Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Νοταράς Πανούτσος  (1740 ή 1752 – 1849)


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλος της γνωστής οικογένειας* δημογερόντων της Κορινθίας, οι οποίοι υπήρξαν σημαντικοί οικονομικοί και διοικητικοί παράγοντες του τόπου. Ορισμένοι πρωταγωνίστησαν το 1770 στην εξέγερση των Ορλωφικών. Ο Πανούτσος Νοταράς γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1752, κατά την πιθανότερη εκδοχή, ή το 1740. Ήταν γιος του προκρίτου Σπυρίδωνα Νοταρά, ενός από τους πιο καλλιεργημένους προεστούς της περιόδου του 18ου και του 19ου αιώνα.

Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Γρηγόριος Καρβούνης. Λόγοι υγείας δεν του επέτρεψαν να σπουδάσει στην Ιταλία. Διέθετε ωστόσο πλουσιότατη βιβλιοθήκη και αξιόλογη κλασική παιδεία. Νέος ακόμη ο Πανούτσος Νοταράς πρωταγωνίστησε στα Ορλωφικά και αργότερα, το 1818, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση, οι Νοταράδες περιλαμβάνονταν στις έξι πιο ισχυρές οικογένειες της Πελοποννήσου που νέμονταν σημαντικά διοικητικά αξιώματα κατά τρόπο κατ’ ουσία κληρονομικό.

 

« Η οικογένεια των Νοταραίων είναι μία εκ των επισημοτέρων της Πελοποννήσου, δια την παλαιότητα και την λαμπρότητα της καταγωγής της. Ο δε Πανούτσος υπήρξε πάντοτε πληρεξούσιος και Πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων». Φωτάκος

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, ο Νοταράς ήταν από τους προεστούς που εξέφρασαν επιφυλάξεις για την έναρξη του Αγώνα στη δεδομένη χρονική στιγμή. Περίπου ένα μήνα πριν, σε συγκέντρωση προεστών, είχε διατυπώσει την άποψη ότι οι Έλληνες ήταν ακόμα ανέτοιμοι για ένα τέτοιο εγχείρημα, προκαλώντας την οργή του Παπαφλέσσα που ήταν παρών.

Με την έναρξη του Αγώνα και ιδίως μετά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο (Ιούνιος 1821) και τη σύσκεψη στα Βέρβαινα, όπου το κλίμα ήταν ιδιαίτερα εχθρικό για τους προκρίτους, ο Νοταράς ήρε τις επιφυλάξεις του στηρίζοντας ενεργά την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης. Συμπαρέσυρε μάλιστα και άλλους διστακτικούς προεστούς να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Στο μεταξύ, τον Απρίλιο του 1821, οι Οθωμανοί είχαν εκτελέσει τον αδελφό του Ανδρικό.

Κατά την Α’ Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821, εξελέγη πληρεξούσιος και μετείχε στη δωδεκαμελή επιτροπή σύνταξης του πρώτου συντάγματος. [ Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα – Νέα Επίδαυρο ]. Διετέλεσε μέλος του Εκτελεστικού της επαναστατικής διοίκησης και ανέλαβε τη διεύθυνση των οικονομικών υποθέσεων από τον Ιανουάριο του 1822 έως τον Απρίλιο του 1823. Κατά τη θητεία του στο αξίωμα αυτό υπέγραψε έντοκα γραμμάτια, που αποτέλεσαν ένα πρώτο είδος ελληνικού χαρτονομίσματος.

Κατά τη λεγόμενη τρίτη βουλευτική περίοδο (11 Οκτωβρίου 1824 – 6 Απριλίου 1826) εκλέχθηκε επίσημα πρόεδρος του Βουλευτικού, το οποίο έδρευε στο Ναύπλιο και έπαιζε σκιώδη και δευτερεύοντα ρόλο.

Αν και αρχικά είχε αντιταχθεί στον ανιψιό του Ιωάννη Νοταρά και είχε προσεγγίσει την παράταξη των στρατιωτικών και τον Κολοκοτρώνη, τελικά συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό της παράταξης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ενάντια στην παράταξη των στρατιωτικών. Ο ανιψιός του Ιωάννης πολιόρκησε τους οπλαρχηγούς που είχαν κλειστεί στο κάστρο του Ακροκορίνθου, όμως εκείνος ήταν που κατάφερε να το καταλάβει το Μάρτιο του 1824.

Επέδειξε, ωστόσο, μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, όπως προκύπτει και από έγγραφα που έστειλε ως πρόεδρος του Βουλευτικού στο Εκτελεστικό το 1824 και το 1825, επιδιώκοντας να παρεμποδίσει τη θέσπιση μέτρων ενάντια στους αντιπάλους και προτείνοντας μέτρα για τον τερματισμό του εμφυλίου ή την αμνήστευση των εμπλεκομένων σε αυτόν.

 

«Με χαράν μεγάλην παρατηρεί κάθε αληθής και τίμιος πατριώτης την εκλογήν του κυρίου Πανούτζου Νοταρά, εις τον βαθμόν του προέδρου του Βουλευτικού Σώματος των Ελλήνων. Τούτον τον σεβάσμιον γέροντα, αν και ημείς ονομάσωμεν νέον Αριστείδην, βεβαίως δεν σφάλλομεν. Άμποτε το πνεύμα του, ο ζήλος του και η προς την δικαιοσύνην αφοσίωσίς του, να ήναι πάντοτε τα μόνα αισθήματα και των συνυπουργών του, και να φρονώσιν, ότι η ελευθερία και ανεξαρτησία πηγάζουσιν από μόνην την αδελφικήν ένωσιν. Κατά δυστυχίαν όμως τα συστατικά της Βουλής μας στοιχεία είναι διηρημένα. Αλλά τι τάχα χρειάζεται δια να ενωθώσι πάλιν; όχι άλλο βέβαια, παρά μια ειλικρινείς θέλησις, και ένας κοινός ζήλος. Ο κύριος Νοταράς εις τον λόγον του τον κατά την έναρξιν της Γ’ περιόδου, ζητεί από τους κυρίους παραστάτας τας σύμβουλάς των. Μόνη αύτη η ευγενής μετριοφροσύνη του είναι ικανή να απόδειξη τον έντιμον χαρακτήρα τούτου του αξιοπρεπούς ανδρός, όστις εκ πρώτης αρχής τούτου του ενδόξου αγώνος μας μέχρι της παρούσης ημέρας, δεν έλειψε ποτέ από του να συνεισφέρη το κατά δύναμιν εις την κοινήν ευδαιμονίαν και την των πραγμάτων βελτίωσιν….» .. [ Ναύπλιον τη 8 Νοεμβρίου 1824, Ελληνικά Χρονικά, αρ.91]

 

Όταν, ύστερα από καθυστερήσεις αρκετών μηνών, πραγματοποιήθηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο με συμμετοχή 127 αντιπροσώπων, τον Απρίλιο του 1826, ο Νοταράς ήταν ακόμη πρόεδρος του Βουλευτικού. Στη συνέχεια εξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος Εθνοσυνέλευσης, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μόλις 10 ημερών (6-16 Απρι­λίου) μέχρι τη διακοπή της. Λίγους μήνες αργότερα καθαιρέθηκε από το αξίωμα, επειδή είχε υποστηρίξει τον ανιψιό του Ιωάννη σε τοπικές ταραχές. Ωστόσο, η καθαίρεση αυτή δεν τον εμπόδισε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό (10.0000 γρόσια) από την προσωπική του περιουσία για να ενισχύσει την Επανάσταση, που βρισκόταν σε κρίσιμη φάση.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της 10 μέρες μετά την έναρξή τους, εξαιτίας της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου. Στο διάστημα αυτό, εκλέχθηκε πρόεδρος της επιτροπής η οποία λειτουργούσε ως σύνδεσμος της Εθνοσυνέλευσης με το Εκτελεστικό (την κυβέρνηση). Με την ιδιότητα του προέδρου αυτής της επιτροπής εξέδωσε από την Αίγινα προκήρυξη στις 16 Μαρτίου 1827, με την οποία καλούσε τους πληρεξουσίους της Εθνοσυνέλευσης να συνέλθουν στην Τροιζήνα προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εργασίες της. Στη συνέχεια αποσύρθηκε από τα κοινά για δύο χρόνια.

Την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, και ειδικότερα στις 27 Νοεμβρίου 1829, ορίστηκε ως πρώτος πρόεδρος του Εφετείου Ναυπλίου. Ο Καποδίστριας τον είχε ορίσει επίσης μέλος του συμβουλευτικού του οργάνου, του Πανελληνίου, υπεύθυνο για οικονομικά θέματα, χωρίς όμως να απασχοληθεί ενεργά σε αυτό.

Στην Ε’ Εθνοσυνέλευση, που συγκλήθηκε στο Άργος και στην Πρόνοια του Ναυπλίου (11 Ιουνίου – 20 Αυγούστου 1832), μετά την παραίτηση του Αυγου­στίνου Καποδίστρια από τη θέση του «προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως», ο Νοταράς συμπαρατασσόμενος με τον Ιωάννη Κωλέττη εκλέχθηκε παμψηφεί πρόεδρος.

Η Εθνοσυνέλευση αυτή, που ονομάστηκε «κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», σύμφωνα με το Β’ Ψήφισμα της 27ης Ιουλίου 1832, αποδέχθηκε την απόφαση της Διάσκεψης του Λονδίνου για την επιλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας. Ο Πανούτσος Νοταράς διαδραμάτισε τότε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρεμβαίνοντας δυναμικά και υποστηρίζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας μπροστά στους 21 πληρεξούσιους της Εθνοσυνέλευσης αλλά και στους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη διεξαγωγή συζήτησης για ένα σχέδιο συντάγματος που θα υποβαλόταν προς έγκριση στον Όθωνα. Τελικά, η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της μέσα σε κλίμα αντιπαραθέσεων. Ουσιαστικά είχε πλέον εγκαθιδρυθεί μοναρχικό πολίτευμα κατά το πρότυπο της Γαλλικής Παλινόρθωσης και η αρχική πολιτική επιδίωξη της Επανάστασης για φιλελεύθερη πολιτεία, συνταγματικά οργανωμένη, περνούσε στο περιθώριο.

Κατά την Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (8 Νοεμβρίου 1843 – 18 Μαρτί­ου 1844), που συγκλήθηκε μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την αλλαγή του πολιτεύματος που ακολούθησε, ο Νοταράς εξελέγη πρόεδρος, προσωρινός στις 8 Νοεμβρίου 1843 και οριστικός λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου. Στην εκλογή του συνέβαλε καθοριστικά ο σεβασμός που ενέπνεε η ηλικία του, αφού όλοι τον θεωρούσαν «Νέστορα των Ελλήνων πολιτικών». Ήταν 91 ετών, ενώ κατά άλλους υπερέβαινε τα 103 ή 109 έτη. Στην πραγματικότητα, έπαιξε το ρόλο ενός κατά κάποιον τρόπο «επιτίμου προέδρου», εφόσον τα προεδρικά του καθήκοντα τα άσκησαν οι κατά πολύ νεότεροί του αντιπρόεδροι Ανδρέας Μεταξάς, Αλέξανδρος Μαυρο­κορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης και Ανδρέας Λόντος.

Αυτή η διευθέτηση κατοχυρώθηκε και επίσημα με την ανάγνωση σχετικού εγγράφου του αμέσως μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου. Με αυτό ανακοίνωνε στην Εθνοσυνέλευση ότι διατηρούσε μεν την τιμητική θέση του προέδρου, όμως την άσκηση των καθηκόντων του την παραχωρούσε στους αντιπροέδρους. Το 1849 ο Νοταράς πέθανε σε βαθύ γήρας, στα Τρίκαλα Κορινθίας, όπου είχε αποσυρθεί έχοντας εν τω μεταξύ εκδώσει την αυτοβιογραφία του το 1846.

  

Υποσημείωση


* Νοταρά Οικογένεια. Μεγάλη ιστορική πελοποννησιακή οικογένεια με δράση κυρίως στην Κορινθία. Απέκτησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεγάλη οικονομική και διοικητική δύναμη. Ισόβιοι δημογέροντες στην επαρχία τους, καθοριστικοί παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου συμμετείχαν ενεργά στις εθνικοπολιτικές επιδιώξεις των συμπατριωτών τους. Η οικογένεια εξέθρεψε στους κόλπους της αγίους της Ορθοδοξίας (Αγ. Γεράσιμος, Αγ. Μακάριος), λόγιους, κληρικούς και ιεράρχες, αγωνιστές, φιλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς που έδρασαν στην ελληνική εξέγερση του 1770 (Ορλωφικά), στην προεπαναστατική περίοδο, στον Αγώνα και στα πρώτα χρόνια του ελληνικού βασιλείου. Ο Πανούτσος Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας) ήταν από τα περισσότερο αναπτυγμένα πνευματικά και οικονομικά μέλη της οικογένειας. Πρωταγωνιστής στα Ορλωφικά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Είχε επιφυλάξεις για την έναρξη του ένοπλου αγώνα το 1821 που τις απέβαλε όταν είδε τη ραγδαία εξάπλωσή του. Προσχώρησε στις επαναστατικές διαδικασίες με την άφιξη του Δ. Υψηλάντη και η παρουσία του επηρέασε θετικά και άλλους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Α Εθνοσυνέλευσης και μέλος της Επιτροπής σύνταξης του πρώτου Συντάγματος. Υπήρξε έντιμος και αφιλοκερδής σε όλα τα αξιώματα στα οποία υπηρέτησε. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν διαλλακτικός και μετριοπαθής και περιορίστηκε σε νουθεσίες και προτροπές προς τους αντιπάλους προσπαθώντας να τους συνδιαλλάξει. Παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στο πολιτικό προσκήνιο μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και εκλέχθηκε πρόεδρος της πρώτης Βουλής του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο Παναγιώτης Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1803 – Αθήνα, 1879) πήρε μέρος στην πολιορκία και την άλωση του Ακροκορίνθου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και στη μάχη της ‘Aμπλιανης οπότε του δόθηκε και ο βαθμός του αντιστράτηγου. Ο Ιωάννης (Γιαννάκης) Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας, 1805 – Ανάλατος Αττικής, 1827) γνωστός και ως «αρχοντόπουλο» διακρινόταν για τα πνευματικά του προσόντα, την ομορφιά και τη γενναιότητά του. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και στην αναχαίτιση της στρατιάς του Δράμαλη. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου γνώρισε διώξεις από το Γκούρα και φυλακίστηκε στην Ύδρα. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ, στην Καστέλλα υπό το Γκόρντον και σκοτώθηκε στην καταστρεπτική μάχη του Αναλάτου στις 24 Απριλίου 1827.

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Ιστότοπος Βουλής των Ελλήνων, http://www.parliament.gr/1821

Read Full Post »

Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George  (1799-1875)


 

Φίνλεϋ Γεώργιος - Finlay George (1799-1875)

Βρετανός ιστορικός Σκωτικής καταγωγής. Γεννήθηκε στο Φάβερσαμ του Κεντ και σπούδασε νομικά στη Γλασκόβη. Το 1821 μετέβη στο Γκέτινγκεν προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Τον Νοέμβριο του 1823, επηρεασμένος από τους αγώνες των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ήρθε να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Αποβιβάστηκε αρχικά στην Κεφαλονιά όπου τον υποδέχτηκε ο Λόρδος Βύρων κι αργότερα πήγε στον Πύργο. Εκεί παρέμεινε για 14 μήνες και αφιερώθηκε στην εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας, γνωρίζοντας παράλληλα τις αρχαιότητες.    Λόγω ενός επίμονου και υψηλού πυρετού αναγκάστηκε να περάσει τον χειμώνα του 1824 και την άνοιξη του 1825 στη Ρώμη, τη Νάπολη και την Σικελία. Μετά την αποθεραπεία του μετέβη στο Εδιμβούργο, όπου έλαβε και το πτυχίο του στα νομικά.

Όμως, ο Γεώργιος Φίνλεϋ είχε κάνει τις επιλογές του. Είχε αποφασίσει να ζήσει στην Ελλάδα. Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα, όπου έμεινε μόνιμα μέχρι τον θάνατό του. Μετά την απελευθέρωση, αγόρασε μια έκταση στην Αττική και προσπάθησε να καλλιεργήσει την γη. Τα γεωργικά συστήματα όμως που εισήγαγε από την Ευρώπη, δεν έφεραν τα αποτελέσματα που προσδοκούσε. Έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ιστορικών έργων, ενώ από το 1864 μέχρι το 1870, εργάστηκε ως ανταποκριτής των Τimes του Λονδίνου. Το 1854 το πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, του απένειμε τιμητική διδακτορική διάκριση. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου του 1875.

Συνέγραψε πολλά ιστορικά έργα:

  • 1836. Το Ελληνικό Βασίλειο και το Ελληνικό Έθνος.
  • 1836. Δοκίμιο στις τραπεζικές αρχές, εφαρμοστέες υπό του Ελληνικού κράτους.
  • 1844. Η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους.
  • 1847. On the Site of the Holy Sepulchre με σχέδιο της Ιερουσαλήμ.
  • 1854. Ιστορία των Βυζαντινών και Ελληνικών Αυτοκρατοριών από το 716 έως το 1453.
  • 1856. Ιστορία της Ελλάδος υπό την Οθωμανική και Βενετική κυριαρχία.
  • 1861. Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Το πιο γνωστό έργο του είναι η δίτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», με κεφάλαια μη πλήρως επεξεργασμένα, μέχρι της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με γλαφυρότητα που περιέχει πρωτογενείς πηγές και προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αφού ο ίδιος ήταν παρών στα γεγονότα. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γνώση θεμάτων και προσώπων, αλλά ενίοτε και εμπάθεια και δεν αποφεύγει την πολιτική.

Άφησε αναμνήσεις και καλές και κακές, προσ­έφερε πολύτιμες υπηρεσίες, αλλά και έβλαψε με την εμπάθεια και την παροιμιώδη φιλοχρηματία του, η οποία τον έφερε κατ’ επανάληψη σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο εκδότης Γιάννης Βλαχογιάννης, ανέθεσε στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – όταν αυτός βρισκόταν σε απόλυτη πενία – την μετάφραση της Ιστορίας του Φίνλεϋ. Ο Παπαδιαμάντης εργάστηκε με συνέπεια και φιλότιμο, παρά την έλλειψη στοιχειώδους βοήθειας – ούτε λεξικό της Αγγλικής δεν διέθετε – και παρά τις προσωπικές του αντιρρήσεις και διαφωνίες για τα κείμενα του συγγραφέα. 

Όταν το 1908 ολοκλήρωσε την μετάφραση, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μολονότι τα οικονομικά του ήταν πενιχρά, πλήρωσε τον Κοσμοκαλόγερο αλλά μη έχοντας τα χρήματα για την έκδοση του βιβλίου, το έκλεισε στο συρτάρι του με την προσδοκία της βελτίωσης των οικονομικών του.

Εκατό χρόνια έμεινε ξεχασμένο το βιβλίο. Μέχρι που το 2008 το  ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, πήρε την απόφαση να το ανασύρει από την λήθη και να το προσφέρει στους Έλληνες.

Ως δείγμα γραφής της υπέροχης γλώσσας του Παπαδιαμάντη, του βάθους και του πλούτου της λησμονημένης καθαρεύουσας του, παραθέτουμε την παρακάτω παράγραφο, που αναφέρεται στην θρυλική κλεφτουριά.

« Οι Έλληνες καθιστώσιν ήρωας και ημιθέους τους αρχικλέπτας των. Τα κατορθώματα του Ζαχαριά και του Κολοκοτρώνη, καίτοι εξυμνηθέντα εις στίχους χωρίς ποίησιν και εις κομπορρήμονα πεζογραφίαν, ήσαν μόνον πράξεις ληστών και προβατοκλεπτών. Έζων συνήθως αναλώμασι των πτωχών Χριστιανών χωρικών και σπανίως ερριψοκινδύνευον να ενεδρεύσωσι πλούσιον προύχοντα Έλληνα, ακόμη δε σπανιώτερον να ληστεύσωσιν Τούρκον αγάν. Το άσμα του Ζαχαριά εκθειάζει την καταστροφήν Ελληνικών χωρίων, την λήστευσιν Ελλήνων ιερέων, την ατίμωσιν Ελληνίδων, τον φόνον Ελληνόπαιδος και τα λύτρα άλλου. Ο Δόδουελ μνημονεύει την προθυμίαν μεθ’ ής οι Έλληνες αγρόται ηνούντο προς καταδίωξιν της συμμορίας του Κολοκοτρώνη και μεθ’ ής οι Έλληνες επίσκοποι αφώριζον τους κλέπτας».

Λόγω τέτοιων σχολίων και παρατηρήσεων οι Έλληνες δεν ενέκριναν την Ιστορία του Φίνλεϋ. Περισσότερο όμως πικράθηκε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης που για λόγους επιβίωσης αναγκάστηκε να την μεταφράσει με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, παραδίδοντας στους Έλληνες έναν αληθινό θησαυρό. Αυτός, που θεωρείται ως «η κιβωτός της πιο συντηρητικής ελληνορθόδοξης αντίληψης των καιρών του».  

 

Πηγές


  • Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην ευρωπαϊκή Λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.
  • Encyclopaedia Britannica, έκδοση 1911.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964»,  τόμος 1ος , Πάπυρος, Αθήνα, 1966.

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης  (1765 ή 1773 – 1848)


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Γόνος γνωστής οικογένειας προεστών της Μάνης, όπου γεννήθηκε το 1765 ή, κατά άλλη εκδοχή, το 1773. Είχε θυελλώδη χαρακτήρα, ενώ υπήρξε η ισχυρότερη προσωπικότητα των Μαυρομιχαλαίων κατά την επαναστατική περίοδο και ηγετική μορφή της Πελοποννήσου, πρωταγωνιστής πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων της Επανάστασης, όπως και της μετέπειτα πολιτικής ζωής.

Μετά το 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, κατάφερε να κατευνάσει τις οξύτατες αντιπαραθέσεις που σπάρασσαν τους κόλπους της οικογένειας. Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), ο Μαυρομιχάλης, πιστεύοντας ότι είχαν διαμορφωθεί ευνοϊκές συνθήκες για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, επιδίωξε, σε συνεργασία με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους για την προετοιμασία και την οργάνωση απελευθερωτικού κινήματος.

Οι αντιθέσεις, που δημιουργήθηκαν στη Μάνη μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία, προσέφεραν στο Μαυρομιχάλη την ευκαιρία να ασχοληθεί ενεργότερα με τα δημόσια πράγματα. Παντρεύτηκε την Άννα Μπενάκη, αδελφή του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη. Παιδιά του ήταν οι: Ηλίας, Αναστάσιος, Γεώργιος, Ιωάννης, και Δημήτρης Μαυρομιχάλης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ξυλογραφία.

Το 1815 ανέλαβε το αξίωμα του διοικητή (ή μπέη) της Μάνης, το οποίο είχε θεσμοθετηθεί από τους Οθωμανούς μετά τον τερματισμό των Ορλωφικών το 1774. Η επιρροή του, όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους Οθωμανούς, υπήρξε ισχυρή. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο Μαυρομιχάλης είχε δώσει δείγματα των ηγετικών του ικανοτήτων. Αν και διστακτικός αρχικά, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξε την Επανάσταση στην Αρεόπολη της Μάνης.

Στις 23 Μαρτίου, επικεφαλής 2.000 ανδρών, κατέλαβε την Καλαμάτα. Στις 25 Μαρτίου συνέστησε με άλλους 12 προεστούς τη Μεσσηνιακή Γερουσία – την πρώτη διοικητική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων – η οποία έστειλε την επαναστατική της προκήρυξη στις αυλές της Ευρώπης. Προκήρυξη επίσης απηύθυνε ο Μαυρομιχάλης ως πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και προς τους Αμερικανούς, η οποία με τη φροντίδα του Αδαμάντιου Κοραή, μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, στάλθηκε στο φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Edward Everett και δημοσιεύτηκε στις αμερικανι­κές εφημερίδες.

 

«Παχύσαρκος, αργοκίνητος, καλοστεκούμενος. Δεν φαίνεται προσανατολισμένος σε ορισμένη τάξη ή πολιτική ιδεολογία. Στην επιστήμη της γαστρονομίας, όμως, είχε σημειώσει μεγάλες προόδους: Λένε πως είναι πρόθυμος να δεχτεί διακυβέρνηση οποιασδήποτε μορφής, αρκεί να του εξασφαλίσει πλούτη, ησυχία, καλοπέραση και ασφάλεια. Μια από τις φιλοδοξίες που του αποδίδονταν ήταν και η εισαγωγή της γαλλικής κουζίνας στη Μάνη.» [Waddington 1825]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Δύο μήνες αργότερα, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1821, συ­νήλθαν στη Μονή Καλτεζών, στα σύνορα Λακωνίας και Αρκαδίας, ηγετικές προσωπικότητες της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Στη συνέλευση αυτή πρόεδρος εξελέγη ο Μαυρομιχάλης. Στη διάρκεια της Επανάστασης κατέλαβε σημαντικά αξιώματα. Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821) ορίστηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος. Υπήρξε πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (30 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823) και αμέσως μετά, έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πρόεδρος του Εκτελεστικού της διοικήσεως της υπό διαμόρφωση πολιτείας.

Αξιόλογη υπήρξε η στρατιωτική δράση του Πετρόμπεη. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις επιχειρήσεις για την απόκρουση του Δράμα­λη το καλοκαίρι του 1822 και στην άλωση του κάστρου του Άργους. Μετείχε, επίσης, το Νοέμβριο του 1822 στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στους εμφύλιους πολέμους δεν έλαβε μέρος. Αντίθετα, προσπάθησε να συμφιλιώσει τους αντιμαχομένους.

 

« Ο Μαυρομιχάλης που αντικαθιστούσε τον Υψηλάντη, είχε κατατρομοκρατηθεί από την επιδημία που έπληττε την πόλη και ζούσε περιχαρακωμένος μακριά από το στρατόπεδο. Πήγαινα κάθε μέρα για ενημέρωση. Αλλά αυτός ο νωθρός άνθρωπος δεν μιλούσε για τίποτα άλλο εκτός από την υγεία του. Ήταν ανήσυχος και δυσαρεστημένος, μ’ όλο που υπήρξε από τους πιο ωφελημένους από τα λάφυρα της Τριπολιτσάς. Δυο καμήλες και είκοσι μουλάρια έστειλε με συνοδεία στη Μάνη, φορτωμένα με την ανταμοιβή της εμπιστοσύνης των Τούρκων στο πρόσωπο του και της προστασίας που τους πρόσφερε.» [Raybaud 1824]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 ο Πετρόμπεης, μολονότι ήταν βαθύτατα θλιμμένος από το θάνατο των γιων και του αδελφού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη σε πολεμικές επιχειρήσεις, οργάνωσε την άμυνα της Μάνης και απέτρεψε την κατάληψη της από τους Αιγυπτίους.

Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας και μετά την άφιξη του τελευταίου διορίστηκε πρόεδρος ενός τμήματος του Πανελληνίου, του συμβουλευτικού σώματος που συνέστησε ο Καποδίστριας το 1828.

Η συμμετοχή του Πετρό­μπεη στα δύο σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ. Αυτό συνέβη εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια να περιορίσει την κυριαρχία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη και να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, που βρισκόταν τότε στη φάση της οργάνωσης του σχεδόν εξ’ υπαρχής. Για τους λόγους αυτούς, το 1830, ο αδελφός του Τζαννής οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμείνει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ αργότερα φυλακίστηκε και ο αδελφός του.

Οι φυλακίσεις και προπαντός η αυστηρή στάση του Καποδίστρια απέναντι στους Μαυρομιχαλαίους όξυναν στο έπακρο την μεταξύ τους αντιπαράθεση, οδηγώντας τελικά στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον αδελφό του Πετρόμπεη Κωνσταντίνο και το γιο του Γεώργιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Έξι μήνες μετά το φόνο του Κυβερνήτη, πράξη που φέρεται να κατέκρινε ο Πετρόμπεης, με τη μεσολάβηση του Friedrich Thiersch (Ειρηναίου Θειρσίου)*, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη. Στη συνέχεια προ­σπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ των κυβερνητικών και των αντικαποδιστριακών για την αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης.

Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Γεώργιο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Ζαΐμη διορίστηκαν αντιπρόεδροι του Συμ­βουλίου της Επικρατείας. Αργότερα εντάχθηκε στις τάξεις των «συνταγματικών» και – μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη μεταπολίτευ­ση που ακολούθησε – έλαβε το αξίωμα του γερουσιαστή.

Πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848. Παρά την τραγική κατάληξη της ρήξης του με τον Καποδίστρια που προκάλεσε έντονες επικρίσεις, ο Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε ως ένας από τους ιστορικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Υποσημείωση


 

* Ο Ειρηναίος Θείρσιος (1784- 1860) Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής φιλόλογος, ο οποίος ονομάστηκε «Praeceptor Bavariae» (Διδάσκαλος της Βαυαρίας) και «Πατέρας της ουμανιστικής εκπαίδευσης» στην Βαυαρία. Ήταν ένθερμος φιλέλληνας, και από το 1812 εργάστηκε για να βοηθήσει την ανάπτυξη της παιδείας των ακόμα υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ιδιαίτερη σχολή για νέους Έλληνες. Έπειτα, στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ενήργησε μέσα από τους φιλελληνικούς συλλόγους για την συλλογή οικονομικών ενισχύσεων για την Ελλάδα.

Ήρθε στην Ελλάδα το 1831, και επιδόθηκε με αρχαιολογικές μελέτες. Το 1851 συνέστησε επιτροπή για την επανόρθωση και μελέτη του Ερεχθείου που είχε καταστραφεί από τις μάχες με τις πολιορκίες της Αθήνας. Επέστρεψε στην Βαυαρία και τιμήθηκε από την πατρίδα του. Απεβίωσε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860.

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Σαβινιύ – Σχινά Μπεττίνα (Bettina Savigny 1805-1835 )


 

 Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο. Στιγμιότυπα από τη ζωή στην πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας (1834/35)

 

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου» γεννήθηκε στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα του Πρωσικού κράτους. Το 1834, η Μπεττίνα παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) απόγονο από φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος, το 1833/34, κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και ο οποίος θα γίνει, το 1837, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών.

[ Ο Κωνσταντίνος Σχινάς ήταν απόγονος του Κωνσταντινουπολίτικου κλάδου της μεγάλης οικογένειας των Σχινάδων. Με τα έκτροπα και τις σφαγές στην πόλη τον Απρίλιο του 1821 έχασαν την περιουσία τους και κατέφυγαν στη Βεσσαραβία. Από εκεί ο φιλομαθής Κωνσταντίνος πήγε στη Γερμανία για νομικές και ιστορικές σπουδές ].

Το ζεύγος γνωρίστηκε το 1824 στο Βερολίνο, όπου ο Σχινάς σπούδαζε τότε. Ήταν φοιτητής του φον Σαβινιύ, αγαπη­τός φίλος και συχνά φιλοξενούμενος της οικογένειας του.

[ Ο Κ. Σχινάς, ως φοιτητής κέρδισε την εμπιστοσύνη του καθηγητή του, μπήκε στο σπίτι του και ερωτεύθηκε τη 19χρονη τότε Μπεττίνα.(1824).Ο Σχινάς όμως ήταν άφραγκος και επειδή δεν μπορούσε να αποκαταστήσει την αγαπημένη του οι γονείς της του επέβαλαν να συνεχίσει τις σπουδές του αλλού και να επικοινωνεί με την κόρη τους μόνο μέσω αλληλογραφίας με τους ίδιους. Περιηγήθηκε όντως πικραμένος τη Γερμανία και κατέληξε στο Παρίσι, από όπου το 1828 πήγε στην Ελλάδα. Τότε διακόπτει χωρίς εξηγήσεις την αλληλογραφία με το Βερολίνο. Δεν τους είχε απαρνηθεί, όπως νόμιζαν, αλλά προετοίμαζε τη θριαμβευτική του επάνοδο στην οικογένεια. Επί Καποδίστρια διορίζεται πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών, αλλά η μεγάλη στιγμή έρχεται τον Οκτώβριο του 1833, όταν διορίζεται υπουργός Δικαιοσύνης ως έμπιστος του Λούντβιχ φον Μάουρερ, μέλους της Αντιβασιλείας. Τότε, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, ξαναγράφει στους Φον Σαβινιύ, ζητώντας το χέρι της Μπεττίνας. Μοιράζουν την απόσταση μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Το ζεύγος φον Σαβινιύ μαζί με έναν αδελφό της είχαν συνοδέψει τη Μπεττίνα μέχρι εκεί. Παντρεύονται στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχωρούν αμέσως για το Ναύπλιο ]. 

Τότε αρχίζει μια πολύ εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Αυτή η αλληλογραφία σώθηκε στα προσωπικά κατάλοιπα της οικο­γένειας φον Σαβινιύ, φυλάσσεται στο Τμήμα χειρογράφων της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Μύνστερ και εκδόθηκε σε έναν τόμο με πλούσια εικονογράφηση από τις Εκδόσεις Cay Lienau στο Μύνστερ της Γερμανίας το 2002.

Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833. (περισσότερα…)

Read Full Post »

To ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνογαλλικής σύγκρουσης στο Άργος, το 1833

 

 

Η σύγκρουση του γαλλικού στρατού με τους Έλληνες την 4η   Ιανουαρίου του 1833* στο Άργος, ήταν η θλιβερή κατάληξη μιας πολύπλοκης ιδεολογικής διεργασίας. Στην τοπική ιστοριογραφία ωστόσο η ελληνογαλλική σύγκρουση  αποτυπώθηκε ως σφαγή των Αργείων, ενώ και η γενικότερη ιστορική προσέγγιση υπήρξε επιφανειακή και μονομερής, επειδή βασιζόταν σε σύγχρονες του γεγονότος ελληνικές πηγές. O τύπος π.χ. του νεοσύστατου κράτους και οι επίσημες αναφορές της εποχής είχαν προσδώσει στο τραγικό συμβάν το χαρακτήρα μιας άνανδρης και φονικής επίθεσης εναντίον αθώων θυμάτων. Δεν έχω βέβαια την πρόθεση να αποκαταστήσω εξίσου απλουστευτικά την αντίθετη πλευρά, δηλαδή το γαλλικό στρατιωτικό απόσπασμα και την Κυβέρνηση Κωλέτη. Θα επιχειρήσω όμως να προσδιορίσω το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της πρώτης ένοπλης αντιπαράθεσης του ελληνικού στοιχείου με Προστάτιδα Δύναμη.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Και πρώτα τα πραγματικά γεγονότα:

Από τον Αύγουστο του 1828 η Γαλλία, κατόπιν συμφωνίας των Μ. Δυνάμεων, είχε στείλει στην Πελοπόννησο 14.000 στρατιώτες υπό τον Στρατηγό Νικόλαο Μαιζόν. Μία δύναμη 1500 περίπου Γάλλων, προερχόμενη από τη Μεσσηνία, κατευθυνόταν στις αρχές Ιανουαρίου του 1833 προς το Ναύπλιο με σκοπό να διευθετήσει τα της υποδοχής του Βασιλιά Όθωνα. Ο Βασιλιάς αναμενόταν να αποβιβασθεί στο Ναύπλιο στο τέλος του μηνός και θα έπρεπε, εκτός των άλλων, να έχει επιβληθεί η τάξη στην αναστατωμένη, λόγω του προηγούμενου εμφυλίου πολέμου, ευρύτερη περιοχή. Το απόσπασμα των Γάλλων έφτασε στο Άργος τμηματικά, στις 2 και 3 Ιανουαρίου. Έφερε μαζί του και 2 κανόνια και ζήτησε να στρατωνισθεί.

Η συμπαράσταση του ελληνικού πληθυσμού σε άτακτους οπλοφόρους που διαπληκτίστηκαν ή και συνεπλάκησαν, όπως φαίνεται, με τους Γάλλους στρατιώτες  στις 4 του μηνός, προκάλεσε γενίκευση των επεισοδίων. To αποτέλεσμα ήταν να θανατωθούν από τα γαλλικά όπλα περί τους 200 – 300 πολίτες[1]. Η διερεύνηση αυτής της σύγκρουσης προϋποθέτει ασφαλώς την ένταξή της στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Η πόλη του Άργους ήταν η εστία της αναταραχής. Όχι μόνο γιατί εδώ είχε αρχίσει τις εργασίες της η αμφισβητούμενη από τους διαφόρους φορείς της εξουσίας Ε΄ Εθνοσυνέλευση, αλλά και επειδή εδώ βρισκόταν συγκεντρωμένη η ισχυρή παράταξη των οπλαρχηγών, το «Στρατιωτικόν» (όπως αναφέρεται στις πηγές). Το Στρατιωτικόν είχε αναλάβει, με την έγκριση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, το ρόλο του εγγυητή της πολιτικής νομιμότητας, μετά το θάνατο του Κυβερνήτη. Τον ηγετικό πυρήνα της ομάδας αυτής αποτελούσαν ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιος του Ιωάννης ή Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Τσόκρης.

Η απήχηση της ιδεολογίας του Στρατιωτικού  στην πόλη του Άργους διευκολυνόταν από τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε στο χώρο αυτό ο Αργείος Δ. Τσόκρης. Ταυτόχρονα όμως οι οπλαρχηγοί επέβαλλαν τη θέλησή τους  και ένοπλα,  μέσω των προσωπικών τους στρατιωτικών σωμάτων. Mία μικρή δύναμη ιππικού υπό τον Δ. Καλλέργη που στάθμευε στην πόλη δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει την τάξη.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Το Άργος λειτουργούσε φαινομενικά ως πολιτικό κέντρο συσπείρωσης όσων θεωρούσαν νόμιμο το μετακαποδιστριακό καθεστώς. Στην πραγματικότητα όμως – και αυτό πρέπει να τονιστεί –  είχε εξελιχθεί σε όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την  κάθοδο του Όθωνα σε έναν επιθετικό στρατιωτικό πόλο.  Η άλλη πλευρά ήταν οι λεγόμενοι Συνταγματικοί ή το Πατριωτικόν, με έδρα το Ναύπλιο. Πολιτικός αρχηγός των Συνταγματικών ήταν ο Ι. Κωλέττης ενώ ως στρατιωτικός θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Είναι ευτύχημα το ότι  τα κορυφαία στελέχη των δύο αντίθετων παρατάξεων και  πρωταγωνιστές της κρίσης της οποίας ο τραγικός επίλογος γράφτηκε στο Άργος, ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης, μας άφησαν απομνημονεύματα. Μέσα από τα γραφόμενά τους, αλλά κυρίως μέσα από την αντιπαραβολή τους, εκδιπλώνεται  ολόκληρο το  πλέγμα των παραγόντων που έδρασαν κατά τη συγκεχυμένη πολιτικά μετακαποδιστριακή περίοδο[2].

Ο Κολοκοτρώνης, πρωτοστάτης στην εκλογή του Καποδίστρια  ως Κυβερνήτη και εγνωσμένος ρωσόφιλος, υπήρξε οπαδός της συγκεντρωτικής εξουσίας. Η μόνιμη αυτή τάση τον οδήγησε στην αναίρεση της αρχικής του απόφασης, να προκύψει δηλαδή από την Ε΄ Εθνοσυνέλευση μία γνήσια και αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Την τελική απόφασή του περί σχηματισμού Γερουσίας μόνο και με πρόεδρο τον Αυγουστίνο δικαιολογεί ως εξής:

Συνάζοντας όλο το έθνος εγώ εμέτρησα με το νου μου, ότι εάν και κάμωμεν άλλην κυβέρνησιν οι έξω αυλαίς θέλει μας πάρουν ότι είχαμεν όλοι συνωμοσίαν διά το σκοτωμό του κυβερνήτη, διατί σκοτώνοντας τον κυβερνήτη, και αλλάζοντας την κυβέρνηση να βάλωμεν άλλους, βέβαια ο κόσμος θα μας έπαιρνε ότι είμεθα όλοι συνωμότες, ή ότι ο Κυβερνήτης ήτον τύραννος, διότι εδοκιμάσαμεν τα απερασμένα χρόνια των πολλών την κυβέρνησιν[3].

Στην κυβερνητική λύση της Γερουσίας ο Κολοκοτρώνης παρέμεινε αδιάλλακτος. Αποχώρησε μάλιστα και από τις προσωρινές διοικήσεις του Ναυπλίου τις ελεγχόμενες από τον Κωλέττη. Ρουμελιώτες άτακτοι του Κωλέττη εν τω μεταξύ είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο και ο Κολοκοτρώνης πίστευε ότι προστατεύοντας τους συντοπίτες του εκτελούσε ένα «πατρικό καθήκον»[4]. Ενεργούσε όμως παράνομα.

Ο Κωλέττης, από την άλλη πλευρά, συμπεριφερόταν σαν φίλαρχος και καιροσκόπος πολιτικός. Συμμετείχε λ.χ στις διάφορες κυβερνητικές επιτροπές, αν και επίσημα καταδίκαζε οποιοδήποτε  πολιτικό σχήμα δεν είχε τύχει της λαϊκής έγκρισης. Η στρέβλωση των εργασιών της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης προς ολιγαρχικού τύπου διακυβέρνηση του έδωσε αφορμή να δημαγωγήσει.

Η ιδέα που προπαγάνδιζε ήταν, κατά το Μακρυγιάννη, να κάμουν νόμους για την πατρίδα, να κυβερνηθεί η πατρίδα με νόμους και όχι με το έτζι θέλω. Και δεν έχουμε λόγο να μην  πιστέψουμε τον Μακρυγιάννη, όταν γράφει ότι οι απλοί άνθρωποι του έλεγαν καθόμαστε νηστικοί εμείς και φάτε εσείς, οπού προσπαθάτε διά να γίνουν νόμοι[5].

Αναμφίβολα λοιπόν οι Στρατιωτικοί του ΄Αργους είχαν να αντιμετωπίσουν ως ουσιαστικό αντίπαλο όχι τα άτακτα σώματα του Κωλέττη που λεηλατούσαν την επαρχία επειδή δεν είχαν πάρει τους μισθούς τους, αλλά τη λαϊκή συμπαράσταση στις «δημοκρατικές» ιδέες του. Ο κίνδυνος είχε φτάσει προ των πυλών του Άργους το Μάρτιο του 1832 [6] αφού και οι δύο αντίπαλοι, γράφουν – ο Μακρυγιάννης:

Τότε προχωρέσαμεν. Κοιμηθήκαμεν εις τον Αι Βασίλη – κι από κει εις ΄Αργος. Βγήκαν οι κάτοικοι και μας καρτέρεσαν με δάφνες και άλλα[7] – και ο Κολοκοτρώνης : Και την αυγή έφτασε το Σύνταγμα εις το ΄Αργος, και εβγήκαν οι Αργίταις με ταις δάφναις[8].

Κομβικό σημείο ωστόσο στην τελευταία και πιο επικίνδυνη φάση της πολιτικής διαμάχης αποτελεί η συμμετοχή του Ι. Κωλέττη στην επταμελή κυβερνητική επιτροπή συναποτελούμενη από τους Δ. Υψηλάντη, Α. Μεταξά, Νότη Μπότσαρη, Δ. Κολιόπουλο, Γ. Κουντουριώτη και  Α. Ζαΐμη. Τότε είναι (το Μάιο του 1832) που επεμβαίνει για πρώτη φορά ο γαλλικός στρατός υπέρ του Κωλέττη. Η ιδιότητα του Κωλέττη  ως αρχηγού της γαλλόφιλης μερίδας φαίνεται να έπαιξε το ρόλο της στην ένοπλη στήριξή του από τους Γάλλους.

Το Ναύπλιο γίνεται έτσι ο δεύτερος  στρατιωτικός πόλος, έκδηλα εχθρικός προς το Άργος και με σαφή  τη διεθνή αποδοχή εκ μέρους των Δυνάμεων, της Συμμαχίας, όπως ονομαζόταν τότε. Από τη στιγμή μάλιστα που η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου αρνήθηκε στους Έλληνες την παραχώρηση συντάγματος, και ο Κωλέττης στερήθηκε το πολιτικό πρόσχημα της δημοκρατικότητας για τις ένοπλες επεμβάσεις του, τα πράγματα οδηγούνταν σε οριστική ρήξη.

Γράφει ο Μακρυγιάννης: Τότε τους βγάλαμεν όλους έξω ( εννοεί τους Στρατιωτικούς από το Ναύπλιο). Και μ’ αυτά υπερίσκυσε ο Κωλέτης. Και στείλαν και ήρθαν Γαλλικά στρατεύματα εις το Ανάπλι, οπού ήταν εις τα κάστρα. Τ’ Ανάπλι πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ότι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν  και τ’ άλλα τα μέρη της πατρίδας. Αυτείνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν[9].

Και ο Κολοκοτρώνης: Αυτή η διοίκησις είδε ότι αδύνατον να βασταχθή και εζήτησε από τους τρεις Αντιπρέσβεις διά να έλθουν γαλλικά στρατεύματα, να πιάσουν το Ανάπλι και την Πάτρα…Οι Γάλλοι επήγαν εις το Ανάπλι και έβγαλαν το τοπικόν (Τυπικόν) τάγμα, και έτσι εκλείσθησαν μέσα και εκάθοντο. Αν δεν επροσκαλούσαν τους Γάλλους, ο Κωλέτης ήθελε καταφύγει εις τον τόπο του, εις τα Γιάννινα…» [10].  

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το Στρατιωτικόν του Άργους  απέναντι στην Κυβέρνηση του Κωλέττη που τώρα είχε και την ένοπλη υποστήριξη των Προστάτιδων Δυνάμεων δεν άργησε να υψώσει τη σημαία του αγώνα κατά της ξενοκρατίας και της εθνικής εξάρτησης. Μία φράση του Κολοκοτρώνη ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με την αξιολόγηση που κάνει για τους Γάλλους ο Μακρυγιάννης είναι αρκετά αποκαλυπτική: Τέτοια κυβέρνησις ήτον, να δώση τα εθνικά φρούρια εις ξένους να τα φυλάττουν[11].

Την ημέρα της σύγκρουσης ο Κολοκοτρώνης δε βρισκόταν στο Άργος, ενώ ο Μακρυγιάννης έφυγε από την Κόρινθο και πήγε στην πόλη λίγο πριν εκδηλωθούν τα έκτροπα. Έλειπε και ο Δημήτριος Καλλέργης αφού ήταν απασχολημένος στον Αχλαδόκαμπο. Από τους οπλαρχηγούς στο Άργος βρίσκονταν οι Γενναίος Κολοκοτρώνης, Κριεζώτης, Τζαβέλας και Τσόκρης. Ωστόσο μόνο τον Τσόκρη και τον Κριεζώτη φέρουν ως αναμεμειγμένους στα επεισόδια και οι δύο αγωνιστές[12].

Ο  Κολοκοτρώνης, ενώ συνδέει την έλευση των Γάλλων στο Άργος με την υποδοχή του Όθωνα, αναφέρει απλώς ότι εκεί (στο Άργος δηλαδή) δεν ηξεύρω πως έκαναν και πιάνονται (οι Γάλλοι) με τους ανθρώπους του Τσόκρη και του Γριζιώτη (Κριεζώτη).[13]

Του Μακρυγιάννη όμως η περιγραφή είναι πιο  εκτενής και ίσως ακριβέστερη λόγω της δυνατότητας που είχε να σχηματίσει προσωπική αντίληψη για τα γεγονότα.

Ο Μακρυγιάννης δεν συσχετίζει τη σύγκρουση με  κάποια διατεταγμένη υπηρεσία του γαλλικού αποσπάσματος ενόψει της καθόδου του Όθωνα ή την αποσιωπά. Υποστηρίζει ότι ο Τσόκρης σε επίσημη αποστολή του στο Ναύπλιο προσεβλήθη από Γάλλο αξιωματικό και επειδή κρατήθηκε  μαζί με τον Κριεζώτη, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και άλλοι κίνησαν με στρατό από το Άργος  για να τους ελευθερώσουν. Εμπρός στον κίνδυνο να ηττηθούν κατά κράτος οι Έλληνες από το γαλλικό τακτικό στρατό, ο Μακρυγιάννης συνιστά  αναδίπλωση στο ελληνικό στρατόπεδο. Τάσσεται μάλιστα με το μέρος των Γάλλων και –  για να μη χυθεί αίμα  – προσπαθεί, μάταια, να διασπάσει το ελληνικό μέτωπο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, όπως τουλάχιστον ο ίδιος αναφέρει, ενήργησε διαλλακτικά : Τους έλεγα ότι αν είχαν κανένα σκοπόν να βαρέσουν τους Φραντσέζους (Οι έλληνες οπλαρχηγοί), δεν τους άφηνα να περάσουν από την Τριπολιτσά, – τους εκαρτέραγα εις του Λεονταριού το Δερβένι – και δεν έχω καμίαν αιτία διά να είμαι εχθρός των συμμαχικών στρατευμάτων[14]. 

Από την αφήγηση πάντως του Μακρυγιάννη προκύπτει ότι και τα δύο μέρη ήταν αποφασισμένα να αναμετρηθούν. Έτσι, στην πρόταση του Μακρυγιάννη για συμβιβασμό, του απαντά ο Τζαβέλλας: Δεν έχομεν ανάγκη να στείλωμεν (αντιπροσωπεία για διαπραγματεύσεις). Κι΄ό,τι θα κάμωμεν όλοι, θα κάμης κ’εσύ. Για δε τους Γάλλους γράφει : Αυτείνοι τόξεραν και ετοιμάζονταν[15].

Το αποτέλεσμα ήταν, κατά το Μακρυγιάννη πάντα,  τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και τα ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα, περίπου από τρακόσοι [16]. Το ίδιο σύντομος και ο Κολοκοτρώνης, αλλά στρεφόμενος έμμεσα κατά των Γάλλων, αναφέρει ότι οι Φρατζέζοι πολεμούν και σκοτώνουν περισσότερους από 200 ψυχαίς αθώες [17].

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Τσόκρης μέχρι την κορύφωση της κρίσης. Η προσωπική του ανάμειξη στο γεγονός, η μαρτυρούμενη και από τις δύο πηγές, ίσως και η εκ μέρους του αναζήτηση της αφορμής, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Μακρυγιάννης, τον καθιστούν γνήσιο εκφραστή του ανυπότακτου πνεύματος των Στρατιωτικών.

Δημήτριος Τσώκρης

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Τσόκρη τότε ως Πελοποννήσιο που δεν ανέχεται άλλο να καταδυναστεύεται η Αργολίδα από τους άτακτους Στερεολλαδίτες του Κωλέττη, αλλά και ως Αργείο προύχοντα που θεωρεί υποχρέωσή του να συνεγείρει τους συμπολίτες  του κατά των ντόπιων και ξένων εχθρών. Μαζί του συνασπίστηκαν, όπως φαίνεται, και στρατιωτικοί  από την παράταξη των Συνταγματικών με έντονα αντιευρωπαϊκά αισθήματα[18].

Νοιώθοντας ο Τσόκρης τον κλοιό των Συνταγματικών να σφίγγει γύρω από το Άργος  θα φρόντισε οπωσδήποτε να δημιουργήσει ένα έντονο αντιγαλλικό κλίμα στην πόλη, ένα είδος λαϊκού μετώπου. Σε αυτή την υπόθεση οδηγεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου των πολιτών του Άργους προς τους 3 Αντιπρέσβεις. Στο έγγραφο αυτό με ημερομηνία 1/1/1833 εκφράζεται η βεβαιότητα ότι η παρουσία των Γάλλων στο Άργος θα προκαλέσει επεισόδια[19].

Δύο επιστολές εξάλλου της 1/1/1833 και της 2/1/1833 που έχουν σωθεί από το Αρχείο του Δημ. Τσόκρη, με αποδέκτη τον ίδιο και αποστολείς το Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημήτριο Καλλέργη αντίστοιχα, είναι αρκετά διαφωτιστικές. Αποκαλύπτεται σε αυτές ότι ο Αργείος στρατηγός είχε προσωπικούς λόγους να μισεί τους Γάλλους ώστε να στραφεί εναντίον τους με την πρώτη ευκαιρία [20].

 Ο Γενναίος στην επιστολή του προσπαθεί να συγκρατήσει τον Τσόκρη. Γράφει:

Οι Γάλλοι, ως φαίνεται, έχουν αμετάθετον σκοπόν να έλθουν εις το ΄Αργος. Δεν πρέπει να τους γίνη καμία αντίστασις από το μέρος σας (δηλ. από μέρους του Τσόκρη), διότι δεν συμφέρει διά πολλούς λόγους. Αυτοί  πηγαίνουν με μόνον σκοπόν να τοποθετηθούν(δηλαδή να στρατοπεδεύσουν), και αν και άλλον σκοπόν είχαν δεν ημπορεί να πραγματοποιηθεί. Είναι καλόν πριν έμβουν, να τους ειπούν ότι σας δεχόμεθα αλλά με συμφωνίαν να μην ανακατευθούν εις τα εδικά μας πράγματα.

Πιο αυστηρός ο Καλλέργης, επιπλήττει τον Τσόκρη για την αντιγαλλική προπαγάνδα του στο Άργος:

Δεν ημπορώ να σε κρύψω ότι με λύπην μου ήκουσα ότι προτρέπεις τους Αργείους να αναφέρωσιν εις τους κυρίους Αντιπρέσβεις, ότι δεν ευχαριστώνται να έλθουν οι Γάλλοι εις την πόλιν τους, και χρεωστώ να σε είπω ότι τοιαύτα έγγραφα δεν θέλει λάβωσι τελείως χώραν, και ακόμη ότι κάμνεις πολλά άτοπα, να φαίνεσαι αρχηγός εις επιχειρήματα τοιαύτα.

Το αντιγαλλικό μένος του Τσόκρη επομένως είχε συμπληρώσει το εκρηκτικό μείγμα που είχε δημιουργηθεί στο Άργος. Δεν έλειπε παρά ο σπινθήρας.

Ο Τσόκρης και οι άλλοι οπλαρχηγοί ήλπιζαν ίσως ότι το πολεμικό κλίμα στο Άργος και η επίδειξη ισχύος από μέρους τους θα έκανε τους Γάλλους να αναδιπλωθούν. Ασφαλώς και δεν πίστευαν ότι συμμαχικός στρατός θα άνοιγε ποτέ πυρ κατά ανυπεράσπιστων πολιτών.

Τι δεν μπορούσαν όμως να ξέρουν τότε οι έλληνες οπλαρχηγοί; Ότι οι Γάλλοι στρατιώτες δεν θα ενεργούσαν ως  απλά εκτελεστικά όργανα της Κυβέρνησης του Ναυπλίου. Με την παράταση της παρουσίας τους στην Ελλάδα εξάλλου ήταν αντίθετες και η Αγγλία και η Ρωσία  [21]. Θα ενεργούσαν ως αδίστακτος καταστολέας, γιατί θα αντιλαμβάνονταν την έμπρακτη αμφισβήτησή τους στο Άργος, όχι απλώς ως αντίθεση μιας ένοπλης ομάδας, αλλά ως λαϊκή εξέγερση. Και η Ιστορία δεν έχει μέχρι στιγμής υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ελεγχθεί η αντίδραση ενός ξενικού στρατεύματος εν μέσω εχθρικού περιβάλλοντος.

Ευρισκόμενοι οι Γάλλοι σε ένα νεοσύστατο κράτος πολιτικοκοινωνικά φορτισμένο, έβλεπαν τους έλληνες οπλαρχηγούς ως ταραχοποιούς. Η Αργοναυπλία, ως ο κυριότερος πνεύμονας της εθνικής ζωής του μικρού ελληνικού κράτους, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός γενικότερου επαναστατικού κινήματος κατά των ξένων προστατών[22]. Οποιαδήποτε αναταραχή επομένως θα έπρεπε να παταχθεί εν τη γενέσει της.

Προέρχονταν εξάλλου από την Ευρώπη της Παλινόρθωσης την οποία μόλις πριν δύο χρόνια είχε συγκλονίσει ένα κύμα εθνικών επαναστάσεων. Στην ίδια την πατρίδα τους τον Ιούλιο του 1830 ο οργισμένος λαός είχε ανατρέψει τον αυταρχικό βασιλιά Κάρολο Ι΄ και συνέχισε να εξεγείρεται και το 1831 και το 1832[23]. Οι συμπλοκές του στρατού με τους επαναστάτες το 1830 στο Παρίσι είχαν πάρει – όπως και στο Άργος – τη μορφή σκληρών οδομαχιών [24]. Αυτή η πρόσφατη επαναστατική εμπειρία ήταν ένας ακόμη λόγος που καθιστούσε ειδικά τους Γάλλους εξαιρετικά ευαίσθητους στην παραμικρή εχθρική κίνηση της λαϊκής μάζας. 

Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιθέσεις μέσα στις οποίες εκδηλώθηκαν οι συμπλοκές στο Άργος, διαπιστώνουμε πρωτίστως ότι η ένταση  που είχε αναπτυχθεί εντός του  συστήματος της εξουσίας στην Πελοπόννησο, με καταλυτική τη συμμετοχή του ξένου παράγοντα,  οδηγούσε αναπόφευκτα σε αιματηρή κάθαρση. Οι πρωταίτιοι ίσως το συνειδητοποίησαν την τελευταία στιγμή και φρόντισαν να απεμπλακούν.

Ιδεολογικό περίγραμμα της σύγκρουσης αποτέλεσε οπωσδήποτε η αντιδραστικότητα των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Την ένοπλη συνδρομή τους στη σκιώδη Κυβέρνηση του Ναυπλίου οι παλιοί αγωνιστές την προσέλαβαν σαν μία διάθεση συντριβής του φιλελεύθερου πνεύματος της Επανάστασης. Στην εγχώρια πολιτική διαμάχη όμως χώρεσαν πολύ εύκολα και οι διαφορές μεταξύ του ρωσικού και του γαλλικού κόμματος, οι προσωπικοί ανταγωνισμοί, ο κοτζαμπασισμός και ο τοπικισμός.

Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι ο πολιτικός αντίπαλος του Κολοκοτρώνη και Στερεολλαδίτης Μακρυγιάννης, αν και πάντοτε εχθρικός στις επεμβάσεις των Ξένων, δε βρίσκει να πει ένα παρηγορητικό λόγο για τα θύματα των οδομαχιών στο Άργος. Τάσσεται απροκάλυπτα υπέρ της γαλλικής καταστολής. Υπεισήλθαν ακόμη και έντονες πολιτικές αντιθέσεις, του συγκεντρωτισμού προς το αντιπροσωπευτικό σύστημα, της εθνικής υποτέλειας στην εθνική ανεξαρτησία, της αναρχίας προς την ευνομία.

Επρόκειτο όμως για κατ’ επίφαση υποστηριζόμενες ιδέες. «Μόνο η σύμπτωση αποφάσιζε την πολιτική θέση του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη και έκανε τον πρώτο, μολονότι οπαδό της δεσποτικής εξουσίας, υπερασπιστή των φιλελεύθερων θεσμών και τον δεύτερο, αν και αυτοαποκαλούμενο συνταγματικό, τύραννο και εχθρό της Εθνοσυνέλευσης[25]».

Και η πραγματικότητα είναι μία : Μετά την ανακήρυξη της Ελλάδας ως Βασιλείου και ενόψει της καθόδου του Όθωνα, είχε προκύψει η ανάγκη για μία νέα κατανομή της εξουσίας στο πλαίσιο του βαυαρικού καθεστώτος. Οι  έλληνες πολιτικοί μεθόδευαν την εκμηδένιση των αντιπάλων τους, έτσι ώστε να βρεθούν ενισχυμένοι στο αυλικό σύστημα διακυβέρνησης που θα διαμορφωνόταν[26]. Η πόλη του Άργους είχε μεταβληθεί σε πεδίο της δυναμικής αυτής αντιπαράθεσης. Για τους μεν αποτελούσε την  έδρα του παρακράτους των στρατιωτικών, για τους άλλους όμως ήταν το κέντρο άμυνας της Πελοποννήσου κατά των Ρουμελιωτών και της εθνικής αντίστασης κατά της ξενοκρατίας.

 * Tα γεγονότα του Άργους έλαβαν χώρα στις 4/15 Ιανουαρίου του 1833. Η χρονολόγησή τους όμως στην παρούσα ανακοίνωση γίνεται σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, για να μη δυσχεραίνεται η χρονική ταύτιση με τα αναφερόμενα στις πηγές της εποχής.

  

Δημήτριος Γιαννακόπουλος  

Δρ. Ευρωπαϊκής ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου  

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Στο έργο Ιστορικαί Αναμνήσεις του Ν. Δραγούμη (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212), έχουμε μία παραστατική, περιεκτική και προ πάντων νηφάλια περιγραφή, παρ΄ ότι ο ίδιος ο συγγραφέας μαρτυρεί ότι έζησε τα τραγικά συμβάντα. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, ήταν αυτός που του ανατέθηκε να μεταβεί στη βασιλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη» για  να εκθέσει τα γεγονότα του Άργους στην ακολουθία του Όθωνα. Από καμία άλλη σύγχρονη πηγή όμως δε διασταυρώνεται αυτή η πληροφορία. (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212).

[2] Ένας τρίτος βασικός απομνημονευματογράφος της Επανάστασης, ο Ν. Κασομούλης (1795-1872), αν και υπηρέτησε στο Τυπικό Τάγμα του Ναυπλίου και άρχισε να καταγράφει τις αναμνήσεις του στο φορτισμένο κλίμα του 1832 , προσπαθεί να κρίνει αμερόληπτα. Τελικά όμως στην κρίση του βαρύνει η συναισθηματική κλίση  υπέρ του ελληνικού στοιχείου. (Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Δημιουργία, 1998, σ. 600 – 607).

[3] Θ. Κολοκοτρώνης Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής, 1978, σ. 217, 219

[4] Π.Καρολίδης Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1925, τ.7, σ. 218.

[5] Ι. Μακρυγιάννης Απομνημονεύματα,1969 ( ανατ. της α΄ έκδοσης του 1907 από το Γ. Βλαχογιάννη), Αθήνα, σ. 279, 280

[6] Ν. Αλιβιζάτος Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. Α, σ. 41.

[7] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π., σ.282

[8] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ.222.

[9] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 284-285.

[10] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[11] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[12] Δ. Κόκκινος Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ.2, 1970, σ. 458 – Ι. Μακρυγιάννη, ό.π., σ. 290.

[13] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 227-228.

[14] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π.,σ. 228.

[15] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 290-291.

[16] Ι.Μακρυγιάννης, ό.π., σ.291.

[17] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π.σ.228.

[18] Ν.Κασομούλης,  Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Αθήνα, 1998, σ. 607.

[19] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 557, σ.470.

[20] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 264, σ.228 -229 και Νο 265, σ.229.

[21] Ιστορία Ελληνικού ΄Εθνους Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΓ΄, σ. 30.

[22] Ι. Σ Κολιόπουλος, Περί Λύχνων Αφάς. Η Ληστεία στην Ελλάδα 19ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 1994, σ.σ. 22-24. 

[23] G. Rude The crowd in history, Serif, London, 1995, σ.165..

[24] I.Δ. Δημάκη  Φιλελευθερισμός, Σοσιαλισμός και Εθνικισμός στη Νεότερη Ευρώπη, 1983,σ. 43-44.

[25] G. Finlay Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μ.τ.φ Γ. Κορδάτου,  Αθήνα 1954, σ. 264.

[26] D. Dakin  O Aγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία 1821 –1833, Μ.Ι.Ε.Τ, 1989, σ. 387 – 388.

Read Full Post »

Πολωνοί Φιλέλληνες


 
 

 

Παρόλη τη σημασία της στις ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ των Κρατών, η φιλελληνική κίνηση που εκδηλώθηκε στην Πολωνία κατά τη δεκαετή περίοδο του εθνικού μας αγώνα για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, δεν έχει ερευνηθεί ικανοποιητικά1.

Για το θέμα αυτό με το οποίο ασχολήθηκα στα πλαίσια της μελέτης μου για το παλαιότερο και πληρέστερο Μνημείο φιλελλήνων στον καθολικό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Ναύπλιο2, έχουν γραφεί δύο άρθρα: το πρώτο, φέρει την υπογραφή του Πολωνού ιστορικού Tadeusz Sinco και έχει για αντικείμενο το στρατευμένο πολωνικό φιλελληνισμό της δεκαετίας 1821-1831. Περιλαμβάνει ελλιπή κατάλογο των Πολωνών που συναγωνίστηκαν με τους Έλληνες κατά τον ηρωικό ξεσηκωμό του Εικοσιένα. Συντάχθηκε το 1932, έτος επίσκεψης του Sinco στην Αθήνα, και δημοσιεύτηκε το ίδιο έτος στο «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας»3. Γραμμένο στα πολωνικά, είναι ελάχιστα γνωστό.

Το δεύτερο, του επίσης Πολωνού νεοελληνιστή Janusz Strasburger4, έχει για αντικείμενο το φιλολογικό φιλελληνισμό στην Πολωνία κατά την Επανάσταση και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Γράφτηκε στα γαλλικά και δημοσιεύτηκε το 1972 στο περιοδικό σύγγραμμα του ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (Ι.Μ.Χ.Α.).

Τα δύο αυτά άρθρα και το υλικό που συγκέντρωσα μελετώντας τη φιλελληνική λογοτεχνία και το σχετικό με το θέμα αρχειακό υλικό στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην Ιστορική – Εθνική Εταιρεία της Ελλάδος, αποτελούν τις πηγές της παρούσας μελέτης που σκοπό έχει να κατακτήσει ευρύτερα γνωστή τη συμβολή του πολωνικού φιλελληνισμού, στρατευμένου και φιλολογικού, στην αίσια έκβαση της εθνικής μας υπόθεσης. Μιας μικρής ίσως συμβολής αλλά πραγματικά θαυμαστής αν υπολογίσουμε τη μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο χωρών και τους σχεδόν ανύπαρκτους μέχρι το 1821 ιστορικούς δεσμούς τους.

 

Ο φιλολογικός Φιλελληνισμός στην Πολωνία το 1821 -1831

 

 

Julius Słowacki

Όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο Φιλελληνισμός στην Πολωνία κατά την εξεταζόμενη περίοδο, υπήρξε ταυτόχρονα φιλολογικός και στρατιωτικός. Ο πρώτος είχε για όπλο την πέννα και ο δεύτερος το καριοφίλι.

Τον καλύτερο ορισμό των δύο αυτών μορφών φιλελληνισμού μας έδωσε ο ιστορικός Γεώργιος Τερτσέτης, ο αδέκαστος λειτουργός της δικαιοσύνης, που μαζί με τον επίσης ακριβοδίκαιο Αναστάσιο Πολυζωίδη, αρνήθηκε να καταδικάσει το σωτήρα του Έθνους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:

«Λέγω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά, είναι τέκνον ξένης φυλής, Αγγλογάλλος, Γερμανός, Πολωνός, Ιταλός, Αμερικάνος, πλην, αν και ξένης φυλής, ήλθε εις την ελληνικήν γη, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάρις της απολαύσεως της ελευθερίας και αυτονομίας των Χριστιανών Ελλήνων… 

Δεν θα ήτο πλήρης ο ορισμός του Φιλέλληνoς αν αμελούσαμε να συμπεριλάβουμε εις τον ορισμό αυτό ένα άλλο είδος Φιλελλήνων, εννοώ τους πολιτικούς άνδρας, ρήτορας ή συγγραφείς ή ιερείς, ή καθηγητάς όσοι τον τότε καιρό ερητόρευαν χάριν ημών, εις τας Βουλάς της πατρίδος των ή εδέοντο υπέρ της ευοδώσεως του έργου μας εις τους ναούς του Υψίστου, ή έστελναν ενδύματα και τρόφιμα εις τα ανήλικα ορφανά, πεινασμένα εις Ναύπλιο, Αίγινα και Κάλαμο, ή και όσοι άλλοι, προ πάντων με τίμιο και άοκνο κονδύλι εφημεριδογράφουν, επαινούσαν το φιλοκίνδυνο τόλμημα, εμόρφωναν την κοινή γνώμη εις Ευρώπη και Αμερική προς σωτηρία κι ευτυχία μας. Το μελάνι του σοφού είναι ισότιμο ενώπιον του Θεού με το αίμα μαρτύρων»5.

Δεν είχε παρέλθει χρόνος από την έκρηξη της Επανάστασης, όταν το περιοδικό «Μικρή Μέλισσα» της Κρακοβίας, υπό αυστριακή τότε κατοχή, δημοσίευσε άρθρο για τα διαδραματιζόμενα στον ελληνικό χώρο γεγονότα που είχαν προκαλέσει συγκίνηση και θαυμασμό στον πολιτισμένο κόσμο:

«Το Ελληνικό Έθνος που έζησε για αιώνες υπό το ζυγό της δουλείας, της αδικίας και της κάθε είδους καταπίεσης, όρθωσε το ανάστημά του κατά των τυράννων… Στο Έθνος αυτό αξίζει να στρέψουμε ευνοϊκά την προσοχή μας. Αποφασισμένοι να ζήσουν ελεύθεροι και υπό το κράτος δικαίου, οι Έλληνες πήραν τα όπλα για την πραγμάτωση ενός ιερού σκοπού. Το γεγονός αυτός συγκίνησε βαθειά την Ευρώπη. Στα μέγαρα των πλουσίων και στα σπίτια των φτωχών, γίνεται λόγο για τον αγώνα τους. Δεν ακούγονται πια οι κοινοί τόποι περί νέων πολιτικών αρχών. Τώρα είναι η φωνή του αισθήματος που αντηχεί παντού. Μια φωνή που εγκρίνει το δίκαιο ξεσηκωμό των υποτελών κατά των τυράννων. Μια φωνή που εκφράζει την ελπίδα για το θρίαμβο της ανθρωπιάς επί της Βαρβαρότητας, του φωτός επί του σκότους, των δικαιωμάτων του ανθρώπου επί της αυθαιρεσίας των δυναστών»6. 

Με το κείμενο αυτό η «Μικρή Μέλισσα» χαιρέτησε την Επανάσταση των Ελλήνων κατά των Τούρκων που για τέσσερις αιώνες κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Αφρική. Επανερχόμενη ένα χρόνο αργότερα στο ίδιο θέμα, η «Μικρή Μέλισσα» υπενθύμισε στους Πολωνούς που ζούσαν το δράμα του διαμελισμού της χώρας τους από τους Ρώσους, Πρώσους και Αυστριακούς, τον ηρωισμό της μικρής Ελλάδας που πήρε τα όπλα «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Στο τόλμημά τους αυτό είδαν το πρότυπο για την απελευθέρωση και της δικής τους χώρας από τους ξένους δυνάστες.

«Η βαρβαρότητα και η εκδίκηση των Τούρκων σε συνδυασμό με την ακατάσχετη σφαγή και λαφυραγωγία, αποσκοπούν στην εξολόθρευση των δυστυχών Ελλήνων. Αλλά το θάρρος που τους ενδυναμώνει στην απελπισία, αναπτερώνει τις ελπίδες τους για τη νίκη επί ενός ασύγκριτα ισχυρότερου κατακτητή. Από τη μια ο φανατισμός εξαγριώνει τις οθωμανικές ορδές. Από την άλλη, η δυστυχία που προκαλεί η καταπίεση τεσσάρων αιώνων, ωθεί τους Χριστιανούς στη νίκη ή στο θάνατο. Για τους πρώτους κάθε ανθρώπινη καρδιά αισθάνεται συμπόνοια. Για τους δεύτερους ο ουρανός καλεί σε εκδίκηση»7.

Άλλο φιλελεύθερο περιοδικό εκδιδόμενο στην υπό ρωσική κατοχή Βαρσοβία, η «SYBILLΑ», εκθειάζει στο τεύχος του Απριλίου 1821, «τους Έλληνες αγωνιστές που ρίχτηκαν στη φωτιά του πολέμου για να απαλλαγούν από τον απάνθρωπο ζυγό των Ασιατών:

«Ως Πολωνός, δεν θα άρμοζε να εύχομαι την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της μόνης Δύναμης που δεν ζήτησε τη δική μας ταπείνωση. Τήρησε μάλιστα τις συνθήκες διαμαρτυρόμενη για το διαμελισμό της χώρας μας. 

Σαν άνθρωπος όμως που συγκινείται από την ανθρώπινη δυστυχία και επιθυμεί την πρόοδο και το καλό των Εθνών, τάσσομαι με όλες μου τις δυνάμεις για την απαλλαγή των μαχόμενων Ελλήνων από τον ανίερο οθωμανικό ζυγό. Αυτών που βυθίζουν στο σκοτάδι και αλυσοδένουν το ωραιότερο κομμάτι της Ευρώπης, την κοιτίδα της ελευθερίας και του αρχαίου μεγαλείου»8.

Το άρθρο υπογράφεται από τον εκδότη του περιοδικού «SΥBILLΑ» Φραγκίσκο       Grzymala. Οι γραμμές αυτές μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε στην πραγματική του διάσταση το κίνημα του πολωνικού φιλελληνισμού.

Ζώντας υπό ξένη κατοχή και διαμελισμένοι από τους ισχυρούς γείτονές τους, οι δυστυχείς Πολωνοί είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται συμπάθεια προς τους Τούρκους οι οποίοι, όχι Βέβαια από συμπόνοια, αλλά για το δικό τους όφελος, αντέδρασαν στην διαίρεση της Πολωνίας από τους Αυστριακούς, Ρώσους και Πρώσους. «Οι Τούρκοι», γράφει ο δημοσιογράφος Gosztow, «ήταν οι μόνοι που δεν αναγνώρισαν το διαμελισμό της Πολωνίας. Το 1768, ο Σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στους Ρώσους επειδή παραβίασαν τα σύνορα των Λεχών9. Αν και η Τουρκία ενήργησε από συμφέρον, η πολιτική της κρίθηκε εξαιρετικά φιλοπολωνική»10.

Εκτός από τη Βαρσοβία και Κρακοβία, έντονη φιλελληνική δραστηριότητα ανέπτυξε το πολωνικό πανεπιστήμιο στην πόλη Βίλνους, τη σημερινή πρωτεύουσα της Λιθουανίας. Ελληνιστές, καθηγητές μετέφρασαν το καλοκαίρι του 1822, τον αντιοθωμανικό λίβελο «Η Αναγέννηση της Ελλάδος» του αρχαιολάτρη Krug, καθηγητού στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Από το ίδιο πανεπιστήμιο στο Βίλνους αναγγέλθηκε στους Πολωνούς η πανωλεθρία του Δράμαλη στα Δερβενάκια από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ενθουσιώδεις φοιτητές ανήρτησαν στις αίθουσες διδασκαλίας χάρτες με τις κατά ξηρά και θάλασσα νίκες των Ελλήνων.

Άλλος κλασικός δάσκαλος στο Βίλνους, ο Γοδεφρείδος Grodek (1762-1825), εξύμνησε το Ρήγα Φεραίο, τον Τυρταίο της Νέας Ελλάδας και των Βαλκανικών λαών, τους οποίους κάλεσε στο «Θούριο» να λάβουν τα όπλα κατά των Οθωμανών. Μεταξύ των φοιτητών που κέρδισε στην ελληνική υπόθεση, ήταν ο Όμηρος του Έθνους των Πολωνών Αδάμ Mickiewicz (1798-1855)11 και ο ιστορικός Αλέξανδρος Ghodzko (1804-1891). Ο Ghodzko εξέδωσε στην Αγία Πετρούπολη το 1825 συλλογή ελληνικών εθνικών ασμάτων μεταφρασμένων στα πολωνικά και αφιερωμένων στον φίλο του Mickiewicz.

«Παρόμοια έργα», γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Ν. Τωμαδάκης, «προσέφεραν μεγαλύτερη Βοήθεια εις την μαχομένην Ελλάδα από μία ολόκληρην στρατιάν». Εμπνευσμένους από φιλελληνικά αισθήματα στίχους έγραψαν οι πολύ αξιόλογοι ποιητές της ιδίας περιόδου Σεβερίνος Coszcynki, Φραγκίσκος Morawski και Ιούλιος Slowaski.

Στο έμμετρο έργο του «Ζήλος για τον Αγώνα», γράφει μεταξύ άλλων ο Coszcyhki:

Έλληνες, Έλληνες, παιδιά της δόξας, 

Σεις που διακριθήκατε στην ιστορία. 

Γιατί να μη μπορεί ένας Σαρμάτης12 

Να υποστηρίξει το δικό σας Αγώνα; 

Ποιος θα μπορούσε να σας καταλάβει 

καλύτερα από το λαό των Λεχών; 

Ποιος θα μπορούσε να σας συμπαρασταθεί καλύτερα 

απ’ αυτούς που στερήθηκαν τη δική τους πατρίδα; 

Στο «Λάμπρος, ο Έλληνας επαναστάτης», ο Slowaski εκθειάζει το γενναίο πειρατή του Αρχιπελάγους Λάμπρο Κατσώνη, και στο οδοιπορικό «Ταξίδι στην Ανατολή» το Φώτο Τζαβέλλα τον οποίο συγκρίνει με τον ήρωα των Θερμοπυλών Λεωνίδα. Καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους, ο Slowaski στάθμευσε στην Κέρκυρα και στην Πάτρα για να συναντηθεί με τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Σύγχρονος του Slowaski, ο επίσης ρομαντικός ποιητής Σιγισμόνδος Krasinski (1812-1859), μετέφρασε το ποίημα του Γάλλου Raffenel «DESTRUCTION D’ ISPARA» («Καταστροφή των Ψαρρών») ενώ στο δράμα «Ιρυδίων» έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε Έλληνα πολεμιστή.

Στρατευμένη στον εθνικό αγώνα των Ελλήνων ήταν και η Αιμιλία Sczniecka (1804-1896), ιδρύτρια της «Επιτροπής Βοηθείας προς τους Έλληνες». Φλογερή πατριώτισσα και διακεκριμένη κοινωνική λειτουργός, οργάνωσε εράνους για τα ορφανά των αγωνιστών και την περίθαλψη των τραυματιών. Με έδρα την πόλη Poznan,  η «Μπουμπουλίνα» της  Πολωνίας εργαζόταν  μυστικά από φόβο της «Ιερής Συμμαχίας». Στη φιλελληνική της δράση αναφέρεται ιδιαίτερα ο Josef Straszewicz,  ιστορικός της πολωνικής Επανάστασης το Νοέμβριο του 183013.

 

Στρατευμένος Φιλελληνισμός

 

 

Στο κέντρο της Ακροναυπλίας και σε μικρή απόσταση από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας, βρίσκεται η καθολική εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το 1839, ο Βασιλιάς Όθωνας δώρησε το εγκαταλελειμμένο τέμενος στην ευάριθμη καθολική κοινότητα του Ναυπλίου. Εντός του ιδίου ναού, ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιλαρίων Αύγουστος Touret ίδρυσε το 1841 τη γνωστή ως Μνημείο των Φιλελλήνων αψίδα επί της οποίας κατέγραψε 284 ονόματα αλλοδαπών φίλων της Ελλάδας οι οποίοι φονεύτηκαν στα πεδία των μαχών για την απελευθέρωση της από τον οθωμανικό ζυγό.

Από τις χώρες προέλευσης των 284 ονομάτων της αψίδας Touret, κηρυγμένο από το 1951 εθνικό Μνημείο, η Πολωνία κατέχει την όγδοη θέση με οκτώ ονόματα πεσόντων στη μάχη του Πέτα το 1822 και ανά ένας στην Εύβοια και στον Πόρο. Τα ονόματα άλλων 24 Πολωνών φιλελλήνων οι οποίοι φονεύτηκαν αγωνιζόμενοι υπέρ της Ελλάδος κατά τη δεκαετία 1821-1831, εντόπισα στις εξής κατά χρονολογική σειρά, πηγές:

  • Ερρίκου Treiber, «Αναμνήσεις οπό την Ελλάδα». Ο Treiber που συμμετείχε στην Επανάσταση υπό την ιδιότητα γιατρού της γερμανικής λεγεώνας, αναφέρει τα ονόματα των Πολωνών Sotowski και Dzerzawski.
  • Ο Ελβετός Ερρίκος Fornest, συντάκτης καταλόγου 423 Φιλελλήνων ο οποίος απόκειται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μνημονεύει τρία ονόματα Πολωνών Φιλελλήνων άγνωστων σε άλλες πηγές: Denkowski, Grabowski και Miomidowicz. Ανήκαν στο τάγμα αλλοδαπών το οποίο συστήθηκε το 1822 στην Κόρινθο από το Γερμανό στρατηγό Normann Von Ehrenfels.
  • Στο βιβλίο «Ιστορία του Τάγματος των Φιλελλήνων», γραμμένο από τον Γερμανό Δανιήλ Elster, συναντάμε για πρώτη φορά τα πολωνικά ονόματα Dobronowski, Tabernowski, Kosiwski, Pavlowski, Briffat. Του τελευταίου αμφισβητείται η εθνότητα.   
  • Στη μελέτη «Συμμετοχή Πολωνών στον Αγώνα των Ελλήνων», ο Θαδαίος Sinko παραθέτει σύντομες βιογραφικές σημειώσεις των άγνωστων σε άλλες πηγές συμπατριωτών του Gormowski, Gosczinski, Goslawski, Leczyhski, Iosandrowski και Pomorwski.  
  • Στο πληρέστερο περί Φιλελληνισμού του 1821 σύγγραμμα των Γερμανών W. Barth και M. Kehrig–Korn “ DIE PHILHLLENENZETT”   καταγράφονται για πρώτη φορά τα ονόματα επτά επί πλέον Πολωνών φιλελλήνων: Derkmann, Blasczowski, Bromikowski, Dobrycs, Gerzawski, Jakubowski και Jorosakowski.
  • Στο Μνημείο Φιλελλήνων της Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων στη μάχη του Πέτα Koulschelewski, Lasky, Mirziewski, Mlodowski, Dielsiewski, Dobronowski και των πεσόντων στην Εύβοια και στον Πόρο Pronokowski και Odworski.

Επιφανέστερος των 32 συνολικά γνωστών Πολωνών που επολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων το 1821-1831, είναι ο Mirziewski, πρώην αξιωματικός στη φρουρά του Μεγάλου Ναπολέοντος τον οποίο συνόδευσε στη νήσο Έλβα και αργότερα στο Παρίσι. Διακρίθηκε για τον ηρωισμό του στη Μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822, κατά την οποίο φονεύτηκε ενώ επιχειρούσε να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό. Τιμώντας τη μνήμη του, η Ελληνική Πολιτεία έδωσε το όνομά του σε οδό της περιοχής Φιλοπάππου Αθηνών.

Γράφει για τον Mirziewski ο ιστορικός Στασινόπουλος στο Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης τ. Γ’ σελ. 111:

«Χωρίς όρια ήταν ο ενθουσιασμός του για τον ηρωικό ξεσηκωμό των Ελλήνων. Λίγο πριν τη μάχη στου Πέτα, έκανε την ακόλουθη ομολογία στον Ιταλό συνταγματάρχη Dania: «Παντού όπου πολέμησα, υπό τον Ναπολέοντα και τον Μπολιβάρ, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στο Πεδεμόντιο, στη Νεάπολη και τη Νότια Αμερική, διαπίστωσα πόσο άσκημα πάει ο κόσμος. Έχω όμως ήσυχη τη συνείδησή μου γιατί από νέος αγωνίστηκα για τη δικαίωση των καταπιεζομένων. Πιστός στην αρχή μου αυτή, μια μόνο έχω επιθυμία. Να πεθάνω για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Ας δώσει ο Θεός να αναπαυτώ στην ηρωική αυτή γη. Μιλούσε με τόσο αυτοπεποίθηση ώστε οι Έλληνες υποκλίνονταν μπροστά του χωρίς να τον καταλαβαίνουν και σταύρωναν τα χέρια όπως έκαναν στην εκκλησία». 

Για τον Koulschelewski, υπάρχουν πολλές παραλλαγές του ονόματός του. Κατά τους Barth, Kehrig-Korn, πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο. Έπεσε μαχόμενος στου Πέτα στις 4 Ιουνίου 1822. Ο Mlodowski ήρθε στο Ναυαρίνο μαζί με 30 άλλους Γερμανούς και Πολωνούς Φιλέλληνες τον Ιανουάριο του 1822. Ήταν νέος φοιτητής και σκοτώθηκε στου Πέτα. Ο Dielsiewski αποβιβάστηκε στη Μονεμβασία στις 4 Απριλίου 1822, με το γαλλικό πλοίο «ΒΟΝΝΕ ΜΕRΕ». Στρατολογήθηκε στη λεγεώνα των Φιλελλήνων και έπεσε στη μάχη του Πέτα.

Για τον Dobronowski Έμμεριχ γνωρίζουμε ότι ήταν από τους πρώτους ξένους που έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Τον Pronokowski αναφέρει ο Tadeusz Sinco χωρίς άλλο προσδιορισμό εκτός από το θάνατό του στη μάχη του Πέτα. Ο τελευταίος των αναγραφομένων στο Μνημείο Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου, έπεσε κατά τη διάρκεια αψιμαχίας στον Πόρο το 1829.

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

 

Υποσημειώσεις

 

 

1   Η δημοσιευμένη μελέτη αποτελεί μέρος διάλεξης την οποία έδωσα την 25η Οκτωβρίου 1988 στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου LODZ της Πολωνίας.

2 Για το Μνημείο των Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου βλ. Μάρκου Ν.        Ρούσσου – Μηλιδώνη, περ. «Σύγχρονα Βήματα» αρ. 68 σελ. 224-254 B/DAS MONYMENT DER PHILHELLENEN IN NAFPLIO, Αθήνα 1992 σελ. 120.

3 TADEUSZ SINCO, Συμμετοχή Πολωνών στην Ελληνική Επανάσταση (πολωνικοί, «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας» αρ. 42 σελ. 272-300.

4 ANUSZ STRASBURGER, LE PHILHELLENISME EN POLOGNE AUX ANNEES DE L’   INSURRECTION GRECQUE 1821-1828. Επετηρίδα Βαλκανικών Μελετών αρ. 12 (Θεσσαλονίκη 1972), σελ. 106-116.

5  Λόγος Γ. Τερτσέτη εκφωνηθείς εις τη Βουλή των Ελλήνων στις 28 Μαρτίου 1854   κατά τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου.

6  Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 2, έτος  1821, σελ. 296.

7 Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 3, έτος   1822 σελ. 69.

8  SYBILLA NADWISKANSKA, τ. 1 κεφ. VI σελ. 58.

9 Λεχοί καλούνται οι Πολωνοί από τον κατά τη μυθολογία γενάρχη τους Λεχ.

10 GOSZTOW, LA TURQUIE ET LA RUSSIE, Παρίσι 1913, σελ. 5.

11 Αδάμ MICKIEWICZ: Μεγάλος επικός ποιητής της Πολωνίας. Έγραψε τα έπη  «Κυρ Θαδαίος», «Πρόγονοι», «Νύχτα των ονείρων».

12 Συλλογική ονομασία των λαών της Βορείου Ευρώπης, κυρίως των Ρώσων, Πολωνών, Ουκρανών και των κατοίκων των τριών μικρών βαλτικών χωρών Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας.

13 JOSEF STRASZEWICZ, Πολωνοί και Πολωνέζες στην Επανάσταση της 29ης   Νοεμβρίου 1830 (στα γαλλικά), Παρίσι 1830.

  


Read Full Post »

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τρικούπης Μ. Ιωάννης (1750-1824)


 

 

Ιωάννης Τρικούπης

Ο Ιωάννης Μ. Τρικούπης (1750-1824), πατέρας του Σπυρίδωνα και παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, γεννήθηκε και πέθανε στο Μεσολόγγι. Ήταν γιος του Ματθαίου Τρικούπη, πλοιάρχου και προεστού της πόλης, και της Ρήνας Αναστασίου Κουρκουμέλη.  Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε στη γενέτειρά του, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Παλαμά. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιθάκη μαθαίνοντας ιταλικά και γαλλικά, και κατόπιν στην Πάτρα. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γαβριήλ τον οποίο ακολούθησε για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, όταν εξελέγη πατριάρχης με το όνομα Γαβριήλ Δ’. Περί το 1780 επέστρεψε στο Μεσολόγγι, όπου εγκαταστάθηκε μονίμως.

Ως πρωτότοκος διαδέχθηκε τον πατέρα του, τόσο στις ιδιωτικές υποθέσεις τους όσο και στην ενασχόληση με τα κοινά, εκλεγόμενος και αυτός προεστός. Εξαιρετικά δίκαιος και τίμιος, έχαιρε μεγάλης υπόληψης μεταξύ των συμπατριωτών του. Συγχρόνως όμως είχε κερδίσει και τη συμπάθεια του Αλή Πασά, που του παρείχε ειδικά προνόμια, μεταξύ των οποίων και την άδεια να φορά ευρωπαϊκά ρούχα. Με τα κουστούμια αυτά, αλλά και λόγω της ευρωπαϊκής του κουλτούρας, έμοιαζε περισσότερο με ξένο ευγενή παρά με μεσολογγίτη προύχοντα. Με την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα και το επιχειρηματικό πνεύμα που τον διέκρινε, αύξησε σημαντικά την πατρική περιουσία, την οποία κατόπιν διέθεσε σχεδόν όλη για τις ανάγκες του Αγώνα.

Εβδομηντάχρονος σχεδόν, ήταν από τους πρώτους που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και με την κήρυξη της Επανάστασης εξελέγη πρόεδρος των δημογερόντων και στη συνέχεια των εφόρων της πόλης. Υπηρέτησε τον Αγώνα στο πολιτικό πεδίο, αρχικά ως γερουσιαστής στη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και κατόπιν ως μέλος του πολιτικού τμήματος του συμβουλίου της Γενικής Διευθύνσεως της Δυτικής Ελλάδος. Λίγο πριν τον θάνατό του, το 1824, εκλέχθηκε και μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα αντικαθιστούσε κατά την απουσία του τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Ο Ιωάννης παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Παλαμά, κόρη της γνωστής και λογίας οικογένειας της πόλης. Απέκτησαν εννέα παιδιά, επτά αγόρια και δύο κορίτσια: τον Σπυρίδωνα, τον Αναστάσιο, η ύπαρξη του οποίου μέχρι τώρα αγνοείτο από τους βιογράφους της οικογένειας, τον Μάνθο και τον Κωνσταντίνο, που βρήκαν ηρωικό θάνατο στο Μεσολόγγι, τον Απόστολο, τον Νικόλαο, για τον οποίο δεν έχουμε πολλά στοιχεία, τον Θεμιστοκλή, την Ειρήνη, κατόπιν σύζυγο Ιωάννη Ραζηκότσικα και τη Μαρία, κατόπιν σύζυγο του δημάρχου Μεσολογγίου Δημητρίου Καψάλη.

 

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο  της Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

  

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη – Μία a posteriori*ιατροδικαστική εκτίμηση


 

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του Γέρου, γεννήθηκε στα 1798 και ήταν από τους πιο μορφωμένους Μωραΐτες στα χρόνια του μεγάλου ξεσηκωμού.** Μάλιστα ο Φωτάκος τον κατατάσσει δεύτερο μετά το Γεώργιο Σέκε­ρη. Είχε σπουδάσει στην Ακαδημία της Κέρκυρας (με συμμαθητή τον Γ. Τερτσέτη), ήταν άριστος μαθηματικός και γνώριζε καλά την αρχαία ελληνική και ιταλική γλώσσα και λίγα γαλλικά.

Σκοτώθηκε την εποχή του εμφυλίου, στις 13 Νοεμβρίου 1824, ημέρα Τρίτη και ώρα 4 μ.μ. λίγο έξω από το χωριό Παλλάντιο (Μπεσίρι) της Αρκαδίας, καθ’ οδόν προς Συλίμνα. Την επομένη το πτώμα του μεταφέρθηκε στη Συλίμνα και τάφηκε έξω από την εκκλησία του χωριού. Για τη δολοφονία του γράφτηκαν πολλά. Στις συνθήκες του θανάτου του αναφέρονται κυρίως ο αυτόπτης Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο Φωτά­κος.***

Συνέκδημος Ιατροδικαστική, 1870.

Για τη δολοφονία του Πάνου εντοπίσαμε μια a posteriori ιατροδικαστική εκτίμηση, που έγινε πολύ αργότερα και με βάση το κρανίο του, από τον γιατρό Ιωάννη Π. Πύρλα και δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» (Εν Αθήναις 1870, σσ. 101-103).

Ο Πύρλας υπήρξε πραγματικός ιατροφιλόσοφος με σημαντικό συγγραφικό έργο, μια πολύπλευρη προσωπικότητα, που άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην εποχή του. Γεννήθηκε στα 1818 στην Τρίπολη και πέθανε στα 1901 στην Αθήνα. Η «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» εκδόθηκε σε τρεις τόμους (1870-1874) και υπήρξε το τρίτο, και πλήρες, σύγγραμμα ιατροδικαστικής, που εκδόθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα.****

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν την ιατροδικαστική του εκτίμηση:

 

«Τα επί του κρανίου τοιαύτα τραύματα εν γένει εισί θανατηφόρα, οσάκις η σφαίρα εισέλθη εις τον εγκέφαλον. Ο θάνατος είναι τόσον ταχύτε­ρος, όσον το τραύμα κείται εγγύτερα τη βάσει του εγκεφάλου. Τοιούτον τραύμα τάχιστα θανατηφόρον υπέστη ο Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης το 1824.

Γνωστόν εστίν ότι ο πρωτότοκος ούτος υιός του Θ. Κολοκοτρώνου, όστις διεκρίνετο τω καιρώ εκείνω επί παιδεία και ικανότητα, εφονεύθη παρά την Τρίπολιν μετά την λήξιν εμφυλίου μάχης, συναφθείσης παρά τω χωρίω Θάνα, καθ’ ην ηττηθείς μετέβαινεν εις το χωρίον Σιλίμνα, ένθα ήτο στρατοπεδευμένος ο πατήρ αυτού· εν ω εβάδιζεν έφιππος επί της αγούσης εκ χωρίου Μπεσρίου εις Σιλίμναν, συνοδευόμενος παρ’ ο­λίγων σωματοφυλάκων˙ άνδρες εξ τον αριθμόν ευρισκόμενοι μετά την μάχην επί της θέσεως Κλεισούρα καλούμενης όπισθεν πετρών, πολύ απέχουσαν αυτού, πυροβολούσι κατά των οπι­σθίων αυτού μάλλον προς ύβριν παρά προς βλάβην, διότι μόλις η σφαίρα τουφεκίου έφθανεν, ότε μία μόνον σφαίρα τουφεκίου επιμήκους κρητικού, αφιχθείσα έτυχεν κακή μοίρα εξαιρε­τικώς μόνον τον Πάνον ήτις προσκρούσασα με­τά κρότου επί του κρανίου διήλθεν αυτό εκ των οπισθίων προς τα εμπρός και δεξιόθεν προς τ’ αριστερά πλαγίως, και επέφερεν αμέσως τον θά­νατον, καταπεσόντος του φονευθέντος εκ του ίππου και εγκαταλειφθέντος εκεί παρά των εριήρων εταίρων του, οίτινες ώχοντο φεύγοντες.

Το κρανίον του ατυχούς τούτου αρχηγού, το οποίον διατηρούμεν παρ’ ημίν, παρέχει λίαν περιέργους τας επ’ αυτού λυγράς οπάς της διελθούσης σφαίρας. Η μεν της εισόδου κείται επί της οπί­σθιας χώρας του δεξιού βρεγματικού οστού, 20 χιλιοστόμετρα απέχουσα της κορυφής του ινίου είνε κυκλική, και έχει διάμετρον κατά την εξω­τερική πλάκα του κρανίου 19 χιλιοστόμετρα, ά­γει δε ευρυνομένη εκ των εκτός προς την εσωτερικήν πλάκα, εν η η διάμετρος της οπής είνε 24 χιλιοστ. Η δε της εξόδου κείται επί του μετωπικού οστού προς τα όπισθεν και υπέρ άνω της αριστεράς ζυγωματικής αποφύσεως, (επί του μηνιγκίου), απέχουσα της οφθαλμικής κόγχης 25 χιλιοστομ. Η οπή αύτη έχει σχήμα ωοειδές ως κομβοδόχης πλατείας εκ των άνω προς τα κάτω, ευρυνόμενον δε εκ της εντός προς την εκτός πλάκα του κρανίου· και η μεν οπή της ε­ντός πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 7 χιλιοστ. την δε μείζονα 17 χιλιοστόμετ. η δε της έξω πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 22 χιλιοστομ. και την μείζονα 30 · ώστε η επί της έξω πλακός οπή, διατηρούσα το όμοιον σχή­μα της εντός, υπάρχει πολύ ευρύτερα.

Εκ της τοιαύτης διαθέσεως των οπών τούτων έπεται εκ των προρρηθέντων ότι η σφαίρα προσέκρουσεν καθέτως κατά του κρανίου εκ των οπισθίων, διόπερ και κυκλική εγένετο η οπή ότε διατρυπήσασα τας μήνιγκας του εγκεφάλου και αυτόν διαμπερές, καθ’ α απώλεσε μέρος της δυ­νάμεως αυτής, προσέκρουσεν αύθις πλαγίως επί της πλαγίας αριστεράς χώρας του μετωπικού ο­στού τούτων ένεκεν παρήχθη το τε επίμηκες ως κομβοδόχης σχήμα, η ευρύτης της όλης οπής, και το ευρύτερος της έξωθι πλακός. Εν συνόλω ειπείν αμφότεροι αι οπαί αύται της τε εισόδου, και της εξόδου διαφέρουσι πολύ προσαλλήλας˙ η της εισόδου είνε κανονική, και μείζονος διαμέ­τρου της εξόδου ως προς την μικροτέραν ταύτης διάμετρον. Ο δε θάνατος επήλθε τάχιστα ου μό­νον διότι η σφαίρα διήλθε διαμπερές και διαγω­νίως τον εγκέφαλον˙ αλλά και διότι διήλθε παρά την βάσιν αυτού.»

 

Υποσημειώσεις 


 

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Α posteriori, η γνώση που προέρχεται από την εμπειρία. Ο όρος «a posteriori» (Λατινικά: «εκ των υστέρων»), χρησιμοποιείται στην Φιλοσοφία μαζί με τον όρο «a priori» (Λατινικά: «εκ των προτέρων») για να προσδιορίσει έναν ειδικό τύπο σχολαστικής γνώσης. Ο ακριβής ορισμός του είναι ζωτικής σημασίας στην επιστημολογία, δηλαδή την μελέτη της γνώσης. Η φιλοσοφική εξέλιξη του όρου καθώς και η διενέξεις αναφορικά με τον ορισμό του και την χρήση του καθιστούν δύσκολη την επεξήγησή του. Δεινά υπεραπλουστευμένος ορισμός θα ήταν ο εξής: η a posteriori γνώση είναι γνώση που αποκτάται εμπειρικά και εξαρτάται από αυτήν την εμπειρία.

** Για τον Πάνο Κολοκοτρώνη βλέπε Χρίστου Στασινό­πουλου, «Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», Αθήνα χ.χ., Εκδόσεις Δεδεμάδη, τόμος Β’, σσ. 467- 470.

*** Θεόδωρου Ρηγόπουλου, «Απομνημονεύματα από των αρχών της επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881», Αθήναι 1979, σσ. 44-48, και Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδόσεις Χαρ. Μπούρα, τόμος 1ος, σσ. 542-546.

**** Γεωργίου Κατσά, «Η Ιατροδικαστική και τοξικολογία εν Ελλάδι από Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερον», περιοδικό «Ιατρική Πρόοδος», Μάιος 1937, σσ. 148-149.

 

Κώστας Δανούσης

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 33, Μηνιαία Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Φεβρουάριος 1991.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »