Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Η πρώτη προσπάθεια οργάνωσης του Α’ Σώματος Στρατού σε Πιάδα και Λυγουριό (1828)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση του κ. Αντώνη Ξυπολιά,  σχετικά με τις στρατιωτικές διεργασίες του Ιωάννη Καποδίστρια  τον Φεβρουάριο του 1828, στην περιοχή του Λυγουριού, για την αναδιοργάνωση του στρατού. Παράλληλα, αναδεικνύει το βαρύ τίμημα που κατέβαλε η τοπική κοινωνία, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπη με καταστροφικές λεηλασίες από τα ίδια τα στρατεύματα, τις οποίες ακολούθησε μια φονική επιδημία πανώλης.

 

Αμέσως μετά την άφιξή του, ο Ιωάννης Καποδίστριας προσπάθησε να αντιμετωπίσει το σοβαρό στρατιωτικό πρόβλημα, ενσωματώνοντας τα άτακτα σώματα σε ημιτακτικούς σχηματισμούς με στόχο να τα μετατρέψει σταδιακά σε τακτικό στρατό [i].

Στο πλαίσιο αυτό, το κατακερματισμένο Α’ Σώμα Στρατού[ii] που εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Κορινθία, διατάχθηκε να συγκεντρωθεί στα χωριά Πιάδα (Νέα Επίδαυρος), Λυγουριό και Σοφικό, καθώς και στην τότε ακατοίκητη περιοχή της Αρχαίας Επιδαύρου. Εκεί έπρεπε να καταμετρηθεί και να οργανωθεί σε ημιτακτικές μονάδες, ενόψει της εκστρατείας στη Στερεά Ελλάδα.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886, με τη θέση του σημερινού Λυγουριού.

 

Στις 14 Ιανουαρίου 1828, η Γραμματεία των στρατηγών του Α’ Σώματος Στρατού, από τις Λίμνες, ενημέρωσε τους δημογέροντες της Πιάδας ότι, κατόπιν κυβερνητικής διαταγής, επρόκειτο να εγκατασταθούν στρατιώτες στο χωριό για μικρό χρονικό διάστημα. Για τον σκοπό αυτό, υπαξιωματικός, ο Ηλίας Γαλαξιδιώτης, θα μεριμνούσε για την εξεύρεση καταλυμάτων «με ευταξία», όπως είχε διαταχθεί από τον ίδιο τον Κυβερνήτη[iii].

Ωστόσο, ήδη από την επόμενη ημέρα, στις 15 Ιανουαρίου 1828, οι κάτοικοι της Πιάδας απηύθυναν επιστολή προς τον Καποδίστρια, διαμαρτυρόμενοι για τη συμπεριφορά των στρατιωτών, οι οποίοι, αριθμώντας περίπου ογδόντα, έσπασαν είκοσι επτά πόρτες σπιτιών και εξανάγκασαν οικογένειες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εν μέσω χειμώνα και να καταφύγουν στην ύπαιθρο. Την ίδια αγωνία μετέφερε και ο ιερέας Σακελλίωνας Οικονόμου, ο οποίος μετέβη στην Αίγινα, για να ενημερώσει τον Κυβερνήτη: «επειδή θέλουν να σταθούνε εις Πιάδα και Πίδαβρα δύο χιλιάδες στρατιώτες, τι θα γενούμε, δεν ηξεύρομεν »[iv]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η «Ανταρσία» του Γαμπρού: Πώς ο γάμος του Γενναίου Κολοκοτρώνη παραλίγο να αιματοκυλήσει το Άργος


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» σημείωμα του Γενικού Γραμματέα της Αργολικής Βιβλιοθήκης κ. Αναστασίου Τσάγκου που αφορά στον γάμο του Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλα στο Άργος, ο οποίος λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε αιματηρή σύγκρουση. Το γεγονός μας περιγράφει, στα απομνημονεύματά του, ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος αγωνιστής του 1821 και Γραμματικός του Πάνου και μετέπειτα του Γενναίου Κολοκοτρώνη.

Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος (1805-1881) ήταν βαφτισιμιός του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Λόγω της μόρφωσής του, υπηρέτησε ως έμπιστος προσωπικός γραμματέας του Πάνου Κολοκοτρώνη και, μετά τον πρόωρο θάνατο του Πάνου στον εμφύλιο, έγινε γραμματέας του αδελφού του, Ιωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη.

Επειδή βρισκόταν συνεχώς στο πλευρό της οικογένειας των Κολοκοτρωναίων (αλλά και του Νικηταρά), τα απομνημονεύματά του, «Απομνημονεύματα από των Αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του Έτους 1881», εισαγωγή, επιμέλεια, ευρετήριον Αθ. Θ. Φωτοπούλου, Αθήνα, 1979, περιέχουν μοναδικές και άγνωστες πληροφορίες για τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις της Επανάστασης, τη δίκη τού Κολοκοτρώνη και τις δραματικές στιγμές των εμφυλίων συρράξεων.

 

Η «Ανταρσία» του Γαμπρού: Πώς ο γάμος του Γενναίου Κολοκοτρώνη παραλίγο να αιματοκυλήσει το Άργος

 

Μια κατάσταση κωμικοτραγική! Η εικόνα του σκληροτράχηλου οπλαρχηγού Γενναίου Κολοκοτρώνη να παθαίνει υστερία, να το σκάει πεζός μέσα στα χωράφια επειδή δεν του άρεσε η νύφη, και ο γραμματικός του να τον κυνηγάει  από πίσω στις μουριές να τον λογικέψει, για να προλάβει μια σύγκρουση.

Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος αγωνιστής του 1821 και Γραμματικός του Πάνου και μετέπειτα του Γενναίου Κολοκοτρώνη, μας περιγράφει τον περιπετειώδη γάμο του Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλα, στο Άργος, ο οποίος λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε αιματηρή σύγκρουση.

 

Γενναίος Κολοκοτρώνης – Φωτεινή Τζαβέλα

 

Ας δούμε πως περιγράφει τα γεγονότα:

«Γύρω στις αρχές Μαΐου του 1828, ο Γενναίος παντρεύτηκε στο Άργος τη Φωτεινή, την αδελφή του Κίτσου Τζαβέλα. Όταν φτάσαμε στο Άργος με μεγάλη συνοδεία για να γίνουν οι γάμοι, ο Γενναίος είδε φευγαλέα τη νύφη, η οποία δεν του άρεσε καθόλου. Ήταν μικροκαμωμένη και δεν είχε ιδιαίτερη φυσική ομορφιά. Γι’ αυτό αποφάσισε να μην την παντρευτεί και, πολύ εκνευρισμένος, έφυγε προς τα Περιβόλια του Άργους.

Ο πατέρας του, ο Τσόκρης και άλλοι δεν κατάφεραν να τον μεταπείσουν. Απομακρύνθηκε, λοιπόν, από το Άργος με τα πόδια, σε απόσταση μεγαλύτερη από μισή ώρα δρόμο, και δεν ήθελε να τον ακολουθήσει κανείς. Και όλα αυτά συνέβαιναν την ημέρα που ήταν προγραμματισμένο να γίνει το στεφάνωμα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει»: Η αναστολή ισχύος του Συντάγματος της Τροιζήνας | Αριστείδης Ν. Χατζής


 

Το άρθρο εξετάζει την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 ως μια κρίσιμη στιγμή της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή δεν υπήρξε μια προσωρινή και αναγκαία παρέκκλιση λόγω των έκτακτων συνθηκών του Αγώνα, αλλά μια συνειδητή επιλογή συγκεντρωτικής και αυταρχικής διακυβέρνησης, ασύμβατη με το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα της Ελληνικής Επανάστασης. Το άρθρο αναδεικνύει τη σημασία του Συντάγματος της Τροιζήνας ως κορύφωσης του επαναστατικού συνταγματισμού και ερμηνεύει τη σύγκρουση γύρω από την αναστολή του ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές λογικές: την παράδοση του συνταγματισμού και της πολιτικής ελευθερίας που διαμορφώθηκε μέσα από την επαναστατική εμπειρία και τον συγκεντρωτικό κρατισμό της μεταναπολεόντειας ευρωπαϊκής διπλωματίας, την οποία εξέφραζε ο Καποδίστριας.

 

Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα υιοθέτησε το Στ’ Ψήφισμά της με το οποίο, «εν ονόματι του ελληνικού έθνους», εξέλεξε τον «κόμη Ιωάννη Καποδίστρια» Κυβερνήτη της Ελλάδος.[1] Το σκεπτικό της επιλογής Καποδίστρια δίνεται στο προοίμιο του Ψηφίσματος:

[Η]υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας. [Α]παιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρίαν πολιτικός Έλλην, διά να την κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας.

 

Η ίδρυση του Πανελληνίου από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελεί μέρος της ζωφόρου της Επανάστασης στη Βουλή των Ελλήνων, βασισμένη σε σχέδιο του Γερμανού γλύπτη Ludwig Michael Schwanthaler. Αρχικά, το σχέδιο προέβλεπε τη μορφή του Βασιλιά Όθωνα να υπογράφει το έγγραφο, αλλά τελικά αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ολόσωμος δεξιά, ο οποίος χαιρετίζει την ίδρυση του σώματος.

 

Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια συνοδεύτηκε, όμως, από μια σειρά συγκεκριμένων όρων:

(α) Να προσέλθει σε εύλογο χρονικό διάστημα «ν’ αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως».

(β) Η διάρκεια της εξουσίας που του «επιτρέπει» το Έθνος «προσδιορίζεται διά επτά χρόνους, αρχομένους από της σήμερον». Δηλαδή, αν όλα πήγαιναν καλά, η θητεία του Ιωάννη Καποδίστρια θα έληγε την 1η Απριλίου 1834.[2]

(γ) Να «κυβερνήσει την Ελληνικήν Πολιτείαν». Ο Καποδίστριας θα έπρεπε να κυβερνήσει μια Ρεπούμπλικα (Republic), διότι έτσι ονόμασε η Συνέλευση το νέο καθεστώς (Republique Grecque στη διεθνή αλληλογραφία της προσωρινής κυβέρνησης και της Βουλής).

Η Συνέλευση θα υιοθετήσει, αμέσως μετά την εκλογή Καποδίστρια, ένα Σύνταγμα, το δεύτερο της Επανάστασης, που αντιγράφει τους θεσμούς της Αμερικανικής Δημοκρατίας[3] και είναι πολύ πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό από το Σύνταγμα του 1822/23 ο ίδιος ο Καποδίστριας χρησιμοποιεί στην αλληλογραφία του συστηματικά τον όρο Président, και έτσι τον αποκαλούσαν οι πάντες στο εξωτερικό (σε επίσημα έγγραφα, στον Τύπο κ.λπ.). Ο όρος αυτός συνδέεται, εκείνη την εποχή, με την Προεδρική Δημοκρατία των Η.Π.Α.

(δ) Η Συνέλευση τού εμπιστεύτηκε τη «νομοτελεστικήν δύναμιν», δηλαδή την Εκτελεστική εξουσία σε ένα δημοκρατικό σύστημα διάκρισης των εξουσιών.[4] Στην επιστολή-πρόσκληση προς τον Καποδίστρια, που συνέταξαν οι Αναστάσιος Πολυζωίδης, Νικόλαος Χρυσόγελος, Σπυρίδων Τρικούπης, Παναγής Καλογεράς και Κωνσταντίνος Ζωγράφος τονίζεται πως του έχει ανατεθεί η Εκτελεστική εξουσία («νομοτελεστική δύναμις») την οποία πρέπει να ασκήσει «καθ’ όν τρόπον τας εμπιστεύθη εις την Εξοχότητά σου το έθνος».

(ε) Ο σημαντικότερος, όμως, όρος ήταν η απαίτηση της Συνέλευσης να κυβερνήσει «κατά τους καθεστώτας νόμους». Προφανώς ο νέος Κυβερνήτης θα έπρεπε να σεβαστεί κυρίως τον Βασικό Νόμο, το Σύνταγμα. Για τον τελευταίο όρο τα πρακτικά της Συνέλευσης δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. Την ίδια ημέρα που η Συνέλευση εξέδωσε το ψήφισμα, συζήτησε και το Ζήτημα του «Πολιτεύματος της Ελλάδος, καθ’ ό μέλλει να κυβερνήση ο Κυβερνήτης» και αποφάσισε να συστήσει επιτροπή από μέλη αλλά και μη μέλη της Εθνοσυνέλευσης «διά να συντάξη Πολίτευμα». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το «Υπόμνημα» του Τόμας Γκόρντον: Στοχασμοί για την ηγεσία, την Ελληνική Επανάσταση, και τις προοπτικές της | Ανδρέας Τζαναβάρης


 

Το επιστημονικό μελέτημα του Ανδρέα Τζαναβάρη, που παρουσιάζουμε, αναλύει ένα τετρασέλιδο «Υπόμνημα» του Νοεμβρίου του 1821, το οποίο αποτυπώνει τις πρώτες εντυπώσεις του Σκώτου φιλέλληνα και στρατιωτικού Τόμας Γκόρντον από την επαναστατημένη Ελλάδα. Το κείμενο συντάχθηκε από τον γιατρό Τζόζεφ Τόμας στη Ζάκυνθο και στάλθηκε στη βρετανική διοίκηση των Ιονίων Νήσων.

Κεντρικοί Άξονες του Υπομνήματος είναι: α) Σκληρή Κριτική στην Ελληνική Ηγεσία: Στους οπλαρχηγούς εστιάζει αποκλειστικά στο πλιάτσικο και την εκδίκηση και στην έλλειψη οποιουδήποτε συγκροτημένου πολιτικού σχεδίου. Οι Προύχοντες: Χαρακτηρίζονται ως «παραδόπιστοι ληστές πρώτης τάξης», με επιδίωξη προσωπικής εξουσίας και ξένης προστασίας. Ασκεί σφοδρή κριτική στον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον κατηγορεί ως υποκριτής, καιροσκόπος και ωφελιμιστής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης παρουσιάζεται ως αδύναμος ηγέτης χωρίς εξουσία. Οι τοπικοί άρχοντες του άδειασαν το ταμείο. Και καταλήγει πως παρά το χάος, την έλλειψη πόρων, τις εμφύλιες τριβές και την απουσία πειθαρχίας, ο Γκόρντον διατυπώνει μια ακλόνητη πεποίθηση: οι Έλληνες δεν πρόκειται να υποταχθούν ποτέ ξανά στην οθωμανική κυβέρνηση. Η Επανάσταση αποτελεί μια μη αναστρέψιμη ιστορική τομή.

 

Εισαγωγή[1]

  

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον, έργο του Καρλ Κρατσάιζεν, Πόρος, 13 Απριλίου 1827. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

Ο ιστορικός χρόνος είναι ένας στρόβιλος, κάτω από την σκόνη του οποίου του καταβυθίζονται άνθρωποι και συμβάντα. Μία τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon), ενός εκ των εκατοντάδων πολιτών του κόσμου που συνέβαλαν στην θεμελίωση του Ελληνικού Κράτους. Περισσότερο γνωστός από την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και το σύντομο διάστημα κατά το οποίο ήταν επίτροπος του Αγγλικού Δανείου, ο Γκόρντον είναι ένας από τους πρώτους Βρεττανούς που θα έλθουν στην Ελλάδα λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης.[2]

Η σχέση Φιλελληνισμού με την Ελληνική επανάσταση αποτελεί μια σημαντική ψηφίδα του ερωτήματος της διεθνικής διάστασης της δεύτερης. Η εξέταση της σχέσης αυτής, ωστόσο, δυσχεραίνεται από μια μεθοδολογική μέγγενη, που ο ίδιος ο όρος θέτει στο φαινόμενο. Η στοίχιση των ετερόκλητων λόγων που αρθρώνονται στο διεθνές συγκείμενο κάτω από τον περιοριστικό ενικό του Φιλελληνισμού, με μόνη ενοποιητική ουσία την κάθε άλλο παρά κοινώς εννοούμενη στήριξη για τον αγώνα των Ελλήνων, δημιουργεί έναν όρο πρωτίστως περιγραφικό παρά αναλυτικό.

Ιδιαίτερα κατά την πρώιμη επαναστατική περίοδο, όπου η δράση τους κάθε άλλο παρά προϊόν οργανωμένης παρέμβασης είναι, η σωματοποίηση των ετερόκλητων λόγων σε ένα ενιαίο αφήγημα παραβλέπει εθνικές, ταξικές και πολιτικές αναφορές, ενώ συχνά συνδυάζεται με μια, ρητή ή υπόρρητη, ηθικοποίηση της δράσης τους. Ως εκ τούτου, η εξέταση των εκάστοτε φιλελλήνων τείνει να είναι προϊδεασμένη από τις απόψεις μας για το τι σήμαινε και που στόχευε ο Φιλελληνισμός εν τω συνόλω. Φέρουμε προ του εκάστοτε τεκμηρίου μια δεδομένη αντίληψη περί του τι εστί και πως αποτυπώνεται ο Οριενταλισμός, αναζητούμε εναγωνίως να εντοπίσουμε τις κλασικιστικές προκείμενες που κινητοποιούν τους ανθρώπους αυτούς, είμαστε βέβαιοι για την πίστη των Φιλελλήνων στην ηθική υπεροχή των Ελλήνων έναντι των Οθωμανών και ούτω καθ’ εξής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Φιλέλληνες στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Τόμας Γόρδων – Στράτφορντ Κάνιγκ – Γουίλλιαλμ Γκέιβεν Ρόουαν Χάμιλτον – Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν –  Ρίτσαρντ Τσωρτς – Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος – Λουΐς – Αντρέ Γκοσσέ (Γκος) – Ετιέν – Μαρέν Μπαγί (Βαλλή) – Φιλίπ Ζορντάν (Ιορδάνης) – Καρλ Έιδεκ

 

Η σφραγίδα της Γ’ Εθνοσυνέλευσης Εν Ερμιόνη και Τροιζήνι 1827.

Δεν υπάρχει βιβλίο Ιστορίας που να αναφέρεται στην Ελληνική Επανάσταση και στον επταετή αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων και να μην κάνει λόγο για τους Φιλέλληνες και το κίνημα του Φιλελληνισμού που αναπτύχθηκε κυρίως στην Ευρώπη αλλά και σε χώρες της Αμερικής και της Ασίας.

… Για τον Φιλελληνισμό και τους Φιλέλληνες έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Το θέμα εικάζεται πως έχει εξαντληθεί και κάθε άλλη αναφορά μόνο επαναλήψεις θα περιέχει. Αυτό φυσικά δεν ευσταθεί, αφού η έρευνα κυρίως των πρωτογενών πηγών (εγγράφων και άλλων τεκμηρίων), συνεχίζεται. Νέες απόψεις διατυπώνονται, κάποιες από τις οποίες είναι «εκ διαμέτρου» αντίθετες από τις παλαιότερες και νέες μελέτες αναδεικνύονται. Ιδιαίτερα σε επίπεδο Τοπικής Ιστορίας ορισμένα γεγονότα που συνδέονται με τους Φιλέλληνες και τον Φιλελληνισμό επιβάλλεται να ερευνηθούν, να μελετηθούν και να προβληθούν.

Το φιλελληνικό κίνημα κυριάρχησε, όπως είναι γνωστό, και στη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης. Απασχόλησε έντονα τους πληρεξούσιους που συμμετείχαν σ’ αυτή και το σπουδαιότερο τα έγγραφα που συντάχθηκαν και στάλθηκαν σε Φιλέλληνες και φιλελληνικές εταιρείες, ως προς τη διατύπωσή τους αλλά και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, είναι εξαιρετικά σημαντικά.

Με βάση το αρχειακό υλικό και τη σχετική βιβλιογραφία θα πορευτούμε και θα εξετάσουμε τα γεγονότα και τις ενέργειες με τις οποίες η Εθνοσυνέλευση αναγνώρισε την προσφορά των Φιλελλήνων ζητώντας παράλληλα και τη συνδρομή τους για την τελική και νικηφόρα έκβαση του αγώνα.

Ήδη στο βιβλίο μας Πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ κάναμε λόγο για τους τρεις Φιλέλληνες που πέρασαν από την Ερμιονίδα (Τζώρτζ Τζάρβις, Μαξίμ Ρεμπώ, Ιωσήφ Σκάρπα). Με αφορμή, λοιπόν, την παραπάνω αναφορά συνεχίζουμε τη μελέτη αυτού του πολύ ενδιαφέροντος θέματος με έμφαση στα τοπικά γεγονότα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου από την οπτική των πολιορκητών | H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)*


 

Καθώς οι προσπάθειες για την καταστολή των εξεγέρσεων στις επαναστατημένες επαρχίες το 1821 με τη χρήση συμβατικών στρατιωτικών μέσων αποδείχθηκαν ατελέσφορες, η Υψηλή Πύλη, αν και με εμφανή απροθυμία, οδηγήθηκε στα τέλη Μαρτίου 1822 στο επώδυνο συμπέρασμα ότι η μόνη ρεαλιστική στρατηγική για την αντιμετώπιση της Ελληνικής Επανάστασης ήταν η ανάθεση της καταστολής της σε Αλβανούς «εργολάβους στρατιωτικών υπηρεσιών».[1]

 

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

 

Όταν τα οθωμανικά στρατεύματα ξεκίνησαν την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου τον Νοέμβριο του 1822, η «σύμβαση έργου» μεταξύ των μερών είχε κλονιστεί, και ήταν πλέον σαφές ‒ τόσο για τους Οθωμανούς αξιωματούχους όσο και για τους ίδιους τους Αλβανούς ‒ ότι η Υψηλή Πύλη βρισκόταν στο έλεος των Αλβανών πολέμαρχων και μισθοφόρων.

Αυτή η εξάρτηση οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι το οθωμανικό κεντρικό κράτος ουσιαστικά δεν διέθετε μόνιμο στρατό, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να κινητοποιήσει ή να χρηματοδοτήσει επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες επαναστάτες. Ο πλούτος των πληροφοριών που παρέχουν οι οθωμανικές αρχειακές πηγές αποτυπώνει με ζωντανό τρόπο ένα κράτος εξαιρετικά αναποτελεσματικό και στα όρια της «αποτυχίας», το οποίο μετά βίας μπορούσε να επιτελέσει τις βασικές του λειτουργίες και εξασκούσε μόνο ονομαστική εξουσία πάνω στο μεγαλύτερο τμήμα της επικρατείας του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Σπύρος Μήλιος ή Σπυρομήλιος και ο εγγονός του Σπύρος Σπυρομήλιος, ο περιώνυμος αστυνόμος της Ερμιόνης | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Ο Σπύρος Μήλιος ή Σπυρομήλιος (1800-1880), στρατηγός και πολιτικός από τη Χειμάρρα. Μέσα 19ου αιώνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Α. Ο Σπύρος Μήλιος (1800-1880) γεννήθηκε στη Χειμάρρα τον Φεβρουάριο του 1800 και ήταν γόνος επιφανούς στρατιωτικής οικογένειας. Σπύρος ήταν το όνομά του και Μήλιος (Μιχάλης) το όνομα του πατέρα του, που το έκανε επίθετό του.

Το 1810 πήγε στη Νεάπολη της Ιταλίας. Εκεί διδάχτηκε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της ελληνικής παροικίας καθώς και τρεις άλλες γλώσσες Γαλλικά, Ιταλικά και Λατινικά. Επίσης σπούδασε τη στρατιωτική τέχνη. Όταν το 1819 επέστρεψε στην πατρίδα του, ο Αλή Πασάς τον κράτησε ως στρατιωτικό του σύμβουλο.

Τον Αύγουστο του 1824, ενώ ο Αλή Πασάς είχε πεθάνει, έφτασε με τα αδέλφια του Νίκο και Ζάχο στο στρατόπεδο του Λιγοβιτσίου Αιτωλοακαρνανίας, του οποίου αρχηγός ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Στη συνέχεια πήγε στο Ναύπλιο, ενώ έλαβε από την κυβέρνηση τον βαθμό του αντιστράτηγου (11 Μαρτίου 1825).

Τον Απρίλιο του 1825 επέστρεψε στη Δυτική Ελλάδα κι εκεί ανέλαβε φρούραρχος των νησίδων Πόρου και Ντολμά. Μετά την αποχώρηση του στρατηγού Γιώργου Τσόγκα διατάχθηκε να εισέλθει στο Μεσολόγγι, για να ενισχύσει τη φρουρά. Επικεφαλής διακοσίων πενήντα Χειμαρριωτών ανέλαβε υπεύθυνος του προμαχώνα  «Μιαούλης», ενώ την 1η Οκτωβρίου η Διοίκηση, λόγω της προσφοράς του, του απένειμε τον βαθμό του στρατηγού.

Τον Ιανουάριο του 1826 ήταν μέλος της αντιπροσωπείας που στάλθηκε στο Ναύπλιο, για να ζητήσει από την Προσωρινή Διοίκηση να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τη σωτηρία του Μεσολογγίου και να στείλει χρήματα, άνδρες, πολεμοφόδια και τρόφιμα. Επέστρεψε στο Μεσολόγγι στις 28 Μαρτίου με μοίρα του υδραίικου στόλου, η οποία δεν μπόρεσε να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό του αιγυπτιακού και οθωμανικού στόλου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μερίδιο των  Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822 – Αντώνης Ξυπολιάς


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση του κ.  Αντώνη Ξυπολιά,  σχετικά με το μερίδιο των  Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822, την επέμβαση της Διοίκησης και τη διαμάχη για τα λάφυρα, η οποία δοκίμασε την αλληλεγγύη, την ενότητα και την αξιοπρέπεια της τοπικής κοινωνίας.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Μετά την άλωση του Ναυπλίου το 1822, τα λάφυρα της πολιορκίας κατανεμήθηκαν σε χίλια μερίδια. Από αυτά, τα εκατό αποδόθηκαν στο Εθνικό Ταμείο και τα υπόλοιπα διανεμήθηκαν στους αρχηγούς των στρατιωτικών σωμάτων, ανάλογα με τη δύναμη κάθε σώματος [1].

Μερίδιο έλαβαν και οι Λυγουριάτες, οι οποίοι, με αισθήματα υπερηφάνειας, τα μετέφεραν στο χωριό και τα εμπιστεύθηκαν για φύλαξη στον καπετάνιο τους, τον Δημήτρη Λιάτα [2].

«Ημείς όταν επήραμε τα λάφυρα του Αναπλιού δηλ. την αναλογία μας, τα φέραμε  εις το χωρίον όλη μας η συντροφιά ως είμεθα εις τον ιερόν Αγώνα της πατρίδος και τα βάλαμε εις του καπετάνιου το σπίτι, διά ναν τα μεράσωμεν, να πάρει την αναλογία του ο καθείς και σήμερον-αύριο να μας τα μεράση…»[3].

 

Για δύο και πλέον χρόνια, όσο ο Αγώνας συνεχιζόταν, τα λάφυρα αυτά συμβόλιζαν την κοινή προσπάθεια, την αλληλεγγύη και την ενότητα της τοπικής κοινωνίας, καθώς και τη συμμετοχή της σε μια περήφανη νίκη.

 

Η στρατιωτική κινητοποίηση του 1825 και το Μανιάκι

 

Τον Απρίλιο του 1825, εν μέσω της εισβολής του Ιμπραήμ πασά, η επαναστατική Διοίκηση ζήτησε από το Λυγουριό να συνεισφέρει 30 ενόπλους [4] – έναν εντυπωσιακό αριθμό για ένα χωριό μόλις 40 οικογενειών – υπό τον καπετάν Μητρολιάτα[5]. Η διαταγή όριζε ότι έπρεπε να ενσωματωθούν στην επαρχιακή δύναμη Ναυπλίου και να κινήσουν άμεσα με κατεύθυνση την  Μεσσηνία[6], όπου οι δυνάμεις του Ιμπραήμ πασά πολιορκούσαν το σημαντικό Νεόκαστρο[7].

Στις 20 Μαΐου 1825, στη μάχη του Μανιακίου, ο καπετάνιος και δώδεκα ακόμη Λυγουριάτες σκοτώθηκαν πολεμώντας υπό τον Παπαφλέσσα[8].

 

Η μάχη στο Μανιάκι

 

Η απώλεια συγκλόνισε την κοινότητα: η χήρα του καπετάνιου «εζουρλάθη διά  λύπην του άνδρός της», ένα παιδί της «εδαιμονίσθη» και τα άλλα δύο ασθένησαν[9].

Το χωριό βυθίστηκε σε συλλογικό πένθος. Όμως νέα διαταγή του Επαρχείου Ναυπλίου υπ.αρ. 495 /9 Ιουνίου 1825 διέταζε τη δημογεροντία Λυγουριού: «Κατά την Σ. Διαταγήν της Διοικήσεως όλοι οι φέροντες όπλα αναμεταξύ 24 ωρών να εισβάλωσι κατά του εχθρού του επαπειλούντος την Πατρίδα, χωρίς εξαίρεση πολιτικών και πολεμικών»[10].

Οικογένειες  βουτηγμένες στο πένθος για την πρόσφατη θυσία των παιδιών τους στα βουνά της Μεσσηνίας  έπρεπε, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, να κατευοδώσουν και τ’ άλλα τους παιδιά, που έπαιρναν τον δρόμο προς το μέτωπο του πολέμου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμμαχία Κανακάρη-Περρούκα-Χαραλάμπη στις συγκρούσεις Βουλευτικού-Εκτελεστικού κατά τα έτη 1823-1824 – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Οι εμφύλιοι πόλεμοι των ετών 1823-1824 αποτελούν ένα θολό και σκοτεινό σημείο της Επανάστασης του 1821, ακατανόητο ακόμη στους περισσότερους, όχι τόσο λόγω μιας «στενοχώριας» που ξεκινάει ο Αγώνας με εμφυλίους, όσο λόγω της πολυπλοκότητας και της συνθετότητας των σχημάτων και των ομάδων που αντιτίθενται και συγκρούονται, τα οποία απέχουν πολύ από τα γενικά και απόλυτα διμερή σχήματα του τύπου «πρόκριτοι εναντίον οπλαρχηγών», «νησιώτες εναντίον προκρίτων» κ.ο.κ. που έχουν επικρατήσει. Έτσι, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς αν πρόκειται για έναν ή δύο εμφυλίους, ή πολλές συγκρούσεις μεταξύ περισσότερων στρατοπέδων, αν πρόκειται για μια σύγκρουση μεταξύ ετεροχθόνων, αυτοχθόνων, προκρίτων, νησιωτών, φαναριωτών, οπλαρχηγών ως κοινωνικές ή πολιτικές κατηγορίες, ή κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων με στοχευμένες φιλοδοξίες.

Ούτε καν σε επίπεδο καταγραφής των γεγονότων δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε την ιστοριογραφία των πρώτων χρόνων μετά τον Αγώνα, ώστε να σταματήσουμε να προσωποποιούμε το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό και να τα δούμε ως αυτό που πραγματικά ήταν, δηλαδή, πολιτικές συμμαχίες συγκεκριμένων προσώπων μεταξύ τους στη δεδομένη χρονική συγκυρία.[1]

Θεωρούμε λοιπόν σημαντικό να ανιχνεύσει κανείς αυτά τα πρόσωπα, καθώς και την πρότερη αλλά και τη μεταγενέστερη πορεία τους στο πλαίσιο παλαιών και νέων συγκρούσεων, συμμαχιών, αλλά και ιδιαίτερων συμφερόντων. Γιατί οι σχέσεις μεταξύ τους και οι ομάδες κοινών συμφερόντων που διαμορφώνονταν εδράζονταν σε ένα οθωμανικό παρελθόν που όχι μόνο δεν είχε εξαφανιστεί με την έναρξη της Επανάστασης, αλλά αντιθέτως συνέχιζε να παίζει ενεργό ρόλο, ενώ ο τρόπος με τον οποίο οραματίζονταν τον εαυτό τους σε ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος καθόριζε τις κινήσεις τους.

Στο επίκεντρο τίθεται σε αυτό το άρθρο η προϋπάρχουσα προεπαναστατικά δυνατή και ισχυρή συμμαχία των Περρούκα-Χαραλάμπη-Κανακάρη,[2] η οποία πρωταγωνιστεί στους εμφυλίους του 1823-1824, όχι μόνο λόγω της αφορμής της εκκίνησης των συγκρούσεων – η καθαίρεση του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα[3] και του μέλους του Εκτελεστικού σώματος Σωτήρη Χαραλάμπη τον Νοέμβριο του 1823 σύμφωνα με αποφάσεις του Βουλευτικού σώματος -, αλλά και λόγω της βαθιάς εμπλοκής της στη διαδικασία σχηματισμού του νέου κράτους, ερχόμενη αντιμέτωπη με παλαιούς αλλά και νέους εχθρούς.

Πιο συγκεκριμένα, η συμμαχία των Περρούκα-Χαραλάμπη-Κανακάρη είχε αναδυθεί από το 1817 και εξής και βασικός της αντίπαλος ήταν η συμμαχία Λόντου-Ζαΐμη, με την οποία διαγκωνίζονταν με αφορμή συγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και τον διορισμό του εκάστοτε πασά, δραγομάνου, καδή ή άλλων θέσεων εξουσίας.[4] Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Επανάστασης είχαν ενταχθεί όλοι τους στη Φιλική Εταιρεία.

 

Η κατάληψη των Πατρών. Ο Αθανάσιος Κανακάρης καταλαμβάνει την Πάτρα.

 

Ο βεκίλης Δημήτριος Περρούκας είχε συμμετάσχει στον ηγετικό πυρήνα του σχεδιασμού της Επανάστασης,[5] ο ισχυρότερος πρόκριτος του Άργους Ιωάννης Περρούκας τροφοδοτούσε με όπλα κοντινές περιοχές κατά τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1821,[6] ο από τους ισχυρότερους πρόκριτους της Πάτρας και βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη Αθανάσιος Κανακάρης είχε πολεμήσει στην πρώτη προσπάθεια κατάληψης της Πάτρας, ενώ ο ισχυρότερος πρόκριτος των Καλαβρύτων Σωτήρης Χαραλάμπης ήταν από τους πρώτους που είχαν ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Τούρκων στις αρχές Μαρτίου 1821. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η επιδημία της πανώλης στην Ερμιονίδα (1824, 1828) |Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, μόνο για δώδεκα χρόνια δεν αναφέρονται θάνατοι από κάποια επιδημία στον ελληνικό κόσμο. Η πανώλη (πανούκλα, θανατικό ή λοιμός) ήταν συχνότερη και φονικότερη, συνοδευόμενη όμως από τον τύφο, την ευλογιά, τη χολέρα, τη λέπρα… Μια εξίσου φονική έξαρσή της θα εκδηλωθεί στην Κωνσταντινούπολη, το 1778, ενώ, λίγο πριν την Επανάσταση, η πανούκλα του 1812-1819 ήταν η πιο θανατηφόρα.

Η πρώτη καταγεγραμμένη επιδημία μετά την κήρυξη της Επανάστασης εκδηλώθηκε στην Τρίπολη, είχε ως αιτία τον εξανθηματικό τύφο που προκάλεσε περίπου 3.000 θανάτους, ενώ επιδημία τύφου εκδηλώθηκε αργότερα, στο Ναύπλιο και σε άλλες πόλεις που τελούσαν υπό πολιορκία. Στο Μεσολόγγι ίσως οι θάνατοι από δυσεντερία να ξεπέρασαν εκείνους της ηρωικής Εξόδου.

Όμως, η τελευταία μεγάλη επιδημία την οποία αντιμετώπισαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες ήταν στα 1828 και αντιμετωπίστηκε από τον Καποδίστρια, που μόλις πριν τρεις μήνες είχε φθάσει στην Ελλάδα…

 

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1824 το Υπουργείο Αστυνομίας απέστειλε έγγραφο στην προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας που είχε εγκατασταθεί, για δεύτερη φορά, στην Ερμιονίδα,[1] προκειμένου να ενημερωθεί για την εμφάνιση της θανατηφόρας επιδημίας της πανώλης στην Ερμιόνη.

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

Η ηγεσία του Υπουργείου Αστυνομίας ανατέθηκε προσωρινά στον τότε Υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο (Παπαφλέσσα), ο οποίος έλαβε άμεσα «προφυλακτικά», καθώς ανέφερε, μέτρα, όπως είχε υποχρέωση. Επειδή όμως «η απαιτουμένη εντελώς προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενο να διαδοθή το μίασμα και να μεταδοθή το κακό», είναι σκόπιμο όλα αυτά να τα σκεφθεί η Διοίκηση και να αποφασίσει σχετικά με την παραμονή της ή μη στην πόλη. Τελικά, στις 6 Μαρτίου 1824, η Διοίκηση (Βουλευτικό και Εκτελεστικό) αποχώρησε από το Κρανίδι και παρέμεινε για τρεις ημέρες στα πλοία, που ήσαν αγκυροβολημένα στον Αργολικό Κόλπο.

Πέντε μήνες αργότερα, στις 11 Ιουλίου 1824, «Ο φίλος του Νόμου – Εφημερίς της Διοικήσεως και της Νήσου Ύδρας», αρ.φ.34, δημοσίευσε επιστολές της τοπικής Διοίκησης (Δημογεροντίας της Ερμιόνης), όπου βεβαιώνεται ότι η πανώλη «έπαυσε» προ 2 μηνών. Ωστόσο, προ δωδεκαημέρου, απεβίωσε «εις άνθρωπος το οποίον έδωκεν υποψίαν» αλλά τελικώς εφάνη ότι ουδόλως σχετίζεται με την επιδημία της πανώλης, καθώς στο σπίτι που διέμενε ουδείς άλλος νόσησε. Επισημαίνεται, μάλιστα, στην επιστολή τους ότι η πόλη ζητεί να αποκατασταθεί η συγκοινωνία, αφού κίνδυνος πλέον δεν υφίσταται.

Στα μέσα Απριλίου 1828 νέα επιδημία πανώλης που φαίνεται να ξεκίνησε από την Ύδρα, έπληξε τον Πειραιά, τα νησιά του Σαρωνικού και απείλησε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Λέγεται πως τη μετέδωσαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ. Σύμφωνα, όμως, με την εφημερίδα «La Gazzette de France», No 168/17 Ιουλίου 1828, την πανώλη «έφεραν» στην Ύδρα και τις Σπέτσες Έλληνες αιχμάλωτοι που είχαν επιστρέψει στα νησιά από το στρατόπεδο του Ιμπραήμ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »