Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μυκήνες’

Οι πρώτες εργασίες συντήρησης των θολωτών τάφων των Μυκηνών μέσω των αρχείων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων – Σταματούλα Μακρυπόδη


 

Οι εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης αρχιτεκτονικών μνημείων σήμερα απαιτούν αξιόλογη υποδομή σε επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, καθώς και τεχνολογικό εξοπλισμό. Για να πραγματοποιηθούν ακολουθούν μια σειρά αρχών επιστημονικής δεοντολογίας που είναι κατοχυρωμένες με διεθνείς συμβάσεις, αλλά και μια γραφειοκρατική διαδικασία που απαιτεί υποβολή πολυσέλιδων μελετών, εγκρίσεις, τροποποιήσεις, τεκμηρίωση κάθε είδους.

Εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης των μνημείων στην Ελλάδα κρίθηκαν απαραίτητες πολλές φορές στο παρελθόν ακόμα και κατά τη διάρκεια της ανασκαφής τους για να προχωρήσει με ασφάλεια η έρευνα ή λίγο αργότερα, όταν διαπιστώθηκε ότι οι συνθήκες του περιβάλλοντος, στις οποίες εκτέθηκαν τα μνημεία μετά την ανασκαφή τους, λειτούργησαν καταστροφικά γι’ αυτά.

Μέσα από το αρχείο της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων (ΔAAM) του νυν Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (παλαιότερα Γραφείο Αναστυλώσεως και Συντηρήσεως Αρχαίων Μνημείων του Υπουργείου Παιδείας) θα παρουσιάσουμε τις πρώτες προσπάθειες «διάσωσης» των Θολωτών Τάφων των Μυκηνών που συγκεντρώνονται κυρίως στα πρώτα πενήντα πέντε χρόνια του 20ου αι. [1]

Οι πληροφορίες που μας παρέχει το αρχείο της Διεύθυνσης Αναστήλωσης συνδυάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται με τις δημοσιευμένες εκθέσεις και αναφορές σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής, αλλά και με τα στοιχεία που παρατίθενται στη σύγχρονη των έργων ή τη μεταγενέστερή τους βιβλιογραφία. [2]

Οι εννέα θολωτοί τάφοι των Μυκηνών ανεσκάφησαν την τελευταία τριακονταετία του 19ου αι. Οι περισσότεροι ήταν εκ των προτέρων ορατοί και τοποθετημένοι στους χάρτες της εποχής. Θα τους παρουσιάσουμε εν συντομία αναφέροντας παράλληλα επιγραμματικά τις επεμβάσεις στερέωσης και συντήρησης που έχουν πραγματοποιηθεί στον καθένα. [3]

  1. Ο τάφος των Κυκλώπων

Ο τάφος ήταν γνωστός από παλιά και ολοκληρωτικά συλλημένος κατά το παρελθόν. Καθαρίστηκε από τον Χρ. Τσούντα το 1891. Συμπληρωματική έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Α. Wace το 1922. Χρονολογείται στα τέλη της ΥΕ Ι περιόδου. Δεν αναφέρονται εργασίες συντήρησης στο παρελθόν.

  1. Ο τάφος του Επάνω Φούρνου

Χρήστος Τσούντας (1857-1934). Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας, διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός.

Γνωστός από παλιά και συλλημένος ήδη από την αρχαιότητα, ο τάφος ερευνήθηκε μερικώς από τον Χρ. Τσούντα το 1892, οπότε και αποκαλύφθηκε ο δρόμος, η εξωτερική πλευρά του στομίου και το ανώτερο μέρος του τοίχου του θαλάμου. Μελετήθηκε στα 1922 από τον Α. Wace μετά από καθαρισμό του δρόμου και ολοκληρωτική αποκάλυψη του στομίου. Επειδή υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης του ταφικού θαλάμου, η θόλος έμεινε ανεξερεύνητη ως το 1950. Τότε οι Wace και Hood την καθάρισαν ως το δάπεδο, αφού προηγήθηκε στερέωση του εσωτερικού τμήματος του υπερθύρου με τη βοήθεια ξύλινης δοκού [4] από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Χρονολογείται στο πρώτο ήμισυ της ΥΕ ΙΙ περιόδου και πριν το 1450 π.Χ.

  1. Ο τάφος του Αιγίσθου

Ο τάφος αποκαλύφθηκε και ερευνήθηκε μερικώς από τον Χρ. Τσούντα στα 1892. Τότε ήρθε στο φως μόνο το ανώτερο τμήμα του στομίου. To 1914 πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης στο στόμιο. Ο δρόμος, το στόμιο και τα δύο τρίτα του θαλάμου ερευνήθηκαν από τον Α. Wace κατά το 1922. Μεταξύ των ετών 1952-1954 οι Wace και Taylour ερεύνησαν τα πέριξ του τάφου. Στα 1955 και 1958 πραγματοποιήθηκε καθαρισμός του θαλάμου με παράλληλη ανάταξη και συμπληρωματική ανασκαφή στο δρόμο από τον Ι. Παπαδημητρίου. [5] Ο τάφος ήταν συλλημένος κατά την αρχαιότητα. Χρονολογείται στα τέλη της ΥΕ Ι ή στις αρχές της ΥΕ ΙΙ περιόδου.

  1. Ο τάφος της Παναγίας

Ονομάστηκε «Τάφος της Παναγίας» από τον Α. Wace λόγω της γειτνίασής του με το εκκλησάκι της Παναγίας, περίπου 150 μ. ΒΔ του Θησαυρού του Ατρέως. Ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε από τον Χρ. Τσούντα στα 1887 και από τον Α. Wace στα 1922. Είχε συλληθεί κατά την αρχαιότητα. Δεν αναφέρονται εργασίες συντήρησης. Ο τάφος χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙ περίοδο.

  1. Ο τάφος του Κάτω Φούρνου

Το ανώφλι του τάφου ήταν ήδη εμφανές όταν τον ανέσκαψε ο Χρ. Τσούντας το 1893. Ερευνήθηκε εκ νέου από τον A. Wace στα 1922. Δεν αναφέρονται εργασίες συντήρησης, παρά μόνο λήψη μέτρων για την προστασία του τάφου από τα όμβρια ύδατα με τη διάνοιξη δύο τάφρων πάνω από τη θόλο. [6] Ο τάφος χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. π.Χ.

  1. Ο τάφος των Λεόντων

Η μικρή απόσταση που τον χωρίζει από την Πύλη των Λεόντων συνέβαλε στην ονομασία του. Ο τάφος ήταν από παλιά γνωστός. Είχε συλληθεί κατά την αρχαιότητα. Ανεσκάφη από τον Χρ. Τσούντα στα 1892 και από τον Α. Wace στα 1922. Επανερευνήθηκε από τον Wace το 1954. Σύμφωνα με τον τελευταίο, το terminus ante quem για τη χρονολόγησή του είναι το τέλος της ΥΕ ΙΙ περιόδου. Δεν υπάρχουν αναφορές για την πραγματοποίηση εργασιών συντήρησης.

  1. Ο τάφος των Δαιμόνων

Λόγω της άριστης κατάστασης διατήρησής του ονομάστηκε από τους Άγγλους αρχαιολόγους ο «τέλειος θολωτός τάφος». Εντοπίστηκε και ανασκάφηκε από τον Χρ. Τσούντα στα 1896. Ήταν συλλημένος ήδη από την αρχαιότητα. Ερευνήθηκε εκ νέου από τον Α. Wace στα 1921. Η έρευνα ολοκληρώθηκε από τον ίδιο την επόμενη χρονιά. Ο τάφος χρονολογείται στις αρχές του 14ου αι. π.Χ., λίγο μετά τα 1400 π.Χ. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την πραγματοποίηση εργασιών συντήρησης.

  1. Ο τάφος της Κλυταιμήστρας

Αρχικά ονομάστηκε «ο θησαυρός της κας Σλήμαν», επειδή τον ανέσκαψε πρώτη η Σοφία Σλήμαν. Την ονομασία που επικράτησε – «Τάφος της Κλυταιμήστρας» – την οφείλει στην τοπική παράδοση. Η Σοφία Σλήμαν άρχισε την ανασκαφή στον τάφο το 1876. Ο τάφος είχε ερευνηθεί γύρω στα 1808 από το Βελή Πασά του Ναυπλίου, στον οποίο πιθανώς οφείλεται η κατάρρευση του άνω μέρους της θόλου. Την ανασκαφή της Σοφίας Σλήμαν συνέχισε ο Χρ. Τσούντας στα 1891-1892 και το 1897. Μετά τις εργασίες στερέωσης στο δρόμο και το στόμιο[7], ο Α. Wace επιχείρησε μικρής έκτασης έρευνα κάτω από τους τοίχους το 1921, της οποίας τα αποτελέσματα ανακοίνωσε το 1922. Το 1950 με την ευκαιρία της αποδόμησης και της ανάταξης του ανατολικού τοίχου του δρόμου που κινδύνευε να καταρρεύσει και την αποκατάσταση της κορυφής της θόλου που είχε καταστραφεί από το Βελή Πασά, έγιναν νέες παρατηρήσεις από τους Ι. Παπαδημητρίου και Α. Wace. Συμπληρωματική έρευνα πραγματοποιήθηκε στα πέριξ από τους Hood και Taylour το 1952 και 1953. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο θολωτό τάφο είχαν πραγματοποιηθεί – ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή – εργασίες επισκευής του δυτικού τοίχου του δρόμου, ίχνη της οποίας είναι ορατά μέχρι σήμερα. Ο τάφος χρονολογείται από τον A. Wace γύρω στα 1300 π.Χ. και από τον Γ. Μυλωνά περίπου στα 1220 π.Χ.

  1. Ο θησαυρός του Ατρέως

Heinrich Schliemann

Είναι γνωστός και ως «τάφος του Αγαμέμνονος». Ο τάφος ήταν από παλιά γνωστός και για το λόγο αυτό έπεσε θύμα πολλών σποραδικών ανασκαφών, ανάμεσα στις οποίες αναφέρονται αυτές του Λόρδου Elgin γύρω στα 1800. Ακολούθησε η πρώτη έρευνα του Ερρρίκου Σλήμαν στα 1873. Το 1878 ο Ι. Σταματάκης πραγματοποίησε καθαρισμό του δρόμου και του εσωτερικού του τάφου. Στα 1920 και 1921 ο A. Wace διεξήγαγε έρευνα σε διάφορα σημεία και μελέτησε εκ νέου την αρχιτεκτονική. Το 1939 και το 1955 μελέτησε με διερευνητικές τομές τη στρωματογραφία του τύμβου του τάφου. Ο Θησαυρός του Ατρέως είναι από τους καλύτερα σωζόμενους θολωτούς τάφους των Μυκηνών.

Από όσα προαναφέρθηκαν διαπιστώνουμε ότι οι θολωτοί τάφοι των Μυκηνών υπέστησαν επεμβάσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης κλίμακας, προκειμένου να διασωθούν από περαιτέρω φθορά, να διασφαλιστούν οι συνθήκες για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας χωρίς την απειλή κατάρρευσης αρχιτεκτονικών μελών, καθώς και να διαφυλαχθεί το αυθεντικό υλικό, αλλά και η μορφή των μνημείων.

Αν εξαιρέσουμε τις μικρής έκτασης εργασίες «άμεσης διάσωσης», όπως για παράδειγμα τη λήψη μέτρων προστασίας για την απομάκρυνση των ομβρίων που απειλούσαν τον τάφο του Κάτω Φούρνου και την πρόχειρη στερέωση του υπερθύρου του τάφου του Επάνω Φούρνου, σημαντικότερες εργασίες συντήρησης πραγματοποιήθηκαν στους τάφους Αιγίσθου και Κλυταιμήστρας.

Το 1915 στερεώθηκε με κτιστή κατασκευή το ανώφλι του θολωτού τάφου του Αιγίσθου που είχε διαρραγεί. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία πραγματοποίησε εργασίες αναστηλώσεως ορισμένων τμημάτων «των τοίχων παρά την είσοδον» προς στερέωση κυρίως του μεγάλου λίθου ανωφλίου της εισόδου [8]. Επισημαίνεται ότι η ανασκαφή Τσούντα δεν ολοκληρώθηκε, επειδή υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης της ανατολικής παρειάς της θόλου. Η στερέωση του υπερθύρου επέτρεψε να συνεχιστεί με ασφάλεια η ανασκαφή από την Αγγλική Σχολή το 1923. [9]

Τα έτη 1953-1955 πραγματοποιήθηκαν αναστηλωτικές εργασίες, με χρηματοδότηση από το κληροδότημα Φαρμά, από τον καθηγητή Α. Ορλάνδο και τον επιθεωρητή αναστηλώσεως Ε. Στίκα. Οι καθαρισμοί και οι ανασκαφές που προηγήθηκαν για να διευκολύνουν τις αναστηλωτικές εργασίες έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για τον τρόπο δόμησης της θόλου. Το ανατολικό τμήμα της θόλου είχε παραμείνει άσκαφο για λόγους ασφαλείας. Μετά την ανασκαφή διαπιστώθηκε η εξαιρετική κατάσταση διατήρησής του, καθώς και η παρουσία «ισχυρού συνδετικού μίγματος» μεταξύ των λίθων του κατωτέρω δόμου. [10]

Μεγαλύτερης έκτασης εργασίες καταγράφονται για τον τάφο της Κλυταιμήστρας. Στο μνημείο πραγματοποιήθηκαν μικρές επεμβάσεις κατά το 1897. Αποκαταστάθηκε ο αποστραγγιστικός αγωγός που αρχίζει από το εσωτερικό του τάφου και συνεχίζει κατά μήκος του δρόμου. Αφαιρέθηκαν οι πώρινες καλυπτήριες πλάκες του για να καθαριστεί το εσωτερικό του και ακολούθως επανατοποθετήθηκαν. Οι αρμοί επιχρίσθηκαν με «ασβέστη». Ο αγωγός αυτός όμως δεν ετέθη σε λειτουργία, καθώς για την απομάκρυνση των υδάτων από το εσωτερικό του τάφου χτίστηκε, επάνω στον πώρινο, νέος αγωγός από αργολιθοδομή.[11]

Οι αναστηλωτικές εργασίες του 20ου αι. πραγματοποιήθηκαν – βάσει των υπαρχουσών μαρτυριών – σε δύο χρονικές περιόδους. Η πρώτη τοποθετείται μεταξύ των ετών 1907 και 1916 και η δεύτερη μεταξύ των ετών 1950 – 1951.

Κατά την πρώτη περίοδο φαίνεται ότι έγιναν επεμβάσεις στο εσωτερικό του τάφου, ενώ παράλληλα στερεώθηκαν με ξύλινες δοκούς οι τοίχοι του δρόμου που είχαν υποστεί βλάβες από τα όμβρια ύδατα που περνούσαν πίσω από αυτούς. Τότε τοποθετήθηκε μεταλλική σκαλωσιά στην είσοδο [12]. Το 1907 [13] αναφέρεται ότι επισκευάστηκε το αριστερό ήμισυ του τάφου με την αφαίρεση των σαθρών λίθων και την αντικατάστασή τους από νέους και ότι καθαρίστηκε ο τάφος από τους πεσμένους ογκολίθους και τα χώματα «μέχρι του στερεού».

Στα χρόνια που ακολούθησαν [14] αναφέρονται μικρής διάρκειας εργασίες για στερέωση και «υποστήριξη» του τάφου, χωρίς να διευκρινίζεται πάντοτε ότι πρόκειται για τον συγκεκριμένο θολωτό τάφο, ενώ εκφράζεται η λύπη για τη μη ολοκλήρωση των εργασιών, «διότι αἱ βλάβαι τοῡ σπουδαίου τούτου μνημείου εἶναι πολύ μεγάλαι». [15]

Οι επεμβάσεις αυτές συνίστανται σε συμπληρώσεις των διαβρωμένων λίθων με νέο υλικό, όπου υπήρχε μεγάλης έκτασης φθορά, και πλήρωση των αρμών με τσιμέντο (βλ. Παρακάτω τα στοιχεία του αρχείου της ΔΑΑΜ). Την ανάγκη ολοκλήρωσης των εργασιών αυτών, κάποιες εκ των οποίων είχαν προσωρινό και προληπτικό χαρακτήρα, επιβεβαιώνει έγγραφο του 1921, με το οποίο προτείνεται η αντικατάσταση του ξύλινου ικριώματος του δρόμου. [16] Ο Ι. Παπαδημητρίου αναφέρει ότι κατά το 1916 είχε πραγματοποιηθεί «συναρμογή των διαβρωθέντων λίθων της θόλου» και εξάγει το συμπέρασμα ότι η πλήρης αναστήλωση είναι δυνατή και όχι τόσο δαπανηρή λόγω της διάσωσης όλων σχεδόν των λίθων των άνω δόμων της θόλου. [17]

Κατά τη δεύτερη περίοδο των επεμβάσεων πραγματοποιήθηκε η ανάταξη του ανατολικού τοίχου του δρόμου και η αποκατάσταση της κορυφής της θόλου με χρήση των αρχαίων λίθων που είχαν καταπέσει μέσα στο θάλαμο. Των εργασιών αυτών προηγήθηκαν έγγραφες αναφορές, στις οποίες εκφράζονταν οι φόβοι για κατάρρευση του τάφου λόγω της ανεπάρκειας, αλλά και της φθοράς των πρόχειρων κατασκευών που είχαν τοποθετηθεί κατά το παρελθόν προληπτικά για τη στερέωσή του. [18]

Σύντομη έκθεση του Ι. Παπαδημητρίου περιγράφει εκτεταμένες αναστηλωτικές εργασίες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν το Μάιο του 1950 με δαπάνη της Υπηρεσίας Αναστυλώσεων του Υπουργείου Παιδείας υπό τη διεύθυνση του ιδίου και την επίβλεψη του επιμελητή Φ. Πέτσα. [19] Σκοπός των εργασιών ήταν κυρίως η ανάταξη του ανατολικού τοίχου του δρόμου που παρουσίαζε επικίνδυνη κλίση λόγω της αποσάθρωσης των ξύλινων στηριγμάτων που είχαν τοποθετηθεί παλαιότερα. Απομακρύνθηκαν οι λίθοι του τοίχου και ανατάχθηκαν με υποδειγματική μέθοδο, καθώς κατά την απομάκρυνσή τους, αριθμούνταν και στοιβάζονταν με τρόπο που επέτρεπε την επανατοποθέτησή τους στην αρχική τους θέση. Η πραγματοποίηση επεμβάσεων στον ανατολικό τοίχο εικονίζεται και σε φωτογραφία της εποχής. [20] Η μέριμνα αυτή μαρτυρεί την ευσυνειδησία των αναστηλωτών να εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν τη διατήρηση του αυθεντικού υλικού και της αρχικής μορφής του μνημείου, όπως προβλέπουν οι διεθνείς συμβάσεις που διέπουν σήμερα τις επεμβάσεις συντήρησης σε μνημεία.

Ο Ι. Παπαδημητρίου αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκαν εργασίες μεταξύ του ανατολικού τοίχου του δρόμου και του αναλημματικού τοίχου που αποκάλυψαν οι ανασκαφές στα ανατολικά αυτού, ο οποίος προοριζόταν για την ανακούφιση του τοίχου του δρόμου από τις ωθήσεις των γαιών. [21] Ανατάχθηκε και αυτή η κατασκευή με πλήρωση του κενού μεταξύ του τοίχου του δρόμου και του αναλημματικού τοίχου με τσιμεντοκονίαμα αναμεμειγμένο με μικρούς λίθους σε στρώματα. Η συνοχή μεταξύ τους εξασφαλίστηκε με την τοποθέτηση λίθων σε οδοντωτή διάταξη, ενώ η συνοχή με τον αναλημματικό τοίχο με οπές που ανοίχτηκαν σε αυτόν. [22]

Την ίδια εποχή τοποθετήθηκαν στη θέση τους οι δύο λίθοι του κατωφλίου, οι οποίοι είχαν εξωθηθεί προς τα επάνω. Στις εκθέσεις των εργασιών αναφέρεται ότι διασώζονταν όλοι οι λίθοι των άνω δόμων της θόλου. Παράλληλα εντοπίστηκαν τμήματα του γλυπτού διακόσμου της εισόδου του τάφου. Ο Ι. Παπαδημητρίου εκφράζει τη στεναχώρια του για τη μη ολοκλήρωση της αναστήλωσης ελλείψει πιστώσεων, «αίτινες εδόθησαν εκ των γλίσχρων πόρων της Υπηρεσίας Αναστηλώσεως άνευ της αναμενόμενης χρηματικής αρωγής του σχεδίου ανασυγκροτήσεως». [23] Στην ανωτέρω έκθεση του Ι. Παπαδημητρίου προτείνεται η ολοκληρωτική αναστήλωση του μνημείου για την αποφυγή της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Πράγματι το 1951 πραγματοποιήθηκε αποκατάσταση του ανώτερου τμήματος της θόλου από τον αρχιτέκτονα της Διεύθυνσης αναστηλώσεως του Υπουργείου Παιδείας Ε. Στίκα. [24] Η επέμβαση αυτή έγινε υπό τη διεύθυνση του Ορλάνδου και την επίβλεψη του Ε. Στίκα, βάσει παλαιότερης μελέτης του δεύτερου, με την οποία είχε δείξει ότι ο σχεδιασμός του μνημείου είχε περισσότερα του ενός κέντρα χάραξης και ότι η θόλος είχε το ίδιο σχήμα με αυτή του θησαυρού του Ατρέως, υπολογίζοντας τους πεσμένους λίθους του ανώτερου τμήματος. Για την αποκατάσταση χρησιμοποιήθηκαν οι πεσμένοι – στο εσωτερικό του τάφου – λίθοι που προέρχονταν από τη θόλο, αλλά και νέοι λίθοι που εξορύχθηκαν από τα λατομεία της περιοχής. [25] Το ποσοστό νέου υλικού που χρησιμοποιήθηκε για την ανάταξη της θόλου πρέπει να ήταν μεγάλο καθώς από τα 170 τρέχοντα μέτρα του αναστηλωμένου τμήματος μόνο τα 37 μ. προέρχονταν από αυθεντικό υλικό. [26]

Τέλος αποκαταστάθηκε ο τύμβος που κάλυπτε το μνημείο. Κατά τη διάρκεια εργασιών αποκατάστασης του τύμβου, που δρομολογήθηκε χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή της γύρω περιοχής, αποκαλύφθηκε ο ταφικός περίβολος Β στα ΒΔ του μνημείου.

Στην έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών «Α. Ορλάνδος, ο άνθρωπος και το έργο του» αναφέρεται ότι ο μεγάλος αναστηλωτής πραγματοποίησε στερέωση και καθαρισμό στο θησαυρό του Ατρέως, αλλά και όλων των άλλων θολωτών τάφων των Μυκηνών. [27] Είναι πολύ πιθανό να πραγματοποιήθηκαν εργασίες μικρής ίσως έκτασης και σε άλλους θολωτούς τάφους χωρίς να υπάρχουν αναλυτικές εκθέσεις.

Στο πλαίσιο των αναστηλωτικών εργασιών των θολωτών τάφων των Μυκηνών οφείλουμε να συμπεριλάβουμε μια επιπλέον εργασία που δεν αποτελεί επέμβαση στο πεδίο, αλλά πραγματοποιήθηκε στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και είναι εξίσου σημαντική. Κατά το 1940-41, είχε διαταχθεί από το Υπουργείο Παιδείας η εσπευσμένη ασφάλιση των αρχαιοτήτων, αφού η χώρα είχε εμπλακεί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος είχε αναλάβει την ασφάλιση της μυκηναϊκής συλλογής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. [28] Ανάμεσα στα αντικείμενα που τακτοποιούσε σε κιβώτια εντόπισε τμήματα του γλυπτού διακόσμου του Θησαυρού του Ατρέως. Με την εθελοντική συμμετοχή του Α. Wace κατόρθωσαν να προσαρμόσουν αρκετά από αυτά. Συντάχθηκε μια μικρή μελέτη των δύο και τα αποτελέσματα εστάλησαν με επιστολή στο Robertson, ο οποίος και δημοσίευσε σύντομη έκθεση. [29] Η αναζήτηση της θέσης των τμημάτων αυτών στο μνημείο και

μια μικρή ανασκαφική έρευνα που αποκάλυψε επί τόπου κατεργασία γυψολίθου έδωσαν ώθηση στη διατύπωση μιας σειράς προβληματισμών σχετικά με την αποκατάσταση των προσόψεων των δύο μεγάλων θολωτών τάφων, του θησαυρού του Ατρέως και του τάφου της Κλυταιμήστρας, αλλά και τη θέση των σωζόμενων αρχιτεκτονικών μελών των προσόψεων των μνημείων.

Παραθέτουμε παρακάτω χρονολογικά τις εργασίες, διοικητικές ενέργειες, αλλά και επεμβάσεις στο πεδίο, όπως προκύπτουν από το αρχείο εγγράφων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων (ΔΑΑΜ):

 

Στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα του αρχείου εγγράφων της Διεύθυνσης

Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων

 

  1. Στις 27/6/1910 ζητείται να εγκριθούν 1500 δρχ. για την επισκευή του τάφου της Κλυταιμήστρας.
  2. Στις 16/7/1911 ζητείται η έγκριση της μετάβασης δύο λιθοξόων στις Μυκήνες για τις εργασίες που πραγματοποιούνται στον τάφο της Κλυταιμνήστρας.
  3. Στις 5/8/1911 υποβάλλονται οι καταστάσεις αγοράς τσιμέντου για την υποστήριξη του τάφου της Κλυταιμήστρας, πράγμα που πιστοποιεί την χρήση τσιμέντου στις αναστηλωτικές εργασίες. (έγγραφο του Χ. Κτενά προς τον Διευθυντή του Αρχιτεκτονικού γραφείου του Υπ. Εκκλησιαστικών).
  4. Στις 13/8/1921 προτείνεται η ανακαίνιση του ξύλινου ικριώματος του δρόμου του τάφου της Κλυταιμήστρας. Παράλληλα προτείνεται η κατεδάφιση και ανοικοδόμηση «αμφοτέρων των εκατέρωθεν τοίχων». Επισημαίνεται ότι θα είναι επέμβαση χρονοβόρα και ότι θα καταστραφεί αρχαίο υλικό, του οποίου το μόνο πρόβλημα είναι η «παρέκκλιση από την κατακόρυφο». (έγγραφο του Μπαλάνου προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών).
  5. Στις 4/10/1921 αναφέρεται ότι τοποθετήθηκε σκαλωσιά στον τάφο της Κλυταιμήστρας, χωρίς να διευκρινίζεται πού ακριβώς.
  6. Στις 13/12/1929 ζητείται η έγκριση ποσού 10.000 δρχ. για τις αναγκαίες εργασίες στερέωσης του δρόμου του Τάφου της Κλυταιμήστρας με προθεσμία ολοκλήρωσης διμήνου (τμήμα αρχαιολογίας προς Ορλάνδο).
  7. Στις 22/2/1936, κατατίθεται αναφορά του Eφόρου της Αρχαιολογικής Περιφέρειας ότι «κατέπεσεν ο ανατολικός τοίχος του πρώτου τάφου δεξιά τω εισερχομένω» με παράκληση να μεταβεί ο Α. Ορλάνδος. (Επειδή η είσοδος του αρχαιολογικού χώρου τότε πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή της πύλης των Λεόντων, ο «τοίχος» που κατέπεσε πρέπει να ανήκε στον τάφο του Αιγίσθου. Εξάλλου μεταγενέστερα στοιχεία αποδεικνύουν ότι τα ξύλινα ικριώματα του τάφου της Κλυταιμήστρας παρέμεναν να συγκρατούν τους ετοιμόρροπους τοίχους του δρόμου ως το 1949).
  8. Στις 15/2/1940 κατατίθεται αναφορά της Τουριστικής Αστυνομίας. Αναφέρεται ότι το ξύλινο υποστήριγμα του τάφου της Κλυταιμήστρας «κατέστη σεσηπός» και άρχισε να καταρρέει με αποτέλεσμα «να απειλείται και η κατάρρευση του τάφου».
  9. Στις 27/2/1940, κατά την 23η συνεδρίαση του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, λέγεται ότι είναι επείγουσες οι εργασίες στερέωσης των τάφων Ατρέως και Κλυταιμήστρας.
  10. Στις 24/2/1947 αναφέρεται ότι έγινε αλλαγή της δοκού στην είσοδο, αλλά προτείνεται αντικατάσταση με σιδερένιες δοκούς κάθετες και εγκάρσιες.
  11. Στις 14.12.1949 διαβιβάζεται η υπ’ αρ. 98/1949 πράξη του Aρχαιολογικού Συμβουλίου για την ανάγκη λήψης μέτρων προστασίας των αρχαίων των Μυκηνών που υπέστησαν βλάβες από τις καταρρακτώδεις βροχές του Νοεμβρίου και η υπ’ αρ. 116 έκθεση του εφόρου της Β΄ Αρχαιολογικής Περιφέρειας Ι. Παπαδημητρίου. Το απόσπασμα της πράξης του Αρχαιολογικού Συμβουλίου αναφέρει ότι «κατέστη ετοιμόρροπος ο θολωτός τάφος της Κλυταιμήστρας, του οποίου ο ξύλινος σκελετός αντιστηρίξεως των τοίχων έχει σχεδόν καταστραφεί. Τα ξύλα αποσπώνται το ένα κατόπιν του άλλου με άμεσο κίνδυνο μεγαλυτέρων ανεπανορθώτων ζημιών». Το Συμβούλιο εγκρίνει τη λήψη μέτρων.

Φαίνεται ότι όλες αυτές οι προσπάθειες, οι εκκλήσεις και η ανησυχία είχαν ως αποτέλεσμα τις εκτεταμένες εργασίες των ετών 1950-58 στους Θολωτούς τάφους Κλυταιμήστρας και Αιγίσθου.

Όσα προαναφέρθηκαν παρουσιάζουν με εύγλωττο τρόπο την ανησυχία και τη μέριμνα των ιθυνόντων για την προστασία των μνημείων σε χρονικές περιόδους ιδιαίτερα δύσκολες, εν μέσω πολέμων και οικονομικών δυσχερειών. Επιβεβαιώνεται η μέριμνα για τη διατήρηση του αυθεντικού υλικού και της αρχικής μορφής των μνημείων στο μέτρο του δυνατού, καθώς και η λήψη μέτρων για εργασίες στερέωσης μέχρις ότου βρεθούν οι οικονομικοί πόροι και τα μέσα για πιο δραστικές και μόνιμες επεμβάσεις.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ευχαριστώ θερμά το Διευθυντή της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων κο Δημοσθένη Σβολόπουλο για τη χορήγηση της άδειας έρευνας του αρχείου της Διεύθυνσης και την αρχαιολόγο της ΔΑΑΜ κα Σοφία Σπυροπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της.

[2] Το κείμενο που κατατίθεται είναι ουσιαστικά εκείνο της παρουσίασής μου κατά τη διάρκεια της διημερίδας, καθώς ο περιορισμένος σχετικά χρόνος που μεσολάβησε από την πραγματοποίηση της διημερίδας μέχρι την παράδοση των κειμένων δεν επέτρεψε την ολοκληρωμένη σύνταξη και τη φωτογράφηση των εγγράφων των στοιχείων της ΔΑΑΜ που θα πλαισίωναν για εποπτικούς λόγους το κείμενο. Ολοκληρωμένη παρουσίαση της έρευνας προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί προσεχώς.

[3] Τα περισσότερα στοιχεία που παρατίθενται για τους θολωτούς τάφους των Μυκηνών (χρονικό της ανασκαφής, χρονολόγηση κτλ.), αντλήθηκαν από το έργο του O. Pelon, Tholoi, tumuli et cercles funeraires, 157-175. 

[4] Wace 1953, 69, πιν. 24 b.

[5] Παπαδημητρίου 1955, 218.

[6] Κτενάς 1915, 54.

[7] Κτενάς 1915, 53-54

[8] Κτενάς 1915, 54. Wace 1921-22, 296.

[9] Wace 1949, 38.

[10] ΠΑΕ 1955, σ. 220.

[11] ΠΑΕ 1897 σελ. 25

[12] Wace 1921-23, σ. 359, εικ. 77.

[13] ΠΑΕ 1907, σ. 61. Υποθέτουμε ότι ελήφθη κάποια μέριμνα για τη φύλαξη των λίθων που ήταν πεσμένοι στο εσωτερικό και οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για να γίνουν οι υπολογισμοί του Ε. Στίκα, που οδήγησαν αργότερα στην αποκατάσταση του ανώτερου τμήματος της θόλου.

[14] ΠΑΕ 1908, 65. ΠΑΕ 1909, 63. ΠΑΕ 1910, 64.

[15] ΠΑΕ 1910, 64.

[16] Βλ. παρακάτω σ. 11 τον κατάλογο των εργασιών που προκύπτουν από τα αρχεία της ΔΑΑΜ., αρ. 4.

[17] Παπαδημητρίου 1948-49, 45.

[18] Βλ. στοιχεία του αρχείου της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων κατά τα έτη 1929- 1949 σελ. 11, αρ. 8, 9 και11.

[19] Παπαδημητρίου 1948-49, 43.

[20] Wace 1955, πιν. 32 b. 33 a. 34 a,b.

[21] Βλ. Ανωτέρω: Οι ανασκαφές αποκάλυψαν τοίχο στα ανατολικά του ανατολικού τοίχου του δρόμου, κατασκευασμένο από αργολιθοδομή. Μεταξύ αυτού και του ανατολικού τοίχου του δρόμου υπήρχε γέμισμα από μικρούς λίθους και «αδιάβροχο χώμα». Όλη αυτή η κατασκευή προοριζόταν για την ανακούφιση του ανατολικού τοίχου του δρόμου από τις ωθήσεις των γαιών (σύμφωνα με τον Χρ. Τσούντα) ή για την εξασφάλιση της στεγανότητας του τοίχου του δρόμου (σύμφωνα με τον Α. Wace).

[22] Wace 1955, πιν. 32 b.

[23] Παπαδημητρίου 1948-49 σ. 43.

[24] ΠΑΕ 1951, σ. 25.

[25] Η προμήθεια λίθων από τα αρχαία λατομεία της περιοχής των Μυκηνών για τις αναστηλωτικές εργασίες αναφέρεται στα χρονικά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής για το έτος 1951 (BCH 1952 σ. 220, εικ. 18,19, πιν. LXXVI, 1952 (φωτογραφία εργασιών).

[26] Wace 1955 σ. 198.

[27] Σ. 439.

[28] Παπαδημητρίου 1953-54 Ι, σ. 11-23.

[29] Robinson 1941, 14-16.

 

Συντομογραφίες – Βιβλιογραφία


 

  • Αναστάσιος Ορλάνδος 1978: Αναστάσιος Ορλάνδος: ο άνθρωπος και το έργον του. Αθήναι: Ακαδημία Αθηνών (1978).
  • BCH 1951: De Santerre, H., “Chronique des fouilles et decouvertes archeologiques en Grece en 1950”, BCH 1951, σ. 101-129 και συγκεκριμένα σ. 113.
  • BCH 1952: Courbin, P.,”Chronique des fouilles et decouvertes archeologiques en Grece en 1951”, BCH 1952, σ. 201-247 και συγκεκριμένα σ. 218-221.
  • Κτενάς 1915: Κτενάς Χ., «Περί της στερεώσεως των αρχαίων μνημείων Μυκηνών», ΑΔ 1915, Παράρτημα, σ. 53-54.
  • Μαρινάτος 1953-54: Μαρινάτος Σπ., «Μικραί έρευναι εν Μυκήναις» ΑΕ, 1953-54 Ι, σ. 9-24.
  • Robinson 1941: Robinson, “New light on the facade of the Treasury of Atreus”, JHS 62, 1941, σ. 14-16.
  • ΠΑΕ 1907: Καββαδίας Π., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1907», ΠΑΕ 1907, σ. 51-74 και συγκεκριμένα σ. 61.
  • ΠΑΕ 1908: Καββαδίας Π., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1908», ΠΑΕ 1908, σ. 51-69 και συγκεκριμένα σ. 65.
  • ΠΑΕ 1909: Τσούντας Χρ., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1909, ΠΑΕ 1909, σ. 57-67 και συγκεκριμένα σ. 63.
  • ΠΑΕ 1910: Τσούντας Χρ., «Έκθεσις των Πεπραγμένων της Εταιρείας κατά το έτος 1910» ΠΑΕ 1910, σ. 53-66 και συγκεκριμένα σ. 64.
  • ΠΑΕ 1951: Ορλάνδος Α., «Έκθεσις περί του έργου της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας», ΠΑΕ 1951, σ. 1-39 και συγκεκριμένα σ. 25.
  • Παπαδημητρίου 1948-49: Παπαδημητρίου Ι., «Αναστηλωτικαί εργασίαι εν Μυκήναις», ΑΕ 1948-49, Αρχαιολογικά Χρονικά σ. 43-48.
  • Παπαδημητρίου 1955: Παπαδημητρίου Ι., «Ανασκαφαί εν Μυκήναις», ΠΑΕ 1955 (1960), σ. 217-232.
  • Pelon 1976: Pelon O., Tholoi, tumuli et cercles funeraires, Παρίσι 1976.
  • Wace 1953: Wace A., Hood. S., “Mycenae 1939-1952. Part IV. The Epano Phournos Tholos Tomb”, BSA 48, 1953, σ. 69-83.
  • Wace 1921-23: Wace A., “Mycenae. The Tholos Tombs. The Tomb of Clytemnestra”, BSA 25, 1921-23, σ. 357-376.
  • Wace 1949: Wace, A., Mycenae. An Archaeological History and Guide, Princeton, 1949.
  • Wace 1955: Wace A., Mycenae 1939-1954. Part III. Notes on the Construction of the “Tomb of Clytemnestra”, BSA 50, 1955, σ., 194-198, πιν. 32-35.

 

Σταματούλα Μακρυπόδη,

 Αρχαιολόγος,

Νομισματικό Μουσείο

 

Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η ανακάλυψη της μυκηναϊκής Πελοποννήσου μέσα από τον ελληνικό εθνικό Τύπο (δεκαετία 1830-δεκαετία 1920), Δρ. Αναστασία Λερίου. Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Ο αρχαιολογικός όρος «μυκηναϊκός» δηλώνει τον σχετικό με τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στην κεντρική και νότια ηπειρωτική Ελλάδα κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλαδή από τις αρχές του 16ου έως τα τέλη του 12ου αιώνα, και χαρακτηριζόταν από σύνθετες κοινωνικο-πολιτικές και οικονομικές δομές, συστηματικές επαφές με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου, εξελιγμένη τεχνολογία και εκλεπτυσμένη αισθητική. Αν και, κατά την περίοδο της ακμής του, κατά τους 13ο και 12ο αιώνες, ο μυκηναϊκός πολιτισμός έφτασε έως την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Μικρά Ασία, την Κύπρο και τα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου, κοιτίδα του αποτελεί η νότια ηπειρωτική Ελλάδα και η Πελοπόννησος, όπου έχουν εντοπισθεί τα ανακτορικά κέντρα, οι διοικητικοί και οικονομικοί πυρήνες των μυκηναϊκών «κρατών». Ο χαρακτηριστικός υλικός πολιτισμός των Μυκηναίων αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στην αργολική θέση των Μυκηνών, η οποία έδωσε και το όνομά της σε αυτόν.

Ο Βρετανός ιστορικός Τζωρτζ Γκρόουτ (George Grote 1794-1871), συγγραφέας του θεμελιώδους έργου A history of Greece (1846-1856).

Η ανασκαφή στις Μυκήνες, που ξεκίνησε το 1876, καθώς και αυτή του ανακτορικού κέντρου της Τίρυνθας, λίγο αργότερα, σηματοδοτούν την απαρχή της ανακάλυψης της μυκηναϊκής Πελοποννήσου, αλλά και αυτής καθαυτής της μυκηναϊκής εποχής. Μέχρι τότε, οι ιστορικοί, φιλόλογοι, και αρχαιολόγοι, θεωρούσαν ότι της ακμής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή του 5ου και 4ου αιώνα, είχε προηγηθεί μία «ηρωϊκή» εποχή, την οποία απηχούσαν τα ομηρικά έπη και ανέφεραν ο Ησίοδος, ο Ηρόδοτος, αλλά και ο Θουκυδίδης. Καθώς η χρονολόγηση της εποχής αυτής βασίστηκε στις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, οι πολλαπλές ερμηνείες των πηγών την καθιστούσαν ασαφή και προβληματική, με μόνο σίγουρο το terminus ante quem της πρώτης Ολυμπιάδας. Ένα επιπλέον ζήτημα ήταν και η ιστορικότητα των πληροφοριών που παρέδιδαν οι αρχαίοι συγγραφείς, κυρίως ο Όμηρος. Κατά το β΄ μισό του 18ου και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι ευρωπαίοι ιστοριογράφοι πίστευαν ότι μπορούσαν να αντλήσουν ιστορικά δεδομένα από τα έπη, πεποίθηση που ανατράπηκε σημαντικά από τον θετικιστή βρετανό ιστορικό Τζωρτζ Γκρόουτ (1794-1871), συγγραφέα του θεμελιώδους έργου A history of Greece (1846-1856), ο οποίος υποστήριξε ότι κανένας αρχαίος ελληνικός μύθος δεν περιείχε αξιόπιστες ιστορικές πληροφορίες.

Αρκετοί, βέβαια, ήταν εκείνοι που δεν επηρεάστηκαν από τις απόψεις του Γκρόουτ, με γνωστότερο εκπρόσωπό τους τον γερμανό αρχαιόφιλο έμπορο και λάτρη του Ομήρου Ερρίκο Σλήμαν (1822-1890), ο οποίος το 1868, με τα ομηρικά έπη και την Ελλάδος Περιήγησιν του Παυσανία ανά χείρας, περιηγήθηκε την Ελλάδα ξεκινώντας από την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη και συνεχίζοντας στην Πελοπόννησο, στην Αθήνα, και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, και την περιοχή της Τρωάδας, η οποία είχε ταυτιστεί βάσει τοπογραφικών πληροφοριών που παραδίδονταν στην Ιλιάδα. Στόχος του ταξιδιού αυτού ήταν να επισκεφθεί τις τοποθεσίες που ανέφερε ο Όμηρος, προκειμένου να εντοπίσει αρχαία ερείπια, που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τους ομηρικούς ήρωες και την εποχή τους. Κατά την περίοδο αυτή, αν και η θέση της Τροίας δεν εντοπιζόταν με βεβαιότητα, οι περισσότεροι ερευνητές, βασισμένοι στις περιγραφές των ομηρικών κειμένων και σε επιφανειακά αρχαιολογικά κατάλοιπα, θεωρούσαν ότι τα ερείπια της πόλη του Πριάμου βρίσκονταν στο Μπουνάρμπασι, κοντά στο Τσανάκκαλε. Αφού εξέτασε με λεπτομέρεια τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής και πραγματοποίησε δοκιμαστικές τομές, ο Σλήμαν πείστηκε ότι το Μπουνάρμπασι δεν ήταν σε καμία περίπτωση η θέση του Ιλίου και μετέφερε την έρευνά του βορειότερα, στο λόφο Χισαρλίκ. Εκεί τον οδήγησε η συνδυασμένη μελέτη της Ιλιάδας και της τοπογραφίας της περιοχής αυτής.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Η συστηματική ανασκαφή στο Χισαρλίκ ξεκίνησε το 1871, διήρκεσε τρία χρόνια κι έφερε στο φως οχυρώσεις, εκτεταμένα οικιστικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και σημαντικά κινητά ευρήματα, με γνωστότερο παράδειγμα τον εντυπωσιακό «θησαυρό του Πριάμου». Τα ευρήματα αυτά προκάλεσαν, όπως ήταν αναμενόμενο, το ενδιαφέρον του ελληνικού Τύπου, που με συνεχή δημοσιεύματα παρακολουθούσε εντατικά τις εξελίξεις στο ανασκαφικό πεδίο του Χισαρλίκ. Μάλιστα, η Εφημερίς των Συζητήσεων, αθηναϊκή εφημερίδα που εκδιδόταν δύο φορές την εβδομάδα κατά την περίοδο 1870-1895, δημοσίευε τακτικά αναφορές, τις οποίες απέστελλε ο ίδιος ο Σλήμαν από την Τροία, προκειμένου να ενημερώσει το ελληνικό κοινό για την εξέλιξη των εργασιών και τα ευρήματά του. Αντίστοιχο ενδιαφέρον έδειξε ο ελληνικός Τύπος και για τις επαναληπτικές ανασκαφές, που πραγματοποίησε ο Σλήμαν στο Χισαρλίκ την περίοδο 1878-1879, το 1882 και το 1890, τις προστριβές του με την Υψηλή Πύλη σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ευρημάτων του, καθώς και για την τύχη αυτών, και για τις σχετικές δημοσιεύσεις που εξέδωσε ο γερμανός ανασκαφέας. Τέλος, υπήρχαν άρθρα, που αφορούσαν διαλέξεις, μελέτες και σχόλια ελλήνων και ξένων επιστημόνων σχετικά με την Τροία, καθώς και κάποιες αναδημοσιεύσεις άρθρων ξένων, κατεξοχήν ευρωπαϊκών, εφημερίδων σχετικά με τις ανακαλύψεις του Σλήμαν.

Χαρακτηριστική ως προς τη σημασία που απέδιδε ο ελληνικός τύπος στα αρχαιολογικά επιτεύγματα του Σλήμαν, είναι η αναφορά στην Αυγή (29.09.1873) σχετικά με τον θησαυρό του Πριάμου:

«Εκεί ευρέθησαν πλην πολυαρίθμων άλλων αντικειμένων, σκεύη εκ καθαρού χρυσού, αργυρού και ηλέκτρου πλάκες αργυραί, δύο λαμπροί γυναικείοι στολισμοί εκ καθαρού χρυσού, πολλαί χιλιάδες χρυσών μαργαριτών απεσπασμένων εκ περιδεραίων, οκτώ ψέλια και 36 χρυσά ενώτια. Ουδεμία αμφιβολία ότι ο θησαυρός ούτος ανήκεν εις τον κύριον των ανακτόρων, όστις ήτον συγχρόνως και βασιλεύς του τόπου. Αλλά ποίον το όνομα του βασιλέως εκείνου; Ήτον άρα γε ο Πρίαμος; Όπως απαντήσω εις την ερώτησιν ταύτην, έπρεπε προηγουμένως να ήμαι βέβαιος ότι η Ιλιάς δεν ομοιάζει προς τας εποποιείας της Ραμαγιάνας και Σαχ Ναμέ, εν αις ο ήλιος, η σελήνη, οι άνεμοι και τα νέφη παριστώνται υπό αρχαίων ηρώων, η δε πάλη των στοιχείων και η κοσμογονία ως συμβάντα ανθρώπινα. Οπωσδήποτε ο κ. Σχλιέμαν παρέσχε μεγάλην υπηρεσίαν εις την επιστήμην και μεγάλως ετίμησεν εαυτόν χρησιμοποιήσας τοσούτον ευγενώς πλούτον αποκτηθέντα δια των δοκιμασιών, ας αφηγήθητε».

Ο προβληματισμός που εκφράζει ο ανώνυμος συντάκτης της Αυγής σχετικά με την ιστορικότητα των επών και, συνακόλουθα, με την ταύτιση της Τροίας, αποτελούσε  θεμελιώδες επιστημονικό ζήτημα με απήχηση και στο ευρύ κοινό, όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες σχετικά με την τοπογραφία της Τρωάδας και τον συσχετισμό της με τις πληροφορίες που παραδίδονται στην Ιλιάδα. Η διαφωνία κάποιων ελλήνων αρχαιολόγων με την τοποθέτηση της ομηρικής Τροίας στο λόφο Χισαρλίκ ήταν τόσο έντονη, που έφτασε και στον Τύπο. Πιο δραστήριος αντιπρόσωπος της ομάδας αυτής ήταν ο Γεώργιος Νικολαΐδης (1820-1907), ο οποίος είχε εκπονήσει πραγματεία σχετικά με την ταύτιση της Τροίας με το Μπουνάρμπασι, εμμένοντας στην προ Σλήμαν επικρατούσα άποψη.

Αν και πολύ συχνά ο τελευταίος αντιμετωπιζόταν από τον ελληνικό Τύπο ως πρωτοπόρος και ικανός λόγιος και ανασκαφέας, η κριτική για την έλλειψη επιστημονικής εγκυρότητας στο έργο του δεν ήταν σπάνια, ούτε άλλωστε και τα ειρωνικά σχόλια για την τυφλή, σχεδόν γραφική του προσκόλληση στον Όμηρο. Σε άρθρο της Εφημερίδας (15.03.1891) αναφέρεται ότι ο θεός της οικίας του «ήτο ο Όμηρος, η Ιλιάς ήτο η Γραφή της. Επί όλων των θυρών, εις όλας τας γωνίας είνε γεγραμμένοι στίχοι των αρχαίων ποιητών. Εντός της οικίας δεν ήκουε τις άλλα ονόματα ειμή Αγαμέμνων, Τελαμών, Αινείας, Λαομέδων, Ανδρομάχη, Κρέουσα· και αυτοί οι υπηρέται του έφερον αρχαία ονόματα».

Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις ο Σλήμαν χαρακτηρίστηκε «αρχαιοκάπηλος», καθώς ένα μεγάλο μέρος των ευρημάτων του μεταφέρθηκε στη Γερμανία, ενώ δεν έλειψαν και κατηγορίες ότι τα ευρήματά του δεν ήταν γνήσια. Χαρακτηριστική είναι η σχετική διαμάχη που ξέσπασε μεταξύ του ανασκαφέα και του διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης Σπυρίδωνα Κόμνου, στον οποίο ο Σλήμαν απάντησε με εκτενείς επιστολές, που δημοσιεύτηκαν σε ελληνικές εφημερίδες…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η ανακάλυψη της μυκηναϊκής Πελοποννήσου μέσα από τον ελληνικό εθνικό Τύπο

 

Read Full Post »

Ελευθέριον Ύδωρ (Αρχαίος ποταμός)


 

Ύδωρ καθαρτήριο

 

Ανάμεσα στο Άργος και στις Μυκήνες, στην πλαγιά μικρού υψώματος στις υπώρειες του λόφου της Εύβοιας, στην περιοχή της προϊστορικής πόλης Πρόσυμνας, απλώνονται ερείπια αρχαίων οικοδομημάτων, με κυριότερο απ’ όλα τον ναό της Ήρας, που έδωσε το όνομα Ηραίο στο γύρω χώρο. Ο Παυσανίας [1]  μαρτυρεί ότι στο δρόμο από Μυκήνες για Ηραίο, ρέει ύδωρ Ελευθέριον καλούμενον. Ο ίδιος συμπληρώνει ότι οι ιέρειες του Ηραίου χρησιμοποιούν το νερό για καθαρτήριες τελετές στις απόρρητες θυσίες. Tέτοια χρήση του νερού ήταν συχνή στην αρχαία θρησκεία. Μάλιστα, η όποια πηγή δεν ήταν υποχρεωτικό να είναι άφθονη, όπως προκύπτει από το παρακάτω επίγραμμα Ελληνιστι-κής εποχής:

Αγνή να είναι η ψυχή εκείνου που

μπαίνει σ’αυτό τον αγνό τόπο

και εδώ το χέρι του πλένεται σε διαυγές νερό.

Τον καλό μία σταγόνα θα καθαρίσει,

αλλά για τον ποταπό,

ούτε ο Ωκεανός επαρκεί

με όλα του τα κύματα [2].

 

Μας είναι γνωστό [3] ότι το Άργος επιδαψίλευε ιδιαίτερες τιμές στη Θεά, και στη γιορτή των Ηραίων σχηματιζόταν μεγάλη πομπή με επικεφαλής την ιέρεια από την πόλη στον ναό, ενώ θυσιάζονταν βόδια και το κρέας τους διανεμόταν στους πιστούς.

 

Αρχαιολογικός χώρος Ηραίου, Άργος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Η πηγή Κυνάδρα

 

Το Ελευθέριον ύδωρ το συναντάμε και στους άθλους του Ηρακλή. Συγκεκριμένα ο ήρως, όταν απήγαγε τον φοβερό Κέρβερο, αφού τον πήγε στον βασιλιά του Άργους Ευρυσθέα, δεν τον επέστρεψε στον Άδη, αλλά τον απελευθέρωσε κοντά στην πηγή Κυνάδρα, στον δρόμο που συνδέει τις Μυκήνες με το Ηραίο. Από τότε το νερό ονομάστηκε Ελευθέριον και ήταν έθιμο να πίνουν από εκεί νερό οι δούλοι που απελευθερώνονταν [4].

 

Ηρακλής και Κέρβερος (1636). Έργο του Peter Paul Rubens (1577–1640). Prado National Museum.

 

Ο Ησύχιος γράφει: Ελεύθερον ύδωρ εν Άργει από της συναγείας πίνουσι κρήνης ελευθερούμενοι των οικετών, διά το και τον Κέρβερον κύνα, ταύτη διαδράναι και ελευθερωθήναι. Υπήρχε μάλιστα στους αρχαίους η παροιμία που λεγόταν μεταξύ δούλων: Ει δε μη μηδέποθ’ ύδωρ πίοιμι ελευθέριον, αφού μόνο απελευθερούμενοι μπορούσαν να πιούν νερό από εκεί [5]. Και ο λόγιος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος (12ος αι.) σχολιάζει: Το εν Κυνάδρα Ελευθέριον ύδωρ πίνει [6].

Ο Ιούλιος Ονώριος μνημονεύει ομώνυμο ποταμό Ελευθέριο, που πηγάζει στη Συρία και χύνεται στο Αιγαίο [7].

 

Η χαράδρα του Ελευθέριου

 

Στο δρόμο από τις Μυκήνες προς το Ηραίο, ο αρχαίος διαβάτης περνούσε διαδοχικά από τις χαράδρες του Χάβου, του παραπόταμού του Βαθύρεμα, της ρεματιάς  Πλέσια [8], του Κατσικορέματος, της Συκιάς, του ρέματος Αλωνάκι και του Ρέματος του Κάστρου. Σε πολλά από αυτά, ανώνυμα και σε διαδικασία εξαφάνισης σήμερα, ο Steffen βρήκε ερείπια κυκλώπειων γεφυριών, απομεινάρια της πολυσύχναστης οδού.

Ο Ευστάθιος [9] θεωρεί πως το Ελευθέριον ήταν μια βραχώδης χαράδρα. Πράγματι, δυτικά της πλαγιάς όπου είναι τα ερείπια του Ηραίου, υπάρχει η χαράδρα Ρέμα του κάστρου, που σβήνει βαθμιαία σε ασήμαντο ρυάκι. Αυτή πρέπει να είναι ο Ελευθέριος, στον οποίο βρέθηκαν τα ίχνη μυκηναϊκής γέφυρας 300μ. B.Δ. από τον χώρο του Ηραίου. Ο Finlay ανακάλυψε το 1831 στην κοίτη αυτής της χαράδρας ένα υπόγειο υδραγωγείο, λαξευμένο στους βράχους, που πιθανόν μετέφερε το νερό της πηγής του Ελευθέριου.

Το 1892 Αμερικανοί αρχαιολόγοι εξερεύνησαν το υδραγωγείο αυτό, χωρίς όμως να φτάσουν στον προορισμό του. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι όδευε προς το Ηραίο, μεταφέροντας τα νερά της Κυνάδρας. Το μειονέκτημα αυτής της χαράδρας είναι πως δεν διαθέτει νερό άλλο από αυτό της βροχής. Θα μπορούσε βέβαια, να υπήρχε πηγή, που κάποια στιγμή στέρεψε. Θα μπορούσε ίσως πέντε δεξαμενές της αριστερής όχθης, ίχνη των οποίων διακρίνονται μέχρι σήμερα στην περιοχή του Ηραίου ή 200 μέτρα από τον ναό, να τροφοδοτούσαν με νερό το υδραγωγείο. Είναι όμως δύσκολο να υποθέσει κανείς πως οι τελετές του ναού γινόντουσαν με τα στάσιμα νερά μιας δεξαμενής, εκτός κι αν υπήρχε συνεχής φυσική τροφοδοσία της.

Η αναζήτηση της Κυνάδρας οδήγησε τον Steffen, ένα χιλιόμετρο Β.Δ. του Ηραίου, στον αρχαίο δρόμο για τις Μυκήνες, σε πηγή κοντά σε μικρό ρέμα, η οποία ήταν περιφραγμένη από αρχαίο κτίσμα στην περιοχή του εγκαταλελειμμένου μικροοικισμού  Βραζέρκα (Ν.Α από το Μοναστηράκι), ενώ λίγο πιο πάνω, στο εκκλησάκι της Παναγίας της Ζωοδόχου πηγής, υπάρχει νεότερη δεξαμενή, τροφοδοτούμενη από βρύση, που κι αυτή έχει ίχνη αρχαίας μαρμάρινης δόμησης. Ο Steffen πιθανολογεί πως είναι η πηγή του Ελευθερίου. Ο Αρβανιτόπουλος είδε εδώ αβαθές πηγάδι κοντά σε εκκλησάκι που ονομάζει Γέννηση της Παναγίας, όπου αναβρύζει νερό που μεταφέρεται με υπόγειο υδραγωγείο από τα βουνά και καταθέτει μια σημαντική μαρτυρία. Οι κάτοικοι του Κουτσοποδίου, αν και το νερό δεν έχει καμία ιδιάζουσα γεύση, το θεωρούν άριστο καθαρτικό και έρχονται εδώ να το προμηθευτούν. Η εξέλιξη μιας βάσιμης παράδοσης, θα πουν κάποιοι και πιθανόν να έχουν δίκιο.

O Kurzgefaste γράφει πως το Ελευθέριο χυνόταν στον Αστερίωνα, πράγμα λογικό, αν κρίνουμε από την κατεύθυνση του ρέματος του Κάστρου, αν και για τα υπόλοιπα ρέματα του δρόμου των Μυκηνών φαίνεται λογικότερο να υποθέσουμε πως κατάφερναν να φτάσουν ως τον Ίναχο, ή να έσβηναν όπως και σήμερα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] 2, 17, 1. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980].

[2] Nilsson Martin P., «H πίστη των Ελλήνων». Μτφρ. Ι. Κ.Μαζαράκης Αινιάν. Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1998.

[3]  Nilsson, «Gr. Feste», 42-45.

[4]  Ησύχιος λ. Ελευθέριον ύδωρ. Ευριπίδη, «Ηρακλής» 614 κ.ε.

[5]  Georgiev V., «Die Altgriechischen Flussnamen», Sofia 1958,  σ. 18.

[6]  «Παρεκβ. εις Όμηρον», 1747, 10.

[7] «Cosmographia», Β, 12, από τους «Geographi Latini minores» του Riese.

[8] Από εγκαταλελειμμένο χωριουδάκι, Β. Α. του σημερινού χωριού Μοναστηράκι (τ. Πρίφτιανι).

[9] Οδύσσεια, xiii, 408.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

Read Full Post »

Το νερό και το μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας


 

Θεωρείται ότι η ζωή αναδύθηκε από το νερό. Σύμφωνα με την επικρατέστερη  θεωρία, τα πρώτα βιομόρια σχηματίσθηκαν στα βάθη των πρωτόγονων ωκεανών. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι πρώιμοι οργανισμοί αναπτύχθηκαν σε βάθος 10μ.  από την επιφάνεια του νερού. Τα μόρια που περιείχαν άνθρακα συνενώθηκαν και σε μετέπειτα στάδιο ανέπτυξαν την ικανότητα της αναπαραγωγής, που θεωρείται το πρώτο σημάδι ζωής.

Η εξέλιξη ξεκίνησε εκεί που υπήρχε νερό. Πολλοί πολιτισμοί αναπτύχθηκαν κατά μήκος  των ακτών  και στις όχθες των ποταμών της Μεσογείου. Αναφέρουμε ενδεικτικά  τον  Μινωικό, τον Μυκηναϊκό, τον Κλασικό Ελληνικό και Ελληνιστικό πολιτισμό, αλλά και τους πολιτισμούς των Φοινίκων, των Ετρούσκων, των Ρωμαίων, των Αράβων και των Οθωμανών. Ο Αιγυπτιακός πολιτισμός άνθησε στις όχθες του Νείλου. Ο Ηρόδοτος έγραψε ότι η χώρα της Αιγύπτου ήταν ένα απόκτημα, «το δώρο του ποταμού». Πριν τον Αιγυπτιακό πολιτισμό, ένας άλλος ήκμασε στη Μεσοποταμία, ανάμεσα σε δύο μεγάλους ποταμούς της Ασίας, τον Τίγρη και τον Ευφράτη.

Η σημασία του νερού θεωρήθηκε τόσο μεγάλη, που ορισμένοι φιλόσοφοι, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, το θεώρησαν ως «Αρχή των Πάντων», o Ηράκλειτος, έδωσε τις πρώτες ιδέες  για τον κύκλο του νερού, ενώ ένας άλλος φιλόσοφος, ο Εμπεδοκλής, όπως αργότερα και ο Αριστοτέλης, περιέγραψαν το νερό ως ένα από τα τέσσερα στοιχεία που συνιστούν την ύλη.

Όλοι οι μύθοι και οι θρύλοι που εξιστορούν τη γέννηση του σύμπαντος, παρουσιάζουν το νερό ως σύμβολο της ζωής και το συνδέουν με υδάτινες θεότητες.

Έτσι, κατά την Ελληνική κοσµοαντίληψη, ο Ωκεανός θεωρούνταν ο πατέρας όλων των θεών και οι θεοί του Ολύμπου ορκίζονταν στα νερά της Στυγός. Ο ίδιος ο Ζευς μεταμορφώνεται σε βροχή και γονιμοποιεί την Γη, ενώ ο αντίστοιχος Ορφικός Ύµνος τον αποκαλεί «αστραπαίο», «βρονταίο», «κεραύνιο», «φυτάλιο». Ο Πατέρας θεών και ανθρώπων ταυτίζεται µε την παραγωγή και το περιβάλλον γενικότερα, η δε συµβία του,  Ήρα αναφέρεται ως «όµβρων Μήτηρ».

Ο Ποσειδώνας είναι ο κατεξοχήν θεός του υγρού στοιχείου. Στην «Ελληνική Μυθολογία» του Ι. Κακριδή αναφέρεται ότι ο Ποσειδών έχει δύο παλάτια. Το πρώτο βρίσκεται στον Όλυµπο, ενώ το δεύτερο, στα βάθη της θάλασσας, όπου περνά τις µέρες και τις νύχτες του µε την γυναίκα του Αµφιτρίτη. Από τη δοξασία αυτή και από τις προσωνυµίες που είχε «Κρηναίος», «Πετραίος», «Επιλήµνιος» θεωρήθηκε προστάτης κάθε υγρού στοιχείου, ο κατεξοχήν προστάτης των ναυτικών και των ψαράδων-όπως ο Αη Νικόλας της χριστιανικής θρησκείας.

Αντικείμενο προβληματισμού των αρχαίων Ελλήνων, φαίνεται ότι υπήρξε και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης, με την επινόηση τριών θαλάσσιων θεοτήτων:

  • Της Ακταίας, η οποία προστάτευε τις ακτές από τα ναυάγια και τα απορρίματα των πλοίων που μεταφέρονταν με τα κύματα,
  • Της Αλκίππης, προστάτιδας του θαλάσσιου βυθού και
  • Της Ασίνης, η οποία επέβλεπε τα πλοία.

Στους καπετάνιους που ακολουθούσαν τους Κανονισμούς και προστάτευαν τον πυθμένα και τις ακτές απονέμονταν η «Ασίνηος Λίθος» ενώ στις εισόδους των λιμανιών έστηναν μαρμάρινες στήλες με την επιγραφή ΑΛΟΝ ΣΕΒΟΥ (να σέβεσαι την θάλασσα).

Νόμοι του Σόλωνα, για τη δίκαιη κατανομή έχουν μείνει στην ιστορία σαν παραδείγματα σωστής και δίκαιης διαχείρισης του πόρου αυτού. (Koutsoyiannis et al. 2008). Οι νόμοι αυτοί, μετέπειτα, περιγράφηκαν από τον Πλούταρχο, ως εξής :

  • εάν υπήρχε ένα δημόσιο πηγάδι σε απόσταση 4 σταδίων (710 μέτρα), όλοι θα χρησιμοποιούσαν αυτό
  • εάν το πηγάδι ήταν μακρύτερα, θα έπρεπε να ανοιχτεί πηγάδι με ιδιωτικά μέσα
  • εάν είχαν σκάψει για 18 μέτρα και δεν είχαν βρει νερό είχαν το δικαίωμα να παίρνουν μια υδρία (20 λίτρα) 2 φορές την ημέρα από τους γείτονές τους.

Το νερό έχει ξεχωριστή σημασία και βαρύτητα και σε όλες τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες που συναντούμε στην περιοχή της Μεσογείου. Έτσι, στον Μουσουλμανισμό, στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό το νερό αποτελεί σύμβολο αγνότητας και το μέσο με το οποίο, καθαγιάζει το Άγιο Πνεύμα.

Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, το συχνό λουτρό, άρα η αγάπη για το νερό και την καθαριότητα αποκτά  πνευματική αξία. Γι’ αυτό, οι ακόλουθοι της Εβραϊκής, αλλά και της Μουσουλμανικής πίστης, πρέπει να καθαρίζονται με νερό κάθε φορά που εισέρχονται σε σημεία λατρείας – αντιστοιχία με τον «λουτήρα» των Χριστιανών -, ενώ οι Χριστιανοί βαπτίζονται στο νερό για να καθαριστούν από το προπατορικό αμάρτημα. Άλλη μια ιερουργία του Χριστιανισμού είναι ο αγιασμός των πιστών, όπως και των κτηρίων. Το πιο ζωτικό στοιχείο της ζωής όλων των έμβιων όντων εκτιμήθηκε  ιδιαίτερα και από τον Ιησού Χριστό. «Χριστός εφάνη εν Ιορδάνη αγιάσαι τα ύδατα».

Σε όποια θρησκευτικά συστήματα και αν απαντάται, το νερό διατηρεί πάντα την λειτουργία του: διασπά, καταλύει, «νίπτει τα ανομήματα», έχει ενέργεια εξαγνισμού, αλλά και αναγέννησης.

Από τα πανάρχαια χρόνια, αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες τεχνικές για την συγκέντρωση, την αποθήκευση και τη διανομή του νερού και φτιάχτηκαν διάφορα υδραυλικά και εγγειοβελτιωτικά έργα.

Οι κρήνες (βρύσες) είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα, ήδη από την αρχαιότητα: η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά. Στην αρχαία Ρώμη στις δημόσιες κρήνες το νερό ανάβλυζε από κάποιο γλυπτό (σιντριβάνια). Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να προστατεύουν το νερό,την πηγή της ζωής, από τα «κακά πνεύματα».

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι το νερό ήταν ευπρόσβλητο από «κακές» δυνάμεις, κάτι που εκφραζόταν μέσα σε δοξασίες και μυθολογίες για υπερφυσικούς φύλακες των νερών, δράκους, τέρατα, φίδια, κ.λπ. Στα νεότερα έθιμα επιβιώνουν πολλές δοξασίες από την αρχέγονη λατρεία του νερού, που επηρέασαν τον διάκοσμο της κρήνης με συμβολικά σχέδια (δράκοι, αετοί, φίδια, λιοντάρια, κ.ά.). Πεντάλφες, κυπαρίσσια, γλάστρες, ρόδακες, αντικριστά ζώα, κ.ά. δηλώνουν ανατολικές επιρροές, ενώ τα ανθοφόρα ή φρουτοφόρα αγγεία, αχιβάδες, κ.ά. δυτικές επιρροές.

 

Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας

 

Η ακμή των τεχνικών υδραυλικών έργων των Μυκηναίων στην Πελοπόννησο και των Μινύων στη Βοιωτία και τη Θεσσαλία, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά ευρήματα, τοποθετείται χρονολογικά στον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Τα συστήματα εκμετάλλευσης που είναι πρωτόγνωρα και μοναδικά στην Ευρώπη, είχαν ως κύριο στόχο  την προστασία από πλημμυρικά φαινόμενα, την απόκτηση και την εξασφάλιση καλλιεργήσιμων γαιών και την βελτίωση της ποιότητας του εδάφους, με τον έλεγχο της θέσης και του μεγέθους των λιμνών που σχηματίζονταν. Αποτέλεσμα των τεχνικών παρεμβάσεων  ήταν τα προηγμένα εγγειοβελτιωτικά έργα, που εξασφάλιζαν  απορροή των υδάτων από κατοικημένες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Στα ανατολικά περιθώρια του Αργολικού πεδίου, στην κοίτη του Μεγάλου Ρέματος, δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Νέας Τίρυνθας και πέντε περίπου χιλιόμετρα από την Ακρόπολη της Τίρυνθας έχει εντοπισθεί ένα μοναδικό τεχνικό έργο του 13ου π.Χ. αιώνα, το «Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας».

Στο  εύφορο Αργολικό πεδίο, η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φώς ευρήματα που πιστοποιούν ότι η περιοχή κατοικείτο 50.000 χρόνια πριν. Την νεολιθική εποχή αναπτύχθηκαν οι πρώτοι οικισμοί και μέχρι το 4.000 π.χ. οι οργανωμένοι οικισμοί ήταν ελάχιστοι. Μετά το έτος αυτό, δημιουργήθηκαν 17 οικισμοί και ο αριθμός τους μαζί με τον πληθυσμό συνέχιζε να αυξάνεται μέχρι το 2.500 π.Χ. Η γη εκαλλιεργείτο εντατικά και οι ανάγκες σε κρέας, μαλλί και δέρμα αυξάνονταν. Οι γύρω λόφοι άρχισαν να κατοικούνται, από περιοίκους, κυρίως  βοσκούς και εκτρέφονταν πρόβατα και γίδια με συνεχώς αυξανόμενο αριθμό. Τα δάση αποψιλώνονται, τόσο για την προμήθεια της ξυλείας που χρησιμοποιείτο στις κατασκευές, όσο και για να δώσουν την θέση τους σε βοσκοτόπια. Οι ανασκαφές στην περιοχή των λόφων, έφεραν στο φως κεφαλές εκατοντάδων τσεκουριών υλοτομίας, από σκληρή πέτρα.

Τα πρώτα σημάδια της εδαφικής διάβρωσης κάνουν την εμφάνισή τους, ήδη από το 3.500 π.Χ.  Στις λεκάνες, οι οποίες  τροφοδοτούν τους χειμάρρους η βλάστηση έχει μειωθεί, ο όγκος των ομβρίων που απορρέουν γίνεται μεγαλύτερος, και ο ρυθμός διάβρωσης του εδάφους εντονότερος. Στην περιοχή της Τίρυνθας ο ποταμός κατά καιρούς πλημμυρίζει και καλύπτει την πεδιάδα με φερτά υλικά. Κατά τα πρώτα στάδια, το πάχος των στρωμάτων που σχηματίζονται από τις φερτές ύλες, είναι λεπτό και ευπρόσδεκτο από τους αγρότες, διότι φέρνει νέα συστατικά που βελτιώνουν την απόδοση των φυτών. Οι καταστροφές των καλλιεργειών αλλά και των οικισμών εξ αιτίας των πλημμυρών δεν είναι συχνές και όποτε συμβαίνουν έχουν περιορισμένη έκταση.

Η υποβάθμιση όμως των ορεινών λεκανών συνεχίζεται, οι πλημμύρες εμφανίζονται κατά μικρότερα χρονικά διαστήματα και είναι πιο απειλητικές, η πεδιάδα κατακλύζεται πιο συχνά καταστρέφοντας τις καλλιέργειες, το επιφανειακό έδαφος ξεπλένεται και δημιουργούνται τοπικά έλη που φέρνουν αρρώστιες.  Συγχρόνως η θάλασσα μπροστά από την πόλη αρχίζει να επιχώνεται, κάνοντας την ακτογραμμή να απομακρύνεται. Τα πρώτα σημάδια καταστροφικών πλημμυρών ανιχνεύονται ήδη από το 2.800 π.Χ.

Η πρώτη αντίδραση των κατοίκων που είχε στόχο κυρίως την προστασία των καλλιεργειών, ήταν η κατασκευή ορισμένων έργων διαχείρισης των ορεινών λεκανών απορροής, κυρίως μέσω λίθινων αναβαθμών, για την συγκράτηση των φερτών και την καθυστέρηση της απορροής. Τέτοιοι αναβαθμοί έχουν εντοπισθεί από τους αρχαιολόγους σε ρέματα που κατεβαίνουν από τις πλαγιές των λόφων γύρω από την Τίρυνθα. Τα έργα αυτά όμως δεν ήταν ικανά να σταματήσουν την υποβάθμιση του εδάφους. Η διάβρωση της πεδιάδας συνεχιζόταν και σε αυτό συνέβαλε και η ευρεία πλέον χρήση του αρότρου.

Από τα ορεινά της ανατολικής Αργολίδας κατέβαινε ο εξαιρετικά ορμητικός χείμαρρος της Τίρυνθας, απειλώντας κάθε τόσο να πλημμυρίσει την πόλη της Αρχαίας Τίρυνθας που βρισκόταν στους πρόποδες της περίφημης Ακρόπολης και να επιχώσει την παράκτια ζώνη, απομακρύνοντας την Τίρυνθα από τη θάλασσα.  Είναι πολύ πιθανόν οι εκβολές και ο κάτω ρους της Λάκισας (Παλαιάς κοίτης του ρέματος της Τίρυνθας πριν την εκτροπή) να χρησιμοποιείτο κάποτε και ως αλιευτικό καταφύγιο για τα σκάφη των ψαράδων της πόλης, όπως συμβαίνει σήμερα με τον κάτω ρου του ποταμού Ερασίνου στη Νέα Κίο, ο οποίος βρίσκεται 5 χλμ. δυτικά του παλιού Τημένιου.

Μετά από καταστροφικές πλημμύρες, στα τέλη της εποχής του Χαλκού, που έχουν επιβεβαιωθεί από γεωλογικές – αρχαιολογικές έρευνες, αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η εκτροπή του επικίνδυνου χειμάρρου ως εξής:

Περίπου 4χλμ. ανατολικά της πόλης αποκλείστηκε η βαθιά κοίτη πλάτους 50μ. με πρόχωμα ύψους  10μ και μήκους 100μ περίπου, επενδεδυμένου μερικά και ενισχυμένου στα άκρα με ογκολίθους και διανοίχθηκε τεχνητό κανάλι, το οποίο σήμερα ονομάζεται Μεγάλο Ρέμα,  μήκους 1,5χλμ. μετέφερε τα νερά στη γειτονική κοίτη του ρέματος Αγίου Αδριανού. Η νέα διώρυγα σκάφθηκε στο ίδιο βάθος και πλάτος που είχε η παλιά κοίτη. Η επιλογή της τοποθεσίας του έργου, καθώς και το σημείο εκτροπής (εκεί όπου η μακρόστενη κοιλάδα του χειμάρρου ανοίγεται προς την πεδιάδα και όπου μπόρεσαν να περιληφθούν και  μικρότεροι ακραίοι παραπόταμοι) αποδεικνύουν την ακρίβεια με την οποία οι κατασκευαστές είχαν διερευνήσει τις υδρολογικές παραμέτρους του συστήματος. Το φράγμα απέκοψε τα 4/5 της επιφάνειας απορροής του χειμάρρου (περίπου 21 τ.χλμ). Εκτιμάται ότι για την κατασκευή του απαιτήθηκαν εκσκαφές όγκου 160.000κ.μ. περίπου, η κατασκευή του τεχνητού καναλιού διήρκησε περίπου  τέσσερα χρόνια και σε ημερήσια βάση εργαζόταν 100 άτομα, ενώ η κατασκευή του φράγματος πρέπει να έγινε  σε ένα χρόνο και μάλιστα την ξηρή περίοδο και εργάσθηκαν επιπλέον 33 άτομα και πολλά ζώα για τη μεταφορά των χωμάτων και των ογκολίθων. (Φωτοπούλου Λήδα «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», μεταπτυχιακή εργασία, Αθήνα, Οκτώβριος, 2009). Εικ. 1.

 

Εικ.1 Υπολείμματα από τον τοίχο του φράγματος 1β. Το Μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας (30.000m³ όγκου χώματος), Α,Β,Γ: το σύνολο του έργου για την εκτροπή των χειμάρρων 1,2 και 3, Δ η παλιά κοίτη «Λάκισα». Πηγή: Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή».

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας στην κοίτη του Αγίου Ανδριανού λειτουργεί  μέχρι σήμερα, ακριβώς όπως την είχαν σχεδιάσει και εκτελέσει οι Μυκηναίοι. Αντίθετα δεν λειτουργεί πλέον ένας δεύτερος τεχνητός αγωγός απορροής προς τα νότια, που οδηγούσε νερό και φερτά υλικά πέρα από τον όρμο της Τίρυνθας, στον όρμο του Ναυπλίου, που την εποχή εκείνη εισχωρούσε βαθιά στην ξηρά. Η πρόσχωση του όρμου αυτού είναι αποτέλεσμα της πανάρχαιας εκτροπής του ποταμού. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι, Ενετοί μηχανικοί του μεσαίωνα υλοποίησαν την εκτροπή όλων των χειμάρρων στον όρμο της Τίρυνθας, που με τη σειρά του δέχτηκε τόσες προσχώσεις, ώστε η τότε παραλιακή πόλη να βρίσκεται σήμερα 1,5 χλμ. από την ακτή του κόλπου της Αργολίδας. (Εικόνα 2).

 

Εικ.2: Τοπογραφικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής του Μυκηναικού φράγματος και της Aρχαίας Τίρυνθας Α. Η αδρανής κοίτη του χειμάρρου πριν από 3.200 χρόνια, Β. Η πιο πρόσφατη εκτροπή του ποταμού από τους Βενετούς πριν 500 χρόνια περίπου, C. η τεχνητή κοίτη του ρέματος. Πηγή : Jost Knauss, Argolische Studien.

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας αποτελεί, όπως και ο μεγάλος αγωγός των Μινύων στην Κωπαΐδα, έργο της μυκηναϊκής υδραυλικής τεχνικής.

Το φράγμα της Τίρυνθας και το κανάλι εκτροπής του Μεγάλου Ρέματος,  για πολλούς,  αποτελούν το πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο του μύθου του ήρωα Ηρακλή για τον άθλο του καθαρισμού των στάβλων του Αυγεία, του πλούσιου βασιλιά της Ήλιδας με τα 3.000 βόδια, από την κοπριά, που είχε μαζευτεί εκεί επί τριάντα χρόνια. Ο Ηρακλής τους καθάρισε στρέφοντας τα νερά του Πηνειού και του Αλφειού προς τους στάβλους. Άλλωστε η Μυκηναϊκή Τίρυνθα, είναι ο χώρος, όπου ο Ηρακλής ζει τουλάχιστον 12 χρόνια, υπηρετώντας υποχρεωτικά τον Ευρυσθέα, βασιλιά της Τίρυνθας και πραγματοποιεί  άθλους,  προκειμένου να εξαγνισθεί για το φόνο της γυναίκας του και των παιδιών του.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό το τεχνικό θαύμα των Μυκηναίων μηχανικών εξακολουθεί να λειτουργεί επί 3.300 χρόνια μέχρι σήμερα, έστω και εν μέρει, προστατεύοντας τη περιοχή της Τίρυνθας από τις εποχιακές πλημμύρες.

Η πόλη της Τίρυνθας απαλλάχθηκε από τις πλημμύρες και τα φερτά υλικά σταμάτησαν να επιχώνουν τον θαλάσσιο χώρο.

Το φράγμα και το κανάλι εκτροπής πέτυχαν το σκοπό, για τον οποίο κατασκευάστηκαν, εκτρέποντας τις πλημμυρικές παροχές μακριά από την Τίρυνθα.

Προσωρινά επετεύχθη και η προστασία της θαλάσσιας περιοχής, η επίχωση όμως του Αργολικού κόλπου μπροστά από την Ακρόπολη συνεχίστηκε από τα θαλάσσια ρεύματα που μετέφεραν τα φερτά υλικά από τη νέα εκβολή. (Εικ.3).

 

Εικ.3 : Πιθανή θέση της ακτογραμμής της εποχή της εκτροπής του ποταμού. Πηγή: «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προιστορική Εποχή», από Ηλία Μαριολάκο, Ιωάννη Φουντούλη και Ιωάννη Μπαντέκα.

 

Παράλληλα  η εκτροπή του ποταμού μείωσε τους διαθέσιμους υδρευτικούς πόρους, που ήταν απαραίτητοι στην πόλη και στέρησε από τον υδροφόρο ορίζοντα και κατ’ επέκταση από τις καλλιέργειες, μέρος της ετήσιας ανατροφοδοσίας.

 

Πηγές


 

  • Αγαπητίδης Σ.Ι  «Προστασία του περιβάλλοντος. Αρχαίοι και Νεοέλληνες», Περιοδικό Ιστορία, Τεύχος 215, Μάιος 1986.
  • Knauss J. 1996. Argolische  Studien.  Alte  Strassen – Alten Wasserbauten, Flussumleituns von Tiryns. Munchen,71-121.
  • Κ. Σουέρεφ, (επιμ), «Υδάτινες σχέσεις: Το νερό ως πηγή ζωής κατά την αρχαιότητα», Θεσσαλονίκη, 2000.
  • Δελτίο της Ελληνικής Γεωλογικής  Εταιρίας, τόμος XXXVI, 2004, Πρακτικά 10ου Διεθνούς Συνεδρίου, Θεσ/νίκη,  Απρίλιος 2004 «GEOMORPHOLOGICAL AND ARCHAEOLOGICAL STUDY OF THE BROADER AREA OF THE MYCENAEAN DAM OF MEGALO REMA AND ANCIENT TIRYNS, SOUTHEASTERN ARGIVE PLAIN, PELOPONNESUS» Μαρουκιάν Χ., Γάκη – Παπαναστασίου Κ. και Πιτερός Χρήστος.
  • ΥΠΕΠΘ, Δήμος Στυλίδας, Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Στυλίδας, «Γεωμυθολογικά Μονοπάτια», Εκπαιδευτικό Υλικό, ΚΠΕ Στυλίδας, Ιούνιος, 2008.
  • Παναγιώτης Ψύχας, «ΤΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΤΙΡΥΝΘΑΣ»,  22 Μαΐου, 2008  στο academia. Edu.
  • Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος Τομέας Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Λευκωσία, 16 Ιανουαρίου, 2009.
  • Διαρκής κατάλογος κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων listedmonuments.culture.gr.
  • Φωτοπούλου Λήδα, «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ – ΔΙΑΤΜΗΜΑΤIΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ», ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2009.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην Οργάνωση και Διοίκηση

 

Άρθρα Μαρίας Βασιλείου:

Read Full Post »

Οι Μυκήνες και το Άργος μέσα από τα μάτια των περιηγητών © Δημήτρης Τότσικας


 

Αναδρομή στην ιστορία του Άργους και των Μυκηνών

 

Η ευρύτερη περιοχή του Άργους αποτέλεσε μια από τις σπουδαιότερες κοιτίδες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και γέννησε πασίγνωστους ήρωες, μύθους και θρύλους. Η πόλη του Άργους θεωρείται η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, καθώς ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, που κατοικήθηκε αδιάλειπτα μέχρι σήμερα στην ίδια γεωγραφική θέση.

Η αρχαία πόλη των Μυκηνών, χτισμένη σε στρατηγικό σημείο στο βάθος του Αργολικού κόλπου, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό συγκρότημα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Οι σημαντικές αυτές πόλεις ήταν φυσικό να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όχι μόνο των ιστορικών και των ποιητών, αλλά και των απλών επισκεπτών τους από την αρχαιότητα. Ανάμεσα στους επισκέπτες ξεχωρίζουν οι περιηγητές, οι οποίοι άφησαν σημαντικά κείμενα με χρήσιμες πληροφορίες για την εποχή τους.

Ο όρος «περιηγητής» (<περί + ηγούμαι) αναφέρεται σε αυτόν που ταξιδεύει σε έναν ξένο τόπο και περιδιαβαίνει είτε για αναψυχή είτε για μελέτη των μνημείων, του τρόπου ζωής των κατοίκων και άλλων επιμέρους θεμάτων. Η κλασική μορφή ενός περιηγητή περιλαμβάνει κάποιον που ταξιδεύει τριγυρίζοντας σε τόπους άγνωστους κι ανεξερεύνητους, με φυσικά μέσα (πεζός ή πάνω σε άλογο ή σε άμαξα), σημειώνοντας τις παρατηρήσεις του συνήθως με τη μορφή χρονικού ή ημερολογίου.

 

Οι αρχαίοι περιηγητές

 

Η ιστορία του περιηγητισμού στην Αργολίδα ξεκινά από τα ομηρικά έπη. Ο Όμηρος απαθανατίζει τόσο τις «πολύχρυσες Μυκήνες» όσο και το «ιπποτρόφον» και «πολυδίψιον Άργος», τις αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας. Επίσης μας παρουσιάζει τον αρχιστράτηγο των Ελλήνων Αγαμέμνονα με το χρυσό σκήπτρο που φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος, τον βασιλιά του Άργους Διομήδη, καθώς και πλήθος μυθολογικών στοιχείων που σχετίζονται με την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας. Στα ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, το Άργος αναφέρεται (ως ουσιαστικό ή επίθετο) συνολικά 232 φορές. Ωστόσο ο ποιητής δε μας δίνει αξιοσημείωτες τοπογραφικές λεπτομέρειες για καμιά από τις δυο πόλεις.

Οι μετέπειτα αρχαίοι συγγραφείς και γεωγράφοι, Στράβων και Οβίδιος, αναφέρουν ότι ελάχιστα στοιχεία έχουν απομείνει από την εποχή του Χαλκού και έτσι αποθαρρύνουν τους μελλοντικούς αρχαιοδίφες. Ο Στράβων, που περιηγείται την Πελοπόννησο το 29 π.Χ., περιγράφει την πόλη του Άργους, αναφέρει την ακρόπολη Λάρισα, τους ποταμούς Ίναχο και Ερασίνο, ενώ δηλώνει ότι «σή­μερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος από την πόλη των Μυκη­ναίων».

Ο Παυσανίας, που ακολουθεί, τον 2ο αιώνα μ.Χ., εξετάζει σχολαστικά την πόλη του Άργους και επισκέπτεται τα απομεινάρια των Μυκηνών της Ελληνιστικής Εποχής. Ως εκ τούτου, δεν αναφέρει τίποτα για θολωτούς τάφους ή ταφικούς κύκλους, καθώς τα μνημεία αυτά πιθανότατα καλύφθηκαν από τους Αργείους το 468, για να ελαχιστοποιήσουν τη δόξα των Μυκηνών. Πηγές του αρχαίου περιηγητή αποτελούν τόσο οι πληροφορίες που συλλέγει από τους γηγενείς όσο και το έργο δυο τοπικών αρχαίων λογογράφων, του Ακουσίλαου (γεν. 500 π.Χ.) και του Ελλάνικου (490-405 π.Χ.) (Ακουσιλάου Γενεαλογίες, Ελλανίκου Οι ιέρειες της Ήρας στο Άργος). Το έργο του, «Ελλάδος περιήγησις», αποτελεί έναν συνδυασμό μυθολογίας, ιστορίας και αυτοψίας, κατά την οποία ο περιηγητής εξηγούσε ό,τι έβλεπε με βάση το μύθο της Ιλιάδας. Ο ευκατάστατος και φιλομαθέστατος ταξιδιώτης αναφέρεται αναλυτικά σε όλα τα σημαντικά μνημεία που βρήκε στην περιοχή, στους δρόμους που την συνδέουν με γειτονικές πόλεις και στους μύθους που σχετίζονται με κάθε τόπο. Και εάν οι ιστορικές πληροφορίες που παραθέτει ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα της μυθολογίας, οι τοπογραφικές και αρχαιολογικές παρατηρήσεις του είναι πολύτιμες και αποτέλεσαν έναν συστηματικό και εξαιρετικής ακρίβειας οδηγό για όλους σχεδόν τους μετέπειτα περιηγητές της αργολικής γης από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα. Και, βέβαια, μπορεί οι ανασκαφές που έχουν διενεργηθεί στις Μυκήνες και το Άργος ως τώρα να επικυρώνουν στις περισσότερες περιπτώσεις την ακρίβεια των παρατηρήσεών του, ωστόσο πόσο ειρωνικό μοιάζει αλήθεια το γεγονός ότι οι περισσότεροι μετέπειτα ταξιδιώτες χρησιμοποίησαν ως οδηγό για τις περιηγήσεις τους στην αργολική γη το έργο ενός ανθρώπου που έζησε 7 αιώνες μετά την καταστροφή της πόλης και έμαθε πληροφορίες από τοπικούς οδηγούς και λογογράφους της εποχής του!

 

Από την αρχαιότητα ως τους νεότερους χρόνους

 

Στους αιώνες που μεσολαβούν από το τέλος της αρχαιότητας έως την Αναγέννηση και τους νεότερους χρόνους, το ενδιαφέρον των περιηγητών για την Αργολίδα σβήνει, με αποτέλεσμα οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών να χάνονται στη λήθη των αιώνων. Το σκοτάδι του Μεσαίωνα δεν αφήνει περιθώρια για μεγάλα ταξίδια και εξορμήσεις στην αργολική ύπαιθρο. Εμφύλιοι πόλεμοι, βάρβαροι κατακτητές, υστερόβουλοι τοπικοί ηγεμόνες, ληστρικές επιδρομές και φυσικές καταστροφές αλλοιώνουν σημαντικά την όψη των άλλοτε κραταιών αυτών ιστορικών χώρων και τα μετατρέπουν σε ερειπιώνες και «σκόρπιες πέτρες» για τους Έλληνες της Τουρκοκρατίας. Η Ελλάδα για πολλούς αιώνες αποτελούσε έναν επικίνδυνο και δύσβατο τόπο και η τοποθεσία των Μυκηνών ήταν παντελώς άγνωστη.

 

Η αναβίωση του περιηγητισμού

 

Τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά τις Σταυροφορίες, Ευρωπαίοι περιηγητές και ζωγράφοι, φιλέλληνες και αρχαιοδίφες ταξίδεψαν στην Ελλάδα για να ζήσουν την περιπέτεια και να δώσουν εικόνα και τροφή στη φαντασία τους, προσπαθώντας να αναβιώσουν, έστω και στιγμιαία, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες. Ειδικότερα οι Μυκήνες για τους περισσότερους Ευρωπαίους περιηγητές – ζωγράφους αποτέλεσαν περισσότερο ένα όραμα, μια ιδέα, και όχι έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Είναι χαρακτηριστική η αξιομνημόνευτη φράση της Βρετανίδας συγγραφέως Βιρτζίνιας Γουλφ, όταν στις αρχές του 20ού αιώνα βρέθηκε μπροστά στην Πύλη των Λεόντων: «τέτοια πράγματα δεν τα συνειδητοποιούμε παρά μόνο για δευτερόλεπτα, όσο βρισκόμαστε στο ίδιο το μέρος, και μετά δεν έχει νόημα να πεις τι βλέπεις». Για αυτά τα δευτερόλεπτα εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να επισκέπτονται τις Μυκήνες άνθρωποι από όλες τις γωνιές της γης.

 

Το προφίλ των περιηγητών

 

Οι περιηγητές των Μυκηνών συνθέτουν ένα μωσαϊκό ανθρώπινων τύπων, στόχων και ενδιαφερόντων. Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Ρώσοι, Λατίνοι, διάσημοι ως επί το πλείστον και διακεκριμένοι επιστήμονες ή πολιτικοί, άνδρες αλλά και γυναίκες. Η ποικιλία των ανθρώπων που επισκέφθηκαν το Άργος και τις Μυκήνες είναι μεγάλη και αξιοσημείωτη, ενδεικτική του θαυμασμού που επικρατούσε τον 18ο και 19ο αιώνα στον δυτικό κόσμο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Μορφωμένοι άνθρωποι, καθηγητές πανεπιστημίου, μέλη πρεσβειών και κυβερνήσεων, στρατιωτικοί, όλοι τους είχαν ασχοληθεί με τη μελέτη αρχαίων ελληνικών κειμένων και ιδιαίτερα με τα ομηρικά έπη. Οι περισσότεροι μιλούσαν μάλιστα και τη νέα ελληνική γλώσσα.

 

Συνολικός αριθμός περιηγητών ως το 1900:

Συνολικός αριθμός περιηγητών

Έως το 1835:

Έως το 1835

Εθνικότητα

Φύλο

Επάγγελμα

 

Οι κίνδυνοι

 

Ένα ταξίδι στην Ελλάδα από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα σίγουρα κόστιζε αρκετά σε χρόνο και σε χρήμα. Εξάλλου, τα πράγματα στη χώρα μας δεν ήταν και τόσο ήρεμα, με τις συνεχείς ελληνοτουρκικές διενέξεις και τις διαρκείς αναζωπυρώσεις της Επανάστασης στη συνέχεια. Επιπλέον η ελονοσία και άλλες μολυσματικές ασθένειες μάστιζαν τον τόπο και αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Η φτώχεια και η ανέχεια του ελληνικού πληθυσμού σε συνδυασμό με την αγραμματοσύνη και την καχυποψία του, έφτιαχναν ένα μάλλον αφιλόξενο και επικίνδυνο σκηνικό για τους Ευρωπαίους περιηγητές. Χαρακτηριστικό δείγμα της αμορφωσιάς των γηγενών ήταν το γεγονός ότι χρησιμοποίησαν τις πέτρες από τους γκρεμισμένους αρχαίους τάφους για να κατασκευάσουν μάντρες για τα στανοτόπια τους. Το τραγικότερο; ακόμα και σήμερα η πηγή της περίφημης «Περσείας κρήνης» χρησιμεύει για να δροσίζει τα αιγοπρόβατα της περιφραγμένης στάνης που βρίσκεται δίπλα της, ενώ ανάλογη εξέλιξη παρουσιάζει και η ακρόπολη της αρχαίας Τίρυνθας ή «Παλαιόκαστρον», όπως ονόμαζαν ως τον 19ο αιώνα οι γηγενείς τις μυστηριώδεις μισοθαμμένες πέτρες που κείτονταν πλάι στον αμαξιτό δρόμο που ένωνε το Άργος με το Ναύπλιο.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Το 1799 ο Γάλλος Pouqueville συλλαμβάνεται από πειρατές και φυλακίζεται από τους Τούρκους στην Πελοπόννησο αρχικά και στο Επταπύργιο της Κωνσταντινούπολης ύστερα, λόγω του Γαλλοτουρκικού πολέμου που είχε ξεσπάσει.

Το 1807 ο Άγγλος Leake συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και κρατείται αιχμάλωτος στην Θεσσαλονίκη για πολλούς μήνες, πριν αφεθεί ελεύθερος ύστερα από διαπραγματεύσεις με τον Αλή Πασά της Ηπείρου.

Ο Milnes το 1832 γλιτώνει από τύχη: «Την ώρα που βρισκόμασταν στις Μυκήνες, το γειτονικό χωριό Χαρβάτι είχε μόλις λεηλατηθεί και καεί από τον οπλαρχηγό Γρίβα και περίπου 15 οικογένειες από τους κατοίκους είχαν, κατά συνέπεια, βρει καταφύγιο για τον προελαύνοντα χειμώνα στον αποκαλούμενο Θησαυρό του Ατρέα».

Ο Burgess το 1834 δεν ήταν το ίδιο τυχερός, καθώς λίγο πριν φθάσει στις Μυκήνες μια συμμορία οπλισμένων ανδρών τον λήστεψε.

 

Τα κίνητρα

 

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που τους ώθησε να αψηφήσουν τόσους κινδύνους και να περιηγηθούν στον άγριο και επικίνδυνο Μοριά; Για τους περισσότερους, ο αγνός θαυμασμός προς το αρχαιοελληνικό κάλλος. Ρομαντικοί άνθρωποι που ήθελαν να ξεφύγουν από τη μίζερη καθημερινότητα και να μεταφερθούν για λίγο στην ηρωική εποχή των Ατρειδών. Ωστόσο δεν έλειψαν και οι εξαιρέσεις. Υπήρξαν και περιηγητές αρχαιοκάπηλοι που θέλησαν να εκμεταλλευτούν τους αρχαιολογικούς χώρους προς ίδιον όφελος, συλλέγοντας αρχαία αντικείμενα, κατεστραμμένους κίονες, νομίσματα και αρχαίες επιγραφές. Όλα αυτά τα συγκέντρωναν επί τόπου κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών τους ή τα αγόραζαν από φιλάργυρους ντόπιους και στη συνέχεια τα μετέφεραν στην πατρίδα τους, εμπλουτίζοντας τις ιδιωτικές συλλογές τους ή πουλώντας τα σε εξίσου αδίστακτους αρχαιολάτρες αριστοκρατικής συνήθως καταγωγής. Άλλες φορές το αγνό αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον συνδυαζόταν με ειδικές διπλωματικές αποστολές πρακτόρων, με στόχο την χαρτογράφηση και τη γεωπολιτική επισκόπηση της αργολικής πεδιάδας ή τη βολιδοσκόπηση της πολιτικής και στρατιωτικής κατάστασης της ευρύτερης περιοχής.

 

Τα είδη των χαρακτικών

 

Οι «γκραβούρες», δηλαδή οι απεικονίσεις ή τα χαρακτικά που θα παρουσιαστούν στη συνέχεια αποτελούν σπουδαία ντοκουμέντα της εκάστοτε εποχής, τα οποία ωστόσο δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα, μιας και στόχος των περιηγητών – ζωγράφων (τουλάχιστον ως τα μέσα του 19ου αιώνα) δεν ήταν η πιστή αναπαράσταση των μνημείων, αλλά μάλλον μια υποκειμενική απεικόνιση του συχνά εξιδανικευμένου περιβάλλοντος κάθε μνημείου, έτσι όπως το αντιλήφθηκε ο καθένας με τα μάτια της φαντασίας, ενορατικά.

Τα χαρακτικά που συναντάμε από την εποχή της Αναγέννησης και ύστερα μπορούν να ταξινομηθούν σε γενικές κατηγορίες, ανάλογα με τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και την τεχνοτροπία που ακολουθήθηκε: Η Ξυλογραφία ήταν η πρώτη τεχνική που χρησιμοποιήθηκε τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά την επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, ενώ εξελίχθηκε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν και επαναχρησιμοποιήθηκε. Αργότερα και σταδιακά ως τον 18ο αιώνα, χρησιμοποιήθηκε ως υλικό για χάραξη ο χαλκός (Χαλκογραφία), ο λίθος (Λιθογραφία) και ο χάλυβας, ενώ πιο σπάνια συναντάμε Οξυγραφίες, τις λεγόμενες «ακουατίντες». Τα περισσότερα χαρακτικά που φιλοτέχνησαν οι περιηγητές στην Ελλάδα είναι Χαλκογραφίες, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα είδος χαρακτικού δεν εγκαταλείπεται, όταν επινοείται μια νέα τεχνική. Τον 19ο αιώνα η εφεύρεση της camera obscura, που εξελίσσεται σε δαγκεροτυπία αρχικά και φωτογραφία αργότερα, σηματοδοτεί τη νέα εποχή στην απεικόνιση των αρχαίων μνημείων.

 

 15ος αιώνας

 

Ο Κυριακός Αγκωνίτης, ήταν ο σημαντικότερος αρχαιοδίφης της Αναγέννησης ενώ θεωρείται ο πρόδρομος τόσο του περιηγητισμού, όσο και της σύγχρονης επιστήμης της αρχαιολογίας.

Τον 15ο αιώνα μ.Χ., αμέσως μετά τις Σταυροφορίες (1.100 – 1.300 μ.Χ.), αρχίζει να εκδηλώνεται βαθμιαία ένα ταξιδιωτικό ρεύμα των Δυτικοευρωπαίων προς την Ανατολή. Οι ταξιδιώτες αυτοί, αναζητώντας πλούτη, δύναμη ή ακόμα και την αθανασία της ψυχής με την επίσκεψή τους στους Άγιους Τόπους, σπεύδουν να συγκεντρώσουν στοιχεία για τα ήθη των λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επιδίδονται σε ένα ατέλειωτο κυνήγι αρχαίων νομισμάτων, ερειπίων και επιγραφών. Το 1447 ο Κυριακός ο Αγκωνίτης (Ciriaco de Pizzicolli), αυτή η «μοναχική και ιδιαίτερη περίπτωση ταξιδιώτη» που σηματοδοτεί ήδη από τον 15ο αιώνα την αρχαιολόγηση του ελληνικού κόσμου, κατά την επίσκεψή του στην Αργολίδα, εντοπίζει και σχεδιάζει την ακρόπολη των Μυκηνών – εσφαλμένα, όπως αποδείχτηκε, καθώς αυτό που βρίσκει είναι μια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη στο χωριό Κατσίγκρι.

 

16ος αιώνας

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

Κατά τον 16ο αιώνα, και ενώ οι νέες ανακαλύψεις, η διάδοση της τυπογραφίας και ο ουμανισμός έχουν αλλάξει το πρόσωπο της οικουμένης κι έχουν δώσει νέα πνοή στην κοινωνία και στον πνευματικό κόσμο, οι περιηγητές της Δύσης εξακολουθούν να ταξιδεύουν προς την Ανατολή, περνώντας και από την Ελλάδα, και καταλήγοντας στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα. Οι σύγχρονοι κάτοικοι της Ελλάδας, εξαθλιωμένοι και υποταγμένοι πια στον οθωμανικό ζυγό, προκαλούν τον οίκτο και τη συμπάθειά τους. Ο Βενετός απεσταλμένος Pietro Zeno, πρόξενος στη Δαμασκό, περιηγείται στην αργολική γη το 1524 και γράφει για τις Μυκήνες, ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που βρίσκει δεν αποτελεί παρά κάποια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη. Λίγο αργότερα, το 1545, δημοσιεύεται μια φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους από τον Γερμανό νομικό και ουμανιστή Nicolas Gerbel ή Gerbelius, στενό φίλο του Μαρτίνου Λουθήρου και του Εράσμου.

 

 17ος αιώνας

 

Vincenzo Coronelli

Κατά τον 17ο αιώνα μ.Χ. πληθαίνουν οι Ευρωπαίοι περιηγητές που επισκέπτονται την αργολική γη. Ρομαντικοί και ριψοκίνδυνοι ταξιδευτές, βαδίζουν στα χνάρια του Παυσανία, περιηγούνται στο τουρκοκρατούμενο Άργος και ανακαλύπτουν το χαμένο μεγαλείο της πόλης των Μυκηνών. Με τη δημοσίευση των περιηγητικών εκδόσεων μεταλαμπαδεύουν σε όλο τον κόσμο ό,τι ανακαλύπτουν με τα μάτια τους. Χάρη στους ξένους αρχαιόφιλους οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών ξαναβρίσκουν σταδιακά τη χαμένη τους αίγλη.

Το 1668 ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή γράφει την πόλη του Άργους: «Τα σπίτια του Άργους είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμέ­να σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα πε­ριβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κερα­μιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική…. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια. Σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής.»

Λίγο αργότερα, το 1669, ο Γάλλος περιηγητής Des Monceaux ανακαλύπτει πρώτος την ακρόπολη της Τίρυνθας.

Ο Βενετός μοναχός και κοσμογράφος Vincenzo Coronelli περιηγείται στην Αργολίδα το 1685, ακολουθώντας τον Ενετικό στόλο και απεικονίζει το φρούριο και την πόλη του Άργους, ενώ o Γάλλος αξιωματικός Nicola Mirabal που επισκέπτεται την Αργολίδα το 1691 ταυτίζει – λανθασμένα – τις Μυκήνες με το χωριό «Άγιος Γεώργιος».

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

 

Η ταυτοποίηση των Μυκηνών θα γίνει λίγο αργότερα, το 1700, από τον Βενετό τοπογράφο Francesco Vandeyk, ο οποίος με την Περιήγηση του Παυσανία ως οδηγό ανακαλύπτει τόσο την ακρόπολη των Μυκηνών, με βάση την πύλη των Λεόντων, όσο και τον Θησαυρό του Ατρέα.

 

18ος αιώνας (πρώτο μισό)

 

Στις αρχές του 18ου αιώνα ο περιηγητισμός πλησιάζει στην ακμή του. Οι μνημειώδεις εικονογραφημένες εκδόσεις που εμφανίζονται γίνονται bestsellers και αποτελούν πηγή γνώσης, φιλοσοφικών ιδεών και ποικίλου προβληματισμού. Οι συγγραφείς τους – Γάλλοι ως επί το πλείστον – είναι ζωγράφοι, σχεδιαστές, αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι. Ωστόσο τον αιώνα αυτόν εδραιώνεται η τάση των πλουσίων Ευρωπαίων αριστοκρατών, λόρδων και μοναρχών να διακοσμούν τις αυλές τους με συλλογές αρχαιοτήτων και αρχαίων χειρογράφων. Άγγλοι και Γάλλοι ειδικοί απεσταλμένοι πράκτορες, εφοδιασμένοι με χρήμα, φιρμάνια και πλαστά διαβατήρια, οργώνουν την ελληνική περιφέρεια και επιδίδονται σε αγώνες αρχαιοκαπηλίας και ληστείας, αποψιλώνοντας τους αρχαιολογικούς χώρους και βεβηλώνοντας αρχαία μνημεία. Τα όρια μεταξύ αρχαιολογίας και αρχαιοκαπηλίας έχουν χαθεί εντελώς. Δε λείπουν φυσικά και οι ανασκαφές, αυτοσχέδιες ή οργανωμένες, στις οποίες επιδίδονται και συναγωνίζονται διάφοροι περιηγητές, έμποροι και αρχαιοκάπηλοι.

Το 1729 ο βάνδαλος Αββάς Fourmont και η κουστωδία του θα απογυμνώσουν σχεδόν την ελληνική επικράτεια επί 16 μήνες, συλλέγοντας 2.600 επιγραφές, 300 ανάγλυφα, μετάλλια και σχέδια αρχαιοτάτου προελεύσεως, πολλά από τα οποία βρήκαν στην Αργολίδα (40 στην Ερμιόνη). Στην αλληλογραφία με τους πάτρωνές του διαβάζουμε: Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, το Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης… Γκρεμίζοντας τα τείχη και τους ναούς της, μη αφήνοντας λίθον επί λίθου, θα κάνω αγνώριστο αυτό τον τόπο.

 

18ος αιώνας (δεύτερο μισό)

 

Κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, ξεκινούν οι πρώτες αποστολές των Dilettanti προς την Ελλάδα (1750-1753 Stuart & Revett, 1764 Chandler & Pars). Η «εταιρεία των ερασιτεχνών» (Society of Dilettanti) ιδρύεται το 1734 από Βρετανούς ευγενείς και διανοούμενους και θέτει ως σκοπό της την καταγραφή και απεικόνιση των μνημείων της ελληνικής και της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Ακόμα, στα τέλη του 18ου αιώνα Άγγλοι νεαροί άντρες αριστοκρατικής καταγωγής συρρέουν στη χώρα, θαυμάζοντας τα απομεινάρια της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Σκοπός τους η επιβεβαίωση του υψηλού κοινωνικού τους status, με την απόκτηση εμπειριών εκπαιδευτικής αλλά και ψυχαγωγικής φύσης. Από το 1790 κι έπειτα η Ελλάδα αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό των Ευρωπαίων grandtourers.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Το 1791 επισκέπτεται το Άργος ο Λόρδος Guilford, ο μετέπειτα ιδρυτής της «Ιονίου Ακαδημίας» και πρώτος πρόεδρος της «Εταιρίας των Φιλομούσων» και αναφέρει  χαρακτηριστικά: Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. […] Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκουραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή.

Το 1795 ο Άγγλος γεωλόγος John Hawkins βρίσκεται στις Μυκήνες, όπου σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα και την Πύλη των Λεόντων.

Το 1799 αρχίζει η περιπέτεια του Γάλλου διπλωμάτη Pouqueville στην Πελοπόννησο, ενός ανθρώπου που έμεινε συνολικά πάνω από 10 χρόνια στην Ελλάδα, σχεδίασε και ερεύνησε επισταμένως πολλά αρχαιολογικά μνημεία, ενώ είναι ο πρώτος που μετρά τις διαστάσεις των μνημείων σε πόδια! Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γάλλος περιηγητής τη στιγμή που ανακαλύπτει την Πύλη των Λεόντων: Καθώς προχωρούσα, δεν άργησα να ξεχωρίσω στη στέψη ενός άγονου λοφίσκου τη βάση τμήματος τείχους, ενώ παράλληλα ένα βοσκόπουλο μας πληροφόρησε ότι επρόκειτο για την πύλη εκείνη πάνω στην οποία απεικονίζονται δυο λιοντάρια, κι ότι πιστεύεται ότι ήταν έργο των Κυκλώπων. Τρέχοντας φτάσαμε εκεί κι εγώ αντίκρισα επιτέλους τις Μυκήνες… Οι ύψους δέκα ποδών λέοντες, τοποθετημένοι κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και στα οικόσημα, έχουν ανάμεσα τους έναν ανεστραμμένο και ανάγλυφο κίονα σκαλισμέ­νο μέσα σ’ έναν τεράστιο οξυκόρυφο λίθο, ο οποίος ακουμπά πάνω στο υπέρθυρο της εισόδου.

 

Pouqueville – Gate of Lions 1835

 

Pouqueville – Treasury of Atreus

 

Pouqueville – Treasury of Atreus (2)

 

1800-1820

 

Οι δυο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα είναι η σπουδαιότερη περίοδος του περιηγητισμού, λόγω του πλήθους των ταξιδιωτών, του όγκου των έργων τους και της αξίας τους. Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρακμάζει και οι Μεγάλες Δυνάμεις καραδοκούν για την εκμετάλλευση της λείας, η ελληνική γη αποκτά βαρύνουσα πολιτική σημασία. Από το 1800 ως το 1810 εντολοδόχοι πράκτορες των ευρωπαϊκών δυνάμεων μεταμφιεσμένοι ως περιηγητές ή αρχαιοδίφες (Gell, Dodwell, Leake) περιηγούνται απ’ άκρη εις άκρη την Ελλάδα και παραδίδουν μνημειώδη επιστημονικά έργα ζωής χιλιάδων σελίδων διανθισμένα με πλούσια εικονογράφηση. Με τις δημοσιεύσεις τους προσελκύουν το ενδιαφέρον άλλων περιηγητών και επιστημόνων που συρρέουν έπειτα στην ελληνική γη. Η Ελλάδα και ειδικότερα η Αργολίδα αποτελεί τον κύριο – αν όχι τον αποκλειστικό – προορισμό τους. Οι περιηγητές αυτοί ουσιαστικά προλειαίνουν το έδαφος για τις μετέπειτα ανακαλύψεις του Σλήμαν στην Αργολίδα.

Ο Άγγλος φυσιοδίφης και μεταλλειολόγος Edward Daniel Clarke, δράστης της αρπαγής της κολοσσιαίων διαστάσεων καρυάτιδας από το ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες το 1801.

 

Edward Daniel Clarke, Πύλη των Λεόντων, 1801.

 

Ο Ιρλανδός ζωγράφος και αρχαιολόγος Edward Dodwell επισκέπτεται για πρώτη φορά την Αργολίδα το 1801, μαζί με τον Άγγλο τοπογράφο και αρχαιολόγο William Gell και τον προσωπικό του ζωγράφο, τον Ιταλό Simone Pomardi. Οι τρεις αυτοί περιηγητές διεξάγουν συστηματικές έρευνες στους αρχαιολογικούς χώρους της ευρύτερης περιοχής, αφήνοντάς μας πλούσιο και σπουδαίο έργο.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Simone Pomardi, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Το 1802 η λαίδη Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν μαζί με τον περιβόητο σύζυγό της έκαναν ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο, για να αναζητήσουν τυχόν αξιόλογες αρχαιότητες για τη συλλογή τους. Στο προσωπικό της ημερολόγιο σημειώνει τα εξής για τον Τάφο του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες: Σε μικρή απόσταση από αυτά τα ερείπια βρίσκεται ένας καταπληκτικός θόλος, ο τάφος του Αγαμέμνονα…  Δυο επιμήκεις τοίχοι από συμπαγές ξύλο οδηγούν στην είσοδο του υπόγειου αυτού κτίσματος, αλλά οι χείμαρροι των βουνών έχουν συσσωρεύσει τόσο  χώμα, που απαιτεί ασυνήθιστο θάρρος για να συρθεί κανείς μέσα από την τρύπα, μιας και δεν υπάρχει άλλη είσοδος. Ύστερα από κάποιους δισταγμούς μπήκα σερνάμενη στα τέσσερα και αυτό που είδα με αποζημίωσε πλήρως. Η πέτρα που σχηματίζει την αψίδα της θύρας ξεπερνά σε διαστάσεις οτιδήποτε είχα δει στην Αθήνα.  …  Ο θόλος αποτελείται από σκαλιστές πέτρες.  Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά και έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα βρεθήκαμε σε ένα άλλο δώμα, πιο ακατέργαστο.»

Σημειωτέον ότι από την αρπακτική μανία του Έλγιν και των συνεργατών του δεν ξέφυγε ούτε ο Θησαυρός του Ατρέα στις Μυκήνες.

Το 1803 ο Πρώσος ανθέλληνας Bartholdy σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων, ενώ το 1806 ο Γάλλος υποκόμης Chateaubriand, σπουδαίος συγγραφέας και ιστορικός, εγκαταλείποντας την ακρόπολη των Μυκηνών, αντιλαμβάνεται από τον ήχο των οπλών του αλόγου του ότι βρίσκεται πάνω από ένα θολωτό κτίσμα, το οποίο συγκινημένος υποθέτει ότι είναι ο τάφος της Κλυταιμνήστρας: Επιθυμώντας να ανακτήσω το μονοπάτι της Κορίνθου, άκουσα το έδαφος να αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα αμέσως και ανακάλυψα τον θόλο ενός άλλου τάφου. […] Μήπως αυτός που είχα ανακαλύψει ήταν ο τάφος της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου; Τον υπέδειξα στον κύριο Φωβέλ, ο οποίος πρόκειται να τον αναζητήσει στο πρώτο του ταξίδι στο Άργος: μοναδικό πεπρωμένο που με έκανε να εγκαταλείψω άρον-άρον το Παρίσι για να ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας!

 

Bartholdy, Πύλη των Λεόντων, 1803.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Την ίδια χρονιά (1806) ο Άγγλος Συνταγματάρχης William Martin Leake, μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, «οργώνει» την ελληνική γη καταγράφοντας με λεπτομέρειες όσα είδε, ενώ καταρτίζει σπουδαίες συλλογές αρχαιοτήτων και νομισμάτων. Ερευνώντας σχολαστικά τους αρχαιολογικούς χώρους του Άργους και των Μυκηνών, σημειώνει τα εξής: Τίποτα δε θα μπορούσε να δείξει πιο έντονα την μεγάλη αρχαιότητα των ερειπίων στις Μυκήνες και το ότι πραγματικά ανήκουν στις μακρινές εποχές που αποδίδονται από τον Παυσανία, από ότι η μοναδικότητα κάποιων τμημάτων τους και η γενικότερη ανομοιομορφία τους με τα άλλα ελληνικά απομεινάρια. Δε βρίσκουμε τίποτα στην Ελλάδα που να μοιάζει με τα λιοντάρια ή τις στήλες μπροστά στην πύλη του μεγάλου θησαυρού ή τους ίδιους τους θησαυρούς…

Αργότερα, λίγο μετά το 1810, έχουμε τις έγχρωμες απεικονίσεις του Άγγλου ζωγράφου και ποιητή William Haygarth και του επίσης Άγγλου αρχιτέκτονα και ζωγράφου Charles Robert Cockerell, του ανθρώπου που ανακάλυψε τον ναό του Δία στην Αφαία και τον ναό του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας.

 

William Haygarth, Πύλη των Λεόντων, 1810.

William Haygarth, 1810.

 

Charles Robert Cockerell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1811.

 

Το 1814 σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα ο Εσθονός Βαρόνος Otto Magnus von Stackelberg, ένας από τους πρωτοπόρους στον τομέα της αρχαιολογίας.

 

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε ο Brulloff.

 

Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

Η Επανάσταση του 1821 που ακολουθεί, σίγουρα αποτρέπει πολλούς περιηγητές από το να επισκεφθούν την Πελοπόννησο, ενώ όσοι τολμηροί αψηφούν τον κίνδυνο βιώνουν μια μεγάλη απογοήτευση και θλίψη, αντικρίζοντας την καμένη γη που αφήνουν πίσω τους οι καταστροφικές μάχες και τα αντίποινα των Τούρκων. Ωστόσο ούτε η Επανάσταση θα καταφέρει να αναχαιτίσει το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα θα δώσει ένα επιπλέον κίνητρο σε αγνούς φιλέλληνες ή στρατιωτικούς να επισκεφθούν την ελληνική γη και να απαθανατίσουν τις εμπειρίες τους. Ο στρατηγός Gordon, για παράδειγμα, έχοντας πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων από το 1821, επιστρέφει στην Ελλάδα το 1828 και το 1831 ανακαλύπτει το Ηραίον του Άργους, διενεργώντας ανασκαφές μεγάλης κλίμακας.

Νωρίτερα, το 1823, ο Γερμανός κριτικός τέχνης Johann Jakob Horner απεικονίζει τα τείχη της Ακρόπολης του Άργους καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία των Μυκηνών.

 

Johann Jakob Horner, Μυκήνες, 1823.

 

Το 1824 δημοσιεύεται το εντυπωσιακό χαρακτικό του Γάλλου ζωγράφου AlexisVictor Joly, ο οποίος ωστόσο δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα, απλά εμπνεύστηκε από τις απεικονίσεις παλαιότερων περιηγητών.

Το 1829 ο Ουαλλός ζωγράφος Hugh William Williams, γνωστός και ως «ο Έλλην», δημοσιεύει μια χαλκογραφία του με τίτλο «Τοπίο στο Άργος».

 

Hugh William Williams, «Τοπίο στο Άργος», 1829.

 

Expedition scientifique de Morée

 

Ο επόμενος σταθμός του περιηγητισμού στην Αργολίδα ακούει στο όνομα “Expedition scientifique de Morée” (= Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά). Το 1828 – 1830, με εντολή του βασιλιά της Γαλλίας Καρόλου του Ι’, 17μελής επιστημονική ομάδα ερευνά εξονυχιστικά, χαρτογραφεί και μελετά τα αρχαία μνημεία και το φυσικό περιβάλλον στο Μοριά. Οι Γάλλοι επιστήμονες (με επικεφαλής τον φυσιοδίφη Bory de Saint-Vincent), χρησιμοποιώντας ως οδηγό τα έργα του Στράβωνα και του Παυσανία καθώς και τα ταξιδιωτικά χρονικά του Pouqueville και του Gell, εντοπίζουν και αποτυπώνουν αρχαιολογικές τοποθεσίες, συντάσσουν χάρτες και δημιουργούν λεπτομερή τοπογραφικά σχέδια. Καρπός των ερευνών αυτών ήταν οι έξι πληρέστατοι τόμοι που εκδόθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στο Παρίσι.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Άργος

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Μυκήνες

 

Το τέλος του περιηγητισμού

 

Η Expedition scientifique de Morée θα αποτελέσει ορόσημο για τον περιηγητισμό στην Ελλάδα, καθώς με το πέρας αυτής ένας σπουδαίος κύκλος κλείνει. Από το 1830 και ύστερα το φαινόμενο του περιηγητισμού εισέρχεται σε μια νέα εποχή, πιο επιστημονική και συστηματική. Η εξονυχιστική έρευνα των Γάλλων επιστημόνων, η θέσπιση του πρώτου αρχαιολογικού νόμου στην Ελλάδα (1833), η γενίκευση της χρήσης ατμοκίνητων και μηχανικών μέσων μεταφοράς (ατμόπλοιο, ατμάμαξα) και η εφεύρεση της φωτογραφίας αργότερα, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συντελούν στον τερματισμό του περιηγητισμού στην Ελλάδα με την πρώτη αγνή έννοιά του. Καθώς ο ταξιδιώτης βλέπει μόνο αποσπασματικά τα μνημεία και δεν έχει πια τον χρόνο να παρατηρήσει, να εμβαθύνει και να εμπνευστεί από το όλο περιβάλλον τους, χάνεται πια η άμεση επαφή του περιηγητή με τα μνημεία, ενώ η δύναμη της εικόνας, με το άπλετο φως που ρίχνει πάνω στα μνημεία, τυφλώνει τα μάτια της φαντασίας, που ως τότε αποτελούσαν το σπουδαιότερο όπλο κάθε περιηγητή.

Επομένως, τα τεκμήρια που δημοσιεύουν όσοι επισκέπτονται την Ελλάδα μετά το 1830 σταδιακά μεταβάλλουν τον αμιγώς περιηγητικό χαρακτήρα τους και αποτελούν μάλλον ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Με άλλα λόγια, ο περιηγητισμός δίνει τη σκυτάλη στον τουρισμό, όχι όμως με τη σημερινή έννοια της τουριστικής βιομηχανίας.

 

Από την Expedition ως τον Σλήμαν

 

Το επόμενο διάστημα (1830-1875) σπουδαίοι περιηγητές και ταξιδιώτες επισκέπτονται το Άργος και τις Μυκήνες. Καθώς έχουν ήδη ταυτοποιηθεί όλα σχεδόν όσα βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της γης, οι ξένοι ταξιδιώτες επιδίδονται σε αναλυτικές μετρήσεις, εικασίες για την προέλευση των υλικών και συγκρίσεις με άλλα μνημεία αρχιτεκτονικής (Πυραμίδες Αιγύπτου, Stonehenge), ενώ δε λείπουν και οι ανασκαφικές έρευνες.

Το 1832 ο Άγγλος καλλιτέχνης, επίσκοπος και άνθρωπος των γραμμάτων Christopher Wordsworth γίνεται ο πρώτος Άγγλος που γίνεται δεκτός στην Ελλάδα του Όθωνα και σχεδιάζει ένα εντυπωσιακό τοπίο στον ποταμό Ίναχο με φόντο το Άργος.

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical», London 1844.

 

Μια αντίστοιχη άποψη του Άργους βλέπουμε και στο έργο του Άγγλου (γαλλικής καταγωγής) Francis Hervé, το 1837, με την ακρόπολη της Λάρισας να δεσπόζει το βάθος.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Την επόμενη χρονιά ο σπουδαίος Σκοτσέζος ζωγράφος και συγγραφέας James Skene περιηγείται στην Αργολίδα και απεικονίζει τον Θησαυρό του Ατρέα στις Μυκήνες.

 

James Skene, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1838.

Λίγο αργότερα, το 1841, ο Ιρλανδός φιλόλογος George Newenham Wright φιλοτεχνεί μια άποψη της ακρόπολης των Μυκηνών, συμπεριλαμβάνοντας και την εξίσου εντυπωσιακή χλωρίδα της μυκηναϊκής υπαίθρου.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Στη συνέχεια, και κοντά στο μέσον του 19ου αιώνα, οι Γάλλοι χαράκτες Théodore du Moncel (1843) και Etienne Rey (1867) μας χαρίζουν εντυπωσιακές απόψεις της Πύλης των Λεόντων, του Θησαυρού του Ατρέα και του αρχαίου θεάτρου του Άργους.

 

Théodore du Moncel, Μυκήνες, 1843.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα φιλοτεχνούνται και οι εντυπωσιακές ξυλογραφίες που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο «Λεύκωμα» του Κύπριου εμπόρου παλαιών βιβλίων, χαρτών και χαρακτικών Α. Νίκολας, που δημοσιεύτηκε το 1984. Τα χαρακτικά αυτά προέρχονται από τα περιοδικά “The Illustrated London News” και “The Graphic” και αφορούν πολιτικά, πολεμικά, κοινωνικά και άλλα γεγονότα και ζητήματα του Ελληνικού Κράτους και του ελλαδικού χώρου από το 1842 έως το 1885.

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Τέλος, τα φωτογραφικά ντοκουμέντα των Schliemann, Cabrol και Reisinger αποτυπώνουν την ακριβή κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Λίγο πριν το 1927 επισκέπτεται το Άργος ο Νίκος Καζαντζάκης και μας χαρίζει μια εντυπωσιακή περιγραφή της πόλης και των κατοίκων της: Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησιά, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά…Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βου­λιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν. Τους τρώει το σαράκι -ποιος είσαι; τι καπνό φουμάρεις; τι ήρθες στον τόπο τους να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις; Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταντήδες κάθονται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει. Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινο της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπα­ναριό της.

 

Η συμβολή των περιηγητών στην ανάδειξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού

 

Πολύ πριν τον Σλήμαν, λοιπόν, οι ξένοι περιηγητές ήταν αυτοί που ήρθαν στη χώρα μας και επανέφεραν στο φως τα κομμάτια που μας ένωναν με το ένδοξο παρελθόν. Οι άνθρωποι αυτοί, ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τους σκοπούς του καθενός, έδωσαν σπουδαία ώθηση σε έναν λαό εξαθλιωμένο από το σκοτάδι της Τουρκοκρατίας και εξαντλημένο από τη δίνη της Επανάστασης, ώστε να ανάψει τη φλόγα του αγώνα για ελευθερία και να δημιουργήσει τις βάσεις ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η παρουσία ξένων αρχαιόφιλων στα μισοθαμμένα ερείπια της αρχαίας Ελλάδας κινεί την περιέργεια των γηγενών, που ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν και να συντηρήσουν τα λείψανα του αρχαιοελληνικού παρελθόντος.

Ακόμα, τα περιηγητικά χρονικά που δημοσιεύονται στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα γίνονται ανάρπαστα και συντελούν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του κινήματος του Φιλελληνισμού. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους περιηγητές της επαναστατικής περιόδου πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδας ή συνέβαλαν με κάθε δυνατό μέσο.

Ωστόσο η σημαντικότερη ίσως συμβολή των περιηγητικών κειμένων είναι το γεγονός ότι έχουν καταγράψει γεγονότα και στιγμιότυπα του καθημερινού βίου και της κοινωνίας των Ελλήνων που έχουν διαφύγει της ιστορίας και δείχνουν ανάγλυφα τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις του ελληνικού λαού. Η δε ζωντάνια των περιγραφών και των απεικονίσεων εξάπτει την περιέργεια και προκαλεί τη φαντασία, κάνοντάς μας να ζούμε το παρελθόν στο παρόν.

 

Αξιοποίηση των περιηγητικών κειμένων και απεικονίσεων

 

Το Άργος και οι Μυκήνες ως εξαιρετικοί πρεσβευτές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού προάγονται μέσα από τα έργα των περιηγητών σε πολιτιστικά μνημεία παγκόσμιας πλέον εμβέλειας. Τα περιηγητικά κείμενα και οι απεικονίσεις που αφορούν τον τόπο μας αποτελούν ένα ανεκτίμητης αξίας πολιτιστικό κεφάλαιο. Μια τεράστια δεξαμενή σημαντικών πολιτισμικών, λαογραφικών, αρχαιολογικών και κοινωνικών στοιχείων που παραμένει ανεκμετάλλευτη. Όλα αυτά τα κείμενα και οι απεικονίσεις (250 σε αριθμό) θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν έναν άκρως ενδιαφέροντα τόμο μιας ευρύτερης συλλογής με θέμα: «Το Άργος και οι Μυκήνες των περιηγητών».

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

  • Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη Ε., Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000.
  • Αυγουστίνου Ο., Ιδανικά ταξίδια. Η Ελλάδα στη γαλλική ταξιδιωτική λογοτεχνία, 1550-1821, μετάφραση Π. Ντάλτα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003.
  • Γεωργοπούλου Μ., Guilmet C., Πίκουλας Ι., Στάικος Κ., Τόλιας Γ., Στα βήματα του Παυσανία – Η αναζήτηση της ελληνικής αρχαιότητας, Πρόγραμμα «Ανοιχτές Θύρες» – 2ος Κύκλος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε συνεργασία με τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη – Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, Εκδόσεις Κότινος, Αθήνα 2007.
  • Δανούσης Κ., «Ο William Martin Leake στο Άργος (1806)», Δαναός 2 (2001), 68-77.
  • Κολοκοτρώνη Β. – Μήτση Ε., Στη χώρα του φεγγαριού. Βρετανίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα (1718-1932), μετάφραση Σ. Αυγερινού, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2007 (β’ έκδ.).
  • Κούρια Α., Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007.
  • Λακαριέρ Ζ., Στα ίχνη του Παυσανία – Περίπατοι στην Αρχαία Ελλάδα, μετάφραση Ειρήνη Α. Ραφαήλ, Εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα 2007.
  • Moore D., Rowlands E., Karadimas N., In search of Agamemnon – Early travellers to Mycenae, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle 2014.
  • Μουλλάς Π. – Μέντζου Β., Σελίδες για την Ελλάδα του 20ού αιώνα, κείμενα Γάλλων ταξιδιωτών, Β’ έκδοση, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 1995.
  • Παπαχατζής Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Κορινθιακά-Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1976.
  • Pouqueville F., Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, μετάφραση Ν. Μολφέτα, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα 1995.
  • Σατωβριάνδος, Οδοιπορικόν, Α’ τόμ., μετάφραση: Εμμανουήλ Ροΐδης, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, ανατύπωση πρώτης έκδοσης 1860.
  • Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμ. 1-4, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 2001.
  • Σπαθάρη Ε., «Το αρχαιολογικό μουσείο των Μυκηνών», Αργειακή γη 2 (2004), 77-98.
  • Σπηλιοπούλου, Ιωάννα: «Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο». Στo: Σωτήριος Γ. Ραπτόπουλος (Επιμ.), Η αρχαιολογία στην Πελοπόννησο, αρ. 2. Πρακτικά Διημερίδας «Η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων για την Πελοπόννησο» (Τρίπολη, 4-5 Οκτωβρίου 2013). Τρίπολη: Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Πελοποννησιακών Σπουδών 2014: 283-307.
  • Stoneman R., Αναζητώντας την Κλασική Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996.
  • Στράβων, Γεωγραφικά,  βιβλίο 8ο, μετάφραση Π. Θεοδωρίδης, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1994.
  • Τσελεμπί Ε., Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671), απόδοση Δ. Λούπης, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1999 (β’ έκδ.).
  • Τσιγκάκου Φ.-Μ., Η Αθήνα με τα μάτια των ζωγράφων-περιηγητών 16ος-19ος αιώνας, Εκδόσεις «Τέχνης Οίστρος», Αθήνα 2007.

 

© Δημήτρης Τότσικας

Φιλόλογος

Read Full Post »

Παπαδημητρίου Άλκηστις – Μυκήνες


 

Μυκήνες - Άλκηστις Παπαδημητρίου

Μυκήνες – Άλκηστις Παπαδημητρίου

Αφιερωματικό τόμο στις «Μυκήνες» εξέδωσε το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, συνέχεια του εκδοτικού προγράμματος του «Ο Κύκλος των Μουσείων» που ξεκίνησε το 1997 και έχει στόχο να προβάλει τον πλούτο του πολιτιστικού αποθέματος που διαθέτει η Ελλάδα. Συγγραφέας η Άλκηστις Παπαδημητρίου, αρχαιολόγος, Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

Ο τόμος προσφέρει μια συνολική αφήγηση της ιστορίας του τόπου που γέννησε έναν σπουδαίο πολιτισμό, από τα πρώτα σημάδια κατοίκησης, τις εποχές της ανάπτυξης και της ακμής, αλλά και τους δύσκολους αιώνες που ακολούθησαν. Στο βιβλίο υπάρχουν τα ιδιαίτερα γνωστά ευρήματα που φιλοξενούνται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος προσφέρει στον αναγνώστη μια ξενάγηση στα άγνωστα εκθέματα του Μουσείου των Μυκηνών ξετυλίγοντας παράλληλα μια παρουσίαση της καθημερινής ζωής των ανθρώπων (συνήθειες, λατρεία των θεών, αρχιτεκτονική, ταφές των νεκρών, συστήματα εξουσίας κ.α.).

 

Η «Μυκηναία». Τοιχογραφία από την περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου. 1250 π.Χ. Η πανέμορφη γυναίκα με την περίτεχνη κόμμωση, το επίσημο ένδυμα και τα πλούσια κοσμήματα στο λαιμό και τα χέρια απεικονίζει προφανώς μια θεά. Καθιστή και μεγαλοπρεπή θα υποδεχόταν την πομπή των πιστών που θα της έφερνε τις πολύτιμες προσφορές.

Η «Μυκηναία». Τοιχογραφία από την περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου. 1250 π.Χ. Η πανέμορφη γυναίκα με την περίτεχνη κόμμωση, το επίσημο ένδυμα και τα πλούσια κοσμήματα στο λαιμό και τα χέρια απεικονίζει προφανώς μια θεά. Καθιστή και μεγαλοπρεπή θα υποδεχόταν την πομπή των πιστών που θα της έφερνε τις πολύτιμες προσφορές.

 

Γυναικεία κεφαλή από ασβεστοκονίαμα. Περιοχή θρησκευτικού κέντρου, 13ος αι. π.Χ.

Γυναικεία κεφαλή από ασβεστοκονίαμα. Περιοχή θρησκευτικού κέντρου, 13ος αι. π.Χ.

 

Η συγγραφέας του τόμου, κυρία Άλκηστις Παπαδημητρίου, σημειώνει: «Πολλές γενιές επιστημόνων, μετά τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν, επωμίστηκαν το βαρύ φορτίο της δόκιμης αρχαιολογικής έρευνας, της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων των ανασκαφών αλλά και της συντήρησης και προστασίας των μνημειακών καταλοίπων του τόπου που έδωσε το όνομά του σε έναν από τους σημαντικότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας. Ως κορύφωση αυτής της πορείας ανασύστασης της ιστορικής αλήθειας και κοινωνικοποίησης της γνώσης ιδρύθηκε το 2003 ένα νέο τοπικό μουσείο κοντά στον αρχαιολογικό χώρο. Αποδεχόμενη την πρόταση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση να παρουσιάσω τις Μυκήνες στη δημοφιλή σειρά των διακεκριμένων εκδόσεων «Ο Κύκλος των Μουσείων» αισθάνθηκα πως για μία ακόμη φορά έλαχε σε μένα ο κλήρος να προβάλω τα επιτεύγματα των προγόνων μου και να τιμήσω το τιτάνιο έργο σπουδαίων ερευνητών της αρχαιότητας».

 

Ανθρωπόμορφο είδωλο (1250-1180 π.Χ.), κοσμεί το εξώφυλλο της έκδοσης.

Ανθρωπόμορφο είδωλο (1250-1180 π.Χ.), κοσμεί το εξώφυλλο της έκδοσης.

 

Αεροφωτογραφία της ακρόπολης των Μυκηνών. Άποψη από νοτιοδυτικά.

Αεροφωτογραφία της ακρόπολης των Μυκηνών. Άποψη από νοτιοδυτικά.

 

Μυκήνες. Η Πύλη των Λεόντων.

Μυκήνες. Η Πύλη των Λεόντων.

 

Η νέα έκδοση γίνεται στην ελληνική και αγγλική γλώσσα και λόγω του μη εμπορικού χαρακτήρα της διανέμεται δωρεάν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, σε όλα τα πανεπιστήμια της χώρας, σε βιβλιοθήκες, μουσεία, ερευνητικά κέντρα και φορείς επιστήμης και πολιτισμού στην Ελλάδα. Παράλληλα, με σκοπό την προβολή της Ελλάδας, υλοποιείται ευρύ πρόγραμμα αποστολής στο εξωτερικό που συμπεριλαμβάνει τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, φημισμένα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, διεθνείς οργανισμούς και φορείς για τις τέχνες.

Το βιβλίο «Μυκήνες» αριθμεί συνολικά 328 σελίδες και εικονογραφήθηκε με 482 φωτογραφίες του Σωκράτη Μαυρομμάτη.

Η ηλεκτρονική έκδοση του τόμου είναι ελεύθερα προσβάσιμη στα ελληνικά και τα αγγλικά εδώ.

Παπαδημητρίου Άλκηστις

Μυκήνες

Έκδοση: Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση. Αθήνα, 2015

Σελίδες 328, σχήμα 33Χ25

ISBN 978-960-98364-9-4

Read Full Post »

Xάβος (Γουβιά ή Χώνια) – Ποταμός Μυκήνες


  

H χαράδρα των Μυκηνών

 

Με το όνομα αυτό, είναι γνωστή στους νεότερους χρόνους ξερή βραχώδης χαράδρα, που οριοθετεί από Ν.Α. τις αρχαίες Μυκήνες. Ξεκινά με τη μορφή νεροσυρμής από τις νότιες υπώρειες του όρους Τρητός [Ζ(Σ)άρας], για να βαθύνει σταδιακά, μετατρεπόμενη σε μικρό φαράγγι κοντά στην ακρόπολη. Χαμηλότερα ενώνεται στα αριστερά του με το Βαθύρεμα και κατευθύνεται προς το ρέμα Δερβένι, αλλά σήμερα η βραχύβια κοίτη του σβήνει στα χωράφια του σημερινού χωριού, λίγο πριν να προσεγγίσει το φυσικό αποδέκτη της. Ο Wordsworth τον περιγράφει να κυλά κατά μήκος της νότιας βάσης της Ακρόπολης και από εκεί να πέφτει στον φυσικό υποδοχέα των γειτονικών ορεινών χειμάρρων, την Αργολική πεδιάδα.

The Citadel of Mycenas.

The Citadel of Mycenas.

Οκτακόσια μέτρα νότια της Ακρόπολης, κοντά στο νεκροταφείο του χωριού, ανατολικά του σημερινού δρόμου βρέθηκαν στην αριστερή του όχθη ίχνη αναλημματικού τοίχου και κυκλώπειου γεφυριού, καθώς και αρχαίας οδού, που περνούσε πάνω του οδηγώντας στο Άργος, στην Τίρυνθα αλλά και στο Ηραίο και στην Πρόσυμνα. Το γεφύρι, του οποίου σώζεται το ανατολικό τμήμα χωρίς ίχνη τόξου, είναι φτιαγμένο από μικρές σχετικά πέτρες και πρέπει να κατασκευάστηκε περί τα μέσα του 12ου π.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με την άποψη του καθηγητή J. Knauss, η γέφυρα αυτή προοριζόταν και για άλλη χρήση, αυτής του φράγματος, προστατευτικού του δρόμου και ταυτόχρονα νεροτριβείου. Χωρίς τόξο, με δυο μικρές τρύπες στο δυτικό της άκρο, επέτρεπε στο περίσσευμα του νερού να εκρέει και μάλιστα με τέτοια ορμή, που να μπορούσε να ξεπλύνει αποτελεσματικά ρούχα, τοποθετημένα σε δυο ορατές και σήμερα φυσικές κοιλότητες του λείου βράχου της κοίτης. Ο Steffen, που μελέτησε διεξοδικά την ευρύτερη περιοχή, βρήκε ίχνη μικρότερων κυκλώπειων γεφυριών στο Βαθύρεμα και σε άλλα ασήμαντα ρέματα του δρόμου προς το Ηραίο.

 

Η πόλη και το ποτάμι

 

Στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης, το εκεί μέγαρο των ανακτόρων και συγκεκριμένα η θέση όπου βρισκόταν ο θρόνος και τμήμα του τείχους κατέρρευσαν στη ρεματιά του. Εκεί, κοντά μεταξύ μεγάρου και ενός κλιμακοστασίου, κατέληγε ένας μεγάλος αποχετευτικός αγωγός. Υπήρχαν και άλλα αποχετευτικά δίκτυα που τελείωναν σε ανοίγματα του τείχους και φαίνεται ότι μερικά από αυτά παρoχέτευαν τα λύματα στην κοίτη του Χάβου. Στο Ν.Α. άκρο του τείχους κατέληγε μια στοά, που οδηγούσε στην όχθη της χαράδρας. Στην αρχή έγινε η υπόθεση ότι επρόκειτο για μυστική δίοδο, που αποσκοπούσε σε έξοδο στρατιωτικών τμημάτων, αλλά η ύπαρξη εκεί καταλοίπων ανδήρου, που κάλυπτε τον ανώμαλο βράχο, πλάτους 10μ. και μήκους 23μ., δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι από εκεί κατοπτευόταν το φαράγγι για λόγους ασφάλειας, ίσως και αναψυχής.

Η ρεματιά του Χάβου μαζί με τη χαράδρα της Κοκκορέτσας[1] βορειοδυτικότερα, με την οποία σχεδόν σχηματίζει γωνία, περιβάλλουν τον λόφο της Ακρόπολης, συμβάλλοντας στην οχυρότητα της θέσης, αποτελώντας οργανικό τμήμα της όλης, μεγαλόπρεπης στη λιτότητά της, εικόνας. Οι αρχαίες πέτρες, τα κτίρια, οι βράχοι, τα ξερόχορτα, ο λόφος και οι άνυδρες ρεματιές σχηματίζουν ακόμη και χρωματικά ένα τόσο ισχυρά ενιαίο σύνολο, που αν αφαιρεθεί κάτι από αυτά το τοπίο θα μοιάζει απορφανισμένο.

  

Η Περσεία πηγή

 

Το ρέμα του Χάβου τροφοδοτείται από μία πηγή που ξεπηδά από πλάτωμα των δεξιών πρανών της χαράδρας, 450 μέτρα ανατολικά των τειχών και γύρω στα 12 μέτρα ψηλότερα από την κορυφή της Ακρόπολης, πέρα από τους ευκάλυπτους, στους οποίους οδηγεί χωματόδρομος, που ξεκινά βόρεια του τείχους. Σήμερα, από την πηγή μέχρι την κοίτη του Χάβου, σχηματίζεται από τα πλεονάζοντα νερά μικρό ρυάκι μεγάλης κλίσης, στεγασμένο κάτω από συστοιχία διψασμένων θάμνων. Το νερό της διοχετεύεται με αγωγό στο κοντινό χωριό Χαρβάτι (τώρα Μυκήνες), για την ύδρευσή του. Το ίδιο συνέβαινε και τον περασμένο αιώνα, μόνο που ο αγωγός ήταν δυτικότερα. Ο Πουκεβίλ, περιεργαζόμενος τα ερείπια, νόμισε πως πρόκειται για την πηγή του Ελευθερίου, …το νερό της οποίας διοχετεύεται σήμερα, μέσα από κάποιο αυλάκι στο χωριό Χαρβάτι. Ο ίδιος καταγράφει επιγραφή που βρέθηκε στο χωριό, την οποία θα πρέπει να συσχετίσουμε με την πηγή των Μυκηνών:

ΠΗΓΗ ΧΑΙΡΕ

ΤΙΚΤΟΜΑΙ ΕΝ ΑΓΑΙΣ ΚΑΙ ΟΥΝΝΟ…

 

Ο περίφημος ταξιδιωτικός οδηγός του Baedeker σημειώνει ερειπωμένο τουρκικό υδραγωγείο στο Χαρβάτι.

 

Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών: σκαλοπάτια που οδηγούν στην Περσεία πηγή, 1960, Φωτογραφία, Draper, Gordon & Maria, Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο.

Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών: σκαλοπάτια που οδηγούν στην Περσεία πηγή, 1960, Φωτογραφία, Draper, Gordon & Maria, Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο.

 

Είναι φανερό πως τα νερά της πηγής δεν αφέθηκαν, όταν η περιοχή κατοικούνταν, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τους, να πέφτουν στο Χάβο, αφού σε μια τόσο άνυδρη περιοχή ήταν πολύτιμα για την υδροδότηση της πόλης των Μυκηνών ή του νεότερου χωριού. Άρα, δεν μπορεί να αφορούν στον Χάβο τα λόγια που είπε ο Ορέστης στον Αίγισθο, που διέταξε τους υπηρέτες να φέρουνε νερό, για να λουστεί «Πριν λίγο λουστήκαμε σε καθαρά ποταμίσια νερά» [2].

Η πηγή αυτή, που είχε το πλεονέκτημα να βρίσκεται ψηλότερα από το λόφο της ακρόπολης (ταυτόχρονα και μειονέκτημα αφού μπορούσε να αποκοπεί εύκολα από τυχόν πολιορκητές), πρέπει να υπήρξε και η αιτία, σε συνδυασμό με την οχυρότητα, για να χτισθεί εδώ μια τόσο σπουδαία ακρόπολη, αφού η θέση στερείται μεγάλης στρατηγικής σπουδαιότητας. Πράγματι, στη βόρεια πλαγιά της ακρόπολης έχει επισημανθεί μυκηναϊκό λιθόκτιστο υδραγωγείο, που μετέφερε, ακολουθώντας το νόμο της βαρύτητας, το νερό στην ακρόπολη. Η πηγή μνημονεύεται από τον Παυσανία [3], που περιγράφει πως ο μυθικός ιδρυτής των Μυκηνών Περσέας, εγγονός του Αργείου βασιλιά Ακρίσιου, δίψασε και είδε στο σημείο αυτό έναν μύκητα (μανιτάρι), τον οποίο ξερίζωσε, οπότε ξεπήδησε η πηγή. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ευχαριστημένος ο ήρωας έδωσε στον τόπο το όνομα Μυκήνες [4]. Ο περιηγητής αναφέρει και κρήνη Περσεία [5], που εντόπισε στα ερείπια των Μυκηνών. Πιθανόν να εννοεί μια βρύση ελληνιστικής θεμελίωσης, της οποίας λείψανα σώζονται λίγο δυτικότερα από την πύλη των λεόντων, κοντά στον χωματόδρομο που οδηγεί εκεί. Ενδέχεται η κρήνη να έπαιρνε νερό από την πηγή, αφού η ονομασία της παραπέμπει στην ανακάλυψη του Περσέα. Τέλος, στο Β.Α. άκρο του τείχους υπάρχει υπόγεια κρήνη σε βάθος 18 μέτρων, στην οποία οδηγεί μια σκάλα και η οποία πιθανόν να τροφοδοτούνταν κι αυτή από την πηγή.

Η θέση ήταν κατοικημένη το αργότερο από την 3η χιλιετηρίδα, σε ακμή από το 1600 π.Χ., χωρίς να ερημωθεί ούτε το 468 π.Χ., οπότε οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν από τους Αργείους σε φυγή, αφού εποικίστηκε σε μικρή κλίμακα από τους κατακτητές. Ο Παυσανίας δεν αναφέρει στην εποχή του συνοικισμό, και φαίνεται πως μέχρι την ίδρυση επί Τουρκοκρατίας του Χαρβατιού, πρέπει να θεωρούμε την περιοχή σχεδόν ακατοίκητη. Αυτό σημαίνει πως τα νερά της πηγής θα ήταν ελεύθερα να κυλούν στην κοίτη του Χάβου.

 

Τι σημαίνει Χάβος

 

Το όνομα Χάβος φέρουν και αριστερός παραχείμαρρος του φενεατικού Όλβιου, ο δεξιός χείμαρρος Μεγάλο Ρέμα του Ευρώτα, καθώς και ρεματιά που ενώνεται με το Μαριόρεμα της Λακωνίας. Το συναντάμε και σε ορεινές ρεματιές της Θεσπρωτίας, της Εύβοιας κλπ.

Η λέξη απαντάται συχνά ως τοπωνύμιο [6] και σημαίνει γκρεμός, προερχόμενη πιθανότατα από το αρχαίο χάος με ανάπτυξη του γράμματος β, ανάμεσα στα δύο φωνήεντα της λέξης. Στην αρχαία Αργολίδα το βουνό από το οποίο πήγαζε ο Ερασίνος, ονομαζόταν Χάον. Στο λεξικό του Ησύχιου διαβάζουμε: Χαβόν: καμπύλον, στενόν. Δυστυχώς, το αρχαίο όνομα του φαραγγιού των πολύχρυσων Μυκηνών – τολμούμε να εικάσουμε Χάραδρος ή Χαράδρα – δεν έφτασε ως εμάς. Τα άλλα δυο ονόματά του Χώνια και Γουβιά, τα οποία καταγράφει και ο Steffen στον χάρτη Μυκηνών και περιχώρων, παραπέμπουν κι αυτά σε χώρο βαθύ. [7]

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Κοκκορέτσα σημαίνει άγρια φυστικιά (Βλ. Δ. Βαγιακάκου: Γλωσσικαί…έρευναι..Κορινθίας», Πελοποννησιακά 1975). Πιο σωστά ίσως, Κοκκορέτσεζα, αλβανικής προέλευσης. Βλ. Ι. Χ. Πούλου «Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Κορινθίας», Πελοποννησιακά 1960. Είναι χαρακτηριστικό πως η Κοκκορέτσα ενώνεται με τα νερά της χαράδρας της Αγριοσυκιάς (χάρτες Steffen).

[2] Ευριπίδη «Ηλέκτρα» 794.

[3] 2, 16 3.

[4] Άλλοι απέδιδαν την ονομασία αυτή, στον μυκηθμό της βοϊδόμορφης κόρης του Ινάχου.

[5] 2, 16, 6. O V. Georgiev ετυμολογεί την λέξη από την αρχ. Ινδ. prst=σταγών.

[6] Στην Αργολίδα το βρίσκουμε στις περιοχές των χωριών: Κουτσοπόδι, Σχινοχώρι, Στέρνα και Καπαρέλι. Βλ. στα «Πελοποννησιακά» των 1978-’79, άρθρο του Σ. Γ. Κατσουλέα για τα τοπωνύμια της Αργολίδας.

[7] Χώνια, από το χωνί. Συναφής και η Χούνη. Βλ. π. Ρασίνα και π. Μαριόρεμα. Γουβιά κατά τον Schropfer από το σλαβικό guba=κλίση, καμπή. Ο Δ. Ι. Γεωργακάς (Τα τοπωνύμια…), παρατηρεί όμως πως η γούβα, είναι λέξη που βρίσκομε και στην Κύπρο, όπου δεν πάτησε Σλάβος.

 

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Older Posts »