Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Ιατρική στα κείμενα του Μακρυγιάννη

 


 

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά.

Σε ηλικία 23 ετών μυείται στην φιλική εταιρεία. Από τότε έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με  αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στην μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στην μάχη για την άλωση της Υπάτης, στην μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, όμως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλύτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήσηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να με ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμμελε ταχέως  να αποθάνη» συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον, έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».  

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι» γράφει.

Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς  όπου έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια)  αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε  λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδελφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη  ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού».

Εκεί όμως πυροβολώντας τον οι Τούρκοι τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο «από μουσκέτο» «και τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα για να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά.  Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη».

Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί όπως μας πληροφορεί στην συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα – ο γιατρός – και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».

Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φθάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου.

Ο Μακρυγιάννης, που τον γνώριζε από  τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στην Ρούμελη – τον είχε εμπιστοσύνη – και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ. Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά γι’ αυτό όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξύλινου όπλου ένεκα του τραύματός του».

Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826 τραυματίστηκε σοβαρά από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πως το περιγράφει ο ίδιος:

Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι , τους ντουφέκισα κι εγώ εις τον σωρό.  Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος μ’ άφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος».

Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισοντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες . Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποι του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».

Την αυγή πιάστηκε  ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δεχόταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά κι είχε στραγγίξει το αίμα του όλο.

Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα είχε καμμία υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης.

«Τότε με ́πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα οπού μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα».

Γι΄ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι:

«Σωματικός ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής  τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους το 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χείρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών».

Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».

Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά περιόδου 1835 – 1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη:

«Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών… Τοιαύτα τραύματα παράγουσι, ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας, Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.

«Οι υποφαινόμενοι ιατροί  επισκεφθέντες των στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπτύωσιν αποσταθείσαν και  ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της Ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.

Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.

Τον Απρίλιο του 1851 με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήταν μεγάλη αδιαντροπιά» γράφει ο Σεφέρης. 

Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες  ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμία όμως δεν τόλμησε να δημοσίευση τη διαμαρτυρία του αυτή.

«Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δυο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα, και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μετά από λίγες ημέρες τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας».

Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο οδηγήθηκε στην φυλακή πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «Ο Μακρυγιάννης ετάφη ζών».

Ο αρχίατρος Τράϊμπερ που τον επισκέφθηκε γράφει πως το δωμάτιο του ήταν «δωσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και  το Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.

Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες  – κήλη και προστάτης – τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά «δεν έχασε , ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλούσης πάντοτε».

Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859.

«Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή όπου πέρασε… πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με το στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου «Φάγε αυτές Στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα». Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου ζωντανός είμαι η πεθαμένος »  

Στις 27 Απριλίου 1864 πέθανε «εξ υπερβαλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειο του λόγο ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε:

«Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι  πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς.

Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσφορίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν τεράστιαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν: Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη.

Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης  ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος  εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθαίνειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».

Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης για τον θάνατο του Γκούρα  κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο.

Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά  έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια).

Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά …Μας είπε με χωρατά. Εγώ θα πεθάνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».

Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον:

«Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στη χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι  μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινες μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους , κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί οπού είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός , και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλι ξηλωνέταν, κι  έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλία οπούταν η πληγή. Και ζή τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».

Ο Βλαχογιάννης επεξηγώντας τη ραφή των τραυμάτων «δια κεφάλων μυρμήγκων» γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκώσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».

Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και Θάματα«. Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα.

«Τα 1837 γράφει μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα  αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς…»

Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους, – επιστήμονες και εμπειρικούς – γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης , που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατροχειρούργος   Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμπάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.

Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν» όπως γράφει. Και συνεχίζει:

«Τους γιατρούς τους πλερώνομεν  τον καθένα από ‘να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός οπού μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην το δοξάσουμε και τον ευχαριστήσομεν;».

Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρωνόνταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δυο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά την μάχη στους Μύλους.

Περιγράφει ακόμη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα.

Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβλέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» ( η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία σε μικρή ηλικία πέθαναν τα έξι.

Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από τη Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του  «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».

Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη  ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατάντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα».

Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος» 

Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι την μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το κάστρος των Αθηνών, μίαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε  οι άνθρωποι έλπιζαν οτ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο… αυτό το μέρος εις την κοιλιάν μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού.

Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό,  εις τ’ Ανάπλι μου είχε γένει έν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα  ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849, (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιές μου, αισθάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το «δεσαν καλά». 

Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες τις πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της  εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για  την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι, γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».

Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου.

Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών στις 13/3/1853 «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαράς και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».

Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό – τόσο ανθρώπινο – που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.

  

Γιάννης Πατσώνης,

Παιδίατρος

© Ιατρικά Θέματα, Τριμηνιαία έκδοση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τεύχος 33, 2005.

 

Πήγες  

 


  • Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, (εκδόσεις Γαλαξίας Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάϋρον.
  • Γ. Σεφέρης: Δοκιμές (ένας Έλληνας: Ο Μακρυγιάννης). 
  • Δ. Σταμέλος:» Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποπιοΐας», Εστία.
  • Γ. Μαρρές: Μακρυγιάννης  – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
  • Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα (Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
  • Τετράδια ευθύνης: για τον Μακρυγιάννη. 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μίχος Αρτέμιος (1803 – 1873)

 


Μίχος Αρτέμιος

Αγωνιστής του ’21.  Ο Αρτέμιος Μίχος γεννήθηκε στα Γιάννενα. Πολέμησε σε πολλές μάχες στη δυτική Στερεά και στο Μεσολόγγι. Το 1825 κλείστηκε στο Μεσολόγγι όπου αγωνίστηκε ηρωικά μέχρι την έξοδο. Μετά ακολούθησε τον Δημήτριο  Υψηλάντη.  

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου κρατούσε σημειώσεις με τα καθημερινά συμβάντα και μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του, τα οποία με τίτλο «Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστρατήγου Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», κυκλοφόρησαν από τον  Σ. Π. Αραβαντινό το 1883.   

Ο Σ. Π. Αραβαντινός γράφει:

«Μεταξύ των σφριγώντων μαχητών, οίτινες μετά την καταστροφήν του Αλή Πασά προσέδραμον εις τας τάξεις των υπέρ της ελευθερίας αγωνιζομένων, ην και ο συγγραφεύς των Απομνημονευμάτων Αρτέμιος Μίχος, νεαρός ευπατρίδης των Ιωαννίνων, καταλιπών καπνίζοντα έτι τα ερείπια της πατρικής οικίας και μεταστάς εκ των ανέσεων του οικογενειακού βίου εις τας κακοπαθείας του πολέμου.

Μετά πέντε δε έτη η δίνη των μαχών περιέλαβε και αυτόν εις την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου εγένετο κοινωνός πάντων των αγώνων, των ταλαιπωριών ως και της δόξης της φρουράς.

Διαρκούσης της πολιορκίας, ο συγγραφές κατέγραψε πιστάς σημειώσεις περί των συμβάντων, τας οποίας, συνηρμολόγησεν  ύστερον, ότε συντελεσθέντος του αγώνος απεκατεστάθη η τάξις».

Ήταν αντισυνταγματάρχης – διοικητής του 5ου τάγματος  πεζικού στο Ναύπλιο όταν έγινε η επανάσταση στην οποία έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο. Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι  αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης κ.α. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Μετά την μεταπολίτευση υπηρέτησε σαν επιθεωρητής του στρατού και σαν αρχηγός της χωροφυλακής. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

  

Πηγές

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα 1930.                        
  • Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστράτηγου, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) καί τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», εκδίδονται υπό Σ. Π. Αραβαντινού. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post στην Αργολίδα (1827)


 

 Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα. Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post 

  

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός σίγουρα δεν είχε την έκταση του ευρωπαϊκού. Οι Αμερικανοί, όμως, φιλέλληνες – όπως και οι Γερμανοί – υπήρξαν οι πλέον ανιδιοτελείς και έβλεπαν στον ξεσηκωμό των Ελλήνων τη συνέχεια των δικών τους αγώνων για ελευθερία και ανεξαρτησία. Στα πλαίσια αυτά τοποθετείται και  η δράση της Φιλελληνικής Επιτροπής της Νέας Υόρκης, που στις 12 Σεπτεμβρίου 1827 θα στείλει φορτίο με προμήθειες (τρόφιμα και ρούχα) στην αγωνιζόμενη Ελλάδα.

Το φορτίο συνοδευόταν από τον πράκτορα της Επιτροπής Henry A. V. Post, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διανομή του. Ο Post με σταθμούς στο Γιβραλτάρ και στα Κύθηρα έφθασε στην Ελλάδα και με βάση τον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στον ελλαδικό χώρο, γύρισε την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τα νησιά των Κυκλάδων και του Αργοσαρωνικού, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Γυρνώντας στη Νέα Υόρκη τύπωσε στα 1830 τις αναμνήσεις του στο βιβλίο του «A visit to Greece and Constantinople in the years 1827 – 8».

Στις 367 σελίδες του παρελαύνουν οι εμπειρίες από το πέρασμά του στην  Ελλάδα και την Τουρκία. Παράλληλα αναφέρεται σε παλιότερα (π.χ. καταστροφή του Δράμαλη) και σύγχρονα επαναστατικά γεγονότα, καταγράφει τη γνωριμία του με επώνυμους  αγωνιστές και πολιτικούς ( Κολοκοτρώνης, Πετρομπέης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος, κ.λ.π.), την άφιξη και τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια και τέλος τις εκτιμήσεις του για το χαρακτήρα των Νεοελλήνων. Στο τέλος σε παράρτημα καταγράφει ένα έντεχνο ελληνικό ηρωικό τραγούδι και παραθέτει έγγραφα του Καποδίστρια και πίνακα των σύγχρονων του Ελλήνων συγγραφέων με τα δημοσιευμένα έργα τους.

Μετά τα Κύθηρα ο Post θα φθάσει στο λιμάνι τ’ Αναπλιού (Napoli di Romania, καθώς γράφει ακολουθώντας τους πορτολάνους της εποχής του). Τ’ Ανάπλι θα είναι η πρώτη επαφή με την επαναστατημένη Ελλάδα. Στις σελίδες 9 – 16 αναφέρεται στη γνωριμία του με τις αρχές της πόλης, στον τρόπο διασκέδασης των Ελλήνων της εποχής του και στην επίσκεψη  του στις Μυκήνες. Αργότερα, επιστρέφοντας απ’ τη Μάνη, θα επισκεφθεί το Άργος (σ. σ. 149 – 159) και απ’ εκεί μέσω Ναυπλίου, Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά και Επιδαύρου (σ. σ. 159-171) θα καταλήξει στην Αίγινα.

Ο Post φαίνεται αρκετά κατατοπισμένος γεωγραφικά και ιστορικά για τους τόπους, στους οποίους ταξιδεύει. Οπωσδήποτε κατέχει τον Παυσανία, το Στράβωνα αλλά και τους προ αυτούς περιηγητές (Τουρνεφόρ, κ.α.). Το κείμενό του διακρίνεται  από κάποια δηκτικότητα για τις προλήψεις, θρησκευτικές και άλλες, που κυριαρχούν στον ελλαδικό χώρο, αλλά και από τέτοια κριτική διάθεση (βλέπε κριτική του για τους ξένους επισκέπτες των Μυκηνών), που μας επιβάλλει να δεχθούμε την αντικειμενικότητά του. Ας δούμε πώς περιγράφει την άφιξή του στ’ Ανάπλι, την πρώτη του γνωριμία με τους ανθρώπους και τον τόπο και την εκδρομή του στις Μυκήνες, ελπίζοντας να επανέλθουμε με την περιγραφή του Άργους:

 

Ανάπλι


  

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

«Το απόγευμα της επόμενης ημέρας ρίξαμε άγκυρα έξω από τ’ Ανάπλι, στα νερά που κάποτε έπλεαν τα περήφανα πλοία του Αγαμέμνονα, έχοντας στο βάθος το Άργος.

Ενωρίς το επόμενο πρωί ο διοικητής και μερικοί αξιωματικοί της πόλης, μας επισκέφθηκαν  μ’ ένα μεγάλο και χοντροειδέστατο καΐκι, συνοδευόμενοι από μια πομπώδη ακολουθία λαμπρά οπλισμένων στρατιωτών. Ήσαν πλούσια στολισμένοι[1] στις όμορφες και ανδροπρεπείς αλβανικές στολές τους και οπλισμένοι με χρυσοστόλιστα και ασημοκόλλητα σπαθιά και πιστόλες, κομψές και ακριβής εργασίας αντικείμενα, λάφυρα που είχαν κερδηθεί στις μάχες από τους Τούρκους αντιπάλους τους.

(Σημείωση Συγγραφέα: Η αλβανική στολή[2] φοριόταν παντού από τους Έλληνες και γενικά απ’ όλες τις τάξεις του πληθυσμού, εκτός από τους νησιώτες, οι οποίοι προτιμούσαν την Υδραίική στολή. Αυτή αποτελείται από κοντή κεντητή  ζακέτα, χωρίς γιακά με μανίκια, που έφταναν λίγο κάτω απ’ τον αγκώνα, αφήνοντας ακάλυπτα τα ξεκούμπωτα μανικέτια του πουκάμισου, ένα σφιχτοκουμπωμένο γιλέκο της αυτής εργασίας και υλικού, μια φουστανέλα (phoustanella) ή ένα είδος μισοφοριού από άσπρο λινό ή μουσελίνα, σφιχτά δεμένη στη μέση με τις απειράριθμες πτυχές της να φθάσουν λίγο πιο κάτω από το γόνατο, κεντημένες υφασμάτινες περικνημίδες, παράξενα μυτερά υποδήματα, και ζώνη γύρω απ’ τη μέση.

Το μέτωπο, οι κρόταφοι, το πρόσωπο – εκτός το μουστάκι – είναι καλά ξυρισμένα, τα μαλλιά πέφτουν άγρια πίσω και το μόνο κάλυμμα της κεφαλής είναι ένα φέσι από κόκκινο ύφασμα με μεταξωτή φούντα στο κέντρο. Η φουστανέλα (phoustanella) εξαιτίας των μεγάλων διαστάσεών της αποτελεί το κύριο μέρος της στολής. Το συνηθισμένο μήκος της είναι δώδεκα ως δεκαοχτώ γιάρδες. Όσοι φέρουν όπλα, φορούν πάνω από τη ζώνη της μέσης μία άλλη φαρδιά δερμάτινη, όπου τοποθετούν τις πιστόλες τους και το γιαταγάνι (ataghan).

Η Υδραίικη στολή[3]αποτελείται από ζακέτα και γιλέκο, όπως τα ανωτέρω, αλλά με λιγότερο επιδεικτική διακόσμηση, πανταλόνια εν είδη τεραστίου σάκου, που σφίγγουν στη μέση και αφήνουν δύο τρύπες στις γωνίες για να περνούν τα πόδια, και φθάνουν ως τα γόνατα, απλά υποδήματα, κάλτσες και ζώνη στην οποία συνήθως βάζουν ένα μαχαίρι σε ασημένια θήκη).  

Σκοπός της επίσκεψής τους ήταν να ζητήσουν περίθαλψη για λιμοκτονούντα πλήθη, που βρίσκονταν μέσα απ’ τα τείχη της πόλης[4]. Τους συνοδεύσαμε στην ακτή και αφού είδαμε με τα μάτια μας την άκρα δυστυχία που επικρατούσε στην πόλη και διαπιστώσαμε την ανάγκη για άμεση βοήθεια, παραδώσαμε στους αξιωματικούς πεντακόσια βαρέλια αλεύρι και ποσότητα ρουχισμού για την περίθαλψη του υποφέροντος πληθυσμού.

Δειπνίσαμε τ’ απόγευμα παρέα με το διοικητή και μερικά άλλα διακεκριμένα πρόσωπα, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Το δείπνο ήταν μια μυθιστορηματική και παράξενη σκηνή.

Μας σερβίρανε σε Ιταλικό στυλ – αν μπορούμε να το πούμε έτσι – μέσα σ’ ένα μεγάλο πανάρχαιο Τουρκικό δωμάτιο με καμία άλλη επίπλωση εκτός απ’ το τραπέζι, ένα κακότεχνο καναπέ και λίγες καρέκλες. Καμιά εικοσαριά αγριωποί ντόπιοι, οπλισμένοι ως τα δόντια, περικύκλωσαν το τραπέζι, καπνίζοντας χωρίς κανένα τακτ και φλυαρώντας με τους αρχηγούς τους, σ’ ένα πραγματικά δημοκρατικό στυλ.

Οι Έλληνες δίνουν τη γεύση Αμερικής, και αντιστρόφως, σε μια ατέλειωτη ποικιλία εγκαρδιοτήτων, που σύντομα άρχισαν να δείχνουν τα αποτελέσματά τους με μια υπερβολικά θορυβώδη ευθυμία. Εγκαρδιότητες που συνοδεύονταν με επίδειξη των πιστολιών και γιαταγανιών (ataghans), που βρίσκονταν στις ζώνες των ημιαγρίων οικοδεσποτών μας.

Ένας μανιώδης κοντός συνδαιτυμόνας, που ενεργούσε σαν τελετάρχης, σηκώθηκε από το κάθισμά του και μετά μερικούς γύρους της μπουκάλας, σήκωσε το ποτήρι του αγέρωχα και με αγαλλίαση, φωνάζοντας « Στην υγεία όλων των ηγεμόνων εκτός απ’ το Σουλτάνο». Μια ντουζίνα ποτήρια τσούγκρισαν στη μέση του τραπεζιού και όλη η συντροφιά εξέπεμπε μια έντονη γεύση πατριωτισμού.  Αμέσως μετά το δείπνο ήρθαν οι μουσικοί, που κάθισαν οκλαδόν στο πάτωμα και μας διασκέδασαν με κάποιους εθνικούς σκοπούς της Ελλάδας.

Είχαμε την τύχη ακούσουμε τα τραγούδια αρκετών από τους ομοτραπέζους μας, τα οποία, όμως, αν και απέσπασαν το θαυμασμό των παρευρισκομένων, στα ασυνήθιστα αυτιά μας έφθασαν στο σημείο να ηχούν αστεία. Ένας ιδιάζων έρρινος τόνος και αργή φωνή συνιστούν το πλέον αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό ενός ελληνικού τραγουδιού, που θεωρούνταν από τους ντόπιους ως εξαιρετικής ομορφιάς. Κανείς απ’ αυτούς δεν έχει στην πράξη ιδέα από τραγούδι, εκτός απ’ αυτό τον τρόπο.

Το πιο ξεχωριστό, όμως, κομμάτι της διασκέδασής μας ήταν ένας αλβανικός χορός στον οποίο ένας Άραβας αιχμάλωτος πολέμου, μας εξέπληξε με τη χάρη και την ευλυγισία του. Ο χορός συνίστατο σε γρήγορες και βίαιες κινήσεις όλου του σώματος, που εναλλάσσονταν με κινήσεις σεμνές και αργές, όχι πολύ διαφορετικές από ινδιάνικο πολεμικό χορό.

Μας χόρεψαν επίσης και το ελληνικό χορό (Romeiko), που καμαρώνουν για την αρχαιότητά του[5], μια ανιαρότητα των Ελλήνων, όπως λέει κι ο Λόρδος Byron. Και πράγματι είναι μια εξαιρετικά ανούσια επινόηση συγκρινόμενη με την ζωηράδα και ευθυμία του Αλβανικού (albanitico). Την επόμενη ημέρα κάναμε μια εκδρομή στην Τύρινθα και τις Μυκήνες, συνοδευόμενοι από αρκετούς αξιωματούχους της πόλης. Μας πρόσφεραν αραβικά άλογα και για να μας δείξουν τη ζωηρή συμπεριφορά των ζωών πριν επιχειρήσουμε να τα ιππεύσουμε, έβγαλαν ένα έξω και πρόσταζαν τον Άραβα χορευτή να ιππεύσει.

Αυτός πήρε στο χέρι του ένα  jereed, ένα αμβλύ ακόντιο, έπιασε την κυματιστή χαίτη, πήδησε στη σέλλα με ελαφρότητα φτερού, κτύπησε τις μυτερές γωνίες των αναβολέων στα πλευρά του ανυπόμονου ατιού, και όρμησε με μια τέτοια ταχύτητα που φοβάσαι να βλέπεις. Έκπληξη και ευφορία ήσαν τα συναισθήματά μας από την επίδειξη των δυνατοτήτων του αλόγου αλλά και του αναβάτη του. Σύντομα όμως καταλήξαμε να αρνηθούμε την προσφορά των αραβικών αλόγων και αντ’ αυτών προτιμήσαμε κάποια πυρρόχρωμα ντόπια τετράποδα, που τα θεωρούσαν ίσως μουλάρια αλλά είχαν όμως ύποπτα σημάδια που τα έφερναν κοντύτερα στα γαϊδούρια.

  

Τύρινθα


 

Nauplia, Seen From Tiryns.

Ο δρόμος διασχίζει την όμορφη κλασική πεδιάδα του Άργους που κάποτε διαφέντευε ο «Βασιλιάς των ανθρώπων»· τώρα, όμως, παρουσιάζει μια όψη μελαγχολική των εγκαταλειμμένων χωραφιών και ερημωμένων χωριών, θλιβερά και πένθιμα ίχνη που οι διαδοχικοί επιδρομείς άφησαν πίσω τους. Λίγες λεμονιές, ελιές και συκιές και εδώ και εκεί κάποια κομμάτια γης με βαμβάκι ή καπνό, ήσαν τα μοναδικά σημάδια καλλιέργειας, σ’ όλη αυτή την εκτεταμένη και εύφορη περιοχή. Συναντήσαμε από καιρού εις καιρόν κάποιους εξαθλιωμένους χωρικούς να φυλάνε τα μικρά τεμάχια γης που είχαν σπείρει, αβέβαιοι για το ποιος θα θερίσει, και πολλά κοπάδια κάποιων πλουσίων καπεταναίων ή προυχόντων (Kapitanos or proestos), που πάχαιναν από την άφθονη νομή που φύτρωνε απ’ το έδαφος.

Τα ερείπια της Τύρινθας βρίσκονται σε πολύ κοντινή απόσταση απ’ το Ναύπλιο.  Δεν είναι τίποτα άλλο από κάποια τμήματα Κυκλώπειων τειχών κα θεμελιώσεων, που το μόνον τους ενδιαφέρον είναι ότι αποτελούν ίχνη ενός μακρινού παρελθόντος και ενθύμηση της πόλης που έδωσε όνομά της στον Τύρινθα ήρωα, και της οποίας τα τείχη, σύμφωνα με τον Παυσανία[6] πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα θαύμα όχι κατώτερο απ’ εκείνο των πυραμίδων της Αιγύπτου.

 

Μυκήνες


  

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μια διαδρομή τρεισήμισι ωρών μας έφερε μπροστά στη θαυμαστή πόλη του Περσέα, την πρωτεύουσα του πανίσχυρου Αγαμέμνονα. Η ονομαστή θέση έκειτο σε ερείπια πολύ πριν τη χριστιανική εποχή και θεωρείτο απ’ τους ίδιους τους αρχαίους σαν ένα σεβάσμιο απομεινάρι της αρχαιότητας.

Όμως και τα ερείπιά της έχουν σχεδόν εξαφανισθεί και η ξακουστή καθέδρα των Ατρειδών πέρασε στα χέρια λιγοστών βοσκών, που έχουν χτίσει τις καλύβες τους κοντά της χωρίς να ξέρουν τίποτα για το χώμα πάνω στο οποίο βαδίζουν, το οποίο τους προσφέρει τροφή για τα κοπάδια τους. Τα λίγα απομεινάρια των Μυκηνών είναι Κυκλώπειες κατασκευές, που έχοντας σταθεί εκεί για τρεις χιλιάδες χρόνια, φαίνεται πως θα καταφέρουν να αντισταθούν στις προσπάθειες του πανδαμάτορα χρόνου να τα καταστρέψει και θα συνεχίσουν την παρουσία τους στην αιωνιότητα.

Η είσοδος στην ακρόπολη διατηρείται ακόμη καλά με μέρος των τειχών σε κάθε πλευρά της  και πάνω απ’ αυτήν ένα ζευγάρι γλυπτών λιονταριών, όπως γενικά αποκαλούνται, αν και στην πράξη θα μπορούσε κάλλιστα κανείς να τα εκλάβει για τίγρης ή πάνθηρες[7]. Προφανώς  πρόκειται για έργα αρκετά μακρινής εποχής και ίσως πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα ελληνικής γλυπτικής[8], που έχει φθάσει ως τις μέρες μας.

Το πιο αξιοσημείωτο όμως και πιο ενδιαφέρον απ’ τ’ αρχαία αυτά λείψανα είναι το κωνικό κτίσμα, το οποίο είναι γνωστό υπό τα αμφισβητούμενα ονόματα του θησαυρού του Ατρέα και του τάφου του Αγαμέμνονα. Θα ήταν περιττό να επαναλάβω τις συζητήσεις των αρχαιολόγων για το θέμα αυτό[9]. Είναι αρκετό να πω πως η πλέον επικρατούσα και λογική γνώμη είναι ότι το προκείμενο οικοδόμημα ανεγέρθηκε όχι για τους θησαυρούς του Ατρέα αλλά για την τέφρα του ενδόξου εγγονού του.

Έχει κωνικό σχήμα με διάμετρο πενήντα ποδιών και το αυτό περίπου ύψος και όντας καλυμμένο με σημαντικού πάχους στρώμα χώματος, σχηματίζει εξωτερικά ένα τεράστιο και ακανόνιστο εδαφικό έξαρμα. Έχει κατασκευαστεί από τεράστιες τετράγωνες πέτρες, που θα δυσκόλευαν ακόμη και τον Πολύφημο με τους δυνατούς συνεργάτες του να τις μετακινήσουν. Η πλάκα, που σχηματίζει το ανώφλι της εισόδου, έχει τριάντα πόδια μήκος, δεκαπέντε πλάτος και πέντε πάχος. Αυτό το περήφανο μαυσωλείο του Έλληνα ήρωα χρησιμοποιείται σήμερα για τους πιο βέβηλους και εξευτελιστικούς σκοπούς.

Η αφύλακτη είσοδός του κείται ανοικτή στα βήματα του κάθε παρείσακτου. Ο τσοπάνης το χρησιμοποιεί για μάνδρα του κοπαδιού του κι ο γεωργός για σταύλο για τα ζώα του. Ανάβουν φωτιές κι αρχίζουν τα παραπονιάρικα τραγούδια τους, αδιάφοροι για τα φαντάσματα του ένδοξου παρελθόντος, που τριγυρνούν γύρω τους. Ο περαστικός ταξιδιώτης βρίσκει κι αυτός καταφύγιο κάτω απ’ τον θόλο του απ’ τις χειμωνιάτικες καταιγίδες ή τον καυτερό ήλιο. Ακόμη κι οι ευλαβείς προσκυνητές, όπως εμείς, νιώθουν την όρεξή τους να ανοίγει απ’ την κούραση του ασυνήθιστου ταξιδιού και παρακαλούν τον πρώτο χωρικό που βλέπουν να μοιράσει μαζί τους το καρβέλι του και το αρνίσιο τυρί, για να κάτσουν κάτω από κάποια στέγη των ερειπίων ή σε κάποια σωρό ζωοτροφών και να πέσουν με τα μούτρα στο φαγητό, αδιαφορώντας για τα πνεύματα της περιοχής, όπως ακριβώς κάνει το βόδι ή ο γάιδαρος, όταν αναζητούν ανάμεσα στα τείχη το νυχτερινό τους καταφύγιο.

 

Ναύπλιο


  

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Το Ναύπλιο, η πιο σημαντική πόλη του Μοριά και ένα από τα πρώην πιο πολυσύχναστα λιμάνια της Ελλάδας, αντιπροσωπεύει την αρχαία Ναυπλία, το μεγάλο λιμάνι του Άργους.

Κατά τους πολέμους μεταξύ Τούρκων και Βενετών, η ισχυρή θέση και σημασία του το έκαναν αντικείμενο άγριας διαμάχης των αντιπάλων δυνάμεων. Στα 1540 παραδόθηκε στο Σουλτάνο Σουλεϊμάν Β’ απ’ το Συμβούλιο των δέκα. Ανακτήθηκε στα 1686 απ’ τους Βενετούς και στα 1714 ανακαταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οι οποίοι κόρεσαν την εκδικητική τους μανία με μια γενική και φοβερή σφαγή των κατοίκων (Daru. Hist. de Venice).

Η πόλη, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είναι κτισμένη σε τούρκικο στυλ με τον ίδιο σεβασμό στην υγεία και καθαριότητα, με τον οποίο οι Μουσουλμάνοι τηρούν στο σχεδιασμό των δρόμων τους. Μερικά απ’ τα σπίτια, που κατελήφθησαν απ’ τους πιο πλούσιους Τούρκους είναι μεγάλα και καλοχτισμένα. Όμως ο μεγαλύτερος αριθμός των κτιρίων βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση, με κίνδυνο να αποτελέσουν εστίες πανούκλας, όπως ακριβώς οι χειρότερες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης. Σε πολλά απ’ τα σημαντικότερα κτίρια, το ισόγειο χρησιμοποιείται σα σταύλος και η άνοδος στα επάνω διαμερίσματα περνάει από σωρούς κοπριάς και μια βρώμικη σκάλα, που συνδέει το διαμέρισμα των τετραπόδων με εκείνο της οικογένειας.

Η πόλη περιβάλλεται από ένα ερειπωμένο τείχος και υποστηρίζεται από δύο δυνατά κάστρα, που στέκονται αγέρωχα πίσω της και δίνουν έναν επιβλητικό αέρα στην περιοχή, ειδικά όταν τα κοιτάζει κανείς από κοντά. Οι οχυρώσεις αυτές, όπως οι περισσότερες στο Μοριά, είναι έργα των Βενετών.

Ο λόφος που ονομάζεται Παλαμήδι, που είναι ψηλότερο και δυνατότερο απ’ τα δύο αντίζηλα κάστρα, και που πολλές φορές χαρακτηρίζεται σαν το Γιβραλτάρ του Αρχιπελάγους, ήταν υπό την κατοχή του Γρίβα[10], ενός ισχυρού Ρουμελιώτη καπετάνιου, που είχε στασιάσει ενάντια στη κυβέρνηση. Μέχρι την έκρηξη της επανάστασης ήταν ένας άγριος, αμόρφωτος κλέφτης (Klepht) και περιγράφεται απ’ όσους τον έχουν δει σαν ένας νέος άνδρας, με υπέροχη όψη, μεγαλόπρεπη ενδυμασία, ήσυχους και γλυκούς τρόπους, εντελώς αντίθετος με τον άνομο και αιμοχαρή χαρακτήρα του.

(Σημείωση Συγγραφέα: Ο κύριος Hartley, ένας Άγγλος μισιονάριος στην Ελλάδα, με πληροφόρησε ότι σε μια συνάντηση με τον Γρίβα, ο τελευταίος του ομολόγησε χωρίς καμία ντροπή, ότι δεν ήξερε να διαβάζει).

Είχε κατ’ επανάληψη κληθεί από την Κυβέρνηση να παράδοση το φρούριο αλλά πεισματικά αρνήθηκε. Γνώριζε ότι μπορούσε να παρακούει ατιμώρητα, μιας και η Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να στείλει εναντίον του οποιαδήποτε δύναμη. Για τον εφοδιασμό της φρουράς του είχε επινοήσει μια πολύ απλή μέθοδο, τη ληστεία της πόλης και των περιχώρων απλώνοντας χέρι σ’ ό,τι έφθανε χωρίς ο νόμιμος κάτοχος να μπορεί να αμυνθεί.

Με αυτού του είδους της αρπαγές ο Γρίβας κατόρθωνε να εξασφαλίζει αφθονία εφοδίων γι’ αυτόν και τους υποτακτικούς του[11]. Έτσι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του ήσαν οι πιο καλοταϊσμένοι, οι πιο καλοντυμένοι και οι πιο αυθάδεις στην Ελλάδα. Λίγους μήνες πριν αυτός και ο διοικητής του απέναντι κάστρου[12] είχαν στρέψει τα κανόνια εναντίον αλλήλων σ’ ένα παροξυσμό ζηλοφθονίας και ο Γρίβας αρκετές φορές κανονιοβόλησε την πόλη για να επιτύχει συμμόρφωση προς τις υπερβολικές απαιτήσεις του.

Εξαιτίας αυτών των ανωμαλιών το Ναύπλιο είχε χάσει σχεδόν τον μισό πληθυσμό του και οι κάτοικοι είναι απρόθυμοι να μείνουν σ’ ένα μέρος, όπου οποιαδήποτε στιγμή κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο βάρβαρων επιθέσεων ενός τυράννου, ο οποίος αντί να τους παρέχει προστασία, χρησιμοποιεί τη δύναμή του για την καταπίεσή τους.

Πολλά σημεία της πόλης έχουν ήδη  υποστεί πολλές  υλικές ζημιές από τις μπάλες και τις βόμβες, που ρίχτηκαν πάνω σ’ αυτά απ’ το Παλαμήδι, και το πιο θλιβερό είναι ότι οι ζημιές επεκτάθηκαν και στους ίδιους τους κατοίκους, ένας σημαντικός αριθμός απ’ τους οποίους θυσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ατυχούς αυτής διαμάχης.

Απ’ το Ναύπλιο περάσαμε στον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στην Ελλάδα…»

 

Κώστας Δανούσης

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 1-10, τεύχος 8, Άργος 1991.

 

 

Υποσημειώσεις


 

1  Για το στολισμό των κλεφταρματωλών βλέπετε Κων/νου Ζησίου, Ο Νικοτσάρας, εν Αθήναις 1889, σσ. 9 -10. Ο Καραϊσκάκης τους μυκτήριζε αποκαλώντας τους «ζαρκαδοπαφίλια» (βλέπετε εφημ. «Αιών» της 19-2-1847), ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης τους είπε στην Κόρινθο «Δεν είναι ντροπή μας να κουδουνίζουμε σαν γυναίκες μεσ’ στα ασημικά;» (βλέπετε Τερτσέτη   Άπαντα, επιμ. Γ. Βαλέτα, σσ. 403 – 4).

2 Πρόκειται για κάποια σύγχιση, προερχόμενη από τις ομοιότητες στην ενδυμασία, τον οπλισμό και τις συνήθειες των δυο λαών, Ελλήνων και Αλβανών.

3 Οι βράκες των νησιωτών διέφεραν από τόπο σε τόπο, κυρίως ανάμεσα στους αλβανόφωνους και μη νησιώτες. Το «κοντοβράκι» με το «γιλέκο» ήταν η πιο συνηθισμένη ενδυμασία των παραλίων. Οι Έλληνες περιέπαιζαν τους φέροντες μεγάλες βράκες και τους αποκαλούσαν «χαλντούπηδες» και «ντουντούμηδες», επειδή έμοιαζαν με τους ανατολίτες Τούρκους.

4 Ο φόβος του Ιμπραήμ είχε δημιουργήσει προβλήματα υπερπληθυσμού και επισιτισμού στ΄Ανάπλι. Βλέπετε Οικονόμου, Ιστορικά, σ.σ. 651-2, και Νικολάου Κασομούλη, Στρατιωτικά Ενθυμήματα, τ. 2ος , σ. 614.

5 Άσχετα από τις ειρωνείες των ξένων, θα πρέπει να επισημανθεί η αίσθηση των τότε Ελλήνων για την αρχαιότητα – και προφανώς την καταγωγή – του χορού τους. Ήταν βέβαια λίγο δύσκολο στους αναθρεμμένους με τα νάματα της Αναγέννησης ξένους να παραδεχθούν τους χειμαζόμενους από την τυραννία και απαιδευσιά Έλληνες σαν απογόνους ενός λαμπρού κλασσικού παρελθόντος.

6 Αντίθετα από τον Post κατά τον Παυσανία (Κορινθιακά, ΙΙ, 25, 8 – 9) ο ήρωας Τύρινθος, γιος Άργου (γιου του Δία), έδωσε όνομά του στην πόλη.

7 Έως και πρόσφατα «…ειδικοί περί την προϊστορίαν ερευνηταί υπέθεσαν ότι τα ζώα που απεικονίζονται εις την πλάκα του υπέρθυρου της πύλης δεν είναι λέοντες αλλά γρύπες ή σφίγγες…» (Βλέπετε Γεωργίου Μυλωνά, Πολύχρυσοι Μυκήναι, Αθήναι 1983, σ. 79).

8 Πράγματι το ανάγλυφο των λεόντων μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα αρχαιότερα ελληνικά γλυπτά και ίσως το αρχαιότερο αρχιτεκτονικό γλυπτό του δυτικού κόσμου (Βλέπετε Γ. Μυλωνά, ο.π.,σ. 79).

9 Οι χωρικοί των χρόνων του Post τον ονόμαζαν τάφο του Αγαμέμνονα. Αντίθετα οι ίδιοι χωρικοί του 2ου αιώνα, φορείς μιας πιο ζωντανής παράδοσης, έδειξαν στον Παυσανία το ίδιο μνημείο ως το θησαυρό του Ατρέα και των παιδιών του.

10 Πρόκειται για τον περιώνυμο Θεοδωράκη Γρίβα, (1797 – 1862), τον πλέον ανοικονόμητο και τυραννικό ίσως καπετάνιο του αγώνα. 

11 Ο Post ακριβολογεί για τη συμπεριφορά του Γρίβα. Περισσότερα γι’ αυτήν βλέπετε Χρήστου Στασινόπουλου, Λεξικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, στο λήμμα «Θεοδωράκης Γρίβας».

12 Φρούραρχος του Ίτς Καλέ ήταν ο αντίπαλος του Γρίβα, ο Σουλιώτης Νάσης Φωτομάρας. Μέρος του φρουρίου αυτού παραχώρησε στους Στραταίους αντί σημαντικού ποσού χρημάτων. Η διαμάχη του με το Γρίβα κορυφώθηκε στις 3/15 Δεκεμβρίου 1826, οπότε άρχισαν να βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς, τραυματίες και υλικές ζημιές. Ο τρόμος ανάγκασε τους κατοίκους να σκορπισθούν στους Μύλους, στα ελώδη μέρη του Άργους και του Ναυπλίου, στο Λεωνίδιο, στο Άστρος κ.ά.

 

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

 


Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Στρατιωτικός και Πολιτικός. Πέμπτος γιος του Ιωάννη Μακρυγιάννη και της Αικατερίνης (Κατίγκως) κόρης του Γεωργαντά Σκουζέ. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο την 1η Μαρτίου 1833. Τον βάφτισε ο βασιλιάς Όθωνας δίνοντάς του τ’ όνομά του, επιβεβαιώνοντας έτσι,  πως προσφέρει «την βασιλική εύνοιαν», στον πατέρα του.  Εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός. Διαγράφτηκε από το στράτευμα το 1852 μετά από την καταδίκη του πατέρα του για συνωμοσία εναντίον του Βασιλιά Όθωνα.

Κατά τα Σκιαδικά,* όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Πεδίο του Άρεως με τα ψάθινα καπέλα και τις ασπρογάλαζες κορδέλες, ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν από τους πρώτους. Είχε μεγάλες συμπάθειες ανάμεσα στους νέους, από τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς του πατέρα του, αλλά και γιατί ο ίδιος ασκούσε την  γοητεία του νεαρού μαχητικού επαναστάτη.      

Όταν κηρύχτηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση, ο Όθωνας για να προλάβει την γενίκευση της εξέγερσης διέταξε στην Αθήνα συλλήψεις.  Ο Όθων Μακρυγιάννης φυλακίστηκε μαζί μ΄όλους τους αντιοθωνικούς  Δεληγιώργη, Καλλιφρονά κ.α. Μετά την καταστολή της εξέγερσης για να αμβλύνει τα πάθη ο Όθωνας έδωσε αμνηστία.

Στο κίνημα που έφερε την έξωση του Όθωνα, τον Οκτώβριο του 1862, το πέμπτο παιδί του Μακρυγιάννη, «ο πρεσβύτερος των επιζώντων υιών του» Όθων Μακρυγιάννης, μέλος της «Χρυσής Νεολαίας» υπό τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, «προχωρήσας μέχρι της αιθούσης του θρόνου, όστις είχεν ήδη θρυμματιστεί, παρέλαβε το χρυσούν τούτου στέμμα και απήγαγε λάφυρον εις τον οίκο αυτού ίνα επιδείξει προς τον πολυπαθή πατέρα».* *           

Από το 1865 αρχίζει ο κοινοβουλευτικός βίος του. Εξελέγη βουλευτής Αττικής και Αττικοβοιωτίας αρχικά με το κόμμα του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη και κατόπιν με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη (1865 – 1868, 1872, 1873 – 1874, 1875 – 1879, 1887 – 1890, 1892 – 1895). Πέθανε στις 15 Ιανουαρίου 1901.***

 

Υποσημειώσεις

 


* Με την ονομασία «Σκιαδικά» έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

** Γ. Βλαχογιάννης, «Εισαγωγή», Αρχείον, τ. Α’, σ. ξα’.

*** Ποικίλη Στοά 1912, σελ. 609 κ. επ.

 

Πηγές

 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα.                           
  • Νίκος Θεοτοκάς, Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, «Μακρυγιάννης», τόμος 8ος,  Τα Νέα, Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε επίσης: 

Read Full Post »

Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αγνώστου, μολύβι σε χαρτί, πρώτο μισό 19ου αιώνα.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Read Full Post »

 

Σκηνή καθημερινότητας της πόλης αποθανατίζει η υδατογραφία του Πεϋτιέ με τη χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού, με τα «χασαπιά και τα σφαχτάρια» και τους κατοίκους στα «Πέντε Αδέλφια», απέναντι από το Μπούρτζι,  να υποδέχονται ξένα πλοία.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Read Full Post »

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό,

σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.  

 

Το Σεράι, σχέδιο σε μολύβι, Μονακό, L. Lange.

Read Full Post »

Πάσχα στην Καθολική Εκκλησία του Ναυπλίου το 1841


  

Ο Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, Επίτροπος της Καθολικής Εκκλησίας του Ναυπλίου, παρουσιάζει  στα Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII (2009) δύο ενημερωτικές επιστολές των ετών 1841 του εφημ. Γεωργίου Δούναβη προς τον εκκλησιαστικό του προϊστάμενο Επίσκοπο Σύρου Αλούσιο Μ. Blancis.

Η πρώτη αφορά στον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδας του έτους 1841, και η δεύτερη κάποιες διαφορές με τον επίτροπο Βονιφάτιο Bonafin.

Ας δούμε πως περιγράφει ο ιερέας τον εορτασμό του Πάσχα των Καθολικών στο Ναύπλιο του 1841.

 

Επιστολή της 16ης Απριλίου 1841 του εφημερίου Γεωργίου Δούναβη προς τον Επίσκοπο Καθολικών Σύρου Αλούσιο Μ. Blancis

  

Σεβασμιότατε,

Θεωρώ υποχρέωσή μου να σας πληροφορήσω για τον τρόπο με τον οποίο γιορτάσαμε εδώ στο Ναύπλιο τη Μεγαλοβδομάδα και το Άγιον Πάσχα.*

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

Στις ιερές ακολουθίες της Μ. Πέμπτης, Παρασκευής και Σαββάτου, τους θρήνους και άλλους ύμνους του Αγίου Πάθους έψαλαν ο ιταλός μοίραρχος Αντώνιος Morandi και ο γάλλος συνταγματάρχης Ιλαρίων Αύγουστος Touret.

Μετά την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης στις 10 το βράδυ, μετέφερα τον καθαγιασμένο Άρτο από το κεντρικό σε πλάγιο βωμό, κατάλληλα διακοσμημένο. Στην τελετή έλαβε μέρος πλήθος πιστών. Έως την Κυριακή του Πάσχα, η εκκλησία έμενε ανοικτή έως αργά τη νύχτα.

Ανήμερα του Πάσχα έψαλα τη λειτουργία της Αναστάσεως στις 10 το πρωί. Παρέστησαν ο στρατηγός D’ Almeida, οι καθολικοί αξιωματικοί και όλοι οι πιστοί. Η εκκλησία μας ήταν υπερπλήρης. Η χορωδία εξετέλεσε με μεγάλη επιτυχία τα ψαλτά μέρη της λειτουργίας. Όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα για την λόγια τάξη και την σιωπή που επεκράτησαν κατά τη διάρκεια της τελετής.  

Το μεσημέρι με κάλεσε στη τράπεζα του ο συνταγματάρχης κ. Touret. Συνέφαγαν μαζί μας ανώτεροι γάλλοι αξιωματικοί και ο κ. Μorandi ο οποίος κάλεσε τους συνδαιτυμόνες να πιουν στην υγειά του καλού μας ποιμένα, του Σεβασμιότατου  Αλοϋσίου Blancis. Όλοι μαζί ευχηθήκαμε για τη μακροημέρευσή σας.

Τη Δευτέρα του Πάσχα προσκλήθηκα από το στρατηγό D’ Almeida ο οποίος μου ζήτησε να σας μεταφέρω τις ευχές του ιδίου, της συζύγου και του γιου του. Και οι τρεις παρακαλούν για την ευλογία σας.

Σας πληροφορώ, Σεβασμιότατε, ότι ένα ζευγάρι Βαυαρών που συζούν από έξι μήνες, μου ζήτησαν να τελέσω τους γάμους τους, για να απαλλαγούν από την κατάσταση της αμαρτίας. Μου παρουσίασαν τις βεβαιώσεις ότι δεν έχουν συνάψει μέχρι τώρα γάμο. Επειδή όμως ο άντρας είναι διαμαρτυρόμενος, τους είπα ότι οφείλω να έχω την άδεια σας.

Εγώ, Σεβασμιότατε, δε βλέπω άλλο τρόπο για να απαλλαγούν από την αμαρτία, παρά μόνο την άδεια σας να τελέσουν τους γάμους τους. Όσον αφορά στο θρήσκευμα των παιδιών, εφόσον βέβαια αποκτήσουν, με διαβεβαίωσαν ότι θα βαπτισθούν κατά το καθολικό τυπικό και δόγμα.  Με την ευκαιρία αυτή, επισυνάπτω στην επιστολή μου απόδειξη 90 δραχμών για επισκευές στη εκκλησία.

Σας πληροφορώ τέλος ότι ο ιταλός Συνταγματάρχης που είχα συστήσει στο κ. Touret, έφυγε σήμερα για την Αθήνα. Όσο ήταν εδώ έμενε μαζί μου άλλα έτρωγε στο σπίτι του κ. D’ Almeida.

Και μία παράκληση: Σας παρακαλώ να μου στείλετε 3 ή 4 από τα θαυματουργά μετάλλια της Παναγίας τα οποία ευλαβούνται οι Πατέρες Λαζαριστές. Ο Συνταγματάρχης Touret σας υποβάλει οικογενειακώς τα σέβη του και παρακαλεί για την ευλογία σας.

Γονατιστός ασπάζομαι τη δεξιά σας με πολύ σεβασμό.

Ο ταπεινός και ευπειθής δούλος σας

Γεώργιος Δούναβης, ιερέας.

Ναύπλιο (Nauplia), 16 Απριλίου 1841.

  

Υποσημείωση


  

* Οι παλαιοί Αναπλιώτες θυμούνται τη περιφορά του «φράγκικου» Επιτάφιου τη Μεγάλη Παρασκευή, για τον οποίο η εφημερίδα «ΑΡΓΟΝΑΥΠΛΙΑ» της 23ης Σεπτεμβρίου 1973, δημοσίευσε το εξής έμμετρο του λαϊκού βάρδου Α. Αναπλιώτη:  

 

Δεν έχει πια πιστούς στ’ Ανάπλι

ο φράγκικος Χριστός.

Ούτε Ντομένικος, ούτε Τζαννίνος

ούτε Φουμέλης πια γονατιστός.

Δεν προσκυνιέται πια στ’ Ανάπλι

ο φράγκικος Χριστός.

Ούτε στα χέρια του νεκρό τον αγκαλιάζει

του Όθωνα ο παπάς ο σεβαστός.

Του Όθωνα ο παπάς τα μεγαλεία,

το Ντόμινους βαπτίσκουμ δε θα πει,

ούτε κι ο Νιόνιος πρόξενος ντυμένος

στον Επιτάφιο δε θα μπη.

Του Παναγιώτη ο γκρας δε θ’ αναστήση

ούτε και φέτος στη φραγκοκλησιά,

και μόνος πια ο Απρίλης θα στολήση

ολόκληρο ένα τάφο με δροσιά.

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Δήμαρχοι του Άργους (1834–1951)


 

Οι Δήμαρχοι του Άργους – Τάσου Τσακόπουλου (1834-1930)

 Άρθρο του Δικηγόρου και Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη

στο περιοδικό «ελλέβορος» του 1988.

Πρόκειται για τρία άρθρα του Τάσου Τσακόπουλου, τα ο­ποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» στις 15 Ιουνίου και στις 6 και 13 Ιουλίου 1930. Θέμα τους ήταν οι δήμαρχοι του Άργους, από το 1834 που καθιερώθηκε ο θε­σμός μέχρι και το 1930.

Για τους αναγνώστες που θα εν­διαφέρονταν τυχόν για περισσότερες πληροφορίες, σημειώ­νουμε ότι ως προς τις οικογένειες των Δημ. Τσώκρη, Περρούκα και Βλάσση παραπέμπουμε στις σελίδες 249-260 της «Κα­ταστροφής του Δράμαλη» του Βαρδουνιώτη όπου, σε παράρ­τημα, παρατίθενται πολύτιμες πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές έχουν αντληθεί και από το αρχείο Περρούκα, που δια­σώθηκε χάρη στο Βαρδουνιώτη και με φροντίδες του κατατέ­θηκε και φυλάγεται στην «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος».

                                                                                            

ΟΙ ΑΠΟ ΤΑ 1834 ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑΝ ΔΗΜΑΡΧΟΙ

ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

και ο ήδη διατελών τοιούτος Κωνσταντίνος Μπόμπος αδελφός του ανωτέρω.

Εις προηγούμενο φύλλον της «Αγροτικής Αργολίδος» εδημοσιεύσαμεν κατά σειράν όλα τα ονόματα των διατελεσάντων Δημάρχων της πόλεως Άργους. Σήμερον δε, προσφέρομεν μεγαλυτέραν συμβολήν εις την πολιτικήν ιστορίαν της πόλεώς μας και μάλιστα επ’ ευκαιρία των εορτών της Εκατονταετηρίδος, δημοσιεύοντες κατά χρονολογικήν περίοδον τους εκλεγέντας και διατελέσα­ντας δημάρχους μέχρι σήμερον.

Ο πρώτος «περί συστάσεως των Δήμων» νόμος υποβληθείς παρά της Βαυαρικής αντιβασιλείας εις την βάσανον ιδιαιτέρας επιτροπής πρώτον, και είτα του Υπουργικού Συμβουλίου, επεκυρώθη τη 27 Δεκεμβρίου 1833, ως νόμος του Κράτους και εδημοσιεύθη εις το υπ’ αριθ. 3 φύλλον της Εφημερί­δος της Κυβερνήσεως του έτους 1834. Η εφαρμογή του ήρξατο τον Μάϊον του 1835, και αι πρώται δημοτικαί εκλογαί ενηργήθησαν τότε.

Οι δε κατά χρονολογικήν σειράν διατελέσαντες Δήμαρχοι είνε οι εξής:

1835-1838. Πρώτος Δήμαρχος Χρίστος Βλάσσης. Η οικογένεια Βλάσσιδων μετώκησε εν Άργει προ του 1770, εκ της παρά την Σπάρτην ακμασάσης άλλοτε και νυν ερήμου κωμοπόλεως Κοτίτσας. Ανεδείχθησαν όμως εν Άργει πλουσιώτατοι, δυνατοί και διάσημοι προύχοντες.

1838-1841. Κωνσταντίνος Βώκος. Προύχων, μέγας γαιοκτήμων, και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη.

1841-1848. Γεώργιος Τσώκρης, αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώ­κρη. Όστις εκ παιδικής ηλικίας εξεπατρίσθη εις Κωνσταντινούπολιν, επανήλθεν εις το Άργος τον Ιούλιον 1817, και τη χρηματική αρωγή του και άλλων συγγενών εστρατολόγησε το πρώτον εξ Αργείων πολεμικόν σώμα.

1848-1852. Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, έγκριτος, επιφανής και μεγαλοκτη­ματίας κατήγετο εκ Βυτίνης (της Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας) αδελφός του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου, ου τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του Ναού του Τιμίου Προδρό­μου, και σύγγαμβρος του στρατηγού Δ. Τσώκρη.

1852-1855. Κωνσταντίνος Βώκος, περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1855-1858. Ιωάννης Βλάσσης, αδελφός του Χρίστου, περίφημος ιατρός, σπουδάσας εν Παταβίω της Ιταλίας, μέλος της εν Ναυπλίω φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825 και βουλευτής τω 1844, 1859 και 1861.

1858-1861. Πέτρος Διβάνης ιατρός σπουδάσας εις Ιταλίαν, και πενθερός του ιατρού και επανειλημμένως διατελέσαντος Δημάρχου Αργείων Σπήλιου Καλμούχου.

1861-1866. Λάμπρος Λαμπρυνίδης δικηγόρος, πατήρ του φιλομούσου, του μουσοτραφούς του ευφυολόγου, και ικανοτάτου υπαλλήλου του ΣΠΑΠ Γεωργίου Λαμπρινίδου, κατήγετο εκ Κυνουρίας της Αρκαδίας, ηπίου και ευ­θύτατου χαρακτήρος, εις ον οφείλεται το υδραγωγείον δι ου και σήμερον ακόμη υδρεύεται η πόλις, Κεφαλαρίου – Άργους, ο ελαιών της Άκοβας, η γέ­φυρα εις θέσιν Καρακάξα, ήτις και σήμερον είνε γνωστή υπό το όνομα «Γεφύ­ρι του Λαμπρινίδη». Ως λέγεται ήτο αμείλικτος διώκτης της αγροζημίας, έφιπ­πος περιήρχετο τας αγροτικάς περιφερείας προς καταδίωξιν των ποιμένων.

Κατά την μεταπολίτευσιν καταδιωχθείς ως Οθωνιστής παρητήθη του Δημαρχικού αξιώματος, και ανέλαβεν ο πρώτος πάρεδρος Θεοδόσιος Καραμουτζάς. Παρ’ όλας τας προσπαθείας μας, δεν ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν πόσον χρόνον διετέλεσεν ούτος δήμαρχος, είναι γνωστόν ότι λόγω της ανωμά­λου πολιτικής καταστάσεως παρετάθη η Δημαρχιακή περίοδος μέχρι του 1866. Η οικογένεια Καραμουτζά είναι μία εκ των αρχαιοτέρων του Άργους, μάλι­στα επί Τουρκοκρατίας το Ν.Α τμήμα της πόλεώς μας έφερε το όνομα Καραμουτζά-Μαχαλέ.

Μετά την μεταπολίτευσιν ανεδείχθησαν δήμαρχοι οι εξής:

1866-1870. Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος, πατήρ της ευγενεστάτης και φιλευ­σπλάχνου επιτίμου προέδρου των Κυριών, (ήτις ανελλιπώς διατελεί τοιαύτη από του θανάτου της αειμνήστου Ελένης Ανδρέου Καρατζά, θυγατρός του στρατητού Τσώκρη) επί του φιλοπτώχου ταμείου, Κατίνας Ν. Μπόμπου. Ως δήμαρχος λέγεται αφήκεν εποχήν, σοβαρός, επιβλητικός και αυστηρός εις τα της διοικήσεως του Δήμου.

1870-1874. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος, κατήγετο εκ του ορεινού χωρίου της Αρκαδίας Κανδήλα, ιατρός συμπληρώσας τας σπουδάς του εν Παρισίοις, ευ­γενής, σοβαρώτατος, καλοκάγαθος, είχε το φανταστικώτερον κόμμα.

1874-1875. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός, διακεκριμένος, σοβαρός, επιβλητι­κός, ευφυής, εύστροφος, είρων δε, απαράμιλλος, ήσκει επιρροήν εις την πολιτικήν όλης της Επαρχίας. Ακάματος, αφιλοκερδής, δεν υπήρξεν Αργείος α­σθενής όστις να μην ησθάνθη ευεργετικώς την ιατρικήν του περίθαλψιν, ανε­δείχθη και πληρεξούσιος. Έργα του Καλμούχου εισίν, η σημερινή αγορά, το γυμνάσιον, (εις το κτίριον προ εικοσαετίας εστεγάζοντο τα Ειρηνοδικεία Β.Ν. πλευράς) η εκ πιπερών δενδροστοιχία της οδού Τριπόλεως, ο εξωραϊσμός της Δημαρχίας, και των τότε Ελληνικών Σχολείων κ.τ.π. Δυστυχώς ο εν Αθήναις διαπρεπής ιατρός μικροβιολόγος υιός του, Πέτρος Καλμούχος, άπαξ αναδει­χθείς Βουλευτής δεν ηδυνήθη να κράτηση το μέγα κόμμα του αειμνήστου πατρός του.

 

Σπήλιος Καλμούχος

 

1879-1883. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος· περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1883-1891. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός κ.λπ.

1891-1893. Χαράλαμπος Μυστακόπουλος μεγαλέμπορος, κατήγετο εκ Λογανίκου της Λακωνίας, εις τον Μυστακόπουλον οφείλεται η δια σιδηρών σω­λήνων διοχέτευσις του ύδατος εντός της πόλεως. Ανήρ σθένους και τόλμης, έσωσε την πόλιν από τα κακοποιά στοιχεία των εμφυλίων σπαραγμών και της αναρχίας του 1862. Πρότυπον και τιμίου δημάρχου, δείξαντος εξαιρετικόν ενδιαφέρον δια τα δημοτικά ζητήματα και κέρβερος του δημοτικού ταμείου. Χαρακτηριστικόν δε του ενδιαφέροντός του δια το δημοτικόν χρήμα είνε και το εξής: Ότι ενώ το δημοτικόν συμβούλιον τω εψήφισε δραχμάς 700 δια την μετάβασίν του εις Αθήνας προς παραλαβήν των σιδηροσωλήνων του υδραγωγείου, αυτός δεν εδέχθη ει μη μόνον δραχμάς 15 δι εισιτήριόν του Γ θέσεως. Απέθανε το δεύ­τερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)

 

1893-1899. Σπήλιος Καλμούχος.

1899-1903. Εμμανουήλ Ρούσσος ιατρός εκ των ευδοκιμωτέρων, ευγενής, ειλικρινής φειδωλός του δημοτικού χρήματος, μανιώδης εις την φύτευσιν διαφόρων δένδρων. Οι αδελφοί Ρούσσοι, επιστήμονες εκ των εγκριτοτέρων της πόλεώς μας, αν και δεν ανήκουν εις οικογένειαν πολιτευομένην, εν τούτοις η προσωπικότης των, ο χαρακτήρ των και τα όλως εξαιρετικά προσόντα των, τους επέβαλον εις την δημοσίαν συνείδησιν ώστε να αναδειχθώσιν εις την πολιτικήν και οι τρεις ο Δημήτριος ως Βουλευτής κατά Αύγουστον 1910, ο Μανωλάκης Δήμαρχος 1899-03 και ο Γεώργιος, ο ευφυέστερος και νοημονέστερος ως πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Άργους κατ’ επανάληψιν.

1903-1907. Δημήτριος Κούζης ο ήδη γερουσιαστής αναδειχθείς και βου­λευτής κατά το 1910, ιατρός εκ των εγκριτωτέρων, με ατομικήν πολιτικήν ου την τυχούσαν, έντιμος, ειλικρινής, φιλαλήθης χαρακτήρ, κρίσεως δε και σκέ­ψεως, βαθύτατης. Διαδεχθείς το κόμμα του θείου του αειμνήστου Μιχαήλ Παπαλεξοπούλου.

1907-1914. Ανδρέας Καρατζάς δικηγόρος, υιός του εν Πάτραις διαπρεπούς νομομαθούς αειμνήστου Νεοκλέους Καρατζά. Εγκατασταθείς ενταύθα από του γάμου του, μετά της θυγατρός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη Ελέ­νης, και πολιτευόμενος ανεδείχθη πολλάκις βουλευτής της Επαρχίας Άργους 1894-1895 και 1899-1903, ικανός, λόγιος μεγάλης μορφώσεως, εις ον η πόλις εκτός των άλλων έργων οφείλει και εσαεί θα ευγνωμονεί, το μέγιστον και εκπολιτιστικόν αγαθόν, τον ηλεκτροφωτισμόν αυτής.

Επί Καρατζά η δημαρχική περίοδος παρετάθη από το 1911-1914 ένεκα στρατιωτικού κινήματος κατά 1909, και των ενδόξων και νικηφόρων πολέμων 1912-1913.

1914-1925. Εγένετο η πόλις Άργους κοινότης, ως έχουσα πληθυσμόν έλαττον των 10 χιλ. κατοίκων, ένεκα της πλημμελώς ενεργηθείσης απογραφής των κατοίκων. Μετά εγένετο πάλιν δήμος και κατά Οκτώβριον του 1925 εξελέγη Δήμαρχος Αργείων ο Αγγελής Μπόμπος  (1925–28) έμπορος τίμιος, δραστή­ριος, χρηστός πολίτης, ήσυχος, συνετός, ολιγόλογος· λόγω του ησύχου και διαλλακτικού χαρακτήρος του, προετάθη ως δήμαρχος υφ’ όλων των κομμά­των. Ο εξωραϊσμός της πόλεως, οι δρόμοι, η αποξήρανσις του βάλτου, η επι­σκευή του υδραγωγείου, και τόσα άλλα έργα έτυχον της αμερίστου προσοχής του. Απέθανεν κατά το δεύτερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

 

1928-1930. Ο Κωνσταντίνος Μπόμπος έμπορος· διαδεχθείς τον αποθανό­ντα αδελφόν του Αγγελήν Μπόμπον. Όστις εξακολουθεί το χαραχθέν υπό του αδελφού του πρόγραμμα. Την δε εξυπηρέτησιν των συμφερόντων των συμπολιτών του ο δημωφελέστατος Δήμαρχος, την θεωρεί υποχρέωσίν του, την θεωρεί καθήκον του επιβεβλημένον.

 

Κωστής Μπόμπος στο σπίτι του, 1937. μπλοκ

 

Είχε δοθεί για δημοσίευση στον «Ε» το άρθρο του Τ. Τσακόπουλου, όταν βρήκα στα χειρόγραφα κατάλοιπά του, σημείωμα με τα ονόματα των δημάρχων μέχρι το 1930, αλλά και των μετέ­πειτα, μέχρι και τον Στάθη Μαρίνο. Το σημείωμα είναι αχρονολόγητο. Δημοσιεύω από αυτό πιστά όλες τις αναγραφές για την περίοδο μετά τον Αγγελή Μπόμπο.

 «Κωνσταντίνος Μπόμπος, αδελφός του Αγγελή.

Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης, 1941-1943, δικηγόρος.

Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, δικηγόρος, 1943-1944. Ούτος προσέφερε πολλάς εκδουλεύσεις και υπηρεσίας εις την πόλιν κατά την επάρατον εκείνην εποχήν της κατοχής. Χάρις εις τας ευγενείς ενεργείας και επιμόνους προσπαθείας του εσώθη η αιω­νόβιος γηραιά και αθάνατος παρά τας πληγάς πλάτανος την ο­ποίαν είχον απόφασιν να κόψουν οι σκληροί και απαίσιοι Γερμα­νοί. Υπό το φύλλωμα και την παχυτάτην σκιάν της διέρχονται δροσιζόμενοι, διασκεδάζοντες και ευωχούμενοι οι επισκεπτόμε­νοι τον Ερασίνον ποταμόν, κοινώς Κεφαλάρι.

Ευστάθιος Μαρίνος, ιατρός, όστις εκλέγεται δήμαρχος από της 15ης Απριλίου του 1951 μέχρι σήμερον. Εις τον κ. Μαρίνον οφείλεται η δια σιδηρών σωλήνων ύδρευσις της πόλεως και ού­τω υδρεύεται δι’ αφθόνου ύδατος το πολυδίψιον ‘Αργος (Ιλιάς 4.171)».

 Σημειώνω για την ιστορία ότι το αιωνόβιο πλατάνι του Κεφαλαριού κό­πηκε από τους «ευαίσθητους» ντόπιους, με απόφαση του κοινοτικού Συμβουλίου Κεφαλαριού και με πρόεδρο Κοινότητας τον κ. Μπουντούρη, το 1983. Δεν ξέρω τι θα έγραφε για την πράξη αυτή ο προδρομικά οικολόγος Τσακόπουλος, όπως άλλωστε και για την άθλια ποιότητα του νερού του Άργους, που πλέον ξεδιψάει με μεταλλικό νερό εμφιαλωμέ­νο…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Read Full Post »

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »