Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)


 

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)

Μεγαλέμπορος και δήμαρχος Άργους. Καταγόταν από το ορεινό χωριό Λογκανίκος Λακωνίας. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το εμπόριο. Ήταν δραστήριος και τον διέκρινε επιχειρηματικό πνεύμα. Κατόρθωσε να επεκτείνει τις εμπορικές του δραστηριότητες σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και στο εξωτερικό και να γίνει μεγάλος οικονομικός παράγοντας της επαρχίας Άργους.

Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (1862), λόγω της τότε αναρχίας, είχαν εισρεύσει στο Άργος ένοπλοι κακοποιοί, που λυμαίνονταν, καταλήστευαν και τρομοκρατούσαν τον κόσμο «και χάριν παιδιάς ετραυμάτιζον και εφόνευον οιονδήποτε». Ο Μυστακόπουλος συνέστησε τότε πολιτοφυλακή και κατόρθωσε να επαναφέρει την τάξη.

Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος 12 περίπου χρόνια. Δήμαρχος εκλέχτηκε το 1891 με την υποστήριξη της Δηλιγιαννικής παράταξης. Διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά του Δήμου και κατόρθωσε να επισκευάσει το υδραγωγείο από το Κεφαλάρι μέχρι το αρχαίο θέατρο Άργους, χωρίς να συνάψει δάνειο. Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντός του για το δημοτικό χρήμα είναι και το εξής: Ότι ενώ το δημοτικό συμβούλιο ψήφισε 700 δραχμές για την μετάβασή του στην Αθήνα προς παραλαβή των σιδηροσωλήνων του υδραγωγείου, αυτός δεν δέχθηκε  παρά μόνο 15 δραχμές  για το εισιτήριο του Γ’ θέσεως. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η οικογένεια των Νοταράδων στην Ελληνική Επανάσταση


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μία από τις κοινωνικές ομάδες που θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση, είναι αυτή των προκρίτων, αλλιώς κοτζαμπάσηδων. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και η οικογένεια Νοταρά που κατάγεται από τα Τρίκαλα Κορινθίας.

Σύμφωνα με την παραδοσιακή προσέγγιση της Επανάστασης, όλοι οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης, ο καθένας από τη θέση του και με βάση τις δυνατότητές του προσέφεραν στην Επανάσταση και τιμώνται εξίσου ως ήρωες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η αντίληψη αυτή αγνοεί τις υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που αποτελούσαν την ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων κατασκευάζοντας μία μάλλον ειδυλλιακή εικόνα όπου το έθνος όταν πήρε τα όπλα κατά του κατακτητή διέθετε μία οικονομικά ισχυρή τάξη πρόθυμη να χρηματοδοτήσει τον Αγώνα, τους μεγαλοκαραβοκύρηδες των νησιών και τους προκρίτους, τους Φαναριώτες με υψηλή μόρφωση και διπλωματικές ικανότητες, έτοιμη να διαμορφώσει τη νέα πολιτική εξουσία και την ηγεσία των ενόπλων που την είχαν οι καπετάνιοι του στόλου, οι πρώην Κλέφτες και οι Αρματολοί με τα σώματά τους. Το σχήμα αυτό ισχύει βεβαίως, σ’ έναν βαθμό. Δεν μπορεί, ωστόσο να εξηγήσει το γεγονός ότι οι υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και των συμφερόντων τους, οι τοπικές διαφορές και οι προσωπικοί ανταγωνισμοί και φιλοδοξίες οδήγησαν σε οξύτατες διαμάχες και σε δύο εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης κι ακόμη έναν μετά την έλευση του Καποδίστρια το 1828 στην Ελλάδα, στη δε περίπτωση της Κορινθίας είχαμε κι έναν ακόμη, αυτόν μεταξύ του Ιωάννη και του Παναγιωτάκη Νοταρά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1826. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ένα μνημείο για την Μπετίνα – Όπως το σχεδίασε ο Σταμάτης Κλεάνθης. Όλγα Φουντουλάκη, Δρ Ιστορίας Αρχιτεκτονικής


 

Το ταφικό μνημείο για τη νεαρή Bettina von Savigny-Σχινά (1805-1835) σχεδιάστηκε αρχικά από τον Σταμάτη Κλεάνθη, εκτελέστηκε όμως με παραλλαγές και σήμερα βρίσκεται στο A’ Νεκροταφείο Αθηνών. Εκείνο το πρώτο σχέδιο του μνημείου, ένα από τα ελάχιστα που φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του αρχιτέκτονα, αλλά και την ιστορία της Μπετίνα, που μόλις ένα χρόνο έζησε στην Ελλάδα, παρουσιάζουμε εδώ.

 

Η Bettina von Savigny σε ηλικία περίπου 15 χρόνων. Σκίτσο από το τετράδιο σχεδίων που κατείχε η ίδια. Σώζεται στην Πανεπιστημιακή και Κρατική Βιβλιοθήκη της γερμανικής πόλης Münster.

Η Bettina von Savigny-Σχινά ήταν κόρη του διαπρεπούς Γερμανού νομομα­θούς και συνιδρυτή της «Ιστορικής Σχο­λής» Νομικών Σπουδών Friedrich Carl von Savigny (Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινύ, 1779-1861). Παντρεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου 1834 τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857), ιστορικό και πολιτικό από το φανάρι της Κωνσταντινούπολης, που διετέλεσε υπουργός στην πρώτη αντιβασιλεία του Όθωνα, αργότερα έγι­νε πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και προς το τέλος της ζωής του υπηρέτησε την πατρίδα του ως πρέσβης στο Μόναχο, τη Βιέννη και το Βερολίνο (1849-1854). Η Μπετίνα ήρθε στην Ελ­λάδα το 1834, πέθανε όμως μέσα σε ένα χρόνο και τάφηκε στην Αθήνα. Ο Σταμάτης Κλεάνθης ετοίμασε ένα σχέδιο για το ταφικό της μνημείο. Το μνημείο, που παρουσιάζει διαφορές από το αρχικό σχέδιο, βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Το σχέδιο του Κλεάνθη για το μνημείο της Μπετίνα δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

 

Η ιστορία της Bettina von Savigny-Σχινά

 

Η Elisabeth (Bettina)[1] von Savigny γεννήθηκε στο Παρίσι το 1805. Ήταν η μοναδική κόρη του Friedrich Carl von Savigny. Στον φιλικό και συγγενικό κύ­κλο του von Savigny απαντούν διάσημα ονόματα της εποχής εκείνης, όπως του συγγραφέα Clemens Brentano και του ποιητή Ludwig Tieck, του αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel, του ιστορικού Leopold von Ranke των αδελφών Humboldt, οι οποίοι ήταν συχνοί επισκέ­πτες στο σπίτι του στο Βερολίνο. Έτσι γνωρίστηκε η Bettina, τότε 19 χρόνων, με τον Κωνσταντίνο Σχινά,[2] που ήταν μαθητής του πατέρα της και ερχόταν στο σπίτι τους. Ο Σχινάς ήρθε στην Ελλάδα το 1828. Επί Καποδίστρια διορίστηκε πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών και τον Οκτώβριο 1833 υπουργός Δικαιοσύ­νης, ως έμπιστος του Ludwig von Mau­rer, μέλους της Αντιβασιλείας.

 

Friedrich Carl von Savigny, έργο του Γερμανού ζωγράφου Franz Krüge, 1855. Η λιθογραφία που παρουσιάζουμε εδώ είναι του Paul Rohrbach, 1862.

 

Όντας υπουργός παντρεύτηκε την Bettina von Savigny στην Αγκόνα της Ιταλίας στις 27 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1834 σύμφω­να με το ορθόδοξο τυπικό στο σπίτι του Έλληνα πρόξενου Δημήτρη Δουρούπη.[3] Έτσι η Μπετίνα εγκατέλειψε το Βερολί­νο για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα με τον άνδρα που γνώρισε και αγάπησε στην πρωσική πρωτεύουσα.

Ο Σχινάς και η γυναίκα του εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Ναύπλιο. Όταν επήλθε ανοιχτή ρήξη στους κόλπους της Αντιβασιλείας και ο Maurer ανακλήθηκε, ο Σχινάς απολύθηκε από την κυβέρνηση και κατέβαλε προσπάθειες να επαναδιοριστεί. Στα τέλη Μαρτίου 1835, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους στην Αθήνα, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε εκεί και προσπάθησε να οργανώσει τη ζωή και το σπίτι του στη νέα πόλη.

 

Κωνσταντίνος Σχινάς, λιθογραφία, 1853.

 

Αρχικά σκέφτονταν να κτίσουν δικό τους σπίτι στην Αθήνα. Μαζί με τους Σταμάτη Κλεάνθη, Georg Christian Gropius και Karl Wilhelm von Heideek, γύριζαν την πόλη επί τρεις ημέρες με το πολεοδομικό σχέδιο στο χέρι για να βρουν κατάλληλο οικόπεδο.[4] Ύστερα όμως η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε και η οικογένεια Σχινά ενδιαφερόταν μόνο να αγοράσει ένα έτοιμο σπίτι ή να νοικιάσει μια κατάλληλη οικία, γιατί αυτή στην οποία διέμεναν ήταν μακριά από την πόλη.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πιτίδης Νίκος (1927-1995)


 

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός Νίκος Πιτίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1927. Ακολούθησε τους γονείς του, τη δασκάλα Ελένη και το φιλόλογο – αρχαιολόγο Μιχάλη, στο Άργος, όπου κι εγκαταστάθηκε μόνιμα. Ο πατέρας του διετέλεσε Έφορος Αρχαιοτήτων Ανατολικής Πελοποννήσου με πλούσιο ανασκαφικό έργο στην Αργολίδα. Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά στη μελέτη του «Τζαμιού του Άργους» («Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος»  ή και «Βασιλικόν Νοσοκομείον»), το οποίο κατόρθωσε ν’ ανακηρυχτεί, το 1938, ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός Νίκος Πιτίδης.

Ο Νίκος έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και τραυματίστηκε στο θώρακα, στη διάρκεια μάχης του ΕΛΑΣ κατά των Γερμανών. Αποφοίτησε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου διετέλεσε βοηθός του καθηγητή Αναστασίου Ορλάνδου. Στα χρόνια του Εμφυλίου φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Γιάρο, στον Αϊ Στράτη, στη Μακρόνησο και στην Ακροναυπλία. Αποφυλακίστηκε οριστικά το 1958 και εργάστηκε στην Αργολίδα. Παντρεύτηκε τη Στάσα (Αναστασία) η οποία υπήρξε γι’ αυτόν ουσιαστικό στήριγμα στη ζωή και στο έργο του. Απέκτησε δύο παιδιά το Μιχάλη και τη Λέλα.

Με μεγάλες δυσκολίες δημιούργησε ένα επίγειο παράδεισο στο Γιαλάσι της Παλιάς Επιδαύρου. Γι’ αυτό του το έργο τιμήθηκε από το Δήμαρχο Επιδαύρου (Α. Λιμνιάτη) και το Νομάρχη Αργολίδας (Α. Σαλεσιώτη) ως «αναμορφωτής του Γιαλασιού», του οποίου η κεντρική οδός ονομάστηκε «Οδός Νικολάου Πιτίδη». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αναγνώστης Γκελμπερής (; – 1821) – Από όργανο της εξουσίας μάρτυρας της Ελευθερίας


 

Σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο 1821, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να παρουσιαστεί ο σχεδόν άγνωστος ήρωας από την Κυνουρία που φέρει το όνομα Αναγνώστης Γκελμπερής. [Ανακοίνωση του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου στο 9ο Τσακώνικο Συνέδριο, Λεωνίδιο 17-19 Μαρτίου 2023].

Ο πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως και ιστορικός της Επαναστάσεως Αμβρόσιος Φραντζής τον θεωρεί Τσάκωνα. H μελέτη όμως των υπαρχόντων στοιχείων αποδεικνύει ότι καταγόταν από την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της Τσακωνιάς, τα Λυμποχώρια. Λυμποχώρια, και κατά παρετυμολογίαν Ολυμποχώρια, ονομάζονταν τα χωριά Άγιος Βασίλειος, Πλατανάκι και Παλαιοχώρι, στις ανατολικές υπώρειες του Πάρνωνα και λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Λεωνιδίου, από την ύπαρξη στην περιοχή αυτή της αρχαίας πόλεως Γλυππία, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ή, Γλυμπείς, κατά τον ιστορικό Πολύβιο.

Ο ακριβής τόπος καταγωγής του Γκελμπερή έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών, ασφαλώς λόγω αγνοίας των πραγματικών δεδομένων. Έτσι, ο Νικόλαος Σπηλιάδης στον πρώτο τόμο του έργου του θεωρεί ότι ο Γκελμπερής κατάγεται από το Γεράκι, ενώ σε διορθωτική σημείωση στον δεύτερο τόμο του έργου του αναφέρει ότι καταγόταν «από τα Ολυμποχώρια, κατά την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου», χωρίς όμως να διευκρινίζει από ποιο ακριβώς χωριό των Λυμποχωρίων. Γερακίτη θεωρεί τον Γκελμπερή και ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο γνωστό έργο του «Η Ναυπλία». Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος έχει την άποψη ότι ο Γκελμπερής ήταν αξιωματικός του χωρίου Κοσμά. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ενώ για τον ηρωικό θάνατο του Γκελμπερή o Φωτάκος αναφέρει πολλές λεπτομέρειες στα «Απομνημονεύματά» του, δεν τον μνημονεύει καθόλου στο άλλο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», όπου τόσοι και τόσοι άλλοι Πελοποννήσιοι ήρωες έχουν βρει την τιμητική θέση τους.

 

Το κάστρο του Γερακιού Λακωνίας.

 

Εξάλλου, τα λήμματα των διαφόρων εγκυκλοπαιδειών είναι τηλεγραφικά και ανεπαρκέστατα. Εξάλλου όλα, αντιγράφοντας προφανώς το ένα το άλλο, προσδιορίζουν ως ιδιαίτερη πατρίδα του το χωριό Άγιος Βασίλειος.

Από συνδυασμό αρχειακών ιστορικών στοιχείων, άγνωστων μέχρι τούδε, και από εσωτερικές μαρτυρίες εγγράφων του ίδιου του Γκελμπερή, αποδεικνύεται ότι ιδιαίτερη πατρίδα του δεν ήταν ούτε το Γεράκι ούτε ο Κοσμάς ούτε ο Άγιος Βασίλειος, αλλά το χωριό Πλατανάκι. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά ο Γκελμπερής εγκαταστάθηκε στον Άγιο Βασίλειο, και αυτό ήταν φυσικό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι από εκεί ήταν και η καταγωγή του.

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε ούτε πού έμαθε τα πρώτα γράμματα. Είναι βέβαιο πάντως ότι διέθετε αρκετή παιδεία, και αυτό αποδεικνύεται από τα 110 και πλέον ανέκδοτα γράμματά του που διασώζονται στο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον άνθρωπο και τη δράση του, αλλά και για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Τουρκοκρατούμενη Κυνουρία και σε όλη την Πελοπόννησο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τα γράμματα αυτά χαρακτηρίζονται από ευχέρεια γραφής, ορθογραφική ακρίβεια και μεγάλη εκφραστική ικανότητα, και είναι όλα δείγματα υψηλού γραμματικού και μορφωτικού επιπέδου, σπάνιου για την τότε ελληνική κοινωνία. Εικάζουμε ότι λόγω των σχέσεών του με πολλούς Τούρκους εγνώριζε και μιλούσε άριστα και την τουρκική γλώσσα. Στο ίδιο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους διασώζονται επίσης διάφορα ταμειακά Κατάστιχα της επαρχίας Άργους με τη γραφή και υπογραφή του Γκελμπερή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικές στιγμές του Νοσοκομείου Άργους (μέρος II) – Παναγιώτης Ν. Τσελφές, Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους


 

 Το Νοσοκομείο των κληροδοτημάτων

 

Το σημερινό Νοσοκομείο Άργους οφείλει την ύπαρξή του στη μεγάλη αγάπη κάποιων Αργείων για την πόλη και τους συμπολίτες τους. Αυτοί προσέφεραν τις περιουσίες τους για τις ανάγκες της υγειονομικής περίθαλψης των κατοίκων μιας μεγάλης περιοχής του Άργους και γύρω από αυτό, από το άκρο της Κυνουρίας μέχρι και τη Νεμέα. Από τις προσφορές τους, πολλές χάθηκαν από τις δυσκολίες των καιρών (πόλεμοι) και την εγκληματική αδιαφορία αυτών στους οποίους ανατέθηκε η διαχείριση. Άλλες όμως αξιοποιήθηκαν, ώστε να προκύψει το σπουδαίο και μεγάλο νοσηλευτικό ίδρυμα που έχουμε σήμερα.

Με πρώτους τους Αικατερίνη Καλλιοντζή (διαθήκη 1924) και τον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη (διαθήκη 1936) ξεκίνησε μια σειρά δωρεών και κληροδοτημάτων που έχτισαν, επέκτειναν και συνεχίζουν ακόμη σήμερα τη βελτίωση των εγκαταστάσεων και της λειτουργίας του Νοσοκομείου Άργους.

 

Το κληροδότημα «Δεσμίνη – Καλλιοντζή»

 

Η δωρεά «Δεσμίνη – Καλλιοντζή» έγινε το 1936, με διαθήκη του Δημοσθένη Δεσμίνη προς το Ίδρυμα «Δημοτικόν Νοσοκομείον Δεσμίνη – Καλλιοντζή». Η δωρεά συμπληρώθηκε από προσφορά του Αναστασίου Στεργίου.

Η ανάγκη λειτουργίας νοσοκομειακής μονάδας στο Άργος είναι πολύ παλιά. Είναι φυσικό πως το «Λαϊκό Ιατρείο» που δημιουργήθηκε και στηρίχτηκε στη φιλανθρωπική δραστηριότητα κάποιων πολιτών, δεν αναπλήρωσε την έλλειψη νοσοκομείου. Η κεντρική εξουσία ακολούθησε τις συγκεκριμένες ανάγκες της εποχής και προγραμμάτισε ανέγερση Σανατορίων ανά την επικράτεια. Το Σανατόριο της Αργολιδοκορινθίας, το κρατικό πρόγραμμα επενδύσεων, του τομέα υγιεινής, του 1935, το τοποθέτησε στην περιοχή Φανερωμένης Χιλιομοδίου. Σανατόριο στη Φανερωμένη δεν έγινε ποτέ, αλλά για νοσοκομείο στην Αργολιδοκορινθία είχε προκριθεί η περιοχή του Ναυπλίου ή η περιοχή μεταξύ Ναυπλίου και Άργους, αφού για μη ερμηνεύσιμους λόγους, υπήρχε η άποψη πως το νοσοκομείο έπρεπε να γίνει κοντά στη θάλασσα.

Ο τοπικός τύπος υποστήριξε με πάθος πως το νοσοκομείο της Αργολιδοκορινθίας (δεν υπήρχε ούτε στην Κόρινθο), έπρεπε να γίνει σε θέση που να εξυπηρετεί τόσο την Κόρινθο, όσο και το Ναύπλιο και την Κυνουρία. Αυτή η θέση ήταν το Άργος. Η πλάστιγγα φάνηκε να γέρνει αποφασιστικά υπέρ του Άργους, όταν εμφανίστηκε το Κληροδότημα Δεσμίνη – Καλλιοντζή.

Η Αικατερίνη σύζυγος Δημητρίου Καλλιοντζή[1] μία εκ των τεσσάρων θυγατέρων του Κωνσταντίνου και της Ελένης Νυσταζοπούλου, γεννήθηκε στο Άργος το 1855 και πέθανε στην Αθήνα το 1932. Ο σύζυγός της Δημήτριος Καλλιοντζής, γεννημένος και αυτός στο Άργος, ασκούσε το επάγγελμα του συμβολαιογράφου στην Αθήνα. Το ζεύγος Καλλιοντζή απέκτησε δύο παιδιά, τον Αγαμέμνονα και τον Χαρίλαο, που είχαν την ατυχία να πεθάνουν σε ηλικία 10 και 25 ετών αντίστοιχα. Στη συνέχεια η Αικατερίνη έχασε και το σύζυγό της το 1909, αλλά παρέμεινε στην Αθήνα.

 

Η Αικατερίνη Καλλιοντζή σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Το 1924 με ιδιόχειρη διαθήκη άφηνε την περιουσία της για την ίδρυση νοσοκομείου στο Άργος. Λίγες ημέρες προ του θανάτου της, άλλαξε τη διαθήκη και άφησε την περιουσία της στον ανιψιό της Δημοσθένη Δεσμίνη, μετά την προφορική διαβεβαίωση πως και αυτός θ’ αφήσει την περιουσία του για τον ίδιο σκοπό.

Δημοσθένης Δημητρίου Δεσμίνης[2] (1868-1936) γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Κληροδότησε την περιουσία του, μαζί με αυτή της θείας του Αικατερίνης Καλλιοντζή, την οποία είχε κληρονομήσει, για την ανέγερση νοσοκομείου στο Άργος. Η διαθήκη του που συντάχτηκε την 24η Ιανουαρίου 1936, δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 30 Μαρτίου 1936.

 

Ο Δημοσθένης Δεσμίνης σε πορτρέτο αγνώστου ζωγράφου που βρίσκεται στο Νοσοκομείο Άργους.

 

Με τη διαθήκη άφησε στην Αγγελική, σύζυγο Γ. Γεροντόπουλου, το γένος Δημ. Γκομόζη και στο γιό της Δημήτριο Γ. Γεροντόπουλο, μια οικία με τον περιβάλλοντα χώρο της, στη συνοικία Αγία Φωτεινή της Αθήνας, σε ανταμοιβή των πολυετών υπηρεσιών και περιποιήσεων προς αυτόν. Το σύνολο της υπόλοιπης περιουσίας του άφησε στο ίδρυμα που με τη διαθήκη συνέστησε, με την επωνυμία «Δημοτικόν Νοσοκομείον Άργους». Σκοπός η δημιουργία και λειτουργία νοσηλευτικού ιδρύματος, «για τη νοσηλεία απόρων της επαρχίας Άργους και των πλησίον περιφερειών, το οποίο θα συμπληρώση μίαν μεγάλην έλλειψιν της ιδιαιτέρας μου παρτίδος του Άργους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χειροτεχνική εργασία στα υφαντουργικά εργοστάσια του Άργους – Όψεις της εργατικής εμπειρίας και της γυναικείας ταυτότητας. Λεβειδιώτη Μαρία-Ελισάβετ, Ιστορικός-Λαογράφος


 

Πρόλογος

 

Η παρούσα ερευνητική απόπειρα έγινε στα πλαίσια μιας εξαμηνιαίας μεταπτυχιακής μου εργασίας και αφορά τον προβληματισμό για την εργασιακή εμπειρία των γυναικών στα εργοστάσια της περιοχής του Άργους, και συγκεκριμένα των υφαντουργείων, από τα τέλη του 19ου ως τα τέλη του 20ου αιώνα. Τα ερωτήματα που γεννήθηκαν σχετίζονται με την ενασχόληση των επιστημών με το φύλο, εννοώντας τη γυναίκα, την θεώρηση της ταυτότητάς της ως ενεργό κοινωνικό υποκείμενο. Στη συνέχεια μέσα από την ερευνητική διαδικασία προέκυψαν ερωτήματα σχετικά με την καταγωγή των εργατριών, την καθημερινότητα της εργασίας τους, τις σχέσεις τους με τα αφεντικά τους και τους άλλους εργαζόμενους, αλλά και τις συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές.

Εργοστάσιο Υφαντουργίας Αφοί Δ. Μαρίνου. Φωτογραφία: Πλάτων Ριβέλλης. Δημοσιεύεται στο πρόγραμμα του «Φεστιβάλ Άργους», 23-30 Ιουνίου 1995.

Για τις απαντήσεις των παραπάνω ερωτημάτων η έλλειψη πηγών που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα με δυσκόλεψαν ιδιαιτέρως. Παρά την πραγματοποίηση της σχετικής αναζήτησης με σκοπό τη βιβλιογραφική τεκμηρίωση από τις τοπικές πηγές στην πορεία διαπίστωσα ότι είναι αρκετά φτωχές οι αναφορές. Έτσι με τη μέθοδο της επιτόπιας και εθνογραφικής έρευνας επεδίωξα να συλλέξω περισσότερα στοιχεία σχετικά με την πρόσληψη της εργασιακής εμπειρίας και αντιμετώπισης του κοινωνικού υποκειμένου.

Πρόκειται για μία συλλογή αφηγήσεων, η ανάλυση των οποίων έχει σκοπό την ανάδειξη της πολυπλοκότητας των τρόπων με τους οποίους τα υποκείμενα, και συγκεκριμένα οι γυναίκες, δίνουν σάρκα και οστά στην επιθυμία τους να επιτύχουν, ν’ αναγνωριστούν και να αποδεσμευτούν από τις κοινωνικές συμβάσεις, ή να υποδείξουν αυτές στις οποίες υποτάσσονται.[1]

Η συμμετοχή των γυναικών σε εργασιακά περιβάλλοντα είναι συνδεδεμένη με τον κύκλο ζωής τους, καθώς στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, οι γυναίκες που εργάζονται διατηρούν την απασχόληση τους ως ότου να κάνουν οικογένεια ή να εκπληρώσουν έναν οικογενειακό σκοπό.

Η φυσιογνωμία της εργάτριας εντάσσεται μέσα σ’ ένα σύστημα αξιών, δημιούργημα των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων, υπακούει σε ρόλους και υποτάσσεται στα στερεότυπα μιας κοινωνίας με ηθικολογικά πρότυπα. Οι συλλογικές αναπαραστάσεις δημιουργούν τη συνθετότητα του ειδώλου της εργάτριας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όπως επαγγελματική ιδιότητα, οικογενειακή κατάσταση, εξωτερική εμφάνιση και τον βαθμό εκπολιτισμού.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Πανόραμα της Ελληνικής Διασποράς: Όψεις και ιδιαιτερότητες»


 

Στα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  12 Μαρτίου 2023 και  ώρα 6.30   μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

η κ. Μαρίνα Φράγκου, Δρ Ανθρωπογεωγραφίας

 με θέμα: «Πανόραμα της Ελληνικής Διασποράς: Όψεις και ιδιαιτερότητες».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Μαρίνα Φράγκου 

 

Πανόραμα της Ελληνικής Διασποράς

Η  κ. Μαρίνα Φράγκου είναι Διδάκτωρ Ανθρωπογεωγραφίας, ομογενής από τις ΗΠΑ που ζει στην Ελλάδα από το 1994.

Έχει διδάξει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ελληνισμός της Διασποράς στο Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών, και Ανθρωπογεωγραφία στο Πρόγραμμα Ευρωπαϊκών Σπουδών).

Είναι Αρχισυντάκτρια του δίτομου έργου «Άτλας της Ελληνικής Διασποράς» (εκδόσεις Αλέξανδρος) και μεταφράστρια του έργου «Η Ελληνική Διασπορά στον Εικοστό Αιώνα» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα).

Διετέλεσε Υπεύθυνη του προγράμματος Εκ περάτων της γης στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα Θεσσαλονίκη 1997, και πρώτη Διευθύντρια του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.

 Άρθρα και επιστημονικές εργασίες της έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Read Full Post »

Βιομήχανοι – υφαντουργοί Άργους


 

Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία του Άργους ήταν τα εργοστάσια υφαντουργίας. Τα εργοστάσια αυτά, τα οποία λειτούργησαν σε γενικές γραμμές από τη δεκαετία 1930 μέχρι και τη δεκαετία 1990, απασχόλησαν εκατοντά­δες εργάτες και εργάτριες. Πολλές οικογέ­νειες στήριξαν την οικονομία τους στα υ­φαντουργεία, τα οποία κατά την περίοδο της ακμής τους αποτελούσαν τον σημαντι­κότερο ίσως οικονομικό παράγοντα της πό­λης. Όμως, η ανθηρή υφαντουργία του Άρ­γους, όπως και όλης της Ελλάδας, δέχτηκε από τη δεκαετία 1970 ισχυρό πλήγμα εξαιτίας του διεθνούς ανταγωνισμού και οδη­γήθηκε στην κατάρρευση και στο σφράγι­σμα των εργοστασίων.

Πριν προχωρήσουμε στη βιομηχανι­κή υφαντουργία της πόλης μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναζητήσουμε τις ρίζες της, ό­χι στην αρχαία ή τη βυζαντινή εποχή, αλλά στο πρόσφατο παρελθόν.

 

Εισαγωγικά

 

Αναζητώντας τις απαρχές της αρχεια­κής υφαντουργίας στα τέλη του 19°“ αιώ­να, διαπιστώνουμε ότι οι πληροφορίες που μας παρέχονται από πρωτογενείς πηγές εί­ναι ελάχιστες. Στην εφημερίδα «Δαναός» του ομώνυμου Συλλόγου (φ. 7/4-2-1896) υπάρχει ένα ιδιαίτερα κολακευτικό σχόλιο για τις υφάντριες, το οποίο θεωρούμε σκό­πιμο να παραθέσουμε:

Υφαντουργία. Η πολλάς εκατοντάδας οικογενειών εκτρέφουσα αγαθή υφαντουρ­γία ανυψώθη εις επίζηλον σημείον. Εξ αυ­τής τρέφεται κόσμος πολύς χορηγούσης ερ­γασίαν εις απόρους και φίλεργους γυναίκας, οίαι εισίν αι επαρχιώτιδες και δη αι Αργείαι. Υφαντουργεία και βαφεία ατμοκίνητα και άλλα διά των προχείρων μέσων λειτουργούντα δίδουσι ζωήν εις τον πεινώντα κόσμον και στολίζουσι το Άργος. Πρόοδος, πρόο­δος αληθής, πρόοδος πραγματική.

Επίσης, ο Ιωάννης Κοφινιώτης στην Ιστορία του για το Άργος (1892) μας πλη­ροφορεί ότι «σήμερον πολλά υφαντουργεί­α λειτουργούσι κατακευάζοντα περί τα δύο εκατομμύρια πήχεις υφασμάτων βαμβακε­ρών διαφόρων ειδών, άτινα πωλούνται καθ ’ άπασαν την Πελοπόννησον, ιδία όμως, εν τη Κορινθία. Προς τούτοις ιδρύθη και ατμοκίνητον βαφείον, εν ω βάπτονται τα εις την υφαντουργίαν χρήσιμα νήματα».

Με βάση τις πηγές αυτές καταλήγου­με στο συμπέρασμα ότι στα τέλη του 18ου αι. είχε αναπτυχθεί η οικοτεχνία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η υφαντουργία του «Δα­ναού» και τα υφαντουργεία του I. Κοφινιώτη είναι έννοιες συναφείς· και δεν εννοούν φυσικά κάποιες βιομηχανικές μονάδες, διό­τι δεν υπήρχαν βιομηχανίες την εποχή ε­κείνη. Είναι σαφής η πληροφορία ότι (σε ελεύθερη απόδοση:) φτωχές αλλά προκομ­μένες (φίλεργοι) γυναίκες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής (επαρχιώτιδες) ύφαιναν και συντηρούσαν τις οικογένειές τους και ότι τα υφαντά τους πωλούνταν σ’ όλη την Πελοπόννησο και πιο πολύ στην Κορινθία, όπως σημειώνει ο Ιωάννης Κοφινιώτης λίγα χρόνια πιο πριν, ο οποίος δίδει και το μέγεθος του μόχθου (δύο εκατομ­μύρια πήχεις). Ο ενθουσιασμός του αρθρογράφου του «Δαναού» είναι ολοφάνερος: «Πρόοδος, πρόοδος αληθής, πρόοδος πραγ­ματική».

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Όταν, όμως, μία υφάντρια υφαίνει ε­παγγελματικά, προτιμά να έχει έτοιμη την πρώτη ύλη, για να αποδώσει. Δεν μπορεί ν’ ασχολείται με την κατεργασία ή τη βαφή του νήματος ή με το στήσιμο του αργα­λειού, δηλαδή το διάσιμο. Έ­τσι, η ανάγκη και η ζήτηση της αγοράς έ­φεραν το πρώτο ατμοκίνητο βαφείο. Στη συνέχεια ιδρύθηκαν προφανώς κι άλλα. (Το «ατμοκίνητον βαφείον» του Κοφινιώτη έ­γινε «Βαφεία ατμοκίνητα» του Δαναού).

Αλλά την εμπορία των υφαντών την είχαν οι έμποροι, οι οποίοι ήλεγχαν τις α­γορές. Ορισμένοι από αυτούς ήταν γυρο­λόγοι πραματευτές. Μία υφάντρια και μά­λιστα επαρχιώτισσα δεν είχε αυτή τη δυ­νατότητα. Υπό τις συνθήκες αυτές εμφα­νίζονται οι πρώτοι υφαντουργοί, πρωτίστως έμποροι, οι οποίοι είχαν κάποια εμπειρία από τις υφαντουργικές δραστηριότητες της εποχής τους, και αναπτύσσουν μία πολύ κα­λή συνεργασία με τις υφάντριες.

 

Το ξεκίνημα

 

Στην αρχή οι βιομήχανοι υφαντουρ­γοί Άργους του περασμένου αιώνα, οι ο­ποίοι μνημονεύονται παρακάτω, ξεκίνησαν την ύφανση με χειροκίνητους ξύλινους αρ­γαλειούς, οι οποίοι κατασκευάζονταν από ντόπιους μαραγκούς. Στις περισσότερες πε­ριπτώσεις έδιναν δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους. Οι βιομήχανοι στα πρώτα στάδια της επαγγελματι­κής τους καριέρας ήταν απλοί βιοτέχνες, όπως και οι συνάδελφοί τους που παρέμειναν βιοτέχνες, αλλά οι πρώτοι εξελίχθηκαν σε βιομήχανους, προϊόντος του χρόνου.

 

Βιοτέχνες υφαντουργοί Άργους, 1969 (αρχ. Ευάγγελου Γιαννακόπουλου).

 

Αυτοί, λοιπόν, είχανε στην α­ποθήκη τους μια διάστρα και ετοίμαζαν το στημόνι, καρφώνοντας παλούκια στον τοί­χο. Δηλαδή, το διάσιμο γινότανε με πρω­τόγονο τρόπο, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα, αν κάποια γυναίκα θέλει να υφάνει. Στη συνέχεια ο βιοτέχνης έδινε το στημόνι στην υφάντρια, καθώς επίσης και το νήμα σε κούκλες για το υφάδι. Το νήμα – εννοείται – πάντοτε βαμμένο. Πολλές φο­ρές η υφάντρια δεν ύφαινε σε δικό της αρ­γαλειό· της τον χορηγούσε ή της τον χάρι­ζε ο βιοτέχνης υφαντουργός, ο οποίος πλή­ρωνε την κατασκευή του. «Δεν ξέρω ιστο­ρικά αν όλοι πλήρωναν την κατασκευή του αργαλειού, μας είπε ο Σπύρος Νικολόπουλος, αλλά τουλάχιστο ο πεθερός μου ο Νάσκος έτσι ξεκίνησε». Άλλοι, πάλι, υφαντουργοί ξεκίνησαν διαφορετικά. Ο Μα­ρίνος π.χ. άνοιξε υφαντήριο το 1933 στην οδό Ζαΐμη με δέκα περίπου ξύλινους αρ­γαλειούς. Κάθε επιχείρηση έγραψε τη δι­κή της ιστορία μέσα στο χρόνο από το ξε­κίνημά της μέχρι την παρακμή της. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο αποκριάτικος χαρτοπόλεμος και τα πρώτα κομφετί


 

Ο χαρτοπόλεμος στις ήμερες μας περιορίζεται στην εποχή των αποκριάτικων γιορτών. Τα πολύχρωμα χαρτάκια, τα κομφετί, περισσότερο από έναν αιώνα, κα­τέχουν το δικό τους μερίδιο στον εορτασμό των ημερών της χαράς και της ευωχί­ας. Από το Μεσαίωνα καταγράφεται η παράδοση να ρίχνουν οι καρναβαλιστές στις παρελάσεις νομίσματα, φρούτα, καραμέλες, λουλούδια κ.α. Το έθιμο έφθασε στη χώρα μας στα χρόνια του Όθωνα. Όταν οι Αθηναίοι αστειευόμενοι πετούσαν διάφορα δημητριακά. Συνήθως στοχεύοντας κορίτσια, έριχναν στα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ξερά φασόλια, ρύζι, κριθάρι και καλαμπόκι.


«Πάλλης & Κοτζιάς».

Ήταν το 1875 όταν επιχειρηματίας στο Μιλάνο άρχισε την πώληση κομφετί στην παρέλαση του Καρναβαλιού. Θα περάσει ένα τέταρτο του αιώνα μέχρι να εισαχθεί η νέα συνήθεια και στην Ελλάδα. Την εισήγαγε το «Χαρτοπωλείον – Λιθογραφείον – Τυπογραφείον» του Αθανασίου Πάλλη. Πρόκειται για τη γνω­στή έως τις ημέρες μας ομώνυμη επιχείρηση, η οποία την εποχή εκείνη είχε ως συμμέτοχο τον Γεώργιο Κοτζιά, με έτος ίδρυσης το 1870. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »