Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘τοπική αυτοδιοίκηση’

«Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» – Αξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου τρία χρόνια μετά την εφαρμογή του. ©  Αθανασία Β. Τριανταφυλλοπούλου – Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αναπτυξιακών Θεσμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΤΕΙ Πελοποννήσου, Δικηγόρος


 

«Παγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες»

Εισήγηση στην Ημερίδα: «Τρία Χρόνια Διοικητικής Μεταρρύθμισης “Καλλικράτης”: εμπειρίες και προοπτικές», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013.

Η Ομάδα Έρευνας για τη Δημόσια Διοίκηση & την Τοπική Αυτοδιοίκηση του ΤΕΙ Πελοποννήσου, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της σειρά ερευνών, παρουσίασε στην ημερίδα του Άργους την προβληματική μιας τοπικής αυτοδιοίκησης που αναζητά σύγχρονους τρόπους ύπαρξης σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που φαίνεται να αλλάζει πολύ γρήγορα στο επίπεδο όχι μόνο των οικονομικών σχέσεων αλλά και των πολιτικών και διοικητικών σχέσεων και (αλληλ)εξαρτήσεων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη μετά την εισήγηση του Θεόδωρου Ν. Τσέκου με τίτλο «Οι Προοπτικές της Αυτοδιοίκησης: Σύγχρονες Θεωρητικές Προσεγγίσεις», και την εισήγηση του Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, «Παγκοσμιοποίηση – Διακυβέρνηση – Τοπικές κοινωνίες», δημοσιεύει σήμερα την εισήγηση της  Αθανασίας Β. Τριανταφυλλοπούλου. Στις εισηγήσεις παρουσιάζονται οι σημαντικότερες πλευρές της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης «Καλλικράτης», τρία χρόνια μετά την υιοθέτησή της και τίθενται ερωτήματα που ακόμη και σήμερα, έξι χρόνια μετά και σε περίοδο βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης, είναι επίκαιρα και αναζητούν απάντηση.

 

«Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» – Αξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου τρία χρόνια μετά την εφαρμογή του.

 

Γενικές Παρατηρήσεις

 

ΣκάκιΗ τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα έχει την αφετηρία της πολύ πριν την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Στην Ελλάδα της προεπαναστατικής περιόδου οργανωμένες κοινότητες λειτουργούσαν συλλογικά ως όργανα με αποδοχή της τοπικής κοινωνίας και διοικούσαν απευθείας τις τοπικές υποθέσεις σε τοπικό επίπεδο. Σημαντικός ήταν και ο ρόλος των οργανωμένων σχηματισμών αυτοδιοίκησης κατά τη διάρκεια της επανάστασης.

Η οργάνωση της διοίκησης, ωστόσο, κατά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους δημιούργησε διενέξεις σχετικά με το ρόλο των οργανωμένων σχηματισμών, που είχαν συγκροτηθεί στον ελλαδικό χώρο, καθώς και στη δομή και λειτουργία του ελληνικού διοικητικού συστήματος.

Στα πρώτα ελληνικά συντάγματα, καμία αναφορά δεν γίνεται για τη τοπική αυτοδιοίκηση, ως αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί. Στο σύνταγμα του 1864 και σ΄ αυτό του 1911 περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με την εκλογή των τοπικών αρχόντων, ενώ ο συντακτικός νομοθέτης το 1925 ενσωμάτωσε τα αυτοδιοικούμενα κατά τόπο σχήματα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Στο σύνταγμα του 1952 αναγνωρίζεται το αποκεντρωτικό σύστημα διοίκησης και η τοπική αυτοδιοίκηση, της οποία εξασφαλίζεται η διοικητική αυτοτέλεια «δια της αναδείξεως των οργάνων διοίκησής της με καθολική ψηφοφορία»

Η  διάταξη του άρθρου 102 του ισχύοντος συντάγματος 1975/1986/2001/2008, κατοχυρώνει δύο βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, αναγνωρίζει τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης για την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και αναθέτει στο κοινό νομοθέτη τον καθορισμό του εύρους και των κατηγοριών των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή των υποθέσεων αυτών μεταξύ των δύο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης και την ανάθεση στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης την άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους.

Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής με το νόμο για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης»[1], επήλθε στο διοικητικό σύστημα οργάνωσης του κράτους η τελευταία μεταρρύθμιση, με την οποία προβλέπεται η αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης και των περιφερειακών οργάνων της κεντρικής διοίκησης[2].

Ο δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου, διευρύνεται στο επίπεδο των πρώην περιφερειακών οργάνων της κεντρικής διοίκησης, ενώ οι δήμοι και οι κοινότητες συνενώνονται και οι δήμοι αποτελούν, πλέον, τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η αναδιοργάνωση της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης σε σύντομο, σχετικώς, χρονικό διάστημα από τη τελευταία μεταρρύθμιση του 1997[3] και της ίδρυσης του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης το 1994[4], δημιούργησε εύλογα ερωτηματικά  ως προς τη νέα αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού συστήματος για τη διοίκηση των υποθέσεων δημόσιου ενδιαφέροντος σε τοπικό επίπεδο. Η έλλειψη ενός ουσιαστικού, άτυπου, έστω, διαλόγου για τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων του 1994 και 1997 και η αποσπασματική έρευνα για τον καθορισμό κριτηρίων που θέτει το Σύνταγμα για τις μεταβολές των ορίων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (πληθυσμιακά, συγκοινωνιακά, κοινωνικά κριτήρια) προδιέθεταν για τη διατύπωση προβληματισμών σχετικά με την αποτελεσματικότητα ως προς την εφαρμογή του συστήματος που επρόκειτο να θεσπιστεί με το νέο νόμο.

Οι διεκπεραιωτικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ωστόσο, του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως αυτές προβλέπονταν στη μεταρρύθμιση του 1994 και οι τάσεις της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων για την μη επιτρεπτή ανάθεση αρμοδιοτήτων γενικού δημόσιου ενδιαφέροντος στη τοπική αυτοδιοίκηση, είχαν ήδη οριοθετήσει τις συνθήκες για ην θέσπιση διατάξεων από το κοινό νομοθέτη, άσκησης αποφασιστικού χαρακτήρα υποθέσεων από τη τοπική αυτοδιοίκηση και της παραχώρησης προς αυτήν αρμοδιοτήτων, οι οποίες ανήκουν στην ευθύνη της κεντρικής διοίκησης.

Παράλληλα, ζητήματα διοικητικής εποπτείας, διαδημοτικής συνεργασίας, δημοσιονομικού ελέγχου, λειτουργίας των Υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά κυρίως, ζητήματα τα οποία προέκυπταν από τη συνεχιζόμενη οικονομική εξάρτιση της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση, είχαν δημιουργήσει έντονους προβληματισμούς για την αποτελεσματικότητα του πρώτου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης.

Συγχρόνως, κατά τη διάρκεια του δημόσιου διαλόγου για την ήδη εξαγγελθείσα αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία σημειωτέον ήταν στο πρόγραμμα της Κυβέρνησης, η δημοσιονομική κατάσταση του κράτους και η οικονομική ύφεση, η οποία επικρατούσε την περίοδο αυτή στον ευρωπαϊκό χώρο και ειδικότερα στην Ελλάδα, είχαν ήδη διαμορφώσει ένα πλαίσιο τετελεσμένων αποφάσεων, ως προς  την επικείμενη μεταρρύθμιση. Πράγματι, ο νόμος 3852/2010, ήταν το πρώτο νομοθέτημα μετά τη θέσπιση του πρώτου Συμφώνου Κατανόησης μεταξύ της Ελλάδας και των Ευρωπαίων εταίρων, αντικείμενο του οποίου ήταν η εξοικονόμηση δημοσίων εσόδων[5].

Το γεγονός ότι η νέα μεταρρύθμιση θεσπίστηκε υπό τους διαμορφούμενους, βάσει του Συμφώνου Κατανόησης όρους, δεν απέκλειε, την ευχέρεια για τον Έλληνα νομοθέτη ως προς μια συνολική αναδιάρθρωση στη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, λαμβάνοντας υπόψη τις μέχρι το χρόνο αυτό εμπειρίες από τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις του 1994 και 1997, αλλά και των συνθηκών και διεργασιών της τελευταίας δεκαετίας στον ευρωπαϊκό χώρο[6].

 Ο νόμος για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», που τελικώς θεσπίστηκε, προβλέπει, πέραν της συγχώνευσης των δομών του πρώτου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης και την γεωγραφική διεύρυνση του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, τον καθορισμό του εύρους των αρμοδιοτήτων για κάθε βαθμό αυτοδιοίκησης, την αναδιάρθρωση των περιφερειακών κρατικών οργάνων και την αναδιοργάνωση της δημοτικής και περιφερειακής αποκέντρωσης και των Υπηρεσιών των δήμων. Εισάγει, επίσης, νέους συμμετοχικούς θεσμούς στη τοπική αυτοδιοίκηση παράλληλα με την αναδιοργάνωση του συστήματος διακυβέρνησης αυτής, νέο σύστημα εποπτείας του Κράτους επί των δήμων και περιφερειών και μεταβάλει το εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη των τοπικών αρχών[7]. Η πολιτεία και στη νέα αυτή μεταρρύθμιση δεν προχώρησε στον, κατά το σύνταγμα προβλεπόμενο, καθορισμό τοπικών εσόδων και την οικονομική αποδέσμευση της τοπικής αυτοδιοίκησης από την κρατική επιχορήγηση. Ειδικότερα προβλέπονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις ανωτέρω ρυθμίσεις.

 

Τα όρια των δύο βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η διοίκηση των τοπικών και περιφερειακών υποθέσεων

 

Η βασική διάκριση μεταξύ της διοίκησης των τοπικών υποθέσεων από τη τοπική αυτοδιοίκηση και αυτής των γενικών υποθέσεων, τις οποίες ασκούν όργανα της κεντρικής διοίκησης, συνδέεται με την ανάμιξη ενός ευρύτερου αριθμού πολιτών στη λήψη των αποφάσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η άσκηση, συνεπώς,  αρμοδιοτήτων δημόσιου χαρακτήρα από εκλεγμένα σε τοπικό επίπεδο όργανα, διαφέρει από την αντίστοιχη άσκηση όμοιων αρμοδιοτήτων της κεντρικής διοίκησης, στον τρόπο με τον οποίο διοικούνται οι τοπικές υποθέσεις. Ο κοινός νομοθέτης, επεχείρησε και στην τελευταία αυτή μεταρρύθμιση έναν ενδεικτικό, αλλά συγχρόνως αναλυτικό προσδιορισμό των τοπικών υποθέσεων, διευρύνοντας τον κύκλο των γενικών αρμοδιοτήτων, τη διοίκηση των οποίων παραχώρησε στη τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου βαθμού.

Η ευρύτητα των υποθέσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης  επιτυγχάνεται μόνο εφόσον συνοδεύεται με την παραχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων. Η παραχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε όργανα, τα οποία δεν ανήκουν στη κεντρική διοίκηση απετέλεσε κεντρικό σημείο διένεξης από τις πρώτες ρυθμίσεις τόσο για την πρωτοβάθμια όσο και για τη δευτεροβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση[8]. Τόσο η κεντρική διοίκηση όσο και η τοπική αυτοδιοίκηση ευρίσκονται συνεχώς σε σημείο τριβής, ακριβώς εξ αιτίας του γεγονότος ότι καθένας διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο εξουσίας. Η διάκριση του περιεχομένου των υποθέσεων κατά το συντακτικό νομοθέτη σε «γενικές» και «τοπικές», αποτελεί κριτήριο για το δημόσιο εκείνο φορέα, με την ευθύνη του οποίου διοικούνται οι υποθέσεις.  Ωστόσο τα όρια δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα. Η «γενική υπόθεση» αποτελεί άμεσα και υπόθεση τοπικού ενδιαφέροντος, ενώ αντίστοιχα οι τοπικές υποθέσεις έχουν και εθνικό αντίκτυπο. Επί παραδείγματι  η εθνική οικονομία, η οποία κατά το σύνταγμα αποτελεί υπόθεση «του κράτους», έχει έντονο τοπικό χαρακτήρα. Τούτο διότι, στο τοπικό επίπεδο με την «ευκαιρία» άσκησης της γενικής υπόθεσης, αναπτύσσονται συναλλαγές, κοινωνικές σχέσεις και επικοινωνίες και αναπτύσσεται η τοπική και ευρύτερα περιφερειακή οικονομία. Είναι, επίσης, δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ των γενικών και τοπικών  υποθέσεων, οι οποίες ανάγονται στο τομέα εκπλήρωσης του κοινωνικού ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η απασχόληση, το περιβάλλον. Τούτο δεδομένου ότι, είναι «εθνικό», δεν μπορεί παρά να αναφέρεται και σε επίπεδο τοπικό, το οποίο επηρεάζεται και το οποίο πρωτίστως δέχεται τις επιλογές του κοινού νομοθέτη. Στο Σύνταγμα κηρύσσεται η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης στο μέρος περί της διοίκησης του κράτους. Ωστόσο σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος προβλέπεται ρητά η υπέρ του κράτους αρμοδιότητα σημαντικών υποθέσεων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διάκριση γενικών και τοπικών υποθέσεων, γεγονός, το οποίο δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη στον προσδιορισμό του εύρους και των κατηγοριών των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στη διοικητική μεταρρύθμιση του 2010, ο κοινός νομοθέτης, ως εκ τούτου, είχε την ευχέρεια να οριοθετήσει το περιεχόμενο των γενικών και τοπικών αρμοδιοτήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις πάγια αποδεκτές πλέον αρχές της εγγύτητας και της επικουρικότητας, κατά τρόπον ώστε,  η τοπική αυτοδιοίκηση και ειδικότερα η περιφερειακή αυτοδιοίκηση, ως εκ του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου ευθύνης της, να αναδειχθεί στον αρμόδιο δημόσιο φορέα σύλληψης, οργάνωσης και εφαρμογής της περιφερειακής πολιτικής στον αντίστοιχο χώρο, το κράτος δε, να διατηρήσει έναν ρόλο κατεύθυνσης της πολιτικής σε επίπεδο επικράτειας, αυτό που είναι ευρέως γνωστό ως «ο επιτελικός ρόλος του κράτους», προσδιορίζοντας κατά τρόπο σαφή τις αρμοδιότητες τις οποίες τα κεντρικά όργανα του κράτους πρέπει να διατηρήσουν. Η περιπτωσιολογική  αναφορά αρμοδιοτήτων δεν προωθεί τη δυναμική μεταφοράς όλων εκείνων των αρμοδιοτήτων και θεμάτων στη τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά θέτει φραγμούς προς το σκοπό αυτό. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη, εκτός από το γεγονός, ότι δημιουργεί και συνταγματικά προβλήματα, με δεδομένο ότι, περιορίζει την καθ΄ύλην αρμοδιότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 102, δημιουργεί και προβλήματα κατά την εφαρμογή. Τούτο απεδείχθη, διότι κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων εφαρμογής του νέου νόμου, ο νομοθέτης προέβη σε μεγάλης έκτασης τροποποιήσεις, προκειμένου να προσδιοριστεί ο τοπικός χαρακτήρας αντίστοιχων υποθέσεων[9].

 Η ευρύτητα του γεωγραφικού χώρου, συνεπώς,  και  η, ως εκ τούτου, εκπροσώπηση ενός μεγάλου αριθμού πολιτών στη διοίκηση των υποθέσεων που τους αφορούν, θα εύρισκε ανταπόκριση εάν συνδέονταν και με την αποφασιστική συμμετοχή του πολίτη στη διοίκηση των υποθέσεων και συνοδεύονταν  με τις απαραίτητες δομές και «εργαλεία», για την αποτελεσματική εκπλήρωση του σκοπού ενός θεσμού εξουσίας.

Η αποφασιστική αρμοδιότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης αναδεικνύεται και στη δυνατότητα εκπόνησης του περιφερειακού σχεδιασμού. Στην τελευταία μεταρρύθμιση, ο περιφερειακός προγραμματισμός αποτελεί διακριτό τομέα αρμοδιοτήτων, στον οποίο εντάσσεται η εξειδίκευση των στόχων και κατευθύνσεων της αναπτυξιακής πολιτικής της αυτοδιοικούμενης περιφέρειας. Ο νομοθέτης, ως προς αυτή την αρμοδιότητα επανέρχεται στις επιλογές του 1986 και επαναφέρει την έννοια του δημοκρατικού προγραμματισμού.

Με την διάταξη αυτή ο νομοθέτης επιτρέπει στη τοπική αυτοδιοίκηση τον σχεδιασμό μιας αναπτυξιακής πολιτικής, η οποία λαμβάνει υπόψη της τις ανάγκες των πολιτών στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Με άλλη, ωστόσο διάταξη[10], η περιφερειακή αυτοδιοίκηση δεσμεύεται στην άσκηση της αναπτυξιακής της πολιτικής από τις ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές[11]. Οι προτεραιότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ανάγκη πράγματι να συνάδουν με τις αντίστοιχες εθνικές,   ο αναπτυξιακός δε σχεδιασμός και προγραμματισμός  αποτελεί υπόθεση της κεντρικής διοίκησης. Εν τούτοις η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί το δημόσιο εκείνο φορέα, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη αμεσότητα με το επίπεδο ευθύνης του και γνωρίζει εκ του σύνεγγυς τις προτεραιότητες των ενδιαφερόντων  των πολιτών. Η έκφραση της γνώμης των τοπικών αρχών, συνεπώς,  αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την επιτυχία και αποτελεσματικότητα του εθνικού προγραμματισμού[12].  Ως εκ τούτου, προκειμένου να εφαρμοστεί η αρχή του δημοκρατικού προγραμματισμού, ορθότερο θα ήταν στη διάταξη του νόμου, ο περιφερειακός και αντίστοιχα δημοτικός σχεδιασμός να αποτελεί το θεμέλιο του εθνικού προγραμματισμού, υπό την έννοια ότι, τα κεντρικά όργανα διοίκησης, θα είχαν την υποχρέωση να εντάξουν στον εθνικό σχεδιασμό και προγραμματισμό τις αναγκαιότητες που θα διατυπώνονταν στους αντίστοιχους τοπικούς και περιφερειακούς.

 

Δημοτική και περιφερειακή αποκέντρωση

 

Η παραχώρηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων από τις κεντρικές Υπηρεσίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης προς διακριτά νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αλλά και προς ιδρύματα, αποτέλεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, μορφή αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διοίκηση.

Η παραχώρηση των αρμοδιοτήτων συνδέεται αφενός μεν με τη φύση των υποθέσεων που ο κεντρικός οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης έχει να διοικήσει[13], αλλά κυρίως, με το χαρακτήρα της τοπικής αυτοδιοίκησης ως συμμετοχικού θεσμού. Τούτο επιτυγχάνεται με την αξιοποίηση στη διοίκηση των νομικών αυτών προσώπων, εκτός  λαϊκών μελών, τα οποία, χωρίς να είναι αιρετοί, έχουν σχέση και γνωρίζουν το αντικείμενο αρμοδιοτήτων των νομικών προσώπων.  Η διαδικασία λειτουργίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,  αλλά και η, για μεγάλο χρονικό διάστημα διάκριση των αρμοδιοτήτων σε αποκλειστικές και συντρέχουσες με αποτέλεσμα την μη επιτρεπτή άσκηση από τη τοπική αυτοδιοίκηση,  αρμοδιοτήτων που αναδεικνύουν τον κοινωνικό της ρόλο[14], συνετέλεσε στην περιορισμένη ανάπτυξη του θεσμού. Αντιθέτως η ίδρυση επιχειρήσεων, αποτέλεσε ένα θεσμό, ο οποίος συνέβαλε, σε αρκετές περιπτώσεις στην αξιοποίηση τοπικών πόρων και στην ολοκληρωμένη τοπική και ευρύτερα περιφερειακή ανάπτυξη,  σχεδόν στο σύνολο των κλάδων της οικονομίας. Οι αναπτυξιακές εταιρίες[15] σε περιφερειακό επίπεδο, συνετέλεσαν στην προώθηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας όχι μόνο από τη τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις, το αντικείμενο των οποίων είναι συναφές με τους τομείς κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, πολιτισμού, αθλητισμού, παιδείας[16],  δραστηριοποιήθηκαν στην εφαρμογή προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από την ευρωπαϊκή ένωση και ενίσχυσαν σε τοπικό επίπεδο την απασχόληση. Ασφαλώς παρατηρήθηκαν και φαινόμενα, τα οποία δεν δικαιώνουν το θεσμό, από της θέσπισής του το 1984,με το ν. 1416/1984, ωστόσο δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό, ότι ο ρόλος των επιχειρήσεων στη τοπική ανάπτυξη υπήρξε σημαντικός.

Στη τελευταία μεταρρύθμιση ο νομοθέτης,  κατήργησε τη δυνατότητα αξιοποίησης του θεσμού,  των κοινωφελών επιχειρήσεων και προβλέπει τη δημιουργία μίας αναπτυξιακής εταιρίας σε επίπεδο περιφέρειας. Οι υφιστάμενες κοινωφελείς επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν να συγχωνευτούν, εφόσον λειτουργούσαν σε δήμους και κοινότητες που συνενώθηκαν.

Σε συγχώνευση υποχρεώθηκαν και τα υφιστάμενα νομικά πρόσωπα, κατά τρόπον ώστε να λειτουργούν δύο το πολύ νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε κάθε νέο δήμο.

Η ρύθμιση αυτή του νόμου, τόσο για τη συγχώνευση των κοινωφελών επιχειρήσεων, όσο και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθούν τα εξής: Σύμφωνα με το ν.3852/2010 οι δήμοι, εφόσον διατηρούν δύο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υποχρεούνται στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του τομέα του πολιτισμού και αυτού της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, στην περίπτωση δε λειτουργίας κοινωφελούς επιχείρησης, δεν επιτρέπεται η σύμπτωση αντικειμένων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κοινωφελούς επιχείρησης. Η διάταξη αυτή του νόμου δεν μπορεί παρά να ερμηνευτεί ως ευθεία παρέμβαση στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και συνεπώς στην αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα διακριτά νομικά πρόσωπα, τα οποία ιδρύει η τοπική αυτοδιοίκηση, είναι υπό τον πλήρη έλεγχο αυτής, η οποία εγκρίνει τον προϋπολογισμό τους, οι αποφάσεις της διοίκησης ελέγχονται, με όμοιο με τις αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων τρόπο, υπόκεινται δε σε δημοσιονομικό έλεγχο, κατά τα ισχύοντα για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.  Όσον αφορά δε τα λειτουργικά έξοδα, κατά κανόνα, τα δημοτικά νομικά πρόσωπα στεγάζονται σε ακίνητα των δήμων. Το προσωπικό, το οποίο θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί δαπάνη που επιβαρύνει τον προϋπολογισμό των δήμων, ο νόμος προβλέπει τη μετακίνηση προσωπικού, το οποίο υπηρετεί ήδη στο δήμο να απασχοληθεί για τις ανάγκες του νομικού προσώπου. Ανάγκη τροποποίησης θα είχε η δυνατότητα να ρυθμίζει το δημοτικό συμβούλιο τη καταβολή ή όχι αποζημίωσης προς τον πρόεδρο και αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Συνεπώς, η εξοικονόμηση πόρων από τη κατάργηση νομικών προσώπων, όπως εξαγγέλλεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου 3852/2010, δεν ήταν δεδομένη. Εκτός αυτού, η πρόβλεψη για τη μετακίνηση του προσωπικού των συγχωνευμένων επιχειρήσεων στους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, δημιούργησε τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα, ήδη δε υφίσταται η ανοικτή, πλέον συζήτηση, να τεθεί σε διαθεσιμότητα ή να αποχωρήσει.

Η περιπτωσιολογική, συνεπώς, ρύθμιση διατάξεων για τη διαδημοτική αποκέντρωση, η οποία αποτελεί αποκλειστικά και μόνο υπόθεση της τοπικής αυτοδιοίκησης,  δεν επιτρέπει στη τοπική αυτοδιοίκηση να ασκήσει τις αρμοδιότητές της, κατά τον τρόπο που η διοίκησή της θα αποφασίσει, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά στοιχεία του προϋπολογισμού της και το προσωπικό που διαθέτει.

 

Νέοι θεσμοί δημοτικής και περιφερειακής διακυβέρνησης και συμμετοχής του πολίτη

 

Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα, παραδοσιακά, έχει συνδεθεί με την αμεσότητα στην επικοινωνία των πολιτών με τους αιρετούς. Η θέσπιση ενός ευρύτερου επιπέδου τοπικής αυτοδιοίκησης απομακρύνει τον πολίτη από τον «αιρετό» με τον οποίο έχει δυνατότητα και ευχέρεια να εκθέσει τα τοπικά ζητήματα και ενδιαφέροντα σε σχέση με τους εκπροσώπους της εθνικής αντιπροσωπείας. Η διοικητική μεταρρύθμιση του 2010 πέραν της περιφερειακής αυτοδιοίκησης περιλαμβάνει και τη διεύρυνση των δήμων. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι η αμεσότητα του πολίτη απομακρύνεται και από το σύνολο των εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Περαιτέρω, η θέσπιση ενός νέου θεσμού, αυτού του περιφερειακού συμπαραστάτη της περιφέρειας και της επιχείρησης και αντίστοιχα του δημότη και της επιχείρησης για το πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ο οποίος, κατά την εισηγητική έκθεση, αποβλέπει στη διαμεσολάβηση πολιτών και αιρετών, ώστε να μην αποσπώνται οι αιρετοί από το έργο της διοίκησης, απομακρύνει τον πολίτη από την άμεση επικοινωνία με τα αιρετά όργανα. Θεωρείται αναγκαίο, παρ΄ όλα αυτά, να διατυπωθεί και ο αντίλογος: Ο ισχυρισμός, δηλαδή, ότι η απομάκρυνση του πολίτη από το αιρετό όργανο το οποίο τον εκπροσωπεί διασφαλίζει και την πολιτική απομάκρυνση, δηλαδή τον περιορισμό ενός «πελατειακού» συστήματος διοίκησης. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι νομοθετικές παρεμβάσεις δεν ανακόπτουν ενέργειες αυτού του συστήματος[17].

Η δυνατότητα, πάντως, του πολίτη να εκφράσει την άποψή του για τα τοπικά ζητήματα και να συμμετέχει στη διαμόρφωση των αποφάσεων των τοπικών αρχών, ευρίσκει έρεισμα στους νέους συμμετοχικούς θεσμούς, οι οποίοι εισάγονται στη μεταρρύθμιση του 2010 και στην αναδιοργάνωση του συστήματος της δημοτικής και περιφερειακής διακυβέρνησης. Η σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής εξασφαλίζει την άμεση εμπλοκή του συνόλου των αιρετών, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την πραγματοποίηση των δράσεων του δημοτικού και περιφερειακού έργου. Η διοίκηση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, συγκροτημένη σε σώμα έχει άμεση γνώση του προγράμματος δράσης και τη δυνατότητα κατεύθυνσης για την πρόοδό τους, ενώ οι αρμοδιότητες της οικονομικής επιτροπής φαίνεται ότι προσιδιάζουν περισσότερο με τη σωστή λειτουργία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.  Η θέσπιση, επίσης, νέων θεσμών με σκοπό την εμπλοκή ενός ευρύτερου κύκλου πολιτών στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων (επιτροπή διαβούλευσης, επιτροπή ποιότητας ζωής, συμβούλιο ένταξης μεταναστών και ο συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης), αποτελούν θεσμούς που ανταποκρίνονται στο ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης ως συμμετοχικού θεσμού. Στην εφαρμογή, ωστόσο, παρατηρείται ένα «κράτημα» των τοπικών αρχών ως προς την πλήρη εφαρμογή των θεσμών. Είναι σκόπιμο να αξιοποιηθούν περαιτέρω οι νέοι θεσμοί, συμβάλλοντας σε ζητήματα, τα οποία έχουν άμεση προτεραιότητα σε τοπικό επίπεδο. Η πρωτοβουλία ανήκει στη τοπική αυτοδιοίκηση να αξιοποιήσει τους νέους θεσμούς για τη συμμετοχή των πολιτών. Η ανάδειξη ζητημάτων, για τα οποία οι πολίτες έχουν άμεσο ενδιαφέρον, γνωρίζουν τις ανάγκες και επιδιώκουν να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση της απόφασης της διοίκησης, ώστε να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις στις επιλογές αυτής αποτελεί μέρος της αυτοδιοικητικής πολιτικής και ορθολογικής διακυβέρνησης των τοπικών υποθέσεων.

 

Η συνταγματική κατοχύρωση της Οικονομικής αυτοδυναμίας και η επιλογή του νομοθέτη

 

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων τόσο του κράτους, όσο και της τοπικής αυτοδιοίκησης, χρηματοδοτείται από έσοδα, τα οποία προσδιορίζει ο νόμος. Για την οικονομική διαχείριση, ασκείται δημοσιονομικός έλεγχος, τόσο εσωτερικός από ίδια όργανα, όσο και εξωτερικός από ελεγκτικούς μηχανισμούς τους οποίους έχει θεσπίσει ο συντακτικός και κοινός νομοθέτης[18]. Πέραν των ελεγκτικών μηχανισμών, η δράση του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, ελέγχεται είτε αμέσως από τους πολίτες στην περίπτωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, είτε δια των αντιπροσώπων, βουλευτών, στην περίπτωση του κράτους. Τα εκλεγμένα όργανα του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, έχουν ευθύνες κατά την άσκηση της εξουσίας, την οποία τους παρέχει το Σύνταγμα και ο νόμος. Με νόμο, επίσης, έχει θεσπιστεί ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος των ευθυνών των αιρετών οργάνων του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η εξασφάλιση των οικονομικών και ανθρώπινων πόρων για αποτελεσματική περιφερειακή αυτοδιοίκηση, αποτελεί, επίσης, πρωταρχικό στόχο του νομοθέτη για τη θέσπιση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης[19]. Η οικονομική αυτοδυναμία της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα πάγιο ζήτημα και έχει απασχολήσει τα συλλογικά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης όχι μόνο του δεύτερου βαθμού αλλά και του πρώτου. Η εξασφάλιση της οικονομικής αυτοδυναμίας της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί και συνταγματική επιταγή. Αλλά μέχρι σήμερα, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει προβεί στην έκδοση σχετικού νόμου, τούτο δε δεν προβλέπεται  και στην περίπτωση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης.  Η κατανομή των δημοσίων εσόδων συνδέεται με τις ανάγκες των πολιτών και ενισχύεται εκείνος ο δημόσιος φορέας ο οποίος επιμελείται των αναγκών των πολιτών. Η παράλειψη του νόμου να ρυθμίσει την οικονομική αυτοδυναμία της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, επιδιώκεται να αναπληρωθεί με τα αυξημένα έσοδα σε επίπεδο περιφέρειας από τα επιβαλλόμενα ανταποδοτικά τέλη και τη κατανομή με τις σχετικές κανονιστικές αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης για τη χρηματοδότηση των περιφερειακών έργων και δράσεων, καθώς και της υλοποίησης χρηματοδοτούμενων από την ευρωπαϊκή ένωση προγραμμάτων, η αποτελεσματικότητα των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί.  Ωστόσο ελέγχεται  αφενός εάν τα ανταποδοτικά τέλη θα αποτελέσουν μία εγγυημένη πηγή εσόδων, δεδομένου ότι αυξανομένου του γεωγραφικού χώρου επί του οποίου εκτείνεται η ευθύνη διοίκησης του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, αυξάνονται οι ανάγκες οι οποίες πρέπει να καλυφθούν, αφετέρου ο βαθμός αποτελεσματικότητας της εκπλήρωσης των αναγκών της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, εξαιτίας της «υπό αίρεση» χρηματοδότησης[20].

Η εξάρτιση της χρηματοδότησης της περιφερειακής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη πρωτοβουλιών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, γεγονός το οποίο αποβαίνει εις βάρος της προώθησης των συμφερόντων των πολιτών. Η απευθείας οικονομική διαχείριση των υποθέσεων από την περιφερειακή αυτοδιοίκηση καθιστά ευχερέστερο τον έλεγχο τόσο από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όσο και από τους πολίτες, δεδομένου ότι, δεν θα αποτελεί πλέον άλλοθι για την περιφέρεια «η μη έγκαιρη ή η έλλειψη χρηματοδότησης από το κράτος», ισχυρισμός τον οποίο συχνά επικαλούνται οι αιρετοί, προκειμένου να «δικαιολογήσουν» την μη διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους προς τους πολίτες.

 

Η διοικητική εποπτεία στη μεταρρύθμιση του 2010

 

Η διοικητική εποπτεία έχει αποτελέσει σημείο προβληματισμού για τον έλληνα νομοθέτη. Η μακρά συγκεντρωτική παράδοση και πρακτική της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, ωθεί τον κοινό νομοθέτη, αλλά και την πρακτική της δημόσιας διοίκησης να αντιμετωπίζει την τοπική αυτοδιοίκηση, όπως και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, διευρύνοντας τα περιθώρια ανάμειξης της δημόσιας διοίκησης στη λειτουργία και δράση της τοπικής αυτοδιοίκησης συχνά και πέραν των ορίων που το συνταγματικό αυτό πλαίσιο προβλέπει. Η συνταγματική αρχή του ελέγχου νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας των πράξεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπήρξε μεν μια κατάκτηση ως προς την αποκεντρωτική δόμηση του διοικητικο-πολιτικού μας συστήματος, αφήνει όμως σημαντικά περιθώρια παρέμβασης της κεντρικής διοίκησης που υπερβαίνει τα όρια ελέγχου νομιμότητας. Η παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης στη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης, είναι πλέον εμφανής κατά τον δημοσιονομικό έλεγχο. Η από το νόμο δυνατότητα ελέγχου του σκοπού των δράσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης, αποτελεί ευθεία παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης στην άσκηση λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τούτο διότι, η δημιουργία δαπανών από τη τοπική αυτοδιοίκηση συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση του έργου της.  Οι τοπικές και περιφερειακές δαπάνες συνδέονται περαιτέρω και με την οικονομική ανεξαρτησία της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η οικονομική αυτοδυναμία της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα πάγιο ζήτημα και έχει απασχολήσει τα συλλογικά όργανα και των δύο βαθμών της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η κατανομή των δημοσίων εσόδων συνδέεται με τις ανάγκες των πολιτών και ενισχύεται εκείνος ο δημόσιος φορέας ο οποίος επιμελείται των αναγκών των πολιτών. Η εξάρτιση της χρηματοδότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη πρωτοβουλιών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, γεγονός το οποίο αποβαίνει εις βάρος της προώθησης των συμφερόντων των πολιτών. Η απευθείας οικονομική διαχείριση των υποθέσεων από την τοπική αυτοδιοίκηση καθιστά ευχερέστερο τον έλεγχο τόσο από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όσο και από τους πολίτες, δεδομένου ότι, δεν θα αποτελεί πλέον άλλοθι για την τοπική αυτοδιοίκηση «η μη έγκαιρη ή η έλλειψη χρηματοδότησης από το κράτος», ισχυρισμός τον οποίο συχνά επικαλούνται οι αιρετοί, προκειμένου να «δικαιολογήσουν» την μη διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους προς τους πολίτες. Πέραν των τυπικών νομοθετημένων ελεγκτικών διαδικασιών[21], η δράση  της τοπικής αυτοδιοίκησης ελέγχεται ουσιαστικά και αμέσως από τους πολίτες. Τα εκλεγμένα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, έχουν ευθύνες κατά την άσκηση της εξουσίας, την οποία τους παρέχει το Σύνταγμα και ο νόμος. Με νόμο, επίσης, έχει θεσπιστεί ο τρόπος με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος των ευθυνών των αιρετών οργάνων  της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η παράλειψη του νόμου να ρυθμίσει την οικονομική αυτοδυναμία της τοπικής αυτοδιοίκησης, επιδιώκεται να αναπληρωθεί με τα αυξημένα έσοδα στο ευρύτερο επίπεδο των δήμων που συνενώθηκαν από τα επιβαλλόμενα ανταποδοτικά τέλη και τη κατανομή με τις σχετικές κανονιστικές αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης για τη χρηματοδότηση των δημοτικών και περιφερειακών έργων και δράσεων, καθώς και της υλοποίησης χρηματοδοτούμενων από την ευρωπαϊκή ένωση προγραμμάτων, η αποτελεσματικότητα των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί.  Ωστόσο ελέγχεται  αφενός εάν τα ανταποδοτικά τέλη μπορεί να αποτελέσουν μία εγγυημένη πηγή εσόδων, δεδομένου ότι αυξανομένου του γεωγραφικού χώρου επί του οποίου εκτείνεται η ευθύνη διοίκησης της τοπικής αυτοδιοίκησης, αυξάνονται οι ανάγκες οι οποίες πρέπει να καλυφθούν, αφετέρου ο βαθμός αποτελεσματικότητας της εκπλήρωσης των αναγκών της τοπικής αυτοδιοίκησης, εξαιτίας της «υπό αίρεση» χρηματοδότησης.

Η ασκούμενη από τη κεντρική διοίκηση εποπτεία σε συνδυασμό με τον δημοσιονομικό έλεγχο, εμποδίζει εν πολλοίς, την εκπλήρωση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης, επιπροσθέτως δε, δημιουργεί κλίμα αφερεγγυότητας εις βάρος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τούτο διότι, ο έλεγχος νομιμότητας, ο οποίος προηγείται του δημοσιονομικού ελέγχου, δεν επιτρέπει την παρέμβαση της διοίκησης στον σκοπό, δεδομένου ότι, κατά το σύνταγμα δεν είναι επιτρεπτή η παρεμπόδιση της πρωτοβουλίας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο δημοσιονομικός έλεγχος, ωστόσο, ο οποίος κατά τα ανωτέρω, παρεμβαίνει στον σκοπό, ακυρώνει σε αρκετές περιπτώσεις τις ειλημμένες και ήδη ελεγμένες από άποψη νομιμότητας αποφάσεις, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η πραγματοποίηση των δράσεων και προγραμμάτων.

Ο διοικητικός έλεγχος νομιμότητας θα πρέπει να νοείται μόνον στα πλαίσια ενιαίας διοικητικής δομής, όπου ο ελέγχων είναι ιεραρχικώς προϊστάμενος του ελεγχόμενου. Στο βαθμό που η τοπική αυτοδιοίκηση δεν έχει δοτή από το κεντρικό κράτος εξουσία, αλλά εξουσία και αυτοτέλεια θεμελιωμένη αφενός στο Ελληνικό Σύνταγμα, αφετέρου στην ευθεία αναφορά της στη λαϊκή κυριαρχία δια της καθολικής ψηφοφορίας ο έλεγχος νομιμότητας δεν θα έπρεπε να νοείται παρά μόνον ως διοικητικός ακυρωτικός έλεγχος.

Στη τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση ο νομοθέτης, όχι μόνον δεν ακολουθεί τη διαδικασία ελέγχου των διοικητικών πράξεων από τη δικαστική εξουσία, η οποία είναι επιφορτισμένη να απονέμει δικαιοσύνη και λόγω της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, συνταγματικά κατοχυρωμένης, αλλά και της ιδιαίτερης δομής και γνώσης του αντικειμένου κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστοσύνη και το κοινό αίσθημα περί της δίκαιης εφαρμογής του νόμου, αλλά επανέρχεται στο συγκεντρωτικό σύστημα εποπτείας.  Με το νέο σύστημα εποπτείας των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο νόμος επαναφέρει ένα συγκεντρωτικό σύστημα. Η Αυτοτελής Υπηρεσία ΟΤΑ που ιδρύεται  υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εσωτερικών.  Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι ο θεσμός δεν έχει τύχει εφαρμογής τρία και πλέον χρόνια μετά την ισχύ του ν.3852/2010.  Η εποπτεία εξακολουθεί να ασκείται στην πλειοψηφία, από το Γενικό Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης, γεγονός το οποίο δημιουργεί ερωτηματικά για την ακολουθούμενη πρακτική της διοίκησης.

 

Συμπερασματικά

 

Η διοίκηση υποθέσεων δημόσιου χαρακτήρα σε τοπικό επίπεδο και τα γεωγραφικά όρια επί των οποίων ασκούνται οι τοπικού χαρακτήρα αρμοδιότητες,  έχει απασχολήσει το ελληνικό διοικητικό σύστημα από τις πρώτες δεκαετίες ίδρυσης του νέου ελληνικού κράτους.

Ο συντακτικός νομοθέτης αναθέτει τη διοίκηση των γενικών υποθέσεων στο κράτος και των τοπικών υποθέσεων στη τοπική αυτοδιοίκηση. Ωστόσο πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι τόσο το «κράτος», όσο και η τοπική αυτοδιοίκηση, αποτελούν θεσμούς εξουσίας: Η διοίκηση είναι άμεσα εκλεγμένη με μυστική και καθολική ψηφοφορία, προερχόμενη από τους διοικούμενους της αντίστοιχης γεωγραφικής περιφέρειας. Συνεπώς η εξουσία της τοπικής αυτοδιοίκησης θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία, αντίστοιχα με τη θεμελίωση της εξουσίας του κράτους. Οι υποθέσεις που ασκούν είναι δημόσιου χαρακτήρα και απευθύνονται στους πολίτες την ευθύνη διοίκησης της οποίας έχουν το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση αντίστοιχα, η εξουσία δε, ασκείται σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια.

Η ίδρυση οποιωνδήποτε  βαθμών τοπικής αυτοδιοίκησης, δεν είναι ζήτημα περιορισμένης ή διευρυμένης γεωγραφικής έκτασης. Πρωτίστως πρέπει να αντανακλά τη βούληση του νομοθέτη να αναγνωρίσει αποφασιστικές αρμοδιότητες στη τοπική αυτοδιοίκηση, ζήτημα άλλωστε το οποίο προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Ωστόσο προκειμένου η τοπική αυτοδιοίκηση να εκπληρώσει την αποστολή της, είναι αναγκαίο να της παραχωρηθούν από το νομοθέτη και οι αναγκαίες δομές, πόροι και «θεσμικά εργαλεία».

Στη μεταρρύθμιση του 2010, ο νομοθέτης εμμένει στην λεπτομερή ρύθμιση των τοπικών υποθέσεων, παρά τη συνταγματική διάταξη για την αναγνώριση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης και δημιουργεί με την επιλογή αυτή, αλλεπάλληλες τροποποιήσεις στο πλαίσιο αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Οι νέοι θεσμοί συμμετοχής των πολιτών και δημοτικής και περιφερειακής διακυβέρνησης, είχαν μικρή ανταπόκριση από τη τοπική αυτοδιοίκηση. Οι νέοι θεσμοί, οποτεδήποτε και αν θεσπίζονται απαιτούν τη στήριξη της πολιτείας. Στην χρονική περίοδο κατά την οποία θεσμοθετήθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη, αντικειμενικές συνθήκες, όχι μόνο δεν επέτρεψαν στη πολιτεία να παρέχει τα θεσμικά εργαλεία για την επιτυχή εφαρμογή των θεσμών, τουναντίον επικρατούν τέτοιου βαθμού προϋποθέσεις, ώστε αντί της ενίσχυσης των αυτοδιοικητικών θεσμών, η τοπική αυτοδιοίκηση να «αποψιλώνεται» από μέσα και ανθρώπινο δυναμικό, ώστε με την πρωτοβουλία της πολιτείας, να διαφαίνεται ένας προβληματισμός για την δυνατότητα εκπλήρωσης του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης ως θεσμού εξουσίας. Ο περιορισμός των αναπτυξιακών θεσμών στη τοπική αυτοδιοίκηση και η παρέμβαση στην αναδιοργάνωση της δημοτικής και περιφερειακής αποκέντρωσης, δεν επιτρέπουν στη τοπική αυτοδιοίκηση την άσκηση πολιτικών για την προώθηση των οικονομικών, πολιτισμικών, πολιτιστικών και κοινωνικών ενδιαφερόντων των πολιτών και την προώθηση των πρωτοβουλιών για την αξιοποίηση των πόρων σε τοπικό επίπεδο.

Η διοικητική αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν διασφαλίζεται και στην τελευταία μεταρρύθμιση, η θέσπιση δε νέου οργάνου διοικητικής εποπτείας δεν έτυχε εφαρμογής, παρά την παρέλευση τριών και πλέον ετών από την ισχύ του νέου νόμου. Η διοικητική εποπτεία, με τις μορφές που εφαρμόζεται από όργανα της κεντρικής διοίκησης, εκτός από τους πρακτικούς κινδύνους γραφειοκρατικοποίησης των διαδικασιών και αδρανοποίησης της τοπικής αυτοδιοίκησης, οδηγεί σε ασφυκτικό πλαίσιο επιτήρησής της από την κεντρική διοίκηση, η οποία αναιρεί επί της ουσίας, έστω και αν θεωρηθεί νομότυπη διαδικασία, την αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η σημασία της διασφάλισης αυτοτέλειας της τοπικής αυτοδιοίκησης από τη κεντρική διοίκηση δεν περιορίζεται σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, αλλά γίνεται σημαντική για την αναδιάρθρωση και ποιοτική ανέλιξη της δημοκρατίας γενικότερα.

 

Υποσημειώσεις


[1]   Ν. 3852/2010, Ε.τ.Κ τ. Α΄   87 /2010.

[2] Σχετικώς με τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, σημειώνονται οι ακόλουθες μεταρρυθμίσεις: Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, με το δημοτικό νόμο του 1833,  οι δήμοι αποτελούν οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι διοικούν και διαχειρίζονται τις τοπικές υποθέσεις, τις οποίες διέκρινε σε αποκλειστικές και συντρέχουσες. Το 1912 με το ν.ΔΝΖ΄/1912, επέρχεται η πρώτη διοικητική μεταρρύθμιση στη τοπική αυτοδιοίκηση και προβλέπονται πλην των δήμων  και οι κοινότητες ως πρώτη βαθμίδα τοπικής αυτοδιοίκησης, για την ευχερέστερη δε διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, προβλέπεται η δημιουργία διακριτών νομικών προσώπων, των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων. Το καθεστώς αυτό παρέμεινε μέχρι και το 1997, οπότε με το ν. 2459/1997, προβλέπεται αναγκαστική συνένωση ΟΤΑ πρώτου βαθμού. Το 1994, με το ν.2218/1994, ιδρύθηκε ο δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης σε επίπεδο νομαρχίας, ως αποκεντρωμένο δε κρατικό όργανο δημιουργείται με το ν.2503/1997, η Περιφέρεια της οποίας προΐσταται ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας διορισμένος από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών.

[3] Ν. 2539/1997, Ε.τ.Κ  τ. Α΄  244 /1997

[4] Ν. 2218/1994, Ε.τ.Κ τ. Α΄  90  /1994

[5] Ν.3840/2010

[6] Τροποποίηση του Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, Αστικός Ευρωπαϊκός Χάρτης

[7]  Άρθρα 31 και 137 του ν. 3852/2010

[8] Ενδεικτικά αναφέρονται: Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, Απάνθισμα Μελετημάτων Γ. Θεοτοκά, Γιάννη Κορδάτου, Σπύρου βασιλείου, Γ. Σεφέρη,εισ. Γ. Βλαχογιάννη, Αθήνα , εκδόσεις Μπάϋρον, Χ.Κλειώση(1977), Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Αθήνα, Ν-Κ Χλέπα(2005), Ο Δήμαρχος, Αθήνα.

[9] Ήδη ο ν. 3852/2010, ως προς το άρθρο των αρμοδιοτήτων της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα με τους ακόλουθους νόμους:  ν. 3870/2010, Ε.τ.Κ., Α΄138 ,  ν. 3879/2010, Ε.τ.Κ., Α΄163, 3889/2010, Ε.τ.Κ., Α΄182, ν.3979/2011, Ε.τ.Κ., Α΄138, ν. 3996/2011, Ε.τ.Κ. Α΄170, ν. 4001/2011, Ε.τ.Κ. Α΄179, ν. 4042/2012, Ε.τ.Κ. Α΄24, ν. 4052/2012, Ε.τ.Κ. Α΄41, ν. 4061/2012, Ε.τ.Κ., Α΄66, ν. 4070/2012, Ε.τ.Κ., Α΄80, ν.4071/2012, Ε.τ.Κ., Α΄85, ν. 4075/2012, Ε.τ.Κ Α΄89, ν. 4089/2012, Ε.τ.Κ Α΄ 206, ν.4128/2013, Ε.τ.Κ Α΄51, ν.4111/2013, Ε.τ.Κ. Α΄18, ν.4144/2013, Ε.τ.Κ. Α΄88, ν.4150/2013, Ε.τ.Κ Α΄102.

[10] Άρθρο 3παρ. 2 ν. 3852/2010

[11] Σημειώνεται ότι αντίστοιχη διάταξη περιλαμβάνει και ο ν. 3463/2006 για τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης.

[12] Η αναγκαιότητα συμμετοχής και των τοπικών αρχών για την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, αναγνωρίζεται και από την Επιτροπή των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών. Συγκεκριμένα κατά την παρουσίαση των αρχών του ευρωπαϊκού αστικού χάρτη ΙΙ στη σύνοδο της Επιτροπής το Μάιο του 2008, η επιτροπή αναφέρεται στη τρίτη  αρχή του χάρτη τοπικής αυτονομίας για την ενεργό συμμετοχή των πολιτών, οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στη συζήτηση των τοπικών υποθέσεων και τη λήψη αποφάσεων με τη μορφή του δημόσιου διαλόγου, ώστε να εκφράζεται η άποψή τους για το «αστικό πολιτικό έργο», πρότεινε δε στις τοπικές και περιφερειακές αρχές, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, οι αποφάσεις των οργάνων «να διακατέχονται από ένα αίσθημα χωρικής δικαιοσύνης».

[13] Η αξιοποίηση των παραγωγικών πόρων δεν ευνοείται από ένα καθεστώς το οποίο διοικείται με κανόνες δημοσίου δικαίου, αλλά απαιτεί ευελιξία και εφαρμογή κανόνων της αγοράς. Η εφαρμογή κανόνων της αγοράς δεν ταυτίζεται με τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα, αλλά έχει την έννοια της εφαρμογής των αντίστοιχων κανόνων, προκειμένου η διαχείριση να είναι πλέον ευέλικτη. Η δημιουργία εσόδων, αποτελεί δείγμα ορθής διαχείρισης, αξιοποιούνται δε, για την περαιτέρω εκτέλεση έργων κοινωφελούς χαρακτήρα στα όρια του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης που έχει ιδρύσει την αντίστοιχη επιχείρηση.

[14] Η κατάργηση της διάκρισης αποκλειστικών και συντρεχουσών αρμοδιοτήτων προβλέπεται με τις διατάξεις  ν.2218/1994, οπότε η τοπική αυτοδιοίκηση είχε τη δυνατότητα να ασκεί αρμοδιότητες του τομέα κοινωνικών υπηρεσιών, παιδείας, πολιτισμού, χωρίς την έγκριση της κεντρικής διοίκησης, στις οποίες μέχρι τότε είχε τη δυνατότητα να δραστηριοποιηθεί με την έγκριση της κεντρικής διοίκησης.

[15] Οι αναπτυξιακές εταιρίες προβλέπονται με τη διάταξη του άρθρου 252 παρ. 3βτου ν.3463/2006.

[16] Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις προβλέπονται πρώτη φορά με το ν.3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων». Με τη διάταξη 269 ο νόμος προέβλεψε τη μετατροπή αμιγών επιχειρήσεων, οι οποίες είχαν ιδρυθεί κατά τις διατάξεις του π.δ 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας», σε κοινωφελείς επιχειρήσεις και απαγόρευσε να περιλαμβάνουν στο σκοπό τους εμπορικές δραστηριότητες. Ο ν. 3463/2006 προέβλεπε για την εμπορική δραστηριότητα μόνο την ίδρυση ανωνύμων εταιρειών με την πλειοψηφία της τοπικής αυτοδιοίκησης.

[17] Ο θεσμός, πάντως του δημοτικού ή περιφερειακού διαμεσολαβητή δεν βρήκε ανταπόκριση από τις τοπικές Αρχές. Τόσο οι δήμοι, όσο και οι περιφέρειες δεν εφάρμοσαν το θεσμό. Τούτο μπορεί να ερμηνευτεί και ως μια επιφύλαξη των αιρετών απέναντι σε ένα νέο θεσμό. Ωστόσο, εάν ένας θεσμός δεν δοκιμαστεί δεν μπορεί και να γίνει φανερή η επιτυχία ή αποτυχία του, ή ακόμη και οι πιθανότητες βελτίωσής του σε περίπτωση που παρατηρούνται ηθελημένα ή αθέλητα κενά του νομοθέτη.

[18] Έλεγχο στην τοπική αυτοδιοίκηση ασκούν αναλόγως των αρμοδιοτήτων τους, πλην των δικαστηρίων και οι λοιποί ελεγκτικοί μηχανισμοί όπως: Το Ελεγκτικό Συνέδριο, Ο Συνήγορος του Πολίτη, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 185 του νόμου για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», 3852/2010, κάθε χρόνο σε ειδική συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου γίνεται ο απολογισμός πεπραγμένων της περιφερειακής αρχής σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του ετήσιου προγράμματος δράσης, την οικονομική κατάσταση και τη διοίκηση της περιφέρειας.

[19] Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση «τοπική αυτοδιοίκηση που δεν διαθέτει το απαραίτητο μέγεθος ή στερείται τους αναγκαίους για την εκπλήρωση της αποστολής τους πόρους ανθρώπινους και οικονομικούς, τείνει να εκφυλιστεί σε φορέα με συμβολικό ή διεκδικητικό χαρακτήρα».

[20] Στην εισηγητική έκθεση γίνεται αναφορά σε  διοικητικά συστήματα ευρωπαϊκών χωρών, προκειμένου να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα «περιφερειακής αυτοδιοίκησης». Ως προς τη κατανομή των εσόδων βάσει της ευθύνης της διοίκησης υποθέσεων δημόσιου χαρακτήρα, που προβλέπεται σε κράτη της Ευρώπης δεν γίνεται αναφορά.

[21]    Να σημειωθεί, ότι έλεγχος στη τοπική αυτοδιοίκηση ασκείται, πλην των δικαστηρίων, και από: Το Ελεγκτικό Συνέδριο, τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 185 του νόμου για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», 3852/2010, κάθε χρόνο σε ειδική συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου γίνεται ο απολογισμός πεπραγμένων της περιφερειακής αρχής σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του ετήσιου προγράμματος δράσης, την οικονομική κατάσταση και τη διοίκηση της περιφέρειας.

 

Αθανασία Β. Τριανταφυλλοπούλου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αναπτυξιακών Θεσμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΤΕΙ Πελοποννήσου – Δικηγόρος.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου, Πρακτικά Συνεδρίου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016. 


 

«Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου», είναι ο τίτλος του τόμου των πρακτικών του συνεδρίου, που μόλις κυκλοφόρησε  από τη σειρά Δημόσια Πολιτική & Θεσμοί των εκδόσεων Παπαζήση. Το συνέδριο διοργάνωσαν, το Νοέμβριο του 2011 (4-6/11), στην Καλαμάτα, το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας.

Σκοπός του συνεδρίου ήταν να εντοπίσει και να αναδείξει τις μεταλλάξεις, αλλά και τις στρεβλώσεις που χαρακτήρισαν μια σειρά θεσμών στην Ελλάδα, μέσα από συνέχειες και ασυνέχειες, την περίοδο μετά το 1974, στο πολιτικό, στο οικονομικό, στο διοικητικό/αυτοδιοικητικό, στο κοινωνικό όπως και στο πεδίο της εκπαίδευσης, καθώς και να διερευνήσει τις μεταρρυθμιστικές δυνατότητες και προοπτικές.

 

Παρουσίαση Γεώργιος Κόνδης

 

Η κρίση των τελευταίων ετών έδωσε τη δυνατότητα  νέων προσανατολισμών στην έρευνα  για τα αίτια που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία σε νέο ιστορικό αδιέξοδο. Κοινό σημείο αναφοράς των ερευνών ήταν η λεγόμενη «μεταπολίτευση», η περίοδος δηλαδή που αρχίζει με την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας και φτάνει σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, να επαναλαμβάνει το κλασικά ιστορικό πλέον ερώτημα: τις πταίει; Η «μεταπολίτευση» άρχισε με εκείνη την αισιοδοξία που προσφέρει κάθε νέο ξεκίνημα μετά από μια ιστορική περίοδο ανελευθερίας και με βαριά τα σημάδια του χουντικού τυχοδιωκτισμού και της εθνικής συμφοράς με τη διχοτόμηση της Κύπρου. Όλα έδειχναν πως οι δημοκρατικοί θεσμοί θα στεριώσουν και θα αναπτυχθούν, οι θετικές οικονομικές συγκυρίες θα έδιναν νέες αναπτυξιακές ευκαιρίες σε μια χώρα δοκιμαζόμενη και αιμορραγούσα από την κρίση και τη συνεχιζόμενη μετανάστευση, ο άνεμος ελευθερίας θα βοηθούσε στην ανάπτυξη μιας εκπαίδευσης που θα πρωτοστατούσε στην αναγέννηση της χώρας.  Τι έγινε ακριβώς στα πενήντα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1974 στη σημερινή νέα κρίση[i];

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης

Το Νοέμβριο του 2011, το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας διοργάνωσαν συνέδριο με γενικό θέμα : «Οι θεσμοί στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου». Στο τριήμερο των εργασιών του συνεδρίου (4-6/11) αναπτύχθηκε ένας πλούσιος προβληματισμός σε μια σειρά από θέματα και παρουσιάστηκαν πολλά στοιχεία που αφορούσαν στη γενικότερη λειτουργία των θεσμών και στην ειδικότερη οργάνωση και λειτουργία πεδίων όπως η αυτοδιοίκηση, η εκπαίδευση, κ.ά. Η κοινή διαπίστωση πως η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια περίοδο στην ιστορία της χώρας πλούσιας παραγωγής ιδεών, δράσεων και πολιτικών στους οποίους στηρίχτηκε η ισχυροποίηση και η ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών, συνοδεύτηκε από την επίσης κοινή διαπίστωση των εισηγητών πως οι ασυνέχειες στο επίπεδο των εφαρμογών τους και η συνεχώς παραγόμενη αντίφαση «μεταρρυθμίσεων/αντι-μεταρρυθμίσεων», αδρανοποιούσαν τα οφέλη της μεταπολιτευτικής δυναμικής και δημιουργούσαν προϋποθέσεις νέων κρίσεων σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ένα από τα πολλά παραδείγματα που αναφέρονται στις εισηγήσεις και που μας απασχολεί σήμερα ακόμη πιο έντονα είναι εκείνο της μετανάστευσης. Με το Νόμο 3852/2010 θεσμοθετούνται τα ΣΕΜ (Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών) σε κάθε Δήμο. Θεσμός που δεν λειτούργησε ποτέ ουσιαστικά ώστε να προσφέρει μια πολύπλευρη βάση διαχείρισης (πολιτική, οικονομική, πολιτισμική) του φαινομένου σε μια χώρα που μετατρεπόταν με ταχύτατους ρυθμούς σε χώρα υποδοχής μεταναστών, από χώρα προέλευσης μεταναστών σε Ευρώπη και Αμερική.

Η αδυναμία χάραξης μεσο/μακροπρόθεσμων πολιτικών σε μια σειρά από σημαντικά θέματα δεν πηγάζει μόνο από τις δομικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού αλλά και από τους τρόπους με τους οποίους η εκάστοτε κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τον κοινωνικό και πολιτικό της ρόλο. Έτσι, παρά τα σημαντικά νομοθετήματα και την γενικότερη προσπάθεια θωράκισης του δημοκρατικού πολιτεύματος [ii], ο κρατικός συγκεντρωτισμός ενισχύθηκε υπέρμετρα κατά τρόπο ώστε να εγκλωβίζει και να απονευρώνει κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια με προέλευση είτε από τον ιδιωτικό τομέα, είτε από την ίδια την Κοινωνία των Πολιτών. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της τοπικής αυτοδιοίκησης στις δράσεις της οποίας είχαν στηριχτεί οι ελπίδες μιας ανανέωσης (στελεχιακό δυναμικό, νέες πολιτικές διαχείρισης τοπικών πόρων, κ.ά) και μιας συνακόλουθης ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, επομένως και ολόκληρης της χώρας. Παρ’ ότι, όπως σημειώνει η Αθ. Τριανταφυλλοπούλου, ο συντακτικός νομοθέτης αναγνωρίζει την διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης, η επαναφορά ενός συγκεντρωτικού συστήματος  διοίκησης των υποθέσεων δημόσιου χαρακτήρα αναιρεί τη δυνατότητά της να χαράζει και να υλοποιεί πολιτικές, με άλλα λόγια αναιρεί την ουσία του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης ως θεσμού εξουσίας.

Το παιχνίδι αυτό μεταρρυθμίσεων/αντι-μεταρρυθμίσεων αποτέλεσε, σε τελευταία ανάλυση, μια επιλογή των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην προσπάθειά τους να ελέγξουν τους μηχανισμούς εξουσίας και τις πηγές προνομίων που απορρέουν [iii]. Από την άποψη αυτή, οι πελατειακές σχέσεις και ο κομματικός έλεγχος των κρατικών μηχανισμών όχι μόνο παρέμειναν ανέπαφοι, αλλά  ενισχύθηκαν σε μια ιστορική συγκυρία πρόσφορη για την ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας λόγω των κάθε είδους εισροών (οικονομικών, πολιτισμικών, κ.ά) ιδιαίτερα από την Ε.Ε. Η ενίσχυση αυτή δημιούργησε αρνητικές προϋποθέσεις για τη χώρα και την κοινωνία και οδήγησε σε σταδιακή αποδιάρθρωση ευρύτατων τομέων οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Η αποσάρθρωση του παραγωγικού ιστού της χώρας και η εκπαιδευτική απονεύρωση είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της εξέλιξης τα αποτελέσματα της οποίας αρχίζουμε, μόλις τώρα να βιώνουμε.

Χάθηκαν επομένως πολλές, πάρα πολλές ευκαιρίες ώστε να οργανωθεί μια πολυεπίπεδη κουλτούρα έρευνας και γνώσεων, που θα αποτελούσε το κεφαλαιώδες μεταπολιτευτικό κληροδότημα για την ανάπτυξη της χώρας και την συμπόρευσή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Χάθηκαν οι ευκαιρίες αυτές ενώ ταυτόχρονα ισχυροποιούνταν οι δημοκρατικοί θεσμοί κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Εδώ μάλλον βρίσκονται και οι λόγοι της δημιουργίας ενός νέου «πολιτικού παραδόξου» που θα τυραννήσει την ελληνική κοινωνία και θα δημιουργήσει νέες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Τα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πρακτικές πολιτικές εφαρμογές, επιτρέπουν σταδιακά στην οργάνωση ενός κομματικοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης όπου ο νεποτισμός, η αναξιοκρατία και η μη παραγωγική πολιτική λογική, θα αποτελέσουν τα κυρίαρχα στοιχεία της πολιτικής μεταπολιτευτικής πραγματικότητας και της οδυνηρής και άδηλου μέλλοντος σημερινής κρίσης.

«Εντέλει», γράφει στην εισαγωγή των πρακτικών του συνεδρίου που μόλις κυκλοφόρησε ο καθηγητής Δημήτρης Π.Σωτηρόπουλος, «η αποδυνάμωση βασικών θεσμών όπως το κοινοβούλιο, η δικαιοσύνη, οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί, η εκπαίδευση αποδείχτηκε ότι είχαν ως πρώτα θύματα τους ίδιους τους πολίτες  και το δημόσιο συμφέρον. Κατ’ αντιστοιχία, έννοιες όπως αυτονομία, χειραφέτηση, ανοικτή κοινωνία, κοινωνική δικαιοσύνη, λογοδοσία, διαφάνεια, κ.ά. παραμένουν σήμερα ανεκπλήρωτα αιτήματα όσων πολιτών δεν επεδίωξαν να συμπεριληφθούν στο κομματοκρατικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας και της εργασίας μεταπολιτευτικά».

«Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου», είναι ο τίτλος του τόμου που μόλις κυκλοφόρησε  από τη σειρά Δημόσια Πολιτική & Θεσμοί των εκδόσεων Παπαζήση υπό την διεύθυνση του Αργύρη Γ. Πασσά και του Θεόδωρου Ν. Τσέκου και μαζί τους επιμελήθηκαν την παρούσα έκδοση η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου και ο Δημήτριος Π. Σωτηρόπουλος, καθηγητές στο ΑΤΕΙ Πελοποννήσου και γνωστοί στο αργολικό κοινό από την παρουσία τους τον Οκτώβριο του 2013 στο Άργος σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ημερίδα με θέμα: Τρία χρόνια Μεταρρύθμισης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. «Καλλικράτης»: εμπειρίες και προοπτικές. Τις εισηγήσεις αυτές θα αναρτήσει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Υποσημειώσεις


[i] Με ενδιαφέρον αναμένουμε το Συνέδριο του ΕΙΕ/ΑΣΚΙ για την περίοδο της «21ης Απριλίου» που θα διεξαχθεί τον Απρίλιο στην Αθήνα και θα προσθέσει νέα στοιχεία για την περίοδο αυτή. Πολλά από αυτά θα φωτίσουν ταυτόχρονα πλευρές της Μεταπολίτευσης καθώς ο εκδημοκρατισμός της ελληνικής κοινωνίας θα διαμορφώσει νέες συνθήκες σκέψης, επιλογών και δράσεων σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, εκπαιδευτικό, κ.ά.), που θα επηρεάσουν και θα διαμορφώσουν με τη σειρά τους νέες στάσεις, νοοτροπίες και πρακτικές.

[ii] Οι εισηγήσεις του πρώτου μέρους, οι σχετικές με την εκτελεστική εξουσία (σσ. 85-194) και την τοπική αυτοδιοίκηση (σσ. 195-348) προσφέρουν  πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα νομοθετήματα και τους μηχανισμούς που υιοθετήθηκαν. Στο δεύτερο μέρος οι εισηγήσεις εξειδικεύονται στην ανάλυση των πολιτικών κομμάτων, της αγοράς και της εκπαίδευσης.

[iii] Ο Θεόδωρος Ν.Τσέκος σε μια εξαιρετική ανάλυση με τίτλο «Κράτος εν κρίση», δίνει μια ιδιαίτερη εικόνα  για τον έλεγχο των προνομίων αυτών μέσα από τις δυνατότητες που προσφέρουν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις.  Γράφει λοιπόν: «Γενεσιουργό αιτία αρκετών εκ των μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων απετέλεσε η ανάγκη πρόσβασης σε διεθνείς πηγές χρηματοδότησης, τόσο στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όσο και μεταγενέστερα στα πλαίσια της ΕΕ αλλά και προσφάτως ως αποτέλεσμα της κρίσης. Η ενίσχυση της συγκριτικής θέσης ομάδων συγκροτημένων εντός – και εκτός – του πολιτικο-διοικητικού συστήματος αποτελεί επίσης ένα – συνήθως μη ομολογούμενο – κίνητρο προώθησης, υποστήριξης και συχνά χειραγώγησης μεταρρυθμίσεων.  Τέλος, τα προγράμματα διοικητικού εκσυγχρονισμού ασκούν μια νομιμοποιητική λειτουργία έναντι ενός ευρέος κοινού και υπέρ των πολιτικών ελίτ που τις επιχειρούν. Η νομιμοποιητική αυτή λειτουργία, εγγραφόμενη σε ένα πελατειακό περιβάλλον όπου η ιδιοτελής σχέση με τη δημόσια σφαίρα παραμένει ισχυρή, αποτελεί αντικείμενο μιας ιδιόμορφης, «εξατομικευμένης», ανάγνωσης εκ μέρους των ομάδων συμφερόντων….», (Νέα Εστία,  τ. 1861, Μάρτιος 2014, σ.166). Στα κείμενα αυτά και τις οπτικές σχετικά με την περίοδο της μεταπολίτευσης θα επανέλθουμε.

 

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης
Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου

Συλλογικό έργο.

Επιμέλεια: Αργύρης Γ. Πασσάς, Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου, Θεόδωρος Ν. Τσέκος, Δημήτριος Π. Σωτηρόπουλος

Εκδόσεις Παπαζήση, 2016
638 σελ.
ISBN 978-960-02-3236-3

Γεώργιος Κόνδης

Read Full Post »

Δημοτικές εκλογές και δήμαρχοι στο Άργος το 19ο και 20ο αιώνα


 

Εκατόν ογδόντα χρόνια έχουν περάσει από τότε που στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος στήθηκαν για πρώτη φορά κάλπες, για να αναδείξουν τους πρώτους δημάρχους στην Ελλάδα. Στη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας η ελληνική επικράτεια ήταν χωρισμένη σε εγιαλέτια. Η Πελοπόννησος υπάγονταν στο εγιαλέτι των Νήσων μαζί με τα νησιά του Αιγαίου, τη Στερεά, την περιοχή της Καλλίπολης και τη μικρασιατική Τρωάδα. Τα εγιαλέτια χωρίζονταν σε σατζάκια, όπως η Θεσσαλία, η Πελοπόννησος, η Ανατολική Στερεά. Υποδιαίρεσή τους ήταν οι καζάδες, κάτι ανάλογο με τους σημερινούς νομούς. Οι κοτζαμπάσηδες ήταν οι αντίστοιχοι δήμαρχοι και η εξουσία τους περιοριζόταν στην τήρηση της τάξης και στη διευθέτηση των δικαστικών διαφορών. Η φορολογία και γενικότερα η οικονομία ήταν ευθύνη της κεντρικής διοίκησης, η οποία είχε και την εποπτεία.

Η βάση για τη δημιουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης τίθεται μετά τη σύσταση του νέου Ελληνικού κράτους. Ο πρώτος νόμος «περί συστάσεως των Δήμων» υποβλήθηκε από τη Βαυαρική αντιβασιλεία, επικυρώθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 27 Δεκεμβρίου 1833 και δημοσιεύθηκε ως νόμος του Κράτους στο υπ’ αριθ. 3 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του έτους 1834. Με το νόμο αυτό κάθε χωριό με 300 κατοίκους μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κατοίκους και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κατοίκους δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κατοίκων τρίτης τάξεως. Οι εκλογείς εξέλεγαν 18μελές Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο μαζί με ίσο αριθμό «εκ των πλέον φορολογουμένων και εχόντων δικαίωμα ψήφου δημοτών» εξέλεγαν τρεις υποψηφίους για τη θέση του Δημάρχου και από έναν για τις θέσεις των παρέδρων, όπως ονομάζονταν τότε οι αντιδήμαρχοι. Από τους τρείς υποψηφίους ο «Ελέω Θεού» Βασιλεύς επέλεγε τελικά το Δήμαρχο της πόλης.

Οι πρώτες δημοτικές εκλογές αποφασίστηκαν με Διάταγμα της 24ης Απριλίου και 8ης Ιουνίου 1834. Η εκτέλεση του Νόμου όμως καθυστέρησε και οι εκλογές δημοτικών αρχών διενεργήθηκαν τις πρώτες μέρες του Ιουλίου 1834 μόνο στον νομό  Αργολιδοκορινθίας, έναν από τους δέκα νομούς της οθωνικής Ελλάδας, ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες τις γνώρισαν το 1835. Η ψηφοφορία ήταν υποχρεωτική, υπήρχαν όμως αρκετοί περιορισμοί. Κάθε ψηφοφόρος ή υποψήφιος έπρεπε να έχει συμπληρώσει το 25ο έτος, να έχει την ιδιότητα του δημότη και να διαμένει μόνιμα στο δήμο, αλλά βασική προϋπόθεση ήταν και η οικονομική και κοινωνική του θέση. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, όσοι δηλαδή κατείχαν μία σεβαστή περιουσία και μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων. Αυτό αποτέλεσε τροχοπέδη στην επιλογή διοίκησης από τους χαμηλοεισοδηματίες κατοίκους, ενώ επέτρεψε σε συγκεκριμένες ομάδες την εναλλαγή στην εξουσία. Γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Αλλά αυτό έγινε σε περιορισμένη κλίμακα, αφού το εκλογικό δικαίωμα ήταν μόνο για το εκλέγειν, σε όσες γυναίκες είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους και γνώριζαν ανάγνωση και γραφή. Όμως το 70% των γυναικών στην Ελλάδα τότε ήταν άνω των 30 ετών και αγράμματες. Από τις 2.655 γυναίκες, που είχαν γραφτεί στους εκλογικούς καταλόγους, τις κάλπες προσήλθαν μόλις 493 «χειραφετημένες» γυναίκες.

Από το 1835 μέχρι το 1864, όταν ψηφίστηκαν νέο Σύνταγμα και εκλογικός νόμος, οι δημοτικές εκλογές γίνονταν με χειρόγραφα ψηφοδέλτια, που η χρήση τους είχε γίνει συνώνυμο της καλπονοθείας και καμία εκλογική αναμέτρηση έως τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιάβλητη. Το πρόβλημα ήταν οι αναλφάβητοι ψηφοφόροι, που ήταν αναγκασμένοι να δίνουν τα ψηφοδέλτιά τους και να γράφουν άλλοι στο λευκό χαρτί τα ονόματα των φημιζόμενων. Έτσι οι αναλφάβητοι έριχναν στην κάλπη τα ψηφοδέλτια, αλλά ψήφιζαν αυτοί που έγραφαν τα ονόματα! Ο νόμος μάλιστα δεν υποχρέωνε τους εκλογείς να γράφουν τα ψηφοδέλτια εντός της αιθούσης και όργανα κομματαρχών συνωστίζονταν έξω από τις αίθουσες εκλογής και έπειθαν ή ανάγκαζαν τους εκλογείς να παίρνουν απ’ αυτούς έτοιμα ψηφοδέλτια. Πολλές φορές οι υποχρεωμένοι, εξαναγκασμένοι ή εξηρτημένοι εκλογείς έπαιρναν από τους κομματάρχες ψηφοδέλτια με διαφορετικό σχήμα και χρώμα ή διπλωμένα με διαφορετικό τρόπο. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Οι κομματάρχες, που βρίσκονταν μέσα στα εκλογικά κέντρα, παρακολουθούσαν την πορεία της ψηφοφορίας και, όταν πρόβλεπαν εναντίον τους την έκβαση του τελικού αποτελέσματος, εμπόδιζαν τους αντίπαλους εκλογείς να ψηφίσουν, προκαλούσαν αιματηρές συγκρούσεις, έσπαζαν τις κάλπες των αντιπάλων ή τις άρπαζαν και γίνονταν άφαντοι. Η διαλογή και η σωστή καταμέτρηση των ψήφων, βέβαια, επαφίονταν στον… πατριωτισμό της επιτροπής κάθε εκλογικού κέντρου. Μέχρι την έξωση του Όθωνα κανόνας ήταν οι ηττημένοι των εκλογών να καταγγέλλουν τους νικητές για νοθεία.

Ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ως κατ΄ εξοχήν δημοκρατικός, μοιραία πέρασε τις ταλαιπωρίες που γνώρισε το πολίτευμα και έγινε στόχος αυταρχικών και δικτατορικών καθεστώτων. Δεν είναι λίγοι οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί του που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή απολύθηκαν από τις θέσεις τους, επειδή δεν ήταν αρεστοί στην εξουσία. Για γνήσιες εκλογές μπορούμε λίγο-πολύ να μιλάμε μόνο μετά το 1866.Το 1866, στις πρώτες δημοτικές εκλογές επί Γεωργίου Α’, εφαρμόστηκε νέος τρόπος ψηφοφορίας, όπως όριζε το Σύνταγμα του 1864, δηλαδή «δι’ αμέσου καθολικής (από το 21ο έτος) και μυστικής ψηφοφορίας διά σφαιριδίων», τρόπος που θεωρήθηκε ως δημοκρατικότερος. Στο σύστημα του σφαιριδίου κάθε εκλογικό τμήμα διέθετε από μία κάλπη για κάθε υποψήφιο. Η κάλπη χωριζόταν εσωτερικά σε δυο μέρη, στα οποία εξωτερικά αναγράφονταν οι λέξεις ΝΑΙ και ΟΧΙ. Ο ψηφοφόρος έριχνε μυστικά ένα σφαιρίδιο σε κάθε κάλπη είτε προς την πλευρά του ΝΑΙ είτε του ΟΧΙ. Μετά από μισό περίπου αιώνα, πάντως, τα πράγματα αλλάζουν. Οι αγράμματοι είχαν περιοριστεί, αυτός ο τρόπος ψηφοφορίας θεωρούνταν «καθυστερημένος», είχαν στο μεταξύ προσαρμοστεί και οι μέθοδοι καλπονοθείας και αίτημα των προοδευτικών είναι η επαναφορά του ψηφοδελτίου.

Το 1912 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιχείρησε να αναμορφώσει το αυτοδιοικητικό σύστημα της χώρας με νόμο «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων». Οι δήμοι κατακερματίστηκαν και δημιουργήθηκαν χιλιάδες κοινότητες σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι κοινότητες αυτές όμως, μικρές και χωρίς πόρους, κατέληξαν να λειτουργούν ως τοπικά παραρτήματα της κρατικής γραφειοκρατίας για την έκδοση πιστοποιητικών και ληξιαρχικών πράξεων, αντί να αποτελούν ζωντανά κύτταρα οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης και προόδου. Στις Δημοτικές Εκλογές της 9ης Φεβρουαρίου1914 καταργήθηκε το ιστορικό σφαιρίδιο και εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το ψηφοδέλτιο και το εκλογικό βιβλιάριο. Λόγω του Α΄ παγκοσμίου πολέμου οι πρώτες μεσοπολεμικές Δημοτικές Εκλογές έγιναν τον Οκτώβριο του 1925, ενενήντα χρόνια μετά τις πρώτες δημοτικές εκλογές, ενώ οι δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934 ήταν και οι τελευταίες μέχρι το 1951, εξαιτίας της μεσολάβησης της δικτατορίας Μεταξά, της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές έγιναν στις 15 Απριλίου του 1951, με το σύστημα της έμμεσης εκλογής του δημάρχου από τους δημοτικούς συμβούλους. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε μέχρι και τις δημοτικές εκλογές του 1964, με εξαίρεση αυτές του 1954, οπότε οι δήμαρχοι εξελέγησαν άμεσα από τον λαό.

Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974) οι δήμαρχοι διορίζονταν από τη χούντα, ενώ μετά την μεταπολίτευση του 1974 επιστρέψαμε στην άμεση εκλογή του δημάρχου από το λαό με το σύστημα των δύο γύρων. Το 1997 με το σχέδιο «Καποδίστριας» (Νόμος 2539/97) η χώρα διαιρέθηκε σε 13 περιφέρειες, 51 νομούς, 910 δήμους και 124 κοινότητες. Η συνένωση κοινοτήτων σε μεγαλύτερους και ισχυρούς δήμους έγινε με σκοπό τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, ώστε να γίνουν οι δήμοι «βιώσιμες επιχειρηματικές μονάδες». Νομάρχες, κοινοτάρχες και δήμαρχοι ήσαν αιρετοί, ενώ οι περιφερειάρχες διορισμένοι από την κυβέρνηση. Η πιο πρόσφατη αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση στη χώρα μας  επιχειρήθηκε με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» (Νόμος 3852/2010) και τη συνένωση των μικρών δήμων και κοινοτήτων σε μεγαλύτερους. Η Ελλάδα αποτελείται πλέον από 7 αποκεντρωμένες διοικήσεις, 13 περιφέρειες και 352 δήμους. Οι επικεφαλής των αποκεντρωμένων διοικήσεων είναι διορισμένοι από την κυβέρνηση, ενώ αιρετοί είναι οι περιφερειάρχες και οι δήμαρχοι με εκλογές που γίνονται πλέον κάθε 5 χρόνια.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Amand Freiherr «Griechenland in Wort und Bild», Lipsie, 1882.

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Amand Freiherr «Griechenland in Wort und Bild», Lipsie, 1882.

 

Ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας σχηματίσθηκε με βάση το νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του» και περιελάμβανε έξι επαρχίες: 1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες, και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο. Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: 1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού. Οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Το 1845 η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς και διατηρείται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας. Με νόμο της 6ης Ιουλίου 1899 «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους» ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας χωρίστηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Στην επαρχία του Άργους με πρωτεύουσα το Άργος ο Δήμος Άργους περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1909 με νέο νόμο «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους» ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας. Ανεξάρτητο νομό Αργολίδος δηλαδή το 19ο αιώνα έχουμε μόνο στο χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το 1838 ήταν 82.571 κάτοικοι, το 1854 έφτασε σε 108.886 και το 1896 σε 157.578. Το 1949 γίνεται πάλι μόνο νομός Αργολίδος με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

Ο δήμος Αργείων το 1834 κατατάχθηκε στη Β’ τάξη με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος. Ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους» οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους» συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής: 1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Οι δήμοι Τημενίου [Μύλοι, Σκαφιδάκι, Τσακίρι, Κυβέρι, Κρόι (Βάλτος)] και Γενεσίου [Δαλαμανάρα, Κουρτάκι, Πυργέλα, Λάλουκα] συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους. Ο δήμος Αργείων με τη νέα του σύσταση κατατάχθηκε στην Α’ τάξη με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και έδρα την πόλη του Άργους. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το 1839 έφτασε τους 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637.

Με το Σχέδιο «Καποδίστριας» του νόμου 2539/97 ο Δήμος Άργους συστάθηκε από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που αποτέλεσαν στη συνέχεια δημοτικά διαμερίσματα του δήμου, κάλυπτε μεγάλο τμήμα της αργολικής πεδιάδας και συνόρευε με τους δήμους Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Μιδέας, Λέρνας, Μυκηναίων, Νέας Κίου και με την κοινότητα Αχλαδοκάμπου. Ο δήμος είχε πληθυσμό 29.228 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001 και έδρα του το Άργος. Το 2010 καταργήθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης και εντάχθηκε στον νέο δήμο Άργους-Μυκηνών.

Με το Πρόγραμμα «Καλλικράτης» του Νόμου 3852/2010 ο Δήμος Άργους – Μυκηνών είναι δήμος της Περιφέρειας Πελοποννήσου, που συστάθηκε από την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Άργους, Κουτσοποδίου, Λέρνας, Λυρκείας, Μυκηναίων, Νέας Κίου και των κοινοτήτων Αλέας και Αχλαδοκάμπου. Έδρα του δήμου είναι το Άργος, ενώ οι Μυκήνες, κυρίαρχο κέντρο του ελληνισμού κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, έχουν οριστεί ως ιστορική έδρα. Ο Δήμος διαιρείται σε 7 δημοτικές ενότητες, που αντιστοιχούν στους 5 καταργηθέντες δήμους και τις 2 κοινότητες. Κάθε δημοτική ενότητα διαιρείται σε κοινότητες, οι οποίες αντιστοιχούν στα 37 διαμερίσματα των καταργηθέντων δήμων. Ο Δήμος Άργους – Μυκηνών έχει μόνιμο πληθυσμό 42.022 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2011 και είναι ο μεγαλύτερος σε πληθυσμό δήμος της Αργολίδας.

Από τις πρώτες εκλογές του 1834 μέχρι το 2015 έγιναν 39 φορές δημοτικές εκλογές και στο Δήμο του Άργους 32 συνολικά άτομα διατέλεσαν δήμαρχοι της πόλης, οι 26 απ’ αυτούς εκλεγμένοι, ενώ 6 δήμαρχοι διορίστηκαν από τις αρχές σε περιόδους πολιτικά ανώμαλες.

 

Οι διατελέσαντες Δήμαρχοι Άργους κατά χρονολογική σειρά είναι οι εξής:

 

  • Βλάσσης Χρήστος (1834-1838). Προεστός του Άργους στις παραμονές του Αγώνα και φιλικός,πήρε μέρος στην επανάσταση. Η οικογένεια των Βλάσσηδων προερχόταν από το χωριό Κοτίτσα της Λακωνίας, που μετά τα Ορλοφικά, την ατυχή επανάσταση του 1770, αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στο Άργος, όπου αναδείχθηκαν σε πλούσιους και δυνατούς προύχοντες και δαπάνησαν μεγάλο μέρος της περιουσίας τους για τον Αγώνα. Ο Χρήστος Βλάσσης ήταν γιος του Θεόδωρου Bλάσση και υπήρξε πληρεξούσιος των Εθνικών Συνελεύσεων, γερουσιαστής και πρώτος δήμαρχος Άργους. Ο αδελφός του Ιωάννης ήταν γιατρός και διετέλεσε δήμαρχος Άργους την περίοδο 1855- 1858.  Η αδελφή του Ελένη ήταν σύζυγος του Ιωάννη Περούκα.
  • Βώκος Κωνσταντίνος (1838-1841 και 1852-1855). Πιθανότατα δεν ήταν Αργείος, αλλά δε γνωρίζουμε την καταγωγή του, ούτε έχουν διασωθεί πληροφορίες για τη δημαρχιακή του περίοδο. Γνωρίζουμε όμως ότι ήταν πρόκριτος, μεγάλος γαιοκτήμονας και σύγγαμβρος του Δημ. Τσώκρη, αφού παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του Αναγνώστη Ιατρού, Φωτεινή. Ο Αναγνώστης Ιατρού από το Μπουγιάτι της Αλέας του Άργους ήταν εγκατεστημένος στο Άργος, και ονομαζόταν Αναγνώστης Μπόνης, αλλά μετονομάσθηκε Αναγνώστης Ιατρός, επειδή ήταν εμπειρικός γιατρός. Είχε τέσσερεις κόρες, τη Μαριγώ, που παντρεύτηκε ο στρατηγός Δ. Τσώκρης, τη Μαργαρίτα ο Νικόλαος Ζεγκίνης, δημογέροντας, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος, την Ευφροσύνη παντρεύτηκε ο Κωνστ. Ροδόπουλος, που διατέλεσε και δήμαρχος Άργους, και τη Φωτεινή ο Αργείος προύχοντας Κωνστ. Βώκος.
  • Τσώκρης Γεώργιος (1841-1848). Αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώ­κρη. Από παιδί έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, πλούτισε ως έμπορος και επανήλθε στο Άργος το 1817, όπου με χρήματα δικά του και άλλων συγγενών στρατολόγησε το πρώτο πολεμικό σώμα Αργείων. Εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη του αδελφού του πανίσχυρου Γεώργιου Τσώκρη, ο οποίος ήλεγχε τη Δημοτική Αρχή και προώθησε ως δήμαρχους τον σύγαμπρό του Κωνστ. Βώκο (1838-1841 και 1852-1855), τον αδελφό του Γεώργιο (1841-1848) και τον άλλο σύγαμπρό του Κωνστ. Ροδόπουλου (1848-1852) έχοντας με αυτό τον τρόπο και τη δημοτική αρχή του τόπου από το 1838 έως και το 1855 στα χέρια του.
  • Ροδόπουλος Κωνσταντίνος (1848-1852). Πλούσιος μεγαλοκτηματίας με καταγωγή από τη Βυτίνα, σύγγαμβρος του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη, αφού είχε παντρευτεί την κόρη του Αναγνώστη Ιατρού, Ευφροσύνη, και ανιψιός του μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου», τα οστά του οποίου μετακόμισε στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου, δηλ. στον Αϊ-Γιάννη του Άργους. Δεν υπάρχει όμως στον Αϊ-Γιάννη καμία επιγραφή ή άλλη ένδειξη για την ανακομιδή των οστών του Κυρίλλου.
  • Βλάσσης Ιωάννης (1855-1858). Αδελφός του πρώτου δήμαρχου του Άργους Χρίστου Βλάσση, γιατρός στο επάγγελμα και μέλος της φιλανθρωπικής Εταιρίας του Ναυπλίου το  1825. Διετέλεσε δήμαρχος Άργους την περίοδο 1855- 1858 και βουλευτής 1844, 1859, 1861.
  • Διβάνης Πέτρος (1858-1861). Η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εγκαταστάθηκε στο Άργος. Σπούδασε γιατρός στην Ιταλία, υπηρέτησε ως γιατρός στο πλοίο «Καρτερία» και έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα.  Ήταν πεθερός του επίσης ιατρού Σπήλιου Καλμούχου, μετέπειτα Δημάρχου Αργείων. Για το έργο του Πέτρου Διβάνη ως Δημάρχου δεν έχουμε πληροφορίες.
  • Λαμπρινίδης Λάμπρος (1861-1865). Γεννήθηκε στο Άργος, σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο της Αθήνας και άσκησε δικηγορία στο Ναύπλιο. Ήταν ένθερμος οπαδός του Όθωνα και κατά την πτώση της δυναστείας ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Στην αρχή εμφανίζεται ως πολιτικός αντίπαλος του στρατηγού Τσώκρη και υπόσχεται να απαλλάξει το Άργος από τον «Τσωκρικό δεσποτισμό». Αργότερα συμμάχησε με το στρατηγό, ο οποίος όμως από τη συνεχή πολιτική φθορά δεν μπορούσε πια να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα όπως πρώτα. Ο Τύπος της εποχής παρουσιάζει τη δημαρχία του ως εποχή κακοδιοίκησης του Δήμου με έλλειψη συνεπούς πολιτικής και φτωχό έργο. Ως έργο του μνημονεύεται η μεταφορά νερού από τον Ερασίνο ποταμό (Κεφαλάρι) μέχρι το σπίτι του στρατηγού Τσώκρη με σκεπαστό αυλάκι. Επί της δημαρχίας του δημιουργήθηκε ο ελαιώνας της Άκοβας και η γέφυρα στην τοποθεσία Καρακάξα, που είναι και σήμερα γνωστή ως το «Γεφύρι του Λαμπρινίδη». Ήταν αμείλικτος διώκτης της αγροζημίας και έφιππος καταδίωκε τους ποιμένες της περιφέρειας. Το 1883 απέτυχε να εκλεγεί πάλι Δήμαρχος και αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική λόγω γήρατος. Πέθανε στο Άργος τον Απρίλιο 1894.
  • Καραμουτζάς Θεοδόσιος (1865-1866). Κατά την έξωση του Όθωνα ο Λαμπρινίδης ως Οθωνιστής παραιτήθηκε από το Δημαρχικό αξίωμα και ανέλαβε ο πρώτος πάρεδρος Θεοδόσιος Καραμουτζάς, πλούσιος κτηματίας και καπετάνιος του 1821, που πολέμησε υπό τις διαταγές του Δημητρίου Τσώκρη. Η οικογένεια Καραμουτζάδων, μία από τις αρχαιότερες του Άργους, έμενε στα Γεφύρια, μια γειτονιά στο Ν.Α τμήμα της πόλης, που και πριν το 1821 ονομαζόταν Καραμουτζά Μαχαλάς. Οι πληροφορίες μας για τον Καραμουτζά είναι λιγοστές.
  • Πασχαλινόπουλος Μιχαήλ (1866-1870). O κτηματίας Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος άσκησε τίμια, συνετή και πατριωτική διοίκηση στην πόλη του Άργους και με την κατασκευή δρόμων, δημοσίων καταστημάτων, πλατειών και άλλων κοινωφελών έργων άφησε αγαθή μνήμη του ονόματός του. Ήταν εξάδελφος του Σπ. Καλμούχου, τον οποίο υποστήριξε στις εκλογές του 1874.
  • Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος

    Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος

    Παπαλεξόπουλος Μιχαήλ (1870-1874 και 1879-1883). Γιατρός με καταγωγή από την Κανδήλα της Αρκαδίας, σπούδασε στην Ελλάδα και στη Γαλλία και ασχολήθηκε με την πολιτική νέος για πρώτη φορά το 1870, οπότε και εκλέχτηκε δήμαρχοςμε την υποστήριξη του βουλευτή Ανδρέα Δανόπουλου. Εκλέχτηκε για δεύτερη φορά δήμαρχος (1879-1883) και βουλευτής με το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη το 1885, ενώ διετέλεσε και νομάρχης. Αδελφός του ήταν ο βουλευτής Γεώργιος Παπαλεξόπουλος.

  • Καλμούχος Σπήλιος

    Καλμούχος Σπήλιος

    Καλμούχος Σπήλιος (1874-1879 και 1883-1891 και 1893-1899). Γιατρός διακεκριμένος, σοβαρός, επιβλητικός, ευφυής, εύστροφος και ακάματος, προσέφερε αφιλοκερδώς ιατρική περίθαλψη σε κάθε Αργείο ασθενή. Εκλέχτηκε πρώτη φορά δήμαρχος το 1874 και συνολικά πέντε φορές και υπήρξε ο μακροβιότερος Δήμαρχος Άργους συμπληρώνοντας στο αξίωμα 19 συνολικά χρόνια.  Ήταν οπαδός του Χαρ. Τρικούπη, υποστηρίχτηκε όμως και από τον Γεώργιο Τσώκρη, γιο του Στρατηγού, τουλάχιστον στις εκλογές του 1887. Ήταν ισχυρή προσωπικότητα με πολύ αξιόλογο και θετικό έργο. Έκτισε το νεοκλασικό κτίριο της δημοτικής αγοράς (1889) και το κτίριο του πρώτου Γυμνασίου Άργους στην οδό Βασ. Σοφίας 2, όπου σήμερα στεγάζονται διάφορες υπηρεσίες του Δήμου. Αναμόρφωσε το δημαρχείο με τα παρακείμενα κτίσματα, που είναι της καποδιστριακής περιόδου. Επίσης, φύτεψε δένδρα στην οδό Τριπόλεως και σε άλλους δρόμους, φρόντισε για το φωτισμό της πόλης με φανούς πετρελαίου και οινοπνεύματος, δημιούργησε και βελτίωσε δρόμους και φρεάτια μέσα και έξω από την πόλη, καθάρισε την κοίτη του Ερασίνου, έκανε απόφραξη των καταβοθρών της λίμνης Στυμφαλίας, για να εμπλουτίζονται οι πηγές του Κεφαλαρίου, και κατασκεύασε δεξαμενή, από την οποία διοχετεύονταν τα νερά του ποταμού με σιδεροσωλήνες μέσα στην πόλη. Ακόμη διαμόρφωσε και τελειοποίησε την παραλία του Αλμυρού στους Μύλους, όπου μετέβαιναν οι Αργείτες για τα θαλάσσια λουτρά τους , επισκεύασε και νοικοκύρεψε διάφορα κεντρικά κτίσματα της πόλης και τοποθέτησε 16 δημόσια ουρητήρια σε διάφορα σημεία της πόλης. Θεωρείται ίσως ο πιο επιτυχημένος Δήμαρχος του Άργους. Με τα σοβαρά έργα υποδομής που έκανε το Άργος έπαψε σιγά-σιγά να μοιάζει με χωριό και για πρώτη φορά γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια για αστική συγκρότηση της πόλης. Το 1899 ήταν και πάλι υποψήφιος δήμαρχος, αλλά ο γηραιός πλέον πολιτικός ηττήθηκε από το συνάδελφό του γιατρό Εμμ. Ρούσσο.

  • Μυστακόπουλος Χαράλαμπος

    Μυστακόπουλος Χαράλαμπος

    Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1891-1893). Μεγαλέμπορος με επιχειρηματικό πνεύμα, που κατόρθωσε να επεκτείνει τις εμπορικές του δραστηριότητες σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και στο εξωτερικό και να γίνει μεγάλος οικονομικός παράγοντας της επαρχίας Άργους. Καταγόταν από το Λογκανίκο Λακωνίας και ήταν πρότυπο τίμιου δημάρχου με εξαιρετικό ενδιαφέρον για τα δημοτικά ζητήματα και κέρβερος του δημοτικού ταμείου. Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος 12 περίπου χρόνια και εκλέχτηκε Δήμαρχος το 1891 με την υποστήριξη της Δηλιγιαννικής παράταξης. Διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά του Δήμου και επισκεύασε το υδραγωγείο από το Κεφαλάρι μέχρι το αρχαίο θέατρο Άργους, χωρίς δάνειο. Δεν εξάντλησε τη θητεία του στο αξίωμα του Δημάρχου, γιατί η δολοφονία από σφαίρα του γιου του Γεωργίου, τελειόφοιτου μαθητή, ο θάνατος συγγενικών προσώπων, οι επιχειρηματικές του έγνοιες και τα δημαρχιακά του καθήκοντα τον κατέβαλαν και αρρώστησε στο δεύτερο έτος της δημαρχίας του. Μετά από ένα χρόνο περίπου πέθανε στην Αθήνα (18-2-1894), όπου είχε μεταβεί για νοσηλεία.

  •  Ρούσσος Εμμανουήλ (1899-1903). Γιατρός με μόρφωση, ειλικρίνεια και ευγένεια. Με την πολιτική ασχολήθηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος δήμαρχος το 1895. Τότε εκλέχτηκε για τελευταία φορά ο Σπ. Καλμούχος. Ο Ρούσσος το 1899 υποστηρίχτηκε από το βουλευτή της Επαρχίας Άργους Σωτήρη Δανόπουλο και εκλέχτηκε Δήμαρχος. Μανιώδης φίλος των δένδρων και του πράσινου μερίμνησε για τη δεντροφύτευση των κεντρικών δρόμων και πλατειών και για τον καθαρισμό των παραποτάμων του Ερασίνου. Επίσης ανήγειρε νέα σφαγεία και μερίμνησε για την προέκταση του κεντρικού υπονόμου της πόλης.
  • Κούζης Π. Δημήτριος

    Κούζης Π. Δημήτριος

    Κούζης Π. Δημήτριος (1903-1907). Γιατρός διακεκριμένος, έντιμος χαρακτήρας με βαθιά κρίση και σκέψη, ήταν ανιψιός του δημάρχου και βουλευτή Μιχ. Παπαλεξόπουλου. Αναδείχτηκε δήμαρχος στις εκλογές της 7ης Σεπτεμβρίου 1903 και παρέμεινε στο αξίωμα αυτό μέχρι το 1907. Το 1910 εκλέχτηκε βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου και αργότερα γερουσιαστής (1929-1932). Έμεινε άγαμος και πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα (3 Δεκεμβρίου 1958).

  • Καρατζάς Ν. Ανδρέας (1907-1914). Δικηγόρος, γιος του διαπρεπούς νομομαθή Νεοκλή Καρατζά από την Πάτρα. Παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του Δημ. Τσώκρη, την Ελένη, η οποία για ένα διάστημα ήταν πρόεδρος του Συλλόγου Κυριών της πόλης, και μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου διέπρεψε ως δικηγόρος και πολιτικός. Εκλέχτηκε δήμαρχος το 1907, αλλά η θητεία του παρατάθηκε μέχρι το 1914 λόγω των μεγάλων πολιτικών εξελίξεων και των εθνικών θεμάτων της εποχής εκείνης (στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909 και βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913). Θεωρείται ένας από τους πιο δραστήριους δημάρχους του Άργους, ο οποίος με προσωπικό αγώνα και με πολλές δυσκολίες κατόρθωσε να ηλεκτροδοτήσει το Άργος με ηλεκτρικό ρεύμα για το δημοτικό φωτισμό, τα σπίτια, τις βιοτεχνίες, τη θέρμανση, αλλά και την άρδευση  του Αργολικού κάμπου. Η πόλη μέχρι τότε φωτιζόταν τη νύκτα με φανούς πετρελαίου και αργότερα οινοπνεύματος. Σε μακροσκελή επιστολή του προς την εφ. «Δαναΐς» εξηγεί πως όνειρό του ήταν η άρδευση του αργολικού πεδίου με τα νερά του Ερασίνου, ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης και η ύδρευσή της με το νερό, που έφτανε τότε από το Κεφαλάρι με κτιστό υδραγωγείο στη δεξαμενή του θεάτρου. Ονειρευόταν να κατασκευάσει άλλη δεξαμενή πιο ψηλά, όπου θα ανέβαινε το νερό με το ρεύμα. Δυστυχώς, τα οικονομικά μέσα της εποχής εκείνης ήταν πενιχρά και δεν του επέτρεψαν να πραγματοποιήσει όλα όσα ονειρευόταν για το Άργος. Πέθανε στο Άργος στις 27 Μαρτίου 1932 και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο Δημ. Τσώκρη στον Αϊ-Γιάννη. Οι Αργείτες, όταν πέθανε, κάλυψαν με μαύρο τούλι τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες στους δρόμους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και πένθους.
  • Καραγιάννης Χρήστος (1917-1925). Το 1914 έγιναν νέες δημοτικές εκλογές, αλλά την περίοδο 1914-1925 το Άργος υποβαθμίστηκε σε κοινότητα, επειδή ο πληθυσμός της πόλης ήταν κάτω των 10.000 κατοίκων (νόμος ΔΝΖ΄ του 1912). Πρόεδρος της Κοινότητας Άργους την περίοδο αυτή διετέλεσε ο δικηγόρος Καραγιάννης Χρήστος, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι ήταν πιθανότατα βενιζελικός και διετέλεσε και κοινοτικός σύμβουλος κάποιες άλλες χρονιές. Το 1925, που προκηρύχτηκαν πάλι Δημοτικές εκλογές, η πόλη έγινε και πάλι δήμος.
  • Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

    Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

    Μπόμπος Β. Αγγελής (192528). Δραστήριος, συνετός και ολιγόλογος ασχολήθηκε με το γενικό εμπόριο και με εξαγωγές καπνών στην Αγγλία. Λόγω του ήπιου και διαλλακτικού χαρακτήρα του εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη όλων των κομμάτων και ήταν ο πρώτος δήμαρχος μετά την κοινοτική περίοδο της πόλης (1914-1925). Διετέλεσε δήμαρχος από 25-10-1925 έως 22-1-1928, χωρίς να εξαντλήσει τη θητεία του λόγω του πρόωρου θανάτου του. Ήταν εξαιρετικά δραστήριος, παρά την έλλειψη επαρκούς μόρφωσης, και στο βραχύ διάστημα της δημαρχίας του έγινε επισκευή του υδραγωγείου, εξωραΐστηκε η πόλη, κατασκευάστηκαν μικρές γέφυρες και νέοι δρόμοι, έγινε τοπογράφηση και σύνταξη πλήρους σχεδίου πόλεως για την κατασκευή νέων οδών και πλατειών και αποξηράνθηκε έκταση 7.000 στρεμμάτων στην περιοχή του Βάλτου, που αποδόθηκαν στην καλλιέργεια.

  • Κωνσταντίνος Μπόμπος

    Κωνσταντίνος Μπόμπος

    Κωνσταντίνος Μπόμπος(1928-1941). Διαδέχτηκε τον αδελφό του Αγγελή Μπόμπο στη Δημαρχία. Ήταν και αυτός έμπορος, συνέχισε το πρόγραμμα του αδελφού του και υπήρξε πολύ δημοφιλής Δήμαρχος, επειδή θεωρούσε καθήκον και υποχρέωσή του την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των συμπολιτών του. Εκλέχτηκε και στις εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934, που ψήφισαν για πρώτη φορά και γυναίκες στις δημοτικές εκλογές σε περιορισμένη κλίμακα, αφού το εκλογικό δικαίωμα δόθηκε μόνο σε όσες είχαν συμπληρώσει τα 30 χρόνια και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού, γνώριζαν δηλαδή ανάγνωση και γραφή. Η ψήφος τους, όμως, δεν επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα, αφού οι γυναίκες που προσήλθαν στις κάλπες ήταν λίγες έως ελάχιστες, γιατί υπήρχε ακόμα μεγάλη προκατάληψη και ακόμα και «επώνυμες» Ελληνίδες φρόντισαν να απαξιώσουν τη γυναικεία ψήφο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της σπουδαίας ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη, που αρνήθηκε να ψηφίσει, λέγοντας ότι «ψήφο θέλουν μόνο οι άσχημες και όσες αποφεύγουν να κάνουν παιδιά». Λόγω του πολέμου που μεσολάβησε το 1940 δεν έγιναν δημοτικές εκλογές και παρέμεινε Δήμαρχος μέχρι την κατάληψη της πόλης από τους Γερμανούς κατακτητές.

  • Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης(1941-1943). Δικηγόρος, διορίστηκε από τις αρχές της Κατοχής δήμαρχος επικεφαλής ενός ολιγάριθμου Δημοτικού Συμβουλίου.
  • Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος (1943-1944). Δικηγόρος, διατέλεσε Δήμαρχος την περίοδο της κατοχής και προσέφερε πολλές υπηρεσίες στην πόλη. Αναφέρεται ότι «χάρις εις τας ευγενείς ενεργείας και επιμόνους προσπαθείας του εσώθη η αιω­νόβιος γηραιά και αθάνατος παρά τας πηγάς πλάτανος την ο­ποίαν είχον απόφασιν να κόψουν οι Γερμα­νοί. Υπό το φύλλωμα και την παχυτάτην σκιάν της διέρχονται δροσιζόμενοι, διασκεδάζοντες και ευωχούμενοι οι επισκεπτόμε­νοι τον Ερασίνον ποταμόν, κοινώς Κεφαλάρι».
  • Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

    Ο Κ. Δωροβίνης το 1958

    Δωροβίνης Βασ. Κώστας. Οδοντίατρος, από τους πρώτους που ενθάρρυναν την προσφυγή σε ορθοδοντικές μεθόδους στο νομό, ενεργός πολίτης και αγωνιστής στη δη­μοκρατική παράταξη. Ο πρώτος δήμαρχος επικεφαλής 25μελούς Λαϊκής Επιτροπής Αυτοδιοίκησης (Δημοτικό Συμβούλιο) μετά την απελευθέρωση στο Άργος, εκλέχτηκε τον Οκτώβριο του 1944 με υπόδειξη των αντιστασιακών οργανώσεων και πολιτών κάθε πολιτικής παράταξης. Ο λαός έδωσε διά βοής την έγκριση του. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 έπαιξε ενεργό ρόλο στις πρώτες προσπάθειες ανασυγκρότησης της πόλης από το χάος και τη ναζιστική κατοχή. Όταν ανέλαβε το αξίωμά του απαίτησε και πέτυχε με τη συνεργασία και του τότε ιεροκήρυκα και μετέπειτα μητροπο­λίτη Αργολίδας Χρυσόστομου Δεληγιαννόπουλου την άμεση απελευθέ­ρωση όλων των ομήρων, από οποιουσδήποτε και αν κρατούνταν. Εξελέγη επανειλημμένα δημοτικός σύμβουλος Άργους και στήριξε όλες τις προσπάθειες για την ανόρθωση της πόλης.

 

Οι πρώτες δημοτικές εκλογές μετά τον πόλεμο διεξήχθησαν τον Απρίλιο του 1951, 17 χρόνια μετά από τις προηγούμενες του 1934. Στις εκλογές αυτές είχαν δικαίωμα ψήφου οι γυναίκες χωρίς περιορισμούς (στις τελευταίες δημοτικές εκλογές δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι εγγράμματες γυναίκες). Το εκλογικό σύστημα των πρώτων μεταπολεμικών δημοτικών εκλογών προέβλεπε την έμμεση εκλογή του Δημάρχου από το Δημοτικό Συμβούλιο. Μετά την ανακήρυξη των επιτυχόντων Δημοτικών Συμβούλων, το Συμβούλιο στην πρώτη του συνεδρίαση εξέλεγε τον Δήμαρχο. Στην ειδική αυτή δημαιρεσία συμμετείχαν και οι αναπληρωματικοί Δημοτικοί Σύμβουλοι.

 

  • Μαρίνος Ευστάθιος

    Μαρίνος Ευστάθιος

    Μαρίνος Ευστάθιος (1951-1964). Γιατρός με πολύ καλό όνομα, που από το 1930 μέχρι τα γεράματά του προσέφερε τις υπηρεσίες του χωρίς να κάνει διακρίσεις, ενώ στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1940 περιέθαλψε Έλληνες, Γερμανούς μέχρι και αντάρτες χωρίς διάκριση. Η προσφορά του ως Δήμαρχος Άργους επί 13 συναπτά έτη (1951-1964) ήταν πολύ αξιόλογη. Το σημαντικότερο έργο του ήταν η κατασκευή υπόγειου αγωγού μήκους περίπου 30 χιλ. για τη μεταφορά άφθονου πόσιμου νερού από το Κεφαλάρι στο Άργος, που μέχρι τότε υδρεύονταν από φρεάτια με νερό αμφίβολης ποιότητας. Επίσης, κατασκεύασε δημοτικά σφαγεία και έπαψε να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό η δημοτική αγορά. Ήταν προσηνής, απλός και αγαπητός από όλους. Παροιμιώδης ήταν η αφιλοκέρδεια του, αφού σπανιότατα έπαιρνε αμοιβή από τους ασθενείς, πολλές φορές έδινε και χρήματα στους αρρώστους του για φάρμακα. Για αυτό το λόγο δεν έκαμε προσωπική περιουσία και μέχρι του τέλους της ζωής του δεν είχε δικό του σπίτι. Πέθανε στην Αθήνα ανήμερα τ’ Αϊ-Γιαννιού (7-1-1990) και κηδεύτηκε με τιμές στο κοιμητήρι του Αγίου Βασιλείου Άργους.

  • Γεώργιος Θωμόπουλος

    Γεώργιος Θωμόπουλος

    Γεώργιος Θωμόπουλος (1964-67). Έμπορος, δημοσιογράφος, συγγραφέας  και εκδότης της εφημερίδας «Αργειακόν Βήμα», η οποία εκδίδεται ανελλιπώς από το 1960, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό ως ιδρυτικό μέλος του αθλητικού Συλλόγου «Αργεύς» (1928) και Πρόεδρος του «Παναργειακού», ο οποίος, επί προεδρίας του αγωνίστηκε στην Α΄ Εθνική (1957).  Επί δημαρχίας του επισκευάστηκαν οι περισσότεροι δρόμοι του Άργους και των συνοικιών, διοργανώθηκε γιορτή πορτοκαλιού για τρεις συνεχείς χρονιές, ιδρύθηκε το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου και οργανώθηκε το φεστιβάλ Άργους, στο οποίο συμμετείχαν αξιόλογοι καλλιτέχνες (Άννα Συνοδινού, Θάνος Κωτσόπουλος, Μάνος Κατράκης, Δώρα Στράτου κ.ά.). Το 1967 ο Γ. Θωμόπουλος απομακρύνθηκε από το αξίωμα του Δημάρχου με απόφαση του Υπ. Εσωτερικών Στ. Παττακού της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Ο Γ. Θωμόπουλος πέθανε πλήρης ημερών το 1995. Λίγους μήνες πριν από το θάνατό του ο Δήμος Άργους τον τίμησε στο Δημαρχείο με τιμητική πλακέτα για τα εβδομήντα χρόνια του πολιτιστικού του έργου.

 

Στην περίοδο της 7χρονης δικτατορίας η χούντα κατάργησε του εκλεγμένους δημάρχους και στη θέση τους διόρισε «δικούς της ανθρώπους». Στο Άργος στη θέση του εκλεγμένου Γεώργιου Θωμόπουλου ανέλαβε αρχικά ο Θεόδωρος Πολυχρονόπουλος, τον οποίο διαδέχτηκε το 1973 ο Μάριος Πρέσβελος μέχρι την πτώση της Χούντας το 1974.

Μία από της σημαντικότερες εκκρεμότητες στον εκδημοκρατισμό του κράτους μετά την 7ετή δικτατορία ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατική νομιμότητας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με το ν.δ. 51/17-9-1974 «περί επαναφοράς νομιμότητος εις τους δήμους και κοινότητας» αποκατέστησε τα αιρετά δημοτικά συμβούλια, που είχαν προκύψει στις δημοτικές εκλογές του 1964, διορίζοντας για δήμαρχο δικαστικό, ενώ στις κοινότητες διορίστηκαν ως πρόεδροι δημόσιοι υπάλληλοι. Οι μεταβατικές αυτές δημοτικές αρχές έμειναν στην εξουσία μέχρι τη διενέργεια των δημοτικών εκλογών στις 30 Μαρτίου 1975. Το σχετικό νομοσχέδιο προέβλεπε την άμεση εκλογή των δημάρχων από τους ψηφοφόρους στις κοινότητες κάτω των 5.000 κατοίκων με σχετική πλειοψηφία και στους δήμους άνω των 5.000 χιλιάδων κατοίκων με απόλυτη πλειοψηφία. Σε όσες περιπτώσεις δεν εκλέχτηκε δήμαρχος έγινε επαναληπτική εκλογή την αμέσως επόμενη Κυριακή (6 Απριλίου), στην οποία συμμετείχαν οι δύο πρώτοι σε ψήφους συνδυασμοί. Στις δημοτικές εκλογές που ακολούθησαν (30.3.1975 και 15.10.1978) εξελέγη δήμαρχος ο Δημήτριος Μπόνης με 51,22%.

 

  • Μπόνης Δημήτριος

    Μπόνης Δημήτριος

    Μπόνης Δημήτριος (1975-1978). Γιος του βιομήχανου Αθανάσιου Μπόνη, ευεργέτη του Άργους, που γεννήθηκε στη Σκοτεινή του Δήμου Αλέας και από μικρός εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου εργάστηκε στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και αναδείχτηκε ένας από τους πρώτους βιομήχανους της περιοχής. Ο Αθανάσιος Μπόνης έκανε διάφορες δωρεές και στάθηκε πολλές φορές βοηθός σε φτωχούς και αναξιοπαθούντες. Ο Δημήτριος Μπόνης διετέλεσε Δήμαρχος Άργους την τετραετία 1975-78. Το 1972 προσέφερε το ποσό του ενός εκατομμυρίου για την ολοκλήρωση του Γενικού Νοσοκομείου Άργους.  Το 1982 με δωρεά του πρώην δημάρχου Μπόνη δημιουργήθηκε απέναντι από τα Δικαστήρια και ανατολικά των Στρατώνων Καποδίστρια το Πάρκο του Μπόνη, ένα άλσος σε έκταση ενός περίπου οικοδομικού τετραγώνου με όργανα παιδικής χαράς στο εσωτερικό του, που αποτέλεσε έναν από τους μεγαλύτερους χώρους πρασίνου στο κέντρο της πόλης.

  • Πειρούνης Γεώργιος

    Πειρούνης Γεώργιος

    Πειρούνης Γεώργιος (1979-1986). Αγρότης από πλούσια αγροτική οικογένεια με μεγάλο ενδιαφέρον για την πρόοδο και προκοπή του Άργους. Τύπος λαϊκός, καταδεχτικός, ειλικρινής και έντιμος με αδιαμφισβήτητο ήθος και μεγάλη αγάπη για το Άργος έβαλε τις βάσεις για την ανάπτυξη της πόλης με πολεοδομικό σχεδιασμό και μελέτες για το κυκλοφοριακό και το περιβάλλον. Επί δημαρχίας του ιδρύθηκε το ΚΑΠΗ στην οδό Τημένου, λειτούργησαν οι κατασκηνώσεις Φαρμακά, οι οποίες φέρουν το όνομά του (Κατασκηνώσεις Πειρούνη), δημιουργήθηκε το γήπεδο Πειρούνη δίπλα στον Ξεριά στο Νέο Κόσμο, ασφαλτοστρώθηκαν πολλοί αγροτικοί δρόμοι και επεκτάθηκε το δίκτυο ύδρευσης στο Ν. Κόσμο και στα Κατσικάνια με τη δημιουργία δεξαμενής στο Κάστρο του Άργους.

  • Παπανικολάου Δημήτριος

    Παπανικολάου Δημήτριος

    Παπανικολάου Δημήτριος (1986- 1998). Δικηγόρος στο Άργος από το 1965, εξελέγη Δημοτικός Σύμβουλος το 1982, διετέλεσε Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου τα έτη 1983-1984 και το 1986 εξελέγηΔήμαρχος με επιτυχημένη πολιτική καριέρα, αφού επανεξελέγη το 1990 και το 1994 και αναδείχτηκε ανάμεσα στους μακροβιότερους Δημάρχους της πόλης. Σαν Δήμαρχος καταπιάστηκε με έργα όπως την αντικατάσταση του δικτύου ύδρευσης, τη δημιουργία βιολογικού καθαρισμού και  αποχέτευσης, την αποκατάσταση του κτιρίου των στρατώνων Καποδίστρια και άλλων διατηρητέων κτιρίων (Δημοτική αγορά, Μέγαρο Κωνσταντοπούλου), την ανάπλαση του εμπορικού κέντρου της πόλης με πεζοδρομήσεις οδών (Ελ. Βενιζέλου, Παν. Τσαλδάρη και Μιχ. Στάμου), την ανάπλαση της παραλίας Τημενίου Άργους και πολλά άλλα. Σε οικόπεδο 23 στρεμμάτων στην οδό Ν. Κίου, που αγοράστηκε το 1985 με δική του πρωτοβουλία, δημιουργήθηκε η κεντρική λαχαναγορά με 35 καταστήματα και προαύλιο χώρο 20 στρεμμάτων και μεταφέρθηκε το χονδρεμπόριο αγροτικών προϊόντων, το οποίο μέχρι τότε γινόταν στον αύλειο χώρο των στρατώνων. Ανέπτυξε δραστηριότητα προβολής της πόλης και πέτυχε να δημιουργήσει με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δίκτυο των αρχαιότερων πόλεων της Ευρώπης, στο οποίο μετείχαν εκτός από το Άργος οι πόλεις BEZIERS της Γαλλίας, CADIZ της Ισπανίας, COLCHESTER της Αγγλίας, CORK της Ιρλανδίας, EVORA της Πορτογαλίας, MAASTRICHT της Ολλανδίας, ROSKILDE της δανίας, TONGEREN του Βελγίου και WORMS της Γερμανίας, με στόχο τη διάδοση και ανταλλαγή γνώσεων και μεθόδων σε θέματα αρχαιολογικής έρευνας, τουρισμού και ενσωμάτωσης των αρχαίων μνημείων στον αστικό σχεδιασμό. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη των νομικών προσώπων του δήμου (Ωδείο, Θέατρο, Χορωδία, Φιλαρμονική) για την άνοδο του πολιτισμικού επιπέδου της πόλης. Δεν υποστήριξε όμως και δεν υλοποίησε τον πολεοδομικό σχεδιασμό, που έγινε από τον πολεοδόμο Ανέστη Παπαδάκη το 1983 επί υπουργίας Αντ. Τρίτση, , επειδή συμμερίστηκε την άρνηση των ιδιοκτητών οικοπέδων, που αντιδρούσαν γιατί ο νόμος άφηνε το 62% του συνολικού εμβαδού στα οικόπεδα, που θα εντάσσονταν στο σχέδιο πόλης, ενώ το άλλο 38% προοριζόταν για τη χάραξη νέων δρόμων και κοινόχρηστων χώρων. Το αποτέλεσμα ήταν να ανακοπεί η πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης από τη δεκαετία του 1990 και μεγάλος αριθμός Αργείων να εγκατασταθεί στο γειτονικό Ναύπλιο. Από τον Ιανουάριο του 2000 μέχρι σήμερα είναι Πρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ΔΑΝΑΟΣ».

 

Κολιγλιάτης Νικόλαος

Κολιγλιάτης Νικόλαος

Στις εκλογές του 1998, στο μεταίχμιο του 21ου αιώνα, Δήμαρχος Άργους για την τετραετία 1998-2002 εξελέγη ο εκπαιδευτικός Κολιγλιάτης Νικόλαος με ποσοστό 51,80 στις επαναληπτικές εκλογές έναντι 48,20 του πανίσχυρου πρώην Δημάρχου Δημήτρη Παπανικολάου, παρόλο που στον πρώτο γύρο των εκλογών ο Παπανικολάου είχε συγκεντρώσει ποσοστό 45,8% και Κολιγλιάτης 25%.

Πλατής Δημήτριος

Πλατής Δημήτριος

Στις εκλογές του 2002 ο απόστρατος αξιωματικός Πλατής Δημήτριος επικράτησε στις επαναληπτικές εκλογές με ποσοστό 55,20 του πρώην Δημάρχου Κολιγλιάτη Νικόλαου, που έλαβε το 44,80, ενώ στον πρώτο γύρο των εκλογών είχαν λάβει ποσοστά 43,40 και 28,60 αντίστοιχα. Ο Δημήτρης Πλατής διετέλεσε Δήμαρχος την τετραετία 2002-2006.

Μπούρης Βασίλειος

Μπούρης Βασίλειος

Στις δημοτικές εκλογές του 2006 το όριο για την εκλογή δημάρχου από τον πρώτο γύρο καθορίστηκε με νόμο στο 42 % και ο γιατρός Μπούρης Βασίλειος με ποσοστό 42,38, έναντι 31,18 του πρώην δημάρχου Δημήτρη Πλατή, που κατετάγη δεύτερος, εκλέχτηκε δήμαρχος στο Άργος για την τετραετία 2006-2010. Στη διάρκεια της θητείας του όμως αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας και δεν μπόρεσε να υλοποιήσει το πρόγραμμά του.

Καμπόσος Δημήτριος

Καμπόσος Δημήτριος

Στις εκλογές του 2010 ο εκπαιδευτικός Καμπόσος Δημήτριος κέρδισε στο δεύτερο γύρο με 59,23% τον Αναγνώστου Γεώργιο, που πήρε 40,77%, ενώ στον πρώτο γύρο είχαν συγκεντρώσει ποσοστά 49,26% και 34,61% αντίστοιχα. Ο Δημήτρης Καμπόσος μετά την πρώτη θητεία του ως δήμαρχος κέρδισε και τις επόμενες εκλογές το 2014 με ποσοστό 61,06 τον Νικητόπουλο Δημήτριο, που κατετάγη δεύτερος με ποσοστό 21,05, και επανεξελέγη δήμαρχος του νέου διευρυμένου Δήμου Άργους – Μυκηνών για την 5ετία 2015-2020 σύμφωνα με τον τελευταίο νόμο.

Βασικό στόχο στα προγράμματα των τελευταίων δημάρχων του Άργους αποτέλεσαν η εφαρμογή του νέου πολεοδομικού σχεδίου για την επέκταση της πόλης στο νότιο τμήμα της, η λύση του κυκλοφοριακού προβλήματος και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων της με δράσεις στον πολιτισμό και σε έργα υποδομής.

Πηγές


  • «Αργολικόν Ημερολόγιο 1910». Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910, Αναστατική έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, 2015.
  • Δωροβίνης Βασίλης, «Σημαντικά κείμενα για την ιστορία του νεότερου Άργους», περιοδικό ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τεύχος 5, καλοκαίρι 1998.
  • Κατσαρός Κυριάκος, «Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους», Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.
  • Κουμαδωράκης Οδυσσέας, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις «εκ προοιμίου» 2007.
  • Ρουμπάνης Θοδωρής, «Δημοτικές Εκλογές, η άγνωστη ιστορεία», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2002.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Στοιχεία για την πρώτη δεκαετία του Δήμου Ναυπλιέων (1833-1843): Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους. Ελένη Καλαφάτη, Αρχιτέκτονας – Δρ Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Στα χρόνια του Αγώνα η πολιτική και διοικητική συγκέντρωση διακηρύσσεται ως θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος, ενώ επιχειρείται στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν η εγκαθίδρυση νέων ιεραρχημένων σχέσεων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και στις τοπικές αρχές, που θα επιτρέψουν στις επαναστατημένες περιοχές να συγχωνευθούν σε μία νέα οργανική ενότητα.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Στην ίδια κατεύθυνση η πρώτη Αντιβασιλεία προχωρά στη θεσμοθέτηση ενός, συγκεντρωτικού και αυστηρά ιεραρχημένου διοικητικού συστήματος: η επικράτεια διαιρείται σε νομούς, οι νομοί σε επαρχίες, οι επαρχίες σε δήμους και κάθε στοιχείο εγκλείεται στο αμέσως ανώτερο του. Αυτός ο ορθολογισμός απαντά στην επιταγή για την πολιτική ενοποίηση του εθνικού εδάφους με την κατάργηση της τοπικής ιδιαιτερότητας, αλλά συγχρόνως αποτελεί και το εργαλείο που επιτρέπει στο νέο κράτος να οργανώσει την επέμβασή του σε όλους τους τομείς της ζωής και της δραστηριότητας των πολιτών.

Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στην περιφέρεια εξασφαλίζεται από τη δραστηριότητα περισσότερων αξιωματούχων με επικεφαλής τον Νομάρχη. Ωστόσο στην πραγματικότητα οι βασικότερες αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στο επίπεδο των δήμων, όπου ο Δήμαρχος, ανώτατη εκτελεστική αρχή, ορίζεται και θεσμικά ως διφυές όργανο, κρατικό και δημοτικό συγχρόνως.

Στην ανακοίνωση αυτή θα επιχειρήσω, αξιοποιώντας υλικό από το Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου, να σκιαγραφήσω το γενικό περίγραμμα των δημοτικών λειτουργιών και της σχέσης με την κεντρική Διοίκηση, όπως αυτή διαμεσολαβείται από τον Νομάρχη κατά την πρώτη δεκαετία του Ελληνικού Βασιλείου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ελένης Καλαφάτη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους.

 

Read Full Post »

Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα


 

Γενικά

 

Στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή περίοδο, το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας, της διοίκησης του Ανατολικού Ιλλυρικού με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Το 1210 το Άργος κατέλαβαν οι σταυροφόροι και απ’ το 1246-1261 ανήκε στο δουκάτο των Αθηνών, ενώ το 1397, όπως και το 1463 το κατέλαβαν οι τούρκοι.

Η Πελοπόννησος επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε ιδιαίτερη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι), με πρωτεύουσα αρχικά το Ναύπλιο και από το 1770 την Τριπολιτσά. Είχε επίσης δύο Υποδιοικήσεις (Σαντζάκια), το του Μορέως και του Μυστρά και 24 Επαρχίες (Καδηλίκια) με 2.000 κώμες και κωμοπόλεις, με 8 σημαντικότερες, μια εκ των οποίων ήταν το Άργος.

Το Άργος είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, αφού κτίστηκε γύρω στο 1856 π.Χ. Πολυάριθμα λαμπρά μνημεία του Άργους περιγράφει ο Παυσανίας, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή του Άργους, φέρνει στο φως συνεχώς, όλο και νεώτερα ευρήματα της αρχαιότητας. Σήμερα ο Δήμος Άργους του Νομού Αργολίδος, έχει 29.505 μόνιμους κατοίκους (ΕΣΥΕ, 2003, απογραφή 2001).

 

Άργος. Η πλατεία του Αγίου Πέτρου και το κάστρο της Λάρισας, όπως φαίνονται από το Δημαρχείο του Άργους, περ. 1907.

 

 

Στοιχεία διοίκησης του κράτους

  

Η Διοίκηση του κράτους, διακρίνεται σε κεντρική και περιφερειακή και η τελευταία στην οριζόντια οργάνωση εκφράζεται σε νομούς ή περιφέρειες, οι οποίες έχουν κάθετη οργάνωση. Τα διοικητικά όργανα, κρατικά, δημοτικά, κοινοτικά και λοιπών δημοσίων οργανισμών, έχουν επίσης ιεραρχική κάθετη οργάνωση.

Τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως είναι αιρετά (πολιτικά) και διορισμένα (δημόσιοι υπάλληλοι). Η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, από αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες (νομικά πρόσωπα) εκτός των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών, με ίδια όργανα, δικό τους προσωπικό, ασκούν δοτή δευτερογενή δημόσια εξουσία και συνιστούν την Αυτοδιοίκηση, όπως είναι οι Δήμοι και οι Κοινότητες.

Οι οργανισμοί της αυτοδιοικήσεως είναι φορείς αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με ίδιον προϋπολογισμό, ιδία περιουσία και υπαλλήλους και εφόσον διοικούν τοπικές υποθέσεις μιας ορισμένης εδαφικής περιοχής, καλούνται σήμερα, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και εκλέγονται ελεύθερα απ’ τους πολίτες της περιοχής αυτής.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι Α’ και Β’ βαθμού. Η Α’ βαθμού, αρχίζει απ’ τον Καποδίστρια και αργότερα με το Βασ. Διάταγμα 1833 με τους δήμους (αντί των κοινοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και κατά τα έτη 1863 με την έλευση του Γεωργίου του Α’, και διάκριση δήμων και κοινοτήτων 1912, αλλά και  με το Ν.2533/1997. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η οι ΟΤΑ Β’ βαθμού συστήθηκαν με τους Νόμους 2218 και 2240 του 1994, για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (με όργανα τον Νομάρχη, το Νομαρχιακό Συμβούλιο και τις Νομαρχιακές Επιτροπές), με ένα νομό ή μια νομαρχία, ή διευρυμένες με περισσότερους νομούς ή νομαρχίες (Νομαρχιακά Διαμερίσματα).

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποσκοπεί στην προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων των περιφερειών, αλλά και την καλλίτερη διοίκηση και αρμονία στις σχέσεις διοίκησης και πολιτών.

Η χώρα μας σήμερα διαιρείται σε 13 διοικητικές περιφέρειες, με προϊστάμενο διορισμένο Περιφερειάρχη, που εκφράζει την κυβέρνηση και με εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.*  

* Το άρθρο έχει γραφτεί το 2004 και αναφέρεται στη δομή της διοίκησης πριν την ψήφιση και εφαρμογή του « Καλλικράτειου» νόμου περί συνένωσης Δήμων και Νομαρχιών, με εκλεγμένο Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχες  και εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.

 

Διοίκηση Πελοποννήσου – Άργους 19ου αιώνα

 

Με τον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, το 1822 ελευθερώνεται η Πελοπόννησος και σχηματίζεται την 1.1.1822, με την Α’ Εθνική Συνέλευση, η πρώτη Διοίκηση της Ελλάδος.

Το Άργος, λόγω της θέσεώς του, έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης αυτό επέλεξε για το συνέδριό του των επαναστατών (στο αρχαίο θέατρο), ενώ στο τέλος του ίδιου έτους, άρχισε η Α’ Εθνοσυνέλευση και για ένα διάστημα το Άργος, έγινε και έδρα της Κυβερνήσεως.

Είναι δε γνωστό ότι το Άργος, είχε και πολλές και συχνές τραγωδίες, μέχρι το πέρας της επαναστάσεως. Σαν έφτασε ο Καποδίστριας στο Άργος, έγινε η Δ’ Εθνοσυνέλευση (1829), αλλά και η Ε’ μετά τη δολοφονία του. Στο έτος 1825 ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει πάλι μέρη της Πελοποννήσου και την Αργολίδα μέχρι το 1827, ενώ στα έτη 1825 – 26 καταστρέφει το Άργος. Με τη Βασιλεία του Όθωνος, με Βασιλικό Διάταγμα του 1833 (Κυβερνητική Διαίρεση), η χώρα διαιρείται σε 10 Νομούς, ή Μερίδες και 47 κύκλους, ή επαρχίες. Την Ανώτατη διοίκηση είχε ο Νομάρχης, με το Νομαρχιακό Συμβούλιο, εκλεγόμενο απ’ τους κατοίκους του νομού και τον Έπαρχο σε κάθε επαρχία, υπαγόμενο στον Νομάρχη και το Επαρχιακό Συμβούλιο.

 

Τοπική Αυτοδιοίκηση του Άργους 19ου αιώνα

 

Το Άργος στον 19ο αιώνα, συνιστούσε την ομώνυμη Επαρχία, αλλά και ομώνυμο Δήμο του Άργους, ενώ μαζί με πέντε ακόμη επαρχίες: Ναυπλίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Ύδρας, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, αποτελούσαν τον Νομό Αργολίδος και Κορινθίας.

Το καλοκαίρι του 1821 οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Άργος και γίνεται προσωρινά έδρα της Γερουσίας της Πελοποννήσου, ενώ το 1822 καταλήφθηκε απ’ τους τούρκους και πάλι, με τον Δράμαλη, μέχρι την καταστροφή του στα Δερβενάκια και απ’ τον Ιμπραήμ το 1825, που το έκαψε, ενώ το 1827 το Άργος έγινε θέατρο εμφυλίων συγκρούσεων, που έπαψαν με τον ερχομό του Καποδίστρια το 1828 και την εκεί σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως τον Ιούνιο του 1829, ενώ μετά τη δολοφονία του, έγινε στο Άργος όπως προαναφέραμε και η Ε’ Εθνοσυνέλευση.

Με το Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1836, το Ελληνικό Βασίλειο διαιρείται σε 30 Διοικήσεις και 18 Υποδιοικήσεις, οπότε δημιουργείται η Διοίκηση της Αργολίδος, με τρεις επαρχίες: του Άργους, της Τροιζηνίας και Ερμιονίδος, και του Ναυπλίου. Κάθε Διοικήσεως προΐσταται ένας διορισμένος Διοικητής, ο οποίος υπάγεται σε Υπουργείο του Κράτους.

Σε κάθε Διοικητή υπάγονται 18 διορισμένοι Υποδιοικητές. Με το νόμο 27.12. 1833, « περί συστάσεως δήμων», το Ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε Δήμους και κοινότητες και το Άργος αποτελεί ένα σημαντικό Δήμο. Με τη διαίρεση του κράτους το 1833, ιδρύθηκε και η Επαρχία του Άργους, που ανήκε στον νομό Αργολίδος και Κορινθίας και είχε τους δήμους : Άργους, Αλέας, Λιμνών, Γενεσίου, Μυσίας, Λυρκείας, Οινόης, Ορνεών, Ιναχείας, Θορνακίου, Κηλώσσης, Τημενίου, Υσιών, Μυκηνών και Γυμνού, οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Με τον νόμο 27.12.1833, κάθε χωριό με 300 κατοίκους, μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο, με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κ. και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κ. δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κ. τρίτης τάξεως.

Κάθε δήμος έχει δική του δημοτική αρχή, η οποία εκλέγεται απ’ τους δημότες και συνίσταται για δήμους α’ τάξεως, από τον Δήμαρχο με 4- 6 Παρέδρους και 16/μελές Δημοτικό Συμβούλιο, για δήμους β’ τάξεως από Δήμαρχο με 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Συμβούλιο και για δήμους γ’ τάξεως, Δήμαρχο, ένα Πάρεδρο και 6/μελές Συμβούλιο.

Το Άργος το 1837, ήταν Δήμος β’ τάξεως (περίπου 6.000 κ. ) και είχε ένα Δήμαρχο, 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Δημοτικό Συμβούλιο. Ο Δήμαρχος Άργους, ήταν η πρώτη εκτελεστική Αρχή του Δήμου, ενεργούσε και διεκπεραίωνε τις διοικητικές υποθέσεις, δεν είχε όμως ποινική εξουσία σε αστυνομικές παραβάσεις, ούτε δικαστική σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Ο Δήμος και οι διοικητικές του αρχές, υπάγονταν στον Έπαρχο ή Διοικητή, οι οποίοι επιτηρούσαν τη διοίκηση του Δημάρχου και του δημοτικού Συμβουλίου και έδιναν εντολές, για την εκτέλεση των νόμων.

Ο Δήμος είχε δική του δημοτική περιουσία, που εθεωρείτο ιδιοκτησία της ολομέλειας των δημοτών. Τα Επαρχιακά Συμβούλια συστήθηκαν τον Ιαν. του έτους 1837, σε κάθε επαρχία με ελεύθερες εκλογές των δήμων βάσει του Β.Δ. 18/30 Δεκ.1836. Ο αριθμός των μελών κάθε Επαρχιακού Συμβουλίου προσδιοριζόταν, απ’ τον αριθμό των δήμων της επαρχίας και την τάξη τους, με ελάχιστο αριθμό τους σε 12. Έτσι οι Δήμοι α’ τάξεως έστελναν 3 απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο, οι β’ τάξεως 2 και οι γ’ τάξεως 1.

Το Άργος ήταν επαρχία β’ τάξεως και είχε δύο απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο. Τα Επαρχιακά Συμβούλια απέβλεπαν στην τάξη των οικονομικών του κράτους και στη διοίκηση των επαρχιών, για τακτικότερη συμβολή στη διεύθυνση με επιτόπιο γνώση και πείρα. Η Διοίκηση της Αργολίδος είχε 24 δήμους και η Υποδιοίκηση Ερμιονίδος και Τροιζηνίας 6 δήμους.

Το 1845 οι Διοικήσεις καταργούνται και η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς, όπως προηγούμενα, τότε γίνεται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, το 1899 γίνεται μόνον νομός Αργολίδος, το 1909 ο νομός γίνεται πάλι ενιαίος Αργολίδος και Κορινθίας, όπως και το 1845. Το 1851 η Αργολίδα είχε 3 επαρχίες: του Άργους, του Ναυπλίου και της Ερμιονίδος μαζί με τις Σπέτσες, ενώ στην επαρχία του Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, ο Δήμος Άργους, περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1940 πρωτεύουσα του νομού ήταν το Άργος, ενώ απ’ το 1949 γίνεται πάλι μόνον νομός Αργολίδος, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

 

Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

Δρ. Διοίκησης επιχειρήσεων, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Θαλάσσιας Βιολογίας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Βιβλιογραφία

1. Βάλβη Αδριανού, Γεωγραφία- Κυβερνητικὴ Διαίρεσις Ελληνικού Βασιλείου (1833,

1836, 1837). Τομ. 3ος, Βιέννη, έκδοση Μπένκο, 1839.

2. Μεγάλη Γεωγραφία Άτλας της Ελλάδος. Αθήνα, Π. Δημητράκου, 1958.

3. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη. Γιοβάνη, Αθήνα, Γιοβάνη, 1980.

4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή. Αθήνα, Δομή, 1976.

5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα. Αθήνα, Πάπυρος, 1991.

6. Παπαρρηγοπούλου, Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, επιμ. Π. Καρολίδου, τόμ.

9ος. Αθήνα, Νίκας χ.χ.

7. Κοκκίνου, Δ., Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Μέλισσα, 1958.

8. Τρικούπη, Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4ος. Αθήνα, Δημιουργία, 1996.

9. UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, Αθήνα, Ελληνική Παιδεία, 1963.

10. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Άργος 1963.

11. Νόμοι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, (Β.Δ. 1833, 1836, 1863), ψήφισμα Περὶ Δήμων και

Δημαιρεσιών, Ν. 2533/1997, 2218/1994, 2240/1994. ΦΕΚ Αθήνα.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1844, 1927, 1952, 1975, 1986). Αθήνα 1989.

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους

    


 

 Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.

 

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση αυτή θα αναφερθούμε στο φαινόμενο της δημαρχοκρατίας στην Ελλάδα το οποίο κατά κοινή ομολογία, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα τον 19ον αιώνα παραθέτοντας ως παράδειγμα την Επαρχία του Άργους. Για να επιτύχουμε τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, κρίνουμε σκόπιμο εισαγωγικά να παρατεθεί σύντομα, η διαχρονική εξέλιξη γενικά του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης όλο και περισσότερο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο σύστημα Δημόσιας Διοίκησης. Η καταγωγή του όμως χάνεται στα βάθη των αιώνων. [1]

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την άποψη ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έλκει την καταγωγή του στην αρχαία Ελλάδα και στις μεταρρυθμίσεις του Αθηναίου πολιτικού Κλεισθένη, ο οποίος διένειμε τους Αθηναίους σε 10 Φυλές, 30 Τριττύες και 100 Δήμους[2].

Αντιθέτως άλλοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση ο κοινοτισμός αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Βυζαντίου[3]. Η επικρατέστερη όμως άποψη την οποία και υποστηρίζουμε είναι ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε με την σημερινή του μορφή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας [4].

 

2. Οι Ελληνικές Κοινότητες της Τουρκοκρατίας

 

 

Οι Τούρκοι κατακτητές με την παραχώρηση μιας σειράς δημοσιονομικών και διοικητικών «προνομίων», ανάμεσα στα άλλα, συγκαταλέγονταν και η αναγνώριση στους ραγιάδες ενός ελάχιστου πλαισίου αυτοδιοίκησης. Μάλιστα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ορισμένες περιοχές, είτε ως τοπική αυτοδιοίκηση των ελλήνων, είχε οργανωθεί από τους Έλληνες κατά Επαρχία, είτε με τη μορφή της ομοσπονδίας κοινοτήτων τοπική αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού [5].

Η αναγνώριση μιας κάποιας κοινοτικής αυτοδιοίκησης στους χριστιανούς βοήθησε το οθωμανικό κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικά το διοικητικό του σύστημα, χωρίς ωστόσο να απαλλοτριώσει τα δημοσιονομικά και άλλα δικαιώματα τα οποία απέρρεαν από τη λογική της κατάκτησης[6].

Τα πράγματα διευκολύνθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή από το γεγονός ότι στην ισλαμική ιδεολογία η έννοια της κατάκτησης ολοκληρώνεται κατά έναν τρόπο με την καταβολή του κεφαλικού φόρου. [7]  Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ομοσπονδία κοινοτήτων στα 46 Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο,  κάτι ανάλογο στα  Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Η ομοσπονδία των Μαντεμοχωριών απαρτίζονταν από 12 κωμοπόλεις και 360 χωριά. Στο Πήλιο έχουμε συνένωση 24 κοινοτήτων οι οποίες όφειλαν κυρίως την ευημερία τους στην επεξεργασία και την εμπορία της μετάξης. Τα Αμπελάκια στη Λάρισα απετέλεσαν, την κατεξοχήν παραγωγική ένωση, η οποία υφάνθηκε γύρω από τον κοινωνικοπολιτικό ιστό του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοίκησης [8].

Με βάση την κοινωνική ζωή της περιόδου της Τουρκοκρατίας  η Συνέλευση των Καλτεζών με την «Εγκύκλιο» της Γερουσίας της Πελοποννήσου η οποία εκδόθηκε στις 30/3/1821 η νέα διοίκησης της Πελοποννήσου βασιζόταν στην επαρχιακή και την κοινοτική οργάνωση που ήταν ήδη γνωστή κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι «Εφορίες» στα χωριά και οι «Γενικές Εφορίες» στην πρωτεύουσα της κάθε Επαρχίας. Κατά  την διάρκεια της επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε λοιπόν σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο κοινοτικό, όσο και επαρχιακό, στη βάση και στη συνέχεια του προηγούμενου συστήματος [9].

 
 
 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

3. Η δημαρχοκρατία του Maurer  

 

Στη συνέχεια, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα φέρει βαριά την σφραγίδα του βασιλιά Όθωνα και της αντιβασιλείας του. Η πρώτη μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες έγινε το Απρίλιο του 1833 όπου ακυρώνεται η προηγούμενη διοικητική δομή, και η χώρα διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 47 επαρχίες. Κατά τα γαλλικά πρότυπα. Με τον νόμο του 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου οι βαυαροί έδωσαν το στίγμα της εξουσίας τους και για τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο νόμος των Maurer,  Armansperg και  Heideck [10] παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ψήφιση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του  νόμου  ΔΝΖ/1912. Με τον νόμο του 1833 οι βαυαροί επέκτειναν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διοίκησης  και στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία νέων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που ονομάσθηκαν δήμοι και οι οποίοι σχηματίσθηκαν με την συνένωση των χωριών και των μικρών συνοικισμών.

Οι χιλιάδες κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταργήθηκαν και οι συνοικισμοί τους ενσωματώθηκαν διοικητικά σε 750 περίπου Δήμους. Οι νέοι, ολιγάριθμοι και πληθυσμιακά εύρωστοι (μέσος όρος: 1.000 κάτοικοι) για τα  μέτρα της εποχής ΟΤΑ, αποστερούσαν από πολλούς παραδοσιακούς τοπάρχες την «επιχειρησιακή» τους βάση. Μετά την πικρή εμπειρία των εμφυλίων πολέμων και της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια από γόνους παραδοσιακών προεστών («μπέηδων»), οι βαυαροί σάρωσαν με γερμανική πυγμή τις κοινότητες – εμπόδια στη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους. Η επικράτεια διαιρέθηκε σε δήμους που διακρίνονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Δήμοι α’ τάξεως, όσοι είχαν τουλάχιστον 10.000 κατοίκους, δήμοι β’ τάξεως, όσοι είχαν 2.000 κατοίκους και γ’ τάξεως οι υπόλοιποι.

Η μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών που είχαν ανδρωθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές (αλλά και γεωγραφικές) συνθήκες ενείχε, ωστόσο, το σπέρμα της φαλκίδευσής τους από την αδυσώπητη ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Ελλείψει αντίστοιχης τάξεως αστών που θα αναλάμβαναν «αμισθί και τιμής ένεκεν» τα δημοτικά λειτουργήματα – όπως στην Δ. Ευρώπη – οι θεσμοί εκφυλίστηκαν πολύ γρήγορα σε μηχανισμούς – κλειδιά του πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων κατά το 1844 [11].

Το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε λίγο πολύ με την  επαρχία, όπου λίγοι δήμαρχοι (οι δήμαρχοι μειώθηκαν αργότερα σε 250 περίπου επί συνόλου 47 επαρχιών) δέσποζαν στο πελατειακό σύστημα και συχνά ασκούσαν ασφυκτική επιρροή στον τοπικό βουλευτή, οδήγησε αργότερα σε διαπιστώσεις περί «δημαρχοκρατίας».

Ο Δήμαρχος συχνά βρισκόταν πάνω από τον βουλευτή. Αυτή η «αιχμαλωσία» των βουλευτών από τους δημάρχους δηλητηρίαζε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ οι αναμνήσεις από τον «χαμένο παράδεισο» των Κοινοτήτων παρέμειναν ζωντανές.[12] Η παντοδυναμία του βουλευτή συνδυασμένη με την τοπική δύναμη του δημάρχου οδήγησαν σε καταστάσεις που δίκαια καταδικάστηκαν στην ιστορική συνείδηση της εποχής και κατέληξε στο νόμο ΔΝΖ’ του Βενιζέλου [13].

Μια μορφή «αναβίωσης» των παλαιών κοινοτήτων προτάθηκε ακόμα το 1863 με το σχέδιο της Επιτροπής Αινιάν.  Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε την αναγνώριση των κοινοτήτων ως υποδιαιρέσεων των δήμων και την εγκαθίδρυση αντίστοιχου συστήματος «δημοτικής αποκέντρωσης». Αν και το σχέδιο Αινιάν δεν υιοθετήθηκε τότε, αργότερα τον 1884, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στις λεγόμενες νέες χώρες αναγνωρίσθηκαν οι Κοινότητες ως βαθμίδα αποκέντρωσης των δήμων. Τελικά η αναγέννηση των κοινοτήτων πραγματοποιήθηκε 79 χρόνια αργότερα από τον Ε. Βενιζέλο ο οποίος για την εξυγίανση του κοινοβουλευτισμού επανέφερε τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην «δημαρχοκρατία».

Ο Ελ. Βενιζέλος την 5η Σεπτεμβρίου 1910, στον πρώτο του λόγο στην Αθήνα, έλεγε:

«Σύστημα δημοτικόν στηριζόμενον επί του δήμου, ο οποίος απετελέσθη από τμήμα της χώρας αυθαιρέτως χαραχθέν επί του γεωγραφικού χάρτου και ο οποίος δια τούτο εστερημένος οργανικής ζωής, απέβη κατά μακρόν, από παράγοντας κοινωνικής ζωής, κοινωνικής προόδου, από σχολείον διαπαιδαγωγήσεως του Λαού, δια την χρήσιν των ελευθέρων θεσμών, όργανον καταδυναστεύσεως των φατριών».

Ενώ στο λόγο του στη Λάρισα, την 14ην Νοεμβρίου 1910, τόνιζε:

«Η κυβέρνησης της ανορθώσεως θέλει επιδιώξη την εξυγίανσιν της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».[14]

Βασική επιδίωξη των φιλελευθέρων υπήρξε βέβαια ο πάση θυσία δραστικός περιορισμός της επιρροής των δήμαρχων – τοπαρχών και η εγκαθίδρυση ενός αυστηρά μονοκεντρικού πολιτικού συστήματος με την ελπίδα ότι έτσι θα εξυγιαίνονταν ο κοινοβουλευτισμός. Με βάση το νόμο ΔΝΖ/1912 η χώρα κατακερματίστηκε σε 6000 περίπου ΟΤΑ.

Με  τον νόμο των βαυαρών του 1833, οι δήμαρχοι διορίζονταν απ’ το βασιλιά, από κατάλογο υποψηφίων  που υποδείκνυε ένα ειδικό «δημαιρεσιακό συμβούλιο» κάθε δήμου και το οποίο αποτελούνταν απ’ τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κι από ίσο αριθμό «των πλέον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα ψηφοφορίας δημοτών. Τα δημοτικά συμβούλια εκλέγονταν όχι από απ’ το σύνολο των ενηλίκων πολιτών, αλλά από συνέλευση των «μάλλον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα της ψηφοφορίας δημοτών»[15].

Την διοίκηση του δήμου αποτελούσε ο δήμαρχος, ο πάρεδρος και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αριθμός των παρέδρων ανήρχετο από 1 έως 6 και των δημοτικών συμβούλων, ανάλογα με την τάξη του δήμου, από 6 έως 18.

Ο δήμαρχος ήταν«η πρώτη εκτελεστική αρχή» του δήμου, ενώ οι πάρεδροι ήταν κυρίως βοηθοί του. Το δημοτικό συμβούλιο ήταν «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή», που βοηθούσε το δήμαρχο στο έργο του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι εκλέγονταν για 9 έτη με άμεση εκλογή και κάθε 3 έτη γινόταν ανανέωση του δημοτικού συμβουλίου κατά το 1/3. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, δηλαδή όσοι μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων.

Ο βασιλιάς μπορούσε να παύσει οποτεδήποτε οριστικά τον δήμαρχο. Προσωρινά μπορούσε να παύσει το δήμαρχο και ο νομάρχης. Επίσης ο βασιλιάς είχε το δικαίωμα να διαλύσει οποτεδήποτε και κατά την ελεύθερη κρίση του κάθε δημοτικό συμβούλιο. Πολύ αργά με την διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος του 1864 οι δημοτικές αρχές έπρεπε να εκλέγονται με «άμεση, καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  

Κατά κοινή ομολογία ο νόμος του 1833 των βαυαρών, κατηγορήθηκε από το ελληνικό συνταγματικό «κίνημα» ως νόμος συγκεντρωτικός και προϊόν του αυταρχισμού, αντιδημοκρατικού πνεύματος των βαυαρών [16]. Σε κάθε περίπτωση ο συγκεντρωτισμός των βαυαρών τσάκισε με σιδερένια γροθιά τον όποιο κοινοτισμό που προϋπήρχε. Εξ’ άλλου, όσο περιορισμένη είναι η περιφέρεια, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εκλογή, τόσο δυσκολότερη καταντά η αναζήτηση των αρίστων τοπικών αρχόντων.

      

4. Ο Νομός Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ον αιώνα




 

 Στο πλαίσιο αυτό ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, σχηματίσθηκε με βάση τον νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του»  και περιελάμβανε έξι επαρχίες οι οποίες ήσαν οι εξής: [17]

1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες,  και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο.

Με το ίδιο διάταγμα, σχηματίσθηκαν οι 65 δήμοι του νομού. Σύμφωνα με το  νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, διαιρέθηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος, αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Με τον ίδιο νόμο, η επαρχία Κυθήρων, υπάχθηκε διοικητικά στο νομό Λακωνίας. Ενώ το 1909 με το νόμο, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας και περιέλαβε την επαρχία Κυθήρων η οποία αποσπάσθηκε ξανά, από το νομό Λακωνίας. Όπως παρατηρούμε, ανεξάρτητο νομό Αργολίδος τον 19ον αιώνα, έχουμε μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το έτος 1838 ανήρχετο  σε 82.571 κατοίκους το 1854 σε 108.886 και το 1896 σε 157.578.[18] Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

 

5. Η Επαρχία Άργους

   

Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: [19]

1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού.

Στη συνέχεια δέκα έτη αργότερα με το νόμο του 1844, «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι 15 δήμοι που ίσχυαν ως τότε συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής:

1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το έτος 1839 ανήρχετο σε 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης από τους βαυαρούς φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της επαρχίας του Άργους,  δηλαδή, λιγότερα δημαρχεία και ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Πρόκειται για την κατάργηση των μισών σχεδόν δήμων της Ελλάδας που έγιναν με τις συγχωνεύσεις του 1840.   

 

6. Ο Δήμος Αργείων το 19ον αιώνα

 

Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.  

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

 

 

Δήμος Άργους,  αρχική σύσταση: Άργος (6644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (μύλοι του Ερασίνου ποταμού) (50).

 

Μεταγενέστερες προσαρτήσεις: Δήμος Τημενίου [Τημένιον (Μύλοι) (66), Τημένιον (Σκαφιδάκι) (137), Τσακίρι (25), Κυβέρι (70), Κρόι (45)].

 

Ο Δήμος Τημενίου σχηματίσθηκε με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου ( 10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ τάξη, με πληθυσμό 343 κατοίκους και έδρα το Τημένιον (Μύλοι). Ο δημότης ονομάσθηκε Τημενιεύς. Το όνομα του δήμου προήλθε από το Τημένιο, αρχαία κωμόπολη της Αργολίδος που όφειλε το όνομά της, στον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνικά», τα, Β., σελ. 268).

Δήμος Γενεσίου [Γενέσιον (Δαλαμανάρα) (260), Κουρτάκι (200), Πυργέλα (117), Λάλουκα (140)] και Ιπποφορβείον, Πυριτοποιείον, Σιδηρουργείον, Κόκλα, Καλαμανή, Λέρνη ή Μύλοι.

Ο Δήμος Γενεσίου σχηματίσθηκε με το Β. Δ. της 28ης Απριλίου (10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ’ τάξη, με πληθυσμό 717 κατοίκους και έδρα το Γενέσιον (Δαλαμανάρα). Ο δημότης ονομά­σθηκε Γενέσιος. Το όνομα του δήμου προήλθε από «… τόπο παραθαλάσσιο ονομαζόμενο Γεννέσιον, μεταξύ της Λέρνης και των Αποβάθμων… όπου υπήρχε και μικρός ναός του Ποσειδώνος επί της θαλάσσης..». (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνι­κά», τ. Β’, σελ. 228).

 

Ο πληθυσμός που συνοδεύει τα χωριά και τους συνοικισμούς των δήμων Τημενίου και Γενεσίου, αφορά το χρόνο σχηματισμού τους (1834).

 

Κυριάκος Κατσαρός

Οικονομολόγος υπ. Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Τρύφων Κωστόπουλος

Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας 

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 
 
 
Υποσημειώσεις

[1] βλ.  Κοσμάς Ψυχοπαίδης, «Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πολιτικός θεσμός», Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεύχος 6/1982.

[2] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συνεισφορά της πολιτικής μεταρρύθμισης του Κλεισθένη του Αθηναίου εις τον σχηματισμό του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979.

[3] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συμβολή του Βυζαντίου στη δυτική αναγέννηση και στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα  -Κομοτηνή, 1980.[4] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982.

[5] Θεόδωρου Θεοδώρου, Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1995, σελ. 19.

[6] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα -Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982. σελ. 30.

[7] Γιώργος  Κοντογιώργης, ο.π. σελ. 30

[8] Γιώργος Κοντογιώργης ο.π. σελ. 185-191.

[9] Θεόδωρου Θεοδώρου, ο. π. σελ. 20.

[10] Τριμελές Συμβούλιο Αντιβασιλείας, του Όθωνα, το οποίο το αποτελούσαν, ο κόμης Joseph von Armansperg  ως πρόεδρος, ο καθηγητής  Ludwig von Maurer, και ο αντιστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Ο βασιλιάς και οι αντιβασιλείς αποβιβάσθηκαν στο Ναύπλιο τον Φεβρουάριο 1833.

[11] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας, «Παρελθόν και μέλλον των συνενώσεων ΟΤΑ στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκδ. ΚΕΔΚΕ τεύχος 92/1997.

[12] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας ο.π.

[13] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[14] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 16.

[15] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 14.

[16] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[17] Ελευθέριος Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα, 1994, σελ. 256

[18] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 257.

[19] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 264.

 

 



Read Full Post »