Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Η μάχη στο Άργος (24 Απριλίου 1821) με τον Κεχαγιάμπεη, η εμπλοκή στη Μονή Κατακεκρυμμένης και ο Παπαρσένης Κρέστας – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Ιστορική συνοπτική αφήγηση της μάχης και των συναφών γεγονότων

 

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφάς ερχόμενος από την Ήπειρο στάλθηκε στο Άργος και στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πο­λιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25η Απριλίου 1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη του Άργους, άλλοι στη θέση των Μύλων του Κεφαλαρίου και ο με­γαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους της περιοχής και έτσι σώθηκαν [1]. Ο ακαταπόνητος Παπαρσένης ή Παπα-Αρσένιος [2] Κρέστας με Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες, Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά [3]. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα [4].

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Στην μάχη αυτή παρά τον χείμαρρο Ξεριά, σώμα Σπετσιωτών πολεμιστών με αρχηγό τον γιό της Μπουμπουλίνας Γιάννο Γιάννουζα, αντιστάθηκε στις δύο και πλέον χιλιάδες Οθωμανούς με επικεφαλής τον Βελή-μπέη, απεσταλμένο τότε του Χουρσίτ πασά της Τρίπολης, με εντολή την εκκαθάριση της Αργολίδας και των γύρω περιοχών από τους επαναστατημένους Έλληνες. Η μάχη ήταν δύσκολη και επικίνδυνη. Εκεί, έπεσε ως αληθινός ήρωας ο γιός της Μπουμπουλίνας, που όρμησε πεζός πάνω στον έφιππο Βελή-μπέη, τον έριξε κάτω από το άλογό του και τον τραυμάτισε με το σπαθί του θανάσιμα. Εχθρική όμως, σφαίρα εκείνη τη στιγμή, τον κτύπησε και έπεσε νεκρός [5].

Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης [6] πλησίον του Άργους, μαζί με τον Παπαρσένη τον πολέμαρχο της πολιορκίας Ναυπλίου και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Παπα-Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών τη νύκτα, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού. Οι άοπλοι, όμως, επειδή δεν μπορούσαν να αντιδράσουν, υπετάγησαν στον Κεχαγιά, που τους χάρισε αμνηστεία [7]. Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και, αφού ενίσχυσε τη φρουρά με 300 άνδρες και εφόδιασε αυτή με τροφές, έλυσε την πολιορ­κία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά και ανέβηκε στην Τρίπολη [8].

 

Επιβεβαίωση των συμβάντων στο Άργος και τη Μονή Κατακε­κρυμμένης από τις ιστορικές πηγές και μαρτυρίες

 

Το Ναύπλιο με τα κάστρα του, ήταν μια σπουδαία και σημαντική πόλη στην Αργολίδα για του Τούρκους και η πολιορκία από τους Έλληνες ήταν αφόρητη χωρίς να αποκλείεται να καταληφθεί κάποια στιγμή από τις Ελληνικές δυνάμεις. Από την άλλη μεριά στην Τρίπολη οι εξελίξεις δεν και τόσο καλές για τους Τούρκους. Μπροστά σ’ αυτή τη διαμορφωμένη κατάσταση έσπευσε να βοηθήσει ο Κεχαγιάμπεης και να διαλύσει τις απρόβλεπτες δυσκολίες του κεντρικής έδρας του Πασά της Πελοποννήσου στην Τρίπολη, εκεί όπου είχαν συγκεντρωθεί και αποκλειστεί οι σπουδαιότεροι παράγοντες των Τούρκων. Έτσι λοιπόν, έφθασε και στρατοπέδευσε στις 24 Απριλίου 1821 στο Κουτσοπόδι Άργους ο Κεχαγιάμπεης, με σκοπό να προχωρήσει προς τα ορεινά της Τριπόλεως. Εκεί πληροφορήθηκε ότι στα πρόθυρα του Άργους είχαν στήσει ενέδρα, οχυρωμένοι πίσω από το προφυλακτήριο τείχος του χειμάρρου Ξηριά ή Ξεριά, Ελληνικές δυνάμεις με ένοπλους Αργείους και Κρανιδιώτες υπό τη διοίκηση του Παπαρσένη Κρέστα και του γιου τής Μπουμπουλίνας, για να εμποδίσουν την πορεία του προς την Τρίπολη. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα και δημιούργησαν μια νέα κατάσταση.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι ο Κεχαγιάμπεης απέστειλε διαταγές στους παρευρισκόμενους κατοίκους του Άργους και τους ζητούσε υποταγή και ευπείθεια αποθέτοντας τα όπλα, υποσχόμενος όχι μόνο αμνηστία αλλά και επωφελή πράγματα γι’ αυτούς. Οι Έλληνες παρότι βρίσκονταν σε δυσχερή θέση, δεν δείλιασαν και κατέλαβαν κάποιες αμυντικές θέσεις για να αντιμετωπίσουν το Οθωμανι­κό στράτευμα. Ο Παπαρσένης με τα 80 παλικάρια του ταμπουρώθηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης πάνω από το Άργος. Μετά την επίθεση του Κεχαγιάμπεη, τα τέσερα στρατιωτικά τμήματα διεσκορπίστηκαν και υπέστησαν μεγάλα πλήγματα, ενώ ο Παπα-Αρσένιος ο Κρανιδιώτης μαζί με τα 80 άτομα την 29η Απριλίου ξέφυγαν, και κατά τον Α. Φραντζή «την αυτήν νύκτα ξιφήρεις εδραπέτευσαν έμπροσθεν από 4.000 περίπου Οθωμανούς» από το Μοναστήρι [9].

Σε άλλο σημείο προγενεστέρως ο Φραντζής σημειώνει για την προετοιμασία της άμυνας του Παπαρσένη στον Ξηριά: «Στρατολογήσαντες δε…(συναθροίστηκαν) 600 περίπου Κρανιδιώται, Καστρίται (Ερμιόνιοι) και τινες εξ όλων των κωμών του Κάτω Ναχαγέ, επί κεφαλής…έχοντες τον ατρόμητον Παπα-Αρσένιον Κρανιδιώτην…» [10].

Ο Ιωάννης Φιλήμων σημειώνει ότι οι Αργείοι με Κρανιδιώτες υπό τον Πα­παρσένη Κρέστα και Σπετσιώτες στις 25 Απριλίου τοποθετήθηκαν πίσω από το χαμηλό τείχο του χειμάρρου Ξηριά για να αντιμετωπίσουν τις ορδές των Οθω­μανών του Κεχαγιάμπεη. Μόλις πλησίασε ο Κεχαγιάς διαίρεσε τον στρατό σε τρία τμήματα, δύο με τους ιππείς και ένα με πεζούς. «Κατά της ορμής των πε­ζών ανθείξαν οι Έλληνες, διαπρέψαντος του Κρέστα». Οι άλλοι οπισθοχώρησαν και διαλύθηκαν. Ένα μέρος των οπλοφόρων μετά του Κρέστα εκλείσθησαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. «Νυκτός δε γενομένης, ο μεν Κρέστας μετά των περί αυτόν εξήλθε επιτηδείως, φυγών εις την Λερναίαν λίμνην» [11].

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης τονίζει ότι μετά την εισβολή του Κεχαγιάμπεη στο Άργος, «Ο Παπαρσένιος φεύγων ωσαύτως ανέβη εις το Μοναστήριον. Οι δε Τούρκοι τους επολιόρκησαν». Μετά την επίθεση των Οθωμανών και τον όλεθρο «ο Παπαρσένιος έφυγε την νύκτα με οκτώ παλικάρια από το Μοναστήριον, και εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχον Τούρκοι» [12].

Ο Σπυρίδων Τρικούπης πρωθυπουργός και ιστοριογράφος της Ελληνικής Επανάστασης, γράφει ότι οι Έλληνες βιάστηκαν να αντιμετωπίσουν τον Κεχα­γιάμπεη στον Ξηριά του Άργους, υπέστησαν μεγάλα πλήγματα από τους ιππείς του, που κύκλωσαν κάποιες στρατιωτικές ομάδες των Ελλήνων. Τότε σκότωσαν αρκετούς Έλληνες και μαζί μ’ αυτούς τον γιο της Μπουμπουλίνας. Κάποιοι από τους Έλληνες είχαν καταφύγει στη Μονή Κατακεκρυμμένης Άργους, όπου αντιστάθηκαν τρεις ημέρες. Ένας από τους έγκλειστους ήταν και «ο Κρανιδιώτης Παπα-Αρσένιος, ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης, όστις, παρευρεθείς εν τη, προλαβούση, μάχη, κατά το τείχος, τόσον διέπρεψεν, ώστε ο Κεχαγιάς επαναλαβών τας προτάσεις του, επέμενε να εξαιρεθεί μόνος αυτός της γενικής αμνηστείας». Ο Παπαρσένης, όταν είδε ότι ήταν αδύνατο να αντέξουν οι έγκλειστοι τη δίψα «…την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους μύλους (Λέρνης)». [13]

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Ο Διονύσιος Κόκκινος, Ο Ακαδημαϊκός, ιστορικός και συγγραφέας αναφέρει ότι, μόλις πληροφορήθηκαν οι πολιορκούντες το Ναύπλιο Έλληνες την προσέγγιση του Κεχαγιάμπεη στο Άργος εγκατέλειψαν την πολιορκία και έτρεξαν να βοηθήσουν. Τότε, ο Τσώκρης με 600 Αργείους κατέλαβε τις υπεράνω του Άργους θέσεις της Μονής Κατακεκρυμμένης, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος με τους Κρανιδιώτες και ο Γιάννος Γιάννουζας με τους Σπετσιώτες κατέλαβαν μία αντιπλημμυρική μάνδρα του χειμάρρου Ξηριά, για να αποκρούσουν τον εχθρό. Ο Τούρκος στρατηγός ανέπτυξε το στράτευμα με το πεζικό στο κέντρο και το ιππικό στα δύο άκρα, και επιτέθηκε. Η μάχη έγινε στήθος με στήθος και μέσα σ’ αυτήν την αναστάτωση σκοτώθηκε ο γιος της Μπουμπουλίνας Γιάννουζας. Πολλά γυναικόπαιδα και η ομάδα του Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη κλείστηκαν στη Μονή Κατακεκρυμμένης. Μερικοί Κρανιδιώτες και Ερμιονίτες ένοπλοι κράτησαν την άμυνα της Μονής τρεις ημέρες. Ο Κεχαγιάμπεης πρότεινε δελεαστικούς όρους για την παράδοση της Μονής, αλλά απαίτησε την παράδοση του Παπαρσένη, γιατί τού είχε προκαλέσει μεγάλη φθορά στη μάχη του Ξηριά. Ο γενναίος Αρχιμανδρίτης την ίδια νύκτα, με ολίγους άνδρες μαζί του διέφυγε με το σπαθί στο χέρι δια μέσου των γραμμών των πολιορκούντων και πήγε στους Μύλους. [14]

Ο Μιχαήλ Οικονόμου από τη Δημητσάνα (ειδικός Γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη) στα «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας σημειώνει ότι ο Κεχαγιάμπεης έφθασε στο Άργος την 27η Απριλίου και στην πόλη εκείνη συνάντησε κάποια αντίσταση στο χείμαρρο Ξηριά ή Πανίτσα, «παρά την κοίτην του οποίου εις την υπώρεια υπήρχε τοίχος (τείχος) προς εμπόδιον της εν πολυομβρίαις πλημμύρας αυ­τού…». Όπισθεν του τείχους στάθηκαν να πολεμήσουν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες (Αργείοι, Κρανιδιώτες, Ερμιονίτες και άλλοι), αλλά οι εχθρικές δυνάμεις τούς διέλυσαν, φόνευσαν πολλούς και σκότωσαν τον γιο της Μπουμπουλίνας. Ο Κεχαγιάμπεης, τη μόνη δυσκολία, που αντιμετώπισε ήταν στους οχυρωμένους αγωνιστές στη Μονή Κατακεκρυμμένης, που αντιστάθηκαν για δύο ημέρες, «εν οίς ο εκ Κρανιδίου γενναίος Παπα-Αρσένιος, όστις νυκτός εξελθών εσώθη εις Μύλους.. .». [15]

Ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», γράφει για τη μάχη στο Άργος και τη δυναμική αντίσταση τού Παπαρσένη και των άλλων καπεταναίων στον χείμαρρο Ξηριά, τη διάλυση των Ελληνικών δυνάμεων και τον εγκλεισμό του Παπαρσένη στη Μονή Κατακεκρυμμένη. Σε κάποιο σημείο λέγει: «Ο Μουσταφά Κεχαγιάς μαθών, ότι ο ήρως Παπα – Αρσένης ήτο ο καπετάνιος του Κρανιδίου και ο πολιορκητής του Ναυπλίου, εν­δυνάμωσε την πολιορκίαν του μοναστηριού, και προήγγειλε να έβγη, έξω και να παραδοθή. Βλέπων ο Παπάς (Αρσένιος) ότι το μοναστήριον ήτον δυσβάστακτον… εβγαίνει έξω του μοναστηριού κρατών γυμνή την σπάθην εις τας χείρας του, διασχίζει την πολιορκίαν…» και σώθηκε. [16]

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης, οπλαρχηγός και Γερουσιαστής από την επαρχία Τριφυλίας στο έργο του «Ιστορικαί Αλήθειαι» περιγράφει ακροθιγώς «…την πεισματώδην (τρίωρη) μάχην του Κεχαγιά Μπέη προ 1.500 Αργείους και Ερμιονείς (Κρανιδιώτες) υπό τους οπλαρχηγούς Δημήτριον Τσώκρην και Παπαρσένιον…». [17]

 

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

 

Μελετώντας τις ιστορικές αναφορές των απομνημονευματογράφων και ιστοριογράφων της Ελληνικής Επανάστασης για το συγκεκριμένο γεγονός στο Άργος με τον Καχαγιάμπεη στις 25 Απριλίου 1821 αποκαλύπτεται ξεκάθαρα η δυναμική, γενναία και ηγετική προσωπικότητα του Κρανιδιώτη Παπα-Αρσένη Κρέστα, ενός καλού ιερωμένου, με αγάπη Χριστοκεντρική αλλά και πατριωτική, χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλία.

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770-1822). Προσωπογραφία ευρισκόμενη στην Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης. Έγχρωμη κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, «Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας».

Εάν σταχυολογήσουμε τους επίλεκτους χαρακτηρισμούς και τις εκφράσεις, που σκιαγραφούν και αποτυπώνουν την προσωπικότητα του Παπαρσένη στη προαναφερόμενη μάχη, θα συγκεντρώσουμε για τον ίδιο τις παρακάτω λέ­ξεις: «ατρόμητον», «διαπρέψαντος του Κρέστα», (διαπρέπω= διακρίνομαι, έχω μεγάλη επιτυχία), «εσώθησαν από το άλλο μέρος, όθεν δεν υπήρχαν Τούρκοι» (κατόρθωσαν να γλυτώσουν από ενέδρα – σώθηκαν), «ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης», «τόσον διέπρεψεν» (είχε μεγάλη επιτυχία), «εξήλθεν της Μονής ξιφήρης» (αυτός που φέρει ξίφος και είναι έτοιμος για επίθεση), «ο γενναίος Παπαρσένης», «διέφυγε με το σπαθί στο χέρι διά μέσου των γραμμών», «Καπετά­νιος του Κρανιδίου και πολιορκητής του Ναυπλίου».

Όλο αυτό το χαρακτηριστικό ιστορικό υλικό μάς παραπέμπει στον Έλληνα πατριώτη και αγωνιστή, που εμπνέεται από τη γνήσια και ζέουσα φιλοπατρία και την απέραντη αγάπη για την Ελευθερία, καθώς ο Όμηρος λέγει ότι «ουδέν γλύκιον πατρίδος» (τίποτα δεν είναι πιο γλυκό από την πατρίδα).

Ο Παπαρσένης όντας «πεπαιδευμένος και λόγιος» αλλά και «ένας ενάρετος κληρικός», κατά τον Κολοκοτρώνη, πίστευε με θέρμη και απέδειξε εμπράκτως ότι «μπροστά για την πατρίδα υποχωρεί κάθε άλλο καθήκον». Γαλουχημένος με αυτές τις αξίες ο Παπαρσένης αγωνίστηκε στη μάχη του Ξηριά στο Άργος, όντας ρεαλιστής κληρικός, που διέβλεπε πως η Ελληνική Παλιγγενεσία θα έλθει από τα ηρωικά τολμήματα και χωρίς να φοβάται το μαρτύριο και την τελική πτώση στα πεδία των μαχών. Για τούτο στις ώρες του μεγάλου Αγώνα ζώστηκε τα άρματα και έγινε μπροστάρης στην ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού. Μάλιστα, στην άνιση μάχη των ταπεινωμένων Ελλήνων με τους Οθωμανούς στον χείμαρρο του Ξηριά και στη Μονή Κατακεκρυμμένης – Πορτοκαλούσας), ο ατρόμητος και γενναίος Ιερομόναχος Παπαρσένης έκανε ένα μεγάλο και τολμηρό άλμα, γιατί η αδούλωτη ελληνική ψυχή του τον έκανε λεοντόκαρδο και σ’ αυτή τη δύσκολη φάση της ένοπλης σύγκρουσης διασώθηκε και διακρίθηκε στα επόμενα βήματά του ως ένας σπουδαίος ήρωας κληρικός.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 108-109.

[2] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειας σ. 110.

[3] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, A. Ε., τ. ΙΒ., σ. 107.

[5] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 159. Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214.

[6] Η Παναγία Κατακεκρυμμένη ή Πορτοκαλούσα ήταν μοναστήρι μέχρι το 1856 στην ανατολική πλευρά της Ακρόπολης Λαρίσης του Άργους. Μία από τις περίπυστες εικόνες βρέθηκε στους υπόγειους διαδρόμους της Μονής σε κρύπτη εντός του βράχου λαξευμένη και έλαβε την ονομασία Κατακεκρυμμένη. Το 1906 καταστράφηκε από πυρκαγιά και επανοικοδομήθηκε με την ονομασία «Πορτοκαλούσα» από το παλαιό έθιμο, κατά το οποίο έριχναν πορτοκάλια στους προσκυνητές κατά την ημέρα του εορτασμού. [ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, τ. Ε’, ΠΥΡΣΟΣ A. Ε. Σ. σ. 380, 391].

[7] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…,τ. Α’, σ. 125-126.

[8] Λαμπρυνίδου Μιχαήλ, Η Ναυπλία, ό.π. σ. 201.

[9] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 109-113.

[10] Φραντζή Αμβροσίου, Επιτομή της ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, σ. 101-102.

[11] Φιλήμονος Ιωάννου, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Γ’,σ. 186-187.

[12] Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…, τ. Α’,σ. 125-126.

[13] Τρικούπη Σπυρίδωνος, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α’, σ. 214- 215.

[14] Κόκκινου Διονυσίου, Η ελληνική Επανάστασις, τ. Β’, έκδοσις πρώτη, τυπογρ. Γ. Η. Καλέργη, Αθήναι 1931-33, σ. 157-161.

[15] Οικονόμου Μιχαήλ, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, σ. 132-134.

[16] Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησιακών Ανδρών, σ. 63-66.

[17] Αθανάσιος Γρηγοριάδης, Ιστορικαί Αλήθειαι, σ. 110.

 

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας». Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Read Full Post »

Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Είναι γνωστό πως στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» της Ερμιόνης συμμετείχαν οι παρακάτω πέντε αρχιερείς:

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Κορίνθου Κύριλλος, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος και Ανδρούσης Ιωσήφ [1]. Στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας με τους παραπάνω αρχιερείς συμμετείχε ως πληρεξούσιος και ο επιχώριος Μητροπολίτης ο Δαμαλών Ιωνάς.

Κατάσταση του έτους 1834 που εντοπίσαμε στα Γ.Α.Κ. περιέχει, μεταξύ άλλων πληροφοριών, σύντομα «βιογραφικά» σημειώματα των αρχιερέων εκείνων καθώς και ορισμένα στοιχεία «αξιολόγησης» της προσωπικότητάς τους.

 

Μητροπολίται

  1. Κορίνθου Κύριλλος, Πελοποννήσιος, επροβιβάσθη από επίσκοπος Μαλτσίνης τω 1819 ηλικίας 65 ετών. Αμαθής και διαγωγής αρχιερατικής.
  2. Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Βυζάντιος, χειροτονηθείς τω 1813 ηλικίας 50 ετών, πεπαιδευμένος και διαγωγής ανεπιλήπτου.

Επίσκοποι

  1. Ανδρούσης Ιωσήφ, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1806, ηλικίας 64 ετών, πεπαιδευμένος και εναρέτου βίου.
  2. Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1818, ηλικίας 45 ετών απαίδευτος.
  3. Δαμαλών Ιωνάς, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1803 ηλικίας 65 ετών, ημιμαθής, διαγωγής αμέμπτου.
  4. Καρύστου Νεόφυτος, Κάρυστος, προβιβασθείς ηλικίας 48 ετών, αμαθής, διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου. Ο Νεόφυτος υπογράφει και το τελευταίο κοινό πρακτικό των συνεδριάσεων (Ερμιόνης – Τροιζήνας).

Εν Τροιζήνι την 5ην Μαΐου 1827

Για τον Τριπόλεως και Αμυκλών Μητροπολίτη Δανιήλ ο οποίος το 1819 αντικατέστησε στη Μητρόπολη αυτή «τον δια σκευωρίας των εντοπίων εκδιωχθέντα Μητροπολίτην Διονύσιον», άλλα στοιχεία δεν έχουν καταγραφεί.

Τέλος, νομίζω, είναι σκόπιμο να υπογραμμίσω και τα εξής:

Οι παραπάνω επτά Ιεράρχες αλλά και οι υπόλοιποι σαράντα πέντε, που συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση (σύνολο πενήντα δύο), εκείνων των χρόνων, μπορεί ορισμένοι να μην ήξεραν γράμματα ήσαν όμως όλοι τους «διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου». Αυτό ας το κρατήσουμε!

 

Υποσημέιωση


 

[1] Ο Γιάννης Αγγ. Ησαΐας στο βιβλίο του «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, κατ’ επανάληψη, στην Ερμιόνη…» αναφέρει (σελ.173) ότι μεταξύ των παραστατών αρχιερέων ήταν και ο Καρύστου Νεόφυτος.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Τι διάβαζε ο Κολοκοτρώνης; © Δημήτρης Δημητρόπουλος, Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ


 

[…] Αφηγούμενος ο Κολοκοτρώνης το 1836 στον Γεώργιο Τερτσέτη τα του προ της επαναστάσεως βίου του λέγει και τα εξής: «Εις τον καιρό της νεότητος οπού ημπορούσα να μάθω κάτι τί, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα όποια εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Οι παλαιοί κοτζαμπάσηδες οπού ήσαν οι πρώτιστοι του τόπου, μόλις ήξευραν να γράφουν το όνομά τους· το μεγαλύτερο μέρος των αρχιερέων δεν ήξευρε παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθησι, το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναϊος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα» [1].

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Καταρχήν λοιπόν η νεανική παιδεία στην Πελοπόννησο. Κάποιος που ανήκε σε πολύκλαδη οικογένεια, σε «μεγάλο σόι» που τα μέλη του εναλλάξ δούλευαν ως κά­ποι σε προεστούς της Πελοποννήσου ή διαβιούσαν ως ορεσίβιοι κλέφτες, λέει ότι διαβάζει: τον «Οκτώηχο», το «Ψαλτήριο» και τα «Μηναία», εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία δηλαδή που σημείωναν μεγάλη κυκλοφορία και πολλαπλές εκδόσεις. Τα δύο πρώτα αποτελούσαν ταυτόχρονα και τα βασικά διδακτικά εγχειρίδια που έφερναν σε επαφή τους μαθητές με τα γράμματα [2]. Λέει ότι διάβαζε επίσης και «προφητείες», φυλλάδες δηλαδή σαν τον Αγαθάγγελο που γνώριζε μεγάλη διάδοση [3], γιατί, όπως έγραφε ο Φωτάκος στο δικό του απομνημόνευμα, «τροφή και πα­ρηγοριάν έβλεπαν εις αυτόν οι Έλληνες» [4], ή όπως προσφυώς επισημαίνει ο I. Φιλήμων: «το πλήθος τούτου [του έθνους] εχειραγωγείτο ωφελίμως από τας οπτασίας του Αγαθάγγελου πιστεύον δογματικώς την μέλλουσαν μεταβολήν της τύχης του»[5].

Τότε όμως ο Κολοκοτρώνης ήταν ακόμη νιός και κλέφτης. Όταν πάει κυνηγημένος στα Επτάνησα τα πράγματα αλλάζουν. Εντάσσεται στον αγγλικό στρατό και γνωρίζει έναν άλλο κόσμο, που του ήταν τελείως άγνωστος. Στην Ζάκυνθο επίσης, την 1η Δεκεμβρίου 1818, μυείται στη Φιλική Εταιρεία, γίνεται δηλαδή δραστήριο μέλος μιας μυστικής οργάνωσης πού οραματίζεται, σχεδιάζει και ετοιμάζει μια επανάσταση. Μεταμορφώνεται συνεπώς σε νεωτερικό επαναστάτη – με το πέρασμά του μάλιστα στην Πελοπόννησο θα λέγαμε – με μια γερή δόση αναχρονισμού – γίνεται επαγγελματίας επαναστάτης. Διηγείται λοιπόν για τα τοτινά, νέα, διαβάσματά του: «Δεν είναι παρά αφού επήγα στη Ζάκυνθο οπού εύρηκα την Ιστορία τής Ελλάδος εις την άπλο-ελληνικήν τα βιβλία οπού εδιάβαζα συχνά ήτον η ιστορία της Ελλάδος, η ιστορία του Αριστομένη και Γοργώ και η Ιστορία του Σκεντέρμπεη» [6].

Να σημειώσουμε καταρχήν το χρόνο που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης. Τα βιβλία δεν τα «διάβασε», τα «διάβαζε συχνά». Σημαίνει αυτό άραγε τα διάβαζε τμηματικά; Τα διάβαζε κατ’ επανάληψη: Και τα δύο: Ο χρόνος πάντως που επιλέγει δεν είναι αθώος, γιατί δηλώνει την υφιστάμενη σχέση του αναγνώστη με το ανάγνωσμα.

Τι είναι όμως αυτά τα βιβλία; Η βιβλιογραφία που οραματίστηκε ο Φίλιππος Ηλιού, ο  πρώτος τόμος και ο δεύτερος τον όποιο γιορτάζουμε εδώ σήμερα, μας επιτρέπουν να τα εντοπίσουμε. Η πολύτιμη «Ανέμη» που δημιούργησε ο Αλέξης Πολίτης επιτρέπει και να τα αποκτήσουμε σε ηλεκτρονική μορφή με ένα κλικ τού ποντικιού. Ας δούμε με μια γρήγορη ματιά περί τίνος πρόκειται. Και τα τρία βι­βλία είναι μεταφράσεις:

Το πρώτο, Η ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, συντάχθηκε, όπως δηλώνεται στη σελίδα τίτλου, αρχικά στα αγγλικά, και κατόπιν μεταφράστηκε στα γερμανι­κά, από τα όποια το απέδωσε στα ελληνικά ο δάσκαλος στη Βιέννη Βασίλειος Παπαευθυμίου [7]. Τυπώθηκε στη Βιέννη το 1807, μάλιστα με δύο τραβήγματα ώστε να υπάρχουν στην εκάστοτε σελίδα τίτλου αφιερώσεις, στην Αδελφότητα των εντο­πίων Γραικών και σε εκείνην των εντοπίων Ρωμαιοβλάχων [8]. Πρόκειται για ένα σχολικό εγχειρίδιο συνταγμένο με μορφή ερωταπαντήσεων, σχετικών με τη γεω­γραφία, την ιστορία και τη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας, καθώς και ένα τμήμα γενικών ερωτήσεων περί των σύγχρονων τεχνών και επιστημών.

Το δεύτερο, το Αριστομένης και Γοργώς, είναι μυθιστόρημα του πολυγραφότατου και πολυδιαβασμένου γερμανού μυθογράφου Αύγουστου Λαφονταίν [9]. Ή δράση του τοποθετείται στην αρχαία Ελλάδα, στα χρόνια των πολέμων ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Μεσσήνιους. Εκδόθηκε σε δύο τόμους στη Μόσχα το 1820 από τον πηλιορίτη Νικόλαο Β. Γκούστη [10], σε μετάφραση από τα γερμανικά του Γεωργίου Λασσάνη [11], του κοζανίτη λόγιου, δάσκαλου και ένθερμου Φιλικού που χρησιμοποίησε το θέατρο και την πρόζα ως μέσο αφύπνισης, συνδέθηκε στε­νά με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αγωνίστηκε μαζί του στη Μολδοβλαχία και τον ακλούθησε στη φυλάκιση και στις άλλες περιπέτειές του, ενώ μετά τον θάνατό του ήρθε να πολεμήσει στην Ελλάδα [12].

Το τρίτο είναι η Επιτομή της Ιστορίας Γεώργιου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, που εκδόθηκε το 1812 στη Μόσχα [13]. Μεταφραστής και συγγραφέας δεν δηλώνονται, έχει υποστηριχτεί όμως βάσιμα ότι πρόκειται για συνοπτική απόδοση του έργου του γάλλου Ιησουίτη Ρ. Duponcet, Histoire de Scandaberg Roy d’Albanie, που είχε εκδοθεί στο Παρίσι, τω 1709 [14]. Στο τέλος τις έκδο­σης υπάρχει ενσωματωμένος και κατάλογος των διατελεσάντων σουλτάνων μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, τον οποίο συνέταξε ο Ευγένιος Βούλγαρης [15].

Σύμφωνα με τα δικά του τουλάχιστον λεγόμενα, τα αναγνώσματα του Κολοκοτρώνη είναι κείμενα που λόγιοι της εποχής, δάσκαλοι κυρίως, επέλεξαν να με­ταφράσουν από το ξενόγλωσσο πρωτότυπο στα ελληνικά για εκπαιδευτικούς ή μάλλον ευρύτερα παιδευτικούς σκοπούς. Περιεχόμενό τους ο αρχαιοελληνικός κόσμος, όπως γίνεται κατανοητός από τις πιο στοιχειώδεις γνώσεις της εποχής και τη μυθοπλαστική του αφήγηση· επίσης ένας αλβανός ηγεμόνας που αντιστέκεται με ηρωισμό και επιτυχία στην οθωμανική επέλαση στα μέσα του 15ου αιώνα. Ένα ερώτημα που γεννιέται είναι: πυροδοτούν τα βιβλία αυτά την εθνική αφύπνιση; Ή ακόμη επαρκούν τα αναγνώσματα αυτά για τον εξοπλισμό ενός ανθρώπου στρατευμένου στο όραμα μιας επανάστασης; Φτάνουν για τη σκευή του επανα­στάτη; Τί είδους γνωστικά ερεθίσματα προσφέρουν; Που είναι ο Ρήγας, ο Κοραής, η Ελληνική Νομαρχία, ο Περραιβός έστω, τόσοι και τόσα άλλα; Οι άνθρωποι της πράξης σαν τον Κολοκοτρώνη, οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης, σε ποιό βαθμό κοινωνούσαν με το έργο των λογιών, των στρατευμένων στην εθνική υπόθεση λο­γιών;

Τεκμηριωμένη απάντηση φυσικά δεν έχω να δώσω, παλαιότεροι και σύγχρονοι ιστορικοί, καλοί γνώστες της πνευματικής κίνησης στα προεπαναστατικά χρόνια έχουν εντρυφήσει σε θέματα όπως αυτά. Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης μόνο, μια σκέψη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει προδιαγεγραμμένος συντονισμός του βηματισμού των διανοουμένων με τους αποδέκτες των διανοημάτων τους· ακόμη και με τους πιο ιδανικούς αποδέκτες των μηνυμάτων τους. Οι διανοούμενοι μέσα από πνευματικές διαδικασίες – άγνωστης ταχύτητας και απροσδιόριστης αποτελεσματικότητας – διαμορφώνουν μια εν δυνάμει κατάσταση, πότε όμως και υπό ποιές προϋποθέσεις αυτή η κατάσταση είναι ικανή να γεννήσει κάτι νέο, κάτι άλλο, είναι εν πολλοίς άγνωστο. «Καιρός του σπείρειν καιρός του θερίζειν» που λέει και ο ποιητής [16], δεν υπάρχει εντούτοις ευθεία αντιστοιχία στο εκπεμπόμενο σύνθημα και την υλοποίησή του. Δεν αρκεί να φωνάξουν κάποιοι πάρτε τα όπλα, ώστε οι μάζες να σπεύσουν να ακολουθήσουν. Οι πρόσφατες εμπειρίες, στην Ελλάδα και αλλού στον κόσμο, νομίζω, το καταδεικνύουν.

Αναγκαία προϋπόθεση όμως είναι η συγκρότηση ενός μύθου, ενός μεγάλου αφηγήματος ποταμού, ο όποιος θα τροφοδοτείται από ποικίλα ποτάμια, μικρά ποταμάκια και ρυάκια που θα συγκλίνουν στην κοίτη του. Στην περίπτωση της Επανάστασης του 1821, το ποτάμι αυτό που πότισε και γονιμοποίησε τη χέρσα σκέψη νομίζω ότι ήταν η ελληνική αρχαιότητα, ο αρχαίος ελληνικός κόσμος. Η εργογραφία των λογιών, οι μεταφραστικές πρωτοβουλίες με κορυφαία του Α. Κοραή, αλλά και οι ποικίλες όψεις του φαινομένου στους θεσμούς, στην κοινωνική ζωή, στην καθημερινότητα το δείχνουν [17]. Για να ξαναγυρίσουμε όμως στον Κολοκοτρώνη, από τα τρία βιβλία που μνημονεύει, τα δύο πρώτα εντάσσονται καλά σε αυτή τη χορεία. Στο μυθιστόρημα του Λαφονταίν μάλιστα ο κλασικός κόσμος απο­τελεί το πλαίσιο για να αναδεχθεί η αγάπη για την πατρίδα που τρέφει ο νεαρός ήρωας, ως το υπέρτατο αγαθό [18]. Το τρίτο βιβλίο, με έντονο και αυτό το μυθικό στοιχείο – αφού αναπλάθει τη ζωή ενός στρατηλάτη που μάχεται με τους Τούρ­κους – ακούμπα πιο πολύ στις δικές του προσωπικές προτεραιότητες. Σε ένα από τα ανέκδοτα που του αποδίδει ο Τερτσέτης αποκαλύπτει μιά όψη του πράγματος: «Ανέγνωσα, έλεγε, τον βίον του Σκεντέρμπεη, εσυλλογούμουν τα έργα του, δεν εκλεισθεί ποτέ εις την Κρόγια» [19], αναφερόμενος στη στρατηγική επιλογή του Γε­ωργίου Καστριώτη να συγκεντρώσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις στην οχυρή Κρούγια και να καταστήσει την πολιορκημένη πόλη στα 1466-1467, κέντρο της άμυνάς του απέναντι στα οθωμανικά στρατεύματα που οδηγούσε ο Μεχμέτ Β’: [20].

Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν μορφώνει γνώμη μέσα από μύθους, διαβάζει ευχάριστα και διδακτικά κείμενα που ανήκουν σε ένα πνευματικό περιβάλλον που διαμόρφωσαν λόγιοι της εποχής του. Στον δικό του όμως κώδικα άξιων – όπως πιθανότατα και στων όμοιων του- υπάρχει ένα όριο στην ανάγνωση, γιατί η μελέτη και η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός, είναι εργαλείο για τη δράση. Αν το πούμε σχηματικά, θα λέγαμε: δεν διαβάζουμε για να μάθουμε, μαθαίνουμε για να πολεμήσουμε.

Ο Τερτσέτης διηγείται μια μικρή ιστορία από τη Ζάκυνθο, που περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο τη σχέση αυτή και το σημείο που τίθεται το όριο: «επήγε, ο τότε Μαγιόρος Κολοκοτρώνης προς χαιρετισμόν του αξιοτίμου διδασκάλου Νικολάου Καλύβα[21], εκάθιζε και ακροάζετο την παράδοσιν. Τι είναι τούτα, λέγει με μιας, πού διδάσκεις τα παιδιά τώρα, – τούτο να τα φώτισης – και εχύθη με γελούμενον πρόσωπο να σχίση ένα Βόλφιον, ϊν φόλιο, μεγάλο βιβλίο[22], να δείξει πως φτιάνουν τα φυσέκια. Ο διδάσκαλος, διά να σώση τον Γερμανόν φιλόσοφον, έπεσε με τα στήθη του εις το in folio. Τα παιδιά εγελούσαν και εκείνα, ως είδαν πιασμένους καθηγητήν και γέρο Κολοκοτρώνην, ο ένας να φυλάξη το βιβλίον του, ο άλλος να το κάμη φυσέκια. Ο ιατρός Καλύβας ήτον θερμός εταιριστής και οι κίνδυνοι του in folio τον χειμώνα του έτους 1820»[23].

Η χρονολογία έχει τη δική της σημασία. Χειμώνας του 1820, όταν πλέον πλησιάζει το πλήρωμα του χρόνου, η προσχεδιασμένη ώρα της εξέγερσης και συνεπώς οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει άρδην.

Άν η ανάγνωση, η παιδεία γενικότερα, αποτελούν το υπόβαθρο, υπάρχει λοιπόν και ένα άλλο δρομολόγιο που οδηγεί τον Κολοκοτρώνη στην Επανάσταση: είναι ή βιωμένη εμπειρία, τα γεγονότα και οι αλλαγές που σηματοδοτούν αυτά, στον δικό του μικρό τόπο, όπως και στη γνωστή σε αυτόν οικουμένη. Ξαναπιάνουμε την αφήγησή του εκεί που την αφήσαμε στην αρχή και κλείνουμε: «Η Γαλ­λική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου, να άνοιξη τα μάτια του κόσμου. Προτήτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενό- μιζαν ως θεούς της γης, και ό,τι και αν έκαμναν το έλεγαν: καλά καμωμένο»[24].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θ. Κ. Κολοκοτρώνης. Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Επιμέλεια: Τ. Γριτσόπουλος, φωτομηχ. ανατύπωση, Αθήνα 1981 (α’ έκδ. Αθήνα 1846), σ. 48-49.

[2] Φ. Ηλιού, «Το ελληνικό βιβλίο στα χρόνια της ακμής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, Εκδοτική φροντίδα: Άννα Ματθαίου – Στρ. Μπουρνάζος – Πό- πη Πολέμη. Ηράκλειο 2005, σ. 59-62- του ιδίου, «Οκτωήχια και μέτρηση της βιβλιοπαραγωγής», ο.π., σ. 583-585 – Πόπη Πολέμη (επιμέλεια, με τη συνεργασία της Αναστασίας Μυλωνοπούλου και της Ειρήνης Ριζάκη), Φίλιππου Ηλιού Κατάλοιπα. Ελληνική Βιβλιογραφία τον 19ον αιώνα, τ. Β’, 1819-1832,  Αθήνα 2011, σ. κστ’-κζ’.

[3] Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη στο Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου», π. Ο Ερανιστής, τ. 7,1969, σ. 175-177- Μ. Hatzopoulos, «Ancientprophecies, modern predictions»: My­ths and symbols of Greek nationalism, δακτ. διδ. διατρ., University of London 2005, σ. 36-39.

[4] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί τής Ελληνικής Έπαναστάσεως, Έκδοση: Στ. Ανδρόπουλος, τ. 1, Αθήνα 1899, σ. 35.

[5] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 217.

[6] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, δ.π., σ. 48-49.

[7] Ο Βασίλειος Παπαευθυμίου συστήνεται στην σελίδα τίτλου ως: «εκ του Κωστάντζικου της Μακεδονίας» (σήμερα Αυγερινός του Βοΐου Κοζάνης). Είναι συγγραφέας διδακτικών εγχει­ριδίων (Αλφαβητάριον Απλοελληνικόν, Βιέννη 1807. Φεραυγής Γραμματική, Βιέννη 1811, Στοι­χεία της ελληνικής γλώσσης, τ. 1-3, Βιέννη 1812, Στοιχεία της ελληνικής ήτοι Ανθολογία Ποιητι­κή, Βιέννη 1813) και μεταφραστής (Σύνοψις όλων των ελευθέρων τεχνών και επιστημών. Βιέννη 1819) βλ. αντιστοίχως Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Α’, 1801-1818, Αθή­να 1997, σ. 202-203, 317, 345-346, 375-376 και Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 58-59. Μνεία του μεταξύ των λογιών της τουρκοκρατίας βλ. Ανδρέας Παπαδόπουλος – Βρετός, Νεοελληνική Φιλολογία, τ. Β’, Αθήνα 1857, σ. 315.

[8] Ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, Διηρημένη εις τέσσαρα μέρη… Συνδεθείσα μεν αγγλιστί υπότινος Ανωνύμου εις χρήσιν των Σχολείων της Λόνδρας, μεταφρασθείσα δε επ’ αυτώ τούτω εις την Γερμανικήν, και εξ αυτής μετενεχθείσα εις την απλοελληνικήν ημών διάλεκτον παρά Βα­σιλείου Π. Ευθυμίου, Βιέννη 1807, βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Α’, δ.π., σ. 213-215.

[9] Αριστομένης και Γοργώς Πόνημα Αύγουστου Λαφονταίνου. Εκ του Γερμανικού μετα- φρασθέν παρά Γ.[εωργίου] Λ[ασσάνη]. Κ’ έκδοθέν υπό Νικολάου Β. Γκούστη του εκ Μακρηνί- τσης του Πηλείου όρους, τ. 1-2, Μόσχα 1820, βλ. Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 70-71.

[10] Ο Νικόλαος Β. Γκούστης (ή Γούστης) το 1820 είχε εκδώσει στη Μόσχα και άλλο ένα κεί­μενο του Γ. Λασσάνη με τον τίτλο Ελλάς, που αποτελούσε πρόλογο στην τραγωδία του Αρμό­διος και Αριστογείτων. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε στη Μόσχα επίσης το κείμενο: Επιτάφιος λόγος εις τον αείμνηστον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρήγοριον, που είχε εκφωνήσει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος. Ήταν επιστάτης για τη συλλογή της συνδρομής του Λόγιου Έρμη στη Μόσχα, ενώ το Φεβρουάριο του 1821 ανακοινώνει τη σύσταση βιβλιοπωλείου στην Οδησσό που θα λειτουργεί υπό την επιστασία του Γεωργίου Γαλάτη – την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, με τη συνεργασία της ’Αννας Ματθαίου και της Ειρήνης Ριζάκη, Διά του γένους τον φωτισμόν. Αγγελίες προεπαναστατικών εντύπων (1734-1821) από τα κατάλοιπα του Φίλιππου Ηλιού, Αθήνα 2008, σ. 440,479.502.

[11] Παρότι ο μεταφραστής αναγράφεται στη σελίδα τίτλου με τα αρχικά του Γ. Λ., έχει ταυ­τιστεί με ασφάλεια με τον Γεώργιο Λασσάνη. Το όνομά του άλλωστε δημοσιεύεται και στην αναγ­γελία έκδοσης του έργου πού δημοσιεύτηκε στον Ερμή το Λόγιο, την 1 Δεκεμβρίου 1819- την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, Διά τον γένους τον φωτισμόν, ό.π., σ. 441.

[12] Για τον Γ. Λασσάνη βλ. πρόχειρα Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Τρία ανέκδοτα ιστορικά δοκίμια του φιλικού Γεωργίου Λασσάνη, Θεσσαλονίκη, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, 1973, σ. 11-34· Βάλτερ Πούχνερ. «Εισαγωγή», στο Γεωργίου Λασσάνη, Τα Θεατρικά, Αθήνα 2002, σ. 11 κ.ε.

[13] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, με- μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού μετά προσθήκης του γενεαλογικού καταλόγου των Οθωμανών Σουλτάνων σνερανισθέντος παρά του σοφωτάτου Αρχιεπισκόπου Ευγενίου του Βουλγάρεως, Μόσχα 1812. βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Λ’, ό.π., σ. 331-332.

[14] Βλ. σχετικά Τίτος Γιοχάλας, Ο Γεώργιος Καστριώτης – Σκεντέρμπεης στα νεοελληνικά γράμματα, Αθήνα 1994, ιδίως σ. 21-39, όπου και αναλυτική αναφορά στην προέλευση του έργου και στους πιθανούς μεταφραστές του.

[15] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου, ό.π., σ. 293-348.

[16] Γιώργος Σεφέρης. Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’, Αθήνα 1945, ποίημα «Τελευταίος Σταθμός».

[17] Ενδεικτικά από την πρόσφατη βιβλιογραφία για τη χρήση των αρχαιοελληνικών συμ­βόλων βλ. Λουκία Δρούλια, «Η θεά Αθηνά, θεότητα έμβλημα του νέου ελληνισμού», Επιστημονικό Συμπόσιο: Οι χρήσεις της αρχαιότητας από το νεότερο ελληνισμό, Αθήνα 2002, σ. 221- 240.

[18] Για την υπόθεση του έργου και την επιλογή του από τον Γ. Λασσάνη, βλ. Αριάδνη Cama- riano-Cioran, «Ο επιφανής Φιλικός Γεώργιος Λασσάνης», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 21,1965, σ. 139.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π., «Ρητά του Γέρου Κολοκοτρώνη», σ. 276.

[20] Για τα γεγονότα βλ. ενδεικτικά: Fan S. Noli, Scanderbeg, Μετάφραση από τα αλβανικά: Α1. Laporta, Η. Myrto, Lecce 1993, σ. 142-148· Th. Stavrides, The Sultan of Vezirs. The life and times of the Ottoman Grand Vezir Mahmud Pasha Angelovic (1453-1474), Leiden 2001, σ. 162-164.

[21] Βιογραφικά του Ζακυνθού ιατροφιλόσοφου, δασκάλου και Φιλικού Νικολάου Καλύ­βα, βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966. σ. 42-44.

[22] Ο Ιερώνυμος Βόλφιος (Hieronymus Wolf), γερμανός φιλόλογος και ανθρωπιστής που έζησε τον 16ο αιώνα, θεωρείται ο ιδρυτής της βυζαντινής φιλολογίας. Μετέφρασε και εξέδωσε αρχαίους ρήτορες, Ισοκράτη και Δημοσθένη· ορισμένες από τις εκδόσεις αυτές ήταν in folio, μεγάλου μεγέθους (σχήμα 2ο), σε κάποια από τις όποιες αναφέρεται και το περιστατικό που διασώζει ο Γ. Τερτσέτης. Στη βιβλιογραφία του Φ. Ηλιού (ό.π., τ. Α’), αναφέρονται τρεις ελληνικές εκδόσεις με έργα Αττικών ρητόρων (1812.48, σ. 338,1813.38 σ. 368 και 1816.47 σ. 462), στις όποιες περιλαμβάνονται μεταφρασμένα κείμενα του Η. Wolf, ως εισαγωγές σε Λόγους – τα βιβλία αυτά είναι όμως 8ου σχήματος.

[23] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, «Προλεγόμενα» Γεωργίου Τερτσέτη, σ. λγ’. Το επεισόδιο επισημαίνει ο Αλκής Αγγέλου στη μελέτη του Οι λόγιοι και ο Αγώνας, Αθήνα 1971, σ. 15-16, ως χαρακτηριστικό της μεταβαλλόμενης σχέσης που είχε τα χρόνια αυτά «η πέννα» και «το πάλα».

[24] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π.. σ. 49.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ

«Τα Ιστορικά», τόμος 29ος, τεύχος 56, Ιούνιος, 2012.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία του συγγραφέως.

 

Read Full Post »

Η άλωση του Παλαμηδίου (30 Νοεμβρίου 1822) και η συμβολή του Σταμάτη Αδρ. Μήτσα. Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Μια από τις σπουδαιότερες νίκες των Ελλήνων κατά των Τούρκων στη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα του 1821 ήταν και η κατάληψη του φοβερού και άπαρτου κάστρου του Παλαμηδίου. Η κατοχή του, όπως ισχυρίζονταν, επηρέαζε τις τύχες όχι μόνο του Ναυπλίου και της ευρύτερης περιοχής αλλά και ολόκληρου του Μοριά, γι’ αυτό και οι Έλληνες την πανηγύρισαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

 

Η άλωση του φρουρίου

 

Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Νοεμβρίου το φρούριο ήταν σχεδόν αφύλακτο, αφού οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν φύγει και είχαν κατέβη στην πόλη, σύμφωνα με την πληροφορία που έδωσαν δύο Αλβανοί φυγάδες. Τότε οι Έλληνες βοηθούμενοι από το βαθύ σκοτάδι, τη βροχή και τον σφοδρό άνεμο, πάτησαν αθόρυβα και αναίμακτα το πολυθρύλητο κάστρο. Πρώτος αναρριχήθηκε στη Γιουρούς ντάπια του κάστρου ο, νεαρός τότε, Σταμάτης Μήτσας.

Ο Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματέας του Κολοκοτρώνη γράφει:

«Και αναβάντες εκυρίευσαν αυτήν, πρώτων εισπηδησάντων των Κρανιδιωτών Δημ. Ν. Μοσχονησιώτη, Μανώλη Σκρεπετού και Κώστα Γκιώνη. Μη φθανούσης της κλίμακος ζώνης διπλής ριφθείσης επί πυροβόλου βοηθεία αυτής, υποβοηθείς από τον Γκιώνην ο εξ Ερμιόνης Σταμάτης Μήτσας αναβάς πρώτος, εβοήθησε και ηυκόλυνεν την των άλλων ανάβασιν εν οις και τίνα γέροντα Κρανιδιώτην ειδήμονα και την πύλην ανοίξαντα δι ης οι λοιποί εισήλθον».

 

Το ίδιο παραστατική είναι και η αφήγηση του Βασίλη Κωνσταντινόπουλου στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» της 25ης Μαρτίου 1966.

«Ο Μοσχονησιώτης ρίχνει τη σκάλα πάνω στα τείχη μα δεν έφτανε εις το ύψος τους. Τότε ο Σταμάτης Μήτσας, ένας νέος… ανεβαίνει εις το τελευταίο σκαλοπάτι, ρίχνει το ζωνάρι του σ’ ένα κανόνι και σκαρφαλώνει πάνω στο τείχος. Ύστερα βοηθεί το Μοσχονησιώτη να ανέβη και πηδάνε μαζί μέσα στα τείχη. Προχωρούν και διακρίνουν μέσα στο σκοτάδι λίγο φως. Ήταν το τούρκικο φυλάκιο. Μέσα ο Τούρκος φρουρός έτρωγε φύλλα φραγκοσυκιάς. Ο Μοσχονησιώτης ορμά, τον αφοπλίζει, τον φιμώνει και φωνάζει τους συντρόφους που έμειναν κάτω να αναρριχηθούν…».

 

Το ξημέρωμα της νέας μέρας

 

Με την ανατολή της 30ης Νοεμβρίου που η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, προστάτη Αγίου της Πελοποννήσου, τα τηλεβόλα του Παλαμηδίου ανήγγειλαν στους κατοίκους την άλωση του φρουρίου. Υψώθηκε η «σημαία του Σταυρού» και η νίκη χαιρετίσθηκε με αλαλαγμούς και κανονιοβολισμούς. Διαλεχτά παλληκάρια των Ελλήνων πάνω στα τείχη φώναζαν προς τους έκπληκτους Τούρκους: «Καλημέρα, Αγάδες καλώς σας ηύραμε και του χρόνου του Αγίου Ανδρέου Αγάδες· ο Θεός μας έδωσε το Παλαμήδι, κοιτάξτε γρήγορα να μας αδειάσετε και τ΄ Ανάπλι και το Ιτσ-καλέ δια να μη φάτε το κεφάλι σας».

Ξέφρενοι ήταν και οι πανηγυρισμοί των εξήντα (60) Κατωναχαϊτών παλληκαριών που με μια ψυχή κραύγαζαν: «Γιόνα Κάστρα! (δικό μας το κάστρο!), ενώ το λευκό μπαϊράκι με τον κόκκινο σταυρό, πολεμικό σύμβολο του Κάτω Ναχαγέ, κυμάτιζε περήφανο στις επάλξεις του φρουρίου.

Γύρω στις 8 το πρωί ανέβηκε στο Παλαμήδι ο Κολοκοτρώνης. Αμέσως διάταξε να στρέψουν τα κανόνια προς την πόλη και με επιστολή του παράγγελνε στους Τούρκους να παραδοθούν. Επειδή εκείνοι καθυστερούσαν ν’ απαντήσουν άρχισε να χτυπάει, αρχικά με άσφαιρα πυρά, στη συνέχεια με κανονικούς πυροβολισμούς, το Ναύπλιο όπου εκείνοι βρίσκονταν. Τότε, οι Τούρκοι τρομοκρατημένοι και επειδή δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, υπόγραψαν τη συνθήκη και παραδόθηκαν.

 

Το εκκλησάκι του Αγιαντρέα

 

Οι Έλληνες και ιδιαίτερα όσοι κατάγονταν από τη γύρω περιοχή είχαν ακούσει ότι στο κάστρο του Παλαμηδίου υπήρχε από την εποχή των Ενετών (1690) παλαιός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ανδρέα για άγνωστους λόγους. Έψαξαν λοιπόν παντού, έχοντας πάντοτε μαζί τους τον γέροντα Κρανιδώτη Μανόλη Σκρεπετό που γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή το μέρος. Έτσι οδηγούμενοι από «ίχνη αρχαίων εικονογραφιών» ανακάλυψαν τον ζητούμενο ναΐσκο, που ήταν «κρυμμένος» πίσω από έναν μεγάλο σωρό άχρηστου πολεμικού υλικού. Στην εκκλησούλα αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, όταν το 1715 οι Τούρκοι πήραν το Ναύπλιο από τους Ενετούς, κρύφτηκε η γυναίκα του Ενετού φρούραρχου του Παλαμηδιού Λεονάρδου Ταρωνίτη με τα παιδιά της και τα φλουριά της.

 

Το παλληκάρι

 

Ο καπετάν Σταμάτης Μήτσας, ισάξιος πολεμιστής με τον αδελφό του Γιάννη, γαλουχημένος με τις ίδιες αρχές και αρετές και τα ίδια οράματα, γεννήθηκε στην Ερμιόνη περί το 1800.

Ήταν βραχύσωμος, με υπέροχα πλατιά στήθη, καλογυμνασμένο σώμα, ευκίνητος, φτεροπόδαρος, θυελλώδης. Το μέτωπό του πλατύ, τα μάτια του μεγάλα, το βλέμμα βλοσυρό αλλά αετίσιο, σπινθηροβόλο, ανήσυχο. Παρατηρούσε κάθε τι που συνέβαινε γύρω του και «τρυπούσε» τη σκέψη των συνομιλητών του. Η μύτη ερμιονίτικη, ευθεία, πλάταινε στο τελείωμά της και ακριβώς κάτω απ’ αυτή ένα αρειμάνιο μουστάκι έφτανε μέχρι πίσω από τ΄ αυτιά του! Ενωνόταν με τα πλούσια μακριά μαλλιά του, τα ριγμένα στις φαρδιές του πλάτες και γι’ αυτό είχε και το προσωνύμιο «λεοντοχαίτης»! Το πρόσωπό του άλλοτε ήρεμο, άλλοτε συννεφιασμένο και παθιασμένο έδειχνε τον ατρόμητο πολέμαρχο που έκρυβε στα στήθη του καρδιά λιονταριού.

 

Η είδηση φτάνει στην Κυβέρνηση

 

Ο ανδρείος αρχηγός Στάικος Σταϊκόπουλος μόλις έγινε «κύριος του Παλαμηδίου» έστειλε έφιππο ταχυδρόμο στην Ερμιόνη, έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο, για να γνωστοποιήσει όσο πιο γρήγορα γινόταν την κατάληψη του Κάστρου. Τη χαρμόσυνη είδηση έσπευσε να ανακοινώσει επίσης και ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τη με ημερομηνία 1η Δεκεμβρίου επιστολή του, που ξεκινούσε ως εξής:

«Εις δόξαν του αηττήτου Σταυρού και του Πρωτοκλήτου Ανδρέα

Υπερτάτη Διοίκησις

Χθες επήλθομεν εις το υπερήφανον Παλαμήδι και υψώσαμεν τας νικητικάς του Σταυρού σημαίας…».

 

Χαρές και πανηγυρισμοί

 

Η νίκη των Ελλήνων χαροποίησε ιδιαίτερα τα μέλη της Κυβέρνησης και τους κατοίκους του Κάτω Ναχαγέ. Ο Ιωάννης Ορλάνδος, με οικογενειακή καταγωγή από το Κρανίδι και παντρεμένος με την αδελφή των Κουντουριώτηδων, Λάζαρου και Γιώργου, μέλος του Εκτελεστικού, αναγγέλλοντας την πτώση του Παλαμηδιού μεταξύ άλλων έγραφε προς αυτούς.

«Η σωτηριώδης κατάπτωσις του Παλαμηδίου… εμέθυσεν και με από ευχαρίστησιν… διεξοδικωτέραν έκθεσίν μου μη ζητείτε καθότι και η στενότης του καιρού… και το υπερέξοχον της εγκαρδίου ευφροσύνης μου μάλιστα δε και η παρουσία μου εις την Αγίαν εκκλησίαν δια την δοξολογίαν της τρισυποστάτου θεότητος… δεν μου συγχωρούν να εκτανθώ, και αρκεσθήτε τα διεξοδικώτερα από την της Διοικήσεως».

Εν Ερμιόνη την αην Δεκεμβρίου αωκβω

(1822)

Ιωάννης Ορλάνδος

(Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου τομ. Α΄)

Σύμφωνα με το έγγραφο και έχοντας υπόψη την πληροφορία ότι το μεσημέρι της 30ης Νοεμβρίου οι Έλληνες τέλεσαν δοξολογία στον ναό του Αγίου Ανδρέα στο Παλαμήδι με προεξάρχοντα τον ιερέα Γεώργιο Βολίνη έναν από τους πολιορκητές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επίσημη δοξολογία που αναφέρει ο Ιωάννης Ορλάνδος τελέσθηκε στην Ερμιόνη, έδρα τότε της Κυβέρνησης, στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών ή στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, όπου φιλοξενούνταν αρκετά μέλη της Κυβέρνησης. Ωστόσο, κάτι σχετικό οι γραπτές πηγές δεν αναφέρουν και η προφορική παράδοση δεν μας άφησε.

Πάραυτα ο Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού Αθανάσιος Κανακάρης με διακήρυξή του από την Ερμιόνη αναγγέλει στο Πανελλήνιο την άλωση του Παλαμηδίου «το οποίον εθεωρείτο τότε Παλάδιον της Ελληνικής ανεξαρτησίας και Γιβλατάρ (Γιβραλτάρ) της Ελλάδος».

Στην επιστολή του μεταξύ άλλων γράφει: «Ιδού η σταθερότης της Διοικήσεως, η γενναιότης των στρατιωτών μας, η ανδρεία και φρόνησις του γενναιοτάτου χιλιάρχου μας Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξε πορθητήν, εκυρίευσεν το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον εις τας εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του πρωτόκλητου Αποστόλου Ανδρέου ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του σταυρού. Χαίρετε, νέοι Έλληνες, χαίρετε…».

Στη συνέχεια της διακήρυξης συνιστά μεταξύ άλλων φιλανθρωπίαν, ευσπλαχνία, φρόνηση. Να λείψουν οι αταξίες που είναι μικροψυχία και «γυναικότης». Να δείξουν μεγαλοφροσύνη, ανδρεία και καλή τάξη. Να μη φερθούν στους εχθρούς με σκληρότητα. Αυτά θα τα δουν τα έθνη της Ευρώπης, ότι οι Έλληνες είμαστε τακτικοί και φρόνιμοι και έτσι θα κερδίσουμε «την ποθητήν ημών ανεξαρτησίαν».

Εν Ερμιόνη την αη Δεκεμβρίου  αωκβω

και βω της ανεξαρτησίας

Ο αντιπρόεδρος Ο αρχιγραμματεύς της Επικρατείας
  Μινίστρος των εξωτερικών υποθέσεων
Αθανάσιος Κανακάρης Θεόδωρος Νέγρης

 (Αρχείον της Κοινότητος Ύδρας τομ. Η΄)

Γνωστοποίηση της νίκης, «την οποίαν έδωκεν ο Θεός εις τα Ελληνικά όπλα», έγινε από την Ερμιόνη αμέσως και στους «ευγενεστάτους προκρίτους της Ν. Ύδρας» για να χαρούν. Επιπροσθέτως αποφασίσθηκε να δοθούν αντίγραφα του ίδιου εγγράφου και στους προκρίτους των άλλων νησιών «για να γνωστοποιηθή η εξ εφόδου ανάκτησις του τρομερού τούτου φρουρίου και να φθάση ταχέως εις την Ευρώπην η είδησις».

Εξάλλου με την υπ’ αριθ. 2296/1η Δεκεμβρίου 1822 πρόταση του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό, δηλαδή της Κυβέρνησης προς τη Βουλή, προήχθη ο Πορθητής του Παλαμηδίου χιλίαρχος Στάικος Σταϊκόπουλος σε στρατηγό. Το έγγραφο με το οποίο ο Πρόεδρος του Βουλευτικού ενημέρωνε τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού για το παραπάνω θέμα συντάχθηκε στην Ερμιόνη την 3η Δεκεμβρίου 1822.

 

Τα επινίκια στην Ερμιονίδα

 

Φανταζόμαστε πως η κατάληψη του Παλαμηδίου, ιδιαίτερα θα ενθουσίασε τους Ερμιονίτες, γιατί ο συμπολίτης Σταμάτης Αδρ. Μήτσας, αν και νεαρός τότε, ευτύχησε να είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της.

Πανηγύρισαν σίγουρα τη νίκη και οι Κρανιδιώτες καθώς και όλο το Κάτω Ναχαγέ, αφού ντόπιοι οπλαρχηγοί και διαλεχτά παλληκάρια πήραν μέρος σ’ αυτή την πολεμική επιχείρηση. Έτσι απάλυνε ο πόνος που είχαν νιώσει δυο μέρες πριν με το θάνατο του ηρωικού Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη Κρέστα και γέλασαν τα χείλη τους.

Τέλος θεωρούμε βέβαιο πως η αποστολή των εγγράφων της Κυβέρνησης από την Ερμιόνη, όπου η έδρα της, προς τους λαούς της Ευρώπης ασφαλώς θα τους κίνησε την περιέργεια αλλά και το ενδιαφέρον να αναζητήσουν τη μικρή μας πόλη και να πληροφορηθούν την ιστορία της. [1]

 

Δύο ζωγραφικοί πίνακες

 

Η εξιστόρηση των γεγονότων της άλωσης του Παλαμηδίου μεταμορφώθηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες σε όμορφους ζωγραφικούς πίνακες. Ένα τέτοιο «εικαστικό αφήγημα» εμποτισμένο με πατριωτικά συναισθήματα, γεμάτο πολεμική κίνηση και ζωντανά χρώματα, που βοηθούν τον θεατή να εννοήσει καλύτερα τα γεγονότα, μας έδωσε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου-Δουρούκου. Θεωρούμε πως με τον πίνακά της η κ. Ανθούλα προβάλλει έντονα τον ψυχισμό του Σταμάτη Μήτσα αλλά και την τοπική μας παράδοση, αφού του δίνει να κρατάει κοντάρι όμοιο με αυτό που φυλάσσεται στο (Ι.Λ.Μ.Ε.) Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης.

 

Σταμάτης Μήτσας. Έργο της Ανθούλας Λαζαρίδου-Δουρούκου.

 

Εξαιρετικοί και οι πίνακες – σκίτσα του συμπολίτη μας νέου καλλιτέχνη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου, που βρίσκονται στο Ι.Λ.Μ.Ε. Στα έργα κυριαρχεί ο νεανικός ενθουσιασμός, ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα του ήρωα.

 

Σκηνή από την άλωση του Παλαμηδίου. Δημιουργία ενός νέου καλλιτέχνη, του Ερμιονίτη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου.

 

 

Νικητήρια τραγούδια

 

Θεά γοργόφτερη η λαϊκή μούσα και γλυκόφθογγη υμνήτρια των αρετών και των θριάμβων της φυλής, πέταξε πάνω από το απόρθητο κάστρο. Στάθηκε, θαύμασε, αγκάλιασε το τοπίο, σύνθεσε στίχους εγκωμιαστικούς και έψαλε όπως αυτή μόνο ξέρει τον αξεπέραστο Ελληνικό θρίαμβο.

«Όλα τα κάστρα και αν χαθούν

και όλα κι αν ρημάξουν,

το Παλαμήδι τώμορφο

Θεός να το φυλάξη».

Δεν ξέχασε, ωστόσο, και τους πρωταγωνιστές από το Κάτω Ναχαγέ και γι’ αυτούς τραγουδά:

 

«Το ψηλό το Παλαμήδι

που το πήρε το Κρανίδι».

 

Υποσημείωση


[1] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης, «Ιστορικές σελίδες της Ερμιόνης – Ημερολόγιο».

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Προ-Επαναστατικός Καποδίστριας, 1814-1821: Τομή στην Συνεχεία μισού Αιώνα Αγώνων Χειραφέτησης – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η δημοσίευση βασίζεται σε εισήγηση του συγγραφέα σε Διεθνολογική Συζήτηση που διοργάνωσε η Γεωγραφική Εταιρία «Στράβων» στις 12 Απριλίου 2018 με θέμα «Ιωάννης Καποδίστριας: Το Ελληνικό ζήτημα στο Διεθνές Σύστημα Ισορροπίας Δυνάμεων, 1814-1821».

 

Η ευρωπαϊκή «Συνεννόηση Δυνάμεων» (Concert of Powers) που θεσπίστηκε με τη Διάσκεψη ή το Συνέδριο της Βιέννης (1815) και με άλλες Διασκέψεις που ακολούθησαν (Άαχεν, Τροππάου, Λάϋμπαχ, Βερόνα), δεν υπερέβη αλλά αναπαρήγαγε τον ανταγωνισμό  (ή την πολύ άνιση συχνά αποκαλούμενη «Ισορροπία») των Μεγάλων Δυνάμεων. [i] Το ζητούμενο της Βιέννης ήταν μια σταθεροποίηση των σχέσεων των Μ. Δυνάμεων στην καρδιά της γηραιάς ηπείρου με τρείς «διευθετήσεις»: στο γερμανικό ζήτημα, στο πολωνικό ζήτημα και εμμέσως στο ανατολικό ζήτημα. Στο πρώτο επιλέχθηκε Αυστρο-Γερμανική Συνομοσπονδία, στο δεύτερο επιλέχθηκε το Ενωμένο Πολωνικό Βασίλειο με την Ρωσία και στο τρίτο επιλέχθηκε σιωπηρά η de facto οθωμανική εδαφική ακεραιότητα. [ii] Το Συνέδριο της Βιέννης ήταν μια εξέχουσα διπλωματική επιτυχία της αγγλικής και αυστριακής διπλωματίας, που επιδίωξαν να περιορίσουν τα πολιτικά ερείσματα της Ρωσίας στον γερμανικό χώρο, τα οποία προσέφερε η ρωσική στρατιωτική υπεροχή.

Με τον τερματισμό των Ναπολεόντειων πολέμων και αντίθετα με ότι έπραξαν οι λοιπές χερσαίες Μ. Δυνάμεις, ο τεράστιος ρωσικός αυτοκρατορικός στρατός δυναμικότητας 800.000 στρατιωτών ποτέ δεν αποστρατεύτηκε αλλά παρέμεινε ολόκληρος στην διάθεση του Αλέξανδρου Α΄ σε μια διάταξη δύο Στρατιών που κάλυπτε δύο μέτωπα. [iii] Ο Φρίντριχ Γκέντζ, εξ απορρήτων Σύμβουλος του Μέττερνιχ, απερίφραστα αναγνώριζε ότι η 1η Στρατιά, που κάλυπτε το δυτικό μέτωπο, είχε την ικανότητα να αναλάβει δράση εναντίον μιας οποιαδήποτε ευρωπαϊκής Δύναμης. [iv] Από την άλλη πλευρά, η 2η Στρατιά κάλυπτε ένα ευρύτατο νότιο μέτωπο με σκοπό να διεξαγάγει επιχειρήσεις κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η μαχητική ικανότητα των δύο Στρατιών διέφερε σημαντικά, καθώς μετά το Συνέδριο της Βιέννης ο Αλέξανδρος Α’ υιοθέτησε μια συντηρητική εξωτερική πολιτική και έκτοτε η 1η Στρατιά λειτουργούσε περισσότερο αποτρεπτικά, διατηρώντας χαμηλό επίπεδο επιχειρησιακής λειτουργίας. Στην πραγματικότητα η Στρατιά υπήρχε εκεί ως διπλωματικό εργαλείο, το οποίο δύσκολα, όπως αποδείχθηκε, μπόρεσε να υπερκεράσει το πλαίσιο διακανονισμών που Αγγλία και Αυστρία δημιούργησαν στο Συνέδριο της Βιέννης.

 

«Το Συνέδριο της Βιέννης», πίνακας του Isabey (1819). Διακρίνονται όρθιοι από αριστερά προς δεξιά οι: Γουέλινγκτον, Λόμπου ντα Σιλβέιρα, Σαλντάνια ντα Γκάμα, Λέβενγιελμ, Νοάιγ, Μέττερνιχ, Λα Τουρ ντυ Πεν, Νέσελροντ, Ντάλμπεργκ, Ρασουμόφσκι, Στιούαρτ, Κλάνκαρτυ, Βάκεν, Γκεντς, Χούμπολτ και Κάθκαρτ. Καθήμενοι από αριστερά οι: Χάρτεμπεργκ, Πλμέλα, Κάστερκ, Βέσενμπεργκ, Λαμπραντόρ, Τελεϋράνδος και Στάκελμπεργκ.

 

«Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815)». Οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κρατών διαπραγματεύονται στο Συνέδριο της Βιέννης. Α. Ο Αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ. Β. Ο υπουργός Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας κόμης Κάσλρι. Γ. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Ταλεϋράνδος.

 

Το αντίθετο ακριβώς συνέβαινε με την 2η Στρατιά, όπου ο στρατηγός Κίσελεφ με την ανάληψη των καθηκόντων ως Διοικητής εισήγαγε σημαντικούς εκσυγχρονισμούς, συγκρότησε ένα ικανό επιτελείο και πέτυχε το Γενικό Στρατηγείο της 2ης Στρατιάς να αναπτύξει, ανεξάρτητα από το Γενικό Επιτελείο, τον δικό του στρατηγικό σχεδιασμό προσαρμοσμένο στις ανάγκες διεξαγωγής ενός ρωσο-οθωμανικού πολέμου. [v] Στο Συνέδριο της Βιέννης ο Αλέξανδρος Α’ είχε κάθε λόγο να διατηρήσει εκτός διεθνών διευθετήσεων τις διμερείς ρωσο-οθωμανικές σχέσεις, διατηρώντας ανοικτές τις επιλογές της ανατολικής πολιτικής του. Ωστόσο, αξιοποιώντας διπλωματικά την ρωσική στρατιωτική ισχύ, ο Τσάρος πράγματι έθετε ως δεσπόζουσα προτεραιότητα του όχι την ρωσική ανατολική πολιτική, αλλά την εδραίωση ενός ρωσικού ευρωπαϊκού ρόλου. [vi] 

 

Λιθογραφία του στρατηγού Κίσελεφ (Pavel Kiselyov 1788-1872).

 

Τι σήμαιναν αυτά για την ελληνική υπόθεση;

 

Στο πλαίσιο της Βιέννης και σε ότι αφορά στο Ανατολικό Ζήτημα, η Ρωσία είχε πλέον αποδεχθεί de facto (αλλά όχι de jure) την οθωμανική εδαφική ακεραιότητα, την οποία υποστήριζε διακαώς η Αγγλία προκειμένου να αποτρέψει την παρουσία της Ρωσίας στη Μεσόγειο.

Στο πλαίσιο αυτό, η ρωσική διπλωματία δεν ενδιαφερόταν τόσο για την άμεση διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, αλλά κυρίως στο να διατηρήσει ομαλές σχέσεις με την Πύλη. Ο Τσάρος αντιλαμβανόταν ότι ούτε η Πύλη επιθυμούσε να οξύνει τις σχέσεις της με την Ρωσία, αλλά ο ίδιος σχετικά με εδαφικές διευθετήσεις στην Μαύρη θάλασσα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσει με τις οθωμανικές αξιώσεις. Επομένως, ενώ τα θέματα αυτά θα συνέχιζαν να παραμένουν ανοικτά στις διμερείς σχέσεις, ο νέος ρώσος πρέσβης στην Πόλη όφειλε να χειριστεί τις σχετικές διαπραγματεύσεις με τρόπο που να μην δημιουργεί διπλωματικές εντάσεις.

Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ (1773-1859). Ελαιογραφία του Sir Thomas Lawrence.

Η αβεβαιότητα που ανέκυπτε από τις εκκρεμότητες αυτές ήταν κατά πόσο οι ρωσο-οθωμανικές διαφωνίες ερμηνείας της Συνθήκης στα εδαφικά θέματα της Μαύρης θάλασσας θα έδιναν το πρόσχημα στην Πύλη να μην τηρήσει στα άλλα θέματα τα συμφωνηθέντα της Συνθήκης, όπως αυτά που αφορούσαν την Σερβία και τις Ηγεμονίες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η προβολή της ρωσικής ισχύος δεν χρησιμοποιείτο ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Απέναντι σ’ αυτήν την κατάσταση, ο Αλέξανδρος Α’ πρόκρινε έναν διαχωρισμό των διπλωματικών χειρισμών ανάμεσα στις δύο όψεις της Συνθήκης του Βουκουρεστίου επιδιώκοντας η μη-επίλυση των εκκρεμοτήτων να μην ανατρέψει την κατάσταση στην Σερβία και στις Ηγεμονίες.

Ο Τσάρος αποδεχόμενος την de facto διατήρηση των ρωσικών θέσεων στην Μαύρη θάλασσα παράλληλα επιδίωκε και ένα ήπιο κλίμα στις αναμενόμενες αργόσυρτες διαπραγματεύσεις για την ρύθμιση αυτών των εκκρεμοτήτων. Ο Αλέξανδρος Α’ αφενός υπογράμμιζε με έμφαση τις συμβατικές υποχρεώσεις της Πύλης έναντι της Ρωσίας στα Βαλκάνια και αφετέρου τις έθετε ταυτόχρονα σ’ ένα πλαίσιο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Επομένως, σύμφωνα με τις διπλωματικές οδηγίες του, η ρωσική πολιτική «προστασίας των ομόδοξων χριστιανών» δεν θα έπρεπε μόνο να προβάλλεται ως αναγνωρισμένο δικαίωμα των υπαρχουσών διμερών Συνθηκών, αλλά και να εφαρμόζεται μ’ έναν τρόπο που να μην δημιουργεί παραστάσεις απειλής στην Πύλη και να υπονομεύει την ομαλότητα στις διμερείς σχέσεις.[x] Ο μοναδικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό σύμφωνα με τις ρητές οδηγίες του Αλέξανδρου Α’ στον ρώσο πρέσβη Γρ. Στρογκανόφ ήταν η ρωσική διαβεβαίωση του πλήρους σεβασμού της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως βάση της άσκησης του ρωσικού δικαιώματος της «προστασίας των ομόδοξων». Πράγματι, ο Αλέξανδρος Α’ διαμήνυε απερίφραστα, δια χειρός φυσικά Καποδίστρια, στην Πύλη ότι «η Ρωσία δεν επιδίωκε την εξάλειψη της εξουσίας του Σουλτάνου πάνω στους εξαρτημένους λαούς» αλλά για την ομαλότητα των διμερών σχέσεων «θα ήταν χρήσιμο, και μάλιστα  επιβεβλημένο, να πάψει επιτέλους η Υψηλή Πύλη τον πόλεμο εναντίον των ίδιων των υπηκόων της». [xi]

 

Ο χάρτης της Ευρώπης κατά το 1815, όπως διαμορφώθηκε με Βάση τις αποφάσεις του Συνεδρίου της Βιέννης.

 

Στα 1816 η αποσαφήνιση της ανατολικής πολιτικής του Τσάρου Αλέξανδρου με την ευκαιρία των διπλωματικών οδηγιών προς τον ρώσο πρέσβη στην Πόλη, Γρ. Στρογκανόφ, ακύρωσε την προσδοκία και επιδίωξη του Καποδίστρια, ότι η επίλυση του Ελληνικού ζητήματος μπορούσε να προέλθει από την ρωσική επιδίωξη ενός νέου ρωσο-τουρκικού πολέμου, τον οποίο ο Αλέξανδρος Α’ ρητά απέκλειε ως ενδεχόμενο του ορατού μέλλοντος. Παρά τις εμφατικές Καποδιστριακές διατυπώσεις, η  διπλωματική οδηγία προς τον Γρ. Στρογκανόφ, αλλά και οι λοιπές κατά καιρούς οδηγίες, ήταν να επιδιώξει ο πρέσβης την επίλυση των εκκρεμοτήτων του 1812 με διάλογο αποφεύγοντας την ολίσθηση σε εντάσεις. [xv] Ακόμη και στα 1819, ο Αλέξανδρος Α’ στην ευρύτερη θεώρηση της «προστασίας των ομόδοξων» συνέχισε να κράτα ήπιους τόνους μη ανταποκρινόμενος στις προσδοκίες υποστήριξης αλλά και στον υποβόσκοντα αναβρασμό των υποτελών στην Πύλη. [xvi]

Χωρίς να επιδιώκει να… «ελληνοποιήσει» τις ρωσικές προτεραιότητες, ο Καποδίστριας προέβλεψε πάντως, εγκαίρως, και συμβούλευσε τον Τσάρο, για το αδιέξοδο της ρωσικής διπλωματίας γύρω από τις εκκρεμότητες της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, την αύξηση των διμερών τριβών εξαιτίας της οθωμανικής αδιαλλαξίας και της παγιωμένης δυσπιστίας των άλλων Μ. Δυνάμεων για τις ρωσικές επιδιώξεις.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Στα 1826 ο Καποδίστριας, συμπλέοντας με νέα ανατολική πολιτική του Νικόλαου Α’, του υπενθύμιζε: «Αλλ’ εγώ προέβλεπον μετά βεβαιότητος ότι αι διαπραγματεύσεις του βαρώνου Στρόγανωφ θα επέφερον εν τέλει όλως αντίθετον αποτέλεσμα. Πράγματι, έπρεπε να ζητήσωμεν αφ’ ενός ικανοποίησιν και αποζημίωσιν διά την παράβασιν και την ατελή εκπλήρωσιν των άρθρων της συνθήκης άτινα αφεώρων εις τας παριστρίους ηγεμονίας και την Σερβίαν, αφ’ ετέρου δε να εύρωμεν τον τρόπον προς απόρριψιν των αξιώσεων ας η Πύλη διετύπου ως προς την επιστροφήν των επί της ασιατικής ακτής φρουρίων. Ήτο πρόδηλον ότι αι συζητήσεις, εις ας θα έδιδεν αφορμήν η αποστολή του βαρώνου Στρόγανωφ, θα ενέπνεον εις τους Τούρκους και εις τας ευρωπαϊκάς Κυβερνήσεις την υπόνοιαν, ότι η Ρωσσία αποκρύπτει τους αληθείς αυτής σκοπούς, ότι απέχει του να επιθυμή την άρσιν των δυσχεριών προς διακανόνισιν και στερέωσιν ειρηνικών σχέσεων και ότι τουναντίον ζητεί δικαιολογητικάς αιτίας προς νέας εν τω μέλλοντι εχθροπραξίας. Εν τούτοις έπρεπε να υπακούσω· αι δε οδηγίαι του βαρώνου Στρόγανωφ συνετάγησαν συμφώνως προς τας προθέσεις του Αυτοκράτορος». [xvii] Και στα 1820 ο Καποδίστριας αποτιμώντας την εφαρμογή των διπλωματικών οδηγιών του Αλέξανδρου Α’ θα γράψει ιδιωτικά στον Γρ. Στρογκάνοφ ότι «Δεν τολμώ να περιμένω μεγάλα αποτελέσματα. Επειδή κανείς δεν κατόρθωσε να πάρει κάτι από τους Τούρκους μόνο με τα λόγια. Στην ουσία εμείς δεν κάναμε τίποτε, παρά να φλυαρούμε με ανθρώπους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν τα λόγια μας». [xviii]

Θεωρούσε, επίσης, ο Καποδίστριας, ότι ο εγκλωβισμός του Τσάρου στην διεκδίκηση ενός ανέφικτου ρωσικού ρυθμιστικού ρόλου στις μετα-Ναπολεόντειες ευρωπαϊκές υποθέσεις,[xix] ακύρωνε την δυνατότητα και επιλογή μιας ρωσικής στρατιωτικής πίεσης για την προώθηση μιας ρωσικής λύσης στο Ανατολικό ζήτημα – λύσης που ο Καποδίστριας σταθερά πίστευε ότι ήταν εφικτή εντός του συστήματος της Ευρωπαϊκής «Συνεννόησης». [xx]

Όπως φαίνεται στις εισηγήσεις του, ο Καποδίστριας αποδεχόταν ότι η εθνική χειραφέτηση των ομόδοξων και η ενίσχυση της ρωσικής επιρροής στην Εγγύς Ανατολή μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς ρωσική εδαφική επέκταση και με εξισορρόπηση των διεθνών συμφερόντων μεταξύ των Μ. Δυνάμεων, αρκεί η Ρωσία να αναλάμβανε την διεθνή πρωτοβουλία των κινήσεων με μια προσεκτικά σχεδιασμένη εφαρμογή μιας ανανεωμένης ανατολικής πολιτικής της.[xxi] Ο Αλέξανδρος Α’ απέρριψε το πλαίσιο αυτής της πολιτικής και, ευρύτερα, αντιμετώπισε με ολοένα εντονότερο συντηρητικό τρόπο τα εθνικά και φιλελεύθερα αιτήματα που στην μετα-Ναπολεόντεια περίοδο εμφανίζονταν στο πολιτικό προσκήνιο της γηραιάς ηπείρου.[xxii] Δέκα χρόνια αργότερα, στα 1825, με το Ελληνικό ζήτημα πλήρως διεθνοποιημένο, ο Αλέξανδρος Α’, λίγους μήνες πριν τον θάνατο του, ήταν πλέον εντελώς έτοιμος για την αναθεώρηση της ανατολικής πολιτικής του 1816, καθώς όχι μόνο αυτή αλλά, επίσης, και η προώθηση ενός ρωσικού ρόλου στις ευρωπαϊκές υποθέσεις ως γενική επιδίωξη της εξωτερικής πολιτικής του, είχαν οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο. [xxiii]

Επί της ουσίας με τις εκτιμήσεις αυτές ο Καποδίστριας αναδείκνυε τελικά την διεθνή σημασία της ελληνικής εξέγερσης και τον καταλυτικό ρόλο που θα είχε στη μεταβολή των όρων διαχείρισης του Ανατολικού ζητήματος, που είχαν ατύπως συμφωνηθεί το Συνέδριο της Βιέννης. [xxvi]

Ο Καποδίστριας έγκαιρα αντιλήφθηκε ότι η διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος θα βασιζόταν στο γεγονός ότι, ακόμη κι αν το επιθυμούσε, η Ρωσία ήταν υποχρεωμένη να μην αγνοήσει μια ελληνική εξέγερση στο πλαίσιο των διμερών ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, καθώς η εγγενής δυσπιστία και αδιαλλαξία της Πύλης στις ρωσικές παρεμβάσεις θα οδηγούσε μοιραία σε νέα ρωσο-οθωμανική κρίση.

Η διεθνής αυτή εξέλιξη θα ενεργοποιούσε ευθέως διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις των Μ. Δυνάμεων γύρω από την διαχείριση των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων στο Ανατολικό Ζήτημα και καθιστούσε άμεσα διεθνές πρόβλημα το Ελληνικό ζήτημα ως αντικείμενο «Συνεννόησης Δυνάμεων», ειδικά μάλιστα στο πλαίσιο του προεξέχοντος αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού.

Ο Καποδίστριας είχε σαφή αντίληψη ότι «κλειδί» της αγγλο-ρωσικής συνεννόησης δεν ήταν γενικά και αόριστα η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά ειδικά το αν καταλυθεί η Οθωμανική κυριαρχία στα Στενά και επανέλθει ο ρωσικός στόλος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επιτυχής στρατιωτικά ελληνική εξέγερση θα συνέτεινε να καταστεί αναπόφευκτη η λύση του Ελληνικού ζητήματος ως μέσο εκτόνωσης της ρωσο-οθωμανικής κρίσης (η οποία, σε αντιστοιχία με τους πάγιους Καποδιστριακούς σχεδιασμούς, στα 1826 εντάθηκε με το στρατιωτικό τελεσίγραφο του τσάρου Νικόλαου Α’ στη Πύλη), και θα δημιουργούσε μια νέα βάση αγγλο-ρωσικής συνεννόησης, που συνίστατο – τουλάχιστον – στον διαχωρισμό του ελληνικού ζητήματος (και των ρωσο-οθωμανικών εκκρεμοτήτων του 1812) από την οθωμανική κυριαρχία στα Στενά (Συνθήκη Αγ. Πετρούπολης, 1826). Όπως προέβλεψε ο Καποδίστριας ήταν ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος (1828-29) που επισφράγισε την ελληνική ανεξαρτησία.

 

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

 

Συμπερασματικά:

 

Ο Καποδίστριας διαμόρφωσε βαθμιαία μια «στρατηγική αντίληψη» για το Ελληνικό ζήτημα και την προώθησε με την πράξη του: την πολιτική «Με τις Δικές μας Δυνάμεις».[xxvii]

Η μετεξέλιξη της αντίληψης του προ-επαναστατικού Καποδίστρια διαμορφώθηκε σε δύο διακριτές φάσεις:

  • Στην πρώτη φάση (1800-1816) διαχειρίστηκε την υπάρχουσα «κατάσταση» στις επιδιώξεις του ελληνικού ζητήματος στην εκάστοτε τρέχουσα συγκυρία,
  • Στην δεύτερη φάση (1817-1821) ανάπτυξε την Καποδιστριακή αντίληψη της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» για την διεθνοποίηση και προώθηση του ελληνικού ζητήματος.

Στην πρώτη φάση, επιχείρησε καταρχήν να κάνει «ορατό» το ευρύτερο ελληνικό ζήτημα ως διεθνές θέμα στο Συνέδριο της Βιέννης (1815), καθώς το ήδη διεθνές ζήτημα της Επτανήσου Πολιτείας περιήλθε υπό αγγλική προστασία. [xxviii] Μετά το Συνέδριο της Βιέννης, προσπάθησε, στην συνέχεια, εκκινώντας από την ρωσική πολιτική «προστασίας των ομόδοξων» να αξιοποιήσει την ρωσική ανάγκη εξόδου στην Μεσόγειο και να επαναφέρει το ελληνικό ζήτημα στο προσκήνιο μέσω της ρωσικής ανατολική πολιτικής,  αναγνωρίζοντας ότι χωρίς ρωσο-οθωμανικό πόλεμο δεν είναι εφικτή η προώθηση του Ελληνικού ζητήματος. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος Α’ δεν φάνηκε διατεθειμένος να επανακκινήσει την ρωσική ανατολική πολιτική, καθώς είχε πλέον διαμορφώσει στην Βιέννη στα 1815 διαφορετικές προτεραιότητες: αφ’ ενός εστιάζοντας στην Πολωνία και στο ρωσικό ρυθμιστικό ρόλο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις και αφ’ ετέρου επιλέγοντας την de facto αποδοχή της οθωμανικής ακεραιότητας.

Μετά το 1815 παρέμεινε σταθερή η ρωσική πολιτική της «προστασίας των ομόδοξων» αλλά πάντα μέσα στο πλαίσιο «διεθνούς συνεννόησης» – πρακτικά de facto υπέρ του Status Quo. Αυτό σήμαινε ότι ο Αλέξανδρος πρώτον έχει παραιτηθεί εξ ορισμού από «μονομερείς» ενέργειες έναντι της Πύλης και, συνεπώς, επιδίωκε σταθερότητα και διπλωματική λύση στις διμερείς εκκρεμότητες, και δεύτερον δεν έχει ως προτεραιότητα την ρωσική ανατολική πολιτική, την οποία περιόριζε στην διατήρηση και στην ήπια εφαρμογή του συμβατικού δικαιώματος της για «προστασία των ομόδοξων», δηλαδή στην συντήρηση των ρωσικών ερεισμάτων στον ορθόδοξο πληθυσμό. Αυτή ακριβώς ήταν η ρωσική αντίληψη για το Status Quo στην Εγγύς Ανατολή μετά το 1815, αντίληψη που, εντός συγκεκριμένων ορίων, μπορούσε να είναι de facto ανεκτή τόσο από τις λοιπές Μ. Δυνάμεις, όσο και από την Πύλη. Η Αγγλία μάλιστα πίεζε διπλωματικά την Πύλη να δείξει την απαιτούμενη ευελιξία ώστε να επιλυθούν οι ρωσο-οθωμανικές εκκρεμότητες του 1812 υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση ρήξης επί αυτών θα υποστήριζε την Ρωσία. [xxix]

Όπως και την εποχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη του εξ Απορρήτων, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του Φιραρή, του Κωνσταντίνου Υψηλάντη και του Αντωνο-Μαρία Καποδίστρια, δηλαδή μισού αιώνα προσδοκιών, η ρωσική πολιτική προτεραιοτήτων απέκλινε καθοριστικά από τις ελληνικές προτεραιότητες. Για τον Ιωάννη Καποδίστρια είχε φτάσει η ώρα της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» (1817-1821), που εγκαινιάζει την δεύτερη φάση της δράσης του προ-επαναστατικού Καποδίστρια.

 

Ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις»;

 

Η αξιοποίηση, με ελληνική πρωτοβουλία, των διεθνών αντιθέσεων για την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος έπρεπε να προέλθει έμμεσα (αξιοποίηση εσωτερικής οθωμανικής κρίσης) ή άμεσα (ελληνική εξέγερση) ή ανάλογα με την συγκυρία από τον συνδυασμό και των δύο. Σ’ όλες τις περιπτώσεις το «κλειδί» στην προώθηση του Ελληνικό ζητήματος παρέμενε η ικανότητα της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» να δημιουργήσει πρακτικά αποτελέσματα.

Ο πυρήνας της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» εστιάζονταν στην πρόκληση ρωσο-οθωμανικής κρίσης με επίκεντρο το ελληνικό ζήτημα προκειμένου να καταστεί αυτό de facto αντικείμενο διεθνούς συμβιβασμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό Ζήτημα.  Τον Ιούλιο 1821, όντας ακόμη Υπουργός Εξωτερικών του Αλέξανδρου, ο Καποδίστριας θέτει ευθέως στους εξεγερμένους Έλληνες την σημασία και προοπτική του Αγώνα στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος:

 

«Ας εννοηθώμεν μίαν φοράν δια πάντοτε περί του ουσιώδους τούτου πράγματος. Η Ρωσία απεδοκίμασε την επανάστασιν και η επανάστασις άρχισεν, ούτως η Ρωσία δεν ημπορούσε  και δεν έπρεπε μήδε να σιωπήση μηδε να επικυρώση. Ημπορεί να ενασχολήθη εις τας συνέπειας της, με σκοπόν, να τας κάμει να ευτυχήσουν; Δεν ημπορεί βέβαια, παρ’ όταν βιασθή από κραταιάν ανάγκην΄ από ανάγκην ανυπόστατον. Αυτή η ανάγκη θέλει να είσθαι κραταια και ανυπόστατος, όταν αποδειχθή, ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να επανέλθη εις την Τουρκίαν, δια μέσου τουρκικής διοικήσεως, μια κατάστασις ευσυμβίβαστος με την διατήρησιν της ειρήνης. Αν τεθή τούτον το πρόβλημα, οι Τουρκοι δεν θέλουν πολεμηθή πλέον χάριν της επαναστάσεως΄ θέλουν  πολεμηθή δια να παύση η αταξία, την οποίαν η πόρτα προκαλέιται, ακολουθούσα κατά των χριστιανών σύστημα ολέθριον και αίματος».[xxx]

 

Ο Καποδίστριας σε διάφορες περιστάσεις είχε διατυπώσει απόψεις για επιθυμητή διεθνή λύση του ελληνικού ζητήματος, παράλληλα, όμως, είχε τον πραγματισμό να αντιληφθεί ότι η λύση αυτή θα καθοριστεί από τον συνδυασμό της εμβέλειας και ικανότητας του ελληνικής εξέγερσης με τους συσχετισμούς των Μ. Δυνάμεων.

Και αυτήν η πολιτική ο Καποδίστριας εφάρμοσε και πέτυχε τα επόμενα 10 χρόνια (1817-1826).

 

***

 

Προφανώς δεν είναι δυνατόν να μελετηθεί ολοκληρωμένα ο προ-επαναστατικός Καποδίστριας χωρίς αναφορά στο πολιτικό υποκείμενο της εξέγερσης. [xxxi] Το ζήτημα αυτό εκφεύγει της διεθνολογικής εστίασης αυτής της δημοσίευσης, ωστόσο μπορούν να αναφερθούν ορισμένες ενδεικτικές επισημάνσεις. Το πολιτικό υποκείμενο της προ-επαναστατικής προετοιμασίας, στο οποία ανήκει και ο Καποδίστριας, εστιάζεται σαφέστατα στον θεωρούμενο ως κυρίως «ελληνικό γεωγραφικό χώρο», αλλά συνδέεται ευθέως (ή και εμπεριέχεται για ουσιαστικούς ή τακτικούς λόγους) με τις δυνατότητες που προσφέρει μια συγχρονισμένη και ευρύτερη εξέγερση των, υπό ρωσική επιρροή/«προστασία ομόδοξων», χριστιανικών λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της ρωσικής ικανότητας να επιδράσει στην επίλυση του ευρύτερου Ανατολικού ζητήματος – πρακτικά, δηλαδή, να επιδράσει στην απομείωση προς όφελος των χριστιανικών λαών της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ή στην ολοκληρωτική κατάλυση της.

Στα 1819, ο Καποδίστριας χαράσσει ευθέως την τομή που επιχειρεί ως προεξέχων πλέον πολιτικός ηγέτης της κυοφορούμενης επανάστασης. Πρόκειται για το επιστέγασμα του Καποδιστριακού προβληματισμού σχετικά τον αναγκαίο επαναπροσδιορισμό της μέχρι τότε προσπάθειας ελληνικής χειραφέτησης στις τότε διεθνείς περιστάσεις.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ο Καποδίστριας με την ρητή έκφραση «Ας προβούμε σε έντιμο απολογισμό των γεγονότων που σφράγισαν το μισό του αιώνα μας» θέτει μια αξιοσημείωτη κομβική χρονική αναφορά, που είναι πρωτίστως πολιτική και αναφέρεται στις δραματικές περιπέτειες στα τελευταία πενήντα χρόνια ελληνικής προσπάθειας, με προφανή αφετηρία στα 1769 με τα Ορλωφικά και την ρωσική πολιτική της Μ. Αικατερίνης. [xxxii]

Γράφοντας την Εγκύκλιο του ο Καποδίστριας, ακριβώς την εποχή που βρίσκεται μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια στην γενέτειρα του Κέρκυρα, συσπειρώνοντας με πρόσκληση του τους  «αρχηγούς της Ελλάδας» [xxxiii] και βιώνοντας τον, με αγγλο-οθωμανική σύμπραξη, εξανδραποδισμό του πληθυσμού της Πάργας από τον Αλή Πάσα, γνωρίζει σε ποιους απευθύνεται και ποιοι είναι σε θέση να αντιληφθούν πλήρως τις παραινέσεις τους. Με την Εγκύκλιο αυτή ο Καποδίστριας δεν αρκείται απλώς να δημοσιοποιήσει την τοποθέτηση που ήδη έχει εξηγήσει χωρίς αμφισημίες στις συνομιλίες του με το πλήθος των προσκαλεσμένων του στην Κέρκυρα. Άλλωστε θα ήταν μια επιφανειακή προσέγγιση του κορυφαίου αυτού κειμένου να θεωρηθεί ότι η κύρια φροντίδα του Καποδίστρια είναι να πείσει τον Αλέξανδρο Α’ ότι κινείται εντός των πολιτικών οδηγιών του κατά την παραμονή του στην Κέρκυρα. [xxxiv]

Αντίθετα, ο Καποδίστριας με την Εγκύκλιο πράττει κάτι περισσότερο από την διακήρυξη μιας τοποθέτησης: δηλώνει παρών ως ο πολιτικός ηγέτης της προ-επαναστατικής προετοιμασίας! Κάνει κριτική ιστορική ανασκόπηση, επισημαίνει καίριες πτυχές και καταθέτει μια πολιτική στρατηγική.

Η Καποδιστριακή κριτική στις προγενέστερες ηγετικές προσωπικότητες του ελληνικού εγχειρήματος είναι εύγλωττη:

«ας εμβαθύνουμε», γράφει, «με περισυλλογή στο βάθος των συνειδήσεων μας ας προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε σ’ εκείνες των συμπατριωτών μας, οι οποίοι βρέθηκαν σε θέση να μας παράσχουν κάποια υπηρεσία και που άφησαν σπουδαίες και μεγάλες ευκαιρίες για να την εκπληρώσουν και θα πεισθούμε βαθειά, πως αν υπήρχε λιγότερη αμάθεια από τη μια και λιγότερη έλλειψη ηθικού χαρακτήρα από την άλλη, τα πιο διακεκριμένα άτομα ανάμεσα στους πατέρες μας, έχοντας ευνοηθεί από τις περιστάσεις του καιρού μας, θα μας είχαν κληροδοτήσει λιγότερο προβληματικό μέλλον και την προοδευτική βελτίωση της μοίρας μας».[xxxv]

Η αναγκαστική αμφισημία, που είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί ως υπουργός εξωτερικών του Αλέξανδρου Α’ στα 1819 σ’ ένα κείμενο καταφανούς πολιτικής σκοπιμότητας, δεν αποκρύπτει τoν χαρακτήρα Καποδιστριακής αποτίμησης των πεπραγμένων του περασμένου «μισού αιώνα». Επικρίνοντας την επιλογή τους να μην προσφέρουν «υπηρεσία» υπέρ της υπόθεσης της ελληνικής χειραφέτησης («άφησαν σπουδαίες και μεγάλες ευκαιρίες για να την εκπληρώσουν»), ο Καποδίστριας εστιάζει την  έλλειψη αποτελέσματος στην «λιγότερη αμάθεια» και «λιγότερη έλλειψη ηθικού χαρακτήρα».

Η συσχέτιση των συγκεκριμένων Καποδιστριακών διατυπώσεων με το περιεχόμενο που τους προδίδει ο ίδιος στο υπόλοιπο κείμενο μπορεί να ερμηνευτούν ότι περιγράφουν έλλειψη κατανόησης συνθηκών και ωριμότητας του πολιτικού υποκειμένου και της εκάστοτε ηγεσίας του αλλά και μια ευθεία πρόσκληση για πανστρατιά και ενότητα, που θα την επαναλάβει, καίτοι ήταν ακόμη Υπουργός Εξωτερικών, με την έκρηξη της Επανάστασης με ευθύτητα γράφει στον Διονύσιο Ρώμα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Τώρα λοιπόν, αν εις την μεγάλην επιχείρησιν, περί ής πρόκειται, είναι επαρκή τα μέσα –αν η ενότης μεταξύ των ανθρώπων, οίτινες θα τα διαχειρισθούν, είναι αληθής, ειλικρινής και αδιάλυτος – έσται με την ευλογίαν του Θεού, και η υπόθεσις θα ευδοκιμησει. Οίαι δήποτε και να είναι αι δυσκολίαι θέλουσιν υπερπηδηθή. Εν εναντια περιπτώσει, θα ήτο βαρύτατον και ασυγχώρητον έγκλημα, το να εκτεθούν τόσα και τόσον πολύτιμα συμφέροντα, να οπισθοδρομήσουν τόσαι και τόσον ωραίαι ελπίδες, όπως επισύρωμεν επί της πατρίδος μας νέας έτι και σκληροτέρας πιέσεις».[xxxvi]

Στα 1819 με την πολιτική πράξη της Εγκύκλιου του ο Καποδίστριας εμφανίζεται πλέον στο πολιτικό προσκήνιο ως υπεύθυνη ηγετική προσωπικότητα, απευθύνεται και κατευθύνει την προ-επαναστατική διαδικασία. Ωστόσο, η επισταμένη μελέτη του πολιτικού υποκειμένου, στο οποίο ο προ-επαναστατικός Καποδίστριας ασκεί εμμέσως κριτική και το θεωρεί ως φορέα της προ-επαναστατικής προετοιμασίας και δράσης απαιτεί συγκεκριμένη ανάλυση, συμπληρωματική της διεθνολογικής διερεύνησης.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Paul W. Schroeder, “Did the Vienna Settlement Rest on a Balance of Power?”, The American Historical Review, Vol. 97, No. 3 (Jun., 1992), pp. 683-706

[ii] Αγγλία και Αυστρία πράγματι κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες να πείσουν τον Αλέξανδρο Α’ και τον Μαχμούτ Β’ για έναν  de jure διακανονισμό των σχέσεων τους στο πλαίσιο των διευθετήσεων της Βιέννης. Πρότειναν, μάταια, στον Σουλτάνο να δεχθεί τις ρωσικές εδαφικές αξιώσεις στην Μαύρη θάλασσα σε αντάλλαγμα να υπάρξουν διεθνείς συμβατικές εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στο Συνέδριο της Βιέννης. Ο Μαχμούτ Β’ απέρριψε ρητά τις προτάσεις Καστλρέη (Ιανουάριος 1815) με το πρόσχημα ότι στην Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) δεν υπάρχουν εκκρεμότητες που θα καθιστούσαν αναγκαία μια διεθνή μεσολάβηση μεταξύ του ίδιου και του Τσάρου. Ο Αλέξανδρος Α’ μπορούσε να είναι ικανοποιημένος με την άρνηση του Μαχμούτ Β’,  που τερμάτισε πλέον κάθε σχετική διαπραγμάτευση, καθώς επιπρόσθετα η απόδραση του Ναπολέοντα από το νησί Έλβα δημιούργησε μια ανατροπή όπου οι ρωσικές στρατιές θα καλούνταν και πάλι να παίξουν τον ρόλο τους. Σχετικά με τις παραπάνω διαπραγματεύσεις. Δες: Miroslav Sedivy, Metternich, The Great Powers and The Eastern Question, Pilsen, 2013, pp. 39-44. Αλλά και ο ίδιος ο Καποδίστριας, διαπιστώνοντας την αγγλο-αυστριακή πρόθεση για de jure  δέσμευση της ρωσικής ανατολικής πολιτικής, επικροτεί την επιλογή του Αλέξανδρου Α’ για διαχωρισμό από τους λοιπούς εδαφικούς διακανονισμούς των ζητημάτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και άρα του Ανατολικού ζητήματος, τα οποία, άλλωστε, είχαν βρει την προσωρινή ή μη ρύθμιση τους στο διμερές πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812), αλλά και την συνέστησε, όταν αιφνιδιαστικά ετέθη στο Συνέδριο της Βιέννης ένα διπλωματικό σχέδιο για την «ελεύθερη ναυσιπλοΐα» στην Μαύρη Θάλασσα. Μάλιστα, πολιτικά ιδιοφυής, ο Καποδίστριας δέκα χρόνια μετά την Βιέννη (1815) στο Υπόμνημα (1826) σκόπιμα αναφέρεται διεξοδικά στο θέμα αυτό (όπως και σ’ άλλα ζητήματα) προς νέο τσάρο Νικόλαο Α’, καταφανώς υπογραμμίζοντας την ταυτότητα με την τρέχουσα ανανεωμένη ρωσική ανατολική πολιτική του διαδόχου του Αλεξάνδρου Α’ των τότε δικών απόψεων και επισημαίνει:

«Εις μίαν των ακροάσεων τούτων η Αυτού Μεγαλειότης μοι ανεκοίνωσε σχέδιον περί της ελευθέρας ναυσιπλοΐας εν τω Ευξείνω. Προετείνετο εν αυτώ προς την Αυτού Μεγαλειότητα να αναγράψη το μέγα τούτο και γενικής ωφελείας ζήτημα εις τα θέματα του συνεδρίου. «Μήπως το σχέδιον τούτο κρύπτει τι επί πλέον;» μοι είπεν ο Αυτοκράτωρ. «Τίποτε ολιγώτερον, Μεγαλειότατε, από την επέμβασιν της Ευρώπης εις τας προς την Τουρκίαν σχέσεις Υμών.» Εξετάζων το ζήτημα τούτο μετά της Αυτού Μεγαλειότητος έλαβον το θάρρος να υπομνήσω τας εκθέσεις των στρατηγών παρ’ οις υπηρέτησα περί της οικτράς θέσεως εις ην η συνθήκη του Βουκουρεστίου κατέλιπε τα μεγάλα συμφέροντα της Ρωσσίας και των ομοδόξων της εν Ανατολή. Ο Αυτοκράτωρ μοι είπε: «Κάθε πράγμα εις τον καιρόν του. Ας τελειώσωμεν το εν Βιέννη έργον μας. Ας προσπαθήσωμεν να το τελειώσωμεν καλώς και έπειτα θα ασχοληθώμεν και με τα άλλα ζητήματα.» (υπογραμμίσεις δικές μου)

Ιωάννης Καποδίστριας, «Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 22 http://62.217.127.123/~jkok/kapodistrias/ arheion_ioannou_kapodistria__t__a__-b-1*3.html

[iii] Ενδεικτικά ο άγγλος πρέσβης στην Αγ. Πετρούπολη, Λόρδος Κάτχερτ, στο υπουργό εξωτερικών Κάστλρεη: «Ο Αυτοκράτορας αντιλαμβάνεται πλήρως την έκταση της ισχύος που στρατιωτική προπαρασκευή θέτει στα χέρια του. Αγαπά τον στρατό του και είναι περήφανος για αυτόν. … Αναζήτησα λεπτομέρειες για το προτεινόμενο ζήτημα της μείωσης δυνάμεων. … Δεν διαπίστωσα κανένα σχέδιο περικοπών να έχει ζητηθεί από διάφορους υπουργούς. Η συνέχιση της παραμονής τους κοντά στα σύνορα δηλώνεται ότι σκοπό έχει την συντήρηση τους από τις υποδομές που έχουν σχηματιστεί εκεί και ότι από οικονομικής πλευράς είναι καλύτερο να συντηρούνται επί τόπου αντί να μεταφερθούν στο εσωτερικό με τα στρατεύματα ή να διατεθούν σε πώληση».

Δες: «Lord Catheart to Lord Castlereagh, St. Petersburg, July 1-13, 1816», Charles Marquees of Londonderry, Correspondence, dispatches and other Papers of Viscount Castlereagh, Vol 11, London 1853, p. 263 &  pp. 266-267.

[iv] Πράγματι, ο Γκενζ έγραφε ρητά ότι: «ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας είναι σήμερα ο μοναδικός μονάρχης σε θέση να πραγματοποιήσει αχανείς επιχειρήσεις. Είναι επικεφαλής του μοναδικού αποτελεσματικού στρατού στην Ευρώπη. Τίποτε δεν μπορεί να αντισταθεί στο πλήγμα αυτού του στρατού. Κανένα εμπόδιο που δεσμεύει τις βουλήσεις των άλλων μοναρχών, όπως συνταγματικές νομοθεσίες, κοινή γνώμη και ούτω καθεξής, υπάρχουν για αυτόν. Ότι τον ευχαριστεί να αποφασίσει σήμερα, έχει την ισχύ να το πραγματοποιήσει αύριο». Στο O.J. Frederiksen, “Alexander I and His League to End Wars”, The Russian Review, Vol 3, no 1, Autumn, 1943, p. 19

[v] Alexander Bitis, Τhe Russian Army and the Eastern Question, 1821-1834, PhD, LSE, 2000, pp. 113-119

[vi]  Οι ευρωπαϊκές επιδιώξεις της Ρωσίας ήταν αναπόσπαστο μέρος των αντιθέσεων των Μ. Δυνάμεων, τόσο για την εφαρμογή της Συνθηκών, όσο για την αντιμετώπιση της διεθνούς αστάθειας και ρευστότητας. Ιδιαίτερα, Ρωσία και Αγγλία σχεδόν σ’ όλα τα διπλωματικά πεδία βρίσκονταν σε αντιμαχόμενες πλευρές. «Στην Γαλλία, αν και μέσω των Πρέσβεων τους», παρατηρεί ο Webster, «ήταν ανταγωνιστές, όμως η Ρωσία και η Βρετανία είχαν ίδια τοποθέτηση – την εδραίωση της μοναρχικής παλινόρθωσης. Αλλά σχεδόν παντού αλλού στην Ευρώπη στην διάρκεια των τριών αυτών χρόνων [1815-1818] οι πολιτικές τους βρίσκονταν σε σύγκρουση. Ο Τσάρος, ή τουλάχιστον μερικοί από τους υπηρετούντες σ’ αυτόν, ενεπλάκησαν σε πολυσχιδείς ενέργειες, οι οποίες ήταν σ’ όλες σχεδόν τις περιπτώσεις εχθρικές στην Βρετανία. Ήταν μια διπλωματική μονομαχία ανάμεσα στα δύο κράτη, η οποία εκτείνονταν σε μια μεγάλη περιοχή. Στο Παρίσι εμφανίζονταν ως ανταγωνιστές για την εύνοια του Λουδοβίκου 18ου, στην Μαδρίτη υπήρξε μία άγρια αντιπαράθεση από την οποία κρίνονταν μεγάλα ζητήματα, στην Ιταλία και στην Γερμανία η Βρετανία υποστήριξε την Αυστριακή επιρροή σε βάρος της Ρωσικής, στην Κωνσταντινούπολη ήταν σχεδόν ανοικτά παραδεκτές οι αποκλίσεις των απόψεων τους, η αντιπαράθεση επεκτείνονταν στην Ασία και ο αγώνας για την Περσία είχε ήδη αρχίσει. … Αυτός ήταν ένας ολοκληρωτικά νέος ρόλος για να παίξει η Ρωσία. Πριν την Γαλλική Επανάσταση αυτή … δεν είχε σχέσεις με την Δυτική Ευρώπη. … Τώρα η επιρροή της ήταν μέγιστη, και προφανώς αυξανόμενη στις μισές Αυλές της Ευρώπης, και τα όργανα της ήταν εμπλεκόμενα στην υποδαύλιση αναταράξεων σ’ όλη την Δύση».  C. K. Webster, The Foreign Policy of Castlereagh, 1815-1882, London, 1925, p.  88

[vii] Η εσπευσμένη συνομολόγηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1812) ήταν προϊόν αδήριτης ρωσικής αναγκαιότητας. Αν και η Ρωσία, μετά τις νίκες του Κουτούζοφ, επέσπευσε τον τερματισμό του ρωσο-οθωμανικού πολέμου λόγω της αναμενόμενη γαλλικής απειλής, η Συνθήκη, που υπογράφηκε μόλις δεκατρείς μέρες πριν την έναρξη της ρωσικής εισβολής του Ναπολέοντα, ανέδειξε την  Ρωσία σε ισχυρή δύναμη στον Δούναβη και στην Μαύρη θάλασσα. Σύμφωνα με την Συνθήκη η Ρωσία αποσύρθηκε στρατιωτικά από τις Ηγεμονίες διατηρώντας τα προηγούμενα συμβατικά δικαιώματα της στο διοικητικό καθεστώς της και η Πύλη αναγνώρισε την ρωσική προσάρτηση της Βεσσαραβίας. Επίσης υπογράφηκε εκεχειρία με τους από τα 1804 εξεγερμένους Σέρβους και δόθηκε καθεστώς αυτονομίας στη Σερβία, ωστόσο με την αποχώρηση της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας οι σερβο-οθωμανικές σχέσεις επιδεινώθηκαν ραγδαία και ο Σουλτάνος προχώρησε σε βίαιη καταστολή των εξεγερμένων, χωρίς η Ρωσία (λόγω της γαλλικής εισβολής) να είναι σε θέση να αντιδράσει. Στην Μαύρη θάλασσα, η Πύλη παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της στην δυτική Γεωργία, ενώ η Ρωσία της επέστρεψε σχεδόν ότι είχε χάσει στα ανατολικά (Poti, Anapa και Akhalkalali) διατηρώντας όμως το Sukhum-Kale στις ακτές της Αμπχαζίας αλλά αρνούμενη την παράδοση πίσω στην Πύλη κατακτημένων οχυρών θέσεων. Δες: John F. Baddeley, The Russian conquest of the Caucasus, London, New York, Bombay, Calcutta: Longmans, Green and Co., 1908, Andrew Robarts, «Treaty of Bucharest» στο Ágoston, Gábor; Masters, Bruce, Encyclopedia of the Ottoman Empire, 2009, p. 94

[viii] Το συμβατικό δικαίωμα της Ρωσίας στην «προστασία ομόδοξων χριστιανών» εδράζεται στα άρθρα 7 και 14 της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) ως συνέπεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768-74), αλλά συνάγεται και από το σύνολο των δικαιωμάτων που παρείχε η Συνθήκη στους ομόδοξους στις Ηγεμονίες, στον Μοριά και στα νησιά του Αιγαίου. Στα συγκεκριμένα αυτά άρθρα προβλέπεται το σχετικό ρωσικό δικαίωμα, ένα νομικό ζήτημα που οι διάφορες ενδιαφερόμενες πλευρές σε διάφορες συγκυρίες (όπως η Ελληνική Επανάσταση ή ο Κριμαϊκός πόλεμος) για διπλωματικούς λόγους της συγκυρίας έδιναν είτε ευρύτατο ή στενότερο περιεχόμενο. Για παράδειγμα, ο Μέττερνιχ αναλύοντας την Συνθήκη θεωρούσε ότι η συμβατική υποχρέωση της Πύλης να επιτρέψει για πρώτη φορά την ίδρυση ορθόδοξης εκκλησίας για τους χριστιανούς στην Πόλη υπό την προστασία της Ρωσίας εξαντλούσε μόνο εκεί περιοριστικά το ρωσικό δικαίωμα επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις υπέρ των ομόδοξων της, δες: “Metternichs Dispatch to Prince Esterhazy, March 17, 1822”, στο Paul Schroeder, Metternichs Diplomacy at its Zenith (New York, 1969), p. 188. Ωστόσο, ακόμη και στο ειδικό, αλλά εξέχοντος πολιτικού συμβολισμού, θέματος της ανέγερσης εκκλησίας μέσα στην ίδια την Πόλη η συμβατική δέσμευση της Πύλης δεν μπορεί να αγνοηθεί, δες: Roderic H. Davison,”TheDosografaChurch in the Treaty of Küçük Kaynarca:, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, Vol. 42, No. 1, 1979. Θα μπορούσε ορθά να υποστηριχθεί, επισημαίνει εύστοχα ο Davison, ότι η Ρωσία δεν χρειαζόταν καθόλου να ενεργήσει βάσει των Συνθηκών ως προστάτης των χριστιανών, και αυτό το επιχείρημα, εκφράζεται σε ρωσικές δηλώσεις του 1853 όπου ο Βαρόνος Brunnow, ρώσος πρέσβης στο Λονδίνο, έγραψε ιδιωτικά στον Πρίγκιπα Menshikov και τον Κόμη Nesselrode: «Η Ρωσία είναι ισχυρή, η Τουρκία είναι αδύναμη, αυτό είναι το προοίμιο όλων των Συνθηκών μας«. Letter of March 21/April 2, 1853, F. F; de Martens, ed., Recueil des Traites et Conventions Conclus par la Russie, 15 vols, St. Petersburg, 1874-1909, 12:311. Αλλά και ο ίδιος ο Nesselrode έγραψε αμέσως μετά: «Το δικαίωμα της Ρωσίας στηρίζεται σε ένα αναμφισβήτητο γεγονός: 50 εκατομμύρια ορθόδοξοι Ρώσοι δεν μπορούν να παραμείνουν αδιάφοροι στην τύχη 12 εκατομμυρίων ορθόδοξων υπηκόων του Σουλτάνου «, Nesselrode to Brunnow, April 20/May 2, 1853, παρατίθενται στο: Roteric Η. Davison, ʺRussian skill and Turkish imbecility: Τhe treaty of Kuchuk Kainardji reconsidered”, Slavic Review, 25, 1976 

[ix] «Την βαθιά ριζωμένη καχυποψία της Πύλης για την πολιτική της Ρωσίας» επισημαίνει ο Άρς, «προσπαθούσε με κάθε τρόπο να συντηρήσει η ευρωπαϊκή διπλωματία, ιδίως εκείνη της Αγγλίας και της Αυστρίας», οπ. π. σελ. 117

[x] Γριγκόρι Άρς, Ο Ιωάννης Καποδίστριας στην Ρωσία, Αθήνα 2015, σελ.116

[xi] Το σχετικό απόσπασμα οδηγιών από ρωσικά αρχεία παρατίθεται στον οπ. π. σελ. 116 (υπογραμμίσεις δικές μου).

[xii] οπ. π. σελ. 116 (υπογραμμίσεις δικές μου)

[xiii] οπ. π. σελ. 116 (υπογραμμίσεις δικές μου)

[xiv] οπ. π. σελ. 117 (υπογραμμίσεις δικές μου)

[xv] Απορρίπτοντας την σχετική εισήγηση του Ι. Καποδίστρια για την ρωσική ανατολική πολιτική, ο Αλέξανδρος έθεσε το δικό του πλαίσιο: «Αι σκέψεις αύται είναι πολύ λογικαί, αλλά διά να εκτελέση τις τι πρέπει να προσφύγη εις το τηλεβόλον, τούθ’ όπερ δεν επιθυμώ. Αρκετούς πολέμους έσχομεν επί του Δουνάβεως· οι δε τοιούτοι πόλεμοι επιδρούν κακώς επί του ηθικού των στρατευμάτων. Του τελευταίου τούτου σείς ο ίδιος υπήρξατε μάρτυς. Αφ’ ετέρου η ειρήνη της Ευρώπης δεν έχει εισέτι στερεωθή, οι δε υποκινηταί των επαναστάσεων ουδέν θα επεθύμουν τόσον όσον να με ιδούν εις ρήξιν προς τους Τούρκους. Καλή ή κακή, η σύμβασις του Βουκουρεστίου πρέπει να τηρηθή. Πρέπει να την δεχθώμεν και να προσπαθήσωμεν να ωφεληθώμεν εξ αυτής όσον το δυνατόν περισσότερον, ίνα προξενήσωμεν κάτι καλόν εις τας παριστρίους ηγεμονίας και εις τους Σέρβους και ιδίως ίνα οι Τούρκοι μη μας ενοχλούν διά των αξιώσεων αυτών επί της ασιατικής ακτής. Υπό το πνεύμα τούτο συνιστώ να ασχοληθήτε με την αποστολήν του κ. Στρόγανωφ», «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 34

[xvi] Στα 1819, παραμονές της ιστορικής επίσκεψης του Καποδίστρια στην γενέτειρα του Κέρκυρα, ο ίδιος ο Καποδίστριας αναφέρει τις ρητές οδηγίες του Τσάρου: «…Σας συνιστώ να μη εξέλθετε της πορείας ην ακολουθούμεν. Προσπαθήσατε να φέρετε την γαλήνην εις την πατρίδα σας. Δώσατε εις τους Επτανησίους και δι’ αυτών εις τους λοιπούς Έλληνας να εννοήσουν ότι πρέπει να είναι λογικοί. Επιθυμώ βεβαίως να συντελέσω εις την καλυτέρευσιν της τύχης των, αλλ’ επί τη βάσει των συνθηκών. Ο Κόσμος έχει ανάγκην ησυχίας. Ταύτην δυνάμεθα να εξασφαλίσωμεν μόνον διά της ενώσεως μεταξύ των ευρωπαϊκών Κυβερνήσεων. Ο δε μέγας ούτος καρπός των προσπαθειών μας θα εξηφανίζετο ευθύς ως τα εν Ανατολή συμφέροντα ήθελον ρίψει το σπέρμα της διχονοίας εις το μέσον ημών. Πρέπει συνεπώς να αφήσωμεν τα πράγματα ως έχουν και να περιορισθώμεν να πράξωμεν ιδιαιτέρως υπέρ των Ελλήνων ό,τι καλόν δυνηθώμεν, αλλά χωρίς διά τούτο να τους ενθαρρύνωμεν να περιμένουν από Εμέ ό,τι αυτήν την στιγμήν δεν έχω την δυνατότητα να πράξω υπέρ αυτών». «Επισκόπηση»,  Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 51

[xvii] «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 35

[xviii] Το σχετικό απόσπασμα της αλληλογραφίας Καποδίστρια  από ρωσικά αρχεία παρατίθεται στον Γρ. Άρς, οπ. π. σελ. 118

[xix] Μέχρι το Συνέδριο του Αίξ-λα-Σαπέλ (1818) ο Αλέξανδρος επεδίωκε να εμπεδώσει την επιρροή του σε κάθε σχεδόν ευρωπαϊκό θέμα προσπαθώντας να αξιοποιήσει κάθε παρουσιαζόμενη ευκαιρία. «Στην Γερμανία», για παράδειγμα επισημαίνει ο Webster, «ο Κάστλρεη επίσης υποστήριζε γενικά την πολιτική Μέττερνιχ εναντίον του Τσάρου. Στην Τελική Πράξη της Βιέννης μόνο το περίγραμμα της Γερμανικής Συνομοσπονδίας είχε διευθετηθεί. Οι λεπτομέρειες παρέμειναν να διευκρινιστούν και πολλά βασίζονταν σ’ αυτές. Πόσο επέτρεπε η Συνομοσπονδία στα μέλη της να ακολουθούν την δική τους εξωτερική και εσωτερική πολιτική; Θα ήταν εφικτό τα μικρότερα κράτη να εξαναγκαστούν σε υποταγή στην Αυστρο-Πρωσική ηγεμονία, ειδικότερα οι περισσότερο Φιλελεύθερες Δυνάμεις του Νότου; Ούτε η Ρωσία, ούτε η Γαλλία επιθυμούσαν να δουν μια ισχυρή και ενωμένη Κεντρική Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, ο Κάστλρεη την θεωρούσε ως ουσιαστική για την σταθερότητα στην ήπειρο, και για να πετύχει αυτόν τον σκοπό ευνοούσε πάντα την προσέγγιση Πρωσίας και Αυστρίας. Επομένως, η Βρετανική επιρροή  σχεδόν πάντα ασκείτο υπέρ της Αυστριακής πλευράς», το C. K. Webster, p. 116. «Και στην περίπτωση αυτή», συμπεραίνει ο Webster «ήταν δυνατόν να φανταστεί κανείς την ύπαρξη ενός ρωσικού σχεδίου για να εδραιωθεί μια ρωσική ηγεμονία στην Γερμανία ή τουλάχιστον για να εμποδιστεί η Αυστρία να υλοποιήσει την δική της», στο C. K. Webster, p. 95. Από αυτήν, την γενικότερη, σκοπιά φαινόταν ότι οι προβλέψεις του Καποδίστρια το 1815 δικαιωνόταν σχετικά με «το συμπέρασμα εις το οποίον ωδήγει αναγκαίως η ανάλυσις της συνθήκης ταύτης [των Παρισίων]», ότι δηλαδή γενικότερα οι διακανονισμοί στο Παρίσι και στη Βιέννη αντανακλούσαν εμπεδωμένους συσχετισμούς μεταξύ των Μ. Δυνάμεων και ότι «η θέσις των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων δεν θα ήτο πλέον επί ίσοις όροις», στο «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 20

[xx] Όπως σημειώνει και ο Webster: «Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη η Ρωσία είχε, φυσικά, πάγια και έννομα συμφέροντα. Ο Σουλτάνος το 1815 είχε ανόητα απορρίψει την εγγύηση που ο Κάστλρεη είχε προτείνει στην Βιέννη, και υπήρχαν πολλά εκκρεμή ζητήματα μεταξύ Πύλης και Ρωσίας», στο C. K. Webster, p. 96

[xxi] Ο Καποδίστριας εισηγήθηκε σχετικά με το περιεχόμενο των διπλωματικών οδηγιών στον νέο πρέσβη στην πύλη, Γρ. Στρογκανόφ, διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο: «Αντί να αποσταλή ούτος, Μεγαλειότατε, όπως διαπραγματευθή την εκτέλεσιν ανερφαμόστου συνθήκης, ας λάβωμεν ως αφετηρίαν την διακοίνωσιν ην ο αρχιστράτηγος του στρατού του Δουνάβεως64 επέδωσεν εις τον Μέγαν Βεζύρην κατά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της συνθήκης ταύτης. Η διακοίνωσις αύτη εδήλου εις την Πύλην, ότι εάν δεν ενεργήση από κοινού μετά της Ρωσσίας κατά του Ναπολέοντος, η συνθήκη θα είναι άκυρος. Παρά την δήλωσιν ταύτην όμως, η Πύλη διετήρησε πάντοτε τας φιλικάς και στενάς αυτής προς τον Βοναπάρτην σχέσεις. Ώστε μόνη της διεκινούνευσε την ακύρωσιν της συνθήκης του Βουκουρεστίου. Επομένως η Ρωσσία δικαιούται να προτείνη εις τους Τούρκους νέαν συνθήκην ειρήνης, συνοδεύουσα δε την πρότασίν της διά στρατιωτικής κινήσεως εις τα σύνορα και εν τω Ευξείνω, δύναται να είναι βέβαια ότι οι Τούρκοι θα παραδεχθούν ταύτην. Ούτω θα δυνηθή τέλος η Ρωσσία να απαλλάξη διά παντός τους Μολδαβούς, τους Βλάχους και τους Σέρβους από της αυθαιρέτου και καταθλιπτικής διοικήσεως ήτις τους καταπιέζει. Η Μολδαβία, η Βλαχία και η Σερβία δεν δύνανται άρα γε να σχηματίσουν τρεις ομοσπόνδους ηγεμονίας, κυβερνωμένας υπό ηγεμόνων εκ τριών διαφόρων δυναστειών, οίτινες δύνανται να εκλεγούν εκ των ηγεμονικών οίκων της Γερμανίας, ίνα ούτω συμβιβασθούν πάντα τα συμφέροντα και αρθή πάσα αφορμή ζηλοτυπίας; Διά να μη στερηθή δε η Πύλη των δικαιωμάτων αυτής, δύναται να απονεμηθή εις αυτήν, ως κυρίαρχον Δύναμιν, το δικαίωμα του προμηθεύεσθαι διά την Κωνσταντινούπολή ζωοτροφίας εκ των τριών τούτων ηγεμονιών επί μέτρια τιμή. Εξ άλλου δε, ίνα εξασφαλισθή εις τας ηγεμονίας ταύτας ύπαρξις ευρωπαϊκή, δύνανται να τεθούν αύται υπό την εγγύησιν ου μόνον της Ρωσσίας και της Αυστρίας, αλλ’ επί πλέον, εάν δεήση, και της Αγγλίας και της Γαλλίας». «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, οπ. π. σελ. 33

[xxii] Όπως επισημαίνει ο Τ. Κανδηλώρος, σε επιστολή της από την Βαϊμάρη στον Καποδίστρια ήδη στα τέλη 1817, η Ρωξάνδρα Στρούντζα, πάντα ενήμερη για τα τεκταινόμενα της τσαρικής Αυλής, «τον βεβαιοί ότι εσχημάτισε πλέον γνώμην, ότι οΤσάρος προστατεύει τον δεσποτισμόν της Ιεράς Εξετάσεως του Βασιλέως της ισπανίας, πολέμών τα δίκαιο του ανθρώπου εις τας εν Αμερικη Ισπανικάς κτήσεις», στο Τάκης Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρία,1814-1821, σελ. 166.  Η ραγδαία στροφή στον συντηρητισμό που έχει επισημανθεί από όλους τους μελετητές της περιόδου δεν οφείλεται μόνο στην όποια καθεστωτική απειλή θεωρούσε ότι αντιπροσώπευε ο «καρμποναρισμός» και στην μυστικιστική θρησκευτική ροπή της αποστολής των Ηγεμόνων. Ο Αλέξανδρος Α’, μετά την αποτυχία του διπλωματικού εγχειρήματος του Συνεδρίου του Άαχεν, όπου οι «πανευρωπαϊκές» φιλελεύθερες προτάσεις του Ι. Καποδίστρια αποτελούσαν το όχημα εμπέδωσης του ποθητού ρωσικού ευρωπαϊκού ρόλου με την de Jure  αναίρεση των περιορισμών της Βιέννης (1815), φαίνεται ότι επιχειρούσε να δώσει έναν νέο περιεχόμενο στον ρωσικό ευρωπαϊκό ρόλο: αυτόν του εγγυητή της καθεστηκυίας ευρωπαϊκής τάξης με όχημα την ενεργοποίηση της Ιεράς Συμμαχίας, την οποία οι λοιπές Μ. Δυνάμεις είχαν μέχρι το 1819 απονεκρώσει και που τώρα οι ανάγκες πρωτίστως αυστριακής σταθεροποίησης του Μέτερνιχ (αλλά όχι της Αγγλίας του Καστλρέη και προπάντων του Γ. Καννιγκ)  χρησιμοποιούνταν για να ρυμουλκήσουν την διπλωματική (αλλά όχι στρατιωτική) ρωσική υποστήριξη στις επιδιώξεις τους σε Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία. Οι ανυπέρβλητες δυσκολίες της ρωσικής διπλωματίας στις διαπραγματεύσεις της Βιέννης, και ιδιαίτερα οι τελικές διευθετήσεις, οδήγησαν τον Αλέξανδρο Α’ να επιχειρήσει την σύναψη μιας παράλληλης Συνθήκης, την Ιερά Συμμαχία, που θα διαμόρφωνε έναν περισσότερο ευνοϊκό διπλωματικό πλαίσιο για την προώθηση ενός ευρωπαϊκού ρωσικού ρόλου. Την ευκαιρία παρείχε η επιδίωξη του Κάστλρεη για μια συμπληρωματική Συνθήκη Συμμαχίας που θα απέτρεπε εσωτερικές γαλλικές εξελίξεις να απειλήσουν εκ νέου την ευρωπαϊκή ασφάλεια, όπως συνέβη με τις επιπτώσεις της απόδρασης του Ναπολέοντα από το νησί Έλβα. Ο Αλέξανδρος Α’ κατέφυγε τότε σ’ έναν διπλωματικό ελιγμό ενώ επιχειρούσε ήδη να εισάγει την «αρχή της νομιμότητας» στο σχέδιο της νέας Συνθήκης αποτυγχάνοντας όμως, λόγω της αντίθεσης του Κάστλρεη, να γίνουν δεκτές εκτεταμένες διεθνείς δεσμεύσεις στην Συνθήκη Συμμαχίας της 20ης Νοεμβρίου 1815. Ο Καποδίστριας υπενθυμίζει τις περιστάσεις ρωσικού διπλωματικού ελιγμού γράφοντας ότι «Κατά την εν Παρισίοις διαμονήν Της η Αυτού Μεγαλειότης συνέταξεν αυτοπροσώπως την συνθήκην της 14/ 26 Σεπτεμβρίου, την μετά ταύτα κληθείσαν ΙεράνΣυμμαχίαν. Ο Αυτοκράτωρ διετύπωσε το σχέδιον της συνθήκης ιδιοχείρως διά μολυβδίδος. Εγχειρίζων μοι τούτο ο Αυτοκράτωρ με διέταξε να σκεφθώ επ’ αυτού και να υποβάλω τας παρατηρήσεις μου. Την επαύριον έλαβον το θάρρος να είπω Αυτώ ότι τα χρονικά της διπλωματίας δεν παρουσίαζον παρόμοιον έγγραφον και ότι η Αυτού Μεγαλειότης, συμφώνως με τα αρχάς Της, ηδύνατο να διατυπώση τας κυρίας γραμμάς ουχί εν συνθήκη αλλ’ εν διακοινώσει ή διαγγέλματι. Ο Αυτοκράτωρ εξετάσας τας ενστάσεις μου μοι απήντησεν ότι η απόφασίς Του είναι ειλημμένη και ότι αναλαμβάνει Αυτός όπως υπογράψουν την συνθήκην ταύτην οι σύμμαχοί Του, ο Αυτοκράτωρ της Αυστρίας και ο Βασιλεύς της Πρωσσίας. Όσον δ’ αφορά την Γαλλίαν, την Αγγλίαν και τας άλλας Κυβερνήσεις, «τούτο θα είναι», είπε τότε ο Αυτοκράτωρ, «έργον ιδικόν σας». Την μεθεπομένην η συνθήκη πράγματι υπεγράφη υπό του Αυτοκράτορος της Αυστρίας και του Βασιλέως της Πρωσσίας. Ο Βασιλεύς της Γαλλίας προσεχώρησε πλήρως εις αυτήν. Η Αγγλική Κυβέρνησις δεν εδέχθη την γενομένην αυτή πρότασιν, διά λόγους, ως ισχυρίσθη, κοινοβουλευτικής σκοπιμότητας», δες: «Επισκόπηση», οπ. π. σελ. 28 (υπογραμμίσεις δικές μου). Στην προσέγγιση του Αλέξανδρου Α’ για ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων αναδεικνύονταν δύο αλληλένδετες όψεις: η διπλωματική επιδίωξη ενός ρωσικού ρυθμιστικού ρόλου στις ευρωπαϊκές υποθέσεις και η συνεχής απόπειρα de jure θεσμοθέτησης των ad hoc διαδικασιών Διεθνούς Συνεννόησης μεταξύ των συμμάχων της Τετραμερούς και αργότερα της Πενταμερούς Συμμαχίας αλλά και των εταίρων του στην «Ιερά Συμμαχία» στην βάση της «μοναρχικής αλληλεγγύης». Επαναφέροντας την Ιερά Συμμαχία στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, ο Αλέξανδρος Α’ προσέγγιζε την «μοναρχική αλληλεγγύη» με ξεχωριστό τρόπο. Καταρχήν, ο Αλέξανδρος Α’ αναγνώριζε ότι κάθε Μ. Δύναμη είχε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, τα οποία ήταν αντικείμενο διεθνούς συνεννόησης και «μοναρχικής αλληλεγγύης» αλλά στην βάση της αμοιβαιότητας αναφορικά με ανάλογα ρωσικά ενδιαφέροντα. Δεύτερον, ο Τσάρος αντιλαμβανόταν ότι η καθεστωτική βάση της «μοναρχικής αλληλεγγύης» εστιαζόταν σε δυο διαστάσεις, ήτοι στην «αρχή της νομιμότητας» που εξέφραζε ο Μονάρχης και στους εδαφικούς διακανονισμούς της μετα-Ναπολεόντειας Ευρώπης. Η πρώτη διάσταση αφορούσε την απάντηση της «μοναρχικής αλληλεγγύης» στην πρόκληση των συνταγματικών και εθνικών κινημάτων της Δυτικής Ευρώπης, όπου οι αντιδράσεις των Μ. Δυνάμεων στην εκάστοτε περίπτωση ακολουθούν η κάθε μία τις δικές της επιδιώξεις με όριο την διατήρηση της «ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων» της Βιέννης, που αποτελούσε την βάση της ad hoc Συνεννόησης Δυνάμεων. Η δεύτερη διάσταση άγγιζε δύο ρωσικού ενδιαφέροντος ζητήματα που παρέμειναν στην διακριτική μεταχείριση της Ρωσίας και πρακτικά αφορούσαν αφενός το κατά πόσο η «μοναρχική αλληλεγγύη» περιλάμβανε και τον Σουλτάνο και αφετέρου το κατά πόσο το ευρωπαϊκό status quo περιλάμβανε την οθωμανική επικράτεια. O Κάστλρεη αποκάλεσε την «Ιερά Συμμαχία» «ένα χαρτί υπέρτατου μυστικισμού και ανοησίας» και ο Μέττερνιχ «ένα ηχηρό τίποτε», δες: O.J. Frederiksen, οπ. π. σελ. 17. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1820, οι περιστάσεις θα αναγκάσουν τον πρώτο σε διπλωματική αναδίπλωση και τον δεύτερο να προσφύγει, προσχηματικά έστω, σε διπλωματική σύμπλευση με τον Τσάρο αποδεχόμενος de facto το Πρωτόκολλο του Τροππάου, δηλ. τις «αρχές της νομιμότητας» και της «μοναρχικής αλληλεγγύης» της «Ιεράς Συμμαχίας». Στα 1821, και ο ίδιος ο Κάστλρεη, αντιμέτωπος με την Ελληνική Επανάσταση, θα αναγκαστεί, παρελκυστικά βέβαια, σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Α’ να επικαλεστεί αυτές τις αρχές που ο ίδιος είχε καταδικάσει. «Είμαι βέβαιος ότι τα φοβερά γεγονότα τα οποία βασανίζουν το μέρος αυτό της Ευρώπης … δεν προέρχονται αποκλειστικά από τα συγκρουσιακά  και εύφλεκτα στοιχεία που συνθέτουν την Τουρκική Αυτοκρατορία αλλά σχηματίζουν ένα κλάδο από εκείνο το οργανωμένο πνεύμα εξεγέρσεων, το οποίο συστηματικά προπαγανδίζεται μέσα στην Ευρώπη και το οποίο εκρήγνυται οπουδήποτε το χέρι της κυβερνητικής ισχύος, για οποιονδήποτε λόγο εξασθενίζει. … Οποιοσδήποτε βαθμός απόκλιση απόψεων μπορεί να συνέβησαν στις πρόσφατες συνομιλίες για αφαιρετικές θεωρίες του διεθνούς δικαίου και οποιαδήποτε θέση της Βρετανικής Κυβέρνησης μπορεί τελευταία να διαφοροποιήθηκε από εκείνη των τριών Συμμαχικών Αυλών, με την υιοθέτηση μιας γραμμής ουδετερότητας την οποία ο Βασιλεύς θεώρησε απαραίτητη αναφορικά με τις Ιταλικές υποθέσεις … το παρόν Ευρωπαϊκό σύστημα, τοιουτοτρόπως επιμελώς και ευφυώς διοικούμενο, θα συνεχίσει να υφίσταται προς όφελος της ασφάλειας και εμπιστοσύνης της Ευρώπης. … ενώ δεν μπορούμε να αρνηθούμε στους Έλληνες την συμπάθεια και την συμπόνια μας, αυτοί ήταν οι επιτιθέμενοι στην παρούσα περίσταση», δες: ”The Marquess of Marquees of Londonderry to his Imperial Majesty the Emperor of all the RussiasForeign Office, London, July 16, 1821” στο Charles Marquees of Londonderry, οπ. π., pp. 403-408. Οι χειρισμοί Μέττερνιχ και Κάστλρεη στις αναφυόμενες περιστάσεις αστάθειας της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων ήταν απόλυτα συνεπείς τόσο στις επιμέρους πολιτικές επιδιώξεις του καθενός, όσο και στην συναντίληψη τους για τις μετα-Ναπολεόντειες ευρωπαϊκές σχέσεις.

[xxiii] Ο Αλέξανδρος Α’, απογοητευμένος από τους συμμάχους του για την στάση τους στις ρωσο-οθωμανικές σχέσεις, ανέφερε πικραμένος στον Νεσσελρόντε: «Η τουρκική ισχύ θρυμματίζεται, το μαρτύριο είναι περισσότερο ή λιγότερο μεγάλο αλλά είναι καταδικασμένη σε θάνατο. Είμαι ακόμη εδώ, οπλισμένος με όλη την ισχύ μου, αλλά πιστός στις γνωστές αρχές μου της μετριοπάθειας και ανιδιοτέλειας. Πώς αυτό δεν θα με ωφελήσει, με την αποστροφή μου από οποιοδήποτε σχέδιο κατάκτησης, για να φτάσω σε μια λύση ενός ζητήματος που διαρκώς διαταράσσει την Ευρώπη; Όσο ακολουθώ αυτές [τις αρχές], αυτοί [οι Σύμμαχοι] επιχειρούν να έχουν οφέλη από αυτό. Δεν μπορώ να παραμείνω σ’ αυτήν την θέση για περισσότερο χρόνο. Οι υποθέσεις καθημερινά γίνονται περισσότερο πολύπλοκες. Πιέζομαι, όλο το περιβάλλον μου με παρακινεί. Ο λαός απαιτεί πόλεμο, στρατιές μου είναι πλήρεις ενθουσιασμού να τον πραγματοποιήσουν, δεν είναι δυνατόν να αντισταθώ περισσότερο. Οι σύμμαχοι μου με έχουν εγκαταλείψει. Ο καθένας μηχανογραφεί στην Ελλάδα. Μόνο εγώ παρέμεινα αγνός. Έχω πιέσει την κατάσταση τόσο πολύ ώστε δεν έχω ούτε καν ένα άθλιο όργανο στην Ελλάδα, ούτε έστω έναν πράκτορα πληροφοριών, και είμαι υποχρεωμένος να αρκούμαι με τα υπολείμματα που πέφτουν από το τραπέζι των συμμάχων μου».

Ο Αλέξανδρος Α’ δεν θα προλάβει, θα πεθάνει ξαφνικά και θα τον διαδεχθεί ο αδελφός του Νικόλαος Α’ που θα συμπαραταχθεί άμεσα με τις αντιλήψεις της «πολεμικής παράταξης» (“War Party”) και κοντά του θα βρεθεί ο αποχωρήσας ρώσος πρέσβης στην Πόλη, Γρ. Στρογκανόφ. Το παραπάνω απόσπασμα παρατίθεται στο: Harold Temperley, «Princess Lieven and the Protocol of 4 April 1826», The English Historical Review, Vol. 39, No. 153 (Jan., 1924), pp. 60

[xxiv] Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Διάσκεψη του Λάϋμπαχ στην διδακτορική διατριβή ο Χ. Κισσινγκερ έγραφε «το ζήτημα μεταξύ Μέττερνιχ και Καποδίστρια επιλύθηκε σε μια διαμάχη όπου οι επιταγές της αρχής της νομιμότητας επιβλήθηκαν στις εθνικές διεκδικήσεις… με τα λόγια του Μέττερνιχ “δύο παρατάξεις είναι αντιμέτωπες παντού στον κόσμο: οι Καποδίστριες και οι Μέττερνιχ. Καθώς ο Τσάρος είναι ένας Μέττερνιχ, οι αντίπαλοι του θα αφεθούν στην μοίρα τους”…» Στο Henry Kissinger, A World Restored: Metternich, Castlereagh and the problems of Peace, 1812-1822, Harvard University, 1954,  p. 292, Γ. Πουκαμισάς, Καποδίστριας και Μέττερνιχ. Δύο αντίθετες αντιλήψεις για το Ανατολικό Ζήτημα, Αθήνα 2010

[xxv] Πράγματι, τις αντιλήψεις της «πολεμικής παράταξης» ο Γρ. Στρογκανόφ, ρώσος πρέσβης στην Πόλη, εξέφραζε με την διπλωματική διαχείριση της  διαπραγμάτευσης των διμερών εκκρεμοτήτων του 1812 την πεποίθηση ότι η αδιαλλαξία της Πύλης μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την πολιτική ισχύος που θα καθιστούσε επιβεβλημένο τον σεβασμό των ρωσικών θέσεων και ειδικότερα το δικαίωμα της στην «προστασία των ομόδοξων», στο οποίο ο Καποδίστριας είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση διατυπώνοντας τις διπλωματικές οδηγίες του Αλέξανδρου Α’ προς τον Γρ. Στρογκανόφ. Την άνοιξη του 1819 ο Καποδίστριας γράφει στον Στρογκανόφ από την Κέρκυρα: «Εδώ σας αναγνωρίζουν όχι μόνο ως εκπρόσωπο του αυτοκράτορα αλλά και ως προστάτη των Ελλήνων», δες: Γρ. Άρς, οπ. π. σελ. 118-119

[xxvi] Ο Καποδίστριας είχε πλέον διατυπώσει σαφώς την αντίληψη αυτή απευθυνόμενος στους αντιπροσώπους  των Οσποδάρων Βλαχίας και Μολδαβίας, Αλ. Μαυροκορδάτο και Πασβάνογλου, τους οποίους συνάντησε μ’ αφορμή την περιοδεία του Αλέξανδρου στην Βεσσαραβία το 1818: «Οι οσποδάροι της Μολδαβίας και της Βλαχίας προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα Ρωσσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον… «Νομίζετε, λοιπόν», απήντησα εις αυτούς, «ότι θα τον διέβαινον διά να σας ανυψώσουν εις το αξίωμα ανεξαρτήτων ηγεμόνων; Δείξατέ μοι εν τη Ιστορία ανάλογον παράδειγμα. Αφού τοιούτον δεν υπάρχει, φαντάζεσθε ότι η τύχη σας θα αποτελέση εξαίρεσιν του γενικού κανόνος; Άλλως θα έπρεπε να χυθή αίμα πολύ, να γίνουν θυσίαι μεγάλαι, να καταστραφουν υπάρξεις και περιουσίαι εις μέγαν αριθμόν, και προς τίνα σκοπόν; Διά να αντικαταστήσετε το τουρκικόν σαρίκι με πίλον ευρωπαϊκόν; Ως Έλλην μεν οφείλω μόνον εκείνην την ελευθερίαν να επιθυμώ, ην οι Έλληνες ήθελον αποκτήσει διά των ιδίων των δυνάμεων και διά της προηγούμενης προόδου των εις τον αληθή πολιτισμόν. Αλλά από το σημείον τούτο η κοινή ημών πατρίς ευρίσκεται ακόμη μακράν· δι’ ο και έκαστος εξ ημών οφείλει να αφιερώση πάσας αυτού τας δυνάμεις, ίνα προπαρασκευάση την οδόν ήτις θα ανάδειξη την πατρίδα μας εις έθνος πολιτισμένον. Ως υπουργός όμως της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, σας δηλώ ότι ο Αυτοκράτωρ έχει την σταθεράν και αμετάτρεπτον πρόθεσιν να στερεώση την μετά των Τούρκων ειρήνην επί τη βάσει των υφισταμένων συνθηκών. Εάν δε οι Έλληνες είναι εις θέσιν και θελήσουν καλή τη πίστει να ωφεληθούν εκ του συστήματος τούτου, όχι μόνον δεν θα χάσουν αλλά τουναντίον πολύ θα κερδίσουν». «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 45

[xxvii] Δες Σέργιος Ζαμπούρας, «Για την πολιτική προσωπικότητα του Ιω. Καποδίστρια», εισήγηση στην ίδια διεθνολογική συζήτηση, με θέμα «Προ-επαναστατικός Καποδίστριας: Το ελληνικό ζήτημα στο διεθνές σύστημα της Ισορροπίας Δυνάμεων».

[xxviii] Brian E. Vick, The Congress of Vienna-Power and Politics after Napoleon, Harvard University Press, 2014, pp. 226-230

[xxix] Ο Καποδίστριας φαίνεται να θεωρούσε ορθά τις δυνατότητες άσκησης πιέσεων στην Πύλη αλλά και τα περιθώρια διπλωματικής απομόνωσης της, που θα μπορούσαν να συντελέσουν σε μια θετική έκβαση της διεθνούς συνεννόησης, ειδικά μάλιστα με την Αγγλία. Ο ίδιος ο Καστλρέη, ήδη τον Ιανουάριο 1816, στις διπλωματικές οδηγίες του προς την βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη καθόριζε ότι: «η πολιτική μας είναι να πετύχουμε η Πύλη να διεξάγει τις συνομιλίες της με την Ρωσία με τρόπο ώστε να αποφύγει να δώσει σ’ αυτήν την Δύναμη οποιοδήποτε δίκαιο ή έστω εύλογο κίνητρο για πόλεμο … στην παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, και ο συσχετισμός ισχύος των δύο Κρατών, η διατήρηση της ειρήνης με την Πύλη έχει απείρως μεγαλύτερη επίπτωση από οτιδήποτε ή ακόμη από το σύνολο των ζητημάτων που τίθενται ως θέμα με την Ρωσία» και συνέστησε να δοθεί στην Πύλη επίσημη προειδοποίηση, από κοινού με την Αυστρία, ότι εάν μια υπεροπτική συμπεριφορά δώσει στην Ρωσία μια δικαιολογία για πόλεμο, καμιά βοήθεια δεν πρέπει να αναμένεται από τις Δυτικές Δυνάμεις, στο «Castlereagh Instruction to Frere, Jan. 29, 1816, F.O. Turkey, 86», C. K. Webster, p. 350.

[xxx] Δες Υπόμνημα Ι. Καποδίστρια προς Μητροπολίτη Ιγνάτιο, στο Ε. Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, Αθήνα, 1959, σελ. 165

[xxxi] Η προ-επαναστατική περίοδος 1814-1821 συμπυκνώνει και ανασυνθέτει σχεδόν όλα τα ρεύματα σκέψης και δράσης που θα κορυφωθούν στην έναρξη της Επανάστασης του 1821. Η προετοιμασία της εξόρμησης του 1821 στην οποία κορυφαίος μέτοχος και σημείο αναφοράς είναι ο Καποδίστριας εκφράζεται με τις ενέργειες πολλών παραγόντων που έχουν ως συνισταμένη την «Εταιρία των Φιλικών». Η δράση προσωπικοτήτων, όπως για παράδειγμα ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Αριστείδης Παππάς και προπάντων ο πολύπειρος Χριστόφορος Περραιβός, είναι ενδεικτικές εκφράσεις διαφορετικών διαδρομών που συγκλίνουν σε μια ενότητα δράσης στο πλαίσιο της Καποδιστριακής πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις». Η ενδελεχής εξέταση της εξέτασης των εσωτερικών διεργασιών  που συνθέτουν το πολιτικό υποκείμενο του 1821 οφείλει να απαντήσει ένα πλήθος αναπάντητων ακόμη ερωτημάτων που εγείρονται από πολλές και διαφορετικές πλευρές. Δες, ενδεικτικά, «Ο Χριστόφορος Περραιβός, το 1820, το 1814 και η σχέση του 1821 με τον Ρήγα» στο Σ. Ζυγούρας, Από την Ανάσταση του 1819 στην Επανάσταση του 1821: 6ο Μέρος,  28/04/2018

[xxxii]  Ιωάννης Καποδίστριας, «Εγκύκλια επιστολή με παρατηρήσεις πάνω στα «μέσα» βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια,  τ. Στ

[xxxiii] Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 11

[xxxiv] Στο, ολοφάνερων πολιτικών σκοπιμοτήτων, Υπόμνημα που υπέβαλε στα τέλη του 1826 ο Καποδίστριας στον νέο Τσάρο Νικόλαο Α’, ζητώντας να γίνει δεκτή η παραίτηση του από ρωσική υπηρεσία ενόψει πλέον της διεθνούς αναγνώρισης της ελληνικής χειραφέτησης και της πολιτικής ανάγκης του ίδιου να διεκδικήσει την ρωσική υποστήριξη για την ανάδειξη του σε Κυβερνήτη, ο Καποδίστριας έσπευδε σκόπιμα να προσφέρει, όπως και σε πολλά άλλα σημεία αυτού του Υπομνήματος, την δική του προσχηματική εκδοχή για την ιστορική αυτή Εγκύκλιο: «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας μας, επέδωκα εις αυτούς γραπτώς παν ό,τι τοις είχον είπει προφορικώς. Και, ίνα καταστήσω αποτελεσματικωτέραν την προφύλαξιν ταύτην, απέστειλα εμπιστευτικώς αντίγραφον εις τον βαρώνον Στρόγανωφ και εις τους εν Τουρκία προξένους της Ρωσσίας, πληροφορών αυτούς περί της καταστάσεως και παρακαλών να προσέξουν μήπως η κακοβουλία επωφεληθή την περίστασιν και γεννήση παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», στο Ιωάννης Καποδίστριας, «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α’, σελ. 53. Και μόνο η επιλογή του Καποδίστρια στο περίφημο αυτό πολιτικό Υπόμνημα να αναφερθεί στα γεγονότα της Κέρκυρας, όπως και σε μια σειρά άλλα γεγονότα συνδεόμενα με την προετοιμασία της ελληνικής εξέγερσης, φανερώνει την επείγουσα πολιτική ανάγκη του να ακυρώσει τις σε βάρος της υποψηφιότητας του αντιδράσεις διαφόρων διεθνών παραγόντων και να πείσει τον Νικόλαο Α’ ότι όχι μόνο τίμησε την εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου Α’ αλλά επιπλέον, όπου είχε διαφορετική αντίληψη από τον αυτοκράτορα του, η άποψη του όχι μόνο δικαιώθηκε από τις εξελίξεις αλλά και βρίσκεται σ’ αρμονία με την ουσία της ρωσικής ανατολικής πολιτικής που τώρα πλέον ο ίδιος ο Νικόλαος Α’ (και η δίπλα σ’ αυτόν «πολεμική παράταξη» με σημαίνοντα παράγοντα τον επανελθόντα Γρ. Στρογκάνοφ) έχει υιοθετήσει!! Γιατί στην πραγματικότητα ο Καποδίστριας, πριν και κυρίως μετά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, επιχειρούσε να εναρμονίσει τις, καθόλα διακριτές, ελληνικές και ρωσικές επιδιώξεις σε τέτοια βαθμό προσπάθειας, που ο τότε άγγλος πρέσβης στην Αγία Πετρούπολη, Τσάρλς Μπέκοτ, τηλεγραφούσε έξαλλος, στον Καστλρέη, Υπουργό Εξωτερικών του, για την «πελώρια θρασύτητά του που τον κάνει να πιστεύει ότι είναι σε θέση και την πολιτική της Ρωσίας να καθοδηγεί και της επανάστασης στην Ελλάδα να ηγείται», παρατίθεται στο C.K. Webster, p. 396

[xxxv] Ιωάννης Καποδίστριας, «Εγκύκλια επιστολή με παρατηρήσεις πάνω στα «μέσα» βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Στ΄, σελ. 17

[xxxvi] Στέλιος Αλειφαντής-Σέργιος Ζαμπούρας, Ο Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ και 1821: Τρεις Επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα, https://independent.academia.edu/STAL

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Older Posts »