Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Η άλωση του Παλαμηδίου (30 Νοεμβρίου 1822) και η συμβολή του Σταμάτη Αδρ. Μήτσα. Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Μια από τις σπουδαιότερες νίκες των Ελλήνων κατά των Τούρκων στη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα του 1821 ήταν και η κατάληψη του φοβερού και άπαρτου κάστρου του Παλαμηδίου. Η κατοχή του, όπως ισχυρίζονταν, επηρέαζε τις τύχες όχι μόνο του Ναυπλίου και της ευρύτερης περιοχής αλλά και ολόκληρου του Μοριά, γι’ αυτό και οι Έλληνες την πανηγύρισαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

 

Η άλωση του φρουρίου

 

Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Νοεμβρίου το φρούριο ήταν σχεδόν αφύλακτο, αφού οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν φύγει και είχαν κατέβη στην πόλη, σύμφωνα με την πληροφορία που έδωσαν δύο Αλβανοί φυγάδες. Τότε οι Έλληνες βοηθούμενοι από το βαθύ σκοτάδι, τη βροχή και τον σφοδρό άνεμο, πάτησαν αθόρυβα και αναίμακτα το πολυθρύλητο κάστρο. Πρώτος αναρριχήθηκε στη Γιουρούς ντάπια του κάστρου ο, νεαρός τότε, Σταμάτης Μήτσας.

Ο Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματέας του Κολοκοτρώνη γράφει:

«Και αναβάντες εκυρίευσαν αυτήν, πρώτων εισπηδησάντων των Κρανιδιωτών Δημ. Ν. Μοσχονησιώτη, Μανώλη Σκρεπετού και Κώστα Γκιώνη. Μη φθανούσης της κλίμακος ζώνης διπλής ριφθείσης επί πυροβόλου βοηθεία αυτής, υποβοηθείς από τον Γκιώνην ο εξ Ερμιόνης Σταμάτης Μήτσας αναβάς πρώτος, εβοήθησε και ηυκόλυνεν την των άλλων ανάβασιν εν οις και τίνα γέροντα Κρανιδιώτην ειδήμονα και την πύλην ανοίξαντα δι ης οι λοιποί εισήλθον».

 

Το ίδιο παραστατική είναι και η αφήγηση του Βασίλη Κωνσταντινόπουλου στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» της 25ης Μαρτίου 1966.

«Ο Μοσχονησιώτης ρίχνει τη σκάλα πάνω στα τείχη μα δεν έφτανε εις το ύψος τους. Τότε ο Σταμάτης Μήτσας, ένας νέος… ανεβαίνει εις το τελευταίο σκαλοπάτι, ρίχνει το ζωνάρι του σ’ ένα κανόνι και σκαρφαλώνει πάνω στο τείχος. Ύστερα βοηθεί το Μοσχονησιώτη να ανέβη και πηδάνε μαζί μέσα στα τείχη. Προχωρούν και διακρίνουν μέσα στο σκοτάδι λίγο φως. Ήταν το τούρκικο φυλάκιο. Μέσα ο Τούρκος φρουρός έτρωγε φύλλα φραγκοσυκιάς. Ο Μοσχονησιώτης ορμά, τον αφοπλίζει, τον φιμώνει και φωνάζει τους συντρόφους που έμειναν κάτω να αναρριχηθούν…».

 

Το ξημέρωμα της νέας μέρας

 

Με την ανατολή της 30ης Νοεμβρίου που η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, προστάτη Αγίου της Πελοποννήσου, τα τηλεβόλα του Παλαμηδίου ανήγγειλαν στους κατοίκους την άλωση του φρουρίου. Υψώθηκε η «σημαία του Σταυρού» και η νίκη χαιρετίσθηκε με αλαλαγμούς και κανονιοβολισμούς. Διαλεχτά παλληκάρια των Ελλήνων πάνω στα τείχη φώναζαν προς τους έκπληκτους Τούρκους: «Καλημέρα, Αγάδες καλώς σας ηύραμε και του χρόνου του Αγίου Ανδρέου Αγάδες· ο Θεός μας έδωσε το Παλαμήδι, κοιτάξτε γρήγορα να μας αδειάσετε και τ΄ Ανάπλι και το Ιτσ-καλέ δια να μη φάτε το κεφάλι σας».

Ξέφρενοι ήταν και οι πανηγυρισμοί των εξήντα (60) Κατωναχαϊτών παλληκαριών που με μια ψυχή κραύγαζαν: «Γιόνα Κάστρα! (δικό μας το κάστρο!), ενώ το λευκό μπαϊράκι με τον κόκκινο σταυρό, πολεμικό σύμβολο του Κάτω Ναχαγέ, κυμάτιζε περήφανο στις επάλξεις του φρουρίου.

Γύρω στις 8 το πρωί ανέβηκε στο Παλαμήδι ο Κολοκοτρώνης. Αμέσως διάταξε να στρέψουν τα κανόνια προς την πόλη και με επιστολή του παράγγελνε στους Τούρκους να παραδοθούν. Επειδή εκείνοι καθυστερούσαν ν’ απαντήσουν άρχισε να χτυπάει, αρχικά με άσφαιρα πυρά, στη συνέχεια με κανονικούς πυροβολισμούς, το Ναύπλιο όπου εκείνοι βρίσκονταν. Τότε, οι Τούρκοι τρομοκρατημένοι και επειδή δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, υπόγραψαν τη συνθήκη και παραδόθηκαν.

 

Το εκκλησάκι του Αγιαντρέα

 

Οι Έλληνες και ιδιαίτερα όσοι κατάγονταν από τη γύρω περιοχή είχαν ακούσει ότι στο κάστρο του Παλαμηδίου υπήρχε από την εποχή των Ενετών (1690) παλαιός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ανδρέα για άγνωστους λόγους. Έψαξαν λοιπόν παντού, έχοντας πάντοτε μαζί τους τον γέροντα Κρανιδώτη Μανόλη Σκρεπετό που γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή το μέρος. Έτσι οδηγούμενοι από «ίχνη αρχαίων εικονογραφιών» ανακάλυψαν τον ζητούμενο ναΐσκο, που ήταν «κρυμμένος» πίσω από έναν μεγάλο σωρό άχρηστου πολεμικού υλικού. Στην εκκλησούλα αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, όταν το 1715 οι Τούρκοι πήραν το Ναύπλιο από τους Ενετούς, κρύφτηκε η γυναίκα του Ενετού φρούραρχου του Παλαμηδιού Λεονάρδου Ταρωνίτη με τα παιδιά της και τα φλουριά της.

 

Το παλληκάρι

 

Ο καπετάν Σταμάτης Μήτσας, ισάξιος πολεμιστής με τον αδελφό του Γιάννη, γαλουχημένος με τις ίδιες αρχές και αρετές και τα ίδια οράματα, γεννήθηκε στην Ερμιόνη περί το 1800.

Ήταν βραχύσωμος, με υπέροχα πλατιά στήθη, καλογυμνασμένο σώμα, ευκίνητος, φτεροπόδαρος, θυελλώδης. Το μέτωπό του πλατύ, τα μάτια του μεγάλα, το βλέμμα βλοσυρό αλλά αετίσιο, σπινθηροβόλο, ανήσυχο. Παρατηρούσε κάθε τι που συνέβαινε γύρω του και «τρυπούσε» τη σκέψη των συνομιλητών του. Η μύτη ερμιονίτικη, ευθεία, πλάταινε στο τελείωμά της και ακριβώς κάτω απ’ αυτή ένα αρειμάνιο μουστάκι έφτανε μέχρι πίσω από τ΄ αυτιά του! Ενωνόταν με τα πλούσια μακριά μαλλιά του, τα ριγμένα στις φαρδιές του πλάτες και γι’ αυτό είχε και το προσωνύμιο «λεοντοχαίτης»! Το πρόσωπό του άλλοτε ήρεμο, άλλοτε συννεφιασμένο και παθιασμένο έδειχνε τον ατρόμητο πολέμαρχο που έκρυβε στα στήθη του καρδιά λιονταριού.

 

Η είδηση φτάνει στην Κυβέρνηση

 

Ο ανδρείος αρχηγός Στάικος Σταϊκόπουλος μόλις έγινε «κύριος του Παλαμηδίου» έστειλε έφιππο ταχυδρόμο στην Ερμιόνη, έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο, για να γνωστοποιήσει όσο πιο γρήγορα γινόταν την κατάληψη του Κάστρου. Τη χαρμόσυνη είδηση έσπευσε να ανακοινώσει επίσης και ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τη με ημερομηνία 1η Δεκεμβρίου επιστολή του, που ξεκινούσε ως εξής:

«Εις δόξαν του αηττήτου Σταυρού και του Πρωτοκλήτου Ανδρέα

Υπερτάτη Διοίκησις

Χθες επήλθομεν εις το υπερήφανον Παλαμήδι και υψώσαμεν τας νικητικάς του Σταυρού σημαίας…».

 

Χαρές και πανηγυρισμοί

 

Η νίκη των Ελλήνων χαροποίησε ιδιαίτερα τα μέλη της Κυβέρνησης και τους κατοίκους του Κάτω Ναχαγέ. Ο Ιωάννης Ορλάνδος, με οικογενειακή καταγωγή από το Κρανίδι και παντρεμένος με την αδελφή των Κουντουριώτηδων, Λάζαρου και Γιώργου, μέλος του Εκτελεστικού, αναγγέλλοντας την πτώση του Παλαμηδιού μεταξύ άλλων έγραφε προς αυτούς.

«Η σωτηριώδης κατάπτωσις του Παλαμηδίου… εμέθυσεν και με από ευχαρίστησιν… διεξοδικωτέραν έκθεσίν μου μη ζητείτε καθότι και η στενότης του καιρού… και το υπερέξοχον της εγκαρδίου ευφροσύνης μου μάλιστα δε και η παρουσία μου εις την Αγίαν εκκλησίαν δια την δοξολογίαν της τρισυποστάτου θεότητος… δεν μου συγχωρούν να εκτανθώ, και αρκεσθήτε τα διεξοδικώτερα από την της Διοικήσεως».

Εν Ερμιόνη την αην Δεκεμβρίου αωκβω

(1822)

Ιωάννης Ορλάνδος

(Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου τομ. Α΄)

Σύμφωνα με το έγγραφο και έχοντας υπόψη την πληροφορία ότι το μεσημέρι της 30ης Νοεμβρίου οι Έλληνες τέλεσαν δοξολογία στον ναό του Αγίου Ανδρέα στο Παλαμήδι με προεξάρχοντα τον ιερέα Γεώργιο Βολίνη έναν από τους πολιορκητές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επίσημη δοξολογία που αναφέρει ο Ιωάννης Ορλάνδος τελέσθηκε στην Ερμιόνη, έδρα τότε της Κυβέρνησης, στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών ή στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, όπου φιλοξενούνταν αρκετά μέλη της Κυβέρνησης. Ωστόσο, κάτι σχετικό οι γραπτές πηγές δεν αναφέρουν και η προφορική παράδοση δεν μας άφησε.

Πάραυτα ο Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού Αθανάσιος Κανακάρης με διακήρυξή του από την Ερμιόνη αναγγέλει στο Πανελλήνιο την άλωση του Παλαμηδίου «το οποίον εθεωρείτο τότε Παλάδιον της Ελληνικής ανεξαρτησίας και Γιβλατάρ (Γιβραλτάρ) της Ελλάδος».

Στην επιστολή του μεταξύ άλλων γράφει: «Ιδού η σταθερότης της Διοικήσεως, η γενναιότης των στρατιωτών μας, η ανδρεία και φρόνησις του γενναιοτάτου χιλιάρχου μας Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξε πορθητήν, εκυρίευσεν το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον εις τας εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του πρωτόκλητου Αποστόλου Ανδρέου ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του σταυρού. Χαίρετε, νέοι Έλληνες, χαίρετε…».

Στη συνέχεια της διακήρυξης συνιστά μεταξύ άλλων φιλανθρωπίαν, ευσπλαχνία, φρόνηση. Να λείψουν οι αταξίες που είναι μικροψυχία και «γυναικότης». Να δείξουν μεγαλοφροσύνη, ανδρεία και καλή τάξη. Να μη φερθούν στους εχθρούς με σκληρότητα. Αυτά θα τα δουν τα έθνη της Ευρώπης, ότι οι Έλληνες είμαστε τακτικοί και φρόνιμοι και έτσι θα κερδίσουμε «την ποθητήν ημών ανεξαρτησίαν».

Εν Ερμιόνη την αη Δεκεμβρίου  αωκβω

και βω της ανεξαρτησίας

Ο αντιπρόεδρος Ο αρχιγραμματεύς της Επικρατείας
  Μινίστρος των εξωτερικών υποθέσεων
Αθανάσιος Κανακάρης Θεόδωρος Νέγρης

 (Αρχείον της Κοινότητος Ύδρας τομ. Η΄)

Γνωστοποίηση της νίκης, «την οποίαν έδωκεν ο Θεός εις τα Ελληνικά όπλα», έγινε από την Ερμιόνη αμέσως και στους «ευγενεστάτους προκρίτους της Ν. Ύδρας» για να χαρούν. Επιπροσθέτως αποφασίσθηκε να δοθούν αντίγραφα του ίδιου εγγράφου και στους προκρίτους των άλλων νησιών «για να γνωστοποιηθή η εξ εφόδου ανάκτησις του τρομερού τούτου φρουρίου και να φθάση ταχέως εις την Ευρώπην η είδησις».

Εξάλλου με την υπ’ αριθ. 2296/1η Δεκεμβρίου 1822 πρόταση του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό, δηλαδή της Κυβέρνησης προς τη Βουλή, προήχθη ο Πορθητής του Παλαμηδίου χιλίαρχος Στάικος Σταϊκόπουλος σε στρατηγό. Το έγγραφο με το οποίο ο Πρόεδρος του Βουλευτικού ενημέρωνε τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού για το παραπάνω θέμα συντάχθηκε στην Ερμιόνη την 3η Δεκεμβρίου 1822.

 

Τα επινίκια στην Ερμιονίδα

 

Φανταζόμαστε πως η κατάληψη του Παλαμηδίου, ιδιαίτερα θα ενθουσίασε τους Ερμιονίτες, γιατί ο συμπολίτης Σταμάτης Αδρ. Μήτσας, αν και νεαρός τότε, ευτύχησε να είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της.

Πανηγύρισαν σίγουρα τη νίκη και οι Κρανιδιώτες καθώς και όλο το Κάτω Ναχαγέ, αφού ντόπιοι οπλαρχηγοί και διαλεχτά παλληκάρια πήραν μέρος σ’ αυτή την πολεμική επιχείρηση. Έτσι απάλυνε ο πόνος που είχαν νιώσει δυο μέρες πριν με το θάνατο του ηρωικού Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη Κρέστα και γέλασαν τα χείλη τους.

Τέλος θεωρούμε βέβαιο πως η αποστολή των εγγράφων της Κυβέρνησης από την Ερμιόνη, όπου η έδρα της, προς τους λαούς της Ευρώπης ασφαλώς θα τους κίνησε την περιέργεια αλλά και το ενδιαφέρον να αναζητήσουν τη μικρή μας πόλη και να πληροφορηθούν την ιστορία της. [1]

 

Δύο ζωγραφικοί πίνακες

 

Η εξιστόρηση των γεγονότων της άλωσης του Παλαμηδίου μεταμορφώθηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες σε όμορφους ζωγραφικούς πίνακες. Ένα τέτοιο «εικαστικό αφήγημα» εμποτισμένο με πατριωτικά συναισθήματα, γεμάτο πολεμική κίνηση και ζωντανά χρώματα, που βοηθούν τον θεατή να εννοήσει καλύτερα τα γεγονότα, μας έδωσε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου-Δουρούκου. Θεωρούμε πως με τον πίνακά της η κ. Ανθούλα προβάλλει έντονα τον ψυχισμό του Σταμάτη Μήτσα αλλά και την τοπική μας παράδοση, αφού του δίνει να κρατάει κοντάρι όμοιο με αυτό που φυλάσσεται στο (Ι.Λ.Μ.Ε.) Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης.

 

Σταμάτης Μήτσας. Έργο της Ανθούλας Λαζαρίδου-Δουρούκου.

 

Εξαιρετικοί και οι πίνακες – σκίτσα του συμπολίτη μας νέου καλλιτέχνη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου, που βρίσκονται στο Ι.Λ.Μ.Ε. Στα έργα κυριαρχεί ο νεανικός ενθουσιασμός, ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα του ήρωα.

 

Σκηνή από την άλωση του Παλαμηδίου. Δημιουργία ενός νέου καλλιτέχνη, του Ερμιονίτη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου.

 

 

Νικητήρια τραγούδια

 

Θεά γοργόφτερη η λαϊκή μούσα και γλυκόφθογγη υμνήτρια των αρετών και των θριάμβων της φυλής, πέταξε πάνω από το απόρθητο κάστρο. Στάθηκε, θαύμασε, αγκάλιασε το τοπίο, σύνθεσε στίχους εγκωμιαστικούς και έψαλε όπως αυτή μόνο ξέρει τον αξεπέραστο Ελληνικό θρίαμβο.

«Όλα τα κάστρα και αν χαθούν

και όλα κι αν ρημάξουν,

το Παλαμήδι τώμορφο

Θεός να το φυλάξη».

Δεν ξέχασε, ωστόσο, και τους πρωταγωνιστές από το Κάτω Ναχαγέ και γι’ αυτούς τραγουδά:

 

«Το ψηλό το Παλαμήδι

που το πήρε το Κρανίδι».

 

Υποσημείωση


[1] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης, «Ιστορικές σελίδες της Ερμιόνης – Ημερολόγιο».

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Προ-Επαναστατικός Καποδίστριας, 1814-1821: Τομή στην Συνεχεία μισού Αιώνα Αγώνων Χειραφέτησης – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η δημοσίευση βασίζεται σε εισήγηση του συγγραφέα σε Διεθνολογική Συζήτηση που διοργάνωσε η Γεωγραφική Εταιρία «Στράβων» στις 12 Απριλίου 2018 με θέμα «Ιωάννης Καποδίστριας: Το Ελληνικό ζήτημα στο Διεθνές Σύστημα Ισορροπίας Δυνάμεων, 1814-1821».

 

Η ευρωπαϊκή «Συνεννόηση Δυνάμεων» (Concert of Powers) που θεσπίστηκε με τη Διάσκεψη ή το Συνέδριο της Βιέννης (1815) και με άλλες Διασκέψεις που ακολούθησαν (Άαχεν, Τροππάου, Λάϋμπαχ, Βερόνα), δεν υπερέβη αλλά αναπαρήγαγε τον ανταγωνισμό  (ή την πολύ άνιση συχνά αποκαλούμενη «Ισορροπία») των Μεγάλων Δυνάμεων. [i] Το ζητούμενο της Βιέννης ήταν μια σταθεροποίηση των σχέσεων των Μ. Δυνάμεων στην καρδιά της γηραιάς ηπείρου με τρείς «διευθετήσεις»: στο γερμανικό ζήτημα, στο πολωνικό ζήτημα και εμμέσως στο ανατολικό ζήτημα. Στο πρώτο επιλέχθηκε Αυστρο-Γερμανική Συνομοσπονδία, στο δεύτερο επιλέχθηκε το Ενωμένο Πολωνικό Βασίλειο με την Ρωσία και στο τρίτο επιλέχθηκε σιωπηρά η de facto οθωμανική εδαφική ακεραιότητα. [ii] Το Συνέδριο της Βιέννης ήταν μια εξέχουσα διπλωματική επιτυχία της αγγλικής και αυστριακής διπλωματίας, που επιδίωξαν να περιορίσουν τα πολιτικά ερείσματα της Ρωσίας στον γερμανικό χώρο, τα οποία προσέφερε η ρωσική στρατιωτική υπεροχή.

Με τον τερματισμό των Ναπολεόντειων πολέμων και αντίθετα με ότι έπραξαν οι λοιπές χερσαίες Μ. Δυνάμεις, ο τεράστιος ρωσικός αυτοκρατορικός στρατός δυναμικότητας 800.000 στρατιωτών ποτέ δεν αποστρατεύτηκε αλλά παρέμεινε ολόκληρος στην διάθεση του Αλέξανδρου Α΄ σε μια διάταξη δύο Στρατιών που κάλυπτε δύο μέτωπα. [iii] Ο Φρίντριχ Γκέντζ, εξ απορρήτων Σύμβουλος του Μέττερνιχ, απερίφραστα αναγνώριζε ότι η 1η Στρατιά, που κάλυπτε το δυτικό μέτωπο, είχε την ικανότητα να αναλάβει δράση εναντίον μιας οποιαδήποτε ευρωπαϊκής Δύναμης. [iv] Από την άλλη πλευρά, η 2η Στρατιά κάλυπτε ένα ευρύτατο νότιο μέτωπο με σκοπό να διεξαγάγει επιχειρήσεις κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η μαχητική ικανότητα των δύο Στρατιών διέφερε σημαντικά, καθώς μετά το Συνέδριο της Βιέννης ο Αλέξανδρος Α’ υιοθέτησε μια συντηρητική εξωτερική πολιτική και έκτοτε η 1η Στρατιά λειτουργούσε περισσότερο αποτρεπτικά, διατηρώντας χαμηλό επίπεδο επιχειρησιακής λειτουργίας. Στην πραγματικότητα η Στρατιά υπήρχε εκεί ως διπλωματικό εργαλείο, το οποίο δύσκολα, όπως αποδείχθηκε, μπόρεσε να υπερκεράσει το πλαίσιο διακανονισμών που Αγγλία και Αυστρία δημιούργησαν στο Συνέδριο της Βιέννης.

 

«Το Συνέδριο της Βιέννης», πίνακας του Isabey (1819). Διακρίνονται όρθιοι από αριστερά προς δεξιά οι: Γουέλινγκτον, Λόμπου ντα Σιλβέιρα, Σαλντάνια ντα Γκάμα, Λέβενγιελμ, Νοάιγ, Μέττερνιχ, Λα Τουρ ντυ Πεν, Νέσελροντ, Ντάλμπεργκ, Ρασουμόφσκι, Στιούαρτ, Κλάνκαρτυ, Βάκεν, Γκεντς, Χούμπολτ και Κάθκαρτ. Καθήμενοι από αριστερά οι: Χάρτεμπεργκ, Πλμέλα, Κάστερκ, Βέσενμπεργκ, Λαμπραντόρ, Τελεϋράνδος και Στάκελμπεργκ.

 

«Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815)». Οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κρατών διαπραγματεύονται στο Συνέδριο της Βιέννης. Α. Ο Αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ. Β. Ο υπουργός Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας κόμης Κάσλρι. Γ. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Ταλεϋράνδος.

 

Το αντίθετο ακριβώς συνέβαινε με την 2η Στρατιά, όπου ο στρατηγός Κίσελεφ με την ανάληψη των καθηκόντων ως Διοικητής εισήγαγε σημαντικούς εκσυγχρονισμούς, συγκρότησε ένα ικανό επιτελείο και πέτυχε το Γενικό Στρατηγείο της 2ης Στρατιάς να αναπτύξει, ανεξάρτητα από το Γενικό Επιτελείο, τον δικό του στρατηγικό σχεδιασμό προσαρμοσμένο στις ανάγκες διεξαγωγής ενός ρωσο-οθωμανικού πολέμου. [v] Στο Συνέδριο της Βιέννης ο Αλέξανδρος Α’ είχε κάθε λόγο να διατηρήσει εκτός διεθνών διευθετήσεων τις διμερείς ρωσο-οθωμανικές σχέσεις, διατηρώντας ανοικτές τις επιλογές της ανατολικής πολιτικής του. Ωστόσο, αξιοποιώντας διπλωματικά την ρωσική στρατιωτική ισχύ, ο Τσάρος πράγματι έθετε ως δεσπόζουσα προτεραιότητα του όχι την ρωσική ανατολική πολιτική, αλλά την εδραίωση ενός ρωσικού ευρωπαϊκού ρόλου. [vi] 

 

Λιθογραφία του στρατηγού Κίσελεφ (Pavel Kiselyov 1788-1872).

 

Τι σήμαιναν αυτά για την ελληνική υπόθεση;

 

Στο πλαίσιο της Βιέννης και σε ότι αφορά στο Ανατολικό Ζήτημα, η Ρωσία είχε πλέον αποδεχθεί de facto (αλλά όχι de jure) την οθωμανική εδαφική ακεραιότητα, την οποία υποστήριζε διακαώς η Αγγλία προκειμένου να αποτρέψει την παρουσία της Ρωσίας στη Μεσόγειο.

Στο πλαίσιο αυτό, η ρωσική διπλωματία δεν ενδιαφερόταν τόσο για την άμεση διευθέτηση των εκκρεμοτήτων της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, αλλά κυρίως στο να διατηρήσει ομαλές σχέσεις με την Πύλη. Ο Τσάρος αντιλαμβανόταν ότι ούτε η Πύλη επιθυμούσε να οξύνει τις σχέσεις της με την Ρωσία, αλλά ο ίδιος σχετικά με εδαφικές διευθετήσεις στην Μαύρη θάλασσα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσει με τις οθωμανικές αξιώσεις. Επομένως, ενώ τα θέματα αυτά θα συνέχιζαν να παραμένουν ανοικτά στις διμερείς σχέσεις, ο νέος ρώσος πρέσβης στην Πόλη όφειλε να χειριστεί τις σχετικές διαπραγματεύσεις με τρόπο που να μην δημιουργεί διπλωματικές εντάσεις.

Κλέμενς Βέντσελ Λόταρ φον Μέττερνιχ (1773-1859). Ελαιογραφία του Sir Thomas Lawrence.

Η αβεβαιότητα που ανέκυπτε από τις εκκρεμότητες αυτές ήταν κατά πόσο οι ρωσο-οθωμανικές διαφωνίες ερμηνείας της Συνθήκης στα εδαφικά θέματα της Μαύρης θάλασσας θα έδιναν το πρόσχημα στην Πύλη να μην τηρήσει στα άλλα θέματα τα συμφωνηθέντα της Συνθήκης, όπως αυτά που αφορούσαν την Σερβία και τις Ηγεμονίες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η προβολή της ρωσικής ισχύος δεν χρησιμοποιείτο ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Απέναντι σ’ αυτήν την κατάσταση, ο Αλέξανδρος Α’ πρόκρινε έναν διαχωρισμό των διπλωματικών χειρισμών ανάμεσα στις δύο όψεις της Συνθήκης του Βουκουρεστίου επιδιώκοντας η μη-επίλυση των εκκρεμοτήτων να μην ανατρέψει την κατάσταση στην Σερβία και στις Ηγεμονίες.

Ο Τσάρος αποδεχόμενος την de facto διατήρηση των ρωσικών θέσεων στην Μαύρη θάλασσα παράλληλα επιδίωκε και ένα ήπιο κλίμα στις αναμενόμενες αργόσυρτες διαπραγματεύσεις για την ρύθμιση αυτών των εκκρεμοτήτων. Ο Αλέξανδρος Α’ αφενός υπογράμμιζε με έμφαση τις συμβατικές υποχρεώσεις της Πύλης έναντι της Ρωσίας στα Βαλκάνια και αφετέρου τις έθετε ταυτόχρονα σ’ ένα πλαίσιο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Επομένως, σύμφωνα με τις διπλωματικές οδηγίες του, η ρωσική πολιτική «προστασίας των ομόδοξων χριστιανών» δεν θα έπρεπε μόνο να προβάλλεται ως αναγνωρισμένο δικαίωμα των υπαρχουσών διμερών Συνθηκών, αλλά και να εφαρμόζεται μ’ έναν τρόπο που να μην δημιουργεί παραστάσεις απειλής στην Πύλη και να υπονομεύει την ομαλότητα στις διμερείς σχέσεις.[x] Ο μοναδικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό σύμφωνα με τις ρητές οδηγίες του Αλέξανδρου Α’ στον ρώσο πρέσβη Γρ. Στρογκανόφ ήταν η ρωσική διαβεβαίωση του πλήρους σεβασμού της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως βάση της άσκησης του ρωσικού δικαιώματος της «προστασίας των ομόδοξων». Πράγματι, ο Αλέξανδρος Α’ διαμήνυε απερίφραστα, δια χειρός φυσικά Καποδίστρια, στην Πύλη ότι «η Ρωσία δεν επιδίωκε την εξάλειψη της εξουσίας του Σουλτάνου πάνω στους εξαρτημένους λαούς» αλλά για την ομαλότητα των διμερών σχέσεων «θα ήταν χρήσιμο, και μάλιστα  επιβεβλημένο, να πάψει επιτέλους η Υψηλή Πύλη τον πόλεμο εναντίον των ίδιων των υπηκόων της». [xi]

 

Ο χάρτης της Ευρώπης κατά το 1815, όπως διαμορφώθηκε με Βάση τις αποφάσεις του Συνεδρίου της Βιέννης.

 

Στα 1816 η αποσαφήνιση της ανατολικής πολιτικής του Τσάρου Αλέξανδρου με την ευκαιρία των διπλωματικών οδηγιών προς τον ρώσο πρέσβη στην Πόλη, Γρ. Στρογκανόφ, ακύρωσε την προσδοκία και επιδίωξη του Καποδίστρια, ότι η επίλυση του Ελληνικού ζητήματος μπορούσε να προέλθει από την ρωσική επιδίωξη ενός νέου ρωσο-τουρκικού πολέμου, τον οποίο ο Αλέξανδρος Α’ ρητά απέκλειε ως ενδεχόμενο του ορατού μέλλοντος. Παρά τις εμφατικές Καποδιστριακές διατυπώσεις, η  διπλωματική οδηγία προς τον Γρ. Στρογκανόφ, αλλά και οι λοιπές κατά καιρούς οδηγίες, ήταν να επιδιώξει ο πρέσβης την επίλυση των εκκρεμοτήτων του 1812 με διάλογο αποφεύγοντας την ολίσθηση σε εντάσεις. [xv] Ακόμη και στα 1819, ο Αλέξανδρος Α’ στην ευρύτερη θεώρηση της «προστασίας των ομόδοξων» συνέχισε να κράτα ήπιους τόνους μη ανταποκρινόμενος στις προσδοκίες υποστήριξης αλλά και στον υποβόσκοντα αναβρασμό των υποτελών στην Πύλη. [xvi]

Χωρίς να επιδιώκει να… «ελληνοποιήσει» τις ρωσικές προτεραιότητες, ο Καποδίστριας προέβλεψε πάντως, εγκαίρως, και συμβούλευσε τον Τσάρο, για το αδιέξοδο της ρωσικής διπλωματίας γύρω από τις εκκρεμότητες της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, την αύξηση των διμερών τριβών εξαιτίας της οθωμανικής αδιαλλαξίας και της παγιωμένης δυσπιστίας των άλλων Μ. Δυνάμεων για τις ρωσικές επιδιώξεις.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Στα 1826 ο Καποδίστριας, συμπλέοντας με νέα ανατολική πολιτική του Νικόλαου Α’, του υπενθύμιζε: «Αλλ’ εγώ προέβλεπον μετά βεβαιότητος ότι αι διαπραγματεύσεις του βαρώνου Στρόγανωφ θα επέφερον εν τέλει όλως αντίθετον αποτέλεσμα. Πράγματι, έπρεπε να ζητήσωμεν αφ’ ενός ικανοποίησιν και αποζημίωσιν διά την παράβασιν και την ατελή εκπλήρωσιν των άρθρων της συνθήκης άτινα αφεώρων εις τας παριστρίους ηγεμονίας και την Σερβίαν, αφ’ ετέρου δε να εύρωμεν τον τρόπον προς απόρριψιν των αξιώσεων ας η Πύλη διετύπου ως προς την επιστροφήν των επί της ασιατικής ακτής φρουρίων. Ήτο πρόδηλον ότι αι συζητήσεις, εις ας θα έδιδεν αφορμήν η αποστολή του βαρώνου Στρόγανωφ, θα ενέπνεον εις τους Τούρκους και εις τας ευρωπαϊκάς Κυβερνήσεις την υπόνοιαν, ότι η Ρωσσία αποκρύπτει τους αληθείς αυτής σκοπούς, ότι απέχει του να επιθυμή την άρσιν των δυσχεριών προς διακανόνισιν και στερέωσιν ειρηνικών σχέσεων και ότι τουναντίον ζητεί δικαιολογητικάς αιτίας προς νέας εν τω μέλλοντι εχθροπραξίας. Εν τούτοις έπρεπε να υπακούσω· αι δε οδηγίαι του βαρώνου Στρόγανωφ συνετάγησαν συμφώνως προς τας προθέσεις του Αυτοκράτορος». [xvii] Και στα 1820 ο Καποδίστριας αποτιμώντας την εφαρμογή των διπλωματικών οδηγιών του Αλέξανδρου Α’ θα γράψει ιδιωτικά στον Γρ. Στρογκάνοφ ότι «Δεν τολμώ να περιμένω μεγάλα αποτελέσματα. Επειδή κανείς δεν κατόρθωσε να πάρει κάτι από τους Τούρκους μόνο με τα λόγια. Στην ουσία εμείς δεν κάναμε τίποτε, παρά να φλυαρούμε με ανθρώπους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν τα λόγια μας». [xviii]

Θεωρούσε, επίσης, ο Καποδίστριας, ότι ο εγκλωβισμός του Τσάρου στην διεκδίκηση ενός ανέφικτου ρωσικού ρυθμιστικού ρόλου στις μετα-Ναπολεόντειες ευρωπαϊκές υποθέσεις,[xix] ακύρωνε την δυνατότητα και επιλογή μιας ρωσικής στρατιωτικής πίεσης για την προώθηση μιας ρωσικής λύσης στο Ανατολικό ζήτημα – λύσης που ο Καποδίστριας σταθερά πίστευε ότι ήταν εφικτή εντός του συστήματος της Ευρωπαϊκής «Συνεννόησης». [xx]

Όπως φαίνεται στις εισηγήσεις του, ο Καποδίστριας αποδεχόταν ότι η εθνική χειραφέτηση των ομόδοξων και η ενίσχυση της ρωσικής επιρροής στην Εγγύς Ανατολή μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς ρωσική εδαφική επέκταση και με εξισορρόπηση των διεθνών συμφερόντων μεταξύ των Μ. Δυνάμεων, αρκεί η Ρωσία να αναλάμβανε την διεθνή πρωτοβουλία των κινήσεων με μια προσεκτικά σχεδιασμένη εφαρμογή μιας ανανεωμένης ανατολικής πολιτικής της.[xxi] Ο Αλέξανδρος Α’ απέρριψε το πλαίσιο αυτής της πολιτικής και, ευρύτερα, αντιμετώπισε με ολοένα εντονότερο συντηρητικό τρόπο τα εθνικά και φιλελεύθερα αιτήματα που στην μετα-Ναπολεόντεια περίοδο εμφανίζονταν στο πολιτικό προσκήνιο της γηραιάς ηπείρου.[xxii] Δέκα χρόνια αργότερα, στα 1825, με το Ελληνικό ζήτημα πλήρως διεθνοποιημένο, ο Αλέξανδρος Α’, λίγους μήνες πριν τον θάνατο του, ήταν πλέον εντελώς έτοιμος για την αναθεώρηση της ανατολικής πολιτικής του 1816, καθώς όχι μόνο αυτή αλλά, επίσης, και η προώθηση ενός ρωσικού ρόλου στις ευρωπαϊκές υποθέσεις ως γενική επιδίωξη της εξωτερικής πολιτικής του, είχαν οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο. [xxiii]

Επί της ουσίας με τις εκτιμήσεις αυτές ο Καποδίστριας αναδείκνυε τελικά την διεθνή σημασία της ελληνικής εξέγερσης και τον καταλυτικό ρόλο που θα είχε στη μεταβολή των όρων διαχείρισης του Ανατολικού ζητήματος, που είχαν ατύπως συμφωνηθεί το Συνέδριο της Βιέννης. [xxvi]

Ο Καποδίστριας έγκαιρα αντιλήφθηκε ότι η διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος θα βασιζόταν στο γεγονός ότι, ακόμη κι αν το επιθυμούσε, η Ρωσία ήταν υποχρεωμένη να μην αγνοήσει μια ελληνική εξέγερση στο πλαίσιο των διμερών ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, καθώς η εγγενής δυσπιστία και αδιαλλαξία της Πύλης στις ρωσικές παρεμβάσεις θα οδηγούσε μοιραία σε νέα ρωσο-οθωμανική κρίση.

Η διεθνής αυτή εξέλιξη θα ενεργοποιούσε ευθέως διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις των Μ. Δυνάμεων γύρω από την διαχείριση των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων στο Ανατολικό Ζήτημα και καθιστούσε άμεσα διεθνές πρόβλημα το Ελληνικό ζήτημα ως αντικείμενο «Συνεννόησης Δυνάμεων», ειδικά μάλιστα στο πλαίσιο του προεξέχοντος αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού.

Ο Καποδίστριας είχε σαφή αντίληψη ότι «κλειδί» της αγγλο-ρωσικής συνεννόησης δεν ήταν γενικά και αόριστα η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά ειδικά το αν καταλυθεί η Οθωμανική κυριαρχία στα Στενά και επανέλθει ο ρωσικός στόλος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επιτυχής στρατιωτικά ελληνική εξέγερση θα συνέτεινε να καταστεί αναπόφευκτη η λύση του Ελληνικού ζητήματος ως μέσο εκτόνωσης της ρωσο-οθωμανικής κρίσης (η οποία, σε αντιστοιχία με τους πάγιους Καποδιστριακούς σχεδιασμούς, στα 1826 εντάθηκε με το στρατιωτικό τελεσίγραφο του τσάρου Νικόλαου Α’ στη Πύλη), και θα δημιουργούσε μια νέα βάση αγγλο-ρωσικής συνεννόησης, που συνίστατο – τουλάχιστον – στον διαχωρισμό του ελληνικού ζητήματος (και των ρωσο-οθωμανικών εκκρεμοτήτων του 1812) από την οθωμανική κυριαρχία στα Στενά (Συνθήκη Αγ. Πετρούπολης, 1826). Όπως προέβλεψε ο Καποδίστριας ήταν ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος (1828-29) που επισφράγισε την ελληνική ανεξαρτησία.

 

Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, έργο του Stefan Semjonovitsj Stjukin, 1808, Museum of Pavlovsk, Russia.

 

Συμπερασματικά:

 

Ο Καποδίστριας διαμόρφωσε βαθμιαία μια «στρατηγική αντίληψη» για το Ελληνικό ζήτημα και την προώθησε με την πράξη του: την πολιτική «Με τις Δικές μας Δυνάμεις».[xxvii]

Η μετεξέλιξη της αντίληψης του προ-επαναστατικού Καποδίστρια διαμορφώθηκε σε δύο διακριτές φάσεις:

  • Στην πρώτη φάση (1800-1816) διαχειρίστηκε την υπάρχουσα «κατάσταση» στις επιδιώξεις του ελληνικού ζητήματος στην εκάστοτε τρέχουσα συγκυρία,
  • Στην δεύτερη φάση (1817-1821) ανάπτυξε την Καποδιστριακή αντίληψη της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» για την διεθνοποίηση και προώθηση του ελληνικού ζητήματος.

Στην πρώτη φάση, επιχείρησε καταρχήν να κάνει «ορατό» το ευρύτερο ελληνικό ζήτημα ως διεθνές θέμα στο Συνέδριο της Βιέννης (1815), καθώς το ήδη διεθνές ζήτημα της Επτανήσου Πολιτείας περιήλθε υπό αγγλική προστασία. [xxviii] Μετά το Συνέδριο της Βιέννης, προσπάθησε, στην συνέχεια, εκκινώντας από την ρωσική πολιτική «προστασίας των ομόδοξων» να αξιοποιήσει την ρωσική ανάγκη εξόδου στην Μεσόγειο και να επαναφέρει το ελληνικό ζήτημα στο προσκήνιο μέσω της ρωσικής ανατολική πολιτικής,  αναγνωρίζοντας ότι χωρίς ρωσο-οθωμανικό πόλεμο δεν είναι εφικτή η προώθηση του Ελληνικού ζητήματος. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος Α’ δεν φάνηκε διατεθειμένος να επανακκινήσει την ρωσική ανατολική πολιτική, καθώς είχε πλέον διαμορφώσει στην Βιέννη στα 1815 διαφορετικές προτεραιότητες: αφ’ ενός εστιάζοντας στην Πολωνία και στο ρωσικό ρυθμιστικό ρόλο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις και αφ’ ετέρου επιλέγοντας την de facto αποδοχή της οθωμανικής ακεραιότητας.

Μετά το 1815 παρέμεινε σταθερή η ρωσική πολιτική της «προστασίας των ομόδοξων» αλλά πάντα μέσα στο πλαίσιο «διεθνούς συνεννόησης» – πρακτικά de facto υπέρ του Status Quo. Αυτό σήμαινε ότι ο Αλέξανδρος πρώτον έχει παραιτηθεί εξ ορισμού από «μονομερείς» ενέργειες έναντι της Πύλης και, συνεπώς, επιδίωκε σταθερότητα και διπλωματική λύση στις διμερείς εκκρεμότητες, και δεύτερον δεν έχει ως προτεραιότητα την ρωσική ανατολική πολιτική, την οποία περιόριζε στην διατήρηση και στην ήπια εφαρμογή του συμβατικού δικαιώματος της για «προστασία των ομόδοξων», δηλαδή στην συντήρηση των ρωσικών ερεισμάτων στον ορθόδοξο πληθυσμό. Αυτή ακριβώς ήταν η ρωσική αντίληψη για το Status Quo στην Εγγύς Ανατολή μετά το 1815, αντίληψη που, εντός συγκεκριμένων ορίων, μπορούσε να είναι de facto ανεκτή τόσο από τις λοιπές Μ. Δυνάμεις, όσο και από την Πύλη. Η Αγγλία μάλιστα πίεζε διπλωματικά την Πύλη να δείξει την απαιτούμενη ευελιξία ώστε να επιλυθούν οι ρωσο-οθωμανικές εκκρεμότητες του 1812 υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση ρήξης επί αυτών θα υποστήριζε την Ρωσία. [xxix]

Όπως και την εποχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη του εξ Απορρήτων, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου του Φιραρή, του Κωνσταντίνου Υψηλάντη και του Αντωνο-Μαρία Καποδίστρια, δηλαδή μισού αιώνα προσδοκιών, η ρωσική πολιτική προτεραιοτήτων απέκλινε καθοριστικά από τις ελληνικές προτεραιότητες. Για τον Ιωάννη Καποδίστρια είχε φτάσει η ώρα της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» (1817-1821), που εγκαινιάζει την δεύτερη φάση της δράσης του προ-επαναστατικού Καποδίστρια.

 

Ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις»;

 

Η αξιοποίηση, με ελληνική πρωτοβουλία, των διεθνών αντιθέσεων για την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος έπρεπε να προέλθει έμμεσα (αξιοποίηση εσωτερικής οθωμανικής κρίσης) ή άμεσα (ελληνική εξέγερση) ή ανάλογα με την συγκυρία από τον συνδυασμό και των δύο. Σ’ όλες τις περιπτώσεις το «κλειδί» στην προώθηση του Ελληνικό ζητήματος παρέμενε η ικανότητα της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» να δημιουργήσει πρακτικά αποτελέσματα.

Ο πυρήνας της πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις» εστιάζονταν στην πρόκληση ρωσο-οθωμανικής κρίσης με επίκεντρο το ελληνικό ζήτημα προκειμένου να καταστεί αυτό de facto αντικείμενο διεθνούς συμβιβασμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό Ζήτημα.  Τον Ιούλιο 1821, όντας ακόμη Υπουργός Εξωτερικών του Αλέξανδρου, ο Καποδίστριας θέτει ευθέως στους εξεγερμένους Έλληνες την σημασία και προοπτική του Αγώνα στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος:

 

«Ας εννοηθώμεν μίαν φοράν δια πάντοτε περί του ουσιώδους τούτου πράγματος. Η Ρωσία απεδοκίμασε την επανάστασιν και η επανάστασις άρχισεν, ούτως η Ρωσία δεν ημπορούσε  και δεν έπρεπε μήδε να σιωπήση μηδε να επικυρώση. Ημπορεί να ενασχολήθη εις τας συνέπειας της, με σκοπόν, να τας κάμει να ευτυχήσουν; Δεν ημπορεί βέβαια, παρ’ όταν βιασθή από κραταιάν ανάγκην΄ από ανάγκην ανυπόστατον. Αυτή η ανάγκη θέλει να είσθαι κραταια και ανυπόστατος, όταν αποδειχθή, ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να επανέλθη εις την Τουρκίαν, δια μέσου τουρκικής διοικήσεως, μια κατάστασις ευσυμβίβαστος με την διατήρησιν της ειρήνης. Αν τεθή τούτον το πρόβλημα, οι Τουρκοι δεν θέλουν πολεμηθή πλέον χάριν της επαναστάσεως΄ θέλουν  πολεμηθή δια να παύση η αταξία, την οποίαν η πόρτα προκαλέιται, ακολουθούσα κατά των χριστιανών σύστημα ολέθριον και αίματος».[xxx]

 

Ο Καποδίστριας σε διάφορες περιστάσεις είχε διατυπώσει απόψεις για επιθυμητή διεθνή λύση του ελληνικού ζητήματος, παράλληλα, όμως, είχε τον πραγματισμό να αντιληφθεί ότι η λύση αυτή θα καθοριστεί από τον συνδυασμό της εμβέλειας και ικανότητας του ελληνικής εξέγερσης με τους συσχετισμούς των Μ. Δυνάμεων.

Και αυτήν η πολιτική ο Καποδίστριας εφάρμοσε και πέτυχε τα επόμενα 10 χρόνια (1817-1826).

 

***

 

Προφανώς δεν είναι δυνατόν να μελετηθεί ολοκληρωμένα ο προ-επαναστατικός Καποδίστριας χωρίς αναφορά στο πολιτικό υποκείμενο της εξέγερσης. [xxxi] Το ζήτημα αυτό εκφεύγει της διεθνολογικής εστίασης αυτής της δημοσίευσης, ωστόσο μπορούν να αναφερθούν ορισμένες ενδεικτικές επισημάνσεις. Το πολιτικό υποκείμενο της προ-επαναστατικής προετοιμασίας, στο οποία ανήκει και ο Καποδίστριας, εστιάζεται σαφέστατα στον θεωρούμενο ως κυρίως «ελληνικό γεωγραφικό χώρο», αλλά συνδέεται ευθέως (ή και εμπεριέχεται για ουσιαστικούς ή τακτικούς λόγους) με τις δυνατότητες που προσφέρει μια συγχρονισμένη και ευρύτερη εξέγερση των, υπό ρωσική επιρροή/«προστασία ομόδοξων», χριστιανικών λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της ρωσικής ικανότητας να επιδράσει στην επίλυση του ευρύτερου Ανατολικού ζητήματος – πρακτικά, δηλαδή, να επιδράσει στην απομείωση προς όφελος των χριστιανικών λαών της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ή στην ολοκληρωτική κατάλυση της.

Στα 1819, ο Καποδίστριας χαράσσει ευθέως την τομή που επιχειρεί ως προεξέχων πλέον πολιτικός ηγέτης της κυοφορούμενης επανάστασης. Πρόκειται για το επιστέγασμα του Καποδιστριακού προβληματισμού σχετικά τον αναγκαίο επαναπροσδιορισμό της μέχρι τότε προσπάθειας ελληνικής χειραφέτησης στις τότε διεθνείς περιστάσεις.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ο Καποδίστριας με την ρητή έκφραση «Ας προβούμε σε έντιμο απολογισμό των γεγονότων που σφράγισαν το μισό του αιώνα μας» θέτει μια αξιοσημείωτη κομβική χρονική αναφορά, που είναι πρωτίστως πολιτική και αναφέρεται στις δραματικές περιπέτειες στα τελευταία πενήντα χρόνια ελληνικής προσπάθειας, με προφανή αφετηρία στα 1769 με τα Ορλωφικά και την ρωσική πολιτική της Μ. Αικατερίνης. [xxxii]

Γράφοντας την Εγκύκλιο του ο Καποδίστριας, ακριβώς την εποχή που βρίσκεται μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια στην γενέτειρα του Κέρκυρα, συσπειρώνοντας με πρόσκληση του τους  «αρχηγούς της Ελλάδας» [xxxiii] και βιώνοντας τον, με αγγλο-οθωμανική σύμπραξη, εξανδραποδισμό του πληθυσμού της Πάργας από τον Αλή Πάσα, γνωρίζει σε ποιους απευθύνεται και ποιοι είναι σε θέση να αντιληφθούν πλήρως τις παραινέσεις τους. Με την Εγκύκλιο αυτή ο Καποδίστριας δεν αρκείται απλώς να δημοσιοποιήσει την τοποθέτηση που ήδη έχει εξηγήσει χωρίς αμφισημίες στις συνομιλίες του με το πλήθος των προσκαλεσμένων του στην Κέρκυρα. Άλλωστε θα ήταν μια επιφανειακή προσέγγιση του κορυφαίου αυτού κειμένου να θεωρηθεί ότι η κύρια φροντίδα του Καποδίστρια είναι να πείσει τον Αλέξανδρο Α’ ότι κινείται εντός των πολιτικών οδηγιών του κατά την παραμονή του στην Κέρκυρα. [xxxiv]

Αντίθετα, ο Καποδίστριας με την Εγκύκλιο πράττει κάτι περισσότερο από την διακήρυξη μιας τοποθέτησης: δηλώνει παρών ως ο πολιτικός ηγέτης της προ-επαναστατικής προετοιμασίας! Κάνει κριτική ιστορική ανασκόπηση, επισημαίνει καίριες πτυχές και καταθέτει μια πολιτική στρατηγική.

Η Καποδιστριακή κριτική στις προγενέστερες ηγετικές προσωπικότητες του ελληνικού εγχειρήματος είναι εύγλωττη:

«ας εμβαθύνουμε», γράφει, «με περισυλλογή στο βάθος των συνειδήσεων μας ας προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε σ’ εκείνες των συμπατριωτών μας, οι οποίοι βρέθηκαν σε θέση να μας παράσχουν κάποια υπηρεσία και που άφησαν σπουδαίες και μεγάλες ευκαιρίες για να την εκπληρώσουν και θα πεισθούμε βαθειά, πως αν υπήρχε λιγότερη αμάθεια από τη μια και λιγότερη έλλειψη ηθικού χαρακτήρα από την άλλη, τα πιο διακεκριμένα άτομα ανάμεσα στους πατέρες μας, έχοντας ευνοηθεί από τις περιστάσεις του καιρού μας, θα μας είχαν κληροδοτήσει λιγότερο προβληματικό μέλλον και την προοδευτική βελτίωση της μοίρας μας».[xxxv]

Η αναγκαστική αμφισημία, που είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί ως υπουργός εξωτερικών του Αλέξανδρου Α’ στα 1819 σ’ ένα κείμενο καταφανούς πολιτικής σκοπιμότητας, δεν αποκρύπτει τoν χαρακτήρα Καποδιστριακής αποτίμησης των πεπραγμένων του περασμένου «μισού αιώνα». Επικρίνοντας την επιλογή τους να μην προσφέρουν «υπηρεσία» υπέρ της υπόθεσης της ελληνικής χειραφέτησης («άφησαν σπουδαίες και μεγάλες ευκαιρίες για να την εκπληρώσουν»), ο Καποδίστριας εστιάζει την  έλλειψη αποτελέσματος στην «λιγότερη αμάθεια» και «λιγότερη έλλειψη ηθικού χαρακτήρα».

Η συσχέτιση των συγκεκριμένων Καποδιστριακών διατυπώσεων με το περιεχόμενο που τους προδίδει ο ίδιος στο υπόλοιπο κείμενο μπορεί να ερμηνευτούν ότι περιγράφουν έλλειψη κατανόησης συνθηκών και ωριμότητας του πολιτικού υποκειμένου και της εκάστοτε ηγεσίας του αλλά και μια ευθεία πρόσκληση για πανστρατιά και ενότητα, που θα την επαναλάβει, καίτοι ήταν ακόμη Υπουργός Εξωτερικών, με την έκρηξη της Επανάστασης με ευθύτητα γράφει στον Διονύσιο Ρώμα (οι υπογραμμίσεις δικές του):

«Τώρα λοιπόν, αν εις την μεγάλην επιχείρησιν, περί ής πρόκειται, είναι επαρκή τα μέσα –αν η ενότης μεταξύ των ανθρώπων, οίτινες θα τα διαχειρισθούν, είναι αληθής, ειλικρινής και αδιάλυτος – έσται με την ευλογίαν του Θεού, και η υπόθεσις θα ευδοκιμησει. Οίαι δήποτε και να είναι αι δυσκολίαι θέλουσιν υπερπηδηθή. Εν εναντια περιπτώσει, θα ήτο βαρύτατον και ασυγχώρητον έγκλημα, το να εκτεθούν τόσα και τόσον πολύτιμα συμφέροντα, να οπισθοδρομήσουν τόσαι και τόσον ωραίαι ελπίδες, όπως επισύρωμεν επί της πατρίδος μας νέας έτι και σκληροτέρας πιέσεις».[xxxvi]

Στα 1819 με την πολιτική πράξη της Εγκύκλιου του ο Καποδίστριας εμφανίζεται πλέον στο πολιτικό προσκήνιο ως υπεύθυνη ηγετική προσωπικότητα, απευθύνεται και κατευθύνει την προ-επαναστατική διαδικασία. Ωστόσο, η επισταμένη μελέτη του πολιτικού υποκειμένου, στο οποίο ο προ-επαναστατικός Καποδίστριας ασκεί εμμέσως κριτική και το θεωρεί ως φορέα της προ-επαναστατικής προετοιμασίας και δράσης απαιτεί συγκεκριμένη ανάλυση, συμπληρωματική της διεθνολογικής διερεύνησης.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Paul W. Schroeder, “Did the Vienna Settlement Rest on a Balance of Power?”, The American Historical Review, Vol. 97, No. 3 (Jun., 1992), pp. 683-706

[ii] Αγγλία και Αυστρία πράγματι κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες να πείσουν τον Αλέξανδρο Α’ και τον Μαχμούτ Β’ για έναν  de jure διακανονισμό των σχέσεων τους στο πλαίσιο των διευθετήσεων της Βιέννης. Πρότειναν, μάταια, στον Σουλτάνο να δεχθεί τις ρωσικές εδαφικές αξιώσεις στην Μαύρη θάλασσα σε αντάλλαγμα να υπάρξουν διεθνείς συμβατικές εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στο Συνέδριο της Βιέννης. Ο Μαχμούτ Β’ απέρριψε ρητά τις προτάσεις Καστλρέη (Ιανουάριος 1815) με το πρόσχημα ότι στην Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) δεν υπάρχουν εκκρεμότητες που θα καθιστούσαν αναγκαία μια διεθνή μεσολάβηση μεταξύ του ίδιου και του Τσάρου. Ο Αλέξανδρος Α’ μπορούσε να είναι ικανοποιημένος με την άρνηση του Μαχμούτ Β’,  που τερμάτισε πλέον κάθε σχετική διαπραγμάτευση, καθώς επιπρόσθετα η απόδραση του Ναπολέοντα από το νησί Έλβα δημιούργησε μια ανατροπή όπου οι ρωσικές στρατιές θα καλούνταν και πάλι να παίξουν τον ρόλο τους. Σχετικά με τις παραπάνω διαπραγματεύσεις. Δες: Miroslav Sedivy, Metternich, The Great Powers and The Eastern Question, Pilsen, 2013, pp. 39-44. Αλλά και ο ίδιος ο Καποδίστριας, διαπιστώνοντας την αγγλο-αυστριακή πρόθεση για de jure  δέσμευση της ρωσικής ανατολικής πολιτικής, επικροτεί την επιλογή του Αλέξανδρου Α’ για διαχωρισμό από τους λοιπούς εδαφικούς διακανονισμούς των ζητημάτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και άρα του Ανατολικού ζητήματος, τα οποία, άλλωστε, είχαν βρει την προσωρινή ή μη ρύθμιση τους στο διμερές πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812), αλλά και την συνέστησε, όταν αιφνιδιαστικά ετέθη στο Συνέδριο της Βιέννης ένα διπλωματικό σχέδιο για την «ελεύθερη ναυσιπλοΐα» στην Μαύρη Θάλασσα. Μάλιστα, πολιτικά ιδιοφυής, ο Καποδίστριας δέκα χρόνια μετά την Βιέννη (1815) στο Υπόμνημα (1826) σκόπιμα αναφέρεται διεξοδικά στο θέμα αυτό (όπως και σ’ άλλα ζητήματα) προς νέο τσάρο Νικόλαο Α’, καταφανώς υπογραμμίζοντας την ταυτότητα με την τρέχουσα ανανεωμένη ρωσική ανατολική πολιτική του διαδόχου του Αλεξάνδρου Α’ των τότε δικών απόψεων και επισημαίνει:

«Εις μίαν των ακροάσεων τούτων η Αυτού Μεγαλειότης μοι ανεκοίνωσε σχέδιον περί της ελευθέρας ναυσιπλοΐας εν τω Ευξείνω. Προετείνετο εν αυτώ προς την Αυτού Μεγαλειότητα να αναγράψη το μέγα τούτο και γενικής ωφελείας ζήτημα εις τα θέματα του συνεδρίου. «Μήπως το σχέδιον τούτο κρύπτει τι επί πλέον;» μοι είπεν ο Αυτοκράτωρ. «Τίποτε ολιγώτερον, Μεγαλειότατε, από την επέμβασιν της Ευρώπης εις τας προς την Τουρκίαν σχέσεις Υμών.» Εξετάζων το ζήτημα τούτο μετά της Αυτού Μεγαλειότητος έλαβον το θάρρος να υπομνήσω τας εκθέσεις των στρατηγών παρ’ οις υπηρέτησα περί της οικτράς θέσεως εις ην η συνθήκη του Βουκουρεστίου κατέλιπε τα μεγάλα συμφέροντα της Ρωσσίας και των ομοδόξων της εν Ανατολή. Ο Αυτοκράτωρ μοι είπε: «Κάθε πράγμα εις τον καιρόν του. Ας τελειώσωμεν το εν Βιέννη έργον μας. Ας προσπαθήσωμεν να το τελειώσωμεν καλώς και έπειτα θα ασχοληθώμεν και με τα άλλα ζητήματα.» (υπογραμμίσεις δικές μου)

Ιωάννης Καποδίστριας, «Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 22 http://62.217.127.123/~jkok/kapodistrias/ arheion_ioannou_kapodistria__t__a__-b-1*3.html

[iii] Ενδεικτικά ο άγγλος πρέσβης στην Αγ. Πετρούπολη, Λόρδος Κάτχερτ, στο υπουργό εξωτερικών Κάστλρεη: «Ο Αυτοκράτορας αντιλαμβάνεται πλήρως την έκταση της ισχύος που στρατιωτική προπαρασκευή θέτει στα χέρια του. Αγαπά τον στρατό του και είναι περήφανος για αυτόν. … Αναζήτησα λεπτομέρειες για το προτεινόμενο ζήτημα της μείωσης δυνάμεων. … Δεν διαπίστωσα κανένα σχέδιο περικοπών να έχει ζητηθεί από διάφορους υπουργούς. Η συνέχιση της παραμονής τους κοντά στα σύνορα δηλώνεται ότι σκοπό έχει την συντήρηση τους από τις υποδομές που έχουν σχηματιστεί εκεί και ότι από οικονομικής πλευράς είναι καλύτερο να συντηρούνται επί τόπου αντί να μεταφερθούν στο εσωτερικό με τα στρατεύματα ή να διατεθούν σε πώληση».

Δες: «Lord Catheart to Lord Castlereagh, St. Petersburg, July 1-13, 1816», Charles Marquees of Londonderry, Correspondence, dispatches and other Papers of Viscount Castlereagh, Vol 11, London 1853, p. 263 &  pp. 266-267.

[iv] Πράγματι, ο Γκενζ έγραφε ρητά ότι: «ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας είναι σήμερα ο μοναδικός μονάρχης σε θέση να πραγματοποιήσει αχανείς επιχειρήσεις. Είναι επικεφαλής του μοναδικού αποτελεσματικού στρατού στην Ευρώπη. Τίποτε δεν μπορεί να αντισταθεί στο πλήγμα αυτού του στρατού. Κανένα εμπόδιο που δεσμεύει τις βουλήσεις των άλλων μοναρχών, όπως συνταγματικές νομοθεσίες, κοινή γνώμη και ούτω καθεξής, υπάρχουν για αυτόν. Ότι τον ευχαριστεί να αποφασίσει σήμερα, έχει την ισχύ να το πραγματοποιήσει αύριο». Στο O.J. Frederiksen, “Alexander I and His League to End Wars”, The Russian Review, Vol 3, no 1, Autumn, 1943, p. 19

[v] Alexander Bitis, Τhe Russian Army and the Eastern Question, 1821-1834, PhD, LSE, 2000, pp. 113-119

[vi]  Οι ευρωπαϊκές επιδιώξεις της Ρωσίας ήταν αναπόσπαστο μέρος των αντιθέσεων των Μ. Δυνάμεων, τόσο για την εφαρμογή της Συνθηκών, όσο για την αντιμετώπιση της διεθνούς αστάθειας και ρευστότητας. Ιδιαίτερα, Ρωσία και Αγγλία σχεδόν σ’ όλα τα διπλωματικά πεδία βρίσκονταν σε αντιμαχόμενες πλευρές. «Στην Γαλλία, αν και μέσω των Πρέσβεων τους», παρατηρεί ο Webster, «ήταν ανταγωνιστές, όμως η Ρωσία και η Βρετανία είχαν ίδια τοποθέτηση – την εδραίωση της μοναρχικής παλινόρθωσης. Αλλά σχεδόν παντού αλλού στην Ευρώπη στην διάρκεια των τριών αυτών χρόνων [1815-1818] οι πολιτικές τους βρίσκονταν σε σύγκρουση. Ο Τσάρος, ή τουλάχιστον μερικοί από τους υπηρετούντες σ’ αυτόν, ενεπλάκησαν σε πολυσχιδείς ενέργειες, οι οποίες ήταν σ’ όλες σχεδόν τις περιπτώσεις εχθρικές στην Βρετανία. Ήταν μια διπλωματική μονομαχία ανάμεσα στα δύο κράτη, η οποία εκτείνονταν σε μια μεγάλη περιοχή. Στο Παρίσι εμφανίζονταν ως ανταγωνιστές για την εύνοια του Λουδοβίκου 18ου, στην Μαδρίτη υπήρξε μία άγρια αντιπαράθεση από την οποία κρίνονταν μεγάλα ζητήματα, στην Ιταλία και στην Γερμανία η Βρετανία υποστήριξε την Αυστριακή επιρροή σε βάρος της Ρωσικής, στην Κωνσταντινούπολη ήταν σχεδόν ανοικτά παραδεκτές οι αποκλίσεις των απόψεων τους, η αντιπαράθεση επεκτείνονταν στην Ασία και ο αγώνας για την Περσία είχε ήδη αρχίσει. … Αυτός ήταν ένας ολοκληρωτικά νέος ρόλος για να παίξει η Ρωσία. Πριν την Γαλλική Επανάσταση αυτή … δεν είχε σχέσεις με την Δυτική Ευρώπη. … Τώρα η επιρροή της ήταν μέγιστη, και προφανώς αυξανόμενη στις μισές Αυλές της Ευρώπης, και τα όργανα της ήταν εμπλεκόμενα στην υποδαύλιση αναταράξεων σ’ όλη την Δύση».  C. K. Webster, The Foreign Policy of Castlereagh, 1815-1882, London, 1925, p.  88

[vii] Η εσπευσμένη συνομολόγηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1812) ήταν προϊόν αδήριτης ρωσικής αναγκαιότητας. Αν και η Ρωσία, μετά τις νίκες του Κουτούζοφ, επέσπευσε τον τερματισμό του ρωσο-οθωμανικού πολέμου λόγω της αναμενόμενη γαλλικής απειλής, η Συνθήκη, που υπογράφηκε μόλις δεκατρείς μέρες πριν την έναρξη της ρωσικής εισβολής του Ναπολέοντα, ανέδειξε την  Ρωσία σε ισχυρή δύναμη στον Δούναβη και στην Μαύρη θάλασσα. Σύμφωνα με την Συνθήκη η Ρωσία αποσύρθηκε στρατιωτικά από τις Ηγεμονίες διατηρώντας τα προηγούμενα συμβατικά δικαιώματα της στο διοικητικό καθεστώς της και η Πύλη αναγνώρισε την ρωσική προσάρτηση της Βεσσαραβίας. Επίσης υπογράφηκε εκεχειρία με τους από τα 1804 εξεγερμένους Σέρβους και δόθηκε καθεστώς αυτονομίας στη Σερβία, ωστόσο με την αποχώρηση της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας οι σερβο-οθωμανικές σχέσεις επιδεινώθηκαν ραγδαία και ο Σουλτάνος προχώρησε σε βίαιη καταστολή των εξεγερμένων, χωρίς η Ρωσία (λόγω της γαλλικής εισβολής) να είναι σε θέση να αντιδράσει. Στην Μαύρη θάλασσα, η Πύλη παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της στην δυτική Γεωργία, ενώ η Ρωσία της επέστρεψε σχεδόν ότι είχε χάσει στα ανατολικά (Poti, Anapa και Akhalkalali) διατηρώντας όμως το Sukhum-Kale στις ακτές της Αμπχαζίας αλλά αρνούμενη την παράδοση πίσω στην Πύλη κατακτημένων οχυρών θέσεων. Δες: John F. Baddeley, The Russian conquest of the Caucasus, London, New York, Bombay, Calcutta: Longmans, Green and Co., 1908, Andrew Robarts, «Treaty of Bucharest» στο Ágoston, Gábor; Masters, Bruce, Encyclopedia of the Ottoman Empire, 2009, p. 94

[viii] Το συμβατικό δικαίωμα της Ρωσίας στην «προστασία ομόδοξων χριστιανών» εδράζεται στα άρθρα 7 και 14 της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) ως συνέπεια του ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768-74), αλλά συνάγεται και από το σύνολο των δικαιωμάτων που παρείχε η Συνθήκη στους ομόδοξους στις Ηγεμονίες, στον Μοριά και στα νησιά του Αιγαίου. Στα συγκεκριμένα αυτά άρθρα προβλέπεται το σχετικό ρωσικό δικαίωμα, ένα νομικό ζήτημα που οι διάφορες ενδιαφερόμενες πλευρές σε διάφορες συγκυρίες (όπως η Ελληνική Επανάσταση ή ο Κριμαϊκός πόλεμος) για διπλωματικούς λόγους της συγκυρίας έδιναν είτε ευρύτατο ή στενότερο περιεχόμενο. Για παράδειγμα, ο Μέττερνιχ αναλύοντας την Συνθήκη θεωρούσε ότι η συμβατική υποχρέωση της Πύλης να επιτρέψει για πρώτη φορά την ίδρυση ορθόδοξης εκκλησίας για τους χριστιανούς στην Πόλη υπό την προστασία της Ρωσίας εξαντλούσε μόνο εκεί περιοριστικά το ρωσικό δικαίωμα επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις υπέρ των ομόδοξων της, δες: “Metternichs Dispatch to Prince Esterhazy, March 17, 1822”, στο Paul Schroeder, Metternichs Diplomacy at its Zenith (New York, 1969), p. 188. Ωστόσο, ακόμη και στο ειδικό, αλλά εξέχοντος πολιτικού συμβολισμού, θέματος της ανέγερσης εκκλησίας μέσα στην ίδια την Πόλη η συμβατική δέσμευση της Πύλης δεν μπορεί να αγνοηθεί, δες: Roderic H. Davison,”TheDosografaChurch in the Treaty of Küçük Kaynarca:, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, Vol. 42, No. 1, 1979. Θα μπορούσε ορθά να υποστηριχθεί, επισημαίνει εύστοχα ο Davison, ότι η Ρωσία δεν χρειαζόταν καθόλου να ενεργήσει βάσει των Συνθηκών ως προστάτης των χριστιανών, και αυτό το επιχείρημα, εκφράζεται σε ρωσικές δηλώσεις του 1853 όπου ο Βαρόνος Brunnow, ρώσος πρέσβης στο Λονδίνο, έγραψε ιδιωτικά στον Πρίγκιπα Menshikov και τον Κόμη Nesselrode: «Η Ρωσία είναι ισχυρή, η Τουρκία είναι αδύναμη, αυτό είναι το προοίμιο όλων των Συνθηκών μας«. Letter of March 21/April 2, 1853, F. F; de Martens, ed., Recueil des Traites et Conventions Conclus par la Russie, 15 vols, St. Petersburg, 1874-1909, 12:311. Αλλά και ο ίδιος ο Nesselrode έγραψε αμέσως μετά: «Το δικαίωμα της Ρωσίας στηρίζεται σε ένα αναμφισβήτητο γεγονός: 50 εκατομμύρια ορθόδοξοι Ρώσοι δεν μπορούν να παραμείνουν αδιάφοροι στην τύχη 12 εκατομμυρίων ορθόδοξων υπηκόων του Σουλτάνου «, Nesselrode to Brunnow, April 20/May 2, 1853, παρατίθενται στο: Roteric Η. Davison, ʺRussian skill and Turkish imbecility: Τhe treaty of Kuchuk Kainardji reconsidered”, Slavic Review, 25, 1976 

[ix] «Την βαθιά ριζωμένη καχυποψία της Πύλης για την πολιτική της Ρωσίας» επισημαίνει ο Άρς, «προσπαθούσε με κάθε τρόπο να συντηρήσει η ευρωπαϊκή διπλωματία, ιδίως εκείνη της Αγγλίας και της Αυστρίας», οπ. π. σελ. 117

[x] Γριγκόρι Άρς, Ο Ιωάννης Καποδίστριας στην Ρωσία, Αθήνα 2015, σελ.116

[xi] Το σχετικό απόσπασμα οδηγιών από ρωσικά αρχεία παρατίθεται στον οπ. π. σελ. 116 (υπογραμμίσεις δικές μου).

[xii] οπ. π. σελ. 116 (υπογραμμίσεις δικές μου)

[xiii] οπ. π. σελ. 116 (υπογραμμίσεις δικές μου)

[xiv] οπ. π. σελ. 117 (υπογραμμίσεις δικές μου)

[xv] Απορρίπτοντας την σχετική εισήγηση του Ι. Καποδίστρια για την ρωσική ανατολική πολιτική, ο Αλέξανδρος έθεσε το δικό του πλαίσιο: «Αι σκέψεις αύται είναι πολύ λογικαί, αλλά διά να εκτελέση τις τι πρέπει να προσφύγη εις το τηλεβόλον, τούθ’ όπερ δεν επιθυμώ. Αρκετούς πολέμους έσχομεν επί του Δουνάβεως· οι δε τοιούτοι πόλεμοι επιδρούν κακώς επί του ηθικού των στρατευμάτων. Του τελευταίου τούτου σείς ο ίδιος υπήρξατε μάρτυς. Αφ’ ετέρου η ειρήνη της Ευρώπης δεν έχει εισέτι στερεωθή, οι δε υποκινηταί των επαναστάσεων ουδέν θα επεθύμουν τόσον όσον να με ιδούν εις ρήξιν προς τους Τούρκους. Καλή ή κακή, η σύμβασις του Βουκουρεστίου πρέπει να τηρηθή. Πρέπει να την δεχθώμεν και να προσπαθήσωμεν να ωφεληθώμεν εξ αυτής όσον το δυνατόν περισσότερον, ίνα προξενήσωμεν κάτι καλόν εις τας παριστρίους ηγεμονίας και εις τους Σέρβους και ιδίως ίνα οι Τούρκοι μη μας ενοχλούν διά των αξιώσεων αυτών επί της ασιατικής ακτής. Υπό το πνεύμα τούτο συνιστώ να ασχοληθήτε με την αποστολήν του κ. Στρόγανωφ», «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 34

[xvi] Στα 1819, παραμονές της ιστορικής επίσκεψης του Καποδίστρια στην γενέτειρα του Κέρκυρα, ο ίδιος ο Καποδίστριας αναφέρει τις ρητές οδηγίες του Τσάρου: «…Σας συνιστώ να μη εξέλθετε της πορείας ην ακολουθούμεν. Προσπαθήσατε να φέρετε την γαλήνην εις την πατρίδα σας. Δώσατε εις τους Επτανησίους και δι’ αυτών εις τους λοιπούς Έλληνας να εννοήσουν ότι πρέπει να είναι λογικοί. Επιθυμώ βεβαίως να συντελέσω εις την καλυτέρευσιν της τύχης των, αλλ’ επί τη βάσει των συνθηκών. Ο Κόσμος έχει ανάγκην ησυχίας. Ταύτην δυνάμεθα να εξασφαλίσωμεν μόνον διά της ενώσεως μεταξύ των ευρωπαϊκών Κυβερνήσεων. Ο δε μέγας ούτος καρπός των προσπαθειών μας θα εξηφανίζετο ευθύς ως τα εν Ανατολή συμφέροντα ήθελον ρίψει το σπέρμα της διχονοίας εις το μέσον ημών. Πρέπει συνεπώς να αφήσωμεν τα πράγματα ως έχουν και να περιορισθώμεν να πράξωμεν ιδιαιτέρως υπέρ των Ελλήνων ό,τι καλόν δυνηθώμεν, αλλά χωρίς διά τούτο να τους ενθαρρύνωμεν να περιμένουν από Εμέ ό,τι αυτήν την στιγμήν δεν έχω την δυνατότητα να πράξω υπέρ αυτών». «Επισκόπηση»,  Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 51

[xvii] «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 35

[xviii] Το σχετικό απόσπασμα της αλληλογραφίας Καποδίστρια  από ρωσικά αρχεία παρατίθεται στον Γρ. Άρς, οπ. π. σελ. 118

[xix] Μέχρι το Συνέδριο του Αίξ-λα-Σαπέλ (1818) ο Αλέξανδρος επεδίωκε να εμπεδώσει την επιρροή του σε κάθε σχεδόν ευρωπαϊκό θέμα προσπαθώντας να αξιοποιήσει κάθε παρουσιαζόμενη ευκαιρία. «Στην Γερμανία», για παράδειγμα επισημαίνει ο Webster, «ο Κάστλρεη επίσης υποστήριζε γενικά την πολιτική Μέττερνιχ εναντίον του Τσάρου. Στην Τελική Πράξη της Βιέννης μόνο το περίγραμμα της Γερμανικής Συνομοσπονδίας είχε διευθετηθεί. Οι λεπτομέρειες παρέμειναν να διευκρινιστούν και πολλά βασίζονταν σ’ αυτές. Πόσο επέτρεπε η Συνομοσπονδία στα μέλη της να ακολουθούν την δική τους εξωτερική και εσωτερική πολιτική; Θα ήταν εφικτό τα μικρότερα κράτη να εξαναγκαστούν σε υποταγή στην Αυστρο-Πρωσική ηγεμονία, ειδικότερα οι περισσότερο Φιλελεύθερες Δυνάμεις του Νότου; Ούτε η Ρωσία, ούτε η Γαλλία επιθυμούσαν να δουν μια ισχυρή και ενωμένη Κεντρική Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, ο Κάστλρεη την θεωρούσε ως ουσιαστική για την σταθερότητα στην ήπειρο, και για να πετύχει αυτόν τον σκοπό ευνοούσε πάντα την προσέγγιση Πρωσίας και Αυστρίας. Επομένως, η Βρετανική επιρροή  σχεδόν πάντα ασκείτο υπέρ της Αυστριακής πλευράς», το C. K. Webster, p. 116. «Και στην περίπτωση αυτή», συμπεραίνει ο Webster «ήταν δυνατόν να φανταστεί κανείς την ύπαρξη ενός ρωσικού σχεδίου για να εδραιωθεί μια ρωσική ηγεμονία στην Γερμανία ή τουλάχιστον για να εμποδιστεί η Αυστρία να υλοποιήσει την δική της», στο C. K. Webster, p. 95. Από αυτήν, την γενικότερη, σκοπιά φαινόταν ότι οι προβλέψεις του Καποδίστρια το 1815 δικαιωνόταν σχετικά με «το συμπέρασμα εις το οποίον ωδήγει αναγκαίως η ανάλυσις της συνθήκης ταύτης [των Παρισίων]», ότι δηλαδή γενικότερα οι διακανονισμοί στο Παρίσι και στη Βιέννη αντανακλούσαν εμπεδωμένους συσχετισμούς μεταξύ των Μ. Δυνάμεων και ότι «η θέσις των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων δεν θα ήτο πλέον επί ίσοις όροις», στο «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 20

[xx] Όπως σημειώνει και ο Webster: «Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη η Ρωσία είχε, φυσικά, πάγια και έννομα συμφέροντα. Ο Σουλτάνος το 1815 είχε ανόητα απορρίψει την εγγύηση που ο Κάστλρεη είχε προτείνει στην Βιέννη, και υπήρχαν πολλά εκκρεμή ζητήματα μεταξύ Πύλης και Ρωσίας», στο C. K. Webster, p. 96

[xxi] Ο Καποδίστριας εισηγήθηκε σχετικά με το περιεχόμενο των διπλωματικών οδηγιών στον νέο πρέσβη στην πύλη, Γρ. Στρογκανόφ, διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο: «Αντί να αποσταλή ούτος, Μεγαλειότατε, όπως διαπραγματευθή την εκτέλεσιν ανερφαμόστου συνθήκης, ας λάβωμεν ως αφετηρίαν την διακοίνωσιν ην ο αρχιστράτηγος του στρατού του Δουνάβεως64 επέδωσεν εις τον Μέγαν Βεζύρην κατά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της συνθήκης ταύτης. Η διακοίνωσις αύτη εδήλου εις την Πύλην, ότι εάν δεν ενεργήση από κοινού μετά της Ρωσσίας κατά του Ναπολέοντος, η συνθήκη θα είναι άκυρος. Παρά την δήλωσιν ταύτην όμως, η Πύλη διετήρησε πάντοτε τας φιλικάς και στενάς αυτής προς τον Βοναπάρτην σχέσεις. Ώστε μόνη της διεκινούνευσε την ακύρωσιν της συνθήκης του Βουκουρεστίου. Επομένως η Ρωσσία δικαιούται να προτείνη εις τους Τούρκους νέαν συνθήκην ειρήνης, συνοδεύουσα δε την πρότασίν της διά στρατιωτικής κινήσεως εις τα σύνορα και εν τω Ευξείνω, δύναται να είναι βέβαια ότι οι Τούρκοι θα παραδεχθούν ταύτην. Ούτω θα δυνηθή τέλος η Ρωσσία να απαλλάξη διά παντός τους Μολδαβούς, τους Βλάχους και τους Σέρβους από της αυθαιρέτου και καταθλιπτικής διοικήσεως ήτις τους καταπιέζει. Η Μολδαβία, η Βλαχία και η Σερβία δεν δύνανται άρα γε να σχηματίσουν τρεις ομοσπόνδους ηγεμονίας, κυβερνωμένας υπό ηγεμόνων εκ τριών διαφόρων δυναστειών, οίτινες δύνανται να εκλεγούν εκ των ηγεμονικών οίκων της Γερμανίας, ίνα ούτω συμβιβασθούν πάντα τα συμφέροντα και αρθή πάσα αφορμή ζηλοτυπίας; Διά να μη στερηθή δε η Πύλη των δικαιωμάτων αυτής, δύναται να απονεμηθή εις αυτήν, ως κυρίαρχον Δύναμιν, το δικαίωμα του προμηθεύεσθαι διά την Κωνσταντινούπολή ζωοτροφίας εκ των τριών τούτων ηγεμονιών επί μέτρια τιμή. Εξ άλλου δε, ίνα εξασφαλισθή εις τας ηγεμονίας ταύτας ύπαρξις ευρωπαϊκή, δύνανται να τεθούν αύται υπό την εγγύησιν ου μόνον της Ρωσσίας και της Αυστρίας, αλλ’ επί πλέον, εάν δεήση, και της Αγγλίας και της Γαλλίας». «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, οπ. π. σελ. 33

[xxii] Όπως επισημαίνει ο Τ. Κανδηλώρος, σε επιστολή της από την Βαϊμάρη στον Καποδίστρια ήδη στα τέλη 1817, η Ρωξάνδρα Στρούντζα, πάντα ενήμερη για τα τεκταινόμενα της τσαρικής Αυλής, «τον βεβαιοί ότι εσχημάτισε πλέον γνώμην, ότι οΤσάρος προστατεύει τον δεσποτισμόν της Ιεράς Εξετάσεως του Βασιλέως της ισπανίας, πολέμών τα δίκαιο του ανθρώπου εις τας εν Αμερικη Ισπανικάς κτήσεις», στο Τάκης Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρία,1814-1821, σελ. 166.  Η ραγδαία στροφή στον συντηρητισμό που έχει επισημανθεί από όλους τους μελετητές της περιόδου δεν οφείλεται μόνο στην όποια καθεστωτική απειλή θεωρούσε ότι αντιπροσώπευε ο «καρμποναρισμός» και στην μυστικιστική θρησκευτική ροπή της αποστολής των Ηγεμόνων. Ο Αλέξανδρος Α’, μετά την αποτυχία του διπλωματικού εγχειρήματος του Συνεδρίου του Άαχεν, όπου οι «πανευρωπαϊκές» φιλελεύθερες προτάσεις του Ι. Καποδίστρια αποτελούσαν το όχημα εμπέδωσης του ποθητού ρωσικού ευρωπαϊκού ρόλου με την de Jure  αναίρεση των περιορισμών της Βιέννης (1815), φαίνεται ότι επιχειρούσε να δώσει έναν νέο περιεχόμενο στον ρωσικό ευρωπαϊκό ρόλο: αυτόν του εγγυητή της καθεστηκυίας ευρωπαϊκής τάξης με όχημα την ενεργοποίηση της Ιεράς Συμμαχίας, την οποία οι λοιπές Μ. Δυνάμεις είχαν μέχρι το 1819 απονεκρώσει και που τώρα οι ανάγκες πρωτίστως αυστριακής σταθεροποίησης του Μέτερνιχ (αλλά όχι της Αγγλίας του Καστλρέη και προπάντων του Γ. Καννιγκ)  χρησιμοποιούνταν για να ρυμουλκήσουν την διπλωματική (αλλά όχι στρατιωτική) ρωσική υποστήριξη στις επιδιώξεις τους σε Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία. Οι ανυπέρβλητες δυσκολίες της ρωσικής διπλωματίας στις διαπραγματεύσεις της Βιέννης, και ιδιαίτερα οι τελικές διευθετήσεις, οδήγησαν τον Αλέξανδρο Α’ να επιχειρήσει την σύναψη μιας παράλληλης Συνθήκης, την Ιερά Συμμαχία, που θα διαμόρφωνε έναν περισσότερο ευνοϊκό διπλωματικό πλαίσιο για την προώθηση ενός ευρωπαϊκού ρωσικού ρόλου. Την ευκαιρία παρείχε η επιδίωξη του Κάστλρεη για μια συμπληρωματική Συνθήκη Συμμαχίας που θα απέτρεπε εσωτερικές γαλλικές εξελίξεις να απειλήσουν εκ νέου την ευρωπαϊκή ασφάλεια, όπως συνέβη με τις επιπτώσεις της απόδρασης του Ναπολέοντα από το νησί Έλβα. Ο Αλέξανδρος Α’ κατέφυγε τότε σ’ έναν διπλωματικό ελιγμό ενώ επιχειρούσε ήδη να εισάγει την «αρχή της νομιμότητας» στο σχέδιο της νέας Συνθήκης αποτυγχάνοντας όμως, λόγω της αντίθεσης του Κάστλρεη, να γίνουν δεκτές εκτεταμένες διεθνείς δεσμεύσεις στην Συνθήκη Συμμαχίας της 20ης Νοεμβρίου 1815. Ο Καποδίστριας υπενθυμίζει τις περιστάσεις ρωσικού διπλωματικού ελιγμού γράφοντας ότι «Κατά την εν Παρισίοις διαμονήν Της η Αυτού Μεγαλειότης συνέταξεν αυτοπροσώπως την συνθήκην της 14/ 26 Σεπτεμβρίου, την μετά ταύτα κληθείσαν ΙεράνΣυμμαχίαν. Ο Αυτοκράτωρ διετύπωσε το σχέδιον της συνθήκης ιδιοχείρως διά μολυβδίδος. Εγχειρίζων μοι τούτο ο Αυτοκράτωρ με διέταξε να σκεφθώ επ’ αυτού και να υποβάλω τας παρατηρήσεις μου. Την επαύριον έλαβον το θάρρος να είπω Αυτώ ότι τα χρονικά της διπλωματίας δεν παρουσίαζον παρόμοιον έγγραφον και ότι η Αυτού Μεγαλειότης, συμφώνως με τα αρχάς Της, ηδύνατο να διατυπώση τας κυρίας γραμμάς ουχί εν συνθήκη αλλ’ εν διακοινώσει ή διαγγέλματι. Ο Αυτοκράτωρ εξετάσας τας ενστάσεις μου μοι απήντησεν ότι η απόφασίς Του είναι ειλημμένη και ότι αναλαμβάνει Αυτός όπως υπογράψουν την συνθήκην ταύτην οι σύμμαχοί Του, ο Αυτοκράτωρ της Αυστρίας και ο Βασιλεύς της Πρωσσίας. Όσον δ’ αφορά την Γαλλίαν, την Αγγλίαν και τας άλλας Κυβερνήσεις, «τούτο θα είναι», είπε τότε ο Αυτοκράτωρ, «έργον ιδικόν σας». Την μεθεπομένην η συνθήκη πράγματι υπεγράφη υπό του Αυτοκράτορος της Αυστρίας και του Βασιλέως της Πρωσσίας. Ο Βασιλεύς της Γαλλίας προσεχώρησε πλήρως εις αυτήν. Η Αγγλική Κυβέρνησις δεν εδέχθη την γενομένην αυτή πρότασιν, διά λόγους, ως ισχυρίσθη, κοινοβουλευτικής σκοπιμότητας», δες: «Επισκόπηση», οπ. π. σελ. 28 (υπογραμμίσεις δικές μου). Στην προσέγγιση του Αλέξανδρου Α’ για ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων αναδεικνύονταν δύο αλληλένδετες όψεις: η διπλωματική επιδίωξη ενός ρωσικού ρυθμιστικού ρόλου στις ευρωπαϊκές υποθέσεις και η συνεχής απόπειρα de jure θεσμοθέτησης των ad hoc διαδικασιών Διεθνούς Συνεννόησης μεταξύ των συμμάχων της Τετραμερούς και αργότερα της Πενταμερούς Συμμαχίας αλλά και των εταίρων του στην «Ιερά Συμμαχία» στην βάση της «μοναρχικής αλληλεγγύης». Επαναφέροντας την Ιερά Συμμαχία στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, ο Αλέξανδρος Α’ προσέγγιζε την «μοναρχική αλληλεγγύη» με ξεχωριστό τρόπο. Καταρχήν, ο Αλέξανδρος Α’ αναγνώριζε ότι κάθε Μ. Δύναμη είχε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, τα οποία ήταν αντικείμενο διεθνούς συνεννόησης και «μοναρχικής αλληλεγγύης» αλλά στην βάση της αμοιβαιότητας αναφορικά με ανάλογα ρωσικά ενδιαφέροντα. Δεύτερον, ο Τσάρος αντιλαμβανόταν ότι η καθεστωτική βάση της «μοναρχικής αλληλεγγύης» εστιαζόταν σε δυο διαστάσεις, ήτοι στην «αρχή της νομιμότητας» που εξέφραζε ο Μονάρχης και στους εδαφικούς διακανονισμούς της μετα-Ναπολεόντειας Ευρώπης. Η πρώτη διάσταση αφορούσε την απάντηση της «μοναρχικής αλληλεγγύης» στην πρόκληση των συνταγματικών και εθνικών κινημάτων της Δυτικής Ευρώπης, όπου οι αντιδράσεις των Μ. Δυνάμεων στην εκάστοτε περίπτωση ακολουθούν η κάθε μία τις δικές της επιδιώξεις με όριο την διατήρηση της «ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων» της Βιέννης, που αποτελούσε την βάση της ad hoc Συνεννόησης Δυνάμεων. Η δεύτερη διάσταση άγγιζε δύο ρωσικού ενδιαφέροντος ζητήματα που παρέμειναν στην διακριτική μεταχείριση της Ρωσίας και πρακτικά αφορούσαν αφενός το κατά πόσο η «μοναρχική αλληλεγγύη» περιλάμβανε και τον Σουλτάνο και αφετέρου το κατά πόσο το ευρωπαϊκό status quo περιλάμβανε την οθωμανική επικράτεια. O Κάστλρεη αποκάλεσε την «Ιερά Συμμαχία» «ένα χαρτί υπέρτατου μυστικισμού και ανοησίας» και ο Μέττερνιχ «ένα ηχηρό τίποτε», δες: O.J. Frederiksen, οπ. π. σελ. 17. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1820, οι περιστάσεις θα αναγκάσουν τον πρώτο σε διπλωματική αναδίπλωση και τον δεύτερο να προσφύγει, προσχηματικά έστω, σε διπλωματική σύμπλευση με τον Τσάρο αποδεχόμενος de facto το Πρωτόκολλο του Τροππάου, δηλ. τις «αρχές της νομιμότητας» και της «μοναρχικής αλληλεγγύης» της «Ιεράς Συμμαχίας». Στα 1821, και ο ίδιος ο Κάστλρεη, αντιμέτωπος με την Ελληνική Επανάσταση, θα αναγκαστεί, παρελκυστικά βέβαια, σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Α’ να επικαλεστεί αυτές τις αρχές που ο ίδιος είχε καταδικάσει. «Είμαι βέβαιος ότι τα φοβερά γεγονότα τα οποία βασανίζουν το μέρος αυτό της Ευρώπης … δεν προέρχονται αποκλειστικά από τα συγκρουσιακά  και εύφλεκτα στοιχεία που συνθέτουν την Τουρκική Αυτοκρατορία αλλά σχηματίζουν ένα κλάδο από εκείνο το οργανωμένο πνεύμα εξεγέρσεων, το οποίο συστηματικά προπαγανδίζεται μέσα στην Ευρώπη και το οποίο εκρήγνυται οπουδήποτε το χέρι της κυβερνητικής ισχύος, για οποιονδήποτε λόγο εξασθενίζει. … Οποιοσδήποτε βαθμός απόκλιση απόψεων μπορεί να συνέβησαν στις πρόσφατες συνομιλίες για αφαιρετικές θεωρίες του διεθνούς δικαίου και οποιαδήποτε θέση της Βρετανικής Κυβέρνησης μπορεί τελευταία να διαφοροποιήθηκε από εκείνη των τριών Συμμαχικών Αυλών, με την υιοθέτηση μιας γραμμής ουδετερότητας την οποία ο Βασιλεύς θεώρησε απαραίτητη αναφορικά με τις Ιταλικές υποθέσεις … το παρόν Ευρωπαϊκό σύστημα, τοιουτοτρόπως επιμελώς και ευφυώς διοικούμενο, θα συνεχίσει να υφίσταται προς όφελος της ασφάλειας και εμπιστοσύνης της Ευρώπης. … ενώ δεν μπορούμε να αρνηθούμε στους Έλληνες την συμπάθεια και την συμπόνια μας, αυτοί ήταν οι επιτιθέμενοι στην παρούσα περίσταση», δες: ”The Marquess of Marquees of Londonderry to his Imperial Majesty the Emperor of all the RussiasForeign Office, London, July 16, 1821” στο Charles Marquees of Londonderry, οπ. π., pp. 403-408. Οι χειρισμοί Μέττερνιχ και Κάστλρεη στις αναφυόμενες περιστάσεις αστάθειας της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων ήταν απόλυτα συνεπείς τόσο στις επιμέρους πολιτικές επιδιώξεις του καθενός, όσο και στην συναντίληψη τους για τις μετα-Ναπολεόντειες ευρωπαϊκές σχέσεις.

[xxiii] Ο Αλέξανδρος Α’, απογοητευμένος από τους συμμάχους του για την στάση τους στις ρωσο-οθωμανικές σχέσεις, ανέφερε πικραμένος στον Νεσσελρόντε: «Η τουρκική ισχύ θρυμματίζεται, το μαρτύριο είναι περισσότερο ή λιγότερο μεγάλο αλλά είναι καταδικασμένη σε θάνατο. Είμαι ακόμη εδώ, οπλισμένος με όλη την ισχύ μου, αλλά πιστός στις γνωστές αρχές μου της μετριοπάθειας και ανιδιοτέλειας. Πώς αυτό δεν θα με ωφελήσει, με την αποστροφή μου από οποιοδήποτε σχέδιο κατάκτησης, για να φτάσω σε μια λύση ενός ζητήματος που διαρκώς διαταράσσει την Ευρώπη; Όσο ακολουθώ αυτές [τις αρχές], αυτοί [οι Σύμμαχοι] επιχειρούν να έχουν οφέλη από αυτό. Δεν μπορώ να παραμείνω σ’ αυτήν την θέση για περισσότερο χρόνο. Οι υποθέσεις καθημερινά γίνονται περισσότερο πολύπλοκες. Πιέζομαι, όλο το περιβάλλον μου με παρακινεί. Ο λαός απαιτεί πόλεμο, στρατιές μου είναι πλήρεις ενθουσιασμού να τον πραγματοποιήσουν, δεν είναι δυνατόν να αντισταθώ περισσότερο. Οι σύμμαχοι μου με έχουν εγκαταλείψει. Ο καθένας μηχανογραφεί στην Ελλάδα. Μόνο εγώ παρέμεινα αγνός. Έχω πιέσει την κατάσταση τόσο πολύ ώστε δεν έχω ούτε καν ένα άθλιο όργανο στην Ελλάδα, ούτε έστω έναν πράκτορα πληροφοριών, και είμαι υποχρεωμένος να αρκούμαι με τα υπολείμματα που πέφτουν από το τραπέζι των συμμάχων μου».

Ο Αλέξανδρος Α’ δεν θα προλάβει, θα πεθάνει ξαφνικά και θα τον διαδεχθεί ο αδελφός του Νικόλαος Α’ που θα συμπαραταχθεί άμεσα με τις αντιλήψεις της «πολεμικής παράταξης» (“War Party”) και κοντά του θα βρεθεί ο αποχωρήσας ρώσος πρέσβης στην Πόλη, Γρ. Στρογκανόφ. Το παραπάνω απόσπασμα παρατίθεται στο: Harold Temperley, «Princess Lieven and the Protocol of 4 April 1826», The English Historical Review, Vol. 39, No. 153 (Jan., 1924), pp. 60

[xxiv] Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην Διάσκεψη του Λάϋμπαχ στην διδακτορική διατριβή ο Χ. Κισσινγκερ έγραφε «το ζήτημα μεταξύ Μέττερνιχ και Καποδίστρια επιλύθηκε σε μια διαμάχη όπου οι επιταγές της αρχής της νομιμότητας επιβλήθηκαν στις εθνικές διεκδικήσεις… με τα λόγια του Μέττερνιχ “δύο παρατάξεις είναι αντιμέτωπες παντού στον κόσμο: οι Καποδίστριες και οι Μέττερνιχ. Καθώς ο Τσάρος είναι ένας Μέττερνιχ, οι αντίπαλοι του θα αφεθούν στην μοίρα τους”…» Στο Henry Kissinger, A World Restored: Metternich, Castlereagh and the problems of Peace, 1812-1822, Harvard University, 1954,  p. 292, Γ. Πουκαμισάς, Καποδίστριας και Μέττερνιχ. Δύο αντίθετες αντιλήψεις για το Ανατολικό Ζήτημα, Αθήνα 2010

[xxv] Πράγματι, τις αντιλήψεις της «πολεμικής παράταξης» ο Γρ. Στρογκανόφ, ρώσος πρέσβης στην Πόλη, εξέφραζε με την διπλωματική διαχείριση της  διαπραγμάτευσης των διμερών εκκρεμοτήτων του 1812 την πεποίθηση ότι η αδιαλλαξία της Πύλης μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την πολιτική ισχύος που θα καθιστούσε επιβεβλημένο τον σεβασμό των ρωσικών θέσεων και ειδικότερα το δικαίωμα της στην «προστασία των ομόδοξων», στο οποίο ο Καποδίστριας είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση διατυπώνοντας τις διπλωματικές οδηγίες του Αλέξανδρου Α’ προς τον Γρ. Στρογκανόφ. Την άνοιξη του 1819 ο Καποδίστριας γράφει στον Στρογκανόφ από την Κέρκυρα: «Εδώ σας αναγνωρίζουν όχι μόνο ως εκπρόσωπο του αυτοκράτορα αλλά και ως προστάτη των Ελλήνων», δες: Γρ. Άρς, οπ. π. σελ. 118-119

[xxvi] Ο Καποδίστριας είχε πλέον διατυπώσει σαφώς την αντίληψη αυτή απευθυνόμενος στους αντιπροσώπους  των Οσποδάρων Βλαχίας και Μολδαβίας, Αλ. Μαυροκορδάτο και Πασβάνογλου, τους οποίους συνάντησε μ’ αφορμή την περιοδεία του Αλέξανδρου στην Βεσσαραβία το 1818: «Οι οσποδάροι της Μολδαβίας και της Βλαχίας προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα Ρωσσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον… «Νομίζετε, λοιπόν», απήντησα εις αυτούς, «ότι θα τον διέβαινον διά να σας ανυψώσουν εις το αξίωμα ανεξαρτήτων ηγεμόνων; Δείξατέ μοι εν τη Ιστορία ανάλογον παράδειγμα. Αφού τοιούτον δεν υπάρχει, φαντάζεσθε ότι η τύχη σας θα αποτελέση εξαίρεσιν του γενικού κανόνος; Άλλως θα έπρεπε να χυθή αίμα πολύ, να γίνουν θυσίαι μεγάλαι, να καταστραφουν υπάρξεις και περιουσίαι εις μέγαν αριθμόν, και προς τίνα σκοπόν; Διά να αντικαταστήσετε το τουρκικόν σαρίκι με πίλον ευρωπαϊκόν; Ως Έλλην μεν οφείλω μόνον εκείνην την ελευθερίαν να επιθυμώ, ην οι Έλληνες ήθελον αποκτήσει διά των ιδίων των δυνάμεων και διά της προηγούμενης προόδου των εις τον αληθή πολιτισμόν. Αλλά από το σημείον τούτο η κοινή ημών πατρίς ευρίσκεται ακόμη μακράν· δι’ ο και έκαστος εξ ημών οφείλει να αφιερώση πάσας αυτού τας δυνάμεις, ίνα προπαρασκευάση την οδόν ήτις θα ανάδειξη την πατρίδα μας εις έθνος πολιτισμένον. Ως υπουργός όμως της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, σας δηλώ ότι ο Αυτοκράτωρ έχει την σταθεράν και αμετάτρεπτον πρόθεσιν να στερεώση την μετά των Τούρκων ειρήνην επί τη βάσει των υφισταμένων συνθηκών. Εάν δε οι Έλληνες είναι εις θέσιν και θελήσουν καλή τη πίστει να ωφεληθούν εκ του συστήματος τούτου, όχι μόνον δεν θα χάσουν αλλά τουναντίον πολύ θα κερδίσουν». «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 45

[xxvii] Δες Σέργιος Ζαμπούρας, «Για την πολιτική προσωπικότητα του Ιω. Καποδίστρια», εισήγηση στην ίδια διεθνολογική συζήτηση, με θέμα «Προ-επαναστατικός Καποδίστριας: Το ελληνικό ζήτημα στο διεθνές σύστημα της Ισορροπίας Δυνάμεων».

[xxviii] Brian E. Vick, The Congress of Vienna-Power and Politics after Napoleon, Harvard University Press, 2014, pp. 226-230

[xxix] Ο Καποδίστριας φαίνεται να θεωρούσε ορθά τις δυνατότητες άσκησης πιέσεων στην Πύλη αλλά και τα περιθώρια διπλωματικής απομόνωσης της, που θα μπορούσαν να συντελέσουν σε μια θετική έκβαση της διεθνούς συνεννόησης, ειδικά μάλιστα με την Αγγλία. Ο ίδιος ο Καστλρέη, ήδη τον Ιανουάριο 1816, στις διπλωματικές οδηγίες του προς την βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη καθόριζε ότι: «η πολιτική μας είναι να πετύχουμε η Πύλη να διεξάγει τις συνομιλίες της με την Ρωσία με τρόπο ώστε να αποφύγει να δώσει σ’ αυτήν την Δύναμη οποιοδήποτε δίκαιο ή έστω εύλογο κίνητρο για πόλεμο … στην παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, και ο συσχετισμός ισχύος των δύο Κρατών, η διατήρηση της ειρήνης με την Πύλη έχει απείρως μεγαλύτερη επίπτωση από οτιδήποτε ή ακόμη από το σύνολο των ζητημάτων που τίθενται ως θέμα με την Ρωσία» και συνέστησε να δοθεί στην Πύλη επίσημη προειδοποίηση, από κοινού με την Αυστρία, ότι εάν μια υπεροπτική συμπεριφορά δώσει στην Ρωσία μια δικαιολογία για πόλεμο, καμιά βοήθεια δεν πρέπει να αναμένεται από τις Δυτικές Δυνάμεις, στο «Castlereagh Instruction to Frere, Jan. 29, 1816, F.O. Turkey, 86», C. K. Webster, p. 350.

[xxx] Δες Υπόμνημα Ι. Καποδίστρια προς Μητροπολίτη Ιγνάτιο, στο Ε. Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, Αθήνα, 1959, σελ. 165

[xxxi] Η προ-επαναστατική περίοδος 1814-1821 συμπυκνώνει και ανασυνθέτει σχεδόν όλα τα ρεύματα σκέψης και δράσης που θα κορυφωθούν στην έναρξη της Επανάστασης του 1821. Η προετοιμασία της εξόρμησης του 1821 στην οποία κορυφαίος μέτοχος και σημείο αναφοράς είναι ο Καποδίστριας εκφράζεται με τις ενέργειες πολλών παραγόντων που έχουν ως συνισταμένη την «Εταιρία των Φιλικών». Η δράση προσωπικοτήτων, όπως για παράδειγμα ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Αριστείδης Παππάς και προπάντων ο πολύπειρος Χριστόφορος Περραιβός, είναι ενδεικτικές εκφράσεις διαφορετικών διαδρομών που συγκλίνουν σε μια ενότητα δράσης στο πλαίσιο της Καποδιστριακής πολιτικής «Με τις Δικές μας Δυνάμεις». Η ενδελεχής εξέταση της εξέτασης των εσωτερικών διεργασιών  που συνθέτουν το πολιτικό υποκείμενο του 1821 οφείλει να απαντήσει ένα πλήθος αναπάντητων ακόμη ερωτημάτων που εγείρονται από πολλές και διαφορετικές πλευρές. Δες, ενδεικτικά, «Ο Χριστόφορος Περραιβός, το 1820, το 1814 και η σχέση του 1821 με τον Ρήγα» στο Σ. Ζυγούρας, Από την Ανάσταση του 1819 στην Επανάσταση του 1821: 6ο Μέρος,  28/04/2018

[xxxii]  Ιωάννης Καποδίστριας, «Εγκύκλια επιστολή με παρατηρήσεις πάνω στα «μέσα» βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια,  τ. Στ

[xxxiii] Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α΄, σελ. 11

[xxxiv] Στο, ολοφάνερων πολιτικών σκοπιμοτήτων, Υπόμνημα που υπέβαλε στα τέλη του 1826 ο Καποδίστριας στον νέο Τσάρο Νικόλαο Α’, ζητώντας να γίνει δεκτή η παραίτηση του από ρωσική υπηρεσία ενόψει πλέον της διεθνούς αναγνώρισης της ελληνικής χειραφέτησης και της πολιτικής ανάγκης του ίδιου να διεκδικήσει την ρωσική υποστήριξη για την ανάδειξη του σε Κυβερνήτη, ο Καποδίστριας έσπευδε σκόπιμα να προσφέρει, όπως και σε πολλά άλλα σημεία αυτού του Υπομνήματος, την δική του προσχηματική εκδοχή για την ιστορική αυτή Εγκύκλιο: «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας μας, επέδωκα εις αυτούς γραπτώς παν ό,τι τοις είχον είπει προφορικώς. Και, ίνα καταστήσω αποτελεσματικωτέραν την προφύλαξιν ταύτην, απέστειλα εμπιστευτικώς αντίγραφον εις τον βαρώνον Στρόγανωφ και εις τους εν Τουρκία προξένους της Ρωσσίας, πληροφορών αυτούς περί της καταστάσεως και παρακαλών να προσέξουν μήπως η κακοβουλία επωφεληθή την περίστασιν και γεννήση παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», στο Ιωάννης Καποδίστριας, «Επισκόπηση», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Α’, σελ. 53. Και μόνο η επιλογή του Καποδίστρια στο περίφημο αυτό πολιτικό Υπόμνημα να αναφερθεί στα γεγονότα της Κέρκυρας, όπως και σε μια σειρά άλλα γεγονότα συνδεόμενα με την προετοιμασία της ελληνικής εξέγερσης, φανερώνει την επείγουσα πολιτική ανάγκη του να ακυρώσει τις σε βάρος της υποψηφιότητας του αντιδράσεις διαφόρων διεθνών παραγόντων και να πείσει τον Νικόλαο Α’ ότι όχι μόνο τίμησε την εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου Α’ αλλά επιπλέον, όπου είχε διαφορετική αντίληψη από τον αυτοκράτορα του, η άποψη του όχι μόνο δικαιώθηκε από τις εξελίξεις αλλά και βρίσκεται σ’ αρμονία με την ουσία της ρωσικής ανατολικής πολιτικής που τώρα πλέον ο ίδιος ο Νικόλαος Α’ (και η δίπλα σ’ αυτόν «πολεμική παράταξη» με σημαίνοντα παράγοντα τον επανελθόντα Γρ. Στρογκάνοφ) έχει υιοθετήσει!! Γιατί στην πραγματικότητα ο Καποδίστριας, πριν και κυρίως μετά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, επιχειρούσε να εναρμονίσει τις, καθόλα διακριτές, ελληνικές και ρωσικές επιδιώξεις σε τέτοια βαθμό προσπάθειας, που ο τότε άγγλος πρέσβης στην Αγία Πετρούπολη, Τσάρλς Μπέκοτ, τηλεγραφούσε έξαλλος, στον Καστλρέη, Υπουργό Εξωτερικών του, για την «πελώρια θρασύτητά του που τον κάνει να πιστεύει ότι είναι σε θέση και την πολιτική της Ρωσίας να καθοδηγεί και της επανάστασης στην Ελλάδα να ηγείται», παρατίθεται στο C.K. Webster, p. 396

[xxxv] Ιωάννης Καποδίστριας, «Εγκύκλια επιστολή με παρατηρήσεις πάνω στα «μέσα» βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων», Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Στ΄, σελ. 17

[xxxvi] Στέλιος Αλειφαντής-Σέργιος Ζαμπούρας, Ο Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ και 1821: Τρεις Επιστολές στον Διονύσιο Ρώμα, https://independent.academia.edu/STAL

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Στην Αργολίδα η πρώτη αγαθή Συνταγματική Μερίδα – Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας, Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Η Αργολική Χερσόνησος, του Μεγάλου Μυκηναϊκού Πολιτισμού, επέπρωτο να δικαιωθεί και με την ιστορική σύγκληση σ’ αυτή των αλληλοδιαδόχων Εθνικών Συνελεύσεων για την κατάρτιση και ψήφιση του πρώτου και των μετέπειτα ισχυσάντων Συνταγμάτων της αγωνιζομένης Ελλάδος για την ανεξαρτησία της.

Μετά από 400 χρόνια ταλαιπωρίας στα έλη της φρικώδους τουρκικής τυραννίας, αμέσως, στα πρώτα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, άρχισε και συνεχίστηκε, μαζί με τον αγώνα της ανεξαρτησίας, και η προσπάθεια της ιδρύσεως τοπικών πολιτευμάτων μέχρι την ευλογημένη επέκταση της ανεξαρτησίας, σε όλα ή, έστω, τα περισσότερα ελληνικά εδάφη, και την σύσταση, από Εθνική Συνέλευση, της «Βουλής του Έθνους».

Πράγματι, τα τρία πρώτα τοπικά πολιτεύματα, ήτοι, ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ο Οργανισμός της Δυτικής Ελλάδος και η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, μέχρι τον Νοέμβριο του 1821, προέβλεπαν την μελλοντική σύσταση «της Βουλής του Έθνους», στην οποία θα υπάγοντο και οι τρεις αυτές «Διοικήσεις», ως η Γερουσία της Πελοποννήσου, η Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Ελλάδος.

Οι ονομασίες και η κοινή πρόβλεψη των τριών αυτών τοπικών πολιτευμάτων εξέφραζαν την ιστορική και εθνική ενότητα της Ελλάδος και των Ελλήνων.

 

Α. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου

 

 

Το κοινό ιδανικό και όραμα των ανωτέρω τοπικών πολιτευμάτων «η Βουλή του Έθνους», από Εθνοσυνέλευση, οδήγησε τους «νομίμους παραστάτες», όπως απεκλήθησαν, ως οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, της Πελοποννήσου, της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος και μερικών νήσων, στην Επίδαυρο, οι οποίοι την 20η Δεκεμβρίου 1821 συνήλθαν σε Εθνική Συνέλευση. Η πρώτη αυτή Εθνική Συνέλευση, της Επιδαύρου, μετά από σχετικές διαβουλεύσεις και συζητήσεις, εψήφισε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, της 1ης Ιανουαρίου 1822, το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος, αποκληθέν «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Επιδαύρω Α΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» ως το πρώτο πολίτευμα της όλης αγωνιζομένης Ελλάδος.

Του Συντάγματος της Επιδαύρου είχαν προηγηθεί Σχέδια Συνταγμάτων και Συντάγματα, όπως: Το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα Φερραίου- Βελεστινλή, με τον τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, υπέρ των νόμων, ελευθερία, ισότης, αδελφότης και της πατρίδος». Τούτο συνέταξε λίγο πριν από τον μαρτυρικό θάνατό του, τον Ιούνιο του 1798, σε ηλικία, μόλις, 41 ετών. Ο φρικτός θάνατός του, από τους Τούρκους, τον ανέδειξε μεγάλο Εθνομάρτυρα και Πρωτομάρτυρα των απελευθερωτικών αγώνων.

Το πολίτευμα του Ρήγα ήτο δημοκρατία και απετέλει μίμηση των γαλλικών επαναστατικών Συνταγμάτων, κατά βάση  δε απετέλει μετάφραση του γαλλικού Συντάγματος του 1793.

Επακολούθησαν τα τρία Συντάγματα της Επτανήσου, των ετών 1800, 1803 και 1817.

Το πρώτο, επεβλήθη με την συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

Το δεύτερο, παρασκευάστηκε από επιτροπή του νομοθετικού σώματος των Ιονίων νήσων. Καθιέρωνε, λεπτομερώς, πολλά ατομικά δικαιώματα, κατά το πρότυπο των γαλλικών επαναστατικών διακηρύξεων, καθώς και την διάκριση  των εξουσιών. Ήτο δε, καταφανώς, επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επαναστάσεως.

Το τρίτο, Σύνταγμα, καταρτίστηκε σ’ εκτέλεση της συνθήκης των Παρισίων, στις 5 Νοεμβρίου 1815. Με την συνθήκη αυτή, οι Ιόνιοι Νήσοι απετέλεσαν ίδιο Κράτος υπό «την άμεσον και αποκλειστικήν προστασίαν» της Αγγλίας.

Μετά την ανωτέρω σύντομη ιστορική σύνδεση επανερχόμαστε στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο επακολούθησε.

Η πρώτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων, στην Επίδαυρο, ίδρυσε το πρώτο στην Ελλάδα ελεύθερο πολίτευμα, με προσφυγή στις αξίες και αρχές της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του 1776 και, κυρίως, της γαλλικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου, του 1789 και των γαλλικών Συνταγμάτων του 1793 και του 1795. Οι αρχές δε αυτές των γαλλικών Συνταγμάτων διαρρέουν, όπως προαναφέρθηκε, και το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα και τα Συντάγματα της Επτανήσου.

Λεκτέον, για την ιστορική αλήθεια, ότι τα Σεβάσμια κείμενα των δύο αυτών κοσμοϊστορικών Διακηρύξεων, τα οποία, μαζί με την Magna Carta  Libertatum, του 1215 (της Αγγλίας), φυλάσσονται, ως παγκόσμια κειμήλια, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον (στο Κέντρο το Αμερικανικό και εκατέρωθεν τα άλλα δύο), τα οποία επεσκέφθηκα, αποτελούν την δεξαμενή του Δικαίου της πολιτισμένης Ανθρωπότητας. Την πηγή όμως αποτελεί η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, ιδίως, των κλασικών χρόνων, η οποία, μεταξύ άλλων αγαθών της ευγενούς φύσεως του Ανθρώπου, αναγορεύει σε ύψιστες αξίες την «αιδώ» και την «δίκη», ήτοι, την αξιοπρέπεια και την δικαιοσύνη (Πλάτων) και καθιερώνει την τριμερή διάκριση της κρατικής εξουσίας, σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική (Αριστοτέλης).

 

Μάγκνα Κάρτα Λιμπερτάτουμ (Μεγάλος Χάρτης των Ελευθεριών), είναι αγγλικός καταστατικός χάρτης, ο οποίος αρχικά εκδόθηκε το 1215. Η Μάγκνα Κάρτα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έγγραφα στην ιστορία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου προτάσσει την επίκληση της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος και εν συνεχεία την Διακήρυξη της Επιδαύρου, η οποία έλεγε: «Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την Πολιτικήν αυτού Ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν».

Η επίκληση του Θεού αποτελεί και μίμηση του ιερού συνοδικού κανόνα, του Α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 691/692, που ορίζει: «Εκ Θεού τε άρχεσθαι και εις Θεόν αναπαύεσθαι….».

Η Διακήρυξη αποτελεί θρήνο και διαρκή υπόμνηση για τα δεινά των Ελλήνων της ελληνικής Πατρίδας, από την τουρκική τυραννία, αλλά και πίστη στο Θεό και λατρεία στην ελευθερία, την βγαλμένη από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά.

Σημειωτέον ότι όλα τα ισχύσαντα ελληνικά Συντάγματα προτάσσουν την επίκληση της Τριαδικής Θεότητος, από δε του 1844 και εφεξής, της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, πλην του Συντάγματος του 1927.

Το πρώτο άρθρο ορίζει ότι «η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ανέχεται όμως η Διοίκησις της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως».

Η Διοίκησις σύγκειται εκ δύο σωμάτων, Βουλευτικού και Εκτελεστικού. Τα δύο αυτά σώματα ισοσταθμίζονται με την αμοιβαίαν συνδρομήν των εις την κατασκευήν των νόμων…».

Το Δικαστικόν είναι ανεξάρτητον από τας άλλας δύο δυνάμεις, την Εκτελεστικήν και Βουλευτικήν.

Το προτελευταίο άρθρο ορίζει ότι «Οφείλει η Διοίκησις μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση όλους όσους συνεισέφερον και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους εις θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

 

Β. Το Σύνταγμα του Άστρους

 (Νόμος της Επιδαύρου)

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε από την Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος την 29 Μαρτίου 1823. Η Εθνοσυνέλευση αυτή απεφάσισε «να διαφυλαχθώσιν αμετάτρεπτοι και αμετακίνητοι» όλες οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος της Επιδαύρου «ως αποδεδειγμένως λαοσώοι»,  μετωνόμασε δε τούτο «Νόμο της Επιδαύρου». Μετερρύθμισε τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Εξουσίας, τις αναφερόμενες στην κατάρτιση των νόμων, στη νομοθέτηση. Ώρισε ότι «τα σχέδια των νόμων προβάλλονται από το Βουλευτικόν εις το Εκτελεστικόν, και τανάπαλιν, αλλ’ όταν το Εκτελεστικόν αρνηθή την επικύρωσιν, αποδίδον εγγράφως τους λόγους της αρνήσεως, το Βουλευτικόν επιμείνει, προτείνον τους λόγους της επιμονής, και εκ δευτέρου αρνηθή το Εκτελεστικόν την επικύρωσιν, το Βουλευτικόν αναβάλλει δύο ολόκληρους μήνες την τρίτην πρότασιν και εις το τέλος των δύο τούτων μηνών, εάν προτείνει τον νόμον εκείνον εκ τρίτου εις το Εκτελεστικόν, αναγκαίως επικυρούται απ’ αυτό». Με την μεταρρύθμιση αυτή το απόλυτο veto του Εκτελεστικού μετετράπη σε αναβλητικό.

Την επομένη ημέρα, 30 Μαρτίου 1823, η Εθνοσυνέλευση του Άστρους κατάρτησε με ψήφισμα τις τοπικές Γερουσίες.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Κατά τα λοιπά, το αναθεωρηθέν Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο ονομάσθηκε, εφεξής, «Νόμος της Επιδαύρου» διέλαβε διατάξεις οι οποίες προστατεύουν, για πρώτη φορά, «την ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια», όχι μόνο, «εκάστου Έλληνος», όπως ώριζε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, αλλά «και παντός ανθρώπου εντός της Επικρατείας ευρισκομένου», επίσης δε και την ελευθερία του τύπου, με τους ακολούθους τρεις όρους:

α. Να μη γίνεται λόγος κατά της χριστιανικής θρησκείας.

β. Να μην αντιβαίνουσιν εις τας κοινώς αποδεδειγμένας αρχάς της ηθικής.

γ. Να αποφεύγωσι πάσαν προσωπικήν ύβριν.

Σημειωτέον ότι οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας ήσαν όροι υπέρ της χριστιανικής θρησκείας και υπέρ της ευπρεπείας.

Σημειωτέον, επίσης, ότι και οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι διαφυλάσσονται και από το ισχύον Σύνταγμα. Ο πρώτος από το ταυτόσημο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α΄ και ο δεύτερος και ο τρίτος από το άρθρο 5 παρ. 1.

Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι διατάξεις περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και περί της αρμοδιότητος και συγκροτήσεως των δικαστηρίων. Διότι εκφράζουν την βούληση του πρωτο-δευτέρου Έλληνος συντακτικού νομοθέτου για την εγκαθίδρυση Δημοκρατικού Πολιτεύματος και Κράτους Δικαίου.

Το Σύνταγμα τούτο, εθέσπισε τον ακόλουθο όρκο των δημοσίων αξιωματούχων:

«Ορκίζομαι εις το άγιον όνομα της Τρισυποστάτου Θεότητος, και εις την γλυκυτάτην Πατρίδα, πρώτον μεν, ή να ελευθερωθή το Ελληνικόν Έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας να αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος. Έπειτα δέ, να υποτάσσωμαι μ’ όλην την πίστιν εις τον παρόντα Νόμον της Πατρίδος, ό,τι λογής αι δύο Εθνικαί Νομοδοτικαί Συνελεύσεις του αωκβ΄ και γ΄ παρέδωκαν εις το Ελληνικόν Έθνος».

Εννοεί τις Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου, του 1822,  και του Άστρους, του 1823.

Ο ιερός και εθνικός αυτός όρκος του δημοσίου αξιωματούχου αναδεικνύει τούτον και γενικώς τον Έλληνα πολίτη σε καλό και αγαθό πολίτη και πιστό του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

 

Γ. Το Σύνταγμα της Τροιζήνος

 

Το Σύνταγμα της Τροιζήνος είναι το τελειότερο από τα Συντάγματα της Επαναστάσεως, το οποίο εφήψισε η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος, τον μήνα Μάιο του 1827.

Είναι εμπνευσμένο από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες. Προξενεί εντύπωση και η νομοτεχνική υφή και δομή του και το πλούσιο δημοκρατικό και πατριωτικό περιεχόμενό του.

Για πρώτη φορά, με το άρθρο 5, διακηρύσσεται ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».

Η διάταξη επαναλαμβάνεται ταυτόσημη σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, από του έτους 1864 και εφεξής.

Υπό τον τίτλο «Δημόσιο Δίκαιο των Ελλήνων» παρατίθεται ο πλήρης κατάλογος των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, επαναλαμβάνεται δε σε όλα τα μετέπειτα ελληνικά Συντάγματα, πλέον, εμπλουτισμένος και με κοινωνικά δικαιώματα, ιδιαιτέρως, στο ισχύον Σύνταγμα, του έτους 1975, αναθεωρηθέν κατά τα έτη 1986 και 2001.

Περαιτέρω, καθορίζεται η πλήρης διάκριση των τριών εξουσιών, στις οποίες «διαιρείται η κυριαρχία του Έθνους».

Ο Κυβερνήτης, ως ο αρχηγός του Κράτους, είχε μόνο αναβλητικό veto στην κύρωση των νόμων.

Ο Κυβερνήτης ήτο προσωπικώς «απαραβίαστος», δηλαδή, ανεύθυνος. Οι Υπουργοί, καλούμενοι Γραμματείς της Επικρατείας, ήσαν υπεύθυνοι και κατηγορούντο «έμπροσθεν της Βουλής δια προδοσίαν, κατάχρησιν δημοσίων χρημάτων και δι’ υπογραφήν των εις διάταγμα αντιβαίνον εις τους θεμελιώδεις νόμους» (άρθρο 131).

Δηλαδή, η συνταγματική διάταξη αυτή εθέσπιζε ιδιώνυμο έγκλημα των Υπουργών, της προσβολής της Πατρίδος, της Πολιτείας και της Δημοκρατίας.

Εν τέλει, καθορίζει τους όρκους, τον Ελληνικό, τον Βουλευτικό και του Κυβερνήτου, περίπου, ταυτοσήμους και με τον όρκο των δημοσίων αξιωματούχων του προηγουμένου Συντάγματος του  Άστρους, ως Νόμου της Επιδαύρου.

Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Βουλευτών επαναλαμβάνεται στα Ελληνικά Συντάγματα, μέχρι και το ισχύον Σύνταγμα.

Εν τούτοις, το τελειότερο αυτό Σύνταγμα της Επαναστάσεως ανεστάλει μετά από οκτώ (8) περίπου μήνες, κατά τα κατωτέρω.

 

Δ.  Η Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους

 

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας χρέη Κυβερνήτου, τον Ιανουάριο του 1828, εισηγήθηκε στην Βουλή την αναστολή της λειτουργίας του Συντάγματος της Τροιζήνος, επικαλούμενος, κυρίως, την διάρκεια του πολέμου της Πατρίδος υπέρ αυτής. Η Βουλή απεδέχθη, με ψήφισμά της, από 18 Ιανουαρίου 1828, την εισήγηση του Κυβερνήτου. Με το ψήφισμα  αυτό διελύθη η Βουλή και αντ’ αυτής συνεστήθη το «Πανελλήνιον». Ακολούθως, ο Καποδίστριας, με προκήρυξή του, από 20 Ιανουαρίου 1828, συνεκάλεσε Εθνική Συνέλευση, με την ονομασία Δ΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άργος. Η Εθνική αυτή Συνέλευση, με ψήφισμά της, από 22 Ιανουαρίου  1829, επεκύρωσε το από 18 Ιανουαρίου 1828, ψήφισμα της, ήδη, διαλυθείσης Βουλής. Αντί του «Πανελληνίου», ιδρύθη η Γερουσία, Σώμα συμβουλευτικό, αποτελεσθέν από 27 μέλη εκλεγμένα από τον Κυβερνήτη.  Ο Κυβερνήτης με έκθεσή του προς την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ετόνισε ότι η αναστολή του Συντάγματος θα είναι προσωρινή, μέχρις ότου «η τύχη της Ελλάδος αποφασισθή οριστικώς». Εν τω μεταξύ, η Εθνοσυνέλευση «πρέπει να προπαρασκευάζη την σύνταξιν σχεδίου θεμελιώδους νόμου». Η Εθνοσυνέλευση δε αυτή υπεσχέθη ότι «θέλει συμμορφωθή με τας αρχάς, τας οποίας παραδέχθησαν αι εν Επιδαύρω και εν Άστρει και εν Τροιζήνι Συνελεύσεις».

 

Ε.  Η Ε΄ Εθνική Συνέλευση

 

Στην εσωτερική αναταραχή που επακολούθησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, στο Ναύπλιο, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, συγκροτήθηκε η Ε΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε κατ’ αρχάς στο Άργος, την 5 Δεκεμβρίου 1831, και ύστερα στο Ναύπλιο.

Η Συνέλευση αυτή εφήφισε, την 15 Μαρτίου 1832, νέο Σύνταγμα, αποκληθέν «ηγεμονικόν», «πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

Το Σύνταγμα αυτό καθιέρωνε την συνταγματική μοναρχία.

Το Σύνταγμα τούτο, του 1832, ουδέποτε εφαρμόστηκε. Ούτε αναγνωρίστηκε η νομιμότητα της συγκροτήσεως της Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Συμπέρασμα

 

Έτσι, η Αργολική γη, της ιεράς προστασίας της Ήρας, το πρότυπο της αγροτικής καλλιεργείας του βασιλέως του Άργους Δαναού, το Κέντρο του πολύφημου Μυκηναϊκού Πολιτισμού και το ιερό προσκύνημα των Αγίων Πέτρου και Θεοδοσίου, κατέστη και το φυτώριο των Συνταγμάτων της Ελλάδος και δι’ αυτών η προοπτική του όλου Δικαίου Της.

 

Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας

Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα, ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου. Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ι. Εισαγωγή

 

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Δικαίου είναι ότι δεν ανέχεται την ανεύθυνη άσκηση της εξουσίας. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ούτε ο ανεύθυνος ανώτατος άρχων· και για τις πράξεις η παραλείψεις του, κάποιος πάντοτε ευθύνεται. Οι υπουργοί υπέχουν ποινική [1] και αστική ευθύνη, εκ μόνου του συμπτωματικού γεγονότος, ότι σε δεδομένη στιγμή άσκησαν υπουργικά καθήκοντα.

 Η υπουργική ευθύνη καθιερώθηκε στην Ελλάδα, από το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου, το οποίο όριζε, ότι: Οι υπουργοί είναι υποκείμενοι εις ευθύνην καθώς και ο Γενικός Γραμματεύς του Εκτελεστικού:  α. Αν εναντίον τι πράξωσι της εθνικής ασφαλείας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής ελευθερίας. β. Αν παραβώσι τούς καθεστώτας Νομους, υπογράφοντες η ενεργούντες διαταγήν του Εκτελεστικού, ασύμφωνον με αυτούς· γ. Αν υποπέσωσιν εις κατάχρησιν των δημοσίων χρημάτων, τα οποία εμπιστεύονται εις αυτούς.

Υποβαλλομένης κατηγορίας, κατά υπουργού, διοριζόταν εννεαμελής επιτροπή, η οποία εξέταζε τη βασιμότητά της. Στη συνέχεια η Βουλή, με την πλειοψηφία των 4/5 κήρυσσε τον κατηγορούμενο έκπτωτο του αξιώματός του και τον παρέπεμπε να δικασθεί στο Γενικόν της Ελλάδος Κριτήριον. Τα ίδια επανέλαβε το 1823 το Σύνταγμα της Β’ Εθνοσυνελεύσεως του Άστρους (ο Νόμος της Επιδαύρου).

Η ρύθμιση δεν ήταν ορθή, διότι μόλις εδίδετο άδεια καταδιώξεως, επιβαλλόταν και η ποινή. Και μάλιστα η αυστηρότατη ποινή της εκπτώσεως, προτού καταδικασθεί ο υπουργός. Και η έκπτωση, ως ποινή, επιβάρυνε τη θέση του στο δικαστήριο, αφού είναι η ατιμωτέρα ποινή για πολιτικό άνδρα.

 

ΙΙ. Έλληνες εναντίον Ελλήνων

 

Βάσει αυτών των διατάξεων,  παραπέμφθηκαν το φθινόπωρο του 1823, δύο Υπουργοί της Κυβερνήσεως· ο Χαράλαμπος Περρούκας και ο Ανδρέας Μεταξάς (1790-1860), καθώς και οι Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1770-1848) και Σωτήριος Χαραλάμπης (1760-1826), τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

 

Α. Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα

 

 «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

 

Μετά  τις επιτυχίες των δύο πρώτων ετών κατά των Τούρκων, το κύρος των στρατιωτικών αυξήθηκε εις βάρος των πολιτικών. Εν τω μεταξύ, τα ποσά που είχαν συγκεντρωθεί είχαν δαπανηθεί για τον εφοδιασμό του στρατού. Η φορολογία της δεκάτης δεν απέδωσε, όπως και το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου 1822. Συνεπεία όλων αυτών, άρχισε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών, που είχαν επικρατήσει στην Α’ Εθνοσυνέλευση, και των στρατιωτικών, που θεωρούσαν ότι είχαν παραγκωνισθεί, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Τον Φεβρουάριο του 1823 συνέρχεται η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος.

Η πρόταση της Συνελεύσεως, περί εκποιήσεως μέρους των εθνικών κτημάτων, δημιούργησε το σπέρμα του εμφύλιου πολέμου. Κατά το Σύνταγμα, το Βουλευτικό αποφάσιζε για δάνεια και για την εκποίηση των εθνικών κτημάτων «αναλόγου με την χρείαν».

Οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, ως πλούσιοι, επεδίωκαν την εκποίηση, γιατί αποσκοπούσαν στην ιδιοποίηση των εθνικών κτημάτων, ενώ οι στρατιωτικοί, ως αγρότες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ζητούσαν τη διανομή των εθνικών γαιών. Από τη σύνθεση των δύο σωμάτων, ήταν φανερό ότι το μεν Εκτελεστικό εξέφραζε τούς στρατιωτικούς και την Πελοπόννησο, το δε Βουλευτικό τούς πολιτικούς και την Ύδρα, κεφαλή της ναυτικής δύναμης, η οποία ενίσχυε τούς πολιτικούς και απέβλεπε να εισέλθει στην κυβέρνηση.

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών σωμάτων εντεινόταν, εν όψει της επικείμενης άφιξης του Λόρδου Βύρωνος, ως απεσταλμένου του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου και του δανεισμού από την Αγγλία. Και τούτο, διότι όποιος ήλεγχε το Εκτελεστικό, θα ήταν και ο επίσημος συνομιλητής με τον Βύρωνα· αλλά και όταν εδίδετο το δάνειο θα ενισχυόταν από αυτό. Πληροφορημένος γι’ αυτά ο Διονύσιος Σολωμός, γράφοντας τον Ύμνο εις την Ελευθερία, εκλιπαρεί  τούς Έλληνες να επιδείξουν ομόνοια.

Ο Κολοκοτρώνης παραιτείται από την αντιπροεδρία του Εκτελεστικού στις 13 Οκτωβρίου 1823, και προσφέρεται να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης. Όμως, η παραίτησή του δεν δίδεται στη δημοσιότητα. Το Βουλευτικό, από τη Σαλαμίνα, όπου είχε καταφύγει για ασφάλεια, έρχεται στο Άργος, προσκαλώντας και το Εκτελεστικό να έλθει εδώ από το Ναύπλιο.

Στις 10 Νοεμβρίου, άρχισαν οι συνεδριάσεις του Βουλευτικού, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο κατά του Εκτελεστικού. Μετά από δύο ημέρες, (12 Νοεμβρίου) συζητήθηκε το θέμα, για την προκήρυξη του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα, περί μονοπωλίου του άλατος, και αποφασίσθηκε να κληθεί σε απολογία ο υπουργός.

Ο Χαράλαμπος Περρούκας (; -1824) καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, η οποία το 1798 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στην πόλη του. Ο ίδιος ήταν μεγαλέμπορος και διατηρούσε κατάστημα στην Πάτρα και στο Άργος. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως, οι Τούρκοι κατέστρεψαν το εδώ κατάστημα του. Τον Ιούνιο του 1823, κατηγορήθηκε ότι δημιουργούσε φατρίες στο Άργος και εστάλη παραγγελία στο υπουργείο Εσωτερικών να τον συνετίσει.

Ο Περρούκας είχε εκδόσει προκήρυξη περί μονοπωλίου του άλατος, επειδή ήταν επείγουσα η ανάγκη να βρει χρήματα να πληρώσει τον Νικηταρά, για τα τρόφιμα που έστειλε στον Ανδρούτσο, όταν του ανατέθηκε η εκστρατεία στην Εύβοια. Εκδίδοντας την προκήρυξη, χωρίς την προηγούμενη απόφαση του Βουλευτικού, αυθαιρέτησε, και «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

Το Βουλευτικό δεν ήταν διατεθειμένο να ψηφίζει εισηγήσεις των υπουργών, διότι νόμιζε, ότι, ψηφίζοντας τις προτάσεις των υπουργών, εξυπηρετούνταν το Εκτελεστικό, ακόμη και στην περίπτωση, που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Εφ’ όσον η κυβέρνηση δεν ήλεγχε την Βουλή, μοιραία ήταν η σύγκρουση των δύο εξουσιών.

Στις 13 Νοεμβρίου συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του Άστρους, εννεαμελής επιτροπή και κλήθηκε στο Άργος ο  Περρούκας να απολογηθεί, διότι «παρενόμησε εκδούς προκήρυξιν περί μονοπωλίου άλατος, μη προηγουμένου νόμου». Εκείνος, με επιστολή του από το Ναύπλιο, δήλωσε ειρωνικά αδυναμία να μεταβεί, διότι μόλις είχε επιστρέψει από την Καρύταινα και «ευρισκόμενος από τον κόπον της οδοιπορίας ολίγον ανύμπορος ο δούλος σας, εμποδίσθην κατά το παρόν, έχων προ οφθαλμών μετ’ ολίγον να εκτελέσω το προσταττόμενον».

Το Βουλευτικό στις 24 Νοεμβρίου ενέκρινε ομοφώνως την πρόταση της Επιτροπής «καθ’ ην γίνεται υπεύθυνος και έκπτωτος του υπουργήματός του και ως απλούς πολίτης να κριθή οπού ανήκει». Με διακήρυξή του προς το Πανελλήνιον γνωστοποιεί σε κάθε Έλληνα ότι είναι ελεύθερος να αγοράζη και πωλή το τόσον αναγκαίον άλας εις τον λαόν.

 

 Β. Η παραπομπή του Ανδρέα Μεταξά και έντεκα βουλευτών

 

«πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι»

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Εν τω μεταξύ, το Βουλευτικό παρέπεμψε το μέλος του Εκτελεστικού Ανδρέα Μεταξά, διότι «αφήσας δια μερικά πράγματα τα κοινά της πατρίδος … με την απουσίαν του ενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως». Η νέκρωση των εργασιών οφειλόταν στο ότι ο Μεταξάς, όπως και ο Περρούκας, είχε μεταβεί στην Καρύταινα μαζί με τον Κολοκοτρώνη για να αποτρέψουν τον εμφύλιο πόλεμο, που υπέβοσκε. Από την απουσία δε του Μεταξά απέμειναν μόνο δύο μέλη του Εκτελεστικού (ο Πετρόμπεης και ο Χαραλάμπης) και δεν υπήρχε απαρτία.

Το Βουλευτικό αγνόησε τις εξηγήσεις του Εκτελεστικού και συγκρότησε Επιτροπή, η οποία την ημέρα που καθαιρέθηκε ο Περρούκας, διαβίβασε αναφορά προς το Βουλευτικόν, κατά την οποία «…. εύρομεν διαπράξαντα τον κύριον Μεταξάν ουχί έγκλημα προσβάλλον τον νόμον, αλλ’ έγκλημα καθοσιώσεως, …. ανατρέπον τα θεμέλια του Οργανικού Νομου,….. γενόμενος ου μόνον παραβάτης, αλλά καθαιρέτης του νόμου, ώστε ουδέ απολογίαν επιδέχεται το αμάρτημα…».

Την επομένη (25 Νοεμβρίου), το Βουλευτικό κήρυξε έκπτωτο τον Μεταξά, με ψήφους έξι έναντι τριών, διότι «έπραξε έγκλημα καθοσιώσεως και εφάνη καθαιρέτης του οργανικού Νομου, και αφήσας τον χώρον απενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως και διέλυσε το Εκτελεστικόν Σώμα, πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι». Αντικαταστάτης του Μεταξά στο Εκτελεστικό «εξελέγη παμψηφεί» ο Κωλέττης. Η καταδικαστική απόφαση ήταν προειλημμένη, διότι προτού συγκροτηθούν οι επιτροπές για τις υποθέσεις Περρούκα και Μεταξά είχε κληθεί ο Κωλέττης να αντικαταστήσει τον Μεταξά.

Ταυτόχρονα με την παραπομπή του Μεταξά, το Βουλευτικό, με άλλο έγγραφό του παρέπεμψε και τούς βουλευτές, οι οποίοι «ως λιποτακτήσαντες και εναντίον της τάξεως μακράν του Βουλευτικού Σωματος καθήμενοι εν Ναυπλίω», δεν έρχονταν στο Άργος. Με μία ψήφο κατά, οι βουλευτές κηρύχθηκαν έκπτωτοι και αποφασίσθηκε να ζητηθεί από τις επαρχίες τους να στείλουν άλλους αντιπροσώπους.

 

 Γ. Ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος

 

Η καθαίρεση από το Βουλευτικό του Χαράλαμπου Περρούκα, με την κατηγορία της υπερβάσεως καθηκόντων, ήταν η αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού.

Δημήτριος Τσώκρης

Οι στρατιωτικοί υπερασπίζονται το Εκτελεστικό. Ο Κολοκοτρώνης διατάσσει τον γιο του Πάνο να διαλύσει το Βουλευτικό. Στις 26 Νοεμβρίου 1823, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και ο Τσώκρης, μαζί με 200 στρατιώτες, έρχονται στο Άργος, κτυπούν τη φρουρά του Βουλευτικού και εισβάλλουν στην αίθουσα συνεδριάσεως. Ο Πάνος διαμαρτύρεται, γιατί το Βουλευτικό εμποδίζει το Εκτελεστικό να εκποιήσει εθνικά φθαρτά κτήματα του Ναυπλίου, για να πληρώσει τούς στρατιωτικούς, ενώ αντίθετα εκποιεί και πληρώνει τούς μισθούς των ναυτικών  της Ύδρας και Σπετσών. Λογομαχεί με τον Λόντο, εκτρέπονται σε ύβρεις και ο Πάνος μαζί με τούς συν αυτώ διαλύουν το Βουλευτικό, βιαιοπραγούν κατά των βουλευτών και λεηλατούν τα σπίτια τους. Ο Πάνος παίρνει μαζί του τα Αρχεία, τα οποία παραδίδει, με τη βοήθεια του Μακρυγιάννη, στον πολιτάρχη του Άργους Θ. Ζαχαρόπουλο, γυναικάδελφο του Νικηταρά.

Ο Κολοκοτρώνης τελικά υποχωρεί, αναγνωρίζει την κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία, εν όψει των κινδύνων, του χορηγεί αμνηστία στις 28 Απριλίου 1824 και αποτρέπονται προσωρινά οι περαιτέρω εμφύλιες εχθροπραξίες.

Εν τω μεταξύ, συνήφθη το πρώτο αγγλικό δάνειο (800.000 λίρες) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα. Δυστυχώς, μετά από λίγο θα επακολουθούσε ο Β’ Εμφύλιος Πόλεμος, με μήλον της έριδος τη διαχείριση του αγγλικού δανείου και αιτία την αντιζηλία μεταξύ Πελοποννησίων αφ’ ενός και Ρουμελιωτών και νησιωτών αφ’ ετέρου.

 

 Δ. Η καθαίρεση των Πετρόμπεη και Σωτ. Χαραλάμπη

 

Οι αποφάσεις του Βουλευτικού θεωρήθηκαν αυθαίρετες και άκυρες στο Ναύπλιο, εν όψει ότι δεν υπήρχε απαρτία. Το Βουλευτικό (εκτός των 10 βουλευτών που έμειναν με το Εκτελεστικό) κατέφυγε στις 3 Δεκεμβρίου στο Κρανίδι, για να έχει την προστασία της Ύδρας. Από εκεί, κατήργησε το Εκτελεστικό και διόρισε νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη. Δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις· μία το Παλαιό Εκτελεστικό, η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και άλλη το Νέο Εκτελεστικό η κυβέρνηση του Κρανιδίου.

Το Βουλευτικό κατήγγειλε στον λαό τη βιαία διάλυσή του και τη κυβέρνηση της Τριπολιτσάς, διότι αδιαφορούσε «ως προς τα καθήκοντα του νόμου, οποιασδηποτούν και αν είησαν ποιότητος και βαθμού» και της επέρριψε την ευθύνη για τα γεγονότα του Άργους. Στη συνέχεια, όρισε Επιτροπή, για να δικάσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Σωτήρη Χαραλάμπη. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 19 Δεκεμβρίου 1823 το κατηγορητήριο, που περιελάμβανε δεκατρείς κατηγορίες. Μεταξύ αυτών ήταν ότι ενώ κηρύχθηκαν έκπτωτοι οι Περρούκας και Μεταξάς αυτοί εξακολουθούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απηύθυνε έκκληση προς το Βουλευτικό, για συμβιβασμό, όπως και προς τον Καποδίστρια, προσκαλώντας τον να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδος, αλλά ο τελευταίος, δεν θεώρησε σοβαρή την πρόταση, διότι προερχόταν μόνο από μία πολιτική μερίδα, που την αντιμαχόταν η άλλη.

Στις 5 Ιανουαρίου 1824, η Βουλή ομοφώνως κατεδίκασε αναπολόγητους και καθαίρεσε, τούς Πετρόμπεη και Χαραλάμπη, αφού προηγουμένως απέτυχε τελευταία μεσολαβητική προσπάθεια του Χρυσοσπάθη, απεσταλμένου Πετρόμπεη, για συμβιβασμό. Οι Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης και ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ζήτησαν στις 21 Φεβρουαρίου πάλι, τη μεσολάβηση του Ανδρέα Ζαΐμη, για συμβιβασμό και ο Κωνσταντίνος Μεταξάς έκανε διάβημα για συνδιαλλαγή. Συναντήθηκε με τον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα και επανέλαβε πρόταση του Δημ. Υψηλάντη για συμβιβασμό. Πρότεινε να ανατεθεί η προεδρία του Βουλευτικού στον Πετρόμπεη, να αναγνωρισθεί ο Χαραλάμπης μέλος του Εκτελεστικού, να αμνηστευθούν όσοι ακολούθησαν τον Πετρόμπεη στην Τριπολιτσά και να επανέλθουν στο Βουλευτικό. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου δεν έστερξε, διότι επεδίωκε τη διάλυση της κυβερνήσεως της Τριπολιτσάς. Έτσι άρχισε ο αποκλεισμός του Ναυπλίου τον Μάρτιο του 1824, για να συνεχισθεί ο εμφύλιος, με μια μικρή θερινή ανάπαυλα, επί δύο χρόνια. Όλη η Πελοπόννησος ταράσσεται από φονικές συμπλοκές. Ο εμφύλιος φουντώνει και θα λήξει με την πτώση του Μεσολογγίου μετά από δύο χρόνια.

Κι’ όμως! Το 1823, η Τουρκία βρισκόταν σε δυσχερή θέση, από αντικειμενικούς λόγους.  Είχε υποχρεωθεί να πολεμήσει κατά της Περσίας, στέλνοντας ισχυρή δύναμη στα σύνορα, ο πόλεμος κατά του Αλή πασά στην Ήπειρο είχε κάμψει την οικονομία της και μια πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη είχε καταστρέψει αποθήκες πολεμικού υλικού. Ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γ. Κάννιγκ (1770-1827) αναγνώρισε την εθνικοαπελευθερωτική φύση της Επαναστάσεως και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν από τα φρούρια της Χαλκίδας και της Καρύστου, καθώς επίσης, μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (8 Αυγ. 1823), απέτυχαν να καταλάβουν το Αιτωλικό. Αντί να εκμεταλλευθούμε τη δυσμενή θέση του Σουλτάνου, οδηγηθήκαμε στη διχόνοια και σε έναν υπερδιετή εμφύλιο πόλεμο. Ελάττωμα, που αφήνουμε να εκδηλωθεί σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως συνέβη αργότερα κατά τούς δύο Παγκοσμίους πολέμους, τον 20ο αιώνα. Τα αίτια της διχόνοιας θεωρείται ότι ήσαν κυρίως πολιτικά και δευτερευόντως κοινωνικά. Έχει σημειωθεί (Π.  Κανελλόπουλος), δυστυχώς, προσφυώς, ότι «Η Δοξα στην ελληνική ιστορία, δεν περπάτησε ποτέ μονάχη. Την παίρνει από πίσω, πάντοτε, αργά η γρήγορα, η διχόνοια, ο διχασμός».

 

Υποσημείωση


 

[1] βλ. εκτενέστερα Ευρ. Μπέσιλα-Βήκα,  Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο Ελληνικό και Συγκριτικό Συνταγματικό δίκαιο, (διδ. δ.), 1985, Νικ. Σοϊλεντάκης, Υπουργοί στο Εδικό δικαστήριο (1821-2000), εκδ. Παπαζήση, 2005.

 

Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης,

Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία: τέσσερα δεφτέρια του 1811 και του 1817/1818. Γεώργιος Β. Νικολάου – Διδάκτωρ ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα παρατηρείται στην Πελοπόννησο μία μεγάλη αύξηση των έκτακτων φορολογικών επιβαρύνσεων (avariz) που πλήττουν, περισσότερο, τον χριστιανικό πληθυσμό. Τα αρχειακά τεκμήρια που παρουσιάζουμε και μελετούμε στη συνέχεια μάς δίνουν πολύ διαφωτιστικές πληροφορίες γι’ αυτό το θέμα. Η αύξηση αυτή οφείλεται αφενός στις διαρκώς αυξανόμενες και πιεστικές οικονομικές ανάγκες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξαιτίας κυρίως των πολέμων – η Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα αναφέρθηκε στην ανακοινώσή της στις επιπτώσεις του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812 στην Πελοπόννησο – και αφετέρου σε ενδογενείς αδυναμίες και δυσλειτουργίες της οθωμανικής διοίκησης, σε περιφερειακό ιδίως επίπεδο, αλλά και στην δυσκολία προσαρμογής της Αυτοκρατορίας στις εξελίξεις και αλλαγές που γίνονταν τότε στη Δ. Ευρώπη παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που επεχείρησε ο σουλτάνος Σελήμ Γ’  την περίοδο αυτή.

Η αρχή του δευτεριού της εξαμηνίας του μουχαρεμιού του 1817/18.

Οφείλονται, επίσης, και σε καταχρήσεις από την πλευρά τόσο των οργάνων της τουρκικής διοίκησης του Μοριά, όσο και των μουσουλμάνων (ayan) και των χριστιανών (κοτσαμπάσηδων) προεστών, τις οποίες είχε κατακρίνει πριν από δύο δεκαετίες, με δριμύτητα, ο πελοποννησιακής καταγωγής και πολύ καλός γνώστης των πραγμάτων Οθωμανός αξιωματούχος Πενάχ εφέντης. Τα πολλά για το χριστιανικό πληθυσμό δοσίματα και οι δυσβάσταχτοι έκτακτοι φόροι προκαλούν αποδιαρθρωτικές συμπεριφορές στο εσωτερικό των κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις πολλαπλές οικονομικές απαιτήσεις της περιφερειακής διοίκησης. Γι’ αυτό, συχνό ήταν το φαινόμενο της καταχρέωσης των χριστιανικών κοινοτήτων που ανάγκαζε, μερικές φορές, τα μέλη τους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους ενώ, άλλοτε, αυτά μετέπιπταν στην κατηγορία των τσιφλικιών (çiftliks)· γεγονότα που παρατηρούνται και στις περιοχές Αργολίδας-Ναυπλίας, όπως δείχνουν αρχειακές μαρτυρίες που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα.

Η ανακοίνωση βασίζεται σε δύο κατάστιχα (δεφτέρια) εξόδων, δοσιμάτων και κοινοτικών δαπανών του πολύτιμου για την ιστορία της περιοχής Άργους, και γενικά όλης της Πελοποννήσου, αρχείου Περρούκα, που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και σε δύο άλλα παρόμοια κατάστιχα των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τις πληροφορίες που μας δίνουν τα δεφτέρια του 1811 και του 1817/18, ώστε να έχουμε ένα δείγμα από τις δύο τελευταίες προεπαναστατικές πενταετίες. Είναι αυτονόητο ότι για να σχηματίσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα όλων των φορολογικών υποχρεώσεων των κατοίκων του καζά η βιλαετιού Άργους κατά την προεπαναστατική περίοδο θα χρειαζόταν να μελετήσουμε όχι μόνο όλα τα κατάστιχα του Αρχείου Περρούκα αλλά και τα κατάστιχα φόρων της κεντρικής διοίκησης, δεδομένου ότι αυτά τα δεφτέρια περιέχουν τις δαπάνες και τις εισφορές των κοινοτήτων σε περιφερειακό μόνο επίπεδο, δηλαδή στον καζά Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία

Read Full Post »

Τα Συνταγματικά γεγονότα του Άργους 1821-1831. Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη, Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης – Πάντειο Πανεπιστήμιο. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


  

Η συμβολή του Άργους για την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους απο την τουρκική κυριαρχία είναι ξεχωριστή, έξίσου όμως ξεχωριστή είναι η συμβολή του Άργους στη διαμόρφωση της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας.

Στον περιορισμένο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, ακροθιγώς μόνο θα αναφερθώ στα σημαντικότερα πολιτικά και συνταγματικά γεγονότα του Άργους λαμβάνοντας ύπόψη και τα θέματα των άλλων ομιλητών της ίδιας ένότητας.

Τα σημαντικότερα συνταγματικού κυρίως ενδιαφέροντος γεγονότα, θα μπορούσαμε να τα εστιάσουμε σε τρία που διαδραματίζονται από το 1821 έως το 1832.

1. Η Σύγκληση της Πελοποννησιακης Γερουσίας

 

Το πρώτο σημαντικό γεγονός είναι η σύγκληση στο Άργος της Πελοποννησιακής Συνελεύσεως το Νοέμβριο του 1821. Ήδη η συγκρότηση της Συνελεύσεως αύτη καθ’ εαυτή είχε προβλήματα, αφού ο Υψηλάντης επιθυμούσε τη συγκέντρωση αντιπροσώπων από όλες τις περιοχές της Ελλάδος με σκοπό τη συγκρότηση Εθνικής Συνελεύσεως, ενώ τελικά ύστερα από ενέργειες του Μαυροκορδάτου, πήρε τον χαρακτήρα Τοπικής Πελοποννησιακής Συνελεύσεως [1].  Αλλά έριδες δημιουργήθηκαν και ως προς τον τρόπο εκλογής των πληρεξουσίων, αφού η ρήξη μεταξύ Υψηλάντη και προκρίτων φαινόταν μάλλον οριστική, ενώ συγκεχυμένη παρουσιαζόταν η κατάσταση στις διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς για τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων που θα μετείχαν στην Εθνική Συνέλευση.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η Συνέλευση που ξεκίνησε τις έργασίες της την 1η Δεκεμβρίου του 1821 ονομάσθηκε «Πελοποννησιακή Γερουσία». Ως Πρόεδρό της όρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη τιμητικά, αφού την επομένη της έναρξης των έργασιων έφυγε για την πολιορκία της Κορίνθου «βαρυνθείς τας αδιακόπους φατριατικας έριδας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός [2], συνοδευόμενος απο τον Κολοκοτρώνη, τον Μαυρομιχάλη, άλλους οπλαρχηγούς και τμήμα στρατού.

Την πρώτη ήμέρα των έργασιων της «Πελοποννησιακής Γερουσίας» ψηφίστηκε διακήρυξη με τον τίτλο «Προλεγόμενα», που ονομάστηκε έτσι, επειδή είχε προταχθεί στον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», ο οποίος ψηφίστηκε στη συνέχεια.

Στη διακήρυξη αύτή που οι άντιφάσεις και οι εκούσιες ανακρίβειές της προκαλούν κατάπληξη, ένας σκοπος φαίνεται: να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Ύψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η έπανάσταση της Ελλάδος σε ειδικα γεγονότα, όπως οι σφαγές των έλληνικων πληθυσμών στην Τουρκία και η θανάτωση του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, ένω αύτα δεν ήταν οι αιτίες αλλα τα αποτελέσματα της επανάστασης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Η Συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», που ύπογράφηκε τελικα απο όλους τους πληρεξουσίους της Πελοποννήσου στις 27 Δεκεμβρίου 1821 και έχει τον τίτλο «Οργανισμος περί Προσωρινής Διοικήσεως». Τον ύπέγραψαν και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης, παρα τις βασικές τους έπιφυλάξεις στην αρχή και τη δυσαρέσκεια τους, βέβαιοι ίσως ότι η Συνέλευση της Έπιδαύρου, που είχε αρχίσει τις έργασίες της θα γινόταν το κυρίαρχο σωμα, που θα παραμέριζε και θα έπισκίαζε κάθε Τοπικο Οργανισμό.

Ο Οργανισμός φέρνει έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι χωρίς να συμμετέχουν στις συζητήσεις, είχαν αναλάβει τη φροντίδα της νομοθεσίας απο τον ίδιο τον Υψηλάντη.

Ο Οργανισμός αύτος διαιρείται σε τέσσερα κύρια κεφάλαια, το πρώτο απο τα οποία, αναφέρεται στον τρόπο έκλογής των εφόρων των χωριών, στα καθήκοντα και στα δικαιώματά τους. Το δεύτερο κεφάλαιο, ορίζει τα σχετικά με την έμμεση εκλογή των εφόρων των επαρχιών, τη θητεία και τα καθήκοντά τους. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται λεπτομερώς λόγος για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ενώ το τέταρτο κεφάλαιο ρυθμίζει στρατιωτικά ζητήματα και έχει τον υπότιτλο «Περί των στρατηγών και καπιτάνων». Οι στρατηγοί της Πελο ποννήσου θα εκλέγονται από τη Γερουσία. Κάθε επαρχία θα είχε τους καπετάνιους της που θα εξέλεγε η Γερουσία και θα ήταν υποχρεωμένοι στις εκστρατείες να ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Τέλος, η εκλογή του αρχιστρατήγου, μόνο για την Πελοπόννησο, θα γινόταν από τη Γερουσία, τους στρατηγούς και τους καπετάνιους και την εκλογή τους θα επικύρωνε η Εθνική Βουλή. Ο αρχιστράτηγος δεν μπορούσε να εκστρατεύσει χωρίς την έγκριση της Γερουσίας και της Βουλής. Οι καπετάνιοι θα ήταν ύποχρεωμένοι στις εκστρατείες ν’ ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Με τον Οργανισμό αυτόν, η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη και οι στρατιωτικοί υποτάσσονταν ουσιαστικά στη Γερουσία. Το ολιγαρχικό σύστημα της εξουσίας ήταν πλήρες, αφού πλήρης ήταν και η εκμηδένιση των καπετανάτων [3].

 

2. Η Σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Δεύτερο χρονολογικά σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος ήταν η σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον και για την οποία εκτενώς θα άναφερθεί άλλος ομιλητής.

Επιγραμματικά μόνο θα αναφερθώ σε ορισμένα χαρακτηριστικά της. Η Δ’ Εθνική Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 11 Ιουλίου του 1829 στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους παρουσία και του Καποδίστρια, ο οποίος προέβη σε εκτενή απολογισμό των κυβερνητικών πεπραγμένων προς την Εθνοσυνέλευση, δικαιολογώντας τις πρωτοβουλίες του για την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Το σπουδαιότερο έργο της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως του Άργους υπήρξε η έγκριση 13 ψηφισμάτων, που αναφέρονται κυρίως στην οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης του κράτους. Η Συνέλευση βέβαια δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να εγκρίνει τα σχέδια των ψηφισμάτων, και στα όποια θα αναφερθώ επιγραμματικά, αφού θα σας μιλήσουν γι’ αύτά αμέσως μετά, που είχαν συνταχθεί από τον ίδιο τον Καποδίστρια.

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829.

Με το Α’ Ψήφισμα της 22ας Ιουλίου εγκρίθηκε η ως τότε εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια και του δόθηκε η εξουσιοδότηση να συνεχίσει και στο μέλλον τις ενέργειές του στον τομέα των διαπραγματεύσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενω με το Β’ Ψήφισμα της ίδιας ήμέρας στη θέση του «Πανελληνίου», που είχε αύτοδικαίως καταργηθεί, ιδρύθηκε η Γερουσία με 27 επίσης μέλη, που είχε γνωμοδοτικο μόνο χαρακτήρα, και καθορίστηκαν οι βάσεις της αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Το Β’ Ψήφισμα εξουσιοδοτούσε ακόμη τον Κυβερνήτη να προχωρήσει στην οργάνωση της Γερουσίας και των υπουργείων, ενω άφηνε χωρίς άλλαγες τους κλάδους της εσωτερικής διοίκησης και της δικαιοσύνης έκτος από όσες τροποποιήσεις θα επέβαλλε η πείρα. Προβλέπονταν πάντως η ισοβιότητα των δικαστών. Το ίδιο ψήφισμα ανέθετε επίσης στην προσωρινή κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Γερουσία, να προετοιμάσει τους θεμελιώδεις νόμους με βάση τις αποφάσεις των προηγουμένων τριων Εθνικών Συνελεύσεων (Επιδαύρου, Άστρους και Τροιζήνος). Το Γ’ Κεφάλαιο του Β’ Ψηφίσματος έβαζε τις βάσεις του «Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου», προδρόμου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ήταν τριμελές και ανεξάρτητο από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Στις 26 Ιουλίου εγκρίθηκε το Γ’ και το Δ’ Ψήφισμα. Με το Γ’ Ψήφισμα προβλεπόταν ο έλεγχος όλων των λογαριασμων της Επιτροπής της Οικονομίας και του Γενικού Φροντιστηρίου, η μεταβίβαση εθνικών κτημάτων στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η αίτηση εγγυήσεως των Μεγάλων Δυνάμεων για τη σύναψη εξωτερικού δανείου 60.000.000 φράγκων, η απαλλαγή της χώρας από τα αγγλικά δάνεια του 1824 και 1825, η αναθεώρηση των φορολογικων διατάξεων, η απογραφή των εθνικών κτημάτων και άλλα. Το Δ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, στη στρατολογία και την τακτοποίηση διαφόρων αιτημάτων στρατιωτικων και ναυτικων.

Το Ε’ Ψήφισμα της 29ης Ιουλίου, πρόβλεπε τις οφειλόμενες αποζημιώσεις, τη σύσταση Κώδικα Δημοσίου Χρέους, στη διανομή 200.000 στρεμμάτων εθνικής γης (εκτος από σταφιδοκαλλιέργειες, άμπελωνες, ελαιώνες και δάση), αλλά με προσωρινούς τίτλους ως την οριστική τακτοποίηση του Ελληνικού ζητήματος και στην αγορά πλοίων των ναυτικών νησιών για τη συγκρότηση εθνικού στόλου.

Στις 30 Ιουλίου εγκρίθηκε το ΣΤ’ Ψήφισμα, που ρύθμιζε τον τρόπο εξόφλησης των χρεών των διαφόρων κοινοτήτων επί τουρκοκρατίας.

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια. Διαστ: 1,15×1,37μ. Μουσείο Καποδίστρια. Έργο φλαμανδού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε στην Ελβετία περί τα 1814. Ο Καποδίστριας το έστειλε δώρο στον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην Κέρκυρα.
Στο πορτρέτο ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται με επίσημη διπλωματική ενδυμασία, φέροντας στο δεξί πέτο το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Αγίας Άννης, στην ταινία που φέρει από τον αριστερό ώμο διαγώνια και καταλήγει δεξιά. Στον λαιμό του φέρει τον Σταυρό Β΄ τάξης του Τάγματος του Αγίου Βλαδιμήρου που του απονεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Α΄ τον Ιούνιο του 1814, για την επιτυχία της διπλωματικής αποστολής του στην Ελβετία.

Το Ζ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την κοπή εθνικού νομίσματος, ενω το Η’ Ψήφισμα που ψηφίστηκε την ίδια ημέρα (31 Ιουλίου) μεριμνούσε για τη μελλοντική ανέγερση στην έδρα της Κυβερνήσεως ναού προς τιμήν του Σωτήρος «για να αναπέμψη την ευγνωμοσύνη του (το Έθνος) προς τον Θεόν, όστις έδειξε τοσαύτα θαύματα δια την σωτηρίαν του». Το Η’ Ψήφισμα πρόβλεπε επίσης την αποστολή έκτακτης αντιπροσωπείας πρεσβείας στις αυλές της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, προκειμένου να εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του έθνους για την υποστήριξή τους, καθώς και την ανέγερση δυο μνημείων, ένος στο Ναβαρίνο για ανάμνηση της γνωστής ναυμαχίας, και του δεύτερου στο Πεταλίδι, όπου αποβιβάστηκαν οι Γάλλοι στρατιώτες του Μαιζώνος (Maison). Τέλος, στο ίδιο Ψήφισμα, προβλεπόταν η ίδρυση του Τάγματος του Σωτήρος και η ανέγερση μνημείου για τους φιλέλληνες.

Στις τελευταίες συνεδριάσεις της Συνελεύσεως εγκρίθηκε το Θ’ Ψήφισμα (1 Αυγούστου) έπειτα απο έγγραφη πρόταση του Κολοκοτρώνη που προέβλεπε για τον Καποδίστρια ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων, τα οποία εκείνος αρνήθηκε όπως είχε κάνει και στο παρελθόν.

Στη συνεδρίαση της 2ας Αυγούστου εγκρίθηκαν τα Ι’-ΙΓ’ Ψηφίσματα. Το Γ απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων απο τη χώρα, το ΙΑ’ θέσπιζε μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπο τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου και της παιδείας, το ΙΒ’ πρόβλεπε τον τρόπο εκδικάσεως των ποινικών διαφορών των Ελλήνων, που ανέκυψαν κατά τα χρόνια της Επαναστάσεως «με πρώτιστον κανόνα την επιείκειαν» και τέλος το ΙΓ’ Ψήφισμα όριζε ότι: «Α’: Τα μέλη της ενεστώσης Εθνικής Συνελεύσεως θέλουν συγκροτήσει την ακόλουθον Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν θεωρουμένην ως συνέχειαν της παρούσης. Β’: Η Κυβέρνησις θέλει συγκαλέσει την Εθνικήν Συνέλευσιν τα συγκροτούντα την ενεστώσαν μέλη, άμα αποπερατώση τας περί την σύνταξιν του σχεδίου Θεμελιώδους Νόμου εργασίας της, ή όταν οι περιστάσεις του Γ’ άρθρου του Α’ Ψηφίσματος απαιτήσωσιν», όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να επικυρωθούν απο «τας πληρεξουσίους συμφωνίας» του Κυβερνήτη με τις Δυνάμεις σχετικά με την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου του Ιουλίου 1827 [4].

Η αποτελούμενη απο 27 μέλη Γερουσία, παρόλο που έφερε εξωτερικά το δημοκρατικο χρίσμα οργάνου που προερχόταν απο την Εθνική Συνέλευση, δεν ήταν στην ουσία παρά μία άλλη μορφή «του Πανελληνίου», αφού δεν είχε ούτε το δικαίωμα να εκλέγει τον Πρόεδρό της.

Με την έγκριση των 13 ψηφισμάτων απο την Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους, νομιμοποιήθηκε και επίσημα η κατάλυση του «αντιπροσωπευτικού» συστήματος και των πολιτικών ελευθεριών και το πολίτευμα προσέλαβε προσωρινά μοναρχικο χαρακτήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας επέλεξε το σύστημα μίας καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης αντί της τοπικής αύτοδιοίκησης. Παράλληλα επιχείρησε να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο [5].

Συμπερασματικά, στη Δ’ Εθνική Συνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας είχε πετύχει μία μεγάλη πολιτική νίκη, μία νίκη όμως που στάθηκε και η απαρχή της ανατροπής του, αφού στους μεγαλονοικοκυραίους της Ύδρας και τους κοτσαμπάσηδες που τον αντιπολιτεύονταν, είχαν προστεθεί και οι φιλελεύθεροι, που επιζητούσαν τη δημοκρατική νομιμότητα ως επιστέγασμα της εθνικής ελευθερίας. Το εγχείρημα του Καποδίστρια να οργανώσει κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία, που να στηρίζεται παράλληλα και στις υπάρχουσες ιστορικές καταβολές και εμπειρίες, ενώ εύρισκε μεγάλη άνταπόκριση στην ευρεία πλειοψηφία του λαού, προκαλούσε όλο και εντονότερες αντιδράσεις στην προυχοντική τάξη, η οποία έβλεπε τα προνόμιά της να περιορίζονται παράλληλα με την εξάλειψη της πολιτικής της επιρροής. Οι προσπάθειες του Καποδίστρια για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών βάσεων της πολιτικής ισχύος των κοτσαμπάσηδων σε τοπικο επίπεδο, συνετέλεσαν στην επίσπευση της δολοφονίας του.

 

3. Σύγκληση της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Το τρίτο σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος, είναι η Ε’ Εθνική Συνέλευση, η όποία συγκλήθηκε από την «Διοικητική Επιτροπή» που ορισε η Γερουσία μετά το θάνατο του Καποδίστρια και μέλη της ήταν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας (ως Πρόεδρος), ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Κωλέττης. Οι εργασίες της άρχισαν στις 7 Δεκεμβρίου 1831 μέσα σε ταραγμένη ατμόσφαιρα στο ναο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Άργους, με Πρόεδρο το Δημήτριο Τσαμαδό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις αρχές Δεκεμβρίου του 1831, «το Άργος επαράσταινε μάλλον στρατόπεδον παρά τόπον Εθνικής Συνελεύσεως». Η Συνέλευση κατά τη Συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου, ονομάσθηκε Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση. Την ίδια ημέρα έγινε και η όριστική διάσπαση της «Διοικητικής Επιτροπής», όταν ανακήρυξε τον Αύγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», που ανέλαβε έτσι ως μονομελές όργανο την εξουσία. Η πράξη αυτή της Συνελεύσεως, ενόχλησε τον Κωλέττη και ουσιαστικά έφερε έριδες και διχασμό, αναστατώνοντας το Άργος. Στις 9 Δεκεμβρίου πολλοί κάτοικοι του Άργους προαισθανόμενοι ίσως το κακο που θα ακολουθούσε, άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο. Το απόγευμα άρχισαν οι συγκρούσεις. Ο Κασομούλης, ο όποίος παρευρισκόταν στο Άργος, γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Ούτε από την Τριπολιτσάν (ότε διεδόθη τω 1825 η είδηση της αφίξεως του Ιμβραήμ πασά) δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος· από τον φόβον, άγεληδον τρέχοντες εις τας πεδιάδας παρίστανον το ελεεινότερον θέαμα. Πληρεξούσιοι με τα παπούτσια εις τα χέρια άλλος εδώθεν άλλος εκείθεν φεύγοντες και ούτοι, έως το εσπέρας δεν εμεινεν κανένας, έκτος των έμπολέμων» [6].

Η Ε’ Εθνική Συνέλευση από τις 15 Δεκεμβρίου συνέχισε τις συνεδριάσεις της στο Ναύπλιο και τελείωσε τις εργασίες της στις 15 Μαρτίου 1832. Το σπουδαιότερο έργο της υπήρξε η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» γνωστού και ως «Ηγεμονικού η Βασιλικού της εν Άργει και Ναυπλίω Β’ Εθνικής Συνελεύσεως» που με τα 294 άρθρα του ήταν το μακροσκελέστερο των συνταγματικών κειμένων που ψηφίστηκε από το 1822 και ψήφισε ως πολίτευμα της χώρας ιδιόμορφη βασιλευομένη δημοκρατία. «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού κράτους αντιπροσωπευτικώς ύπερ του Έθνους ύπο διαφόρων άρχών».

Τέσσερα είναι τα κύρια γνωρίσματα του Ηγεμονικού Συντάγματος:

α) Είναι το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος που καθιερώνει το θεσμο του κληρονομικού ανωτάτου άρχοντα. Ο «Ηγεμών» είναι πολιτικά ανεύθυνος και απαραβίαστος, ενώ εχει αρμοδιότητες ουσιαστικές και εκτεταμένες, συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και έχει το δικαίωμα διαλύσεως της Βουλής, θεσμος που έμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική τάξη.

β) Για πρώτη φορά στην Ελλάδα εισάγεται το σύστημα των δύο Βουλών: Η Γερουσία που τα μέλη της διορίζονται ισοβίως ύπο του Ηγεμόνος ασκεί από κοινού με την Βουλή των Αντιπροσώπων και τον Ηγεμόνα τη νομοθετική εξουσία.

γ) Καθιερώνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά και την τιμητική (βάσει περιουσιακών και εισοδηματικών προσόντων) έμμεση ψηφοφορία.

δ) Αναγνωρίζει τα ατομικά δικαιώματα που διασφαλίζονται και στα τρία δημοκρατικά συντάγματα του Αγώνα και για πρώτη φορά: το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας. Προσδίδεται έτσι στο πολίτευμα της «συγκερασμένης» Συνταγματικής Μοναρχίας, όχι μόνο ο άντιπροσωπευτικος και ο κοινοβουλευτικος, αλλά και ο φιλελεύθερος χαρακτήρας [7].

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα δεν εφαρμόσθηκε ποτέ, διότι μετά την άφιξη του Όθωνος σταμάτησε κάθε προσπάθεια ή υπόσχεση για συνταγματικό καθεστώς.

Στο Άργος συνήλθε επίσης τον Ιούνιο του 1832 και συνέχισε τις εργασίες της στην Πρόνοια, προάστιο του Ναυπλίου «Η κατά συνέχειαν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» δηλαδή η νέα έκτη κατά σειρά από το 1821 Συνέλευση που εξανάγκασε σε παραίτηση τον Αύγουστίνο Καποδίστρια και αμφισβήτησε τη νομιμότητα της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως και η οποία διασώθηκε στη συλλογική μνήμη κυρίως για το ψήφισμά της (27 Ιουλίου 1832) με το οποίο «επικυρώθηκε» η υπό των τριων προστάτι δων δυνάμεων εκλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνος ως «βασιλέως της Ελλάδος». Στις 10 Αυγούστου του 1832, η Συνέλευση διαλύθηκε βίαια από στοιχεία ελεγχόμενα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

«Κατ’ αυτόν τον άδοξον τρόπον» έληξεν η επαναστατική περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας. Μία περίοδος που αρχίζει με την «αποθέωση» του συνταγματισμού και τελειώνει με την ολική του έκλειψη [8].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, τομ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 198.

[2] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, οπ.π., σ. 199.

[3] Βλ. Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Δ . Αθήνα, Μέλισσα, 1957, σ. 61.

[4] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΒ. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 527-528.

[5] Βλ. Π. Πετρίδης, Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, τομ. Α , 1821-1862. Αθήνα, Γκοβόστης, 1994, σ. 104.

[6] Βλ. Γ. Αναστασιάδης, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος 1821-1941.

Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2001, σ. 29.

[7] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

[8] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

 

Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη

Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης- Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »