Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Επετειακή  αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)


 Του Σπύρου Καραμούντζου

 

Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:

Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.

Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή  αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.

Κατά τη φετινή  εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου  Ελληνισμού.

 

Αδαμάντιος Κοραής

 

Αδαμάντιος Κοραής, λιθογραφία, 1863.

Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν  κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση. 

Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.

Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση  τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.

Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό  δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς  διάλογους  κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και  βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.

Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες».   Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή  το έγραψε ο  Αδαμάντιος Κοραής:

Πραγματική ελευθερία

« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.

Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.

Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους;  Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς. 

Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.

Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.

Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»

Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου  1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που  ετάφησαν με επίσημη τελετή στο  Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.

 

Μελίσσια, 5-3-2011

Σπύρος Καραμούντζος

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
  • Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
  • Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
  • Εκδοτικής Αθηνών:  Ιστορία Ελληνικού, Έθνους                                                    
  • ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV 

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Η μάχη στο Μαραθώνα. Ο Γούρας (Γκούρας) καταθραύει τους εχθρούς περί τον Μαραθώνα. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

    

Η μάχη της Βέργας. Νίκη του Μαυρομιχάλη και των Λακώνων περί Βέργαν. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.





Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο Μακροϊάννης αμύνεται εν Πειραιεί προς τους εχθρούς καρτερικώτατα. Peter Von Hess.



Ο Κωλέτης αναγγέλλει τοις Έλλησι την εκλογήν Όθωνος. Peter Von Hess.

 

Οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στο Μοναχό. Οι Πρεσβευταί της Ελλάδος προσφέρουσιν υποταγήν τω εαυτών Βασιλεί. Peter Von Hess.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:

 

Ανδρέας Μιαούλης. Ο Μιαούλης καταναυμαχεί τον εχθρικόν στόλον περί την Κω. Peter Von Hess.

Read Full Post »

Ευμορφόπουλος Διονύσιος (Ιθάκη 1780 ή 1785 – Πάτρα 1861)


 

Διονύσιος Ευμορφόπουλος

Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το Μυστρά, από όπου η οικογέ­νειά του είχε φύγει μετά τα Ορλωφικά (1770) και είχε εγκατασταθεί στην Ιθάκη και ο πατέρας του συμμετέσχε ως κυβερνήτης καταδρομι­κού πλοίου στη ναυτική μοίρα του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος έγι­νε επίσης ναυτικός και το χειμώνα του 1818 – 19 βρέθηκε στη Βλαχία, όπου σχετίστηκε με ανώτερα στε­λέχη της Φιλικής Εταιρείας και μυή­θηκε στους σκοπούς της. Ανέλαβε αμέσως διάφορες εμπιστευτικές αποστολές στην Πελοπόννησο και την Κωνσταντινούπολη.

Το 1820, εκτελώντας ανώτερη διαταγή, ορ­γάνωσε τη δολοφονία του φιλικού Κυριάκου Καμαρηνού, ο οποίος είχε θεωρηθεί εξαιρετικά επικίνδυνος για την Εταιρεία. Τον Ιανουάριο του επόμενου χρόνου (1821) ο Ευμορ­φόπουλος πήγε στην Ύδρα και από εκεί πέρασε στο Μοριά, όπου συ­νεργάστηκε με τους πρωτεργάτες της εθνικής εξέγερσης.

Συνεχής υπήρξε η παρουσία του Ευμορφόπουλου στα πεδία των μα­χών σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Επικεφαλής σώματος, κυρίως από Επτανήσιους πολέμησε στα δυο πρώτα χρόνια στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Καρύταινας (1821) υπό το Θεόδωρο Κολοκο­τρώνη και αγωνίστηκε με το Δημή­τριο Υψηλάντη και το Νικηταρά στο Άργος, στους Μύλους, στον Άγιο Σώστη και στο Αγιονόρι ενα­ντίον του Δράμαλη (Ιούλιος 1822). Το καλοκαίρι του 1824 τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη αρχηγός του στρατοπέδου στα Δερβενοχώρια της Κο­ρινθίας (Ιούλιος 1824), από όπου έσπευσε σε βοήθεια του Ιωάννη Γκούρα στις επιτυχημένες του επι­χειρήσεις στην Αττική εναντίον του Ομέρ πασά της Καρύστου (Ιούλιος- Αύγουστος 1824). Στο τέλος του ίδιου χρόνου ονομάστηκε στρατηγός.

Σε όλο το διάστημα της πολιορκίας της Ακρόπολης της Αθήνας από τα στρα­τεύματα του Κιουταχή (Αύγουστος 1826 – Μάιος 1827) ο Ευμορφόπουλος βρισκόταν μέσα στο φρούριο και, όπως αναφέρεται, διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και τη γενναιότητά του. Πήρε επίσης μέρος στην εκστρατεία του αρχι­στράτηγου Τσώρτς στη Δυτική Ελ­λάδα (τέλη 1827).

 Το Μάρτιο του 1828, στα πλαίσια των προσπαθειών της ανασύνταξης και στελέχωσης του άτακτου στρατού από τον Καποδίστρια, διορίστηκε διοικητής της Η’ χιλιαρχίας της ανατολικής Ελλά­δας. Με την ιδιότητά του αυτή πο­λέμησε σε πολλές μάχες στην Κε­ντρική Ρούμελη υπό τις διαταγές του Δημήτριου Υψηλάντη. Από τις σημαντικές του επιτυχίες την πε­ρίοδο αυτή υπήρξε η κατάληψη της Πέτρας της Βοιωτίας (Νοέμβριος 1828), όπου αργότερα (Σεπτέμβριος 1829) δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώ­να στη νικηφόρα έκβαση της οποίας σημαντικά συνέβαλε.

Μετά την Απελευθέρωση ο Ευ­μορφόπουλος ονομάστηκε συνταγ­ματάρχης της Φάλαγγας και λίγο πριν από το θάνατό του υποστράτη­γος. Για την πολεμική του δράση έγραψε μια σύντομη και λιτή έκθε­ση που έστειλε στο Φωτάκο (Δεκέμβριος 1857), η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε το 1884 στο περιοδικό Εβδομάδα (αριθ. 12, 13, 14) και το 1957 εκδό­θηκε στη σειρά «Απομνημονεύμα­τα» (εκδόσεων Γ. Τσουκαλά) με ει­σαγωγή του Εμμανουήλ Πρωτοψάλ­τη και τίτλο Απόσπασμα Εκθέσεως.

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μόρα Βαλεσή  (Η Οθωμανική Διοίκηση στην Πελοπόννησο)   


 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, η Πε­λοπόννησος χωριζόταν σε ευρύτερες περιφέρειες, σαντζάκια, μερικές από τις οποίες (Μυστράς, Ναύ­πλιο) είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου, του καπουδάν πασά. Κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία όμως (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτέλεσε ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που έδρευε στην Τριπολιτσά, η ο­ποία αναδείχθηκε έτσι σε ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώ­σεις, όπως π.χ. ήταν η περίοδος της Αλβανοκρατίας (1770-1779) μετά την εξέγερση των Ορλοφικών (1769-1770), η έδρα μεταφέρθηκε εξ ανάγκης στο Ναύπλιο, το πολεμικό λιμάνι του οποίου βρισκόταν υπό την άμεση προστασία του οθωμανικού στόλου.

Ο καπουδάν πασάς Γαζή Χασάν Τζεζαερλή

Ο τίτλος του πασά της Πελοποννήσου ήταν Μόρα Βαλεσή (Mora valisi), δηλαδή βαλής (διοικητής) του Μοριά, και συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ευ­ρύτατες αρμοδιότητες διοικητικές, στρατιωτικές και οικονομικές. Επρόκειτο για αξίωμα με μεγάλο κύ­ρος και υψηλές απολαβές, το οποίο ανατέθηκε κα­τά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες της ο­θωμανικής εξουσίας, όπως π.χ. στον Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασά που είχε διατελέσει μέγας βεζί­ρης, στον Γαζή Χασάν Τζεζαερλή, που υπήρξε ε­ξαιρετικά επιτυχημένος αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου, στο γυναικάδελφο του σουλτάνου Σελίμ Γ’, Μουσταφά Περισάν πασά κ.ά.

 Ως στρατιωτικός διοικητής (serasker, beylerbey, muhafiz), ο Μόρα Βαλεσή είχε την ευθύνη όχι μό­νο της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές κινήσεις, αλλά και της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μοριά σε όποιο σημείο της αυτοκρατορίας κρινόταν απαραί­τητο από την Υψηλή Πύλη. Έτσι, το 1810 ο Βελή πασάς διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στον Δούναβη κατά τη διάρκεια πολέμου με τη Ρωσία, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ ανέλαβε την ηγε­σία του αγώνα για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Επειδή η Πελοπόννη­σος αποτελούσε μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, και μάλιστα στο θαλάσσιο χώρο όπου γενι­κά κυριαρχούσαν οι ιταλικές ναυτικές πόλεις και ι­διαίτερα η Βενετία, η σημασία της στρατιωτικής της υπεράσπισης ήταν μεγάλη και ο πασάς, στον οποίο ανετίθετο, προαγόταν συνήθως, αν δεν κατείχε ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων, ενώ σε πολλά άλλα πασαλίκια του κράτους οι πασάδες δι­οικητές είχαν μόνο δύο ιππουρίδες. Η ιππουρίδα (tug) δεμένη στο επάνω μέρος του κονταριού του πασά ήταν δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Οι διοικητές φρουρίων μεγάλης στρατηγικής ση­μασίας, όπως ήταν το Ναύπλιο και η Μεθώνη, εί­χαν κι αυτοί το βαθμό του πασά, όμως με μόνο δύο ιππουρίδες.

Εκτός από τη στρατολόγηση, συντήρηση και δια­τήρηση σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα των στρα­τιωτικών σωμάτων της Πελοποννήσου, ο Μόρα Βα­λεσή όφειλε να μεριμνά και για τη συντήρηση των οχυρωματικών έργων της επαρχίας του. Οι υποχρε­ώσεις αυτές ήταν εξαιρετικά πολυδάπανες και έ­πρεπε να καλυφθούν από τα φορολογικά έσοδα της περιοχής, πράγμα το οποίο, ειδικά σε καιρό πολέμου, οδηγούσε σε υπέρογκη και συχνά ανεξέλε­γκτη φορολόγηση του τοπικού πληθυσμού, ο οποί­ος μέσω της κοινοτικής του αυτοδιοίκησης προσπα­θούσε να επιτύχει μειώσεις με την υποβολή στην Υψηλή Πύλη σχετικών αιτήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πασάς φρόντιζε να διασκεδάζει τις εις βάρος του εντυπώσεις δωροδοκώντας αξιωματού­χους των ανακτόρων, με τους οποίους διατηρούσε φιλική σχέση, και κατηγορώντας τους διαμαρτυρό­μενους κατοίκους για στασιαστικές προθέσεις.

Σε καιρό ειρήνης, όταν οι ανάγκες σε στρατιωτικές δυ­νάμεις μειώνονταν, ο πασάς επιχειρούσε συνήθως να απολύσει μέρος των στρατιωτών που είχε στρα­τολογήσει για τις ανάγκες του πολέμου. Εκείνοι ό­μως (οι λεγόμενοι σεϊμένηδες, seymen) αντιδρούσαν βίαια για την απόλυσή τους και την απώλεια του μισθού τους (λουφές, ulufe) και συνιστούσαν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και για τον ίδιο τον πασά, ο οποίος αναγκαζόταν σε πολλές περιπτώσεις να υποχωρήσει στις αξιώσεις τους σε βάρος πάντοτε της τοπικής οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό της οικονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσε η παρουσία των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων στον πληθυσμό, η θεσμο­θετημένη από το οθωμανικό κράτος πρακτική να διατρέφονται και γενικώς να φιλοξενούνται επί τρεις ημέρες με κάθε δυνατή άνεση από τον ντόπιο πληθυσμό οι στρατιώτες που συνόδευαν ως φρουρά τον Μόρα Βαλεσή σε κάθε περιοδεία του στην ενδοχώρα. Το κόστος μιας τέτοιας φιλοξενίας μπο­ρούσε να φθάσει, κατά τις πηγές της εποχής, και σε 15.000 γρόσια, ποσόν εξαιρετικά μεγάλο, αν ληφθεί υπόψη ότι ένα αρνί κόστιζε την ίδια περίοδο περίπου 3 γρόσια.

Οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες του Μόρα Βαλεσή ποίκιλλαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία και την προσωπική πολιτική επιρροή του στα ανάκτο­ρα. Παράγοντας περιοριστικός της δικαιοδοσίας του ήταν ο ναυτικός χαρακτήρας της Πελοποννήσου, νοουμένης από τη σχετική οθωμανική νομοθεσία ως νήσου, της οποίας τα παράλια φρούρια ανήκαν περισσότερο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά, δηλαδή του αρχιναυάρχου του οθωμανικού στόλου.

Περιηγητές του τέλους της Τουρκοκρατίας αναφέ­ρουν ότι ο πασάς δεν είχε δικαίωμα να επιθεωρήσει τα φρούρια ούτε να χορηγήσει άδεια επίσκεψής τους σε τρίτους (π.χ. Ευρωπαίους επισκέπτες) χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη της κεντρικής εξουσίας. Η προτίμηση, εξάλλου, των πασάδων για την Τριπολιτσά ως έδρα της εξουσίας τους, πρέπει να ο­φειλόταν εν μέρει και στη σχετική ανεξαρτησία που αισθάνονταν εκεί, μακριά από την επιτήρηση του καπουδάν πασά.

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Σε ό,τι αφορά τις διοικητικές του αρμοδιότη­τες, ο πασάς της Πελοποννήσου είχε όλη τη δικαιοδοσία του σουλτάνου σε τοπικό επί­πεδο. Περιστοιχιζόταν, όπως ο σουλτάνος, από «υπουργικό συμβούλιο» Οθωμανών α­ξιωματούχων, το «διβάνιο», που ήταν το ανάλογο της Υψηλής Πύλης για τα δεδομένα του πασαλικιού. Επίσης, συνεργαζόταν στενά με τους εκπροσώ­πους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μουσουλμά­νους και χριστιανούς, στους οποίους ανέθετε την ευ­θύνη της κατανομής και είσπραξης των φόρων από τις περιοχές που αντιπροσώπευαν, καθώς και την ε­νημέρωση των συμπατριωτών τους για τις αποφάσεις της οθωμανικής εξουσίας.

Ο πασάς εξέδιδε έγγραφες αποφάσεις, τους λεγόμενους «ορισμούς» (buyuruldu), που οι ελληνικές πηγές αποκαλούν «μπουγιουρντιά», για όλα τα διοικητικά θέματα. Για την επικοινωνία του με τους χριστιανούς κατοί­κους της Πελοποννήσου, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, αλλά και για τη δυνατότητα συνεννόησης με ξένους επι­σκέπτες, ο πασάς στηριζόταν στις υπηρεσίες του ε­πίσημου διερμηνέα, του δραγομάνου του Μορέως, ο οποίος υποστηριζόταν με τη σειρά του από ειδική γραμματεία, συχνά όμως συνέτασσε ο ίδιος στην ελληνική γλώσσα έγγραφα διοικητικού ενδιαφέροντος, δείγματα των οποίων έχουν διασωθεί σε οικογενειακά αρχεία κοτζαμπάσηδων, όπως π.χ. στο αρχείο της οικογένειας Περούκα στο Άργος.

Οι διοικητικές αποφάσεις του πασά έπρεπε να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα οθωμανική νομο­θεσία και η νομική τους ορθότητα ελεγχόταν από τους τοπικούς καδήδες, που εκτός από ιεροδικαστές ήταν και νομικοί του σύμβουλοι. Ωστόσο, ο πα­σάς είχε δικαστικές αρμοδιότητες ευρύτερες εκεί­νων που είχαν οι ιεροδικαστές, κατ μάλιστα σε σο­βαρά ποινικά ζητήματα ή ζητήματα που αφορούσαν διαφορές μεταξύ κατοίκων διαφορετικών καζάδων (περιφερειών δικαιοδοσίας των τοπικών καδήδων) ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των τοπικών αρ­χών.

Παρά το γεγονός ότι η επιβολή θανατικής ποινής περιλαμβανόταν στις δικαιοδοσίες του, ο Μόρα Βαλεσή συνήθως επέβαλλε πρόστιμο (curum/τζερεμέ) και μάλιστα υψηλό, το οποίο καρ­πωνόταν κατά κανόνα ο ίδιος.

Η σημαντικότερη ίσως πλευρά των αρμοδιοτήτων του πασά ήταν η δημοσιονομι­κή. Την οθωμανική εξουσία ενδιέφεραν κυρίως δύο πλευρές της επαρχιακής δι­οίκησης: η τήρηση της τάξης και η εί­σπραξη των φόρων.

Δεδομένου ότι η δεύτερη προ­καλούσε τις μεγαλύτερες δυσαρέσκειες και τη μεγαλύτερη αγανάκτηση ανάμεσα στους υπηκόους, και μάλιστα στους χριστιανούς, οι οποίοι επωμίζονταν και το μεγαλύτερο βάρος της φορολογίας, η αυστηρή επιτήρηση του πληθυσμού και καταστολή της όποιας εκδήλωσης δυσφορίας από την πλευρά των υπηκόων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της δημοσιονομικής λειτουργίας της διοίκησης του πασαλικιού.

Για την άσκηση της λειτουργίας αυτής, ο πασάς στηριζόταν κυρίως στη συνεργασία των τοπικών προκρίτων, που τους καλούσε συχνά για σύ­σκεψη στην Τριπολιτσά και τους παρείχε δικαιώματα ένοπλης συνοδείας και φορολογικής απαλ­λαγής, ως ένδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου τους. Η καλλιέργεια καλής σχέσης με τους ισχυ­ρούς χριστιανούς προκρίτους αποτελούσε δείγμα πολιτικής ικανότητας και διορατικότητας του Μόρα Βαλεσή, γιατί η επιρροή των ανθρώπων αυτών ξε­περνούσε πολύ συχνά τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους και έφθανε μέσω των αντιπροσώπων τους (βεκίληδων) στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσαν να προσεγγίζουν προσωπικότητες του σουλτανικού περιβάλλοντος και να επαινούν ή να ψέγουν τον πασά για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, παρά την ύπαρ­ξη λεπτομερούς σχετικής νομοθεσίας, την αυστηρή τήρηση της οποίας απαιτούσαν κατά καιρούς σουλτανικά φιρμάνια και επιστολές του μεγάλου βεζίρη από την Κωνσταντινούπολη, που στόχευαν στον περιορισμό των αυθαιρεσιών και της υπερβο­λικής επιβάρυνσης των υπηκόων με δυσβάστα­κτους φόρους και αγγαρείες, οι τοπικές οθωμανι­κές αρχές ήταν ουσιαστικά ασύδοτες και σε πολλές περιπτώσεις αξίωναν την είσπραξη χρηματικών ποσών πολλαπλάσιων από εκείνα που προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.

Αυτή η πρακτι­κή εντάθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, λόγω και της παρακμής του κράτους που επέτρεπε στους τοπικούς διοικητές να παρα­κάμπτουν, ως ένα βαθμό, τις εντολές της Υψηλής Πύλης. Κυρίως όμως ήταν απότοκη του δημοσιο­νομικού συστήματος της οθωμανικής διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση ανέθετε κάθε χρόνο την είσπραξη των φόρων με πλειοδοτικό διαγωνισμό σε ενδιαφερόμενους μουσουλμάνους α­ξιωματούχους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η Πελοπόννη­σος και η Κύπρος, ο ανάδοχος που προέκυπτε από το διαγωνισμό αυτό αναλάμβανε ταυτόχρονα και το αξίωμα του διοικητή της Πελοποννήσου, γινόταν δηλαδή Μόρα Βαλεσή (η αρχική του όμως ιδιότη­τα ως αρμόδιου για την είσπραξη των φόρων του πασαλικιού ήταν muhassil μουχασίλης). Και ε­πειδή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εν­διαφέρον του μουχασίλη για την επαρχία της οποί­ας τη διοίκηση είχε αναλάβει ήταν μόνο κερδο­σκοπικό, ανέθετε με υπεκμίσθωση σε τρίτους τη διοίκησή της, ενώ ο ίδιος παρέμενε στην πρωτεύου­σα του κράτους για να διατηρεί τις υψηλές του ε­παφές που θα του επέτρεπαν να κερδίσει και τον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό.

Το ίδιο ίσχυε και με άλλα αξιώματα, όπως π.χ. του καδή και του βοεβόδα (που η δικαιοδοσία τους εξαντλούνταν στα γεωγραφικά όρια του καζά, δηλαδή της περιφέρει­ας που αντιστοιχούσε περίπου σε σημερινό νομό ή επαρχία). Οι αλλεπάλληλες αυτές υπεκμισθώσεις αξιωμάτων, ο χαρακτήρας των οποίων ήταν κυρίως φοροεισπρακτικός, συνέβαλαν στην υπερβολική αύξηση των φορολογικών υποχρεώσεων των υπη­κόων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το περιθώριο αυθαιρε­σιών από την πλευρά του πασά ήταν ευρύ. Έχοντας δικαιοδοσίες ανάλογες με του σουλτάνου σε τοπικό επίπεδο, φάνταζε στα μάτια των υπηκόων ως παντοδύναμος και ανεξέλεγκτος δυνάστης.

Στην πραγματικότητα όμως η εξουσία του υπέκειτο σε πολλούς περιορισμούς και η διάρκεια της θητείας του σπάνια υπερέβαινε το ημερολογιακό έτος. Αντικαταστάσεις και καθαιρέσεις πασάδων πριν από την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης ετήσιας θητείας τους ήταν συχνό φαινόμενο στην οθωμανι­κή διοίκηση της Πελοποννήσου.

Ανταγωνιστές του Μόρα Βαλεσή στη διεκδίκηση του αξιώματος και των απολαβών του μπορούσαν εύκολα να τον διαβάλουν στο σουλτανικό περιβάλλον ως ύποπτο για έλλειψη νομιμοφροσύνης προς την κεντρική εξουσία ή μπορούσαν να δωροδοκήσουν αξιωματούχους της Υψηλής Πύλης, ώστε να «προσέξουν» περισσότερο τις αναφορές που υπέβαλλαν οι δυσαρεστημένοι υπήκοοι για τις αυθαιρεσίες του πα­σά και να σπεύσουν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αντικατάστασης του πασά από άλλον.

Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος πασάς επιδείκνυε υπερβολική και αδικαιολόγητη σκληρότητα σε βά­ρος εκπροσώπων της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η συμπεριφορά του μπορούσε να επισύρει την οργή του σουλτάνου και την παραδειγματική τιμωρία του πασά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αλήμπεη, που για τη σκληρότητα της διοίκησής του καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστη­κε στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1788, παρά το γεγονός ότι διέθετε ισχυρές διασυνδέσεις ως άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πανί­σχυρου καπουδάν πασά Γαζή Χασάν Τζεζαερλή.

Σοβαρή μείωση του κύρους του αξιώματός του υ­πέστη, εξάλλου, ο πασάς της Πελοποννήσου μετά την εξέγερση των Ορλοφικών και κατά την περίο­δο της Αλβανοκρατίας που ακολούθησε, οπότε ο σουλτάνος, για να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσαν οι Αλβανοί στον Μοριά, ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη ειδική υπηρεσία εποπτείας της διοίκησης του Μοριά, με επικεφα­λής τον «επιστάτη του Μορέως» (Μόρα ναζίρη).

Στον επόπτη αυτόν, καθώς και σε άλλους αξιωματούχους της πρωτεύουσας, απευθύνονταν συχνά, ι­δίως κατά της δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εκπρόσωποι ισχυρών Πελοποννήσιων Οθωμανών προκρίτων, που συνεννοούνταν και συνεργάζονταν συγκυριακά με τους ομολόγους τους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, και από κοινού ενεργούσαν για την αντικατάσταση πασά που δεν ήταν της αρεσκεί­ας τους. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, ο πασάς αναγκαζόταν να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να δωροδοκεί πρόσωπα-κλειδιά στο σουλτανικό περιβάλλον, όπως επίσης και να επιδιώκει συμμαχίες με τους πολιτικούς αντιπάλους των κατηγόρων του σε τοπικό επίπεδο, εμπλεκόμε­νος αναγκαστικά σε τοπικές διαμάχες και «κομματικές» φατρίες.

Ο Βελή πασάς μάλιστα, γιος του Αλή των Ιωαννίνων, που κυβέρνησε τον Μοριά α­πό το 1807 έως το 1812, τήρησε, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, α­κόμη και προσωπική διπλωματική πολιτική συνάπτοντας φιλικούς και οικονομικούς δε­σμούς με ισχυρούς Άγγλους της εποχής, μέσω των οποίων εξασφάλιζε την υποστήριξη του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, σε μια εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε έντονη την ανάγκη της αγγλικής υποστήριξης απέναντι στον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για την ακεραιότητά της η Ρωσία αλλά και η Γαλλία του Ναπολέοντα.

Οι στρατιώτες, τους οποίους στρατολογούσε ο πα­σάς εκτάκτως σε περιόδους εκστρατειών ή εσωτερικών ταραχών και στη συνέχεια τους απέλυε για λόγους οικονομίας ή για να προσλάβει άλλους α­φοσιωμένους στο πρόσωπό του, στην περίπτωση που αναλάμβανε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του και δεν ήθελε να διατηρήσει τους φρουρούς του προκατόχου του, αποτελούσαν επίσης μεγάλο πο­νοκέφαλο για τον εκάστοτε πασά, καθώς μετατρέπονταν, μετά την απόλυσή τους, σε ταραχοποιά στοιχεία και έδιναν στην κεντρική εξουσία την, συχνά βάσιμη, εντύπωση ότι ο πασάς αδυνατεί να επιβά­λει την τάξη στην περιφέρειά του.

Σε ορισμένες πε­ριοχές του πασαλικιού, εξάλλου, η δικαιοδοσία του Μόρα Βαλεσή ήταν σχεδόν τυπική, εφ’ όσον οι πε­ριοχές αυτές αποτελούσαν αφιερώματα (βακούφια) σε μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα ή είχαν δοθεί ως ισόβιες επικαρπίες σε στενούς συγγενείς του σουλτάνου, οι οποίοι είχαν ασφαλώς τον πρώτο λό­γο στα εσωτερικά ζητήματα των περιοχών αυτών.

Οι «πονοκέφαλοι» της εξουσίας δεν εμπόδιζαν πάντως τον πασά να ζει μέσα στη χλιδή και να συμπεριφέρεται ηγεμονικά. Είναι πολύ ενδιαφέρου­σες και γραφικές οι περιγραφές του αυλικού πρω­τοκόλλου του πασά της Πελοποννήσου που άφησαν Ευρωπαίοι περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς τον επισκέφθηκαν.

Πολυάριθμοι αξιωματούχοι και προσωπικοί φρουροί, γραμματείς και αγγελιαφό­ροι, υπηρέτες και ακόλουθοι, συνιστούσαν ένα πο­λύχρωμο μωσαϊκό, που ζούσε και κυκλοφορούσε στο σεράι, για να προστατεύει, να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον πασά και την πολυάριθμη οικογένειά του, που περιλάμβανε, όπως και του σουλτάνου, πολυμελές χαρέμι και παιδιά. Επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς ήταν ο σιλιχτάραγας, τελετάρχης του σεραγιού ο σελάμ αγάς, σταβλάρχης ο μιραχόρ, θησαυροφύλακας ο χαζνεντάραγας, αρχιθαλαμηπόλος ο κιλερτζήμπασης, υπεύθυνος προμηθειών ο μασράφ εφέντης, αρχιμάγειρος ο αστσίμπασης και υπεύθυνος για τη φύλαξη του χαρεμιού ο χαρέμ κεχαγιάς.

Πολλοί άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι και απλοί στρατιώτες ή υπηρέτες βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές των προαναφερθέντων, έτοιμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε επιθυμία του πασά, αλλά και να εκμεταλλευθούν στο έπακρο τη «θέση» τους, αξιώνοντας από τους υπηκόους οικονομικά και άλ­λα οφέλη, που τελικά συνιστούσαν είδος φορολό­γησης πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο δυσβάστακτο από τους επίσημους φόρους.

Ο ίδιος ο πασάς, παρά τις πολλαπλές οικονομικές του υποχρεώσεις, για τη διατήρηση και την ετήσια ανανέωση της θητείας του στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, συγκέντρωνε τελικά τεράστια ποσά, που προέρχονταν από την άγρια εκμετάλλευση του εισοδήματος των χριστιανών υπηκόων του.

Με ασήμαντες αφορμές δήμευε περιουσίες προκρίτων (π.χ. περιπτώσεις Μπενάκη και Παπατσώνη από τον Βελή πασά) ή άλλων ευκατάστατων χριστιανών, συμμετείχε σε επιχειρήσεις λαθραίας εξαγωγής σιτηρών από την Πελοπόννησο (η παραγωγή της οποίας σύμφω­να με το νόμο έπρεπε να διατίθεται για τον επισιτισμό της Κωνσταντινούπολης και να μην εξάγεται σε άλλες χώρες), επέβαλλε υψηλά πρόστιμα και έκτακτους φόρους με αφορμή διάφορα γεγονότα και αξίωνε ποικίλα «δώρα» (piskes, πεσκέσια) από τους υπηκόους για τον ίδιο και τους υφισταμένους του.

Τα ποσά που αναφέρονται από τις σχετικές πη­γές είναι πραγματικά αστρονομικά. Ειδικά για τον Βελή πασά, που ο ίδιος καυχιόταν ότι «διψούσε ό­χι για αίμα αλλά μόνο για χρήματα», αναφέρεται ότι αποκόμισε κατά την πενταετή θητεία του στο α­ξίωμα επτάμισι εκατομμύρια γρόσια. Αλλά η επιβολή της οικονομικής αυτής αφαίμαξης των ραγιάδων δεν απείχε πολύ από την κυριολεκτική αφαίμαξή τους και είναι βέβαιο ότι συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη της Επανάστασης στον Μοριά το Μάρτιο του 1821.            

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών,

Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

 

Πηγή

 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

 


Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙΙ

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Ο Πανουργιάς κυριεύει τον Ακροκόρινθον ( Η άλωση του Ακροκορίνθου). Peter Von Hess.

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο Κανάρης πυρπολεί περί τη Χίον την ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Peter Von Hess.

 

Δημήτριος Πλαπούτας. Ο Πλαπούτας υπερασπίζεται τα Δερβένια και τον Ισθμόν. Peter Von Hess.
 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.




Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

 

Αναγνώστης Πετιμεζάς. Θάνατος του Πετμεζά. Peter Von Hess.

 

Ο Στάικος Σταϊκόπουλος κυριεύει εξ εφόδου το Παλαμίδιον. Peter Von Hess.

 

Ανδρέας Λόντος. Ο Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν δια λοιμού 3000 εχθρών. Peter Von Hess.

 

Μάρκος Μπότσαρης. Ο Βότσαρης μετά 300 ανδρών εν Καρπενησίω αποθνήσκει τροπαιοφόρος. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:  



Νικηταράς. Ο Νικηταράς καταθραύσας το ιππικόν του Δραμαπασσά, επονομάζεται Τουρκοφάγος. Peter Von Hess.

 

 

Read Full Post »

Γρίβας Θεοδωράκης (Πρέβεζα, 1797 – Μεσολόγγι, 1862)


 

Προσωπογραφία του Οπλαρχηγού και Στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα

Οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821 και στρατιωτικός στις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Γιος του Δημητρίου (Δράκου) Γρίβα, ήταν από το 1815 αρματολός στη Ρούμελη και στην εφηβική του ηλι­κία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Με την έναρξη του Αγώνα, από την Αιτωλία, όπου βρισκόταν, άρχισε τη δράση του: στα τέλη Μαΐου 1821 πολέμησε στη μάχη του Βραχωρίου (Αγρινίου) δίπλα σε άλ­λους οπλαρχηγούς (Δημήτρη Μακρή, Αθανάσιο Ραζηκότσικα και Αλέξη Βλαχόπουλο).

Τον Αύγου­στο του ίδιου χρόνου πήρε μέρος στη μάχη του Γηροκομειού Πατρών και συνέχισε σε άλλες περιοχές τις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής τμήματος, που είχε οργανώσει ο ίδιος, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στη μά­χη του Πέτα (Ιούνιος 1822) και μετά την αποτυχία της επιχείρησης αυ­τής πέρασε στην Πελοπόννησο, αφού προηγουμένως κατόρθωσε να αποκρούσει αποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1822 ο Γρί­βας μπήκε στο πολιορκημένο Μεσο­λόγγι, για να ενισχύσει την άμυνά του, και μετά τη λύση της πολιορ­κίας ξαναγύρισε στην Πελοπόννη­σο. Συνεργάστηκε τότε με τον Κο­λοκοτρώνη, στο πλευρό του οποίου στάθηκε και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του εμφύλιου πολέμου του 1824 – 25. Στα αμέσως επόμε­να χρόνια ο Γρίβας μεταπήδησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και όταν έληξαν οι εργασίες της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης (άνοιξη 1827) κατέλα­βε το Παλαμήδι, επιδιώκοντας την αύξηση της επιρροής του στα πελοποννησιακά πράγματα.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια (1828), ο Γρί­βας παρέδωσε το Παλαμήδι στον κυβερνήτη και συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του, η στάση του όμως κατά τα τελευταία χρόνια του Αγώνα και ιδιαίτερα η τυραννική συ­μπεριφορά του είχε προκαλέσει την αγανάκτηση της στρατιωτικής μερί­δας, αλλά και των κατοίκων της Αρ­γολίδας. Μετά την άφιξη του βασιλιά ‘Οθωνα (Ιαν. 1833) η Αντιβασιλεία αγνό­ησε το Γρίβα και τον απέκλεισε από την απονομή τιμητικών διακρίσεων, εκείνος όμως όταν τον Αύγουστο του 1834 εκδηλώθηκαν ταραχές στη Μεσσηνία, προσφέρθηκε να πο­λεμήσει τους «αντάρτες».

Σε συ­νεργασία με το Χατζηχρήστο και άλλους παλαιούς οπλαρχηγούς κα­τέστειλε την εξέγερση και απελευ­θέρωσε Βαυαρούς που είχαν συλ­ληφθεί από τους Μανιάτες. Το Φεβρουάριο επίσης του 1836 συνερ­γάστηκε για την καταστολή ανταρ­σίας που ξέσπασε στην Ακαρνανία. Η δράση του ως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 δεν εί­ναι γνωστή, είναι όμως βέβαιο ότι πήρε μέρος στην Εθνική Συνέλευση που ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

Οπαδός πια του «γαλλικού» κόμ­ματος και αντίπαλος του Αλέξαν­δρου Μαυροκορδάτου, ο Γρίβας ορ­γάνωσε κίνημα εναντίον του στην Ακαρνανία τον Απρίλιο του 1844, αλλά κατά την πρωθυπουργία του «γαλλόφιλου» Ιωάννη Κωλέττη, το 1847, ύψωσε τη σημαία της ανταρ­σίας στο χωριό Περατιά της Ακαρ­νανίας (παλαιά έδρα των Γριβαίων), όπου πολιορκήθηκε και με δυσκολία κατόρθωσε να διαφύγει στα Επτά­νησα.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-55), όταν ξέσπασαν (1854) απελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ο Γρίβας, αφού παραιτή­θηκε από το βαθμό του στρατηγού, που του είχε στο μεταξύ απονεμη­θεί, ανέλαβε την αρχηγία του αγώνα στην Ήπειρο, όπου πολέμησε επί μήνες.

Υπήρξε επίσης ένας από τους κύριους πρωτεργάτες της εξέ­γερσης που κατέληξε στην έξωση του Όθωνα: από την Ακαρνανία, όπου βρισκόταν στις αρχές Οκτω­βρίου 1862, σχεδίαζε να κατευθυν­θεί στην Αθήνα με το στρατιωτικό σώμα που για το σκοπό αυτό είχε οργανώσει. Στο Αγρίνιο όμως πλη­ροφορήθηκε την εξέγερση στην ελ­ληνική πρωτεύουσα και παρέμεινε στο Μεσολόγγι με μικρή δύναμη 500 ανδρών. Στην προσωρινή κυβέρνηση, που σχηματίστηκε μετά την έξωση με πρόεδρο το Δημήτριο Βούλγαρη ο Γρίβας δε συμπεριλήφθηκε και γι’ αυτό χολωμένος αποφάσισε να βαδί­σει εναντίον της πρωτεύουσας και να διεκδικήσει την εξουσία.

Η κυβέρνηση ανέθεσε τότε στον Μπενιζέλο Ρούφο και στον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη να συναντήσουν το Γρίβα στο Μεσολόγγι και να του ανακοινώσουν την απόφασή της «να αποδώση εις τον γενναίον αντιστράτηγον τον βαθμόν του στρατάρχου, τον ανώτατον στρατιωτικόν βαθμόν των πεπολιτισμένων εθνών». Η κυ­βερνητική αντιπροσωπεία όμως βρήκε άρρωστο το Γρίβα, που πέθανε στις 24 Οκτωβρίου 1862. Γιος του ήταν ο Δημήτριος Γρίβας ο οποίος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829.

Ο Γρίβας, όπως προκύπτει από όσα είναι ως τώρα γνωστά, υπήρξε ανυπότακτος αλλά και ασταθής στις πολιτικές του θέσεις. Διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες, που το υπόβαθρό τους δεν είναι σαφές, και σε ορισμένες περιπτώσεις επη­ρεάστηκε από προσωπικά πάθη. Αποτελεί οπωσδήποτε μια ιδιότυπη περίπτωση του Αγώνα του 1821 και των χρόνων του Όθωνα, που δεν έχει ως τώρα μελετηθεί.

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η μουσική στα σχολεία του Ναυπλίου (1826)


 

«Στην αρχαιότητα το να αγνοούσε κανείς μουσική,

εθεωρείτο σαν μια έλλειψη της εκπαιδεύσεώς του»   (Ρ. Ρολλάντ)

 

Το πρώτο συστηματικό σχολείο, στο Ναύπλιο, είναι το «Αλληλοδιδακτικόν» συνεστήθη το 1826, με πρωτοβουλία της εκεί Φιλανθρωπικής Εταιρείας υπό την προεδρεία του Π. Πατρών Γερμανού και εστεγάσθη στο τζαμί της Πλατείας Συντάγματος, με δάσκαλο τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Νικητόπουλο, που μετετέθη το 1829 με τους μαθητές του, κυρίως ορφανόπαιδα, στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας για να κατάληξη αργότερα στην γενέτειρά του Δημητσάνα. Στο σχολείο όμως του Ναυπλίου δεν εδιδάσκετο η Μουσική.

Μάλιστα στις 26 Ιουλίου του κρίσιμου έτους της Επαναστάσεως 1826 (επιδρομή Ιμπραήμ – έξοδος Μεσολογγίου) έγινε ευρεία συζήτηση μεταξύ των μελών της Φιλανθρωπικής Εταιρείας για το μάθημα της Μουσικής, μετά από εμπεριστατωμένη εισήγηση του εκ των μελών της περιφήμου διδασκάλου του Γένους, Γεωργίου Γενναδίου. «Ο Γ. Γεννάδιος επρόβαλεν ως αναγκαίον εις την εξημέρωσιν της ψυχής της νεολαίας να ευρεθή διδάσκαλος δια να παραδίδη την μουσικήν εις το σχολείον. Ο κ. Γ. Γλαράκης (μετέπειτα Υπουργός Παιδείας) δεν ήτο αυτής της γνώμης, παρασταίνων ότι η σημερινή των Ελλήνων μουσική δεν έχει την δύναμιν να εξημερώνη τα πάθη. Έμεινεν όμως η πρόταση αύτη να εξετασθή, όταν της Εταιρείας οι πόροι γίνωσι σημαντικώτεροι και προς το παρόν να περιωρισθή το σχολείον εις μόνην την παράδοσιν των πινάκων της αναγνώσεως»[1].

Εν τω μεταξύ απέθανε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, τα οικονομικά χειροτέρευσαν και το μάθημα της Μουσικής, ανεξάρτητα από τις μουσικές προτιμήσεις του Γλαράκη, εφαίνετο ανεπίτρεπτη πολυτέλεια για την τότε πραγματικότητα. Γι’ αυτό και δεν αναφέρεται στα σωζόμενα προγράμματα διδασκομένων μαθημάτων, ούτε στις εκθέσεις πεπραγμένων των δασκάλων της εποχής, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων [2].

 

Από τη μουσική ζωή της γενιάς του 1821.

 

Πράγματι, με τα αλληλοδιδακτικά σχολεία εστόχευεν η Κυβέρνηση να δοθούν στους μικρούς μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις και ηθική μόρφωση – φρονηματισμός, ανάλογα με τις υπάρχουσες δυνατότητες και τις κοινωνικές ανάγκες. Κύρια, λοιπόν, μαθήματα ωρίστηκαν: η Αριθμητική, η Κατήχηση, η Ιχνογραφία – το Σχέδιο, για να γίνουν μελλοντικά οι μαθητές καλοί τεχνίτες, η Καλλιγραφία για να γίνουν καλοί γραμματικοί – στελέχη των Δημοσίων Υπηρεσιών. Δεν υπήρχαν τότε γραφομηχανές, ούτε πολύγραφοι και φωτοτυπίες. Το δε σχολικό πρόγραμμα διέφερε από σχολείου σε σχολείο, ανάλογα με τις τοπικές δυνατότητες: έλλειπαν τα αναγκαία εποπτικά μέσα, η κατάρτιση μάλιστα των όσων ονομάστηκαν, μετά κάποιες εξετάσεις, «διδάσκαλοι» ήταν διαφορετική. Έτσι μοιραίος η διδασκόμενη ύλη μεταξύ των Σχολείων ήταν διαφορετική.

Ο Καποδίστριας σε παρόμοιες περιπτώσεις έλεγε: «Με ό,τι χώμα έχομε, τέτοια κανάτια θα κάνωμε». Πάντως και όπου εδιδάσκετο η Μουσική ήταν η πατροπαράδοτη βυζαντινή – εκκλησιαστική Μουσική.

Με νότες βυζαντινής μουσικής έγραφαν τότε τα δημοτικά και τα κοσμικά τραγούδια οι μουσικοί – διδάσκαλοι της εποχής [3]. Η μουσική αυτή, σε όσες λίγες περιπτώσεις ευρήκαμε, διδάσκονταν σαν μάθημα προαιρετικό και μάλιστα όχι πάντοτε από τον κανονικό γραμματοδιδάσκαλο αλλά και από εξωσχολι­κό, κατηρτισμένο μουσικά κληρικό ή λαϊκό, που προσφέρονταν και εθελοντικά. Από τον αριθ­μό των μαθητών της Μουσικής, που δίδουν οι σχετικές εκθέσεις, φαίνεται ότι το μάθημα δεν πα­ρακολουθεί όλη η τάξη του Σχολείου. Παρόμοια περίπτωση έχομε στο Ναύπλιο με τον μουσικο­διδάσκαλο Ζαφείριο Ζαφειρόπουλο, πρωτοψάλτη του Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου (1832-1837).

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα.

 

Μόνιμο πρόβλημα των δασκάλων ήταν τότε ο χαμηλός μισθός τους και η καθυστερούμενη καταβολή του, ανάλογα με την ανέχεια του Εθνικού Ταμείου. Κατά την επίσημη από 29 Νοεμβρίου 1829 έκθεση του «κατά την Αργολίδα εκτάκτου Επι­τρόπου» (Διοικητού) Κωνσταντίνου Ράδου, προς τον Κυβερνήτη, λειτουργούσαν τότε στο Ναύπλιο «εν Σχολείον Αλληλοδιδακτικόν Κεντρικόν και δυο Ελληνικά ιδιαίτερα και επί τούτοις εν κορασίων»[4].

Αλλ’ ούτε και στο Σχολείο Θηλέων της γνωστής μας και από άλλες πη­γές Χανιώτισσας δασκάλας Ελένης Δανέζη ούτε στο ιδιωτικό σχολείο αργότερα της Γαλλίδας Volmèrange διδάσκεται η Μουσική, ενώ διδάσκεται, εκτός από τα μαθήματα που προαναφέραμε, το κέντημα. Τέσσαρες πάντως συνεχίζουν να είναι οι εκπαιδευτικές μονάδες στο Ναύπλιο και το έτος 1830, με γνωστούς διδασκάλους τον Σμυρνιό Αλέξανδρο Ησαΐα, τον Λεωνιδιώτη Γεώργιο Λιόνδα, ενώ περί το τέλος του 1833 ιδρύεται, με διάταγμα του Όθωνος, το «Βασιλικόν Γυμνάσιον Ναυπλίου» με προσαρτημένο σε αυτό «Ελληνικόν Σχολείον».

Ούτε όμως στον οργανισμό του Σχολείου αυτού, ούτε στις εκθέσεις επιθεωρήσεως Σχολείων συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των δι­δασκομένων και εξεταζομένων μαθημάτων η Μουσική και για τον έξης βασικό λόγο: έλειπαν οι μουσικοδιδάσκαλοι και τα οικονομικά κίνητρα. Έτσι, λοιπόν, το μάθημα της Μουσικής παρέ­μενε ακόμη πολυτέλεια για την Ναυπλιακή σχολική παιδεία, αλλά και γενικώτερα, όπως επίσης προαιρετικά παραμένουν τα μαθήματα της Ιχνογραφίας και της Ζωγραφικής (1841).

Ο εκ των μελών της Αντιβασιλείας Γεώργιος Λουδοβίκος Μάουρερ το ομολογεί ρητώς, αναφερόμενος στην σύσταση του Γυμνασίου Ναυπλίου: «Ψάχναμε για καθηγητές!».

Και λέει ακόμη ότι, όσους ευρήκαν, οι μισοί τελικά δεν απεδέχθησαν τον διορισμό τους, με διάφορες δικαιολογίες ο καθέ­νας. Έτσι, συνεχίζει ο Maurer, «αρχίσαμε πάλι να ψάχνουμε για καθηγητές». Τελικά λειτούργησε το Γυμνάσιο Ναυπλίου, το επόμενο έτος 1834, αλλά με ελλείψεις και δεν φαίνεται να διδά­σκεται η Μουσική ούτε και τα επόμενα χρόνια[5]. Για πρώτη φορά βλέπομε καθηγητή της Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου με την εκπαιδευτική αλλαγή του σχολικού έτους 1929-1930, οπότε κατηργήθη ο θεσμός του Ελληνικού Σχολείου και συνεχωνεύθη με το Γυμνάσιο, που έγινε πλέον Εξατάξιο.

Τότε διωρίσθη στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, μετά εκατό έτη ελευθέρου βίου, καθηγητής της Ωδικής, το δε επόμενο σχολικό έτος και καθηγητής Τεχνικών Μαθημάτων. Ήσαν δε, κατά χρονολογική σειρά, οι παληοί καθηγηταί Ωδικής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου: η καθηγήτρια Μ. Καρύδη, ο καθηγητής Κ. Παπαδόπουλος και ο καθηγητής Γρ. Καρίπης, τον όποιο διεδέχθη ο Βασίλειος Χαραμής. Ο διορισμός, το 1939, του Β. Χαραμή και η συνεχής έκτοτε σχολική και εξωσχολική του μουσική δραστηριότητα συνιστούν σταθμό στην πνευματική ιστορία του Ναυπλίου.

 

Σκηνή από τη μουσική ζωή των Ελλήνων του 18ο αιώνα, Paris,1858.

 

Η Μουσική πάντως, ως υποχρεωτικό μάθημα, εδιδάχθη από τα Καποδιστριακά χρόνια στα Σχολεία [6] της Αίγινας: Κεντρικό Σχολείο (1830) και Ορφανοτροφείο και επί Όθωνος στο Διδασκαλείο της Αθήνας (1834), δηλαδή στα παραγωγικά δασκάλων ανώτερα εκπαιδευτήρια και τούτο έχει μεγάλη σπουδαιότητα. Δηλαδή, όταν οι απόφοιτοι των Διδασκαλείων αυτών ανελάμβαναν διδακτικά καθήκοντα σε κατά τόπους σχολεία, προσέφεραν στα παιδιά, εκτός προγράμματος, ανάλογα με τον προσωπικό τους ενθουσιασμό και την μουσική τους κατάρτιση, αυθόρμητη μουσική διδασκαλία. Έπ’ αυτού έχομε συγκεκριμένες μαρτυρίες. Μόνον μη ζητήσωμε παρτιτούρες και άλλα τεκμήρια, γιατί αρχικά έλλειπαν από τα στοιχειώδη Σχολεία τα στοιχειώδη βιβλία, εκτός από μερικές στερεότυπες εκδόσεις Ελλήνων Αρχαίων Συγγραφέων και διότι η εθελοντική μουσική προσφορά, για την οποία μιλούμε, είχε εμπειρικό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στα Δημοτικά Σχολεία μέχρι των ημερών μας [7], όπου τα τραγούδια διδάσκονται χωρίς μουσικές νότες.

Πάντως, ο δημοδιδάσκαλος Ναυπλίου Ν. Ψαραύτης, τον Απρίλιο 1839, συμπληρώνοντας το σωζόμενο standard έντυπο με τίτλον: «Έλεγχος της μηνιαίας καταστάσεως του Σχολείου» [8] αναφέρει ότι επί συνόλου 161 μαθητών, οι 10 διδάσκονται Μουσική. Τούτο γινόταν προφανώς από τον ίδιον ή από άλλον διδάσκοντα, που είχε εν τω μεταξύ ευρεθή και εδίδασκε το προαιρετικό μάθημα της Μουσικής. Μη λησμονούμε ότι είχαμε πολύ ενωρίτερα του 1839 τους πρώτους αποφοίτους του Διδασκαλείου της Αίγινας και συνέχεια της Αθήνας, όπου καταρτίζονταν και στην Μουσική. Ούτε ακόμη στον προγενέστερο πίνακα «παραδόσεως κινητού υλικού του αυτού ως ανωτέρω σχολείου» περιλαμβάνεται κανένα μουσικό όργανο, παρ’ εκτός «εις κώδων και μία συρίστα» (έτος 1829).

Στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» (Εν Αιγίνη, 24 Νοεμβρίου 1828), διαβάζομε ότι ο γνωστός Γάλλος νομοδιδάσκαλος Henri Auguste Dutróne, σύμβουλος (1828-1830) του Καποδίστρια σε εκπαιδευτικά ζητήματα, «επισκεφθείς κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον τα εν Ναυπλία Σχολεία και επικοινωνήσας μετά καθηγητών και μαθητών», εζήτησε επειδή η επιθεώρηση του εκάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του ωραρίου εργασίας «να σχολάσωσιν το επίλοιπον της ημέρας οι μαθηταί» ενωρίτερα του κανονικού. Τότε «οι παίδες του αλληλοδιδακτικού σχολείου επεριπάτησαν έξω της πόλεως και έψαλλον θρησκευτικούς και πατριωτικούς ύμνους», τους οποίους προφανώς είχαν διδαχθή από τον διδάσκαλό τους, να ψάλλουν «εν χορώ», δηλαδή ομαδικά.

Δώδεκα από τους καλλιφωνότερους μαθητές του ίδιου αλληλοδιδακτικού σχολείου προετοιμάστηκαν επειγόντως από τον πρόσφατα διωρισμένο πρωτοψάλτη στον Άγιο Γεώργιο Ναυπλίου και «εσυγχοροστάτησαν» εκεί μαζί του στο αναλόγιο, την ήμερα της δοξολογίας για την υποδοχή του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1833).  

Επίσης, κατά τις λαμπρές εορτές στο Ναύπλιο για την δευτέρα επέτειο των «αποβατηρίων» του Όθωνος (25 Ιανουαρίου 1835), στις οποίες παρευρέθη και ο ίδιος «αι μαθήτριαι του Παρθεναγωγείου έψαλλαν τον βασιλικόν ύμνον και προσήνεγαν Αυτώ στέφανον», γράφει ο ιστορικός της πόλεως Μιχαήλ Λαμπρυνίδης.

Κατά τον ίδιον απομνημονευτή, είχε συσταθή στο Ναύπλιο από 8 Απριλίου 1834 «Δημοτική Λέσχη», δηλαδή ένα εντευκτήριο των πολιτών, «όπου δις της εβδομάδος επαιάνιζε και η στρατιωτική μουσική»[9]. Επομένως οι Ναυπλιώτες είχαν τότε έναν ευχάριστο τόπο φιλικής συναναστροφής μέσα σε ατμόσφαιρα μουσικής. Τούτο ήταν ακόμη μια ευκαιρία μουσικής παιδείας στο Ναύπλιο της Οθωνικής περιόδου.

 

Γεώργιος Αθ. Χώρας

Δρ Θεολογίας τ. Διευθυντής Υπ. Παιδείας

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ξ. Αναστασιάδου, Γεωργίου Γενναδίου βίος – έργα – επιστολαί. Αθήναι 1926. σσ. 295-296.

[2] Ελένης Μπελιά, Η Εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, σσ. 97, 98, 169. 163.

[3] Βλέπε προχείρως Betrand Bouvier. Δημοτικά τραγούδια από χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων, Αθήνα 1960. Πρβλ. Μάρκου Δραγούμη, Το φαναριώτικο τραγούδι, επίμετρο εις Άντειας Φραντζή, Μισμαγιά. Ανθολόγιο Φαναριώτικης Ποίησης, κατά την έκδοση Ζήση Δαούτη (1818), Αθήνα 1993, όπου γίνεται λόγος για τραγούδια κοσμικά, γραμμένα από άρχοντες πρωτοψάλτες σε βυζαντινή παρασημαντική και για συλλογές «διαφόρων τραγωδίων εις χορόν παλαιών τε και νέων», που συναντούμε γραμμένες συνήθως ανώνυμες σε τεύχη. Τα χειρόγραφα αυτά διαφόρων μερακλήδων περιέχουν τους στίχους αλλά και τονισμένους σε βυζαντινές νότες κοσμικών τραγουδιών, χορευτικών και άλλων- πρόκειται για κείμενα, που αναβλύζουν τα αισθήματα των ανθρώπων της εποχής.

[4] Απ. Δασκαλάκη , Τα περί Παιδείας, μέρος Α’, Αθήναι 1968, σ. 535.

[5] Γ. Λ. Μάουρερ – μτφρ. Όλγ. Ρομπάκη, Ο Ελληνικός Λαός, σσ. 527, 533, 538. Γ. Δεμοίρου, Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου. Αθήναι 1939, σσ. 18. 66, 30, 69, 72. 73, 117, 128, 129.

[6] Βλέπε Δαβίδ Αντωνίου. Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαιδεύσεως (1833-1929), τόμ. Α’, Αθήνα 1987, σσ. 12, 23,33,72-81.

[7] Με την αναδιάρθρωση των Σχολείων κατά τον Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834 ενομοθετήθη η υποχρεωτική φοίτηση των παιδιών από 7-12 ετών στα Δημοτικά Σχολεία, Φύλλον 11 της Εφημ. Κυβερνήσεως (σσ. 73-87). Τότε καθιερώθη μεταξύ των υποχρεωτικών μαθημάτων να διδάσκωνται και «γνώσεις φωνητικής μουσικής» και η ρύθμιση αυτή εφηρμόσθη σε μεγάλη κλίμακα εμπειρικά. Πρβλ. Μάουρερ, όπου ανωτέρω, σ. 535. 538.

[8] Βλέπε Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, (Παράρτημα Γ. Α. Κράτους),  Φακ. Ρ36 (2) (έτ. 1839), υποφάκ. «Αλληλοδιδακτικόν Σχολείον Ναυπλίας).

[9] Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 325, 327.

 

Πηγή


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γκούρας Ιωάννης (Παρνασσίδα, 1791 – Αθήνα, 1826)


 

Γκούρας Γιάννης

Αγωνιστής του 1821. Συγγενής του αρματολού (γέρο) Πανουργιά, από τον οποίο είναι πιθανό ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, είχε υπηρετήσει πριν από την Επανάσταση στο αρματολίκι του Οδυσσέα Ανδρούτσου και είχε ανα­λάβει κατά την προετοιμασία του Αγώνα δύσκολες αποστολές. Με την έκρηξη της Επανάστασης ο Γκούρας στρατολόγησε 700 περί­που άνδρες από την περιοχή της Παρνασσίδας και στις 23 Μαρτίου 1821, ύστερα από επιστολή του Ανδρούτσου προς τους Γαλαξιδιώτες, συναντήθηκε μαζί του. Στις 27 Μαρ­τίου με τον Πανουργιά και με οπλαρ­χηγούς των Γαλαξιδιωτών βάδισαν εναντίον της Άμφισσας (Σάλωνα), που την κατέλαβαν ύστερα από τε­τράωρο αγώνα.

Στις 8 Μαΐου ο Γκούρας πολέμησε στο πλευρό του Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς και μετά την επιτυχία των Ελλήνων κατευθύνθηκε, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, προς την Υπάτη (Πατρατζίκι), που η κατάληψή της θεω­ρήθηκε αναγκαία για την ανατροπή των τουρκικών σχεδίων. Στη θέση Αετός, κοντά στο χωριό Καστανιά, περικυκλώθηκε από τους Τούρκους και ύστερα από σκληρή μάχη κατόρ­θωσε να διαφύγει και συνέχισε την παρενοχλητική του δράση εναντίον των δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη. Στις 26 Αυγούστου ο Γκούρας βρισκόταν στα Βασιλικά, όπου είχε σπεύσει για να ανακόψει την προ­έλαση των Τούρκων του Μπεϋράν πασά προς τη Βοιωτία και την Πελο­πόννησο, και στη μάχη που ακολού­θησε διακρίθηκε για τη στρατηγική του ικανότητα και την ανδρεία του.

Σύμφωνα με επιστολή του Ανδρού­τσου προς τους Μεσολογγίτες, στη μάχη αυτή «ο Γκούρας ξεσπαθώντας και μεθώντας από τον πόλεμο, το θρήνος οπού έκαμεν τις διηγήσεται». Αμέσως ύστερα σχεδίασε με τον Ανδρούτσο και το (γέρο) Δυοβουνιώτη εκστρατεία εναντίον της Υπάτης, που όμως ματαιώθηκε. Τρεις μήνες αργότερα ο Γκούρας πήρε μέρος στη συνέλευση των Σαλώνων, (15 Νοεμβρ. 1821), από την οποία προήλθε η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», που είχε συνταχθεί από το Θεόδω­ρο Νέγρη. Κατά τη σύγκρουση του Οδυσσέα Ανδρούτσου με τον «Άρειο Πάγο» που ελεγχόταν από το Νέγρη, ο Γκούρας αρνήθηκε να αντικαταστήσει τον Ανδρούτσο στην ηγεσία των στρατευμάτων της Λιβα­δειάς, όπως του πρότεινε ο Φαναριώτης πολιτικός.

Όταν ο επικη­ρυγμένος Ανδρούτσος αμνηστεύτηκε, διόρισε τον Γκούρα (Αύγ. 1822) φρούραρχο της Ακρόπολης των Αθηνών και στη θέση αυτή έμει­νε, με ελάχιστα διαλείμματα, ως το 1824. Κατά το διάστημα αυτό η στά­ση του απέναντι στους Αθηναίους υπήρξε αυταρχική και τυραννική: στην προσπάθειά του να επιβληθεί συνέλαβε και φυλάκισε προκρίτους και άλλους κατοίκους, που αντιδρού­σαν στα σχέδια του, και στις 23 Ιου­νίου 1823 διέταξε τη θανάτωση του προκρίτου Νικολάου Σαρρή, που είχε αντισταθεί στις βιαιότητες των στρατιωτών του Γκούρα.

Στη διάρκεια του εμφύλιου πολέ­μου ο Γκούρας εντάχθηκε στην παράταξη του Κουντουριώτη και του Κωλέττη, και στις 23 Νοεμβρίου 1824, ύστερα από πρόσκλησή τους, εισέβαλε στην Πελοπόννησο  επικεφαλής ρουμελιώτικων στρατευμάτων για να κτυπήσει τους «αντικυβερνητικούς».

Ο ικανός στρατιωτικός ηγέτης, που στις αρχές Ιουλίου 1824 είχε κατα­τροπωθεί τους Τούρκους του Ομέρ πασά της Καρύστου στο Μαραθώνα, στρεφόταν τώρα εναντίον παλαιών συμπολεμιστών του, λεηλατούσε [είχε σωρεύσει τεράστια περιουσία, όχι μόνο από τη λαφυραγωγία, αλλά και από κάθε διαθέσιμη πηγή] στο πέρασμά του τα χωριά και ταπεί­νωνε πολιτικούς του αντιπάλους, που αναζητούσαν καταφύγιο στη δυτική Στερεά Ελλάδα. Μετά την εξουδετέρωση των αντι­πάλων της η κυβέρνηση Κουντου­ριώτη διόρισε τον Γκούρα (20 Φεβρουαρίου 1825) αρχηγό «των στρατοπέδων της Ανατολικής Ελλάδος» παραγκωνίζοντας οριστικά τον Ανδρούτσο, που είχε κατηγορηθεί για συνεννοή­σεις με τους Τούρκους, και συγκε­κριμένα για «συμφωνία» με τον Ομέρ πασά.

Ο Γκούρας με διαταγή της κυβέρνησης του Ναυπλίου, βάδισε τότε εναντίον του Οδυσσέα, που αφού αντιστάθηκε, αναγκάστηκε τελικά να παραδοθεί στο παλιό πρωτοπαλί­καρό του. Ο Γκούρας τον έστειλε στην Αθήνα με συνοδεία και στις 5 Ιουνίου με διαταγή του προς τον οπλαρχηγό του Ιωάννη Μαμούρη και δυο ακόμη άνδρες, ο Ανδρού­τσος, που είχε φυλακιστεί στον Πύρ­γο (Γουλά) δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων, θανατώθηκε. Για να θεωρηθεί μάλιστα ότι σκοτώθηκε στην προσπάθειά του να δραπετεύ­σει, ρίχτηκε στο λιθόστρωτο του να­ού της Απτέρου Νίκης.

Κατά την τελευταία φάση της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογ­γίου (1825 – 26), ο Γκούρας κατόρ­θωσε να ανακόψει προσωρινά την προέλαση τουρκικών στρατευμάτων από την ανατολική Στερεά στην Πελοπόννησο. Αποσύρθηκε κατόπιν στην Αθήνα και ενώ είχε την ευθύνη για την άμυνα ολόκληρης της Αττι­κής προτίμησε να κλειστεί στην Ακρόπολη, πιστεύοντας στην καίρια σημασία της θέσης για την εξέλιξη του Αγώνα.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, τη νύκτα της 30ής Σε­πτεμβρίου προς την 1η Οκτωβρίου 1826, ο Γκούρας σκοτώθηκε και κη­δεύτηκε την επομένη από τους άν­δρες του μπροστά στον Παρθενώνα. [Στις 12 Ιανουαρίου 1827 τουρκικές βόμβες έπεσαν πάνω στη σκεπή του Ερεχθείου, η οποία κατέρρευσε και καταπλάκωσε την οικογένεια Γκούρα. Νεκρές ανασύρθηκαν η Ασήμω  σύζυγος του Γκούρα,  η αδελφή της Κάρμαινα με τα τρία παιδιά της, μία ανεψιά του Γκούρα και μία υπηρέτρια].

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »