Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιεροί Ναοί’

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου Αργολίδας


 

 

Λίγο πιο πάνω από τη Χούνη και πολύ ψηλότερα – κοντά στην κορυφογραμμή της χαράδρας- μπορεί να αγναντέψει κανείς ένα μικρό ερημοκλήσι – ορατό και από το δρόμο Άργους – Καρυάς – που είναι χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά με απόκρημνο βράχο από πάνω της. Ανήκει στο Βρούστι και είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Αγίας Ιερουσαλήμ ή της Υπαπαντής.

 

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου

 

Η ιστορία του χάνεται στα χρόνια και πρέπει να  χτίστηκε πριν από το 1700 μ.Χ. από σκηνίτες κτηνοτρόφους της ευρύτερης περιοχής. Οι ντόπιοι ονομάζουν το εκκλησάκι και την περιοχή «Άγια Ρουσαλή» και κάποτε το γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια δυο φορές το χρόνο, στις 2 Φεβρουαρίου και στις 2 Ιουλίου, οπότε συνέρεαν στη χάρη της, πέρα από τους Βρουστιώτες, και το σύνολο των κατοίκων των κοντινών οικισμών της Καρυάς: η Χούνη, τα Σπαναίικα, η Αγριλίτσα, το Γαλάτι, το Κοτρώνι, η Στραβή ράχη κ.λπ.

Παρόμοια εκκλησάκια και τοπωνύμια με μικρές παραλλαγές βρίσκουμε σε λίγες περιοχές της Ελλάδας. Συγκεκριμένα  μικρό εξωκλήσι «Αγιαρσαλή»  μέσα σε σπηλιά με απόκρημνα βράχια βρίσκεται στο χωριό Βελίτσα στην Τιθορέα Λοκρίδας. Από τα βράχια της σπηλιάς αυτής στάζει νερό, που συρρέει σε μια μεγάλη πελεκημένη βαθουλωτή πέτρα. Ίδια τοπωνύμια  «Αγιαρσαλή» υπάρχουν  στην Αμφίκλεια, στη Λιβαδειά, κοντά στη Δαύλεια, όπου είναι και μοναστήρι, στην Υπάτη Φθιώτιδας  και στη νήσο Κέα (Τζια). Τοπωνύμιο «Αϊρσαλή» βρίσκουμε στο χωριό Ξυλικοί Φθιώτιδας , ενώ «Αρσαλή» ονομάζουν  ναΐσκο  στο βουνό Κνημίς πάνω από τα Καμμένα Βούρλα.

Το ξωκλήσι της Αγιαρσαλής στη Τιθορέα.

Το ξωκλήσι της Αγιαρσαλής στη Τιθορέα.

Τοπωνύμιο  «Αγία Ρουσαλή» απαντά στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλληνία , «Αϊρουσαλή»  ή  «Αρουσαλή» στην  Πελοπόννησο, «Αροσαλή» και  «Γερσαλή» στη Ρόδο , «Aρσαλιά» στη Βλάτση Μακεδονίας  και στο χωριό Άγιος Γεώργιος Γρεβενών, ενώ ερημοκλήσι της Αγίας Ιερουσαλήμ υπάρχει στη Στυλίδα και ναός της «Αγίας Ιερουσαλήμ» στη Βέροια, όπου μαρτύρησε η Αγία Ιερουσαλήμ και τα τρία παιδιά της, όταν αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος (276-282 μ.Χ.).  Στην Κρήτη, τέλος, στις ανατολικές κλιτύες του Ψηλορείτη καταγράφεται το 1894 «Μονή Ιερουσαλήμ».

Κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων από τις παραπάνω θέσεις είναι ότι βρίσκονται σε απόμερες και δυσπρόσιτες σπηλιές, στις οποίες τρέχει λίγο ή πολύ νερό, που οι παλαιότεροι το θεωρούσαν θαυματουργό «Αγιονέρι», γιατί  πίστευαν, ότι θεραπεύει τις αρρώστιες. Ίσως γι αυτό ταυτίστηκε  η γιορτή της Αγίας Ιερουσαλήμ σε κάποιες περιοχές με τη γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής.  Είναι πολύ πιθανό μάλιστα στη συλλαβή « -ρου-» να λανθάνει παρήχηση της ροής των νερών.

Όλα αυτά τα τοπωνύμια και τα αντίστοιχα εκκλησάκια είναι πιθανό να οφείλονται και να είναι αφιερωμένα στην Αγία Ιερουσαλήμ και στα τρία παιδιά της, Σέκενδο, Σεκένδικο και Κήγορο ή Κέγουρο, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ. Η γυναίκα αυτή μετά το θάνατο του συζύγου της πήρε τη μεγάλη απόφαση να  ταξιδέψει παντού και να κηρύξει το λόγο του Θεού.  Ξεκίνησε με τα παιδιά της από την Αλεξάνδρεια κηρύττοντας  από πόλη σε πόλη κατά της ειδωλολατρίας και έφτασε στη Ρώμη, την πρωτεύουσα του τότε Ρωμαϊκού κράτους. Στη συνέχεια ήρθε στα μέρη μας, πέρασε από την Αθήνα, τη Βοιωτία, τη Θεσσαλία και κατέληξε στη Βέρροια, όπου έγινε μοναχή και ανέπτυξε ιεραποστολική δράση οδηγώντας πολλούς ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη.

Την περίοδο εκείνη έγινε Αυτοκράτορας ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος και διέταξε το διωγμό των Χριστιανών.  Έτσι την κατήγγειλαν στον δούκα της Θεσσαλονίκης Κινδιανό, ο οποίος πήγε αυτοπροσώπως στη Βέροια για να την ανακρίνει και βλέποντας τη σταθερότητά της διέταξε να βασανιστεί. Εκτέλεσαν τα παιδιά της με βασανιστικό τρόπο, αφού ο ένας σύρθηκε πίσω από άλογα, ο δεύτερος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου και ο τρίτος υποχρεώθηκε να φορέσει πυρωμένη περικεφαλαία. Τέλος αποκεφάλισαν και την αγία μητέρα τους ανάμεσα στα έτη 276-282. Η κάρα της σώζεται στον προσκυνηματικό Ι. Ν. Αγ. Αντωνίου, Πολιούχου της Βέροιας, και εορτάζεται πανηγυρικά στις 4 Σεπτεμβρίου. Η διάδοση του τοπωνυμίου της Αγίας Ιερουσαλήμ  οφείλεται πιθανότατα στη λατρεία των  πιστών της, ιδιαίτερα στους τόπους απ’ όπου πέρασε και δίδαξε, καθώς προχωρούσε προς τη Βέρροια, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα η ίδια και τα παιδιά της.

Μια  δεύτερη εκδοχή συνδέει τα τοπωνύμια και τις εκκλησίες αυτές με την ιερή πόλη της Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή πολλοί  ελληνορθόδοξοι μοναχοί ή απλοί πιστοί είχαν μετοικήσει από  την περιοχή των Ιεροσολύμων της Παλαιστίνης  σε περιοχές του ελλαδικού χώρου, για να αποφύγουν τις διώξεις των Σαρακηνών ή των Εικονομάχων τον 8ο μ.Χ. αι. αλλά και  των Σταυροφόρων το 13ο αιώνα μ.Χ. Η επικάλυψη του ονόματος της μάρτυρος Ιερουσαλήμ από το ομόηχο όνομα της πόλης Ιερουσαλήμ οφείλεται κυρίως στο ότι ο λαός άκουγε το όνομα της άγιας πόλης πάρα πολύ συχνά από τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους ψάλτες . Έτσι σε κάποιες περιοχές φαίνεται ότι λησμονήθηκε σταδιακά η μνήμη της Αγίας Ιερουσαλήμ  και η λατρεία της υποκαταστάθηκε από τη λατρεία της Παναγίας, που τόσο άμεσα συνδέονταν με την  πόλη της Ιερουσαλήμ.

Γιατί όμως η Αγία Ιερουσαλήμ είναι η αγία των σπηλαίων και των βράχων; Γενικότερα η ταπείνωση και η λιτότητα των τοιχωμάτων ενός σπηλαίου συνδέεται από την πρώτη στιγμή με το χριστιανισμό. Μια ταπεινή σπηλιά στη Βηθλεέμ διάλεξε ο Θεάνθρωπος για την ενανθρώπισή του, αφού  σύμφωνα με το βυζαντινό υμνωδό «εν τω σπηλαίω τίκτεται». Σ’  ένα σπήλαιο της Πάτμου γράφτηκε η αποκάλυψη του Ιωάννη.  Μέσα σε σπηλιές φώλιασαν μοναχοί, βρήκαν καταφύγιο εικόνες και χτίστηκαν ξωκλήσια. Σε όλη την ελληνική επικράτεια αντικρίζουμε εκατοντάδες εκκλησάκια, αλλά και ολόκληρα μοναστηριακά συγκροτήματα σκαμμένα ή σκαρφαλωμένα σε βράχους. Άλλα απλές σπηλιές και άλλα περίτεχνες κατασκευές με αγιογραφίες ζωγραφισμένες ή λαξεμένες επάνω σε λείες επιφάνειες βράχων. Στις μέρες μας εκατοντάδες μοναστήρια, ασκηταριά και εκκλησίες βρίσκονται φωλιασμένες σε κάποιον βράχο της πατρίδας μας και αντιμετωπίζονται με σεβασμό από τους πιστούς κάθε περιοχής.

Υπάρχει όμως και μια ειδικότερη ερμηνεία. Στα Μεσαιωνικά χρόνια υπήρχαν πολλά ιεραποστολικά ταξίδια Μοναχών του Αγίου Τάφου στους Ελλαδικούς τόπους, όπου εργάζονταν για τη στερέωση της πίστης, έκαναν εράνους για συνδρομή των αγίων τόπων και έκτιζαν εκκλησάκια και Μονές. Αυτοί που μετοικούσαν έπαιρναν μαζί τους εικόνες και άλλα ιερά κειμήλια και μόναζαν σε δυσπρόσιτες σπηλιές. Ο ερχομός μοναχών από τους Αγίους Τόπους ήταν η αφορμή  για την επικράτηση της ονομασίας Ιερουσαλήμ σε κάποιες  περιοχές.

  

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου

 

Ίσως μια από αυτές να είναι η σπηλιά και το εξωκλήσι της  Αγιαρουσαλής πάνω από τη Χούνη. Φαίνεται πως στη σπηλιά αυτή του Βρουστίου πάνω από τη Χούνη κατέφυγε κάποιος μοναχός από τα Ιεροσόλυμα και με τη βοήθεια των ντόπιων βοσκών, που είχαν τα κοπάδια τους στα στανοτόπια της περιοχής, ερείπια των οποίων σώζονται και σήμερα ανατολικά από το εκκλησάκι, έχτισε το εξωκλήσι κάτω από το βράχο και διαμόρφωσε τη σπηλιά σε ασκηταριό εξασφαλίζοντας και το νερό, που έσταξε από το βράχο. Το ξωκλήσι πήρε το όνομά του από  τους Αγίους Τόπους και την πόλη της Ιερουσαλήμ, απ’ όπου προερχόταν ο ένας ή πολλοί μοναχοί που το έχτισαν και δεν έχει σχέση με την αγία Ιερουσαλήμ, η οποία άλλωστε σύμφωνα με την παράδοση και τις υπάρχουσες μαρτυρίες δε φαίνεται να πέρασε ποτέ από αυτά τα μέρη και δεν υπάρχει στην περιοχή αυτή ούτε εικόνα ούτε προφορική παράδοση σχετική με την Αγία Ιερουσαλήμ.

Το  «αξιοπερίεργο» γεγονός  ερημοκλήσια  και μοναστήρια  με  το όνομα της Αγίας Ιερουσσαλήμ να είναι αφιερωμένα σε άλλους αγίους και να μη γιορτάζουν στις 4 Σεπτεμβρίου, που εορτάζει κανονικά η Αγία Ιερουσαλήμ, το συναντάμε και σε άλλες  περιοχές, όπου  η γιορτή της Αγίας Ιερουσαλήμ υποκαταστάθηκε από τη γιορτή της Παναγίας ή από τη γιορτή τοπικών Αγίων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Βέροιας, όπου  υπήρχε ναός της Αγίας Ιερουσαλήμ που κάηκε το 1772 μ.Χ. και «…υποκατεστάθη από την πανήγυριν του Αγίου Αντωνίου». Στην Κεφαλληνία επίσης  το Μοναστήρι της Παναγίας Ιερουσαλήμ  το διαδέχτηκε μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου – προστάτη της Κεφαλονιάς-, ο οποίος βρήκε ερειπωμένο μοναστήρι της Παναγίας Ιερουσαλήμ και, αφού το ανοικοδόμησε, το ονόμασε Νέα Ιερουσαλήμ.  Σε πολλές περιπτώσεις  μάλιστα,  όπου υπάρχει εικόνα της Παναγίας, υπάρχει συνήθως και παράδοση ότι η Παναγία έφυγε από την Αγία πόλη Ιερουσαλήμ της Παλαιστίνης και κυνηγημένη κατέφυγε στη συγκεκριμένη σπηλιά.

Η Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου αφιερώθηκε στην Υπαπαντή του Κυρίου, όπως φαίνεται και από τη δεύτερη εικόνα αριστερά της αγίας πύλης μέσα στο εκκλησάκι και γιορτάζει κάθε χρόνο στις 2 Φεβρουαρίου, που είναι η γιορτή της Υπαπαντής.  Υπαπαντή σημαίνει  «προϋπάντηση»(υπό + απαντώ) και είναι η μέρα, που η Παναγία πήγε το Χριστό στην εκκλησία, 40 μέρες μετά τη γέννησή Του και βγήκε ο γέροντας Συμεών να προϋπαντήσει την Παναγία και το Βρέφος. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού Ιησού, αφού συμπλήρωσε το χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να εκτελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στο Θεό κατά το και να προσφέρουν την καθιερωμένη θυσία, που κατά την παράδοση ήταν ένα ζευγάρι τρυγόνια ή περιστέρια.

 

Η Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου

Η Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου

 

Κάποτε όμως γιόρταζε και στις 2 Ιουλίου την κατάθεση της Αγίας Εσθήτας της Παναγίας. Τον Ιούλιο μάλιστα, που ευνοούσαν οι καιρικές συνθήκες, μέχρι τη δεκαετία του 1970 έφθαναν στην Αγια-Ρουσαλή οι κάτοικοι του Βρουστίου και των γύρω οικισμών, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πεζοί ή με τα ζώα τους από την παραμονή της γιορτής εφοδιασμένοι με κουβέρτες και φαγητά. Παρακολουθούσαν τον εσπερινό, έτρωγαν τα φαγητά τους, έστρωναν τις κουβέρτες και «για το καλό», για να έχουν δηλαδή την ευλογία της Αγίας, κοιμόντουσαν μέσα στη σπηλιά. Την άλλη μέρα παρακολουθούσαν τη λειτουργία, γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς και μετά το μεσημέρι επέστρεφαν στα σπίτια τους.

Ο μοναδικός δρόμος για να φτάσει κανείς στην Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου είναι ένας χωματόδρομος βατός και με αγροτικά κυρίως αυτοκίνητα, που ξεκινάει από την τελευταία στροφή του δρόμου προς το Βρούστι, τη «στροφή του Ζαφείρη» λίγο πριν φτάσουμε στο χωριό, και οδηγεί ανατολικά.  Μετά από 2 περίπου χιλιόμετρα ευθείας σχετικά πορείας φτάνουμε στην τοποθεσία «Διάσελο» και αν συνεχίσουμε ευθεία θα περάσουμε από τις «Ράχες», ένα οροπέδιο με θέα προς το βόρειο τμήμα του αργολικού κάμπου, και κατηφορίζοντας ευθεία θα φτάσουμε στα Σταθαίικα και αριστερά  στο εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου με τις πηγές «Κλίμα», από όπου υδρεύονταν παλαιότερα τα Σταθαίικα, και συνέχεια στην Αγία Μαρίνα και το Σχοινοχώρι.

Από το Διάσελο όμως μπορούμε να πάρουμε το δρόμο που οδηγεί δεξιά προς την περιοχή «Ψηλή Γκορτσιά» και σε απόσταση 1, 7 περίπου χιλιομέτρων θα φτάσουμε σε μια νέα διασταύρωση.  Ο δρόμος αριστερά οδηγεί σ’ ένα μεγάλο πάρκο με φωτοβολταϊκά, που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια. Ο δρόμος δεξιά κατηφορίζει και μετά από μερικές στροφές καταλήγει μετά από 1,3  ακόμα χιλιόμετρα κάτω από τη σπηλιά της Αγια-Ρουσαλής. Στα τελευταία 300 περίπου μέτρα ο δρόμος είναι πολύ κατηφορικός και δύσβατος και μόνο με αγροτικό αυτοκίνητο μπορούμε να τον διαβούμε με ασφάλεια, ειδικά στη φάση της επιστροφής, παρά τη βελτίωση που έκανε τα τελευταία χρόνια ο πολιτιστικός σύλλογος του Βρουστίου «Η Πλατάνα».

 

Η είσοδος

Η είσοδος

 

Παλαιότερα κάποιοι προσκυνητές ανέβαιναν πεζοί και από τη Χούνη μέσα από ένα ανηφορικό και δύσβατο μονοπάτι, που σήμερα είναι πολύ δύσκολο να το βρει και να το περάσει κάποιος. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η Αγια-Ρουσαλή είναι ορατή από το δρόμο Άργους – Καρυάς, αφού στέκεται επιβλητική πάνω από τον οικισμό της Χούνης και μπορεί να την παρατηρήσει κανείς καλά από ένα πρατήριο καυσίμων, που βρίσκεται αριστερά του δρόμου στο ύψος της Χούνης.

Φτάνοντας κάτω από τη σπηλιά αντικρίζουμε ένα ψηλό πέτρινο τείχος, που κλείνει την είσοδό της και τη μετατρέπει σε οχυρό. Η τεράστια σπηλιά σκεπάζει ολόκληρο το εκκλησάκι, που είναι χτισμένο μέσα στη σπηλιά, και αφήνει επιπλέον ένα μεγάλο εσωτερικό προαύλιο. Αν κοιτάξουμε κάτω προς τη Χούνη, πριν μπούμε στο εσωτερικό του οχυρού, διαπιστώνουμε ότι βρισκόμαστε στην κορυφή ενός απότομου γκρεμού, που τρομάζει και προκαλεί ίλιγγο σε όσους δεν έχουν παρόμοιες εμπειρίες.

Η είσοδος στη σπηλιά – οχυρό γίνεται από μια παμπάλαια  δρύινη πόρτα με χαραγμένα πάνω της τα σημάδια του χρόνου. Πάνω από την πόρτα και λίγο ανατολικότερα μια μικρή καμπάνα κρέμεται στερεωμένη στην κορυφή του πέτρινου τείχους με την αλυσίδα της να καταλήγει στην αρχή της τσιμεντένιας σκάλας, που οδηγεί στην είσοδο. Αν στρέψουμε τα μάτια μας προς το νότο από το πλατύσκαλο, πριν περάσουμε την είσοδο, θα διακρίνουμε στο βάθος πεντακάθαρα τον αργολικό κόλπο με τη Νέα Κίο στη μια πλευρά του και το Ναύπλιο απέναντι στο βάθος. Όταν ο ορίζοντας είναι καθαρός, θαρρεί κανείς ότι θα φανούν και οι Σπέτσες στο βάθος της εκπληκτικής εικόνας, που έχει μπροστά του.

Στο εσωτερικό του οχυρού, στη δεξιά πλευρά λίγο μετά την είσοδο, υπάρχει μια στέρνα με πέτρινο στόμιο, γύρω από το οποίο έχει κτιστεί πέτρινος αναβαθμός, που σχηματίζει  μια μεγάλη κυκλική επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με τσιμέντο.  Το στόμιο της στέρνας κλείνει με σιδερένιο καπάκι και πάνω  του υπάρχει ο κλασικός μεταλλικός κουβάς με το σκοινί για την άντληση του νερού, που αναβλύζει μέσα από το βράχο πεντακάθαρο και δροσερό. Αυτό το νερό έπιναν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες, αλλά και με αυτό το νερό πότιζαν οι τσοπαναραίοι τα γίδια τους, που έβοσκαν στην πλαγιά γύρω από το ξωκλήσι. Επειδή όμως τα ζωντανά τους καλοκαιρινούς μήνες στάλιζαν κιόλας μέσα στη δροσιά της σπηλιάς και άφηναν τις κοπριές τους, δημιουργήθηκε μια ανοιχτή τετράγωνη τσιμεντένια δεξαμενή – λινός έξω από το τείχος, όπου διοχέτευαν οι τσοπαναραίοι το νερό της στέρνας, για να ποτίσουν τα ζώα τους.

 

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο

 

Στη νοτιοδυτική πλευρά του εσωτερικού της σπηλιάς είναι χτισμένο με πέτρα το μικρό εκκλησάκι της Υπαπαντής, που καλύπτεται ολόκληρο από το βράχο της σπηλιάς. Τα κεραμίδια στη στέγη του χρησιμεύουν για την προστασία από τις σταλαγματιές νερού, που στάζουν από το βράχο ιδιαίτερη τη χειμερινή περίοδο. Στο εσωτερικό του μικρού ναΐσκου διακρίνουμε την παραδοσιακή διαρρύθμιση με δυο κανονικά μανουάλια κι ένα χαμηλότερο, το ξύλινο στασίδι για τους ψάλτες και την κλασική εικονογραφία των ορθόδοξων ναών με τον Ιησού Χριστό και την Παναγία αριστερά και δεξιά της ωραίας πύλης και την εικόνα της Υπαπαντής δίπλα από την εικόνα της Παναγίας.

 

Το πέτρινο τείχος κλείνει την σπηλιά στις δύο πλευρές. Σε όλη την εσωτερική του επιφάνεια διακρίνονται μια σειρά από πολεμίστρες.

Το πέτρινο τείχος κλείνει την σπηλιά στις δύο πλευρές. Σε όλη την εσωτερική του επιφάνεια διακρίνονται μια σειρά από πολεμίστρες.

 

Το πέτρινο τείχος που κλείνει την σπηλιά στις δύο πλευρές του ακουμπάει στην οροφή της σπηλιάς, ενώ στο κεντρικό του τμήμα έχουν καταρρεύσει τα υψηλότερα τμήματά του. Σε όλη την εσωτερική του επιφάνεια διακρίνονται μια σειρά από πολεμίστρες με το άνοιγμά τους να βλέπει προς τη Χούνη.  Ολόκληρη η σπηλιά αυτή με την εκκλησία στο εσωτερικό της αποτελεί φυσικό κάστρο και οχυρό εκ της θέσεώς της στην κορυφή της απόκρημνης πλαγιάς. Σύμφωνα με την παράδοση στα Ορλωφικά την περίοδο του 1770 η σπηλιά της χρησίμεψε ως καταφύγιο των κυνηγημένων από τους Τούρκους Αργείων, ενώ στη διάρκεια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 αποτέλεσε άντρο και ορμητήριο του καπετάν Δαγρέ κατά του Ιμπραήμ.

Ο εορτασμός της Αγια-Ρουσαλής στις 2  Φεβρουαρίου έχει αναβιώσει τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία του δραστήριου Πολιτιστικού και Εξωραϊστικού Συλλόγου Βρουστίου «Η ΠΛΑΤΑΝΑ», ο οποίος κατάφερε να συντηρήσει την εκκλησία, να βελτιώσει το δρόμο, που οδηγεί στο ερημοκλήσι, και να διαμορφώσει ένα χώρο παρκαρίσματος κάτω  από την εκκλησία, που κάνει πιο εύκολη και ασφαλή την πρόσβαση με αυτοκίνητο.

 

Πηγές


 

  • Βασιλόπουλος Δ. Χαρ., «Η Αγία Ιερουσαλήμ», Εκδόσεις Ορθόδοξος Τύπος, Αθήναι 1980.
  • Βελέντζας Θανάσης, «To  τοπωνύμιο  “Αγιαρσαλή”», ηλεκτρονική εφημερίδα e-tithorea.gr

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε  (Leo von Klenze 1784-1864), Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung München.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

 Η πλατεία με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αποτυπώνεται στο καλοδουλεμένο σχέδιο του κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze. Στο κέντρο εικονίζεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η μητρόπολη του Ναυπλίου, όπου κηδεύτηκαν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός το 1826 και ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1831.

Για το σχέδιο αυτό γράφει η Σέμνη Καρούζου: «Το σχέδιο αποφεύγει τις σκιές, κύριος φορέας της έκφρασης είναι η γραμμή. Ο τονισμός του νάρθηκα της μητρόπολης του Ναυπλίου, που πρέπει στα χρόνια αυτά να είχε διαμορφωθεί, βρίσκει στη διανοητική ακρίβεια του σχεδίου την καλύτερη δυνατή απόδοση. Σαν ξένο σώμα υψώ­νεται πίσω από την εκκλησία ο άμορφος μιναρές. Όμοια απροσάρμοστα στην πλατεία, που τότε μόλις άρχιζε να παίρνει μια νοικοκυρεμένη όψη, είναι τα σπίτια αριστερά, του ανατολίτικου τύπου ακόμη». Όλα αυτά τα οικοδομήματα, ωστόσο, μαζί με το μεγάλο ενετικό κτίσμα δεξιά (πολύ παλιό ενετικό σχολείο) χαρτογραφούν συνοπτικά, αλλά παραστατικά, την ιστορική πορεία της πόλης, κάτω από τη βαριά σκιά του Παλαμηδιού. Ο ίδιος ο Klenze, άλλωστε, πίστευε πως «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λείψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».  (Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007).

Read Full Post »

Ιερείς του Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς


 

Παλιά η ιστορία του πολιούχου αγίου του χωριού της Καρυάς Αργολίδας καθώς την συναντούμε από την εποχή της Ενετοκρατίας. Τα πρώτα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια το 1699 με την απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας δίνοντας την περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η εκκλησία, και τον πληθυσμό του χωριού. Παραμένει όμως άγνωστη η ταυτότητα του λειτουργού της .

Παπαχρήστος Λάμπας με τις φουστανέλες πριν γίνει παπάς και ο πατέρας του Γεώργιος.

Η παράδοση και οι πληροφορίες που διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα μας πληροφορούν για τον ιερέα παπά Προκόπη Καρώνη που σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους στην επανάσταση του 1821, αρνούμενος να διακόψει την λειτουργία της εκκλησιάς στη μέση παρότι πληροφορήθηκε ότι τα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά είχαν φτάσει στο χωριό και κατέστρεφαν τον τόπο. Ήταν γαμπρός επ αδελφή του καπετάν Γιαννάκου Δαγρέ και καταγόταν από τα Τσιπιανά (Νεστάνη) του νομού Αρκαδίας.

Τα πρώτα γραπτά στοιχεία που εμφανίζονται για τον δεύτερο μαχόμενο υπέρ της πατρίδας ιερέα είναι το 1865 σε μια επιστολή των κατοίκων του χωριού και η  επιβεβαίωση του δημάρχου Λυρκείας Αναγνώστη Παπανικολάου, για τον ηρωικό θάνατο του πατρός Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου τον Αύγουστο του 1821 στην μάχη της Γράνας μεταξύ Τσιπιανών και Λουκά της επαρχίας Τριπόλεως, και τον προβιβασμό του σε Υπαξιωματικό  Α τάξεως.

Το 1836 στον φάκελο του αγωνιστή Νικολάου Λάμπα (πρόγονο του γνωστού σε όλους παπά Χρήστου Λάμπα) λειτουργός του Αγιαννιού είναι ο Αθανάσιος Αναγνώστης Φλέσσας η Παπά- Θανασίου (1810-1878;) καταγόμενος από την Πολιανή Μεσσηνίας και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Φλεσσαίων.

Δύο χρόνια αργότερα το 1838 και από επιστολή* του ιδίου πληροφορούμαστε την χειροτονία του Γεωργίου η  Αναγνώστη Καραμούντζου σε ιερέα. Ένα ακόμη κληρικό που προσέφερε υπηρεσίες στην πατρίδα πλάι στον Γιαννάκο Δαγρέ και τον Δημήτρη Τσόκρη και τιμήθηκε με το ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΑΡΙΣΤΕΙΟΝ στις 30 Μαΐου του 1841.

Ο γιός του προαναφερόμενου ιερέα Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου Δημήτριος εμφανίζεται  το 1865 ως λειτουργός και υπογράφων ως Δημήτριος Παπά- Σταματίου.

Η μετονομασία των επιθέτων παρατηρείται έντονα εκείνη την εποχή διότι τα μικρά ονόματα των ιερέων έδιναν την θέση τους στα επίθετα των απογόνων τους και στη συνέχεια  πιστοποιούσαν την ταυτότητα τους. Ένας από τους απογόνους  του πατρός Γεωργίου Καραμούντζου ο πατέρας Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1830 περίπου, παντρεύτηκε την Κατερίνα Μούρτου και απέκτησαν 18 παιδιά.

Γεώργιος Καραμούντζος «Γερόπαπας» & Αλεξάνδρα Μαυροκορδοπούλου.

Από τα παιδιά του προέρχεται το επώνυμο Παπασπυρόπουλος. Είχε το παρατσούκλι «Μαυρουλάκης». Ο δεύτερος γιός Δημήτριος έγινε και εκείνος ιερέας και κάποια  από τα παιδιά του φέρουν το  επώνυμο Παπαδημητρίου. Ένας από τους γιούς του ο Γεώργιος ήταν ο τελευταίος Καραμούντζος παπάς. Είχε το προσωνύμιο «Γερόπαπας». Με την πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα Δημ. Μαυροκορδοπούλου απέκτησαν τέσσερα κορίτσια. Μεταξύ αυτών και την πρώτη Καρυώτισα δασκάλα Ελένη Καραμούντζου ή Παπαγεωργίου συζ. Παναγιωτοπούλου. Η μεγάλη Καραμουντζαίικη  οικογένεια κυριάρχησε για 150 χρόνια περίπου στην διακονία του Αι Γιάννη.

Το 1866 η Καρυά απέκτησε τον πρώτο μη Καραμούντζο ιερέα τον  Σωτήριο Πασπαλιάρη. Έναν ιδιαίτερα θεοσεβούμενο γέροντα  που  κληροδότησε στους απογόνους του το επίθετο Παπασωτηρίου.

Εκείνη την εποχή η εκλογή του παπά μιας ενορίας γινόταν με ψηφοφορία και  δημοκρατικές διαδικασίες. Μαζευόταν το χωριό και ψήφιζε αυτόν που θεωρούσε καταλληλότερο για την θέση του ιερέα από τους υποψήφιους. Ο νικητής των εκλογών έπαιρνε τα αποτελέσματα και πήγαινε στον Μητροπολίτη. Εκείνος αξιολογούσε το ήθος, την προσωπικότητα του, τον εξομολογούσε και  αποφάσιζε εάν ήταν κατάλληλος για ιερέας. Εάν τον απέρριπτε την ίδια διαδικασία ακολουθούσε ο δεύτερος των εκλογών, ο τρίτος έως ότου βρισκόταν ο καταλληλότερος.

Από τους τελευταίους ιερείς ήταν ο πατέρας Χρήστος Γεωργίου Λάμπας που γεννήθηκε το 1899.Τον Απρίλιο του 1914 παντρεύετε την Γεωργία Αλεξάνδρου Μαυροκορδοπούλου με την οποία απέκτησε δέκα παιδιά. Λειτούργησε στην εκκλησία 52 χρόνια από το 1924 έως το 1976.  Απεβίωσε σε ηλικία ενενήντα ετών τον Αύγουστο του 1976.

 

Ο Παπαχρήστος Λάμπας με τη σύζυγό του Γεωργία Μαυροκορδοπούλου και τον εγγονό του Γιάννη Παπασωτηρίου (Μπουνάτσος).

 

Τέλος αξίζει να αναφερθούμε και στον τελευταίο ζώντα ιερέα τον πατέρα Παναγιώτη Φαρμάκη (1929-2019) που λειτουργεί τον Αι Γιάννη τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια καθώς και στα χωριά Αγριλίτσα, Βρούστη, Μάζι και Μερκούρι. Μικρό χωριό η Καρυά αλλά με ιερείς μπροστάρηδες σε όλους τους αγώνες του έθνους για ελευθερία και που  σήμερα κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά όλων μας.

Σημείωση βιβλιοθήκης: Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή και ο ιερέας Παναγιώτης Φαρμάκης, για δεκαετίες εφημέριος στον ναό του Τιμίου Προδρόμου Καρυάς αλλά και στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε  την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου, στις 3 μμ στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού Θεοτόκου Αγριλίτσας.

Η Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος αναφέρει για το θάνατό του:

Ο αοίδιμος Πρεσβύτερος Παναγιώτης Φαρμάκης γεννήθηκε στην Καρυά το 1929. Τα εγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στη γενέτειρά του και αποφοίτησε από την Μέση Νυχτερινή Ιερατική Σχολή Αθηνών το 1973. Υπηρέτησε κατά τα έτη 1951-1953 την πατρίδα ως στρατιώτης του Πεζικού.

Νυμφεύθηκε την Λεμονιά Ταραντίλη με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Χειροτονήθηκε Διάκονος την 6η Αυγούστου 1973 και Πρεσβύτερος την 12ην Αυγούστου 1973 στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Καρυάς, υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Αργολίδος Χρυσοστόμου του Β’ (Δεληγιαννοπούλου), συμμαρτυρούντος του μακαριστού επίσης Πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Σχοινοχωρίτου.

Υπηρέτησε ως τακτικός Εφημέριος του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς επί 38 συναπτά έτη. Παράλληλα διηκόνησε την ενορία Αγίου Αθανασίου Βρουστίου και τους οικισμούς Αγριλίτσας, Μερκουρίου και Μαζίου.  Υπήρξε δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού και διηκόνησε το κατηχητικό έργο επί πολλά έτη.

Ο εκλιπών υπήρξε σεμνός Κληρικός, δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού, αφοσιωμένος στην αποστολή του, διακόνησε με ευσυνειδησία, συνέπεια και σύνεση πάντοτε με υπακοή προς την Εκκλησία.

 

Υποσημείωση 


 

* Προς την επί των Στρατιωτικών Β. Γραμματείαν της Επικρατίας.

Ο υποφαινόμενος οδεύων το 34 έτος της ηλικίας του μου, γεννημένος είς το χωρίον Καρυά του Δήμου Οινόης της Επαρχίας Άργους όπου και σταθερώς διαμένω, υπηρετήσας την Πατρίδα κατά το διάστημα του αγώνος, έδωσα κατά το 1835 & 1836 έτος τα υπέρ Πατρίδος των εκδουλεύσεων μου ενδεικτικά εις την των επί των Αριστείων Εξεταστικήν Επιτροπήν υπογεγραμμένα παρά του Αντισυνταγματάρχου κ. Δ. Τζιόκρη και υπό λοχαγού Ιωάννου Δαγρέ υπό των οποίων τας διαταγάς διέπρεψα κατά το διάστημα του πολέμου, και επερίμενα ανυπομόνως να λάβω το ανήκον μοι εθνόσημον.

Αλλ’ επειδή και μέχρι σήμερον δεν το έλαβον, κατά δυστυχίαν αγνοώ πως. Όθεν ήδη οδηγούμενος από την υπ’ αρ. 204 Δηλοποίησιν της Σ. ταύτης Γραμματείας, επαναλαμβάνω την αιτησίν μου δια το ως είρηται εθνόσημον. Και τολμώ να κάμω την παρατήρησιν εις την Σεβ. ταύτην Γραμματείαν, ότι όταν έδωσα την περί εθνοσήμου αναφοράν μου ονομαζόμουν ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ. Και επειδή ήδη χειροτονηθείς κατά το 1838 έτος Ιερεύς, υποσημειούμαι ήδη ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ιερεύς. Και παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν, ίνα ευαρεστηθή και διατάξη όπως μοι δοθή το ανήκον εθνόσημον, ως και εδόθη και είς τους ……….. συναγωνιστάς μου, πλήρης ελπίδων της αιτήσεώς μου ταύτης.

Υποσημειούμαι με σέβας (Τ.Υ) Γεώργιος Ιερεύς.

Εν Καρύα την 16 Νοεμβρίου 1839

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές


  •  Χ.Ε.Β  Αρχείο Αγωνιστών
  • ΓΑΚ Αριστεία
  • Κωνσταντίνος Δ. Κατσένης, «Καρυά 1810-2005», 2007.
  • Ημερολόγια 2007 & 2009. Προοδευτικού & Μορφωτικού Συλλόγου Καρυάς «ΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ».

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου στο Άργος


 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

Αν και στο παλαιότερο Άργος υπήρχαν αρκετά κτίρια που είχαν οικοδομηθεί επί Τουρκοκρατίας, ο χρόνος και οι νέες συνθήκες τα εξαφάνισαν. Το μοναδικό ιστορικό μνημείο εκείνης της εποχής είναι ο σημερινός Ιερός Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, που βρίσκεται ΝΑ της πόλης και στη συμβολή των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Μεσσηνίας- Αρκαδίας. Το συγκεκριμένο σημείο που βρίσκεται ο ναός, θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την λατρευτική ζωή του Άργους από την αρχαιότητα. Στη θέση αυτή αναφέρεται ότι υπήρχε ναός της Νικηφόρου Αφροδίτης, ενώ λίγο δυτικότερα έχει αποκαλυφθεί αψίδα σπουδαίας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Εκτιμάται ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε ναός και στους μεσοβυζαντινούς χρόνους.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1938, λόγω της αρχαιολογικής του αξίας, ο ναός με Βασιλικό Διάταγμα, χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο. ( Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως 30, τεύχος Α΄- 20/ 01/ 1938). Ακριβή στοιχεία για την χρονολόγηση του μνημείου δεν υπάρχουν. Σίγουρα όμως είναι έργο της Α΄ Οθωμανικής περιόδου στο Άργος και θα πρέπει να κτίστηκε μεταξύ του 1570 και 1600 δηλαδή περί το τέλος του 16ου  αιώνα. Πάντως αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα Μουσουλμανικά τεμένη.

Επί Τουρκοκρατίας ο ναός, λειτούργησε ως Τζαμί και Νεκροταφείο των Οθωμανών και όπως γράφει ο Αναστάσιος Τσακόπουλος «είναι το μόνον διασωθέν εν Άργει επίσημον ιστορικόν μνημείον του εκλιπόντος βαρβάρου κατακτητού».

Την εποχή του Καποδίστρια λειτούργησε για μικρό διάστημα ως στρατιωτικό αναρρωτήριο και κατόπιν αφέθηκε στην φθορά του χρόνου, μέχρι που κάποια στιγμή ο πανίσχυρος και παντοδύναμος στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης το χρησιμοποίησε ως ποιμνιοστάσιο για τα πρόβατά του.

Το 1871, μετά από ενέργειες του υπολοχαγού του πεζικού Ιωάννη Ζώη, το μνημείο καθαγιάστηκε δι’ εγκαινίων  και μετατράπηκε σε Χριστιανικό ναό που αφιερώθηκε στην μνήμη των αγίων και ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Ο ναός είναι σχεδόν τετράγωνος με προσανατολισμό από ΒΔ προς ΝΑ, πετρόκτιστος χωρίς επιχρίσματα ενώ μεγάλο μέρος της τοιχοποιίας του προέρχεται από επαναχρησιμοποίηση αρχαίων υλικών. « Δια την ανέγερσίν του εχρησιμοποιήθη υλικόν ή εκ των πέριξ αρχαιοτήτων ( θέατρον, αγοράν κατά την συνοικίαν Ταμπάκικα) όπερ και το πιθανότερον εξ αυτού του ιδίου χώρου, διότι ου μόνον ο τοίχος του περιβόλου και ιδίως της μεσημβρινής πλευράς στηρίζεται επί θεμελίων αρχαίου κτιρίου, αλλά και εις το όπισθεν μέρος του Δ. τοίχου ο επισκέπτης θα παρατηρήση ίχνη ερειπίων της κλασσικής εποχής». (Αναστ. Τσακόπουλος).

 

«Το τέμενος του Άργους», 1803, σχέδιο του άγγλου αρχιτέκτονα Sir Robert Smirke (1780-1867) ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα μεταξύ 1801-1805. Πανεπιστήμιο του Yale, Αμερική.

 

Στεγάζεται από μεγάλο τρούλο ο οποίος φέρεται πάνω σε οκτάπλευρο, τυφλό, χαμηλό τύμπανο, κατασκευασμένο από πλινθοδομή. Στα δυτικά, όπου και η είσοδος του ναού, υπάρχει το τυπικό προστώο με τρεις ημισφαιρικούς θόλους από πυρότουβλα, που στηρίζονται σε τέσσερεις κίονες. Το εσωτερικό των θολίσκων έφερε διακόσμηση από ερυθρό και κίτρινο χρώμα.

Η είσοδος στο χώρο προσευχής γίνεται από τρεις θύρες. Το εσωτερικό είναι στρωμένο από τετράγωνες, οπτές πλίνθους και μάλλον πρόκειται για το αρχικό δάπεδο του ναού. Αρκετά μεγάλα παράθυρα, ορισμένα εκ των οποίων είναι κλεισμένα, χάριζαν άπλετο φως στο μνημείο.

Στη ΝΔ γωνία του υπήρχε ο πετρόκτιστος μιναρές, από τον οποίο σήμερα σώζονται οι πρώτες βαθμίδες, ύψους περίπου 1,80 μ. και χρησιμεύει ως βοηθητικός χώρος του ναού. Πάνω στη βάση του μιναρέ εδράζεται το νεώτερο, πέτρινο καμπαναριό.

«Ο Πουκεβίλ που είχε επισκεφθεί το Άργος στις αρχές του 19ου αιώνα, εντυπωσιασμένος από την από την γραπτή διακόσμηση με παραστάσεις κυπαρίσσων, αναφέρει ότι το μονολιθικό υπέρθυρο του μνημείου είχε μεταφερθεί από τις Μυκήνες». ( Γεώργιος Τσεκές).

Εσωτερικά ο ναός είναι φτωχός και χωρίς αγιογραφίες. Το τέμπλο είναι ξύλινο χωρίς κάποια ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Ανακαινίστηκε το 1920 με έξοδα του Αθανασίου Κατσούλα και οι επ’ αυτού ιερές εικόνες είναι σχεδόν ισομεγέθεις, έχουν δε αγιογραφηθεί μεταξύ των ετών 1870 – 1872 εκτός από την εικόνα των Ταξιαρχών που φέρει ημερομηνία 17 Οκτώβρη 1831 και την παλαιότερη όλων που είναι η του Αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων του θαυματουργού (ΑΩΚΔ-1824) και η οποία προέρχεται από τον ναό του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα που βρισκόταν στην πλατεία και κατεδαφίστηκε από τον Μητροπολίτη Παγώνη προκειμένου να αναγερθεί ο σύγχρονος ναός του Αγίου Πέτρου.

Τα μόνα αξιόλογα μαρμάρινα αντικείμενα με ανάγλυφες παραστάσεις είναι ο επισκοπικός θρόνος δεξιά της εισόδου και τα δύο μανουάλια που φέρουν χαμηλά τρία χερουβείμ και ψηλότερα τρεις αγγέλους.

Σημαντικό επίσης είναι το ιερό Ευαγγέλιο το οποίο έχει εκδοθεί στην Βενετία το 1781(αψπα). Στο εξώφυλλό του φέρει δύο σημειώσεις. Η πρώτη κατά μήκος αναφέρει: 1822 Ιουληου 8 εχηροτονηθηκα εγο ο ιερευς του ποται μακαριτου Παπαδημητριου λαλουκιοτη και στο κάτω μέρος γράφει: 1795 μαυου 16 εχηρητονηθηκα εγο διμητριος ηερευς του γεωργιου κληρικου α Λαλουκα αγορασα το παρον ευαγγεγιων γροσια 35. Σήμερα φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου.

Ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί (17 αι.) μας περιγράφει την περιοχή όπου βρισκόταν το τζαμί τότε και σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος:

Ο δρόμος από το πάνω βαρόσι προς την κάτω πόλη είναι τρεις χιλιάδες βήματα. Τα σπίτια της είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμένα σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα περιβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κεραμιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική. Το άλλο είναι κοντά στη γειτονιά που λέγεται Μπεσικέρ. Υπάρχουν ακόμη, δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια.

Αλλά και ο  Αναστάσιος Τσακόπουλος μας πληροφορεί:

Προς Α. και Β.Α. του ναού μέχρι της απελευθερώσεως ήτο το διοικητήριον, επιβλητικόν και τεράγωνον κτίριον, το μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Αλή Ναμίκ μπέη, του οποίου μέρος των ερειπίων σώζονται ακόμη και σήμερον εις την Β. πλευράν του περιβολίου του Π. Τριπολιτσιώτη ή Χανιά έναντι και Α. του ναού, ήσαν και άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα επισήμων και επιφανών Τούρκων……ήτο, καθώς παραδίδεται, η τουρκική αριστοκρατική συνοικία, ήτις εξετείνετο εκείθεν του αγίου Σπυρίδωνος μέχρι αγίου Δημητρίου, μάλιστα δε η Ν. πλευρά της οικίας των κληρονόμων Διαμαντοπούλου παρά τον άγιον Δημήτριον στηρίζεται επί Τουρκικού κτιρίου, οικίας Γεωργίου Ρούσσου φαρμακοποιού, Α΄Δημ. Σχολείου και εκείθεν, μέχρι περιβολίου κληρονόμου Δημ. Κλεισιάρη ( το οποίον ανήκεν εις τον Αργείον στρατηγόν του Αγώνος Δημήτριον Τσώκρη), ένθα εις το Δ. μέρος του περιβολίου ήσαν τα περίφημα θερμά Τουρκικά λουτρά, εκ των οποίων, ως μάρτυς αψευδής αλλά κατηφής και τεθλιμμένος σώζεται η εξώθυρα με το τοξοειδές υπέρθυρον, ήτις από τον επάρατον άσβεστον είναι αγνώριστος σήμερον.  

   

Πηγές


 

  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις ¨Χρονικών του Μοριά¨, Αθήναι, 1955.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009.
  • Τσελεμπί Εβλιγιά, «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668 – 1671», εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα, 2005.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Άργους (Παλαιός)


 

 

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Άργους (Παλαιός)

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Άργους (Παλαιός)

Σημαντικό μεταβυζαντινό διατηρητέο μνημείο 15ου αιώνα.  Ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Νικολάου, είναι πετρόκτιστος, τρίκλιτος, σταυρεπίστεγος, της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Η αψίδα της ανατολικής πλευράς σχηματίζει τρεις κόγχες. Εσωτερικά έχει δύο κίονες και η εγκάρσια καμάρα υψώνεται μεταξύ των κιόνων αυτών και του τέμπλου.

Ο ναός έχει υποστεί πολλές επεμβάσεις, ασβεστώματα στη βόρεια πλευρά, επιχρίσματα στη νότια και άλλα. Το 1953 προστέθηκε δυτικά πρόναος με δαπάνη ομοεθνών της Αμερικής. Την ίδια εποχή διαμορφώνεται και το προστώο. Ο ναός έτσι μεγάλωσε, αλλά τα επιχρίσματα αφαίρεσαν από το εκκλησάκι την αισθητική που χαρακτηρίζει μια παλιά εκκλησία. Το κομψό μαρμάρινο καμπαναριό, που υψώνεται λίγα μέτρα από την νοτιανατολική γωνία, έχει κτιστεί το 1903 σύμφωνα με χάραγμα στη νότια πλευρά του.

Στο ναό αυτό εκκλησιάζονταν οι ενορίτες του Αγίου Νικολάου, πριν κτιστεί ο νέος ναός του Αγίου Νικολάου στην οδό Κορίνθου το 1966.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Σαραντάκης Πέτρος, « Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις Οιάτης, Αθήνα, 2007.

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Χαραλάμπους Άργους


 

Άγιος Χαράλαμπος της οικίας Σπ. Τρικούπη. Ευρίσκεται στο βάθος του κήπου ανάμεσα σε δένδρα και πυκνή βλάστηση. Είναι μικρός και λιτός ναός με αμφικλινή στέγη, πετρόκτιστος και εσωτερικά μονόχωρος. Κτίστηκε από τον Σπ. Τρικούπη και ήταν αναπόσπαστο συμπλήρωμα του αρχοντικού.

Το επίπεδο του ναού είναι χαμηλότερο από εκείνο του κήπου και ο εισερχόμενος κατεβαίνει 3-4 σκαλιά. Η τοιχοποιία του είναι γερή και επιμελημένη. Έχει υποστεί μεταγενέστερες  επεμβάσεις.

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Ιερός  Ναός Ευαγγελίστριας Ναυπλίου 


Ιερός  Ναός Ευαγγελίστριας

Ιερός Ναός Ευαγγελίστριας

Στο ψηλότερο μέρος του Ναυπλίου, πάνω από τον ιστορικό συνοικισμό της Πρόνοιας, μεγαλόπρεπο υψώνεται το κτιριακό συγκρότημα της «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ», που είναι τόπος προσκυνήματος όλων των κατοίκων της Αργολίδος αλλά και όλων των Ελλήνων που φτάνουν ίσαμε τον βράχο της Παναγίας.

Ορθώνεται σε μία επιβλητική και εντυπωσιακή θέση με μεγάλη αυλή και με θέα σ’ όλη την πόλη του Ναυπλίου και την θάλασσα. Βλέπει κανείς από την «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ» το Παλαμήδι, το Μπούρτζι, την Ακροναυπλία, το λιμάνι, την πλατεία Συντάγματος και άλλα ιστορικά και αξιοθέατα μνημεία της πόλης. Βλέπει κανείς ολόκληρο το Ναύπλιο με τους οικισμούς του και τα γραφικά μικρά δρομάκια του, το Άργος και τα σκαρφαλωμένα στα γύρω βουνά χωριά. Αλλά και την «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ» την βλέπει κανείς από όπου και αν κοιτάξει μέσα από την πόλη του Ναυπλίου.

Ιερός  Ναός Ευαγγελίστριας

Ιερός Ναός Ευαγγελίστριας

Η όλη δομή του Ιερού Ναού και των πλησίον αυτού οικοδομημάτων, μας φανερώνουν πως κάποτε ήταν μικρό μοναστήρι. { Στον κατάλογο των ενοριών του Ναυπλίου κατά την Β΄Ενετική κυριαρχία (1686- 1715) περιλαμβάνεται και « η εκκλησία του παπά Ιάκοβου Βουρδούχα εξ Αθεινών είναι έξω ις της Σπηλιαίς, έξω από το Ανάπλι. Ονομάζεται αυτή η εκκλησία το Γεννέσιων της Θεοτώκου» }.*

Ο Ναός, πρέπει να έχει αναδομηθεί εξ΄ολοκλήρου ή επεκταθεί τουλάχιστον τέσσερις φορές από την αρχική του μορφή. Ο σημερινός Ιερός Ναός έχει ανεγερθεί εκ βάθρων το έτος 1975, χωρίς να αλλοιωθεί η προηγούμενη μορφή του.

Ο Ναός είναι δισυπόστατος και είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και το δεξιό κλίτος είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Αποτελεί το μεγαλύτερο προσκύνημα του νομού Αργολίδος και ο κόσμος κατά χιλιάδες από το πρωί της παραμονής και ανήμερα του Ευαγγελισμού όλη μέρα, τρέχουν και ζητούν από την Παναγία την χάρη της. Ζητούν να τους αγκαλιάσει και να τους εκπληρώσει το τάμα τους.

Στην βορεινή πλευρά του Ιερού Ναού, έχει κατασκευασθεί βαπτιστήριο από μάρμαρο, για να βαπτίζονται οι μεγάλοι στην ηλικία και κυρίως αλλοδαποί. Στην νότια πλευρά του Ιερού Ναού υπάρχει το παρεκκλήσιο του Αγίου Φανουρίου και δίπλα ακριβώς μία αίθουσα με την οποία το εκκλησάκι αποτελεί ενιαίο χώρο και στην οποία υπάρχει συλλογή ιστορικών αντικειμένων.

Παραπλεύρως του παρεκκλησίου υπάρχουν δύο μεγάλες αίθουσες που χρησιμοποιούνται ως πνευματικό κέντρο της Ενορίας για κύκλο μελέτης Αγίας Γραφής, για κατηχητικές συνάξεις παιδιών κ.α.

Λόγω της δεσπόζουσας θέσης που βρίσκεται ο Ιερός Ναός και της μαγευτικής θέας που έχει, αλλά και των πολλών κήπων με τα όμορφα λουλούδια, τελούνται πολλά μυστήρια Γάμων και Βαπτίσεων. Η «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ» είναι το «καλλίστευμα του Ναυπλίου».

Ιερεύς π. Ελευθέριος Μίχος.   

Εφημέριος Ιερού Ναού «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ» Ναυπλίου.  

* Το συγκεκριμένο απόσπασμα πήραμε από το θαυμάσιο βιβλίο ( σελ. 239-250) του Πρωτοπρεσβύτερου Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Ιεροί Ναοί- Ναΐδρια και Εφημέριοι Αυτών της Πόλεως Ναυπλίου. Ναύπλιον 2008.

 

Read Full Post »

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου Άργους


 

Τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Άργους, στην παλιά εθνική οδό προς την Τρίπολη, δεξιά του δρόμου, η διακλάδωση οδηγεί στο ιστορικό Κεφαλάρι. Έναν πραγματικά ειρηνικό οικισμό. Αγροτόσπιτα ανάμεσα στα περιβόλια αλλά και ωραίες καινούργιες κατοικίες αρμονικά συνταιριαγμένες με τους εναπομείναντες παλιούς νερόμυλους, μαρτυρούν πώς η ζωή σε τούτο τον ευλογημένο τόπο συνεχίζει να κυλάει αδιάλειπτα, αγνοώντας τον χρόνο και  με τους κατοίκους του συνεχώς να πληθαίνουν. Το 1951 είχε μόλις 455 κατοίκους. Το 1991 αυξήθηκαν στους 602. Σήμερα ανέρχονται περίπου στους 1.000 κατοίκους.

 

Παναγία Κεφαλαριώτισσα. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

 

Η ιστορία του Κεφαλαρίου χάνεται στην αχλή του χρόνου. Αυτός ο αρχαιότατος τόπος λατρείας, με τον γραφικό ναό της Ζωοδόχου Πηγής, είναι σήμερα ένα ευλαβικό προσκύνημα για τους επισκέπτες, αλλά συγχρόνως και ένας ειδυλλιακός, δροσερός τόπος αναψυχής γύρω από τις πηγές του αργυροδίνη Ερασίνου, πέντε χιλιόμετρα από το Άργος, στον Δήμο του οποίου ανήκει. Από τα σπηλαιώδη έγκατα και τις υπόγειες ροές των μεγάλων οροσειρών της Αρκαδίας ξεκινάει ο Ερασίνος. Ένα ιδιότροπο ποταμό, αλλά και ιερό προστάτη του τόπου και των κατοίκων του, άλλοτε με την πλημμύρα του και άλλοτε με την ξηρασία του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »