Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’
Πρoστατευμένο: Η αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού και αμάχων Τούρκων από τα μεσσηνιακά κάστρα – Η μεταφορά των τελευταίων αιχμαλώτων στην Αίγυπτο. Γεώργιος Β. Νικολάου, Αθήνα, 2009.
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αιχμάλωτοι, Γεώργιος Β. Νικολάου, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πελοπόννησος, Ψηφιακές Συλλογές on 19 Νοεμβρίου, 2011|
Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Hermann von Pückler – Muskau, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καποδίστριας, Μούσκαου, Ναύπλιο, Παλαμήδι, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Φιλέλληνες on 18 Νοεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Ναύπλιο 1836 – Hermann von Pückler – Muskau
Επίσκεψη του γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ στο Ναύπλιο το 1836.
Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ – Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δύο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 στην Πρωσία. Απέκτησε τον τίτλο του πρίγκιπα το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μία μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πώς» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830/31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.
Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι του προς την Αφρική και την Ανατολή, το οποίο διήρκησε πάνω από εξίμιση χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφτασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.
Κατά τις περιηγήσεις του στην Ελλάδα το 1836 ο Πύκλερ δεν αφήνει σχεδόν κανένα τόπο απ’ έξω. Πολύπλευρος και ανοικτός χαρακτήρας όπως είναι, όλα προκαλούν το ενδιαφέρον του και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται περίφημα ή και άγνωστα τοπία: το Μαραθώνα π.χ. και το Σούνιο, αλλά και ένα μέρος στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω στον κόλπο του Μαραθονησίου (κόλπος της Λακωνίας), όπου, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η πρωτεύουσα της Ελλάδας, αν μόνο και μόνο η ομορφιά θα μέτραγε σαν κριτήριο για την εκλογή αυτή. Στην Αθήνα ο Πρίγκιπας Πύκλερ που ανήκει στην πιο υψηλή κοινωνία βρίσκει όλες τις πόρτες ανοικτές. Είναι καλεσμένος του Βασιλιά Όθωνα και συναντάει το Βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, που επισκέπτεται την εποχή εκείνη το γιο του Όθωνα στην Ελλάδα.
Η Αργολίδα είναι ένας σταθμός του τρίμηνου μεγάλου γύρου του Πύκλερ σε όλη την Πελοπόννησο. Για λίγες μέρες, το Μάιο του 1836, μένει και στο Ναύπλιο. Ας μη περιμένουμε όμως μια συστηματική περιγραφή της πόλης. Το στιλ αφήγησης του Γερμανού πρίγκιπα σε όλα τα βιβλία του, με το οποίο είχε κερδίσει ένα ευρύ και πιστό αναγνωστικό κοινό, αποτελεί ένα μίγμα από προσωπικές παρατηρήσεις και σκέψεις, περιγραφές προσωπικοτήτων ή τοπίων, αφηγήσεις μεγάλων ιστορικών ή και μικρών καθημερινών συμβάντων και άλλα πολλά.
Ακολουθεί, στην ελληνική μετάφρασή μου, το κεφάλαιο που αναφέρεται σε αυτή την επίσκεψη στο Ναύπλιο. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Πύκλερ που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1840/41 και έχει τον τίτλο «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» (Suedoestlicher Bilderssal, τόμ. 3ος, σσ. 139-153).
Ναύπλιο – Hermann von Pückler – Muskau
«Ο δρόμος δύο ωρών από εδώ (Μυκήνες) μέχρι το Ναύπλιο περνάει συνεχώς από ωραία καλλιεργημένα χωράφια. Όταν φθάσαμε στο νέο κατασκευασμένο δρόμο του Άργους, που είναι όμως σε κακή κατάσταση, περάσαμε από μια φάρμα μοντέλο την οποίαν ίδρυσε η Κυβέρνηση και την εμπιστεύθηκε στον λοχαγό Βεχ (Weech), που είναι γνωστός σαν συγγραφέας βιβλίων για τη Βραζιλία. Η λεπτομερή επίσκεψη των Μυκηνών με είχε καθυστερήσει τόσο πολύ που έφθασα ίσια πριν κλείσει η πύλη της πόλεως (του Ναυπλίου) στις 8 μ.μ. Διότι με βάση ενός αγαπητού παιχνιδιού του στρατού της εποχής μας το Ναύπλιο διοικείται και σε καιρό ειρήνης σαν να ήταν όλη η χώρα σε εξέγερση ή σαν να πλησίαζε ένας τούρκικος στρατός. Φυσικά η επικοινωνία υποφέρει πολύ λόγω της υπερβολικής αυστηρότητας της διάταξης αυτής. (Σημειωτέο είναι ότι παλαιότερα οι πύλες έκλειναν κιόλας στις 6 μ.μ.).
Εγώ προσωπικά αισθάνθηκα έντονα τις συνέπειες αυτού του μέτρου, διότι στο μεγάλο ξενοδοχείο που κατέβηκα, όπου άλλωστε σπάνια πια κατεβαίνουν ξένοι και για αυτό το λόγο ο ξενοδόχος δεν κρατάει προμήθειες από τρόφιμα, δεν βρήκα πια τίποτε να φάω. Το Ναύπλιο έχει χάσει σχεδόν εντελώς τον ελληνικό χαρακτήρα του και μοιάζει – με τους πολλούς στρατιώτες στο γερμανικό στιλ και με τα χρώματα της Βαυαρίας – με μία βαυαρική πόλη φρουράς. Εκτός από αυτό το Ναύπλιο είναι ο κύριος στρατιωτικός χώρος του Βασιλείου, με ένα μεγάλο οπλοστάσιο. Έχει καλούς λιθόστρωτους δρόμους, έναν ωραίο κόλπο, ένα στεφάνι από γαλάζια βουνά γύρω από την καρποφόρα πεδιάδα και πολύ κοντά, από πάνω του, το ρομαντικό Παλαμήδι, το πιο υπερήφανο κάστρο των υπέροχων Βενετών, οι οποίοι είχαν διαλέξει το Ναύπλιο σαν πρωτεύουσα του Μοριά. Από την πλευρά της θάλασσας βλέπει κανείς το δεύτερο πιο χαμηλό κάστρο, το Ιτς – Καλέ, και στο λιμάνι, με τριγύρω τη θάλασσα, στο βράχο κτισμένο το Μπούρτζι.
Ως προς την έλλειψη όλων των αγαθών τα οποία βρίσκει κανείς σε κάθε μεσαία ευρωπαϊκή πόλη και ως προς την ακρίβεια όλων των αναγκαίων πραγμάτων – τουλάχιστον για τον ξένο – το Ναύπλιο βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο με την Αθήνα. Στο «Hotel d’ Europe» πλήρωσα για δύο δωμάτια για κυρίους και δύο δωμάτια για υπηρέτες 28 φράγκα την ημέρα και για το πολύ λιτό μεσημεριανό γεύμα πλήρωσα 6 φράγκα κατά άτομο, χωρίς το κρασί.
Επειδή τη δεύτερη μέρα της διαμονής μου στο Ναύπλιο (σήμερα δηλαδή) είχα να γράψω επιστολές και να κάνω μερικές επισκέψεις, το βράδυ μου έμεινε μόνο λίγος καιρός για να επισκεφθώ την εκκλησία στην πόρτα της οποίας δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Μερικά σημεία του τοίχου δείχνουν ακόμη τα ίχνη των σφαιρών που έριξαν οι στρατιώτες της συνοδείας του στους δολοφόνους. Ο παπάς, αυτόπτης μάρτυρας όλων αυτών των συμβάντων, μου επιβεβαίωσε όλες τις λεπτομέρειες τις οποίες έχω περιγράψει πιο πάνω στους αναγνώστες μου[i].
Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο βρήκα εκεί έναν Έλληνα που μου έδειξε το περιεχόμενο δύο μεγάλων δερμάτινων σακιδίων: Ήταν επεξεργασμένοι λίθοι αξίας πάνω των 100.000 δραχμών, όπως και πολλά νομίσματα και άλλα περίεργα. Ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά αρχαία, για τα οποία ζήτησε 2000 δραχμές – μεταξύ άλλων ένα δήθεν δακτυλίδι σφραγίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα αποδείχθηκε αληθινό λόγω της ανάγλυφης χρυσής επιγραφής του. Η παινεμένη ποιότητα του λεπιδιού του όμως δεν άντεξε στο περσικό μου εγχειρίδιο και έπαθε, στη δοκιμή που κάναμε, μια βαθιά εγκοπή. Έτσι αγόρασα μόνο μερικούς λίθους για να παρηγορήσω τον Έλληνα. Μεταξύ των γνωριμιών που έκανα κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας πρέπει να αναφέρω τον διοικητή της πόλεως αντισυνταγματάρχη Στοϊερτς (Steuerz), ο οποίος είναι, λόγω της απουσίας του στρατηγού Γκόρντον (Gordon), προσωρινός Γενικός Διοικητής της Πελοποννήσου.
Είναι Γερμανός πολεμιστής από καλή πάστα που διακρίθηκε πολλές φορές με τις δράσεις του και που συνδέει με όλα αυτά τους πιο αξιαγάπητους και ευγενικούς τρόπους. Έτσι έγινε, δικαίως, ένα γενικά δημοφιλές πρόσωπο. Μια εξ ίσου πιστή απεικόνιση της πιο μεγάλης γλυκύτητας στο γερμανικό εθνικό χαρακτήρα είναι η κόρη του, Μαντάμ Καρπυνύ (Karpuny) η οποία, με τη γλυκιά και εμψυχωμένη ομορφιά της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τη σύγκριση με οποιαδήποτε Ελληνίδα.
Επίσης ο ταγματάρχης του τόπου, κύριος Τουρέ (Touret), Γάλλος στρατιωτικός από την εποχή του Ναπολέοντα και ένας από τους πιο παλαιούς φιλέλληνες, με περιποιήθηκε με όλη τη χαριτωμένη ζωηρότητα που χαρακτηρίζει το έθνος του. Οι Γάλλοι γίνονται τόσο αξιαγάπητοι κυρίως διότι έχουν σε κάθε στιγμή όλη τη νοημοσύνη τους διαθέσιμη για τη χρήση, ενώ εμείς (οι Γερμανοί) την κουβαλάμε μαζί μας στην βαλίτσα μας, και όταν θέλομε να την χρησιμοποιήσουμε πρέπει να τη βγάλουμε κομμάτι κομμάτι. Αυτή η ιδέα περνάει συχνά από το νου μου και αν τυχόν την έχω εκφράσει κιόλας αλλού, ας μου συγχωρεθεί, παρακαλώ, η επανάληψη – προς χάριν της αλήθειας. Στο Βαυαρό πρόξενο, κύριο Στρογκ (Strong), συνάντησα έναν ευχάριστο κύκλο όμορφων και μορφωμένων κυριών και ο νέος κόμης Μπότμερ (Bothmer), τον οποίον γνώρισα εκεί, ήταν ο γιος μίας πολύτιμης φίλης μου από τα παλαιά χρόνια – τι ευχάριστη ανάμνηση που κάνει πάντοτε καλό στην ευαίσθητη ψυχή.
21η Μαΐου [1836]
Ο τρόπος ζωής μου έχει αλλάξει ριζικά σε αυτό το ταξίδι (στην Ελλάδα). Έτσι π.χ. σηκώνομαι τώρα δέκα ώρες πιο νωρίς απ’ ότι σηκωνόμουν συνήθως στην Αθήνα, δηλαδή αντί στις 3 το απόγευμα στις 5 το πρωί. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη η θλιβερή μου ψυχική κατάσταση που κόντευε να μου κλέψει εντελώς τον ύπνο [ii], συνέβαλε ευεργετικά σε αυτή την επανάσταση στις συνήθειές μου, και αυτό, πράγματι, προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στον ταξιδιώτη. Έτσι σήμερα στις 5.30 π.μ. μπόρεσα να δω το πυροβολικό που είχε φθάσει σε παράταξη μπροστά από το ξενοδοχείο μου, στην Πλατεία των Πλατάνων (στην οποία δεν λείπει τίποτε άλλο παρά πλατάνια). Αποτελείτο από δύο πεδινές πυροβολαρχίες και μια ορεινή πυροβολαρχία και ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για άσκηση, αλλά περίμενε μία ώρα τα πολεμοφόδια που – δεν ξέρω για ποίο λόγο – αργούσαν. Κυρίως για να δω σε άσκηση την ορεινή πυροβολαρχία την οποίαν κουβάλαγαν μουλάρια, ακολούθησα, μετά από λίγη ώρα, την πομπή και την πρόφθασα όταν είχε πάρει την πρώτη θέση της, όχι μακριά από το φράκτη των σφαιρών.
Ο αντισυνταγματάρχης Χυτς (Huetz) που κατείχε την αρχηγία είναι μόνο ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία και όταν θα εγκαταλείψει την προσωρινή υπηρεσία του εδώ, στην πατρίδα του θα επιστρέψει στο παλαιό του αξίωμα. Αυτός είναι ένας παράξενος κανονισμός τον οποίον συναντάμε εδώ γενικά. Δεν κολακεύει ούτε τους Έλληνες ούτε τους φιλέλληνες και για τους Βαυαρούς το τέλος δεν είναι τόσο ευχάριστο. Ο υπουργός πολέμου, υποστράτηγος φον Σμάλτς (von Schmaltz) είναι στην πατρίδα του μόνο αντισυνταγματάρχης. Και όταν ο τέως διοικητής της πρωτεύουσας συνταγματάρχης Λύντερ (Lueder) εγκατέλειψε την Ελλάδα – ήμουν τότε εδώ – κάποιος έλεγε αστειευόμενος πως έσπευσε πίσω στην πατρίδα του για να ξαναπάρει τη θέση του σαν λοχαγός από το φόβο μήπως γίνει στρατηγός στην Ελλάδα. Εκτός από αυτό οι αξιωματικοί αυτοί έχουν μεγάλα χρηματικά πλεονεκτήματα. Παίρνουν ένα πολύ μεγαλύτερο μισθό στην Ελλάδα και όταν, μετά από δύο χρόνια, λήγει η σύμβασή τους θα επιστρέψουν δωρεάν, θα λάβουν για έξι μήνες ακόμη τον ελληνικό μισθό, ανάλογα με το ελληνικό αξίωμά τους, και επί πλέον, με την πρώτη μέρα της επιστροφής τους αρχίζει εκ νέου ο βαυαρικός μισθός, ανάλογα με το βαυαρικό βαθμό. Με αυτό τον τρόπο πολλοί αξιωματικοί μπόρεσαν, σε μικρό χρονικό διάστημα, να πληρώσουν τα χρέη που είχαν κάνει στη Βαυαρία και απελευθερωμένοι – στο κόστος της Ελλάδας – από τις στενοχώριες τους μπόρεσαν να ξαναδούν την αγαπημένη πατρίδα τους.
Ο αντισυνταγματάρχης λοιπόν στην Ελλάδα και ο ίδιος ανθυπολοχαγός στη Βαυαρία, ο οποίος αντιπροσώπευε αυτό το διπλό αξίωμα με ένα ασυνήθιστο μεγαλείο, ήταν φανερά ένας στρατιώτης με πολύ πάθος και ήταν συνεχώς τόσο απασχολημένος που μόνο με δυσκολία μπορούσε κανείς να του πάρει λίγες λέξεις. Γι’ αυτό υπήρχαν και λόγοι διότι πολλά δεν πήγαν όπως τα ήθελε. Η εξυπηρέτηση των πυροβόλων από τους Έλληνες πυροβολητές – στους οποίους τελευταία ο βαυαρικός κανονισμός ασκήσεως έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο γαλλικό κανονισμό – ήταν προφανώς αργή και συχνά πολύ αδέξια. Επί πλέον συνέβηκε το εξής γελοίο πράγμα ότι μερικά φυσίγγια ήταν κατά λάθος γεμισμένα με πυροτεχνήματα αντί με πυρίτιδα και τα πυροβόλα έφτυναν, χωρίς πολύ κρότο, πολύχρωμες φλόγες – προς μεγάλη φρίκη του αρχηγού.
Η άσκηση για τη διάταξη της οποίας ο αντισυνταγματάρχης δεν με τίμησε με ενημέρωση, συνέχισε μέχρι το χωριό Μέλισσα, μιάμιση ώρα από το Ναύπλιο, και πρέπει να ομολογήσω -προς τιμή της αλήθειας— ότι επίσης το ορεινό πυροβολικό δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα. Δεν ξέρω για ποίο λόγο, ή μήπως με το σκοπό να ασκούνται τα μουλάρια, το πυροβολικό έψαχνε πάντοτε τους πιο μακρινούς και δύσκολους δρόμους, χωρίς να υπήρχε καμία ανάγκη. Επί πλέον τα ζώα ήταν τόσο άσχημα φορτωμένα ώστε στο πιο αξιολύπητο μεταξύ τους το κανόνι με τη σέλλα κρεμόταν σαν ένας σάκος τροφίμων στο πλευρό του και ήταν σχεδόν αδύνατο το κακόμοιρο το ζώο να σκαρφαλώνει τα βράχια. Στην τελευταία τοποθέτηση των τριών πυροβόλων που παρακολούθησα φαίνεται ότι ο ίδιος ο αξιωματικός δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον εαυτόν του: Μετά από μερικά ανεβοκατεβάσματα τα τοποθέτησε τελικά ένα – ένα στις κορυφές τριών λόφων που ήταν αρκετά μακριά ο ένας από τον άλλο. Από εκεί τα απόμακρα απομονωμένα μικρο-πυροβόλα, τα οποία επί πλέον δεν ρίπτουν πλήρεις σφαιρών οβίδες (διότι ο κάλυκάς τους δεν αντέχει στην πιο δυνατή φόρτωση πλήρων οβίδων), δύσκολα θα είχαν προκαλέσει πολλή ζημιά σε έναν υποθετικό εχθρό.
Επίσης η προσωπική εκφώνηση των κατά λέξη διαταγών από το διοικητή του πυροβολικού προς τα τρία μακρινά σημεία είχε κάτι ευτράπελο και δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μία αληθινή μάχη, όπως και τώρα δημιούργησε, αναπόφευκτα, αρκετή σύγχυση. Ουσιώδες μέρος της άσκησης ήταν, όπως μου φάνηκε, το πρωινό στη Μέλισσα και εκεί συνέβηκε ένα άλλο κωμικό περιστατικό: την ίδια στιγμή που το ένα πυροβόλο έριξε προς την κατεύθυνση του κάρου των τροφίμων, αυτό μισοκάθησε λόγω μίας βλάβης και έπρεπε να ξεφορτωθεί έτσι ώστε δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κανόνι είχε ρίξει κάτω το κάρο. Αυτό το συμβάν που καθυστέρησε κατά πολύ το πρωινό και στο οποίο χάθηκε το πιο μεγάλο μέρος της γαβάθας με σαλάτα, έδωσε αφορμή στην εύθυμη νεολαία που με συνόδευε και στους αξιωματικούς της φρουράς που ήταν όπως εγώ μόνο θεατές, σε ατέλειωτα αστεία και οξείς σαρκασμούς. Και έτσι φθάσαμε καλπάζοντας σαν μία εμπροσθοφυλακή που δεν είχε το νου της ούτε στον φίλο που ακολουθεί ούτε στον αόρατο εχθρό μπροστά της στη Μέλισσα.
Αυτό το μέρος έχει μία πρωτότυπη όψη. Ας φανταστεί κανείς μία κοιλάδα σε μορφή καζανιού, περικυκλωμένη από άσπρα βουνά, στο κέντρο της οποίας βρίσκονται τα υπολείμματα ενός βενετικού υδραγωγείου και που είναι εξ ολοκλήρου σκεπασμένη με ένα δάσος των πιο φρέσκων και πολλαπλών πράσινων τόνων, γεμάτο λουλούδια όλων των χρωμάτων. Συκιές, λεμονιές και μουριές, οι τελευταίες γεμάτες με μαύρα ώριμα φρούτα, το άνθος της ροδιάς με την κόκκινη λάμψη, η φραγκοσυκιά με τα χρυσά λουλούδια, η ροζ πικροδάφνη και το σκούρο χαρούπι και ενδιάμεσα πλεγμένες οι κληματαριές. Όλα αυτά αποτελούσαν το ελκυστικό δασάκι. Και στο γρασίδι το οποίο άρδευε μία δροσερή πηγή, μερικές ομάδες από παλικάρια γύριζαν δέκα με δώδεκα ολόκληρα αρνιά σε ξύλινες σούβλες επάνω στη χόβολη. Άλλοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει – αυτή τη φορά όσο το δυνατόν σε καλύτερη θέση – κατά μήκος των δέντρων, τις σειρές μπουκαλιών τους με ρακί (ελληνικό οινόπνευμα), ρετσινάτο κρασί (τοπικός οίνος) και δροσερό νερό.
Σε αυτό το σημείο, πριν φθάσει ακόμη το νικηφόρο σώμα με το λιγομίλητο διοικητή του, για να αρχίσει το γεύμα, εγώ αποχαιρέτησα το εύθυμο πλήθος που με είχε συνοδεύσει και πήγα, καθέτως στα βουνά προς την κατεύθυνση του Πόρτε Λεόνε (Τολό) που απέχει περίπου δύο ώρες. Είναι ένα γραφικά τοποθετημένο λιμάνι στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, όπου βρίσκονται στη μέση της πεδιάδας τα υπολείμματα ενός βενετικού κάστρου μέσα σε ένα πλούσιο κάμπο σταφίδας και όπου ένας ψηλός πύργος επάνω σε ένα απομονωμένο βράχο στη θάλασσα – με τη θέα ανοικτή σε όλες τις πλευρές – κυριαρχεί ολόκληρη την περιοχή.
Από εδώ ένα χαριτωμένο μονοπάτι οδηγεί πρώτα από την ακτή με άμμο και μετά από απότομα βράχια σε μία νεόκτιστη κωμόπολη, της οποίας τα περιβόλια γεμάτα από θάμνους επεκτείνονται μέχρι ψηλά στα βουνά. Μέσα στη θάλασσα πολλά απόκρημνα νησιά, των οποίων μερικά φέρουν παλαιά γκρεμισμένα οχυρά, οι πολλαπλές κυματιστές γραμμές της ακτής μέχρι την Επίδαυρο και δίπλα της οι κορυφές των βουνών με τις πρωτότυπες πέτρινες μορφές τους, που μοιάζουν με κορμούς από κοντόχοντρα δέντρα, η ακίνητη σοβαρότητα και το άγριο μεγαλείο αυτής της φύσης μου άφησαν μία βαθιά εντύπωση.
Γύρισα μέσα από τα βουνά της οροσειράς και έμεινα για μία ώρα περίπου πιασμένος σε ένα φαλακρό πέτρινο λαβύρινθο μέχρι να βγω στην άλλη πλευρά του Παλαμηδίου όπου η πεδιάδα της Αργολίδας, λάμποντας στον πιο φωτεινό ήλιο, άνοιξε πάλι μπροστά μου. Ιδιαίτερα παράξενα φάνηκαν από αυτό το σημείο τα στρογγυλεμένα βράχια που σηκώνονται σαν νησιά έξω από τους κινούμενους κάμπους σταριού και μεταξύ των οποίων τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας Τίρυνθας ξεχωρίζουν πριν από όλα. Η ημέρα ήταν πολύ ζεστή, αλλά στην Πελοπόννησο ένας φρέσκος αέρας δροσίζει τις πιο πολλές φορές την ατμόσφαιρα. Αυτό κάνει το κλίμα της χώρας ευχάριστο το καλοκαίρι, το χειμώνα όμως – όπως το αισθάνθηκα αρκετά έντονα – είναι πολύ δυσάρεστο.
Μου έμεινε πολύ λίγος καιρός για ένα γρήγορο γεύμα μέχρι να φθάσει ο διοικητής της πόλεως για να με συνοδεύσει στην επίσκεψή μου στο Παλαμήδι. Για να αποφύγουμε την κουραστική σκάλα που οδηγεί από την πόλη μέχρι την κορυφή, κάναμε με τα άλογά μας ένα γύρο επάνω στα βουνά και μπήκαμε από την αντίθετη πλευρά στο φρούριο. Το χτίσιμό του είναι παράξενο και μερικά από τα τείχη του είναι κτισμένα επάνω στους αρχαίους τοίχους. Εξ άλλου λόγω του ονόματος Παλαμήδι, που προέρχεται προφανώς από τον Παλαμήδη της αρχαίας εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχε πάντοτε ένα φρούριο εδώ.
Το εσωτερικό αποτελείται από τρεις ψηλές ντάπιες εντελώς ξεχωριστές η μια από την άλλη. Η κάθε μια περικυκλώνεται από ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό τείχος έτσι ώστε μπορεί να αμυνθεί ξεχωριστά όταν οι άλλες ντάπιες έχουν κιόλας πέσει. Η εξωτερική οχύρωση προς την πλευρά της θάλασσας είναι αρκετά χαμηλή και αποτελεί το πιο αδύνατο σημείο του φρουρίου, συγχρόνως όμως προσφέρει την πιο όμορφη θέα, από τον κρημνό γεμάτο φραγκοσυκιές στην προεξέχουσα γλώσσα γης του Ιτς – Καλέ με την ανατολική θάλασσα και τα νησιά της, όπως και τους πρόποδες του βουνού που επεκτείνονται μέσα στη θάλασσα.
Και το σύνολο αυτό, με τη γοτθική αρχιτεκτονική των διαφόρων οχυρωμάτων στην πρώτη γραμμή, μοιάζει με ένα θαυμάσιο πίνακα που το έχουν βάλει μέσα σε ένα κάδρο. Και επάνω σε όλα αυτά σηκώνεται σαν ένα έμβλημα του κλίματος του Νότου (όπως έλεγε ποιητικά ο κόμης Πέκιο [Pechio]) ένας ψηλός φοίνικας. Οι Βενετοί είχαν σκοπό να ανατινάξουν τα βράχια στο πόδι του Παλαμηδίου για να χωρίσουν το Παλαμήδι από το Ιτς – Καλέ δια μέσου μίας θαλασσινής διώρυγας και συγχρόνως να ενώσουν τα δύο κάστρα με μια σκεπασμένη γέφυρα, μια κολοσσιαία επιχείρηση που ήταν ήδη μισοτελειωμένη, όταν τα πολιτικά γεγονότα έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Βενετών στο Μοριά.
Στο Παλαμήδι υπάρχουν δεξαμενές κτισμένες από τους Τούρκους,30 ποδιών μάκρους και6 ποδιών φάρδους. Όμως μόνο σαράντα κανόνια είναι τοποθετημένα, ενώ θα χρειαζόταν διπλάσιος αριθμός περίπου για μια στοιχειώδη άμυνα του φρουρίου.
Με την ευκαιρία της επίσκεψης μου των φυλακισμένων οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χονδρογιάννηδες. Οι δύο έγιναν πολύ χοντροί και του Σωτήρη του έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρότερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει τώρα κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθάσει στο τελικό ύψος του και έχει γίνει ένας από τους πιο ωραίους άντρες που μπορεί κανείς να βρει.
Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με καλωσόρισαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ απάντησα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβόντουσαν πολύ την απόφαση του δικαστηρίου στην δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι [iii]. Μετά με οδήγησαν σε έναν αρχηγό 102 χρονών, τον Μήτρο Πέτροβα, ο οποίος φυλακίζεται εδώ, λόγω εξέγερσης στη Μεσσηνία, για 20 χρόνια!!. Πάντως συντηρείται πολύ καλά και μοιάζει με ένα εξηντάρη. Ο φύλακας μας είπε ότι αυτός ο κρατούμενος, με όλη τη ζωηρότητά του, παραπονιόταν με την πιο μεγάλη ανυπομονησία για το γεγονός ότι δεν του επιτρεπόταν να δεχθεί γυναικεία συντροφιά.
Είναι γνωστό ότι και ο Κολοκοτρώνης και ο Κολιόπουλος κρατήθηκαν σε αυστηρή φυλάκιση εδώ για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι μετά καταδικάστηκαν σε θάνατο από δικαστές των οποίων μερικοί δρούσαν κάτω από βίαιο εξαναγκασμό και ότι τώρα, στολισμένοι με το παράσημο του Σωτήρα, χαίρονται της ιδιαίτερης χάρης της Μεγαλειότητος του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης σαν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κολιόπουλος σαν συνταγματάρχης των δέκα τμημάτων της νέας οργανωμένης φάλαγγας.
Όταν στο γυρισμό κατεβήκαμε από την πολύ κουραστική σκάλα με τις πολλές στροφές, συναντήσαμε το διοικητή του Παλαμηδίου ο οποίος, αφού είχαμε ανταλλάξει μερικές κουβέντες, γύρισε πάλι πίσω για να μου προσφέρει, όπως σε μια κυρία, ένα μπουκέτο λουλουδιών, μια ευγένεια που με παραξένεψε εκ μέρους ενός διοικητή φρουρίου, αλλά αυτό είναι μέρος των ελληνικών εθίμων.»
Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη
Εισαγωγή – μετάφραση
(Επιμέλεια του ελληνικού κειμένου: Ελένη Στοϊκοβιτς – Κοββατζή)
Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2004.
[i] Από τη «Νότιο – Ανατολική Πινακοθήκη» του Πύκλερ, τόμος 2ος, σσ. 270-272: Στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1836, ο Πύκλερ γνώρισε τον κύριο Κατακάζη, έναν πολύ μορφωμένο Έλληνα στην υπηρεσία των Ρώσων. Αυτός ήταν προσωπικός φίλος του Καποδίστρια και σχετικά με τη δολοφονία του, διηγήθηκε στον Πύκλερ τα εξής: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, το, ότι (ο Καποδίστριας) έλαβε μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν άφηναν καμία αμφιβολία αναφορικά με τους σκοπούς των Μαυρομιχαλέων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν αγοράσει όπλα στο Ναύπλιο κτλ. Παρά ταύτα ο Πρόεδρος δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε εναντίον τους. Βαρυσήμαντη και συγχρόνως συγκινητικά ανθρώπινη και γεμάτη αρχαίου ηρωισμού ήταν η συμπεριφορά του εκείνη την άτυχη μέρα. Όταν πλησίασε την πόρτα της εκκλησίας είδε τους φανατικούς δολοφόνους που στέκονταν δίπλα της. Έγινε χλωμός και έκανε μισό βήμα πίσω, μετά χαμήλωσε το κεφάλι και πήγε γρήγορα και με σταθερό βήμα προς τη σκοτεινή μοίρα του. Τα τυφλά εργαλεία της μοίρας του έπεσαν αμέσως επάνω του και με μια πιστολιά στο σβέρκο του και ένα κτύπημα εγχειριδίου στο πλευρό του έθεσαν τέρμα στη τόσο γεμάτη δράσεων ζωή του Κυβερνήτη.» – Σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια ο αφηγητής, κύριος Κατακάζης, διηγήθηκε στον Πύκλερ ακόμα τα εξής: Ο Καποδίστριας είχε προαισθανθεί από πολύ νωρίς το βίαιο τέλος του, και κάποτε είχε πει ότι ο πρώτος εκδικητής του θα είναι το πιστό και πολύ αφιερωμένο παλικάρι του, που τον συνόδευε παντού, του οποίου έλλειπε το ένα χέρι. Στην τελική καταστροφή του Καποδίστρια στο Ναύπλιο αυτή η προφητεία έγινε πραγματικότητα: Εκείνο το παλικάρι κράτησε, με το άκρον απομένον του χεριού του τον πεσόντα και πλήγωσε πρώτος, με το εγχειρίδιό του, τον δολοφόνο που τον είχαν ήδη συλλάβει.
[ii] Το Μάιο του 1836 ο Πύκλερ είχε εγκαταλείψει την Αθήνα απότομα, πιθανώς εξ αιτίας μίας άτυχης ερωτικής περιπέτειας.
[iii] Ο Πύκλερ είχε γνωρίσει τους αδελφούς από τη διαβόητη οικογένεια ληστών Χοντρογιάννη το Φεβρουάριο του 1836, όταν επισκέφθηκε μαζί με το νομάρχη των Πατρών την κορβέττα του Κανάρη. Είχαν οδηγηθεί εκεί, αφού είχαν πιαστεί σε μια ληστεία στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη στη Βοστίτσα (σήμερα Αίγιο). Το περιστατικό αυτό είχε ως εξής: Ο Πύκλερ, μετά από μια διαμονή πέντε εβδομάδων στην Πάτρα, ήθελε να φύγει για να συνεχίσει την περιοδεία του στην Ελλάδα. Ο επόμενος σταθμός του ήταν η Βοστίτσα, όπου τον περίμενε ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής, ο κύριος Μεσηνέζης για να τον φιλοξενήσει. Απρόοπτα ο Πύκλερ καθυστέρησε την αναχώρησή του, διότι τα δύο σκυλιά του είχαν εξαφανιστεί. Να που το βράδυ της προγραμματισμένης άφιξής του συνέβηκε η επίθεση των ληστών στο σπίτι του κυρίου Μεσηνέζη, με άγριες ανταλλαγές τουφεκιών και πολλούς τραυματίες. Τελικά τρεις αδελφοί Χοντρογιάννη και δύο άλλα μέλη της συμμορίας συνελήφθηκαν. Ο Πύκλερ ακούγοντας όλη αυτή την ιστορία ήταν πεπεισμένος ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο κύριος στόχος της ληστείας, δηλαδή ότι οι ληστές ήθελαν να πιάσουν ένα ξένο με κύρος σαν όμηρο, για να ζητήσουν εκβιαστικά την απελευθέρωση δύο άλλων αδελφών Χοντρογιάννη που κρατιόνταν τότε στο Παλαμήδι.
Στο Μετεπαναστατικό Ναύπλιο του Καποδίστρια
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καποδίστριας, Κοινωνία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Στο Μετεπαναστατικό Ναύπλιο του Καποδίστρια on 16 Σεπτεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Στο Μετεπαναστατικό Ναύπλιο του Καποδίστρια[i]
Γεγονός είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον – στο διεθνή και τον ελληνικό επιστημονικό χώρο – για την ιστορία της καθημερινής ζωής των απλών ανθρώπων. Έτσι, αυτοβιογραφίες, απομνημονεύματα, προσωπικά ημερολόγια, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αναμνήσεις, κ.α., έχουν πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού φαίνεται να αναδεικνύουν τους αφανείς της ιστορίας, τους οποίους η παραδοσιακή ιστοριογραφία παραμερίζει.
Γίνεται, έτσι, όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι για να μπορέσει να εισχωρήσει κανείς στην ατμόσφαιρα μιας εποχής και να διευρύνει τις ιστορικές του γνώσεις, θα πρέπει να μελετήσει τα βιώματα και τις συνθήκες ζωής των καθημερινών ανθρώπων, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους γύρω τους, τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα, τις προτιμήσεις τους, τα πρότυπά τους, τις προσδοκίες τους, τις απογοητεύσεις τους και τις απόψεις τους γύρω από ποικίλα ζητήματα, ηθικά, φιλοσοφικά, κοινωνικά.
Μέσα από το πρίσμα αυτό των μικροϊστορικών προσεγγίσεων, το ιστορικό υλικό αναφέρεται στο μεμονωμένο και όχι στο μαζικό, στο «υποκειμενικό» και όχι στο «αντικειμενικό», στο ατομικό και όχι στο συλλογικό. Δεν πρόκειται ωστόσο για μια αναφορά αποκομμένη από τον κορμό του ιστορικού συγκείμενου, αλλά για μια αναγωγή στο μέρος που ούτως ή άλλως παραμένει πάντοτε εντός του ιστορικο-πολιτισμικού συνόλου. Έτσι υποκειμενικό και αντικειμενικό συγκλίνουν και διενεργείται μια αδιάκοπη ροή μεταξύ ψυχολογίας και ιστορίας.
Το Ναύπλιο και η Κυβέρνηση
Η άλωση του Παλαμηδίου (29-30 Νοεμβρίου 1822) αποτέλεσε μια σημαντική στιγμή για τους επαναστατημένους Έλληνες, ή οποία τους γέμισε χαρά και αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτούσε ότι η ώρα της απελευθέρωσης και η δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους δεν θα αργούσε να έρθει. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τις δηλώσεις πολιτικών της εποχής (Αθαν. Κανάρης, Θ. Νέγρης), ξένων διπλωματών και περιηγητών [ii]. Το Ναύπλιο όντας πια ελεύθερο επιλέχθηκε ως έδρα της Κυβέρνησης (18.1.1823). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία άλλα υπαγορεύτηκε από μια σειρά λόγους που σχετίζονταν με τη γεωπολιτική θέση της πόλης, τη φυσική της οχύρωση και την πρωτοκαθεδρία της έναντι των υπολοίπων πόλεων της Πελοποννήσου. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει εξάλλου πως κατά την β’ βενετοκρατία το Ναύπλιο με την ονομασία Napoli di Romania ήταν η πρωτεύουσα του Regno de Morea, ενώ επί οθωμανικής κυριαρχίας ως Anadolu υπήρξε το πολιτικό, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του Σαντζακίου του Μοριά.
Με βάση τις προαναφερθείσες παραμέτρους η πόλη ορίστηκε (Ιανουάριος 1823) ως έδρα της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος. Λίγο αργότερα η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) οριστικοποίησε την ανωτέρω απόφαση και με σχετικό ψήφισμά της αναγόρευσε το Ναύπλιο σε Καθέδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής.
Η προσωρινή μεταφορά της Κυβέρνησης για λόγους ασφαλείας στην Αίγινα – Αύγουστος 1827 έως και την 3η Μαρτίου 1829 – δε σήμαινε και μεταφορά της καθέδρας [iii]. Την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης για το Ναύπλιο σεβάστηκε ο Καποδίστριας, ο οποίος έφτασε στο λιμάνι της πόλης – με το αγγλικό δίκροτο Warspite – στις 6/18 Ιανουαρίου 1828. Η άφιξή του έδωσε τη δυνατότητα για εκδηλώσεις ενθουσιασμού στο συγκεντρωμένο πλήθος που τον επευφημούσε ως σωτήρα, καθώς είχε στηρίξει σ’ αυτόν όλες του τις ελπίδες.
Η εικόνα όμως που σύντομα ο Καποδίστριας σχημάτισε ήταν απογοητευτική. Η χώρα ήταν ερειπωμένη και ο λαός καθημαγμένος, ενώ η οικονομία, η διοικητική μηχανή, η δικαιοσύνη, ο στρατός, η εκπαίδευση, θεσμοί δηλαδή που θεμελιώνουν ένα ελεύθερο και ευνομούμενο κράτος ήταν ανύπαρκτοι ή διαλυμένοι. Παντού υπήρχαν ερείπια, μισογκρεμισμένα κτήρια, πρόσφυγες, εξαθλιωμένοι κάτοικοι, ορφανά, αρνητικές δηλαδή συνέπειες της Επανάστασης.
Στο Ναύπλιο συνέρεαν καθημερινά πρόσφυγες, καθώς ήταν η μόνη ασφαλής πόλη του ελεύθερου ελλαδικού χώρου και τα άτομα που κατέφευγαν εκεί ευελπιστούσαν ότι θα λάμβαναν την πρόνοια της Κυβέρνησης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως θα φανεί στη συνέχεια, η πόλη προσέλκυε πληθυσμούς (Έλληνες και ξένους) λόγω των οικονομικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων που παρείχε [iv]. Επιπρόσθετα όμως η κατάσταση αυτή – όπως ήταν φυσικό – επέτρεψε στο να μεταβληθεί ο χώρος σε τόπο μηχανορραφιών, ανταγωνισμών και αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να επιβάλλει τάξη στους πρόσφυγες, στους απείθαρχους στρατιώτες και σε κάθε λογής κακοποιά στοιχεία που εκμεταλλεύονταν τη γενικότερη αποδιοργάνωση που παρατηρείτο[v].
Οικοδομικός οργασμός
Στις άμεσες προτεραιότητες του Καποδίστρια ήταν να δημιουργήσει ισχυρή κυβέρνηση στον τόπο, να αναδιοργανώσει την επαρχιακή διοίκηση, να ανασυντάξει το στρατό και το στόλο, να θέσει τις βάσεις για την οικονομική ανόρθωση της χώρας. Εκτός όμως από αυτά σε προτεραιότητα έθεσε και την ανοικοδόμηση της πόλης, θέλοντας να την καταστήσει πρότυπο ανάπτυξης και για τις υπόλοιπες περιοχές του Κράτους. Πολύτιμο βοηθό του σ’ αυτή του την προσπάθεια είχε ένα συμπατριώτη του, τον Κερκυραίο πολεοδόμο και αξιωματικό του γαλλικού στρατού Σταμάτη Βούλγαρη. Σ’ αυτόν ανέθεσε τον έλεγχο των οχυρωμάτων των φρουρίων, τον επανασχεδιασμό, τη βελτίωση και την ανάπτυξη της υπάρχουσας πόλης αλλά και την επιλογή της κατάλληλης τοποθεσίας για τη δημιουργία οικισμού προσφύγων, την Πρόνοια [vi].
Η έκταση που καταλάμβανε η πόλη δε διέφερε από τα όρια του σημερινού ιστορικού κέντρου, λόγω ακριβώς της τοπογραφίας της περιοχής και των δύο μεγάλων φρουριακών συγκροτημάτων που την περιέβαλαν, της Ακροναυπλίας και του Παλαμηδίου [vii]. Το Ναύπλιο την καποδιστριακή περίοδο εκτεινόταν από την Ακροναυπλία έως τη θάλασσα σε τρεις βασικές ζώνες. Στην πρώτη ζώνη, πλάτους110 μέτρων από τα τείχη της Ακροναυπλίας κατά μήκος των ισοϋψών του οικισμού, δεν έγιναν ιδιαίτερες οικιστικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για την περιοχή του Ψαρομαχαλά, όπου κατοικούσαν κυρίως ψαράδες. Σημαντικές επεμβάσεις έγιναν στη δεύτερη ζώνη, η οποία αναπτύχθηκε παράλληλα με την πρώτη και καταλάμβανε την περιοχή έως τα επιθαλάσσια τείχη.
Στο χώρο αυτό, που είχε καθαρά αστικό χαρακτήρα, υπήρχαν οι σημαντικότεροι ναοί και τα δημόσια κτήρια της πόλης, όπως οι εκκλησίες της Παναγίας, του Αγίου Γεωργίου, η Μητρόπολη, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος, οι Γενικές Γραμματείες – τα υπουργεία της εποχής – η πλατεία Πλατάνου (το παλαιό Ενετικό Forum) με το μικρό τζαμί που μετατράπηκε σε αλληλοδιδακτικό σχολείο, ο Τεκές του Αγά πασά – που εγκαταστάθηκε το Βουλευτικό – το Arsenale, πού χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Κοινωνικό και πολιτικό κέντρο της ζώνης αυτής, όπως και της πόλης γενικότερα, αποτελούσε ή πλατεία Πλατάνου, η οποία θα μετονομαστεί αρχικά σε πλατεία Στρατώνα και στη συνέχεια σε Συντάγματος. Κάτω από τον σκιερό πλάτανο, σήμα κατατεθέν του Ναυπλίου, υπήρχαν υπαίθριοι αναφορογράφοι, που υποκαθιστούσαν τους ανύπαρκτους δικηγόρους και συμβολαιογράφους.
Η διαμόρφωση της πλατείας ανατέθηκε στο Στ. Βούλγαρη, ο οποίος ανοίγοντας τη μικρή κλειστή ενετική πλατεία του Αγίου Γεωργίου δημιούργησε τη νέα μεγάλη νεοκλασική πλατεία των Τριών Ναυάρχων στα ανατολικά της πόλης – κοντά στα τείχη- όπου εγκαταστάθηκε το Κυβερνείο, κατοικία του Καποδίστρια και μετέπειτα του Όθωνα. Η τρίτη ζώνη – συνολικού πλάτους 100 μ.- εκτεινόταν έξω από τα επιθαλάσσια τείχη και αποτελούσε συνέχεια της δεύτερης. Σε οριζόντιο πια έδαφος οι πολεοδόμοι εφάρμοσαν τους κανόνες της πολεοδομίας του 19ου αιώνα σχεδιάζοντας με απόλυτα κανονική χάραξη δρόμων ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα. Σύμφωνα με τη νέα ρυμοτομία τα οικόπεδα ήταν μικρού πλάτους και διαμπερή, ώστε να εξασφαλίζεται ο άνετος αερισμός και ηλιασμός των χώρων.
Έξω από τα τείχη του Ναυπλίου και κοντά στους πρόποδες του Παλαμηδίου δημιουργήθηκε το προσφυγικό προάστιο Πρόνοια – ο πρώτος προσφυγικός οικισμός της νεότερης Ελλάδας – στον οποίο εφαρμόστηκε ο ίδιος οικοδομικός σχεδιασμός με αυτόν που ίσχυε στην υπόλοιπη πόλη [viii]. Η δημιουργία του εν λόγω οικισμού εντάσσεται στα μέτρα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας που έλαβε ο Κυβερνήτης για την αποσυμφόρηση των αστικών κέντρων της επικράτειας.
Στην ανοικοδόμηση της πόλης ο Βούλγαρης είχε ως συνεργάτη το Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck, τον μετέπειτα αντιβασιλέα (1833-1835). Η μακρόχρονη παραμονή του τελευταίου στην Ελλάδα – ήδη από την Επανάσταση- και η επαφή του με το στενό φίλο του Κυβερνήτη, Ελβετό τραπεζίτη Eynard, συντέλεσαν στο να διοριστεί γενικός στρατιωτικός διοικητής Ναυπλίου. Στις αρμοδιότητές του επίσης ήταν να επισκευάσει τις οχυρώσεις και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της πόλης [ix]. Μαζί με τους προαναφερθέντες το έργο της ανοικοδόμησης ανέλαβε και πλήθος Ελλήνων και ξένων αρχιτεκτόνων και στρατιωτικών μηχανικών, όπως οι Θ. Βαλλιάνος, Δημ. Σταυρίδης, Ανδρέας Καλλάνδρος, Δημ. Καλλέργης, Εμμ. Μανιτάκης, Πίζας, Α. Garnot, Πασκουάλε Ιππολίτι, Σταμάτης Κλεάνθης, Eduard Schaubert [x].
Από τις σχετικές εντολές που απέστειλε ο Καποδίστριας στο Βούλγαρη αποδεικνύεται πως ο πρώτος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την ανοικοδόμηση της πόλης. Μια από αυτές αναφερόταν στην ανακαίνιση όσων οικοδομών είχαν διατηρηθεί σε καλή κατάσταση και στη σταδιακή κατεδάφιση όλων των κατεστραμμένων και ετοιμόρροπων κτηρίων – ιδιωτικών και δημόσιων- στη θέση των οποίων έπρεπε να ανεγερθούν νέα. Εντολή επίσης δόθηκε για την αφαίρεση των σαχνισιών προκειμένου να διευκολυνθεί η κυκλοφορία του αέρα στο εσωτερικό των σπιτιών, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες υγιεινής [xi].
Εκτός όμως από τους καθαρά πρακτικούς λόγους την αλλαγή της εικόνας της πόλης επέβαλλαν και ηθικοί. Το προεπαναστατικό Ναύπλιο ακολουθούσε την οικιστική δομή των πόλεων της οθωμανικής περιόδου, όπου κοινό γνώρισμά τους ήταν η λειτουργική ενότητα του άστεως, στον πυρήνα του οποίου οργανώνονταν όλες οι διοικητικές, εμπορικές, και θρησκευτικές δραστηριότητες [xii].
Όχι μόνο η διάταξη των δημόσιων κτισμάτων, αλλά και η ρυμοτομία και η αρχιτεκτονική των κτηρίων του θύμιζε Ανατολή. Οι δρόμοι ήταν στενοί, κακοτράχαλοι και γεμάτοι ακαθαρσίες, ενώ τα ευρύχωρα διώροφα ή τριώροφα σπίτια – κτισμένα με ξυλοδεσιές (τσατμάδες)- λόγω των προεξοχών τους (σαχνίσια) έφερναν σε άμεση γειτνίαση το ένα κτίσμα με το άλλο[xiii].
Ο Καποδίστριας προσπάθησε λοιπόν μέσω οικιστικών παρεμβάσεων ν’ αλλάξει την προϋπάρχουσα κατάσταση, ώστε η πρωτεύουσα του νέου κράτους να μη θυμίζει το προγενέστερο οθωμανικό παρελθόν της. Για το λόγο αυτό τα κτήρια που κατασκευάστηκαν τότε στο Ναύπλιο χαρακτηρίζονται από την καθαρότητα των όγκων και τη γνώριμη ελληνική κλίμακα. Τα περισσότερα από αυτά αποτέλεσαν χαρακτηριστικά δείγματα ενός πρώιμου ελληνικού νεοκλασικισμού. Ενός αρχιτεκτονικού ρυθμού που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων, επαναχρησιμοποιήθηκε και επικράτησε στην Ευρώπη το 18ο και 19ο αιώνα, για να μεταφυτευθεί και να επικρατήσει και πάλι στην Ελλάδα από τους αρχιτέκτονες της καποδιστριακής και οθωνικής περιόδου.
Το Ναύπλιο και η Αίγινα είναι οι πρώτες πόλεις όπου εφαρμόστηκε ο ρυθμός αυτός, ο οποίος στη συνέχεια κυριάρχησε στην αρχιτεκτονική της Πάτρας, της Ερμούπολης, του Άργους, της Αθήνας και της Σπάρτης. Τα όποια προβλήματα προέκυψαν από την έλλειψη ντόπιων οικοδόμων, σιδηρουργών και εξειδικευμένων τεχνιτών, πού θα κατασκεύαζαν τις μορφολογικές λεπτομέρειες του ρυθμού (γείσα, κιονόκρανα, παραστάδες, κιγκλιδώματα) ξεπεράστηκαν με τον ερχομό μεταναστών τεχνιτών, κυρίως Επτανησίων[xiv].
Η πόλη όμως δεν παρείχε ανάλογες δυνατότητες στον εξοπλισμό των οικιών και στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων, αφού ή λαϊκή παράδοση δεν είχε να επιδείξει έπιπλα ανάλογα με τα ευρωπαϊκά[xv]. Επειδή μάλιστα ο ένας και μοναδικός κατασκευαστής επίπλων πολυτελείας δεν μπορούσε να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες των κατοίκων, πολλαπλασιάστηκαν σημαντικά οι εισαγωγές. Στο πλαίσιο λοιπόν του εξευρωπαϊσμού του Ναυπλίου εισάγονταν έπιπλα από τη Μασσαλία, τη Γένοβα, τη Μάλτα, ανατολίτικα χαλιά από την Ανατολή και είδη οικιακού εξοπλισμού από την Αγγλία και τη Γαλλία[xvi].
Οικονομικές και εκπαιδευτικές πτυχές
Με την πάροδο του χρόνου η αναρχία και η ανασφάλεια που επικρατούσαν έως το 1828 στη χώρα σταδιακά μειώθηκαν παραχωρώντας τη θέση τους στην ευνομία και την ασφάλεια. Σ’ αυτό συνέβαλε τόσο η παρουσία του Καποδίστρια στα δημόσια πράγματα του κράτους όσο και η πολιτική που ακολούθησε. Η νέα κατάσταση οδήγησε εκατοντάδες Έλληνες από όλες τις περιοχές της χώρας στο να εγκατασταθούν στην πόλη επιζητώντας οικονομικές ευκαιρίες και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η διαφορετική προέλευση των νέων κατοίκων της πόλης αποτυπώνεται και στον κατάλογο των ατόμων που εργάστηκαν στο Κυβερνείο. Σε αυτόν καταγράφονται εργάτες από την Τήνο, την Αθήνα, την Κέρκυρα, τη Ρούμελη, τη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη, τα Κύθηρα, τη Σίφνο, τα Καλάβρυτα, τον Τύρναβο, κλπ [xvii].
Ο μακροχρόνιος πόλεμος, όπως ήταν φυσικό, είχε πλήξει άμεσα τους αστικούς σχηματισμούς των επαναστατημένων περιοχών. Έτσι στις αρχές του 1828 τόσο στο Ναύπλιο όσο και στην Αίγινα είχαν απομείνει λίγοι έμποροι. Η κατάσταση αυτή άλλαξε επί Καποδίστρια, αφού η πόλη του Ναυπλίου μετατράπηκε σε σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κόμβο, προσελκύοντας πια όχι μόνο εργατικό δυναμικό αλλά και πλήθος εμπόρων, Ελλήνων και ξένων.
Έλληνες του εξωτερικού (Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, Ρωσία, Κεντρική Ευρώπη) αλλά και έμποροι από την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αμερική άρχισαν να εγκαταθίστανται στο Ναύπλιο προσδίδοντάς του σταδιακά ευρωπαϊκή εικόνα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι γαλλικοί και ελληνικοί εμπορικοί οίκοι που δραστηριοποιήθηκαν στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Στον τομέα του λιανικού εμπορίου οι αποθήκες, τα εργαστήρια, τα οψοπωλεία, οι ταβέρνες, οι φούρνοι, τα εμπορικά της προκυμαίας και της πόλης εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ντόπιων και αλλοδαπών.
Η εγκατάσταση πληθυσμών στην πόλη σχετίζεται και με το γεγονός ότι το Ναύπλιο εκτός από την εμπορική δράση ήταν συγχρόνως στρατιωτικό, διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο του Κράτους. Στην πόλη λειτουργούσαν νομικά καταστήματα (Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο, Εμποροδικείο) φυλακές και νοσοκομεία. Συγκεκριμένα στον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών υπήρχε πολιτικό νοσοκομείο με την επωνυμία Α’ Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, ενώ από τον Αύγουστο του 1828 ο Heideck ίδρυσε και ένα δεύτερο – εντός του κάστρου της Ακροναυπλίας – για τους στρατιωτικούς. Στα προαναφερθέντα νοσοκομεία προσέφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες Έλληνες και ξένοι γιατροί. Παράλληλα στην πόλη υπήρχε και το φαρμακείο, Ο Σωτήρ, του Βονιφάτιου Βοναφίν, φαρμακοποιού με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στον εν λόγω χώρο ταριχεύτηκε η σορός του Καποδίστρια, πριν μεταφερθεί στην Κέρκυρα όπου και ενταφιάστηκε [xviii].
Μπορεί το κέντρο Παιδείας του Κράτους να ήταν η Αίγινα, το Ναύπλιο όμως ως πρωτεύουσα είχε τα δικά του εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στην πόλη προϋπήρχε αλληλοδιδακτικό σχολείο, που ίδρυσε η Φιλανθρωπική Εταιρεία (1826) κατά το πρότυπο των αγγλικών αλληλοδιδακτικών της «British and Foreing School Society». Επί Καποδίστρια ιδρύθηκαν δύο νέα αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα στην κάτω πόλη και ένα εντός του κάστρου για τα ορφανά και τους στρατιώτες. Στα εκπαιδευτήρια του Ναυπλίου εντάσσονται τα τέσσερα Ελληνικά Σχολεία – ένα δημόσιο και τρία ιδιωτικά – και τα δύο ιδιωτικά παρθεναγωγεία με διευθύντριες την Ελένη Δανέζη και τη Γαλλίδα Charlotte de Volmerange αντίστοιχα. Παράλληλα λειτουργούσαν και δύο άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο των Ευελπίδων [xix] – οργανωμένο κατά τα γαλλικά πρότυπα από το Γάλλο αξιωματικό Pauje – και το Πρότυπον Αγροκήπιον της Τύρινθας [xx].
Οι απόφοιτοι του Πολεμικού Σχολείου, που χρησίμευε και ως η πρώτη Ανώτατη Τεχνική Σχολή, στελέχωσαν το Σώμα του Μηχανικού και της Οχυροποιίας και εργάστηκαν ως πολιτικοί αρχιτέκτονες και μηχανικοί στην ανασυγκρότηση της χώρας. Το Αγροκήπιον – έκτασης 2.206 στρεμμάτων εθνικής γης – αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια γεωργικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Την εικόνα της εκπαίδευσης στην πόλη συμπλήρωνε το Φιλολογικό Σπουδαστήριο του Λευκαδίτη ιατροδιδασκάλου Α. Παπαδόπουλου-Βρετού (1831). Το σπουδαστήριο ακολουθώντας το πρότυπο των αναγνωστικών λεσχών της Ευρώπης, παρείχε στα μέλη του σε καθημερινή βάση τις υπηρεσίες του. Εκεί μπορούσε κανείς να δανειστεί ελληνικά, γαλλικά, ιταλικά, αγγλικά βιβλία, να διαβάσει φιλολογικές και πολιτικές εφημερίδες, ή να γράψει.
Το Φιλολογικό Σπουδαστήριο κάλυπτε την έλλειψη βιβλιοπωλείων, αφού στην πόλη υπήρχε μόνο ένα που διέθετε ελληνικά βιβλία, ενώ ένας Γερμανός βιβλιοπώλης προμήθευε την αγορά με κάποια ξενόγλωσσα. Ελληνικά βιβλία και λεξικά πωλούνταν και σε καταστήματα γενικού εμπορίου ή, αν ήθελε κάποιος μπορούσε να γίνει συνδρομητής και να του τα αποστέλλουν. Στο Ναύπλιο λειτουργούσε τέλος και τυπογραφείο στο οποίο εκδιδόταν ο τοπικός Τύπος και κάποια έντυπα. Πάντως καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε ο κυριότερος τρόπος για να διαβάσει κανείς ήταν ο αμοιβαίος δανεισμός [xxi].
Καθημερινότητα και ψυχαγωγία
Ο ευρωπαϊκός αέρας που έπνεε στην πόλη διαφαίνεται και στην ενδυμασία των κατοίκων. Όλων των ειδών τα υφάσματα υπήρχαν στα εμπορικά του Ναυπλίου: φλωρεντινοί ταφτάδες, χρωματιστά μεταξωτά, μουσελίνες για τις κυρίες και τσόχες αγγλικές και γαλλικές, φανέλες και αγγλικά κασμίρια για τους κύριους, ενώ ράφτες και μοδίστρες αναλάμβαναν να ικανοποιήσουν τα ευρωπαϊκά γούστα των πελατών τους. Οι όποιες δυσκολίες συναντούσε κανείς στην ενδυμασία εστιάζονται στην εξεύρεση ειδών υπόδησης και πιλοποιίας, αφού ο περιορισμένος αριθμός αγγλικών και γαλλικών καπέλων που υπήρχε στα καταστήματα προσφερόταν σε αρκετά υψηλές τιμές. Ίσως το υπερβολικό τους κόστος αιτιολογείται από το ότι αν και οι περισσότεροι Έλληνες ντύνονταν ευρωπαϊκά εξακολουθούσαν να φορούν το φέσι ακόμα και με επίσημο ένδυμα [xxii].
Την καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο συμπλήρωνε η ψυχαγωγία και η διασκέδαση. Πολυσύχναστα μέρη της πόλης ήταν τα καφενεία και τα ζαχαροπλαστεία, τα οποία αποτελούσαν το κέντρο της κοσμικής και δημόσιας ζωής. Στην πλατεία του Πλατάνου υπήρχαν δύο – τρία καφενεία που φημίζονταν για την πολυτέλειά τους και τις παροχές προς τους πελάτες τους. Εκεί οι άνδρες έπιναν τον καφέ τους και έπαιζαν μπιλιάρδο ή τάβλι, ενώ οι κυρίες απολάμβαναν σοκολάτα, σουμάδα, λεμονάδα, παγωτό. Πλήθος επίσης αργόσχολων πολιτικολόγων καπνίζοντας στριμμένο τσιγάρο ή ναργιλέ συζητούσαν θέματα της ελληνικής και της διεθνούς επικαιρότητας. Σ’ ένα από αυτά μάλιστα ο λαός σχολιάζοντας την πολιτική κατάσταση της χώρας δε δίστασε οργισμένος μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας (3.2.1830), με το οποίο καθορίστηκαν τα σύνορα της χώρας, να το μετονομάσει σε Καφενείο των τριών αγχόνων [xxiii].
Με τη δύση του ηλίου έκλειναν οι πύλες της ξηράς σηματοδοτώντας την παύση των οικονομικών δραστηριοτήτων, η ζωή όμως συνεχιζόταν με άλλους ρυθμούς. Την ίδια ώρα άρχιζαν οι επισκέψεις και οι προσκλήσεις σε δείπνο. Στη δίαιτα των κατοίκων περιλαμβάνονταν τρόφιμα κάθε είδους όπως όσπρια, φρέσκα λαχανικά, φρούτα, κατσικίσιο γάλα, τυρί, λάδι, ρετσίνα, κρέας, ψάρια, πέρδικες, λαγούς, πουλερικά και πλάι σ’ αυτά τσάι και καφέ από την Ανατολή, γαλλικά κρασιά και εισαγόμενα αλλαντικά.
Η αγορά γενικά της πόλης μπορούσε να ικανοποιήσει κάθε διατροφική επιθυμία και κάθε βαλάντιο [xxiv]. Στα χάνια της Πρόνοιας, έξω από τα τείχη, τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα γλεντούσαν με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ότι η άρχουσα τάξη. Το δείπνο τους μπορεί να ήταν λιγότερο πλούσιο, δεν τους έλειπε όμως το κέφι. Εκτός από τις σημαντικές οικογενειακές στιγμές της ζωής όπως η γέννηση, ο γάμος, η βάπτιση, η κάθε μέρα αποτελούσε ευκαιρία για διασκέδαση.
Η ανώτερη τάξη της πόλης διασκέδαζε κυρίως με συγκεντρώσεις σε σπίτια και χοροεσπερίδες. Άξιες λόγου αποτελούν οι βεγγέρες στα σπίτια Ελλήνων της Μολδαβίας και τα soirees της κ. Rouen. Στην οικία του Κωνσταντίνου Καρατζά, γιου του πρώην ηγεμόνα της Μολδαβίας Ιωάννη, υπήρχε και το μοναδικό κλειδοκύμβαλον της πόλης. Η οικοδέσποινα συνήθιζε να διασκεδάζει τους ακροατές της, οι οποίοι άλλοτε απολάμβαναν σιωπηλοί τις μουσικές της ικανότητες και άλλοτε τη συνόδευαν τραγουδώντας και χορεύοντας. Η έλλειψη πιάνου δεν εμπόδιζε τους νέους της αριστοκρατίας να διοργανώσουν χορευτικές βραδιές με τραγούδι και με συνοδεία βιολιού ή μαντολίνου.
Στις βεγγέρες συχνά πραγματοποιούνταν λογοτεχνικές βραδιές, στις οποίες οι αδελφοί Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσοι, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, ο Νικόλαος Δραγούμης, ο Δημήτριος Καλλέργης, οι γιατροί Ιωάννης Βηλαράς και Διονύσιος Ταγιαπέρας και αρκετοί άλλοι απήγγελαν ή διάβαζαν τα καινούρια τους έργα ή μεταφράσεις από γνωστά έργα ξένων δημιουργών [xxv].
Στον αντίποδα αυτής της συμπεριφοράς βρισκόταν ο Κυβερνήτης, ο οποίος λόγω του αυστηρού και κλειστού του χαρακτήρα απέφευγε τις υπερβολές. Προσπαθώντας να βάλει τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους παραμέρισε εντελώς την προσωπική του ζωή. Χωρίς να κάνει χρήση του τίτλου του ντυνόταν όπως όλοι οι άλλοι, ενώ σπάνια φορούσε την επίσημη ενδυμασία του.
Δεν δεχόταν εύκολα επισκέψεις στο σπίτι του και η διασκέδασή του περιοριζόταν στο να βγαίνει καθημερινά βόλτα με το αμάξι του έξω από την πόλη ή να επισκέπτεται τα βράδια την οικία του Καρατζά για να κουβεντιάσει με τη μεγαλωμένη στο Παρίσι συμπατριώτισσά του κυρία Καρατζά, το γένος Κοντού. Αργότερα όμως, ίσως από το φόβο παρεξηγήσεων, σταμάτησε τις επισκέψεις του αυτές[xxvi].
Οι έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης και προόδου στην πόλη συνεχίστηκαν, αν και διακόπηκαν προσωρινά λόγω της αναστάτωσης και της αναρχίας που προκάλεσε η δολοφονία του Κυβερνήτη. Νέα ακμή γνώρισε το Ναύπλιο με την άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, αφού υπό τη νέα διοίκηση ξαναζωντάνεψε η ευρωπαϊκή πορεία της πόλης.
Νίκος Φ. Τόμπρος
Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής
Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας
[i] Η εργασία βασίστηκε σε ομιλία που πραγματοποίησε ο συγγραφέας στο πλαίσιο της 182ης επετείου της άλωσης του Παλαμηδίου (Ναύπλιο, 28.11.2004), με θέμα: «Εικόνες από το Ναύπλιο της καποδιστριακής περιόδου (1828-1831)».
[ii] Κ. Κοτσώνη, «Συμβάντα μετά την κατάληψιν του Ναυπλίου (1822)», Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήνα 1979, σ. 161-178. Φ. Χρυσανθοπούλου ή Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, επιμέλεια – εισαγωγή – ευρετήριο Τ. Γριτσόπουλος, τόμ. Α’, Αθήνα 1974, σ. 17-47. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Η καθημερινή ζωή στο Ναύπλιο, στα χρόνια του Καποδίστρια», Αθήνα-Μόναχο. Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα, Εθνική Πινακοθήκη. Μουσείου Αλέξανδρου Σούτσου, Αθήνα 2000, σ. 73. Μ. Λαμπρινίδη, Η Ναυπλία, Αθήνα 1950, σ. 239.
[iii] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σσ. 73, 81.
[iv] Σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο στο Ναύπλιο (1828) είχαν συγκεντρωθεί 20.000 με 25.000 πρόσφυγες. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμ. ΣΤ’, Θεσσαλονίκη 1982, σσ. 886, 889.
[v] Σπ. Μπρέκη, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (19ος αιώνας), Αθήνα2 1999, σσ. 92-96. Α λ. Δεσποτοπούλου, Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα2 1996, σσ. 1, 71.
[vi] Απ. Βακαλοπούλου, Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821. Οργάνωση, ηγεσία, τακτική, ήθη, ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1948, σσ. 251-252. Χρ. Στασινοπούλου, Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τόμ. Β’, Αθήνα 1979, σσ. 108-109.
[vii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 870, τομ. Η’, σσ. 240-242.
[viii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’, σ. 241, τόμ. ΣΤ’, σ. 887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός οικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», Αρχαιολογία, τχ. 51, Ιούνιος 1994, σσ. 35-46. Κ. Κόμη, «Προσφυγικές μετακινήσεις. Πολεμικές καταστροφές και νέες εγκαταστάσεις», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμ. 3, Αθήνα 2003, σσ. 243-244. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.
[ix] Karl Von Heideck, «Τα των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», Αρμονία, τχ. 12, Αθήνα 1900, σ. 384.
[x] Κ. Κόμη, ό.π., σ. 237.
[xi] Το σαχνίσι αποτελούσε ένα καθαρά βυζαντινό αρχιτεκτονικό στοιχείο που ενσωματώθηκε στην οθωμανική αρχιτεκτονική σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται πια οθωμανικό. Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σ. 75.
[xii] Ελ. Κανετάκη, Οθωμανικά λουτρά στον Ελλαδικό χώρο, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Αθήνα 2004, σελ. 45.
[xiii] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τομ. ΣΤ’, σ. 886.
[xiv] Ο νεοκλασικός ρυθμός αφομοιώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη όπου ο ρυθμός εφαρμόστηκε μόνο σε δημόσια κτήρια, ανάκτορα ή μέγαρα, στην Ελλάδα κυριάρχησε μέχρι τη λαϊκή αρχιτεκτονική. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 75. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. Η’,σ. 241. Κ. Κόμη, ό.π., σσ. 239-240.
[xv] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σ. 886.
[xvi] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 75-76.
[xvii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος υπέρ της Δημοσίας Υγείας κυβερνητική πολιτική», Επιστημονική Επετηρίς της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (1971-1972), τόμος αφιερωμένος στον Π. Πέρδικα, Αθήνα 1972, σ. 265.
[xviii] Γ. Δ. Δημακοπούλου, «Η επί του Αγώνος …», ό.π., σ. 269. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1821-1997, Έκδοση Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1997, σ. 22. Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, «Το πρώτον νοσοκομείον της Επαναστάσεως και η εν Ναυπλίω «Φιλανθρωπική Εταιρεία»», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, τόμ. Ε’, Αθήνα 1959, σ. 91.
[xix] Χρ. Φωτοπούλου, «Το αποκαλούμενο «κτίριον της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η Ιστορία του (1828-2005)», Πρακτικά Ζ’ Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (12 Σεπτεμβρίου 2005), υπό έκδοση.
[xx] Στ. Παπαδοπούλου, Η Ελληνική Πολιτεία (1828-1832), Αθήνα 1981, σσ. 57-62.
[xxi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 77.
[xxii] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 77-78.
[xxiii] Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί αναμνήσεις, πρόλογος Κ. Άμαντος, τόμ. 1, Αθήνα 19364, σ. 101. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία…, ό.π., τόμ. ΣΤ’, σσ. 872, 876, 886-887. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 78.
[xxiv] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 79.
[xxv] Μ. Καρδαμίτση -Αδάμη, ό.π., σσ. 79-80.
[xxvi] Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, ό.π., σ. 80.
Πηγή
- Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.
Διαβάστε ακόμη:
- Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)
- Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια
- Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια
- Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι αγώνες του για την προστασία του περιβάλλοντος
- Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο
- Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)
- Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια
- Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου
Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Hermann von Pueckler-Muskau, Άργος, Επανάσταση 21, Ιστορία, Καλλέργης Δημήτριος, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, Φιλέλληνες on 2 Σεπτεμβρίου, 2011| Leave a Comment »
Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827
Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.
Ο πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.
Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχάλη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:
« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].
Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.
Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].
Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:
«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.
Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.
Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια καθόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.
Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρόδιδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.
Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.
Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κατάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστασή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.
Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.
Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέσα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».
«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.
Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.
Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».
Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.
Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνησή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του ποδιού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».
Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».
Υποσημειώσεις
[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).
[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βενετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.
Πηγή
-
Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ», Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.
Σχετικά θέματα:
Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)
Posted in Πρὀσωπα, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άνδρος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αϊβαλί, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Εκπαίδευση, Θρησκεία, Θεολόγος, Ιστορία, Κυδωνίες, Καΐρης Θεόφιλος, Πρόσωπα, Συγγραφέας, λόγιος on 11 Μαΐου, 2011| 1 Comment »
Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)
Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.
Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.
Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.
Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.
Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.
Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.
Στα χρόνια της Επανάστασης
Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.
Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το Ορφανοτροφείο
Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.
Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».
Η θεοσέβεια
Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.
Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.
Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:
«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».
Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη περιλαμβάνεται στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.
Η δίωξη και ο θάνατός του
Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».
Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!
Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.
Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών. Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.
Εργογραφία
Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:
- Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
- Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
- Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).
Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:
- Θεοσεβών προσευχή, (1848).
- Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
- Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
- Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).
Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.
Βιβλιογραφία :
- Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
- Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
- Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
- Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
- Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
- Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.
Πηγές
- Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
- Καΐρειος Βιβλιοθήκη
- Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
- Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.
Πρoστατευμένο: Ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής και η περιουσία του, Ahmet Uzun, Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ψηφιακές Συλλογές, tagged Ahmet Uzun, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Cumhuriyet Üniversitesi, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αλή Πασάς, Επανάσταση 21, Ιστορία, Μελέτες, Ψηφιακές Συλλογές on 3 Απριλίου, 2011|
Πρoστατευμένο: Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George (1799-1875), «Εορτασμός Διακοσίων Χρόνων από τη Γέννησή του», Βρετανική Σχολή Αθηνών, 1999.
Posted in Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Finlay George, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βρετανική Σχολή Αθηνών, Βιβλία, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πρόσωπα, Πολιτισμός, Συγγραφέας, Φίνλεϋ Γεώργιος, Φιλέλληνες, Ψηφιακές Συλλογές on 29 Μαρτίου, 2011|
Επετειακή αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αδαμάντιος Κοραής, Βιογραφίες, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Επετειακή αρθρογραφία - Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833), Εκπαιδευτικός, Ιστορία, Καραμούντζος Σπύρος, Συγγραφέας, Korais Adamantios, Library, Member of the Modern Greek Enlightment on 23 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Επετειακή αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)
Του Σπύρου Καραμούντζου
Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:
Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.
Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.
Κατά τη φετινή εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου Ελληνισμού.
Αδαμάντιος Κοραής
Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση.
Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.
Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.
Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς διάλογους κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.
Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες». Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή το έγραψε ο Αδαμάντιος Κοραής:
Πραγματική ελευθερία
« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.
Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.
Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους; Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς.
Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.
Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.
Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»
Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου 1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.
Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που ετάφησαν με επίσημη τελετή στο Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.
Μελίσσια, 5-3-2011
Βιβλιογραφία:
- Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
- Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
- Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
- Εκδοτικής Αθηνών: Ιστορία Ελληνικού, Έθνους
- ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων
«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV
Posted in Εικονογραφία του '21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Εικαστικά, Ζωγραφική, Η απελευθέρωση της Ελλάδος, Ιστορία, Πέτερ φον Ες, Πελοπόννησος, Φιλέλληνες, Peter von Hess on 18 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV
Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.
Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη.

Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο Μακροϊάννης αμύνεται εν Πειραιεί προς τους εχθρούς καρτερικώτατα. Peter Von Hess.

Οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στο Μοναχό. Οι Πρεσβευταί της Ελλάδος προσφέρουσιν υποταγήν τω εαυτών Βασιλεί. Peter Von Hess.

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.
Βιογραφικό:
Ευμορφόπουλος Διονύσιος (Ιθάκη 1780 ή 1785 – Πάτρα 1861)
Posted in Πρὀσωπα, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αγωνιστές, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Ευμορφόπουλος Διονύσιος, Ιστορία, Ιθάκη, Οπλαρχηγός, Πάτρα, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί, Συγγραφέας on 9 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Ευμορφόπουλος Διονύσιος (Ιθάκη 1780 ή 1785 – Πάτρα 1861)
Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το Μυστρά, από όπου η οικογένειά του είχε φύγει μετά τα Ορλωφικά (1770) και είχε εγκατασταθεί στην Ιθάκη και ο πατέρας του συμμετέσχε ως κυβερνήτης καταδρομικού πλοίου στη ναυτική μοίρα του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος έγινε επίσης ναυτικός και το χειμώνα του 1818 – 19 βρέθηκε στη Βλαχία, όπου σχετίστηκε με ανώτερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας και μυήθηκε στους σκοπούς της. Ανέλαβε αμέσως διάφορες εμπιστευτικές αποστολές στην Πελοπόννησο και την Κωνσταντινούπολη.
Το 1820, εκτελώντας ανώτερη διαταγή, οργάνωσε τη δολοφονία του φιλικού Κυριάκου Καμαρηνού, ο οποίος είχε θεωρηθεί εξαιρετικά επικίνδυνος για την Εταιρεία. Τον Ιανουάριο του επόμενου χρόνου (1821) ο Ευμορφόπουλος πήγε στην Ύδρα και από εκεί πέρασε στο Μοριά, όπου συνεργάστηκε με τους πρωτεργάτες της εθνικής εξέγερσης.
Συνεχής υπήρξε η παρουσία του Ευμορφόπουλου στα πεδία των μαχών σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Επικεφαλής σώματος, κυρίως από Επτανήσιους πολέμησε στα δυο πρώτα χρόνια στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.
Πήρε μέρος στην πολιορκία της Καρύταινας (1821) υπό το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και αγωνίστηκε με το Δημήτριο Υψηλάντη και το Νικηταρά στο Άργος, στους Μύλους, στον Άγιο Σώστη και στο Αγιονόρι εναντίον του Δράμαλη (Ιούλιος 1822). Το καλοκαίρι του 1824 τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη αρχηγός του στρατοπέδου στα Δερβενοχώρια της Κορινθίας (Ιούλιος 1824), από όπου έσπευσε σε βοήθεια του Ιωάννη Γκούρα στις επιτυχημένες του επιχειρήσεις στην Αττική εναντίον του Ομέρ πασά της Καρύστου (Ιούλιος- Αύγουστος 1824). Στο τέλος του ίδιου χρόνου ονομάστηκε στρατηγός.
Σε όλο το διάστημα της πολιορκίας της Ακρόπολης της Αθήνας από τα στρατεύματα του Κιουταχή (Αύγουστος 1826 – Μάιος 1827) ο Ευμορφόπουλος βρισκόταν μέσα στο φρούριο και, όπως αναφέρεται, διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και τη γενναιότητά του. Πήρε επίσης μέρος στην εκστρατεία του αρχιστράτηγου Τσώρτς στη Δυτική Ελλάδα (τέλη 1827).
Το Μάρτιο του 1828, στα πλαίσια των προσπαθειών της ανασύνταξης και στελέχωσης του άτακτου στρατού από τον Καποδίστρια, διορίστηκε διοικητής της Η’ χιλιαρχίας της ανατολικής Ελλάδας. Με την ιδιότητά του αυτή πολέμησε σε πολλές μάχες στην Κεντρική Ρούμελη υπό τις διαταγές του Δημήτριου Υψηλάντη. Από τις σημαντικές του επιτυχίες την περίοδο αυτή υπήρξε η κατάληψη της Πέτρας της Βοιωτίας (Νοέμβριος 1828), όπου αργότερα (Σεπτέμβριος 1829) δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώνα στη νικηφόρα έκβαση της οποίας σημαντικά συνέβαλε.
Μετά την Απελευθέρωση ο Ευμορφόπουλος ονομάστηκε συνταγματάρχης της Φάλαγγας και λίγο πριν από το θάνατό του υποστράτηγος. Για την πολεμική του δράση έγραψε μια σύντομη και λιτή έκθεση που έστειλε στο Φωτάκο (Δεκέμβριος 1857), η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε το 1884 στο περιοδικό Εβδομάδα (αριθ. 12, 13, 14) και το 1957 εκδόθηκε στη σειρά «Απομνημονεύματα» (εκδόσεων Γ. Τσουκαλά) με εισαγωγή του Εμμανουήλ Πρωτοψάλτη και τίτλο Απόσπασμα Εκθέσεως.
Πηγή
- Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.
Σχετικά θέματα:

































