Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)


 

Την 10η Ιουλίου του 1822 στον Αχλαδόκαμπο, στο Χάνι του Αγά πασά[1], έγινε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο έλαβαν μέρος οι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Δημήτριος Υψηλάντης, Αρχιμανδρίτης Φλέσσας, Πάνος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, τα παιδιά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, Γιωργάκης και Ιωάννης, καθώς και οι Λακεδαιμόνιοι Παναγιώτης Κρεββατάς, Αντώνιος Κουμουστιώτης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος (Μπαρμπιτσιώτης), Ανδρέας και Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος[2]. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Δράμαλης είχε ήδη φθάσει στην Κόρινθο (6 Ιουλίου) και είχε καταλάβει μάλιστα τον Ακροκόρινθο (8 Ιουλίου).

Μία μέρα πριν ο πλούσιος προεστώς του Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς και ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσαν τα χέρια να μείνουν πιστοί φίλοι εκπληρούντες στο ακέραιο το χρέος τους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Ο Κρεββατάς ανακοίνωσε ότι θέτει στη διάθεση του αρχηγού «ένα μιλιούνι γρόσια» για τις ανάγκες του πολέμου. Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε στρατιώτες και πολεμοφόδια, πράγμα που έγινε αμέσως αποδεκτό. Ο Κρεββατάς μετά τη σύσκεψη αναχώρησε για στρατολόγηση νέων μαχητών[3].

Το κύριο θέμα της σύσκεψης ήταν η απόκρουση της εισβολής του Δράμαλη. Οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο. Ο Πλαπούτας γράφει σχετικά: «Να στείλουμε στρατιώτες να πιάσουνε το Άργος το κάστρο, όσο να μαζευτούν στρατεύματα»[4]. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διάρκεια της σύσκεψης εξέθεσε με σαφήνεια και στέρεο ένστικτο το σχέδιό του, το οποίο έτυχε γενικής αποδοχής.

Τα κύρια σημεία του ήταν: 1) η «σταθερή κατάληψη επίκαιρων σημείων ώστε να απομονωθεί ο Δράμαλης μέσα στην Αργολίδα, 2) η κατάληψη του παλαιού κάστρου του Άργους, ώστε να απασχοληθούν αρκετές δυνάμεις του Δράμαλη, ώσπου να το καταλάβουν, και έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους εχθρούς και 3) η καταπόνηση και αφανισμός των Τούρκων στην αργολική ενδοχώρα από έλλειψη τροφών»[5].

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Ο Σπ. Τρικούπης γράφει ότι τις ημέρες εκείνες της ταραχής και του φόβου που είχε εμπνεύσει στους Έλληνες η στρατιά του Δράμαλη ο Μανιάτης Θανάσης Καρύγιαννης αυθορμήτως ενεργών ανήλθε στο φρούριο επικεφαλής δέκα γενναίων εθελοντών και ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας[6].

Ο Καρύγιαννης ή Καράγιαννης όμως δεν ήταν Μανιάτης. Νεότερες καταγραφές που στηρίζονται τόσο στην προφορική παράδοση όσο και στα μητρώα των χωριών πείθουν ότι ο ριψοκίνδυνος Καρύγιαννης καταγόταν από την Αράχοβα Λακεδαίμονος[7].

Καταπτοημένοι οι κάτοικοι του Άργους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατευθυνόμενοι προς ασφαλέστερα μέρη, ενώ πενήντα Τούρκοι ιππείς προπορευόμενοι εισέρχονται στην πόλη. Από την ακρόπολη μόλις είδε «πλήρης τόλμης και ζήλου» ο Καρύγιαννης την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα, κατέβηκε στην πόλη και επέπληξε τους πολίτες. Φιλοτιμήθηκαν τότε, πολλοί, ανέκτησαν το θάρρος τους και κατεδίωξαν τους εισβολείς. Στη συνέχεια ο Καρύγιαννης ανήλθε στην ακρόπολη, όπου ήδη κυμάτιζε η σημαία[8].

Ο Κολοκοτρώνης θέτει σε άμεση ενέργεια το σχέδιό του:

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό»[9].

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη για άνοδο στην ακρόπολη του Άργους δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Όλοι αναλογίζονταν το επικίνδυνο του εγχειρήματος. Πρώτος προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης υπό τον όρο να τον ακολουθήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης[10]. Τον ίδιο σκεπτικισμό εξέφρασε και ο Αντώνιος Κουμουστιώτης, ο οποίος ως προϋπόθεση έθεσε τη σύμπραξη του Πέτρου Μπαρμπιτσιώτη. Ακόμη ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη: «το παιδί το δικό σου και του Μπέη, (Μαυρομιχάλη) και τον αγιουτάντε του Πρίγκιπα (υπασπιστή του Δ. Υψηλάντη)»[11].

Τούτους θέλησε την ώρα εκείνη να ακολουθήσει και ο Δ. Υψηλάντης, ο γενναίος αυτός και ανιδιοτελής αγωνιστής. Ο Κολοκοτρώνης, αναμετρώντας τις ευθύνες που επωμιζόταν, εξέφρασε την αντίρρησή του: «δεν είναι δική σου δουλειά αυτή, πρίγκιπα. Να υπάγεις εκεί όπου σου λέγω»[12].

Η απόφαση ελήφθη και τα στρατιωτικά τμήματα με τους αρχηγούς τους Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη[13], Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο[14] και τον Αντώνιο Κουμουστιώτη[15] ανήλθον στο φρούριο και πήραν θέσεις μάχης. Όλοι αυτοί που υπάκουσαν στα λόγια του Αρχηγού και έσπευσαν να ανταποκριθούν στο μεγάλο χρέος ήταν Λακεδαιμόνιοι. Οι περισσότεροι από την πλευρά του Πάρνωνα Μπαρμπιτσιώτες, Αραχoβίτες, Βαμβακίτες, Μεγαλοβρυσιώτες, Βρεστιανίτες, Βασαραίοι, Τσιντζινιώτες, Βουτιανίτες, Βρουλιώτες και από την πλευρά του Ταϋγέτου Κουμουστιώτες, Παλιοπαναγίτες, Διποταμίτες, Ντοριζιώτες, Αρκασιώτες κ.α.

Ήταν περίπου 200 άνδρες[16]. Στο κάστρο τους υποδέχτηκε με έκρηξη ενθουσιασμού ο Καρύγιαννης με τους λίγους υπερασπιστές. Τότε κρίθηκε σκόπιμο να οχυρωθεί και το κάτωθεν του φρουρίου μοναστήρι της Κεκρυμμένης Παναγίας[17].

Λίγο αργότερα ανήλθαν στο φρούριο ο Δ. Υψηλάντης, ο Γιωργάκης και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Ηλίας Τσαλαφατίνος. Στις 12 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου ανέρχονταν σε 700 περίπου[18]. Την ίδια ημέρα εισέρχεται και ο Δράμαλης στο Άργος και απορεί για την κατάληψη του φρουρίου. Κατανοεί φυσικά τον αντιπερισπασμό που επιχειρούν οι Έλληνες και δίνει εντολή για άμεση πολιορκία και ταχεία εκπόρθησή του.

Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι στο φρούριο φυλάσσονταν θησαυροί. Σχετικά ο Κολοκοτρώνης γράφει: «Όταν κατέβηκαν οι Τούρκοι, επήγαν και πολιόρκησαν το Παλιόκαστρο του Άργους και οι Τούρκοι ήσαν δυο πασάδες. Οι πασάδες έλεγαν των στρατιωτών: Εδώ είναι το βιός του κόσμου, το Ανάπλι το έχουμε, τ’ άλλα τα παίρνομε όλα»[19]. Πράγματι μέσα στο κάστρο ευρίσκονταν «πολλά μπακάλικα πράγματα, ρύζι, ζάχαρη, τυρί και ό,τι άλλα πωλούν οι μπακάληδες», τα οποία ως λάφυρα κάποιοι είχαν μεταφέρει εκεί για περισσότερη ασφάλεια[20].

Οι πολιορκούμενοι άφηναν να εννοηθεί ότι στο φρούριο υπήρχαν τρόφιμα για πολύ καιρό[21]. Η φήμη για ζωοτροφές και πολύτιμα αντικείμενα φαίνεται ότι εντασσόταν και στο σχέδιο του Κολοκοτρώνη για απασχόληση των Τούρκων. Ερεθίζοντας το θυμικό των πασάδων για αμύθητα κέρδη ο Κολοκοτρώνης στόχευε να κερδίσει το χρόνο που του ήταν απαραίτητος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων[22].

Παράλληλα, ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να καούν τα σπαρτά του αργολικού κάμπου[23]. Ο Δ. Τσόκρης, ο Ν. Σταματελόπουλος και οι άλλοι Αργείοι οπλαρχηγοί, μία μέρα πριν εισέλθουν οι Τούρκοι στο Άργος, καίνε τις θημωνιές και όσα σπαρτά ήσαν ασυγκόμιστα. Ακόμη έκαψαν σπίτια και αποθήκες όπου υπήρχαν η μπορούσαν να εναποτεθούν καρποί και τροφές. Τότε κάηκε και το αρχοντικό του τελευταίου Βοεβόντα του Άργους Αλήμπεη. «Η χώρα μεταβλήθη εις απέραντον και απαισίαν ανθρακιάν»[24].

Στο σπίτι του Αλήμπεη είχαν εναποταμιευθεί πολλές τροφές, ικανές να θρέψουν τουλάχιστον για ένα μήνα τα στρατεύματα του Δράμαλη[25]. Κατά το θερμότατο εκείνο καλοκαίρι τα πηγάδια είχαν στερέψει. Και το λίγο νερό που είχε απομείνει σε κάποια είχε δηλητηριαστεί από την οξείδωση των χάλκινων σκευών, τα οποία οι Αργείοι είχαν ρίψει σ’ αυτά για απόκρυψη και διάσωση[26]. Λέγεται ακόμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ρίξουν σ’ όλα τα πηγάδια φλώμο[27]. Οι πληροφορίες για ύπαρξη στο μοναστήρι ιερών σκευών των εκκλησιών που επρόκειτο να εκποιηθούν για τις ανάγκες του Αγώνα είναι ένας άλλος λόγος που εξέτρεφε το πολεμικό μένος των Τούρκων[28].

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Η πραγματικότητα, πάντως, όπως τη βίωσαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, ήταν διαφορετική. Τη 10η Ιουλίου μετά από μικρές συμπλοκές με τις εμπροσθοφυλακές του Δράμαλη, όταν εισήλθαν στο φρούριο, βρήκαν μόνο αλεύρι, αραποσίτι, ζάχαρη, ρύζι. Ούτε νερό, ούτε ξύλα για φωτιά. Μία ενετική στέρνα με λάσπη. Από τη λάσπη, τοποθετώντας τη στα μαντήλια τους, δρόσιζαν τη γλώσσα τους. Τη δίψα μετρίαζε η πείνα, γιατί στην πραγματικότητα οι τροφές ήταν ελάχιστες[29].

Οι Τούρκοι κάλεσαν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, αλλ’ ο Δ. Υψηλάντης απέκρουσε την πρόταση, αποπέμποντας τους απεσταλμένους[30]. Μετά απ’ αυτό η πολιορκία άρχισε πεισματώδης και συνεχίσθηκε μέρα και νύχτα. Κατά πάγια τακτική οι Τούρκοι δεν άφηναν ανοικτά μέτωπα στα μετόπισθεν[31]. Οι Τούρκοι ανήγειραν γρήγορα οχυρώματα, ένα είδος λίθινης ζώνης, και από αυτά πυροβολούσαν τους πολιορκημένους[32]. Λόγω της ελλείψεως τροφών και κυρίως νερού αποφασίστηκε ορισμένοι να εξέλθουν. Ήδη το σχέδιο του Αρχηγού ετίθετο σε πλήρη εφαρμογή με κατάληψη στρατηγικής σημασίας χώρων ενόψει της οπισθοχώρησης του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Έπειτα από επιτυχή αντιπερισπασμό του Πλαπούτα[33] την 16η η 17η Ιουλίου εξήλθαν ο Υψηλάντης, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Έμειναν 350. Το νερό αρκούσε για λίγες ημέρες[34].

Ο κλοιός στένευε διαρκώς γύρω από τους πολιορκουμένους, οι οποίοι «έκαναν σινιάλα» ζητώντας βοήθεια. Το τουρκικό πυροβολικό, τοποθετημένο στο λόφο του προφήτη Ηλία, ΒΑ του Παλαιοκάστρου, έβαλλε συνεχώς. Στις 20 Ιουλίου, εορτή του προφήτη Ηλία, ο Κολοκοτρώνης «έκραξε εις τους μύλους τους Αργίτικους»[35] και εξέθεσε δια μακρών την κατάσταση[36]. Αποφασίστηκε νέα επίθεση, η οποία, παρά «τον κεραυνώδη πυροβολισμόν»[37], δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Στις 22 και 23 του μηνός ο Κολοκοτρώνης, έπειτα από γόνιμη επανεκτίμηση, εφαρμόζει γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, σε μία προσπάθεια να φθάσουν οι ελληνικές δυνάμεις ως τα τείχη. Οι πολιορκούμενοι, αφού έκαναν «φανό», αξιοποίησαν την ευκαιρία και εξήλθαν επιτυγχάνοντας να διασπάσουν τον κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους[38]. Φαίνεται ότι και κάποια συνεννόηση είχε γίνει με τους πολιορκούντες αυτούς Αλβανούς, οι οποίοι και τη γλώσσα γνώριζαν και μερικοί απ’ αυτούς ήταν χριστιανοί[39].

Οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής συμπίπτουν γενικά στο ότι ο αντιπερισπασμός υπήρξε επιτυχής και η έξοδος αβλαβής[40]. Το πρωί έτρεξαν όλοι προς το Κεφαλάρι, το οποίο, προς απελπισία τους, είχε στερέψει[41]. Ρίχτηκαν τότε στις μικρές λίμνες που υπήρχαν και εκεί έσβησαν την παρατεταμένη δίψα τους. Το φαινόμενο της λειψυδρίας θεωρήθηκε κακός οιωνός για τους Έλληνες[42].

Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι εισήλθον στο φρούριο και μη ευρόντες τίποτε άξιο λόγου συνειδητοποίησαν την πλάνη τους. Από τους υπερασπιστές του φρουρίου μόνο ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να εξέλθει. Κατά τον Τρικούπη επρόκειτο για τον γενναίο πρόμαχο Αθ. Καρύγιαννη, ο οποίος ευρέθη κοιμώμενος κατά την ώρα της εξόδου. Όταν ξύπνησε και είδε ότι ευρισκόταν ανάμεσα στους εχθρούς, τοποθέτησε στο κεφάλι του ένα κακάβι και προσποιούμενος τον παράφρονα διέλαθε της προσοχής των κατακτητών[43].

Ο Φωτάκος απορρίπτει με πλήθος επιχειρημάτων την άποψη αυτή και φαίνεται ότι έχει δίκιο.

Είναι έξω από κάθε λογική σε στιγμές σύγκρουσης ένας διακεκριμένος πολεμιστής, ο πρώτος φρούραρχος του κάστρου, να καταληφθεί κοιμώμενος[44]. Αυτός που παρέμεινε στο κάστρο δεν ήταν ο Αθ. Καρύγιαννης, αλλά ένας οπλίτης από το χωριό Βαμβακού της Λακεδαίμονος, ονόματι Λιναρδάκος, ο οποίος είχε τυφλωθεί τις προηγούμενες ημέρες από μπαρούτι που «κατά τύχη άναψε» κατά τη διάρκεια παρασκευής φυσεκίων. Τις πληροφορίες του ο Φωτάκος αντλεί από πολεμιστές που κατάγονταν από το χωριό Βρέστενα και Βαμβακού, και που επιζούσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, όπως ο Αναγνώστης Σταυρόπουλος[45].

Ο Λιναρδής Παπαχριστοφίλου[46], όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν και ο μόνος που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους εξερχόμενους συμπολεμιστές του. Οι Τούρκοι εισελθόντες στο φρούριο τον εφόνευσαν. Αυτό συνάγεται από αίτηση των κληρονόμων του (20-6-1865) και πιστοποιητικό του οπλαρχηγού Π. Μπαρμπιτσιώτη[47].

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας συνέβη και το εξής:

«Την ημέραν και την ώραν κατά την οποίαν οι άνθρωποι εκοιμώντο εις τον ίσκιον, διότι τις νύκτες έμεναν άγρυπνοι, έπεσε μία πέτρα από το τείχος του φρουρίου, η, οποία εζούπησε την κεφαλήν ενός άλλου στρατιώτου από το χωρίον Κουμουστά της Σπάρτης… Ο Κουμουστιώτης… και άλλοι πολλοί, όπου καθένας εύρισκε τόπον εις το τείχος, έβαλαν ξύλον, καρφί, παλούκι ή και άλλο τι δια να κρεμούν την λάσπη και αυτοί έπειτα εξαπλώνοντο από κάτω, άνοιγαν το στόμα των δια να σταλάζει μέσα εις αυτό το νερόν της λάσπης και να δροσίζει την διψασμένην καρδίαν των. Ο Κουμουστιώτης, λοιπόν, έχων ένα κομμάτι ξύλον στρογγυλόν ωσάν ραβδί, το έβαλεν επάνω εις το τείχος, επλάκωσε το ξύλον με μίαν πλάκαν, έπειτα εκρέμασεν από αυτό το ταγάρι και αυτός εξαπλώθη από κάτω και έπινε το νερόν, το οποίον έσταζεν εις το στόμα του. Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτω εφύσηξεν άνεμος δυνατός, ο οποίος εκούνησε το ταγάρι πολύ, έσεισεν την πλάκαν, η οποία αμέσως έπεσε και τον εζούπησεν, ως είπομεν, στην κεφαλήν και απέθανεν»[48].

Ο άγνωστος Κουμουστιώτης, ο ανώνυμος νεκρός της πατρίδας, καταγόταν από την Κουμουστά, το παλιό κεφαλοχώρι των ανατολικών υπωρειών του Ταϋγέτου. Ευνοημένο από το Θεό έχει εξήντα πηγές που καθιστούν το έδαφος εύφορο και πολύκαρπο. Δυο απ’ αυτές, η βρύση των Πενταυλών και η βρύση του Πουλιού, απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και υμνήθηκαν από δυο μεγάλους ποιητές, τον Άγγελο Σικελιανό[49] και το Νικηφόρο Βρεττάκο[50]. Ο ανώνυμος Κουμουστιώτης τις ημέρες εκείνες του Ιουλίου που οι πυριφλεγείς ακτίνες του ήλιου πυρπολούσαν το Παλιόκαστρο, καθώς το ταγάρι του διΰλιζε τη λάσπη και άφηνε τη δροσιά του νερού να πέφτει σταγόνα – σταγόνα, ασφαλώς θα σκεφτόταν τα κεφαλάρια της Κουμουστάς, τις χάρες της οποίας υμνεί το παρακάτω δίστιχο:

 

«Όμορφη που είσαι, Κουμουστά, με την ανηφοριά σου,

τις μαρμαρένιες βρύσες σου, τα κρύα τα νερά σου»[51].

 

Η έρευνα στο Αρχείο Αγωνιστών και τις σύγχρονες προς τα γεγονότα πηγές έχει φέρει στο φως και ονόματα αυτών που έλαβαν μέρος στην επικίνδυνη αποστολή: Δημήτρης Δρούγας, Πανάγος Κονταλώνης, Θεόδωρος Δ. Κονταλώνης, Μήτρος Μαχαίρας, Κωσταντής Μπαστής ή Βαστής, Αναγνώστης Μπουκίδης (ή Βουκίδης), Αθανάσιος Α. Μπουκίδης (γυιός του προηγουμένου), Παναγιώτης Ευστ. Μπουκίδης, Παναγιώτης Γ. Χαρακας[52], Γεώργιος Δρουγάς (ιερέας), Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Πέτρος Μ. Κερχουλάς (Αράχοβα)[53], Γιωργάκης Σκλαβοχωρίτης (Αμύκλες)[54], Γρηγόριος Μωϋσάκος, Θανάσης Μπαλτάκος (Παλιοπαναγιά)[55].

Ειδικότερα, ο Γρηγόριος Μωϋσάκος, όπως συνάγεται από αίτηση των απογόνων του,«εφονεύθη εντός του φρουρίου του Άργους, όταν ήταν πολιορκημένον το φρούριον»[56].

Γι’ αυτόν όμως ο Ηλίας Γιατράκος, εξουσιοδοτημένος γιατρός του Αγώνα, στις σημειώσεις του και στη στήλη: Όσοι επληγώθησαν εις το κάστρο του Άργους, όταν ήλθεν ο Δράμαλης, αναφέρει: «Γρηγόριος Μωυσάκος, Διποταμίτης, πληγωμένος εις το χέρι τον εκοίταξα ημέρες 28». Ακόμη ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης, Λεονάρδος Παπαχριστοφίλου (Λιναρδής), Αναγνώστης Σταυρόπουλος, Βενιζέλος Γιαννακόπουλος (Βαμβακού)[57],Αργύρης Τσαγκαρούλης (Βρουλιάς, Σελλασία)[58].

Μέσα στο φρούριο τραυματίστηκαν οι: Γεώργιος Δημάκος, Γεώργιος Κουμουστιώτης, (παιδί του παπα-Βασίλη Οικονόμου), Αθανάσιος Μανιάτης από τον Αρκασά, Γεώργιος Σμυρναίος, Παναγιώτης Μποζατζής, Πισινοχωρίτης, ανεψιός του παπα-Καλομοίρη από τη Βορδώνια, Γιάννης Κωνσταντάκος από τα Τζίντζινα, Θανάσης Μπαλτάκος από την Παλιοπαναγιά, Γιάννης Ζερβέας από την Καρδαμύλη[59]. Από τους αρχηγούς δυο φορές τραυματίστηκε ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης[60].

Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους[61]. Η πολιορκία του κάστρου κράτησε 12 μέρες. Η αντίσταση ήταν η πρώτη που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του[62].

Η έπειτα από συντονισμένη επίθεση ασφαλής έξοδος των αγωνιστών ενέβαλε ασφαλώς στη σκέψη του Δράμαλη και τις πρώτες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Η επίτευξη από ελληνικής πλευράς του αντικειμενικού στόχου, που ήταν η καθυστέρηση και η καταπόνηση του αντιπάλου, ανύψωσε το ηθικό των αγωνιζομένων για την απελευθέρωσή τους και έδωσε την ευκαιρία στον Αρχηγό να καταστήσει τις ενέργειες του περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο μεταξύ απ’ όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου συνέρρεαν στρατεύματα. Οι Τούρκοι απώλεσαν πολύτιμο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου συγκροτήθηκε αξιόμαχη ελληνική δύναμη[63]. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών συγκλίνουν: «Η κράτησις της ακροπόλεως του Άργους έγινεν αφορμή, της απωλείας του Δράμαλη»[64]. Είναι ο πρώτος σοβαρός αντιπερισπασμός που πέτυχε πλήρως τους στόχους του[65]. «Η πράξις αύτη ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις τους αγώνος τούτου»[66].

Στην Εθνική Συνέλευση της 25ης Φεβρουαρίου 1844 υπεβλήθη πρόταση για απονομή αριστείου στους πολιορκηθέντες εκείνους μαχητές[67]. Οι συνθήκες δεν ήταν τότε πρόσφορες. Η ώρα της δικαίωσης συνήθως αργεί. Το κατόρθωμά τους επισκιάστηκε, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από τη θρυλική «νίλα» του Δράμαλη, η οποία και έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Θ. Ρηγόπουλου, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ευρετήριο Α. Θ. Φωτόπουλου. Αθήναι 1979, σσ. 253-254. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, που παρίστατο στη σύσκεψη, αναφέρει ως ημερομηνία τέλεσής της τη νύκτα της 8ης προς 9η Ιουλίου. Βλ. Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266. Φωτάκου (Φωτίου Χρυσανθοπούλου), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής επαναστάσεως, Επιμέλεια Θ. Βαγενά- Α. Ηλιόπουλου- Π. Ν. Κοντοέ, εκδ. Νεοϊστορικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1955, σ. 261.

[2] Ν. Δ. Ματθαίου, Ο πρωτοκλέφτης Ζαχαρίας. Αθήνα 1998, σ. 372.

[3] Φωτάκος, 260. Ο Θ. Ρηγόπουλος (σ. 26) αρνείται τα διαμειφθέντα και προσθέτει ότι μπορεί να άκουσαν ο Φωτάκος και ο Μ. Οικονόμου.

[4] Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266.

[5] Β. Σφυρόερα, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως 1822-1823», Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 251. Στο πλαίσιο του σχεδίου είχαν καταληφθεί οι στρατηγικές θέσεις στο Κιβέρι, το Κεφαλάρι, το χωριό Ζαχαρία, το Δερβενάκι, το Αγινόρι.

[6] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Β . Αθήναι, Ι.Ν. Σιδέρης 1925, σ. 287. Για τον Θανάση Καρύγιαννη ο Φωτάκος (σ. 258, σημ. 1) γράφει ότι ήταν αχώριστος φίλος του Η. Τσαλαφατίνου, ανδρός γενναίου και ανιδιοτελούς. Και συμπληρώνει: «δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

[7] Ν.Δ. Ματθαίου, 624-625 και Κ. Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες. Αθήνα 1971, σ. 71. Ο Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 19963, σ. 259, γράφει ότι το φρούριο είχε καταλάβει ο Θανάσης Καράγιαννης «Μανιάτης ή κατά τίνας Κυνουριεύς».

[8] Σπ. Τρικούπης, οπ.π., τ. Α’, σσ. 186-187.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Αθήνα, Μέρμηγκας, χ.χ., σ. 319.

[10] Κ. Πίτσιου, Καρυαί (Αράχοβα) Λακεδαίμονος. Αθήνα, Ηλία Ν. Δικαίου, 1948, σ. 175.

[11] Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από τα απομνημονεύματα του Δ. Δημητρακάκη (περιοδικό Μαλεβός 1923). Δ. Κρεββατά, Από τον Παναγιώτη Κρεββατά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αθήνα 1994, σ. 202.

[12] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 254. Την εγκυρότητα των λόγων του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει ως εξής: «ήμην αυτήκοος όλων των λεχθέντων».

[13] Ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης, γυιός του Ανάσταση Καραδόντη, γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα το 1785. Από την πρώτη στιγμή του Αγώνα επικεφαλής των συγχωριανών του κινήθηκε όπου το χρέος τον καλούσε. Σημαντικό γεγονός της πολυκύμαντης ιστορίας του ήταν η ενίσχυση το βράδυ της 12ης προς 13ης Μαΐου 1821 του ταμπουριού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στο πιο κρίσιμο σημείο της μάχης. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Άργους, όπως βεβαιώνει ο ίδιος αργότερα, λαβώθηκε δυο φορές. Τιμώντας τη δράση του ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με την παράδοση, του είπε: «Πέτρο, Αναγνωστάδων παιδιά είναι πολλά και συ πρέπει να ξεχωρίζεις απ’ τους άλλους. Γιατί δεν παίρνεις τ’ όνομα της πατρίδος σου της ξακουστής Μπαρμπίτσας». Το 1844 εξελέγη βουλευτής, αλλά ο κοινοβουλευτικός βίος δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Κράτησε το βαθμό του συνταγματάρχη που του απονεμήθηκε το 1847. Πέθανε το 1871. Ν.Δ. Ματθαίος, 584-593. Κ. Μ. Πίτσιος, 174-176.

[14] Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος ήταν γυιός του πρωτοκλέφτη Ζαχαρία από τη Φλωρού, δεύτερη γυναίκα του, γυναικάδελφος του Νικηταρά και γαμπρός του κλεφταρματολού Νικοτσάρα, του οποίου είχε νυμφευθεί την κόρη. Πέθανε στο Άργος το 1836. Ματθαίος, σσ. 575-580.

[15] Ο Αντώνιος Κουμουστιώτης καταγόταν από την Κουμουστά Λακεδαίμονος. Από αναφορά των γυιών του, Δημήτρη και Παναγιώτη (12.5.1846), συνάγεται ότι ο πατέρας τους ήταν κλέφτης. Συνελήφθη στον πύργο του Κουμουνδουράκη από τον Ραλιάμπεη και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της Επανάστασης ηγήθη συμπατριωτών του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Απέθανε το 1830. Βλ. Δ. Δικαιάκου, «Αντώνιος Κουμουστιώτης», Το Ξηροκάμπι 12(1972) σσ. 3-4. Π. Τεκόση, «Νέα στοιχεία δια την δράσιν του Αντωνίου Κουμουστιώτη»,Το Ξηροκάμπι 13(1972) σσ. 1-3. Δ. Γ. Κ. Κατσαφάνα, Παλαιοπαναγιά, Ανώγεια και Ξηροκάμπι. Αθήνα 1989, σ. 274-277. Δ. Γ. Λάσκαρι, Το Ξηροκάμπι της Λακεδαίμονος. Αθήνα 2002, σσ. 63-64. Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 560-561, σημ. 6.

[16] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[17] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[18] Β. Σφυρόερας, 252. Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, 320. Οι Τούρκοι είχαν πειστεί ότι στο φρούριο φυλάσσονταν τα πλούτη των Αργείων και ότι υπήρχαν αποθήκες πλήρεις εφοδίων. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Βεργίνα, 1996, σ. 106. Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Γ. Τσουκαλά, χ.χ., τομ. Β, σ. 51.

[20] Φωτάκος, 271.

[21] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τομ. Α’. Αθήναι, Καραβία, 1972, σ. 415.

[22] Φωτάκος, 262.

[23] Φωτάκος, σ. 262.

[24] Δ. Κ. Βαρδουνιώτου, Η καταστροφή του Δράμαλη. Εν Τριπόλει 1913, σ. 120.

[25] Α. Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Β’. εν Αθήναις 1839, σ. 214.

[26] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

[27] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 26. Ο γαλακτώδης χυμός του φυτού αυτού είναι δηλητηριώδης. Συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το φυτό για αλίευση στα ποτάμια ή τα πηγάδια.

[28] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 27.

[29] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 26-27.

[30] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261. Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[31] Φωτάκος, 262.

[32] Δ. Κ. Μπαρδουνιώτης, 124.

[33] Ο Πλαπούτας εισήλθε στο φρούριο και ενίσχυσε με πολεμοφόδια τους αμυνόμενους. Ο Δ. Υψηλάντης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, δίνοντας υπόσχεση ότι δεν θα τους αφήσουν να χαθούν, Φωτάκος, 268.

[34] Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[35] Υπήρχαν και μύλοι Αφεντικοί.

[36] Θ. Κολοκοτρώνης, σ. 321.

[37] Α. Φραντζής, σ. 222.

[38] Θ. Κολοκοτρώνης, 321. Θ. Ρηγόπουλος, 31. Φωτάκος, σ. 269.

[39] Φωτάκος, σσ. 272-273.

[40] Α. Φραντζής, σ. 223. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας (φωτοτυπική επανέκδοση), Εκδ. Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης. Αθήναι 1976, σ. 356.

[41] Το Άργος στην αρχαιότητα εφέρετο ως «πολυδίψιον», («και κεν ελέγχιστος πολυδίψιον Άργος ικοίμην», Ομήρου, Ιλιάς Δ 171), που μετέβαλε σε «ένυδρον» ο Δαναός («Άργος άνυδρον εόν Δαναός εποίησεν ένυδρον», Ησιόδου, Αποσπ. 58).

[42] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 31-32.

[43] Σπ. Τρικούπης, σ. 191.

[44] Φωτάκος, σσ. 269-270, σημ. 1.

[45] Φωτάκος, σ. 270. Τον ίδιο λόγο επικαλείται και ο Α. Φραντζής (σ. 223, σημ. 1): «εις μόνον εκ των εν τη ακροπόλει του Άργους Ελλήνων βεβλαμμένος ων από πυρίτιδα».

[46] Ν.Δ. Ματθαίος, σ. 375, σημ. 65. Λιναρδής ήταν και το επώνυμο των απογόνων του.

[47] Ν.Δ. Ματθαίος, σσ. 636-637. Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, σ. 418, γράφει: «ό,τι αυτόν τον δυστυχή με το πυρίκαυστο πρόσωπο δεν θέλησαν οι Τούρκοι να φονεύσουν».

[48] Φωτάκος, σσ. 270-271.

[49] Γ.Π. Μανουσόπουλου, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ταΰγετος. Η Φάρις 5, 19936.

[50] Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα Ποιήματα. Αθήναι 1981, σσ. 252-253.

[51] Βούλας Κονίδη, «Στην παλιά Κουμουστά», Η Φάρις 35 (2003) σ. 15.

[52] Κ. Μ. Πίτσιος, σσ. 165-171.

[53] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 614-615.

[54] Σ. Π. Αντωνάκου, Αμύκλαι, Αθήνα 1982, σ. 234.

[55] Δ. Γ. Κατσαφάνας, σσ. 261, 283.

[56] Δ. Γ. Κατσαφάνας, 266.

[57] Η. Παπαθανασόπουλου, «Νοσηλεία τραυματιών (1821-1825) και Λάκωνες αιχμάλωτοι κατά τας επιδρομάς του Ιμπραήμ (1825-1826)», Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972) σ. 301.

[58] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 629-630, 636-637, 639 και Φωτάκος, σ. 270.

[59] Ν. Δ. Ματθαίος, 675-676.

[60] Η. Παπαθανασόπουλος, σσ. 300-301. Ν. Δ. Ματθαίος, σ. 591.

[61] G. Finley, Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389.

[62] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261.

[63] Κ. Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, μτφ. Ελένης Γαρίδη. Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 114.

[64] Α. Κοντάκη, Απομνημονεύματα. Αθήναι 1957, σ. 84.

[65] Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 234.

[66] Α. Πρόκες-Όστεν, Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, μετφ. Γ.Ε. Αντωνιάδου, τομ. Α’. Αθήνησι 1869, σ. 175.

[67] Ι.Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

 

Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού Αργολίδας


  

Η παλαιοτάτη αυτή Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου , έχει ανοικοδομηθεί σε απότομη πλευρά της οροσειράς των Διδύμων και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Δίδυμα της Ερμιονίδας. Σήμερα η Μονή δεν έχει μοναχούς, λειτουργείται μερικές φορές το χρόνο εκτός από την εορτή του (Αγίου Δημητρίου) στις 26 Οκτωβρίου και την εορτή των Αγίων Θεοδώρων το Σάββατο της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών (φυλάσσεται ιερά εικόνα των Αγίων στη μονή) , από τον εφημέριο της ενορίας των Διδύμων και ιερείς των γύρω περιοχών. Η μονή δεν φαίνεται από τον κεντρικό δρόμο που πηγαίνει για τα Δίδυμα.  Από τη διασταύρωση που υπάρχει η πινακίδα, η μονή απέχει περίπου 8 χιλιόμετρα. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ύδρας – Σπετσών –  Αιγίνης – Ερμιονίδος & Τροιζηνίας.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού, λεπτομέρεια, Ντιάνα Αντωνακάτου

«Βράχια» λένε οι ντόπιοι τη θέση που είναι χτισμένη η Μονή Αυγού. Και ίσως είναι η απρόσιτη αυτή θέση, που έχει κρατήσει την αρχαιότατη Μονή του Αγίου Δημητρίου άγνωστη για τους πολλούς και έχει διαφυλάξει τη μορφή της του 11ου αιώνα. Πάνω από τη χαράδρα του Ράδου (Μπεντενιού), στις βορινές πλαγιές του όρους Αυγού (853 μ.), σε απόκρημνους και θεόρατους βράχους σφηνωμένη, καθηλώνει τη ματιά, καθώς την πρωτοαντικρίζει κανείς μέσα στη σιωπή και στην εγκατάλειψη, να φθείρεται με το βάρος εννιά αιώνων πάνω της.

Ανήκει στις μεσαιωνικές αρχαιότητες του τόπου και βρίσκεται στα χέρια της απλής και ανεύθυνης ευλάβειας των χωριών, που την διαφεντεύουν και την διεκδικούν (Ιρια, Καρνεζαίικα, Δίδυμα) και στην άγνοια των πιστών τους. Ούτε καν «διατηρητέον μνημείον». (Επίσημα άγνωστη, πριν τη δώσει σε μελέτη του το 1935 ο Γ. Σωτηρίου). Ωστόσο έχει αγιογραφίες στους ναούς της, καθώς και στοιχεία αρχιτεκτονικά του 11ου αι. και γενικά η δομή της Μονής Αυγού παραμένει ένα κλασσικό σύνολο μονής των βράχων, που συγκροτήθηκε από μικρότερες και αρχαιότε­ρες σκήτες.

Μια ευχάριστη, ίσως και η πιο ξεκούραστη, διαδρομή, για το Αυγό, είναι μέσα από τα Ίρια Ναυπλίας. Σε μια απόσταση 2 χλμ. από το χωριό Καρνεζαίικα, αρχίζει ένας καρόδρομος κοντά στο ποτάμι, το Ράδο, και οδηγεί προς τη Μονή. Οκτώ χλμ. περίπου απόσταση. Ανά­μεσα σ’ ελιές και περιβόλια, πάντα δίπλα στο ποτάμι, ενώ στα νότια της διαδρομής ογκώνεται η μεγάλη οροσειρά που σχηματίζεται από τα Ίρια: φυσικό όριο της Ναυπλίας με την Ερμιονίδα. Σιγά σιγά το μαλακό τοπίο, που αφήσαμε στην πεδιάδα των Ιρίων, γίνεται αδρό και επιβλητικό με την ορεινή χαραδρωμένη του σύσταση.

Η Μονή ξεχωρίζει από μακριά, μέσα στον ίσκιο του βορινού προσανατολισμού της. Μια ώρα πορεία μας φέρνει κοντά της. Δέκα χλμ. περίπου από την Τραχειά, ένας άλλος δρομος είναι πιο εύχρηστος για τον επισκέπτη, που ταξιδεύ­ει την επαρχιακή οδό Ναύπλιο Κρανίδι. Αυτός ο δρομάκος ο αγροτικός διακλαδώνεται στα δεξιά πάνω στο οροπέδιο της Μαρίτσας – κοντά στη διασταύρωση για το χωριό Ράδο – και οδηγεί σε κατοικίες κτηνοτρόφων της περιοχής.

Στη διαδρομή του, μια χαριτωμένη χαρούμενη φύση ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε εύφορους καλλιεργημένους λοφί­σκους, πάνω από τη χαράδρα του Μπεντενιού. (Είκοσι χιλιόμετρα ο μεγάλος χείμαρρος, που εκβάλλει στα Ίρια, ξεκινάει από το χωριό Μπεντένι – ακατοίκητο πια — μεταφερμένο ανατολικότερα με την ονομασία Μπάφι – χτισμένο στα πόδια της ομώνυμης ακρόπολης. (Το Μπεντένι – τούρκικο φρούριο – περιβάλλεται από πελασγικά τείχη κι’ άγνωστο έμεινε το αρχαίο του όνομα).

Το μονοπάτι, γι’ αυτόν που δεν θα το ακολουθήσει σωστά, γίνεται πολύωρο κι’ επίπονο, καθώς συνεχίζει όλο προς τη δύση. (Γι’ αυτό πρέπει να ζητηθεί κοντά στου Σαράντου του Ανάργυρου το μαντρί). Στο φυσιολάτρη πεζοπόρο, αν βοηθάει μαζί μια ωραία ανοιξιάτικη ήμερα, θ’ αποκαλυφθεί ένα μοναδικό πανόρα­μα. Μια φύση που αλλάζει λίγο λίγο μορφή κι’ από ήμερη και πεδινή, μεταβάλλεται σε άγρια, περήφανη, βουνίσια έξαρση, πάνω από τα χείλη των βράχων της χαράδρας.

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή περίπου το 1969 ] .

Κάτω βαθειά μαζί του συμπορεύονται βιαστικά τ’ αφρισμέ­να νερά. Φως διάφανο, αέρας ανάλαφρος και ευωδιαστός, χρώμα πασίχαρο, της άγριας βουνίσιας βλάστησης η άνθηση κι’ ανάμεσα η μορφή των βράχων σε σχήματα εναλλασσόμε­να, ανθρωπομορφικά, ποικίλλουν τις εντυπώσεις και βοη­θούν το σκαρφάλωμα πάνω σε ρουμανιασμένα μονοπάτια, δυσκολοπέραστα για τον ξένο και τον αμάθητο. Στο τέλος σχεδόν της παραστρατημένης πορείας, σ’ ένα αναπάντεχο ξάνοιγμα – οροπέδιο λουλουδιασμένο, καταμεσίς ένα κομ­μάτι βράχου σ’ ανθρώπινο ανάστημα, μ’ ανθρώπινη λαξευ­μένη μορφή, δημιούργημα φυσικό, απολιθωμένη σύσπαση γεωλογική, στερεώνει τα κουρασμένα από την τρίωρη ανά­βαση βήματα: μοιάζει σαν τοποθετημένο σε πάρκο γλυπτό σύγχρονου καλλιτέχνη… (Κοντά στη Μονή Αυγού ένα άλλο εύρημα, ένα μήνυμα χιλιετιών στο πέρασμά μας: ένα απολι­θωμένο κέρατο ελαφιού… Αν σύμφωνα με του Ησίοδου το μέτρημα, υπολογίσουμε ότι η έλαφος ζει χίλια και πλέον χρόνια, το ελάφι εκείνο του Αυγού ήταν ένα μήνυμα από το βάθος τριών ή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων, το λιγότερο).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

 

Σ’ αυτή τη δεύτερη διαδρομή, το Μοναστήρι μένει αθέατο ως το τέλος της, κι’ η αναμονή σκαρφαλώνει κι’ αυτή μαζί με τον επισκέπτη ένα ανέβασμα ανυπομονησίας. Μπορεί να είναι μια τρίτη διαδρομή το μονοπάτι που πήρε το 1935 ο Γ. Σωτηρίου, όπως μας το δίνει η ίδια του η περιγραφή: «Από του γραφικού παρά το Κρανίδιον χωρίου της Αργολίδος Δίδυμοι (κ. Δίδυμα), μετά τρίωρον δύσβατον πορείαν δια μέσου των τραχέων και ανύδρων βουνών του Αυγού, φθάνει τις εις την διαλελυμένην και όλως έρημον σήμερον αρχαιοτάτην Μονήν.. [1] 

Το πρώτο σημάδι της Μονής, από όποιο δρόμο και να βρει κανείς, είναι μια μισογκρεμισμένη στέρνα. Κοντά, πάνωθέ της, τα ερείπια ενός χτιρίου, άγνωστης χρήσης – ίσως βοσκών κατοικία. Στον κατηφορικό δρόμο προς τη Μονή, έξω από τον κύριο χώρο και αντίκρυ της, δεύτερο χτίσμα, διώροφο λιθόχτιστο, ακέραιο και νεότερης κατασκευής. Η μακριά πλευρά του προς τη Μονή, με τρία τοξωτά άνισα παράθυρα πάνω, και στο ισόγειο ένα άλλο μικρό άνοιγμα και μια μεγάλη τοξωτή πόρτα. Στη θύρα εισόδου από τη στενή ΒΑ πλευρά και στο ανώφλι της, χαραγμένη σε πωρόλιθο η χρονολογία: 1875. Ξενώνας μοιάζουν τα δυο δωμάτιά του και το ισόγειό του στάβλοι.

Πριν από τον περίβολο της Μονής χτίσματα ερειπωμένα δεξιά και αριστερά μας. Απέναντι ο τοίχος του περίβολου κάθετος στο πέρασμα και στερεωμένος στα βράχια, έχει ένα άνοιγμα, μια μεγάλη θύρα εισόδου – με θυρόφυλλα μέχρι λίγα χρόνια πριν – με κόγχη πάνω από το ανώφλι της. Μέσα το αίθριο (προαύλιο): άνετο, σχηματισμένο από τη γωνία που διαρθρώνει το σύνθετο και περίπλοκο οικοδόμημα της Μονής, στηριγμένο πάνω στην ανάλογη γωνιώδη υποδοχή των βράχων.

Εντυπωσιακή με τη στοιχειωμένη δραματική της όψη φανερώνεται η Μονή. Γκρίζο, ώχρα και κόκκινο σκουριάς το χρώμα της λιθοδομής της, προστατεύεται από τους άγριους ομοιόχρωμους βράχους, με τις κοσμογονικές συσπάσεις τους απολιθωμένες, όπως έμειναν σε κάποια στιγμή πτώσης, χαμένη στην αιωνιότητα των γεωλογικών μεταβολών. Και μοιάζει φωτοστεφανωμένη από το ασημένιο φως της ανατολής, που περιτρέχει τις κορφές ψηλά των βράχων της: οι πλευρές τους, κάθετες, σκοτεινές κατέρχονται ως τα βάθη της χαράδρας -γιγάντιες αρθρώσεις της δημιουργίας. Το σχήμα και οι όγκοι της Μονής καθαρογραμμένοι μέσα στον ίσκιο του βορινού της προσανατολισμού, ένας συγκινητικός χαιρετισμός αιώνων. Προς τη δύση της το μεγαλόπρεπο ξάνοιγμα κατά τα Ίρια, τη θάλασσα και τα αχνογάλαζα βουνά του Ναυπλίου.

 

Ιερά Μονή Αυγού

 

Στ’ ανατολικά της αυλής ένα ανυψωμένο επίπεδο, μια πρόσβαση με βαθμίδες, οδηγεί στη μικρή θύρα εισόδου της Μονής. Δεύτερη πόρτα της, στο χαμηλότερο προς Δ επίπεδο, οδηγούσε σε χώρους βοηθητικούς. Μια σκάλα με εννέα σκαλοπάτια ανεβάζει στον πρώτο όροφο, που τον χωρίζει κατά μήκος ένας διάδρομος: τα τέσσερα κελλιά της βόριας πλευράς έχουν διατηρηθεί, της νότιας έχουν ερειπωθεί.

Μια δεύτερη σκάλα με δέκα τρία σκαλοπάτια οδηγεί στο δεύτερο όροφο με τον ίδιο διαχωριστικό διάδρομο, τα τέσσερα κελλιά προς την αυλή και προς το βράχο μερικά ερειπωμένα. Σ’ αυτό τον όροφο σώζεται το καθολικό της Μονής.

επιστημονική περιγραφή του Γ. Σωτηρίου θα βοηθήσει στην αρχαιολογική εξέταση του μνημείου, στην αναγνώριση των αρχιτεκτονικών του στοιχείων. Και η μελέτη τους όπως και τα συμπεράσματά της, στη χρονολογική τοποθέτηση των ναών της Μονής Αυγού, αφού γραπτή μαρτυρία δεν υπάρχει. Θα χρησιμεύσει κατά ένα μεγάλο μέρος και στη δική μας περιγραφή).

Στο τέλος του διαδρόμου λίγα σκαλιά φέρνουν στο δισυπόστατο ναό, που κατέχει μικρό ακανόνιστο τετράγωνο χώρο, ύψους τριών περίπου μέτρων. Ο ναός αυτός αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο και στην Αγία Θεοδώρα, είναι λαξεμένος κατά τις τρεις πλευρές του μέσα στο βράχο. Μόνον η βόρια και λίγο από τη δυτική είναι χτισμένη έξω το σπήλαιο. Ο χτιστός αυτός τοίχος αποτελεί και την πρόσοψη του ναού και έχει μία μόνον είσοδο, όπως αναφέραμε, στην άκρη του διαδρόμου δεξιά.

Εσωτερικά τα τοιχώματα του βράχου, που στερεώνουν τις άλλες τρεις πλευρές του ναού, ήταν ντυμένα με τοιχοδομία και κονίαμα, και αγιογραφημένα σύγχρονα με το ναό. Όμως μια πυρκαγιά – ίσως όταν εγκαταλείφθηκε η Μονή – κατάστρεψε το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο (ακόμη το θυμόνταν μισοκαμένο οι γέροντες Διδυμιώτες γύρω στο 1935), μαύρισε τις τοιχογραφίες και έρριξε τα κονιάματα: έτσι φάνηκε και η τοιχοδομία ολόκληρη από πλίνθους καλοκαμωμένους. Τώρα οι τοίχοι είναι σοβαντισμένοι, υπάρχουν μόνο φορητές εικόνες και το τέμπλο είναι από σανίδες.

Από το αρχαίο πρώτο μαρμάρινο τέμπλο, ένα τμήμα (το μισό) θωρακίου με διάκοσμο σταυρό «εκ πλέγματος» και «ακάνθους», που θυμίζει ανάλογα του Όσιου Λουκά, και που το θέμα του σταυρού κάτω από τόξο είναι σύνηθες σ’ όλες τις περιόδους της βυζαντινής τέχνης, χρησιμεύει για σκαλοπάτι στη σκάλα του ναού.

Ο μεγαλύτερος ναός, που κατέχει το εσωτερικό της σπηλιάς, αποτελείται από τετράγωνο χώρο, τον κυρίως ναό, στεγασμένο με μεγάλο βυζαντινό σταυροθόλιο. Οι διασταυ­ρωμένες ακμές του χαμηλώνουν ως το 1,30 μ. από το δάπεδο.

Αυτός ο κυρίως ναός επικοινωνεί με το έξω από τη σπηλιά τμήμα του ναού, μέσα από ένα δίλοβο άνοιγμα, στηριγμένο πάνω σ’ ένα κίονα ιωνικό – μέλος αρχαίου χτιρίου. Στην όψη των τόξων του ανοίγματος, μαυρισμένες τοιχογραφίες – στηθάρια αγίων – βεβαιώνουν ότι ιστορήθηκαν μαζί με το χτίσιμο του ναού.

Το Ιερό Βήμα αυτού του ναού καλύπτεται με ωοειδή θόλο και είναι τρίκογχο κατά τούτη τη διάταξη: το Διακονι­κό δεξιά το αντικαθιστά απλή κόγχη, προς Α στο μέσον η μεγάλη κόγχη και αριστερά η Πρόθεση έχει δικό της διαμέρισμα, σαν μικρό παρεκκλήσι με τοξωτή πυλίδα για είσοδο. Έχει ακόμη δυο κόγχες και στεγάζεται με ημισφαι­ρικό θολίσκο, στηριγμένο σε τέσσερα τρίγωνα πλίνθινα. Τα τόξα στις κόγχες είναι οξυκόρυφα. Ο δεύτερος μικρός ναός της Αγίας Θεοδώρας, προς Β και κοντά στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου, είναι χωρι­σμένος σε τρεις τετράγωνους χώρους: το Ιερό του Βήμα, αγιογραφημένο με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, χωρίζεται με χτιστό τέμπλο και στεγάζεται με καμάρα που φέρεται από νότο προς βορά, ενώ ο κυρίως ναός με καμάρα εγκάρσια από ανατολή προς δύση. Ο τρίτος χώρος στεγάζεται με οκτάγωνο τρούλλο. Είναι αυτός που προβάλλει από το όλο οικοδόμημα της Μονής έξω, με οκτώ παράθυρα, τα φωτιστι­κά ανοίγματα του ναού. Με ακόμη ένα κοντά στη σκάλα ανόδου προς Δ.

Έντεκα σκαλιά στην ανατολική γωνία του διαδρόμου φέρνουν πάνω από το δισυπόστατο ναό ένα είδος ταράτσας η σκεπή του γύρω από τον τρούλλο και εμπρός του προς Β υψώνεται η στέγη της καμάρας του μικρού ναού της Αγ. Θεοδώρας, δίρρυτη οξυκόρυφη. Στην πρόσοψη, μια κόγχη με εικόνα του Αγίου Δημητρίου στο κοίλωμά της, και ένα μικρό δίλοβο παράθυρο στο κάτω μέρος. Ανάμεσα κόγχη και παράθυρο μια πλάκα εντοιχισμένη (0,40X0,40) με ανάγλυφο σταυρό. Ο τρούλλος και το τύμπανο της καμάρας είναι σοβαντισμένα: τα μόνα λευκά τμήματα στο συγκρότημα της Μονής.

 

Τοιχογραφία - Άγιος Πέτρος Ιερομάρτυρας, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.

 

Μια σκάλα λαξεμένη στο βράχο, στο ανατολικό πάλι άκρο του διαδρόμου, οδηγεί σ’ ένα άλλο σπήλαιο χωρισμένο σε δυο τμήματα, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση Σωτήρος (αργότερα οστεοθήκη). Στο πρώτο τμήμα υπάρχουν δεξιά πάνω στο βράχο τοιχογραφίες: η Παναγία, η Αγία Άννα, η Αγία Κυριακή, ολόσωμες, τέχνης του 11ου αιώνα. Στη ΒΑ γωνία, από το κελλί εισέρχεται κανείς σε άλλο σπήλαιο με «ηχεία», πιθανό παρεκκλήσι κι’ αυτό. Αυτά τα σπήλαια υπήρξαν ασκητήρια, που συγκρότησαν φαίνεται τον 11ο αιώνα τη Μονή.

Οι θόλοι των ναών της Μονής με την πλινθοκατασκευή τους βεβαιώνουν για την ίδρυση των ναών τον 12ο αιώνα. Γιατί μόνο ναοί του 11ου και ίσως μέρους του 12ου αι. έχουν τους θόλους πλινθόκτιστους (Δαφνί). Στην Ελλάδα μετά επικρατούν οι λιθόκτιστοι. Επίσης τα σταυροθόλια και οι θολίσκοι είναι, σαν χρήση, χαρακτηριστική του 11ου αιώνα μόνο στην Ελλάδα. Το τρίκογχο του ιερού απαντά σε ναούς του 11ου αιώνα. Τέλος οι τοιχογραφίες της Μεταμορφώσεως είναι του 11ου αιώνα.

 

 

Η Μονή Αυγού φαίνεται να λειτουργούσε κατά το μεσαίω­να. Ο Βενετός μηχανικός Φ. Βαντέϋκ στο Catastico του (1700) αναφέρει ότι η Μονή είχε: 16 καλογήρους και ισαρίθμους υπηρέτες, 127 άλογα, 3000 πρόβατα, 800 γίδια κλπ.

Ο ηγούμενος της Μονής του Αυγού, που πολέμησε στην πολιορκία του Ναυπλίου, [2] σκοτώθηκε στις 10.4.1821 όταν βγήκαν οι Τούρκοι από το κάστρο ξαφνικά και αιφνιδίασαν τους Έλληνες πολιορκητές που γλεντούσαν το Πάσχα τους. [3]

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η Μονή θα συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση και οι μοναχοί της θα στρατεύθουν στο πλευρό του Παπαρσένη. Ο Κρανιδιώτης ηγούμενος της Μονής Διονύσιος Βούρ(λ)γαρης θα πολεμήσει στην πολιορκία του Ναυπλίου και ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821) θα αιχμαλωτισθεί από του Τούρκους και θα κρεμαστεί στο Παλαμήδι. Σε έγγραφο της δημογεροντίας Ναυπλίου (1824), προς το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, υπογράφει και ο «ηγούμενος του Αυγού Ανανίας», ενώ ένα χρόνο αργότερα (1825) το μοναστήρι θα πυρποληθεί από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Το έτος 1833, στη Μονή κατοικεί ένας μόνο μοναχός και η περιούσια της έχει παραμεληθεί. Τον επόμενο χρόνο με το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα η μονή θα διαλυθεί (Πέτρος Σαραντάκης, «Αργολίδα / Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, 2007) ].  

Δυστυχώς τα αρχεία της Μονής Αυγού καταστράφηκαν μετά τη διάλυσή της, το 1834. Κατά προφορική μαρτυρία του ηγουμένου της Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου Μακαρίου, ο τελευταίος μοναχός της Μονής Αυγού πέθανε στο νησάκι Παραπόλα.

Στοιχεία που έχουμε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μας δίνουν μιαν εικόνα του Μοναστηριού. Μέσα σε πίνακα το 1833 σημειώνεται ότι έχει: Πατέρες 1, υπηρέτες 3, καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 330, ακαλλιέργητη στρ. 1700, αμπελώνες στρ. 40, ελαιόδενδρα 5660, περιβόλια 1, ελαιοτριβείον 1, Μύλους 1,1/2, αιγιδοπρόβατα 300, νομαδικά 43, ζώα φορτηγά 4, Μετόχια 2, χαλκός οκ. 70. Κι’ ενώ έχει ετήσιο εισόδημα δρχ. 5000, έχει ένα χρέος 500 δρχ.  [4]

Από την ίδια κατάσταση διαπιστώνουμε ότι: Η οικοδο­μή, περιέχουσα είκοσι δωμάτια, είναι στερεά… Το περιβόλι περιέχει στρέμματα δέκα αλλά όλα χέρσα. Οι αμπελώνες αν καλλιεργηθώσι, αντί 250 μπότζαις, τας οποίας δίδουν σήμερον, μπορούν να δώσουν 2500. Ο δε ελαιών αντί 2000 ημπορεί να δώση 4000. Από εκποιήσεις κτημάτων καταγράφεται το ποσό των 6485 δρχ. και από ενοικιάσεις δρχ. 1160, της διαλυμένης Μονής. [5] Υπάρχουν πολλά έγγραφα γύρω από ενοικιάσεις κτη­μάτων της Μονής, χρέη ενοικιαστών, χρέη μοναχών, διενέξεις μακροχρόνιες κ.ά.  [6] Έγγραφα 109, 1834-1842, που αφορούν και παλιότερες υποθέσεις.

 

Παραδόσεις για τη Μονή

 

Είναι ο μύθος γνωστός και κοινός γύρω από την επικύρωση του τόπου που διαλέχτηκε για την ίδρυση κάθε μονής. Είναι πάντα τα εργαλεία των μαστόρων που μετατο­πίζονται κάθε βράδι και βρίσκονται το πρωί σ’ άλλο μέρος: αυτό που δεν το διαλέγει η ανθρώπινη, αλλά η θεία βουλή. Το ίδιο έγινε κατά την παράδοση και για τη Μονή Αυγού. Άλλον τόπο είχαν διαλέξει οι ιδρυτές, τούτον που στέριωσε το μοναστήρι προτιμούσαν τα εργαλεία και ο Άγιος Δημήτριος. Για να βεβαιωθούν οι χριστιανοί έρριξαν ένα αυγό πάνω από τα βράχια: αυτό έπεσε στη θέση της Μονής, άθικτο. Γι’ αυτό, λένε, και την ονόμασαν Αυγό.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού

 

Τον Άγιο Δημήτριο όλα τα χωριά γύρω τον θεωρούν πολύ θαυματουργό και στοργικό, έτοιμο να σκύψει πάνω στις αγροτικές τους αγωνίες. Τον φροντίζουν: έχουν καθα­ρή την εκκλησιά του κι’ αναμμένα τα καντήλια του. Ωστόσο, μας είπαν οι Διδυμιώτες, μεγάλη γιορτή κάνουν της Αγίας Θεοδώρας. Είναι κι’ αυτή θαυματουργή. Στην εικόνα της κολλάνε νομίσματα, βάζοντας στο νου μιαν ευχή. Αν κολλήσει το νόμισμα, η ευχή θα πραγματοποιηθεί… Γιορτάζουν ακόμη στη Μονή Αυγού κάθε Σεπτέμβρη, τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Κι’ έρχονται με ταξίματα πολλά από την Ασίνη, το Τολό, το Δρέπανο.

 

Η ονομασία της

 

Όσο όμορφη κι’ αν είναι η παράδοση για της πίστης το άθραυστο αυγό, που έδωσε το όνομα στο μοναστήρι, δεν εμποδίζει την αναζήτηση για μια άλλη προέλευση, λιγότερο ρομαντική.

Είναι πιο εύκολο ίσως να αποδοθεί στην ονομασία του όρους Αυγού. Και μπορεί να δόθηκε πολύ αργότερα από την ίδρυση της Μονής. Η ονομασία «Αυγό» απαντιέται συχνά στο Μωριά και βαφτίζει βουνό γυμνό. Στη Βόριο Ήπειρο έλεγαν τη γυμνή κορφή «Βέ» (αυγό). Μάλε αρβανίτικα σημαίνει κορυφή. Μαλεβέ = βουνοκορφή γυμνή (σαν αυγό).

Έτσι έχουμε στην Κυνουρία, τον Πάρνωνα που ακόμα οι ντόπιοι τον ονομάζουν Μαλεβέ η Μαλεβό, όπως και το Μαλεβό στο Αρτεμίσιο. Στη Μάνη το γυμνό χωράφι το έλεγαν «μαλεβό». Η ίδια έννοια στην ελληνική ονομασία αυγό είναι επίσης συχνά δοσμένη. Όπως: το Αυγό = βουνό της Ασίνης Ναυ­πλίας, το Αυγό, λόφος Κορινθίας και το ομώνυμο χωριό κοντά. Ακόμη το γυμνό οξυκόρυφο νησάκι των Κυθήρων, Αυγό. Και το δικό μας όρος Αυγό της Αργολίδας, που ανήκει στην οροσειρά των Διδύμων.

Όση κι’ αν είναι η ευλάβεια των περιοίκων για τη Μονή Αυγού, δεν είναι αρκετή. Ούτε εκείνη η κατάλληλη, που έχει ανάγκη ένα βυζαντινό μνημείο κι’ ο ναός του. Ένας ανάμεσα στους ελάχιστους που έχουμε του 11ου αιώνα ναούς: σε μια περιοχή κοντά, Ίρια και Τραχειά, σημαντική και στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα, σύμφωνα με τα λείψανα αρχαίων κάστρων και μικρών βυζαντινών ναών. Η ωραία Μονή του Αυγού, που μοιραία πηγαίνει στον αφανισμό της, αξίζει μιας ιδιαίτερης φροντίδας αρχαιολογι­κής, τη συντήρηση, σαν πολύτιμο διατηρητέο μνημείο. Και ίσως ανάμεσα σε τόσες ψυχές που αναζητούν τη λύτρωση στη μοναξιά και στην αυτοσυγκέντρωση – ακόμη και στην εποχή μας – μπορούσαν να βρεθούν κάποιοι να χρησιμέψουν κάτοικοι – φὐλακές της.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  



Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Γ. Σωτηρίου, Μονή Αυγού παρά τους Διδύμους της Αργολίδος, «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος», (1935), σσ. 457-464.

 [2] Η Μονή είχε κι΄ άλλον ηγούμενο αγωνιστή, τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο  από την Καλλίπολη. Στην κατάληψη του Παλαμηδίου 29.11.1822, πάνω από στη Μπεζεριάν τάπια, έσπασε το πόδι του, μένοντας για πάντα χωλός.  

 [3] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 198-199.

 [4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 1.

[5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213. Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 2.

[6] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φακ. 220, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας, Επαρχία Ναυπλίας, Άγιος Δημήτριος Αυγού.

Read Full Post »

Το φρούριο Λάρισα του Άργους


 

  Το Άργος τον 19o αιώνα [ως θέμα] του παρόντος συνεδρίου έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως για την επιστημονική έρευνα για ό,τι έχει σχέση με την ιστορία της πόλεως και τον πολιτισμό της. Πρώτον, διότι σχετίζεται με την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους κατά τον αιώνα αυτόν ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1821, στην οποία το Άργος έπαιξε βασικό ρόλο[1].

Δεύτερον, διότι με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους άρχισε η διεπιστημονική έρευνα για το παρελθόν της πόλης με σκοπό να πάρει και η σύγχρονη πόλη του Άργους τη θέση που είχε πάντα ως σημαντικό αστικό κέντρο της Πελοποννήσου για τον διαχρονικό πολιτισμό εν γένει της Ελλάδος, πνευματικά και υλικά (οικονομία).[2]

 

Το ονομαζόμενο φρούριο Λάρισα που δεσπόζει της πόλης, εξεταζόμενο ιδιαίτερα ως μνημείο, που επιβίωσε κατά την ανά τους αιώνες πορεία των κατοίκων του Άργους, συμβολίζει διαχρονικά την επιβίωση και της πόλης, που προστάτευε από τους προϊστορικούς χρόνους, της λατρείας των ειδώλων και των αρχαίων θεών, μέχρι τους μετά Χριστόν αιώνες.[3]

Στα τείχη του φρουρίου και τον περιβάλλοντα χώρο η έρευνα απεκάλυψε ό,τι είχε σχέση: α) με αρχιτεκτονική (στρατιωτικές οχυρώσεις), β) θρησκευτική χρήση, γ) υλικό για σύγκριση με άλλα φρούρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και δ) γλωσσικά στοιχεία για την εύρεση των κατασκευαστών, μόνιμων κατοίκων η περαστικών κατακτητών[4].

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Πιο κάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα των ερευνών, που έγιναν από τον 19o αιώνα μέχρι και τον 20o, με προτάσεις για μία σύγχρονη αξιοποίηση του ευρύτερου χώρου, αφού εκεί πρέπει να καταλήγει κάθε Συνέδριο [5]. Αυτό συμπίπτει και με τα εκατό δέκα χρόνια πολιτιστικής δράσης του ΔΑΝΑΟΥ, ενός Συλλόγου που ανέδειξε με τις δραστηριότητές του το χθες και το σήμερα του Άργους για να ακουμπάμε στο παρελθόν (μελετώντας) να αγγίζουμε το παρόν (ερευνώντας) έτσι, ώστε να οραματιζόμαστε το μέλλον με την αξιοποίηση όσων μας προσφέρει η μελέτη και η έρευνα [6].

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Από τα ονόματα στα πράγματα

 

Η ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία για τα ονόματα Άργος – Αργείοι – Λάρισα μας προσφέρει υλικό για τις σχέσεις των ονομάτων αυτών με αντίστοιχά τους εντός και εκτός της σημερινής Ελλάδος [7]. Με κέντρο τη Βόρειο Ελλάδα διαδόθηκε το Αργείοι ως παράγωγο του Άργους ως ένα από τα ομηρικά ονόματα για τους Έλληνες. Έτσι έχουμε:

1. Άργος Ορεστικόν στη λεκάνη του ποταμού Αλιάκμονα με παράγωγο του Άργους το Argestaeus Campus (αργεσταία πεδιάδα) στον Άνω Αλιάκμονα.

2. Άργος (= Υπέρια) στο νησί των Φαιάκων (Στέφανος Βυζάντιος) που ταυτίζεται με την Κέρκυρα.

3. Άργος Αμφιλοχικόν στη νότιο Ήπειρο, περιοχή Αμφιλοχίας.

4. Άργεις (στον Ησύχιο) στη Βόρειο Θεσσαλία εθνικόν από το Άργος.

5. Άργος Πελασγικόν, όνομα της Θεσσαλικής πεδιάδας κοντά στον Πηνειό (Ιλιάδα) ή κατά τον Στράβωνα και Απολλώνιο της Θεσσαλίας ή κατά τον Ευστάθιο της Λάρισας. Το Πελασγικό προστέθηκε για να το διακρίνει από άλλες πόλεις η περιοχές με το ίδιο όνομα. Άργος Πελασγικό σημαίνει Άργος στην αρχαία περιοχή των Πελασγών.

6. Άργος Ίασον (Οδύσσεια και Σχόλια, Στράβων, Στεφ. Βυζ., Ευστάθιος, Ησύχιος) το σύνηθές του Άργος Αχαϊκόν (από την Ιλιάδα και μετά) είναι το υπό εξέταση Άργος της Αργολίδας με το φρούριο Λάρισα που έδινε το όνομα σε όλη του την περιοχή, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Αντίστροφο παράγωγο είναι το Ιωνικόν Άργος από το Ιάσι < La Fασι πληθυντικός από το Lά(f)ονες, δηλαδή το Άργος στην περιοχή των Ιώνων που μπορούμε να το συγκρίνουμε με παρόμοια όπως Άργος το εν Ορεστεία (Ορεστικόν) και Άργος εν τω Ιονίω (= Ίππιον στην Απουλία της Ιταλίας).

[Αρχικά η πόλη είχε το προελληνικό όνομα Λάρισ(σ)α όταν κατακτήθηκε από τους Έλληνες[8] ενώ η Πελοπόννησος ονομάσθηκε Άργος, γνώμη Γεκοργκέφ]. Οι Ίωνες ήταν οι πρώτοι Έλληνες στην Πελοπόννησο και κατ’ αρχάς η πόλη ονομάσθηκε Άργος Ίασον (Ιωνικόν Άργος) και όταν αργότερα κατακτήθηκε από τους Αχαιούς (Αργείους και Δαναούς) ονομάσθηκε Άργος Αχαϊκόν Αργεία (χώρα).

7. Άργος, πόλη στην περιοχή της Τροιζήνας (Στεφ. Βυζ.) στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο.

8. Άργος, πόλη στο νησί Νίσυρος (Στεφ. Βυζ.).

9. Άργος, πόλη στην Καρία (Στεφ. Βυζ.).

10. Άργος = Αργειόπολις, πόλη στην Κιλικία (Στεφ. Βυζ.).

Από τη γεωγραφική διάδοση του τοπωνυμίου Άργος και του εθνικού Αργείοι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Βορειοδυτική Ελλάδα είναι η αρχική χώρα προέλευσης των Αργείων, (όρος Χάων στην Ήπειρο και Αργολίδα). Από εκεί κατά την 3η χιλιετηρίδα η στις αρχές της 2ης οι Αργείοι κατέκτησαν την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Θεσσαλία (νότια του Πηνειού) που πριν κατοικούσαν οι Πελασγοί και πιθανώς ονομαζόταν η περιοχή Πελασγία. Αυτή άλλαξε σε Άργος (Πελασγικόν) και από την φυλή των Θεσσαλών έγινε αργότερα Θεσσαλία.

Έτσι σχηματίστηκε μια φυλετική συμμαχία (Τρίφυλος) μεταξύ των Αργείων, του πληθυσμού του Άργους Πελασγικού (Βόρειος Θεσσαλία) των Αχαιών, του πληθυσμού της Αχαΐας (Αχαΐα Φθιώτης, στη νότιο Θεσσαλία) και των Δαναών (Βλ. το όνομα Απιδανός ποταμός της περιοχής που ονομάστηκε αργότερα Θεσσαλιώτις) [από το απα = νερό και δαν = ποταμός] και Δαναός = ποταμήσιος) [9]. Γι’ αυτό ο Όμηρος αποδίδει στους Έλληνες τρία ονόματα: Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί.

Οι Ίωνες που πιθανώς κατοικούσαν στην περιοχή του ποταμού Ίων (ΒΔ Θεσσαλοί) πιεζόμενοι από τους Αργείους προχώρησαν προς το νότο και κατέκτησαν την Αονία (Βοιωτία) και την Πελοπόννησο (Άργος Ίασον). Οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί από τη Θεσσαλία κατέκτησαν την Πελοπόννησο και το Άργος Ίασον ονομάστηκε τότε Άργος Αχαϊκόν. Στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετηρίδας οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί έκαναν αποικίες στη ΝΔ. και Ν. ακτή της Μικράς Ασίας και την Κύπρο.

Οι Χετταίοι τους ονόμαζαν τότε Αχχιγιάβα (Αχαιfοί) (από το Αχαιf-ία η χώρα των Αχαιfοί) και Αrzαννα (Αrzaννα) που υποκρύπτει τον υστεροΜυκηναϊκό (Κυπριακό) τύπο Άρζει fα η χώρα των Αργείων παράγωγο του Αργεεύς (κάτοικος του Άργους).

Στα Λατινικά διατηρήθηκε ως Argivi κάτοικοι της Αργείας (η χώρα των Αργείων) ενώ ίχνη των αποικιών των Αργείων στη Μικρά Ασία είναι το Άργος της Καρίας και η Αργειόπολις της Κιλικίας.

Το τοπωνύμιο Άργος (λευκή πόλις) σχετίζεται με το επίθετο αργής (λαμπρός, λευκός, απαστράπτων) που απαντά συχνά στα Ελληνικά τοπωνύμια, όπως Άργιον (το όρος) το βουνό και το αρχαιότερο όνομα για τις Μυκήνες Άργεννον, που ως ακρωτήριο της Ιωνίας μετονομάστηκε το μεσαίωνα σε Λευκό ακρωτήριο.

Λάρισα είναι το όνομα οκτώ πόλεων στη Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Αττική, Άργος και στην Κρήτη. (Μπορεί να παραβληθεί με το Λάρισσος όνομα ποταμού στην Αχαΐα και Λαρισαίαι Πέτραι βράχοι στο νησί Λέσβος, ενώ από το λάας = λίθος (λαύρον = μέταλλον αργύρου παρά Αθηναίοις (Ησύ-χιος) (πρβ. Λαύριον, όπου ορυχεία αργύρου) και το Άργος με το argentum (Λατ. άργυρος).

Έχουμε λοιπόν μία σημασιολογική ταύτιση Άργους (λευκός) και άργυρος (ασήμι ως λευκό) με τη Λάρισα ως φρούριο να δεσπόζει σε βραχώδη λόφο, πράγμα που επαληθεύει άλλη μία φορά τη φράση του Πλάτωνος (από το διάλογο Κρατύλος) «ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα» (= όποιος θα γνωρίσει τα ονόματα, θα μάθει και τα πράγματα).

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Σταθμοί της ιστορίας της Λάρισας

 

Η λέξη κάστρο εισήχθη από τη λατινική (ρωμαϊκή) στην ελληνική με αρχική σημασία της το οχυρωμένο στρατόπεδο[10] (castra-οrum). Πήρε τη θέση των λέξεων οχυρόν, φρούριον, και με τη διαρκή χρήση της στη Βυζαντινή εποχή φτάνει μέχρι σήμερα.

Στην τοιχοδομία του φρουρίου Λάρισα βρίσκουμε μυκηναϊκά στοιχεία, αρχαϊκά (6ος αιώνας), κλασικά του 5ου αιώνα, Βυζαντινά, φραγκικά, ενετικά, τουρκικά. Όλα αυτά δεν άλλαξαν το γενικό του σχήμα και σχέδιο κατασκευής πράγμα που αποδεικνύει ότι έγινε διαχρονικά το φυσικό επιστέγασμα της οχύρωσης του Άργους, ως ακρόπολή του, έτσι ώστε η ιστορία της πόλης να ταυτίζεται με την τύχη του φρουρίου αυτού [11].

Βρίσκεται στον ψηλότερο από τους δύο λόφους 289 μ. που ορίζουν προς Δ. και Β. το Άργος με ισοπεδωμένη την κορφή μήκους 200 μ. και για λόγους μίας άμυνας «εις βάθος» έχει εσωτερικό φρούριο μήκους 7μ. στον κεντρικό χώρο. Μπορεί να συγκριθεί στο σημείο αυτό με το εσωτερικό φρούριο στο κάστρο Χλεμούτσι της Ηλείας [12] και της Πάτρας.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Παραλληλίζοντας την ιστορία του Άργους και της Λάρισας βρίσκουμε στα διαφορετικά οικοδομικά υλικά κατά εποχές και τους σταθμούς στη μακραίωνη ιστορία του Άργους. Τα μυκηναϊκά κατάλοιπα έχουν ενσωματωθεί στα μεταγενέστερα τείχη που χαρακτηρίζονται: α) αρχαϊκά 6ος αι. π.Χ. και β) κλασσικά 5ος στη Βόρεια, ανατολική και βορειοδυτική πλευρά. Χρησιμοποιούνται κατά τη Ρωμαϊκή εποχή (αρχίζει με την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ.) και κατά την ακόλουθη Βυζαντινή από τον 4ο μ.Χ. αι.

Ο Λέων Σγουρός καταλαμβάνει το κάστρο το 1203 ένα χρόνο πριν από τη Φραγκοκρατία 1204 και ο Θεόδωρος Άγγελος το 1210 για να καταληφθεί τα επόμενα χρόνια 1212-1381 από τους Φράγκους που έχουν ιδρύσει με τους Βιλλεαρδουΐνους το Πριγκηπάτο του Μορέως με έδρα την Ηλεία (Ανδραβίδα) [13].

Το 1389 το κατέχει ο Θεόδωρος Ά  Παλαιολόγος μέχρι το 1394 που καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Μέχρι τότε έγιναν οι μεγαλύτερες αλλαγές στα αρχαία του τείχη που αντικαταστάθηκαν με μεσαιωνικές κατασκευές και με φραγκικές προσθήκες τον 13ο αι. και μετά. Το 1397-1463 έχουμε ανανέωση οχυρωματική από τους Βενετούς κατά την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1463-1686 καταλαμβάνεται από τους Τούρκους την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (μετά την Άλωση της Πόλης το 1453). Μετά τη νίκη των Βενετών ανακαταλαμβάνεται το 1686 – 1715 στη Β’ Ενετοκρατία για να καταληφθεί πάλι από τους Τούρκους το 1715 που κράτησαν το φρούριο μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821.

Από τότε αρχίζει με την έρευνα να «ξεκαθαρίζει» η οικοδομική ιστορία της Λάρισας και να βρίσκονται μνημεία και ενδείξεις όλων των προηγούμενων του 19ου αιώνα εποχών όπως: τα θεμέλια του ναού του Διός Λαρισαίου και της Αθηνάς Πολιάδος. Στην ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κάστρο έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό [14].

Υπάρχουν δεξαμενές για αλλαγή του νερού των βροχών, η μία σκαλισμένη στο Βράχο. Το αρχαίο ιερό της Ήρας Ακραίας στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου έχει πιθανώς τη θέση του μοναστηριού της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή του Βράχου. Σήμερα διαθέτουμε μία ευρεία βιβλιογραφία για τα κάστρα που ανήκουν χρονολογικά στις διάφορες εποχές στις οποίες ανήκαν τμήματα του φρουρίου Λάρισα. Μπορεί να αναπαρασταθεί το φρούριο στις διάφορες εποχές του και να εντοπισθούν καταστροφές που έγιναν όχι από τους πολιορκητές του, αλλά από σύγχρονους ανασκαφείς για την εύρεση παλαιοτέρων στρωμάτων[15].

Υπάρχει έτσι περιθώριο για επιδιορθώσεις, αναστηλώσεις και χρήση του χώρου που συγκινεί ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους επισκέπτες οι οποίοι αναζητούν μνημεία που σχετίζονται με την ιστορία της Δύσης (Φράγκων, Σταυροφόρων – Βενετών). Αυτό συμβαίνει και λόγω της πλούσιας λογοτεχνίας που επικεντρώνεται στην ιστορία των κάστρων και απαρχή της είναι οι ιστορίες των ιπποτών, τροβαδούρων, σταυροφόρων όπως κυρίως διαδόθηκαν με τις μεσαιωνικές μυθιστορίες, ποιήματα και όσα αναβίωσαν με το ρομαντισμό στη λογοτεχνία των δυτικών κρατών [16] και της Ελλάδος.

Η σύγχρονη χρήση του φρουρίου της Πάτρας (εσωτερική αυλή) και της Κυλλήνης (Χλεμούτσι) για παραστάσεις είναι πόλος έλξεως τουριστικής, αλλά και τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ίσως με την αξιοποίηση των περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων[17] για τη Λάρισα και το Άργος, όπως έγινε με τα πιο πάνω κάστρα, αξιοποιηθούν και οι κόποι των ειδικών ερευνητών (ιστορικών, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων) για την «ειρηνική» αντιμετώπιση του φρουρίου της Λάρισας. Ενός φρουρίου που ατενίζει από ψηλά την πανέμορφη γη της Αργολίδας ως σύμβολο της ιστορικής μνήμης της πόλεως του Άργους, την οποία υπηρετεί τα τελευταία 110 χρόνια ανελλιπώς ο ιστορικός της Σύλλογος «ΔΑΝΑΟΣ».

 

Γεώργιος Ντελόπουλος

Ιστορικός, Γλωσσολόγος, τ. ερευνητής Ακαδημίας Αθηνών.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΛΑΡΙΣΑ στον 14ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών και στο Αρχείο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών.

[2] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ στην Εγκ. ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ – πνευματική κίνηση – προϊόντα και ΕΛΛΑΣ, Μορφωτική Εταιρεία. Αθήναι 1959.

[3] Παράβαλε τη γιορτή με τα πορτοκάλια (22 Νοεμβρίου) με την αρχαία γιορτή με τα αχλάδια «Βαλαχράδες» (Πλούταρχος).

[4] Βλ. – Andrews Kevin, Castles of the Morea. Princeton 1963.

– Ι. Σφηκόπουλος, Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μοριά. Αθήναι 1968.

– W. Leake, Travels in the Morea, London 1835, B’. Ansterdam 1967, τ.2, σελ. 400.

– A. Bon, «A propos des chatfeaux de plan polygonal», Rev. Arch., 28, 1947.

[5] Πρβ. προτάσεις μου στην ανακοίνωση, Γ. Ντελόπουλος, «Το Άργος εις την αγγλική Βιβλιογραφία», Πρακτικά Πρώτου Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, εκδ. ετ. Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1976 με του παρόντος Συνεδρίου για α) έκδοση Ιστορικού Λεξικού του Άργους (πρότυπό του το ιστ. Λεξ. των Πατρών του Κ. Τριανταφύλλου) και β) Εισαγωγή της αργολικής βιβλιογραφίας στη δημόσια εκπαίδευση για παραδείγματα κατά μάθημα θεωρητικών και θετικών σπουδών (Βλ. για πρότυπο τα Πρακτικά Συνεδρίου ΠΥΛΟΣ 1998. Αθήνα, Δ. Παπαδήμας, 2000) και Γ. Ντελόπουλος, «Βελεστίνο και Εκπαίδευση», Πρακτικά Συνεδρίου ΥΠΕΡΕΙΑ, τομ. Δ . Αθήνα 2008.

[6] Βλ. εκδ. για το Άργος του Συλλόγου ΔΑΝΑΟΣ.

[7] Βλ. Vladimir I. Georgiev, Introduction to the History of the Indoeuropean Languages, Sofia 1981, σ. 162–164.

[8] Ο Βούλγαρος Συμεών (9ος αι. μ.Χ.) ονομάσθηκε «ημιαργείος (κατά το ήμισυ έλληνας), επειδή είχε ελληνική παιδεία (από τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη). Αντίθετες γνώμες για άνοδο των νοτίων αντί της καθόδου βορείων φύλων βλ. Α. Πουλιανός, Η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα 1956 για την ερμηνεία της επανόδου των Ηρακλειδών στην Αργολίδα από το Βορρά, όπου Ορεστικόν – Ορέστης σημαίνει ορεινό – ορεινός (εκ του όρος).

[9] Η ρίζα ΔΑΝ ως ενδεικτικό ποταμού απαντά σε πολλά υδρωνύμια του Ευρωπαϊκού – Μεσογειακού χώρου Δαν-ακός (Σύρος) Δανούβιος, Ηριδαν-ός Αττική) Δανούβιος > Δούναβις – Δον – Ιορδάν-ης.

[10] Με τους Ρωμαίους έφθασε ως την Αγγλία, όπου το castra έγινε chester σε καταλήξεις πόλεως που είχαν ρωμαϊκά στρατόπεδα όπως: Manchester, Colchester Winchester.

[11] Βλ. Ν. Παπαχατζής, Κορινθιακά, Λακωνικά, εις Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Αθήνα, εκδοτική Αθηνών, 1976, σ. 174.

[12] Βλ. Γ. Ντελόπουλος, «Δυτικά πρότυπα των κάστρων της Ηλείας», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών. Αθήναι 1980, σ. 149-158.

[13] Στο Χρονικό του Μορέως, 2084–2088, εκδ. Καλονάρος αναφέρεται ως ένα από τα ισχυρότερα κάστρα του Μοριά για τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουΐνο.

 «Τέσσερα κάστρα αφέντη μας

σε λείπουσιν ακόμη·

το πρώτο ένι η Κόρινθος, το δεύτερο

το Ανάπλιν,

το τρίτον ένι η Μονοβασιά, το

τέταρτο το Άργος·

πολλά είν’ τα κάστρα δυνατά

καλά σωταρχισμένα,

Με πόλεμον ούχ ημπορείς

ποτέ σου να τα επάρης».

[14] Είναι ακόμη εμφανές σε εξωτερικούς τοίχους Βλ. Εικονογράφηση ένθ. άν. Παπαχατζή.

[15] Ο A. Bon σημειώνει για αλόγιστες ανασκαφές χωρίς να έχουν ληφθεί μέτρα συντήρησης. Βλ. Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973 –74) 101-505.

[16] Βλ. τα κάστρα στην Ελληνική και ξένη (δυτική) λογοτεχνία όπως:

– Α. Δουμά (πατρός) Ο πύργος της Νέσλ (1832).

– Κ. Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα.

– Α. Τερζάκη, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ μυθιστόρημα.

– Ν. Καζαντζάκη, «Τοπία και κάστρα του Μοριά», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1960.

[17] Αυτή η τάση αξιοποίησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διατήρηση- συντήρησης όλων των ιστορικών αρχιτεκτονικών στοιχείων των διασωθέντων κάστρων όπως έχουν καταγραφεί σε ειδικά Συνέδρια που έγιναν κατά καιρούς στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Βλ. σχετική βιβλιογραφία εις G. Dimitrocallis – N. Moutsopoulos, «Bibliographie principale de chateaux–forts de la Grece», Τεχνικά Χρονικά, Φεβρουάριος, τεύχος 500, Αθήναι 1968 και την από τότε μέχρι σήμερα (2006) στα αντίστοιχα κάστρα Ελλάδος, Ιταλίας, Γαλλίας στο διαδίκτυο και στο Κέντρο Τεκμηρίωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.), Αθήνα.

Read Full Post »

Φλογαΐτης Νικόλαος (1799 – 1867)

 

  

Φλογαΐτης Νικόλαος

Γεννήθηκε το 1799 στην Οδησσό. Ο πατέρας του Θεόδωρος, ο οποίος καταγόταν από το χωριό Μαραντοχώρι της Λευκάδας, είχε εγκατασταθεί εκεί για να γλυτώσει από τους διωγμούς ενώ η μητέρα του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ασχολήθηκε κι αυτός – όπως και ο πατέρας του – με το εμπόριο. Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, εγκατέλειψε την επωφελή εργασία του και κατευθύνθηκε – για να καταταγεί – προς το στρατόπεδο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Αλλά μετά από παραγγελία του αδελφού του Δημητρίου και προκειμένου να μεταφέρει κάποιες σημαντικές διαταγές, επιβιβάστηκε σε πλοίο και μετά από αρκετές περιπέτειες έφτασε στην Πελοπόννησο τον Ιούνιο του 1821.

Κατετάγη – ως αξιωματικός – στις δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντη, ο οποίος πολιορκούσε την Τρίπολη, πολέμησε στο πλευρό του, όπως και στην Κόρινθο. Όταν οι Αλβανοί της Ακροκορίνθου αποφάσισαν να παραδοθούν, ο Νικόλαος Φλογαΐτης, έμεινε εκεί φρούραρχος μέχρι την Συνέλευση της Επιδαύρου, κατά την οποία, θεωρηθείς ως ένας από τους πιο μορφωμένους της εποχής εκείνης, διορίστηκε σε πολιτική υπηρεσία.

Αρχικά, διορίστηκε πρώτος γραμματέας της γενικής αστυνομίας ενώ παράλληλα εκτελούσε και καθήκοντα Ειρηνοδίκη, Πρωτοδίκη και Εφέτη. Στη συνέχεια η Κυβέρνηση του ανέθεσε το καθήκον να ιδρύσει και να οργανώσει την αστυνομία του Ναυπλίου. Επειδή όμως ο Κολοκοτρώνης είχε στην εξουσία του το Ναύπλιο, την ίδρυσε αυτός, ο δε Φλογαΐτης τοποθετήθηκε αρμοστής. (Ιανουάριος 1823).   

Την περίοδο που υπηρετούσε στην θέση αυτή, παρουσιάστηκε πανώλη στην πόλη. Ο Φλογαΐτης ως αρμοστής έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την καταστολή της επιδημίας. Ο Κολοκοτρώνης, εκτιμώντας το έργο του, τον συνεχάρη εγγράφως, αποκαλώντας τον μάλιστα σωτήρα της πόλης.

Μετά από λίγο καιρό, διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης έπαρχος της Σάμου και ο  Φλογαΐτης Γενικός αστυνόμος. Οι Σάμιοι όμως δεν τους δέχτηκαν κι έτσι επανήλθε στην Σαλαμίνα, όπου  ήταν η έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο και διορίστηκε αρχικά γραμματέας « της επί των δασμών επιτροπής» και μετά γραμματέας έπαρχου κι αργότερα έπαρχος, το δε 1823 τοποθετήθηκε νομικός σύμβουλος και διευθυντής της δικαστικής υπηρεσίας στον Πόρο.

Το 1824 τιμήθηκε με τον βαθμό του Ταξιάρχη δηλαδή του Ταγματάρχη, ενώ περί τα τέλη του ίδιου χρόνου προβιβάστηκε στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Καθοριστική υπήρξε η αρωγή του στην δημιουργία της Φιλανθρωπικής εταιρείας του Ναυπλίου, με σκοπό την περίθαλψη των απόρων και την εκπαίδευση των ορφανών.

Το 1826 συντέλεσε σημαντικά στον καταρτισμό του Επτανησιακού σώματος, το οποίο υπό τις διαταγές του Διονυσίου Ευμορφόπουλου, έδωσε δείγματα πατριωτισμού και ανδρείας κατά την πολιορκία της Ακρόπολης.

Το 1829 « ο Ιωάννης Καποδίστριας ευεργέτησε την Βοστίτσα (το σημερινό Αίγιο) όπου ίδρυσε το Πρωτοδικείο της Αχαΐας, με πρόεδρο τον περίφημο Νικόλαο Φλογαΐτη, η οικογένεια όμως του Λόντου δεν διέκειτο φιλικά προς τον πρώτο Κυβερνήτη μας»*

« Στην πόλη μας θα πρέπει ο Νικόλαος Φλογαΐτης να υπηρετούσε στις 8 Ιουλίου 1829, ότε συνέταξε τον εσωτερικό κανονισμό του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου. Ούτος έγινε γαμπρός της Βοστίτσας, αφού παντρεύτηκε την Ελένη, θυγατέρα του προκρίτου Αγγελή Μελετόπουλου, αδελφή του στρατηγού Δημήτρη Μελετόπουλου και κουνιάδα του υπουργού Αναστάση Λόντου»**

Επί Κυβερνήτη Καποδίστρια υπηρέτησε ως Πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844 και ως Πρόεδρος των Εφετών μέχρι το 1862, στο Ναύπλιο. Ο γιος του Θεόδωρος Φλογαΐτης, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, πριν ακόμη ενηλικιωθεί, αγωνίστηκε με το όπλο στο ένα χέρι και με την πέννα από τις στήλες της εφημερίδας « Συνταγματικός Έλλην» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.  

Ο  Νικόλαος Φλογαΐτης, εκτός από Δημόσιος λειτουργός και τίμιος και συνετός δικαστής, υπήρξε και συγγραφέας.

Το 1828, εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων « Διαβόητος πλάνη». Αναφέρεται σε ανθρώπους που εκμεταλλευόμενοι την ευπιστία των λαών και αφού σφετερίστηκαν ονόματα πεθαμένων ηγετών, ανέβηκαν σε θρόνους. Η συλλογή ξεκινά από τα χρόνια του Καμβύσου ( 520 π.Χ.) και φτάνει μέχρι το 1818.

Το 1830, δημοσίευσε στην Αίγινα την « Συνοπτική γραμματική είτε στοιχειώδεις αρχαί της Μουσικής μετά προσαρμογής εις την κιθάραν». Είναι το πρώτο βιβλίο εισαγωγής στην επιστήμη της ευρωπαϊκής μουσικής, το οποίο συντάχτηκε με την πεποίθηση «ότι χρεωστούμεν, όπως επράξαμεν και πράττωμεν περί των άλλων επιστημών και τεχνών, των οποίων τας πλειοτέρας ευρίσκομεν εις τον πολιτισμένον κόσμον, πολύ πλειοτέρας παρ’ ότι ήσαν επί των προγόνων μας, ούτω να πράξωμεν και περί της Μουσικής να την ανακαλέσωμεν δηλαδή εις την Ελλάδα με την επιστημονικήν μέθοδον και όλας τας λοιπάς αξιολόγους αρετάς της από τον σοφόν κόσμον». 

Το 1847, εκδόθηκε σύντομη πραγματεία με τον τίτλο « Λογικά επιχειρήματα ». Τέλος, ασχολήθηκε με την μετάφραση από τα Ιταλικά του ονομαστού συγγράμματος του Taglioni, στο οποίο γίνεται σύγκριση μεταξύ του γαλλικού κώδικα και του ρωμαϊκού δικαίου.

Σε προχωρημένη ηλικία προσβλήθηκε από σοβαρή ασθένεια και αποσύρθηκε στην Χαλκίδα. Απεβίωσε το 1867, σε ηλικία 68 ετών.

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Μαγκλάρας, Α.Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του» στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

** Μητέρα του Δημήτρη Μελετόπουλου ήταν η Αναστασία, από το γένος του Σπύρου Χαραλάμπη. Είχε αδελφούς το Χριστόδουλο, τον Ιωάννη, το Γιώργο και αδελφές την Αικατερίνη, σύζυγο Αναστασίου Λόντου ( αδελφού του Ανδρέα Λόντου) και την Ελένη, σύζυγο του εξέχοντα νομικού Νικολάου Φλογαΐτη. (Ανδρέας Μαγκλάρας)

 

Πηγές

 
  • Περιοδικό, « Πανδώρα», Τόμ. 18, Αρ. 421, σελ. 260-261, Αθήνα, 1867. 
  • Μαρίνος Βρέτος, «Εθνικόν Ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, « Η  Τυπογραφία στο Νέο Ελληνικό Κράτος (1828-1884)», Πεντακόσια Χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού (1499 – 1999), Κεφ. Ή, σελ. 199-227, Έκδοση,  Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, Ιανουάριος 2000.
  • Μαγκλάρας, Α. Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του », στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

Read Full Post »

Σισίνης Γεώργιος (1769 – 1831)


 

Γεώργιος Σισίνης, έργο του Χρόνη Μπότσογλου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Γεννήθηκε στη Γαστούνη της Ηλείας το 1769 και καταγόταν από πλούσια και ιστορική οικογένεια. Ήταν γιος του Χρύσανθου Σισίνη, προεστού με εμπορική δραστηριότητα, ο οποίος είχε σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία. Λέγεται μάλιστα ότι είχε μελετήσει και τον Principe του Nicolo Machiavelli. Μητέρα του ήταν η Γαλλίδα Βικτωρία, και αδέλφια του οι Νικόλαος, Πέτρος και Μιχαήλ, γιατροί, οι οποίοι  πέθαναν πριν την επανάσταση. Η αδελφή του ήταν σύζυγος του  Σωτήρη Χαραλάμπη.  Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία τον Οκτώβριο του 1819. Είχε παντρευτεί την Υακίνθη Σταθακοπούλου, γιοι του ήταν ο Μιχαήλ και ο Χρύσανθος.

Ανυπότακτη φύση και θυελλώδης χαρακτήρας, πολεμούσε με ιδιαίτερη βιαιότητα, ενώ αγαπούσε τις διασκεδάσεις και την επίδειξη του πλούτου που είχε συγκεντρώσει. Κατά τον Άγγλο στρατιωτικό και φιλέλληνα Stanhope, ζούσε με τη χλιδή και την πολυτέλεια που θα άρμοζε σε υψηλόβαθμο Οθωμανό αξιωματούχο. Υπήρξε, ωστόσο, από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, βοηθώντας μάλιστα οικονομικά τον Αγώνα. Ύψωσε στην Ήλιδα το 1821 μια από τις πρώτες ελληνικές σημαίες της Επανάστασης, εκείνη που είχε σχεδιάσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, και συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιορκία της Πάτρας από τους Έλληνες.

Σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης παρέμεινε ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της επαρχίας του. Συμμετοχή στην Επανάσταση είχαν επίσης οι δυο γιοι του, Χρύσανθος και Μιχαήλ. Το 1824, κατά το δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όταν μισθωμένοι από τον Κωλέττη Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί καταδίωκαν Πελοποννήσιους, τον συνέλαβαν – μαζί με τον γιο του Χρύσανθο – και τον παρέδωσαν στους Υδραίους, οι οποίοι τον περιόρισαν σε μοναστήρι.

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

Γεώργιος Σισίνης. Επίσημος δια την παλαιὰν κα ευγενή καταγωγήν του, και περίφημος δια την πολιτικήν του δύναμιν κατά την επαρχίαν της Γαστούνης. Υπηρέτησε την πατρίδα στρατιωτικώς και πολιτικώς βοηθούμενος και από τους δύω υιούς του Χρύσανθον και Μιχαλάκην. Ήτον ένας εκ των αρχόντων και προκρίτων της Πελοποννήσου. Υπήρξε πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων και πληρεξούσιος. Επὶ δε του Καποδιστρίου προέδρευσε της Συνελεύσεως και της Γερουσίας. Εφυλακίσθη εις Ύδραν με τον Θ. Κολοκοτρώνην επὶ  της  Κυβερνήσεως του Γ. Κουντουργιώτη.

 

Γεώργιος Σισίνης - Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Επανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο. Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878).

 

Χρύσανθος Σισίνης. Υιός του ειρημένου Γ. Σισίνη. Στρατηγὸς άριστος. Αι εκδουλεύσεις του είναι πασίγνωστοι. Επολέμησεν εις Λάλα κατὰ την πολιορκίαν των Πατρών, και εις το Μεσολόγγιον. Μάλιστα δε υπήγε με σώμα στρατιωτών προς βοήθειαν των αδελφών μας Αθηναίων αρχηγούντος του Γ. Καραϊσκάκη. Εφυλακίσθη εις Ύδραν μετά του Κολοκοτρώνη και λοιπών.

Μιχαλάκης Σισίνης. Και ούτος υιός του Γ. Σισίνη και αδελφός του προειρημένου. Υπήρξεν επίσης και αυτὸς στρατιωτικὸς, ευρεθεὶς ες πολλὰς μάχας, απεδείχθη γενναίος. Επὶ δε της εισβολής του Ιμβραὴμ εις Γαστούνην αιχμαλωτίσθη υπὸ των Αράβων μετὰ του περιφήμου Διονυσίου Διάκου και άλλων εις το Χλουμούτσι δι᾿ έλλειψιν τροφών.

Ως μέλος της ομάδας Πελοποννησίων προκρίτων υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, προσχώρησε στο «γαλλικό» κόμμα, ενώ υπήρξε μέλος της δωδεκαμελούς Διοικητικής Επιτροπής, η οποία συστάθηκε τον Απρίλιο του 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στην Γ’ και την Δ’ Εθνοσυνέλευση, ενώ εξελέγη πρόεδρος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (19 Μαρτίου – 5 Μαΐου 1827), στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας ψηφίστηκε το τρίτο από τα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου. Εξελέγη, επίσης, πρόεδρος και της Δ’ Εθνοσυνέλευσης, που συνήλθε επί Ιωάννη Καποδίστρια στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) και ενέκρινε την ίδρυση Γερουσίας στη θέση του Πανελληνίου.

Υποστήριξε τον Καποδίστρια που τον διόρισε γερουσιαστή τον Ιούλιο του 1829. Μάλιστα ανέλαβε και την προεδρία της Γερουσίας από τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έως τον Ιούνιο του 1830. Όταν προσχώρησε στην αντιπολίτευση ενάντια στον Καποδίστρια, ο Κυβερνήτης τον αντικατέστησε στη θέση του προέδρου της Γερουσίας με το Δημήτριο Τσαμαδό. Πέθανε στη Γαστούνη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, την ίδια μέρα με τον Καποδίστρια. Λίγο πριν από το θάνατό του, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη, εξέφρασε τη θλίψη του χαρακτηρίζοντας το γεγονός «κακόν και ολέθριον». Όπως πράγματι αποδείχθηκε πως ήταν.  

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος  7, Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1875.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά


  

Το παρελθόν της Μονής Καρακαλά, σημαδεμένο πολλές φορές από τη μοίρα της κακοτυχίας, αγωνιστικό, σκοτεινό και ανήσυχο, φωτίζεται μόνο τους δυο τελευταίους αιώνες. Άγνωστος ο χρόνος της ίδρυσής της και αναποκάλυπτα τα συμβάντα της ζωής της Μονής ως το τέλος της 18ης εκατονταετίας. Η σύγχρονη ανοιχτόκαρδη θωριά της, ως φανερώνεται τώρα ειρηνική, δεν ευκολύνει τη φαντασία να γυρίσει πίσω, σε φοβισμένους χρόνους, σε δύσκολους καιρούς του τόπου.

Η Μονή, στη λησμονιά της μικρής της ρεματιάς, κρατάει ωστόσο μια συνομιλία με το μακρινό αμνημόνευτο χρόνο, καθώς αθώρητη κι’ από συνεχόμενους λόφους κυκλωμένη ζει μέσα στη μοναχιασμένη της γαλήνη. Έτσι που δεν παραδόθηκε στην επικοινωνία του παρόντος, κοντά σε κάποια «εθνική οδό» και μπορεί ακόμη ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή.

 

Το Μοναστήρι του Καρακαλά – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Δεκατρία χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, έξη από το πιο κοντινό χωριό, τον Άγιο Αδριανό, στα πρόβουνα του Αραχναίου, η Μονή Καρακαλά έχει ακόμη το προνόμιο της περισυλλογής όσο καμμιά άλλη σε λειτουργία μονή στην Αργολίδα. Κλεισμένη η ζωή μέσα στον περίγυρό της, οι έξοδοι στο αγροτικό περιβάλλον γύρω αδιατάραχτες, ο δρόμος που φέρνει τα μηνύματα απ’ έξω ένας: τελειώνει εμπρός στα παράθυρα του δεσποτικού, στην κύρια είσοδό της. Τα μάτια των κελλιών του βορρά και του νότου, ανοιγμένα πάνω στα γειτονικά υψώματα και στις φυλλωσιές της ρεματιάς, δεν έχουν φυγή.

Μόνο προς τη δύση αναδιπλώνονται χαρωπά σαν κεντημένες ποδιές τα μικρά λοφάκια, ως κάτω στο άνοιγμα του κάμπου – στο φόντο τ’ Ανάπλι και η θάλασσα. Όσες μορφές κι’ αν πήρε η Μονή, το ίδιο τούτο άνοιγμα θα έδινε η θύρα στην ψυχή κι’ ανάλλαχτος ο πίνακας του ερημικού τοπίου θα γέμιζε γαλήνη τη ματιά του μοναχού – ποιος ξέρει από πόσους αιώνες πίσω. Ο απόμονος τόπος στηρίζει την παράδοση, που τοποθετεί σε αρχαιότατη εποχή την ίδρυση του Μοναστηριού.

Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά. Μονή Ξεροκαστέλι. Η δεύτερη ονομασία, μόνο στα γραφτά, ξεχάστηκε ίσως. Οι ντόπιοι από χρόνια λένε: «πάμε μέχρι του Καρακαλά», εννοώντας μόνο το Μοναστήρι. «Καρακαλάς» είναι όνομα περιοχής, τοπωνύμιο που προϋπήρχε και προστέθηκε δίπλα στον Άγιο Δημήτριο; Ή μήπως είναι όνομα ουσιαστικό, που έχει σχέση με την κτήση και την ίδρυσή της; Ή πάλι είναι όνομα κάποιου άρχοντα της Ναυπλίας, Βυζαντινού ή Φράγκου;

Η πιο παραδεκτή από τους παλιότερους ιστορικούς ερμηνεία συνδέεται λογικά με τη δεύτερη ονομασία «Ξηροκαστέλιον», όπως διαβάζεται σε σιγίλλια. Ξεροκαστέλι λέγαν φαίνεται οι ντόπιοι κάποιο φράγκικο πύργο κοντά στη Μονή. Στα τούρκικα η λέξη μεταφρασμένη είναι «Κουρουκαλέ». Η παραφθορά της τούρκικης ονομασίας, λένε, έδωσε το «Καρακαλά». [i]  Υπάρχει βέβαια και η Μονή Καρακάλου στον Άθω. Αλλά και βυζαντινό επίθετο Καράκαλος – από το λατινικό Caracallum-i ή Caracalla-ae που σημαίνει είδος χλαίνης, ποδήρης εσθήτα με χειρίδες, αλλά και μαύρο κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. [ii]

Υπάρχει ακόμη στην περιοχή Ναυπλίας οικογένεια Καρακάλου (κλάδος ομώνυμης οικογένειας από τη Δημητσάνα), που βγήκαν πατριάρχες από τους κόλπους της. Υποστηρίζεται ότι το όνομα της οικογένειας αυτής έχει σχέση και με τις δυο μονές Άθω και Ναυπλίας. [iii]

Δεν πρέπει, να παραληφθεί και κάτι άλλο σημαντικό: σ’ ενετικό έγγραφο του 1542 9ης Νοέμβρη, καταγράφονται τα ονόματα: της D. Caracala και της Katherina Caracala – αρχόντισσες, πιθανόν και οι δυο στην περιοχή Ναυπλίου. Πιστεύουμε ότι το όνομά τους είναι αμεσότερα συγγενικό με τη Μονή. [iv] Πιθανόν να υπάρχουν κι’ άλλες πηγές ερμηνείας, που δεν συναντήσαμε.

Όσα γνωρίζουμε για τη Μονή Καρακαλά με ιστορικά στοιχεία αρχίζουν από το 1710, ημερομηνία ανακαίνισης της Μονής. Το 1798 στο σιγίλλιο του Γρηγορίου του Ε’ αναγράφεται:[v]

 

«Εν τη μονή του Αγ. Δημητρίου τη επιλεγόμενη Καρακαλά της επαρχίας Αργολίδος υπάρχει έγγραφον επί μεμβράνης εν ω αναγρά­φονται πάντα τα της μονής προνόμια, περιγράφεται δε υπό της εν Ναυπλίω «Ανεξαρτησίας» (φύλλον 9 Μαρτίου 1878). Η μεμβράνη αύτη, μήκους 0,75 και πλάτους 0,52 φέρει κάτωθεν δια κυανών κλωστών εκ μετάξης ανηρτημένον το μολυβδόβουλον αφ’ ενός μεν εικονίζον την Θεοτόκον φέρουσαν εις τας εγκάλας της τον Ιησούν Χριστόν βρέφος, φέρον δ’ αφ’ ετέρου την επιγραφήν – Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρ­χης. Το έγγραφον έχει τον αυτόν τίτλον επί κεφαλής, αναφέρει δε ότι πατριαρχικόν σιγιλλιώδες γράμμα του αοιδίμου εν πατριάρχαις Γαβριήλ, πιστοποιεί ότι το μοναστήριον τούτο, όπερ Ξεροκαστέλι επωνομάσθη, προ αμνημονεύτων χρόνων σταυροπηγιακή αξία… και ότι τα αρχαία αυτού σιγιλλιώδη γράμματα απόλω…… επί τη επισυμβάση τότε εκεί ανωμαλία… χαρακτηρίζει δε το μοναστήριον τούτο ο πατριάρχης – ημέτερον, σταυροπηγιακόν, αδιάλυτον, ακαταπάτητον και όλως ανενόχλητον διότι το δικαίωμα του μνημονεύειν του πατριαρχικού ονόματος: τον δε ηγούμενον φέρειν μανδύαν και πατερίτσαν κατά τας εορτασίμους ημέρας επ’ εκκλησίας, κηρύσ­σει αυτό απηλλαγμένον πάσης εξαρχικής έξω…»[vi]

 

[ Κοινή αντίληψη όλων, όσων ασχολήθηκαν με τη μονή, είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, διότι η μονή « κατεστράφη επί Τουρκοκρατίας και επί Γερμανών» στηρίζοντας προφανώς την άποψή τους σε αχρονολόγητο χειρόγραφο των Αρχείων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο « ουδέν στοιχείον υπάρχει περί της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά» για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

…Η μονογραφία του Ανδρέα Μιχαλόπουλου για τη μονή έχει τη μορφή λογοτεχνικής περιγραφής, χωρίς επιστημονική κατοχύρωση, διότι εγράφη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει « σε μια περίπου εβδομάδα». Η πληροφορία επίσης των Ντιάνας Αντωνακάτου- Τάκη Μαύρου, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη μονή πριν από το 1710, είναι αστήρικτη. Προφανώς δεν είχαν την ευκαιρία οι εν λόγω συγγραφείς να ερευνήσουν τις βενετικές καθώς επίσης τις μεταγενέστερες ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην παλαιότητα και στο ιστορικό της μονής. Γι΄ αυτούς τους παραπάνω  λόγους που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέχρι τώρα δεν είχε γραφεί κάποια ολοκληρωμένη και με ιστορικές απαιτήσεις μονογραφία για τη μονή, θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε βαθύτερα με το θέμα αυτό, εκμεταλλευόμενοι όλο το υπάρχον δημοσιευμένο και το ανέκδοτο υλικό.  Από την εισαγωγή της Μαρίας- Ελευθερίας Γ. Γιατράκου, στην διατριβή της επί διδακτορία και υπό τον τίτλο: Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου, 1998.]

Η μορφή η αρχιτεκτονική, που διατήρησε η Μονή ως το τέλος του 18ου αιώνα, χάθηκε κατά μέγα μέρος στις αρχές του 19ου, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μέρος από τα διασωμένα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν την ίδια περίπου εποχή, στην ανέγερση τεμένους οθωμανικού – τεκέ: το Βουλευτικόν κατόπιν του Ναυπλίου. Το καθολικό ξαναχτίστηκε το 1871 και τμηματικά έγινε η ανέγερση και η επιδιόρθωση των άλλων τμημάτων του σημερινού συγκροτήματος της Μονής, γύρω και πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα αρχαιότερα.

Το παλιό τμήμα, που είχε πολεμίστρες στο βορινό εξωτερικό περίβολο και είχε γλυτώσει όλες τις καταστροφές ως κι’ αυτή την ανατίναξη των Γερμανών το 1943, εξαφανίστηκε με την ανύψωση των νέων βορινών κελλιών. Ενώ τα νότια χτίρια, με τη γραφική μορφή τους, τις καμάρες, τα χαγιάτια τους τα χαμηλά, ακόμη κρατούν μια ισορροπία με το ναό, που μοιάζει να μην αναπνέει καλά, περισφιγμένος από κελλιά, σκάλες και τοίχους.

 

Παραθύρι.

 

Γιατί χαρακτηριστικό του Καρακαλά είναι αυτή η συμπύκνωση εσωτερικά των χτισμάτων, που κλείνουν σε στενό παραλληλόγραμμο το αίθριο. Έτσι στη μέση ο ναός, σα να αγωνίζεται να ελευθερωθεί, σε χαμηλότερο επίπεδο θεμελιωμένος, ανυψώνοντας έναν τρούλλο ογκώδη και βαρύ. Γνωρίζουμε ότι ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του Κα­ρακαλά είταν φρουριακός. Αναφέρεται σε κατάσταση των Γ.Α.Κ. του 1833 ότι η «Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρή». Ένα μεγάλο συγκρότημα, αν προστεθούν και οι βοηθητικοί χώροι, σε μορφή οχυρού, που μπορούσε να αμυνθεί, αν χρειαζόταν.

Περνώντας το διαβατικό (5μ. μήκος), έχουμε αριστερά μας αίθουσες υποδοχής και δεξιά τα πρώτα παρεκκλήσια: της Παναγίας της Πορταΐτισσας, του Αγ. Νεκταρίου. (Η Μονή έχει πέντε: της Αγίας Παρασκευής, της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, του Οσίου Εφραίμ, της Παναγίας της Πορταΐτισσας και του Αγίου Νεκταρίου). Στην έξοδο το αίθριο με τα πολλά του επίπεδα και την κλειστή του όψη. Φροντισμένο, χωρίς φορτώματα διακοσμητικά, μαρτυρεί ωστόσο τη γυναικεία παρουσία κι’ επιμέλεια.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Αριστερά και σ’ όλο το μήκος της βόριας πλευράς διώροφο το νέο συγκρότημα ξενώνων και κελλιών (του 1972), προβάλλεται ξαφνικά με έμφαση, σε κοντινό σημείο φυγής και με αναγκαστικά μεγάλη προοπτική κλίση. Πολυά­ριθμα τοξωτά ανοίγματα του «ηλιακού» κάτω, και τοξωτές τζαμαρίες πάνω, συγκλίνουν με τις οριζόντιές τους απότομα, λόγω του περιορισμένου χώρου που έχει το μάτι να κοιτάξει. Έτσι τονίζεται μια αρχιτεκτονική – μίμηση χτιρίων μεγάλων μοναστηριακών συγκροτημάτων.

Απέναντι στη νότια πλευρά του αίθριου τα παλιότερα χτίρια που αναφέραμε. Μια διώροφη σειρά κελλιά, που συνεχίζουν ως τη ΝΔ γωνία της Μονής κι’ έρχονται και ενώνονται με το δεσποτικό στη δύση. Προς την ανατολή πλησιάζουν μια σειρά βοηθητικών χώρων και μαγειρείων. Εκεί και το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, καθώς και ή ανατολική έξοδος της Μονής, που φέρνει προς τη ρεματιά. Απ’ έξω από την ανατολική πλευρά, οι αγροτικές εγκαταστάσεις (κοτέτσια κ.ά.)

Στο κέντρο του αίθριου το καθολικό, δεκατρία σκαλιά πιο χαμηλά από το επίπεδο του διαβατικού, έχει διαστάσεις 19X8 μ. περίπου μαζί με το νάρθηκα. Το σχήμα του είναι εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλλο. Ο νάρθη­κάς του προς Δυτικά ανοιχτός, πλαισιώνει με τις διπλές του τοξωτές τζαμένιες πόρτες την είσοδο του ναού. Κεραμικός διάκοσμος περιτρέχει την καμπύλη των τόξων και ψηλά, πάνω από τις πόρτες, ένα κυκλικό άνοιγμα κι’ αυτό διακοσμητικό, κατευθύνει τη ματιά σε προέκταση προς το τρίλοβο βουβό καμπαναριό. (Οι καμπάνες τρεις, είναι κρεμασμένες, μαζί με το σήμαντρο, στον τοίχο του νάρθηκα, στο ύψος του χεριού που θα τις σημάνει). Κάτω από το κυκλικό άνοιγμα και τη διακοσμητική ευθεία, εντοιχισμένες δυο πλάκες σε διαδοχή: στην επάνω (0,60X1,20) αναγράφεται:

 

Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΕΒΑΡΔΟΥ

ΑΒΔΙΜΠΕΪΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΟΝΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΖΑΜΙΛΑ ΚΑΙ ANANIA ΒΕΝΕΤΗ ΧΕΛΙΩΤΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΑ

ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ ΑΩΟΑ (=1871)

Στην κάτω (0,15X0,20) σημειώνεται:

Ο ΝΑΟΣ ΩΔΕ ΔΙΑ ΓΡΑΜ

ΜΑΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ

 

Στο εσωτερικό του νάρθηκα εικόνες του Αγ. Δημητρίου. Ο οκτάπλευρος τρούλλος στρογγυλός στο εσωτερικό, στηρίζεται σε τέσσερα τόξα. Οι οκτώ φωτιστικές του θυρίδες προσθέτουν στον καλό φωτισμό του ναού, που του προσφέρουν δυο παράθυρα: στο βόριο και στο νότιο τύμπανο των τόξων καθένα. Και η θύρα εισόδου με το τοξωτό ανακουφιστικό της άνοιγμα στο υπέρθυρο.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Ο ναός έχει αγιογραφηθεί από τον Χ. Βούλγαρη. Έχει ακόμη μερικές φορητές εικόνες του Αγίου Δημητρίου – 18ου – 19ου αι. Μια του 1828 εικόνα της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη στη Μονή από τον ηγούμενο «Πεβάρδο». Το καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο βοηθεί στη διακόσμηση του ναού.

Στη γιορτή του Αγίου, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, η εκκλησία αυτή αναδίνει μια συγκρατημένη κατανυκτικότητα, μια ευωδιά τρυφερής φροντίδας μαζί με το άρωμα των λουλουδιών, του λιβανιού, του ασβέστη.

Κι’ εκείνη η μικρή εστία θερμότητας γύρω από το Ψαλτήρι, οι καλόγριες της Μονής με τις συγκινημένες απλές φωνές τους, σαν ενωμένη ικεσία ενός αδύναμου παθητικού συνόλου, κεντρώνει τα ψυχρά σχήματα, τις άχαρες γραμμές της αρχιτεκτονικής, σ’ ένα κύκλο επικοινωνίας.

Στην ίδια θέση υπήρχε ο παλιός ναός, που κάηκε. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει τη μορφή του. Τον φέρνει ωστόσο ο νους, με τη βυζαντινή λιτότητά του, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς στολίδια, αυστηρό. Ξωμάχοι οι καλόγεροί του. Άλλων καιρών καταφύγιο. Άλλη η ζωή, οι φόβοι της… στο φως του κεριού οι ελπίδες της.

Πίσω πολύ δεν μας φωτίζει η ιστορία. Πριν από το 1710, τίποτε. Μόνο πως υπήρχε «αρχαιότατη», λέει η παράδοση. Ύστερα κάηκε. Τις πέτρες της πήρε ένας πασάς να ομορφήνει μ’ αυτές το μεγαλόπρεπο τεκέ του – πράξη που μαρτυράει την αξία της μορφής του παλιού μοναστηριού.

Είκοσι χρόνια κατόπιν, αν και πρόσφατα καμένο, το Μοναστήρι ξαναζωντανεύει: έχει 80 μοναχούς κι’ άλλες το ζώνουν πυρκαγιές. Ο ηγούμενός του, Διονύσιος Σουρίλος, το 1821, ξεσηκώνει τα χωριά γύρω, ψυχώνει το Χέλι, το Κοφίνι, βάζει φωτιά στην καρδιά των ανθρώπων τους και ο ίδιος δίνεται περισσότερο στον πόλεμο και λιγότερο στην ειρήνη της ψυχής του.

Όσοι σώθηκαν από τη μάχη του Πέτα, μας πληροφορεί ο Φωτάκος [vii] και έγιναν ο πυρήνας του τακτικού στρατού, τοποθετήθηκαν στη Μονή Αγίου Δημητρίου για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μαζί τους και ο ηγούμενος Σουρίλος ή Σουρίλας με τους καλογέρους του. Στο περιοδικό Λακωνικά[viii] αναγράφονται τούτα: «Πολλοί των μοναχών ήσαν πρώην κλέφται ή αντήλασσαν κατά τας περιστάσεις τα δύο επαγγέλματα..

 Νά ρίχνη μες’ στο θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι

να του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα…»

Άλλα και στα νεότερα χρόνια πάλι φωτιές ζώνουν το Μοναστήρι. Βοήθαγε και η απόμονή του θέση, βοήθαγε και το ψυχωμένο φρόνημα των «κατοίκων» του. Κατηγορήθηκε από τους Γερμανούς πως «εχθρευόταν» τον εχθρό και συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Για τιμωρία του καίνε και ανατινάζουν, από τη βόρια πλευρά του, εννέα κελλιά. Μαζί του παίρνουν ό,τι είχε και δεν είχε. Αυτά το 1943. Και στις φοβερές αυτές ώρες της γερμανικής κατοχής και στου εμφύλιου πόλεμου τα πάθη, βασανίζεται ο ηγούμενος του Καρακαλά. Να αποκαλύψει τι ξέρει για τους αντάρτες της περιοχής: δεμένο σε μια συκιά τον δέρνουν μέχρι αίματος. Για το μαρτύριο τούτο βεβαίωσε αυτόπτης μάρτυρας, στρατιώτης των ταγμάτων ασφαλείας. Η συκιά έξω από την ανατολική θύρα υπήρχε, ως λίγα χρόνια πριν.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Η Μονή, από το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα δηλαδή από το 1834, αλλάζει πολλές φορές μορφή. Πότε αυτοδιοίκητη, πότε συγχωνευμένη. Οι μοναχοί της όλο και λιγοστεύουν. Το 1834 αριθμούνται πέντε. Το 1855, το 1860, το 1877 έχει σταθερά οκτώ. Το 1882 της μένουν πέντε, ενώ το 1919 μόνο τέσσερις, αριθμός που αναγκάζει τον ηγούμενο Θεόφιλο Ιωάννου να παραιτηθεί και η Καρακαλά να διευθύνεται από την Ταλαντίου.

Διαδοχικά: το 1934/10.12, έχοντας πέντε μοναχούς γίνεται έδρα, μετά τη συγχώνευσή της με την Ταλαντίου. Σ’ αυτές τις δυο συγχωνεύονται το 1936/7.12 οι Μονές Αγνούντος και Ταξιαρχών, με έδρα πάλι του Καρακαλά. Ενώ το 1939, η έδρα μετατοπίσθηκε στην Ταξιαρχών, όπου και άνηκε η Μονή Αγ. Δημητρίου. Έτσι κι’ έπεσε στην παρακμή. Το 1942/15.12 όμως γίνεται ανασύστασή της και μετόχι της η Μονή Ταλαντίου. Το τελειωτικό κτύπημα, που δέχτηκε σαν ανδρώα μονή, είταν τα επεισόδια με τη γερμανική κατοχή.

Από το 1955 εποπτεύουν το Μοναστήρι τέσσερις μοναχές και από το 1962 γίνεται γυναικείο. Με ηγουμένη τώρα τη Συγκλητική και τις μοναχές: Νεκταρία, Μακαρία, Παρασκευή, Χριστοφόρα, Ακακία, Μαριάμ, Διονυσία, Συγκλητική, Παταπία και Μαρία, βρίσκεται σε άνθηση και διαρκή ανοικοδόμηση.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή το 1974. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Ακακία Χειλαδάκη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις εννέα  (9).

Κι’ εδώ, όπως σε κάθε γυναικεία μονή, το φαινόμενο της «ανοικοδομήσεως» – με τα καλά και τα κακά γνωρίσματά του – οφείλεται στη δημιουργική διάθεση των γυναικών, στην επιμονή και στην αντοχή τους, ως να φτάσουν στο συντελεσμένο έργο: τη σύγχρονη μορφή του μοναστηριού τους, όπως αυτές τη θέλουν.

Το 1834, σύμφωνα με έγγραφο του Μητροπολίτου Αργο­λίδος Κυρίλλου Δεληγιαννοπούλου, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου εις Ξηροκαστέλι έχει: 3500 στρέμματα γης, 25 στρεμ. αμπέλια, 10000 στρεμ. ακαλλιέργητη γη, 2000 ελαιόδεντρα, 423 αιγοπρόβατα, 150 κυψέλες μελισσιών, 37 χοντρά ζώα, 8 ασημένια και 34 χάλκινα σκεύη, 2,5 οκ. ασήμι, 15 υπηρέτες και 7 ορφανά.

Στον ίδιο περίπου χρόνο διαφορετική είναι η καταγραφή των περιουσιακών του σε κατάσταση του Δημοσίου:[ix] Πατέρες 5, υπηρέτες 6, Καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 800, Αμπελώνες στρεμ. 16, ελαιόδεντρα 1000, Κήποι 1, Ελαιοτριβεία 1, Μύλοι 1, Αιγοπρόβατα 400, Νομαδικά 65, Βόες Γεωργικοί 8, Ζώα φορτηγά 6, Μελίσσια 100, Μετόχια 2, Χαλκός 50 οκ. Ετήσιον εισόδημα 8000 δρχ. Η Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρά, ο κήπος περιέχει έως 30 δένδρα κάρπιμα.

Φαίνεται ότι έχει μεγάλη περιουσία. Το πιο ανεβασμένο εισόδημα και τα περισσότερα δωμάτια απ’ όλα τα μοναστήρια της Αργολίδας. Τα σύνορα των κτημάτων της απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα.[x] Μέσα σε σχετικό έγγραφο (υπάρχουν 282 έγγραφα στο φάκελλό της) τα σύνορά της ορίζονται έτσι:

 

« Οι κάτοικοι των πέριξ της μονής προσκληθέντες υπό του καθηγουμένου Κου Διονυσίου Μπεβάρδου μαρτυρούμεν ότι η όλη περιφέρεια της μονής περατούται από μεν Δυσμών εκ του μέρους της Τιρυνθίδος υπό του μακρού λιθαρίου υπό του δημοσίου δρόμου, υπό του χαρακώματος του Θεοδωροπούλου τα καταλύματα, το όρος του προφήτου ηλιού και του αγίου Ιωάννου και τον μελισσάν. από δε της μεσημβρίας από το μέρος της Ασύνης, υπό του κεφαλαρίου εις το Γκωλινάρι και μαυροβουνές. από δε ανατολικών εκ του μέρους της λύσσης υπό των κορών, υπό της Γέφυρας της Καλογραίας υπό του χαλκοκάστρου, του μπρούτζου τα καλύβια και το όρος του φωνίσκου και των ερήμων. από δε βορρά εκ του μέρους αραχναίου υπό της εύμορφης σπυλιάς υπό του αραχναίου όρους της ασφακαράχνης του πετριτού και της Θαστζας. εκ μέρους της Μηδρίας υπό του αραχναίου σταυροδρομίου του μαριανού δημοσίου δρόμου ερχόμενοι εκ του μακρολιθαρίου.   Μάρτιος 1836 Υπογραφές ».

 

Το 1974 οι μοναχές έχουν ένα μικρό υφαντήριο, λίγα κεντήματα, ασήμαντη κτηματική περιουσία, κανένα υπηρέτη και κανένα ορφανό στην πλάτη τους. Με λίγα δέντρα και οικιακά ζώα ενός μικρού νοικοκυριού, ζουν με πολύ φροντισμένο το Μοναστήρι τους και ένα μεγάλο νέο χτίριο – κελλιά, ξενώνες, εργαστήρια – στο ενεργητικό τους. Έξω από τον περίβολο – 30X90 οι διαστάσεις του – η ερημιά της ακατοίκητης εξοχής. Την ταράζει μόνο το ανέβασμα από καιρό σε καιρό των προσκυνητών του Αγίου Δημητρίου – ξεχωριστά τον αγαπούν Ναυπλιείς και Αργείοι. Στα δυτικά, πάνω σ’ ένα λόφο, το Κοιμητήρι της Μονής χωρίς εκκλησιά, δίχως έμφαση, χωρίς ανυπομονησία, σα να κυττάζει κατά το καχεκτικό κυπαρισσάκι της εισόδου του Καρακαλά.

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


[i]   Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σ. 27.

[ii] Φαίδωνος Ι.Φ. Κουκουλέ, Βυζαν­τινά τινα παρωνύμια, «Επιστημονική Επετηρίδα» (1953-1954), σ. 89) και του ίδιου, Διορθωτικά και Ερμηνευτικά εις Βασίλειον Τάξιν, ΕΕΒΣ 18, (1949), σ. 113.

[iii] Σπυρ. Π. Λάμπρου, Σύμμικτα, «Νέος Ελληνομνήμων», 8, [1911], σ. 236 και Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, Ε Ε Β Σ», έτος Κ’, σ. 228.

[iv] Κ. Ν. Σάθα, Documenta Stratiotas Illustrantia, «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας», 8, Paris 1886, σ. 366.

[v] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Γρηγόριος ο Ε’, ο Πατρι­άρχης του Έθνους, ΔΙΕΕ, 14, (1960), σ. 216.

[vi] Ανέκδοτον μολυ­βδόβουλον του Γρηγορίου του Ε’ (Μάρτιος 1798) Παρνασσός τομ. Β, 1878, σελ. 237—240.

[vii] Φ. Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τομ. 1ος, σ. 430.

[viii] Φιλ. Ζαννέτου, Ο Ζαχαρί­ας Μπαρμπιτσιώτης, «Λακωνικά», (1932), σ. 124.

[ix]  Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 2.

Read Full Post »

Ορλάνδος Ιωάννης (1770; – 1852)
   

Ορλάνδος Ιωάννης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

Ο Ιωάννης Ορλάνδος* καταγόταν από πλούσια οικογένεια του Κρανιδίου, η οποία εγκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα στις Σπέτσες.

 Γεννήθηκε στις Σπέτσες γύρω στο 1770 και πέθανε στην Ύδρα το 1852. Στην Ύδρα που είχε εγκατασταθεί από το 1811 παντρεύτηκε την αδελφή του Γεώργιου και του Λάζαρου Κουντουριώτη, Υδραίων προεστών και πλοιοκτητών. Και ο ίδιος όμως υπήρξε σημαντικός πλοιοκτήτης πριν από την Επανάσταση. Μάλιστα με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έθεσε τα πλοία του στην υπηρεσία της επαναστατικής διοίκησης.

 

Διετέλεσε πληρεξούσιος της Ύδρας στην Α’ Εθνοσυνέλευση και μέλος της δωδεκαμελούς Επιτροπής που επεξεργάστηκε το κείμενο του πρώτου συντάγματος. Κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού από τις 14 Ιανουαρίου έως τον Απρίλιο του 1823. Στις 26 Απριλίου και αφού ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε το αξίωμα, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού. Ένα μήνα αργότερα, στις 22 Μαΐου 1823, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις και διαβλέποντας τον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ήδη τον είχαν κατηγορήσει για φατριαστικό πνεύμα, εξαιτίας της υποστήριξης που παρείχε στους Κουντουριώτες.

Τον Ιούνιο του 1823 ορίστηκε μέλος τριμελούς επιτροπής – με τους Ανδρέα Λουριώτη, έμπιστο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, και  Ιωάννη Ζαΐμη, εκπρόσωπο των Μωραϊτών για τη διαπραγμάτευση της λήψης δανείου για την ενίσχυση του αγώνα στο Λονδίνο. Πριν αναχωρήσει για τη βρετανική πρωτεύουσα, σε επιστολή του διακήρυσσε την ανάγκη ενότητας και αποφυγής εμφύλιων συγκρούσεων.

Επίσης, στις αρχές Νοεμβρίου του 1823 επισκέφθηκε το λόρδο Βύρωνα στην Κεφαλονιά. Τον Ιανουάριο του 1824, μαζί με τον Ανδρέα Λουριώτη άνθρωπο του Μαυροκορδάτου, ήταν οι εκπρόσωποι της Ελλάδας που άρχισαν τις διαπραγματεύσεις και τελικά συνήψαν το πρώτο αγγλικό δάνειο** κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ύψους 800.000 λιρών στερλινών.

 

«Το δάνειον των γραικών ετελείωσε προς 59 τα % από εν ρισπετάμπιλε οσπίτιον… Ας γνωρίζουν οι γραικοί την χάριν εις το Κομιτάτον και κάτ΄ εξοχήν εις τον ακούραστον Bowring. Είνε δε σύμφωνον το Κομιτάτον με τους Δεπουτάτους να σταλώσι τα χρήματα εις τον Λόρδ Byron και τον Colonel Stanhope δια να βαστάξουν αυτοί εις την θέλησιν της Βουλής προς ωφέλειαν του Γένους, χωρίς να τα οικειοποιηθούν οι κλέπται». Από επιστολή του Α. Μ. Αντωνόπουλου προς το Δ. Ρώμα, 17 Φεβρουαρίου 1824. (βλ. αρχείο Ρώμα σελ. 227-228)

 

Στο Λονδίνο έτυχε επίσημης υποδοχής, ενώ συνάντησε ακόμη και τον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών George Canning. Συμμετείχε και στην αντιπροσωπεία που διαπραγματεύτηκε, το 1825, και το δεύτερο δάνειο*** ύψους 2.000.000 λιρών στερλινών από την Αγγλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1825 εξακολουθώντας να εκπροσωπεί τους Υδραίους στις Εθνοσυνελεύσεις.

Ο Ορλάνδος ανήκε στο «αγγλικό» κόμμα, κρίνοντας ως πλέον πρόσφορη και αποτελεσματική την υποστήριξη της Αγγλίας για την ελληνική υπόθεση. Στήριζε την προτίμησή του αυτή και στη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση της χώρας εκείνης, αλλά και στην επωφελή για τους Έλληνες υπεροχή της στη θάλασσα. Αργότερα εντάχθηκε στην αντικαποδιστριακή παράταξη, διατυπώνοντας μάλιστα την άποψη ότι θα προτιμούσε η Ελλάδα να μετατραπεί σε αγγλικό προτεκτοράτο από το να ανεχθεί τον απολυταρχισμό του Καποδίστρια. Έτσι, μετείχε στις αντικαποδιστριακές στάσεις της Ύδρας το καλοκαίρι του 1831.

Εκ των υστέρων, και στο πλαίσιο της αναζήτησης «αποδιοπομπαίων τράγων» για την τύχη των δανείων της περιόδου της Επανάστασης, κατηγορήθηκε μαζί με το Λουριώτη για κακοδιαχείριση. Αρχικά απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες, αλλά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους κήρυξε υπευθύνους για απώλεια μέρους των χρημάτων του δανείου και «αλληλεγγύως χρεώστες του Δημοσίου» για ποσό 28.769 λιρών στερλινών. Το 1839 εξέδωσε μαζί με το Λουριώτη την απολογία τους σε ογκώδες δίτομο έργο, το οποίο αργότερα αποκήρυξε.

  

Υποσημειώσεις

 

* Το όνομα Ορλάνδος είναι εξελληνισμένο εκ του Ιταλικού Ορλάντο (Orlando) που και αυτό προέρχεται με μικρή παράφραση από το γαλλικό Ρολάνδο (Ρολάντ) με το οποίο φερόταν στους μεσαιωνικούς θρύλους και ποιήματα κάποιος ανεψιός του Καρλομάγνου (Ποίημα του Ρολάνδου κ.ά.). Επί τη βάσει των θρύλων αυτών ο Ιταλός ποιητής Λοντοβίκο Αριόστο έγραψε τον Μαινόμενο Ορλάνδο.  

** Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες.

*** Στα 1825 ανακλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ο Ι. Ζαΐμης και στη θέση του στάλθηκε ο Γ. Σπανιολάκης. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες.

Τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών. Επί Βαυαροκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.

 

Πηγές

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Ανδρέας Μιχ. Ανδρεάδης, «Ιστορία των εθνικών δανείων», Εν Αθήναις :Τυπογραφείον «Εστία»,1904.
  • Ορλάνδος Ιωάννης, Συλλογή επιστολών από το αρχείο Χατζή Πανανού Θεοδοσίου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ( Ε.Λ.Ι.Α.).
  • Γρηγόρης Ι. Ζώρζος, «Revolution 1821 Economics: Greek Modern Economic History», Εκδοτικός Οίκος: CreateSpace, 2009. 

Read Full Post »

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Νοταράς Πανούτσος  (1740 ή 1752 – 1849)


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλος της γνωστής οικογένειας* δημογερόντων της Κορινθίας, οι οποίοι υπήρξαν σημαντικοί οικονομικοί και διοικητικοί παράγοντες του τόπου. Ορισμένοι πρωταγωνίστησαν το 1770 στην εξέγερση των Ορλωφικών. Ο Πανούτσος Νοταράς γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1752, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ή το 1740. Ήταν γιος του προκρίτου Σπυρίδωνα Νοταρά, ενός από τους πιο καλλιεργημένους προεστούς της περιόδου του 18ου και του 19ου αιώνα.

Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Γρηγόριος Καρβούνης. Λόγοι υγείας δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει στην Ιταλία. Διέθετε ωστόσο πλουσιότατη βιβλιοθήκη και αξιόλογη κλασική παιδεία. Νέος ακόμη ο Πανούτσος Νοταράς πρωταγωνίστησε στα Ορλωφικά και αργότερα, το 1818, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση, οι Νοταράδες περιλαμβάνονταν στις έξι πιο ισχυρές οικογένειες της Πελοποννήσου που νέμονταν σημαντικά διοικητικά αξιώματα κατά τρόπο κατ’ ουσία κληρονομικό.

 

« Η οικογένεια των Νοταραίων είναι μία εκ των επισημοτέρων της Πελοποννήσου, δια την παλαιότητα και την λαμπρότητα της καταγωγής της. Ο δε Πανούτσος υπήρξε πάντοτε πληρεξούσιος και Πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων». Φωτάκος

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, ο Νοταράς ήταν από τους προεστούς που εξέφρασαν επιφυλάξεις για την έναρξη του Αγώνα στη δεδομένη χρονική στιγμή. Περίπου ένα μήνα πριν, σε συγκέντρωση προεστών, είχε διατυπώσει την άποψη ότι οι Έλληνες ήταν ακόμα ανέτοιμοι για ένα τέτοιο εγχείρημα, προκαλώντας την οργή του Παπαφλέσσα που ήταν παρών.

Με την έναρξη του Αγώνα και ιδίως μετά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο (Ιούνιος 1821) και τη σύσκεψη στα Βέρβαινα, όπου το κλίμα ήταν ιδιαίτερα εχθρικό για τους προκρίτους, ο Νοταράς ήρε τις επιφυλάξεις του στηρίζοντας ενεργά την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης. Συμπαρέσυρε μάλιστα και άλλους διστακτικούς προεστούς να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Στο μεταξύ, τον Απρίλιο του 1821, οι Οθωμανοί είχαν εκτελέσει τον αδελφό του Ανδρικό.

Κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821, εξελέγη πληρεξούσιος και μετείχε στη δωδεκαμελή επιτροπή σύνταξης του πρώτου συντάγματος. [ Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα – Νέα Επίδαυρο ]. Διετέλεσε μέλος του Εκτελεστικού της επαναστατικής διοίκησης και ανέλαβε τη διεύθυνση των οικονομικών υποθέσεων από τον Ιανουάριο του 1822 έως τον Απρίλιο του 1823. Κατά τη θητεία του στο αξίωμα αυτό υπέγραψε έντοκα γραμμάτια, που αποτέλεσαν ένα πρώτο είδος ελληνικού χαρτονομίσματος.

Κατά τη λεγόμενη τρίτη βουλευτική περίοδο (11 Οκτωβρίου 1824 – 6 Απριλίου 1826) εκλέχθηκε επίσημα πρόεδρος του Βουλευτικού, το οποίο έδρευε στο Ναύπλιο και έπαιζε σκιώδη και δευτερεύοντα ρόλο.

Αν και αρχικά είχε αντιταχθεί στον ανιψιό του Ιωάννη Νοταρά και είχε προσεγγίσει την παράταξη των στρατιωτικών και τον Κολοκοτρώνη, τελικά συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό της παράταξης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ενάντια στην παράταξη των στρατιωτικών. Ο ανιψιός του Ιωάννης πολιόρκησε τους οπλαρχηγούς που είχαν κλειστεί στο κάστρο του Ακροκορίνθου, όμως εκείνος ήταν που κατάφερε να το καταλάβει το Μάρτιο του 1824.

Επέδειξε, ωστόσο, μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, όπως προκύπτει και από έγγραφα που έστειλε ως πρόεδρος του Βουλευτικού στο Εκτελεστικό το 1824 και το 1825, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει τη θέσπιση μέτρων ενάντια στους αντιπάλους και προτείνοντας μέτρα για τον τερματισμό του εμφυλίου ή την αμνήστευση των εμπλεκομένων σε αυτόν.

 

«Με χαράν μεγάλην παρατηρεί κάθε αληθής και τίμιος πατριώτης την εκλογήν του κυρίου Πανούτζου Νοταρά, εις τον βαθμόν του προέδρου του Βουλευτικού Σώματος των Ελλήνων. Τούτον τον σεβάσμιον γέροντα, αν και ημείς ονομάσωμεν νέον Αριστείδην, βεβαίως δεν σφάλλομεν. Άμποτε το πνεύμα του, ο ζήλος του και η προς την δικαιοσύνην αφοσίωσίς του, να ήναι πάντοτε τα μόνα αισθήματα και των συνυπουργών του, και να φρονώσιν, ότι η ελευθερία και ανεξαρτησία πηγάζουσιν από μόνην την αδελφικήν ένωσιν. Κατά δυστυχίαν όμως τα συστατικά της Βουλής μας στοιχεία είναι διηρημένα. Αλλά τι τάχα χρειάζεται δια να ενωθώσι πάλιν; όχι άλλο βέβαια, παρά μια ειλικρινείς θέλησις, και ένας κοινός ζήλος. Ο κύριος Νοταράς εις τον λόγον του τον κατά την έναρξιν της Γ’ περιόδου, ζητεί από τους κυρίους παραστάτας τας σύμβουλάς των. Μόνη αύτη η ευγενής μετριοφροσύνη του είναι ικανή να απόδειξη τον έντιμον χαρακτήρα τούτου του αξιοπρεπούς ανδρός, όστις εκ πρώτης αρχής τούτου του ενδόξου αγώνος μας μέχρι της παρούσης ημέρας, δεν έλειψε ποτέ από του να συνεισφέρη το κατά δύναμιν εις την κοινήν ευδαιμονίαν και την των πραγμάτων βελτίωσιν….» .. [ Ναύπλιον τη 8 Νοεμβρίου 1824, Ελληνικά Χρονικά, αρ.91]

 

Όταν, ύστερα από καθυστερήσεις αρκετών μηνών, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο με συμμετοχή 127 αντιπροσώπων, τον Απρίλιο του 1826, ο Νοταράς ήταν ακόμη πρόεδρος του Βουλευτικού. Στη συνέχεια εξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος Εθνοσυνέλευσης, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μόλις 10 ημερών (6-16 Απρι­λίου) μέχρι τη διακοπή της. Λίγους μήνες αργότερα καθαιρέθηκε από το αξίωμα, επειδή είχε υποστηρίξει τον ανιψιό του Ιωάννη σε τοπικές ταραχές. Ωστόσο, η καθαίρεση αυτή δεν τον εμπόδισε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό (10.0000 γρόσια) από την προσωπική του περιουσία για να ενισχύσει την Επανάσταση, που βρισκόταν σε κρίσιμη φάση.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της 10 μέρες μετά την έναρξή τους, εξαιτίας της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου. Στο διάστημα αυτό, εκλέχθηκε πρόεδρος της επιτροπής η οποία λειτουργούσε ως σύνδεσμος της Εθνοσυνέλευσης με το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση). Με την ιδιότητα του προέδρου αυτής της επιτροπής εξέδωσε από την Αίγινα προκήρυξη στις 16 Μαρτίου 1827, με την οποία καλούσε τους πληρεξουσίους της Εθνοσυνέλευσης να συνέλθουν στην Τροιζήνα προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εργασίες της. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από τα κοινά για δύο χρόνια.

Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, και ειδικότερα στις 27 Νοεμβρίου 1829, ορίστηκε ως πρώτος πρόεδρος του Εφετείου Ναυπλίου. Ο Καποδίστριας τον είχε ορίσει επίσης μέλος του συμβουλευτικού του οργάνου, του Πανελληνίου, υπεύθυνο για οικονομικά θέματα, χωρίς όμως να απασχοληθεί ενεργά σε αυτό.

Στην Ε’ Εθνοσυνέλευση, που συγκλήθηκε στο Άργος και στην Πρόνοια του Ναυπλίου (11 Ιουνίου – 20 Αυγούστου 1832), μετά την παραίτηση του Αυγου­στίνου Καποδίστρια από τη θέση του «προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως», ο Νοταράς συμπαρατασσόμενος με τον Ιωάννη Κωλέττη εκλέχθηκε παμψηφεί πρόεδρος.

Η Εθνοσυνέλευση αυτή, που ονομάστηκε «κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», σύμφωνα με το Β’ Ψήφισμα της 27ης Ιουλίου 1832, αποδέχθηκε την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου για την επιλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας. Ο Πανούτσος Νοταράς διαδραμάτισε τότε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρεμβαίνοντας δυναμικά και υποστηρίζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας μπροστά στους 21 πληρεξούσιους της Εθνοσυνέλευσης αλλά και στους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη διεξαγωγή συζήτησης για ένα σχέδιο συντάγματος που θα υποβαλόταν προς έγκριση στον Όθωνα. Τελικά, η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της μέσα σε κλίμα αντιπαραθέσεων. Ουσιαστικά είχε πλέον εγκαθιδρυθεί μοναρχικό πολίτευμα κατά το πρότυπο της Γαλλικής Παλινόρθωσης και η αρχική πολιτική επιδίωξη της Επανάστασης για φιλελεύθερη πολιτεία, συνταγματικά οργανωμένη, περνούσε στο περιθώριο.

Κατά την Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (8 Νοεμβρίου 1843 – 18 Μαρτί­ου 1844), που συγκλήθηκε μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την αλλαγή του πολιτεύματος που ακολούθησε, ο Νοταράς εξελέγη πρόεδρος, προσωρινός στις 8 Νοεμβρίου 1843 και οριστικός λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου. Στην εκλογή του συνέβαλε καθοριστικά ο σεβασμός που ενέπνεε η ηλικία του, αφού όλοι τον θεωρούσαν «Νέστορα των Ελλήνων πολιτικών». Ήταν 91 ετών, ενώ κατά άλλους υπερέβαινε τα 103 ή 109 έτη. Στην πραγματικότητα, έπαιξε το ρόλο ενός κατά κάποιον τρόπο «επιτίμου προέδρου», εφόσον τα προεδρικά του καθήκοντα τα άσκησαν οι κατά πολύ νεότεροί του αντιπρόεδροι Ανδρέας Μεταξάς, Αλέξανδρος Μαυρο­κορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης και Ανδρέας Λόντος.

Αυτή η διευθέτηση κατοχυρώθηκε και επίσημα με την ανάγνωση σχετικού εγγράφου του αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου. Με αυτό ανακοίνωνε στην Εθνοσυνέλευση ότι διατηρούσε μεν την τιμητική θέση του προέδρου, όμως την άσκηση των καθηκόντων του την παραχωρούσε στους αντιπροέδρους. Το 1849 ο Νοταράς πέθανε σε βαθύ γήρας, στα Τρίκαλα Κορινθίας, όπου είχε αποσυρθεί έχοντας εν τω μεταξύ εκδώσει την αυτοβιογραφία του το 1846.

  

Υποσημείωση


* Νοταρά Οικογένεια. Μεγάλη ιστορική πελοποννησιακή οικογένεια με δράση κυρίως στην Κορινθία. Απέκτησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεγάλη οικονομική και διοικητική δύναμη. Ισόβιοι δημογέροντες στην επαρχία τους, καθοριστικοί παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου συμμετείχαν ενεργά στις εθνικοπολιτικές επιδιώξεις των συμπατριωτών τους. Η οικογένεια εξέθρεψε στους κόλπους της αγίους της Ορθοδοξίας (Αγ. Γεράσιμος, Αγ. Μακάριος), λόγιους, κληρικούς και ιεράρχες, αγωνιστές, φιλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς που έδρασαν στην ελληνική εξέγερση του 1770 (Ορλωφικά), στην προεπαναστατική περίοδο, στον Αγώνα και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού βασιλείου. Ο Πανούτσος Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας) ήταν από τα περισσότερο αναπτυγμένα πνευματικά και οικονομικά μέλη της οικογένειας. Πρωταγωνιστής στα Ορλωφικά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Είχε επιφυλάξεις για την έναρξη του ένοπλου αγώνα το 1821 που τις απέβαλε όταν είδε τη ραγδαία εξάπλωσή του. Προσχώρησε στις επαναστατικές διαδικασίες με την άφιξη του Δ. Υψηλάντη και η παρουσία του επηρέασε θετικά και άλλους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Α Εθνοσυνέλευσης και μέλος της Επιτροπής σύνταξης του πρώτου Συντάγματος. Υπήρξε έντιμος και αφιλοκερδής σε όλα τα αξιώματα στα οποία υπηρέτησε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν διαλλακτικός και μετριοπαθής και περιορίστηκε σε νουθεσίες και προτροπές προς τους αντιπάλους προσπαθώντας να τους συνδιαλλάξει. Παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στο πολιτικό προσκήνιο μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και εκλέχθηκε πρόεδρος της πρώτης Βουλής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο Παναγιώτης Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1803 – Αθήνα, 1879) πήρε μέρος στην πολιορκία και την άλωση του Ακροκορίνθου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και στη μάχη της ‘Aμπλιανης οπότε του δόθηκε και ο βαθμός του αντιστράτηγου. Ο Ιωάννης (Γιαννάκης) Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1805 – Ανάλατος Αττικής, 1827) γνωστός και ως «αρχοντόπουλο» διακρινόταν για τα πνευματικά του προσόντα, την ομορφιά και τη γενναιότητά του. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και στην αναχαίτιση της στρατιάς του Δράμαλη. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου γνώρισε διώξεις από το Γκούρα και φυλακίστηκε στην Ύδρα. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ, στην Καστέλλα υπό το Γκόρντον και σκοτώθηκε στην καταστρεπτική μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827.

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Ιστότοπος Βουλής των Ελλήνων, http://www.parliament.gr/1821

Read Full Post »

Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George  (1799-1875)


 

Φίνλεϋ Γεώργιος - Finlay George (1799-1875)

Βρετανός ιστορικός Σκωτικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Φάβερσαμ του Κεντ και σπούδασε νομικά στη Γλασκόβη. Το 1821 μετέβη στο Γκέτινγκεν προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Τον Νοέμβριο του 1823, επηρεασμένος από τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ήρθε να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Αποβιβάστηκε αρχικά στην Κεφαλονιά όπου τον υποδέχτηκε ο Λόρδος Βύρων κι αργότερα πήγε στον Πύργο. Εκεί παρέμεινε για 14 μήνες και αφιερώθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας, γνωρίζοντας παράλληλα τις αρχαιότητες.    Λόγω ενός επίμονου και υψηλού πυρετού αναγκάστηκε να περάσει τον χειμώνα του 1824 και την άνοιξη του 1825 στη Ρώμη, τη Νάπολη και την Σικελία. Μετά την αποθεραπεία του μετέβη στο Εδιμβούργο, όπου έλαβε και το πτυχίο του στα νομικά.

Όμως, ο Γεώργιος Φίνλεϋ είχε κάνει τις επιλογές του. Είχε αποφασίσει να ζήσει στην Ελλάδα. Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα, όπου έμεινε μόνιμα μέχρι τον θάνατό του. Μετά την απελευθέρωση, αγόρασε μια έκταση στην Αττική και προσπάθησε να καλλιεργήσει την γη. Τα γεωργικά συστήματα όμως που εισήγαγε από την Ευρώπη, δεν έφεραν τα αποτελέσματα που προσδοκούσε. Έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ιστορικών έργων, ενώ από το 1864 μέχρι το 1870, εργάστηκε ως ανταποκριτής των Τimes του Λονδίνου. Το 1854 το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, του απένειμε τιμητική διδακτορική διάκριση. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1875.

Συνέγραψε πολλά ιστορικά έργα:

  • 1836. Το Ελληνικό Βασίλειο και το Ελληνικό Έθνος.
  • 1836. Δοκίμιο στις τραπεζικές αρχές, εφαρμοστέες υπό του Ελληνικού κράτους.
  • 1844. Η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους.
  • 1847. On the Site of the Holy Sepulchre με σχέδιο της Ιερουσαλήμ.
  • 1854. Ιστορία των Βυζαντινών και Ελληνικών Αυτοκρατοριών από το 716 έως το 1453.
  • 1856. Ιστορία της Ελλάδος υπό την Οθωμανική και Βενετική κυριαρχία.
  • 1861. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πιο γνωστό έργο του είναι η δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», με κεφάλαια μη πλήρως επεξεργασμένα, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με γλαφυρότητα που περιέχει πρωτογενείς πηγές και προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αφού ο ίδιος ήταν παρών στα γεγονότα. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνώση θεμάτων και προσώπων, αλλά ενίοτε και εμπάθεια και δεν αποφεύγει την πολιτική.

Άφησε αναμνήσεις και καλές και κακές, προσ­έφερε πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά και έβλαψε με την εμπάθεια και την παροιμιώδη φιλοχρηματία του, η οποία τον έφερε κατ’ επανάληψη σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο εκδότης Γιάννης Βλαχογιάννης, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – όταν αυτός βρισκόταν σε απόλυτη πενία – την μετάφραση της Ιστορίας του Φίνλεϋ. Ο Παπαδιαμάντης εργάστηκε με συνέπεια και φιλότιμο, παρά την έλλειψη στοιχειώδους βοήθειας – ούτε λεξικό της Αγγλικής δεν διέθετε – και παρά τις προσωπικές του αντιρρήσεις και διαφωνίες για τα κείμενα του συγγραφέα. 

Όταν το 1908 ολοκλήρωσε την μετάφραση, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μολονότι τα οικονομικά του ήταν πενιχρά, πλήρωσε τον Κοσμοκαλόγερο αλλά μη έχοντας τα χρήματα για την έκδοση του βιβλίου, το έκλεισε στο συρτάρι του με την προσδοκία της βελτίωσης των οικονομικών του.

Εκατό χρόνια έμεινε ξεχασμένο το βιβλίο. Μέχρι που το 2008 το  ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, πήρε την απόφαση να το ανασύρει από την λήθη και να το προσφέρει στους Έλληνες.

Ως δείγμα γραφής της υπέροχης γλώσσας του Παπαδιαμάντη, του βάθους και του πλούτου της λησμονημένης καθαρεύουσας του, παραθέτουμε την παρακάτω παράγραφο, που αναφέρεται στην θρυλική κλεφτουριά.

« Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών. Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέπτας».

Λόγω τέτοιων σχολίων και παρατηρήσεων οι Έλληνες δεν ενέκριναν την Ιστορία του Φίνλεϋ. Περισσότερο όμως πικράθηκε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης που για λόγους επιβίωσης αναγκάστηκε να την μεταφράσει με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, παραδίδοντας στους Έλληνες έναν αληθινό θησαυρό. Αυτός, που θεωρείται ως «η κιβωτός της πιο συντηρητικής ελληνορθόδοξης αντίληψης των καιρών του».  

 

Πηγές


  • Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην ευρωπαϊκή Λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
  • Encyclopaedia Britannica, έκδοση 1911.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964»,  τόμος 1ος , Πάπυρος, Αθήνα, 1966.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »