Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Πελοποννήσιοι πρόκριτοι στην Επανάσταση του 1821: Από τον Βελή Πασά στον Ιωάννη Καποδίστρια – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Η ιστορία των πελοποννησίων προκρίτων στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 αποτελεί ακόμη και σήμερα σημείο τριβής τόσο για τους ιστορικούς όσο και για τη δημόσια ιστορία. Τελικά οι πρόκριτοι ήταν πράγματι οι «κακοί»; Ήταν οι απεχθείς συμφεροντολόγοι που εμπόδιζαν τον ηρωικό Παπαφλέσσα να ξεκινήσει την Επανά­σταση; Ήταν αυτοί που μισούσαν τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους οπλαρχηγούς, και διεκδικούσαν αποκλειστική νομή της εξουσίας; Αυτοί που, όταν κινδύνεψαν, αλλαξοπίστησαν ή έτρεξαν να σώσουν το τομάρι τους;

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, που ανακύπτουν εύλογα, αν ανοίξει κανείς ένα σχολικό εγχειρίδιο ή αν διαβάσει τα πάμπολλα αφιερώματα για το 1821 στον Τύπο κατά τη διάρκεια αυτού του έτους (2021), δεν είναι απλή ούτε μπορεί να απαντηθεί καταφατικά ή αρνητικά με ένα ναι ή ένα όχι. Αλλά προτού ξεκινήσει κανείς μια προ­σπάθεια πραγματικής και ειλικρινούς παρουσίασης των προκρίτων, πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, θα έπρεπε να αρχίσει από την απλή, αλλά όπως φαίνεται καθόλου δεδομένη, παραδοχή ότι οι πρόκριτοι δεν αποτελούσαν ποτέ ενιαία ομάδα κοινών συμφερόντων λόγω κοινής κοινωνικής τάξης / στρώματος / κατηγορίας.[1] Αντιθέτως, τα πολλά και αντικρουόμενα συμφέροντα τους οδηγούσαν πολλές φορές σε έντονες διαμάχες που έφταναν έως και τις δολοφονίες, με απίστευτους μηχανισμούς δολοπλοκιών, που ξεκινούσαν από μικρότερης εμβέλειας προκρίτους, επεκτείνονταν στην πρωτεύουσα του πασά, την Τρίπολη, και κατέληγαν πολλές φορές στην πρωτεύ­ουσα Κωνσταντινούπολη, και στους ακόμη πιο περίπλοκους μηχανισμούς διαπλοκής, μηχανορραφιών και κέντρων επιρροής της Υψηλής Πύλης και του ίδιου του σουλτάνου. Έτσι, θα ήταν ανώφελο να εξετάσουμε τους προκρίτους ως ενιαίο σώμα απέναντι π.χ. στους οπλαρχηγούς ή τους ετερόχθονες, καθώς ποτέ δεν αποτέλεσαν κάτι τέτοιο, παρά την περί του αντιθέτου κυρίαρχη εικόνα που επικρατεί έως σήμερα.

Ας δούμε, λοιπόν, πρώτα τα διαφορετικά δίκτυα των προκρίτων, προεπαναστα­τικά, για να κατανοήσουμε και τις κυρίαρχες ομάδες. Το 1806 πασάς στην Πελοπόν­νησο είχε διοριστεί ο Βελής, γιος του Αλή πασά, ο οποίος είχε εξαιρετικές σχέσεις με την οικογένεια Λόντου της Βοστίτσας. Έτσι, όσοι πρόκριτοι βρέθηκαν στο πλευρό του Λόντου ευνοήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της διοίκησης του Βελή (δηλαδή έως το 1812). Αντιθέτως, όσοι βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο (η πανίσχυρη την εποχή εκείνη οικογένεια Δεληγιάννη, της Καρύταινας, αλλά και άλλοι ισχυροί πρόκριτοι όπως ο Κανακάρης, ο Χαραλάμπης ή ο Περρούκας) δυσανασχετούσαν υπό το βάρος της εξουσίας του Βελή. Η σύσταση κοινής συμμαχίας των δυσαρεστημένων με τους Τούρκους αγιάνηδες και αγάδες δεν άργησε να έρθει, όταν τα κοινά συμφέροντα οδήγησαν τις συγκεκριμένες ομάδες προκρίτων να συνεργαστούν, προκειμένου να φύγει ο Βελής, κάτι που τελικά πέτυχαν με τη βοήθεια πολλών και διαφορετικών μέ­σων πίεσης, που διέθετε κάθε ομάδα στην Κωνσταντινούπολη και στους εκεί υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους (όπως ο Χαλέτ εφέντης).

Η έλευση του Ιντσελί Σεγίντ Αχμέτ πασά στην Πελοπόννησο, τον Σεπτέμβριο του 1812, σήμανε την έναρξη μιας περιόδου κυριαρχίας για την οικογένεια Δεληγιάννη και τους συμμάχους της. Έτσι, όπως θα γράψει και ο Βλαχογιάννης, «όσο έμεινε ο Ιντζελή-Αχμέτ Πασσάς, χάρηκε κι ο «Γέρος του Μωριά» τη δύναμή του»,[2] ενώ ταυτοχρόνως ευνοήθηκαν και οι τούρκοι αγιάνηδες και αγάδες που συμμαχούσαν με τον γέρο Δεληγιάννη.[3]

Από τις πρώτες κινήσεις του Ιντσελή Σεγίντ Αχμέτ πασά ήταν να κόψει το κεφάλι του Σωτηράκη Λόντου και λίγο αργότερα να καθαιρέσει τους προεστούς του Λόντου, που είχαν δολοφονήσει στην επαρχία Εμπλακίων τον δεληγιαννικό Αναγνώστη Παπατσώνη, και στη θέση τους να διορίσει προεστούς τον γιο του Παπατσώνη, Δημήτρη, καθώς και τους Αναγνώστη Κωστόπουλο και Βεργή Αναστασόπουλο.[4] Έτσι, οι πρόκριτοι γύρω από τον Λόντο θα οπισθοχωρήσουν αυτό το διάστημα διωκόμενοι, αλλά παράλληλα θα αρχίσουν και να προετοιμάζονται για την επόμενη αλλαγή πασά.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Georges Jarvis (1798 Altona -1828 Άργος) – Ένας  λησμονημένος σπουδαίος Αμερικανός Φιλέλληνας


 

Ένα απροσδόκητο εύρημα τον Αύγουστο του 1982 στην οικία Ζωγράφου στην Ερμιόνη, πού συνδέεται πολύ στενά με τον πύργο των Βούλγαρη (Βουλγαρέικα), μας θυμίζει έναν από τους ηρωικότερους Φιλέλληνες στον αγώ­να για την ανεξαρτησία του 1821, τον Αμερικανό (από πατέρα) Georges Jarvis, που άφησε πατρίδα, οικο­γένεια και σπουδές στην Γερμανία και σε ηλικία 24 ετών ήλθε την άνοιξη του 1822 στην Ύδρα για να εντα­χθεί στον αγώνα των Ελλήνων κατά του Τουρκικού ζυγού και να δώσει και την ζωή του για την Ελλάδα.

Κατά την διάρκεια κτιριακών επι­σκευών στην οικία Ζωγράφου βρέ­θηκε λοιπόν από τον εργολάβο (και Πρόεδρο της Κοινότητος τότε) Μόδεστο Καρακατσάνη ένα μεγάλο άθινο κιβώτιο, που εύκολα διαπιστώ­θηκε ότι περιείχε μεγάλο μέρος του αρχείου της Οικογένειας Εμμανου­ήλ Βούλγαρη, αδελφού του Δημητρίου και του Νικολάου Βούλγαρη, και είχε μεταφερθεί αρχικά στο κτή­μα και στον πύργο του από την Ύδρα για φύλαξη. ο αείμνηστος Καρακατσάνης είχε την διορατικότητα να αντιληφθεί την αξία του και να ειδο­ποιήσει αμέσως τον Πρόεδρο του «Ερμιονικού Συνδέσμου» κ. Από­στολο Γκάτσο, ο οποίος φρόντισε για μια πρώτη ταξινόμηση, κατα­γραφή και κατάθεση του «αρχείου Βούλγαρη» στην παρακείμενη στον πύργο Βούλγαρη και καλά φυλασ­σόμενη Βιβλιοθήκη της I. Μονής των Αγίων Αναργύρων.

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Το σημαντικότερο τώρα: μέσα στο κιβώτιο του «αρχείου Βούλγαρη» καλά συσκευα­σμένοι βρέθηκαν μερικοί φάκελοι με πλούσια αλληλογραφία και άλλα έγγραφα στο όνομα του Georges Jarvis. Η εξήγηση είναι απλή. Ο Jarvis έγινε πολύ πρόθυμα δεκτός και έδρασε με την φροντίδα, στορ­γή και φιλοξενία της οικογένειας του συνομηλίκου του Δημητρίου Βούλγαρη, του μετέπειτα πρωθυ­πουργού κλπ, κλπ. Στο αρχοντικό τους στην Ύδρα εναπέθετε τα προσωπικά του είδη και το αρχείο του (μαρτυρία του ίδιου σε επιστολή του από 28.4.1823, ότι άφησε πράγματά του στο αρχοντικό Βούλ­γαρη), κι εδώ κατέληξε ό,τι άφη­σε πεθαίνοντας αδόκητα στα 1828 στο Άργος από τύφο! (περισσότερα…)

Read Full Post »

George Jarvis – Από την Αλτόνα στην Ερμιόνη | Ο πρώτος Αμερικανός εθελοντής στην Επανάσταση του 1821


 

Πρόλογος[1]

 

Αντιλαμβανόμαστε γενικά ότι είναι δύσκολο να αποτιμηθεί συνολικά η προσφορά των ξένων εθελοντών στην ελληνική υπόθεση. Η ιστορία του Φιλελληνισμού κινείται ουσιαστικά μέσα στα πλαίσια του θρύλου. Το κοινό αίσθημα, η σχολική διδασκαλία της ιστορίας του Εικοσιένα και οι προφορικές διηγήσεις από γενιά σε γενιά, υποβαθμίζουν την προσπάθεια για εμβάθυν­ση στην αντικειμενική κριτική θεώρηση της ιστορίας μας. Ποιές οι θετικές και ποιές οι αρνητικές πλευρές στο σύνολο των ξένων συμπολεμιστών; Ποιοί ήσαν οι γνήσιοι φιλέλληνες, ποιοί οι τυχοδιώκτες και ποι­οι οι πράκτορες των Μεγάλων Δυνάμεων; Ωφέλησαν την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας οι ξένοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα και σε ποιό βαθμό; Πολλές φορές αγνοήθηκαν ξένοι εθελοντές, που έδειξαν ηρω­ισμό, ήθος, ανιδιοτέλεια και συνέπεια, όπως συμβαί­νει εν πολλοίς στη περίπτωση του George Jarvis, κα­θώς και αυτών που έπεσαν στη μάχη του Πέτα και σε άλλα πεδία μαχών και αντίθετα, τιμήθηκαν εκείνοι οι εθελοντές με αποδεδειγμένη αρνητική παρουσία στην Επανάσταση. Για να βγάζουμε την αλήθεια σε κάθε πε­ρίπτωση πρέπει να την εξετάζουμε ιδιαίτερα.

Στις υπάρχουσες ιστορικές πηγές ο Αμερικανός εθελοντής George Jarvis είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ξένου αγωνιστή και φιλέλληνα, που πολέμησε και πρόσφερε τη ζωή του στον ιερό και ηρω­ικό αγώνα των Ελλήνων με τις πιο ειλικρινείς προθέσεις του  χωρίς υστεροβουλίες. Εγκατέλειψε τα πάντα, σπουδές, πατρίδα, γονείς και μέλλον και ήρθε πρώτος από τους Αμερικανούς στην επαναστατημένη Ελλάδα, τη νέα πατρίδα του, όπως την αποκαλούσε. Άγνωστος μέσα σε αγνώστους, μόνο με την αγάπη του για την ελευθερία και την Ελλάδα, αγωνίστηκε κοντά στους θαλασσινούς και στεριανούς επαναστάτες, Υδραίους και Ερμιονίτες, και διακρίθηκε παίρνοντας σταθερά με την αξία του τα αξιώματα του ναυτικού και του στρα­τού, ούτως ώστε να φτάσει μέχρι τον βαθμό του Αντιστρατήγου.

 

«Ο Θεμιστοκλής», υδατογραφία, έργο του Αντωνίου Ε. Κριεζή (1872-1944). Αντίγραφο από έργο του Antoine Roux που φιλοτεχνήθηκε στη Μασσαλία το 1811. Ο πίνακας απεικονίζει το μπρίκι Θεμιστοκλής της νήσου Ύδρας με ρωσική σημαία. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας.

 

Η πρωτοφανής, βέβαια, συρροή των εθελοντών στην υπόδουλη Ελλάδα δεν ήταν διόλου ανυστερό­βουλη. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εθελοντές απέβλεπαν σε αξιώματα, βαθμούς και απόκτηση πε­ριουσίας, διότι σε αρκετές περιπτώσεις ορέγονταν τα τουρκικά κτήματα, τα σπίτια, τους θησαυρούς και τις περιουσίες τους, ενώ ήταν απαιτητικοί και αξίωναν μεγάλους μισθούς, αξιώματα στο στρατό και στη δη­μόσια διοίκηση καθ’ ην στιγμή δεν υπήρχε τακτικός στρατός και δημόσιο Ταμείο. Ο Τζωρτζ Τζάρβις βρισκό­ταν στην άλλη άκρη. Ήταν ο πιο αγνός ήρωας που αγα­πούσε την ελευθερία και γι’ αυτό κατέβηκε στην Ελλάδα. Στόχος της ιστορίας δεν είναι να στηλιτεύσει ή να καταδικάσει, αλλά να αναζητήσει την αλήθεια και τα αίτια των γεγονότων. Και αυτό προσπαθούμε… (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γεράσιμος Παγώνης Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος (1790-1867) – Πτυχιακή εργασία του  Γεωργίου Καραμπάτσου υποβληθείσα στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, 2020. 


 

Γεράσιμος Παγώνης Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος (1790-1867)

Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο της φοίτησής μου στο Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης για τη λήψη του πτυχίου και πραγματεύεται τα του βίου και της δράσης του Γερασίμου Παγώνη κληρικού – αγωνιστή, Πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Καλαμάτας και της Επισκοπής Μεσσήνης και αποβιώσαντος ως Αρχιεπισκόπου Αργολίδος.

Η επιλογή του θέματός μου συνδέεται με την προσεχή επέτειο συμπλήρωσης 200 ετών από τη Μεγάλη Επανάσταση του 1821, για την οποία η συμβολή της Μεσσηνίας ήταν σημαντική. Στο πλαίσιο αυτό θεώρησα υποχρέωσή μου να αναδείξω τον τόπο καταγωγής μου μέσα από μια σπουδαία μορφή της Μεσσηνίας που αγωνίστηκε για τη μεγάλη ιδέα της απελευθέρωσης της πατρίδας κατά την Επανάσταση του 1821, για τη διαμόρφωση του νέου ελληνικού κράτους και για τη συγκρότηση της δομής της Εκκλησίας, της οποίας η δυναμική προσωπικότητα, ο βίος και το έργο δεν έχει ακόμη προβληθεί και αξιολογηθεί όσο θα έπρεπε. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Έλληνες Στρατιώτες κατά τη διάρκεια των Εξεγέρσεων του 1829», έργου του Γάλλου ζωγράφου Théodore Leblanc (Τεοντόρ Λεμπλάν, 1800 – 1837). Brown University Library.

 

Théodore Leblanc – «Έλληνες Στρατιώτες κατά τη διάρκεια των Εξεγέρσεων του 1829»

 

Ο Γάλλος στρατιωτικός και ζωγράφος Théodore Leblanc (1800;-1837) παρέμεινε στην Ελλάδα και την Ανατολή περίπου τρία χρόνια, πιθανότατα μεταξύ των ετών 1828 και 1831. Αν και βρέθηκε την ίδια περίπου περίοδο και στους χώρους όπου δραστηριοποιήθηκε η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή του Μωριά (1829-1830), εντούτοις ο ίδιος κινήθηκε ανεξάρτητα. Αργότερα έλαβε μέρος στη Γαλλική Εκστρατεία στην Αλγερία (1833) και πέθανε από τα τραύματά του κατά την πολιορκία της πόλης Constantine, όπου υπηρετούσε ως λοχαγός του γαλλικού στρατού το 1837.

 Οι πίνακές του είναι εξαιρετικά σπάνιοι και εκτός από προσωπογραφίες περιλαμβάνουν και σκηνές με αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης και στιγμιότυπα από τον καθημερινό βίο στις περιοχές όπου βρέθηκε και σχεδίασε. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικονομίδης Ιωάννης Τρ. (; – 1861) – Αγωνιστής στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Φθινόπωρο 1858 – Μάιος 1861)


 

Ο Ιωάννης Τρύφωνος Οικονομίδης, με καταγωγή από τη Βυτίνα του δήμου Νυμφασίας  της επαρχίας Γορτυνίας, αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική μορφή του συμβολαιογράφου – αγωνιστή,  που συμμετείχε σε μία εκτεταμένη σειρά από μάχες για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, από την έκρηξη αυτού έως το τέλος. Σχετικά έγγραφα υπάρχουν τόσο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους όσο και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών.

Ειδικότερα στα Γ.Α.Κ.  εντοπίζεται ένας φάκελος  που περιέχει μια σειρά  επτά εγγράφων που αφορούν το αίτημα του Ιωάννη Τρ. Οικονομίδη  να λάβει το αργυρό μετάλλιο και το σχετικό αριστείο αντί του χάλκινου για τη συμμετοχή του στον Αγώνα. Ο φάκελος περιέχει:

α) μία  αίτηση που απευθύνεται προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικρατείας (υπουργό Εθνικής Άμυνας, σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία), με θέμα περί αριστείου, από τον διοικητή Γορτυνίας. Η αίτηση συντάσσεται τον Οκτώβριο του 1839.

β) Μία τρισέλιδη επιστολή, με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1839, στην οποία ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης περιγράφει τι έκανε στον Αγώνα, μιλά για τον θανόντα πατέρα του και τα αδέλφια του και αναπτύσσει το αίτημά του. Αναφέρει ότι γεννήθηκε και είναι δημότης του δήμου Νυμφασίας και ότι υπηρέτησε τον Αγώνα από την αρχή, υπό τις διαταγές του Βασιλείου Πετιμεζά, με βαθμό υποχιλιάρχου. Το 1833 έλαβε  δίπλωμα με τον βαθμό του από την κυβέρνηση. Επίσης, ενημερώνει ότι η δράση του επιβεβαιώνεται από τον Βασίλειο Πετιμεζά και από σχετική βεβαίωση του Θ. Κολοκοτρώνη, υπογεγραμμένη στις 20 Ιουνίου.

γ) Την από 20 Ιουνίου 1839, συνταχθείσα στα Καλάβρυτα βεβαίωση του Βασιλείου Πετιμεζά, που βεβαιώνει τη δράση του Οικονομίδη δίπλα του.

δ) Την από 22 Φεβρουαρίου 1839, συνταχθείσα στην Βυτίνα, βεβαίωση του δημάρχου Νυμφασίας,  ένα είδος πιστοποιητικού ποινικού μητρώου, που βεβαιώνει ότι ο Οικονομίδης δεν έχει κατηγορηθεί ή καταδικαστεί ποτέ και ότι η διαγωγή του ήταν πάντα άριστη.

ε) Τέλος, την από 25 Φεβρουαρίου  1840  επιστολή της Γραμματείας Εσωτερικών, υπογεγραμμένη από τον Μαυροκορδάτο, δια της οποίας εντέλλεται η διοίκηση Γορτυνίας να χορηγήσει στον Οικονομίδη το χάλκινο αριστείο.[1]

 

Βεβαίωση αγωνιστών με τις μάχες στις οποίες συμμετείχε ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης. Πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Είχε σημασία η διαφορετική γλώσσα; Οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι (Αρβανίτες) στην Ελληνική Επανάσταση – Λάμπρος Μπαλτσιώτης[1]


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία προσπάθεια προσέγγισης του πώς βίωναν τη διαφορετική γλώσσα και εθνότητα ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού αυτοί που «πήραν τα όπλα» κατά την Επανάσταση του 1821. Τα έγγραφα και τα κείμενα που χρησιμοποιήσαμε περιορίζονται ουσιαστικά σε όσα γράφτηκαν μέχρι και τη δεκα­ετία του 1840, καθώς όσο προχωράμε στον 19° αιώνα φαίνεται ότι μεταβάλλονται οι προσλήψεις για τις διαφορετικές γλωσσοπολιτισμικές ομάδες, κάτι που αντανακλάται και σε όσους έγραφαν για τις προηγηθείσες χρονικές περιόδους. Καθώς από ένα χρονικό σημείο και πέρα τα εδάφη που διεξάγονταν οι ένοπλες συγκρούσεις, τουλάχιστον οι χερσαίες, περιορίστηκαν στη σημερινή νοτιότερη Ελλάδα, το πληθυσμιακό βάρος όσων αναφέρονταν ως Αλβανοί σε λόγιες μορφές της γλώσσας και Αρβανίτες στις καθομιλούμενες αυξήθηκε.[2]

Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυ­σμού των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον πρώτο ελληνικό κράτος είχε ως μητρική γλώσσα τα αρβανίτικα, δηλαδή μία αλβανική γλώσσα που είχε εξελιχθεί για αρκετούς αιώνες χωρίς σημαντική επίδραση από τις εξελίξεις της γλώσσας στις συμπαγείς περιοχές αλβανοφωνίας των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για εξέλιξη τοσκικών ιδιωμάτων που είναι αρκετά κοντά στην τσάμικη υποδιάλεκτο.[3] Είναι μάλλον αδύνατον να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια το πόσοι ακριβώς ήταν οι αλβανόφωνοι και τι ποσοστό του πληθυσμού αποτελούσαν. Οι υπολογισμοί δεν σχετίζονται μόνο με τα μειωμένης αξιοπιστίας στατιστικά δεδομένα, αλλά και με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1821-1830, αλλά και στη συνέχεια. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είτε σφαγιάζονται είτε αποχωρούν,[4] νέοι πληθυσμοί ορθοδόξων εγκαθίστανται ως πρόσφυγες, και αργότερα ως μετανάστες, ενώ την επαύριον της παύσης των εχθροπραξιών ένα νέο κύμα μετανάστευσης ξεκινά από το νέο κράτος κυρίως προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπολογισμοί δυσχεραίνονται ακόμη περισσότερο από το γε­γονός ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα σε κάποιες περιοχές, ειδικά στη δυτική Πελοπόννησο αλλά και αλλού, είχε αρχίσει η γλωσσική μετατόπιση από τα αρβανίτικα στα ελληνικά. Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πρώιμης γλωσσικής μετατόπισης συνιστούν οι μουσουλμάνοι Λαλιώτες.

 

Γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου – 1890 – του Γερμανού γεωλόγου και γεωγράφου Alfred Philippson (1864-1953). Η αλβανοφωνία σημειώνεται με κόκκινο.

 

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 19ου αιώνα αρκετές από τις περιοχές αλβανοφωνίας παραμένουν ιδιαίτερα συμπαγείς και καλύπτουν μεγάλες περιοχές του μετέπειτα κράτους. Σε μερικές από αυτές αρκετοί άρρενες ενήλικες εξακολουθούν να αγνοούν τα ελληνικά όχι μόνο τις δε­καετίες που εξετάζουμε αλλά σε ορισμένους οικισμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.[5] Τα αρβανίτικα άλλωστε θα συνεχίσουν να αποτελούν τη lingua franca [Κοινή γλώσσα ή διάλεκτο] (langue vehiculaire) σε πολλές περιοχές της χώρας ή τη γλώσσα που εξακολουθούσε να έχει ειδική λειτουργία στους ενόπλους και στο ναυτικό.[6] Οι αλβανόφωνοι κάτοικοι των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον νέο κράτος υπερβαίνουν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αγγίζουν το ένα τέταρτο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Στεφάνου Παναγιώτης-Μαρίνος (1791-1863)


 

Προσωπογραφία του Παναγιώτη-Μαρίνου Στεφάνου, ελαιογραφία του Χρήστου Ρουσέα. Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Η οικογένεια Στεφάνου καταγόταν από τη Σαρατσά της Κορώνης Πελοποννήσου και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο μετά τα Ορλωφικά.[1]  

Ο Παναγιώτης-Μαρίνος Στεφάνου, γιος του Θεοδώρου και της Μαρίας Ρίζου-Χίτου, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1791. Σπούδασε γιατρός στην Πίζα και στο Παρίσι και το 1813 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου άσκησε το επάγγελμά του ιατροχειρούργου με ανιδιοτέλεια και ανθρωπισμό.

Δραστήριο μέλος της Φιλικής Εταιρείας και της Επιτροπής Αγώνος Ζακύνθου διακρίθηκε για τη μόρφωσή του και τον πατριωτισμό του και προσέφερε πολλά στον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Είχε εκλεγεί το 1818 μέλος της Α’ Ιονίου Βουλής. Μετά από πρόταση του Άγγλου Αρμοστή (Th. Maithland) μεσολάβησε ο ίδιος στην απελευθέρωση των γυναικών του Χουρσίτ Πασά που αιχμαλωτίστηκαν μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ανταλλαγή αιχμαλώτων στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας – Η περίπτωση των χαρεμιών του Μόρα Βαλισί (Mora Valisi) Άχμετ Χουρσίτ πασά (Ahmed Hurşid Paşa) – Μαρία Ανεμοδουρά[1]


 

Τα πολεμικά ήθη κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αποτελούν μια από τις λιγότερο φωτισμένες πτυχές του αγώνα της ανεξαρτησίας. Η ιστορική έρευνα επικεντρώθηκε, εν πολλοίς, στην προσέγγιση του θέματος αυτού μέσα από στερεοτυπικά δεδομένα, άμεσα συνδεδεμένα με το σύστημα αξιών του κλεφταρματολισμού, εστιάζοντας στις πολεμικές αξίες της «ανδρειοσύνης» της «παλικαριάς», της «μπέσας», ως κυρίαρχες του κόσμο των όπλων. Η Επανάσταση εγκολπώνεται τα παλαιά ήθη του κόσμου των όπλων, ωστόσο διαμορφώνει και νέα, προσπαθώντας μέσα από παλινδρομήσεις και αρχετυπικές συμπεριφορές νικητών-νικημένων να προβάλει σε επίπεδο κεντρικής ηγεσίας το νεοτερικό πρόταγμα της, όσον αφορά το δίκαιο του πολέμου. Ο αγώνας της ανεξαρτησίας εμπεριέχει πολεμικά γεγονότα μεγάλης συγκρουσιακής έντασης, με θύματα εμπολέμους και αιματηρές σφαγές και δηώσεις περιοχών, με χιλιάδες αμάχους νεκρούς και αιχμαλώτους. Στη δίνη αυτής της μεγάλης ανατροπής, οι αιχμάλωτοι των μαχών, των δηώσεων και των επιδρομών, άμαχος πληθυσμός και συλληφθέντες στρατιώτες του εχθρού, βιώνουν κατά κανόνα ακραία βία, πόνο, κακουχίες και όσοι εξ αυτών δεν σφαγιαστούν εξ αρχής, την διαρκή αγωνία της επόμενης στιγμής, ενώ για πολύ λίγους το τέλος αυτής της τραγικής περιπέτειας οδηγεί στη διάσωση και την απελευθέρωση.

Η απελευθέρωση αιχμαλώτων καταγράφεται ως πρακτική από την ύστερη αρχαιότητα, έχει πολύ περιορισμένο χαρακτήρα, λόγω των αναγκών σε δούλους των αρχαίων κοινωνιών, τις οποίες ικανοποιούσαν εν πολλοίς οι εξανδραποδισμένοι πληθυσμοί κατά την διάρκεια των αλώσεων πόλεων και ευρύτερων περιοχών.[2] Στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούν στην εξαγορά των αιχμαλώτων με την καταβολή λύτρων. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σπανίζουν οι αναφορές σε επανάκτηση των αιχμαλώτων πολέμου, λόγω του έντονα δουλοκτητικού χαρακτήρα της ρωμαϊκής κοινωνίας. Το γεγονός ότι ο αιχμάλωτος αποκτούσε το status του δούλου εμπόδιζε την πολιτειακή του αποκατάσταση ως ελεύθερου ανθρώπου με την απελευθέρωσή του, εμπόδιο το οποίο έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με τον θεσμό του postliminium,[3] που επέτρεπε στον αιχμάλωτο να ανακτήσει πολιτειακό status, που είχε πριν την αιχμαλωσία.[4] Κατά τη βυζαντινή περίοδο, υπό το πρίσμα της χριστιανικής φιλανθρωπίας, που διέπει εν γένει τις θρησκείες της Βίβλου, η εξαγορά των αιχμαλώτων αναδεικνύεται σε κρατική υπόθεση και η ανταλλαγή των αιχμαλώτων καθίσταται συνήθης πρακτική, κυρίως των νομοθετικών παρεμβάσεων των Αυτοκρατόρων, Θεοδοσίου, Ονωρίου και κυρίως του Ιουστινιανού.[5] Πέρα από τις αυτοκρατορικές παρεμβάσεις και τις επίσημες διπλωματικές πρωτοβουλίες, καταγράφονται σημαντικές πρωτοβουλίες ιδιωτών και επισκόπων για την απελευθέρωση αιχμαλώτων, όπως αυτή του επισκόπου Σεργιουπόλεως, Κάνδιδος, το 540 μ.Χ., για την εξαγορά δώδεκα χιλιάδων κατοίκων της πόλης Σούρα, που είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Σασανίδη βασιλιά Χοσρόη, την οποία αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος.[6]

Κατά την περίοδο των βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων καταγράφονται ανταλλαγές αιχμαλώτων σε βυζαντινές και αραβικές πηγές, όπως τα χρονικά του al-Maqrīzī, (του 15ου αιώνα) όπου αναφέρονται δεκατρείς ανταλλαγές αιχμαλώτων πολέμου μεταξύ των ετών 805 έως 946 μ.Χ.[7] Η ισλαμική παράδοση εστιάζει το ενδιαφέρον της στους μη-μουσουλμάνους αιχμαλώτους, καθώς το Κοράνι προβλέπει την απελευθέρωση και την εξαγορά των αιχμαλώτων πολέμου του εχθρού που είχαν αιχμαλωτισθεί από μουσουλμάνους. Πάντως η πρακτική της εξαγοράς – ανταλλαγής δεν μαρτυρείται πριν τον έβδομο αιώνα στις ισλαμικές πηγές.

Στην Ιβηρική χερσόνησο, πεδίο πολεμικής αντιπαράθεσης μεταξύ Αράβων και Χριστιανών, η ανταλλαγή και η εξαγορά των αιχμαλώτων αποτελεί παγιοποιημένη πρακτική, που καταγράφεται στα νομοθετήματα του ύστερου μεσαίωνα, όπως τα καταλανικά και πορτογαλικά Fueros (Δικαιοδοσίες) του 12ου αιώνα και ο Κώδικας του Αλφόνσο της Καστίλης του 13ου αιώνα.[8] Στην οθωμανική περίοδο, οι συχνοί πόλεμοι και η πειρατεία, όχι μόνο τροφοδοτούσαν με αιχμαλώτους και σκλάβους τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της βορείου Αφρικής, αλλά είχαν διαμορφώσει και μια οικονομία της αιχμαλωσίας που περιελάμβανε και συναλλαγές για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων στις πειρατικές εστίες της Μεσογείου και στην οθωμανο-αψβουργική μεθόριο, η οποία αποτελούσε τρόπο βιοπορισμού για τις τοπικές κοινωνίες.

 

Εμπόριο σκλάβων στην Κωνσταντινούπολη, έργου του Sir William Allan (1782-1850). National Galleries of Scotland.

 

Η κατάκτηση της Τριπολιτσάς, γεγονός μείζονος σημασίας, που εδραιώνει την Επανάσταση στον Μοριά ήδη από το πρώτο έτος της, αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα πιο αιματηρά γεγονότα της, λόγω της σφαγής χιλιάδων αμάχων, μουσουλμάνων και Εβραίων, που ακολούθησε, δεδομένου ότι με το ξέσπασμα της Επανάστασης είχε ζητήσει καταφύγιο εντός της πόλης μεγάλος αριθμός μη χριστιανών κατοίκων από ολόκληρη την Πελοπόννησο. Πέρα από την ανηλεή σφαγή, οι επαναστατικές δυνάμεις συλλαμβάνουν και μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, τους οποίους ο Φιλήμονας υπολογίζει σε 8.000 χιλιάδες. Για τους επίσημους αιχμαλώτους – γυναίκες των χαρεμιών,[9] αξιωματούχους και μέλη της ακολουθίας του Βαλή του Μοριά, Άχμετ Χουρσίτ πασά[10] (Mora Valisi, Ahmed Hurşid Paşa) – ίσχυσε εξ αρχής διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με το πλήθος των ανώνυμων αιχμαλώτων που ζούσε και εργαζόταν σε άθλιες συνθήκες και συχνά πέθαινε από τις κακουχίες και τις επιδημίες που είχαν ξεσπάσει στην πόλη. Οι πρώτοι φαίνεται ότι εξ αρχής προσέβλεπαν στους Ευρωπαίους Φιλέλληνες, που συνεργάζονταν με την Επαναστατική Διοίκηση και διακατέχονταν από τις νεωτερικές, περί δικαίου αντιλήψεις, όσον αφορά την αντιμετώπιση των αιχμαλώτων, αλλά και στον Δημήτριο Υψηλάντη, λόγω του κύρους που θεωρούσαν ότι απολάμβανε ως εκπρόσωπος της Αρχής, από τις συγκεχυμένες πληροφορίες που έφταναν στο περιβάλλον τους.[11] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ομοεθνείς πρόσφυγες και ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας – 190 έτη από τις πρώτες απόπειρες εφαρμογής προνοιακών δημόσιων πολιτικών στο σύγχρονο ελληνικό κράτος – Νίκος Σπ. Ζέρβας


 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα προσφυγικά ρεύματα – Το προσφυγικό ζήτημα κατά την καποδιστριακή περίοδο – Η προσφυγική πολιτική του Καποδίστρια – Οι αντιδράσεις του γηγενούς πληθυσμού της Πελοποννήσου απέναντι στην καποδιστριακή προσφυγική πολιτική – Το προσφυγικό ζήτημα στη μετα-καποδιστριακή περίοδο.

  

 Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα κατέστησε την ελληνική επικράτεια ως τόπο υποδοχής ομοεθνών προσφύγων. Το υποτυπώδες σε οργάνωση και υποδομές ελληνικό κρατίδιο κλήθηκε να διαχειριστεί τα προσφυγικά ρεύματα, που συνέρεαν στα απελευθερωμένα εδάφη του καθόλη τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ωστόσο, εξαιτίας των πενιχρών, έως και παντελώς ανύπαρκτων, ανθρωπίνων και κυρίως υλικών πόρων, τα πρώτα ψήγματα της κρατικής μέριμνας για τους ξεριζωμένους κατοίκους διαφόρων επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εντοπίζονται μόλις κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1820, οπόταν κυβερνητικά καθήκοντα ανέλαβε ο Κερκυραίος πολιτικός και διπλωμάτης, Ιωάννης Καποδίστριας. Κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής κυβερνητικής περιόδου διαμορφώθηκε το πρώτο οργανωμένο σχέδιο για την εγκατάσταση και την ένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή δεκάδων χιλιάδων προσφύγων.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

Πράγματι, από την έναρξη της θητείας του ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για την επίλυση του σοβαρού προσφυγικού ζητήματος. Μέσω μιας σειράς κρατικών πρωτοβουλιών και παρόλη την έλλειψη των απαραιτήτων πόρων προσπάθησε να αποκαταστήσει τους ομοεθνείς ξεριζωμένους και ιδιαίτερα εκείνους, που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο λόγω των εύφορων εδαφών της. Οι περισσότερες όμως από τις εν λόγω πρωτοβουλίες παρέμειναν απλά σχέδια δημόσιας πολιτικής – και όχι πράξεις – εξαιτίας, μεταξύ άλλων, και των σθεναρών αντιδράσεων των αυτοχθόνων κατοίκων του ελληνικού κρατιδίου. Από την εποχή εκείνη, άλλωστε, στα ελαττώματα ενός σεβαστού μέρους του ελληνικού λαού συγκαταλέγονταν η ατομική ή οικογενειακή μεροληψία, ο τοπικιστικός χαρακτήρας των κατοίκων διαφόρων περιοχών της χώρας, όπως επίσης και οι διαιρέσεις και οι αμοιβαίες έχθρες, που προκαλούνταν από την ανομοιογενή κοινωνική σύνθεση.[1]

Παρά ταύτα, όπως προεκτέθηκε, οι πρώτες απόπειρες για την εφαρμογή μιας συντονισμένης προσφυγικής πολιτικής πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα 1828-1831, καίτοι το ίδιο ζήτημα απασχολούσε τους Έλληνες εξεγερμένους ήδη από τους πρώτους μήνες του αγώνα της ανεξαρτησίας.

 

ΙΙ. Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα

προσφυγικά ρεύματα

 

Αναμφίβολα, η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα την άνοιξη του 1821 αποτέλεσε μία κοσμογονία τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Για τη μοναρχική και πλήρως απολυταρχική Ευρώπη της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα η εθνεγερσία και η αμφισβήτηση της σουλτανικής εξουσίας επί των ελληνικών επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε όχι μόνο έκπληξη, αλλά επιπροσθέτως και απειλή για έναν ευρύτερο ξεσηκωμό των καταπιεσμένων ευρωπαϊκών λαών. Από την άλλη, για τους υποτελείς για 400 περίπου έτη στην Υψηλή Πύλη κατοίκους της ελληνικής επικρατείας, το σχεδόν ταυτόχρονο ξέσπασμα του αγώνα της ανεξαρτησίας στις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας και στην Πελοπόννησο ήταν μία μοναδική ευκαιρία για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Για το λόγο αυτό, καθόλη την άνοιξη του 1821 ο εθνικοαπελευθερωτικός ξεσηκωμός επεκτάθηκε στα εδάφη του Ολύμπου, της Μακεδονίας, της Θεσσαλομαγνησίας και της Εύβοιας,[2] με τους Έλληνες κατοίκους τους να διεκδικούν επίσης την ανεξαρτησία τους. Αντιστοίχως και οι νησιώτες, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τους κατοίκους της Χίου, της Σάμου, των Ψαρών και της Κάσου, ακολούθησαν το παράδειγμα εκείνων των νησιών του Αργοσαρωνικού, επιδιώκοντας την απελευθέρωση των γενετειρών τους. Παρόλο τον ενθουσιασμό τους, πάντως, η έλλειψη υλικών πόρων και πολλώ δε μάλλον η μεγάλη απόσταση που τους χώριζε από το επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, την Πελοπόννησο, είχε ως συνέπειες αφ’ ενός την άμεση κατάπνιξη των κινημάτων τους, αφ’ ετέρου τα φρικώδη αντίποινα, στα οποία επιδόθηκε η οθωμανική πλευρά εναντίον των γηγενών πληθυσμών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »