Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φιλέλληνες’

Έβερετ Έντουαρντ  (1794-1865)


  

Έντουαρντ Εβερετ

Έντουαρντ Έβερετ  (Edward Everett). Αμερικανός πολιτικός, διάσημος ρήτορας, κλασικός φιλόλογος και γνωστός φιλέλληνας. Γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1794. Σπούδασε θεολογία στις ΗΠΑ και κλασική φιλολογία στη Γερμανία, ταξίδεψε στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Τουρκία. 

 Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «North American Review», μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ από το 1825 μέχρι το 1835. Στη συνέχεια έγινε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1835-1839) και πρέσβης των ΗΠΑ στο Λονδίνο (1841-1845). Τον επόμενο χρόνο εξελέγη πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και προσωρινά αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική. Το 1852, επί προεδρίας Μίλαρντ Φίλμορ, έγινε υπουργός Εσωτερικών και τον επόμενο χρόνο εξελέγη γερουσιαστής.

 Ένθερμος φιλέλληνας, ο Έβερετ τάχθηκε υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης και της ανάγκης να υποστηριχτεί επίσημα, ενώ συμμετείχε σε οργανώσεις πολιτών για την οικονομική και πολιτική στήριξη των Ελλήνων, συγκεκριμένα ως γραμματέας της Ελληνικής Επιτροπής της Βοστώνης.    

Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδαμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον Έντουαρντ Έβερετ που γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη.

Η δημοσίευση της έκκλησης καθώς και της μετάφρασης του Προσωρινού Συντάγματος της Επιδαύρου, 12 Ιανουαρίου 1822,  στο περιοδικό «The North American Review», που εκδιδόταν στη Βοστώνη (1819-1823), είχε σημαντικά αποτελέσματα στη φιλελληνική κινητοποίηση που ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.

Έντουαρντ Εβερετ

Ο Έντουαρντ Έβερετ είναι ο πρώτος γνωστός Αμερικανός που συνδύαζε το λόγιο ενδιαφέρον για την αρχαιότητα και συγχρόνως διέθετε εκείνη την παιδεία που τον κατηύθυνε στη μελέτη της μεσαιωνικής και νεότερης Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία συναναστράφηκε Έλληνες, ενώ επεδίωξε να γνωρίσει επιφανείς προσωπικότητες, μεταξύ άλλων και τον Κοραή. Αμέσως μόλις έφτασε στην Ευρώπη συναντήθηκε με τον Βύρωνα, το έργο του οποίου γνώριζε ήδη και ασχολήθηκε με την εκμάθηση της νεοελληνικής γλώσσας.

Ο Έβερετ το 1818 είχε συναντηθεί με τον Αδαμάντιο Κοραή, μετά από μεσολάβηση του Τζέφφερσον, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον Κοραή, όταν βρισκόταν στο Παρίσι. Ο Κοραής δέχτηκε με ευχαρίστηση τον Έβερετ, καθώς έτρεφε αισθήματα εμπιστοσύνης προς τους φιλελεύθερους Αμερικανούς δημοκράτες. Ο Έβερετ παρουσίασε την συνάντησή του με τον Κοραή σε κείμενο που δημοσίευσε το 1859 στην εφημερίδα « New York Ledger» και αναδημοσίευσε στο βιβλίο του «The Mount Vernon Papers».   Πέθανε στη γενέτειρά του το 1865.

Στο ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1819 στην Ελλάδα, συντροφιά  με τον Θήοντορ Λάυμαν (Theodore Lyman 1792 – 1849), συγγραφέα, Δήμαρχο της Βοστώνης και γνωστό φιλάνθρωπο, επισκέφτηκε και την Πελοπόννησο. Από την Ελευσίνα έφτασε στην Κόρινθο, όπου και συναντήθηκε με τον Κιαμήλ Μπέη της Κορίνθου, συνέχισε προς το Άργος και την Τρίπολη με κατάληξη του ταξιδιού του τη Σπάρτη.    

Στις σελίδες του ημερολογίου του αναφέρει:

8 Μαΐου

« Πήραμε τον δρόμο της Νεμέας για το Άργος. ( Υπήρχε εκεί ναός του Δία, δωρικού ρυθμού, του 4ου π.Χ. αιώνα). Ίχνος από την πόλη της Νεμέας δεν σώζεται, εκτός από τρεις δωρικούς στύλους του ναού της και τα ερείπια ενός άλλου ναού ή κτιρίου εκεί κοντά. Γύρω από τους τρεις όρθιους στύλους υπάρχει ένας ολόκληρος σωρός από ερείπια, αλλά το υπόλοιπο της πεδιάδας εκεί είναι τελείως άδειο.

Από τη Νεμέα προχωρήσαμε στο Χαρβάτι, ένα χωριό κοντά στην αρχαία πόλη των Μυκηνών. Ο Θησαυρός του Ατρέα ή ο τάφος του Αγαμέμνονα που συναντούμε εδώ είναι σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της αρ­χαιότητας. Η πέτρα πάνω από την είσοδο είναι επιβλη­τική. Πλάι σε αυτόν τον τάφο βρίσκεται ένας άλλος, που έχει εν μέρει ανασκαφεί. Η Πύλη των Λεόντων με απο­γοήτευσε. Την περίμενα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Σχεδόν μου φαινόταν σαν έργο κάποιας μεταγενέστερης εποχής, που μιμούνταν την αρχαία τέχνη.

Αντί να πάμε απευθείας στο Άργος, στείλαμε τις α­ποσκευές μας, και εμείς λοξοδρομήσαμε προς την Τίρυν­θα, τα αρχαιότερα τείχη που σώζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σωστά τα ονομάζουν κυκλώπεια, αφού διαφέ­ρουν πολύ από την πολυγωνική τειχοποιία. Ο κάμπος του Άργους καλλιεργείται λαμπρά. Η θέα του κόλπου και του Ναυπλίου είναι εξαίσια.

Στο Άργος δεν μπορούσαμε να βρούμε κατάλυμα μέσα στην πόλη, γιατί στο παρελθόν κάποιος ξένος τους είχε φέρει πανούκλα. Θα πρέπει να είχαν περάσει δύο ή τρεις μήνες από τότε που είχαν πα­νούκλα εκεί. Κάποιοι Άγγλοι περιηγητές, που πέρασαν ένα δεκαπενθήμερο πριν από εμάς, φοβούνταν να έρθουν στο Άργος και η καραντίνα στην Πάτρα μόλις είχε τελειώσει για όσους έρχονταν από εκεί. Υποχρεωθήκαμε να σταματήσουμε στο λιμάνι και εκεί να βγούμε από ένα δωμάτιο που μας είχε παραχωρηθεί από κάποιον ντόπιο αξιωματικό, ο οποίος, με το που μπήκαμε στο δωμάτιο, απομάκρυνε όλα μας τα στρωσίδια και έτσι αναγκαστή­καμε να κοιμηθούμε σε έναν ανοιχτό διάδρομο. Αντέγρα­ψα μια μεγάλη επιγραφή στον περίβολο.

 

Πηγές


  • Edward Everett, «Σελίδες ημερολογίου 1819», Εισαγωγή –Μετάφραση-Σχόλια, Άντεια Φραντζή, Το Βήμα περιηγήσεις, 2010.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εϋνάρδος Ιωάννης Γαβριήλ (Eynard Jean-Gabriel 1775-1863)


 

Γάλλος τραπεζίτης και θερμός φιλέλληνας. Διακρίθηκε στην υπεράσπιση της Λυών το 1793 και σύντομα έγινε διάσημος στους ηγετικούς ευρωπαϊκούς κύκλους για τις οικονομικές του γνώσεις και την περιουσία του. Πήρε μέρος στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814, εκπροσωπώντας την Ελβετία και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη. Εκεί γνώρισε και τον Καποδίστρια, με τον οποίο έκτοτε συνδέθηκε φιλικά. Ο Εϋνάρδος (Ζαν-Γκαμπριέλ Εϊνάρ) υπήρξε φιλέλληνας με έντονη δράση, καθώς τέθηκε επικεφαλής του φιλελληνικού κομιτάτου στη Γενεύη.

Η σημαντικότερη προσφορά του Εϋνάρδου στον εθνικό αγώνα υπήρξε η συμβολή του στη σύναψη δανείων του νέου ελληνικού κράτους με οικονομικούς κύκλους στο Λονδίνο και το Παρίσι, καθώς και η πρωτοβουλία του για οργάνωση εράνων, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης. Το 1827 ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης της Ελλάδας, σχεδίασε την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας, της οποίας υπήρξε επίτιμος διοικητής μετά την ίδρυσή της το 1841, ενώ χορήγησε το 1847 πενήντα χιλιάδες φράγκα για ικανοποίηση απαιτήσεων της Αγγλίας από το δάνειο του 1832.

 

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος

Ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος γεννήθηκε στη Λυών στις 8 Δεκεμβρίου 1775. Πατέρας του ήταν ο Γαβριήλ-Αντώνιος (Gabriel-Antoine), έμπορος και τραπεζίτης από παλαιά και ισχυρή οικογένεια ευγενών, των Mont-Eynard, της επαρχίας Dauphiné της Ν.Α. Γαλλίας. Ένας κλάδος της οικογένειας έμεινε καθολικός, ο άλλος είχε προσχωρήσει στη Μεταρρύθμιση. Από αυτούς τους ουγενότους Εϋνάρδους, που αμέσως μετά την ανάκληση του Εδίκτου της Νάντης (1685) είχαν καταφύγει στη Γενεύη για να διατηρήσουν την πίστη τους, προερχόταν ο Γαβριήλ-Αντώνιος. Αρκετά μέλη της οικογένειας κατέλαβαν δημόσια αξιώματα στην πόλη και ανέπτυξαν εξαίρετη φιλανθρωπική δράση, ενώ ο παππούς του Ιωάννη-Γαβριήλ, ο Jean-Louis Eynard de Trémolières, αποκαλούνταν l’avocat des pauvres («ο δικηγόρος των φτωχών»).

Το 1769 ο Γαβριήλ-Αντώνιος εγκαταλείπει τη Γενεύη και ιδρύει εμπορικό οίκο στη Λυών. Τον επόμενο χρόνο, αφού η πρώτη του γυναίκα Marie-Françoise de Normandie είχε πεθάνει, παντρεύεται τη Marie-Madeleine Meuricoffre, από οικογένεια εμπόρων του Thurgau Ελβετίας, με την οποία αποκτά τρία παιδιά. Το δεύτερο είναι ο Ιωάννης-Γαβριήλ. Ο νεαρός, που μεγαλώνει και μορφώνεται μέσα σε αυστηρό καλβινικό περιβάλλον, αγαπά πολύ το θέατρο και το κυνήγι. Από νωρίς μαθαίνει δίπλα στον πατέρα του να χειρίζεται τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης και ευδοκιμεί στις εμπορικές υποθέσεις.

Το 1793 κορυφώνεται η αιματηρή σύγκρουση ιακωβίνων και γιρονδίνων. Η Λυών, έχοντας προσχωρήσει στο μοναρχικό στρατόπεδο, πολιορκείται από τα στρατεύματα της Γαλλικής Συμβατικής Συνέλευσης. Πατέρας και γιος Εϋνάρδοι μάχονται γενναία μεταξύ των υπερασπιστών της πόλης. Ο Γαβριήλ-Αντώνιος μάλιστα ήταν εκλεγμένος πρόεδρος του Δήμου της Λυών. Στις 9 Οκτωβρίου η πόλη καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες. Ο Ιωάννης-Γαβριήλ καταφέρνει να διαφύγει-μεταμφιεσμένος σε γυναίκα- στη Γενεύη, ενώ ο πατέρας του συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο και η περιουσία του δημεύεται. Τελικά και ο πατέρας του καταφέρνει να αποδράσει. Όλη η οικογένεια εγκαθίσταται στη μικρή ελβετική πόλη Rolle, του καντονίου Vaud, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης.

Επειδή η πατρική περιουσία καταστράφηκε στη Λυών, ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος στέλνεται στην ετεροθαλή αδελφή του, Lisette Gaulis, στη Γένοβα για να εργασθεί στον μεγάλο εμπορικό οίκο του άντρα της. Μετά από σκληρή μαθητεία και προσωπική δουλειά, ο Ιωάννης-Γαβριήλ αποφασίζει να ιδρύσει, μαζί με τον αδελφό του Jacques και έναν παλιό υπάλληλο των Γκολίς, δικό του εμπορικό οίκο (Eynard Frères et Schmidt).

Αναπτύσσοντας με τόλμη και επιτυχία επιχειρηματική δραστηριότητα (εμπορευόμενοι ελαιόλαδο, κρεμέζι και τσίτια), τα δύο αδέλφια καταφέρνουν επίσης να εξοφλήσουν όλες τις προηγούμενες υποχρεώσεις της πατρικής επιχείρησης. Όταν τον Απρίλιο-Ιούνιο του 1800 οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί πολιορκούν τη Γένοβα (Ναπολεόντειοι πόλεμοι υπατείας), ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος συμπαραστέκεται στα στρατεύματα του γάλλου στρατηγού Α. Masseria συμμετέχοντας θαρραλέα ως εθελοντής στην άμυνα της πολιορκημένης, λιμοκτονούσας πόλης, που τελικά παραδίδεται στις 4 Ιουνίου1800. Ο Εϋνάρδος έρχεται για ένα διάστημα στο Μιλάνο, όπου η γνωριμία του με το στρατηγό H.-Fr. Sebastiani θα τον φέρει σε επαφή με το γαλλικό επιτελείο, και στη συνέχεια καταλήγει στο Λιβόρνο.

Πορτραίτο του Εϋνάρδου, έργο του Γάλλου ζωγράφου Οράτιου Βερνέ (Horace Vernet), φιλοτεχνήθηκε στη Ρώμη το 1831.

Ο Εϋνάρδος αναδεικνύεται στην Ιταλία σπουδαίος έμπορος, ισχυρός τραπεζίτης, ικανός διαχειριστής και διπλωμάτης – κάνει σοβαρές και επιτυχείς επενδύσεις στο δάνειο1.450.000 λιβρών του δουκάτου της Ετρουρίας, σε ορυχεία, στα μεταλλεία σιδήρου και σε γαίες της Κεντρικής Ιταλίας.

Το 1803 αποσύρεται από τον τραπεζικό οίκο που είχε συστήσει με τον αδελφό του στη Γένοβα και εγκαθίσταται στη Φλωρεντία, για να αναλάβει δημόσια καθήκοντα, παράλληλα με τις εμποροπιστωτικές του δραστηριότητες. Απέκτησε έτσι μεγάλη περιουσία επεκτείνοντας τις επιχειρήσεις του στη Γενεύη και τις ιταλικές εμπορικές πόλεις Φλωρεντία και Λιβόρνο.

Αναδιοργανώνει, κατέχοντας υψηλά δημόσια αξιώματα, τα οικονομικά αρκετών ιταλικών κρατιδίων, όπως του δουκάτου της Ετρουρίας, των πριγκιπάτων της Λούκας και του Πιομπίνου, του κράτους της Τοσκάνης κ.ά. Το φθινόπωρο του 1804 συμμετέχει ως μέλος της τοσκανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στις εκδηλώσεις για τη στέψη του Ναπολέοντα στο Παρίσι, ενώ μερικούς μήνες αργότερα, στο Μιλάνο, θα υποστηρίξει με σταθερότητα τα συμφέροντα του δουκάτου (μείωση της φορολογίας) ενώπιον του αυτοκράτορα και βασιλέα της Ιταλίας Ναπολέοντα.

Το 1807 αναλαμβάνει κεντρικός εισπράκτορας των φόρων στα πριγκιπάτα Λούκας και Πιομπίνου που κυβερνούν ο Felix Bacciochi και η γυναίκα του Ελίζα Βοναπάρτη, αδελφή του Ναπολέοντα. Το 1808 γίνεται Ελβετός πολίτης και δημότης της Rolle. Ξαναέρχεται στο Παρίσι τον επόμενο χρόνο ως μέλος της τοσκανικής αντιπροσωπείας που θα ευχαριστούσε τον Ναπολέοντα για το διορισμό της αδελφής του Ελίζας στο θρόνο της Τοσκάνης. Παράλληλα με τα πολιτικά του καθήκοντα, στο Παρίσι αξιοποίησε το χρόνο του μελετώντας χημεία με τον βαρόνο Thénard.

Το 1814 – 15 η Γενεύη γίνεται δεκτή στην Ελβετική Ομοσπονδία. Ο Εϋνάρδος οργανώνει και εφοδιάζει με έξοδα του ιππικό σώμα εθνοφυλακής, της οποίας ορίζεται αντισυνταγματάρχης, για την προστασία της ανεξαρτησίας της περιοχής από τις βλέψεις των Γάλλων. Είναι μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου της Γενεύης και γραμματέας της αντιπροσωπείας στις «Συνθήκες του Παρισιού» και στο Συνέδριο της Βιέννης μαζί με το θείο του – από τη γυναίκα του Άννα- Pictet de Rochemont (1755-1824) και τον Francois d’lvernois.

Στις διεθνείς αυτές συναντήσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν την αναγνώριση της προσάρτησης της Γενεύης στην Ελβετική Ομοσπονδία, καθώς και την ουδετερότητα της Ελβετίας.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ειδικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’, θα υποστηρίξει με συνέπεια, στο πλαίσιο της ρωσικής πολιτικής, τα αιτήματά τους και θα γίνει φίλος τους. Στο Συνέδριο της Βιέννης ο Εϋνάρδος συνοδεύεται από τη γυναίκα του. Το ζεύγος γνωρίζεται με τους περισσότερους ισχυρούς ηγεμόνες, τους μεγάλους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής. Η συνάντησή τους με τον Ιωάννη Καποδίστρια θα καταλήξει σε θερμή, ειλικρινή και μακροχρόνια φιλία. Η φιλία των δύο ανδρών είναι η πρώτη ουσιαστική επαφή του Εϋνάρδου με τα ελληνικά πράγματα. Από τον κορυφαίο κορφιάτη πολιτικό ο γαλλοελβετός τραπεζίτης αρχίζει να πληροφορείται για τα δεινά των υπόδουλων Ελλήνων. Στο Συνέδριο της Βιέννης οι τέσσερις «Μεγάλες Δυνάμεις» καταλήγουν στην «Ευρωπαϊκή Συμφωνία», τη γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, εναντίον όλων των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων της εποχής. Έτσι διαμορφώνεται ένα αρνητικό κλίμα, κυρίως από τη μεριά της Αυστρίας, με εμπνευστή τον καγκελάριο Metternich, και για την ελληνική υπόθεση.

Πορτραίτο της γυναίκας του Εϋνάρδου, Άννας (Anne Charlotte Adelaide), έργο του Γάλλου ζωγράφου Οράτιου Βερνέ (Horace Vernet), φιλοτεχνήθηκε στη Ρώμη το 1831.

Κατά το διάστημα 1817-1821 ο Εϋνάρδος κτίζει στη Γενεύη, στην Promenades des Bastions, το τεράστιο, πολυτελές οικογενειακό του μέγαρο, με σχέδια του ιταλού αρχιτέκτονα G. Salucci και την αποφασιστική συμβολή του ίδιου και της γυναίκας του. Φλωρεντινού-νεοκλασικού ρυθμού, το ωραιότερο κτίσμα της εποχής εκείνης στην πόλη, είναι σήμερα το ανακαινισμένο Δημαρχικό Μέγαρο. Το σπίτι αυτό θα αναδειχθεί σε «στρατηγείο» του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού μερικά χρόνια αργότερα. Την ίδια περίοδο αναπτύσσει πλούσια κοινωνική και πνευματική δράση, είναι πρωτεργάτης ή ενεργό μέλος σε διάφορους φιλολογικούς και καλλιτεχνικούς συλλόγους της Γενεύης, όπως στις Société de Lecture, Société des Arts, Société d’ Histoire et d’ Archéologie, την Utilité Publique, ενισχύει φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες, φροντίζει για τον καλλωπισμό της πόλης κ.ά. Μερικά χρόνια αργότερα θα αποκτήσει πολυτελείς κατοικίες στη Φλωρεντία, τη Ρώμη και το Παρίσι. Συνεχίζοντας την πολιτική του δραστηριότητα, το 1816 έχει αναλάβει να αποκαταστήσει τα δημόσια οικονομικά του Κράτους της Τοσκάνης. Το φθινόπωρο του 1818 αντιπροσωπεύει τον μεγάλο δούκα της Τοσκάνης Φερδινάνδο στο Συνέδριο της Aix-la-Chapelle. Στην αυλή του θα παραμείνει ως σύμβουλος μέχρι το 1821, τιμηθείς το 1818 με τον τίτλο του ευγενή της Φλωρεντίας και του ιππότη του Αγίου Ιωσήφ.

Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και στην Ελλάδα, ο Εϋνάρδος είναι από τους πρώτους Ευρωπαίους που αναμειγνύεται όλο και πιο ζωηρά στο κίνημα συμπαράστασης των αγωνιζόμενων Ελλήνων.

 Τον Αύγουστο του 1821 ιδρύει, μαζί με τους Favre-Bertrand, Et.-L. Dumont, J.C.L. de Sismondi, Bellot κ.ά., την πρώτη φιλελληνική επιτροπή της Γενεύης, η οποία γρήγορα αναγνωρίστηκε από τις επιτροπές των άλλων ελβετικών πόλεων ως συντονιστική αρχή. Γίνεται ο οργανωτής, η ψυχή και ο στυλοβάτης όλων των φιλελληνικών κομιτάτων της Ευρώπης (Γενεύης, Παρισιού, Βέρνης, Ζυρίχης, Λωζάννης, Βερολίνου, Μονάχου, Δρέσδης κ.ά), που βοήθησαν με εράνους, δημόσιες συνεισφορές και διαφώτιση της κοινής γνώμης την υπόθεση του Αγώνα.

Στην αρχή της Επανάστασης, οι φαναριώτες πρίγκιπες Ιωάννης Καρατζάς, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Μιχαήλ Σούτσος φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του και έγιναν φίλοι του, ενώ από το φθινόπωρο του 1822 υποκινείται σταθερά από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος, μετά την παραίτηση του από τα καθήκοντα στην Αυλή του τσάρου, μένει μόνιμα στη Γενεύη και εργάζεται υπέρ του Ελληνικού Αγώνα.

Τα επόμενα χρόνια ο Εϋνάρδος θα γίνει ο γενναίος χρηματοδότης του Αγώνα. Θα διευκολύνει και θα χρηματοδοτήσει την αποστολή ξένων εθελοντών, τροφίμων, πολεμοφοδίων και χρηματικών ποσών στους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ως επιφανής οικονομικός και πολιτικός παράγοντας έχει τη δυνατότητα να προβάλει το Ελληνικό ζήτημα στις ξένες ευρωπαϊκές αυλές και κυβερνήσεις, σε διπλωμάτες και κοινωνικές προσωπικότητες, σε διεθνείς συσκέψεις και συνέδρια. Η τεράστια αλληλογραφία του, τα ταξίδια του και οι επαφές του έχουν αποκλειστικό στόχο την αποκατάσταση της Ελλάδας, την οποία ποτέ στη ζωή του δεν επισκέφτηκε. Αξιόλογη είναι επίσης η αλληλογραφία του με τους έλληνες οπλαρχηγούς και πολιτικούς, πρωταγωνιστές της Επανάστασης. Δικαίως απέκτησε τον τίτλο του «Πρύτανη των Φιλελλήνων» και του «Φίλου των Ελλήνων».

 

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος, λιθογραφία.

 

 Την περίοδο 1825-1827, μετά την απόβαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο και την πολιορκία του Μεσολογγίου, όταν ο Αγώνας μπαίνει σε κρίσιμη φάση, ο Εϋνάρδος εργάζεται στο Παρίσι επί τέσσερις μήνες για τη συγκρότηση της Φιλελληνικής Επιτροπής και την αποστολή της οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα. Προσπαθεί να εξασφαλίσει δάνειο με ευνοϊκούς όρους, αλλά επειδή η διαχείριση θα γινόταν μέσω της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού, οι έλληνες αντιπρόσωποι προτίμησαν να συνάψουν το γνωστό δάνειο του Λονδίνου.

Τον Σεπτέμβριο του 1825, με ενέργειες του Εϋνάρδου συγκεντρώνονται από την Επιτροπή της Γενεύης 55.000-60.000 φρ. για τους Έλληνες. Με άλλα 40.000 φρ. για τρόφιμα και πολεμικό υλικό εφοδιάζει ο ίδιος τους δύο απεσταλμένους Fr. Marcet και W. Romilly, των Επιτροπών του Παρισιού και της Γενεύης αντίστοιχα, που στέλνονται στην Ελλάδα το επόμενο έτος. Όταν πληροφορείται την πολιορκία του Μεσολογγίου, έχοντας ζήσει ο ίδιος την ίδια ζοφερή κατάσταση δύο φορές στη ζωή του, συγκινείται. Στέλνει αμέσως ως δική του εισφορά 12.000-15.000 φρ. για σιτάρι, εξασφαλίζοντας άλλες 60.000 φρ. από τους γάλλους φιλέλληνες τα οποία στέλνονται, μέσω Ζακύνθου, στα πεδία των μαχών και το Μεσολόγγι. Απευθύνει μήνυμα «στους ένδοξους στρατιωτικούς αρχηγούς των γενναίων του Μεσολογγίου και στην ανδρεία φρουρά του». Έρχεται με τη γυναίκα του στην Αγκώνα να επιβλέψει προσωπικά τη φόρτωση των πλοίων με εφόδια για τη μαρτυρική πόλη, η οποία στο μεταξύ είχε πέσει στις ορδές του Ιμπραήμ.

Η θυσία του Μεσολογγίου τον πείθει ότι χρειάζεται αποτελεσματικότερος συντονισμός της προσπάθειας για βοήθεια. Στέλνει 51.000 φρ. για εξαγορά των σκλαβωμένων γυναικόπαιδων, διορίζει αντιπροσώπους του τον Γ. Παπαμανόλη στα Κύθηρα και τον Τ. Τ. Petrini στο Ναύπλιο, στέλνει στην Ελλάδα για την καλύτερη διαχείριση της βοήθειας τον συμπατριώτη του γιατρό φιλέλληνα Louis-André Gosse. Μεσολαβεί για τη μετάκληση του ναυάρχου Cohrane. Συμμετέχει με 150.000 φρ. στα έξοδα ναυπήγησης και εξοπλισμού ενός πολεμικού πλοίου.

Από την πτώση του Μεσολογγίου μέχρι τις πρώτες μέρες του 1827, είχαν σταλεί στην Ελλάδα, με φροντίδα του Εϋνάρδου, από τα ελβετικά, γερμανικά και γαλλικά φιλελληνικά κομιτάτα τρόφιμα συνολικού βάρους 7,4 εκατομμυρίων λιβρών, ενώ μέσα στο 1827 απέστειλε από εράνους πάνω από 800.000 φρ. Σε απολογισμό που παρουσίασε ο Εϋνάρδος στα τέλη του 1827, ανέφερε ότι μόνο από τον εβδομαδιαίο έρανο του 1826 είχαν αποσταλεί συνολικές εισφορές στους Έλληνες πάνω από 2,5 εκατομμύρια φράγκα. Χωρίς επίσημη διπλωματική ιδιότητα, αλλά με το μεγάλο διεθνές κύρος του χειρίστηκε με επιτυχία τα μεγάλα ελληνικά διπλωματικά προβλήματα της περιόδου 1827-1832, επηρεάζοντας σημαντικά τις αποφάσεις του Λονδίνου Ιούλιο του 1827 και του Παρισιού στα 1829-30. Τον Μάιο του 1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα του απονέμει τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια «πολιτογραφούσα αυτόν αληθή Έλληνα και πολίτην της Ελλάδος».

Το διάστημα 1827-1831 όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας γίνεται Κυβερνήτης της Ελλάδας, βρίσκει στο πρόσωπο του Εϋνάρδου τον σοφό σύμβουλο και τον σταθερό συμπαραστάτη σε οποιαδήποτε οικονομική δυσκολία της νεοσύστατης Ελληνικής Πολιτείας: οικονομική στήριξη, κεφάλαια για τη γεωργική ανάπτυξη και την ίδρυση της γεωπονικής σχολής Τίρυνθας, αποστολή σπόρων, πατάτας, εργαλείων, φαρμάκων, συμβολή του στην ανοικοδόμηση χωριών, στην οργάνωση της παιδείας και του στρατού, δημιουργία της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας (στέλνει συνολικά 100.000 φρ. για την Τράπεζα), χορήγηση κρατικών δανείων που είχαν αρνηθεί στην Ελλάδα οι Δυνάμεις.

Κυρίως το δάνειο των 1.500.000 φρ. του 1829, για να πληρωθεί ο στρατός και να παταχθεί η ληστεία. Το 1828, όταν αναγκάζεται να πάει στα Πυρηναία για περίθαλψη της γυναίκας του, αφήνει στο Παρίσι αντικαταστάτη του τον Μιχαήλ Σούτσο, ο οποίος θα διοριστεί, μετά από εισήγηση του, έλληνας πρεσβευτής. Το 1830, αν και προσκείμενος στη γαλλική πολιτική, υποστήριξε την υποψηφιότητα για το θρόνο της Ελλάδας του πρίγκιπα του Saxe-Cobourg Λεοπόλδου. Την ίδια χρονιά, η πόλη της Θήβας έδωσε το όνομα του Ι.-Γ Εϋνάρδου στη μεγαλύτερη πλατεία της, ενώ το 1837 το δημοτικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε την ανέγερση μνημείου στην πλατεία, «εις τιμήν του ευκλεούς τούτου ανδρός και ευεργέτου της πατρίδος».

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, προκάλεσε συντριβή στον πολυαγαπημένο του Ελβετό φίλο, ο οποίος μάλιστα του είχε ετοιμάσει στο Beaulieu μικρό περίπτερο, για να περάσει ήσυχα τα τελευταία του χρόνια. Για να τιμήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, να υπερασπίσει τη μνήμη του από δυσμενή σχόλια Ελλήνων και ξένων αλλά και την υπόληψη της Ελλάδας, δημοσίευσε στο Παρίσι μια συλλογή δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων σχετικά με τα θλιβερά γεγονότα του 1831 με τίτλο Lettres et documents officiels relatifs aux derniers événements de la Grèce; qui ont précédé et suivi la mort du comte Capodistrias, jusqu’ au 31 octobre 1831.

Κατά τα έτη 1831-1836 ο Εϋνάρδος φροντίζει να σταλεί στην Ελλάδα ο έμπειρος γάλλος οικονομολόγος Arthémond de Regny, επιστήθιος φίλος του, ο οποίος θα οργανώσει τα δημόσια οικονομικά της χώρας. «Γενικός Επόπτης των οικονομικών του βασιλείου», το 1834 ιδρύει και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το 1838 αναλαμβάνει γενικός επιμελητής της οικονομικής διαχείρισης. Η γνωριμία του Regny, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το σύμβουλο Γ. Σταύρο και η φιλία των δύο ανδρών επηρέασαν αποφασιστικά την κατοπινή ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας. Ο Εϋνάρδος υπήρξε επίσης ανιδιοτελής, «ειλικρινής σύμβουλος» του βασιλιά Όθωνα, παρ’ όλο που δεν εισακουγόταν πάντα. Το 1837 του απονέμεται, με το Βασιλικό Διάταγμα της 17.7.1837, ο Μεγαλόσταυρος του Β. Τάγματος του Σωτήρος.

Την περίοδο 1837-1840 ο Εϋνάρδος συμμετέχει στις ανεπιτυχείς προσπάθειες ίδρυσης τράπεζας στο νεοελληνικό κράτος, είτε μόνος του είτε με τον αγγλικό οίκο Wright και αργότερα με ολλανδούς κεφαλαιούχους. Από το 1838 παραχωρεί κεφάλαια 300.000 φρ. στους Ρενύ και Σταύρο για να προεξοφλούν εμπορικά γραμμάτια στην αθηναϊκή αγορά με τόκο 8% (η γνωστή ως Προεξοφλητική Τράπεζα Εϋνάρδου), ώστε να παταχθεί η τοκογλυφία. Η πρόχειρη τράπεζα του Εϋνάρδου λειτούργησε ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι αξιώσεις των τοκογλύφων.

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος, ελαιογραφία του ζωγράφου Firmin Massot.

Το 1841 κηρύσσει «νέο συναγερμό των Φιλελλήνων», κάνει προσπάθειες να βοηθηθεί η Κρητική Επανάσταση του 1841, να απελευθερωθεί η Μεγαλόνησος και να ενωθεί με την Ελλάδα. Δεν πρόλαβε να στείλει όμως τη βοήθεια, γιατί η επανάσταση γρήγορα κατεστάλη. Επίσης επεμβαίνει για την απελευθέρωση των χριστιανών αιχμαλώτων στην Αλγερία των γαλλο-αλγερινών συγκρούσεων του 1839-1841. Ο Εϋνάρδος συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1841 και υποστηρίζει τον Γ. Σταύρο για τη θέση του διευθυντή της Τράπεζας. Οι Ι.-Γ. Εϋνάρδος και Νικόλαος Ζωσιμάς ανακηρύσσονται «επίτιμοι διοικηταί» της Ε.Τ.Ε. από την προκαταρκτική συνέλευση των μετόχων της 13 Νοεμβρίου 1841.

Το 1842 η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία τον εκλέγει επίτιμο πρόεδρό της. Το 1843, έτος οικονομικής κρίσης στη Ελλάδα, ο Εϋνάρδος προσπαθεί να πείσει τις ξένες δυνάμεις να δανείσουν πάλι τη χώρα, ενώ όταν η ελληνική κυβέρνηση καταργεί τις πρεσβείες προσφέρεται πάλι να αναλάβει τη διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Αυτή την εποχή μεσολαβεί για το διακανονισμό απαιτήσεων διαφόρων κεφαλαιούχων συμπατριωτών του έναντι του ρωσικού δημοσίου και ο τσά­ρος Νικόλαος Α’ του απονέμει το σταυρό του Τάγματος της Αγίας Άννας.

Το 1847 διευκόλυνε την ελληνική κυβέρνηση χορηγώντας της δάνειο 500.000 φρά­γκων, ώστε να ανταποκριθεί στην πληρωμή της εξαμηνιαίας δόσης του εθνικού δανείου του 1832 των 60.000.000 φράγκων. Από το 1848 και έπειτα απομονώνεται από την κοινωνική ζωή, αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στη θρησκεία και τη μελέτη των χριστιανικών κειμένων. Επιπλέον τον ταλαιπωρούν τα προβλήματα της υγείας του.

Μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (1856) στο Συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι ο Όθωνας απευθύνει έκκληση στον Εϋνάρδο να μεσολαβήσει με το κύρος του για ευνοϊκές λύσεις υπέρ της Ελλάδας.

Το 1862 τον επισκέπτεται ο βασιλιάς Όθων στο Beaulieu, για να του μεταφέρει αυτοπροσώπως την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του ελληνικού λαού και να του παραδώσει ιδιοχείρως το ανώτατο ελληνικό παράσημο, το Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, το οποίο του είχε απονεμηθεί το 1837. Το 1863 στο δημοψήφισμα για την εκλογή του νέου βασιλιά της Ελλάδας μετά την έξωση του Όθωνα, ο Εϋνάρδος λαμβάνει αρκετές ψήφους ελλήνων πολιτών, που σε ένδειξη μεγάλης ευγνωμοσύνης τον προτείνουν τιμητικά για αρχηγό του ελληνικού κράτους. Ο μεγάλος Ελβετός φιλέλληνας πεθαίνει στη Γενεύη, σε ηλικία 87 ετών, στις 5 Φεβρουαρίου.

  

Ο οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος

 

Ο έμπειρος επιχειρηματίας Εϋνάρδος, ο οποίος χρημάτισε για δεκαετίες οικονομικός σύμβουλος πολλών κυβερνήσεων της εποχής, είχε την εδραιωμένη άποψη ότι για την ομαλή λειτουργία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν απαραίτητη η δημιουργία ενός οργανωμένου τραπεζικού συστήματος. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1827 έγραφε στο φίλο του, I. Καποδίστρια, ο οποίος ερχόταν στην Ελλάδα ως εκλεγμένος Κυβερνήτης της, για την ανάγκη ενίσχυσης των αγροτικών πληθυσμών της χώρας με δάνεια και την ιδέα του για την ίδρυση ενός πιστωτικού οργανισμού διαρκείας[1].

Στα 1828 συνέπραξε μαζί με τον Καποδίστρια, προσφέροντας όνομα, κεφάλαια 100.000 φράγκων και σχέδια για την ίδρυση της πρώτης ελληνικής τράπεζας, της Εθνικής Χρηματιστικής. Πρόβλεψε ότι το μέλλον της νεοσυσταθείσας τράπεζας θα κριθεί αποκλειστικά από τη στάση των πλούσιων Ελλήνων, μιας και η διεθνής οικονομική συγκυρία στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων ήταν τότε αρνητική[2]. Η μικρή ανταπόκριση των ελλήνων κεφαλαιούχων, η γενικευμένη ένδεια, η απορρόφηση των κεφαλαίων της τράπεζας αυτής από τις μεγάλες δανειακές ανάγκες του νεοσύστατου κράτους και η δολοφονία του Κυβερνήτη οδήγησαν την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα σύντομα στο «μαρασμό».

 

Το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας κατά τον 19ο αιώνα.

 

Ο Εϋνάρδος όμως δεν εγκατέλειψε το όραμά του. Την εποχή της Αντιβασιλείας αναμείχτηκε πάλι δραστήρια σε μερικές από τις προσπάθειες ίδρυσης ενός σταθερότερου πιστωτικού ιδρύματος [3]. Τέλη 1837 – αρχές 1838 υπέβαλε σχέδιο για την ίδρυση μιας προεξοφλητικής τράπεζας με κεφάλαια 2 – 4 εκατομμύρια δρχ. που θα ανήκε κατά 50% στο ελληνικό δημόσιο, θα συμμετείχε ο ίδιος με το 25%, ενώ το υπόλοιπο θα μοιράζονταν άλλοι κεφαλαιούχοι. Η τράπεζα θα είχε δικαίωμα έκδοσης τραπεζογραμματίων, θα προεξοφλούσε εμπορικά γραμμάτια και θα έδινε δάνεια με ενέχυρο ή υποθήκη με επιτόκιο 8%.

Οι αντιδράσεις τόσο από μέρους των ελλήνων ανταγωνιστών μεγαλεμπόρων – τοκιστών, όσο και από την αγγλική πλευρά που τον θεωρούσε εκπρόσωπο των γαλλικών ή των ρωσικών, λόγω της φιλίας του με τον I. Καποδίστρια, συμφερόντων, τον ανάγκασαν σε ένα διπλωματικό ελιγμό, εφόσον οι τρεις μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, επηρέαζαν αποφασιστικά οποιοδήποτε εγχείρημα στην οικονομική πολιτική της χώρας. Έτσι το 1839 έκανε κοινή πρόταση με τον άγγλο τραπεζίτη Wright για μια υποθηκική και προεξοφλητική τράπεζα με εκδοτικό προνόμιο και μεγαλύτερα κεφάλαια. Η διαφωνία όμως ως προς τη διοίκησή της – ο Εϋνάρδος ήθελε επικεφαλής τον Σταύρο ή τον Ρενύ- και η πτώχευση, τον επόμενο χρόνο, του οίκου Wright ματαίωσαν κι αυτό το σχέδιο. Άλλη μια προσπάθεια ολλανδών κεφαλαιούχων που υποστήριξε ο Ελβετός τραπεζίτης δεν ευοδώθηκε επίσης. Εντωμεταξύ, έχει γνωριστεί, μέσω του στενού του φίλου Arthémond de Regny[4], με τον ηπειρώτη έμπορο Γεώργιο Σταύρο.

Γεώργιος Σταύρος, πρώτος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Ο Σταύρος είχε ήδη χρηματίσει γενικός ταμίας του Εκτελεστικού στην Επανάσταση, οικονομικό στέλεχος του I. Καποδίστρια, διευθυντής της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας και ήταν μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το 1835. Στο πρόσωπο του Σταύρου ο Εϋνάρδος ανακαλύπτει έναν πολύτιμο συνεργάτη με μεγάλη πείρα στον εμπορικό τομέα και βαθύ γνώστη της ελληνικής κοινωνίας.

Μεταξύ των δύο ανδρών, οι οποίοι μάλιστα δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά, αναπτύχθηκε μια δια βίου ειλικρινής, αμοιβαία φιλία και εμπιστοσύνη που θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό μέλλον της χώρας μας.

Στα 1838 ο Εϋνάρδος, προπαρασκευάζοντας το έδαφος για την ανάπτυξη οργανωμένης πίστης στην Ελλάδα, παραχώρησε όσα κεφάλαια είχε εισαγάγει στη χώρα, 300.000 φράγκα, στους Ρενύ και Σταύρο με σκοπό αρχικά την «έκδοσιν και υποστήριξιν ταμιακών γραμματίων του δημοσί­ου», αργότερα τη βραχυπρόθεσμη προεξόφληση εμπορικών γραμματίων με τόκο 8%.

Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο οργανωμένο προεξοφλητικό γραφείο στην Αθήνα, η γνωστή ως «Τράπεζα Εϋνάρδου»[5]. Εξαιτίας της δημόσιας θέσης που κατείχε ο Ρενύ, ως γενικός επιμελητής της οικονομικής διαχείρισης στην Ελλάδα, σχεδόν όλη η παραπάνω δραστηριότητα έπεσε στις πλάτες του Σταύρου, κυρίως μετά τον Απρίλιο του 1840, όταν ο Ρενύ αναχώρησε με άδεια στο Παρίσι. Η δράση της μικρής προεξοφλητικής τράπεζας είχε θετικότατα αποτελέσματα στο εμπόριο και προετοίμασε το κλίμα για την αποδοχή ενός πιστωτικού ιδρύματος που θα περιόριζε τη δράση των παραδοσιακών εμπορικών-τοκογλυφικών δικτύων.

Αποτέλεσε επίσης θετικό προηγούμενο για την τελική αποδοχή από το βασιλιά Όθωνα των σχεδίων Σταύρου και Εϋνάρδου για την ίδρυση μιας καθαρά ελληνικής τράπεζας. Οι συνδυασμένες προσπάθειες Εϋνάρδου, Σταύρου και Ρενύ συνέβαλαν ώστε να διαλυθούν οι φόβοι και οι προκαταλήψεις, να παραμεριστούν τα εμπόδια, οι δισταγμοί και η αναβλητικότητα του Όθωνα στην ίδρυση της τράπεζας. Τελικά στις 30 Μαρτίου 1841 δημοσιεύεται ο νόμος περί Εθνικής Τραπέζης. Ο Εϋνάρδος εγγράφεται ανάμεσα στους πρώτους για 300 μετοχές[6], πείθοντας παράλληλα τους τραπεζίτες Rothschild να γραφούν για 50 μετοχές, ενώ άλλες 50 στο όνομα τους αγοράζει ο ίδιος, ώστε να δημιουργηθεί ευμενής εντύπωση στο επενδυτικό κοινό.

Επιδιώκοντας την ελληνική κυρίως συμμετοχή στα κεφάλαια της Ε.Τ.Ε., διευκολύνει την ελληνική κυβέρνηση να πληρώσει την προκαταβολή για τις 1.000 μετοχές της. Παραχωρεί στον Γ. Σταύρο 10 μετοχές από τις δικές του[7] και δανείζει χρήματα σε έλληνες ιδιώτες για να μπορέσουν να γίνουν μέτοχοι. «Άνευ του ενθουσιασμού και του ζήλου του Εϋνάρδου ήτο αδύνατον εις τα 1842 να ιδρύετο Εθνική Τράπεζα» γράφει χαρακτηριστικά ο Δημήτριος Ζωγράφος[8].

Ενώ πολύ εύστοχα ο καθηγητής, και σημερινός ακαδημαϊκός, Μιχαήλ Σακελλαρίου σε ομιλία του για τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Ελβετού φιλέλληνα επισήμαινε ότι ο Εϋνάρδος «συμβάλλοντας στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας και προπάντων βοηθώντας το ελληνικό δημόσιο να γίνει κύριος μέτοχός της, όχι μόνον απέτρεψε τον κίνδυνο να υποταγεί η ελληνική οικονομία σε ξένους τραπεζίτες, αλλά και έδωσε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να ελέγχει άμεσα έναν οργανισμό που πήρε κατ’ αποκλειστικότητα το δικαί­ωμα εκδόσεως χαρτονομίσματος μέσα στην Ελλάδα και έγινε ο ρυθμιστής της ιδιωτικής οικονομίας»[9].

Μόλις η Εθνική Τράπεζα άρχισε να λειτουργεί, ο Εϋνάρδος σταμάτησε τη δική του τραπεζική δραστηριότητα στην Αθήνα και έδωσε εντολή τα κεφάλαιά του να μεταφερθούν στο νέο ίδρυμα. Λίγους μήνες αργότερα, Απρίλιο-Ιούνιο 1842, θα φροντίσει πρόθυμα να υλοποιήσει την απόφαση του συμβουλίου της Τράπεζας για την κατασκευή, στο Παρίσι, των πρώτων τραπεζογραμματίων της Ε.Τ.Ε. των 25 και 50 δραχμών, δίνοντας χρήσιμες οδηγίες για την προστασία τους από παραχαράξεις. Στα σοβαρά θέματα που αντιμετώπισε η Τράπεζα στα πρώτα της βήματα, όπως η διείσδυση της στην ελληνική αγορά, η αποδοχή του τραπεζογραμματίου της, η οργανωτική συνοχή και οι σχέσεις της με τους ανταγωνιστές μεγαλέμπορους που έλεγχαν τα παραδοσιακά πιστωτικά δίκτυα, οι συμβουλές του Εϋνάρδου υπήρξαν αποφασιστικές.

 

Ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος σε ώριμη ηλικία.

 

Έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα των τραπεζογραμματίων, ως βασικό εργαλείο εκσυγχρονισμού και άσκησης πιστωτικής πολιτικής. «Η επιστολή σας – έγραφε από το Παρίσι προς τον Σταύρο στις 7 Μαρτίου 1842- με πληροφορεί πως η Τράπεζα άρχισε τις εργασίες της και πως τα τραπεζογραμμάτια γίνονται ευμενώς δεκτά. Για να συνηθίσουν οι κάτοικοι στη χρήση τους, μην ξεχνάτε πως σε κάθε προεξόφληση η πληρωμή πρέπει να γίνεται σε τραπεζογραμμάτια και πως η ανταλλαγή των τελευταίων με μεταλλικά νομίσματα πρέπει να γίνεται λίγες ώρες αργότερα. Θα δείτε ότι σιγά σιγά οι μεγαλέμποροι θα βαριούνται να έρχονται να κάνουν αυτές τις ανταλλαγές και ότι οι περισσότεροι θα προτιμούν τα τραπεζογραμμάτια από τα μεταλλικά νομίσματα, γιατί είναι ευκολότερο να τα κρύψουν»[10].

Ειδικά στο πρόβλημα που προέκυψε, τον Μάιο-Ιούνιο 1842, από την άρνηση των ταμείων του κράτους να αποδέχονται πλήρως τα τραπεζογραμμάτια της Ε.Τ.Ε. ως μέσο πληρωμής, οι παρεμβάσεις του στους υπουργούς Εσωτερικών Δ. Χρηστίδη και Οικονομικών Γ. Τισσαμενό, αλλά και στον ίδιο τον Όθωνα ήταν καθοριστικές. Βοήθησαν να οροθετηθούν οι σχέσεις κράτους-Εθνικής Τράπεζας και να εκδοθεί το β.δ. της 13/25.8.1842 «Περί παρα­δοχής τραπεζικών γραμματίων εις τα δημόσια ταμεία». Παράλληλα συστήνει στον Γ. Σταύρο να χειριστεί προσεκτικά το θέμα με τους κυβερνητικούς παράγοντες, επισημαίνοντας ότι: «Εφόσον η δημόσια πίστη είναι το πιο ευαίσθητο πράγμα, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται μέτρα χωρίς να συμβουλεύονται ή να συνεννοούνται με την Τράπεζα, αφού εκτός των άλλων το ίδρυμα τούτο είναι προωρισμένο να προσφέρει υπηρεσίες στην Κυβέρνηση, η οποία είναι επιπλέον ο μεγαλύτερός του μέτοχος»[11].

Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι έλειπαν από την Ελλάδα οικονομικά στελέχη με στέρεες γνώσεις της τραπεζικής τεχνικής, φρόντισε, μέσω του παλαιού γνωστού του γάλλου υπουργού των Εξωτερικών Guizot, να σταλεί στην Ελλάδα, ένας έμπειρος στα τραπεζικά ζητήματα ανώτερος υπάλληλος του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών, ο Louis Lemaìtre[12]. Τον Φεβρουάριο του 1842, ο «Λεμαίτρης» διορίστηκε βασιλικός επίτροπος στην Ε.Τ.Ε.

Συνεργαζόμενος αρμονικά με τον Σταύρο, οργάνωσε υποδειγματικά το λογιστικό σύστημα της Τράπεζας με βάση τα σύγχρονα γαλλικά πρότυπα, συνέταξε το νέο καταστατικό με τις διευρυμένες εργασίες της Ε.Τ.Ε. το 1843 και εκπαίδευσε τα πρώτα στελέχη της Τράπεζας Γ. Βασιλείου, Ευθ. Κεχαγιά, Στ. Παππά κ.ά. Για την έγκριση του νέου καταστατικού, το οποίο καθόρισε το χαρακτήρα και το μέλλον του ιδρύματος, ο Εϋνάρδος είχε κάνει ολόκληρο αγώνα για να πείσει τον αναποφάσιστο Όθωνα. Στη σκληρή σύγκρουση Ε.Τ.Ε. και ελλήνων μεγαλεμπόρων – τοκιστών για τον έλεγχο της πίστης, ο Εϋνάρδος συμπαραστάθηκε στον Γ. Σταύρο, ο οποίος κατασυκοφαντήθηκε και πιέστηκε σε τέτοιο βαθμό που να σκέπτεται την παραίτηση.

Ο ευφυής Ελβετός του πρότεινε τότε στρατηγικό ελιγμό: περιορισμό των ενυπόθηκων δανείων και διεύρυνση του προεξοφλητικού δανεισμού των εμπόρων, «ακόμη και των τοκογλύφων», ώστε με το συμβιβασμό αυτόν οι μεγαλέμποροι να παύσουν την υπονόμευση και να συμμετάσχουν με κεφάλαια στην Τράπεζα. Με τις συμβουλές του Εϋνάρδου επιτεύχθηκε τελικά ο στόχος της Εθνικής να αυξήσει την κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων της και να εδραιώσει το ρόλο της στην ελληνική οικονομία[13]. Όταν έληξε η πρώτη διετής θητεία του Γ. Σταύρου στη διοίκηση της τράπεζας, ο Εϋνάρδος, με επιστολή του στη γενική συνέλευση των μετόχων της Ε.Τ.Ε. (1845), πρότεινε την επανεκλογή και την αύξηση της θητείας του διευθυντή σε επτά χρόνια.

Οι προτάσεις του έγιναν ομόφωνα δεκτές από τους μετόχους, όπως και τέσσερα χρόνια αργότερα όταν με υποδείξεις του ανακηρύχθηκε ο Γεώργιος Σταύρος ισόβιος διοικητής της Ε.Τ.Ε. Το 1845-6 ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος, σε συνεργασία με τον έλληνα πρόξενο στο Παρίσι Adolphe d’ Eichthal και τον L. Lemaître, φρόντισε για την έκδοση των νέων τραπεζογραμματίων της Εθνικής, τα οποία κατασκευάστηκαν στη Γαλλία. Το 1847 η Ελλάδα θα βρεθεί στον ανεμοστρόβιλο του αγγλογαλλικού ανταγωνισμού και των πολιτικών εντάσεων. Η Αγγλία απαίτησε πιεστικά από την κυβέρνηση Κωλέττη να πληρώσει τη δόση του εθνικού δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων του 1832.

Μεταθανάτιο πορτραίτο του Εϋνάρδου. Φιλοτεχνήθηκε από τον ανεψιό του, Κάρολο Εϋνάρδο.

Χάρη στον Εϋνάρδο που προσφέρθηκε να χορηγήσει δάνειο 500.000 φράγκων, ασφαλισμένο με 558 από τις χίλιες μετοχές της Ε.Τ.Ε. που κατείχε το κράτος, διευκολύνθηκε η ελληνική κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις διεθνείς υποχρεώσεις της. Στη μεγάλη οικονομική και νομισματική κρίση του 1848, όταν απειλήθηκε κι αυτή η ίδια η υπόσταση της Τράπεζας, ο Εϋνάρδος καθοδήγησε προσεκτικά τους Γ. Σταύρο και Ευθ. Κεχαγιά σε κάθε τους βήμα, ώστε, σε συνεργασία με το κράτος, να διασφαλιστεί το μεταλλικό αποταμίευμα της Ε.Τ.Ε. από τους κερδοσκόπους, να αντέξει το τραπεζογραμ­μάτιο της στις πιέσεις του τοκογλυφικού κεφαλαίου και να εδραιωθεί ο χαρακτήρας του ιδρύματος ως μοντέρνου αστικού θεσμού με ευρύτερο κοινωνικό ρόλο και μακροπρόθε­σμους στόχους[14].

Η αναγκαστική κυκλοφορία που επέβαλε η ελληνική κυβέρνηση, από τις 4 Απριλίου έως τις 16 Δεκεμβρίου 1848, συνέβαλε θετικά στη λύση του προβλήματος. Ο Εϋνάρδος είχε πυκνή αλληλογραφία, επί 20 και πλέον χρόνια, με τον Γεώργιο Σταύρο, δίνοντας του πολύτιμες και λεπτομερείς συμβουλές πάνω σε πολλά θέματα τραπεζικής οργάνωσης. Οι συμβουλές αυτές κάλυπταν θέματα όπως ο εσωτερικός κανονισμός της Τράπεζας, το ζήτημα της ασφάλειας των χρηματοκιβωτίων, ο κίνδυνος των επισφαλών απαιτήσεων, οι προσλήψεις και το μισθολόγιο των υπαλλήλων, το ποσοστό κέρδους των διευθυντών και του προσωπικού, οι παραγγελίες των τραπεζογραμματίων, οι σχέσεις με την πολιτική και την κυβέρνηση, η οικονομική συνδρομή των παραγωγών, η αντιμετώπιση των κερδοσκόπων κ.ά.

 Χαρακτήριζε την Τράπεζα τιμόνι του μέλλοντος της χώρας μας («la Banque est le timon de l’avenir de la Grèce…»[15]) και τον ενδιέφερε καθετί που απασχολούσε την Ε.Τ.Ε. Επικροτούσε τις προόδους της, ανησυχούσε για τις δυσκολίες ή τις αποτυχίες της. Έκανε υποδείξεις στα στελέχη της για την καλύτερη και ασφαλέστερη οργάνωση της. Συμμετείχε πρόθυμα σε επενδυτικές πρωτοβουλίες της όπως η σύσταση ατμοπλοϊκής εταιρείας και διορύξεως του πορθμού του Ευρίπου στα 1849.

Μέσα από την καθαρά επαγγελματική-τραπεζική αλληλογραφία του με τον Γ. Σταύρο αναδύεται επίσης το ενδιαφέρον του για τα γενικότερα ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα και κάνει πάντοτε σοφές και αποτελεσματικές υποδείξεις σε οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, ακόμη και πολιτιστικά θέματα. Το αυστηρό καλβινικό μυαλό του απαιτούσε ακρίβεια, τάξη, οικονομία, νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, κομματική ουδετερότητα, προβλεπτικότητα, συνεχή προσπάθεια βελτίωσης[16].

Χωρίς να παρεμβαίνει ανοιχτά στο έργο της διοίκησης, υφαίνοντας διακριτικά τη σχέση του υψηλού συμβούλου μέσω του Σταύρου, ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος διατήρησε ισόβια τον τίτλο του πιο επιφανούς μετόχου της Εθνικής Τράπεζας. Αν και κατά καιρούς προβληματιζόταν να πουλήσει τις περισσότερες μετοχές του – όταν η ισχυρή πια Τράπεζα δεν είχε τόση ανάγκη το όνομά του- και να επενδύσει τα κεφάλαιά του σε γη ή ακόμη να κτίσει πολυτελές σπίτι στην Αθήνα, συναισθηματικά δεμένος με το ίδρυμα και τους ανθρώπους του, δεν το επιχείρησε ποτέ[17]. Μέχρι τα τελευταία του χρόνια διατηρήθηκε αμείωτο το ενδιαφέρον του για την πορεία του ιδρύματος, όπως αποδεικνύει η εντυπωσιακή αλληλογραφία του.

Άφησε στους κληρονόμους του, τη γυναίκα του Άννα και τους ανιψιούς του Gabriel-Alfred Eynard και Charles-François-Adolphe Eynard, τετρακόσιες δέκα συνολικά μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, μερικές από τις οποίες ήταν ακόμη στα χέρια της πολύκλαδης αυτής οικογένειας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Εϋνάρδος, πέρα από οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, υπήρξε και ο διακριτικός καθοδηγητής της Τράπεζας που παρείχε την ανεκτίμητη τεχνογνωσία του κατά τα πρώτα βήματα της. Πάνω από όλα όμως παρέμεινε ο ανιδιοτελής φίλος, ο οποίος παρακολουθούσε με στοργικό ενδιαφέρον το δημιούργημα του μέχρι το τέλος του βίου του.

 

Ιστοριογραφική έρευνα – συγγραφή κειμένων: Γεράσιμος Νοταράς, Ζήσιμος Συνοδινός

 

Υποσημειώσεις


[1] «Mon idée mère esl de former un établissement durable et de commencer à le doter avec les fonds qui nous resteront et de l’augmenter par les nouvelles souscriptions… », βλ. Σπυρ. Θεοτόκης: Αλληλογραφία LA. Καποδίστρια – Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831, Αθήνα 1929, σ. 52-53.

[2] Εξαιτίας των πρόσφατων τότε απωλειών που είχαν οι ξένοι κεφαλαιούχοι σε κρατικά δάνεια της Ισπανίας, του Μεξικού και της Κολομβίας. Βλ. Σπυρ. Θεοτόκης: ό. π., σ. 87.

[3] Βλ. Christos Loukos : «Dix ans de tentatives pour la création d’une banque en Grèce (1831-1841)», Actes du II» Colloque International d’ Histoire: Economies méditerranéennes. Equilibres et intercommunications; XlIl’-XIX’ siècles, Αθήνα Σεπτ. 1983, τ. II, Αθήνα 1986, σ. 437 – 449.

[4] O Arthémond de Regny (Λυών 1776 – Αθήνα 1841), γάλλος επιχειρηματίας και ικανός οικονομολόγος, στάλ­θηκε στην Ελλάδα με ενέργειες του συνομήλικου φίλου του Εϋνάρδου. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη δημοσιονομική οργάνωση του νεοσύστατου κράτους, στη σύσταση του προεξοφλητικού γραφείου Εϋνάρδου και την προετοιμασία νομοσχεδίων που κατέληξαν στην ίδρυση της Ε.Τ.Ε. Βλ. Const. Α. Vacalopoulos: L’ économiste français Arthémond de Regny et son rôle dans l’histoire financière de la Grèce (1831-1841). Θεσσαλονίκη 1977.

[5] Βλ. Στάθης Σπηλιωτόπουλος: Ιστορία της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1949, σ. 21-22.

[6] Τον Νοέμβριο του 1841 αποφασίζει να αγοράσει 300 μετοχές, αντί των αρχικών του επιλογών των 100 και 240. Το ποσό των 300.000 δρχ. που επενδύει στην νεοϊδρυθείσα τράπεζα ήταν αρκετά σημαντικό την εποχή του. Δηλαδή, μετά το ελληνικό κράτος με τις 1.000 μετοχές και τον Νικόλαο Ζωσιμά με τις 500, ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος. Ακολουθούσαν ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας με 200, ο Κ. Βράνης με 150, ο θ. Ράλλης με 100 κ.ά. Πρβλ. ΙΑ. Βαλαωρίτης: Ιστορία της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (1842-1902), Αθήνα 1902, σ. 9.

[7] Την ίδια τακτική συνέχισε και αργότερα, παραχωρώντας μετοχές του σε σημαντικά στελέχη της Ε.Τ.Ε., όπως στους L. Lernaître, Γ. Βασιλείου, Ευθ. Κεχαγιά, Μ. Ρενιέρη, ώστε να τηρηθούν οι καταστα­τικοί όροι και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διοίκηση της Τράπεζας.

[8] Δημ. Λ. Ζωγράφος: Ιστορία της ιδρύσεως της Εθνικής Τραπέζης (1833-1843), τ. Β’, Αθήνα 1927, σ. 88.

[9] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος: Μνήμη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου 1775-1863, Αθήνα 1977, σ. 40.

[10] Βλ. Επιστολαί, ό.π., σ. 20 και Μνήμη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου, ό.π., σ. 111.

[11] Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Ιστορικόν Αρχείον: Επιστολαί Ι.Γ. Εϋνάρδου προς Γεώργ. Σταύρον, 1841-1843, Αθήνα 1923, σ. 46-47.

[12] Ο Louis Lernaître (Παρίσι 1802-1853), ανώτατος γάλλος οικονομικός υπάλληλος ειδικός στα χρηματοπι­στωτικά θέματα, μετακλήθηκε στην Ελλάδα ως διάδοχος του Regny, στο πλαίσιο της γαλλικής οικονο­μικής βοήθειας (χορήγηση 1.000.000 φρ., «λείψανα» του δανείου των τριών Δυνάμεων του 1832). Την περίοδο 1845- 48 διετέλεσε μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας. Βλ. Δημ. Λ. Ζωγράφος, ό.π., τ. Β’, σ. 243-274 και Const. Α. Vacalopoulos: Lernaître et la crise financière de la Grèce (1842-1843), Θεσσαλονίκη 1979.

[13] Βλ. Επιστολαί, ό.π. σ. 105, 107, 109, και Πέτρος Πιζάνιας: Μισθοί και εισοδήματα στην Ελλάδα (1842-1923). Το παράδειγμα των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1985, σ. 36-40.

[14] Βλ. Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος: Οι κρίσεις στην Ελλάδα 1830-1857. Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές όψεις, τ. Β’, 1845-1857, Αθήνα 1994, σ. 62-73, 132.

[15] Επιστολαί, ό.π., σ. 68.

[16] «Μη λησμονείτε τις λέξεις: φρόνηση, οικονομία και τάξη για τις εργασίες της Τράπεζας, αυτό θα είναι το μέσο να πετύχουμε κι άλλες εγγραφές» έγραφε σε επιστολή του στον Σταύρο της 17 Ιανουαρίου 1842, ενώ σε άλλη της 7 Μαΐου 1842 «Μια δημόσια τράπεζα δεν πρέπει να έχει καμία καθυστέρηση. Κάθε απόγευμα τα βοηθητικά βιβλία πρέπει να είναι ενήμερα, είτε για τις προεξοφλήσεις είτε για τις υποθή­κες». Βλ. Επιστολαί, σ. 13 και 40.

[17] Χωρίς, βεβαίως, να υποτιμούμε και το δέλεαρ των υψηλών μερισμάτων της Ε.Τ.Ε. εκείνη την περίοδο. Πρβλ. ΙΑ. Βαλαωρίτης: ό.π., σ. 271.

 

Πηγή


  • Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, «Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος», Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1999.

  

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Περιληπτική βιογραφία του Φιλέλληνος Ελβετού Ι. Γ. Εϋνάρδου. Γενεύη, Τύποις, Ιουλ. Φικκίου, 1863


 

Τίτλος: Περιληπτική βιογραφία του Φιλέλληνος Ελβετού Ι. Γ. Εϋνάρδου.   

Συγγραφέας: Μεταφρασθείσα ελευθέρως εκ της Γαλλικής

Εκδότης: Τύποις, Ιουλ. Φικκίου

Τόπος: Γενεύη  

Ημερομηνία έκδοσης:1863

Περιγραφή: Βιογραφία

Μέγεθος:14,2 ΜΒ

Αποθήκευση Έγγραφου: Περιληπτική βιογραφία του Φιλέλληνος Ελβετού Ι. Γ. Εϋνάρδου. Γενεύη, Τύποις, Ιουλ. Φικκίου, 1863.

 

Read Full Post »

Άστιγξ Αμπνεϊ  Φραγκίσκος   – Frank Abney Hastings (1794-1828)


 

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Άγγλος στρατιωτικός και φιλέλληνας, γιος του στρατηγού Καρόλου Άστιγξ. Λόγω του χαρακτήρα του και της μεγάλης του κλίσης στα ναυτικά, εισήλθε στο ναυτικό από παιδί, λαμβάνοντας μάλιστα μέρος στη μεγάλη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ σε ηλικία μόλις 12 ετών. Το 1819, έχοντας τον βαθμό του πλοιάρχου, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από το στρατό για πειθαρχικό παράπτωμα (μετά από έναν απρόσεκτο ατυχή χειρισμό του στην πορεία του πλοίου που διοικούσε, συγκρούστηκε με τον ναύαρχό του) και έφυγε στο Παρίσι.

Τάχθηκε αμέσως υπέρ του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και τον Απρίλιο του 1822 έφτασε στην Ύδρα. Κατατάχθηκε στο ναυτικό, αφού προηγουμένως είχε έρθει σε επαφή με το ναύαρχο Τομπάζη και τον Μαυροκορδάτο, κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων για τις ναυτικές γνώσεις και τις ικανότητες του. Λίγο μετά την κατάταξή του ανέλαβε την διοίκηση της πολεμικής κορβέτας « Θεμιστοκλής». Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ναυτικές επιχειρήσεις της εποχής και κυρίως στην εκστρατεία της Κρήτης.

 

Frank Abney Hastings, λιθογραφία, Karl Krazeisen.

 

Ήταν ο εμπνευστής της αναδιοργάνωσης του επαναστατικού ναυτικού και τον εξοπλισμό του με ατμοκίνητα πλοία. Μετά από εισήγησή του η οποία έγινε δεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση, μετέβη στην Αγγλία προκειμένου να επιβλέψει την ναυπήγηση του πλοίου «Καρτερία» το 1825, του οποίου υπήρξε κυβερνήτης. Ο ίδιος συνέβαλλε στην ναυπήγηση, προσφέροντας 5.000 λίρες από την προσωπική του περιουσία. Μάλιστα θα προετοιμάσει το πλοίο αγοράζοντας με δικά του χρήματα τα ναυτιλιακά όργανα και τούς χάρτες και μετά από πολλές ατυχίες και ένα περιπετειώδες ταξίδι, το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο του ελληνικού στόλου, μπήκε στο λιμάνι του Ναυπλίου την 1η Σεπτεμβρίου 1826.

Ο Άστιγξ ως κυβερνήτης του Βρετανικού Ναυτικού. Προσωπογραφία από την βιβλιοθήκη Φίνλεϋ. Δημοσιεύεται στο «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Αθήνα, 1928.

Η πρώτη αποστολή του ήταν η υποστήριξη του Γόρδωνα στο λιμάνι του Πειραιά. Το πλήρωμα της « Καρτερίας» αποτελούσαν γενναίοι ναυτικοί τους οποίους είχε επιλέξει ο ίδιος. Στο πλοίο επέβαινε και ο Αμερικανός γιατρός Σαμουήλ Χάου, ενθουσιώδης Φιλέλληνας, θαυμαστής του Άστιγξ και αργότερα βιογράφος του. Το «Καρτερία» έλαβε μέρος στον Αγώνα με πολλές επιτυχείς ενέργειες.

Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία του πλοίου ήταν η σημαντική συμμετοχή του στον αποκλεισμό της Ερέτριας τον χειμώνα του 1827 και στον βομβαρδισμό του Ωροπού με κύριο σκοπό την λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Στον Ωροπό, η «Καρτερία» κυρίευσε δύο εχθρικά φορτηγά γεμάτα με εφόδια.

Την άνοιξη του 1827 η «Καρτερία» βομβάρδισε το Νιόκαστρο, οχυρό του Μεσολογγίου και την Ναύπακτο, ενώ τον Απρίλιο με μια τολμηρή καταδρομή, εισήλθε στον Παγασητικό κόλπο και έκαψε 8 εχθρικά δικάταρτα φορτηγά.

Από τα σημαντικότερα κατορθώματα του Άστιγξ, ήταν η είσοδός της μοίρας που διοικούσε, τον Σεπτέμβριο του 1827,  στον Κορινθιακό κόλπο δια μέσου των τρομερών πυροβολείων του Ρίου και του Αντίρριου. Η «Καρτερία» πέτυχε την σημαντικότερη επιτυχία της σε όλο τον πόλεμο βυθίζοντας στον κόλπο της Ιτέας την Τουρκική ναυαρχίδα και καταστρέφοντας 9 από τα 11 Τουρκικά πλοία.

Τον Μάρτιο του 1828 οργάνωσε, από κοινού με τον αρχηγό των χερσαίων στρατευμάτων, στρατηγό Τσώρτς τον κανονιοβολισμό του Αιτωλικού, προπύργιου του Μεσολογγίου. Μετά από προστριβές και διαφωνίες των δύο αξιωματικών, επικράτησε τελικά  η λογική και το συμφέρον της πατρίδας. Η τελική επίθεση από θάλασσα αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Μαΐου 1828. Όμως και πάλι λόγω κακού συντονισμού και έλλειψης πειθαρχίας σε ορισμένα τμήματα του στρατού ξηράς, οι ναύτες ξεκίνησαν νωρίτερα την τελική έφοδο.

Σε αυτή την κρίσιμη επίθεση, ο Άστιγξ εγκατέλειψε την ασφάλεια του πλοίου του και έλαβε μέρος αυτοπροσώπως, οδηγώντας την επίθεση από την πρώτη γραμμή. Όρθιος, πάνω σε ένα μικρό σκάφος (εφόλκιο), ενθάρρυνε τους ναύτες του, φωνάζοντας με όλη την δύναμη της φωνής του «Εμπρός» ενώ οι ναύτες ενθουσιασμένοι τον ζητωκραύγαζαν.  Δυστυχώς, την ώρα που πλησίαζε στην ακτή, μία οβίδα από ένα Τουρκικό πυροβόλο έπληξε το σκάφος. Τρεις ναύτες σκοτώθηκαν. Ο Άστιγξ μαζί με άλλους είκοσι στρατιώτες του πληγώθηκε στον βραχίονα. Αναγκάζονται να τον αποσύρουν αναίσθητο από την μάχη.

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Στην « Καρτερία» ο Άστιγξ συνέρχεται και λέει: Δεν είναι τίποτε και ελπίζω να επανέλθω εις το στρατόπεδον εντός δέκα ημερών. Δυστυχώς ο γιατρός του σκάφους είχε μετατεθεί και ο αντικαταστάτης του δεν είχε φτάσει ακόμη. Ο αρχίατρος Γυέτ, που κλήθηκε από το ελληνικό στρατόπεδο, χωρίς να γνωρίζει την σοβαρότητα του τραύματος απεφάνθη ότι δεν υπήρχαν λόγοι υπερβολικής ανησυχίας. Όταν τέλος ο Γυέτ είδε το τραύμα, διέταξε την άμεση μεταφορά του Άστιγξ στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχαν περισσότερα μέσα, προκειμένου να αποκόψουν το πληγωμένο χέρι επειδή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος γάγγραινας. Παρά τους αφόρητους πόνους του ο Άστιγξ και συναισθανόμενος την τραγική του κατάσταση, έγραψε την διαθήκη του, και όρισε τον πλοίαρχο και αντιπλοίαρχο στη διοίκηση της « Καρτερίας». Μεταφερόμενος προς την Ζάκυνθο, πέθανε στις 20 Μαΐου 1828  από τέτανο. Ήταν μόλις 34 ετών. Η σορός του παρέμεινε για λίγο στο Λοιμοκαθαρτήριο του νησιού.

Με εντολή του Καποδίστρια, μεταφέρθηκε και τοπο­θετήθηκε βαλσαμωμένος στην κρύπτη της Εκκλησίας του Ορφανοτροφείου της Αίγινας. Η κηδεία του έγινε με μεγάλες τιμές τον επόμενο χρόνο στον Πόρο, όπου μεταφέρθηκε με την «Καρτερία», στην οποία επέ­βαινε ο Ιωάννης Καποδίστριας και με την συνο­δεία μοίρας πολεμικών πλοίων. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικού­πης. Αργότερα το 1861, τα οστά του Άστιγξ μετακομίστηκαν στον ναύσταθμο του Πόρου, όπου και στήθηκε μνημείο προς τιμήν του.

  

Πηγές


  • Κωνσταντίνος Ράδος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Ναυτική Επιθεώρησις, Εν Αθήναις, 1928.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2ος, Αθήνα, 1930. 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21


 

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Πα­λατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύ­στρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πό­ρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.

Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυ­αρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!

Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.

Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.

Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

 

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.

 

Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα

 

Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγι­να και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλα­δικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.

 

Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.

 

Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.

 

Αποτίμηση των σχεδίων

 

Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντε­λής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυ­τοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν  δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπε­ράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν  δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.

Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.

 

Η σειρά με τις λιθογραφίες

 

Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάι­ζεν»[2].

Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσ­δήποτε ο Peter von Hess.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.

Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
  • Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μα­κρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδη­μος και μια άποψη της Αίγινας.
  • Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
  • Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυ­ρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
  • Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπε­τάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικά­ρια του».
  • Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρε­γάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρ­τερία»».

Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

 

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).

 

Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιά­σματα».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.

 

Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρο­μαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φω­τοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογρα­φία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντα­σία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].

 

Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν

 

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:

 

«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ απο­τίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγρά­φου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.

Μετά τον θάνατον του Κρα­τσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, με­τά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνα­τόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύνα­ται να είναι μόνον το Μουσείον Αθη­νών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρι­σθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσι­σα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύ­ναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».

 

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνι­στή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.

Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.

Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρ­τί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάι­ζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν  στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες. 

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.

[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.

[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνι­κής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέ­λεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.

[4] Βλ. Υποσ. 1.

 

Βιβλιογραφία


  • «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερ­σίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθή­κης, 1971.
  • Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικο­σιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πε­ντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρε­βελάκης.
  • «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπο­γραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρε­βελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνι­κής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανο­μοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
  • «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πο­λιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

   

Read Full Post »

Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός


  

Ludwig I of Bavaria, πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Αν η σημασία της Ελλάδας ως τόπος έλξης Ευρωπαίων περιπλανώμενων «αρχαιολόγων» και αρχαιοκαπήλων «περιηγητών» έφτασε το 1801, μετά τη βάρβαρη απαγωγή των γλυπτών του Παρθενώνα από τον λόρδο Elgin, σε ένα κορύφωμα, η εύρεση των γλυπτών της Αφαίας στην Αίγινα από Γερμανούς το 1811 στάθηκε η αφορμή για τον ενθουσιασμό του νεαρού διαδόχου του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου για την Ελλάδα. Ένα ενδιαφέρον επικεντρωμένο όχι μόνο σε μια ειδυλλιακή Ελλάδα της κλασικής αρχαιότητας, αλλά και στη σύγχρονη κατακτημένη και πολιτικά φθίνουσα επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα ταλαιπωρημένα παιδιά της.

Η παρούσα διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και η έννοια της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών στον τόπο προέλευσής τους, μαζί με την πολιτικοποίηση που υποθάλπουν οι έννοιες αυτές, ίσως να μην έχουν επιτρέψει την ανάδειξη της ιδέας του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού ως πολιτικού μοχλού για την ανατροπή του καθεστώτος κατάκτησης και υποδούλωσης του λαού αυτού και της ανάδειξης ενός σύγχρονου εθνικού κράτους.

Με την έννοια αυτή οφείλουμε να δώσουμε, παρά τον κίνδυνο που ελλοχεύει, έναν νέο προσδιορισμό της έννοιας «φιλέλληνες» και ειδικότερα του βαυαρικού φιλελληνισμού με κεντρικό σημείο αναφοράς τον διάδοχο του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκο, τον πατέρα του μετέπειτα βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα: φιλέλληνες είναι εκείνοι οι οποίοι θέλησαν να επιστρέψουν στην πνευματική πατρίδα της Ευρώπης, την Ελλάδα, ως μάχιμοι σε όλα τα πεδία, όσα είχαν παραλάβει εκείνοι από τον πολιτισμό της για την πνευματική και πολιτική ανεξαρτησία της.

Στους φιλέλληνες με την έννοια αυτή επομένως εντάσσονται τόσο οι Έλληνες της Διασποράς, όσο και οι Ευρωπαίοι που πίστευαν ότι ελευθερία και ανεξαρτησία συνδέονται και απαιτούνται με όργανο την παιδεία.

Ο νέος αυτός ουμανισμός εμφανίζεται στη Γερμανία με καθοδηγητές τους σημαντικότερους διανοούμενους και ποιητές J. J. Winckelmann, G. Ε. Lessing, J. G. Herder, F. Schiller, J. W. Goethe, F. Hoelderlin. Χρονικά η ποιητική έξαρση της ιδέας της ελευθερίας συμπίπτει επομένως με την επανάσταση του 1770. Ο γερμανικός ιδεαλισμός ως κυρίαρχη πνευματική στάση την εποχή εκείνη ήταν που έστησε την εικόνα της μαρτυρικής Ελλάδας.

 

Ο νεαρός πρίγκιπας

 

Ο Λουδοβίκος αν και γόνος νεόκοπου βασιλικού οίκου με απολυταρχική ιδεολογία, υπήρξε εν τούτης αναγνώστης του επιφανέστερου έργου του Winckelmann «Ιστορία της Τέxvης της Αρχαιότητας» (1764), σύμφωνα με το οποίο η ιστορία των μορφών και της καλλιτεχνικής δημιουργίας συσχετίζεται με την πολιτική και κοινωνική ελευθερία. Η αναγκαία αυτή συνθήκη αποκάλυψε στον νεαρό πρίγκιπα ένα επαναστατικό μήνυμα που έγινε ο (φάρος για την επανασύνδεση του εξαθλιωμένου κατοίκου του ελληνικού τοπίου με την αρχαιότητα, μέσα όμως από συγκεκριμένη υλική και στρατιωτική ανθρωπιστική βοήθεια, που σύντομα έγινε ένα άρτια εξοπλισμένο εκστρατευτικό σώμα της Βαυαρίας για την Ελλάδα, και μέσω του «Κεντρικού Συλλόγου Ελληνικής Βοήθειας» το γυμνάσιο Athenäum, στο οποίο φοίτησαν οι υποψήφιοι Έλληνες – τα ορφανά του Αγώνα – για σπουδές σε πανεπιστήμια της Βαυαρίας (1815-17).

Ο Λουδοβίκος δεν χαρακτηρίζεται πια ως ο ρομαντικός εκείνος χαρακτήρας μιας αρχαιοπρεπούς ουτοπίας, όπου κυριαρχεί η τέχνη μετρημένη σύμφωνα με τα κλασικά ιδεώδη του «αληθούς, του καλού κ’ αγαθού» και όπου η πραγματικότητα οφείλει να υποχωρεί μπρος στην ιδεατή πραγματικότητα.

Η «ρεαλιστική» ματιά, που ανέδειξε την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας οικονομικά εξαθλιωμένης ήρθε κυρίως με τη συμβολή του καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου «Ειρηναίου Θείρσιου», όπως είχε μετονομαστεί από τους Έλληνες φίλους του ο Friedrich Thiersch (1784-1860), που επηρέασε για μεγάλο διάστημα, μέχρι που έπεσε σε δυσμένεια, ως σύμβουλος τον Λουδοβίκο[1].

 

Φρειδερίκος Θείρσιος, λιθογραφία 1830.

 

Από το 1810, ως διάδοχος του θρόνου, ο Λουδοβίκος προσπαθούσε κάτω από την επίδραση του Thiersch, το ενεργό μέλος της «Εταιρείας Φιλομούσων», και συντάκτη ένθερμων (ανωνύμων) ανταποκρίσεων στο βαυαρικό Τύπο για την Ελλάδα, να καταστήσει το Μόναχο κέντρο των ελληνοβαυαρικών σχέσεων στους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού. Είναι αποκαλυπτική η ελεγεία του υστέρα από την επίσκε­ψή του στην Κάτω Ιταλία: «Δεν μου ήταν γραφτό, Έλληνες, να ζήσω μαζί σας! Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου, μ’ αυ­τήν τη σκέψη συχνά σας ονειρευό­μουν με λαχτάρα»[2].

Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, Λιθογραφία, περίπου 1858.

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε προσωπικότητες όπως ο αρχιτέκτονας Leo von Klenze – ο δημιουργός της «Γλυπτοθήκης»[3] του Μονάχου (1816) – και η συμμετοχή του στη φήμη του Μονάχου ως «Aθήνας επί του ποταμού Οζαρ», ή ο ζωγράφος Peter von Hess (1792-1871), ο οποίος ύστερα από το ταξίδι του συνοδεύοντας τον Όθωνα στην Ελλάδα κατ’ εντολήν του Λουδοβί­κου, ζωγράφισε το 1840-41 σαράντα σκηνές του Αγώνα στις στοές των Ανακτόρων στο Μόναχο.

Ως βασιλιάς πλέον από το 1825 κατέστησε μέρος της επίσημης εξωτερικής πολιτικής της Βαυαρίας την υποστήριξη του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία οικονομικά και στρατιωτικά. Η σαφήνεια με την οποία διατυπώθηκε η θέση αυτή ήταν μοναδική για ευρωπαϊκό βασίλειο. Έτσι έγινε το Μόναχο κέντρο του γερμανικού φιλελληνισμού. Το 1830 μάλιστα ο Λουδοβίκος παραχώρησε την εκκλησία του Σωτήρα στην ελληνική ορθόδοξη κοινότητα.

 

Συμβολή του Θείρσιου

 

Είναι γνωστό ότι ο όρος «φιλέλληνας» έχει υποπέσει στην πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια σε δυσμένεια. Ο Κυριάκος Σιμόπουλος μάλιστα έχει χαρακτηρίσει τον φιλελληνισμό ως «το μέγα ψεύδος»[4]. Είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να είχε στον νου του τον Friedrich Thiersch. Άλλωστε από τους ίδιους τους πληρεξουσίους της πρόνοιας του Ναυπλίου αποκλήθηκε το 1831 «γενναίος φιλέλλην».

Ο βαυαρικός φιλελληνισμός στο σύνο­λό του δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς τη δράση του Thiersch. Με αρχικές σπουδές προτεσταντικής Θεολογίας είναι το πρότυπο του διανοούμενου που προσχωρεί σε έναν νέο φιλελληνισμό, αναδεικνύοντας την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των νεοελλήνων. Σε αντίθεση με άλλους διανοούμενους, ο Thiersch επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Αύγουστο 1831, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, και έδρασε καταλυτικά προσπαθώντας να αποφευχθεί νέος εμφύλιος και επέστρεψε τον Οκτώβριο 1832 στο Μόναχο.

Αμέσως μετά συνέταξε το δίτομο «De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’arriver à sa restauration» (εκδ. 1833, στα ελλη­νικά: «H Ελλάδα του Καποδίστρια, Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επι­τευχθεί η ανοικοδόμησή της»[5]).

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

Ήδη τον Ιανουάριο 1833 είχαν φθάσει ο Όθωνας και Αντιβασιλεία του στο Ναύπλιο, για την εκλογή του οποίου φαίνεται πως είχε συμβάλει ο ίδιος αποφασιστικά. Η απογοήτευση στους πολιτικούς κύκλους όχι μόνο του Μονάχου, αλλά και όλης της Γερμανίας και του εξωτερικού ήταν ιδιαίτερα μεγάλη όταν μαθεύτηκε ότι ο Θείρσιος δεν θα ανήκε στα μέλη της Αντιβασιλείας. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να έχει βασικές ιδέες για την ανοικοδόμηση ενός ελληνικού Κράτους, γιατί στηριζόταν σε παρατηρήσει της τρέχουσας κατάστασης που είχε κάνει ο ίδιος και που εντοπίζονταν στις συμφορές ύστερα από έναν δεκαετή εξαντλητικό αγώνα.

Δε θα έπρεπε να ει­σαχθούν θεσμοί που δε συμφωνούσαν με τα τοπικά ήθη, σύστηνε λιτότητα στα οικονομικά, περιορισμό του διογκωμένου δημοσιοϋπαλληλικού μηχανισμού και του μεγάλου σώματος των αξιωματικών, ένταξη των αγωνιστών στην ελληνική άμυνα χωρίς αλλαγή της εθνικής ενδυμασίας και των εγχώριων όπλων, μοίρασμα της γης στους άκληρους αγρότες και προστασία τους από τους μεγαλοϊδιο­κτήτες.

Αντίθετα, οι επιλογές της Αντιβασιλείας ήταν ένα άκαμπτο σύστημα διοίκησης που διαμορφώθηκε στη Βαυαρία κυρίως σύμφωνα με γαλλικές αντιλήψεις. «…Αυτό, σημείωνε ο Thiersch, δεν μπορεί να καταφέρει κανέναν που γνωρίζει παγκόσμια ιστορία, να πιστέψει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί ένας λαός».

Όσο για την οικονομική διαχείριση παρατηρούσε ότι ο Όθωνας ήταν «εφοδιασμένος με περιττή πολυτέλεια για το υψηλό του αξίωμα», ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Σε ένα γράμμα του σημειώνει απογοητευμένος: «Αν είχε κανείς πληρωθεί για να καταστρέψει την υπόθεση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία της Ελλάδας, το καλό του βασιλιά Όθωνα και η τιμή του πατέρα του, δεν θα μπορούσε να είχε κάνει τίποτε άλλο από ό,τι έκαναν αυτοί τώρα (18.11.1833)».

Σύντομα, στους κύκλους της αντιπολίτευσης άρχισε να γίνεται χρήση της λέξης «βαυαροκρατία», και πολλοί Έλληνες, που ενθυμούντο ακόμη τον Τούρκο πασά, τον εύρισκαν πιο υποφερτό από τον Βαυαρό δημόσιο υπάλληλο με τον υπηρεσιακό του κανονισμό. Πηγές σαν αυτήν χρησιμοποιούνται ακόμα μαζί με τα αναγκαία ιδεολογικά φορτία, τα επιχειρήματα δεν φθάνουν όμως ως τα άκρα, ότι δηλαδή η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε, για να αποφύγει την αλλοτρίωση των «αυθεντικών» παραδόσεων, να παραμείνει σε μορφές οργάνωσης «οθωμανικής αιχμαλωσίας».

Συμπέρασμα: το τίμημα τα ελευθερίας, όπως φάνηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια του νέου κράτους, θα ήταν ακριβό. Ο βαυαρικός φιλελληνισμός είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του και η Ελλάδα οδηγήθηκε μέσα από οδύνες από τον «ανατολικό δεσποτισμό» στον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα, τον «αιώνα τα ελευθερίας των εθνών». Τις εγκυρότερες επισημάνσεις για την περίοδο αυτή έχει καταθέσει ο καθηγητής Πασχάλης Κιτρομηλίδης [6] επισημαίνοντας εύστοχα ότι ενώ η νέα οργάνωση πραγματοποιήθηκε με απολυταρχικές μεθόδους, το έργο αυτό αποσυνδέθηκε από τον νεοκλασικισμό που απέβη ιδεολογικά αποδεκτός και ενσωματώθηκε οργανικά στην ελληνική παράδοση και ταυτότητα.

Η βαυαρική πολιτική κρατικής συγκρότησης κατά τον Κιτρομηλίδη, προσπάθησε να εισαγάγει τους θεσμούς μιας ελεύθερης ευρωπαϊκής πολιτείας στο Βασίλειο της Ελλάδας και να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας.

Μεταμόρφωσε με την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία το πρόσωπο της Ελλάδας, αγωνίστηκε κατά του αναλφαβητισμού και ενθάρρυνε τα γράμματα και τις τέχνες με την ίδρυση του Πανεπιστημίου και του Σχολείου των Τεχνών. Τέλος, και αυτή είναι η γονιμότερη σκέψη του Κιτρομηλίδη, ο νεοκλασικισμός του Βαυαρού ηγεμόνα, διατηρήθηκε ως συστατικό της ελληνικής ταυτότητας, ενώ απορρίφθηκε η απολυταρχία με την έξωση της βαυαρικής δυναστείας. Εν τέλει εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και λειτούργησε συμβολικά ως προς τις αλυτρωτικές του επιδιώξεις και τη Μεγάλη Ιδέα.

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Στο έργο του έχει αφιερωθεί Συμπόσιο με τη συμμετοχή Γερμανών και Ελλήνων ιστορικών και πολιτειολόγων (Ινστιτού­το Goethe, 15-17 Οκτωβρίου 1990).

[2] Raimund Wünsche, «Καλύτερα πολί­της της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α’ και η Ελλάδα», στο «Αθήνα – Μόναχο. Τέ­χνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 141-160.

[3] Η λέξη, που δεν υπήρχε νωρίτερα, εί­ναι αποτέλεσμα της γλωσσοπλαστικής ικανότητας του Λουδοβίκου. Κτίστηκε για να στεγάσει τα γλυπτά του ναού της Αφαίας στην Αίγινα που βρέθηκαν το 1811 από τους Haller, Cockerell, Foster και Linkh και πριν αγοραστούν από τον Λουδοβίκο αξιολογήθηκαν από τον αρ­χαιολόγο Martin von Wagner.

[4]  «Ξενοκρατία, μισελληνισμός και υπο­τέλεια», Αθήνα 1990.

[5] Μετάφραση Α. Σπήλιου. Εισαγωγή, επι­μέλεια, σχόλια Τάσου Βουρνά, εκδ. Τολίδη, χ.χ. (1972).

[6]  «Δύο «νεοκλασικά» βασίλεια την επο­χή του εθνικισμού», στο: «Αθήνα – Μό­ναχο. Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελ­λάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 33-37.

 

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αμαλία Βασίλισσα της Ελλάδας (1818-1875)


 

Αμαλία, Joseph Karl Stieler (1781 – 1858).

Η Δούκισσα Αμαλία – Μαρία – Φρειδερίκη, του Oldenburg (Ολδεμβούργου), υπήρξε η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδας (1836-1862) και σύζυγος του βασιλιά Όθωνα. Ήταν κόρη του Μεγάλου Δούκα Παύλου- Φρειδερίκου – Αυγούστου (Paul Friedrich August, 1783-1853) του Oldenburg και της Σουηδής πριγκίπισσας  Αδελαΐδας (Adelheid von Anhalt – Bernburg, 1800-1820) και γεννήθηκε στο Oldenburg στις 21 Δεκεμβρίου του 1818.  Αν και έχασε την μητέρα της σε μικρή ηλικία, εν τούτοις έτυχε επιμελημένης και αυστηρής μόρφωσης (με ξένες γλώσσες, μουσική, χορό, ζωγραφική, ιππασία, ξιφασκία κ.α.).

Το Νοέμβριο του 1836 παντρεύτηκε τον Όθωνα στην μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου του Oldenburg σύμφωνα με το προτεσταντικό και το καθολικό τυπικό. Είχε προηγηθεί η υπογραφή του συμβολαίου του γάμου το οποίο και προέβλεπε την ανατροφή των παιδιών που θα αποκτούσε το ζευγάρι, σύμφωνα με το χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα. Στις αρχές του επόμενου χρόνου, μετά από ένα θυελλώδες ταξίδι με την αγγλική φρεγάτα «Portland», έφτασε στον Πειραιά (2/14 Φεβρουαρίου 1837) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το πλήθος, παρά τη δυσφορία που είχε δημιουργήσει η παράλειψη του Όθωνα να ενημερώσει έγκαιρα το λαό για το γάμο του.      

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία είχε γοητευτική εμφάνιση, ήταν όμορφη, γεμάτη ζωντάνια, πνευματώδης και συγχρόνως ανεπιτήδευτη. Γρήγορα κατέκτησε τους Έλληνες χάρη στην αφοσίωσή της στον Όθωνα και την ευγενική της συμπεριφορά.

Ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση. Με δική της μέριμνα ιδρύθηκε το «Οφθαλμιατρείο» (1843) και το «Αμαλίειο Ορφανοτροφείο» (1855), ενώ με πρωτοβουλία της χαράχτηκε ο «Βασιλικός Κήπος» και έγιναν οι πρώτες δενδροφυτεύσεις σε πλατείες, λόφους και πεζοδρόμια της πρωτεύουσας. Εξάλλου στον «Πύργο Βασιλίσσης», το κτήμα της στα Νέα Λιόσια, αναπτύχθηκαν πρότυπες καλλιέργειες και κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα εκτιμήθηκε επίσης το ότι γρήγορα έμαθε και μίλησε την ελληνική γλώσσα και πραγματοποίησε περιοδείες για να γνωρίσει τη χώρα.

Η Δανέζα Χριστιάνα Λυτ [1]  (Christiane Luth 1817-1900), γυναίκα του εφημέριου της αυλής, Asmus Heinrich Luth (1806-1859) στο βιβλίο της  «Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα» μας δίνει μια περιγραφή της Αμαλίας: 

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα…». 

Οργάνωσε την εθιμοτυπία της αυλής και στην ακολουθία της έδωσε την πρώτη θέση σε Ελληνίδες που ανήκαν σε οικογένειες αγωνιστών του 1821.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία με αυλική αμφίεση χορού.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία, αρχικά δεν λάμβανε μέρος  στις κρατικές υποθέσεις. Όμως κατά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, για την παροχή συντάγματος, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε ο θρόνος, επενέβη αποφασιστικά και επίμονα και έπεισε τον Όθωνα να  δεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών. Μετά από αυτά τα γεγονότα η Αμαλία άρχισε να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για την πολιτική και να παρέχει στο σύζυγό της τη βοήθεια που χρειαζόταν για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, λόγω της δύσκαμπτης σκέψης του, της διστακτικότητας στη λήψη αποφάσεων, της βαρηκοΐας του και  της ανικανότητάς του να παίρνει ορθές πολιτικές αποφάσεις. Ήταν οξύνους, λάμβανε γρήγορα αποφάσεις, αλλά σε αντίθεση με τον Όθωνα, ήταν οξύθυμη και παρορμητική.

Η περιγραφή που δίνει ο About Ε. [2] για την Αμαλία, κατά την εποχή εκείνη περίπου, είναι πολύ ενδιαφέ­ρουσα :

«Η Βασίλισσα, είναι γυνή τριάκοντα πέντε ετών, η οποία δεν θα γηράση επί πολύ. Η ευσαρκία της θα την διατήρηση. Είναι φύσις εύρωστος και πληθωρι­κή, προικισμένη με σιδηράν υγείαν. Η ωραιότης της, περί­φημος προ δέκα ετών, διαφαίνεται εισέτι, αν και η λεπτότης των χαρακτηριστικών υπεχώρησεν εις την δύναμιν …,». Και αλλού, διαστέλλων αυτήν από τον σχολαστικό και άβουλο Βασιλέα, τονίζει :«Η Βασίλισσα λαμβάνει ταχέως αποφάσεις. Έχει ιδιότητας αρχηγού στρατιάς. Δεν γνωρίζω εάν σκέπτεται πολύ προτού αποφασίση. Εξάπαντος δεν σκέπτεται επί πολύ. Όλαι αι υποθέσεις θα παρέμενον επί έτη εκκρεμείς, εάν ο Βασιλεύς εβασίλευε μόνος. Κάμνει όμως ένα ταξίδι τριών μηνών δια λόγους υ­γείας και αναχωρών δίδει την αντιβασιλείαν εις την Βασίλισσαν. Η Βασίλισσα λαμβάνει μίαν πένναν και υπογρά­φει, χωρίς να εξετάζη όλους τους νόμους, τους οποίους ο Βασιλεύς εξήτασε χωρίς να τους υπογράψη».

Όμως, οι ενέργειες της, οι αποφάσεις της, οι απολυταρχικές ιδέες της και η μη απόκτηση διαδόχου, μετά από ατυχή αποβολή [3] το 1837, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει προσωπικούς εχθρούς και να χάσει σιγά-σιγά τη δημοτικότητά της. Άσκησε τέσσερις φορές αντιβασιλεία, κατά τις απουσίες του Όθωνα στο εξωτερικό και αναμίχτηκε (1850-1851) στο ζήτημα διαδοχής.

 

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

 

Ωστόσο, η δημοτικότητα της αυξήθηκε σημαντικά χάρη στην περήφανη στάση της κατά τον αγγλικό αποκλεισμό της Ελλάδας (1850) και από το φανατισμό της για τη Μεγάλη Ιδέα, ενισχύοντας τα επαναστατικά κινήματα (1852) του υπόδουλου Ελληνισμού κατά την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου. Εντυπωσίασε ακόμη τον λαό με τη θαρραλέα της στάση κατά την επιδημία της χολέρας στην Αθήνα το 1854. 

Αλλά μετά τις ανελεύθερες εκλογές του 1861 και τις επεμβάσεις της στα πολιτειακά, όπου αποφάσιζε για πρόσωπα του στρατού και της διοίκησης,  έγινε αντικείμενο σφοδρών επιθέσεων του αντιπολιτευόμενου τύπου, γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνη για την παραβίαση των συνταγματικών ελευθεριών.   Μάλιστα στις 6 Σεπτεμβρίου 1861, ο νεαρός Αριστείδης Δόσιος, αντιμοναρχικός και μέλος της Χρυσής Νεολαίας,  αποπειράθηκε να τη δολοφονήσει.

Αμαλία του Oldenburg

Ύστερα από τη Ναυπλιακή Επανάσταση [4] (1 Φεβρουαρίου 1862), η οποία είχε προετοιμαστεί από καιρό και είχε, αν και καλυμμένα, ως σκοπό την εκθρόνιση του Όθωνα, το βασιλικό ζεύγος επιχείρησε, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο για να εξετάσει το πνεύμα και τα παράπονα των επαρχιών, αφήνοντας την πρωτεύουσα στα χέρια των αντιδυναστικών η οποίοι, αναίμακτα, ανέτρεψαν τη δυναστεία (νύχτα της 10 Οκτωβρίου 1862). Όταν το βασιλικό ζεύγος επέστρεψε στον Πειραιά, η Αμαλία μάταια προσπάθησε να πείσει τον Όθωνα να πατάξει την επανάσταση, επιστρέφοντας στη Μεσσηνία και προκαλώντας από εκεί αντιπερισπασμό στους εξεγερμένους. Ο Όθωνας όμως, θέλοντας να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και την αιματοχυσία, εγκατέλειψε την Ελλάδα ύστερα από τριαντάχρονη βασιλεία.

Στο Μόναχο έγινε δεκτή με ψυχρότητα από την οικογένεια του συζύγου της. Οι έκπτωτοι βασιλείς εγκαταστάθηκαν στη Βαμβέργη. Παρά την πίκρα της για την έξωσή τους, εξακολούθησε να αγαπάει την Ελλάδα και ως το τέλος της ζωής της δεχόταν στη Βαμβέργη, με χαρά τους Έλληνες που επισκεπτόντουσαν την πόλη.

Στις 26 Ιουλίου 1867, πεθαίνει ο Όθων ύστερα από σύντομη αρρώστα και οχτώ χρόνια αργότερα στις 20 Μαΐου 1875 η νεκρική καμπάνα του καθεδρικού ναού της Βαμβέργης  αναγγέλλει  το θάνατο της Αμαλίας. Η σορός της, όπως και του Όθωνα, βρίσκεται στην κρύπτη της Theatinerkirche (εκκλησία του μοναχικού τάγματος των Θεατίνων) του Μονάχου, που είναι ο τόπος ταφής των μελών της δυναστείας των Wittelsbach. Τη νομισματική της συλλογή από 10.000 νομίσματα χάρισε στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

 

Η φορεσιά «Αμαλία»

 

Η ενδυματολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου στο βιβλίο της «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», γράφει:

Η βασίλισσα Αμαλία δημιούργησε τη λεγόμενη «στολή Αμαλίας». Έξυπνη γυναίκα καθώς ήταν, κατάλαβε πως έπρεπε να πλησιάσει ενδυματολογικά τον «παραξενοντυμένο» λαό της. Δημιούργησε, λοιπόν, ένα ρομαντικό φολκλορικό αυλικό ένδυμα που έμεινε στην ιστορία ως «Αμα­λία» και έγινε η εθνική γυναικεία φορεσιά.

Είναι ένα φόρεμα σε στιλ Biedermeier, με μπούστο καβαδιού και από πάνω το νησιώτικο ζιπούνι, βασιλικά κεντημένο. Στο κεφάλι οι παντρεμένες φορούσαν το πατροπαράδοτο φέσι με το παπάζι, που το κάλυπταν με το μαύρο βέλο των Καθολικών όταν πήγαιναν στην εκκλησία, ενώ οι ανύπαντρες φορούσαν το καλπάκι.Τη φορεσιά αυτή τη φόρεσαν όλες οι αστές στα ελευθέρα Βαλκάνια, ακόμα και στα τουρκοκρατούμενα, μέχρι και το Βελιγράδι.

Είναι, νομίζω, κατανοητό ότι οι διάφορες «αμαλιοποιημένες» φορεσιές ήταν πολλές φορές μια απλή τροποποίηση ενδυμάτων που ήδη υπήρχαν, κυρίως συνόλων με φουστάνι. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις της μανιάτικης φορεσιάς και της κυπριακής αστικής ενδυμασίας.

 

Η Αμαλία με Ελληνική φορεσιά που καθιερώθηκε με το όνομά της «στολή Αμαλίας». Κλασσικός πίνακας του γερμανού ζωγράφου Ernst Wilhelm Rietschel (1824-1860), φιλοτεχνήθηκε στην Αθήνα μεταξύ του 1853- 1854, στα βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη.

 

Η φορεσιά της Αμαλίας, που καθιερώθηκε ως επίσημη στολή της Αυλής, ήταν βασικά η αστική φορεσιά της Πελοποννήσου που συνηθιζόταν και στην Αθήνα. Το φουστάνι ή καβάδι είναι από πολύτιμη στόφα, συχνά χρυσοΰφαντη, και έχει μπούστο ανοιχτό για να φαίνεται η ολοκέντητη τραχηλιά του πουκάμισου. Το κοντογούνι είναι βελούδινο, συνήθως σε σκούρο χρώμα, χρυσοκέντητο και πάρα πολύ εφαρμοστό.

Στο κεφάλι φοριέται το φέσι ή το καλπάκι. Το φέ­σι, που αρχικά ήταν μεγάλο, το φορούσαν οι παντρεμένες με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως σπαστό. Μεγάλη σημασία είχε η φούντα του, το παπάζι, καμωμένη από χρυσές κλωστές, πλεγμένες κοτσίδα, και στολισμένη με μαργαριτάρια ή πούλιες. Τα κοσμήματα ήταν κυρίως ευρωπαϊκής τέχνης, αν και παλιότερα οι Αθηναίες αρχόντισσες φορούσαν στον λαιμό τη χανάκα, κόσμημα από αλυσίδες, απ’ όπου κρέμονταν χρυσά νομίσματα μεγάλης αξίας.

Στα πεδινά, τα βουνίσια και τα παραθαλάσσια χωριά εξακολουθούσαν να κυριαρχούν οι τοπικές φορεσιές, που αυτή την εποχή φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται, λίγο πριν αρχίσουν να καταργούνται με τη δεύτερη, πιο δυναμική εισβολή της Δυτικής μόδας. Τη μόδα αυτή την καθιέρωσε η βασίλισσα Όλγα (1867-1913) με σύμμαχο την ελληνική βιομηχανική επανάσταση, που στην περίπτωση του ενδύματος επισημαίνεται με τη ραπτομηχανή, τα φιγουρίνια και τις καλλιγραφίες, αλλά κυρίως με τις σχολές κοπτικής και ραπτικής στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χριστιάνα Λυτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

[2] Μαρκεζίνης, τόμος 1ος, σελ. 232.   

[3] Η Anita Eichholz στην έκδοση του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών με τίτλο, «Η Βασίλισσα Αμαλία» γράφει: Για την αποβολή μετά από μισό χρόνο γάμου δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία. Βλ. Hans Rail, Otto von Griechenland, ZBLG 44, τεύχος 1, 1981, σ. 367-380. Martha Schad, Bayerns Königinnen, β΄ διορθωμένη έκδοση 1993, σ. 120· Gisela Niemöller, Die Engelinnen im Schloss-Eine Annäherung an Cäcilie, Amalie und Friederike von Oldenburg, Oldenburg 1997, σ. 75. Ο Niemöller αναφέρει μια σημείωση στη διαθήκη της Αμαλίας από το 1837, ότι σε καμιά περίπτωση δεν θέλει να ερευνηθεί ανατομικά μετά τον θάνατο της και αναφορικά με την αποβολή της. Βλ. προπάντων Kotsowilis: στη σ. 307 βρίσκει κανείς τη χειρόγραφη επιστολή του Όθωνα προς τον πατέρα του Λουδοβίκο Α΄ , στην οποία τον ενημερώνει για την εγκυμοσύνη της συζύγου του. Στη σ. 216 σημειώνει ο Kotsowilis μια χρόνια αρρώστια της Αμαλίας που επισημαίνουν οι Έλληνες γιατροί.

[4] Η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή από τις στάσεις της Α’ Δυναστείας, η οποία τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Χίλιοι στρατιώτες υπό τους , Αρτέμιο Μίχο, Πάνο Κορωναίο και τον δικαστικό Γεώργιο Πετιμεζά, μαζί με τους περίπου χίλιους πολιτικούς κρατούμενους στην Ακροναυπλία που απελευθερώθηκαν και μερικές εκατοντάδες νέους εθελοντές, ξεκίνησαν αντιδυναστικό αγώνα. Η βασιλική κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη έστειλε εναντίον τους στρατό περίπου 7.000 ανδρών. Μέσα Μαρτίου του 1862, η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πολλοί από τους επαναστάτες αμνηστεύτηκαν.

 

Πηγές


  • «Η Βασίλσσα Αμαλία 1818-1875», Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών, Αθήνα, 2007.
  • Παπαντωνίου Ιωάννα, «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 2000.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Τόμος 1ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Xαν Αμαδαίος – Εμμανουήλ ( 1801- 1867)


 

Αμαδαίος - Εμμανουήλ Xαν (1801- 1867)

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στη Βέρνη της Ελβετίας το έτος 1801. Υπηρέτησε στον Ελβετικό στρατό από το 1818 μέχρι το 1823. Ήρθε στην Ελλάδα, ως φιλέλληνας, και αρχικά κατετάγη στον λόχο των Φιλελλήνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Τρίπολης, του Ωροπού, των Θηβών, της Χίου, του Τσεσμέ κ.α.

Μετά την απελευθέρωση, παρέμεινε στον Ελληνικό στρατό και έφτασε στο βαθμό του αντιστράτηγου. Διετέλεσε υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα, επιθεωρητής πεζικού και τις παραμονές της επανάστασης του Οκτωβρίου τοποθετήθηκε ως έμπιστος στα Ανάκτορα. Κατά την Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 διορίστηκε αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας εναντίον του Ναυπλίου. Αποστρατεύθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1865 και απεβίωσε στην Ελβετία στις 22 Ιουνίου του 1867.

  

Ο Χαν κατά της Ναυπλιακής Επανάστασης

 

Μετά την έκρηξη της Ναυπλιακής Επανάστασης τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου, θορυβημένος ο Όθωνας και οι περί αυτόν, συγκρότησαν μεγάλη στρατιωτική δύναμη στην Κόρινθο. Αρχηγός της βασιλικής εκστρατείας διορίστηκε ο Ελβετός Χαν. Όταν έφτασε στην Αργολίδα, έστησε το αρχηγείο του κοντά στην Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και άρχισε την πολιορκία του Ναυπλίου και των γύρω περιοχών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των επαναστατών.

Ακολούθησαν αιματηρές μάχες με αμφίπλευρες απώλειες. Ο ανώνυμος Ναυπλιεύς στο βιβλίο του «Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επανάστασης» γράφει ότι ο Χαν «εθλίβετο δια την κατάστασιν του έθνους». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να εντείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις και παράλληλα να προσπαθεί να συκοφαντήσει και να διασπάσει την επανάσταση. Την χαρακτήρισε ως «στρατιωτική ανταρσίαν, προδοτική και αναρχική».

Ενώ η πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη, στις 7 Μαρτίου οι επαναστάτες ειδοποιήθηκαν ότι ο βασιλιάς Όθων όρισε «πληρεξουσίους του τον αντιστράτηγον Ι. Κολοκοτρώνη, τον υποστράτηγο Χαν και τον νομάρχην Αργολίδος Γεωργαντάν, ίνα διαπραγματευθώσι περί υποταγής της πόλεως και της παραδόσεως των φρουρίων».

Ύστερα από συνεννοήσεις των επικεφαλής των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων, οι επαναστάτες πρότειναν προκειμένου να παραδώσουν την πόλη, να δοθεί γενική αμνηστία σε όλους όσοι είχαν εμπλακεί με κάθε τρόπο στην επανάσταση, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Στις 16 Μαρτίου ο Χαν, αν και είχε στα χέρια του σχετικό βασιλικό διάταγμα από την 8η Μαρτίου, επειδή δεν έδινε αμνηστία σε όλους αλλά εξαιρούσε κάποιους επαναστάτες και φοβούμενος όξυνση της κατάστασης, σε συνάντησή του με αντιπροσωπεία των Ναυπλιωτών, απέκρυψε την ύπαρξή του και είπε ψευδώς ότι το Υπουργείο δεν συμφωνεί στην απονομή χάριτος. Τότε πάρθηκε απόφαση συνέχισης του αγώνα, η οποία έγινε δεκτή από το λαό με ενθουσιασμό. Πλήθος κόσμου, τραγουδώντας παιάνες, διατράνωσε την απόφασή του να συνεχίσει τον αγώνα « μέχρις εσχάτων».

Στις 18 Μαρτίου οι Ναυπλιώτες άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό κατά των θέσεων του βασιλικού στρατού αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Την επόμενη ημέρα, όταν άρχισαν πάλι να ρίχνουν τα κανόνια της πόλης, ο Χαν έδωσε διαταγή να ανταποδώσουν τα πυρά και ειδοποίησε τους επαναστάτες ότι αν συνεχίσουν θα ισοπεδώσει την πόλη.

Η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, περήφανη και συνεπαρμένη από πατριωτικό ενθουσιασμό, όρθια στο μπαλκόνι του σπιτιού της, αψηφώντας τις σφαίρες των τηλεβόλων που περνούσαν δίπλα της, εγκαρδίωνε το στρατό και το λαό. Ο στρατηγός Χαν, παλιός φίλος της οικογένειας, φοβούμενος μήπως η σπάνια αυτή γυναίκα πάθει κακό από τις οβίδες ή την κατάληψη της πόλης, της έστειλε μήνυμα να απομακρυνθεί από την πόλη ή τουλάχιστον να κλειστεί στο σπίτι της.

Η απάντησή της έφτασε αμέσως, γραμμένη σε επισκεπτήριό της.

«ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Λαμβάνει την τιμήν να ειδοποιήση τον στρατηγό Χαν ότι δεν φοβείται τίποτε άλλο παρά τους ποντικούς».      

Τα γεγονότα πύκνωναν και η κατάσταση είχε γίνει πολύ δύσκολη για τους Ναυπλιώτες. Το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου, που ο Χαν είχε κρατήσει μυστικό, αναγκάστηκε πλέον  να το κοινοποιήσει. Το Ναύπλιο ασφυκτιούσε. Μετά από συνεχείς συσκέψεις αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης. Αφού υπογράφτηκε η συνθήκη, ο Χαν επέτρεψε την αποχώρηση όλων των οικογενειών, φροντίζοντας για την ασφάλειά τους από επιθέσεις του στρατού και κυρίως των ατάκτων.

Στις 7 Απριλίου ήρθαν κι έδεσαν στο λιμάνι δυο ξένα καράβια. Στις 8 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, οι αγωνιστές που είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία, μετά την λειτουργία, επιβιβάστηκαν στα πλοία, ακολουθώντας τον δρόμο της αυτοεξορίας. Την ίδια ημέρα, μετά την αποχώρηση των πλοίων, ο βασιλικός στρατός κατέλαβε το Ναύπλιο με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν. Το ηρωικό Ναύπλιο και οι πολίτες του έχασαν την μάχη αλλά όχι τον πόλεμο. Σε λίγο ο Οκτώβριος θα έδινε τις λύσεις.     

  

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Στέλβαχ Λουδοβίκος (1800; – 1883)


 

  

Λουδοβίκος Στέλβαχ

Γεννήθηκε στη Βαυαρία. Ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας, την οποία αποχωρίστηκε νωρίς, ερχόμενος στην Ελλάδα. Στην έκρηξη του Ελληνικού αγώνα, δεν έμεινε αδιάφορος αλλά νεαρός ακόμη εντάχθηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πολέμησε γενναία υπό την αρχηγία του Νόρμαν. Νεαρός, ωραίος, θαρραλέος και πλήρης πατριωτικών συναισθημάτων, πολέμησε στην ένδοξη μάχη του Πέτα.

 Στον αποκλεισμό του Μεσολογγίου, αχώριστος φίλος του Λόρδου Βύρωνα, έλαβε μέρος στην ηρωική έξοδο κατά την οποία τραυματίστηκε. Συμπολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη στη μάχη του Πειραιά. Στη συνέχεια έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες υπό την ηγεσία διαφόρων αρχηγών. Μετά την απελευθέρωση, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ, παρέμεινε στον τακτικό στρατό. Επί Όθωνα τοποθετήθηκε φρούραρχος του Παλαμηδιού όπου παρέμεινε επί είκοσι περίπου χρόνια. Βοήθησε καθοριστικά στην ίδρυση του οπλοστασίου και των φυλακών του Ναυπλίου.

Το 1862 κατά την έκρηξη της Ναυπλιακής επανάστασης ο Στέλβαχ ήταν ακόμη φρούραρχος του Παλαμηδιού. Στις 2 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί το Παλαμήδι πάρθηκε από τους επαναστάτες. Τάχτηκε στο πλευρό των επαναστατών και πολέμησε κατά των Οθωνικών δυνάμεων. Στο βασιλικό Διάταγμα «Περί αμνηστίας» της 8ης Μαρτίου 1862, ο Λουδοβίκος Στέλβαχ εξαιρέθηκε μαζί με άλλους πρωτεργάτες του κινήματος.

Στις 6 Απριλίου ο αρχηγός της επανάστασης Μίχου κάλεσε όλους τους μη αμνηστευθέντες πολιτικούς και αξιωματικούς στο σπίτι του και μετά από μακρά και θυελλώδη συζήτηση αποφασίστηκε να αναχωρήσουν εκτός Ελλάδας. «… Αποφαινόμεθα: Υποβάλλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει». Η 8η Απριλίου ήταν Κυριακή του Πάσχα. Οι εξαιρεθέντες αξιωματικοί παρακολούθησαν την πασχαλινή λειτουργία και μετά κατευθύνθηκαν προς την παραλία για επιβιβαστούν στις βάρκες που τους περίμεναν και να τους οδηγήσουν στα δυο πλοία που τους περίμεναν. Το γαλλικό « Πελικάν» και το αγγλικό « Κάστωρ».  

Υπήρξε ο μόνος επιζήσας συστρατιώτης του Βύρωνα και τιμήθηκε με πολλά παράσημα ελληνικά και ξένα. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ήταν ένας γνήσιος φιλέλληνας που ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Νόρμαν και τον Φαβιέρο, προσφέροντας σπουδαίες υπηρεσίες στην Ελλάδα που την αγάπησε βαθειά και την θεώρησε πατρίδα του. Πέθανε στην Αθήνα την 22α Μαΐου του 1883 σε ηλικία μεγαλύτερη των ογδόντα χρόνων.

 

Πηγές


  • Ποικίλη Στοά, Ετήσιον Ημερολόγιον, Έτος Δ΄, 1884, Αθήνα, 1883.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κλέντσε Λέο φον (Leo von Klenze, 1784-1864)


 

Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Αρχαιολόγος

 

Ο Λέο φον Κλέντσε γνωρίζει τον Λουδοβίκο το 1814 και μένει στην υπηρεσία της Βαυαρίας ως το 1859. Γέννημα θρέμμα της εποχής του Κλασικισμού, ο Κλέντσε οραματίζεται την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ιδίως του δωρικού ναού. Σταθμό στην πορεία του αποτέλεσαν τα ταξίδια του στη Μεγάλη Ελλάδα με τους δωρικούς ναούς στο Πέστουμ, την αρχαία Ποσειδωνία, στον Ακράγαντα, τη Σεγέστα, τον Σελινούντα. Ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε αφήνεται να καθοδηγηθεί από τα ίδια τα μνημεία που σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια επί ώρες. Στους τέσσερις μήνες που πέρασε στην Ελλάδα το 1834, ο Κλέντσε σχεδίασε τον αρχαϊκό ναό στο Καρδάκι της Κέρκυρας, το ναό της Αφαίας στην Αίγινα, την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο, άποψη της Χαλκίδας, τους Αέρηδες στην Πλάκα, ενώ η ελαιογραφία με τη φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης έγινε αργότερα στο Μόναχο.

Ο Κλέντσε στην Αθήνα κίνησε τη διαδικασία για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Για πρώτη φορά τοποθετούνται φύλακες σε αρχαιολογικούς χώρους ενώ, και πάλι με δική του ενέργεια, αρχίζει η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και το αναστηλωτικό έργο στην Ακρόπολη. Η επίσημη έναρξη, που εποπτεύει ο ίδιος, γιορτάστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου με συμμετοχή του λαού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη ύστερα από αιώνες.

 

Πορτρέτο του Λέο φον Κλέντσε.

Ο Γερμανός αρχιτέκτονας, ζωγράφος, συγγραφέας και φιλέλληνας  Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1784, σε μια μικρή πόλη του Χάρτς της κεντρικής Γερμανίας. Το 1800 άρχισε τις σπουδές του στο Βερολίνο, παρακολουθώντας μαθήματα νομικής, λίγο αργότερα όμως, επηρεασμένος ίσως από τη συνάντησή του με τον αρχιτέκτονα W. Gilly, αποφάσισε να σπουδάσει αρχιτεκτονική. Το 1803 συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Στα 1806-1807 επισκέφθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα την Ιταλία (Ρώμη, Νεάπολη, Βενετία), όπου για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τα μνημεία της αρχαιότητας. Εργάσθηκε για λίγο καιρό στην πόλη Κάσσελ, στην αυλή του βασιλιά Ιερώνυμου, όπου κατασκεύασε το θέατρο της πόλης (στην Wilhelmshohe). Το 1813 παντρεύτηκε την Φελίτσιτας Μπλαντζίνι, από το Τουρίνο.

Το 1814 συναντάται για πρώτη φορά με το Λουδοβίκο. Η συνάντησή του αυτή επρόκειτο να γίνει καθοριστική για την όλη του εξέλιξη, γιατί δύο χρόνια αργότερα ο Λουδοβίκος τον καλεί στο Μόναχο, προτείνοντάς του να γίνει αρχιτέκτονας της αυλής και να συνεργασθεί με άλλους μαζί, για το πολεοδομικό σχέδιο του Μονάχου. Ήδη από τις αρχές της παραμονής του στην πόλη αυτή αρχίζει παράλληλα και η δραστηριότητά του για την αγορά αρχαίων. Σαν ειδικός απεσταλμένος του Λουδοβίκου, πηγαίνει στο Παρίσι για να λάβει μέρος στη δημοπρασία της συλλογής του καρδιναλίου Φες.

Πολυάριθμοι αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, συλλέκτες και μεσίτες έργων τέχνης είχαν συγκεντρωθεί, με πρωτοβουλία του Λουδοβίκου, την εποχή εκείνη στο Μόναχο. Πολλοί απ’ αυτούς, όπως ο Μάρτιν φον Βάγκνερ, ο Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν, ο Φρίντιχ φαν Γκαίρτνερ κ.α. διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή του. Ο Κλέντσε είναι, όμως, ίσως ο μόνος που – φερόμενος με ιδιαίτερη διπλωματία- κατόρθωσε να διατηρήσει σχεδόν συνέχεια ακλόνητη την εμπιστοσύνη του μονάρχη, μη διστάζοντας μερικές φορές και να παραμερίσει τους ανταγωνιστές του. Ταξίδεψε με τον Λουδοβίκο δύο φορές στην Ιταλία, όπου επισκέφθηκαν τη Ρώμη, τη Νεάπολη, τη Φλωρεντία και τη Σικελία. Μετά την ενθρόνιση του Λουδοβίκου το 1825, ανακηρύχτηκε βασιλικός σύμβουλος για τα αρχιτεκτονικά θέματα.

Την Ελλάδα επισκέφθηκε ο Κλέντσε μόνο μια φορά ως απεσταλμένος του Λουδοβίκου, από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 1834. Όμως, στο ταξίδι αυτό θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω. Ο Κλέντσε παρέμεινε στην υπηρεσία της Βαυαρίας έως το 1859. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας του κτίσθηκαν πάνω από 50 οικοδομήματα, σύμφωνα με δικά του αρχιτεκτονικά σχέδια, ενώ ένας επίσης μεγάλος αριθμός σχεδίων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ο Λέο φον Κλέντσε αρχιτέκτονας, της εποχής του Κλασικισμού, οραματίστηκε την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής και τη δημιουργία μιας νέας Αθήνας στο Μόναχο, όπου πολυάριθμα κτίριά του σφράγισαν οριστικά το πρόσωπο της πόλης αυτής. Στην ίδια την Αθήνα, μοναδικό δείγμα της αρχιτεκτονικής του είναι η καθολική εκκλησία (Άγιος Διο­νύσιος) δίπλα στο Οφθαλμιατρείο. Όμως και εδώ ο Κλέντσε έπαιξε ση­μαντικό ρόλο κάνοντας βασικές τροποποιήσεις στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, δημιούργημα των Κλεάν­θη και Σάουμπερτ. Το πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα αρχαιολογικό μουσείο κοντά στην Ακρόπολη, έργο επίσης του Κλέντσε, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Όμως η δημιουργικότητα του Κλέντσε δεν περιορίσθηκε σε όρια αυστηρά αρχιτεκτονικά – πολεοδομικά.

Σ’ αυτόν οφείλεται η Γλυπτοθήκη του Μονάχου, όχι μόνο σε ό,τι έχει σχέση με την εξωτερική της μορφή. Και η ίδια η διαμόρφωση των αιθουσών ως εκθεσιακών χώρων, αλλά ακόμη και η επιλογή των εκθεμάτων, είναι έργο δικό του. Ως σύμβουλος του διαδόχου και μετέπειτα βασιλιά Λουβοδίκου σε θέματα τέχνης, στον οποίο ο Λουδοβίκος είχε πολλές φορές τυφλή εμπιστοσύνη, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο Μόναχο ένα σημαντικό αριθμό γλυπτών, αγοράζοντάς τα από διάφορες συλλογές και δημοπρασίες, όπως π χ. τον Απόλλωνα της Τενέας, την Ει­ρήνη του Κηφισοδότου, τον λεγόμενο «βασιλιά του Μονάχου». Εδώ επέδειξε πολλές φορές ένα πολύ σωστό αισθητικό κριτήριο και γνώση της ελληνικής γλυπτικής, αν και όπως άλλωστε είναι φυσικό για την εποχή του, δεν ήταν πάντοτε απαλλαγμένος από την επίδραση που ασκούσε ακόμη ο Βίνκελμαν και οι απόψεις του σχετικά με την αρχαία τέχνη.

Παράλληλα με τον εμπλουτισμό της Γλυπτοθήκης, ο Κλέντσε κατόρθωσε να δημιουργήσει και συλλογή αγγείων, στην οποία συγκαταλέγονται πολλά αριστουργήματα της ελληνικής αγγειογραφίας. Η συλλογή αυτή, που αρχικά δεν ήταν επισκέψιμη παρά μόνον από λίγους ειδικούς, έμελλε να στεγασθεί αργότερα σε κτίριο που κτίσθηκε επίσης στην Καίνιγκςπλατς, τη μεγάλη κλασικιστική πλατεία του Μονάχου, απέναντι ακριβώς από τη Γλυπτοθήκη.

Εμπλουτισμένο και με πολλά άλλα αντικείμενα από χαλκό και διάφορα πολύτιμα και μη μέταλλα, πήρε την ονομασία «Μουσείο Αρχαίας Μικροτεχνίας». Τον πυρήνα, λοιπόν, της έκθεσης αποτελεί η προσπάθεια μιας προσέγγισης της ως τώρα άγνωστης πλευράς του Κλέντσε ως αρχαιολόγου.

 

Ο Αρχαιολόγος

 

Ίσως κανένας από τους συγχρόνους του Κλέντσε να μην προσανατολίστηκε, σε τέτοιο βαθμό, στην ελληνική τέχνη, όσο αυτός. Οι νέες κλασικιστικές τάσεις που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, και με τις οποίες γαλουχήθηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Βερολίνο και στο Παρίσι, φαίνεται ότι τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα. Έτσι, η ελληνική αρχιτεκτονική γίνεται γι’ αυτόν «μέτρο πάντων», ιδίως η αρχέτυπη μορφή της, που είναι ο δωρικός ναός, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να τον απασχολεί. Ιδιαίτερα τον ενδιέφερε η θεωρία, οι νόμοι της αναλογίας και η γνώση των συμβόλων που κρύβει μέσα του. Από την έντονη απασχόληση του με τον δωρικό ναό προέκυψαν διάφορα γραπτά κείμενα, όπως το «Μελέτες και αποσπάσματα σαν σκέψεις πάνω στη δημιουργία, την ιστορία και τους κανόνες της αρχιτεκτονικής».

Η προσπάθεια της θεωρητικής προσέγγισης και κατανόησης της εξελίξεως των μορφών χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την εποχή αυτή, αλλά και την ίδια την αρχαιογνωστική επιστήμη. Σκοπός του Κλέντσε, όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά μνημεία, δεν ήταν η επαναφορά τους στην αρχική τους μορφή αλλά η επανάκτηση των νόμων κατασκευής τους, έτσι ώστε να γίνει δυνατή και στην εποχή του η ανοικοδόμηση τέλειων ελληνικών ναών. Σε ένα από τα γραπτά του διαβάζουμε: «Ολόκληρος ο ελληνικός ναός, ακόμη και το παραμικρότερο μέλος του, δεν έχει τίποτα το κρυφό, αινιγματικό… έχουμε στη διάθεσή μας ολόκληρο το αρχιτεκτο­νικό αλφάβητο…αν γράψουμε με αυ­τό θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε νέα και εξαιρετικά έργα.»

 

Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, Λιθογραφία, περίπου 1858.

 

Αποκαλυπτικά στάθηκαν, σίγουρα, τα ταξίδια του στην Ιταλία και η επαφή του με τους πολυάριθμους δωρι­κούς ναούς, στη Σικελία και στη Μεγάλη Ελλάδα. Το Πέστουμ, δηλαδή η αρχαία Ποσειδώνια, καθώς και οι πόλεις της Σικελίας Ακράγας. Σεγέστα και Σελινούς, αποτέλεσαν σταθμό στην πορεία του, αφού εδώ του δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να εμβαθύνει τις γνώσεις του, αναπτύσσοντας συγχρόνως και το αισθητικό του κριτήριο. Τα σχέδια και οι ελαιογραφίες του εκτός των άλλων παρουσιάζουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας δείχνουν πόσο είχε ήδη προχωρήσει η κατανόηση της, ως τότε, κάπως ξένης ακόμη, αρχαϊκής δωρικής τέχνης.

Ο δωρικός ναός είχε κινήσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών, ήδη τον 18ο αι. Ο Λε Ρουά, στο πολύ δημοφιλές εικονογραφημένο έργο του, που είχε κυκλοφορήσει το 1758, είχε ήδη χωρίσει κατά περιόδους την εξέλιξη του δωρικού ρυθμού. Πραγματικό σταθμό, όμως, απετέλεσε η έκδοση του έργου των Stuart και Revett (Αρχαιότητες των Αθηνών), γιατί για πρώτη φορά έκανε γνωστούς τους δωρικούς ναούς της ίδιας της Ελλάδας. Η αντίδραση στους κύκλους των διανοουμένων ήταν μεικτή. Εδώ φάνηκε πόσο δύσκολο ήταν να συνδυασθούν οι καινούργιες γνώσεις με την αισθητική ισορροπία, όπως την είχε εκφράσει και θεμελιώσει ο Βίνκελμαν. Χαρακτηριστικά ήταν αυτά που αυθόρμητα είπε ο Γκαίτε, όταν στις 23 Μαρτίου 1787 επισκέφθηκε την Ποσειδώνια: «Βρέθηκα σε έναν τελείως ξένο κόσμο». Αμέσως μετά, όμως, συμπλήρωσε: «Σε λίγο, πάντως, συνήλθα, θυμήθηκα την ιστορία της τέχνης, έφερα στο νου μου τον αυστηρό ρυθμό της γλυπτικής, και πριν περάσει μια ώρα είχα συμφιλιωθεί».

Ο Κλέντσε κατόρθωσε σύντομα να ξεφύγει από τη μονομερή έρευνα των αναλογιών και άφησε να τον καθοδηγήσουν τα ίδια τα μνημεία. Και σ’ αυτήν ακριβώς την αντιμετώπιση κρύβεται ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε. Μέρες ολόκληρες, και με σκληρές συνθήκες, εργαζόταν στους ναούς σχεδιάζοντας με κάθε λεπτομέρεια. Χαρακτηριστικά για τον τρόπο της δουλειάς του είναι τα σχέδια και οι μετρήσεις του από τα ερείπια του Ακράγαντα.

 

Στην Ελλάδα

 

Ο πρώτος ναός που ο Κλέντσε επισκέφτηκε και σχεδίασε μετά την άφι­ξή του στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1834, είναι ο αρχαϊκός ναός που βρίσκεται στο Καρδάκι της Κέρκυρας, μέσα στον κήπο του MON REPOS. Η αποστολή του στη χώρα μας είχε κυρίως πολιτικό χαρακτήρα: έπρεπε να ανακληθούν δύο από τα τρία μέλη της Αντιβασιλείας, οι φον Μάουρερ και φον ‘Αμπελ, λόγω διαφορών που είχαν ξεσπάσει μεταξύ τους. Δεύτερος στόχος του ταξιδιού αυτού ήταν και η διευθέτηση του ζητήματος που είχε προκύψει σχετικά με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, έργο των Κλεάνθη και Σάουμ­περτ, ενάντια στο οποίο είχαν διατυπωθεί διάφορες αντιρρήσεις. Το διάστημα των τεσσάρων μηνών, όμως, που παρέμεινε στην Ελλάδα ο Κλέντσε, το χρησιμοποίησε για να γνωρίσει τον τόπο και τους ανθρώ­πους του.

Αξίζει να διαβάσει κανείς τις απόψεις του για τους Έλληνες:

 

«Πνευματική υπεροχή σε υψηλό βαθμό, ίσως πάνω από όλους τους λαούς της γης, αφάνταστη ευπλασία του χαρακτήρα, περιφρόνηση προς το θάνατο και την φιλοκτημοσύνη, μεγάλη αυτοπεποίθηση και εθνική υπερηφάνεια – δηλαδή η ελληνική φιλαυτία, που χαρίζει και στους βοσκούς και στους αγρότες μια εμφάνιση αξιοπρόσεκτη, που ακόμη και εκείνο τον τυφλό ζητιάνο έξω από τις πύλες του Ναυπλίου τον κάνει να μοιάζει με Πατριάρχη της φτώχειας- όλα πρέπει να θεωρηθούν σαν εθνικές ιδιότητες των Ελλήνων, όλων των κοινωνικών στρωμάτων (Από το βιβλίο του: «Αφοριστικές σημειώ­σεις»).

 

Από την Κέρκυρα ο Κλέντσε έφθασε με πλοίο στην Πάτρα, απ’ όπου συνέχισε το ταξίδι του με κυβερνητικό πλοίο ως την Κόρινθο. Η πρώτη του συνάντηση με το ξερό καλοκαιριάτικο τοπίο της Κορινθίας τον ξένισε κάπως, όπως διαφαίνεται από τα γραπτά του. Αφού επισκέφθηκε τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα συνέχισε, διασχίζοντας την Αργολίδα, για το Ναύπλιο.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

Επειδή το πρώτο μέρος του ταξιδιού του ήταν κατά κύριο λόγο αφιερωμένο στα θέματα της αποστολής του, πρέπει το σχέδιο του, που αποδίδει με ακρίβεια και ευαισθησία την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύ­πλιο, να προέρχεται από το δεύτερο ταξίδι του στην πόλη αυτή. Στο μικρό αυτό διάστημα της παραμονής του στο Ναύπλιο, κατόρθωσε να διεισδύσει σε μεγάλο βαθμό στα προβλήματα του νέου τότε κράτους. Στις 12 Αυγούστου συνέχισε το ταξίδι του για την Αθήνα, μέσω Επιδαύρου, Πάρου και Αίγινας, όπου τον απασχόλησαν ιδιαίτερα τα ίχνη χρώματος στα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού της Αφαίας που είχε ανασκαφεί το 1811. Από την περίοδο της παραμονής του στην Αθήνα ενδιαφέρον παρουσιάζει μια γραφική άποψη από την περιοχή των Αέρηδων. Η πολύ γνωστή ελαιογραφία με την φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης στη ρωμαϊκή εποχή είναι έργο υστερότερο, που έγινε στο Μόναχο.

 

Αναπαράσταση της Ακρόπολης και του Αργείου Πάγου (1846). Neue Pinakothek (Gallery), Munich.

 

 

Η προστασία των αρχαιοτήτων

 

Μια από τις βασικότερες ενέργειες του Κλέντσε ήταν η διαδικασία, που έθεσε σε κίνηση, για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Ως τότε η διαφύλαξή τους ήταν έργο φιλάρχαιων ιδιωτών και της Φιλομούσου Εταιρείας. Γνωστή είναι η αυτοθυσία και ο απέραντος ενθουσιασμός του Κυριάκου Πιττάκη για την προστασία των μνημείων της Αθήνας.

Με διάταγμα της 28ης Αυγούστου του 1834 τοποθετήθηκαν, για πρώτη φορά φύλακες στους εξής αρχαιολογικούς χώρους: Αθήνα, Αίγινα, Ελευσίνα, Δελφούς, Ραμνούντα, Σούνιο, Επίδαυρο, Κόρινθο, Μυκήνες, Φιγάλεια – Βάσσες, Μεσσήνη, Δήλο και Ολυμπία.

Λέο φον Κλέντσε, φωτογραφία του Franz Hanfstaengl, 1856

Επίσης, σε ενέργεια του Κλέντσε οφείλεται η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και η αίτηση προς την κυβέρνηση για διεξαγωγή αναστηλωτικών εργασιών στην Ακρόπολη, με κρατική ευθύνη. Αποκορύφωμα της παραμονής του στην Ελλάδα ήταν η επίσημη έναρξη των αναστηλωτικών εργασιών, με εποπτεία του ιδίου, που γιορτάσθηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου επάνω στον ιερό βράχο, με συμμετοχή του λαού. Σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός της Αθήνας ανέβηκε σε πομπή, τον ανηφορικό δρόμο προς την Ακρόπολη, για να παραβρεθεί στην ανασύνδεση ορισμένων σπονδύλων από κίονες του Παρθενώνα, το πρώτο βήμα στην αναστήλωση του μνημείου αυτού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη μετά από αιώνες. Ανάμεσα    στις    προτάσεις    του Κλέντσε για τη διαμόρφωση του χώρου ήταν και η όσο το δυνατόν γρηγορότερη απομάκρυνση των ύστερων κτισμάτων και τειχών. Όμως μόνο μετά την αποχώρηση της βαυαρικής φρουράς από την Ακρόπολη, στις 30 Μαρτίου 1835, είχαν οι αρχαιολόγοι και συντηρητές πραγματικά ελεύθερο πεδίο δράσεως.

Όσον αφορά τη σχέση που είχε ο Κλέντσε με το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, εδώ έπαιξε, με τις τροποποιήσεις που έκανε, ένα ρόλο συμφιλιωτικό στα προβλήματα που είχαν προκύψει. Αντίθετα με τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ, ο Κλέντσε πίστευε ότι η πολεοδομία δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται σε ελεύθερες, καλλιτεχνικές ιδέες, και σε συμβολικές θεωρίες. Τις προτάσεις του, που πραγματοποιήθηκαν τελικά θέλησε να τις στηρίξει στα τοπογραφικά και ιστορικά δεδομένα του χώρου. Αυτό βέβαια θα ήταν αποδοτικό μόνο αν η πόλη αυτή μεγάλωνε «οργανικά».

Η ανάδειξη όμως, της Αθήνας σε πρωτεύουσα του κράτους είχε σαν αποτέλεσμα την πολύ γρήγορη ανάπτυξη και τη μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού της, πράγμα που οδήγησε στο χάος. Αν είχε ακολουθηθεί το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο με τους φαρδείς δρόμους και το ιπποδάμειο σύστημα, η εξέλιξη αυτή ίσως είχε αποφευχθεί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Κλέντσε αναχωρεί από την Αθήνα για την Πελοπόννησο απ’ όπου, θα καταλήξει στη Ζάκυνθο, μετά από ένα περίπου μήνα, για να πάρει πια το δρόμο της επιστροφής. Στη διάρκεια της περιοδείας του, επισκέφθηκε την Τίρυνθα και τις Μυκήνες όπου εντυπωσιάσθηκε από την Πύλη των Λεόντων την Τεγέα, τη Μαντινεία, τη Μεγαλό­πολη και τη Λυκόσουρα. Μέσα από την ορεινή Αρκαδία από την Καρύ­ταινα και τη Δημητσάνα έφθασε τελικά στην Ολυμπία, που βρισκόταν όμως ακόμη θαμμένη κάτω από7 μέτρα άμμου από τις προσχώσεις του Αλφειού. Πληροφορίες να τις περιηγήσεις του μας δίνουν σημειώσεις και κείμενα. Τα τελευταία του σχέδια προέρχονται από τον σταθμό του στη Ζάκυνθο.

Ο Κλέντσε δεν έμελλε να έρθει για δεύτερη φορά στην Ελλάδα. Στους τέσσερις μήνες που έμεινε εδώ κατόρθωσε να γνωρίσει από κοντά την πραγματικότητα του νέου κράτους να εξοικειωθεί με τα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα να καταλάβει το χώρο και τους ανθρώπους πράγμα που τον οδήγησε σε εμφανή κριτική κατά της βαυαρικής κυριαρχίας. Από το Μόναχο προσπάθησε να συνεχίσει την επιτήρηση των εργασιών στην Ακρόπολη, δεν θέλησε όμως να δεχθεί την πρόταση του Λουδοβίκου να έρθει σαν μόνιμος σύμβουλος του Όθωνα στην Ελλάδα. Πέθανε ακριβώς 30 χρόνια αργότερα τον Ιανουάριο του 1864 στο Μόναχο.

  

Αλίκη Μουστάκα

Αρχαιολόγος ΚΕΑ Ακαδημίας Αθηνών

 

Βιβλιογραφία


  • Κατάλογος έκθεσης Μονάχου: Ein grie­chischer Traum Leo von Klenze. Der Arcnaologe Ausstellung von 6 Dezember 1985 – 9 Februar 1986 GlyplotheK München.
  • Η Η. Russack Deutsche bauen in Athen (1942).
  • Κατάλογος της έκθεσης Leo von Klenze als Maler und Zeichner. Bayerische Aka­demie der Schonen Künste. Ausstellung vom 2 Oktober 1977 – 29 Januar 1978.
  • Κατάλογος: Glyptothek Muncnen 1830-1980.  Jubiläumsausstellung zur Entslehungs-und   Baugeschichle,17 September-23 November 1980.
  • W Seidl. Βαυαροί στην Ελλάδα (1984).
  • Α Κόκκου. Η μέριμνα για τις αρχαιότη­τες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, σ. 202-206 (1977).
  • Κατάλογος έκθεσης: Αθήνα, Πρωτεύου­σα Πόλη (1985) Τομ. II σ. 58-65.

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 20, Αύγουστος 1986. 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »