Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Γερμανική Κατοχή και Γερμανικές Εκκαθαριστικές Επιχειρήσεις στην Αργολίδα – © Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε ομιλία του γράφοντα σε οργάνωση γιορτής μνήμης των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες το 1944 και δημοσιεύεται με μικρές προσαρμοστικές  παρεμβάσεις και προσθήκη βιβλιογραφικών παραπομπών. Η γιορτή έγινε στις 8 Ιουνίου 2014 στο εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Γκέρμπεσι, όπου έχει ανεγερθεί στήλη ιστορικής μνήμης.

 

Όλα άρχισαν στις 28 του Οκτώβρη του 1940, όταν η τότε φασιστική Ιταλία αξίωσε με ιταμό τρόπο να υποδουλώσει τη χώρα των Ελλήνων. Έλαβε όμως από τον ελληνικό λαό απρόσμενη απάντησηž εκείνο το ηχηρό ΟΧΙ σήμαινε την απόφαση των Ελλήνων να συνεχίσουν να ζουν ελεύθεροι και κυνήγησαν τον εισβολέα. Μπροστά όμως στον κίνδυνο του διασυρμού της Ιταλίας και συνακόλουθα και της φασιστικής ιδεολογίας η επίσης φασιστική Γερμανία, εταίρος και σύμμαχος της Ιταλίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας στις  6 Απριλίου 1941 και με την άριστα οργανωμένη πολεμική της μηχανή έσπασε τις Ελληνικές αμυντικές γραμμές και στις 27 Απριλίου 1941 ο Γερμανικός στρατός μπήκε νικητής στην πρωτεύουσα της χώρας μας και η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από την ίδια ημέρα κυμάτιζε στον ιερό βράχο της ακρόπολης. Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Άργος τις απογευματινές ώρες της 27 Απριλίου μετά από διήμερο αεροπορικό βομβαρδισμό στις 26 και 27 Απριλίου και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου. Έτσι άρχισε η καταθλιπτική περίοδος της  στρατιωτικής κατοχής της πατρίδας μας από τους Γερμανούς που διήρκεσε τριάμισι χρόνια περίπου.

Εν τω μεταξύ από τις 23 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς με την κυβέρνηση Τσουδερού είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο, ενώ στις 30 Απριλίου οι Γερμανοί είχαν διορίσει κυβέρνηση πρόθυμη να εκτελεί τις εντολές τους υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου.

Οι Γερμανικές δυνάμεις εκτός από το Άργος και το Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν και στα γύρω χωριܞ μοίρα πυροβολικού στην Πυργέλα, στρατιωτικό άγημα στη Δαλαμανάρα στο εργοστάσιο του ΚΥΚΝΟΥ και τεθωρακισμένα στην Αγία Τριάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν για το αεροδρόμιο στο Άργος, που το οργάνωσαν  και το χρησιμοποίησαν για την από αέρος κατάληψη της Κρήτης.

Μετά από μερικές ημέρες ήρθαν στο Άργος και Ιταλικά στρατιωτικά αγήματα, που εγκαταστάθηκαν στους γνωστούς μας στρατώνες αλλά και σε άλλα κτήρια.  Οι Ιταλοί ανέλαβαν τη φρούρηση των παράκτιων περιοχών της Αργολίδας, όπου εγκατέστησαν ιδίως μετά τις διαδόσεις για συμμαχική απόβαση αντιαεροπορικές βάσεις και επάκτιο πυροβόλοž στους Μύλους κατασκεύασαν αντιαρματική τάφρο και οργάνωσαν την περιοχή με συρματοπλέγματហ παράλληλα συνέδεσαν με τηλεφωνικά καλώδια τους Μύλους με το αεροδρόμιο, για να ειδοποιούν εγκαίρως για τυχόν εναέρια συμμαχική προσβολή του αεροδρομίου [1].  Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Μαḯου Έλληνες πατριώτες με εντολή του συμμαχικού στρατηγείου κατέστρεψαν σε τρία σημεία στον Ξεριά του Άργους τα τηλεφωνικά καλώδια και διέκοψαν την επικοινωνία με το αεροδρόμιο, με αποτέλεσμα τις μεταμεσονύχτιες ώρες της ίδιας νύχτας συμμαχικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν το αεροδρόμιο και να καταστρέψουν στο έδαφος τα Γερμανικά αεροπλάνα και τις αποθήκες υλικών και καυσίμων [2] .

Στις 20 Μαḯου άρχισε η από αέρος κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Οι μονάδες της Κοινοπολιτείας που βρίσκονταν στο νησί και η καθολική συμμετοχή του κρητικού λαού στην αντίσταση κατά των εισβολέων καθυστέρησαν την κατάληψη του νησιού για δώδεκα ημέρες, ενώ ο επίσημος απολογισμός των απωλειών των δυνάμεων του άξονα ήσαν 6.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι, και από τα 500 αεροπλάνα που πήραν μέρος στην επιχείρηση τους έμειναν μόνο 185 [3].

Ο Γερμανικός στρατός μπαίνοντας στην Ελλάδα δε μετέφερε επί τόπου  τις επισιτιστικές του υπηρεσίες ούτε τρόφιμα για τη σίτιση των στρατιωτών οι οποίοι έπρεπε πλέον να σιτίζονται σε βάρος των Ελλήνων από την εγχώρια παραγωγή. Έτσι, άρχισε η απαλλοτρίωση και συστηματική λεηλασία του εθνικού μας πλούτου. Το Μάη του 41 ολόκληρη η παραγωγή ορυχείων είχε κλειστεί για τη Γερμανία σε μακροπρόθεσμη βάση.  Ό,τι  βρέθηκε στις ελληνικές αποθήκες κατασχέθηκε και είτε μεταφέρθηκε στη Γερμανία είτε πέρασε στον έλεγχο των Γερμανώνž κατασχέθηκαν  επίσης όλα τα αποθέματα σταφίδας, σύκων, ρυζιού, ελαιολάδου, σταριού και άλλων τροφίμων. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν να σημειωθεί απότομη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αφού τις πρώτες ύλες είχαν αρπάξει οι κατακτητές και μείωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής από τον πρώτο χρόνο της κατοχής. Η έλλειψη βασικών μέσων σίτισης άρχισε να γίνεται αισθητή, και από το χειμώνα του 41 ο ελληνικός λαός κυρίως οι κάτοικοι των αστικών κέντρων βρίσκονται σε κατάσταση λιμού. Υπολογίζεται ότι 300.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από πείνα [4].

 

Ότι απέμεινε από το σπίτι του Δημητρίου Αδρ. Ξύδη, που πυρπόλησαν οι Γερμανοί στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στο ληξιαρχείο Ναυπλίου υπάρχουν καταγεγραμμένοι 124 θάνατοι από πείνα κατά το διάστημα από 29-11-1941 μέχρι τον Οκτώβρη του 44 [5]. Ο πληθωρισμός είναι πια ανεξέλεγκτος. Σε ένα χρόνο από τον Ιούνιο του 41 έως τον Ιούνιο του 42 η τιμή του ψωμιού είχε ανέβει από τις 70 δραχμές στις 2.350, δηλαδή 33 φορές επάνω,  το σαπούνι από τις 65 δραχμές στις 3.100  και τα ξερά φασόλια από τις 90 στις 2.900.

Επειδή το χαρτονόμισμα έχανε την αξία του λόγω του πληθωρισμού και η μεταφορά νέων χαρτονομισμάτων από την Αθήνα ήταν και δύσκολη και επικίνδυνη γιατί οι Γερμανοί περίμεναν έξω από τα λιθογραφεία και άρπαζαν νωπά ακόμη τα τραπεζογραμμάτια, η Τράπεζα της Ελλάδας  για να αντιμετωπίσει την κατάσταση χορήγησε την άδεια στην τοπική Οικονομική Επιτροπή Ναυπλίου να σφραγίζει τραπεζογραμμάτια με νέες πολλή μεγαλύτερες τιμές. Για να πάρουμε μια  γενική έννοια του ύψους του πληθωρισμού σημειώνουμε ότι τον Σεπτέμβριο του 44 τραπεζογραμμάτια των 5.000 δραχμών τα επεσήμανε η επιτροπή για να κυκλοφορήσουν με ονομαστική αξία 500.000.000 δραχμών [6].

Το νόμισμα έπαψε πλέον να αποτελεί μέσο πληρωμής και οι συναλλαγές γίνονταν με τον αρχέγονο τρόπο της ανταλλαγής. Έρχονταν οι Λιγουριάτες στο χωριό και αντάλλασαν μία οκά λάδι με μία οκά σιτάρι. Ο κόσμος των πόλεων μετέφερε στα χωριά τα πράγματα του νοικοκυριού του και τα αντάλλασαν με τρόφιμα. Το Μάη που θερίζαμε τα γεννήματα γυναίκες με τα παιδιά τους εμφανίστηκαν στα χωράφια και ακολουθούσαν τους θεριστές  μαζεύοντας τα σκόρπια στάχια σταριού που ξέφευγαν από τα «χειρόβολα», ήσαν οι περίφημες «σταχομαζώχτρες». Στο χωριό μας (Μιδέα) λίγοι πείνασαν, αλλά κανένας δεν πέθανε από ασιτίហεκτός από τις συνηθισμένες παραγωγές σπείραμε ρεβίθια και φακές και κάθε σπίτι αύξησε τον αριθμό των οικόσιτων προβάτων και κατσικιών. Φάρμακα δεν υπήρχαν και η αντιμετώπιση των ασθενειών γινόταν με ιδιοσκευάσματα, όταν ήταν μπορετό. Γεμίσαμε ψώρα, που αντιμετωπίσαμε με αλοιφή από θειάφι και λάδι, ενώ η ελονοσία μας τάραξεž ακόμη θυμάμαι τα ρίγη όταν ανέβαινε ο πυρετός. Σχετικά με τις άλλες επικίνδυνες ασθένειες αν ήσουν τυχερός μπορούσες να σωθείς. Εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε την προσφορά του γιατρού Βασιλείου, που έτρεχε όπου τον καλούσαν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται η κορυφαία απελευθερωτική οργάνωση, το Εθνικό  Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.). Το πρακτικό ίδρυσης υπόγραψαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Αγροτικό Κόμματος Ελλάδας [7]. Το ΕΑΜ απλώθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα και συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στην επιβίωση του ελληνικού λαού σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής όσο και στην απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό. Αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 ιδρύθηκε το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, ο Ε.Λ.Α.Σ. Σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΑΜ στην Αργολίδα συναντούμε δύο παράλληλες κινήσεις που συνέπεσαν χρονικܞ τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του ᾽41 ο Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι επισκέφθηκε τους αδελφούς Τσετσέκου Σπύρο, Κώστα και Βαγγέλη από τα Φίχτια και συζήτησαν για την ανάγκη και τις δυνατότητες δημιουργίας οργανώσεων του ΕΑΜ στην Αργολίδα [8], ενώ ο Πάνος Λιλής από το Γκέρμπεσι αναφέρει πως είχε συνάντηση για τον ίδιο σκοπό στις αρχές του Δεκέμβρη με τον Μήτσο Δεμοίρο από το Ανυφί και Μιχάλη Μεϊδάνη από το Μάνεση και  εκπρόσωπο του ΕΑΜ [9]. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν οργανώσεις του ΕΑΜ στις πόλεις και σε όλα τα χωριά της Αργολίδας.

Το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί έκαναν διάφορα έργα άμυνας και προστασίας των εγκαταστάσεων και του οπλισμού τους στο αεροδρόμιο του Άργους και στα χωριά που ήσαν εγκατεστημένοι, όπως στην Πυργέλα, στην Ν. Κίο, στην Αγ. Τριάδα και αλλού. Για την εκτέλεση των έργων  με απόφαση του Νομάρχη είχε καθοριστεί ένας αριθμός εργατών για κάθε χωριό που έπρεπε να πηγαίνει στα έργα κάθε μέρα. Το χωριό μας (Μιδέα) έπρεπε να στέλνει κάθε μέρα 17 εργάτες. Η οργάνωση του ΕΑΜ του χωριού πήρε εντολή να σαμποτάρει την αποστολή εργατών. Αντιπροσωπία επισκέφθηκε το Νομαρχούντα Διευθυντή της Νομαρχίας Γεωργιάδη και του είπε να μη στείλει αυτοκίνητο στη Μιδέα γιατί οι άνδρες έχουν προσβληθεί από ψώρα και σταφυλόκοκκο. Μετά από απειλές του Νομάρχη και εμμονή των χωριανών μας η Νομαρχία συμφώνησε και έστειλε το νομίατρο στο χωριό, ο οποίος στην έκθεσή του βεβαίωνε πως οι κάτοικοι κατά ποσοστό 70% έχουν προσβληθεί από ψώρα και έτσι απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση της αναγκαστικής εργασίας [10].  Όμως οι Γερμανοί συχνά πυκνά περνούσαν από τα χωριά και όποιον άνδρα εύρισκαν τον έπιαναν και τον οδηγούσαν στα έργα. Το αυτοκίνητο που μάζευε εργάτες το είχαν ονοματίσει «Μπόγια» και με το άκουσμα «έρχεται ο Μπόγιας» όλοι οι άνδρες εξαφανίζονταν. Η οργάνωση του ΕΑΜ  για να προλάβει τυχόν ατυχήματα από επίσκεψη των Γερμανών στο χωριό είχε τοποθετήσει μόνιμο παρατηρητήριο στο Παλιόκαστρο που ήλεγχε  το δρόμο  πρόσβασης των Γερμανών στο χωριό και με το χωνί ειδοποιούσε για την κίνηση Γερμανών. Την υπόθεση αυτή είχαν αναλάβει νεολαίοι  που εκ περιτροπής εκτελούσαν  υπηρεσία παρατηρητηρίου. Οι νεώτεροι ίσως να έχετε ακούσει για το θρυλικό χωνί. Χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της φωνής σε μεγαλύτερες αποστάσεις  και κυρίως για την εκφώνηση ειδήσεων, ανακοινώσεων, συνθημάτων κλπ.

Στις 9 Ιανουαρίου 1944 οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στο Γκέρμπεσι (Μιδέα)ž συνέλαβαν όλους του άντρες άνω των 14 ετών και τους συγκέντρωσαν στο ρέμμα στο  χώρο που σήμερα βρίσκεται η παιδική χαρά. Ανάμεσά τους ήσαν και μερικοί ξένοι, στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων. Οι Γερμανοί επέτρεψαν στους τσοπάνηδες να βγάλουν τα πρόβατά τους έξω από το χωριό, για να βοσκήσουν και μαζί με τους πραγματικούς τσοπάνηδες βγήκαν από τον κλοιό και μερικοί ξένοι. Έκαναν έρευνα σε όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τίποτα παρά το γεγονός πως στο σπίτι του Μελέτη Βλάχου ήταν εγκατεστημένο το τυπογραφείο της αντίστασης και σε πολλά σπίτια υπήρχε πολεμικό υλικό.  Συνέλαβαν 82 περίπου άνδρες και τους οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Άργους. Τους χρησιμοποίησαν για την εκτέλεση έργων στο αεροδρόμιο. Κοιμόντουσαν σε ξύλινες αποθήκες που από παντού έβαζαν αέρα και από την πρώτη μέρα γέμισαν ψείρεςž ο χειμώνας ήταν πολύ σκληρός και δυο φορές κατά τη διάρκεια της κράτησής τους χιόνισε. Επέτρεψαν ευτυχώς στις οικογένειές τους να τους πηγαίνουν φαγητό και κάθε μέρα καραβάνι από γαϊδουράκια ξεκίναγαν για το αεροδρόμιο του Άργους. Μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και δύο αντάρτες καθώς και πολλά στελέχη της αντίστασης γνωστά στους κρατούμενους. Τυχόν διεξαγωγή ανακρίσεων θα αποκάλυπτε γεγονότα, που θα είχαν άμεση επίπτωση στη ζωή των κρατουμένων αλλά και στο ίδιο το χωριό. Αποφασίστηκε να παρέμβει στρατιωτικά το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των κρατουμένων και ορίστηκε ημέρα διεξαγωγής της επιχείρησης η 22 Ιανουαρίου 1944, ημέρα Σάββατο απόγευμα, που οι Γερμανοί κατέβαιναν στο Άργος για αναψυχή. Ευτυχώς οι Γερμανοί τους άφησαν ελεύθερους  νωρίτερα και αποφεύχθηκαν οι συνέπειες μιας τέτοιας επιχείρησης [11].

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη διεύρυνση του μετώπου όλος ο Γερμανικός ανδρικός πληθυσμός υπηρετούσε στο στρατό. Έτσι, η Γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα μετά την απαγόρευση από τον Χίτλερ να εργάζονται οι γυναίκες στα εργοστάσια, δεν είχε εργάτες για να  κινήσουν τα εργοστάσια. Για την κάλυψη των κενών η Γερμανική προπαγάνδα ίδρυσε υπηρεσίες προσέλκυσης εργατών σε διάφορες πόλεις της κατεχόμενης Ευρώπης και στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1942. Οι Έλληνες  όμως παρά την πείνα γύρισαν την πλάτη στους Γερμανούς και μόνο 15-20 άτομα ανταποκρίθηκαν. Στις αρχές του 1943 κυκλοφόρησαν φήμες πως οι Γερμανοί σκόπευαν να καταφύγουν σε πολιτική επιστράτευση ελλήνων, για να τους στείλουν εργάτες  στη Γερμανίហτο ΕΑΜ όμως οργάνωσε διαδηλώσεις και απεργίες που συγκλόνισαν την Αθήνα και υποχρέωσαν το πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο να διαψεύσει την πληροφορία και η επιστράτευση ματαιώθηκε. Γενικά μπορούμε να πούμε πως οι Έλληνες δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Γερμανών, αφού στα τέλη του 1943 από τα 5.400.000 αλλοδαπών εργατών, που εργάζονταν στη Γερμανία, μόνο 11. 000 ήσαν Έλληνες [12].

Στις 9 Ιουνίου του 1944 Γερμανικές δυνάμεις ενισχυμένες με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας κύκλωσαν τα χωριά Γκέρμπεσι, Δένδρα, Μάνεσι, Ντούσια και Μπάρδι. Στο χωριό μας (Γκέρμπεσι = Μιδέα) συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στο ρέμα, εκεί που βρίσκεται τώρα η παιδική χαρά και Γερμανός αξιωματικός άρχισε να εκφωνεί από κατάλογο ονόματα Γκερμπεσιωτών, ανδρών και γυναικών. Βρέθηκαν παρόντες ο Ιωάννης Δημ. Λιλής και 10 κοπέλες. Τους οδήγησαν στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια στο στρατόπεδο της Κορίνθου και μετά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Τον Λιλή και 5 κοπέλες τους άφησαν ελεύθερους [13], με τη μεσολάβηση κάποιων παραγόντων, τις άλλες πέντε όμως τις φόρτωσαν στο τραίνο και μέσω Γιουγκοσλαβίας της μετέφεραν στη Γερμανία. Εκεί τις οδήγησαν σε διάφορα εργοστάσια και τις υποχρέωσαν να εργάζονται για το Γ΄ Ράιχ. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού τις απελευθέρωσαν  οι Αμερικανοί την 1 Απριλίου 1945, οι οποίοι τις μετέφεραν στο Μπάρι και τις επιβίβασαν σε πλοίο για την Πάτρα. Εκεί τις παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός [14]. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και οι πέντε, οι οποίες ήσαν:

1) Γεώργα Αικατερίνη του Γεωργίου,

2) Κορίλη Γιαννούλα του Ευαγγέλου,

3) Λέκκα Αναστασία του Γεωργίου,

4) Παπαγεωργοπούλου Αικατερίνη του Αναστασίου,

5) Φρίμη Αικατερίνη του Γεωργίου,

Έπιασαν επίσης ομήρους και από τα άλλα γειτονικά χωριά: από το Μπάρδι 1, από του Μάνεσι 4 και από τα Δένδρα 4 [15].

Το 1944 και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου από τον Άρη Βελουχιώτη οι στρατιωτικές ενέργειες κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους,  των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχαν ενταθεί. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο στρατηγός Φέλμυ, διοικητής του 68ου Σώματος στρατού με έδρα την Αθήνα κήρυξε στις 19 Μαḯου 1944 την Πελοπόννησο εμπόλεμη ζώνη και διόρισε τον στρατηγό Λε Σουίρ διοικητή της άμυνας της Πελοποννήσου. Ο Φέλμυ με διακήρυξη όρισε τους όρους διαβίωσης και συμπεριφοράς των κατοίκων της Πελοποννήσου [16].

Σχετικά διαβάζουμε:

  • Απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6.00 το πρωί της επόμενης.
  • Κατά τη χρονική αυτή περίοδο κάθε πολίτης που θα απαντάται στο δρόμο να εκτελείται επί τόπου.
  • Όλα τα καφενεία, εστιατόρια και ταβέρνες κλπ θα κλείσουν.
  • Κάθε συνάθροιση πέραν των πέντε ατόμων ή συγκεντρώσεις, ακόμη και οι λαϊκές αγοράς, σε ανοικτούς χώρους και σε κτήρια απαγορεύονται.
  • Κάθε επικοινωνία με ταχυδρομείο, τηλέγραφο ή τηλέτυπο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Η χρήση μέσων συγκοινωνίας όπως τραίνων, φορτηγών ή οχημάτων με ρόδες συμπεριλαμβανομένων και των ποδηλάτων στην Πελοπόννησο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Απεριόριστη ελευθερία κίνησης ισχύει μόνο μέσα στις κατοικημένες περιοχές.
  • Εκτός κατοικημένων περιοχών επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο σε  δρόμους και χαραγμένα μονοπάτια, ενώ εξαιρούνται τα ορεινά  εδάφη.
  • Στις ορεινές περιοχές απαγορεύεται και η συγκοινωνία από χωριό σε χωριό.
  • Κινήσεις σε ακατοίκητες περιοχές και εκτός των επιτρεπόμενων δρόμων θα εμποδίζονται αμέσως και θα ανοίγεται πυρ και χωρίς προειδοποίηση.
  • Όλα τα διαταχθέντα μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν με απόλυτη σκληρότητα και αυστηρότητα.

Αποφάσισε επίσης:

Να τοποθετηθούν  για λόγους ασφαλείας «μπροστά από της ατμομηχανές, βαγόνια, το καθένα με 15-20 ομήρους». Ο Ελληνικός λαός ονόμασε τα βαγόνια αυτά «κλούβες» και σκοπό είχαν αποτρέψουν την προσβολή των τραίνων από τον ΕΛΑΣ, αφού σε περίπτωση υπονόμευσης των γραμμών του τραίνου  θα σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στις κλούβες, τις οποίες οι Γερμανοί είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά, ενώ σε περίπτωση προσβολής του τραίνου από αντάρτες θα εκτελούσουν επί τόπου τους ομήρους ως αντίποινα. Στην κλούβα σκοτώθηκε ο Βαγγέλης Κορίλης από τα Δένδρα, όταν οι Γερμανοί για αντίποινα  ανατίναξαν την κλούβα στο σταθμό της Κορίνθου. Στην κλούβα είχαν επίσης φορτωθεί και ο Θωμάς Δημητρίου Λιλής από το Γκέρμπεσι καθώς και οι Κωνσταντίνος Σιατερλής, Χρήστος Ξύδης και Παναγιώτης Παναγής από την Πουλακίδα, που ευτυχώς, επέζησαν.

Τέλος, η Γερμανική διοίκηση αποφάσισε τη διεξαγωγή εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων σ΄ όλη την Πελοπόννησο. Μία από αυτές με την κωδική ονομασία «Κοράκι» αφορούσε την Αργολίδα. Στη επιχείρηση έλαβαν μέρος 4 μάχιμες ομάδες  υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Βάλτερ  Μπαρτ  και σκοπό  είχε «την εξόντωση των ομάδων του ΕΛΑΣ στην περιοχή Κορίνθου – Άργους, στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας, στην περιοχή Επιδαύρου – Ισθμίων και στα νησιά γύρω από τις Σπέτσες». Πριν ξεκινήσει η επιχείρηση ο Μπαρτ μετά από εντολή του Λε Σουίρ εξέδωσε υπόμνημα με τον τίτλο «συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης», που περιείχε εντολές που παραβίαζαν κατάφωρα τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Από τις εντολές προς τους στρατιώτες σημειώνουμε μόνο ότι «Γερμανοί στρατιώτες με πολιτικά θα πρέπει να εξουδετερώνουν αθόρυβα κάθε άνδρα που συναντούν στα βουνά, η εκτέλεση αποδεδειγμένα κομμουνιστών μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε αριθμό, όμηροι μπορεί να συλλαμβάνονται όταν θεωρείται αναγκαίο, στην περίπτωση που ο πληθυσμός προσπαθεί να διαφύγει τη στιγμή της προσέγγισης της μονάδας, τότε θα πυροβολούνται οι άνδρες κλπ» [17]-[18]. Κυριολεκτικά σάρωσαν την περιοχή μας, κάθε βράχος και κάθε λόχμη ερευνήθηκαν, μάλιστα οι Έλληνες συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες καλούσαν τους κρυμμένους να βγουν, «Σε βλέπω», τους φώναζαν, «έβγα και θα σωθείς», έτσι λέγεται πως σκότωσαν το Θανάση Αναστασίου Παπαγεωργόπουλο και τον Γεώργιο Αναστ. Λέκκα. Όσους βρήκαν έξω από το χωριό τους σκότωσαν, ακόμη και την 8χρονη Μαρίνα Γεωργίου Παπαγεωργόπουλου και τον 15χρονο Δημήτριο Σπύρου Γεώργα σκότωσαν. Επίσης έκαψαν τα σπίτια του Δημητρίου Ξύδη και του Ιωάννη Ράφτη.

Κατά τον χρόνο των επιχειρήσεων βρισκόταν στην Αργολίδα το 3ο τάγμα του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.  Η διοίκηση του τάγματος απέφυγε με ελιγμούς και υποχωρήσεις τη σύγκρουση με τους Γερμανούς και μόνο στο Κολιάκι μια ομάδα του αντάλλαξε πυροβολισμούς με την   εμπροσθοφυλακή των Γερμανών για να καθυστερήσει την προέλασή τους. Τη νύχτα 31ης  Μαḯου προς την 1η Ιουνίου ολόκληρο το τάγμα και οι περιφερειακές οργανώσεις του ΕΑΜ διαπεραιώθηκαν στη Σαμπατική,  στην παραλία του Άστρους με πλοιάρια του ΕΛΑΝ και άλλα μέσα που διέθεσαν οι νησιώτες.

Η επιχείρηση «Κοράκι» ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουνίου 1944 με την κατάληψη των Σπετσών. Στις Σπέτσες μετά από προδοσία ντόπιων συνελήφθη ο Γεώργιος Δημητρίου Λέκκας, ο γνωστός μας με το αγωνιστικό  ψευδώνυμο «καπετάν Λευτεριάς», που ήταν επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας του ΕΛΑΣ και από τους δημιουργούς του ΕΛΑΝ ΑργοΣαρωνικού. Τον κρέμασαν στις 12 Ιουνίου μαζί με άλλους αντάρτες στο Λιμάνι των Σπετσών από τις σιδεροκαλώνες, αφού προηγήθηκε άγριος βασανισμός [19]. Το τέλος το Λευτεριά περιγράφει ο Άγγλος Τζων Φάουλς στο μυθιστόρημά του «Ο Μάγος»ž χρειάζονται πολύ γερά νεύρα για να αντέξει κανείς την περιγραφή των βασανιστηρίων [20].

Σύμφωνα με επίσημες Γερμανικές εκθέσεις  οι Γερμανοί σκότωσαν στην επιχείρηση «Κοράκι» 235 Έλληνες. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με το γεγονός πως οι Γερμανοί δεν συγκρούστηκαν με τους αντάρτες και ότι εκτέλεσαν ενόπλους μόνο την ολιγάριθμη ομάδα του Λευτεριά δείχνει την εξαιρετική σκληρότητα με την οποία διεξήχθη η επιχείρηση, αφού όλοι οι υπόλοιποι εκτελεσμένοι ήσαν άοπλοι [21].

Έφτασε όμως το τέλος τους. Η ανθρωπότητα δεν επέτρεψε στο γένος των Αρίων να μεταβάλλουν τους ανθρώπους σε υποζύγια. Οι Γερμανοί  εγκατέλειψαν το Άργος στις 14 Σεπτεμβρίου και την ίδια ημέρα και το Ναύπλιο, αφού κατέστρεψαν το λιμάνι. Από την πρωτεύουσα έφυγαν στις 12 Οκτωβρίου 1944.

Η ποθητή ημέρα της λευτεριά είχε φτάσει.

 

Ακολουθεί κατάλογος των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ή άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας:

 

1) Βλάχος Μελέτης του Γεωργίου, ετών 43, στη θέση Κιάφα Μπάρκλια στις 25 Μάη 1944.

2) Γεώργας Αθανάσιος του Δημητρίου, ετών 75, στη θέση «Τρία Ρέμματα» στις  26 Μάη 1944.

3) Γεώργας Αναστάσιος του Ιωάννου, ετών 18, στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

4) Γεώργας Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ετών 50, στο Μπάρδι κοντά στην εκκλησία στις 25 Μάη του 1944.

5) Γεώργας Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 49, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρη (Τούρλια)», όπου έβοσκε τα πρόβατα.

6) Γεώργας Δημήτριος του Θωμά, ετών 56,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

7) Γεώργας Δημήτριος του Σπυρίδωνος, ετών 15,  στις 27 Μάη 1944, στη θέση «Πριόνια» κοντά στα μαντριά του Κράμπα.

8) Γεώργας Ιωάννης του Θωμά, ετών 49,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη του 1944.

9) Δήμας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 18, τον εκτέλεσαν Ταγματασφαλίτες το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου 1944 κοντά στα Πυργιώτικα.

10) Δήμας Χρήστος του Γεωργίου, ετών 57,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι.

11) Κορίλης Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 19, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την  διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, όπου τον εκτέλεσαν στα κυπαρίσσια του Νέγρη ίσως το πρώτο 15νθήμερο του Ιουνίου 1944.

12) Κορίλης Χρήστος του Ιωάννη, ετών 20,  έξω από το χωριό στη θέση «Ατζιαλί» την Ιη Ιουνίου 1944.

13) Λέκκας Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 54,  στις 26 Μάη 1944 στο φαράγγι του Καραμπαμπά.

14) Λέκκας Γεώργιος του Δημητρίου (Καπετάν Λευτεριάς), ετών 30, τον κρέμασαν οι Γερμανοί με άλλους εφτά και μετά από άγριο βασανισμό στη Ντάπια των Σπετσών στις 12 Ιουνίου 1944.

15) Λέκκας Παναγιώτης του Λεωνίδα, ετών 47,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι στις 27 Μάη 1944.

16) Λιλής Μιχαήλ του Δημητρίου, ετών 36, σκοτώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στο Πολύγωνο σε σύγκρουση με ομάδα Ταγματασφαλιτών του Ναυπλίου.

17) Λιλής Δημήτριος του Ηλία, ετών 61, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρης» (Τούρλια).

18) Λιλής Παναγιώτης του Βασιλείου, ετών 31, στις 27 Μάη 1944 στην περιφέρεια των Λιμνών.

19) Ξύδης Παναγιώτης του Ανδριανού, ετών 20, τον εκτέλεσαν άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας στις 30 Αυγούστου 1944 στο Ναύπλιο.

20) Παπαγεωργόπουλος Αθανάσιος του Αναστασίου, ετών 21, στις 27 Μάη του 1944 στη «Γκιώνα» Λιμνών.

21) Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 45, στις 27 Μάη του 1944 στη θέση «Γκιόναλι» της Τραπεζώνας.

22) Παπαγεωργόπουλος Θεοδόσιος του Δημητρίου, ετών 24, στις 27 Μάη 1944.

23) Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ετών 43.  στις 27 Μάη 1944 στην Τραπεζώνα θέση «Γκιόναλι».

24) Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Σπυρίδωνος, ετών 22, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944 με τυφεκισμό μετά από άγριο ξυλοδαρμό, γιατί παραβίασε το ωράριο απαγόρευσης της κυκλοφορίας.

25) Παπαγεωργοπούλου Γεωργία συζ. Γεωργίου, ετών 33, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα στα πριόνια, μαζί με την οχτάχρονη θυγατέρα της Μαρίνα.

26) Παπαγεωργοπούλου Μαρίνα του Γεωργίου, ετών 8, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα, στα πριόνια, μαζί με τη μητέρα της.

27) Παπαγεωργοπούλου Σοφία του Σπυρίδωνος, ετών 25, στο Γκέρμπεσι στις 25 Μάη 1944.

28) Υψηλάντης Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 54, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στη στήλη ιστορικής μνήμης στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη καταγράφονται ως εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς εκτός από τους αναφερόμενους ανωτέρω Γκερμπεσιώτες και οι επόμενοι:

 

Αργυρόπουλος Αγγελής του Σπύρου, ετών 26 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Αργυρόπουλος Πέτρος του Σπύρου,  ετών 37 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Βλάχος Ι. Παναγιώτης, ετών 53 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Λ. Γεώργιος, ετών 21 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Γ. Λεωνίδας, ετών 46 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Δ. Γεώργιος, ετών 29 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Μ. Ιωάννης, ετών 27 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κυμπούρης Γ. Δημήτριος, ετών 77 από Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Παναγής Δ. Αναστάσιος, ετών 40 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Κ. Δανούση: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς, περιοδικό «Αναγέννηση» τεύχος 321, Σεπτέμβρης 1994 και ανάρτηση στην argolikivivliothiki.gr/ «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα».

[2] Επιστολή Ν. Σαββέα προς την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 20-05-1985.

[3] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ 38, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[4] M.Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ. 67 και αναλυτικά για τον λιμό στην Ελλάδα από τη σελ 49 επ. Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.

[5] Ν. Γ. Σαββάκη: «Θύματα Ιταλικής-Γερμανικής κατοχής περιόδου 1941-1945 περιφερείας Δήμου Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), σελ.331.

[6] Θ. Δ. Πανταζόπουλου: «Η ταμειακή στενότης στο Ναύπλιον κατά την κατοχή και η έκδοσις τοπικού νομίσματος», Ναύπλιον 1945 και Αθήνα 1963.

[7] Λευτέρη Αποστόλου: «Το ξεκίνημα του ΕΑΜ», έκδοση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944», Αθήνα 1982, σελ. 62.

[8] Π. Μούτουλα: «Πελοπόννησος 1940-45», σελ.210, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004.

[9] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[10] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[11] Προσωπική μαρτυρία, έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου, Γ. Λιλή «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», ΣΕΛ. 23, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Άργος 1980.

[12] M. Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ 103, Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1994.

[13] Οι κοπέλες, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και τις άφησαν ελεύθερες, ήσαν οι επόμενες: Μαρίνα Δημ. Λιλή, Μαρίνα Ευθ. Παπαγεωργόπουλου, Σπυρούλα Ιωάν. Δήμα, Αικατερίνη Ιωάν. Ράπτη, Αικατερίνη Αναστασίου Λιλή.

[14] Προφορική μαρτυρία στον γράφοντα της όμηρης Κατίνας Γεώργα-Κονδύλη.

[15] Δενδριώτες: Γεώργιος Ιωάν. Κιμπούρης, Ιωάννης Δημητρίου Δουβίκας, Δημήτριος Ιωάννου Ουλής. Μανεσιώτες: Σωτήριος Δημητρίου Καραμάνος, Αναστάσιος Καραμάνος, Σωτήριος Ιωάννου Καραμάνος, Παναγιώτα Χρήστου Καραμάνου. Μπαρδαίοι: Ιωάννης Ευαγγέλου Κακούροςž όλοι επέστρεψαν εκτός από τον Δημήτριο Ουλή, που σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς με τους παρτιζάνους του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία.

[16] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ. 554-555, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[17] .Χ. Φ. Μάγερ: όπ. αν. σελ.555-564.

[18] Κάποια Κυριακή, πριν την έναρξη των επιχειρήσεων και μετά τη λειτουργία τρεις Γερμανοί συνοδευόμενοι από τον Γεώργιο Τόμπρα από το Μέρμπακα, τον οποίο οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα, ήρθαν στο χωριό. Ο ένας Γερμανός έμεινε έξω και οι δύο άλλοι με τον διερμηνέα μπήκαν μέσα στην εκκλησίហο αξιωματικός με τον διερμηνέα ανέβηκαν στο σκαλί μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο Γ. Τόμπρας, μεταφράζοντας όσα ο Γερμανός έλεγε, ανακοίνωσε μεταξύ άλλων ότι οι Γερμανοί σύντομα θα άρχιζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ότι όποιον εύρισκαν έξω από το χωριό θα τον σκότωναν, ότι όποιος έμενε στο σπίτι μέσα στο χωριό δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ότι είχε επιβληθεί απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης ημέρας και άλλα πολλά.

[19] Για την διαπεραίωση των ανταρτών του ΕΛΑΣ από την Κοιλάδα στο Άστρος και τη σύλληψη και τον απαγχονισμό του Λευτεριά βλ. συνέντευξη του Παναγιώτη Καραμπίνα (Καπετάν Τζαβέλλα) μέλους της ομάδας του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας στον Τάκη Μαύρο, εφημερίδα ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ αρ.φ. 170/ 18-04-1984.

[20] John Fowls: «The Magus», σελ. 503 επ., Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 1997.

[21] Χ. Φ. Μάγερ:  όπ. αν. σελ. 563.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κούτσης Γ. Ιωάννης (1797-1860)


 

Κούτσης Ιωάννης (1797-1860)

Ο Ιωάννης Κούτσης γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1797 και ήταν μέλος σημαντικής ναυτικής οικογένειας του νησιού. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ασχολούμενος με ναυτιλιακές επιχειρήσεις είχε αποκτήσει αρκετά μικρά εμπορικά πλοία από τα λεγόμενα «λατινάδικα». Σ’ αυτά, από το 1808 και μέχρι την έναρξη του αγώνα, προστέθηκαν και άλλα πλοία μεγαλύτερα, όπως ο «Θεμιστοκλής», ένα από τα καλύτερα πλοία κατά την εποχή εκείνη, το τριίστιο «Ηρακλής» και οι ημιολίες «Ασπασία» και «Σαλαμώνη», όλα τους άριστα εξοπλισμένα και με κυβερνήτες μέλη της οικογένειας Κούτση, που όλα έλαβαν μέρος στις διάφορες ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.

Ο Ιωάννης Κούτσης, που κυβερνούσε το πλοίο του «Θεμιστοκλής», με υποπλοίαρχο τον αδελφό του Κοσμά, διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του σ’ όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα απέσπασε το θαυμασμό όλων κατά τη ναυμαχία των Πατρών. Σ’ αυτήν, την πρώτη «εκ παρατάξεως» ναυμαχία των αντιπάλων ναυτικών δυνάμεων, που έγινε με μια φοβερή κακοκαιρία και θαλασσοταραχή, το καράβι του «Ο Θεμιστοκλής» με κυβερνήτη τον ίδιο ήταν μεταξύ των πρώτων I5 καραβιών του τρινήσιου στόλου, που με επί κεφαλής το Μιαούλη άρχισαν το σκληρό αγώνα. Ο Κούτσης, στη ναυμαχία αυτή, επιτέθηκε σε μία τούρκικη φρεγάτα και για να τη βυθίσει ζύγωσε τόσο κοντά, με αποτέλεσμα να κτυπηθεί ο «Θεμιστοκλής» στ’ άρμενα και στα πλευρά, οπότε τα νερά άρχισαν να μπαίνουν με ορμή στο καράβι. O Σπετσιώτης καπετάνιος, παρά τις σοβαρές ζημιές του καραβιού του, δεν εννοούσε να αποσυρθεί από τον αγώνα προτιμούσε να βουλιάξει, παρά να αποσυρθεί από τη μάχη. Και πραγματικά, ο Κούτσης εξακολουθούσε να μάχεται με πείσμα μέχρις ότου φθάσανε κοντά του και άλλα ελληνικά καράβια και ανακουφίστηκε λίγο από τα πυροβόλα της εχθρικής φρεγάδας. Και όταν πια έφτασε στο έσχατο αυτό σημείο του κινδύνου να βυθιστεί, τότε μόνο πλάγιασε το καράβι του και πήγε στο Μεσολόγγι, όπου και το επισκεύασε πρόχειρα.

Ο Γιάννης Κούτσης έλαβε ακόμη μέρος στη μεγάλη ναυμαχία των Σπετσών στις 8 Σεπτέμβριοι 1822, όπου από τη θέση κοντά στο ακρωτήρι του Αγίου Αιμιλιανού, έφραζε με το πυροβολικό του καραβιού του την είσοδο του μεταξύ Σπετσών και Κόστας στενού, βοηθούμενος κατά την ημέρα εκείνη της Παναγίας και από το κανονιοστάσιο που βρισκόταν ανάμεσα στο φάρο και τους μύλους. Kαι μετά τη λήξη του αγώνα ο Κούτσης δεν λησμόνησε ποτέ τη μέρα εκείνη. Η οικογένειά του για να τιμήσει την Παναγία, για το θαύμα που έκανε την ημέρα της γιορτής της και σώθηκε το νησί, έκτισε στο χώρο του ισχυρού αυτού κανονιοστασίου την εκκλησία τη Παναγίας, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Η εκκλησία αυτή η οποία στην αρχή λεγόταν Παναγία του Κεφάλα και εννοούσαν το Γιάννη Κούτση με το μεγάλο κεφάλι, αργότερα πήρε το όνομα Παναγία της Αρμάτας, σε ανάμνηση το μεγάλου ιστορικού γεγονότος.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στις Σπέτσες ασχολούμενος με ναυτιλιακές εργασίες και πέθανε εκεί, το 1860.Ο τάφος της οικογένειάς του βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, πάνω στο χώρο του μεγάλου κανονιοστασίου.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)  – Προσωπογραφίες


 

Προσωπογραφίες:Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)

 

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Υπάρχει πόλη των ΗΠΑ  αφιερωμένη στο όνομά του. Είναι η πόλη Ypsilanti, Michigan, όπου υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο. Ο Δημήτριος Υψηλάντης είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, τη Μαντώ Μαυρογένους. 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.

 

[…] «Μπήκα στην κατοικία του Υψηλάντη, μια καλύβα από ξερολιθιά, εννιά τετραγωνικά, από μια είσοδο τόσο χαμηλή, που έπρεπε να σκύψει κανείς σχεδόν ως το χώμα. Βρήκα τον Υψηλάντη καθισμένο σε κάτι σανίδες σκεπασμένες με ένα κιλίμι. Ήταν το κρεβάτι του. Χρυσές επωμίδες συνταγματάρχη, μαύρη στολή, μαύρος σκούφος στολισμένος με ασημένια πλάκα όπου ήταν χαραγμένη η φράση «Ελευθερία ή Θάνατος» κάτω από μια νεκροκεφαλή και δύο κόκαλα χιαστί. Μας δέχτηκε με την ψυχρή αμηχανία, που θα παρατήρησαν, όλοι όσοι τον γνώρισαν. Δεν ήταν υπεροψία αλλά το δυσάρεστο αποτέλεσμα μιας φυσικής συστολής. Σ’ αυτό είχε σίγουρα συντελέσει η συνείδηση των σωματικών του μειονεκτημάτων και ένα πολύ αισθητό ελάττωμα στην προφορά. Πραγματικά, η μοίρα αρνήθηκε στον πρίγκιπα Υψηλάντη τις φυσικές χάρες, το καλό παρουσιαστικό, δώρο πολύτιμο στα μάτια του πλήθους. Ανάστημα ούτε πέντε πόδια, κορμί και μέλη εύθραυστα, κεφάλι φαλακρό. Όλα αυτά δίνουν την εντύπωση ηλικιωμένου ανθρώπου. Και είναι μόλις 30 χρονών. Ωστόσο, παρά την καχεκτική του διάπλαση δεχόταν με θαυμαστή αντοχή τις ταλαιπωρίες της πολεμικής ζωής. Η ευψυχία του δυνάμωνε το κορμί και δεν μπορείς να του αρνηθείς το θάρρος και τις αρετές που ξεχωρίζουν έναν άνθρωπο στον ιδιωτικό του βίο. Μιλάει πολλές γλώσσες και κυρίως γαλλικά. Αλλά το βάρος των ευθυνών που έχει αναλάβει, ή καλύτερα που του ανέθεσε ο αδερφός του, ξεπερνάει τις δυνάμεις του. Δεν είχε ούτε την τέχνη να μεταχειρίζεται και να κυβερνάει ανθρώπους ούτε τη θέρμη της επικοινωνίας που συναρπάζει το πλήθος, χαρίσματα τόσο απαραίτητα για μια επανάσταση. Η μεγάλη καλοκαγαθία του εκφυλιζόταν σε αδυναμία».

Maxime Raybaud  (Μαξίμ Ρεμπώ), «Memoires sur la Grece pour servir a l’histoire de la guerre de l’Independance, accompagnes de plans topographiques» Paris, 1824-25, vol. 1-2.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Λιθογραφία. Λονδίνο, Νοέμβριος,1824.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

 

Υπογραφή του Δημητρίου Υψηλάντη.

 

[…] «Υπέρμαχος της Συνταγματικής ελευθερίας εμπνεόταν σε κάθε πράξη από τον πιο αγνό πατριωτισμό. Δεν είχε, ωστόσο, την αποφασιστικότητα και τον πνευματικό εξοπλισμό που χρειαζόταν ένας ηγέτης για να κρατήσει το πηδάλιο σε δύσκολες στιγμές. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να καταπολεμήσει το σύστημα της λεηλασίας που είχαν υιοθετήσει οι καπεταναίοι και οι προεστοί αλλά δεν είχε ούτε τη σταθερότητα, ούτε τη δύναμη για να εφαρμόσει αυστηρά μέτρα, έτσι που ο φόβος, να δώσει εκείνο που δεν μπορούσε να πετύχει η τιμή. Γι’ αυτό ακριβώς οι περισσότεροι προεστοί ήταν εχθροί του. Αξιαγάπητος και γενναιόψυχος βοηθούσε κάθε πάσχοντα με αποτέλεσμα να απομείνει χωρίς πόρους και να βρεθεί σε αδυναμία να πραγματοποιήσει εκείνο που επιθυμούσε. Μ’  όλο που ήταν 30 χρονών έδειχνε 50. Είναι λιτοδίαιτος και μιλάει πολύ καλά γαλλικά».

Frans Nils Aschling, «Försök till Grekiska Revolutionens historia, enligt anteckningar gjorde pa stallet» [Δοκίμιο ιστορίας της ελληνικής επαναστάσεως, με βάση σημειώσεις που κρατήθηκαν επί τόπου], Στοκχόλμη, 1824.

Read Full Post »

Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Διδακτορική Διατριβή, Καρύμπαλη Β. Σοφία.


 

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Καρύμπαλη Β. Σοφία, «Το επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη», Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Αθήνα, 2012.

Επιχειρήματα του Μακρυγιάννη – Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη – Ιστοριογραφίες και απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821 – Συλλογική δράση των Ελλήνων στην Επανάσταση – Δικαίωση του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας – Εμφύλιος πόλεμος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης – Θρησκευτικό στοιχείο στα κείμενα του Μακρυγιάννη – Λογική ανάλυση της βασικής επιχειρηματολογίας του Μακρυγιάννη…

Για την ανάγνωση της διατριβής της κυρίας Σοφίας Καρύμπαλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Επιχείρημα στα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Read Full Post »

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός.  Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου


 

Η απόφαση των Ελλήνων να πάρουν το 1821 τα όπλα εναντίον των Τούρκων συγκίνησε βαθιά τις ψυχές και των άλλων βαλκανικών λαών, οι οποίοι στέναζαν και αυτοί κάτω από τον ίδιο σκληρό ζυγό της δουλείας. Για τον λόγο αυτόν η εξέγερση των Ελλήνων μετατράπηκε σε πόλο έλξης, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν όλες οι προοδευτικές δυνάμεις της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο παμβαλκανικός χαρακτήρας του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος φαίνεται κυρίους στη συμμετοχή σ’ αυτόν πολλών Βαλκάνιων εθελοντών, μεταξύ των οποίων αρκετοί κατάγονταν από το Μαυροβούνιο [1].

Ήδη από την αρχή της εισηγήσεώς [2] μας οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, ενώ για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς εθελοντές υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, για τους εθελοντές από τα Βαλκάνια, που συμμετείχαν στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας, έχουν γραφτεί πολύ λίγα [3]. Η διαφορά των κοινωνικών συστημάτων και η καχυποψία, που επικράτησαν ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την καθυστέρηση της διαβαλκανικής έρευνας. Τα τελευταία όμως χρόνια άρχισαν σιγά-σιγά να έρχονται στην επιφάνεια πολύτιμες αρχειακές πηγές, οι οποίες μας βοηθούν να καθορίσουμε, κατά το δυνατόν, την έκταση της συμμετοχής των Βαλκάνιων εθελοντών στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα των υπηρεσιών τους προς αυτήν. Αρκετοί από τους παραπάνω εθελοντές κατάγονταν από το Μαυροβούνιο, πρόσφεραν δε και αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι εθελοντές, πολύτιμες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Με τους Μαυροβούνιους ακριβώς εθελοντές, που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων στα 1821, προτιθέμεθα να ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωση. Επειδή όμως τα χρονικά όρια μιας εισήγησης είναι περιορισμένα, θα αναγκασθούμε εδώ να εξετάσουμε μόνο ορισμένους από τους εθελοντές αυτούς· προηγούμενος όμως, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε μερικές γενικές  διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα:

1) Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα [4].

2) Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα [5].

3) Ορισμένοι από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών [6].

4) Οι περισσότεροι από τους Μαυροβούνιους μαχητές, θέλοντας κυρίως να εξασφαλίσουν τους συγγενείς τους που εξακολουθούσαν να ζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους από τυχόν τουρκικά αντίποινα, μετέβαλλαν αμέσως μετά την ενεργό συμμετοχή τους στον Ελληνικό αγώνα, το επώνυμό τους. Γι’ αυτό και στα σωζόμενα έγγραφα αναγράφεται μόνο το βαφτιστικό τους όνομα, στο οποίο προστίθεται, ως επώνυμο, το όνομα της εθνικότητας ή της πόλης της καταγωγής τους [7].

5) Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Άλλοι πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δίκης τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή· τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].

Έπειτα από τις γενικές αυτές διαπιστώσεις, ας δούμε ορισμένους από τους Μαυροβούνιους συναγωνιστές των Ελλήνων επαναστατών στα 1821. Διευκρινίζουμε δε εδώ ότι, κατά την παράθεση των ονοματεπωνύμων, θα ακολουθηθεί η αλφαβητική – ελληνική – σειρά.

Συγκεκριμένα:

Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847). Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].

Μαυροβουνιώτης Ράντος. Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].

Μοντενεγρίνος Τζωάννος. Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].

Ουïτζ (De Wintz) Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].

Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός. Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’,  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20]  Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23]  Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31]  Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο βομβαρδισμός του Άργους στις 14 Οκτωβρίου 1943 από τους συμμάχους – Μαρτυρία του Ιταλού στρατιώτη Φράνκο Ρομάνο


 

Ο Φράνκο Ρομάνο, Ιταλός στρατιώτης και φοιτητής της Ιατρικής, μετατέθηκε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1942, αρχικά στην Αθήνα και κατόπιν στο Άργος, όπου έκανε πολλούς φίλους. Θεράπευσε κατοίκους της πόλης, καθώς και ανθρώπους της ευρύτερης περιοχής. Το Σεπτέμβριο τον 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, κατόρθωσε να γλιτώσει από τους Γερμανούς. Τότε γνώρισε και ερωτεύτηκε την Ευαγγελία Τουμπάνου. Το 1944 παντρεύτηκαν – ύστερα από πολλές περιπέτειες – και το 1945 έφυγαν για την Ιταλία. Απέκτησαν δύο παιδιά…

 Κατά την παραμονή του στο Άργος, υπήρξε μάρτυρας του βομβαρδισμού της πόλης από αγγλοαμερικανικό σμήνος, ας δούμε πως τον περιγράφει στο βιβλίο του «Μια απέραντη αγάπη».

 

Ο Βομβαρδισμός του Άργους

Άργος 14.10.1943

 

Φράνκο Ρομάνο

Φράνκο Ρομάνο

Το βράδυ της 13ης Οκτωβρίου, περίπου στις εννιά, ένα αγγλο-αμερικανικό αεροπλάνο έριξε πολύχρωμα πυροτεχνήματα που, στηριζόμενα στον αέρα από μικρά αλεξίπτωτα, φώτιζαν ολόκληρες περιοχές της πόλης για μερικά λεπτά. Ο κόσμος μη γνωρίζοντας τι ήταν, άρχισε να φοβάται. Εξήγησα στη μητέρα και στην Ευαγγελία [η μετέπειτα γυναίκα του] ότι και στην Αφρική, στη Βεγγάζη, έριχναν σχεδόν όλα τα βράδια. Το αεροπλάνο, που τα έριξε, χωρίς αναγνωριστικό, είχε φωτογραφίσει τις επίμαχες περιοχές της πόλης με σκοπό να εντοπίσει θέσεις και γερμανικά στρατόπεδα. Την επόμενη μέρα -14 Οκτωβρίου- ειδοποίησα τη μητέρα και την Ευαγγελία ότι θα πήγαινα στον φίλο μου τον Παύλο και ότι πιθανόν να αργούσα.

Πέρασα πρώτα από το καφενείο να χαιρετήσω τους φίλους. Θα ήταν περίπου δέκα και μισή τη στιγμή που βρέθηκα λίγο μακριά από το σπίτι του Βαρβάτη, όταν ένας εκκωφαντικός ήχος από αεροπλάνα που πετούσαν με ανάγκασε να σηκώσω το κεφάλι. Τα είδα να προβάλλουν πίσω από το κάστρο, να χωρίζονται και ύστερα να εξαπολύουν ένα χαλάζι από βόμβες. Μόλις που πρόλαβα να κρυφτώ κάτω από μια πόρτα. Είδα κόσμο να τρέχει από όλες τις πλευρές και να σωριάζεται κάτω χτυπημένος από τις βόμβες. Άκουγα φωνές πόνου και επικλήσεις για βοήθεια. Ένας άντρας στη μέση του δρόμου φαινόταν νεκρός. Σύννεφα σκόνης σηκώνονταν δυσκολεύοντας την όραση. Είχε ξεσπάσει πυρκαγιά και σύννεφα μαύρου καπνού έκαναν σκούρο τον ουρανό. Κραυγές πόνου από συγγενείς, ένα παιδί με κομμένα πόδια ήταν νεκρό. Μια βόμβα έσκασε κοντά στην καγκελόπορτα. Ευτυχώς, μόλις είχα μετακινηθεί στο εσωτερικό.

Ο βομβαρδισμός σταμάτησε, αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες στη γη, φωτιές και σπίτια με σπασμένα τζάμια, ερείπια παντού. Εγκατέλειψα την καγκελόπορτα, το θέαμα ήταν φρικιαστικό: σώματα διαμελισμένα, κεφάλια και μέλη αποκομμένα από το σώμα, πεταμένα σε απόσταση αρκετών μέτρων, δρόμοι πραγματικά σουρωτήρια από τις τρύπες που άφησαν οι βόμβες [οι βόμβες που ρίχθηκαν ήταν προσωπικού, με αποτέλεσμα τα θραύσματά τους κυριολεκτικά να θερίζουν τα κάτω άκρα των ατόμων κοντά στο σημείο επίκρουσης και να κτυπούν καίρια όσους ήταν μακρύτερα]. Ο κόσμος συνέχιζε να τρέχει. Είχε περάσει μόλις μισή ώρα και άρχισαν σο έρχονται οι πρώτες βοήθειες, όταν ξεκίνησε ο δεύτερος βομβαρδισμός, φοβερός και αυτός. Πρόλαβα να βρω ένα καταφύγιο στην οδό Νικηταρά, κοντά στο δημαρχείο. Οι επικλήσεις στην Παναγία και τους Αγίους ήταν συνεχείς. Όλα έμοιαζαν με κόλαση από τις φλόγες τον καπνό και τη σκόνη.

Οι μητέρες καλούσαν τα παιδιά τους, οι γυναίκες τους άντρες και οι άντρες τις γυναίκες. Ο βομβαρδισμός διήρκεσε όσο και ο πρώτος, προκαλώντας και άλλα θύματα. Έφτασαν οι πρώτες βοήθειες. Μερικοί Γερμανοί στρατιώτες φόρτωναν στα φορτηγά τους τραυματίες. Καρότσια που τραμπαλίζονταν στις τρύπες του δρόμου, γεμάτα πτώματα, προχωρούσαν προς τα νεκροταφεία – στην Ελλάδα κάθε συνοικία έχει το νεκροταφείο της. Προσπάθησα να βοηθήσω τους τραυματίες. Οι περισσότεροι ήταν σοβαρά και δεν αρκούσε η βοήθειά μου. Ένα αμερικανικό αεροπλάνο είχε χτυπηθεί από τους Γερμανούς. Ο πιλότος σώθηκε πέφτοντας με το αλεξίπτωτο. Οι Γερμανοί τον έψαξαν, αλλά δεν τον βρήκαν. Τον είχαν κρύψει οι κάτοικοι.

Επειδή βρισκόμουν κοντά, κατευθύνθηκα προς το σπίτι της οικογένειας Βαρβάτη. Παντού συναντούσα κόσμο και καρότσια γεμάτα νεκρούς. Όλοι προσπαθούσαν να σβήσουν τις φωτιές. Σωροί ερειπίων γέμιζαν τους δρόμους που διέσχιζα εκείνη τη στιγμή. Φτάνοντας στην οδό Καλμούχου, είδα συγκεντρωμένο κόσμο κι ένα θέαμα φρικτό. Δύο σώματα, άψυχα κείτονταν στη γη σε μια μεγάλη λίμνη αίματος. Ήταν ο πατέρας και ο γιος Βαρβάτη. Ο Παύλος βοηθούσε τον πατέρα να κρυφτούν, όταν μια βόμβα έσκασε δίπλα και τους σκότωσε. Η μητέρα του είχε τραυματιστεί. Η απελπισία των γυναικών ήταν απερίγραπτη. Μετέφεραν τα δύο πτώματα στο εσωτερικό του σπιτιού. Έκλαψα πολύ. Είχα χάσει τον καλύτερό μου φίλο. Δεν είχα το κουράγιο να εμφανιστώ, αλλά υποσχέθηκα να επιστρέψω κάποια άλλη στιγμή. Η σκέψη μου έτρεχε στο σπίτι. Προσπαθούσα να προχωρήσω γρήγορα, όμως μου ήταν δύσκολο. Οι στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι ερείπια και καρότσια που κατευθύνονταν προς τα νεκροταφεία. Ανοίγοντας δρόμο, κατάλαβα ότι οι βόμβες είχαν πλήξει το νεκροταφείο του Συνοικισμού και ότι τα δύο νοσοκομεία ήταν γεμάτα τραυματίες. Το σπίτι βρισκόταν κοντά στο νεκροταφείο. Περπάτησα ακόμα πιο γρήγορα. Αν είχε συμβεί κάτι τραγικό στην Ευαγγελία, θα σκοτωνόμουν.

Έφτασα στο σπίτι γύρω στις δύο, γεμάτος σκόνη. Ευτυχώς το σπίτι, όπως και τα διπλανά σπίτια, δεν είχαν πάθει τίποτα. Μόνο το νεκροταφείο είχε βομβαρδιστεί. Ανακουφίστηκα μόλις πέρασα την καγκελόπορτα και τις είδα. Η μητέρα με αγκάλιασε και με φίλησε συγκινημένη. Παρατήρησα ότι την ίδια συγκίνηση είχε και η Ευαγγελία. Αυτή τη φορά με έσφιξε περισσότερο και, παρόλα που δε με φίλησε, δεν τραβήχτηκε όταν την αγκάλιασα και τη φίλησα εγώ. Το σφίξιμο του χεριού, μου ‘δωσε ελπίδα. Απ’ τη χειρονομία της, κατάλαβα ότι κάτι αισθανόταν για μένα. Νόμιζα ότι ονειρευόμουν, αισθάνθηκα ευτυχία. Αφού πλύθηκα, της διηγήθηκα για το βομβαρδισμό. Της μίλησα για το μέρος που είχα κρυφτεί, για τους νεκρούς και τους τραυματίες και για το τραγικό τέλος των Βαρβάτηδων. Η μητέρα μου είπε ότι φοβήθηκαν μήπως μου είχε συμβεί κάτι κακό. Τους είπα ότι κι εγώ ανησύχησα μόλις βομβάρδισαν το νεκροταφείο. Η παύση των πυρών ήταν σύντομη.

Στις τρεις έγινε, η τρίτη επίθεση, που έθεσε την πόλη σε συναγερμό, αναγκάζοντας τον κόσμο να ψάχνει για ασφαλές καταφύγιο. Αυτή τη φορά στόχος ήταν το αεροδρόμιο στο Κουτσοπόδι και ένα στρατόπεδο με Γερμανούς στρατιώτες. Το χτύπησαν στο κέντρο, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στην πίστα του. Ήταν μια ημέρα πένθους. Οι κάτοικοι δε θα ξεχνούσαν ποτέ τους δύο βομβαρδισμούς που είχαν καταστρέψει τη μισή πόλη. Τα θύματα ήταν περίπου εκατόν είκοσι. Οι τραυματίες περισσότεροι, πολλοί από αυτούς σε σοβαρή κατάσταση. Θυμάμαι κάποια ονόματα: Μαρούσης, Γεωργόπουλος, Κατερίνα Μαρλαγκούτσου, Θανασόπουλος, Χαρίλαος και Παύλος Βαρβάτης – πατέρας και γιος.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Γάλλος φιλέλληνας François Graillard  (εξελ. όν. Φραγκίσκος Γραλλιάρδος) και το μεγαλειώδες σχέδιό του για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της μεταπελευθερατικής Ελλάδας


 

Α) Εισαγωγή

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ (François Graillard) γεννήθηκε στη Dizon της Γαλλίας την 23η Αυγούστου 1792. [1] Ο πατέρας του ήταν Συνταγματάρχης του Γαλλικού Αυτοκρατορικού Στράτου και ευνοούμενος του Μεγάλου Ναπολέοντα. [2]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την αγά­πη του προς τα γράμματα και ο πατέρας του έχοντας οικονομική άνεση έδωσε στο γιο του μια σπάνια για την εποχή του μόρφωση. Για το λόγο αυτό ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση κατατάχτηκε ως εθελον­τής στο Γαλλικό Στρατό και διακρίθηκε ως πολέμαρχος στους Ναπολεόντειους πο­λέμους της τελευταίας περιόδου και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά παράλληλα υπήρξε ένας διανοούμενος στοχαστής με γερούς και μεγάλους πνευματικούς ορίζοντες. [3]

Πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ελλάδας μελέτησε την Ελληνική Ιστορία και τα ήθη και έθιμα του λαού μας, γνώρισε από κοντά τα προτερήματα και τα ελαττώματα της φυλής και ζυμώθηκε με τους αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821 με δεσμούς τέτοιους, ώστε και μετά τη λήξη του Αγώνα να παραμείνει στη χώρα μας και να συμμερισθεί με το λαό μας τη φτώχεια που τον έδερνε, αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου οι οικογενειακές του περ­γαμηνές θα του εξασφάλιζαν μίαν άνετη ζωή. [4] Διεισδυτικός, στοχαστής και ορα­ματιστής συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώδες σχέδιο, με το οποίο πίστευε ότι ο ελληνικός λαός, με μεθοδική οργάνωση και αξιοποίηση των πλουτοπαραγω­γικών πηγών της χώρας του, θα μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει και ακόμη να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό. [5]

Αντίθετα προς τις απόψεις του Όθωνα και του περιβάλλοντός του, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ είχε αν­τιληφθεί ότι οι Έλληνες της δεκαετίας του 1830, ύστερα από τη δραματική περίο­δο που είχε προηγηθεί, είχαν ανάγκη από μακρά περίοδο ειρήνης και ησυχίας για να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα και να ανοικοδομήσουν τα καπνίζοντα ακόμη ερείπια της χώρας τους. [6] Για τον Γκραγιάρ κάθε προσπάθεια για άσκοπες πολε­μικές προετοιμασίες στην κρίσιμη εκείνη για τον Ελληνισμό περίοδο, ως διέξο­δος στα μεγάλα και άλυτα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, αποτελούσε άπατη και προδοσία σε βάρος του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος φιλέλληνας, υστέρα από επίπονες μελέτες του ελληνικού προβλήματος όπως ο ίδιος το είχε ζήσει στο διάστημα τής 15χρονης παραμονής του στη χώρα μας, συνέταξε και υπέβαλε στον Όθωνα με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του ένα μεγαλόπνοο σχέδιο – μία αναλυτική οικονομικοτεχνική μελέτη – με το οποίο, όπως πίστευε, θα επιτυγχανόταν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και ή πνευματική και πολι­τιστική άνοδος του ελληνικού λαού. [7]

Αλλά για το σχέδιο Γκραγιάρ θα μιλήσουμε διεξοδικότερα στο τρίτο μέρος αυτής της εργασίας, αφού κάνουμε πρώτα μία σύντομη σκιαγράφηση της προσωπι­κότητάς του.

 

Β)  Σύντομη βιογραφική παρουσίαση του Φραγκίσκου Γκραγιάρ

 

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ μετά την αποπεράτωση των σπουδών του και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη εθελοντής στη Γαλλική Εθνοφυλακή την 15η Μαΐου 1812. Μετά από δύο μήνες προβιβάζεται σε δεκανέα και έπειτα από τρεις μήνες σε Λοχία. Στις αρχές του 1813 προβιβάζεται σε Ανθυπασπιστή και την 29η Σε­πτεμβρίου 1813 σε Ανθυπολοχαγό.[8]

Έλαβε μέρος ως Αξιωματικός του Γαλλικού Στράτου στις διάφορες μάχες των Ναπολεόντειων πολέμων της τελευταίας περιό­δου και διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στη μάχη της Λειψίας (1813) τραυματίστηκε σοβαρά και συνελήφθη αιχμάλωτος. Μετά την αποθεραπεία του διέφυγε την αιχμαλωσία, επανήλθε στο γαλλικό στράτευμα (18 – 14) και συνέχισε να πολεμάει μέχρι την οριστική πτώ­ση τού Μεγάλου Ναπολέοντα.[9]

Ακολουθεί μία περίοδος διωγμών κατά του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, αποτάσσεται από το Γαλλικό Στρατό και φυλακίζεται ως οπα­δός της επανάστασης, αποκαθίσταται και αποτάσσεται άλλες δύο φορές ως το 1820. [10] Οι διώξεις αυτές έπεισαν τον Φραγκίσκο Γκραγιάρ, ότι δεν είχε πια μέλ­λον στο Γαλλικό Στρατό. Η  βαθειά του προσήλωση στις ιδέες της Γαλλικής Επα­νάστασης και το δράμα του για μια ανθρωπινότερη ζωή και έναν κόσμο δικαιότερο, τον έκαναν να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να κατέλθει στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Συμμετείχε στην πρώτη αποστολή των Γάλλων φιλελλήλων που ήλθαν στην Ελλάδα, την 8/20 Νοεμβρίου του 1821 αποβιβάζεται με άλλους Γάλλους φι­λέλληνες στην Καλαμάτα. [11]

Έζησε από κοντά ολόκληρο το δράμα του υπέρ Ανε­ξαρτησίας Αγώνα του ελληνικού λαού και έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτόν, δέ­χτηκε πολλαπλά τραύματα στη διάρκειά του, τιμήθηκε με σειρά μεταλλίων και παρασήμων και προβιβάστηκε επανειλημμένα «έπ’ ανδραγαθία» στους διάφορους βαθμούς για το θάρρος και την ανδρεία που επέδειξε σε κρίσιμες με τους Τούρκους μάχες και συμπλοκές.

Αναλυτικότερα, συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και διακρίθηκε στη μάχη της Κορίνθου. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, όπου ανδραγάθησε, τραυματίστηκε και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμά­λωτος. Με τα υπολείμματα των φιλελληνικών εθελοντικών σωμάτων και τα υπο­χωρούντα ελληνικά τμήματα κλείνεται στο Μεσολόγγι και έλαβε μέρος ως υπε­ρασπιστής του στην επιτυχή άμυνα της πόλης κατά τη διάρκεια της πρώτης πο­λιορκίας της από τους Τούρκους. [12] Διακρίθηκε στην ορμητική καταδίωξη των Τούρκων προς το Αγρίνιο και τον Αχελώο, μετά την αποτυχία τους να εκπορθή­σουν με έφοδο το Μεσολόγγι. Στις αψιμαχίες με τους Τούρκους στην κοίτη του Αχε­λώου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες και παραλίγο να χά­σει το αριστερό πόδι του. Η συμφορά του Πέτα, την οποία έζησε σε όλη της την τραγικότητα, τον έπεισε ότι η ανάμιξη των πολιτικών στη διοίκηση του στρατού και η εκπόνηση από αυτούς σχεδίων πολεμικών επιχειρήσεων οδηγούσαν την επα­νάσταση σε αναδίπλωση και μπορούσε να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Για το λόγο αυτό, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ, στις εμφύλιες έριδες, που όσον εξαρτιόταν από αυτόν προσπαθούσε να τις αποτρέψει, πήρε το μέρος των στρατιωτικών και συμμάχησε μαζί τους, γιατί πίστευε ότι, όσο διαρ­κούσε ο Αγώνας, ο λαός είχε εμπιστοσύνη μόνο στους φυσικούς του ηγέτες, τους στρατιωτικούς.

Κατά τον Γκραγιάρ, μόνον οι στρατιωτικοί μπορούσαν να οδηγή­σουν στην ολοκλήρωση των στόχων της Επανάστασης και στην τελική νίκη. Συν­δέθηκε με στενή φιλία με όλους τους σημαίνοντες Έλληνες στρατιωτικούς και κυ­ρίως με τον Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Υψηλάντη. [13] Ο τελευταίος ανέθεσε στον Γκραγιάρ την οργάνωση των πρώτων ταγμάτων του Τακτικού Ελληνικού Στρατού. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το ήθος τη μόρφωση και τις ικανό­τητες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ και του ανέθεσε εμπιστευτικής φύσεως αποστολές στην Ευρώπη.

Με εντολή του Δημητρίου Υψηλάντη ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και ο συμπα­τριώτης του Louis Stanislaw Daniel, το φθινόπωρο του 1823, αναχωρούν για τη Γαλλία με σκοπό να ενεργοποιήσουν τους φιλελληνικούς συλλόγους της Ευρώπης, με σαφείς οδηγίες όπως, εκτός από την οικονομική ενίσχυση που παρείχαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις των χωρών τους για να αλλάξουν στάση και τακτική έναντι του ελληνικού προβλήματος. [14] Ο Δημή­τριος Υψηλάντης, μετά την απογοήτευσή του από τη ρωσική πολιτική στο ελλη­νικό πρόβλημα, στράφηκε προς τη Γαλλία και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τους δύο Γάλλους φιλέλληνες, οι οποίοι κατά τη μετάβασή τους στη Γαλλία ήρθαν σε επαφή και επικοινωνία με ανώτατους κρατικούς φορείς της γαλλικής πολιτικής ζωής και τους ενημέρωσαν για την πορεία και τους σκοπούς της Ελληνικής Επα­νάστασης.

Οι Graillard και Daniel επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1824 και ενημέρωσαν το Δημήτριο Υψηλάντη για τις επαφές τους στη Γαλλία και για τα αποτελέσματα των ενεργειών τους. Φαίνεται ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έμεινε ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα των ενεργειών των δύο φιλελλήνων και τους ξανάστειλε αμέσως στη Γαλλία με νέες εντολές. [15]

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, στρα­τιωτικός ολκής με πολιτική σκέψη και διπλωματική ενόραση, αντιλαμβανόταν ότι με τις τοπικές στρατιωτικές τους επιτυχίες οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν μπο­ρούσαν να γονατίσουν το μεγάλο γίγαντα και ότι χρειαζόταν περισσότερο από κάθε τι άλλο η διπλωματική στήριξη του Ελληνικού Αγώνα από τις Ευρωπαϊκές Δυ­νάμεις. Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, με κέντρο το πρόσφορο Παρίσι και τη Γαλ­λία γενικότερα, θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της φιλότουρκης πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και θα μπορούσε αποφασιστικά να συμβάλει στην αίσια λύση του ελληνικού προβλήματος.[16]

Η αρχή έγινε από τη Γαλλία και τα αποτελέσματα υπήρξαν θετικά και άμεσα. Πρώτη η κοινή γνώμη της Γαλλίας έδειξε τη δυναμική της παρουσία και επέβαλε στη γαλλική κυβέρνηση να αλλάξει πολιτικούς προσανατολισμούς ως προς το ελληνικό ζήτημα. Αποκορύ­φωμα των διπλωματικών αλλαγών, που συντελέστηκαν στη Γαλλία και στη λοιπή Ευρώπη, είναι η μετά τρία χρόνια αργότερα ευρωπαϊκή δυναμική, που εκδηλώ­θηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) και υλοποιήθηκε με τη Ναυ­μαχία του Ναυαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827).[17]

Η αποστολή, λοιπόν, των Grail­lard και Daniel υπήρξε επιτυχής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το έργο του Γκραγιάρ και τον προσέλαβε αρχικά υπασπιστή του και αργότερα επιτελάρχη του στον αγώνα του ενάντια στον Ιμπραήμ και στην εκστρατεία απελευθέρωσης της Ανατολικής Ελλάδας το 1829. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ως υπασπιστής του Δη­μητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στη μάχη των Μύλων την 13η Ιουνίου 1825 και επέδειξε ανδρεία και θάρρος, δέχτηκε πολλαπλά τραύματα και ανδραγάθησε πολε­μώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητές μέχρις ότου οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. [18] Για τα ανδραγαθήματά του στη μάχη των Μύλων, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, με πρόταση του Δημητρίου Υψηλάντη προς το Εκτελεστικό, προβιβάστηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη έπ’ ανδραγαθία. Τέ­λος, ως επιτελάρχης του Δημητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ανατολικής Ελλάδας και πολέμησε στη μάχη των Θηβών (21 Μαΐου 1829) και είχε την τύχη να λάβει μέρος στην τελευταία νικηφόρο μάχη του Αγώνα, στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829).[19]

Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο Γκραγιάρ, με πρό­ταση του Δημητρίου Υψηλάντη, δια του υπ’ αριθ. 79 Διατάγματος της 25ης Μαΐου του 1832, διορίζεται Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος, δηλαδή Αρχη­γός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και επιδίδεται στην αναδιοργάνωση του Στρατού. [20] Η ανάδειξη του Γκραγιάρ στο ύπατο στρατιωτικό αξίωμα συνέπεσε με τη φοβερή τραγωδία του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη δολοφονία του Κυβερ­νήτη και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την πειθαρχία μέχρι τέλους και να κρατήσει το στράτευμα μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες. [21]

Μετά την άφιξη του Όθωνα προσλήφθηκε ως υπασπιστής του, αλλά τέσσερις μήνες αργότερα, με την ίδρυση της Ελληνικής Χωροφυλακής, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ το Μάιο του 1833 αναλαμβάνει Αρχηγός του νεοσύστατου Σώμα­τος της Χωροφυλακής.[22]

Κατά γενική ομολογία, ως Αρχηγός Χωροφυλακής ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ προσέφερε μία από τις σπουδαιότερες υπηρεσίες που προσέφερε ποτέ ένας ξένος στον τόπο μας. Ο Γκραγιάρ, γνώστης της οργανωτικής διάρ­θρωσης και της λειτουργικότητας της Γαλλικής Χωροφυλακής και γνωρίζοντας την ιδιοσυστασία και την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων της εκρηκτικής εκείνης περιόδου, θέλησε να οργανώσει ένα σώμα ασφαλείας με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της μεταπελευθερωτικής ελληνικής κοινωνίας. [23]

 

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930). Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930).
Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

 

Για το λόγο αυτό έλαβε ως πρότυπό του τη Γαλλική Χω­ροφυλακή, μελέτησε τούς Οργανισμούς και Κανονισμούς της Γαλλικής Χωροφυλα­κής και τους μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα, αφού προσάρμοσε πολλές διατάξεις του στην ελληνική πραγματικότητα. [24]  Δεν αποδέχτηκε όμως ο Γκραγιάρ αβασά­νιστα την εντολή που του είχε δοθεί. Για να αναλάβει, έθεσε δύο απαράβατους όρους, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από την Αντιβασιλεία. Ο πρώτος όρος αφορούσε την επιλογή των στελεχών της Χωροφυλα­κής η οποία έγινε προσωπικά από αυτόν τον ίδιο ανάμεσα στους διαπρεπέστερους αγωνιστές της επαναστάσεως του 1821, που είχαν όμως διακριθεί για την εντιμότατα και το ήθος τους στη διάρκεια του Αγώνα. Ο δεύτερος όρος αφορούσε τη μη ανάμιξη του στρατού και της πο­λιτικής στο έργο της Χωροφυλακής. Ο ίδιος ο Γκραγιάρ έκανε την εγκατάσταση των υπηρεσιών Χωροφυλακής στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και τα χωριά, ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους από απόψεως πληθυσμιακής, οικονομικής και της γεω­γραφικής τους θέσης. Γνώριζε προσωπικά τους ανθρώπους που επέλεγε και τους τόπους που εγκαθιστούσε τις υπηρεσίες Χωροφυλακής από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[25]

Το έργο του Γκραγιάρ στην οργάνωση της Χωροφυλακής εξετιμήθη από δικούς μας και ξένους. [26] Ο σύγχρονος του Γκραγιάρ Γάλλος κοι­νωνιολόγος Gustav Eiphthal (Γουσταύος Εϊκάλ) γράφει για τον Γκραγιάρ και το σώμα της Χωροφυλακής: «Ο Γκραγιάρ είναι σήμερα Αρχηγός του Σώματος της Χωροφυλακής, το οποίο αυτός εξ ολοκλήρου διέπλασε. Είναι δε το σώμα τούτο ο επιτυχέστερος των στρατιωτικών οργανισμών της Ελλάδος».[27]

Δυστυχώς, οι όροι που είχε θέσει ο Γκραγιάρ στην Αντιβασιλεία, για τη μη ανάμιξη του στρατού και της πολιτικής στο έργο της Χωροφυλακής, παραβιαζόντουσαν με διάφορα προσχή­ματα. Όταν δε ο Γκραγιάρ ζήτησε την αύξηση της οργανικής δύναμης της Χω­ροφυλακής για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της και η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημά του με το πρόσχημα της έλλειψης πιστώσεων, υπέβαλε αμέσως την παραί­τησή του. [28] Την 13η Ιανουαρίου 1835, ο Γκραγιάρ αντικαθίσταται στην αρχηγία της Χωροφυλακής από το Βαυαρό Αντισυνταγματάρχη Μαξιμιλανό Ρόσνερ.

Ο Γκραγιάρ, μετά την παραίτησή του από την αρχηγία της Χωροφυλακής, έπεσε σε δυσμένεια και ανακοινώθηκε προσχηματικά ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα για λό­γους υγείας. Λίγο αργότερα όμως ανακλήθηκε στην ενέργεια και υπηρέτησε σε διά­φορες υπηρεσίες του στρατεύματος (Φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, Φρούραρχος Μεσολογγίου, Προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών, Πρόεδρος του Συμ­βουλίου για την αναθεώρηση του Στρατού κτλ.).

Την 19η Φεβρουαρίου του 1848 ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ διορίζεται για δεύτερη φορά Αρχηγός Χωροφυλακής, αλλά παρέμεινε για πολύ λίγους μήνες στη θέση αυτή, γιατί ήρθε αμέσως σε ρήξη με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που επέμεναν να επεμβαίνουν στο έργο της Χωροφυλακής. Ωστόσο, όμως, ο Γκραγιάρ δεν παραιτήθηκε αυτή τη φορά, αλλά οι εναντιούμενοι στο έργο του, για να τον εξουδετερώσουν, εισηγήθηκαν στην Κυ­βέρνηση την κατάργηση του Αρχηγείου Χωροφυλακής και την υπαγωγή του Σώ­ματος απευθείας στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Έτσι, το σώμα της Χωροφυλακής έμεινε ακέφαλο και ο Αρχηγός του χωρίς θέση. Αυτά παθαίνουν όσοι πονούν αληθινά αυτόν τον τόπο και δεν γίνονται πιόνια της πολιτικής και των κάθε είδους κυκλωμάτων. Έπειτα από λίγο ο Γκραγιάρ μετατάσσεται στο στράτευμα και την 19η Μαΐου 1854 προβιβάζεται σε υποστράτηγο, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα περιέρχεται σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας πραγματικά για λόγους υγείας αυτή τη φορά.[29]

Απεβίωσε σχεδόν λησμονημένος την 9η Μαΐου 1863 και καθώς είχε παραμείνει άγαμος, άφησε κληρονόμο τής μικρής του περιουσίας τον τέως Δήμαρχο Αθηναί­ων Ιωάννη Κόνιαρη.[30]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε προσκολλημένος στους γαλλικούς πολιτικούς κύκλους της Αθήνας, αλλά παντού και πάντοτε ασκούσε την επιρροή του για το καλό της δεύτερης θετής πατρίδας του της Ελλάδας και των αγαπημένων του Ελ­λήνων. Είναι εκείνος που επισκέφθηκε το Γάλλο Στρατηγό Μαιζώνα στη Μεσση­νία και τον παρακάλεσε να εμποδίσει τον Ιμπραήμ να ερημώσει την Πελοπόννησο, όπως σκόπευε, κατά την αποχώρησή του και να φανεί και ο ίδιος γενναιόδωρος προς τους χειμαζομένους πληθυσμούς της περιοχής, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τις μακροχρόνιες δηώσεις του Ιμπραήμ.[31]

Πάντοτε δε ενεργούσε κατευναστι­κά στη Γαλλική Πρεσβεία της Αθήνας σε περιόδους κρίσεως των εθνικών μας θεμάτων και οξύνσεως των σχέσεων των δύο χωρών. Είχε τη δύναμη να επιβάλλε­ται και να κατευνάζει τον οξύθυμο Γάλλο Πρεσβευτή Piscatory. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν έγραψε κανένα βιβλίο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, άλλα τους στοχασμούς του, τις ιδέες του και την αγάπη του προς την Ελλάδα και τους Έλληνες τα ανιχνεύουμε μέσα από τις εκατοντάδες χειρόγραφά του, που διασώ­θηκαν και βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στα Αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Από αυτά, ο φάκελος I του Οθωνικού Υπουργείου Στρατιωτικών και οι φάκελοι Αστυνομία – Χωροφυλακή του Οθωνικού Υπουργείου Εσωτερικών των Γενικών Αρχείων του Κράτους πε­ριέχουν εκατοντάδες χειρόγραφα του Γκραγιάρ, στα οποία περιλαμβάνεται το ορ­γανωτικό διάγραμμα των υπηρεσιών Χωροφυλακής με παρατηρήσεις, σχόλια και επεξηγηματικά στοιχεία, με τα οποία δικαιολογούνται πλήρως οι λόγοι που επέ­βαλαν την ίδρυση της κάθε υπηρεσίας Χωροφυλακής.

Οι προσωπικές του αναφορές ως Αρχηγού Χωροφυλακής προς τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εσωτερικών είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Οι Κανονιστικές Διαταγές, τα μνημόνια οδηγιών και οι γενικές κατευθύνσεις που εξέδιδε προσωπικά ο Γκραγιάρ προς τους διοικη­τές των νεοϊδρυομένων υπηρεσιών, αποτελούν τους αψευδείς μάρτυρες της πνευματικής του συγκρότησης, της εκφραστικής του δυναμικότητας, της ορθής κρίσης του, της ικανότητας επιλογής των συνεργατών του, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους και των ηγετικών του προσόντων γενικότερα.[32]

 

Γ)   Ανάλυση του σχεδίου Γκραγιάρ «περί των τρόπων της αναπτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού»

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε ένας ιδεαλιστής ελληνολάτρης και είναι ο πρώτος ξένος που αποποιήθηκε τον τίτλο του «φιλέλληνα», έχοντας υπόψη του τα μπουλούκια των ξένων που είχαν εισρεύσει στη χώρα μας προς αναζήτηση τύχης με την ευκαιρία της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί από αυτούς ήσαν ξένοι πράκτορες και πουλούσαν εκδούλευση στους αγωνιζόμενους για την ελευθερία τους Έλληνες, αντλούντες πληροφορίες από αυτούς για να τις μεταβιβάσουν με αμοιβή στους Τούρκους. Άλλοι πάλιν ήσαν έτοιμοι να αλλάξουν στρατόπεδο ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Όλος αυτός ο συρφετός των διαφόρων επιδιώξεων τιτλοφορήθηκε από τους αφελείς Έλληνες «Φιλελληνισμός» και οι διάφοροι τυχοδιώκτες της Δύσης τιτλοφορήθηκαν «Φιλέλληνες». Αυτά τα είχε ζήσει από κοντά ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και για το λόγο αυτό θεωρούσε τον τίτλο του φιλέλληνα ως υβριστικό.[33]

Ο ίδιος είχε γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και αντιλαμβανόταν ότι τα στενά εδαφικά όρια, μέσα στα οποία είχαν περιορίσει το νεοσύστατο κράτος οι Με­γάλες Δυνάμεις, δεν ήσαν βιώσιμα και έπρεπε οπωσδήποτε να επεκταθούν για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να ζήσει και να δημιουργήσει. Όπως όμως είχαν δια­μορφωθεί τα πράγματα δεν υπήρχε διέξοδος με τις άσκοπες πολεμικές προετοιμα­σίες σε μια εποχή μάλιστα που η Δύση κόπτονταν για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[34]

Εκείνο λοιπόν που έπρεπε να γίνει στη φάση αυτή ήταν η οργάνωση της διοίκησης και η οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώ­ρας.[35] Αν αυτό επιτυγχανόταν, θα μπορούσε να οργανωθεί ένας αξιόμαχος στρα­τός που θα ήταν σε θέση να αντιπαραταχθεί με τον υπέρτερο αριθμητικά αλλά κα­κώς οργανωμένο τουρκικό στρατό. Ο Γκραγιάρ λοιπόν οραματίστηκε ένα μικρό αλ­λά καλά οργανωμένο στράτευμα που θα αντιπαρέθετε τη σύγχρονη πολεμική τακτι­κή στην αριθμητική δύναμη του εχθρού. Ήθελε δηλαδή, τηρουμένων των αναλογι­ών, να μεταβάλει την Οθωνική Ελλάδα σε ένα υπερσύγχρονο μικροσκοπικό κρά­τος που θα μπορούσε να αντιπαραταχθεί στον Οθωμανικό γίγαντα, όπως αντιπα­ρατάσσεται σήμερα το μικρό αλλά καλά οργανωμένο κράτος του Ισραήλ απέναντι στον Αραβικό Γίγαντα. Για το λόγο αυτό συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώ­δες σχέδιο – υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο βασιλιά Όθωνα την 9η Απριλίου 1835 με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του. [36] Με το μακροσκελές του υπόμνημα – το όλον 58 σελίδες – ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπεδείκνυε στο νεαρό ηγεμόνα τους τρόπους ενεργείας και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για να επιτευχθεί η ταχεία οργάνωση της διοίκησης και η επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονο­μίας.

Από την ανάλυση του υπομνήματος προκύπτουν πολλά και ωφέλιμα στοιχεία και εξάγονται χρήσιμα ιστορικά συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα και τις δυνατότητες που είχαν οι Έλληνες να εξέλθουν από το φάσμα της οικονομικής καχεξίας και να ακολουθήσουν την ανο­δική πορεία των Ευρωπαϊκών λαών. Από το ίδιο το υπόμνημα ή μάλλον από την αριστοτεχνική αυτή οικονομικοτεχνική μελέτη σκιαγραφείται η προσωπικότητα, το ήθος, η συγκρότηση, η προβλεπτικότητα και προνοητικότητα του συντάκτη και τον αναδεικνύουν σε στοχαστή και μεταρρυθμιστή των ελληνικών πολιτικών πραγμά­των της εποχής του, αφού πολλοί από τους σχεδιασμούς και τις υποδείξεις του πραγματοποιούνται ή μελετώνται με καθυστέρηση ενός και μισού αιώνα.[37]

Εκεί­νο που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι, ενώ το περιεχόμενο του υπομνήματος είναι πλούσιο και πολύ ενδιαφέρον από κάθε πλευρά, ο Γκραγιάρ του έδωσε ένα μετριοπαθή τίτλο, που σε ελεύθερη Απόδοση μεταφράζεται: «Περί των τρόπων της ανα­πτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού». Στην αρχή του υπομνήματος ο Γκραγιάρ αναφέρεται στους λόγους που τον ώθησαν στη σύνταξή του, κάμνοντας μία σύντομη αναδρομή στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, για να προχωρή­σει στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και να εξηγήσει τις επιδράσεις που δέχτηκαν οι Έλληνες από τη μακροχρόνια τουρκική καταπίεση και τυραννία. Δικαιολογεί το δυσδιοίκητο, το καχύποπτο και το ανυπότακτο του νεοέλληνα. Μας δίνει τη δομή και τη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας στις παραμονές του Αγώνα κατά τά­ξεις και γεωγραφικά διαμερίσματα.

Κατά τον Γκραγιάρ, άλλη είναι η κοινωνική συγκρότηση στην Πελοπόννησο, την οποία χαρακτηρίζει συντηρητική, με τους προεστώτες κυρίαρχους και τον απλό λαό καταδυναστευόμενο, τη συγκρίνει με το αυταρχικό καθεστώς της Τσαρικής Ρωσίας. Άλλη είναι η κοινωνική δομή στα νησιά, στα οποία διακρίνει τρεις τά­ξεις, τους προεστώτες, τους αστούς και το λαό, προσομοιάζει την κοινωνική συγ­κρότηση των νησιών με αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας. Περισσότερο προοδευτική κοινωνική συγκρότηση διακρίνει στη Ρούμελη (με τον όρο Ρούμελη εννοεί από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι και τη Θράκη) με διαμορφωμένη την αστική τάξη. Εμπόριο, βιομηχανία (υποτυπώδη), τέχνες – γράμματα, συνεταιριστικό και συνερ­γατικό πνεύμα, πολεμική αριστοκρατία είναι το σήμα κατατεθέν της νέας τάξης πραγμάτων στην Ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Ισχύς των προεστώτων στη Ρούμελη εί­ναι σκιώδης. Τη φιλελεύθερη κοινωνική δομή της Ρούμελης ο Γκραγιάρ τη συγ­κρίνει με αυτήν της Γαλλίας. Με βαθειά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση εξε­τάζει τις διάφορες τάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του Αγώνα και τις επιδράσεις που άσκησαν οι διάφορες προσωπικότητες στο ανώνυμο πλήθος των αγω­νιστών. Μέσα στο καμίνι του Αγώνα ανιχνεύονται οι πρώτες τάσεις συγκρότησης της νεοελληνικής κοινωνίας. Κύριο χαρακτηριστικό η εξασθένηση της ισχύος των προεστών και των προυχόντων, άνοδος των αστών – διανοουμένων πολιτικών -, έμπο­ρων – μεταπρατών και της πολεμικής αριστοκρατίας των στρατιωτικών, των καπε­τάνιων του Αγώνα.

Η μη απόλυτη επικράτηση της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο οφείλεται στην έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού των πολεμικών επιχει­ρήσεων, αφού κάθε πολεμικός αρχηγός και οπλαρχηγός ενεργούσε κατά τον τρόπο που αυτός έκρινε σωστό. Διαπιστώνει την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης στις απελευθερούμενες από τους Τούρκους περιοχές. Ο ανταγωνισμός για την επικράτηση όχι μόνον ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ακόμη και ανάμεσα στις διάφορες φατρίες της ίδιας τάξης οδήγησαν σε πολιτικές συμμαχίες ανίερες και ζημίωσαν ανεπανόρ­θωτα την επανάσταση. Ο αγώνας του ελληνικού λαού είχε ως αφετηρία την απο­τίναξη της τουρκικής δεσποτείας με βάση το πνεύμα φιλελευθερισμού που είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα. Μας κάνει σκιαγράφηση της προσωπικότητας των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών και επισημαίνει τα λάθη και τις αδυναμίες τους. Περισσότερο αναλυτικός είναι στους Δημήτριο Υψη­λάντη, Μαυροκορδάτο, Κωλέττη και στον Ιωάννη Καποδίστρια. Διαπιστώνει ότι η επανάσταση θα είχε επιτύχει στους στόχους της αν μέσα από τον Αγώνα αναδυό­ταν επιβλητική προσωπικότητα κοινής αποδοχής για να κατευθύνει και συντονίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στο έργο της διοίκησης που ποτέ δεν λειτούργησε μεθοδευμένα και αποδοτικά.

Για τον Καποδίστρια παραδέχεται ότι εφόσον τηρούσε τις ισορροπίες ανάμεσα στο φιλελευθερισμό που εξέφραζαν οι πολλοί και το δεσποτισμό που εξέφραζαν οι ολίγοι, η διοίκησή του ήταν άψογη και ετύγχανε της γενικής αποδοχές. Ακόμη επισημαίνει τις επιδράσεις που ασκούσαν οι διάφορες προσωπικότητες προς το ανώ­νυμο πλήθος, με αποτέλεσμα στενά ατομικά συμφέροντα ορισμένων ατόμων να παρουσιάζονται στο λαό ως εθνική υπόθεση. Οι ολέθριες αυτές τάσεις διαμορφώθη­καν κατά τη διάρκεια του Αγώνα και συνετάραξαν για ολόκληρες δεκαετίες τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα. Οι τάσεις αυτές, εξηγεί, οδήγησαν στη δολοφονία του Καποδίστρια και στον εμφύλιο πόλεμο. Με θάρρος και παρρησία ασκεί έντονη κρι­τική στο έργο της Αντιβασιλείας και δε διστάζει να καταγγείλει τις αυθαιρεσίες και τα σφάλματά της. Για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, υποδεικνύει στον Όθωνα τους σωστούς τρόπους ενεργείας για το καλό του ίδιου του βασιλιά, όπως τονίζει, και των υπηκόων του.

Το υπόμνημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο φυσικές ενότητες. Στην πρώ­τη ενότητα περιλαμβάνονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων στην περίοδο της τουρκοκρατίας, για τις διάφορες φάσεις του Αγώνα και τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκειά του και μετά την επιτυχή λήξη του. Το δεύτερο μέρος σε συσχετισμό με τις επισημάνσεις του πρώ­του μέρους είναι το κυρίως υπόμνημα, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα και υπο­δεικνύει στο νεαρό ηγεμόνα τα πρέποντα. Το τι πρέπει δηλαδή να κάνει: «…Δια να αναλάβει η Ελλάς εκ νέου εις τον πολιτισμόν του μέλλοντος την θέσιν του πρω­τοπόρου την οποίαν είχεν διατηρήσει επί τόσον μακρόν χρόνον εις την αρχαιότητα και το όνομα του Όθωνος, προφερόμενον με αγάπην και σεβασμόν παρά πάντων, θά καθίστατο ο πρώτος άμα και Ένδοξος κρίκος της αλύσου προς μίαν νέαν εποχήν δια την ανθρωπότητα…».

Από το παρατιθέμενο απόσπασμα διαφαίνεται η ακρά­δαντα πίστη του Γκραγιάρ ότι η νέα Ελλάδα είχε τις δυνατότητες να αναπτυχθεί οικονομικά, διοικητικά και πολιτιστικά και να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στον αν­θρώπινο πολιτισμό. Αλλά αυτό θα αποτελούσε μία ευχή ενός οραματιστή εάν τα υποδεικνυόμενα μέτρα δεν ημπορούσαν να υλοποιηθούν. Οι υποδείξεις όμως του Γκραγιάρ ήταν καλομελετημένες και μπορούσαν να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Ο Γκραγιάρ υποδεικνύει στον Όθωνα να ρίξει όλο το βάρος των ενεργειών του στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας – βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, στην οργάνωση της δημοσίας διοίκησης και των οργανισμών. Όλα αυτά προϋποθέτουν μακρά περίοδο ειρήνης και εσωτερικής ασφάλειας για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να αναπτύξει τις δημιουργικές δυνά­μεις του και να ακολουθήσει την τροχιά των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Η φιλοσοφία του υπομνήματος Γκραγιάρ στόχευε να αποτρέψει τον Όθωνα από τον ολισθηρό κατήφορο της φιλοπόλεμης τάσης του αυλικού περιβάλλοντος που τον ωθούσε σε εξωπραγματικές επιδιώξεις, τη λύση δηλαδή του ελληνικού προβλήμα­τος με την εμπλοκή της ανοργάνωτης πολεμικά χώρας σε πολεμικές περιπέτειες.

Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε σε ορισμένα βαθυστόχαστα σημεία του υπομνή­ματος Γκραγιάρ, τα οποία προκαλούν το θαυμασμό και την έκπληξή μας για την πρωτοτυπία των ιδεών και τη διεισδυτικότητα του πνεύματος Γκραγιάρ στην υφή και στην ουσία των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων της εποχής του. Για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας με παράλληλη ανάπτυξη οικιακής βιοτεχνίας και βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, υποδεικνύει τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε βιώσιμες οικιστικές μονάδες με τη δημιουργία είδους αγροτοπόλεων. Την οργάνωση και την εξειδίκευση σε όλους τους τομείς της οικονομίας με τη μετάκληση Ελλήνων εκ του εξωτερικού ή και αλ­λοδαπών. Υπαινίσσεται τη δυσφορία και την άρνηση των πλουσίων Ελλήνων της διασποράς για επενδύσεις στην πατρίδα τους. Υποδεικνύει τη δημιουργία Κεντρι­κής Τράπεζας στην πρωτεύουσα με παραρτήματα στους νομούς και στις επαρχίες για τη δανειοδότηση των αγροτών, των επαγγελματοβιοτεχνών και όλων των πα­ραγωγικών επενδύσεων. Ακόμη υποδεικνύει την ίδρυση Πανεπιστημίου και Σχολής Καλών Τεχνών με παράλληλη ίδρυση επαγγελματικών σχολείων στις επαρ­χίες, θεωρεί την εξειδίκευση ως τον ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Κρίνει απαραίτητο τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συ­στήματος και τη δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Για τη διάθεση των γεωργικών και λοιπών εγχώριων προϊόντων και την ποιοτική τους βελτίωση υποδεικνύει την καλλιέργεια του συνεταιριστικού και συνεργατικού πνεύματος. Α­κόμη και για τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο έκανε πρόβλεψη οΦραγκίσκος Γκρα­γιάρ, γιατί τον θεωρούσε ως το κύτταρο της δημοκρατίας και από ό,τι εγνώριζε, η λειτουργία του δεν είχε τεθεί σε σωστές βάσεις.

Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ για τη λύση του ελληνικού προβλήματος δεν βρήκαν απήχηση στους πολεμοκάπηλους της διεφθαρ­μένης αυλής του Όθωνα, που ωθούσαν αυτόν τον ίδιο στην καταστροφή και τον ελληνικό λαό στην οικονομική εξαθλίωση και την εθνική του ταπείνωση, αφού κάθε άστοχη ενέργεια του ηγεμόνα του σε αυτόν ξεσπούσαν τα βάρη. Μπορούμε με βε­βαιότητα να υποθέσουμε, ότι το υπόμνημα Γκραγιάρ δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια του Όθωνα. Αλλά και να περιερχόταν δεν θα είχε διαφορετική τύχη: Ο Όθωνας βασανιζόταν από συμπλέγματα κατωτερότητας λόγο της γνωστής διανοητικής του κατάστασης. Επειδή δε αδυνατούσε να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση για να επιτύ­χει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την κατά τρόπο αποδοτικό λειτουρ­γικότητα της κρατικής μηχανής, παρουσίαζε τον εαυτό του εις τούς υπηκόους του ως επεξεργαζόμενος την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [38] Μέσα λοιπόν σε αυτό το αρρωστημένο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στο Παλάτι, το υπόμνη­μα Γκραγιάρ δεν είχε καμμία απολύτως θέση. [39] Ωστόσο, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν απογοητεύεται και δεν τα βάζει κάτω, αλλά αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες.

Το 1837 ηγείται μιας κίνησης που αποσκοπούσε στη συνένωση όλων των πο­λιτικών δυνάμεων με στόχο και πάλι την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Συγχώνευσις» και παρέμεναν αξεδιάλυ­τοι οι στόχοι και ο σκοπός της ίδρυσής της, ακόμη και μέχρι τα τελευταία χρόνια. [40]  Οι λόγοι αυτής της ασάφειας οφείλονται στο γεγονός ότι η κίνηση αυτή αποσκοπού­σε στη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων με ηγέτη το Βασιλιά Όθωνα. Άλλα μια τέτοια κίνηση από τα υπεύθυνα για την κακοδαιμονία της χώρας κόμ­ματα και το συνυπεύθυνο τους βασιλιά κάθε άλλο παρά ευμενή απήχηση μπορούσε να έχει στα λαϊκά στρώματα και στον τύπο της εποχής.[41]

Μόνον ο συσχετισμός του υπομνήματος Γκραγιάρ του 1835 προς το βασιλιά Όθωνα και η κίνηση της «Συγχώνευσις» του ιδίου του έτους 1837 ξεδιαλύνουν τα πράγματα, γιατί εμπνευστής και των δύο κινήσεων είναι οΦραγκίσκος Γκραγιάρ με κοινό στόχο την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, που είχε ζήσει έντονα τη μακροχρόνια ελληνική τραγωδία, όταν απέτυχε να πείσει τον Όθωνα να αφήσει τους ακροβατισμούς και να ακολουθήσει το σωστό δρόμο, οραματίστηκε τη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ως μοναδική διέξοδο στο αδιέξοδο της αντιπαλότητας των Ανακτόρων και των κομματικών φατριών, που είχαν δημιουργήσει εκείνη την ασφυ­κτική κατάσταση.[42]

Ο Γκραγιάρ ηγήθηκε μιας ευρύτατης κίνησης με στόχο ένα είδος οικουμενικής κυβέρνησης για τη λύση των εκρηκτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Φυσικά η κίνηση Γκραγιάρ δεν έγινε κατανοητή από τις πο­λιτικές δυνάμεις της εποχής του. Ωστόσο, οι ιδέες του επεκράτησαν αργότερα με τη δημιουργία οικουμενικών κυβερνήσεων, σε κρίσιμες φάσεις του εθνικού μας βίου. Και από την άποψη αυτή ο τίτλος του οραματιστή και του ελληνολάτρη ανήκει δι­καιωματικά στο Μεγάλο Φιλέλληνα Φραγκίσκο Γκραγιάρ.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ψ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός Χωροφυλακής.

[2] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΓΚΡΑΓΙΑΡ 1792 – 1863, Ο Πρώτος Αρ­χηγός της Ελληνικής Χωροφυλακής», Επιθεώρηση Χωροφυλακής, τόμος 9ος / 1978, σελ. 319-321.

[3] Χαρίκλειας Γ. Δημακοπούλου «Ο ΣΑΙΝΣΙΜΟΝΙΣΤΗΣ FRANCOIS GRAILLARD», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τό­μος 22ος, Αθήναι 1979, σελ. 368. «…Δεν εξετιμήθη ειμή ως στρατιώτης, ως επαγγελ­ματίας πολεμιστής, ενώ έκρυβεν ολόκληρον κόσμον ιδεών, νέων και ριζοσπαστικών δια την εποχήν του και ίσως δια μόνον δι’ αυτήν ως ιδεολόγος, ως στοχαστής, ως πολιτικός αναλυτής, ως εισηγητής μεταρρυθμίσεων, αι οποίαι απέβλεπον εις το μεγαλείον, την προκοπήν και την ακτινοβολίαν της Ελλάδος».

[4] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[5] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό .π., σελ. 390 – 391.

[6] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό. π., σελ. 386.

[7] Αρχείον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τής Ελλάδος, αριθμός κωδικός 284.

[8] Φύλλον Μητρώου του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, της υπηρεσίας αρχείων του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας.

[9] Εφημ. «Παλιγγενεσία», φύλλο 141 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 4 και εφημ. «Ραδαμάνθυς», φύλλο 17 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 2 «Λόγος Επιτάφιος, επί του τάφου του Γάλλου φιλέλληνος και Στρατηγού Γραλλιάρδου» υπό  I. Κόνιαρη.

[10] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[11] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου,   ό. π., σελ. 369, υποσ. 3.

[12] Ναπολέοντα Σταμ. Δοκανάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΓΛΟΣ (1789- 1868)», Ιωάννινα 1987, σελ. 109, υποσ. 9, όπου γίνεται σύντομη βιογραφία του Φραγκίσκου Γκραγιάρ.

[13] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 372.

[14] Αρχείον Μαυροκορδάτου, τεύχος 111, εν Αθήναις 1968, σελ. 531-533 (έγγρ. 831) και σελ. 543-545 (έγγρ. 839).

[15] Διον. Καραβία,   τόμος 1  (1971), τεύχος Β, σελ. 187 – 189 και 191 – 197.

[16] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 21-28, Ιστορική Ανασκόπησις των Γεγονότων και Συμβάντων τα οποία οδήγησαν εις την Ναυμαχίαν του Ναυαρίνου.

[17] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», ό. π., σελ. 24-27.

[18] Ε λ. Γ. Πρεβελάκη: «Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», εν Αθήναις 1950, σελ. 60, 84 και 115.

[19] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ.  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ. .

[20] Ναπολέοντα Σταμ. Δονακάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΧΑΧΟΠΟΥΛΟΣ 1789-1868», Ιωάννινα 1987, σελ. 109-110, υποσ. 9.

[21] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ (1833 -1933», τεύχος Α’ (1821 -1835), «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ», Αθήναι 1931, σελ. 48.

[22] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ανέκδοτο Ιστορικό Λεύκωμα για τα 150 Χρόνια της Ελληνικής Χωροφυλακής, Αθήνα 1983.

[23] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός της Ελληνικής Χωροφυλακής.

[24] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Οθωνικό αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών – Αστυνομία -Χωροφυλακή, φάκελλοι 1 -10.

[25] Χρήστου Ρέππα: «Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ» (1833 -1834), περιοδικό «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», τεύχος 154 (Οκτώβριος 1982), σελ. 739 έως 742.

[26] Τ. Α. Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού. ό. π., σελ. 95: «Η ίδρυση της Χωροφυλακής αποδείχτηκε πιο επιτυχής…….».

[27] G. Eichthal: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ­ΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821», επιμ. ΑΘ. Χ. Παπαδοπούλου, εν Αθήναις 1974, σελ. 39 και ιδίου   «Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1833-1835», έπιμ. Γ. Τ. Μίρκου, έν Αθήναις 1968, σελ. 36.

[28] Ν.  Σ.  Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ – Ιστορικαί σελίδες», τόμος Α’, Αθήναι 1960, σελ. 81.

[29] Διάταγμα της 19ης και 22ας Μαΐου 1854, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φυλ. 15 της 5 Ιουνίου 1854, σελ. 77-78.

[30] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 378.

[31] Ιστορικά  Αρχεία Αρχηγείου  Χωροφυλακής»,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχηγός Χωροφυλακής.

[32] Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκ. 10 – ¡90 – Όθων. Αρχ. Υπουργείου Εσωτερικών.

[33] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ.

[34] I.   Α.   Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού ,   ό. π., σελ. 33 και 217.

[35] Χαρίκλειας   Γ.   Δ η μ α κ ο π ο ύ λ ο υ ,   ό. π., σελ. 392.

[36] Το υπόμνημα Γκραγιάρ είχε καταγραφεί από τον αείμνηστο καθηγητή Σπύρο Λάμπρο και είναι ταξιθετημένο στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελ­λάδος, άριθ. Κώδικα 284.

[37] Δυστυχώς, οι ιδέες του Γκραγιάρ για εξειδίκευση στο γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα, ακόμη και στο βιοτεχνικό, ναυτιλιακό και εμπορικό τομέα, άργησαν πολύ να πραγματοποιηθούν στη χώρα μας. Ακόμη, η δημιουργία αγροτοπόλεων, που εισηγήθηκε, για τη συγκράτηση των αγροτικών πληθυσμών στην ύπαιθρο, μόνον προς το τέλος τής 10ετίας του 1960 συζητήθηκε στην ελληνική Βουλή, χωρίς να υλοποιηθεί.

[38] Σπ. Β. Μαρκεζίνη:«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑ­ΔΟΣ», τόμος πρώτος, Αθήναι 1966, σελ. 208.

[39] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ», σελ. 40-90, τόμος ΙΓ’ Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους Εκδοτικής Αθήναι Α.Ε., Αθήναι 1977.

[40] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ -Οθωνική περίοδος 1833-1843», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθή­να 1982, σελ. 198-199.

[41] Έφημ. «ΑΘΗΝΑ», τόμοι 1837 και 1838.

[42] Ναπολέοντος Σταμ. Δοκανάρη : «ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ AΣMA ΤΟΥ ΟΘΩΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ», περιοδικόν «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 325 – 326 / Μάιος – Ιούνιος 1979, σελίδες 387 – 396, βλέπε σελ. 388 «…Η πολιτική που ακολούθησε ο Όθωνας για την υλοποίηση των σκοπών της Μεγάλης Ιδέας ήταν καθόλα λανθασμένη…..».

Ναπολέοντας  Σταμ. Δοκανάρης

Φιλόλογος – Ιστορικός

Ηπειρωτική Εστία (Μηνιαία Επιθεώρησις Εν Ιωαννίνοις), Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 1990, τεύχη, 453-454-455.

Διαβάστε ακόμη:

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837.

Read Full Post »

Older Posts »