Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φιλέλληνες’

Fredrika Bremer (1801-1865)


 

Η Φρέντρικα Μπρέμερ γεννήθηκε στο Τούρκου της Φινλανδίας και ήταν γόνος εύπορης και καλλιεργημένης οικογένειας. Το 1804 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, όπου και πέρασε τα παιδικά της χρόνια λαμβάνοντας μόρφωση σε διάφορους τομείς. Σπούδασε στην Γερμανία, την Ολλανδία και την Ελβετία και αργότερα στη Νορβηγία.

 

Fredrika Bremer (Φρέντρικα Μπρέμερ, 1801-1865)

 

Η Μπρέμερ έγραψε λογοτεχνικά έργα που έχουν σήμερα ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς περιγράφουν τη Σουηδία των ημερών της. Ήταν ανήσυχο πνεύμα με πλούσια φιλανθρωπική δράση, ενώ υπήρξε πρωτοστάτης του γυναικείου κινήματος στη Σουηδία. Πεπεισμένη για τις ικανότητές της και για μια ιδιαίτερη αποστολή που θεωρούσε πως είχε να επιτελέσει, αποφάσισε να μείνει ανύπαντρη. Το 1849 επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, όπου έμεινε για δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων επισκέφθηκε και την Κούβα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Ο Αμερικανικός και Ευρωπαϊκός Φιλελληνισμός και η Απελευθέρωση του Ναυπλίου: ιδέες, τόπος και άνθρωποι την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης» – Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος


 

Harvard

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος ανακοινώνει την έναρξη υποβολής αιτήσεων στο νέο εργαστήριο «Ο Αμερικανικός και Ευρωπαϊκός Φιλελληνισμός και η Απελευθέρωση του Ναυπλίου: ιδέες, τόπος και άνθρωποι την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης».

Το εργαστήριο επιδιώκει να αναδείξει τους Φιλέλληνες από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αλλά και χώρες της Δυτικής, κυρίως, Ευρώπης οι οποίοι στήριξαν τον Ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας και να εστιάσει σε όσους έφτασαν μέχρι το Ναύπλιο και την Αργολίδα και πολέμησαν πλάι στους Έλληνες για την κατάληψη του Παλαμηδίου και την απελευθέρωση του Ναυπλίου.

Οι συμμετέχοντες/ουσες θα έχουν την ευκαιρία να εμβαθύνουν στη γένεση, στα αίτια και στους τρόπους εκδήλωσης του Φιλελληνισμού, στον Αμερικανικό, κυρίως, αλλά και στον Ευρωπαϊκό Φιλελληνισμό, στην Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και στη σχέση της με το Φιλελληνικό Κίνημα. Επίσης, θα εμβαθύνουν στην τοπική ιστορία, με αφορμή τα 200 χρόνια από την απελευθέρωση του Ναυπλίου, στο ιστορικό της πλαίσιο, στη σημασία της για την Επανάσταση, αλλά και στο ρόλο των Φιλελλήνων σε αυτή τη στρατιωτική για τους επαναστατημένους Έλληνες επιτυχία.

Οι συμμετέχοντες θα ανακαλύψουν και άγνωστες πτυχές της Νεότερης Ιστορίας με τον Δρ Εμμανουήλ Γ. Χαλκιαδάκη, Επιστημονικό Συνεργάτη του ΚΕΣ, ενώ η επίσκεψη στο Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και σε τόπους της πόλης που σχετίζονται με τους Φιλέλληνες θα εξασφαλίσουν μία βιωματική προσέγγιση της γνώσης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)


 

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)

O Ζαν Νικολά Μακάρ γεννήθηκε το 1786 στην Σαρλεβίλ των Αρδεννών (Charleville – Ardennes). Ο πατέρας του ήταν κατασκευαστής λαβών για μαστίγια. Το 1800 πηγαίνει στο Παρίσι και διαμένει στη γιαγιά του καθώς έχει εγγραφεί και φοιτά στη Σχολή Διοικήσεως των Στρατιωτικών Επιτρόπων (πρόκειται για την Υπηρεσία Διαχείρισης του Στρατού ή αλλιώς Επιμελητεία). Το 1805 λαμβάνει τη διαταγή να παρουσιαστεί στο Στρασβούργο υπό τις διαταγές του Πιερ Φρανσουά Ντιφρέσν (Pierre Francois Dufressne), που υπηρετεί στο Στρατηγείο της Α.Ε. του Πρίγκηπα του Νεσατέλ (Νeuchatel), στρατηγού Αλέξανδρου Μπερτιέ (Alexandre Berthier), Υπουργού Ενόπλων Δυνάμεων, Αρχιστράτηγου της μεγάλης στρατιάς του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄. Λόγω αυτής της θέσης, συμμετέχει σε όλες τις ναπολεόντειες εκστρατείες για τις οποίες καταγράφει τα γεγονότα στις σημειώσεις του: 1805 (Ουλμ & Αούστερλιτζ), 1806 (Αυστρία), 1807-1808 Πρωσία & Πολωνία, 1809-1810 Γερμανία, 1812 Ρωσία, 1813 Σαξονία, 1814 Γαλλία. Στη συνέχεια και κατά τις περιόδους:

  • 1823-1824 υπηρετεί στη στρατιά των Πυρηναίων.
  • 1825-1827 υπηρετεί στο στρατό κατοχής της Ισπανίας.
  • 1828-1831 συμμετέχει στο Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά ως Διαχειριστής.
  • 1831-1832 βρίσκεται στο Βέλγιο.
  • Το 1835 παντρεύεται στη Μπουγιόν (Bullion) σε ηλικία 49 ετών την Φρανσουάζ Σχολαστίκ Φουκάρ (Francoise Scholastique Foucart) 24 ετών, με την οποία θα έχει δυο κόρες.
  • Τελειώνει τη στρατιωτική του καριέρα στη στρατιά του Βορρά, στη Ρουέν (Rouen) με το βαθμό του Συνταγματάρχη και στις 10 Απριλίου 1848 συνταξιοδοτείται.
  • Τιμήθηκε με τους τίτλους: Ιππότης (1823), Ιππότης του Βασιλικού Στρατιωτικού Τάγματος του Αγ. Φερδινάνδου (1827) με διαταγή του Βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάνδου VII, Αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής (1833).

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Επίδαυρος, υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 Στην Επίδαυρο αποτυπώνει τη δεξαμενή στο Ιερό [του Απόλλωνα Μαλεάτα] και το λιμάνι της Επιδαύρου έχοντας στο βάθος τα βουνά των Μεθάνων. Το Μαύρο χρώμα των βουνών παραπέμπει στο ηφαίστειο των Μεθάνων.  

 

Επίδαυρος, υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier. Στην Επίδαυρο αποτυπώνει τη δεξαμενή στο Ιερό [του Απόλλωνα Μαλεάτα] και το λιμάνι της Επιδαύρου έχοντας στο βάθος τα βουνά των Μεθάνων. Το Μαύρο χρώμα των βουνών παραπέμπει στο ηφαίστειο των Μεθάνων.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831) – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier


 

Κυκλοφόρησε η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», μια έκδοση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», έρχεται να πιστοποιήσει τον πλούτο των πηγών που παραμένουν άγνωστες ακόμη για την εποχή εκείνη.

Μετά από επίπονη και μακρόχρονη ερευνητική προσπάθεια, πραγματοποιήθηκε μια πρώτη γαλλική έκδοση της μελέτης που στηρίζεται σε ένα άγνωστο αρχείο και αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart). Πρόκειται για στρατιωτικό που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1828-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνεντέρ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή του ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison).

Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J.N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία επέτρεψε τη γνωριμία του Γ.Κόνδη με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για την έκδοση του αρχείου.

 

Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 υπάρχουν τρία «ξεχασμένα» που σημάδεψαν την πορεία της όπως και την πορεία του ανεξάρτητου νέου ελληνικού κράτους: η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή και η αντίστοιχη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά. Το σημαντικό έργο του γαλλικού στρατού και των Γάλλων επιστημόνων παρέμεινε ξεχασμένο και μόνο το 2011/2017 παρουσιάζονται οι δυο τόμοι ενός εξαιρετικού έργου με τίτλο «Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά – 1829-1838», φωτίζοντας πληθώρα πτυχών της γαλλικής παρουσίας στην ανεξάρτητη Ελλάδα με ένα πλούσιο υλικό χαρτών, εικόνων και κειμένων.

 

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα

 

Προηγουμένως, το 1971, στην εισαγωγή ενός άλλου σημαντικού έργου με τίτλο «Η ελεύθερη Ελλάς και η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως. Το λεύκωμα Πεϋτιέ», ο επιμελητής της έκδοσης Στέλιος Α. Παπαδόπουλος σημειώνει:

 

Η Επιστημονική Αποστολή, παρά τη σημασία του έργου της, λησμονήθηκε⸱ ενδεικτικό το γεγονός ότι σε μια μόνο γενική ιστορία της Ελλάδος γίνεται μνεία της. Η σχεδόν πλήρης έλλειψη μελετών για την ιστορία της επιστημονικής σπουδής της Χώρας δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία της συνολικής αποτιμήσεως της προσφοράς της. Ανάλογη ήταν και η τύχη του ανέκδοτου υλικού. Και υλικό δεν συγκεντρώθηκε μονάχα από τα επίσημα μέλη της: «πολλοί σχεδίαζαν τοπία, κρατούσαν σημειώσεις, έκαμαν συλλογές φυτών, εντόμων ή άλλων αξιοπερίεργων ή εταρίχευαν πουλιά⸱ είδα πραγματικά πολύτιμες συλλογές φυσικής ιστορίας και πολύ ενδιαφέρουσες εκθέσεις (relations) που είχαν γίνει από υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς, αξιωματικούς του υγειονομικού ή άλλα μέλη του εκστρατευτικού σώματος», γράφει ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν. (σ. 13)

 

Ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν (Jean Baptiste Bory de Saint-Vincent) επικεφαλής της Επιστημονικής Αποστολής είχε, βεβαίως, προσωπική εμπειρία για όλο αυτό το υλικό που είχε παραχθεί και που, ένα μέρος του, μας είναι ακόμη άγνωστο. Το ίδιο σημαντική είναι η επισήμανση  του Στ. Α. Παπαδόπουλου για το υλικό αυτό, προτρέποντας μάλιστα στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 19) για την ανανέωση του ενδιαφέροντος σχετικά με την έρευνα του υλικού αυτού. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Προσφορά των Φιλελλήνων στην Οργάνωση του Ένοπλου Αγώνα – Υπό κ. Δημήτρη Μαλέση, διδάσκοντος της Ιστορίας στην ΣΣΕ


 

Η φιλελληνική στάση ως ιδεολογικό και πνευματι­κό ρεύμα, εμπνευσμένο από τα αισθητικά πρότυ­πα και την παιδεία του ελληνικού πολιτισμού, συ­νιστά ένα διαχρονικό φαινόμενο, αναγόμενο στην αρχαιότητα, περνά μέσα από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, τους μέσους χρόνους και φτάνει έως τους νεότερους χρόνους της Αναγέννη­σης και του Διαφωτισμού. Ως αναπόδραστη απόληξη, κορυφώνεται κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας (1821 -1830), με πολ­λαπλές συνέπειες κυρίως ωφέλιμες για την εθνική υπόθεση των επαναστατημένων Ελ­λήνων.

Προκειμένου να κατανοηθεί το κίνη­μα του φιλελληνισμού θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που επικρατούσαν στη Γηραιά Ήπειρο, συνεπώς τα αίτια που το κατέ­στησαν μια από τις πιο σημαντικές παραμέ­τρους της Επανάστασης. Αναφερόμαστε αφ’ ενός στο διάχυτο αισθητικό ρεύμα του κλα­σικισμού και του ρομαντισμού κι αφετέρου στην επαναστατική πλημμυρίδα του φιλελευθερισμού, η οποία κατέκλυσε την Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ως ανασχετικό αντίβαρο στην απολυταρχική άμπωτη της Ιεράς Συμμαχίας.

Ο αναστοχασμός της αρχαίας ελληνικής παιδείας οιστρηλατεί μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης – συνήθως της πνευ­ματικής πρωτοπορίας – και ο ελληνικός χώρος αντιμετωπίζεται ως η διαχρονική κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Από ένα σημείο και έπειτα, η εύκλεια των κλα­σικών χρόνων καθίσταται η άσβεστη πνευματική λαμπυρίδα και συνεπώς ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον του Ασιάτη δυνάστη μετατρέπεται σε κοινή ευρωπαϊκή υπόθεση. [1] Έτσι παρατηρείται το διογκούμενο φαινόμενο της αρωγής των Ευρωπαίων είτε με την αποστολή βοήθειας στον μαχόμενο ελληνισμό είτε με τη φυσική παρουσία ως συμμαχη­τών στις στρατιωτικές αναμετρήσεις.

Η δεύτερη περίπτω­ση, εν προκειμένω, είναι αυτή που μας αφορά στο παρόν πονημάτιο, ήτοι: ποια ήταν η συνεισφορά των φιλελλήνων στην οργάνωση του ένοπλου αγώνα, στη συγκρότηση των εκάστοτε στρατιωτικών σωμάτων και στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Αυτήν την πλευρά θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε και να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.

Το κύριο πρόταγμα που τέθηκε ευθύς εξαρχής στην Επανάσταση ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα διεξαγόταν ο πόλεμος. Οργάνωση τακτικού στρατού, δυτικοευρωπαϊκού τύπου, σήμαινε την προετοιμασία για δημιουργία ενός ενιαί­ου εθνικού κράτους με οριστικό παραμερι­σμό των προαστικού χαρακτήρα τοπικισμών, όπως είχαν παγιωθεί κατά την προεπαναστα­τική περίοδο. Το εγχείρημα ασφαλώς δεν ήταν εύκολο, διότι ερχόταν σε ευθεία ρήξη με την άλλη εκδοχή, τον κλεφτοπόλεμο, τουτέστιν με τις ριζωμένες πολιτικές πολιτιστικές και στρα­τιωτικές έξεις πολλών ετών. [2] Αυτονόητο ότι, όταν αναφερόμαστε σε Ευρωπαίους στρατι­ωτικούς η επιλογή ήταν ό,τι οι ίδιοι θεωρού­σαν ως φυσικό και ήξεραν: στρατός οργανω­μένος με κεντρικά οργανωμένη διοίκηση και συντονισμό.

Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία τακτικού στρατού οφείλεται πάντως σε έναν Έλληνα, προερχόμενο όμως από την Ευρώπη. Ο Δημήτριος Υψηλάντης αξιω­ματικός του ρωσικού στρατού, αφίχθηκε τον Ιούνιο του 1821 στην Πελοπόννησο, με οργα­νωμένο σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα σώμα εθελο­ντών. [3] Τη διοίκησή του την είχε αναθέσει σε δύο φιλέλλη­νες αξιωματικούς τον Baleste και τον Gubernatis.

Ο πρώτος, γνωστότερος με το εξελληνισμένο επώνυμο κατά τη συ­νήθεια της εποχής ως Βαλέστρας, ήταν Κορσικανός λοχαγός μέχρι την πτώση του Ναπολέοντα. Από την Τεργέστη αφίχθηκε μαζί με τον Δ. Υψηλάντη το 1821 στην επαναστατημένη Ελλάδα και με αυταπάρνηση αποδύθηκε σε μια σειρά επιχειρήσεων. Τον επόμενο χρόνο μετέβη στην Κρήτη και επιχειρώ­ντας στην κατάληψη του Ρεθύμνου, συνελήφθη και απο­κεφαλίστηκε.[4]

 

Joseph Baleste, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, έργο του Adam Friedel, 1829. Ιωσήφ Βαλέστ ή Βαλέστρας ή Μπαλέστρας (Joseph Balestra, 1790-1822), Γάλλος φιλέλληνας αξιωματικός, κορσικανικής καταγωγής, που γεννήθηκε στην Κρήτη. Κατέχει εξέχουσα θέση στην Ελληνική Επανάσταση, καθώς θεωρείται ο πρώτος εκπαιδευτής και διοικητής των Ελλήνων στρατιωτικών. Γεννήθηκε το 1790 στα Χανιά της Κρήτης, αλλά πολιτογραφήθηκε Γάλλος και πέθανε το 1822, μαχόμενος ηρωικά για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Ο δεύτερος Ιταλός αξιωματικός, συμ­μετείχε στη μάχη του Πέτα (1822) όπου αιχμαλωτίστη­κε. Κατάφερε να διαφύγει  και συνέχισε ως αντισυνταγματάρχης στην Επανάσταση. Έλαβε μέρος στην κατάληψη του Ναυπλίου (1822), μετά την έναρξη όμως του εμφυλίου το 1823 αποτραβήχτηκε απογοητευμένος.[5]

Η πύκνωση των τάξεων των Φιλελ­λήνων πύκνωσε τους επόμενους μήνες με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό Ψήφισμα, με το οποίο ιδρυόταν σύνταγ­μα Πεζικού και επικεφαλής τον Ιταλό συνταγματάρχη Pietro Tarella, έναν αξιωματικό με υπηρεσία στη μεγάλη στρατιά του Ναπολέοντα και ο οποίος θα σκοτωθεί στη μάχη του Πέτα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821 – Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης, Καθηγητής Τμήματος Ιατρικής, Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας Α.Π.Θ.


 

Εισαγωγή

 

Η περίοδος της Οθωμανικής καταδυνάστευσης, παρά τη μακραίωνη διάρκειά της, υπήρξε για την ομαδική συνείδηση των υπόδουλων Ελλήνων μια διαρκής προσωρινότητα, μέσα στην οποία καλλιεργήθηκε η μόνιμη αιτιολογία της εθνικής παλιγγενεσίας και η απελευθερωτική ιδεολογία των αλυτρώτων.

Το όραμα για την επανασυγκρότηση του δικαιούχου κράτους που καταλύθηκε το 1453 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, υπήρξε όχι μόνο παθητική μνήμη συντήρησης της ιδέας της ελευθερίας, αλλά και ενεργητική υπενθύμιση ενός ανοιχτού λογαριασμού, που περνούσε από γενεά σε γενεά και όταν ευνοούσαν οι τρέχουσες συγκυρίες, εκδηλωνόταν ως εξέγερση.

Στα τετρακόσια χρόνια της Τουρκοκρατίας έχει καταγραφεί αξιοσημείωτος αριθμός εξε­γέρσεων ποικίλης εμβέλειας, οι οποίες ανεξάρτητα από την ατυχή έκβασή τους λειτούργησαν ως πεδία ζύμωσης αξιών και συσσώρευσης εμπειριών, που συνέτειναν στο έπος του απελευθερωτικού αγώνα του 1821 και στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Για την επιτυχή έκβαση ενός απελευθερωτικού αγώνα της σημασίας και της διάστασης της ελληνικής επανάστασης του 1821 απαραίτητες προϋποθέσεις υπήρξαν, αφενός η ψυχική προετοι­μασία των υπόδουλων Ελλήνων και αφετέρου η δημιουργία της ενδεδειγμένης υποδομής, που αφο­ρούσε, μεταξύ άλλων, στη συγκρότηση αξιόμαχων δυνάμεων, στην εξασφάλιση πόρων και εφοδίων και στην οργάνωση επιμελητείας.

Η ανάπτυξη των χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων είχε ως βάση τα σώματα των κλεφτών και των αρματολών, ενώ οι ναυτικές δυνάμεις οργανώθηκαν σταδιακά με την μετατροπή των σιτοκάραβων [1] της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών σε πολεμικά πλοία. [2] Η εξασφάλιση πόρων και εφοδίων υπήρξε αρχικά ευθύνη της Φιλικής Εταιρείας [3] και στη συνέχεια των συγκροτηθέντων αρ­χών της επανάστασης, όπως της Πελοποννησιακής Γερουσίας, του Αρείου Πάγου και άλλων. [4]

Οι συνεχείς, όμως, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουρ­γία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Επετειακή μελέτη για τα 190 χρόνια από το μυστηριώδη θάνατο του Λόρδου Βύρωνα (1788−1824)


 

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις θεωρίες που σχετίζονται με το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, με κυρίαρχη αυτή της ελονοσίας. Το ιατρικό προφίλ του Βύρωνα συνίστατo σε επαναλαμβανόμενες εμφανίσεις πυρετικών κρίσεων, οι οποίες αναδύουν τη θεωρία της υποτροπιάζουσας χρόνιας ελονοσίας. Επί πλέον, τα στοιχεία από τα βρετανικά ιατρικά αρχεία των Ιονίων Νήσων σχετικά με την ενδημική φύση της ασθένειας στη δυτική Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αυξάνουν την πιθανότητα μιας εκ νέου μόλυνσης κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του Βύρωνα. Το παράδειγμα των χρόνιων πυρετών του Βύρωνα αναδύει ένα σύγχρονο ιατρικό πρόβλημα, τη διάγνωση της εισαγόμενης ελονοσίας από ταξιδιώτες ή μετανάστες και την ανάγκη λήψης λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού, το οποίο θα θέσει την υποψία της ελονοσίας στη διαφορική διάγνωση.

 

Λόρδος Βύρωνας: Ταγματάρχη Πάρρυ, τι νομίζεις ότι μου συμβαίνει; Οι γιατροί

δεν γνωρίζουν την αρρώστιά μου; Τι θα μου έκανε καλό;

Ταγματάρχης Πάρρυ: Το μπράντυ Λόρδε μου! Μόνο το μπράντυ μπορεί να σε σώσει!

Julius Millingen

«Οι τελευταίες ημέρες του Λόρδου Βύρωνα»

Λονδίνο 1831

 

  1. Ο Λόρδος Βύρωνας και η Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Βρετανός ποιητής, πολιτικός και φιλέλληνας, Λόρδος George Noel Gordon Byron,  γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο και απεβίωσε κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824.

 

Λόρδος Βύρωνας, χαλκογραφία των G. Sanders και Ε. Finden (1827). Μια προσωπογραφία του ποιητή, σε νεαρή ηλικία. Έχει την υπογραφή του και αφιέρωση στον εκδότη του John Murray.

 

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 κέρδισε γρήγορα τη συμπάθεια των Ευρωπαίων διανοούμενων, αλλά όχι και των πολιτικών. Σύμφωνα με το πολιτικό πνεύμα του Συνεδρίου της Βιέννης (1814−1815) μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, οι επαναστάσεις των λαών αποτελούσαν απειλή για τις μοναρχίες των ευρωπαϊκών χωρών και διατάραξη του πολιτικού status quo της εποχής. Το ελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου ιδρύθηκε στις 3 Μαρτίου 1823 με πρωτοστάτη τον Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ) και συμπεριέλαβε στις τάξεις του σημαίνοντα μέλη της βρετανικής αριστοκρατίας.

 

Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ 1792-1872), έργο του B.E. Duppa’s, γύρω στα 1850, λιθογραφία. Ιδρυτής του Ελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου το οποίο συστάθηκε στις 3 Μαρτίου 1823, με κύριο σκοπό την υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Sir John Bowring ήταν Βρετανός πολιτικός, οικονομολόγος, πολύγλωσσος συγγραφέας και ο 4ος Κυβερνήτης του Χονγκ Κονγκ.

 

Το Κομιτάτο του Λονδίνου, αν και άργησε να ιδρυθεί σε σχέση με τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών πόλεων (Μαδρίτη, Στουτγάρδη, Μόναχο, Ζυρίχη, Βέρνη, Γένοβα, Παρίσι, Μασσαλία), κατόρθωσε ωστόσο τάχιστα να συλλέξει χρήματα, όπλα και φάρμακα για τους Έλληνες. Όταν το Κομιτάτο αναζητούσε ηγέτη για την αποστολή στην Ελλάδα, ο Βύρωνας βρισκόταν στην Ιταλία και είχε εμπλακεί στην επανάσταση των αντιμοναρχικών Καρμπονάρων. Στα μάτια της συντηρητικής Ευρώπης, ο Βύρωνας αποτελούσε δυνητικά μια πηγή κινδύνων για τις κυβερνήσεις λόγω των επαναστατικών ιδεών του, αλλά πολλοί δεν ελάμβαναν σοβαρά τις ενέργειές του πιστεύοντας ότι επρόκειτο για άλλη μια νεανική τρέλα του εκκεντρικού ποιητή με τον έκλυτο και ταραχώδη προσωπικό βίο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κατάσκοπος της ιταλικής αστυνομίας, Luigi Torelli, στην έκθεσή του με τίτλο Arcana politicae anticarbonariae: «Ο φημισμένος ποιητής, Λόρδος Βύρωνας, αν δεν είχε τη φήμη του τρελού, θα έπρεπε να παρακολουθείται από τις αστυνομίες όλης της Ευρώπης!».[1] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Thomas Hope (Τόμας Χόουπ 1769-1831)


 

Ο Thomas Hope με τουρκική ενδυμασία, έργο του Sir William Beechey
λάδι σε καμβά, 1798. National Portrait Gallery, London.

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) (1769-1831), από τις θεαματικότερες προσωπικότητες της αγγλικής κοινωνίας στις αρχές του 19ου αιώνα, αναμείχτηκε σε κάθε τομέα καλλιτεχνικής δραστηριότητας, στη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, την εσωτερική διακόσμηση, την ενδυματολογία και τη λογοτεχνία. Κάτοχος μίας σπουδαίας συλλογής ελληνικών αρχαιοτήτων υπήρξε από τους σημαντικότερους προπαγανδιστές του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση») στην Αγγλία και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία αυθεντικότερη ελληνική αισθητική.

Ο Hope ταξίδεψε στην Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο. Επισκέφθηκε την Ελλάδα δύο φορές, μία για την προσωπική του περιήγηση, που κράτησε οκτώ χρόνια (1787-1795), και μία δεύτερη, κατά την οποία περιορίστηκε στην Πελοπόννησο. Εκπόνησε ο ίδιος σχέδια των τόπων που επισκέφθηκε, κάποια από τα οποία ωστόσο αντιγράφουν έργα του Fauvel. Κάποια άλλα τα έχει εκπονήσει ο Γάλλος ζωγράφος Michel-François Préault.

Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από τον ίδιο σε έξι τόμους. Η θεματική τους δεν περιορίζεται στην απεικόνιση αρχαιοτήτων, αλλά περιλαμβάνει και απόψεις των σύγχρονων πόλεων και κτηρίων, καθώς και απεικονίσεις προσώπων με παραδοσιακές ενδυμασίες. Υπάρχει και ένας τόμος με ενδυμασίες και δείγματα επίπλων της αρχαιότητας.

Ο Hope αποτελούσε τυπικό αρχαιόφιλο τουρίστα της εποχής. Από τα προϊστορικά μνημεία που ήταν γνωστά την εποχή αυτή ο Hope απεικόνισε αυτά των Μυκηνών. Υπάρχουν οκτώ εικόνες με σχετικά θέματα, από τις οποίες επτά είναι σχέδια. Η όγδοη είναι υδατογραφία, η οποία απεικονίζει μια γενική άποψη των Μυκηνών και ουσιαστικά αποτελεί διαφορετική εκδοχή ενός από τα σχέδια. Και στις δύο εικόνες απεικονίζονται σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, ενώ η υδατογραφία διακρίνεται για τον ρομαντικό τόνο που της δίνει η φωτοσκίαση. Το προοπτικό σχέδιο της Πύλης των Λεόντων έχει επίσης σύγχρονες μορφές, οι οποίες απεικονίζονται να μετρούν τις διαστάσεις του μνημείου και να το σχεδιάζουν.

 

Μυκήνες, άποψη τής Ακρόπολης. Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Mycenae-platform or esplanade of the citadel-gate of the lions-wall of the cyclops- wall of Agamemnon’s tomb-bed of the torrent at the bottom of the precipice wh. separates the esplanade of the citadel from the mountains behind it». «Μυκήνες-κρηπίδωμα ή esplanade της ακρόπολης – πύλη των λεόντων – τείχος των κυκλώπων – τοίχος του τάφου του Αγαμέμνονος – κοίτη του ποταμού στο βάθος του γκρεμού που χωρίζει την esplanade της ακρόπολης από τα πίσω βουνά». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, άποψη της Ακρόπολης – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Υδατογραφία σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Gate of the Cyclops at Mycenae – n.b. the top stone with the Lions measures 10 1/2 ft 5 in height in the center». «Πύλη των Κυκλώπων στις Μυκήνες – ή ανώτατη πέτρα με τούς λέοντες έχει διαστάσεις 10 1/2 πόδια ύψος, στο κέντρο». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, τμήμα τής εισόδου του λεγόμενου Τάφου τής Κλυταιμνήστρας – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. «Entrance of the Treasury of Atreus, Mycenae». «Είσοδος τού Θησαυρού τού Ατρέως, Μυκήνες».
Ο Hope παρεννόησε το μνημείο και το αναφέρει ως «ο Τάφος του Ατρέως». Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον άλλο θολωτό τάφο, πού βρίσκεται δυτικά της Πύλης των Λεόντων και πού είναι γνωστός ως «ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας». Ο τάφος αυτός ήταν ελάχιστα γνωστός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πράγμα που εξηγεί την παρανόηση του Hope. Ο Γ. Ε. Μυλωνάς στο βιβλίο του «Πολύχρυσοι Μυκήνες», Αθήνα, 1983, αναφέρει (σελ. 175): «Κατά την τοπική παράδοση ο τάφος απεκαλύφθη από χωρικούς που κατασκεύασαν την αύλακα του παλιού των υδραγωγείου, είτε το 1808 είτε το 1812. Κατά τύχην η αύλαξ αυτή περνούσε επάνω από την κορυφή της θόλου του τάφου και κατά την κατασκευή του ευρέθη η λίθινη κορυφή τού θαλάμου». Στο σχέδιο του Hope διακρίνεται – στο πρώτο επίπεδο – ένα είδος αυλακιού που φθάνει έως το τύμπανο. Η παράσταση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί από τις πρωιμότερες απεικονίσεις του μνημείου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

 

Στο ταξίδι του αυτό απεικόνισε και το Ναύπλιο και την Κρήνη του Χασάν Πασά.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, μερική άποψη τής πόλης από δυτικά. Σχέδιο με μελάνι και υδρόχρωμα σε χαρτί, τέλος 18ου αιώνα.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, γενική άποψη τής πόλης από τη θάλασσα, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με μελάνι σε χαρτί. Η άποψη αυτή θα πρέπει να σχεδιάστηκε από το Μπούρτζι, διότι όχι μόνο είναι αρκετά κοντινή, άλλα επιπλέον απεικονίζεται ολόκληρο το αριστερό τμήμα της πόλης το όποιο συνήθως καλύπτει ο όγκος του φρουρίου. Η άποψη αποτελεί μία εξαιρετικής σημασίας οπτική μαρτυρία για το προεπαναστατικό Ναύπλιο, δεδομένου ότι διασώζει παραδοσιακούς αρχιτεκτονικούς τύπους, αποκαλύπτοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Στην επάνω εικόνα (λεπτομέρεια) απεικονίζεται και το τουρκικό περίπτερο (τουρμπές) στην αποβάθρα του Ναυπλίου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) γεννήθηκε στο Άμστερνταμ το 1769 από εύπορη οικογένεια Σκοτσέζων τραπεζιτών που, από τα τέλη του 17ου αιώνα, ήταν εγκατεστημένοι στην Ολλανδία. Ο πατέρας του, John Hope (1737-84), είχε παντρευτεί το 1764 την κόρη τού δημάρχου του Ρότερνταμ, Philipinna van der Hoeven (1738-90) και είχαν αποκτήσει τρία παιδιά: τον Thomas, τον Adrian-Elias και τον Henry-Philip. Oι  Hope έχοντας διασφαλίσει την κοινωνική παραδοχή ως αριστοκράτες του εμπορίου καταξιώθηκαν και στο χώρο της καλλιτεχνίας ως διακεκριμένοι συλλέκτες και μαικήνες της τέχνης.

Μόλις έκλεισε τα 18 του χρόνια ο Thomas, όπως όλοι οι νέοι τής τάξης του, ξεκίνησε για το καθιερωμένο Grand Tour· αλλά η δική του περιοδεία στην Ευρώπη κράτησε περισσότερο από το συνηθισμένο, οκτώ χρόνια, από το 1787 έως το 1795. Πριν από το τέλος του 18ου αιώνα ο Tomas Hope είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένες επισκέψεις στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Αίγυπτο και τη Μ. Ασία.

Η επέλαση της Ναπολεόντειας στρατιάς στην Ευρώπη ανάγκασε τους Hope να εγκαταλείψουν την Ολλανδία και να εγκατασταθούν, το 1795, στο Λονδίνο. Ο Thomas, που ο θάνατος των γονιών του τον είχε καταστήσει κληρονόμο ενός τεράστιου μέρους της οικογενειακής περιουσίας, επιδίωξε τότε να προβληθεί στην υψηλή αγγλική κοινωνία.

Το 1799 απέκτησε ένα πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street) έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam, και το 1807, ένα χρόνο μετά το γάμο του με την Louisa Beresford, αγόρασε την εξοχική έπαυλη και το κτήμα του Deepdene στο Surray. Τα δύο κτίρια δεν υπηρετούσαν απλώς την ανάγκη του ιδιοκτήτη τους να φιλοξενεί με τον πιο φανταχτερό τρόπο την κοσμική αγγλική κοινωνία· παράλληλα, σκοπός τους ήταν να στεγάσουν τις πολυπληθείς συλλογές του μέσα σε ένα αρκετά ιδιόρρυθμο και εκθαμβωτικό περιβάλλον, πού αποτελούσε την έκφραση των αισθητικών αντιλήψεων του ιδιοκτήτη, δηλαδή του λεγόμενου «στυλ Hope».

 

Το πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street), έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam.

 

Οι συλλογές Hope ήταν αναμφίβολα μουσειακού επιπέδου ως προς την ποιότητα άλλα και ως προς την ποικιλία των ειδών. Ήδη σε ηλικία είκοσι ετών ο Hope είχε δείξει δείγματα του ώριμου καλλιτεχνικού του αισθητηρίου με την αγορά δύο εξαιρετικών ρωμαϊκών γλυπτών, πού είχε δει στη Ρώμη. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η συλλογή του με αρχαιότητες αυξήθηκε θεαματικά. Το 1801 απόκτησε τα δύο τρίτα από τα αγγεία της συλλογής Hamilton, που δημοπρατήθηκαν στο Ghristie’s ενώ, τρία χρόνια αργότερα, η συλλογή του περιλάμβανε συνολικά 1500 αγγεία. Οι διάφορες συλλογές από ελληνικές, ρωμαϊκές και αιγυπτιακές αρχαιότητες είχαν τοποθετηθεί στις νέες πτέρυγες, πού είχαν προστεθεί στο μέγαρο της οδού Duchess, ενώ αριστουργηματικοί πίνακες των Παλαιών Δασκάλων ήταν εκτεθειμένοι σε ειδικά διαρρυθμισμένες αίθουσες του μεγάρου, όπως «Η Πινακοθήκη» και «Η Φλαμανδική Πινακοθήκη».

Δεκτικός σε σύγχρονα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, ο Hope κατόρθωσε – πριν ακόμα συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια – να ξεχωρίσει πρωτοποριακούς καλλιτέχνες όπως τον John Flaxman, για τα έργα του όποιου δημιουργήθηκαν ειδικές αίθουσες στο μέγαρο της οδού Duchess, και τον Bertel Thorvaldsen ο όποιος φιλοτέχνησε μία πλήρη σειρά από προτομές των μελών της οικογένειας του. Αυτός αγόρασε τον πρώτο πίνακα του Benjamin Haydon, που παρουσιάστηκε στη Βασιλική Ακαδημία το 1807. Και το 1804 δημοσίευσε το μαχητικό φυλλάδιο με τον τίτλο Παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια του Dowing College, υπέρ της επαναστατικής πρότασης του άσημου – τότε – αρχιτέκτονα, William Wilkins, που τον έφερε αντιμέτωπο με το σύνολο των μελών της Βασιλικής Ακαδημίας.

Παρόλο που οι αφορισμοί του Hope, πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικής και τέχνης δεν διευκόλυναν τις σχέσεις του με τις αυθεντίες του καλλιτεχνικού κατεστημένου της εποχής, κατάφερε ωστόσο να γίνει αποδεκτός ως ένας παράγοντας τού δημόσιου βίου και μία προσωπικότητα ικανή να ασκεί επιρροή πάνω στην πνευματική ζωή τού τόπου.

Η δραστήρια ανάμιξή του σε μία σειρά καλλιτεχνικών εταιριών είναι χαρακτηριστική· παράλληλα, αυτή ακριβώς η σχέση του με υψηλούς φορείς επιρροής ισχυροποιούσε τη δυνατότητά του να προωθεί τις προσωπικές του αισθητικές αντιλήψεις.

Πραγματικά, το «στυλ Hope», δηλαδή μία σύνθεση από πρότυπα που είχαν σαν πηγή έμπνευσης ένα σύνθετο όραμα αρχαίων πολιτισμών, βοήθησε στη διαμόρφωση της αγγλικής καλαισθησίας της περιόδου Regency. Επιπλέον η ανοιχτή επιδοκιμασία του Hope για την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και ο ενθουσιασμός του για τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη συνέβαλαν ουσιαστικά στη δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος για την ανάπτυξη του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση»).

Το ενδιαφέρον του για την καθιέρωση μιας κλασικής αρχιτεκτονικής με αφετηρία αυθεντικότερα ελληνικά πρότυπα – το όποιο είχε εκδηλωθεί το 1804 με τη δημοσίευση τού φυλλαδίου για το Dowing College – συνοδεύτηκε από μία περαιτέρω διάδοση αρχαιοελληνικών διακοσμητικών στοιχείων στη σύγχρονη ζωή με μία σειρά εκδόσεων όπως: Οικιακή Επίπλωση και Εσωτερική Διακόσμηση (Household Furniture and Interior Deco­ration, 1807), Η ενδυμασία των Αρχαίων (Costume of the Ancients, 2 τόμοι, 1812) και Σχέδια για τη Σύγχρονη Ενδυμασία (Designs of Modern Costume, 1812). Οι πίνακες των εκδόσεων χαράχτηκαν με βάση τα σχέδια πού φιλοτέχνησε ο ίδιος μελετώντας σχολαστικά και αντιγράφοντας παραστάσεις αρχαίων αγγείων όπως αυτά που είχε στην ιδιωτική του συλλογή.

Η εικονογράφηση των εκδόσεων, που συχνά περιλαμβάνει αντικείμενα που μπορούσε να τα δει κανείς στο σπίτι του Hope, ενίσχυσε το αρχαιοπρεπές ύψος πού χαρακτήριζε την εσωτερική διακόσμηση της εποχής Regency. Επιπλέον οι συνδυασμοί μορφολογικών λεπτομερειών από κλασικές ενδυμασίες και έπιπλα πρόσφεραν ένα απλουστευμένο αρχαιοελληνικό ρεπερτόριο, κατάλληλο για την επιτυχή διακόσμηση ενός εσωτερικού χώρου σε στυλ «antique». Με τον τρόπο αυτό δεν κατόρθωσε μόνο να υλοποιήσει τις θεωρίες του, δημιουργώντας μεγαλοπρεπείς χώρους διακοσμημένους με πρωτότυπα έπιπλα, αλλά χάρη στις εικονογραφημένες εκδόσεις, που αποτελούν τα εγχειρίδια του στυλ Hope, συνέβαλε στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία νέα αισθητική.

Το ταλέντο του να αναπλάθει την ατμόσφαιρα μακρινών πολιτισμών και τόπων χάρισε στον Hope έναν ακόμη τίτλο, του συγγραφέα ενός δημοφιλέστατου μυθιστορήματος, πού δημοσιεύτηκε ανώνυμα το 1819 με τον τίτλο: Αναστάσιος ή οι Αναμνήσεις ενός σύγχρονου Έλληνα γραμμένες στο κλείσιμο του 18ον αιώνα (Αηαstasius or the Memoirs of a Modern Greek, written at the close of the 18th Century). Σε μία τρίτομη δραματική ιστορία ενός νεαρού Χιώτη, που αναγκάζεται να καταφύγει στη θάλασσα επειδή αποπλάνησε την ανήλικη κόρη του αφεντικού του πατέρα του, και μέχρι το τέλος της ζωής του δοκιμάζει θρυλικές περιπέτειες σε εξωτικές χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Μ. Ασία, ο Hope ζωντανεύει το σκηνικό, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων που ο ίδιος είχε γνωρίσει στη διάρκεια των ταξιδιών του. «Πήγα σε κάθε ένα από τα μέρη που περιγράφω λεπτομερειακά στον ’Αναστάσιο» εξομολογείται και πραγματικά δεν είναι δύσκολο να τον πιστέψει κανείς, κυρίως αφοί ξεφυλλίσει τούς τόμους με τά σχέ­διά του που φυλάγονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη.

Ο Hope επισκέφτηκε την Ελλάδα, δύο φορές: τη μία στη διάρκεια του Grand Tour της περιόδου 1787 – 95 και τη δεύτερη γύρω στα τέλη τού 1799. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του περιηγήθηκε την Πελοπόννησο, τον συνόδευε ο Προκόπιος Μακρής, Αντιπρόσωπος της Εταιρείας της Μέσης Ανατολής (Levant Company) στην Αθήνα και ο πατέρας της Τερέζας Μακρή, της «Κόρης των Αθηνών» του Byron.

Φαίνεται πώς προκειμένου να αποκτήσει ένα πληρέστερο λεύκωμα με ελληνικές απόψεις ο Hope αγόρασε ελληνικά έργα και από άλλους καλλιτέχνες. Γνωρίζουμε ότι προσέλαβε το Γάλλο ζωγράφο MichelFrançois Préault, ο όποιος προηγουμένως είχε εργαστεί για τον Προκόπιο Μακρή καθώς και για τον Άγγλο περιηγητή JohnTweddel. Χρησιμοποίησε επίσης και μερικά έργα του Γάλλου Προξένου Louis Sebastien Fauvel. Στις παραστάσεις του Μνημείου της Σαλαμίνας και της Κορίνθου ο Hope σημειώνει ότι τις έχει αντιγράψει από τον Fauvel.

Ο Hope κάνει αναφορές σε παλιότερους περιηγητές σχολιάζοντας – και συχνά αντικρούοντας – τις απόψεις τους. Ο κάπως υπεροπτικός τόνος και η αυτοπεποίθηση με την όποια διατυπώνει τις σκέψεις του πάνω σε προβλήματα ταύτισης των μνημείων ή διαφόρων κλασικών τοποθεσιών είναι χαρακτηριστικά του «πεφωτισμένου» αρχαιόφιλου τουρίστα.

Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope (1769-1831) – Εικόνες από την Ελλάδα του 18ου αιώνα». Μουσείο Μπενάκη, Βρετανικό Συμβούλιο,  Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Αθήνα, 1985.

 

Read Full Post »

Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του, ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Φρειδερίκος Θείρσιος, λιθογραφία 1830.

Κατά τη διάρκεια μίας πολύμηνης παραμονής του στην Ελλάδα (1831-1832), ο ξακουστός Γερμανός Κλασικός Φιλόλογος και φιλέλληνας Friedrich Thiersch ή Ειρηναίος Θείρσιος, όπως συνήθως αναφέρεται στα ελληνικά κείμενα, επισκέφτηκε και πολλά μέρη της Βορειοανατολικής και Κεντρικής Πελοποννήσου: τη Ναυπλία, το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες, τη Νεμέα, τον Φλ(ε)ιούντα, την Μαντίνεια, τον Αρκαδικό Ορχομενό, τη Στύμφαλο, τη Σικυώνα, την Κόρινθο και την Ισθμία. Μέσα από την αλληλογραφία του με τη γυναίκα του, μία σημαντική ιστορική πηγή για την κρίσιμη περίοδο των πολιτικών διενέξεων που μεσολάβησαν από τη δολοφονία του Καποδίστρια έως την άφιξη του Όθωνα, προκύπτουν και πολύτιμες αρχαιολογικές πληροφορίες για τα μέρη που επισκέφτηκε, που φωτίζουν εν μέρει άγνωστες πτυχές της ιστορίας της ελληνικής αρχαιολογίας.

[…] Τα πρωτότυπα κείμενα των επιστολών πρόκειται να δημοσιευθούν προσεχώς με εισαγωγή του Hans Martin Kirchner, αρχαιολογικό και ιστορικό υπομνηματισμό του Καθηγητή Hans Rupprecht Goette (Πανεπιστήμιο Giessen / Κεντρική Υπηρεσία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, Βερολίνο) και της Ιωάννας Σπηλιοπούλου, ελληνική μετάφραση της ιδίας, καθώς και απεικονίσεις, κυρίως από περιηγητικές εκδόσεις της εποχής. Η επικείμενη δίγλωσση έκδοση θα φέρει τον τίτλο: Friedrich Thiersch, Reisebriefe aus Griechenland an seine Frau in der Fassung der Publikation im Morgenblatt fur gelehrte Stande” (1831-1832) / Φρειδερίκος Θείρσιος, Ταξιδιωτικές Επιστολές προς τη σύζυγό του από την Ελλάδα, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στο «Πρωινό Φύλλο για μορφωμένα κοινωνικά στρώματα» 1831-1832….

[…] Την 21η Αυγούστου του 1831 έφυγε ο Θείρσιος από το Μόναχο με μία ταξιδιωτική άμαξα και προορισμό του την Τεργέστη, για να επιβιβασθεί στο πλοίο που θα τον έφερνε στην Ελλάδα, προβάλλοντας ως επίσημη αιτία τη διεξαγωγή αρχαιογνωστικής έρευνας. Τί ήταν όμως πραγματικά αυτό που τον οδήγησε ειδικά εκείνο το πολυτάραχο φθινόπωρο του 1831 στη χώρα μας ως απεσταλμένο του Λουδοβίκου; Για ποιο επίσης λόγο δεν δημοσίευσε τις ταξιδιωτικές του επιστολές στην τόσο σημαντική και οικεία του «Γενική Εφημερίδα του Augsburg» (“Augsburger Allgemeiner Zeitung”) με την οποία είχε στενή συνεργασία, αλλά στο λογοτεχνικό περιοδικό “Morgenblatt fur gebildete Stande”, και πάλι όργανο του Cotta; Γιατί αυτό το ταξίδι ξεκίνησε χωρίς μακρά προετοιμασία και παρατάθηκε πέραν των θερινών τριμήνων διακοπών του Πανεπιστημίου, οδηγώντας τον Θείρσιο να πάρει επιπρόσθετα έξι εβδομάδες ερευνητική εκπαιδευτική άδεια, ξεπερνώντας συνολικά ένα έτος; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα γεννώνται στον υποψιασμένο αναγνώστη, που έκπληκτος πληροφορείται ότι ο Θείρσιος είχε ήδη στραφεί προς το στρατόπεδο των αντιπάλων του Καποδίστρια και ότι η πολιτική τον ενδιέφερε περισσότερο από τις αρχαιότητες, και γι’ αυτόν τον λόγο είχε πάρει την εκπαιδευτική άδεια από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Κύριος λοιπόν στόχος του ταξιδιού του ήταν να προετοιμάσει αποτελεσματικά το έδαφος για την ανακήρυξη του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας και να εκθέσει στη βαυαρική αυλή την πολιτική και οικονομική κατάσταση του υπό συγκρότηση ελληνικού κράτους. Καρπός της μονοετούς αυτής παραμονής του στη χώρα (1831-1832) υπήρξε το δίτομο έργο του De letat actuel de la Grece et des moyens darriver a sa restauration, στο οποίο ασχολείται με την πολιτική κατάσταση της χώρας στα χρόνια του Καποδίστρια και στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δολοφονία του Κυβερνήτη έως την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα.

Τώρα όμως ας περάσουμε στην αρχαιολογική του περιπλάνηση και τις μικροανασκαφές που διενήργησε, περιοριζόμενοι στην Αργολιδοκορινθία και τη γειτονική της Αρκαδία, εφόσον η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μόνο προαναγγελία της επικείμενης δίγλωσσης σχολιασμένης έκδοσης.

 

Ναυπλία, 21 Σεπτ.

 

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1831, μετά από ένα ταξίδι 16 ημερών, έφτασε ο Θείρσιος με πλοίο από την Τεργέστη στο ύψος της Κέρκυρας. Την 21η Σεπτεμβρίου βρίσκεται στο ύψος της Ύδρας και των Σπετσών και συνεχίζει για τη Ναυπλία, από όπου γράφει στη γυναίκα του Αμαλία:

«Ποτέ δεν ήταν η υγεία μου σε καλύτερη κατάσταση, ο καιρός είναι θαυμάσιος, όπως στη χώρα μας το κατακαλόκαιρο, και το κομμάτι της Ελλάδας που βλέπω εδώ γύρω από τον Αργολικό κόλπο, απέναντι το Άργος με την Ακρόπολη της Λάρισας, στα πλάγια τα ερείπια της Τίρυνθας μέσα στην ωραία πεδιάδα, μαγευτικό […]. Αλλά και με τη χολέρα και την πανούκλα δεν υπάρχει εδώ τίποτα το ανησυχητικό. Σε τέσσερεις μέρες θα γράψω σε σένα και σε άλλους αναλυτικά για τη Σύρα, ελπίζοντας ότι αυτό εδώ το γράμμα με τα καλά νέα θα φτάσει νωρίτερα».

 

Άργος, 26 Σεπτ.

 

Πέντε μέρες αργότερα ο Θείρσιος γράφει στη σύζυγό του, ενθουσιασμένος για τις αρχαιολογικές εξορμήσεις που έκανε από το Άργος στις πανάρχαιες κυκλώπειες πόλεις της Αργειακής γης, Τίρυνθα και Μυκήνες.

«Φτάσαμε με τον κ. Metzger την ίδια μέρα στο Άργος μέσω Τίρυνθας, συνοδευόμενοι από τον κ. Ρίζο και τον κ. Σχινά, έναν από τους Έλληνες της νεώτερης γενιάς, που σπούδασαν στη Γερμανία. Σκοπός μας είναι να γνωρίσουμε αυτή τη γωνιά της ιπποτρόφου Αργειακής γης (μυχὸς Ἄργεoς ἱππoβότoιo) και τις πανάρχαιες κυκλόπειες πόλεις του, από τις οποίες η Τίρυνς και οι Μυκήνες κείτονται ακόμη μέσα στα ίδια ερείπια, που ήδη περιέγραψε ο Παυσανίας. Ο δρόμος από το Ναύπλιο οδηγεί μέσω της πεδιάδας, που απλώνεται μεταξύ της άκρης του αργολικού κόλπου και των βουνών σε μία έρημη περιοχή χωρίς καθόλου βλάστηση και φτάνει στα ερείπια της Τίρυνθας, που εκτείνονται στη μέση της πεδιάδας πάνω σε μία επιμήκη βραχώδη ράχη [..]. Τα κυκλώπεια τείχη, η σκεπαστή πύλη κατασκευασμένη από πελώρια κομμάτια βράχου και ο πύργος που υψώνεται πάνω σε μία κολοσσιαία βάση έχουν εξίσου τον μεγαλειώδη χαρακτήρα μιας ηρωικής εποχής».

Στο ίδιο γράμμα της 26ης Σεπτεμβρίου εκφράζει ο Θείρσιος την απογοήτευσή του από τη σύγχρονη πόλη του Άργους, που δεν είναι πλέον αντάξια του ονόματός της, σε αντίθεση με την Ακρόπολη της Λάρισας που δεσπόζει στο βάθος, τα ερειπωμένα τείχη της οποίας αποτελούν άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας.

«Από την Τίρυνθα, που απέχει από το Ναύπλιο μόνο τρία τέταρτα, φτάσαμε εγκαίρως το βράδυ στο Άργος, και αντί να βρούμε μία πόλη αντάξια του ονόματός της, αντικρύσαμε μία σειρά από ευτελείς καλύβες φτιαγμένες από τούβλα, με αμέτρητα ερείπια να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους: τις απαρχές μιας πόλης που αρχίζει να ξανακτίζεται μετά από μία ολοσχερή καταστροφή, ήδη σε μία ανάκατη μορφή με ωραία μεμονωμένα νεόδμητα σπίτια, και πίσω της πάνω σε απόκρηνο ύφωμα το αρχαίο κάστρο της Λάρισας, που τα ερειπωμένα τείχη του  φέρουν τα ίχνη της ενετικής κατάκτησης, το δε κυκλώπειο κάτω μέρος του τα άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας».

 

Μυκήνες, 28 Σεπτ.

 

Μετά από δύο ημέρες γράφει ο Θείρσιος με μεγάλο θαυμασμό για την επίσκεψή του στις Μυκήνες, αναφέροντας και τη μικροανασκαφή που επιχείρησε στον Θησαυρό του Ατρέα.

«Οι Μυκήνες βρίσκονται ακόμα μέσα στα ίδια ερείπια που τις είδε ο Παυσανίας και κείτονται μέσα σε αυτά ήδη 500 χρόνια προ Χριστού, από τότε που η πόλη καταστράφηκε από το γειτονικό Άργος. Ο κυκλώπειος στενός δρόμος με την Πύλη των Λεόντων, το υπόσκαφο οικοδόμημα στο οποίο φύλαγε ο Ατρέας τα όπλα και τα κειμήλιά του, και τα ερείπια πέντε άλλων, ίδιων με αυτά της Τίρυνθας, μαρτυρούν τον χαρακτήρα και τη ζωή της πανάρχαιας εκείνης ελληνικής εποχής, που αποτυπώνεται εδώ οπτικά, ενώ στα ομηρικά έπη εκφράζεται ψυχικά. Όποιος θέλει να γνωρίσει και να κατανοήσει την αρχαία Ελλάδα, θα πρέπει να αρχίσει υποχρεωτικά από αυτό εδώ το αρχαιότερο ιερό της και να καταλήξει στην Αθήνα, δρόμο που θα ακολουθήσω γενικά κι εγώ, και θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που ευνοήθηκα από περιστάσεις τρίτων και οικειοποιήθηκα τις γνώσεις τους μέσα από προσωπική μου αυτοψία. Στον Θησαυρό του Ατρέα έβαλα να ανασκάψουν μέρος του δαπέδου, που αποτελείται κοντά στους τοίχους από κόκκινο κονίαμα, ενώ κοντά στην είσοδο από μαρμάρινες πλάκες, κι έτσι μπόρεσα να διασώσω μερικά υπολείμματα από τους πολύτιμους κίονές του».

Στην επιστολή της 30ης Σεπτεμβρίου από τη Ναυπλία αναφέρεται ο Θείρσιος στα αποτελέσματα των ανασκαφικών του επιχειρήσεών στην Τίρυνθα, που αποσκοπούσαν στον εντοπισμό των θεμελίων του ανακτόρου και της εισόδου του.

«Επιστρέψαμε εχτές το βράδυ μέσω Τίρυνθας στη Ναυπλία. Συνεχίζοντας τις ανασκαφές στην Τίρυνθα, έφερα στο φως μέρος των θεμελίων του αρχαίου ανακτόρου […], μόνο ένα κομμάτι των παραστάδων της πύλης από πράσινο γρανίτη κείτονταν σε απόσταση εικοσιενός ποδιών από την πεσσοστοιχία, εγείροντας την υποψία ότι είχαμε μπροστά μας τα θεμέλια του ανακτόρου και σε αυτό το σημείο σίγουρα την κάτοψη της πύλης του. Πράγματι δεν θα μπορούσε να βρίσκεται σε καλύτερο σημείο από αυτό εδώ, στην άκρη του μέσου της βουνοκορυφής, πίσω από μία κύρια ανάβαση, με θέαση προς τη θάλασσα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης, της κυρίας Ιωάννας Σπηλιοπούλου, Επίκουρος Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832)…

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »