στο βάσανο περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Οι περισσότεροι πέθαιναν ύστερα’ από εφτά ή εννιά ημέρες από τον ψηλό πυρετό, χωρίς να έχει εξαντληθεί εντελώς η δύναμή τους.

Αν περνούσαν αυτό το στάδιο, η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά, όπου προκαλούσε έλκος, τους έπιανε δυνατή και ασταμάτητη διάρροια και πέθαιναν οι περισσότεροι σ’ αυτό το δεύτερο στάδιο από την  εξάντληση. Η αρρώστια διαπερνούσε όλο το σώμα. Ξεκινούσε από το κεφάλι, κατέβαινε σ᾽ ολόκληρο το σώμα και, αν κανείς άντεχε, περνούσε στα άκρα όπου φανερώνονταν τα σημάδια της. Πρόσβαλλε τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια. Πολλοί σώθηκαν, άλλοι έμειναν παράλυτοι στα άκρα τους. Άλλοι  πάλι έχασαν το φως τους ή το θυμητικό τους. Ενώ δηλαδή άντεξαν την αρρώστια στην αρχή, ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοι ήταν οι ίδιοι και δε γνώριζαν ούτε τους πιο στενούς συγγενείς και φίλους τους.

Η μορφή της αρρώστιας ήταν τέτοια, ώστε οι λέξεις δεν φτάνουν για να την περιγράψει κανείς και πρόσβαλλε τον καθένα πιο βαριά απ’ όσο μπορεί να βαστάξει η ανθρώπινη φύση. Ότι δεν ήταν καμιά από τις συνηθισμένες αρρώστιες, φανερώθηκε κι από το γεγονός ότι τα όρνια και τα τετράποδα ζώα, όσα τρώνε ανθρώπινη σάρκα, παρόλο που είχαν μείνει πολλά κορμιά άταφα, δεν τα πλησίαζαν, ή, αν τα δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αυτά.  Παρουσιάστηκε μάλιστα καθαρά ελάττωση των πουλιών αυτών και δεν τα έβλεπε κανείς ούτε αλλού, ούτε γύρω σε νεκρούς από την αρρώστια, ενώ τα σκυλιά, επειδή ζούνε μαζί με τον άνθρωπο, έδιναν ακόμα καλύτερη αφορμή να το παρατηρήσει κανείς αυτό.

Αυτά ήταν γενικά τα χαρακτηριστικά της αρρώστιας, αν και παραλείπω πολλά ασυνήθιστα συμπτώματα που διαφέραν από περίπτωση σε περίπτωση. Καμιά άλλη από τις συνηθισμένες αρρώστιες δε βασάνιζε τον κόσμο εκείνο τον καιρό. Γιατί κι αν τύχαινε να παρουσιαστεί καμιά, κατέληγε σε τούτη εδώ. Οι άνθρωποι πέθαιναν, άλλοι χωρίς περιποίηση και άλλοι, παρόλο που είχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Δε βρέθηκε κανένα γιατρικό αυτής της αρρώστιας που να βοηθήσει τον άρρωστο, αν του το ‘δινε κανείς. Γιατί  ό,τι ωφελούσε τον ένα, το ίδιο χειροτέρευε τον άλλον και καμιά ανθρώπινη κράση, είτε ήταν πολύ δυνατή είτε τόσο αδύνατη, δε φάνηκε από μόνη της άξια ν’ αντισταθεί στην αρρώστια, ώστε να μην την πιάσει το κακό. Τους σάρωσε όλους, ακόμα κι εκείνους που είχαν την πιο περιποιημένη δίαιτα και τρόπο ζωής.

Χειρότερο απ’ όλα ήταν η κατάθλιψη που έπιανε τον καθένα μόλις ένιωθε πως αδιαθετούσε. Η ψυχική τους κατάσταση γύριζε στην απελπισία, αφήνονταν πολύ περισσότερο από την αρχή και δεν αντιδρούσαν. Τη μεγαλύτερη φθορά όμως την προξενούσε τούτο: Καθώς ο ένας περιποιόταν τον άλλον, κολλούσαν την αρρώστια και πέθαιναν αράδα σαν τα πρόβατα. Αν πάλι δεν ήθελαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον από φόβο μην κολλήσουν, πέθαιναν οι άρρωστοι μόνοι κι έρημοι. Έτσι άδειασαν  πολλά σπίτια, γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξει. Εκείνους πάλι που ήθελαν να φερθούνε καθώς πρέπει, γιατί ντρέπονταν να δείξουν πως λογαριάζουν τον εαυτό τους και πήγαιναν κοντά στους άρρωστους αγαπημένους τους, τους τσάκιζε η αρρώστια.

Στο τέλος ακόμα και οι συγγενείς παράτησαν τα μοιρολόγια των πεθαμένων αποκαμωμένοι από τη μεγάλη συμφορά.  Όμως εκείνοι που είχαν περάσει την αρρώστια και είχαν σωθεί, σπλαχνίζονταν περισσότερο τους άρρωστους και τους ετοιμοθάνατους και δε φοβούνταν. Ήξεραν τί σημαίνει η αρρώστια, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν πια φόβο. Η αρρώστια δεν πρόσβαλλε ποτέ τον ίδιο άνθρωπο δεύτερη φορά ή, αν τούτο συνέβαινε, δεν ήταν θανατηφόρα. Οι άλλοι μακάριζαν όσους είχαν σωθεί, και οι ίδιοι απ᾽ την μεγάλη χαρά για τη σωτηρία τους, είχαν την μάταιη ελπίδα ότι δεν θα πέθαιναν πια ποτέ από άλλη αρρώστια.

Εκείνο που χειροτέρεψε πολύ την κατάσταση ήταν η συγκέντρωση μέσα στην πόλη όλου του πληθυσμού της υπαίθρου. Περισσότερο υπέφεραν οι πρόσφυγες, γιατί δεν υπήρχαν αρκετά σπίτια, έμεναν σε πνιγηρές καλύβες μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ανάκατα ο ένας πάνω στον άλλο ή σέρνονταν μέσα στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήταν γεμάτοι νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό, οι άνθρωποι, βασανισμένοι από την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση και αδιαφορούσαν πια για τα ιερά και τα όσια.  Όλες οι κανονικές τελετές, που συνηθίζονταν άλλοτε στις κηδείες, έγιναν άνω–κάτω και έθαβαν τους νεκρούς όπως μπορούσε ο καθένας. Πολλοί κατάντησαν να κηδεύουν τους δικούς τους χωρίς καμιά ντροπή, γιατί τους έλειπαν τα απαραίτητα, αφού τους είχαν πεθάνει τόσοι συγγενείς. Άλλοι αποθέταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη έτοιμη πυρά κι έβαζαν φωτιά στα ξύλα κι άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός κι έφευγαν γρήγορα.

Η αρρώστια έδωσε την κυριότερη αφορμή για παρανομίες και σε άλλα πράματα. Γιατί, βλέποντας κανείς πως η τύχη γύριζε γρήγορα, τολμούσε εύκολα να κάνει πιο φανερά τώρα εκείνα που πρωτύτερα τα έκανε κρυφά ή δεν τα έκανε καθόλου. Πλούσιοι πέθαιναν ξαφνικά και φτωχοί, που δεν είχαν ποτέ τίποτε, τους κληρονομούσαν κι έπαιρναν αμέσως όλη τους την περιουσία.  Έτσι, οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιη η ζωή, βιάζονταν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανένας πια δεν είχε όρεξη να κοπιάσει για κάτι που άλλοτε μπορούσε να φανεί χρήσιμο, επειδή σκεπτόταν ότι ήταν πιθανό να πεθάνει πριν το φτάσει.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη. Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το κέρδος με οποιοδήποτε μέσον και η ευχαρίστηση της στιγμής κατάντησε να θεωρείται και ωφέλιμο και σωστό. Ούτε ο φόβος των Θεών ούτε οι νόμοι των ανθρώπων τους συγκρατούσαν  πια. Έβλεπαν ότι όλοι πέθαιναν χωρίς διάκριση, δεν είχαν πια την αίσθηση για το τί ήταν ευσέβεια και τί δεν ήταν και κανείς δεν πίστευε πως θα γλυτώσει από την αρρώστια, για να δώσει λόγο και να τιμωρηθεί για τις άδικες πράξεις του. Όλοι θεωρούσαν ότι η τιμωρία, που κρεμόταν κιόλας πάνω στο κεφάλι τους, ήταν πολύ βαρύτερη από κάθε άλλη κι έπρεπε, προτού την υποστούν, να χαρούν κάτι απ’ τη ζω.

Τέτοιες ήταν οι συμφορές που πάθαιναν οι Αθηναίοι. Μέσα στην πολιτεία πέθαιναν οι άνθρωποι κι έξω στην ύπαιθρο τα κτήματά τους καταστρέφονταν. Και μέσα στα βάσανά τους θυμήθηκαν και ένα χρησμό, που έλεγαν οι γεροντότεροι πως το τραγουδούσαν άλλοτε: «Πόλεμος θά ‘ρθει Δωρικός, και μαζί μ’ αυτόν λιμός».  Και, όπως ήταν επόμενο, πολλές συζητήσεις άναβαν. Άλλοι υποστήριζαν πως δεν έλεγε ο στίχος «λοιμό» (επιδημία), αλλά «λιμό» (πείνα). Με όσα όμως δοκίμαζαν τότε επικράτησε η γνώμη, όπως ήταν φυσικό, πως η λέξη ήταν λοιμός (αρρώστια). Γιατί οι άνθρωποι εξηγούν ανάλογα με τα παθήματά τους.

Μου φαίνεται όμως ότι, αν καμιά φορά έρθει άλλος  Δωρικός πόλεμος και τύχει να πέσει πείνα, θα τον ερμηνεύουν όπως θα ταιριάζει στην περίσταση, δηλαδή όπως τους βολεύει.

Θυμήθηκαν ακόμα και ένα χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους, όταν ρώτησαν το θεό αν πρέπει να κηρύξουν πόλεμο και τους προφήτεψε πως, αν πολεμήσουν μ’ όλη τους τη δύναμη θα νικήσουν, και ότι ο ίδιος θα τους βοηθήσει. Γι᾽ αυτό και θεωρούσαν ότι τα όσα συνέβαιναν είχαν σχέση με τον χρησμό, γιατί η επιδημία άρχισε μόλις είχαν κάνει εισβολή οι Πελοποννήσιοι.

Η αρρώστια ήταν βαριά στην Αθήνα και σ’ άλλα μέρη με σχετικά πυκνότερο πληθυσμό. Στην Πελοπόννησο δεν έπεσε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, που δεν αξίζει τον κόπο να τις αναφέρει κανείς.  Αυτά λοιπόν ήταν όσα έγιναν με την αρρώστια».

 

Η αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας της ιατρικής. Στα χρόνια που πέρασαν οι μελετητές ανέπτυξαν αρκετές θεωρίες και ταύτισαν τον λοιμό με δεκάδες σύγχρονες ασθένειες, όπως χολέρα, ελονοσία, ευλογιά, τύφο, βουβωνική πανώλη, Ιλαρά, σύνδρομο τοξικού shock, ασθένεια του άνθρακα, αιμορραγικός πυρετός (Έμπολα), μηνιγγίτιδα, κακοήθη οστρακιά κ.α., χωρίς όμως να καταφέρουν να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας. Σήμερα είναι λογικό να συσχετίζει κανείς το λοιμό της Αθήνας με την πανδημία του κορονοϊού, που ταλαιπωρεί τις περισσότερες χώρες του πλανήτη μας, επειδή και ο λοιμός εκείνος είχε τα χαρακτηριστικά πανδημίας, αφού κατά τον Θουκυδίδη, ξεκίνησε  από την Αιθιοπία, μεταδόθηκε στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της Περσίας, δηλαδή απλώθηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Αν και η ακρίβεια και η αξιοπιστία Θουκυδίδη δεν αμφισβητούνται, η κλινική εικόνα της περιγραφής του λοιμού δεν ταιριάζει σε καμία από τις σύγχρονες μορφές λοιμώξεων. Άλλωστε ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις ιατρικής, ώστε να δώσει έμφαση σε ορισμένα σημεία και συμπτώματα της νόσου, που να αποτελούν παθολογικά χαρακτηριστικά για συγκεκριμένες παθήσεις. Τόνισε απλώς τα στοιχεία που τον εντυπωσίασαν περισσότερο, ίσως σε βάρος άλλων. Εξ άλλου η ίδια νόσος είναι δυνατόν να μην εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σήμερα όπως στην αρχαιότητα.

Σίγουρα ο λοιμός του 5ου αιώνα π.Χ. δεν έχει σχέση με τη σημερινή πανδημία. Ο πολιτισμός δεν είχε βρει τον τρόπο να αναγνωρίζει μικρόβια και ιούς, όργανα δεν υπήρχαν εκτός από την παρατήρηση διά γυμνού οφθαλμού και η σημερινή τεχνολογία της ιατρικής ήταν αδιανόητη.

Και στο σημείο αυτό εμφανίζεται το ενδιαφέρον. Ενώ τα εργαλεία της Ιατρικής το 2020 απέχουν έτη φωτός απ’ αυτά του 5ου αιώνα π. Χ., η μέθοδος αναχαίτισης του εχθρού δεν αλλάζει. Η επιστήμη έχει χαρτογραφήσει τον ανθρώπινο οργανισμό, έχει υποσχεθεί την αθανασία με την τεχνητή νοημοσύνη, όμως όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εχθρό σαν τον κορονοϊό, καταφεύγει στα σχέδια αμύνης που είχαν εκπονήσει οι πρόγονοι των σημερινών επιστημόνων χιλιάδες χρόνια πίσω. Αποφύγετε τους συνωστισμούς και τις συναθροίσεις.

Αποφύγετε την κοινωνική συναναστροφή, η οποία, ενώ είναι προϋπόθεση επιβίωσης του καθενός μας, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μεταμορφώνεται σε απειλή. Αποφυγή του συνωστισμού εντός των τειχών τον 5ο αιώνα, αποφυγή συνωστισμών το 2020. Και όλα αυτά από την αδυναμία του ανθρώπου, όσο ισχυρός κι αν νομίζει ότι είναι, να αντιμετωπίσει κάτι που έρχεται έξω από αυτόν, μια καταστροφή που δεν κάνει διακρίσεις σε φύλλο, ηλικία, θρήσκευμα, οικονομικό και κοινωνικό status.

Το δίδαγμα που βγαίνει από τη σύγκριση της μικροβιακής επίθεσης τότε και σήμερα δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει όλες τις λοιμώδεις νόσους και τους ιούς που μεταλλάσσονται εδώ και εκατομμύρια χρόνια, ως πρώτοι κάτοικοι του πλανήτη χωρίς να παίρνουν την άδειά μας. Ο παντοδύναμος πολιτισμός μας, η εκπληκτικά εξελιγμένη τεχνολογίας μας τρέμει μπροστά σ’ έναν ιό, ο οποίος, όπως όλοι οι ιοί, θα εξουδετερωθεί μόλις τα εργαστήρια παράγουν το εμβόλιό του. Είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα βρεθεί το εμβόλιο. Όλη η ανθρώπινη ευφυΐα και γνώση πολεμάει την πανδημία! Μυριάδες εργαστήρια, αναρίθμητοι επιστήμονες, μαζί και η τεχνητή νοημοσύνη, συνδυάζουν απειράριθμα στοιχεία για να τον τσακίσουν. Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τα καταφέρουν στην επόμενη στροφή του δρόμου! Ως τότε όμως οι άνθρωποι και οι «θεωρίες συνωμοσίας» δεν αλλάζουν.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας 

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Λοιμός στο Ναύπλιο

 


Στο « Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου,*  ένα μοναδικό και ιδιαιτέρως σημαντικό χρονογραφικό, φιλολογικό και γελοιογραφικό περιοδικό, του έτους 1893, μεταξύ άλλων ενδιαφερόντων θεμάτων, διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτίου Χρυσανθόπουλου του γνωστού Φωτάκου, γραμματέα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που αναφέρεται στο μεγάλο λοιμό του Ναυπλίου. Ο λοιμός αυτός συνέπεσε με την παράδοση του Ναυπλίου από τον Αλη μπέη Αργίτη, ο οποίος τότε ήταν φρούραρχος της πόλης. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Φωτάκο να μας αφηγηθεί αυτό το γεγονός, με τον μοναδικό του τρόπο.

 

« … Μετά ταύτα έλαβα διαταγήν του αρχηγού μου να ζητήσω τα κλειδιά του φρουρίου από τον Αλή πασά, όστις ήτο φρούραρχος. Ούτος ήτον ο Αλή μπέης Αργίτης, όστις προηγουμένως έλειπεν εκτός της Πελοποννήσου, και έπειτα ήλθε μετά του Δράμαλη, διορισθείς πασάς υπό του Σουλτά­νου, και τούτο διότι ακολούθησε τον Χουρσίτ πασάν, αρχηγόν των στρατευμάτων, εις την κατά των Ιωαννίνων και του Αλή Πασά εκστρατείαν, κατά την οποίαν εγένετο πασάς τρί­της τάξεως ο Αλή μπέης και διωρίσθη συνάμα και φρούραρ­χος Ναυπλίου, διότι το φρούριον ήτον εκ των επισήμων και δεν διωρίζετο άλλος ειμή Πασάς φρούραρχος.

Αφού έλαβα την διαταγήν επήγα εις την οικίαν του, (η οποία ήτο μεγάλη και έκειτο πλησίον των καφενείων, αγορα­σθείσα έπειτα επί της ελληνικής διοικήσεως από τον Εμμαν. Ξένον, και εις την οποίαν κατόπιν εκατοίκησεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, και επί τέλους ηγοράσθη υπό του δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα) δια να αναγγείλω προς αυτόν την διαταγήν του αρχηγού μου.  Άμα εμβήκα εις  την οικίαν, τον ηύρα καθήμενον, και εγώ επίσης εκάθησα, έμπροσθεν αυτού. Αλλ’ αυτός εθεώρησε τούτο ως προσβολήν και άρχισε να στεναχωρήται και να στρίβεται, διότι έμπροσθεν των Πασάδων δεν ήτο συγχωρημένον να καθίση κανείς, διότι τούτο θεωρείται θρησκευτικόν αμάρτημα.

Κατόπιν τον εφοβέρισα και του είπα να εκτελέση την διαταγήν του αρχηγού μου, ειδεμή θα παραγγείλω την άρνησιν εις αυτόν και θα διατάξη την είσοδον του στρατού εις την πόλιν. Ο πασάς ακούσας ταύτα εφοβήθη και εκάλεσεν ένα καβάσην και τον διέταξε να φέρη τα κλειδιά του φρουρίου, όστις και τα έφερεν επάνω εις ένα δίσκον, επί του οποίου ήτον εστρωμένον κάλυμμα (τζεβρές) χρυσούν˙ έπειτα ο ίδιος ημισηκωθείς, έλαβε τα κλειδιά και μου είπε˙ «λάβε τα, δόστα του αρχηγού σου, και ειπέ του εκ μέρους μου να λυπηθή του Θεού τα πλάσματα», εννοών τα πολιορκημένα γυναικόπαιδα.

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Αφού έλαβα τα κλειδιά, δια να τον καταφρονήσω, τα επέταξα μακράν και έμπροσθέν του, και είπα εις ένα των στρατιωτών να τα λάβη και να υπάγη έξω δια να ανοίξουν την πύλην της ξηράς. Τούτο του εκακοφάνη περισσότερον**. Ταύτα όλα έπραξα, διότι προηγουμένως ο Ισούφ μπέης, κάτοικος Ναυπλίου και γνωστός μου, με είχε παρακινήση να κακομεταχειρισθώ τον Πασάν, διότι ήτο χριστιανομάχος και κακός άνθρωπος. Οι δύο ούτοι Τούρκοι ετρώγοντο μεταξύ των παλαιότερα, και ο πασάς πολλάκις ερραδιούργησε τους κατοίκους του Ναυπλίου να διώξουν τον Ισούφ μπέην, ως χριστιανόν από την μητέρα του, και διότι είχεν ανταπόκρισιν μετά των Ελλήνων αποστατών.

Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήτο χριστιανή, και προτού επαναστατήσωμεν και εγώ την είδα. Ο αδελφός της έζη εις την νήσον Σπέτσαι και ωνομάζετο ο Νικολής της Πασίνας. Ο πατήρ του Ισούφ μπέη την είχεν αιχμαλωτίση, και έλαβεν αυτήν σύζυγον από την πρώτην επανάστασιν του 1769. Ούτος ωνομάζετο Αχριέτης Σαλαμπάσης, και ήτον ο πρώτος Πασάς της Πελοποννήσου, ο οποίος εστάλη εις την Τριπολιτσάν, ήτις έκτοτε εγένετο η έδρα και εδιοικείτο από το κέντρον αυτής η Πελοπόννησος, διότι πρότερον οι πασάδες είχον την έδραν των εις το Ναύπλιον.

Ο πασάς αυτός ήτο πολύ αγαπημένος από τον Σουλτάνον, διότι είχε προσφέρη πολλάς εκδουλεύσεις προς αυτόν της Πελοποννήσου, και προ πάντων επανέφερε την ευταξίαν μετά την επανάστασιν του 1769. Προ του έτους 1780 και ύστερον μετά την καταστροφήν των Αλβανών εν Πελοποννήσω, ο προ αυτού Πασάς, είχε κατασκευάση πύργον, από τας κεφαλάς των Αλβανών, έξωθεν της Τριπόλεως, η οποία τότε δεν είχε τείχος, και αυτός ο Πασάς Σαλαμπάσης εζήτησε την άδειαν παρά του Σουλτάνου να περιτειχίση την Τριπολιτσάν και ετελείωσε το έργον δια της αγγαρείας των ραγιάδων Ελλήνων. Επειδή δε ο Ισούφ μπέης ήτον ήμερος και αγαθός άνθρωπος, συνανεστρέφετο πάντοτε με τους Έλληνας και ήθελε το καλόν των, οι άλλοι Τούρκοι εμίσουν αυτόν, και τον έλεγαν ρωμηόν δια την μητέρα του.

Τον εγνώρισα κατά τα μέσα 9βρίου του 1820, όταν ήλθον από την Ρωσσίαν δια την επανάστασιν, διότι κατά διαταγήν του Γκούστη επήγον εις Ναύπλιον μετά του συντρόφου μου και Διερμηνέως Δημ. Αρκαδινού, δια να παρατηρήσωμεν και κατασκοπεύσωμεν τα φρούρια και την πόλιν.  Εγώ εφόρουν φορέματα ευρωπαϊκά και επροσποιούμην τον ξένον, ο δε Αρκαδινός τον διερμηνέα, δια να μη μας υποπτευθούν οι Τούρκοι. Αφού εμβήκαμεν εις το Ναύπλιον, ο Ισούφ μπέης μας επήρεν εις το σπήτι του, και έπειτα μας εσυνώδευσε και περιήλθαμε την πόλιν, διότι εις πάντα άλλον ήτο εμποδισμένον.

Κατά την ημέραν εκείνην εγένετο υπό του φρουράρχου η διανομή των αλεύρων και των παξιμαδίων εις την φρουράν. Αλλ’ επειδή τα μεν άλευρα ήσαν πικρά, τα δε παξιμάδια εσκουλίκιασαν, ταύτα υποχρεωτικώς εδίδοντο εις τους ραγιάδες, οίτινες εχρεώστουν να αποδώσουν ίσον ποσόν καθαρού σίτου από εκείνον τον οποίον έμελλον να θερίσουν κατά το ερχόμενον έτος 1821. Ημείς εχαίρομεν βλέποντες ότι το φρούριον δεν είχε τροφάς.

Εν τούτοις ο Ισούφ μπέης μας ωδήγησε και έξω του Ναυπλίου, και όταν επλησιάσαμεν εις την πύλην της ξηράς μας είπε να ίδωμεν επάνω, και ημείς αναβλέψαντες ίδομεν μίαν μεγάλην μάχαιραν κρεμαμένην, από επάνω από την θύραν του φρουρίου, και τότε μας είπεν ότι τούτο σημαίνει ότι δια της μαχαίρας αυτής εκυρίευσαν οι Τούρκοι το φρούριον, και ότι οι απλοί εξ αυτών δοξάζουσιν ότι κάθε Παρασκευή η μάχαιρα αύτη στάζει αίμα, αλλ’ ο Ισούφ ήτο γραμματισμένος και δεν επίστευσεν εις το τοιούτον. Τοιουτοτρόπως εγνώρισα τον Ισούφ μπέην, και δια την γνωριμίαν μας τον συνέδραμον, διότι όταν οι Τούρκοι κατά την συνθήκην έφευγαν από το Ναύπλιον εις την Ανατολήν, παρακάλεσα τον καπετάν  Άμιλτον, να δεχθή αυτόν και όλην του την οικογένειαν εις το πλοίον του, και τους εδέχθη.

Τον Άμιλτον εζήτησαν οι Τούρκοι δια να παρευρεθή και αυτός κατά την εκτέλεσιν της συνθήκης προς περισσοτέραν ασφάλειαν, διότι τότε η Αγγλία ήτο σφόδρα φιλότουρκος. Ο Ισούφ μπέης επέστρεψε πάλιν εις την Ελλάδα μετά την έλευσιν του Κυβερνήτου, και η Κυβέρνησίς του τον διώρισεν υπάλληλον προς μετάφρασιν των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπον εις τας ιδιοκτησίας. Μετά δε ταύτα και μετά την αναχώρησιν των εν Ναυπλίω Τούρκων, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, έγεινεν όργανον άλλων επιθυμούντων να εκδιώξωσιν εμέ και τον Σπυρ. Σπηλιωτόπουλον, υπασπιστήν του πατρός του, από την ανατεθείσαν εις ημάς υπηρεσίαν, και εν μια των ημερών με ετραυμάτισε δια μαχαίρας εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος.

Η επιβουλή αύτη εφανερώθη κατόπιν˙ οι αδελφοί Γιατράκος Παναγιώτης και Γεώργιος κατέβαλαν πολλήν επιμέλειαν και η πληγή μου εθεραπεύθη, χωρίς να χάσω το χέρι μου. Αλλ’ έπειτα ασθένησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν έξωθεν και από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και από αυτά εμολύνθησαν.

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Η νόσος αύτη είχε πολλά πρωτοφανή και παράξενα συμπώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο από αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση, και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν, εστερείτο μιαν από τας αισθήσεις του, ή το φως του, ή την μνήμην του, ή την ακοήν.

Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων ετρελαίνετο και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν, οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν όπου και επνίγησαν, ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν δια να δροσισθούν, διότι η φλόγα των μέσα ήτον αθεράπευτος. Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και έριπτον εαυτούς από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γήν, αφού προηγουμένως εκδύοντο και άφιναν τα ενδύματά των  δια να μη βραχούν˙ όσοι δε από το πέσιμον εσώζοντο, εγύριζαν γυμνοί εις την πόλιν, και κανείς δεν τους εσυμάζωνεν, όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγεν.

Τινές δε εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και περιφερόμενοι μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις την Εκκλησίαν. Πολλοί από τους ευρεθέντας τότε εκεί Γερμανούς φιλέλληνας και νεωστί ελθόντας, δια να προσφέρωσι τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασικήν γην των αρχαίων Ελλήνων, – διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτος έλεγον: «Θεέ, σώσον την Ελλάδα! Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επίθετον και η πατρίς του) να συναγωνισθή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμινώνδα, του Θεμιστοκλή, του Περικλή και των λοιπών Ελλήνων, και τα διαβατήρια υπέγραφον τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ, – αυτοί όλοι εχάθηκαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή, άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν δια να εξηγούνται.

Αν δε κανείς εξ’ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύοντας να εύρη νερόν, να σβύση την φωτιά η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγαν οι γεροί από κοντά του δια να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμα τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομείον, ούτε άλλο τίποτε μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι δια να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως ότι οι προσβαλλόμενοι από την νόσον δαιμονίζονται.

Εν τούτοις πολλοί εκ των χωρικών, οίτινες είχον έλθη δια τα λάφυρα, επήραν τα παληόρρουχα τα μολυσμένα και έφερον την αρρώστιαν εις τα χωριάν των, από την οποίαν πολλοί απέθανον. Πολύ έβλαψεν η ώρα του έτους και η θέσις της πόλεως, διότι ήτο χειμών, και έβρεχε και η υγρασία ήτο πολύ μεγάλη. Πολλά τότε συνέβησαν αλλόκοτα και παράδοξα ένεκα της νόσου, αλλά το μάλλον περιεργότερον είναι το ακόλουθον.

Όπισθεν του ναού του Αγ. Γεωργίου υπήρχον καμάραι και ερείπια οικιών, αίτινες είχον νεωστί καταπέση, και ήσαν ξύλα πολλά, τα οποία οι Έλληνες μετεχειρίζοντο δια να καίωσι φωτιάν. Δύο αρρώστων η φαντασία εσυμφώνησε να υπάγουν να κλέψουν ξύλα από τον σωρόν των ερειπίων, και αφού επήγαν εκεί επιάσθηκαν μεταξύ των, και ο ένας εμπόδιζε τον άλλον. Ο ένας από αυτούς ήτο Χίος, Τζωρτζέτος Ράλλης ονομαζόμενος, ανεψιός του μισέ Θανάση γνωστού εις το Ναύπλιον. Αυτός έζησε, διότι τον εγνώρισα εις το Ταϊγανρόκ της Ρωσσίας κατά το 1817 και τον επεριποιήθην εις την αρρώστιαν του. Εγώ ήμην 28 ημέρας άρρωστος κλεισμένος εις ένα δωμάτιον. Ο Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, ο μετονομασθείς Κακλαμάνος, με επεριποιήθη προς καιρόν, αλλ’ ύστερον με παρήτησε και έφυγε κρύφα.

Είχαν καρφώση τα παράθυρα και την θύραν μήπως φύγω και κρημνισθώ, υπέφερα πολύ, ελαττώθη το μνημονικόν μου και η ακοή μου, και μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου πάλιν τα επανέκτησα. Τοιαύτη ήτον η λοιμική νόσος του Ναυπλίου εκ ταύτης δε, καθώς και εκ της προστεθείσης της Τριπολιτσάς, απέθανον περισσότεροι άνθρωποι, παρά εις τους μέχρι γενομένους πολέμους. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλοί εκ των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων, και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην, έμειναν ως ζύμη του τακτικού, και εκείθεν ήλθαν εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον, έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν κατά την Πιάδα και το Λιγουργιόν, και ύστερον ετοποθετήθησαν εις το Ξεροκάστελλον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου, και ούτω έλαβον μέρος και αυτοί εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου.

Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττωσιν ως σκοποί νύκτα και ημέραν.  Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν, και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των δια να μνημονεύσω και να πλέξω στέφανον της καρτερίας των. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθηκαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι.

Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πως έγεινε τότε και πως ήτον ενδεδυμένον ποτέ, δεν θα το ελησμόνει, αλλ’ ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφήση, διότι προς τούτο θέλει όλα του κόσμου τα χρώματα. Εφόρουν παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων και της γούνες ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο ωσεί αρκούδες ή καμήλες. Εις δε τας κεφαλάς των εφόρουν καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ’ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν κόκκινα υποδήματα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύας, παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.

Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμνε κρύο πολύ, και δια τούτο υπέφερον οι πτωχοί. Ο αρχηγός των και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επιμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και ολημέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και δια ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμα, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. Όλοι δε οι Γερμανοί υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος, και δια τας τοιαύτας αρετάς εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών».

   

Υποσημειώσεις

 


  

* Ο παρ’ ημίν Αρειοπαγίτης κ. Σ. Ανδρόπουλος, κάτοχος, ως γνωστόν, των πολυτίμων ανεκδότων χειρογράφων του Φωτάκου, του διατελέσαντος γραμματέως του αειμνήστου Κολοκοτρώνη, ευηρεστήθη να χορηγήση ημίν προς δημοσίευσιν το υπ’ όψιν απόσπασμα, εν ω ζωηρώς εξεικονίζεται μια θλιβερά σελίς του Εθνικού Αγώνος.

** Εις τα προεκδοθέντα απομνημονεύματά μου εντράπην ν’ αναφέρω ότι εγώ επήρα τα κλειδιά του Ναυπλίου από τον Πασάν. Αλλ’ επειδή είδον πολλούς άλλους λέγοντας ότι αυτοί τα έλαβον, και να φορτώνονται τόσα βάρη, δια τούτο και εγώ επεφάσισα να φορτωθώ ότι έπραξα κατά διαταγήν του αρχηγού μου.

 

Πηγή

 
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, « Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1893»,  Εν Αθήναις 1893.

 


  

  

Read Full Post »