Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)


 

Η Μονή του Οσίου ή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου κατέχει για την τοπική ευλάβεια μια ιδιαίτερη θέση. Η ίδρυσή της δεν αποδίδεται σε κοινό θνητό ή απλό ιερωμένο, αλλά σ’ ένα άσημο ως τότε μοναχό, που ήρθε νέος από την Αθήνα, γύρω στο 880, άγιασε και πέθανε σ’ αυτόν τον τόπο, αφήνοντας κατά την παράδοση, τη μνήμη της χριστιανικής του ζωής και των θαυμάτων του.

 Μαζί με το σύγχρονό του Άγιο Πέτρο – Επίσκοπο του Άργους – ο Όσιος Θεοδόσιος διασφαλίζει για τους ντόπιους την προσέγγιση προς ένα δικό τους μεσολαβητή: τη σιγουριά που προσφέρει στην πίστη ο τοπικός Άγιος. Προνομιούχα από θέση και θέα η Μονή, προβάλλεται στον επισκέπτη στο τέρμα ενός βατού χωματόδρομου, τέσσερα μόνο χλμ. από το χωριό Παναρίτη – 14 περίπου χλμ. τόσο από το Άργος όσο και από το Ναύπλιο.

 

Μονή του Αγίου Θεοδοσίου – Πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

  

Εντυπω­σιακό – με τις νεότερες προσθήκες – το χτιριακό της συγκρότημα φανερώνεται φωτεινό μέσα από ένα σκιερό σύδεντρο και δεσπόζει πάνω από μαλακούς καλλίγραμμους λόφους στ’ ανατολικά του Αργολικού κάμπου. Έχοντας ανεμπόδιστα εμπρός όλη την πεδινή έκταση με την καλλιεργημένη της συμμετρία, μέχρι το Άργος και ως τις οροσειρές της δύσης, που φράζουν το τοπίο και το Νομό, το Μοναστήρι ζυγιάζεται μετωπικά: μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση από τρεις ναούς, κελλιά και ξενώνες.

Πρόλογος του Αγίου Θεοδοσίου, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, χτισμένο σε ύψωμα, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής, είναι η «Συνάντησις». Αφιέρωμα στη μνήμη της πρώτης συνάντησης του Επισκόπου του Άργους Πέτρου και του Οσίου Θεοδοσίου – στον ίδιο τόπο που κατά την παράδοση πραγματοποιήθηκε. Εδώ, προϋπάντησε τον Άγιο ο Όσιος, κρατώντας για θυμιατό στα χέρια το σκούφο του με κάρβουνα αναμμένα χωρίς να καίγεται – πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση. Η μνήμη του συμβάντος γιορτάζεται από το 1956, την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους ένα προσκυνητάρι. Όλος ο λόφος, με σκάλες, τοίχους, κολονάκια, αψίδες, προσκυνητάρια και ναό, μοιάζει παραφορτωμένος, δίχως βάρος καλαισθησίας.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Εμπρός από την κεντρική είσοδο της Μονής, μια φυσική πλατεία προστατευμένη βορειοδυτικά από λόφους, ισκιασμένη από ψηλόκορμη λεύκα και πυκνόφυλλες χαρουπιές, δροσερό καλωσόρισμα το καλοκαίρι, απάγγιο ζεστό το χειμώνα, προδιαθέτει εγκάρδια και εξουδετερώνει την ψυχρότητα, που αναδίνουν πάντα τα νεόχτιστα και τα επιδιορθωμένα χτίρια. Έτσι κάτω από τα φυλλώματα πρωτοπαρουσιάζεται σαν καλλιγραφημένη ζωγραφιά το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου – δεξιά και πριν από την πύλη.

Πρώτος πυρήνας της Μονής, λέγεται πως χτίστηκε από τον Όσιο Θεοδόσιο: απ’ αυτό το εκκλησάκι εκπορεύτηκε η ακτινοβολία και η επιρροή, που άσκησε στους ντόπιους σαν άγιος «θαυματουργός και ιαματικός». Οι διαστάσεις του τώρα είναι 3,15 Χ 2,90 μ. και οι διάφορες ανακαινίσεις έχουν καλύψει τη μορφή, που θα είχε στις αρχές του 10ου αιώνα. Ανθισμένο προαύλιο και τοίχοι γύρω το απομονώνουν, μέσα στο χαμηλότερο επίπεδό του. Κοντά του μαστορεμένη επί Τουρκοκρατίας μια κρήνη γραφική, στερεμένη, μαρτυράει την ύπαρξη νερού – πρωταρχικό στοιχείο για την ίδρυση μοναστηριού. (Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το 1946 εργάτες, σκάβοντας, βρήκαν έξω από τον περίβολο της Μονής και προς Ν χτιστό πηγάδι με θαυμάσιο νερό πηγής: απ’ αυτό υδρεύεται η Μονή τώρα).

Πάνω από τον Τίμιο Πρόδρομο και στο πέρασμα πάντα προς την κεντρική είσοδο, δεξιά, είναι ο τάφος του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντη (1874-1942) ευεργέτη και ανακαινιστή της Μονής, που βοήθησε στη μετατροπή της το 1942, σε ανεξάρτητη γυναικεία. Έμμετρη επιγραφή σε πλάκα μαρμάρινη (0,50×0,90) είναι εντοιχισμένη αριστερά από την πύλη.

 

ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΟΤΕ ΜΟΝΗΝ ΘΕΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΕΝ ΤΗ ΠΑΡΟΔΩ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΗΝ ΕΛΘΟΥΣΑΝ

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ ΘΑΛΛΟΥΣΑΝ Ω ΞΕΝΕ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΣΑΝ

ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΜΝΗΣΩ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΤΗΝ Δ’ ΟΥΤΟΣ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΝ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΙΝΑ ΠΑΝΤΙ ΕΥΚΛΕΗΣ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΕΝΝΕΑΚΟΣΤΩ (sic) 

ΤΕΣΣΕΡΑΚΟΣΤΩ ΜΗΝΙ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ

 

(Η συγκινητική αφέλεια των απλοϊκών στίχων της επιγραφής θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην κρίση του μέλλοντος χρόνου, για τους επισκέπτες που θάρθουν να την διαβάσουν π.χ. ύστερα από δυο αιώνες. Γιατί όσο ο ιστορικός προβολέας φωτίζει μακρινότερες αποστάσεις, τόσο η αλήθεια των συμβάντων έρχεται και μεγεθύνεται σαν σημασία. Πόσες ανορθόγραφες κτιτορικές επιγραφές στέκονται πολύτιμες περγαμηνές και φωτίζουν με την ταπεινή ιστόρη­σή τους την αναζήτησή μας, μέσα σε σκοτεινές πτυχές του φευγάτου χρόνου).

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και ο τάφος του Μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου Β΄( Δεληγιαννόπουλου), μετά από δική του επιθυμία. Εις μνήμή του υπάρχει και η προτομή του.  Ο Χρυσόστομος Β΄απεδήμησε εις Κύριον στις 4 Ιουλίου του 1985, μετά από οξύ έμφραγμα.

Υφαντήριο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Πριν διαβούμε την κεντρική θύρα και τα έντεκα σκαλοπάτια της, δεξιά μέσα στο προαύλιο, μια μικρή πόρτα μας φέρνει στο εργαστήριο (υφαντήριο) των καλογραιών: εκεί και οι εργαλειοί τους, μια από τις πιο λειτουργικές απασχολήσεις της γυναικείας μοναστικής ζωής.

Το αίθριο ενός μοναστηριού, ο περιφραγμένος εσωτερικός υπαίθριος χώρος, αυτός που δημιουργείται γύρω από το καθολικό του, τον κύριο ναό του δηλαδή, και από τα χτίρια που τον περιβάλλουν, αυτή η ίδια του η αυλή, κλείνει την εσωτερική του μορφή: την καρδιά του μοναστικού χώρου. Σε πολλά μοναστήρια αναδίνει μια βαθιά ψυχικότητα – στα γερασμένα χαρακτηριστικά της αυτή η μορφή κρατάει τα χνάρια του καιρού που πέρασε.

Η αυλή του Αγίου Θεοδοσίου παλιά είταν πλακόστρω­τη. Το 1970, με όλο το τσιμεντάρισμά της, βαστούσε ακόμη τις νοικοκυρεμένες της διαστάσεις. Απλωνόταν ηλιόλουστη και ανθισμένη μπροστά απ’ το παλιό χτίριο των κελλιών, από τους βοηθητικούς χώρους, στο ίδιο επίπεδο με τις πόρτες τους και ερχόταν και αγκάλιαζε το καθολικό (δισυπόστατος εδώ ο ναός), στολίζοντάς το μ’ ένα φροντισμένο κηπάκι. Από το 1973 το ανατολικό μέρος της αυλής, που είχε φυσικό τείχος το βουναλάκι πίσω, σκάφτηκε βαθειά και εκεί σ’ όλο το μήκος υψώθηκαν τα νέα κελλιά. Η μορφή του αίθριου άλλαξε, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν, το νέο χτίριο με το μέγεθος και το ανυψωμένο του επίπεδο δεσπόζει: ισόγειο ταπεινό απέναντί του το παλιό, των πρώτων 11-12 κελλιών. Κι’ ανάμεσά τους, οι δυο μικροί ναοί μ’ όλη την ανακαίνισή τους, διατηρούν τις μετρημένες αναλογίες της βυζαντινής καταγωγής τους.

Ο πρώτος προς Β είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση, ο δεύτερος, κύριος και μεγαλύτερος, στον Άγιο Θεοδόσιο. Οι δυο ναοί, ενωμένοι, στέκονται σε ψηλότερο από την αυλή επίπεδο – αριστερά στον εισερχόμενο. Στον κοινό τους πρόναο οδηγούν τέσσερα σκαλιά. Από εκεί, άλλα τέσσερα σκαλοπάτια φέρνουν εμπρός στις ομοιόμορφες ξυλόθυρές τους (1,20×2,50). Πάνω από τη θύρα του Αγίου Θεοδοσί­ου, μια εντοιχισμένη πλάκα (0,40X0,60) έχει ανάγλυφο σταυρό. Και οι δυο ναοί, κεραμοσκέπαστοι με τρούλλους, παρουσιάζουν διαφορές αρχιτεκτονικές. Ο οκτάγωνος τρούλλος του Αγίου Θεοδοσίου – με τα οκτώ του φωτιστικά ανοίγματα – ανέρχεται μέσα από την τετράγωνη σε σχήμα σκεπή του, σαν τύμβος. Ενώ ο τρούλλος της Μεταμορφώσε­ως, με τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα, είναι χαμηλότερος και κυκλικός.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Εσωτερικά ο ναός του Αγίου Θεοδοσίου έχει μήκος 5 μέτρα και πλάτος 2,80. Ο τρούλλος του στηρίζεται σε δυο πεσσούς: αυτοί χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα. Και σε μια αψίδα που διαχωρίζει τον ναό από τον νάρθηκα. Η κεντρική προς Δ θύρα, μια άλλη προς τη νότια πλευρά και τα παραθυράκια του τρούλλου φωτίζουν το μικρό χώρο. Ακόμη και τα ανοίγματα του ναού της Μεταμορφώσεως προσθέτουν φως. Γιατί ο κοινός τοίχος των δυο ναών σχηματίζεται με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα. Τα δυο του τόξα (το ένα 1,90, το άλλο 1,05μ.) επιτρέπουν όχι μόνον την επικοινωνία αλλά και τον αλληλοφωτισμό, δίνοντάς τους συγχρόνως και όψη δισυπόστατου ναού.

Του Αγίου Θεοδοσίου έχει σύγχρονη αγιογράφηση. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιότερη, είταν ο Παντοκράτορας που κατάπεσε με την τελευταία ανακαίνιση. Αγιογραφημένος πολύ αργότερα από το χτίσμα (και πιθανόν πάνω σε προγενέστερη εικόνα), εικονιζόταν μέσα σε νέφη, με την επιγραφή «ο Κύριος Πάντων» και με ανοιχτό ευαγγέλιο, όπου υπήρχε με μικρογράμματη γραφή γραμμένο, ένα ιερό κείμενο. [i]

Από γραφτές μαρτυρίες [ii] φαίνεται ότι και οι δυο ναοί είταν αγιογραφημένοι. Αλλά χρόνος και εγκατάλειψη, ευπρεπισμός και άσπρισμα, επιδιόρθωση και ανακαίνιση, είναι μερικοί από τους κινδύνους, που έχουν καταστρέψει και απειλούν τις παλιές αγιογραφίες. Τώρα από το 1968, ο Άγιος Θεοδόσιος και η Μεταμόρφωση είναι αγιογραφημένοι από δυο σύγχρονους ζωγράφους, κατά τη βυζαντινή αντίληψη που τη διαχωρίζει η προσωπικότητα του καθενός. Η κτιτορική επιγραφή (1,10 X 0,35 μ) «εφ’ υγροίς» στο υπέρθυρο, διαβάζεται:

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ

 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ

 ΜΟΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΤΑΚΗ Β. ΠΑΡΛΑΒΑΝΤΖΑ ΚΑΙ ΜΑ­ΡΙΑΣ Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1966

 ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

 

Ο ναός της Μεταμορφώσεως έχει εσωτερικές διαστάσεις 2,80 X 5μ. Έχει μαρμάρινο τέμπλο. Μέχρι το ύψος 1,40 στους τοίχους, φέρει ορθομαρμαρώσεις. Από κει και πάνω είναι κατάγραφος. Στο υπέρθυρο επιγραφή (0,12 Χ 0,40) αναγράφει το δωρητή των διακοσμήσεων:

ΔΩΡΕΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ΧΛΙΑΠΑ

Η θύρα, το τοξωτό παράθυρο της βόριας πλευράς και τα τέσσερα του τρούλλου, φωτίζουν το ναό.

Στην αντικατάσταση του δαπέδου των δυο ναών – το 1964 – βρέθηκε τάφος παλιός, με οστά. Θεωρήθηκαν από τις Αδελφές της Μονής σαν τα οστά του Αγίου Θεοδοσίου, καθώς υπήρχε παράδοση, ότι ευλαβείς χριστιανοί τα είχαν μεταφέρει και κρύψει εκεί. Τώρα φυλάγονται σε αργυρόγλυπτη θήκη – τάμα Ναυπλιώτισας – μέσα στο ναό του Αγίου Θεοδοσίου. Σ’ ένα άλλο τάφο βρέθηκε επίσης ένας σκελετός μ’ ένα ζωνάρι καλά διατηρημένο. Θεωρήθηκε, ζωνάρι του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Αγία Μονή Ναυπλί­ου κι’ από εκεί χάθηκαν τα ίχνη του.

Πάνω από τη σκεπή του κοινού πρόναου, μεγάλη εικόνα του Οσίου. Στη ΝΔ γωνία, ένα μικρό μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Οι δυο αυτοί ναοί της Μονής χαρακτηρίζονται αρχαιότεροι από τους άλλους του 12ου αιώνα της Αργολί­δος: Χώνικα, Μέρμπακα και Αγίας Μονής.

Νότια και έξω από τον περίβολο, υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι και ένας φούρνος. Τριγύρω πεταμένα εδώ και κει διάφορα μέλη αρχιτεκτονικά αρχαίου χτίσμα­τος – ίσως ιερού – θωράκια, κιονίσκοι κ.ά. Τα μονοπάτια είναι ακόμη, σπαρμένα με λείψανα θαλάσσιας ζωής – αχιβάδες, πεταλίδες, όστρακα. Είναι γνωστό ότι εκατομμύρια χρόνια πίσω, στις κοσμογονικές διαμορφώσεις του ελληνικού χώρου, η θάλασσα είχε καλύψει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλί­ου αποτελούσαν νήσους… Αργότερα οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολική πεδιάδα, χώρα ποταμογενή.

Το μονοπάτι μας κατευθύνει, μαλακό κι’ ευκολοπερπάτητο πάντα κατά τα νότια της Μονής, όπου η Σκήτη: το πρώτο καταφύγιο του μοναχού Θεοδοσίου στην Αργολίδα. Το μέρος και τώρα, ύστερα από 1100 χρόνια, είναι μοναχιασμένο, κρυφό κι’ απάνεμο. Τα δέντρα του, πορτοκαλιές κι’ άλλα καρποφόρα, καρπίζουν πρώιμα. Και το κυπαρίσσι του, μοναδικό στην πυκνότητά του, υψώνεται σα δέηση ευχαριστίας στο γαλάζιο και σημαδεύει τούτη την ευλογημένη μικρή ρεματιά. Μέσα σ’ ένα φυσικό κοίλωμα της πλαγιάς της, είναι η Σκήτη: 7×2,50 οι πλευρές και το ύψος 2,40 μέτρα. Η απλότητα και η φυσικότητα της κρύπτης εκείνου του φτωχού ερημίτη έχουν καλυφθεί από τους μετασχηματισμούς, που η ευλάβεια έδωσε κατά καιρούς. Μαρμαρένιος τώρα ναΐσκος με επιδεικτική διακόσμηση και ψυχρή τεχνική σύγχρονων υλικών, αφιερωμένος στο όνομα του Τιμίου Σταυρού – δαπάνη του Μητροπολίτου Χρυσόστομου Β’ Αργολίδος – τιμά την ευλαβική μνήμη, αλλά δεν ενθαρρύνει καθόλου την φαντασία σ’ ένα ταξίδι ταπεινής κατάνυξης.

Η Μονή είναι κοινοβιακή. Το πώς είναι γυναικεία, το μαρτυράει στην πρώτη ματιά, η φροντισμένη όψη, η καθαριότητα, η φιλανθία, η ανακαινιστική και η διακοσμητική διάθεση και προπαντός το δημιουργικό πάθος με τις μεγα­λόσχημες επιτεύξεις.

Για τη θεμελίωση και αποπεράτωση των νέων μεγαλόπρεπων κελλιών χρειάστηκε φυσικά ο υλικός πρώτος πυρήνας: το κληροδότημα της αδελφής Τιμοθέας Μπενιά, που άφησε στη Μονή πεθαίνοντας το πατρικό της σπίτι στον Πειραιά. (Ένα εκατομμύριο δραχμές σε αντιπαροχή και δυο καταστήματα πήρε ή Μονή). Χρειάστηκαν ακόμη και 750.000 δραχμές: τις απέδωσε ένας έρανος γεμάτος ζήλο, που οργάνωσε η Μητρόπολη Αργολίδος.

Χρειάστηκε, ακόμη περισσότερο, εκείνη η γεμάτη έξαρση προσφορά των καλογραιών, η επίπονη σωματική εργασία – τις παρακολουθήσαμε να κουβαλούν τα μπάζα ακαταπόνητες – η πεισματική επιμονή που ξεπερνάει κάθε γυναικεία αντοχή, φτάνει να φέρει σε πέρας το έργο. (Αξιοθαύμαστη όσο και καταλυτική δύναμη του γυναικείου μοναχισμού – πολλές φορές εξαφανίστηκε το παλιό, άξιο να μείνει «διατηρητέο», σχήμα των χτισμάτων για να θαφτεί κάτω από το αδόκιμο η και ακαλαίσθητο καινούριο. Αυτή η δύναμη θα μας απασχολήσει κι’ αλλού και ως προς τη λειτουργική ωφελιμότητα ή όχι των δημιουργημάτων της και σαν ψυχολογικό φαινόμενο).

Στο φούρνο, για τον άρτο τον επιούσιο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Ηγουμένη της Μονής Αγίου Θεοδοσίου είναι η Θεοδώ­ρα Χαμπάκη [1970] από την Αθήνα, με μόρφωση και συγγραφική ικανότητα. Την αδελφότητα αποτελούν οι μοναχές: Ολυμπιάς, Θεοδοσία, Ειρήνη, Φρειδερίκη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή στα τέλη του 1969. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Φοίβη Κωνσταντινίδου. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα επτά (17).

Μικρή περιουσία κτηματική, ο οβολός των πιστών, συμπληρώνουν με το κληροδότημα εκείνο τα έσοδα της Μονής. Τα πανηγύρια επίσης βοηθούν. Γιορτάζουν του Σωτήρος, τις 6 και 7 Αυγούστου. (Περιουσία φαίνεται να μην είχε ή τουλάχιστον να μην της είχε απομείνει γύρω στο 1835. Σε επίσημη κατάσταση καταγράφεται στα διαλυμένα μοναστήρια. Το ποσόν που εισπράχθηκε από τις ενοικιάσεις των κτημάτων του είναι μικρότερο απ’ όλων των άλλων μοναστηριών: 144 δρχ. Τα ελαιόδενδρά του είχαν «συνενοικιασθεί» από τον ηγούμενο). [iii] Σε άλλη κατάσταση καταγράφεται: το Μοναστήριον Αγίου Θεοδοσίου του χωρίου Παναρίτι της Επαρχίας Ναυπλίας έχει: Πατέρες 1, Καλλιεργημένη γη κατά στρέμματα 350, ακαλλιέργητος 350, ελαιόδενδρα 80, Κήποι 1, ετήσιον κύριον εισόδημα εις δραχμάς 200.

Αλλά και ακόμη νωρίτερα φαίνεται ότι είναι φτωχό και ρημαγμένο: «Επιστολή από α’ Μαΐου αωιγ (1817) του Ναυπλίου (Μητροπολίτου) Γρηγορίου προς τον Δ. Περούκαν εις Κ/πολιν, δι’ ής γράφει, ότι…

 

«Το μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου εις το Ανάπλι και εις χωρίον Κατσίγκρι έκπαλαι ευρίσκεται υπό την εξουσίαν των κατά καιρόν αρχιερέων… και έμεινεν ανεπιμέλητον και απροστάτευτον τοσαύτα έτη και κατεπατήθη υπό των γειτνιαζόντων εκεί ολίγον κατ’ ολίγον… ήδη εσηκώθη ένας επικατάρατος μεϊμέταγας Κακουτάκης λεγόμενος και ζητεί να καταπάτηση τον ήμισυν τόπον του μοναστηρίου ήμερον και άγριον… και (τω γρά­φει) να ερευνήσει εις τον Βασιλικόν χασνέ τα πρώτα συναίτια όπου έγινε φέτι ο Μωρέας, όπου είναι καταγραμ­μένα όλα τα σύνορα του κάθε τόπου και εκεί να εύρη τω μοναστήριον του Αγίου Θεοδοσίου, καζάς Ναυπλίου πλησί­ον του χωρίου Κατσίγκρι και από αυτό το μέρος να μας ευγάλη ένα σουρέτι δευτέρι να φανερώνη καταλεπτώς τα σύνορα του μοναστηρίου καθώς είναι και παλαιόθεν κατα­γραμμένα και να φροντίση (μετά τούτο) να έκδοθή και ο βασιλικός προσκυνητικός ορισμός περί τούτου…. και αναπαρακαλώ γίνουν αυτά όσον τάχος.. Γράφω περί τούτου και προς τον έφορόν μου άγιον Εφέσου, όπως φροντίση και η σεβασμιότης του… Ευχέτης διάπυρος και όλος πρόθυμος, Ο Ναυπλίου Γρηγόριος».[iv]

 

Το μοναστήρι συνέχισε τη ζωή του, πιθανόν με διακοπές λειτουργίας. Γιατί το 1833 – σύμφωνα με το Νόμο περί Δήμων 27/12/1833 – η Μονή είχε 12 οικογένειες και 50 κατοίκους. Από αναφορά του μητροπολίτου Αργολίδος Κυρίλλου προς την Ι. Σ. (13.3.1834), φαίνεται πως της έχει μείνει ένας μόνο μοναχός «εκ Πριέλας» (Πυργέλλας) και ότι είχε περιουσία 200 στρέμματα καλλιεργήσιμα, 80 ελιές και 1500 στρέμματα βοσκότοπους.

Το 1835 η περιουσία της εκποιείται και περιέρχεται στο κράτος. Το 1885 ο Μηλιαράκης την βρίσκει ερειπωμένη. [v] Το 1904 εξακολουθεί να είναι «διαλελυμένη», όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Μητροπολίτου Αργολίδος Νικάνδρου. Το 1952 (Απόφασις Υπ. παιδείας 23243/6.2.1952), η Μονή χαρακτηρίζε­ται «διατηρητέον μνημείον».

Για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Θεοδοσίου έχει γράψει ο Νικόλαος Μαλαξός, που στάθηκε Πρωτοπαππάς στην τελευταία τριετία της Α’ Ενετικής Κυριαρχίας στο Ναύπλιο, 1538-1540. Γιος του ιερέα Σταυράκη, παντρεμέ­νος με κόρη ιερέα, ευγενής, πλούσιος και μορφωμένος, προικισμένος με δυνατό συγγραφικό ταλέντο και ρητορία – ιεροκήρυκας – γεννημένος στο Ναύπλιο, φίλος των Ενετών, έζησε στη Βενετία, Κρήτη και Ζάκυνθο όπου και πέθανε πριν το 1594. Συνέθεσε ακολουθίες, μεγαλυνάρια, τροπάρια, βίους αγίων. Έγραψε: «Βίος και θαύματα του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και Ιαματικού Θεοδοσίου, γεννηθέντος κατά το ΩΞΒ’ – 862 – έτος από Χριστού, συγγραφείς παρά του ιερού Νικολάου Μαλαξού και πρωτοπαπά της πόλεως Ναυπλίου».

Το κείμενο αυτό υπάρχει [vi] σε έκδοση του 1803 του Ελληνικού Τυπογραφείου της Βενετίας, Νέον Εκλόγιον με βίους 36 Αγίων και Οσίων από το 66 μ.Χ. μέχρι το 1686 και στις σελίδες 183-192. Σ’ αυτό το κείμενο του Μαλαξού εξαίρονται τα πολλά θαύματα του Οσίου, μερικά τα έζησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Έναν αιώνα σχεδόν πριν από το κείμενο του Μαλαξού, το 1480, η Μονή αναφέρεται σε ενετικό έγγραφο. [vii]

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


 [i] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, Τομ. Β’, Άργος 1961, σ. 17.

 [ii] Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά Σημειώματα, Αθήναι 1953, σ. 161.

 [iii] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων 1835, αύξων αριθμός 5.

[iv] Γ.Α.Κ. Μοναστηριακά, φακ. 227, Μονή Αγ. Θεοδοσίου.

[v] Αντωνίου Μηλιαράκη, Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολί­δος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886.

[vi] Διον. Κ. Στραβολέμου: Ο θεοφόρος και ιαματικός Θεοδόσιος, Αθήναι 1974, σ. 27.

[vii] Κ. Ν. Σάθα – Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Δ, Paris 1883, σ. 144.

 

Πηγές


  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  
  • Ιστότοπος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης

 

  

Το προσκύνημα στους Αγίους Αναργύρους, το γραφικό Μοναστήρι της Ερμιόνης, για όλους τους πιστούς της περιοχής, μαζί με τη θρησκευτική του ιερότητα, πρόσφερε και τη θεραπευτική του ωφέλεια. Τα νερά της πηγής του φημίζονταν πάντα για ιαματικά. Γιατρεύουν την ψαμμίαση, τη λιθίαση, κάθε νόσημα του ήπατος, της σπλήνας και των νεφρών. Μια πολύτιμη ιδιότητα που εκπορεύεται μέσα από τα έγκατα της γης, χρόνια και χρόνια τώρα, από την ελληνική αρχαιότητα ακόμη. Δεν είναι δύσκολο να συνδέσει κανείς τα προσκυνήματα και τις εκατονταετίες, σε μια μακριά αλυσίδα ευλάβειας και πίστης προς την ιαματική δύναμη του Θεού. Από τον Ασκληπιό ως τους Αγίους Αναργύρους, μια ατέλειωτη σειρά ανθρώπινων καημών, που οδεύει προς τη μεγάλη ελπίδα της ζωής. Και δεν είναι αβάσιμη η υπόθεση, πως σε ναό του Ασκληπιού επάνω, θα πρωτοχτίστηκαν οι Άγιοι Ανάργυροι, που συνεχίζουν με την ιδιότητά τους των θεραπευτών την παράδοση. (Ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ. αναφέρει Ασκληπιείο της Αλίκης – Αλιείς ή Χώρα των Αλιέων – της αρχαίας πολιτείας της χτισμένης στη νότια πλευρά του λιμένα Πορτοχέλι).

 

Το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, πάνω από το γαλήνιο κόλπο της Ερμιόνης - Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Περιγράφοντας όμως ο Παυσανίας τα ιερά της Ερμιόνης δεν αναφέρει κοντά της δικό της ναό του Ασκληπιού. Ωστόσο η Ερμιόνη, η πιο κοντινή πόλη, ζωντανή εξακολουθεί να συνεχίζει την εθνική της θρησκεία, με τα πολλά της ιερά, τους ωραίους ναούς, τα τελετουργικά της μυστήρια εκεί μέσα στο ιερό της το περίφημο, της Χθόνιας Δήμητρας – κοντά το χάσμα της γης απ’ όπου ο Ηρακλής έφερε από τον Άδη τον Κέρβερο. Όπως την είδε ο περιηγητής τη νεότερη Ερμιόνη, πάνω στο λόφο του Πρωνός, και την αρχαιότερη στην άκρη προς το Ποσείδιο, εγκαταλειμένη πια. Χίλια εφτακόσια χρόνια από τότε, η Ερμιόνη συνέχισε αδιάκοπα τη ζωή της, ακολουθώντας τη μοίρα της Αργολίδας μ’ όλες τις ξένες κυριαρχίες. Τ’ όνομά της αλλάχτηκε ύστερα από τη Φραγκοκρατία σε Καστρί: από το κάστρο της που χτίστηκε κοντά στον Άγιο Νικόλα και από πέτρες αρχαίων τειχών και χτιρίων.

Σε καίριο σημείο πάντα έζησε και πρόσφερε στο Εικοσιένα με δικούς της οπλαρχηγούς (τους Μητσαίους). Κι’ αξιώθηκε να γίνει για λίγο έδρα της πρώτης Ελληνικής Κυβερνήσεως. Υπάρχει ακόμη το σπίτι που έγινε η έναρξη της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως (11.2.1827). Τώρα και πάλι με το αρχαίο της πελασγικό όνομα, είναι μια ευχάριστη μικρή πολιτεία, με 2500 ανθρώπους, με ζωή μικτή, αγροτική-ναυτική, και με τουριστική μοίρα. Γεμάτη μνήμες της αρχαιότητας και καθαρό νησιώτικο πρόσωπο, τριγυρισμένη από διπλές θάλασσες και περιβόλια, παραστέκει το ωραίο της μοναστήρι με μιαν ευλάβεια που δεν ξεθώριασε.

Άγνωστο πότε χτίστηκε το μοναστήρι. Δεν υπάρχει μαρτυρία γραφτή να βεβαιώνει το χρόνο. Λέγεται του 11ου αι. Σύμφωνα με την παράδοση ο Δημ. Γ. Βούλγαρης, πρωθυπουργός της Ελλάδος, διαβεβαίωνε ότι είχε δει διάφορες σημειώσεις πάνω σε μεμβράνη όπου αναγραφόταν ότι η μονή είχε χτισθεί τον 11ο αι. Τις σημειώσεις αυτές είχε δείξει στο Βούλγαρη ο ηγούμενος τότε των Αγ. Αναργύρων Χατζή Μακάριος Μπουφογγέλης (1809-1825).*

Το πιο παλιό τμήμα της Μονής είναι ο ίδιος ο βυζαντινός ναός  της, με όλες τις αλλαγές, τις μετατροπές και τις επιδιορθώσεις. Μερικοί χρονολογούν τη Μονή του 14ου αι., ενώ φέρουν τα χτίσματα της του 17ου, παρ’ όλο που αναγνωρίζουν ότι τμήματα των τοιχογραφιών της έχουν αγιογραφηθεί παλιότερα.** Παλαιοχριστιανικά διακοσμητικά θέματα, σε τεμάχια, ένθετα στο εξωτερικό του ναού κι’ αλλού, είναι μια μαρτυρία για τη σύνδεση των χτισμάτων με αρχαιότερα που προϋπήρξαν στον ίδιο χώρο.

Ό,τι γνωρίζουμε για τη ζωή και τη λειτουργία των Αγίων Αναργύρων, από γραφτά στοιχεία, αρχίζει από τον 17ο αι. και εδώ. Πολύτιμη η μικρή ιστορική μελέτη του Ιωαν. Βασιλείου, που αναφέραμε, για όλη την περιοχή, και για τη Μονή των Αγίων Αναργύρων ιδιαίτερα, γιατί ο συγγραφέας, στάθηκε κοντά στα γεγονότα του περασμένου αιώνα, τόσο από διηγήσεις συγχρόνων του όσο κι’ από προσωπική επαφή με το χώρο του μοναστηριού, που μελέτησε με αγάπη και γνώση – υπήρξε νομικός. Χρησιμεύει και εδώ, στον περίπατο αυτό προς το κοντινό παρελθόν, σε ότι μπόρεσε να διευκολύνει την ένωση των πιο σημαντικών γεγονότων της ζωής αυτού του Μοναστηριού.

Η Μονή των Αγίων Αναργύρων προσελκύει και σήμερα μέγα πλήθος στα πανηγύρια της: την πρώτη Ιουλίου, την πρώτη Νοεμβρίου και στις δεκατέσσερις του ίδιου μήνα (γιορτή του Αγ. Κωνσταντίνου του Νέου της Ύδρας). Προπαντός στο καλοκαιρινό της και κύριο πανηγύρι, έρχονται από όλη την Ερμιονίδα, από τις Σπέτσες και την Ύδρα, οι πανηγυριώτες. Είναι η εποχή, είναι η θαυμάσια διαδρομή – απ’ όλες τις αφετηρίες η φύση λυρική κι’ ανάλαφρη. Είναι η ίδια η ομορφιά του Μοναστηριού, η θέα που προσφέρει. Είναι και η ακτινοβολία του.

 

Το εσωτερικό του τρισυπόστατου ναού - Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Σε καίριο σημείο, έχει γειτονικά του λιμάνια, μικρές πολιτείες και νησιά. Ναυτικός και καπεταναΐικος ο κόσμος του Κρανιδιού, της Ερμιόνης, του Πορτοχέλι, των Σπετσών και ιδιαίτερα της Ύδρας, που η ιστορία τους η εμπορική, η ναυτική, αλλά και η εθνική, είναι τόσο συνδεμένη με τη νότια άκρη της Αργολίδας, την Ερμιονίδα, σαν που είταν κομμάτια του ίδιου της του κορμιού.

Το Κρανίδι απέχει 10 χλμ. από την Ερμιόνη. Στην απόσταση αυτή, σχεδόν ανάμεσα, η Μονή των Αγίων Αναργύρων, έχει κοντά της και τα παράλια που οδηγούν στο Πορτοχέλι, το πιο ασφαλισμένο λιμάνι της Ερμιονίδας. Η Κόστα εκεί πλησίον, φέρνει εύκολα τους Σπετσιώτες. Μέχρι ακόμα και τις αρχές του 20ου αιώνα οι καπεταναίοι – προσκυνητές έφερναν τα καράβια τους, στο γειτονικό όρμο της Κουβέρτας, σαν ήθελαν να πάνε στη Μονή. Τα τάματα και τα δώρα τους πλούσια πάντα, παίρναν συχνά το δρόμο κατά κει. Στην επαφή τους με τη στεριά είχαν τους αγίους τους να καταφύγουν για κάθε φόβο και αγωνία που τους έδιναν τα ταξίδια, τόσο γεμάτα κινδύνους ιδίως πριν από το 1821. Κι’ είταν αδύνατο σ’ όλο εκείνο το γεμάτο περιπέτειες διάστημα του ξεσηκωμού, που τόσο πρόσφεραν έμποροι και ναυτικοί, Κρανιδιώτες, Ερμιονείς, Σπετσιώτες και Υδραί­οι, να μην είταν στην πρώτη χρεία το άσυλο των Αγίων Αναργύρων με την ιαματική του επί πλέον δύναμη… Στο νάρθηκα, και κάτω από την εικόνα των Αγίων Αναργύρων, πύκνωνε το πλήθος των πιστών κι’ άναβε τα καντήλια της δέησής του. Πριν από την Ερμιόνη, στη διαδρομή από Κρανίδι, μεταξύ του Προφήτη Ηλία και του λόφου των Μύλων (του Πρωνός στην αρχαιότητα), μια διακλάδωση δεξιά οδηγεί στη Μονή. Τρία χιλιόμετρα ανάμεσα από πορτοκαλιές, λεμονιές κι’ ελιές, σχεδόν κοντά στη θάλασσα, προδιαθέτουν τον επισκέ­πτη ευχάριστα. Γύρω η ανοιχτόκαρδη κι’ αρμονική φύση της Ερμιονίδας πλαισιώνει άλλωστε όλο το ταξίδι, από το Κρανίδι. Από την Ερμιόνη ένας άλλος χωματόδρομος, παραλιακός, περιτρέχει τον όρμο των Αγίων Αναργύρων (Κάπαρη) και φέρνει στη Μονή.

Το καλοζυγισμένο σύνολο που προσφέρουν όλα μαζί τα χτίριά της, καθώς αναπτύσσονται άνετα πάνω στα πρόποδα του κεδροφυτεμένου λόφου της των Αγίων Θεοδώρων, προσκαλεί χαρούμενο και φωτεινό, εναρμονισμένο στο φυσικό περιβάλλον.

Σοβαρή και καλαίσθητη η μορφή της: άσπρα ασβεστωμένα τα διώροφα χτίριά της, κεραμοσκέπαστα περιβάλλουν από νότο, δύση και βορά το ναό της, σε σχήμα Π, χωρίς από μακριά να προδίνουν σύγχρονης μορφής επεμβάσεις. Η κύρια είσοδος, στη βόρια πλευρά του περίβολου, υπόσχεται φιλοξενία και γαλήνη. Αδιατάραχτη ηρεμία γύρω της, αισιόδοξη η απομόνωσή της, γεμάτη ήχους χαρούμενους κοντινής ζωής: ήχοι των κοπαδιών, ήχοι του κάμπου, των περιβολιών κι’ οι μακρινότεροι της θάλασσας – κάπου στην απόσταση η σφυριξιά του πλοίου που φεύγει από την Ερμιόνη, για τη Μονεμβασία ή τον Πειραιά.

Ακόμη και το μικρό νεκροταφείο της Μονής βόρια, με το εκκλησάκι του Άη Βλάσση, μεταφερμένο πάνω σ’ ένα λοφίσκο, προσθέτει σε μιαν αίσθηση ασφάλειας και ηρεμίας που μεταδίδει ο χώρος των Αγίων Αναργύρων. Κάποτε ο χώρος αυτός λεγόταν Φερεμάς. «Των Αγίων Αναργύρων εις τόπον λεγόμενον Φερεμάν εις το Καστρί…» διαβάζεται σε ασημένιο παλιό Αρτοφόριο τής Μονής.

Η σιδερένια ξώπορτα ανοίγει μέσα σ’ ένα προαύλιο. Αριστερά στο διάδρομο υπάρχουν κελλιά και ξενώνες, δεξιά προς τη δύση, ένα κηπάκι και αποθήκες. Μια δεύτερη πύλη στο βάθος, η κύρια θύρα της μονής. Πάνω της υπάρχει μια μαρμάρινη πλάκα εντοιχισμένη (0,50×0,50 περίπου), με χαραγμένο σταυρό και αχρονολόγητη επιγραφή:

 ΧΡΙCΤΩ CΩΤΗΡΙ(Ω) ΚΑΙ ΤΟΙC

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙC ΑΝΑΡΓΥΡΟΙC ΕΚ

ΤΩΝ ΕΝΟΝΤΩΝ

ΕΙC CΤΑΥΡΟΠΗ

ΓΙΟΝ

Η χάραξή της έγινε πιθανόν μετά το 1700. Γνωρίζουμε από το Μεγάλο Κώδικα της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Άθω ότι η Αγίων Αναργύρων Ερμιονίδος είναι μετόχι της κατά το 17ο αι. Στην επόμενη εκατονταετία γίνεται «Πατριαρχικόν Σταυροπήγιον». Το Φεβρουάριο του 1720 επί Πατριάρχου Ιερεμία (1716-1726), αυτό το σταυροπήγιο ανανεώνε­ται.***

Νέα ανανέωσή του, επειδή είχε χαθεί στο μεταξύ το σιγίλλιο, γίνεται από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, Μάρτη του 1798, με ιδιαίτερη μεταχείριση εξ’ αιτίας των πενιχρών οικονομικών της μονής. (Το σιγίλλιο αυτό βρίσκεται στα αρχεία της Μονής Προφήτη Ηλιού του Θεσβίτου της Ύδρας).

Μέσα από το διαβατικό, θολωτό πέρασμα (4 μέτρα περίπου) οδηγείται ο επισκέπτης στο αίθριο των Αγ. Αναργύρων. Ακριβώς πάνω από την εσωτερική πύλη του διαβατικού υπάρχει πλάκα δεύτερη εντοιχισμένη (0,30 Χ 0,50), με ωραίο διακοσμητικό σταυρό και τη συνήθη γραφή: ΙΧ—ΝΚ.

Η αυλή της Μονής, με όλη την τσιμεντόστρωσή της, κρατάει κόσμιο και σοβαρό χαρακτήρα -χωρίς στολίδια ψεύτικα και άνθη υπερβολικά. Γύρω αναπτύσσονται τα χτίρια άνετα. Τα διώροφα, βόρια και πάνω από το διαβατικό κελλιά, με χαγιάτια και κληματαριές γύρω από τις πεσσοστοιχίες των ισογείων τους, καθώς και τα αντίστοιχα της νότιας απέναντι πλευράς, με το καθαρό του ασβέστη πρόσωπό τους, ζεσταίνουν νοικοκυρίστικα τον εσωτερικό χώρο, χωρίς παράτονες επιδείξεις καλαισθησίας.

Στη δυτική πλευρά τα ενώνει ένα άλλο διώροφο χτίριο, χωρίς χαγιάτια, που στεγάζει τη Βιβλιοθήκη και το Ηγουμενείο. Στην ανατολική πλευρά του αίθριου, ο ναός και πίσω του ένας μικρός κήπος. Το πράσινό του ξεκουράζει καθώς έρχεται και ενώνεται προς την ανατολή με το ανοιχτό τοπίο: τα χωράφια, τις ελιές, τα περιβόλια και τη θάλασσα, που τη χαράζει με λευκή πινελιά η άκρη Μπίστι της Ερμιόνης – το Ποσείδιον των αρχαίων.

Δυο πηγάδια με τα ιαματικά νερά τους: το ένα κοντά στο ναό, το άλλο στη ΝΔ γωνία της αυλής. Εφτά σκαλοπάτια χαμηλότερα από το επίπεδό της, βρίσκεται ο ναός των Αγίων Αναργύρων. (Ύψος που θα πήρε η αυλή, με τις προσχώσεις από υλικά στις διάφορες επισκευές και ανοικοδομήσεις των χτιρίων, μέσα στα τόσα χρόνια της ζωής του Μοναστηριού). Όλο το χτίριο του τρισυπόστατου ναού φαίνεται να ξεφεύγει από την αυστηρή λευκότητα του περιβάλλοντος. Σε χρώμα κίτρινο πορτοκαλί βαμμένοι οι τοίχοι του και η αμμοκονία τους υπογραμμισμένη με κόκκινες γραμμές, που μιμούνται ισόδομο λιθοκατασκευή, ψευτίζουν το βυζαντινό οικοδόμημα χωρίς να το ομορφαίνουν.

Στα ΝΔ του νάρθηκα ένα τετράγωνο, οκτάλοβο και χοντροκαμωμένο καμπαναριό εξαφανίζει όλα τα ανισοϋψή επίπεδα της στέγης του σταυρεπίστεγου ναού. Εντοιχισμένη και ορθογραφικά ανεπίληπτη επιγραφή, «υπογράφει» την αδικία που έγινε πάνω στο ωραίο παλιό σχήμα το 1954:

ΕΠΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ
ΘΕΚΛΗΣ ΚΑΨΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΔΑΛΛΑ

 ΚΑΙ ΕΥΠΡΑΞΙΑΣ ΦΩΤΕΙΝΑΚΗ ΕΠΕΣΚΕΥΑΣΘΗ Ο ΝΑΟΣ

 ΚΑΙ ΕΣΤΕΡΕΩΘΗ ΠΡΟΛΗΦΘΕΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΩΣ ΤΩΝ

 ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΤΟ ΚΩΔΩΝΟΣΤΑΣΙΟΝ

Μια φωτογραφία του αρχείου της Μονής μαρτυράει δυστυχώς πόσο απλά ωραίος είταν ο παλιός ναός και πόσο απέριττο το δίλοβο καμπαναριό του. Τι κρίμα που δεν είταν πάνω του χαραγμένη τούτη η απλοϊκή και ανορθόγραφη φράση, γραμμένη από τον Παπα-Καλλίνικο (ηγούμενο της Μονής) μέσα στο σημειωματάριό του όπου κρατούσε τους λογαριασμούς.

 «1756 Ιουλίου 27 ετούτω το παρόν δευτέροι ήνε του Παπακαλλινίκου και ωπηος το αποξενόσι να έχη την κατάρα του Χριστού και της Παναγίας και των Αγίων Τριακοσίων δεκοχτώ Θεοφόρων Πατέρων και Πάντων των Αγίων». Τι κρίμα που δεν γράφτηκε κι’ αλλού αυτή η φράση του ηγούμενου, που έχει σημειώσει απλά και ταπεινά τον ερχομό του στη Μονή έτσι… «1756 Ιουλίου 13 ετούτο ήλθα εγώ ο ελάχιστος..»

Το καθολικό έχει διαστάσεις 15 Χ 12,50 μ. και είναι συγκροτημένο από τρεις ενωμένους ναούς. Τον μεσαίο κύριο ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση. Το Γεννέσιο του Τιμίου Προδρόμου προς τη νότια πλευρά. Και των Αγίων Αναργύρων στη βόρια: τον αρχαιότερο από τους τρεις. Όλοι είναι σταυρεπίστεγοι. Στον κεντρικό μπροστά υπάρχει νάρθηκας. Το ιερό είναι τρίκογχο. Στη μεσαία ημιεξάγωνη κόγχη του και πάνω από τη μονόλοβη φωτιστική θυρίδα υπάρχει εντοιχισμένο επίμηκες κομμάτι μαρμάρινο με διακοσμητικό, κλαδί με φύλλα. Η κύρια είσοδος, στραμένη προς τη δύση, έχει πόρτα σιδερένια τζαμωτή· είναι τοξωτή με δυο παράθυρα, επίσης τοξωτά, ένα από κάθε πλευρά της. Πάνω από το τόξο της ένα άλλο μαρμάρινο διακοσμητικό με σταυρουλάκια. Ακόμη 5-6 ένθετα τμήματα αρχαίου χτιρίου διακοσμούν τον τοίχο, καθώς και πλάκα με παλαιοχριστιανικό διάκοσμο: πουλιά που πίνουν νερό. Όλα όμως αυτά τα στολίδια δεν ενοποιούνται πια με την ψευτοτοιχοποιΐα, που περιγράψαμε πιο πάνω.

Στο εσωτερικό ο νάρθηκας έχει μήκος 4μέτρων. Εκεί στ’ αριστερά βρίσκεται ένα μεγάλο μαρμαρένιο εικονοστάσι και η παλιά δεσποτική εικόνα των Αγίων Αναργύρων. (Εδώ μαζευόταν το πλήθος των ασθενών και των πιστών). Ο ναός έχει εσωτερικά σχήμα ελεύθερου σταυρού με θόλο. Η κάθε κεραία έχει μήκος 4μ. περίπου. Φωτίζεται με δυο μικρά τοξωτά παράθυρα στο βόριο και νότιο τύμπανο της εγκάρσιας κεραίας του σταυρού και από τις τζαμωτές θύρες που υπάρχουν και στις τρεις πλευρές του.

Ο θόλος στηρίζεται σε κοντόχρονες κολόνες. Στις επιφάνειες όλων των τοίχων – έκτος από το νότιο παρεκκλήσιο – υπάρχουν τοιχογραφίες από το ύψος 1,60μ. και πάνω. Είναι έργα του 17ου αι., πιθανόν και του 16ου. Η αγιογράφηση των Αγίων Αναργύρων φαίνεται αρχαιότερη. Στην Πλατυτέρα π.χ. μπορούμε ίσως να διακρίνουμε – αν και δεν είναι καλά διατηρημένη – στοιχεία προγενέστερης τεχνικής. Μέσα στο τέμπλο παλιές δεσποτικές εικόνες – Κοίμηση, Αγία Τριάδα, Άγιος Ιωάννης – επιμελημένης τεχνικής, από τις πιο παλιές της Μονής.

 

Η Πλατυτέρα, 17ος αιώνας.

 

Επίχρυσο, καρυδένιο, καλοδουλεμένο το τέμπλο. Στο μέσον η επιγραφή: «1711 Ιουνίου 10 Ετελιόθι το παρόν ΗΓΌΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΑΓΟΡΑΤΟΥ». Νεότερο απόκτημα ο πελώριος αγιορίτικου τύπου πολυέλαιος με τους δικέφαλους και τα χρωματιστά εικονί­δια των αγίων.

Η βιβλιοθήκη μέσα στο χτίριο της δυτικής πτέρυγας έχει στην είσοδό της εσωτερικά ένα ενετικό λιοντάρι, ξύλινο, επίχρυσο κι’ ολόγλυφο, καθώς και μια παλιά λιθογραφία του Μ. Σπηλαίου. Στην αίθουσα της εικόνες επισκόπων. Η βιβλιοθήκη, που υπήρξε έργο του ηγούμενου Δωρόθεου Δακουντρέ (1864-1888) και πλουτίσθηκε με την προσφορά του Μητροπολίτη Ύδρας Καραμάνου, έχει 1700 τόμους με θρησκευτικό και ιστορικό περιεχόμενο. (Υπάρχουν εκεί τα άμφια και το κανοκιάλι του Καραμάνου). Στ’ αρχεία της Μονής σώζεται το σημειωματάριο του Παπακαλλίνικου (1756-1764), σε χοντρό, σα μεμβράνη χαρτί.

Επίσης το σημειωματάριο του ηγούμενου Χατζή Γρηγόρη Μαρτσέλου (1829-1866), που γράφονται οι λογα­ριασμοί ως το 1856. Ακόμη ένα δισέλιδο χειρόγραφο σε μεμβράνη, με ερμηνεία περικοπών από το Ευαγγέλιο κ.ά. Και ο μεγάλος κώδικας της Μονής, δημιούργημα του Δακουντρέ, όπου καταγράφονται τα όρια της Μονής. Υπάρχει ακόμη η χημική ανάλυση του καθηγητή Ξ. Λάντερερ, του 1860, για το νερό της πηγής της.

Η δράση της Μονής και η άνθησή της υπήρξε έργο ορισμένων ηγουμένων, που η προσωπικότητά τους έδωσε ανάστημα στο ηθικό περιεχόμενο του πραγματικού προορισμού της. Η δραστηριότητά τους, δραστηριότητα και της Μονής, υπήρξε κοινωνική. Ειρηνική και φιλανθρωπική η ακτινοβολία, αλλά και η ενέργειά της. Γιατί αν οι άξιοι ηγούμενοι της Μονής δεν δόθηκαν σ’ ένα αγωνιστικό αγώνα, όπως άλλων μοναστηριών, προσφέρθηκαν στην πατρίδα τους αγαπώντας και βοηθώντας τον «πάσχοντα».

Μέσα από τα ίδια τα έργα τους – όσα μνημονεύονται – κι’ από την παράδοση, παρακολουθούμε πόσο δικαίωσαν την ίδια τη φήμη του Μοναστηριού. Το τέμπλο, στην ηγουμενία του Μακάριου Αγοράτου, έργο αξιομνημόνευτο, μαρτυράει και την άνθηση της Μονής, στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1756, ο γνωστός μας Παπακαλλίνικος λογαριάζει τα πλούσια βοσκήματά της και γράφει: 1756 απριλίου πρώτη. Θύμηση Γράφω πως επήγαμε και εμετρήσαμε τα γίδια και ευγήκανε του Μοναστηριού νέτο 1159 και κάνουν νόμιστρο μικρό ρλ.25.

Ο ηγούμενος ύστερα Χατζημακάριος Μπουφογγέλης, φίλος του Δ. Βούλγαρη και με την ένθερμη ενίσχυσή του, βοηθάει σε πολλά έργα και στην ανάπτυξη της Μονής, μεταξύ 1809 και 1825. Με το θάνατό του και ως το 1829 η Μονή ερήμωσε. Ο ερχομός όμως τότε του Χατζή Γρηγόρη, (ηγούμενος από το 1829 ως το 1862) έδωσε στη Μονή σχεδόν σαράντα χρόνια ζωντάνιας και ακμής: της χάρισε και τη φήμη του φιλάνθρωπου μοναστηριού.

Γεμάτος απλή καλοσύνη ο ηγούμενός της, με ένα μουλάρι που έφτασε σαράντα χρονών, ένα καλόγερο συμβουλάτορα και συνεργάτη του το γέρο Ιωσήφ Καλαρά, και οι τρεις μαζί τριγύριζαν και μοίραζαν στους φτωχούς της Ερμιόνης και του Κρανιδιού, όλα τα φιλέματα των προκρίτων και των καπεταναίων. Συγχρόνως ακούραστος, φρόντισε και την κτηματική περιουσία της Μονής, φυτεύοντας ελιές και τα φημισμένα στην περιοχή αμπέλια της.

Σε πίνακα των Μονών Αργολίδος (Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ερμιονίς 2) καταγράφονται τούτα: Πατέρες 4, υπηρέτες 11, καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 1280, αμπελώνες 32, ελαιόδενδρα 496, περιβόλι 1, κήποι 3, ελαιοτριβείο 1, γίδια 480, νομαδικά 50, φορτηγά 6, μελίσσια 39 και 200 οκ. χαλκό. Ετήσιον εισόδημα 11.000 δρχ. Η οικοδομή περιέχουσα 15 δωμάτια είναι σεσαθρωμένη και χρήζει επισκευών.

Φαίνεται έτσι η καλή της περιουσιακή κατάσταση, αλλά και ο μικρός αριθμός μοναχών. Το 1835 καταγράφεται στα διαλυθέντα μοναστήρια με ποσά 8411,92 και 3705,44 και τη σημείωση: « ο ελαιών ενοικιάσθη παρά του ηγουμένου αλλ’ έμεινε δια τον Αύγουστο». (Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Πίναξ των συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 11).

Φαίνεται όμως ότι η Μονή εξακολούθησε τη λειτουργία της πάντα με τον ίδιο αγαθό ηγούμενο Χατζηγρηγόρη, ως το 1862. Ένα χρόνο πριν πεθάνει ο ηγούμενος, με τις ενέργειες του Βούλγαρη η Μονή γίνεται μετόχι της Μονής Προφήτου Ηλία της Ύδρας. Αυτό δεν εμπόδισε να ερημωθεί ύστερα από το θάνατο του Χατζηγρηγόρη.

Διηγούνται ότι ο ίδιος ο Βούλγαρης – είχε κοντά στην Ερμιόνη την περίφημη Περιβόλα του, ακόμη διατηρείται η ονομασία – ένα βράδι Χρι­στουγέννων, πηγαίνοντας να προσκυνήσει στους Άγιους Ανάργυρους, τους βρήκε σκοτεινούς. Μέσα στα σκοτάδια ύστερα από ώρα, ήρθε να του ανοίξει τρέμοντας μια καλόγρια, με παρμένη τη μιλιά από το κρύο και την πείνα, που κρατούσε μια εξίσου πεινασμένη γάτα στα χέρια της, για να ζεσταθεί. Δεν είχε φωτιά ούτε κερί ν’ ανάψει.

Το 1863, με νέες ενέργειες του προστάτη της, ξαναλειτουργεί. Μοναχοί της μονής Προφήτη Ηλία της Ύδρας με το Δωρόθεο Μηδρινό, ήρθαν και ανακαίνισαν τη βόρια πλευρά του Μοναστηριού. Το 1864 αποσπάται από της Ύδρας τη Μονή και αποκτά τον αξιολογότερο ηγούμενό της. Το Δωρόθεο Δακουντρέ, που έρχεται μ’ όλη την οικογένειά του εκεί.

Ενάρετος και σεμνός, με πολλά διοικητικά προσόντα, της έδωσε ένα τέλειο προσωπικό – 16 μοναχούς. Της αύξησε με νέα κτήματα – Ποδάρας, Κινέττας, Αγίου Δημητρίου – την περιουσία. Και της ανέβασε τα βοσκήματα: 750 γίδια, 90 αγελάδες. Ακόμη 600 κυψέλες και άλογα πολλά. Της έχτισε ελαιοτριβείο, στάβλο, αχυρώνα, τον Άγιο Βλάσση και το κοιμητήρι, τις στέρνες. Ανανέωσε μέρος των αγιο­γραφιών, δημιούργησε τη βιβλιοθήκη. Πέθανε το 1888, αφήνοντας σε πλήρη άνθηση τη Μονή.

Ο αδελφός του Γρηγόριος τον συνέχισε τέσσερα χρόνια, προσπαθώντας να συμπληρώσει τα έργα του. Ανακαίνισε «εκ βάθρων» το 1891 τη νότια πλευρά της Μονής. Αλλά έπεσε σε δυστυχία ανομβρίας που κατάστρεψε τα πάντα. Ο Επίσκοπος Ύδρας τη βοηθεί.

Έτσι το 1893 η Μονή Κοιλάδας γίνεται μετόχι των Αναργύρων και έρχεται ο ηγούμενός της Νεόφυτος Ιωαννόπουλος για λίγο στη Μονή. Ύστερα ο Δωρόθεος Κιοσσές, Υδραίος, ξανάδωσε τη λάμψη στη Μονή, με τον ευπρεπισμό της και άλλα έργα. Το 1896 η Μονή Κοιλάδας αποσπάσθηκε και η Μονή Αγίων Αναργύρων ξανααπόχτησε ηγούμενο τον Γρηγόριο Δακουντρέ, ως το 1901. Από κει κι’ έπειτα ακολουθούν άλλοι, χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα στη δράση. Το 1907 ακόμη η Μονή ακμάζει με δέκα οκτώ μοναχούς. (Ί. Βασιλείου, ο.π.)

Το 1946 ο Επίσκοπος Ύδρας Καραμάνος ενεργεί και μετατρέπεται η Μονή Αγίων Αναργύρων σε γυναικεία. Έτσι και λειτουργεί μέχρι σήμερα. Έχει 17 μοναχές που συντηρούν το Μοναστήρι με αγάπη και αξιοζήλευτη σύνεση. Κατάγονται οι περισσότερες από την Καλαμάτα. Μάθαμε μόνο το όνομα της ηγουμένης: Χαριτίνη. Οι άλλες αδελφές έμειναν μέσα στην ανωνυμία τους, πρόσωπα φιλικά και αλησμόνητα σε κείνη την πρώτη επίσκεψη το 1970.

Και δεν ήταν μόνο εκείνο το γευστικό σπιτίσιο φαγητό, το σερβιρισμένο από τα πρόθυμά τους χέρια, στη μεγάλη δροσερή τραπεζαρία της Μονής. Ούτε και τα κεράσματά τους: ο καφές, το δροσερό νερό με το γλυκό του κουταλιού, η γλύκα στην απάντηση… Είταν εκείνο το αντάμωμά μας με τη στάση τους στην αμετάκλητη ώρα του θανάτου… Τότε που τέλειωνε η καλοκαιρινή μέρα και τυλιγόταν η αυλή στο γαλάζιο ίσκιο του απογεύματος.

Τότε που η κραυγή διαπέρασε τη γαλήνη της ώρας με την τρομαχτική της οδύνη – κραυγή αβάσταχτου πόνου – κι’ ήρθε πάνω από τα κελλιά κι’ έσχισε τη μακαριότητά μας… Ο τρόμος έπεσε μέσα στην αυλή. Ο ίσκιος σκοτείνιασε, το φως σα να ρουφήχτηκε, τα πράσινα γίναν πικρά.

…Στη δεύτερη κραυγή, τρέξαμε προς εκείνο το κελλί… Η άρρωστη μοναχή, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, μας κύτταζε με κάτι πελώρια μάτια, αναμμένα κάρβουνα: εκεί φώλιαζε ό,τι ζωντανό, ο τρόμος του επόμενου πόνου… Όλο το άλλο πρόσωπο – νέας γυναίκας ακόμη – άχρωμο, άδειο, φευγάτο.. Κι’ από γύρω της παράστεκαν οι αδελφές των Αγίων Αναργύρων, αλησμόνητες μέσα στη θλίψη τους και στην ανήμπορη συντριβή τους, μορφές αρχαίας επιτύμβιας στήλης… Άφατη οδύνη η ακινησία τους…

Στην επόμενη επίσκεψη στο Μοναστήρι, καλοκαίρι πάλι, η αυλή βούιζε χαρούμενα από μια παρέα νέων προσκυνητών… Μας είπαν… η αδελφή είχε πεθάνει από την «επάρατο νόσο»… κι’ έτρεξαν να κεράσουν τους ξένους καφέ και γλυκό… Σκεφθήκαμε πως τόνομα της νεκρής αδελφής μας έμεινε άγνωστο… Το σούρουπο γύρω είταν δοξαστικό, στο κατέβασμά μας η Ερμιόνη ολόασπρη, άστραφτε: το τελευταίο φως επάνω της… Μας ήρθε τότε ξαφνικά στη μνήμη μια αρχαία επιγραφή σε σπίτι της Ερμιόνης – από κείνες που είχε καταγράψει ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ το 1816:

ΑΒΡΑΜΑΡΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΑ

ΚΑΙ ΕΑΥΤΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ ΑΠΕΒΙΩΣΑΝ

Σχήμα καρδιάς, στην αρχή και στο τέλος της επιγραφής, πλαισίωνε την αιώνια θλίψη…

  

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


 * Ιωάννου Β. Π. Βασιλείου, «Η Ερμιονίς από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς», Αθήναι 1907.

** Τάσος Αθαν. Γριτσόπουλος, «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια» 1 (1963), σ. 550.

*** Δ. Α. Ζακυθηνού, «Ελληνικά», 2, σσ. 418-421.

 

Πηγή


  

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

Read Full Post »

Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George  (1799-1875)


 

Φίνλεϋ Γεώργιος - Finlay George (1799-1875)

Βρετανός ιστορικός Σκωτικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Φάβερσαμ του Κεντ και σπούδασε νομικά στη Γλασκόβη. Το 1821 μετέβη στο Γκέτινγκεν προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Τον Νοέμβριο του 1823, επηρεασμένος από τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ήρθε να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Αποβιβάστηκε αρχικά στην Κεφαλονιά όπου τον υποδέχτηκε ο Λόρδος Βύρων κι αργότερα πήγε στον Πύργο. Εκεί παρέμεινε για 14 μήνες και αφιερώθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας, γνωρίζοντας παράλληλα τις αρχαιότητες.    Λόγω ενός επίμονου και υψηλού πυρετού αναγκάστηκε να περάσει τον χειμώνα του 1824 και την άνοιξη του 1825 στη Ρώμη, τη Νάπολη και την Σικελία. Μετά την αποθεραπεία του μετέβη στο Εδιμβούργο, όπου έλαβε και το πτυχίο του στα νομικά.

Όμως, ο Γεώργιος Φίνλεϋ είχε κάνει τις επιλογές του. Είχε αποφασίσει να ζήσει στην Ελλάδα. Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα, όπου έμεινε μόνιμα μέχρι τον θάνατό του. Μετά την απελευθέρωση, αγόρασε μια έκταση στην Αττική και προσπάθησε να καλλιεργήσει την γη. Τα γεωργικά συστήματα όμως που εισήγαγε από την Ευρώπη, δεν έφεραν τα αποτελέσματα που προσδοκούσε. Έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ιστορικών έργων, ενώ από το 1864 μέχρι το 1870, εργάστηκε ως ανταποκριτής των Τimes του Λονδίνου. Το 1854 το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, του απένειμε τιμητική διδακτορική διάκριση. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1875.

Συνέγραψε πολλά ιστορικά έργα:

  • 1836. Το Ελληνικό Βασίλειο και το Ελληνικό Έθνος.
  • 1836. Δοκίμιο στις τραπεζικές αρχές, εφαρμοστέες υπό του Ελληνικού κράτους.
  • 1844. Η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους.
  • 1847. On the Site of the Holy Sepulchre με σχέδιο της Ιερουσαλήμ.
  • 1854. Ιστορία των Βυζαντινών και Ελληνικών Αυτοκρατοριών από το 716 έως το 1453.
  • 1856. Ιστορία της Ελλάδος υπό την Οθωμανική και Βενετική κυριαρχία.
  • 1861. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πιο γνωστό έργο του είναι η δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», με κεφάλαια μη πλήρως επεξεργασμένα, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με γλαφυρότητα που περιέχει πρωτογενείς πηγές και προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αφού ο ίδιος ήταν παρών στα γεγονότα. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνώση θεμάτων και προσώπων, αλλά ενίοτε και εμπάθεια και δεν αποφεύγει την πολιτική.

Άφησε αναμνήσεις και καλές και κακές, προσ­έφερε πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά και έβλαψε με την εμπάθεια και την παροιμιώδη φιλοχρηματία του, η οποία τον έφερε κατ’ επανάληψη σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο εκδότης Γιάννης Βλαχογιάννης, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – όταν αυτός βρισκόταν σε απόλυτη πενία – την μετάφραση της Ιστορίας του Φίνλεϋ. Ο Παπαδιαμάντης εργάστηκε με συνέπεια και φιλότιμο, παρά την έλλειψη στοιχειώδους βοήθειας – ούτε λεξικό της Αγγλικής δεν διέθετε – και παρά τις προσωπικές του αντιρρήσεις και διαφωνίες για τα κείμενα του συγγραφέα. 

Όταν το 1908 ολοκλήρωσε την μετάφραση, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μολονότι τα οικονομικά του ήταν πενιχρά, πλήρωσε τον Κοσμοκαλόγερο αλλά μη έχοντας τα χρήματα για την έκδοση του βιβλίου, το έκλεισε στο συρτάρι του με την προσδοκία της βελτίωσης των οικονομικών του.

Εκατό χρόνια έμεινε ξεχασμένο το βιβλίο. Μέχρι που το 2008 το  ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, πήρε την απόφαση να το ανασύρει από την λήθη και να το προσφέρει στους Έλληνες.

Ως δείγμα γραφής της υπέροχης γλώσσας του Παπαδιαμάντη, του βάθους και του πλούτου της λησμονημένης καθαρεύουσας του, παραθέτουμε την παρακάτω παράγραφο, που αναφέρεται στην θρυλική κλεφτουριά.

« Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών. Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέπτας».

Λόγω τέτοιων σχολίων και παρατηρήσεων οι Έλληνες δεν ενέκριναν την Ιστορία του Φίνλεϋ. Περισσότερο όμως πικράθηκε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης που για λόγους επιβίωσης αναγκάστηκε να την μεταφράσει με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, παραδίδοντας στους Έλληνες έναν αληθινό θησαυρό. Αυτός, που θεωρείται ως «η κιβωτός της πιο συντηρητικής ελληνορθόδοξης αντίληψης των καιρών του».  

 

Πηγές


  • Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην ευρωπαϊκή Λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
  • Encyclopaedia Britannica, έκδοση 1911.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964»,  τόμος 1ος , Πάπυρος, Αθήνα, 1966.

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης  (1765 ή 1773 – 1848)


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Γόνος γνωστής οικογένειας προεστών της Μάνης, όπου γεννήθηκε το 1765 ή, κατά άλλη εκδοχή, το 1773. Είχε θυελλώδη χαρακτήρα, ενώ υπήρξε η ισχυρότερη προσωπικότητα των Μαυρομιχαλαίων κατά την επαναστατική περίοδο και ηγετική μορφή της Πελοποννήσου, πρωταγωνιστής πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων της Επανάστασης, όπως και της μετέπειτα πολιτικής ζωής.

Μετά το 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, κατάφερε να κατευνάσει τις οξύτατες αντιπαραθέσεις που σπάρασσαν τους κόλπους της οικογένειας. Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), ο Μαυρομιχάλης, πιστεύοντας ότι είχαν διαμορφωθεί ευνοϊκές συνθήκες για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, επιδίωξε, σε συνεργασία με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους για την προετοιμασία και την οργάνωση απελευθερωτικού κινήματος.

Οι αντιθέσεις, που δημιουργήθηκαν στη Μάνη μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία, προσέφεραν στο Μαυρομιχάλη την ευκαιρία να ασχοληθεί ενεργότερα με τα δημόσια πράγματα. Παντρεύτηκε την Άννα Μπενάκη, αδελφή του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη. Παιδιά του ήταν οι: Ηλίας, Αναστάσιος, Γεώργιος, Ιωάννης, και Δημήτρης Μαυρομιχάλης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ξυλογραφία.

Το 1815 ανέλαβε το αξίωμα του διοικητή (ή μπέη) της Μάνης, το οποίο είχε θεσμοθετηθεί από τους Οθωμανούς μετά τον τερματισμό των Ορλωφικών το 1774. Η επιρροή του, όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους Οθωμανούς, υπήρξε ισχυρή. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο Μαυρομιχάλης είχε δώσει δείγματα των ηγετικών του ικανοτήτων. Αν και διστακτικός αρχικά, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξε την Επανάσταση στην Αρεόπολη της Μάνης.

Στις 23 Μαρτίου, επικεφαλής 2.000 ανδρών, κατέλαβε την Καλαμάτα. Στις 25 Μαρτίου συνέστησε με άλλους 12 προεστούς τη Μεσσηνιακή Γερουσία – την πρώτη διοικητική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων – η οποία έστειλε την επαναστατική της προκήρυξη στις αυλές της Ευρώπης. Προκήρυξη επίσης απηύθυνε ο Μαυρομιχάλης ως πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και προς τους Αμερικανούς, η οποία με τη φροντίδα του Αδαμάντιου Κοραή, μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, στάλθηκε στο φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Edward Everett και δημοσιεύτηκε στις αμερικανι­κές εφημερίδες.

 

«Παχύσαρκος, αργοκίνητος, καλοστεκούμενος. Δεν φαίνεται προσανατολισμένος σε ορισμένη τάξη ή πολιτική ιδεολογία. Στην επιστήμη της γαστρονομίας, όμως, είχε σημειώσει μεγάλες προόδους: Λένε πως είναι πρόθυμος να δεχτεί διακυβέρνηση οποιασδήποτε μορφής, αρκεί να του εξασφαλίσει πλούτη, ησυχία, καλοπέραση και ασφάλεια. Μια από τις φιλοδοξίες που του αποδίδονταν ήταν και η εισαγωγή της γαλλικής κουζίνας στη Μάνη.» [Waddington 1825]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Δύο μήνες αργότερα, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1821, συ­νήλθαν στη Μονή Καλτεζών, στα σύνορα Λακωνίας και Αρκαδίας, ηγετικές προσωπικότητες της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Στη συνέλευση αυτή πρόεδρος εξελέγη ο Μαυρομιχάλης. Στη διάρκεια της Επανάστασης κατέλαβε σημαντικά αξιώματα. Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821) ορίστηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος. Υπήρξε πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (30 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823) και αμέσως μετά, έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πρόεδρος του Εκτελεστικού της διοικήσεως της υπό διαμόρφωση πολιτείας.

Αξιόλογη υπήρξε η στρατιωτική δράση του Πετρόμπεη. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις επιχειρήσεις για την απόκρουση του Δράμα­λη το καλοκαίρι του 1822 και στην άλωση του κάστρου του Άργους. Μετείχε, επίσης, το Νοέμβριο του 1822 στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στους εμφύλιους πολέμους δεν έλαβε μέρος. Αντίθετα, προσπάθησε να συμφιλιώσει τους αντιμαχομένους.

 

« Ο Μαυρομιχάλης που αντικαθιστούσε τον Υψηλάντη, είχε κατατρομοκρατηθεί από την επιδημία που έπληττε την πόλη και ζούσε περιχαρακωμένος μακριά από το στρατόπεδο. Πήγαινα κάθε μέρα για ενημέρωση. Αλλά αυτός ο νωθρός άνθρωπος δεν μιλούσε για τίποτα άλλο εκτός από την υγεία του. Ήταν ανήσυχος και δυσαρεστημένος, μ’ όλο που υπήρξε από τους πιο ωφελημένους από τα λάφυρα της Τριπολιτσάς. Δυο καμήλες και είκοσι μουλάρια έστειλε με συνοδεία στη Μάνη, φορτωμένα με την ανταμοιβή της εμπιστοσύνης των Τούρκων στο πρόσωπο του και της προστασίας που τους πρόσφερε.» [Raybaud 1824]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 ο Πετρόμπεης, μολονότι ήταν βαθύτατα θλιμμένος από το θάνατο των γιων και του αδελφού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη σε πολεμικές επιχειρήσεις, οργάνωσε την άμυνα της Μάνης και απέτρεψε την κατάληψη της από τους Αιγυπτίους.

Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας και μετά την άφιξη του τελευταίου διορίστηκε πρόεδρος ενός τμήματος του Πανελληνίου, του συμβουλευτικού σώματος που συνέστησε ο Καποδίστριας το 1828.

Η συμμετοχή του Πετρό­μπεη στα δύο σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ. Αυτό συνέβη εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια να περιορίσει την κυριαρχία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη και να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, που βρισκόταν τότε στη φάση της οργάνωσης του σχεδόν εξ’ υπαρχής. Για τους λόγους αυτούς, το 1830, ο αδελφός του Τζαννής οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμείνει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ αργότερα φυλακίστηκε και ο αδελφός του.

Οι φυλακίσεις και προπαντός η αυστηρή στάση του Καποδίστρια απέναντι στους Μαυρομιχαλαίους όξυναν στο έπακρο την μεταξύ τους αντιπαράθεση, οδηγώντας τελικά στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον αδελφό του Πετρόμπεη Κωνσταντίνο και το γιο του Γεώργιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Έξι μήνες μετά το φόνο του Κυβερνήτη, πράξη που φέρεται να κατέκρινε ο Πετρόμπεης, με τη μεσολάβηση του Friedrich Thiersch (Ειρηναίου Θειρσίου)*, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη. Στη συνέχεια προ­σπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ των κυβερνητικών και των αντικαποδιστριακών για την αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης.

Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Γεώργιο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Ζαΐμη διορίστηκαν αντιπρόεδροι του Συμ­βουλίου της Επικρατείας. Αργότερα εντάχθηκε στις τάξεις των «συνταγματικών» και – μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη μεταπολίτευ­ση που ακολούθησε – έλαβε το αξίωμα του γερουσιαστή.

Πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848. Παρά την τραγική κατάληξη της ρήξης του με τον Καποδίστρια που προκάλεσε έντονες επικρίσεις, ο Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε ως ένας από τους ιστορικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Υποσημείωση


 

* Ο Ειρηναίος Θείρσιος (1784- 1860) Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής φιλόλογος, ο οποίος ονομάστηκε «Praeceptor Bavariae» (Διδάσκαλος της Βαυαρίας) και «Πατέρας της ουμανιστικής εκπαίδευσης» στην Βαυαρία. Ήταν ένθερμος φιλέλληνας, και από το 1812 εργάστηκε για να βοηθήσει την ανάπτυξη της παιδείας των ακόμα υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ιδιαίτερη σχολή για νέους Έλληνες. Έπειτα, στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ενήργησε μέσα από τους φιλελληνικούς συλλόγους για την συλλογή οικονομικών ενισχύσεων για την Ελλάδα.

Ήρθε στην Ελλάδα το 1831, και επιδόθηκε με αρχαιολογικές μελέτες. Το 1851 συνέστησε επιτροπή για την επανόρθωση και μελέτη του Ερεχθείου που είχε καταστραφεί από τις μάχες με τις πολιορκίες της Αθήνας. Επέστρεψε στην Βαυαρία και τιμήθηκε από την πατρίδα του. Απεβίωσε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860.

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Ζωγραφικοί πίνακες του Ναυπλίου, φιλοτεχνημένοι από μεγάλους ζωγράφους


 

«…Ποσειδάωνι δε κούρη

πριν ποτ’ Αμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα

Ναύπλιον, ος περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

(Απολλώνιος ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, στ. 138)

Έτσι δημιουργήθηκε το πολυθρύλητο Ναύπλιο. Στους πίνακες που παραθέτουμε θα δείτε την «μαγική πόλη» όπως την είδαν σπουδαίοι ζωγράφοι, αναγνωρισμένοι διεθνώς.

[ Μια πόλη γλυκιά, χωρίς ραθυμία, με παραδόσεις, μια πόλη με πολλούς λάτρεις της ομορφιάς της, που η ιστορία της γνώρισε πραγματικά «τον κόσμο ολόκληρο…» μια ευχάριστη πόλη που απλώνεται γύρω από το πανέμορφο ιστορικό κέντρο της ]. 

 Ας γνωρίσουμε τους πίνακες του Νίκου Χατζηκυριάκου- Γκίκα, του Φώτη Κόντογλου, του Γιάννη Τσαρούχη, του Αγήνωρος Αστεριάδη, του Σπύρου Βασιλείου, του Πάρι Πρέκα, του Γιώργου Μανουσάκη, της Μαρίας Πώπ και της Ντιάνας Αντωνακάτου που ζωγράφισε το Ναύπλιο με το δικό της ύφος και το πάθος ενός μεγάλου καλλιτέχνη κι ας αφήσουμε την ψυχή μας να περιπλανηθεί στις ντάπιες του κάστρου, στα πλακόστρωτα στενά του, στα σκαλωτά δρομάκια του, στις γωνιές με τις γαζίες και τ’ αγιοκλήματα.

 

Αγήνωρ Αστεριάδης, «Ναύπλιο», Λάδι σε μουσαμά – Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου.

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994), «Ναύπλιο 1958», Λάδι και gouache σε χαρτόνι.

Φώτης Κόντογλου (1895-1965), «Ναύπλιο 1926», Υδατογραφία.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), Τέμπερα σε χαρτί.

Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), «Σπίτια στο Ναύπλιο 1927», Νερομπογιά σε χαρτί.

Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977), «Ακροναυπλία».

Γιώργος Μανουσάκης, «Το σπίτι του Αρμανσμπεργκ στο Ναύπλιο 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Σπύρος Βασιλείου (1902-1985), «Ιστιοφόρο Μαρία», Λάδι σε μουσαμά.

Ντιάνα Αντωνακάτου, Ακουαρέλα.

Μαρία Πωπ, «Κυριακή πρωί στο Ναύπλιο 1980», Λάδι σε ξύλο.

Πάρις Πρέκας (1926-1999), «Ναύπλιο», Ακουαρέλα.

Γιώργος Μανουσάκης, «Σπίτια στο Ναύπλιο, 1962», Υδατογραφία σε χαρτί.

Read Full Post »

Διόδια Εθνικών Οδών επαρχίας Άργους 1867


 

 Περί επιβολής διοδίων εις την μεταξύ Ναυπλίου και Άργους  εθνικήν αμαξιτήν οδόν.

 Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού. 

 

Τα διόδια στους εθνικούς δρόμους δεν είναι βέβαια σύγχρονη εφεύρεση. Αντίθετα μάλιστα υπήρξε αρκετά παλαιά. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κάποιο ποσό, ανάλογο με τα σημερινά διόδια αλλά για άλλη αιτία (την ασφάλεια των δρόμων), πληρωνόταν στους Δερβενατζήδες, στα στενά περάσματα των οδικών αρτηριών (τα Δερβενάκια). Μετά την ανεξαρτησία και αφού με Βασιλικά Διατάγματα καθορίστηκαν ποιοι δρόμοι είναι εθνικοί θεσμοθετήθηκαν τα πρώτα διόδια.

Τα διόδια έβγαιναν σε πλειοδοσία είτε εισπράττονταν με αυτεπιστασία. Αρμόδιοι υπάλληλοι τοποθετούνταν σε επίκαιρα σημεία (Σταθμούς) για την είσπραξή τους. Στα σημεία αυτά, όταν ήσαν στις εισόδους των πόλεων, ήσαν εγκατεστημένοι φοροεισπράκτορες για τη φορολογία των μεταφερομένων προς πώληση προϊόντων.

Μνήμη αυτών των σημείων είναι και το τοπωνύμιο «Φόρος» (π.χ. παρά τον Άγιο Βασίλειο του Άργους). Ο θεσμός των διοδίων, με τις ανάλογες μεταρρυθμίσεις, διατηρήθηκε ως τις μέρες μας. Ας δούμε, λοιπόν, τα περί το Άργος διόδια, όπως ακριβώς δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της εποχής τους:

 

ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Περί επιβολής διοδίων εις την μεταξύ Ναυπλίου και Άργους

εθνικήν αμαξιτήν οδόν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

 

Λαβόντες ύπ’ όψιν τ’ άρθρα 27 και 28 του από 16 Δεκεμβρίου 1867 ΣΞΓ’. περί οδοποιίας Νόμου, επί τη προτάσει των Ημετέρων επί των Εξωτερικών και Οικονομι­κών Υπουργών, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν.

Άρθρον 1.

Επί των ιππασίμων, φορτηγών και υποζυγίων ζώων των διαβαινόντων την από Ναυπλίου εις Άργος ή τανάπαλιν άγουσαν εθνικήν αμαξιτήν οδόν και έχουσαν μήκος (10) δέκα σταδίων, επιβάλλονται διόδια επί τριετίαν ως εξής:

α’.) Δι’ έκαστον ίππον, ήμίονον, μετά ή άνευ φορτίου μετά ή άνευ ιππέως λεπτά (8) οκτώ.

β’.)  Δι’ έκαστον όνον, ωσαύτως, λεπτά (5) πέντε.

γ’.) Δι’ έκαστον βούν προς εμπορίαν ή κρεουργίαν λεπτά (10) δέκα.

δ’.) Δι’ έκαστον προς εμπορίαν ή κρεουργίαν πρόβατον αίγα, χοίρον και λοιπά μικρά ζώα λεπτά (2) δύο.

ε’.) Δι’ έκαστον δίτροχον ή τετράτροχον όχημα, συρόμενον ύφ’ ενός ίππου ή ημιόνου λεπτά (10) δέκα.

ς’.) Ωσαύτως συρόμενον υπό δύο ίππων, λεπτά (15) δεκαπέντε.

ζ’.) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον εζευγμένον εις τα ειρημένα οχήματα λεπτά (5) πέντε.

η’.) Δι’ εκάστην φορτηγόν δίτροχον άμαξαν, συρομένην υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δύο βοών, εάν μέν η άμαξα η κενή λεπτά (8) οκτώ, εάν δε έχη φορτίον λεπτά (15) δεκαπέντε.

θ’.) Δι’ εκάστην τοιαύτην τετράτροχον άμαξαν, συρομένην υπό δύο ίππων ή ημιόνων ή τεσσάρων βοών, εάν μέν η κενή, λεπτά (10) δέκα, εάν δε έχη φορτίον λεπτά (20) είκοσι.

ι’.) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον ή ημίονον ή ζεύγος βοών, κενής της αμάξης λεπτά (2) δύο, μετά φορτίου λεπτά (5) πέντε.

ια’.) Δι’ έκαστον όνον, εζευγμένον εις άμαξαν λεπτά (5) πέντε.

Τετράτροχος άμαξα συρομένη υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δύο βοών εξομοιούται προς δίτροχον.

  Άρθρον 2.

Τα διόδια ταύτα πληρόνονται και όταν τα ζώα εν μέ­ρει διέλθωσι την οδόν ταύτην.

Άρθρον 3.

Τα διόδια εκμισθούνται δι’ άπασαν την τριετίαν ή εισπράττονται δι’ επιστασίας, εάν η δοθείσα κατά την δημοπρασίαν προσφορά δεν θεωρηθή υπό του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού συμφέρουσα τω δημοσίω.

Άρθρον 4.

Η είσπραξις των διοδίων γίνεται εις τους σταθμούς τους οποίους θέλει προσδιορίσει η διακήρυξις της εκμισθώσεως, ή δε τριετία άρχεται από 1 Ιανουαρίου 1871.

Άρθρον 5.

Η δημοπρασία ενεργείται κατά τας διατάξεις του από 30 Απριλίου 1855 Β. Διατάγματος, του εκδοθέντος προς εκτέλεσιν του υπό στοιχ. ΣΟΖ’. παγίου φορολογικού Νόμου.

Άρθρον 6.

Το μίσθωμα διαιρούμενον εις 36 ίσας δόσεις, πληρόνεται εις το αρμόδιον ταμείον του Κράτους κατά την πρώτην εκάστου μηνός, προκαταβαλλομένης της πρώτης δόσεως, άμα κοινοποιηθή αρμοδίως εις τον μισθωτήν η έγκρισις του Υπουργείου των Οικονομικών.

Εις τους Ημετέρους επί των Εσωτερικών και Οικονομικών Υπουργούς ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος Διατάγματος.

Εν Κερκύρα τη 1 Σεπτεμβρίου 1870.

Γεώργιος.

               Δ. Χρηστίδης.                                                  Δ. Δρόσος.

 (ΦΕΚ, 22/1870)

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

  

Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού


 

Περί επιβολής διοδίων της από Τριπόλεως

εις Μύλους Ναυπλίας εθνικής οδού

  ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’.

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

 

Λαβόντες υπ’ όψει το άρθρον 27 του από 16 Δεκεμβρίου 1867 ΣΞΓ’ περί οδοποιίας νόμου, επί τη προτάσει των Ημετέρων επί των Εσωτερικών και Οικονομικών Υπουργών˙Απεφασίζομεν και διατάσσομεν

Άρθρον 1.

Επιβάλλονται διόδια επί των ιππασίμων, φορτηγών και υποζυγίων ζώων, των διαβαινόντων την εθνικήν οδόν την από Τριπόλεως εις Μύλους Ναυπλίας άγουσαν ή τανάπαλιν και έχουσαν έκτασιν σταδίων πεντήκοντα πέντε, ως εφεξής:

1) Κατά την από Τριπόλεως ή τινος των χωρίων της επαρχίας Μαντινείας εις Μύλους και τανάπαλιν, ήτοι διά πάσαν άνοδον και κάθοδον.

α) Δι’ έκαστον ίππον, ημίονον, μετά ή άνευ φορτίου, μετά ή άνευ ιππέως, λεπτά τριάκοντα 30.

β) Δι’ έκαστον όνον επίσης λεπτά δέκα πέντε 15.

γ) Δι’ έκαστον βούν προς εμπορίαν ή κρεουργίαν λεπτά τριάκοντα 30.

δ) Δι’ έκαστον προς εμπορίαν ή κρεουργίαν πρόβατον, αίγα, χοίρον και λοιπά μικρά ζώα λεπτά 6.

ε) Δι’ έκαστον δίτροχον ή τετράτροχον όχημα συρόμενον υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου λεπτά τεσσαράκοντα πέντε 45.

ς) Ομοίως συρόμενον υπό δυο ίππων λεπτά εξήκοντα 60.

ζ) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον εζευγμένον εις τα ειρημένα οχήματα λεπτά δέκα πέντε 15.

η) Δι’ εκάστην φορτηγόν δίτροχον άμαξαν, συρομένην υφ’ ενός ίππου ή δύο βοών, εάν μεν η άμαξα η κενή, λεπτά τριάκοντα 30, εάν δ’ έχη φορτίον, λεπτά τεσσαράκοντα πέντε 45.

θ) Δι’ εκάστην τοιαύτην τετράτροχον συρομένην υπό δυο ίππων ή ημιόνων ή τεσσάρων βοών, εάν μεν η κενή, λεπτά τριάκοντα έξι 36, εάν δε έχη φορτίον, λεπτά εξήκοντα 60.

ι) Δι’ έκαστον περιπλέον ίππον ή ημίονον ή ζεύγος βοών, κενής ούσης της αμάξης, λεπτά έξι 6, μετά φορτίου λεπτά δέκα πέντε 15.

ια) Δι’ έκαστον όνον εζευγμένον εις άμαξαν λεπτά είκοσι τέσσερα 24.

Τετράτροχος άμαξα συρομένη υφ’ ενός ίππου ή ημιόνου ή δυο βοών εξομοιούται προς δίτροχον.

2) Το τρίτον των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων διοδίων επιβάλλεται δι’ πάσαν διάβασιν από τινος χωρίου του δήμου Κορυθίου εις Τρίπολιν και τανάπαλιν.

3) Τα ημίση των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προσδιοριζομένων διοδίων επιβάλλονται.

α) Δια πάσαν διάβασιν εκ Τριπόλεως ή τινος των χωρίων της επαρχίας Μαντινείας, λαμβάνουσαν δε από της θέσεως Δαουλίου ή του χωρίου Αχλαδοκάμπου άλλην διεύθυνσιν παρά την εις Μύλους άγουσαν οδόν.

β) Δια πάσαν διάβασιν εξ άλλης οδού προερχομένην και διά της θέσεως Δαουλίου ή του χωρίου Αχλαδοκάμπου διευθυνομένην εις Τρίπολην εις τα χωρία της επαρχίας Μαντινείας.

γ) Δια πάσαν εκ του χωρίου Αχλαδοκάμπου μετάβασιν εις Τρίπολιν ή εις Μύλους Ναυπλίας και τ’ ανάπαλιν.

Άρθρον 2.

Τα διόδια ταύτα εισπράττονται και όταν τα ζώα εν μέρει διέλθωσιν τας εν τω προηγουμένω άρθρω ωρισμένας κατά μήκος αποστάσεις και ουχί κατ’ εύρος την οδόν εν γένει.

 Άρθρον 3.

Τα διόδια εκμισθούνται δι’ άπασαν την νέαν τριετίαν ή εισπράττονται δι’ επιστασίας, εάν η δοθείσα κατά την δημοπρασίαν προσφορά δεν θεωρηθή υπό του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού συμφέρουσα τω δημοσίω.

 Άρθρον 4.

Εν περιπτώσει ενοικιάσεως η είσπραξις των διοδίων γίνεται εις τους σταθμούς, τους οποίους θέλει προσδιορίσει η διακήρυξις της δημοπρασίας, η δε τριετία άρχεται από της λήξεως της τρεχούσης ενοικιάσεως των διοδίων της οδού ταύτης, ήτοι από 1 Φεβρουαρίου 1884 και λήγει την 31 Ιανουαρίου 1887.

Άρθρον 5.

Η δημοπρασία ενεργείται κατά τας διατάξεις των από 30 Απριλίου 1855 και 14 Φεβρουαρίου 1879 Β. διαταγμάτων των εκδοθέντων πρός εκτέλεσιν του υπό στοιχ. ΣΟΖ παγίου φορολογικού νόμου.

Άρθρον 6.

Το μίσθωμα, διαιρούμενον εις 36 ίσας δόσεις, πληρόνεται εις το αρμόδιον ταμείον του Κράτους κατά την πρώτην εκάστου μηνός, προκαταβαλλομένης της πρώτης δόσεως, άμα κοινοποιηθή αρμοδίως προς τον μισθωτήν η έγκρισις του Υπουργείου των Οικονομικών.

Εις τους Ημετέρους επί των Εσωτερικών και επί των Οικονομικών Υπουργούς ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος διατάγματος.

 

Εν Αθήναις τη 25 Ιανουαρίου 1884.

Γεώργιος

Οι Υπουργοί

           Επί των Εσωτερικών                             Επί των Οικονομικών

              Κ. Λομβάρδος                                       Χ. Τρικούπης

 (ΦΕΚ, 40/1884)

Πηγή


  •  Περιοδικό « Αναγέννηση», Opuscula ArgivaI , Κώστας Δανούσης,  τεύχος 307, Άργος, Μάρτιος – Απρίλιος 1993.

Read Full Post »

Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους

    


 

 Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.

 

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση αυτή θα αναφερθούμε στο φαινόμενο της δημαρχοκρατίας στην Ελλάδα το οποίο κατά κοινή ομολογία, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα τον 19ον αιώνα παραθέτοντας ως παράδειγμα την Επαρχία του Άργους. Για να επιτύχουμε τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, κρίνουμε σκόπιμο εισαγωγικά να παρατεθεί σύντομα, η διαχρονική εξέλιξη γενικά του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης όλο και περισσότερο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο σύστημα Δημόσιας Διοίκησης. Η καταγωγή του όμως χάνεται στα βάθη των αιώνων. [1]

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την άποψη ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έλκει την καταγωγή του στην αρχαία Ελλάδα και στις μεταρρυθμίσεις του Αθηναίου πολιτικού Κλεισθένη, ο οποίος διένειμε τους Αθηναίους σε 10 Φυλές, 30 Τριττύες και 100 Δήμους[2].

Αντιθέτως άλλοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση ο κοινοτισμός αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Βυζαντίου[3]. Η επικρατέστερη όμως άποψη την οποία και υποστηρίζουμε είναι ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε με την σημερινή του μορφή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας [4].

 

2. Οι Ελληνικές Κοινότητες της Τουρκοκρατίας

 

 

Οι Τούρκοι κατακτητές με την παραχώρηση μιας σειράς δημοσιονομικών και διοικητικών «προνομίων», ανάμεσα στα άλλα, συγκαταλέγονταν και η αναγνώριση στους ραγιάδες ενός ελάχιστου πλαισίου αυτοδιοίκησης. Μάλιστα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ορισμένες περιοχές, είτε ως τοπική αυτοδιοίκηση των ελλήνων, είχε οργανωθεί από τους Έλληνες κατά Επαρχία, είτε με τη μορφή της ομοσπονδίας κοινοτήτων τοπική αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού [5].

Η αναγνώριση μιας κάποιας κοινοτικής αυτοδιοίκησης στους χριστιανούς βοήθησε το οθωμανικό κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικά το διοικητικό του σύστημα, χωρίς ωστόσο να απαλλοτριώσει τα δημοσιονομικά και άλλα δικαιώματα τα οποία απέρρεαν από τη λογική της κατάκτησης[6].

Τα πράγματα διευκολύνθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή από το γεγονός ότι στην ισλαμική ιδεολογία η έννοια της κατάκτησης ολοκληρώνεται κατά έναν τρόπο με την καταβολή του κεφαλικού φόρου. [7]  Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ομοσπονδία κοινοτήτων στα 46 Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο,  κάτι ανάλογο στα  Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Η ομοσπονδία των Μαντεμοχωριών απαρτίζονταν από 12 κωμοπόλεις και 360 χωριά. Στο Πήλιο έχουμε συνένωση 24 κοινοτήτων οι οποίες όφειλαν κυρίως την ευημερία τους στην επεξεργασία και την εμπορία της μετάξης. Τα Αμπελάκια στη Λάρισα απετέλεσαν, την κατεξοχήν παραγωγική ένωση, η οποία υφάνθηκε γύρω από τον κοινωνικοπολιτικό ιστό του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοίκησης [8].

Με βάση την κοινωνική ζωή της περιόδου της Τουρκοκρατίας  η Συνέλευση των Καλτεζών με την «Εγκύκλιο» της Γερουσίας της Πελοποννήσου η οποία εκδόθηκε στις 30/3/1821 η νέα διοίκησης της Πελοποννήσου βασιζόταν στην επαρχιακή και την κοινοτική οργάνωση που ήταν ήδη γνωστή κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι «Εφορίες» στα χωριά και οι «Γενικές Εφορίες» στην πρωτεύουσα της κάθε Επαρχίας. Κατά  την διάρκεια της επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε λοιπόν σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο κοινοτικό, όσο και επαρχιακό, στη βάση και στη συνέχεια του προηγούμενου συστήματος [9].

 
 
 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

3. Η δημαρχοκρατία του Maurer  

 

Στη συνέχεια, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα φέρει βαριά την σφραγίδα του βασιλιά Όθωνα και της αντιβασιλείας του. Η πρώτη μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες έγινε το Απρίλιο του 1833 όπου ακυρώνεται η προηγούμενη διοικητική δομή, και η χώρα διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 47 επαρχίες. Κατά τα γαλλικά πρότυπα. Με τον νόμο του 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου οι βαυαροί έδωσαν το στίγμα της εξουσίας τους και για τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο νόμος των Maurer,  Armansperg και  Heideck [10] παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ψήφιση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του  νόμου  ΔΝΖ/1912. Με τον νόμο του 1833 οι βαυαροί επέκτειναν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διοίκησης  και στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία νέων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που ονομάσθηκαν δήμοι και οι οποίοι σχηματίσθηκαν με την συνένωση των χωριών και των μικρών συνοικισμών.

Οι χιλιάδες κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταργήθηκαν και οι συνοικισμοί τους ενσωματώθηκαν διοικητικά σε 750 περίπου Δήμους. Οι νέοι, ολιγάριθμοι και πληθυσμιακά εύρωστοι (μέσος όρος: 1.000 κάτοικοι) για τα  μέτρα της εποχής ΟΤΑ, αποστερούσαν από πολλούς παραδοσιακούς τοπάρχες την «επιχειρησιακή» τους βάση. Μετά την πικρή εμπειρία των εμφυλίων πολέμων και της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια από γόνους παραδοσιακών προεστών («μπέηδων»), οι βαυαροί σάρωσαν με γερμανική πυγμή τις κοινότητες – εμπόδια στη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους. Η επικράτεια διαιρέθηκε σε δήμους που διακρίνονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Δήμοι α’ τάξεως, όσοι είχαν τουλάχιστον 10.000 κατοίκους, δήμοι β’ τάξεως, όσοι είχαν 2.000 κατοίκους και γ’ τάξεως οι υπόλοιποι.

Η μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών που είχαν ανδρωθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές (αλλά και γεωγραφικές) συνθήκες ενείχε, ωστόσο, το σπέρμα της φαλκίδευσής τους από την αδυσώπητη ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Ελλείψει αντίστοιχης τάξεως αστών που θα αναλάμβαναν «αμισθί και τιμής ένεκεν» τα δημοτικά λειτουργήματα – όπως στην Δ. Ευρώπη – οι θεσμοί εκφυλίστηκαν πολύ γρήγορα σε μηχανισμούς – κλειδιά του πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων κατά το 1844 [11].

Το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε λίγο πολύ με την  επαρχία, όπου λίγοι δήμαρχοι (οι δήμαρχοι μειώθηκαν αργότερα σε 250 περίπου επί συνόλου 47 επαρχιών) δέσποζαν στο πελατειακό σύστημα και συχνά ασκούσαν ασφυκτική επιρροή στον τοπικό βουλευτή, οδήγησε αργότερα σε διαπιστώσεις περί «δημαρχοκρατίας».

Ο Δήμαρχος συχνά βρισκόταν πάνω από τον βουλευτή. Αυτή η «αιχμαλωσία» των βουλευτών από τους δημάρχους δηλητηρίαζε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ οι αναμνήσεις από τον «χαμένο παράδεισο» των Κοινοτήτων παρέμειναν ζωντανές.[12] Η παντοδυναμία του βουλευτή συνδυασμένη με την τοπική δύναμη του δημάρχου οδήγησαν σε καταστάσεις που δίκαια καταδικάστηκαν στην ιστορική συνείδηση της εποχής και κατέληξε στο νόμο ΔΝΖ’ του Βενιζέλου [13].

Μια μορφή «αναβίωσης» των παλαιών κοινοτήτων προτάθηκε ακόμα το 1863 με το σχέδιο της Επιτροπής Αινιάν.  Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε την αναγνώριση των κοινοτήτων ως υποδιαιρέσεων των δήμων και την εγκαθίδρυση αντίστοιχου συστήματος «δημοτικής αποκέντρωσης». Αν και το σχέδιο Αινιάν δεν υιοθετήθηκε τότε, αργότερα τον 1884, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στις λεγόμενες νέες χώρες αναγνωρίσθηκαν οι Κοινότητες ως βαθμίδα αποκέντρωσης των δήμων. Τελικά η αναγέννηση των κοινοτήτων πραγματοποιήθηκε 79 χρόνια αργότερα από τον Ε. Βενιζέλο ο οποίος για την εξυγίανση του κοινοβουλευτισμού επανέφερε τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην «δημαρχοκρατία».

Ο Ελ. Βενιζέλος την 5η Σεπτεμβρίου 1910, στον πρώτο του λόγο στην Αθήνα, έλεγε:

«Σύστημα δημοτικόν στηριζόμενον επί του δήμου, ο οποίος απετελέσθη από τμήμα της χώρας αυθαιρέτως χαραχθέν επί του γεωγραφικού χάρτου και ο οποίος δια τούτο εστερημένος οργανικής ζωής, απέβη κατά μακρόν, από παράγοντας κοινωνικής ζωής, κοινωνικής προόδου, από σχολείον διαπαιδαγωγήσεως του Λαού, δια την χρήσιν των ελευθέρων θεσμών, όργανον καταδυναστεύσεως των φατριών».

Ενώ στο λόγο του στη Λάρισα, την 14ην Νοεμβρίου 1910, τόνιζε:

«Η κυβέρνησης της ανορθώσεως θέλει επιδιώξη την εξυγίανσιν της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».[14]

Βασική επιδίωξη των φιλελευθέρων υπήρξε βέβαια ο πάση θυσία δραστικός περιορισμός της επιρροής των δήμαρχων – τοπαρχών και η εγκαθίδρυση ενός αυστηρά μονοκεντρικού πολιτικού συστήματος με την ελπίδα ότι έτσι θα εξυγιαίνονταν ο κοινοβουλευτισμός. Με βάση το νόμο ΔΝΖ/1912 η χώρα κατακερματίστηκε σε 6000 περίπου ΟΤΑ.

Με  τον νόμο των βαυαρών του 1833, οι δήμαρχοι διορίζονταν απ’ το βασιλιά, από κατάλογο υποψηφίων  που υποδείκνυε ένα ειδικό «δημαιρεσιακό συμβούλιο» κάθε δήμου και το οποίο αποτελούνταν απ’ τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κι από ίσο αριθμό «των πλέον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα ψηφοφορίας δημοτών. Τα δημοτικά συμβούλια εκλέγονταν όχι από απ’ το σύνολο των ενηλίκων πολιτών, αλλά από συνέλευση των «μάλλον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα της ψηφοφορίας δημοτών»[15].

Την διοίκηση του δήμου αποτελούσε ο δήμαρχος, ο πάρεδρος και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αριθμός των παρέδρων ανήρχετο από 1 έως 6 και των δημοτικών συμβούλων, ανάλογα με την τάξη του δήμου, από 6 έως 18.

Ο δήμαρχος ήταν«η πρώτη εκτελεστική αρχή» του δήμου, ενώ οι πάρεδροι ήταν κυρίως βοηθοί του. Το δημοτικό συμβούλιο ήταν «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή», που βοηθούσε το δήμαρχο στο έργο του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι εκλέγονταν για 9 έτη με άμεση εκλογή και κάθε 3 έτη γινόταν ανανέωση του δημοτικού συμβουλίου κατά το 1/3. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, δηλαδή όσοι μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων.

Ο βασιλιάς μπορούσε να παύσει οποτεδήποτε οριστικά τον δήμαρχο. Προσωρινά μπορούσε να παύσει το δήμαρχο και ο νομάρχης. Επίσης ο βασιλιάς είχε το δικαίωμα να διαλύσει οποτεδήποτε και κατά την ελεύθερη κρίση του κάθε δημοτικό συμβούλιο. Πολύ αργά με την διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος του 1864 οι δημοτικές αρχές έπρεπε να εκλέγονται με «άμεση, καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  

Κατά κοινή ομολογία ο νόμος του 1833 των βαυαρών, κατηγορήθηκε από το ελληνικό συνταγματικό «κίνημα» ως νόμος συγκεντρωτικός και προϊόν του αυταρχισμού, αντιδημοκρατικού πνεύματος των βαυαρών [16]. Σε κάθε περίπτωση ο συγκεντρωτισμός των βαυαρών τσάκισε με σιδερένια γροθιά τον όποιο κοινοτισμό που προϋπήρχε. Εξ’ άλλου, όσο περιορισμένη είναι η περιφέρεια, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εκλογή, τόσο δυσκολότερη καταντά η αναζήτηση των αρίστων τοπικών αρχόντων.

      

4. Ο Νομός Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ον αιώνα




 

 Στο πλαίσιο αυτό ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, σχηματίσθηκε με βάση τον νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του»  και περιελάμβανε έξι επαρχίες οι οποίες ήσαν οι εξής: [17]

1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες,  και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο.

Με το ίδιο διάταγμα, σχηματίσθηκαν οι 65 δήμοι του νομού. Σύμφωνα με το  νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, διαιρέθηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος, αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Με τον ίδιο νόμο, η επαρχία Κυθήρων, υπάχθηκε διοικητικά στο νομό Λακωνίας. Ενώ το 1909 με το νόμο, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας και περιέλαβε την επαρχία Κυθήρων η οποία αποσπάσθηκε ξανά, από το νομό Λακωνίας. Όπως παρατηρούμε, ανεξάρτητο νομό Αργολίδος τον 19ον αιώνα, έχουμε μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το έτος 1838 ανήρχετο  σε 82.571 κατοίκους το 1854 σε 108.886 και το 1896 σε 157.578.[18] Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

 

5. Η Επαρχία Άργους

   

Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: [19]

1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού.

Στη συνέχεια δέκα έτη αργότερα με το νόμο του 1844, «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι 15 δήμοι που ίσχυαν ως τότε συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής:

1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το έτος 1839 ανήρχετο σε 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης από τους βαυαρούς φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της επαρχίας του Άργους,  δηλαδή, λιγότερα δημαρχεία και ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Πρόκειται για την κατάργηση των μισών σχεδόν δήμων της Ελλάδας που έγιναν με τις συγχωνεύσεις του 1840.   

 

6. Ο Δήμος Αργείων το 19ον αιώνα

 

Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.  

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

 

 

Δήμος Άργους,  αρχική σύσταση: Άργος (6644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (μύλοι του Ερασίνου ποταμού) (50).

 

Μεταγενέστερες προσαρτήσεις: Δήμος Τημενίου [Τημένιον (Μύλοι) (66), Τημένιον (Σκαφιδάκι) (137), Τσακίρι (25), Κυβέρι (70), Κρόι (45)].

 

Ο Δήμος Τημενίου σχηματίσθηκε με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου ( 10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ τάξη, με πληθυσμό 343 κατοίκους και έδρα το Τημένιον (Μύλοι). Ο δημότης ονομάσθηκε Τημενιεύς. Το όνομα του δήμου προήλθε από το Τημένιο, αρχαία κωμόπολη της Αργολίδος που όφειλε το όνομά της, στον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνικά», τα, Β., σελ. 268).

Δήμος Γενεσίου [Γενέσιον (Δαλαμανάρα) (260), Κουρτάκι (200), Πυργέλα (117), Λάλουκα (140)] και Ιπποφορβείον, Πυριτοποιείον, Σιδηρουργείον, Κόκλα, Καλαμανή, Λέρνη ή Μύλοι.

Ο Δήμος Γενεσίου σχηματίσθηκε με το Β. Δ. της 28ης Απριλίου (10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ’ τάξη, με πληθυσμό 717 κατοίκους και έδρα το Γενέσιον (Δαλαμανάρα). Ο δημότης ονομά­σθηκε Γενέσιος. Το όνομα του δήμου προήλθε από «… τόπο παραθαλάσσιο ονομαζόμενο Γεννέσιον, μεταξύ της Λέρνης και των Αποβάθμων… όπου υπήρχε και μικρός ναός του Ποσειδώνος επί της θαλάσσης..». (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνι­κά», τ. Β’, σελ. 228).

 

Ο πληθυσμός που συνοδεύει τα χωριά και τους συνοικισμούς των δήμων Τημενίου και Γενεσίου, αφορά το χρόνο σχηματισμού τους (1834).

 

Κυριάκος Κατσαρός

Οικονομολόγος υπ. Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Τρύφων Κωστόπουλος

Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας 

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 
 
 
Υποσημειώσεις

[1] βλ.  Κοσμάς Ψυχοπαίδης, «Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πολιτικός θεσμός», Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεύχος 6/1982.

[2] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συνεισφορά της πολιτικής μεταρρύθμισης του Κλεισθένη του Αθηναίου εις τον σχηματισμό του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979.

[3] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συμβολή του Βυζαντίου στη δυτική αναγέννηση και στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα  -Κομοτηνή, 1980.[4] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982.

[5] Θεόδωρου Θεοδώρου, Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1995, σελ. 19.

[6] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα -Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982. σελ. 30.

[7] Γιώργος  Κοντογιώργης, ο.π. σελ. 30

[8] Γιώργος Κοντογιώργης ο.π. σελ. 185-191.

[9] Θεόδωρου Θεοδώρου, ο. π. σελ. 20.

[10] Τριμελές Συμβούλιο Αντιβασιλείας, του Όθωνα, το οποίο το αποτελούσαν, ο κόμης Joseph von Armansperg  ως πρόεδρος, ο καθηγητής  Ludwig von Maurer, και ο αντιστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Ο βασιλιάς και οι αντιβασιλείς αποβιβάσθηκαν στο Ναύπλιο τον Φεβρουάριο 1833.

[11] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας, «Παρελθόν και μέλλον των συνενώσεων ΟΤΑ στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκδ. ΚΕΔΚΕ τεύχος 92/1997.

[12] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας ο.π.

[13] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[14] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 16.

[15] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 14.

[16] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[17] Ελευθέριος Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα, 1994, σελ. 256

[18] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 257.

[19] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 264.

 

 



Read Full Post »

«Εισαγωγή στα Ψηφιακά Εργαλεία Γνώσης – Η Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών»


  

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδος) Πανεπιστήμιο Harvard – Ναύπλιο.

Εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Εισαγωγή στα Ψηφιακά Εργαλεία Γνώσης.

Η Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών»

 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο, συνεχίζοντας τις δράσεις που απευθύνονται σε σχολεία, σχεδίασε σε συνεργασία με το Center for Hellenic Studies στην Ουάσινγκτον και υλοποιεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Εισαγωγή στα Ψηφιακά Εργαλεία Γνώσης. Η Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών».

Το Πρόγραμμα απευθύνεται σε μαθητές και μαθήτριες Γυμνασίου και Λυκείου σχολείων της Πελοποννήσου, ενώ υπάρχει μέριμνα για σχετική προσαρμογή και διαφοροποίησή του ανάλογα με την ηλικία των συμμετεχόντων μαθητών.

Στόχος του εν λόγω Προγράμματος είναι να γνωρίσουν οι μαθητές τη δομή, το περιεχόμενο και τον τρόπο λειτουργίας μιας Ψηφιακής Βιβλιοθήκης. Το Πρόγραμμα περιλαμβάνει παρουσίαση και πλοήγηση στους δεσμούς της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης του Κέντρου και επεξήγηση του τρόπου λειτουργίας της.

Σκοπός είναι η εισαγωγή των μαθητών και μελλοντικών φοιτητών στην Ψηφιακή Τεχνολογία και τις σύγχρονες μεθόδους με τις οποίες αυτή αξιοποιείται για τη διάδοση της γνώσης, από Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, όπως το Πανεπιστήμιο Harvard. Επιπλέον γίνεται σύντομη παρουσίαση της λειτουργίας και των δράσεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών. Η διάρκεια του Προγράμματος είναι 45 – 60 λεπτά.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει υπάρξει επικοινωνία και συνεργασία με τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Πελοποννήσου και ήδη έχουν πραγματοποιηθεί οι δύο πρώτες επισκέψεις -συμμετοχές στη συγκεκριμένη δράση. Για περισσότερες πληροφορίες και πραγματοποίηση επίσκεψης, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να επικοινωνούν καθημερινά με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στο Ναύπλιο στα τηλέφωνα, 27520 47030 & 27520 47040.  

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδος) Πανεπιστήμιο Harvard.

Παλαιό Δημαρχείο, Πλατεία Φιλελλήνων και οδός Όθωνος, 21 100 Ναύπλιο.

http://greece.chs.harvard.edu   | chsnafplion@mail.chs.harvard.edu

Read Full Post »

Σαβινιύ – Σχινά Μπεττίνα (Bettina Savigny 1805-1835 )


 

 Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο. Στιγμιότυπα από τη ζωή στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας (1834/35)

 

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου» γεννήθηκε στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα του Πρωσικού κράτους. Το 1834, η Μπεττίνα παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) απόγονο από φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος, το 1833/34, κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και ο οποίος θα γίνει, το 1837, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών.

[ Ο Κωνσταντίνος Σχινάς ήταν απόγονος του Κωνσταντινουπολίτικου κλάδου της μεγάλης οικογένειας των Σχινάδων. Με τα έκτροπα και τις σφαγές στην πόλη τον Απρίλιο του 1821 έχασαν την περιουσία τους και κατέφυγαν στη Βεσσαραβία. Από εκεί ο φιλομαθής Κωνσταντίνος πήγε στη Γερμανία για νομικές και ιστορικές σπουδές ].

Το ζεύγος γνωρίστηκε το 1824 στο Βερολίνο, όπου ο Σχινάς σπούδαζε τότε. Ήταν φοιτητής του φον Σαβινιύ, αγαπη­τός φίλος και συχνά φιλοξενούμενος της οικογένειας του.

[ Ο Κ. Σχινάς, ως φοιτητής κέρδισε την εμπιστοσύνη του καθηγητή του, μπήκε στο σπίτι του και ερωτεύθηκε τη 19χρονη τότε Μπεττίνα.(1824).Ο Σχινάς όμως ήταν άφραγκος και επειδή δεν μπορούσε να αποκαταστήσει την αγαπημένη του οι γονείς της του επέβαλαν να συνεχίσει τις σπουδές του αλλού και να επικοινωνεί με την κόρη τους μόνο μέσω αλληλογραφίας με τους ίδιους. Περιηγήθηκε όντως πικραμένος τη Γερμανία και κατέληξε στο Παρίσι, από όπου το 1828 πήγε στην Ελλάδα. Τότε διακόπτει χωρίς εξηγήσεις την αλληλογραφία με το Βερολίνο. Δεν τους είχε απαρνηθεί, όπως νόμιζαν, αλλά προετοίμαζε τη θριαμβευτική του επάνοδο στην οικογένεια. Επί Καποδίστρια διορίζεται πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών, αλλά η μεγάλη στιγμή έρχεται τον Οκτώβριο του 1833, όταν διορίζεται υπουργός Δικαιοσύνης ως έμπιστος του Λούντβιχ φον Μάουρερ, μέλους της Αντιβασιλείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, ξαναγράφει στους Φον Σαβινιύ, ζητώντας το χέρι της Μπεττίνας. Μοιράζουν την απόσταση μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Το ζεύγος φον Σαβινιύ μαζί με έναν αδελφό της είχαν συνοδέψει τη Μπεττίνα μέχρι εκεί. Παντρεύονται στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχωρούν αμέσως για το Ναύπλιο ]. 

Τότε αρχίζει μια πολύ εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Αυτή η αλληλογραφία σώθηκε στα προσωπικά κατάλοιπα της οικο­γένειας φον Σαβινιύ, φυλάσσεται στο Τμήμα χειρογράφων της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Μύνστερ και εκδόθηκε σε έναν τόμο με πλούσια εικονογράφηση από τις Εκδόσεις Cay Lienau στο Μύνστερ της Γερμανίας το 2002.

Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »