Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Κατάλογος Αγωνιστών του 1821 της Επαρχίας του Άργους – †Αγγελής Χρήστου Κλειώσης (1943-2015)


 

Η  Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού δημοσιεύει τον κατάλογο των αγωνιστών της  επαρχίας Άργους, που έλαβαν  μέρος στην  Επανάσταση  του 1821.  Ο  κατάλογος αυτός είναι  αποτέλεσμα μιας επίπονης και μακροχρόνιας προσωπικής  έρευνας του «εξ Άργους  ορμώμενου» τ. Αρχιπλοιάρχου  και  Λιμενάρχη  Ναυπλίου, Αγγελή Χρ. Κλειώση [1943-2015].

Η  Αργολική Βιβλιοθήκη ευχαριστεί  τον  υιόν του κ. Χρήστο Α. Κλειώση, Δικηγόρο Παρ’ Αρείω Πάγω,  που της εμπιστεύθηκε την αδημοσίευτη αυτή εργασία του πατερά του, να την επιμεληθεί  και να την  παρουσιάσει στο αναγνωστικό κοινό της, συμβάλλοντας  έτσι  καθοριστικά στον πάνδημο εορτασμό  της Αργολίδας για  τα 200  χρόνια  από την έναρξη  του Απελευθερωτικού  Αγώνα.

Η  Αργολική Βιβλιοθήκη, γνωρίζοντας από τον κύριο Χρήστο Κλειώση πως ο  πατέρας του  θεωρούσε ότι  η  εργασία του δεν είχε πλήρως ολοκληρωθεί και λόγω  του πρόωρου θανάτου του, καλεί κάθε δυνάμενο να βοηθήσει στην περαιτέρω ερευνά για την καταγραφή όσων  αγωνιστών ο κατάλογος δεν έχει συμπεριλάβει, ώστε να ολοκληρωθεί και να μνημονευθούν όλοι οι Αγολιδείς ήρωες  της Επανάστασης του ‘21.

 

Λίγες ημέρες πριν συμπληρωθούν 200 έτη από την έναρξη του Ιερού Αγώνα του 1821 και ενώ προγραμματίζονται να λάβουν χώρα διάφορες επετειακές εκδηλώσεις, υπάρχει ένα ουσιώδες στοιχείο που ίσως έχει αμεληθεί: Η μαζική συμμετοχή των Ελλήνων στην εξέγερση. Πρόκειται για ένα ιστορικό γεγονός που δικαίως έχει μεν ταυτιστεί με τις μεγάλες ηγετικές φυσιογνωμίες που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχαστούν οι λιγότερο επώνυμοι ή και ανώνυμοι επαναστάτες που θυσίασαν την ζωή τους ή χρόνια από την ζωή τους καθώς και τις όποιες περιουσίες διέθεταν για έναν σκοπό που όλοι τους ομόφωνα χαρακτήριζαν Ιερό.

Αγγελής Χρήστου Κλειώσης (1943-2015)

Έχοντας υπόψη αυτή ακριβώς την λιγότερο φωτισμένη γωνιά της ιστορίας που συνδέει πλέον το πρόσωπο με την ιστορία, ο πατέρας μου, Αγγελής Χρήστου Κλειώση (1943-2015), αφιέρωσε αρκετό από τον προσωπικό του χρόνο ψάχνοντας στα Αρχεία της Επιτροπής Θυσιών και Εκδουλεύσεων του Ιερού Αγώνος (https://www.nlg.gr/collection/archeio-agoniston-archeio-epitropis-agonos/), που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη και περιέχει τους φακέλους όλων των Αργείων που υπέβαλλαν αιτήσεις για να αναγνωριστεί η στρατιωτική συμμετοχή τους. Μέλη της επιτροπής αυτής υπήρχαν επιφανείς αγωνιστές όπως ο Νικηταράς Σταματελόπουλος, ο Δημήτριος Τσώκρης, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Μελετόπουλος, ο Δ. Πλαπούτας, ο Α. Παπατσιώρης, ο Π. Μπαρμπιτσιώτης και ο Α. Νέζος.

Καρπός της προσωπικής και πρωτογενούς έρευνας του πατέρα μου υπήρξε ένας κατάλογος με τα ονόματα των Αγωνιστών της επαρχίας του Άργους, τόπου της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Περιέχει αφενός τον αριθμό του φακέλου και το όνομα κάθε αγωνιστή καθώς και μια σύντομη περίληψη των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτόν με αναφορά κυρίως στις ιστορικές μάχες που συμμετείχε.

Αυτός ο κατάλογος σκόπιμο είναι να δοθεί στην δημοσιότητα αυτές τις ημέρες κατ’ αρχήν για να φανεί ότι ο Ιερός Αγώνας της Ανεξαρτησίας ήταν έργο μιας μαζικής προσπάθειας χιλιάδων αφανών αγωνιστών. Επιπλέον όμως μας δίνει την ευκαιρία να αναζητήσουν οι σημερινοί κάτοικοι του Άργους έναν ξεχασμένο πρόγονο ανάμεσα σε αυτά τα ονόματα και να διεκδικήσουν «κληρονομικώ δικαιώματι» έτσι ένα προσωπικό μερίδιο στο ηθικό μεγαλείο αυτού του Αγώνα, συνδέοντας έτσι την οικογενειακή τους ιστορία με ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Τέλος όμως δίνεται η ευκαιρία, εφόσον υπάρχει η σχετική βούληση, να εγκαινιαστεί μια πρακτική να μνημονεύονται τα ονόματα τους από την τοπική εκκλησία κατά την επέτειο της Εθνεγερσίας, αρχής γενομένης από φέτος.

Θα ήθελα να παραδώσω στη δημοσιότητα μέσω της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού το αδημοσίευτο και ακατέργαστο χειρόγραφο του πατέρα μου με τα ονόματα των αγωνιστών της επαρχίας Άργους με την ευχή να γίνει κάποτε η μελέτη της τοπικής ιστορίας επίσημη πολιτική της πολιτείας αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης με την εισαγωγή σχετικού μαθήματος ανά επαρχία, ώστε η μνήμη της τοπικής ιστορίας να φωτίζει τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας μας που συνδέουν προσωπικά τον καθένα μας, μέσω των προγόνων του, με την Ελληνική Ιστορία και έτσι να δείχνει σε όλους το χρέος μας προς τους επόμενους.

Τελειώνω αυτό το σύντομο σημείωμα με μια διευκρίνιση: σκοπός μου δεν είναι η ανάδειξη της υπεροχής μιας συγκεκριμένης επαρχίας, εν προκειμένου του Άργους, έναντι άλλων επαρχιών, αλλά η παρακίνηση και άλλων επαρχιών να μιμηθούν τον ζήλο του πατέρα μου για την διατήρηση και ανάδειξη της τοπικής μνήμης που μας συνδέει προσωπικά με την εθνική μας ιστορία.

 

Χρήστος Αγγελή Κλειώσης

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

 

Μητρώα Αξιωματικών κατά τον Ιερόν Αγώνα Επαρχίας Άργους

 

  1. Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης. Πίνακας στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

    Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος (1852-1867): Αρχιερεύς Αργοναυπλίας. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα την επανάστασιν, λόγω και έργω. Διετέλεσε γραμματεύς του Π. Μαυρομιχάλη, συνέταξε την προκήρυξη του Αρχιστρατήγου και προέδρου της Μεσσηνιακής Γερουσίας προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς. Ως Αγωνιστής του 1821 προσέφερε πλείστας στρατιωτικάς υπηρεσίας. Επί των ημερών του μετά την απελευθέρωση, αρχιερατεύοντος αυτού εις την Αργοναυπλίαν ετέθη ο θεμέλιος λίθος του ναού του Αγίου Πέτρου την 17.7.1859 παρουσία του Βασιλέως Όθωνος ρίψαντος εις τα θεμέλια χρυσά νομίσματα, τα εγκαίνια εγένοντο την 18.4.1865 υπό του ιδίου Επισκόπου. Ως Αργοναυπλίας Αρχιερεύς διετέλεσε από το 1852 έως 1867 οπότε και εκοιμήθη εις Ναύπλιον. Ητο δε ανηψιός του μετ’ άλλων αρχιερέων μαρτυρήσαντος εν φυλακαίς Τριπόλεως επισκόπου Καλαμών Χρυσάνθου. Κατετάγη εις τα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με τον βαθμόν Β’ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος.

  1. Αναστάσιος Π. Τσώκρης (†1849): Αργείος. Αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη. Υπηρέτησε καθ’ όλον των Αγώνα, εις διαφόρους μάχες, λόγω των υπηρεσιών του κατά τον αγώνα εγένετο μετά την απελευθέρωση το 1845 λοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. Υπό της Επιτροπής αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ Τάξεως. Απέθανε εν Άργει το 1849.
  1. Δημήτριος Μέντης (†1822): Αργείος. Λαμπρός και περίφημος ιππεύς, προ της επαναστάσεως είχε υπηρετήσει εις το Ρωσικό Ιππικό. Υπηρέτησε ως οπλαρχηγός εις διαφόρους μάχας. Την 27.7.1822 μαχόμενος κατά του Δράμαλη εις την θέση Γλυκειά του Ναυπλίου επληγώθη, απέθανε μετ’ ολίγας ημέρας εις Μύλους. Πολέμησε υπό τον Δ. Τσώκρη. Κατετάγη εις την Δ’ τάξιν Αξιωματικών.
  1. Αναστάσιος Νέζος (†1859): Εκ Κουτσοποδίου. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, διεκρίθη εις την μάχη των Δερβενακίων, ένθα και ετραυματίσθη εις το γόνυ και εχώλαινε εις τον μετέπειτα βίον του. Πολέμησε υπό τον Δ. Τσώκρη εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας. Προήχθη εις χιλίαρχον το 1825, βραδύτερον μετά την απελευθέρωση εγένετο ταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας. Απέθανε εις το Κουτσοπόδιον το 1859. Είχε τέκνα επίσης αγωνιστάς τον Ανδριανόν, τον Κωνσταντίνον, τον Γεώργιον και Θεόδωρον. Προσέφερε εις τον Αγώνα 7.300 γρόσια. Υπό της Επιτροπής Αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Κωνσταντίνος Κακάνης (†1825): Εκ Μπουτίων. Έλαβε μέρος εις πλείστας μάχας και πολιορκίας. Εφονεύθη την 20.5.1825 εις την μάχη του Κρομμυδίου παρά τω Μανιάκι μαχόμενος κατά του Ιμπραήμ υπό τον Αρχιμανδρίτη Γρηγόριο Δικαίον ή Παπαφλέσσα όπως αναφέρεται εις πιστοποιητικόν υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Θ. Κολοκοτρώνη. Το 1824 έλαβε τον βαθμόν του χιλιάρχου. Έλαβε μέρος εις πολιορκία Τριπόλεως υπό τον Χατζή Χρήστον με 300 άνδρες, επίσης εις διαφόρους άλλας μάχας υπό τον Δ. Τσώκρη και Δ. Πλαπούτα. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Κωνσταντίνος Πανάγου Παμπούκης: Αργείος. Υπηρέτησε την επανάσταση στρατιωτικά και πολιτικά. Διετέλεσε Γενικός Γραμματεύς επαρχίας Άργους το 1824 και Γενικός Γραμματεύς (Υπουργός) Δικαίου. Προσέφερε εις τον Αγώνα 5.000 γρόσια. Το 1825 έλαβε τον βαθμό του χιλιάρχου. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Αναγνώστης Τασόπουλος: Εκ Δαλαμανάρας. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, προήχθη εις Αντιστράτηγον το 1825. Υπηρέτησε ως οπλαρχηγός εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας υπό τον Δημήτριον Τσώκρην. Εις τον ατομικό του φάκελλον υπάρχει γραμμάτιον του Εθνικού Ταμείου της προσωρινής Κυβερνήσεως της Ελλάδος ότι οφείλει το κράτος προς αυτόν χίλια γρόσια. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Γεώργιος Μπεκιάρης (†1827): Εκ Μπουτίων. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον αγώνα ως οπλαρχηγός εις τας επισημοτέρας μάχας, πολιορκίας Ναυπλίου, Κορίνθου, Τριπόλεως κατά του Ιμπραήμ, κατά του Δράμαλη εις Δερβενάκια υπό τον Δημήτριον Τσώκρην. Συμφώνως με αποδείξεις αι οποίαι υπάρχουν εις τον ατομικό του φάκελο, παρέδωσε ο ίδιος εις την προσωρινή Διοίκηση και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το ποσόν των 8.000 γροσίων δια τον Αγώνα. Τον Μάρτιο του 1827 εξεστράτευσε εις Αττική με 180 άνδρας και την 22.4.1827 έπεσε ενδόξως μαχόμενος εις την εν Φαλήρω μάχη εις την θέση τρεις Πύργοι μετά του Γεωργίου Καραϊσκάκη, μαζί του συνεπολέμει και ο αδελφός του Ανδρέας. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.

Γεώργιος Μπεκιάρης

 

Στο τρίστρατο, που πέρασε προφήτης και πατέρας

Ο Γέρος κ’ η γενιά του

Του Παπαρσένη η συντροφιά και του Νικήτα ο αγέρας,

Αγέρας του θανάτου!

Στο τρίστρατο που πέρασε μια μέρα η Μπουμπουλίνα

Με τ’ άρματα ζωσμένη.

Του Τσόκρη η χρυσοφέρμελη, του Νέζου η καραμπίνα,

Του Γιάννουζα οι ταμμένοι.

Στο τρίστρατο τ’ Αργολικού, που βγήκαν οι Νταγραίοι

Πρώτοι και τόσοι του Μόριά σεμνοί καπεταναίοι,

Σε φέρνει ο νους μου πλάϊ τους λεβέντη καβαλλάρη

Και σένα του Φαλήρου αητέ περήφανε Μπεκιάρη.

 

Γ. Λογοθέτης

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1961.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

  1. Αντώνιος Ζωγράφος: Αργείος. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα. Έλαβε μέρος εις την πολιορκία του Ναυπλίου, υπό τον Παπαρσένη Κρέστα εις την Παναγία την Κατακεκρυμένη, εις πολιορκία της Τριπόλεως υπό τον ΚανέλΛο Δεληγιάννη, εις το Φρούριο του Άργους και Μύλους υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη, εις τα Δερβενάκια ήτο έφιππος εις την επίθεση της εμπροσθοφυλακής του Δράμαλη και επληγώθη εις την κνήμην, εις τας Αθήνας κατά του Κιουταχή, επίσης εις Ζεμενό, Βόνιτσα και Κραβασαρά κατά του Μουσταφάμπεη. Συμμετείχε και εις τον κατά θάλασσα Αγώνα υπό τον Υδραίον Γεώργιον Χατζή-Ανάργυρο κατά της Σάμου και πυρπόλησε τουρκικό πολεμικό πλοίο εις τον λιμένα Βαθύ της Σάμου, επίσης και κατά του Φρουρίου της Κω. Το 1830 εγένετο λοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. Υπό της Επιτροπής Αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

    Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875): Υπάρχει κενό. Πληροφορίες από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Ο φάκελος Δ. Τσώκρη που φυλάσσεται στο Αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιο­θήκης, δεν περιέχει τίποτε άλλο έκτος από το παρακάτω έγγραφο:

Άργος τη 17 Μαΐου 1865

Προς την επί του Αγώνος Σεβαστήν Επιτροπήν

Κύριοι,

Θεωρώ όλως μάταιον διά πιστοποιητικών και διπλωμάτων να σας καταδείξω όποιος είμαι, με γνωρίζετε άπαντες, και εις τούτο στηριζόμενος, έρχομαι ευτόλμως διά της παρούσης όπως παρακαλέσω υμάς να με κατατάξητε εις την αρμόζουσαν προς τας θυσίας μου τάξιν.

Υποσημειούμαι ευσεβάστως

Δ. Τσόκρης

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ειδήσεις, η οικογένεια Τσώκρη ήταν από τις παλιές οικογένειες του Άργους. Ο Δημήτριος, γιος του Πανάγου, γεννήθηκε στο Άργος το 1796. Μεγαλύτερους αδελφούς είχε πρώτο το Γεώργιο, που από μικρός είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη όπου πλούτισε και επέστρεψε στο Άργος το 1817, και τον Αναστάσιο ή Τάσο που κατοικούσε στο Άργος. Και οι τρεις αδελφοί έλαβαν μέρος στην Επανάσταση. Ο Δημήτριος πανδρεύτηκε τον Ιανουάριου του 1827 τη Μαριγώ το γένος Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Πέθανε στις 3 Απριλίου 1875… (Βλέπε και σχετικό λήμμα  Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875).    

  1. Πάνος Οικονόμου ή Παπανικονόπουλος: Αργείος. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, πολέμησε ως εκατόνταρχος εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας και υπό διαφόρους οπλαρχηγούς, ανεδείχθη το 1825 εις χιλίαρχον. Το 1852 εγένετο λοχαγός της Βασιλικής φάλαγγας. Εις το ατομικό του φάκελο υπάρχει κατάλογος Αργείων στρατιωτικών της χιλιαρχίας Άργους του 1832. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Μαρία Ευθυμίου (Επεισόδια 1-15)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή τον εορτασμό του εθνικού ορόσημου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η ΕΡΤ μεταδίδει καθημερινά, ένα διαφορετικό μονόλεπτο βασισμένο σε χωρία κειμένων αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής, με γενικό τίτλο «Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21». 

Παρουσιάζουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» τα δεκαπέντε πρώτα μονόλεπτα επεισόδια.   

Η ιδέα, η επιλογή, η σύνθεση των κειμένων και η ανάγνωση είναι της καθηγήτριας Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, στο ΕΚΠΑ, Μαρίας Ευθυμίου, η οποία αφιλοκερδώς σταχυολόγησε και παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821, που εξηγούν, θυμίζουν και αφηγούνται τα επαναστατικά χρόνια μέσα από τα λόγια των αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής. 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 1.

 Ο Φωτάκος, ο Πελοποννήσιος αγωνιστής του ’21, για τη ζωή πριν την επανάσταση.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 2. 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για την παιδεία που ο ίδιος έλαβε ως νέος, στα ορεινά της Πελοποννήσου.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 3. 

Ο Νεόφυτος Βάμβας, για την παιδεία στην Πάτμο πριν την Επανάσταση.

 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στο Άργος, όπως την έζησε και την εξιστόρησε ο Γιουσούφ Μπέης ο Μοραΐτης


 

 Ο Ναυπλιώτης Γιουσούφ Μπέης, αξιωματούχος, μέλος του σώματος των ιππέων της Υψηλής Πύλης, βρέθηκε στην Πελοπόννησο το 1821 για να ρυθμίσει ζητήματα που αφορούσαν τις φοροενοικιάσεις, δηλαδή το δικαίωμα είσπραξης φόρων, το οποίο φαίνεται ότι είχε, άγνωστο όμως υπό ποιους όρους. Επισκέφθηκε το Ναύπλιο, για να συναντήσει τους συγγενείς του, εγκλωβίστηκε όταν άρχισε η πολιορκία του και παρέμεινε εκεί ως την παράδοσή του το Νοέμβριο του 1822.

Ο Οθωμανός αξιωματούχος ήταν γιος του γεννημένου στο Ναύπλιο διοικητή του πασαλικιού του Μοριά Αχμέτ πασά Σαλλάμπας και μητέρα του υπήρξε μια Ελληνίδα που αιχμαλωτίστηκε κατά τα Ορλωφικά. Ο ίδιος μιλούσε ελληνικά και είχε κοινωνικές επαφές με Έλληνες.

«Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του, Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήταν χριστιανή και προτού επαναστατήσουμε την είχα δει. Ο αδελφός της ζούσε στις Σπέτσες και ονομαζόταν  ο Νικολής της Πασίνας», γράφει στα απομνημονεύματά του ο  γνωστός Φωτάκος, γραμματέας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Ο Γιουσούφ μπέης επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την έλευση του Κυβερνήτη, και η Κυβέρνηση τον διόρισε υπάλληλο προς μετάφραση των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπαν στις ιδιοκτησίες.

 

«Η αρχή των κινημάτων των Ρωμιών ήταν στα μέσα του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1821 από τη γέννηση  του Χριστού. Στο διάστημα αυτό, εγώ ο αμαθής και αδύναμος από κάθε άποψη, Αχμέτ Πασά – ζαντέ Μιρ Γιουσούφ ο Μοραΐτης, όντας ιππέας της Υψηλής Πύλης, στάλθηκα από την Υψηλή Πρωτεύουσα για να ρυθμίσω κάποιες φοροεκμισθώσεις και με την ευκαιρία πήγα να επισκεφτώ τους δικούς μου στην πόλη και γενέτειρά μας, το Ναύπλιο.

Διέμεινα εκεί κάποιο διάστημα για τις ταπεινές δουλειές μου και εκεί ήμουν, όταν το εν λόγω μιλλέτι ξεκίνησε την ανυποταξία του».

Κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού μας, γράφει ο Γιουσούφ Μπέης, τους είκοσι δύο μήνες που πέρασαν από τη στιγμή που οι αντάρτες στη χερσόνησο του Μοριά ξέφυγαν από τα όρια της υποταγής μέχρι την παράδοση του Ναυπλίου, εγώ ο ουτιδανός δούλος ετοιμαζόμουν να ολοκληρώσω μια συνοπτική ιστορία της ανταρσίας σε πέντε μέρη, περιγράφοντας όσο ήταν δυνατόν τα γεγονότα που προέκυψαν και τις καθημερινές διαδοχικές μάχες.

Ωστόσο, τη στιγμή της εισόδου των αμαρτωλών απίστων στο εν λόγω κάστρο, τα βιβλία μου έπεσαν στα χέρια των καταραμένων και η εν λόγω ιστορία σκίστηκε και έγινε ένα με το χώμα.

Με την ηχηρή παρέμβαση του αρωγού Θεού βρήκα δρόμο από τα τυραννικά χέρια του εχθρού σε τόπο σωτηρίας και κατέληξα, με τη θεία χάρη και διευκόλυνση, στη Σμύρνη με το πλοίο του άγγλου ναυάρχου Χάμιλτον.

Στην πόλη αυτή έμεινα τεσσερισήμισι μήνες άρρωστος και, αφού ξεκουράστηκα, με υψηλή διαταγή ταξίδεψα στην Υψηλή Πρωτεύουσα για να συνεχίσω να προσεύχομαι για τη μακροημέρευση του ευεργέτη και γενναιόδωρου εξοχότατου σουλτάνου μας.

Στο διάστημα αυτό, μιλούσα με τον συγγενή μου Μεχμέτ Ουρφή Εφέντη, νυν διερμηνέα του Ιράν και του Τουράν και γνώστη των τεσσάρων γλωσσών. Είναι ένας αγνός άνθρωπος που ανήκει στους γνώστες της αλήθειας και των λεπτομερειών του κράτους και της θρησκείας και που προσέχει και σκέφτεται τις γνώσεις και το λόγο.

Καθώς λοιπόν του είχα περιγράψει επανειλημμένα την αναστάτωση που συνέβη στη χερσόνησο και τις θλιβερές περιπέτειές μου, εξέφρασε την επιθυμία να αναλάβω να ξαναγράψω σχετικά με τα γεγονότα που συνέβησαν στο Μοριά.

Επειδή μέχρι και αυτήν τη στιγμή ο ταπεινός καίγομαι όλο φωτιά και βασανίζομαι με όλες τις αναμνήσεις και τις λεπτομέρειες από τα προηγούμενα γεγονότα στα οποία υπήρξα μάρτυρας, τον αποχωρισμό και τον πόνο των συγγενών και των οικείων, τα βάσανα και τις δυσκολίες που τράβηξα, ζήτησα από τη γενναιόδωρη εξοχότητά  του  να με απαλλάξει.

Αυτός όμως επέμεινε να γράψω εγώ την πραγματεία, υπαινισσόμενος ότι όσοι σπουδάσουν κατόπιν το συνοπτικό αυτό έργο θα ωφεληθούν…»

Έτσι, μετά το 1828, ο Γιουσούφ Μπέης πείθεται να ξαναγράψει τις περιπέτειές του.

 

Για την έκρηξη της Επανάστασης στο Άργος γράφει:

 

«Οι κάτοικοι του Άργους, που βρίσκεται δυόμισι ώρες μπροστά από το κάστρο του Ναυπλίου, είχαν από παλιά καλές και αρμονικές σχέσεις με τους απίστους της πόλης. Έτσι, κάποιοι άντρες και γυναίκες από την τάξη των χριστιανών δεν ξέχασαν το δίκαιο του ψωμιού και του αλατιού και έδειξαν την αφοσίωσή τους: υπέδειξαν τις κακές προθέσεις του των Ρωμιών για τους μουσουλμάνους και ειδοποίησαν κρυφά ότι συσκέπτονταν οι Ρωμιοί για να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους μουσουλμάνους και να έχουν το νου τους. Εκείνοι είχαν αμφιβολίες και το σκέφτονταν.

Ωστόσο, σύμφωνα με το ρητό «όταν θέλει ο Θεός κάτι, το προκαλεί», μια Κυριακή, που ήταν η 12η μέρα του εν λόγω έτους, κάποιοι κάτοικοι του Ναυπλίου ονόματι Γενισεχιρλί Ιμπίς και Χάιτα Χασάν βρέθηκαν για δουλειές τους στο παζάρι της εν λόγω πόλης, στο Άργος δηλαδή,  όπου συγκεντρωνόταν πλήθος, ήρθαν στο κέφι και έριξαν μια πιστολιά.

Με τη σκέψη να μη δοθεί αφορμή για να φανερωθεί το μοχθηρό σχέδιο των άπιστων ραγιάδων που ήταν μαζεμένοι στο παζάρι, εκείνοι σκόρπιζαν και έφευγαν από την πόλη, ενώ οι οπλισμένοι άπιστοι ληστές που ήταν κρυμμένοι και περίμεναν στα περίχωρα της πόλης φοβήθηκαν και άρχισαν να κινούνται – θέλοντας και μη – από τις καθορισμένες θέσεις τους και να φανερώνουν τους εαυτούς τους. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι έχασαν κάθε αίσθηση ασφάλειας και άρχισαν να φεύγουν προς το Ναύπλιο.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Δύο μέρες μετά, διακόσιοι μουσουλμάνοι βγήκαν από το κάστρο, το Παλαμήδι, και μπήκαν στην εν λόγω πόλη, διέρρηξαν τα κτίρια όπου βρήκαν προμήθειες και τις μετέφεραν στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμμετοχή των Σαμίων στην επανάσταση του 1821 και η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους. Σοφία Λαΐου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Η κήρυξη της επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 έφερε αντιμέτωπους τους εκφραστές της ανάγκης δημιουργίας ενός μοντέρνου, εθνικού κρατικού πλαισίου με το παραδοσιακό αυτοκρατορικό οθωμανικό μο­ντέλο· το τελευταίο ήδη έμπαινε στον πέμπτο αιώνα ζωής και είχε υποστεί διαδοχικές φάσεις μετασχηματισμού, με εναλλαγές μεταξύ του συ­γκεντρωτικού και αποκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική που είχαν ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες.

Ο Mahmud Β’ είναι ο σουλτάνος που ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η «αποστασία» (fesad) ή «εξέγερση» (Tuğyan) των έως τότε ζιμμήδων Ρωμιών. Παρά το γεγονός ότι η έκβαση του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ήταν θετική για αυτούς, έστω και με απώλειες, όπως ο αποκλεισμός της Σάμου από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η βασιλεία του εν γένει θε­ωρείται καθοριστική. Ο ίδιος ο Mahmud έχει περάσει στην ιστορία ως συγκεντρωτικός σουλτάνος, αφενός γιατί έκανε ουσιαστικές προσπά­θειες για να περιορίσει την ισχύ των επαρχιακών αρχόντων και αφετέ­ρου γιατί κατήργησε το 1826 το παρηκμασμένο πλέον και αναποτελε­σματικό γενιτσαρικό σώμα, ύστερα μάλιστα και από την οδυνηρή για τους Οθωμανούς εμπειρία της ελληνικής επανάστασης. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Mahmud Β’ αναγκάστηκε το 1824 να ζητήσει τη συνδρο­μή του Mehmed Ali της Αιγύπτου για την καταστολή της επανάστα­σης καταδεικνύει τα στρατιωτικά αδιέξοδα που αντιμετώπισε η οθωμα­νική ηγεσία παρά τις μεμονωμένες νίκες.

Μαχμούτ Β΄(1785–1839). 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Λιθογραφία του von Josef Kriehuber (1800 -1876), περίπου το 1825.

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στα Πρωθυπουργικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Τα περισσότερα προέρχονται από την συλλογή των hatti hümayun και ορισμένα από τη συλλογή Cevdet Dahiliye, και οπωσδήποτε δεν αποτελούν το σύνο­λο των εγγράφων που αναφέρονται στην Σάμο τη συγκεκριμένη περίο­δο[1]. Τα έγγραφα καλύπτουν την περίοδο 1821-1826, κυρίως δε τα τρία πρώτα έτη της επανάστασης, και αφορούν αναφορές στρατιωτικών δι­οικητών, όπως της Χίου και του Κουσάντασι, εκπροσώπων διοικητών του σαντζακιού της Σίγλα, στο οποίο υπαγόταν το Κουσάντασι, καθώς και του γειτονικού Μεντεσέ, αναφορές εκπροσώπων καδήδων (ναΐμπηδων), καθώς και αναφορές του Μεγάλου Βεζίρη προς τον σουλτάνο. Στην περίπτωση των hatt-i humayun, πέρα από την αναφορά προς την Υψηλή Πύλη, καταγράφεται η ιδιόχειρη απάντηση του σουλτάνου, η οποία αρκετές φορές εξέφραζε τα συναισθήματά του τη στιγμή που ενημερώνονταν για τις σοβαρές αδυναμίες ενός δυσκίνητου διοικητικού μηχανισμού. Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που παρέχουν οι πα­ραπάνω πηγές είναι αποσπασματικές εξαιτίας του στρατιωτικού περιε­χομένου αρκετών εγγράφων. Παρόλα αυτά δίνουν μία πρώτη εικόνα των αντιδράσεων της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στην «ανταρσία» των ραγιάδων της Σάμου.

Σκοπός μου δεν είναι να εξιστορήσω γεγονότα, ορισμένα εξ αυτών ήδη γνωστά, αλλά να εντάξω τις ενέργειες των επαναστατημένων Σαμίων στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο και να θέσω ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Οθωμανοί ιθύ­νοντες αντιλήφθηκαν την επανάσταση, τις μεθόδους καταστολής που επιστράτευσαν και το νομιμοποιητικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντά­χθηκαν, καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κρατικού μη­χανισμού, οι οποίες φάνηκαν ακόμα πιο έντονες κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εν πρώτοις, η ανάγνωση των πηγών καταδεικνύει το διαφορετικό νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Οθωμανοί ενέταξαν την ελληνική επανάσταση. Είναι γνωστό ότι στην οθωμανική πολιτική ορολογία της εποχής απουσιάζουν οι νεωτερικές έννοιες «έθνος» και «πατρίδα». Η χρήση των όρων «μιλλέτι» και «ταϊφές», προκειμένου να αποδοθεί το «έθνος» και η ομάδα ανθρώπων αντίστοιχα που έχει αποσπαστεί ή επι­διώκει την απόσχιση από την οθωμανική αυτοκρατορία καταργώντας το καθεστώς της υποτέλειας, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τους Σέρβους και στη συνέχεια για τους επαναστατημένους Έλληνες[2].

Ο εθνικιστικός λόγος των επαναστατών μόλις τότε άρχιζε να προκαλεί το ενδιαφέρον των Οθωμανών αξιωματούχων[3]. Άλλωστε, η έναρξη της επίδρασης της Γαλλικής επανάστασης, η οποία οδήγησε στα επανα­στατικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα, στα οθωμανικά πολιτικά συμφραζόμενα συμπίπτει με την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμί­σεων στα μέσα του 19ου αιώνα[4].

Έως τότε το ιδεολογικό πεδίο της οθω­μανικής ελίτ στηριζόταν στους κοινωνικούς διαχωρισμούς που επέβαλ­λε η θρησκεία και ειδικότερα στο συμβόλαιο «ζίμμα» βάσει του οποίου η μουσουλμανική κοινότητα αναγνωρίζει ως προστατευόμενα αλλά κα­τώτερα μέλη τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Η έννοια του ζιμμή Οθωμανού υπηκόου είναι θρησκευτικο-πολιτική, εφόσον ο κατώτερος μη μουσουλμάνος υπήκοος οφείλει να αναγνωρίζει την πολιτική εξου­σία του αλλόθρησκου οθωμανικού κράτους. Η επιθυμία για απόσχιση από το κράτος και όχι η απλή εξέγερση ως εναντίωση στην άσκηση τυ­ραννίας εκ μέρους κάποιων Οθωμανών αξιωματούχων σημαίνει απόρρι­ψη του συμβολαίου και την αυτόματη μετατροπή του ζιμμή σε εχθρό του κράτους εναντίον του οποίου επιτρέπεται με βάση τον ισλαμικό ιε­ρό νόμο η κήρυξη του τζιχάντ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

«Ήξερα την ιστορία. Αγνοούσα την αλήθεια».

Κάρλος Φουέντες Μασίας, Μεξικανός μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος.

 

Κυκλοφόρησε το «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» του Νίκου Πλατή από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

«Το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο» είναι η συνέχεια και η ολοκλήρωση του βιβλίου «μικρο – Μέγα Κολοκοτρωνέικο» που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2019 και εξαντλήθηκε σε λιγότερο από τρεις μήνες.

 

«Το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο»

 

Γλαφυρά γραμμένα και τα δύο βιβλία, με ζυγισμένες δόσεις ειρωνείας και χιούμορ, αυστηρά τεκμηριωμένα, διεισδυτικά και αλληλοσυμπληρούμενα, απευθύνονται στο ευρύτερο ανήσυχο και απαιτητικό κοινό και καταφέρνουν να μην έχουν καμία επετειακή διάσταση.

Περιλαμβάνουν συνολικά περισσότερα από 400 λήμματα, που διαβάζονται σαν αυτοτελείς, συχνά συναρπαστικές, μικροϊστορίες και γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα επειδή πλαισιώνονται από ένα… φωτορεπορτάζ εποχής όλο εκπλήξεις που αναδύονται μέσα από πίνακες και σπάνια χαρακτικά ζωγράφων και περιηγητών.

 

«μικρο – Μέγα Κολοκοτρωνέικο» και «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο».

 

Διαβάζοντας «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο», ο αναγνώστης έχει πρόσβαση και σε πλήθος «λεπτομερειών» που η επίσημη ιστορία αποσιωπά εξ συστήματος, όπως λόγου χάρη:

Ότι στα Απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν αναφέρει πουθενά πως αυτός κήρυξε την Επανάσταση. Η κοινή λογική λέει πως αν είχε κηρύξει μια Επανάσταση… θα το θυμόταν.

Ότι ο Γεώργιος Κουντουριώτης πήγε να πολεμήσει τον Ιμπραήμ καβάλα σε χρυσοστόλιστο άλογο, υποβασταζόμενος (εκατέρωθεν) από δυο υπηρέτες του (έχανε την ισορροπία του και έπεφτε, σωριάζονταν καταγής): «Ασυνήθιστος ιππεύς, τον βαστούσαν δύο Αραπάδες, αιχμάλωτοι ιπποκόμοι, να μην πέσει από το περίφημον άλογον το οποίον κατείχεν και εις το οποίον δύσκολον εβαστούνταν ο πλέον καλύτερος ιππεύς».

Ότι κατά κανόνα, χωρίς σχεδόν καμιά εξαίρεση, μία φρεγάτα είχε ένα κυβερνήτη, έναν αρχικαπετάνιο, εκτός από την φρεγάτα «Ελλάς» που είχε τρεις αρχικαπετάνιους: Στην φρεγάτα «Ελλάς» διορίσθηκαν τρεις κυβερνήτες. Οι ναύαρχοι Μιαούλης (Υδραίος), Ανδρούτσος (Σπετσιώτης) και Αποστόλης (Ψαριανός). Το γελοίο αυτό μέτρο, γράφει ο Heideck, «ήταν αποτέλεσμα της αντιζηλίας και της δυσπιστίας που επικρατούσαν ανάμεσα στα τρία νησιά».

Ότι τα ορφανά του πολέμου κυκλοφορούσαν παντέρημα, ολόγυμνα και πειναλέα στους δρόμους της Αίγινας. Από πουθενά έλεος. Ο Αμερικανός εθελοντής και φιλέλληνας Jonathan Miller που βρισκόταν στην Αίγινα τον Μάιο του 1827, είδε μια μέρα ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι 9 και 7 χρόνων να περπατούν χέρι – χέρι σχεδόν γυμνά, γράφει στο Ημερολόγιό του (που κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη την ίδια χρονιά): «Ήταν ορφανά από το Αϊβαλί». Ο Miller αποφάσισε να υιοθετήσει το αγοράκι. «Το κορίτσι, μόλις έμαθε ότι προτίμησα το αδερφάκι του, έκλαιγε απαρηγόρητο. Αλλά τι μπορούσα να κάνω;».

Ότι το μένος των επαναστατών δεν μετριαζόταν στα γυναικόπαιδα του εχθρού, δεν υπήρχε έλεος για κανένα τους. Άκρως συγκλονιστική, γι’ αυτές τις φρικτές μέρες της εκδίκησης, η μαρτυρία, του νεαρού αξιωματικού Brengeri, ο οποίος έζησε τις ωμότητες και τη σφαγή των αιχμαλώτων Κορινθίων Τούρκων και τις ιστορεί: «Μια μέρα, περνώντας από την αγορά, είδα πλήθος συγκεντρωμένο. Ζύγωσα και είδα μια νεαρή Τουρκάλα που οι Έλληνες στρατιώτες, ύστερα από κάθε λογής προσβολές και ταπεινώσεις, την είχαν μαχαιρώσει πολλές φορές στο πρόσωπο και στα χέρια. Το θύμα σύρθηκε όλη τη νύχτα με τα γόνατα και έφθασε στην πλατεία για να ζητήσει βοήθεια. Οι Έλληνες που την τριγύριζαν, την έφτυναν, ξέσχιζαν τα ρούχα της και την έβριζαν πουτάνα Τουρκάλα. Τα ανοιχτά τραύματά της που αιμορραγούσαν θα μπορούσαν να συγκινήσουν και πέτρινη καρδιά. Έτρεξα στο σπίτι του Κωλέττη, μινίστρου του πολέμου, και τον παρακάλεσα να στείλει δύο στρατιώτες για να απομακρύνουν αυτό το δύστυχο πλάσμα και να δώσουν ένα τέλος στο μαρτύριό του. Ο Κωλλέτης έδωσε αμέσως εντολή. Σε λίγο ήρθαν στην Αγορά δύο άνδρες, άρπαξαν την Τουρκάλα με βάρβαρο τρόπο, την πήραν παράμερα, τη σκότωσαν με τρεις σπαθιές και την παράτησαν στα σκυλιά. Ήταν μια από τις φρικαλέες σκηνές που αντίκρυζα καθημερινά» (Σιμόπ. τ. 2, σ. 33).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από «το αποδέλοιπο Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το πρώτο και στους Σουλιώτες το επόμενο:

 

Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος

 

Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος: Ένας Βοναπάρτε του άτακτου πολέμου! Το μεγαλύτερο προσόν του η γεωστρατηγική του σκέψη και η άριστη γνώση του περιβάλλοντος χώρου, του πολεμικού του πεδίου. Από τον μακρύ ληστρικό προηγούμενο βίο του (αλλά και ως Κάπος που ήταν κατά καιρούς) γνώριζε πιθαμή προς πιθαμή τα μέρη που πολέμησε, μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη των αντιπάλων του για το τι θα κάνουν· εν αντιθέσει με τον Καραϊσκάκη, αυτός δεν το έπαιζε αρχιπαλικαράς και μπροστάρης, απλώς σκαρφάλωνε στα γκρεμίδια και παρατηρούσε προσεκτικά με το κιάλε του τις κινήσεις του εχθρού, έκανε χωσιές και κλεφτοπόλεμο, όχι πόλεμο αλά Βοναπάρτε (όπου οι αντίπαλοι στρατοί αντιπαρατίθενται ιστάμενοι ο ένας απέναντι στον άλλο σαν μολυβένια στρατιωτάκια και με τα κανόνια αμφοτέρων να βαράνε στο ψαχνό, σκορπίζοντας προς όλες τις γνωστές κατευθύνσεις ανθρώπινες σάρκες σε… μερίδες του μισόκιλου και του κιλού). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μήτσας ή Μήτζας Σταμάτης (Καστρί Ερμιονίδας 1798 ή 1800 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1874)


 

Προσωπογραφία του Σταμάτη Μήτσα, ελαιογραφία σε μουσαμά (0.52 x 0.61 m). Άγνωστος δημιουργός. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Σταμάτης Μήτσας ή Μήτζας, προεπαναστατικός ένοπλος, στρατιωτικός και πολιτικός της επαναστατικής και οθωνικής περιόδου, γεννήθηκε περί το 1800 στο Καστρί (σημερινή Ερμιόνη). Ήταν γιος του Αδριανού Μήτζα και της Θεοδώρας, το γένος Σαρρή από το Κρανίδι και μικρότερος αδελφός του Γιάννη Μήτσα Όταν πέθανε ο πατέρας του, σπογγαλιέας στο επάγγελμα, την κηδεμονία του όπως και του αδελφού του, Γιάννη, ανέλαβε «ο εκ μητρός πάππος τους».

Συμμετείχε εξαρχής στον Αγώνα, ως υπαρχηγός στο σώμα του αδελφού του, που απαρτιζόταν από ένοπλους της επαρχίας Ερμιονίδας και έλαβε μέρος σε σειρά μαχών καθόλη τη διάρκεια του Αγώνα.

Διακρίθηκε στην πολιορκία του Παλαμηδίου όπου κατά τον Οικονόμου αναρριχήθηκε πρώτος στην Γιουρούς Ντάπια του φρουρίου στις 30 Νοεμβρίου 1822: «Και αναβάντες εκυρίευσαν αυτήν, πρώτων εισπηδησάντων των Κρανιδιωτών Δ. Ν. Μοσχονησιώτη, [σημ. Βιβλιοθήκης: Εδώ πρόκειται περί λάθους, ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης ήταν από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας], Μανώλη Σκρεπετού και Κώστα Γκιώνη. Μη φθανούσης της κλίμακος ζώνης διπλής ριφθείσης επί πυροβόλου βοηθεία αυτής, υποβοηθείς από τον Γκιώνην ο εξ Ερμιόνης Σταμάτης Μήτσας αναβάς πρώτος, εβοήθησεν και ηυκόλυνεν την των άλλων ανάβασιν εν οις και τινα γέροντα Κρανιδιώτην ειδήμονα και την πόλην ανοίξαντα, δι ης οι λοιποί εισήλθον».

Πολιτικά ανήκε στην φατρία των Πελοποννησίων στρατιωτικών του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με τον οποίο συμπαρατάχθηκε στη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων. Το 1827 είχε εκλεγεί δημογέροντας Ερμιόνης.

Κατά την καποδιστριακή περίοδο υποστήριξε το καθεστώς και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά συμμετέχοντας ως πληρεξούσιος της επαρχίας του Κάτω Ναχαγέ, στην Ε’ Εθνοσυνέλευση του Άργους και στην επακόλουθη Ε’ Εθνοσυνέλευση του Ναυπλίου (7 και 15 Δεκεμβρίου 1831).

Κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα η επιτροπή εκδουλεύσεων τον κατέταξε στην Ζ’ τάξη των αξιωματικών (ανθυπολοχαγός). Με τον βαθμό αυτό εντάχθηκε στην 9η Τετραρχία Αργολιδοκορινθίας της Βασιλικής Φάλαγγας (1836). Στη συνέχεια μετακινήθηκε στην 1η Τετραρχία με τον βαθμό του ταγματάρχη (1845), ενώ του απονεμήθηκε ο αργυρός σταυρός του Τάγματος του Σωτήρος και το αργυρό αριστείο του Αγώνα (1845). Ως ταγματάρχης ανέλαβε φρούραρχος Λαυρίου και μερίμνησε για την ευταξία της περιοχής και την περιστολή της ληστείας.

Οπαδός της «Μεγάλης Ιδέας», έλαβε μέρος στο αλυτρωτικό κίνημα της Θεσσαλίας (1854) ως επικεφαλής πολυάριθμου σώματος εθελοντών, στο οποίο συμμετείχε και ο γιος του Αντώνης. Αποστρατεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1856 με τον βαθμό του συνταγματάρχη.

 

Προτομή του Σταμάτη Μήτσα στην Ερμιόνη.

 

Κατά την οθωνική περίοδο ανέπτυξε παράλληλα και έντονη πολιτική δραστηριότητα. Επανειλημμένα εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος και διετέλεσε Πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ερμιόνης (1845-1865). Περαιτέρω, το 1850 εκλέχτηκε βουλευτής Ερμιονίδας, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το 1862, επικρατώντας σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις. Συγκεκριμένα διετέλεσε βουλευτής κατά την Γ΄ (30-10-1850/27-10-1853), την Δ΄ (30-10-1853/28-10-1856), την Ε΄ (7-12-1856/24-5-1859), την Στ΄ (29-10- 1859/16-11-1860) και την Ζ΄ βουλευτική περίοδο (15-2-1861/11-9-1862).

Πιστός Οθωνιστής, αντέδρασε στην επανάσταση του 1862 για την εκθρόνιση του Όθωνα και οργάνωσε αντεπανάσταση στην Ερμιόνη, η οποία, ωστόσο, κατεστάλη. Έκτοτε ο Σταμάτης αποχώρησε από την πολιτική δράση.

Πέθανε την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου στην Αθήνα σε ηλικία 74 ετών. Τον επιτάφιο λόγο εκφώνησε ο καθηγητής της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Πολίτης.

Με τη γυναίκα του Μαρία (το οικογενειακό επώνυμό της είναι άγνωστο) απέκτησαν δύο γιους, τον Αδριανό και τον Αντώνη, και μία κόρη τη Θεοδότα, μητέρα του δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη.

 

Βιβλιογραφία


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, «Αρχείο οικογένειας Μήτσα», [https://greekarchivesinventory.gak.gr/index.php/35-2
  • Βουτσίνος Γεώργιος, Μητρώον Ερμιονέων Αγωνιστών…, Αθήνα, 2005.
  • Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης, Ιστορικές σελίδες του Δήμου Ερμιόνης, Αθήνα 2005.
  • Μάλλωσης Ηρ. Ιωάννης, Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις, Αθήνα 1930.
  • Μητρώο Πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών, 1822 – 1935, «Βουλή των Ελλήνων», Αθήνα 1986, σ. 28, 31, 52, 136.
  • Οικονόμου Μιχαήλ, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας…, Αθήνα 1873.
  • Παρασκευόπουλος Γ. Παναγιώτης, Ακτίνες και Νέφη, Αθήνα 1932.
  • Σπετσιώτης Μ. Γιάννης- Ντεστάκου Δ. Τζένη, Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο 1829-1862, Αθήνα 2016.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, «Απομνημονεύματα» Τομ. Γ΄, Αθήνα 2007.
  • Χρυσανθόπουλος Φώτιος, Βίοι Πελοποννησίων…, Αθήνα 1888, σ. 67.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Μήτσας ή Μήτζας Γιάννης (Καστρί Ερμιονίδας 1794 ή 1795 – Ταμπούρια, Πειραιάς  27 Μαρτίου 1827)


 

Προεπαναστατικός ένοπλος, Φιλικός, Στρατιωτικός του Αγώνα, ο Γιάννης Μήτσας ή Μήτζας (προσωνύμιο Καστρίτης – Γκογκαγιάννης), γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο Καστρί (σημερινή Ερμιόνη). Γιος του Αδριανού Μήτζα και της Θεοδώρας, το γένος Σαρρή από το Κρανίδι. Όταν πέθανε ο πατέρας του, σπογγαλιέας στο επάγγελμα, την κηδεμονία του όπως και του αδελφού του, Σταμάτη, ανέλαβε «ο εκ μητρός πάππος τους».

Κατά τις υπάρχουσες μαρτυρίες διέθετε εντυπωσιακή εμφάνιση. Ήταν επιβλητικός και με εξαιρετική σωματική δύναμη. Σε νεαρή ηλικία επέλεξε το επάγγελμα του κλέφτη και του πειρατή επιχειρώντας καταδρομικές – πειρατικές επιχειρήσεις με ιδιόκτητα πλοιάρια, μαζί τον αδελφό του και τον κουνιάδο του, ερμιονίτη ναυτικό Γιάννη Αποστόλου.

 

Προσωπογραφία του Γιάννη Μήτσα ή Μήτζα, έργο του Ευσταθίου Μ. Μπούκα (1870-1960). Δημοτική Κοινότητα Ερμιόνης.

 

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, από τον απόστολο της οργάνωσης, Αναγνώστη Παπαγεωργίου – Αναγνωσταρά.

Συμμετείχε εξαρχής στον Αγώνα, επικεφαλής σώματος ενόπλων από το Καστρί το Κρανίδι και τα Δίδυμα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γαζής Άνθιμος (Βυζίτσα, 1758 ή 1764 – Ερμούπολη, 1828)


 

Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη. Συλλογή προσωπογραφιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Κληρικός, λόγιος, εκδότης, μεταφραστής, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Αναστάσιος Γκάαζαλης. Γεννημένος στη Βυζίτσα, μικρό χωριό κοντά στις Μηλιές του Πηλίου, είναι μαζί με τον Δανιήλ Φιλιππίδη και τον εξάδελφό του Γρηγόριο Κωνσταντά, ιδρυτές της Μηλεωτικής Σχολής.

Εργάσθηκε επίμονα για την προαγωγή της παιδείας του έθνους και για την εθνική απελευθέρωση. Έλαβε τις πρώτες εγκύκλιες σπουδές στην πατρίδα του και ακολούθησε μαθήματα σε γνωστά σχολεία του ελληνισμού. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1774. Στην Κωνσταντινούπολη έλαβε το αξίωμα του αρχιμανδρίτη και μετονομάστηκε σε Άνθιμος. Το έτος 1796 έφθασε στη Βιέννη όπου υπηρέτησε ως εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου έως το 1817 όταν, μυημένος ήδη στην Φιλική Εταιρεία, ταξίδεψε στις Παρίστριες Ηγεμονίες με σκοπό την διάδοση και την επίτευξη των στόχων της Εταιρείας. Με την έκρηξη της Επανάστασης ανέλαβε έντονη δράση, συμμετέχοντας στην εξέγερση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μαγνησίας.

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ο Γαζής ανέπτυξε πολλές δραστηριότητες, μη περιοριζόμενος στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα ασχολήθηκε συγχρόνως με εκδοτικές εργασίες ως υπεύθυνος επιμελητής ελληνικών επιστημονικών βιβλίων μεταξύ των οποίων μεταφράσεις του Δανιήλ Φιλιππίδη (Condillac, Λογική 1801· Lalande, Αστρονομία, 1803). Το έτος 1799 μεταφράζει και εκδίδει το βιβλίο του Benjamin Martin, Γραμματική των Φιλοσοφικών Επιστημών.

Στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα εκδίδει γεωγραφικούς χάρτες, γεωγραφικά βιβλία (Γεωγραφία του μητροπολίτη Μελετίου, 1807) και βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του για την έκδοση του Ελληνικού Λεξικού (τ. Α’: 1809, τ. Β’: 1812, τ. Τ’: 1816).

 

Παγκόσμιος χάρτης του Άνθιμου Γαζή (1800). Αντίτυπο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας.Ο σπάνιος παγκόσμιος χάρτης του Γαζή χρηματοδοτήθηκε «χάριν των φιλομαθών» από τον ελληνικής παιδείας λόγιο Γεώργιο Γολέσκου (Iordache Golescu), γιο του «ενδοξοτάτου άρχοντος μεγάλου Βορνίκου Ραδουκάνου Γολέσκου» (όπως αναγράφεται στο χάρτη) και πρεσβύτερο αδελφό του γνωστού διαφωτιστή Κωνσταντίνου Γολέσκου (Dinicu Golescu). Στο κάτω δεξιά μέρος του χάρτη απεικονίζεται η εικόνα του Αλέξανδρου Μουρούζη, του φαναριώτη ηγεμόνα της Βλαχίας εκείνη την εποχή. Αντίτυπο εκτίθεται και στην Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.

 

Στην αυστριακή πρωτεύουσα ανέπτυξε δεσμούς με ξένους λογίους (Villoison, Barbié du Bocage, B.J. Kopitar, F.K. Alter, Fr. Thiersch), επιτυγχάνοντας, χάρη στις επαφές του, τη δημοσίευση επιδόσεων και επιτευγμάτων ελληνικών σε φιλολογικά περιοδικά και εφημερίδες της Αυστρίας και Γαλλίας.

Σημαντικές στάθηκαν και οι πολιτικές του δραστηριότητες ιδίως την εποχή του Συνεδρίου της Βιέννης (1814). Οι στενές σχέσεις του με τον μητροπολίτη πρώην Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, τον κατέστησαν ύποπτο στην μυστική αυστριακή αστυνομία που έκτοτε τον παρακολουθούσε.

Τον Ιανουάριο 1811, εκδίδει στη Βιέννη, το πρώτο ελληνικό περιοδικό γενικής παιδείας Ερμής ο Λόγιος. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την συμπαράσταση και την οικονομική χορηγία του μητροπολίτη Ιγνατίου και της «Φιλολογικής Εταιρείας» του Βουκουρεστίου, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης και ανανέωσης των ελληνικών πνευματικών επιδόσεων. Την ανάγκη για τη δημιουργία ελληνικού φιλολογικού περιοδικού είχε επισημάνει νωρίτερα ο Αδαμάντιος Κοραής, υποδεικνύοντας τον Άνθιμο Γαζή ως τον πλέον κατάλληλο να το διευθύνει.

Ο Άνθιμος Γαζής παρέμεινε εκδότης του περιοδικού στα πρώτα, δύσκολα χρόνια (1811-1815). Συγκέντρωσε αξιόλογο αριθμό συνεργατών, με στόχο την παρουσίαση θεμάτων σχετικά με την γλώσσα και την φιλολογία, την αρχαιολογία, την ελληνική μυθολογία, τις επιστήμες, την βιβλιοπαραγωγή, ελληνική και ξένη. Η συμβολή του στην έκδοση του Λόγιου Ερμή στάθηκε αποφασιστική, ιδίως χάρη στην επιμονή που έδειξε στην πρώτη περίοδο για την επιβίωσή του. Έτσι το περιοδικό συνέχισε να εκδίδεται και μετά την αναχώρηση του από την Βιέννη, με την ευθύνη του Θεόκλητου Φαρμακίδη και του Κωνσταντίνου Κοκκινάκη (1816-1821).

Τον πολυκύμαντο βίο του τελείωσε στην Ερμούπολη, τον Νοέμβριο 1828, ταλαιπωρημένος και παραμερισμένος Διδάσκαλος στην Τήνο, μετά το πέρας του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, δεν βρήκε την συμπαράσταση την οποία επερίμενε. Απέθανε «εν εσχάτη πενία και ελεεινότητι», σύμφωνα με τον βιογράφο του Αδ. Κοραή. Δ. Θερειανό (Αδ. Κοραής, υπό Δ. Θερειανού, τ. Β’, 1890, σ. 296).

 

Εργογραφία

 

  • Γραμματική των φιλοσοφικών επιστημών του Μπεντζαμίν Μαρτέν, Βιέννη, 1799
  • Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας, Βιέννη, 1800
  • Carte de la Grece ή Πιναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος, 1800
  • Πίναξ Γεωγραφικός της Ευρώπης, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Ασίας, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αμερικής, 1807
  • Πίναξ γεωγραφικός της Αφρικής, 1807
  • Ελληνική Βιβλιοθήκη, Βενετία, 1807
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Α΄ τόμος, Βενετία, 1809
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Β΄ τόμος, 1812
  • Μαγνησία, 1814
  • Λεξικόν Ελληνικόν, Γ΄ τόμος, 1816

Επίσης, ο Άνθιμος Γαζής επιμελήθηκε την έκδοση των παρακάτω έργων:

  • Αδολεσχία Φιλόθεος του Ευγένιου Βούλγαρη, Βιέννη, 1801
  • Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγ. Πνεύματος, του ενός Θεού, Βιέννη, 1801
  • Λογική του Κοντιγιάκ σε μετάφραση Δ.Φιλιππίδη, Βιέννη, 1801
  • Εγχειρίδιον συμβουλευτικόν περί φυλακής των πέντε αισθήσεων του Νικόδημου Αγιορείτου, Βιέννη, 1801
  • Χημική Φιλοσοφία του Φουρκρουά σε μετάφραση Ηλιάδη Θεοδόσιου Βιέννη, 1802
  • Επιτομή Αστρονομίας του Λαλάνδ σε μετάφραση Δανιήλ Φιλιππίδη, Βιέννη, 1802
  • Σύνοψις των κωνικών τομών Γουίδωνος του Γρανδή σε μετάφραση του Γερμανού Σπαρμιώτη, Βιέννη, 1802
  • Ακολουθία των μαρτύρων Μανουήλ, Σαβέλ και Ισμαήλ, Βιέννη, 1803
  • Αναλυτική πραγματεία των κωνικών τομών του Καϊλλέ, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Κούμα, Βιέννη, 1803
  • Γεωγραφία του Νικ. Θεοτόκη, Βιέννη, 1804
  • Ιστορία Καρόλου του ΙΒ΄ Βασιλέως της Σουηδίας του Βολταίρου σε μετάφραση του Κ.Τζιγαρά, Βιέννη, 1806
  • Γεωγραφία του Μελετίου Μήτρου, Βενετία, 1807.

 

Βιβλιογραφία


  • Αικατερίνη Κουμαριανού, «Άνθιμου Γαξή “Λεξικόν Ελληνικόν”. Η ιστορία μιας λεξικογραφικής προσπάθειας». Ο Ερανιστής, τ. Β’, τχ. 9/10 (1964), 163-186 και σε ανάτυπο·
  • Αλληλογραφία (1794-1819) Δανιήλ Φιλιππίδης – Barbie du Bocage – Άνθιμος Γαξής, έκδοση-σχόλια Αικατερίνη Κουμαριανού, πρόλογος Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα. ΟΜΕΔ, 1966.
  • Πολύχρονης Κ. Ενεπεκίδης, Κοραής – Κούμας – Αν. Γαξής … ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης, 1790-1821. Έρευναι εις ευρωπαϊκά αρχεία και χειρογράφους συλλογάς, Αθήνα, Εστία, 1967.
  • Ι. Μ. Χατξηφώτης. Άνθιμος Γαξής, 1758-1828. Νέα θεώρηση της ζωής και του έργου του με επιλογή κειμένων του και δεκαέξι πίνακες, Αθήνα, Εστία, 1969.
  • Οι τρεις Μηλιώτες διδάσκαλοι του γένους, Ανθ. Γαξής – Γρηγ. Κωνσταντάς, Δαν. Φιλιπίδης: βίοι παράλληλοι – πτυχές της ζωής και του έργου τους. Πρακτικά του Α’ Πανελληνίου Συνεδρίου 30 Σεπτ. – 1 Οκτ. 2000, επιμ. Κώστας Λιάπης, Βόλος 2000.

 

Αικατερίνη Κουμαριανού (1919-2012)

Ιστορικός, ομοτ. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Σορβόννης.

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008.

 

Read Full Post »

Βαλλιάνος Θεόδωρος (1799-1857)


 

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος, ελαιογραφία. Δημοσιεύεται στο: Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003. Πηγή εικονογράφησης: Εθνική Πινακοθήκη.

Στρατιωτικός, αγωνιστής του 1821, μηχανικός – αρχιτέκτονας, πρόξενος και λόγιος. Ο άνθρωπος που έλαβε την εύφημο μνεία για την επιστασία των έργων μετατροπής του τζαμιού Αγά Πασά σε Βουλευτικό και καταγράφεται στο πρακτικό της πρώτης συνεδρίασης του Βουλευτικού ήταν ο στρατιωτικός μηχανικός Θεόδωρος Βαλλιάνος ο οποίος γεννήθηκε το 1799 στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόγκ) της Ρωσίας, ενώ η καταγωγή του ήταν από εύπορη οικογένεια της Κεφαλονιάς, η οποία μετακόμισε στην Ρωσία στα τέλη του 18ου αιώνα.

Σπούδασε στην Στρατιωτική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, ενώ ασχολούταν με τη θεολογία και την λογοτεχνία. Υπηρέτησε στον Ρωσικό Στρατό, φτάνοντας στον βαθμό του λοχαγού του μηχανικού. Το 1822 εγκαταλείπει τη θέση του για να κατέβει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στην Επανάσταση. Προέβη στη συγκρότηση στρατιωτικού σώματος Κεφαλονιτών, μιας και μαζί του είχε φέρει χρήματα και όπλα. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη και του Γιουσούφ Πασά στην Πάτρα. Στο Μεσολόγγι αγωνίστηκε κατά του Σκόδρα πασά.

Όπως γράφει στη μελέτη της για τους πρώτους Έλληνες μηχανικούς που δημοσιεύτηκε στα Τεχνικά Χρονικά το 1988 η Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ, ο Θ. Βαλλιάνος το 1824 με διαταγή της τότε κυβέρνησης ορίστηκε διοικητής μηχανικού και πυροβολικού στο Ναύπλιο. Εκεί αναλαμβάνει την επισκευή και τη μετατροπή του τζαμιού του Αγά Πασά σε Βουλευτικό, καθώς και την κατασκευή στρατώνων, του ‘Ιτς Καλέ, το Μπούρτζι, και άλλα κτίσματα. Στη συνέχεια ασχολείται με διάφορα έργα, όπως την επιστασία της κατασκευής της μεγάλης οδού Αίγινας – Περιβόλας, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, την επιστασία των εργασιών της φυτείας γεωμήλων, τη μελέτη και κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου του νησιού, τη μελέτη του στρατώνα, τη μετατροπή της κατοικίας του Αρχιμανδρίτη Αίγινας σε κυβερνείο κλπ.

Στην εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια έγινε αντισυνταγματάρχης, διευθυντής του μηχανικού και διοικητής του Οπλοστασίου και είναι ένας από τους πρώτους έλληνες μηχανικούς που επάνδρωσαν το πρώτο σώμα των Οχυρωματοποιών και Αρχιτεκτόνων, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 13.559 διάταγμα του Καποδίστρια της 28ης Ιουλίου του 1828, υπό τη διοίκηση του Γάλλου στρατιωτικού Aug. Theodore Garnot. Οι άλλοι ήταν οι Δημήτρης Σταυρίδης, I. Καλλέργης, Εμ. Μανιτάκης και Στεφ. Ησαΐας, οι οποίοι παρέμειναν στο σώμα και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τους συναντάμε ως στελέχη των κρατικών υπηρεσιών και κατά την Οθωνική περίοδο.

Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος που αντικατέστησε τον Garnot στη διεύθυνση του σώματος, παρέμεινε για ένα διάστημα στην υπηρεσία μέχρι την εγκατάσταση της βασιλείας. Ανέλαβε μάλιστα και τη Διεύθυνση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου (της τότε σχολής των Ευελπίδων). Το 1833 απομακρύνεται από την ενεργό υπηρεσία (ενδεχομένως διότι ανήκε στη φιλο-καποδιστριακή μερίδα και συνδεόταν στενά με τη Ρωσία όπου είχε σπουδάσει και υπηρετήσει στο σώμα του Μηχανικού). Ο Όθων Α’ της Ελλάδας, τον όρισε πρόξενο Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Έμεινε στη θέση μέχρι το 1841 όταν και παραιτήθηκε για να αναλάβει το Δικαστικό Σώμα του Υπουργείου Στρατιωτικών, ενώ έγινε συνταγματάρχης. Πέθανε το 1857 στην Αθήνα.

 

Ενδεικτικά το συγγραφικό του έργο:

 

  • Επιστολαί περί των Ιερών Ακολουθιών της Ανατολικής Καθολικής Εκκλησίας. Συγγραφείσαι μεν Ρωσσιστί, και το πέμπτον ήδη εκδοθείσαι τω 1844 έτει εν Πετρουπόλει, μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν διάλεκτον υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησιν: Εκ του Τυπογραφείου Ερμού,1864.
  • Ιστορία της Ρωσσικής Εκκλησίας, συγγραφείσα μεν Ρωσσιστί και το δεύτερον εκδοθείσα τω 1848ώ έτει εν Πετρουπόλει. Μεθερμηνευθείσα δε εις την ημετέραν φωνήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου του Μηχανικού της Ελλάδος. Εν Αθήναις: εκ του τυπογραφείου Χ. Νικολαιδου Φιλαδελφεως, 1851.
  • Αλήθεια της Οικουμενικής εκκλησίας περί της ρωμαϊκής και των λοιπών πατριαρχικών καθεδρών,  συγγραφείσα μεν ρωσσιστί και εκδοθείσα τω 1849 έτει εν Πετρούπολη εξελληνισθείσα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι : Τύποις Χ.Νικολαίδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Ο Θάνατος του εκ Σμολένσκης Πρίγκιπος Ποτέμκην: Συμβάς κατά το 1812 έτος, ότε οι Γάλλοι εισέβαλον εις την Ρωσσίαν: τραγωδία εις τρεις πράξεις συνταχθείσα μεν γερμανιστί και εκρωσσισθείσα, μεταφρασθείσα δε εκ της Ρωσσικής Γλώσσης εις την ελληνικήν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Αθήνησι: Τύποις Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1850.
  • Αι τελευταίαι ώραι του βίου του αυτοκράτορος Νικολάου του πρώτου.  Συγγραφείσαι μεν ρωσσιστί και εκδοθείσαι υψηλοτάτη αδεία εκ του Τυπογραφείου του Β’ τμήματος του ιδιαιτέρου της Α. Α. Μ. Γραφείου τη 24 Μαρτίου του 1855 έτους, εν Πετρουπόλει. Μετενεχθείσαι δε εις την ημετέραν γλώσσαν υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος, 1855.
  • Λόγος της καθολικής Ορθοδοξίας προς τον ρωμαϊκόν Κατολικισμόν, και πραγματεία περί της διαφοράς της Προτεσταντικής ή της των διαμαρτυρομένων διδασκαλίας.  Από των της Ορθοδοξίας Αληθειών. Συγγραφέντα μεν ρωσσιστί και εκδοθέντα τω 1852 έτει εν Μόσχα. Εξελληνισθέντα δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, συνταγματάρχου των Γενικών επιτελών του στρατού της Ελλάδος. Εκ του Τυπογραφείου Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, 1853.
  • Παράρτημα της Αληθείας της Οικουμενικής Εκκλησίας: ήτοι Λόγος της Καθολικής Ορθοδοξίας προς τον Ρωμαϊκόν Κατολικισμό. Συγγραφείς μεν ρωσσιστί και εκδοθείς τω 1853ω έτει εν Μόσχα εξελληνισθείς δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1854.
  • Παράρτημα των περί ιερών ακολουθιών επιστολών, συγγραφέν μεν Ρωσσιστί και εκδοθέν εν Πετρουπόλει, εξελληνισθέν δε υπό Θεοδώρου Βαλλιάνου, Συνταγματάρχου των Γενικών Επιτελών του Στρατού της Ελλάδος. Αθήνησι, Tύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1856.

 

Πηγές


  • «Οι πρώτοι έλληνες μηχανικοί – Καινούργια στοιχεία για το σώμα των οχυρωματοποιών και τους έξι μηχανικούς που το επάνδρωσαν», Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Τεχνικά Χρονικά: Επιστημονική Έκδοση ΤΕΕ Περιοχή Α, Οκτ.- Δεκ. 1988, τόμ. 8, τεύχ. 4 , σ. 63-89.
  • «Επί του… περιστυλίου!», ηλεκτρονικό περιοδικό της Βουλής των Ελλήνων, τεύχος 3, 22 Σεπτεμβρίου 2020.
  • Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών «Ανέμη».

 

Read Full Post »

Το «Κρυφό Σχολειό» και η ρητορική της εικόνας – Γιάννης Παπαθεοδώρου


 

Ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό.

Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες

Ένα «εθνικό σύμβολο»

 

«Χάσαμε το Κρυφό Σχολειό» έγραφε με μεγάλα γράμματα το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Καθημερινή, στις 14 Δεκεμβρίου 1993. [1] Το «Κρυφό Σχολειό», το περίφημο έργο του Νικολάου Γύζη, είχε αγοραστεί από ανώνυμο συλλέκτη κατά τη διάρκεια της πρώτης δημοπρασίας του οίκου Christie’s, έναντι της τιμής των 170 εκατ. δρχ. Το πλαφόν που είχε ορίσει η ελληνική Πολιτεία για να μπορέσει να προσθέσει το έργο στην Εθνική Πινακοθήκη ήταν 80 εκατ. δρχ. Τα αλλεπάλληλα «χτυπήματα», ωστόσο, εκτόξευσαν την τιμή σε δυσθεώρητα ύψη, καθιστώντας τον Γύζη (αλλά και τον συγκεκριμένο πίνακα) πρώτο στο ιδιότυπο χρηματιστήριο αξιών των έργων τέχνης.

Η πολιτεία αμήχανη προσπάθησε να δικαιολογήσει την αδυναμία της να αποκτήσει ένα τόσο σημαντικό πίνακα με «εθνικό θέμα», ενώ παράλληλα οι φήμες για τον «ανώνυμο αγοραστή» φούντωναν. Ποιος ήταν εκείνος που τολμούσε να πάρει το «Κρυφό Σχολειό» μακριά από τους φυσικούς και αυτονόητους ιδιοκτήτες του; Σε ποια ιδιωτική συλλογή θα κατέληγε ένα έργο που φλόγισε τον νου και την καρδιά των Ελλήνων για περίπου εκατό χρόνια; Στην ειδησεογραφία των ημερών εκείνων μπορεί κανείς να διακρίνει ότι το αίσθημα της απώλειας συνοδεύεται από μια κριτική για την ίδια την αναποτελεσματικότητα του κράτους. Το «Κρυφό Σχολειό», αίφνης γινόταν αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια απέναντι σε θεσμούς όπως η Πινακοθήκη αλλά και το ΥΠΠΟ, που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το έργο στην Ελλάδα.

Ευτυχώς η «εθνική» αγωνία δεν κράτησε πολύ. Λίγες μέρες αργότερα, ο μεγαλοεργολάβος κατασκευαστικών έργων κ. Πρόδρομος Εμφιετζόγλου, σε συγκέντρωση οικονομικών συντακτών, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν ο αγοραστής του πίνακα. «Το Κρυφό Σχολειό», δήλωνε ο Π.Ε., «θα το έπαιρνα ακόμα και αν έπρεπε να ξεπουλήσω ό,τι είχα και δεν είχα. Θα θυμίσει, σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Ότι πάνω από τα ταπεινά, υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν περήφανα οι πατέρες μας. Αυτή η περηφάνια μάς λείπει». [2] Ο κάτοχος του πίνακα διευκρίνισε επίσης πως δεν θα τον δωρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη αλλά θα δανείζει το έργο, όποτε του ζητείται, «για να το δουν όλοι, από τη Μακεδονία και τη Θράκη μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας». Πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, ο πίνακας παρουσιάστηκε στην έκθεση «Το παιδί στη Νεοελληνική Τέχνη, 19ος-20ός αιώνας», στην Εθνική Πινακοθήκη. Αποτέλεσε την «ατραξιόν» της έκθεσης και συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της εικαστικής κριτικής αλλά και της δημοσιογραφίας. Δεν χρειάζεται να σημειωθεί, βέβαια, η υψηλή επισκεψιμότητα της έκθεσης από σχολεία και συλλόγους, ανά την Ελλάδα. Το «Κρυφό Σχολειό» είχε επιτέλους «επαναπατριστεί», κατοχυρώνοντας, δίπλα στην υψηλή αγοραστική του αξία, τη συμβολική του υπεραξία στη δημόσια σφαίρα.

 

Η μάχη των συμβόλων

 

Λίγο καιρό μετά τον πρώτο δημοσιογραφικό θόρυβο για το «Κρυφό Σχολειό», ο Αλέξης Πολίτης δημοσίευε στην Αυγή της 25ης Μαρτίου 1994 ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Φεγγαράκι μου λαμπρό…». [3] Εκεί επιχειρούσε να εντοπίσει τα ίχνη της πρώτης φάσης του μύθου του Κρυφού Σχολειού, εστιάζοντας παράλληλα «στην κατανόηση των μηχανισμών που τον τροφοδότησαν». Τρία χρόνια αργότερα, το 1997, το βιβλίο του Αλκή Αγγέλου, Το χρονικό ενός μύθου [4] άνοιγε ξανά τη συζήτηση για την ύπαρξη – ορθότερα, για τη μη ύπαρξη – του Κρυφού Σχολειού στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, προκαλώντας πλήθος αντιδράσεων· και δεν αναφέρομαι μόνο στα επικριτικά άρθρα και φυλλάδια, για τον «αρνητή». Το θέμα της αμφισβήτησης του Κρυφού Σχολειού απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, σε συνεδρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998), αποφάσισε να εκδοθεί ειδική πραγματεία, που όχι μόνο θα αναιρούσε τις ενστάσεις των ιστορικών και των φιλολόγων, αλλά θα συνεισέφερε στην έρευνα με νέα ισχυρά τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Και πράγματι, λίγο καιρό αργότερα, εκδόθηκε από την Αποστολική Διακονία φυλλάδιο (και όχι βιβλίο) με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999. [5]

 

Νικόλαος Γύζης, «Σχολείον κρυπτόν», Λάδι σε ξύλο, 1885-86. Ιδιωτική συλλογή.

 

Δεν είναι της ώρας να σχολιάσουμε τα επιχειρήματα αυτής της βιβλιογραφίας. [6] Τα περισσότερα, άλλωστε, επαναλαμβάνουν κοινούς τόπους της «επινοημένης παράδοσης», γνώριμες στρεβλώσεις της ιστορικής και φιλολογικής μεθοδολογίας, επικίνδυνες μεταβάσεις από την περιοχή της επιστημονικής δεοντολογίας στις ανάγκες της εθνικής σκοπιμότητας. [7] Αυτό που με ενδιαφέρει, για την ώρα, είναι να επιστρέψω στην καταστατική σημασία που έχει το ποίημα «Το Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη (1899), καθώς και η ταυτόχρονη δημοσίευσή του μαζί με τον πίνακα του Γύζη στο περιοδικό Εθνική Αγωγή. Εκκινώντας από μια παρατήρηση του Αλέξη Πολίτη, που νομίζω πως δεν προσέχτηκε τόσο πολύ στον καιρό της, θα επιχειρήσω να εξετάσω τη λειτουργία της σύνδεσης του ποιήματος με τον πίνακα. Πρόκειται για ένα «δίπτυχο που αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», σημείωνε σχετικά ο Πολίτης στο άρθρο του· ένα δίπτυχο που «ακτινοβόλησε σ’ ολόκληρον τον εκπαιδευτικό κόσμο, που έκανε κάθε ελληνική καρδιά να ριγήσει από τα πάθη των προγόνων – αλλά κι από το πείσμα – τους να αντισταθούν. Η αξία των γραμμάτων, κεντρικό μοτίβο της ιδεολογικής υπεροχής των Ελλήνων, ολοκλήρωσε τον πρώτο της κύκλο».[8]

Βασική αφετηρία της εργασίας μου είναι ότι τόσο το ποίημα του Πολέμη όσο και ο πίνακας του Γύζη δεν πρέπει να εξετάζονται βέβαια ως τεκμήρια για την ύπαρξη ή μη του «Κρυφού Σχολειού», αλλά ως υλικά μιας πολιτισμικής κατασκευής και ως καλλιτεχνικές μορφές κοινωνικής διευθέτησης και διαχείρισης της ιστορίας και της κουλτούρας. Ειδικά ετούτη την τελευταία παράμετρο την θεωρώ σημαντική, ακριβώς γιατί συνδέει τη φιλολογία με ένα ορισμένο είδος πολιτισμικής ανάλυσης, την οποία με τον δικό του τρόπο υπηρέτησε πρακτικά ο Αλέξης Πολίτης στη μακρόχρονη ενασχόλησή του με τους μύθους και τα στερεότυπα του Νέου Ελληνισμού.

Ξαναδιαβάζοντας, σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το άρθρο του για το Κρυφό Σχολειό, την ανάλυση του Αλέξη Πολίτη για το «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ο ερευνητής μπορεί να διευρύνει τα ερωτήματα που άρρητα ενυπάρχουν στο άρθρο. Θα μπορούσα να τα συνοψίσω ως εξής: πώς μελετάει ένας φιλόλογος φαινόμενα «ειδολογικού υβριδισμού» σε ό,τι αφορά την παραγωγή πολιτισμικών νοημάτων (π.χ. «το δίπτυχο» ποιήματος και πίνακα); Πώς αντιμετωπίζει την πρόκληση να ασχοληθεί με ρητορικές επιτελέσεις που προϋποθέτουν τη διαπλοκή και τη μείξη διαφορετικών πολιτισμικών αντικειμένων, ειδών και καθιερωμένων ιεραρχιών (υψηλό/χαμηλό); Και τέλος, πώς μελετάει κανείς σήμερα το «μυθολογικό κενό» της νεοελληνικής πολιτισμικής συνείδησης, με μια πολιτική εγρήγορση που δεν θυσιάζει ωστόσο τις επιστημονικές της αξιώσεις;

Η παρούσα εργασία αποτελεί περισσότερο μια δοκιμή αναστοχασμού γύρω από αυτά τα ερωτήματα· δοκιμή που φέρει τα ίχνη της θητείας στον λόγο του Αλέξη Πολίτη. Για πολλούς από εμάς τους νεότερους φιλολόγους, η ιστορική του ματιά και ο καθαρός του λόγος στάθηκαν ισχυρά αντίβαρα τόσο απέναντι στην «έκρηξη της θεωρίας» όσο και απέναντι στον ιμπρεσιονισμό της «παραδοσιακής» φιλολογίας. Κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, άλλωστε, δίπλα στη «μάχη των εθνικών συμβόλων», μια άλλη παράλληλη μάχη διεξαγόταν στα αμφιθέατρα, στις ταβέρνες και στα μπαράκια. Η «εισαγωγή της θεωρίας» – για να χρησιμοποιήσω μια μάλλον άκομψη έκφραση εκείνης της εποχής – στις νεοελληνικές φιλολογικές και ιστορικές σπουδές δημιουργούσε αναπόφευκτες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, που αδικούσαν συχνά τα ίδια τα επιχειρήματα. Οι σχετικές εργασίες του Αλέξη Πολίτη, ιδίως αυτές που περιλαμβάνονται τώρα στο βιβλίο του Το μυθολογικό κενό, υπερασπίζονταν ένα μοντέλο έρευνας, το οποίο διαφοροποιούνταν από την άκριτη υποδοχή της θεωρίας, [9] διεκδικώντας ταυτόχρονα έναν άλλο δρόμο για τη διεπιστημονική σύνδεση της φιλολογίας με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Από τη σημερινή σκοπιά, θα μπορούσε κανείς να πει πως ο Αλέξης Πολίτης «έφτανε» έτσι από τα δικά του μονοπάτια σε εξίσου θεωρητικές ζητήσεις, που είχαν απασχολήσει μόνο περιθωριακά ώς τότε τη νεοελληνική φιλολογία.

Επιλέγοντας σήμερα, σε μια εποχή «μετά τη θεωρία», να επισκεφτώ εκ νέου το θέμα του «Κρυφού Σχολειού», θα ήθελα επομένως να σχολιάσω και αυτά τα μονοπάτια του Αλέξη Πολίτη: τις «νεοελληνικές μυθοπλασίες». [10] Αν με τον όρο αυτόν εννοούμε μια ορισμένη πολιτισμική συνθήκη, στην οποία ο μύθος υποκαθιστά και ταυτόχρονα ανακαθορίζει τη νεοελληνική ιστορική πραγματικότητα, τότε η ίδια η διαδικασία της μυθοποίησης προβάλλεται όχι ως παρένθετο αλλά ως υποχρεωτικό ερευνητικό έδαφος για τη γνώση του αντικειμένου. Και είναι ακριβώς αυτό το είδος των ερευνητικών ερωτημάτων που υποχρεώνουν τον φιλόλογο να συναντηθεί με τα εργαλεία της πολιτισμικής ιστορίας, για να κατανοήσει τους περίπλοκους τρόπους με τους οποίους η λογοτεχνία συμμετέχει στην ευρύτερη «πολιτισμική ποιητική».[11]

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα ζητήματα των ιδεολογικών χρήσεων[12] του Εικοσιένα, καταλαβαίνουμε πως η λογοτεχνία έπαιξε καταστατικό ρόλο στην καθιέρωση, την εδραίωση και τη διάχυση του μύθου του Κρυφού Σχολειού, τόσο μέσα από τις μυθοπλαστικές εκδοχές εξιστόρησης του Εικοσιένα όσο και μέσα από τις θεσμικές χρήσεις των σχετικών κειμένων (π.χ. Το «Κρυφό Σχολειό» του Ιωάννη Πολέμη στην εκπαίδευση). Με άλλα λόγια, η μελέτη των «νεοελληνικών μυθοπλασιών» εντάσσεται οργανικά μέσα στο σύγχρονο πεδίο έρευνας του εθνοσυμβολισμού,[13] και μπορεί να τροφοδοτήσει τις νεότερες εργασίες με ένα γόνιμο πεδίο προβληματισμού.

Αναμφισβήτητα, το «Κρυφό Σχολειό» – εννοώ τον πίνακα του Νικολάου Γύζη, συνοδευμένο βέβαια από το γνωστό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική στιγμή των «νεοελληνικών μυθοπλασιών». Δεν είναι μόνο η στιγμή της κατοχύρωσης του σχετικού μύθου·[14] είναι η στιγμή της επινόησης ενός νέου τρόπου κυκλοφορίας του μύθου: με λόγο και εικόνα. Στο πλαίσιο του νεοελληνικού εθνοσυμβολισμού ίσως να μην υπάρχει κανένα άλλο έργο τέχνης που να συναγωνίζεται την αίγλη αυτού του δίπτυχου·[15] τις χρήσεις και τις καταχρήσεις της πολιτισμικής του σημασίας, τις αντιπαραθέσεις γύρω από την τεκμηριωτική του αξία, τον απόηχό του στη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα. Στο άρθρο μου αυτό, λοιπόν, επιχειρώ να «ξαναδιαβάσω» το συγκεκριμένο δίπτυχο, εξετάζοντας ταυτόχρονα την καταστατική στιγμή του μύθου.

 

Ο ζωγράφος και ο ποιητής

 

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από μερικά γνωστά πραγματολογικά δεδομένα. Ο πίνακας του Νικολάου Γύζη, που είναι σήμερα γνωστός ως «Το Κρυφό Σχολειό», εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1888. Στην αφετηρία της ενασχόλησης του ζωγράφου, η σύλληψη του «κρυφού σχολειού» συνυπάρχει με τη βεβαιότητα της απαγόρευσης των σχολείων στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Συγκεκριμένα, σε επιστολή προς τον πεθερό του, κατά την περίοδο της δημιουργίας του πίνακα (24.1.1886), ο Γύζης περιγράφει τις προθέσεις του ως εξής: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρυπτώ ελειτούργουν». Και συνεχίζει: «ηθέλησα να παραστήσω μυστηριώδη πράξιν εις σκοτεινόν υπόγειον μόνον διά μιας ακτίνος ηλίου εισερχόμενης εντός».[16] Ξέρουμε βέβαια πως οι προθέσεις των δημιουργών δεν είναι δεσμευτικές για την πρόσληψη του έργου τους. Πόσο μάλλον όταν το έργο προσφέρεται για ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις. Ο πίνακας με τον αρχικό τίτλο Σχολείον κρυπτόν ολοκληρώνεται πάντως τους αμέσως επόμενους μήνες, και ο Γύζης τον στέλνει με φωτογραφία στον φίλο του Νικηφόρο Λύτρα.

Όταν αργότερα το έργο εκτέθηκε στην Αθήνα δεν φαίνεται να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο πλατύ κοινό. Η λαϊκή διάδοση του μύθου μέσα από το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έβρισκε πάντως ένα αξιοσημείωτο συμπλήρωμα, που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της αληθοφάνειας μέσω του ηθογραφικού ρεαλισμού.

Ο προσεκτικός βιογράφος του Γύζη Μαρίνος Καλλιγάς, αφού εντάξει το έργο στη γενική κατηγορία της ηθογραφίας – η σχολή του Μονάχου ήταν γνωστή ανάμεσα σε άλλα και για τις οριενταλιστικές ηθογραφίες της – σημειώνει πως, σε μια σειρά έργων του Γύζη αυτής της περιόδου, η θεματογραφία της ελληνικής παράδοσης αναδύει μια «παλαιότητα», που εδώ βέβαια δεν είναι άλλη από την αναπαράσταση της προεπαναστατικής περιόδου. «Όλοι οι Έλληνες, εξάλλου», γράφει ο Καλλιγάς, «θα αναγνώριζαν ως γνήσια την απεικόνιση του “Κρυφού Σχολειού”, ενώ βέβαια κανείς δεν θα είχε δει ποτέ μια τέτοια σκηνή στην πραγματικότητα». [17] Το σίγουρο είναι ένα: «η εικονογράφηση του θέματος του Κρυφού Σχολειού, από έναν αναγνωρισμένο μάλιστα ζωγράφο, δεν μπορεί να έμενε χωρίς επιπτώσεις στην εξέλιξη του μύθου για το Κρυφό Σχολειό, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί στα τέλη του αιώνα».[18]

Το 1899, ο Ιωάννης Πολέμης, εμπνεόμενος από τον πίνακα του Γύζη, δημοσίευσε στο περιοδικό Εθνική Αγωγή  το ποίημά του «Το Κρυφό Σχολειό», που μεταγενέστερα γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία ιδίως μέσα στον χώρο των νεοελληνικών αναγνωσμάτων της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Ο τίτλος του ποιήματος αντικατέστησε τον αρχικό τίτλο του έργου του Γύζη, κατοχυρώνοντας, επιπλέον και εφεξής, την κοινή πρακτική τιτλοφόρησης τόσο για τον πίνακα όσο και για το ποίημα. Ήδη με τον πρώτο στίχο, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να καταλάβει τις διαφορές:

 

Απ’ έξω μαυροφόρ’ απελπισιά,

πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι

 

Ας σημειώσουμε πρόχειρα τις μετατοπίσεις. Η «ακτίνα του ήλιου» (Γύζης) έγινε «χειροπιαστό σκοτάδι» (Πολέμης), η καθαρεύουσα (Σχολείον κρυπτόν) έγινε δημοτική (Το Κρυφό Σχολειό), και κυρίως, η τεχνική παρουσίασης του ποιήματος και του πίνακα απέκτησε πλέον ενιαίο και συνδυαστικό χαρακτήρα. [19] Όπως είναι γνωστό, το ποίημα του Πολέμη εκδόθηκε μαζί με την τσιγκογραφία του Γύζη, στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού Εθνική Αγωγή που εξέδιδε ο Γεώργιος Δροσίνης, την πρωτοχρονιά του 1899. Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για το πρώτο νεοελληνικό ποίημα που εκδίδεται όχι απλώς με αφορμή την εικαστική απεικόνιση του μύθου αλλά ως ερμηνεία του ίδιου του πίνακα. Κι είναι, επίσης, η πρώτη φορά που ο νεοελληνικός πολιτισμικός εθνικισμός γνωρίζει ένα σημαντικό εκσυγχρονισμό σε ό,τι αφορά υλικά του μύθου του Κρυφού Σχολειού. Από το δημώδες παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό» έχουμε περάσει στο λόγιο δίπτυχο που «αλληλοσχολιάζεται και αλληλοσυμπληρώνεται», όπως παρατηρεί ο Πολίτης, κερδίζοντας, μέσω της «δημοτικιστικής θερμότητας», μεγάλη αποδοχή στον νου και στην καρδιά των δασκάλων και των μαθητών. «Ο μύθος απέκτησε πια στην αυγή του δικού μας αιώνα σχεδόν, και ονομασία, ή ίσως απλά την κατοχύρωσε».[20]

 

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικολάου Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

 

Θα ήταν καλό πριν προχωρήσουμε, να γνωρίσουμε τη θέση των προσώπων «σε καιρό και σε τόπο». Ο Πολέμης είχε επιστρέφει από το Παρίσι, στα τέλη του 1890, και περιφερόταν σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις της Αθήνας ως το απόλυτο «υπνωτιστικό υποκείμενο». [21] Ο ποιητής, πέφτοντας σε κατάσταση ύπνωσης ζωγράφιζε ιχνογραφήματα και, σύμφωνα με τον παριστάμενο νευρολόγο Σίμωνα Αποστολίδη, οι σφυγμοί του έφταναν από τους 80 στους 140, ανάλογα με την ένταση του καλέσματος των πνευμάτων: του Βούδα, της Σαπφούς, του Γκαίτε και του Ουγκώ, τα οποία του υπαγόρευαν και ποιήματα. (Μερικά από αυτά, μάλιστα, δημοσιεύτηκαν ως «ντοκουμέντα» υπνωτιστικής εναίσθησης στο Άστυ). Ο Πολέμης πίστευε στον πνευματισμό και τον αποκρυφισμό, στον οποίο είχε μυηθεί όταν σπούδαζε στη Γερμανία.

 

Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιον Σκόκου», 1889.

 

Στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας λειτουργούσε σαν ένα αυθεντικό μέντιουμ, με ικανότητες τηλαισθησίας, διόρασης και αυτόματης καταγραφής ποιημάτων σε διάφορες γλώσσες. (Η Σαπφώ του τα υπαγόρευε στα αρχαία ελληνικά και ο Ουγκώ – κατά έναν παράδοξο τρόπο – του υπαγόρευε ποιήματα στα νέα ελληνικά). [22] Σε ό,τι αφορά τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα, είχε διαφοροποιηθεί από τον λόγιο και κάποτε «σκοτεινό» Παλαμά, υιοθετώντας μια ποίηση με ρομαντικές αφετηρίες, έντονο διδακτισμό, ονειροπόλα διάθεση και εύκολα νοήματα.[23]

Ο Γύζης είχε ήδη γίνει καθηγητής στην περίφημη σχολή του Μονάχου και, εκτός από τις ηθογραφικές παραστάσεις του, τα έργα του είχαν ήδη έντονο και συμβολιστικό χαρακτήρα. Επηρεασμένος κι αυτός από το πνευματικό κλίμα των Γερμανών νεορομαντικών είχε στραφεί στον μυστικιστικό συμβολισμό, που μάλλον δεν άρεσε στο ευρύ αθηναϊκό κοινό. Είναι σχεδόν βέβαιο πως στην ίδια όψιμη περίοδο έχει στραφεί στον θεοσοφισμό και γι’ αυτό η ζωγραφική του υποβάλλει έντονα την εξίσωση αισθητικής και θρησκείας. Παρ’ όλα αυτά, ο Γύζης ήταν ένας «ζωγράφος για πολλούς» κι ένας «καλλιτέχνης για λίγους».[24]

 

Νικόλαος Γύζης, περιοδικό «Εστία», τ. 470, 1885.

 

Οι αλληγορικές μορφές και τα αλλόκοτα πλάσματα που είχε κατά καιρούς εκθέσει στην πρωτεύουσα δεν ήταν μόνο «δύσκολα» για το πλατύ κοινό αλλά ίσως και προκλητικά. Ένα μόνο παράδειγμα. Όταν το 1899 εκθέτει τη «Δόξα των Ψαρών» στην Καλλιτεχνική Έκθεση Αθηνών, εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα του Σολωμού, κάποιοι θα μιλήσουν για έργο «παράτολμον υψιπέτιδος φαντασίας». «Μου την είπαν ζουρλοκαμπέρω», γράφει ο Γύζης χολωμένος από το Μόναχο, απειλώντας να την κάψει. «Η Δόξα του», θα γράψει ο Μποέμ, «μας φαίνεται ως ποίημα λουστραρισμένον αγαθού στιχοπλόκου συγκινούντος τας απλοϊκάς αισθήσεις». Η «Δόξα δεν εννοήθη» σημείωνε σχετικά ο Ξενόπουλος, προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί από τους απλοϊκούς θεατές και τους βλοσυρούς κριτικούς, για να διασώσει τον Γύζη.[25]

Ας συνοψίσουμε με ένα πρόχειρο πρώτο συμπέρασμα. Η ποίηση του Πολέμη και η ζωγραφική του Γύζη ήταν ώς τότε, δηλαδή στη συγχρονία του τέλους του 19ου αιώνα, αρκετά συμβατές με τις προσδοκίες και τις διανοητικές ροπές των αποκρυφιστών νεορομαντικών. Σπεύδω, ωστόσο, να προλάβω το διαφαινόμενο ερώτημα: θα μπορούσε άραγε να είναι το «Κρυφό Σχολειό» ένας αποκρυφιστικός πίνακας; Ας μην προτρέχουμε. Η «μυστηριώδης πράξη» που ήθελε να ζωγραφίσει ο Γύζης και πήρε το όνομα «Κρυφό Σχολειό» από τους στίχους του Πολέμη δεν είναι απαραίτητο να παραπέμπει σε κάποιο αποκρυφιστικό κώδικα. Τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε, βέβαια (όπως και τους περισσότερους νεορομαντικούς του τέλους του 19ου αιώνα), η κοινή πεποίθηση για τη «συμπολιτεία του ωραίου»: μια οργανική αντίληψη για τη συνολική αρμονία της τέχνης, στην οποία ποίηση, μουσική και ζωγραφική αποτελούσαν τα κοινά, συμπληρωματικά και ενιαία μέσα μιας συναισθητικής εμπειρίας. [26]  Οι παραλληλισμοί μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής δεν ήταν απλώς νόμιμοι αλλά ίσως και επιβεβλημένοι. Ο Γύζης, στα τελευταία του χρόνια, δήλωνε πως αν άλλαζε τέχνη, θα ’θελε να γίνει ποιητής και ο Πολέμης έγραφε ήδη επικαιρικά ποιήματα εμπνευσμένα από λευκώματα και επίκαιρες σκηνές της καθημερινότητας.

Περισσότερο όμως από τον Γύζη ο Πολέμης είχε προσαρμοστεί στις αναγνωστικές προσδοκίες των πιο πλατιών στρωμάτων. Είχε, όπως ήδη ειπώθηκε, εγκαίρως διαφοροποιηθεί από τον Παλαμά (1893) κατηγορώντας τον για στίχους «αδικαιολογήτως ασαφείς» [27] και είχε προσαρμόσει την ποίησή του στα γούστα του ευρύτερου κοινού. «Αυτή η αντίληψη φαίνεται να καθορίζει ολόκληρο το έργο του: η διάθεση να ανταποκριθεί σε προσδοκίες, να διερμηνεύσει αισθήματα, να νουθετήσει σύμφωνα με τις καθιερωμένες κοινωνικές προδιαγραφές».[28] Και βέβαια η αντίληψη δεν ήταν άσχετη από την επαγγελματική του θέση μέσα στο νεοσύστατο λογοτεχνικό πεδίο. «Ο κ. Πολέμης ανήκει εις την αρτιπαγή εκείνην εν Αθήναις σχολήν των δημοσιογράφων-ποιητών», θα γράψει ο Νιρβάνας για την πρώτη του ποιητική συλλογή (τους Χειμωνανθούς), το 1888.[29]

 

Στον απόηχο του ’97

 

Νομίζω, επομένως, πως αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τον μίτο που ένωσε τον πίνακα με το ποίημα, σφραγίζοντας ανεξίτηλα το φαντασιακό του Εικοσιένα στη νεότερη ελληνική πολιτισμική συνείδηση. Περισσότερο από τον νεορομαντικό αποκρυφισμό, άλλωστε, τους δύο καλλιτέχνες τους ένωνε η πατριδολατρία, καθώς και η ανάδυση μιας νέας καλλιτεχνικής συνείδησης που σφραγιζόταν από τη ματαίωση των συλλογικών ελπίδων. [30] Αυτή οδήγησε άλλωστε και τον Γεώργιο Δροσίνη να συμπεριλάβει τον πίνακα και το ποίημα στο πρωτοσέλιδο του περιοδικού του. Αξίζει να μείνουμε λίγο στα ιστορικά συμφραζόμενα της παρουσίασης του «διπτύχου». Ας μην ξεχνάμε πως το περιοδικό Εθνική Αγωγή εκδίδεται στον απόηχο της ταπεινωτικής ήττας του 1897, και, χωρίς να έχει άμεση σχέση με τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια του Ευταξία (1899), «που συνδέουν τον πόλεμο με τις αλλαγές στην εκπαίδευση», στα επιχειρήματα της έκδοσής του μπορεί κανείς να διακρίνει τις νέες προτεραιότητες της παιδείας. Παραθέτω:

Αλλ’ ό,τι εγένετο πολύ υπολείπεται εκείνου, το οποίον ώφειλε να γείνη, τούτο δε κατέδειξε και η τελευταία εκ του πολέμου συμφορά, η αποκαλύψασα ως κυριωτάτην αφορμήν του ολέθρου την έλλειψιν εθνικής αγωγής. Τα σοφά ταύτα διδάγματα, κυρωθέντα δυστυχώς και υπό των τελευταίων παθημάτων ημών επιβάλλουσιν ως ιεράν υποχρέωσιν ουχί μόνον εις την επίσημον του Κράτους Αρχήν, αλλ’ εις πάντα δυνάμενον οπωσδήποτε να συμπράξη εις το μέγα έργον της εθνικής αγωγής, επείγουσαν και σοβαράν την μέριμναν, ταχείαν και αποτελεσματικήν την ενέργειαν. Προς τον Οίκον, προς το Σχολείον, προς την Κοινωνίαν, προς τους τρεις τούτους μεγάλους εθνικούς παράγοντας ας στραφή η όλη ημών προσοχή.[31]

Είναι φανερό πως βρισκόμαστε στην περιοχή της εθνικής παιδαγωγίας. Στην ίδια σκοπιμότητα εγγράφεται και η κοινή δημοσίευση του ποιήματος μαζί με τον πίνακα, που συν τοις άλλοις αντλούν τη θεματολογία τους από ένα εντέλει «εκπαιδευτικό θέμα».

Ο Γύζης ήταν ήδη συνδρομητής της Εθνικής Αγωγής και ο Πολέμης τακτικός συνεργάτης της. Έτσι, όταν ο Δροσίνης παρήγγειλε στον Γύζη να του στείλει το Σχολείον Κρυπτόν σε τσιγκογραφική αναπαραγωγή, ο ζωγράφος συμφώνησε αμέσως, αν και πιθανώς να γνώριζε πως η ασπρόμαυρη εκδοχή του πίνακα αδικούσε καταφανώς το αρχικό έργο. Δεν ξέρουμε αν ο Γύζης ήταν ενήμερος για το ποίημα του Πολέμη, ή αν ο Δροσίνης απευθύνθηκε ξεχωριστά στον καθένα. Το σίγουρο όμως είναι πως ο Πολέμης ήταν ο πλέον ταιριαστός από τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή για να γράψει ένα τέτοιο ποίημα. Η πατριδολατρική του στάση ήταν αναμφισβήτητη, η θρησκευτικότητα των ποιημάτων του αναγνωρίσιμη, οι εθνικοί θρύλοι πανταχού παρόντες και ο διδακτισμός του (κυρίως με απεύθυνση στο πλατύ κοινό) ήταν έντονος. Τόσο ο ζωγράφος όσο και ο ποιητής συμφωνούσαν επιπλέον και. σε τούτο: κάθε απόπειρα αναμόρφωσης της κοινωνίας περνούσε πλέον υποχρεωτικά από την παιδεία και την «εθνική αγωγή». Κάθε άλλο λοιπόν παρά τυχαία συνάντηση ήταν αυτή που έγινε στο πρωτοσέλιδο εκείνης της Πρωτοχρονιάς του 1899.

 

Κάτωθι εικόνος Γύζη

 

Νικόλαος Γύζης (Σκλαβοχώρι Τήνου, 1842 – Μόναχο, 1901).

Στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, κάτω από τον πίνακα του Γύζη υπάρχει ο τίτλος «Το Κρυφό Σχολειό», ακολουθεί ο μεσότιτλος «Εικών Ν. Γύζη» και έπεται το ποίημα του Πολέμη. Είναι σαν ο πίνακας και το ποίημα να μοιράζονται τον ίδιο τίτλο, ή μάλλον σα να ήταν το ποίημα προέκταση του πίνακα. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από τη «γεωμετρία» της σελίδας. Ένα χρόνο μετά, στην έκδοση του ποιήματος (συλλογή Αλάβαστρα, 1900), ο τίτλος θα εντείνει αυτήν την ακολουθία της εικόνας και του λόγου, έστω και μετωνυμικά – δηλαδή διά της απουσίας. Ο τίτλος θα παραμείνει βέβαια ο ίδιος («Το Κρυφό Σχολειό»), και αμέσως μετά – ελλείψει εικονογράφησης – ο συγγραφέας θα σημειώσει ανάμεσα σε αγκύλες: [«κάτωθι εικόνος Γύζη»]. Ας προσέξουμε τόσο το «κάτωθι» όσο και τη γενική αναφορά στην «εικόνα» του Γύζη, για να διαπιστώσουμε μια διπλή κίνηση οικειοποίησης του πίνακα, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τίτλο. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Πολέμης «ξαναγράφει» τον πίνακα, χαρίζοντάς του πλέον μια νέα ερμηνεία, που ήδη φαίνεται από τον νέο τίτλο. Αν ήθελε να κρατήσει τον αρχικό τίτλο του πίνακα θα το είχε κάνει. Αρκεί να συγκρίνουμε τις επιλογές του, με βάση μια αντίστοιχη συγγραφική στρατηγική, εφαρμοσμένη σε άλλο πίνακα του Γύζη: «Το παραμύθι της Γιαγιάς», στη συλλογή Το παλιό βιολί, 1909. Εκεί το παρακειμενικό σχόλιο είναι σαφώς διαφορετικό. «Κάτω από την συνώνυμον εικόνα του Γύζη», γράφει ο Πολέμης, μέσα σε αγκύλες. Γνωρίζει, λοιπόν, πολύ καλά πότε η εικόνα είναι συνώνυμη και πότε όχι.

Στο «Κρυφό Σχολειό», επομένως, οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές. Το δίπτυχο εικόνας και κειμένου δεν δημιουργούσε απλώς νέες συνδηλώσεις αλλά έφτιαχνε νέες μορφικές σχέσεις για την παραγωγή του νοήματος. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση «νεοελληνικής μυθοπλασίας», όπου η ποίηση «συναντήθηκε» με τη ζωγραφική μέσα από έναν κοινό ορίζοντα νοοτροπιακής ταύτισης. «Ο Πολέμης, δηλαδή», γράφει ο Αλκής Αγγέλου, «ως γνήσιος τυπικός εκπρόσωπος του αστικού ρομαντισμού ελκύσθηκε από τον πίνακα του ζωγράφου, ακριβώς επειδή διέκρινε στον πίνακα τα στοιχεία εκείνα που τροφοδοτούσαν τη δική του έμπνευση». [32] Και η «έμπνευση» του Πολέμη δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται στη «νοητικότητα του μέσου αναγνώστη» της εποχής· οι περίφημοι «μέσοι όροι», όπως θα έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς, κατασκευάζουν, και στην περίπτωση αυτή, το ευνοϊκό περιβάλλον αλλά και τις κατάλληλες δεκτικότητες για την κυκλοφορία του μύθου μέσα από το δίπτυχο εικόνας και λόγου.

Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε το συγκεκριμένο δίπτυχο ως πυρήνα της «εικονολογίας» του «Κρυφού Σχολειού»; Αν το «Κρυφό Σχολειό» είναι μια ιστορία με λόγια και εικόνες, τότε μάλλον μια απλοϊκή φιλολογική προσέγγιση που θα έδινε έμφαση στην έμπνευση του ποιητή από τον πίνακα του ζωγράφου, θα αδικούσε και το κείμενο και την εικόνα. Είναι προφανές πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια μάλλον πιο πολύπλοκη στρατηγική, και αυτήν καλούμαστε να μελετήσουμε με τα αντίστοιχα διανοητικά εργαλεία.

 

Στοιχεία για μια θεωρία της ανάγνωσης των εικόνων

 

Παρόλο που η χρήση της εικόνας ως ιστορικού τεκμηρίου έχει μπολιάσει εδώ και χρόνια την πολιτισμική ιστορία, [33] για τους ιστορικούς της λογοτεχνίας και των ιδεών η στροφή προς τη μελέτη της εικόνας, ή ακριβέστερα, προς τη μελέτη των οπτικών αφηγήσεων, αποτελεί ένα μάλλον πρόσφατο ερευνητικό πεδίο. Η ιδέα, πάντως, για μια «ανάγνωση των εικόνων» είναι αρκετά παλιά στις λογοτεχνικές σπουδές, ήδη από τότε που ο Ρολάν Μπαρτ στις Μυθολογίες [34] του πρότεινε τη δική του «εικονογραφική μέθοδο» για τη μελέτη του μύθου και των στερεοτύπων. Στον Μπαρτ, άλλωστε, χρωστάμε και την ανάλυση για τη «ρητορική της εικόνας»: την ανάλυση, δηλαδή, μιας ειδικής και παραπληρωματικής σχέσης μεταξύ εικονικών και λεκτικών σημείων, στην οποία τόσο ο λόγος όσο και η εικόνα αποτελούν αποσπάσματα μιας κοινής αφήγησης, μιας ενιαίας ρητορικής στρατηγικής, «ενός γενικότερου “συντάγματος”», [35] με συνδηλώσεις που παράγονται από το πεδίο της ιδεολογίας και αναπαράγουν σημαίνουσες όψεις της ιδεολογίας.[36]

Από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, στους όμορους χώρους της θεωρίας της λογοτεχνίας, της ιστορίας της τέχνης αλλά και των «σπουδών του πολιτισμού της εικόνας» (visual culture studies), έγινε ολοένα και περισσότερο φανερό πως η συνύπαρξη και αλληλεπίδραση μεταξύ οπτικών και κειμενικών μορφών αναπαράστασης αποτελεί συστατικό στοιχείο των πολιτισμικών τεχνολογιών της νεωτερικότητας. Η πειθαρχία του βλέμματος σε συνδυασμό με την οργάνωση της γραφής λειτούργησαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικής ιδεολογίας και κουλτούρας, επηρεάζοντας τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα σε ό,τι αφορά την εικόνα του εαυτού τους αλλά και του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί, σήμερα, να φανταστεί τον 19ο αιώνα χωρίς την έννοια της «εθνικής ζωγραφικής» ούτε τον 20ό αιώνα χωρίς την ανάδυση αυτού που ο Γκι Ντεμπόρ ονόμασε «κοινωνία του θεάματος». Τα τελευταία χρόνια, εγκαινιάζοντας τη λεγάμενη «εικονιστική στροφή» (pictorial turn), οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας και οι ιστορικοί της τέχνης έχουν προεκτείνει αυτή την προσέγγιση, καλλιεργώντας πλέον το πεδίο της πολιτισμικής «εικονολογίας» [37] ως τον κατεξοχήν χώρο μεθοδολογικού προβληματισμού αλλά και διεπιστημονικής συνάντησης [38] για τη μελέτη των «εικονο/κειμένων», διευρύνοντας, παράλληλα, και το πεδίο των συγκριτικών σπουδών.

Σε αυτή τη νέα «διαγραμματολογία», [39] σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση του W. J. Τ. Mitchell, η εικόνα και ο λόγος μελετώνται ως ένας υβριδικός τρόπος παραγωγής συμβολικού νοήματος, που εντάσσει τους αντιληπτικούς καταναγκασμούς της όρασης μέσα σε έναν συγκεκριμένο διηγητικό ορίζοντα, οδηγώντας τον θεατή/αναγνώστη σε συχνά χειραγωγούμενα, και πάντως ιδεολογικά προσανατολισμένα ερμηνευτικά εγχειρήματα. Εξειδικεύοντας αυτή την προβληματική, η «οπτική ρητορική» [40] ανέδειξε τη σημασία και τη συμβολική αξία των «οπτικών αφηγήσεων», ιδίως εκείνων που εγγράφονται οργανικά, και πολύπλοκους τρόπους στην «τέχνη της πειθούς»: στην εμπρόθετη, δηλαδή, δημιουργία, παρουσίαση, έκθεση και χρήση μιας εικόνας ή ενός «εικονοκειμένου», προκειμένου να επηρεαστούν οι αντιλήψεις, οι ιδέες αλλά και συμπεριφορές του κοινού, στη δημόσια σφαίρα.

 

«Το Κρυφό Σχολειό»: ένα εικονοκείμενο;

 

Μετά από αυτές τις σύντομες θεωρητικές επεξηγήσεις επιστρέφω ξανά στο κύριο θέμα μου, διευκρινίζοντας ότι στην ανάλυσή μου ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη δεν νοούνται πλέον ως αυτόνομα καλλιτεχνικά είδη (ποίηση και ζωγραφική) αλλά ως ένα ενιαίο πολιτισμικό εικονοκείμενο. (Αυτή άλλωστε δεν είναι μόνο δική μου επιλογή αλλά και επιλογή του Γεωργίου Δροσίνη, που καταχώρισε με αυτόν τον τρόπο το «Κρυφό Σχολειό» στο πρωτοσέλιδο της πρωτοχρονιάτικης Εθνικής Αγωγής). Αν είναι έτσι, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η «ρητορική της εικόνας»: ο τρόπος, δηλαδή, που υποτάσσονται οι φυσικοί καταναγκασμοί της όρασης σε έναν συγκεκριμένο τύπο ερμηνείας και αποκωδικοποίησης των σημασιών της εικόνας. Το συνοδευτικό κείμενο, με άλλα λόγια, «οδηγεί τον αναγνώστη ανάμεσα στα σημαινόμενα της εικόνας, τον κάνει να αποφεύγει ορισμένα από αυτά και να δέχεται άλλα». [41] Το ποίημα του Πολέμη λειτουργεί, με άλλα λόγια, σαν ένας «κατανομέας νοημάτων», που μέσα από μια παραπληρωματική ποιητική αφήγηση κατασκευάζει μια επιλεγμένη έννοια «κρυφού σχολειού» και της αποδίδει συγκεκριμένες ιδιότητες.

Αν θέλαμε να ορίσουμε αυτούς τους ερμηνευτικούς κόμβους του ποιήματος που κατοχυρώνουν την αναδιηγητική αξία αναμετάδοσης των σημασιών του πίνακα, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις ρητορικούς τόπους. Αναμφισβήτητα, η έννοια της «σκλαβιάς» είναι αυτή που κατέχει τη δεσπόζουσα σημασία. Ήδη από την πρώτη στροφή, η «πικρή σκλαβιά», το «φοβισμένο φως του καντηλιού» και τα «σκλαβόπουλα» σηματοδοτούν μια ορισμένη αντίληψη για τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Το κρυφό σχολειό δεν είναι μόνον ο τόπος μιας παράνομης εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και ο τόπος που «κατοικεί του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα» (β’ στροφή). «Εκεί η ψυχή πιότερο αγροικά/τον πόνο της σκλαβιάς της», μες «τη σιγαλιά που δένει στο λαιμό πνιγμού θηλειά». Η πύκνωση της έννοιας – μιας έννοιας, ας σημειωθεί, δύσκολα απεικονίσιμης σε έναν τέτοιο πίνακα – δεν μεταφράζει μόνο επί το «θυμικότερο» και το «δημοτικότερο» την αρχική σύλληψη του Γύζη για το «Σχολείον κρυπτόν». Στην πραγματικότητα, επιτείνει μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη για το ίδιο το σχήμα της οθωμανικής κυριαρχίας ως, ήδη και πάντα, «σκλαβιάς». Δε χρειάζεται νομίζω να θυμίσω πως η έννοια της «σκλαβιάς» θα ακουγόταν μάλλον φορτισμένα μετά την ταπεινωτική ήττα του ’97 και το ανολοκλήρωτο (αλλά πάντως ακόμη γοητευτικό) πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τοποθετείται και ο δεύτερος ερμηνευτικός κόμβος, που σχετίζεται άμεσα με την αξία των γραμμάτων και το αγαθό της μόρφωσης. Εδώ ο Πολέμης δεν πρωτοτυπεί, βέβαια. Ακόμα και το «Φεγγαράκι μου λαμπρό» τόνιζε αυτή την αξία, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέει με οποιοδήποτε εθνικο-απελευθερωτικό ή άλλο πρόταγμα. Η διαφορά με το ποίημα του Πολέμη είναι πως εδώ η ίδια η παιδευτική πράξη έχει αποκτήσει μυστικιστικό περιεχόμενο. Ο παπαδάσκαλος μιλάει με «λόγια μαγικά» και «προφητικά», μέσα σε τρεμάμενα κεριά, όνειρα, ψαλμούς και μελωδίες «ενός κόσμου άλλου». Τα βιβλία είναι μάλλον προσχηματικός διάκοσμος: η άφθαρτη γνώση που μεταφέρουν δείχνει τα πανάρχαια μεγαλεία. Η διδασκαλία έχει κι αυτή αντικατασταθεί από τη μυστικιστική μέθεξη («ανατριχιάζει ακούοντας καθείς»). Η ψυχή – και όχι ο νους – «βλέπει τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».

Φτάνουμε, έτσι, στο τρίτο ερμηνευτικό κλειδί: τα εθνικά πεπρωμένα, και βέβαια το αίτημα της ελευθερίας, έτσι όπως επιτακτικά ακούγεται στο τελευταίο τρίστιχο: «Η λευθεριά/σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι/της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρη». Το μοτίβο, ασφαλώς, δεν μας ξενίζει. Αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποιο ποίημα της λεγόμενης πατριωτικής ποίησης που να μην υποβάλλει άμεσα ή έμμεσα κάποια ιδέα ποθητής απελευθέρωσης, συνδέοντας το Εικοσιένα με τις μελλοντικές πολεμικές επιχειρήσεις του έθνους. Η προφητική φωνή του παπαδάσκαλου θα ήταν οπωσδήποτε μια παρηγορητική λύση σε μια εποχή που η εθνική αναδίπλωση, σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, ήταν επιβεβλημένη.

Άφησα ασχολίαστο ένα σημείο του ποιήματος που είναι ίσως και το πιο προφανές: την ανάδυση της θρησκευτικότητας ως κρίσιμου διαμεσολαβητή, από την αρχή ώς το τέλος, των επιμέρους νοημάτων που «προβάλλονται» στον πίνακα. Δεν είναι μόνον η φιγούρα του παπαδάσκαλου που επικυρώνει αυτόν τον κρίκο. Είναι βέβαια η «εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ την όψι του σχολειού», αλλά και «το φως του καντηλιού», η «εικόνα του Χριστού ψηλά, που εβούβανε τα στόματα των πλάνων», ο ψαλμός που «ακούγεται βαθύς» κλπ.

Μίλησα παραπάνω για προβολή νοημάτων στον πίνακα· έτσι κι αλλιώς η «ρητορική της εικόνας» έχει ασταθή, ασυνεχή και πάντως «προσθετικό» χαρακτήρα. Πουθενά, π.χ., στον πίνακα του Γύζη δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο χώρος είναι εκκλησία, πουθενά δεν υπάρχει εικόνα του Χριστού, πουθενά δεν υπάρχει καντήλι, και βέβαια πουθενά δεν απεικονίζεται κάποιος που ψέλνει. Ας θυμηθούμε και πάλι πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γύζης τη «σκηνογραφία» του πίνακα: «Διά του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και διά του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρύπτω ελειτούργουν».

Δεν μας ενδιαφέρουν, ωστόσο, οι αρχικές προθέσεις του ζωγράφου για να τις αντιπαραβάλλουμε στις υστερόχρονες αλλοιώσεις τους από τον ποιητή. Σημασία έχει ότι ο Πολέμης «είδε» στον πίνακα και την εκκλησία και το καντήλι και την εικόνα του Χριστού· και «άκουσε» την ψαλμωδία. Αυτή είναι, άλλωστε, και η κατεξοχήν λειτουργία ενός εικονοκειμένου. Αναλαμβάνει να μετατρέψει τα σημεία ενός συστήματος σε ένα νέο σύστημα συμπαραδήλωσης, δημιουργώντας έτσι μια νέα πληροφοριακή δομή. Σε αυτή τη νέα δομή το ποίημα αποκτά την αξία μιας υποκατάστασης/συμπλήρωσης του ίδιου του πίνακα μέσα από μια σειρά καθορισμένων μεταφορών. Το «Κρυφό Σχολειό» ως ενιαίο εικονοκείμενο έχει πολύ περισσότερα λεξιλόγια και υποκώδικες από όσα έχει ξεχωριστά ο πίνακας και το ποίημα.

 

Μια «αντιπνευματική κοινωνία»;

 

Ελπίζω να είναι φανερό πως οι μεταφορές αυτές δεν προέρχονται μόνον από την ποιητική ιδιόλεκτο του Πολέμη, αλλά και από τους κοινούς τόπους της εποχής του και της συγκυρίας μέσα στην οποία γράφτηκε το ποίημα. «Μήπως ο κ. Πολέμης», αναρωτιόταν στα 1918 ο Ρήγας Γκόλφης, «για την ώρα έγινε η πνευματική ανάγκη της κοινωνίας μας;».[42]

 

Ιωάννης Πολέμης, ελαιογραφία του Γ. Ν. Ροϊλού.

 

Πράγματι, ας θυμηθούμε κι εδώ τις κρίσιμες παρατηρήσεις του Κ. Θ. Δημαρά για την εποχή. Η κοινωνία του Πολέμη «δεν ήταν η κοινωνία που βγήκε από το ’97 αλλά η κοινωνία που το προκάλεσε και το δέχθηκε».[43] Ήταν η κοινωνία που τίμησε τον Παράσχο και αγάπησε τον Πολέμη, ακριβώς γιατί της εξασφάλιζε ένα καταφύγιο στην παράδοση, και στις ηθικές αξίες της φυλής, χωρίς καινούργια προβλήματα, «αναζητήσεις και αγωνίες». «Άνθρωποι που αγαπούσαν να αποκοιμίζονται με λόγια»,[44] γράφει ο Δημαράς, για να χαρακτηρίσει με τον δικό του τρόπο την οριοθέτηση των αναγνωστικών προσδοκιών και την «αντιπνευματική κοινωνία» της εποχής. Το εύκολο γούστο, οι κοινοί τόποι, οι εύληπτοι τρόποι, ο κραυγαλέος διδακτισμός, οι δραματοποιημένες επαναλήψεις του εθνικού αφηγήματος και οι μεγαλοϊδεατικές φαντασιώσεις ήταν αρκετές για να θρέψουν τις λογοτεχνικές προτιμήσεις ενός νέου κοινού, που εκπαιδευόταν καθημερινά μέσα από τον εφήμερο λόγο των εφημερίδων και των περιοδικών, προσανατολισμένο προς την εθνική παιδαγωγία. Δεν θα ήταν υπερβολή νομίζω να υποστηρίξει κανείς πως το Κρυφό Σχολειό – αυτό το «Κρυφό Σχολειό», του 1899 – είναι, σε πρώτη φάση, μια «παραλογοτεχνική» κατασκευή που απέκτησε, με τον καιρό, αυτόνομη παιδευτική αξία μέσα στα σχολικά εγχειρίδια.

Μπορούμε να αποτιμήσουμε και ποσοτικά τα αποτελέσματα τούτης της «ευχάριστης διδασκαλίας» στη «μακρά διάρκεια». Μέχρι και το 1976, το ποίημα του Πολέμη για το Κρυφό Σχολειό ήταν το πιο συχνά ανθολογημένο ποίημα ολόκληρης της νεοελληνικής ποίησης στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα,[45] στη σύνταξη των οποίων είχε άλλωστε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και ο ίδιος ο ποιητής ήδη από τη δεκαετία του 1910. Ξεπερνάει στις επανεκδόσεις ακόμα και το άλλο περίφημο ποίημά του, με τον τίτλο «Τι είναι η πατρίδα μας». Ας μη βιαστούμε, ωστόσο, να κατατάξουμε τον Πολέμη στους «σχολικούς ποιητές». Το σωστό ερώτημα είναι να δούμε τι επέτρεψε στον Πολέμη να εξελιχθεί σε «σχολικό ποιητή», αφού πρώτα είχε ανταποκριθεί στον ορίζοντα προσδοκίας του μεγάλου κοινού της εποχής του. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω το σταδιακό πέρασμά του από τα νεωτεριστικά λογοτεχνικά έντυπα στα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης, και βέβαια την άμεση απόκρισή του στη «δομή της αίσθησης» της κοινωνίας, μετά το ’97.

Ο λόγος στον Καραντώνη, που, με τη δική του πάντα οπτική γωνία, μας εξηγεί τα αιτούμενα των, κατά βάση, συντηρητικών νοοτροπιών.

 

Ο Πολέμης ένοιωθε την ανάγκη να εξυπηρετήσει με τον τρόπο του, τα γενικώτερα παιδευτικά ιδανικά της μετά το 1897 Ελλάδας: την τόνωση του πατριωτικού συναισθήματος, τη διδασκαλία της πολεμικής αρετής, την υποστήριξη των αξιών που λέγονται τιμή, συνέπεια, αξιοπρέπεια, φιλότιμο, ταπεινοφροσύνη, τη μεγάλη χριστιανική αρετή της καλοσύνης, και την αγάπη στην ελληνική φύση, παρουσιασμένη μέσα από την απλή ζωή του λαού. […] Ακόμα και την αγάπη την τραγούδησε περιτυλιγμένη σε πέπλους ελληνικής αιδούς, απαλλαγμένη από κάθε χυδαιότητα και προκλητικό αισθησιασμό, ντροπαλή συνεσταλμένη, μια αγάπη που της αρέσουν περισσότερο οι εκκλησίες, που της αρέσουν τα στεφανώματα, παρά τα κρυφά και πονηρά μέρη της αντικοινωνικής ενοχής.[46]

 

Θα άξιζε μια εκτενέστερη μελέτη για την «κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» προκειμένου να καταλάβουμε τη θέση του Πολέμη μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο του καιρού του και την κατοπινή του ενσωμάτωση στην εκπαίδευση. Όμως, εδώ, δεν μάς απασχολεί αυτό το θέμα. Παρακολουθήσαμε απλώς την ιδρυτική πράξη ενός λογοτεχνικού μύθου που διαχειρίστηκε έναν άλλο, ευρύτερο «εθνικό μύθο». Τη σημασία της ιδρυτικής στιγμής αυτής μπορούμε να την διαπιστώσουμε άμεσα, στα συγχρονικά της τεκμήρια.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Γύζη, ο Κίμων Μιχαηλίδης γράφει στα Παναθήναια (1901) μια εκτενή νεκρολογία στην οποία παρουσιάζει και ερμηνεύει τα κύρια έργα του Γύζη. Δεν είναι τυχαίο ότι κι εκεί το ποίημα του Πολέμη προτείνεται ως «κυριολεκτική» ερμηνεία του πίνακα. Ένας πρώτος κύκλος μνημείωσης του έργου διά του ποιήματος μόλις είχε ανοίξει, δημιουργώντας μια πολιτισμική «συνήχηση», που έφτασε ώς τις μέρες μας. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Παλαμάς στο ποίημά του για τον Γύζη θα ακολουθήσει κι αυτός το δρόμο που είχε ανοίξει ο Πολέμης: αναφερόμενος στα έργα του ζωγράφου, θα βρει μια καλή αφορμή για να συστοιχίσει ποιητικά τη θεματολογία με την ηθική αξία και τα ιδανικά της φυλής. Για άλλη μια φορά ο «εθνοσυμβολισμός» έβρισκε νέες ρητορικές επιτελέσεις για να μεταφέρει τα ιδεολογικά του προτάγματα στο πεδίο της τέχνης.

Ας μείνουμε λίγο ακόμη στο γύρισμα του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Στα 1910, ο Πολέμης εξέδωσε μια σημαντική ανθολογία με τον τίτλο Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως. Είναι σαφέστατα η ώρα της εσωτερικής σύγκρουσης μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο ανάμεσα στους «παλιούς» και στους «νέους». Εκεί ανάμεσα σε άλλους παρουσιάζει και τον νέο ποιητή, τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να μην υπενθυμίσω την ιστορική ειρωνεία που κρύβεται πίσω από αυτήν τη χειρονομία. Ο ίδιος ο Πολέμης ήταν ο πρώτος ανθολόγος του σημαντικότερου αρνητή του μύθου του Κρυφού Σχολείου. Πολλά χρόνια αργότερα, ο γέρος πια Γιάννης Βλαχογιάννης, ο σημαντικότερος ίσως ιστοριοδίφης του Εικοσιένα, έγραφε στο περιοδικό Νέα Εστία:

 

Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι. […]. Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ’ ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιάνονταν από τα μαλλιά και γίνονταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά.[47]

 

Ο Πολέμης δεν ζούσε πια. Χάρη στην ποίησή του όμως το Κρυφό Σχολειό εξακολούθησε να ζει στα σχολικά αναγνώσματα, στις εθνικές επετείους, στους πανηγυρικούς λόγους, στο διαδίκτυο και κυρίως στις συνειδήσεις των Νεοελλήνων, που ακόμη και σήμερα πιστεύουν πως το Κρυφό Σχολειό είναι πρωτίστως ένα εθνικό θέμα.

 

Το μυθολογικό κενό

 

«Κάθε μυθολογική θεώρηση ενός ζητήματος δημιουργεί στο μυαλό μας ένα κενό: στη θέση της γνώσης έρχεται να εισχωρήσει ένα ασαφές μόρφωμα που την αντικαθιστά», σημειώνει ο Αλέξης Πολίτης. [48] Τι σημαίνει ακριβώς ετούτη η έννοια του «κενού» την ώρα της μελέτης ενός πολιτισμικού φαινομένου; Αν θέλουμε κατ’ αρχάς να ιστορικοποιούμε τα ερωτήματά μας, θα πρέπει να αντιστοιχίσουμε την οπτική γωνία του Αλέξη Πολίτη με άλλες περιπτώσεις της μεταδημαρικής παράδοσης που επέμειναν στην κριτική της «εθνικής ρητορείας».

Σημειώνω πρόχειρα: την «αποσχηματοποίηση» (Αλκής Αγγέλου), την κριτική στη «δικανική ιστορία» (Σπύρος Ασδραχάς), «τις ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας» (Φίλιππος Ηλιού). Θα μας πήγαινε μακριά ετούτη η συζήτηση για τον τρόπο εργασίας του νεοελληνιστή απέναντι στην «εθνωφελή» λειτουργία της επιστήμης. Αρκούμαι μόνο στο να σημειώσω ότι το «απέναντι» έχει κυριολεκτικά πολιτική σημασία, αφού αυτή η γενιά έδωσε τη μάχη της «απομυθοποίησης», έχοντας στον νου της τόσο την παραμορφωμένη πρόσληψη της ιστορικής πραγματικότητας όσο και τους κινδύνους μιας εξίσου ιδεολογικοποιημένης επιστήμης. Πάνε είκοσι χρόνια από τότε που ο Αλέξης Πολίτης πρότεινε τον χώρο των «Νεοελληνικών Μυθοπλασιών» ως προνομιακό πεδίο για μια πολιτική παρέμβαση των νεοελληνιστών στο πεδίο της λογοτεχνίας και της κουλτούρας. Η απόπειρα αξίζει να έχει τη δική της συνέχεια από τους συνομιλητές και μαθητές του.

Για την ώρα ας μείνουμε στο «πρώτο σκαλί»: το Κρυφό Σχολειό. Αποκομμένο από οποιονδήποτε ερευνητικό και επιστημονικό έλεγχο, το Κρυφό Σχολειό απέκτησε μια νέα, δεύτερη ζωή μέσα στη νεοελληνική κουλτούρα, σε σημείο μάλιστα, που το ίδιο το ποίημα και ο πίνακας έφτασαν να θεωρούνται αυθεντική και αδιαμεσολάβητη πηγή για την ιστορία. «Την πραγματικότητα δεν την αποδομεί η λήθη, την αποδομεί ο μύθος», διαπίστωνε με άλλη αφορμή ο Αλέξης Πολίτης. [49] Δεν έχει κανείς παρά να «σερφάρει» σε μερικές συναφείς σελίδες του διαδικτύου για να διαπιστώσει πως ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη αναφέρονται ακόμη ως τεκμήρια για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού. Στον αντίποδα αυτής της χρήσης το Κρυφό Σχολειό επιβιώνει ακόμη και στις πιο παρωδιακές εκφορές του ως ισχυρό διακείμενο της νεοελληνικής αντικουλτούρας (εικ. 3). Το εντυπωσιακό, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι τα ανθεκτικά υλικά του μύθου αλλά η δύναμη του μυθικού, έτσι όπως το περιέγραφε ο Ρολάν Μπαρτ στις δικές του Μυθολογίες: «ο μύθος εξαφανίζεται, μένει όμως, πολύ πιο δόλιο, το μυθικό». Το μυθικό είναι πλέον εκείνο που εκδιπλώνεται μπροστά μας, πριμοδοτώντας διαρκώς τον οικείο, τον γνωστό μας, τον τετριμμένο· τον μπανάλ εθνικισμό που μας περιβάλλει. Αυτό το τόσο δικό μας «μυθολογικό κενό».

 

Υποσημειώσεις


[1] http://www.kathimerini.gr/4dcg/_w_articles_kathuseful_1_28/12/2011_1286717

[2] http://imenos.blogspot.gr/2009/03/hellenicrevenge.html

[3] Το άρθρο είναι τώρα ενταγμένο στη συλλογή δοκιμίων του Αλέξη Πολίτη, Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα, Αθήνα 2000, σ. 25-39.

[4] Βλ. Άλκης Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου, Αθήνα 1997.

[5] Η έκδοση έγινε με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κληρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών». Βλ. http://www.antibaro.gr/node/85G

[6] Τελευταία βιβλιογραφική κατάθεση σε αυτή την κατεύθυνση είναι το βιβλίο του Γιώργου Κεκαυμένου, Κρυφό Σχολειό. Το χρονικό μιας ιστορίας, Αθήνα 2012.

[7] Στην κατεύθυνση αυτή, βλ. τη διεισδυτική ανάλυση του Παναγιώτη Στάθη, «Ιστορική κουλτούρα και κατασκευασμένη μνήμη. Τα κρυφά σχολειά», στον συλλογικό τόμο Μύθοι και Ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 225-243.

[8] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[9] Βλ. π.χ. το άρθρο του «για τη μυθοποίηση του οριενταλισμού» στις εργασίες του Edward Said, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 116. Ας καταγραφεί και εδώ η παλιά μου διαφωνία με αυτό το άρθρο. Το βιβλίο του Said, κλασικό πλέον στις λογοτεχνικές σπουδές, υπερβαίνει κατά πολύ την κατηγορία για «ενοχοποίηση» της Δύσης.

[10] Υπενθυμίζω πως το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Το μυθολογικό κενό φέρει τον τίτλο «Νεοελληνικές μυθοπλασίες». Υπενθυμίζω επίσης πως πάλι με αφορμή το θέμα του Κρυφού Σχολειού, ο Αλκής Αγγέλου προτείνει τη μεθοδολογική μετατόπιση της έρευνας από «τον χώρο της ιστορικής έρευνας στην περιοχή των συμβόλων που διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση», ονομάζοντας συμβατικά το πεδίο αυτό «Νεοελληνική Μυθολογία». Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 70.

[11] Βλ. ενδεικτικά, Peter Burke, Τι είναι πολιτισμική ιστορία;, μτφρ. Σπύρος Σηφάκης, Αθήνα 2009.

[12] Για την έννοια των ιδεολογικών χρήσεων ως μηχανισμού πρόληψης, ανακατασκευής και εμπρόθετης αλλοίωσης του παρελθόντος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν μεταγενέστερες ανάγκες και σκοπιμότητες, βλ. Φίλιππος Ηλιού, Ιδεολογικές χρήσεις τον κοραϊσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα 2003 (α’ εκδ. 1989, από τις εκδόσεις Ο Πολίτης), σ. 22.

[13] Η ερμηνευτική της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης» εισάγεται στις μελέτες του έθνους και του εθνικισμού από τον Anthony D, Smith, και αφορά τη μελέτη της χρήσης των εθνικών μύθων, των μνημονικών ιχνών, των συμβόλων και των κληρονομημένων παραδόσεων, που διαμορφώνουν μέσα από την αίσθηση του ζωντανού και βιωμένου παρελθόντος την εθνική ταυτότητα. Βλ. ενδεικτικά Anthony Smith, Myths and Memories of the Nation, Oxford University Press 1999, ιδίως σ. 9-18. Για μια συνθετική και κριτική ανάλυση της «εθνοσυμβολικής προσέγγισης», βλ. Montserrat Guibernau -John Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny: Ethnosymbolism and its Critics, Οξφόρδη 2004. Στη σχετικά πρόσφατη βιβλιογραφία για τον ρόλο της τέχνης στις εθνοσυμβολικές πρακτικές, σημαντική συμβολή αποτελεί ο συλλογικός τόμος Athena S. Leoussi – Steven Grosby (επιμ.), Nationalism and Ethnosymbolism: History, Culture and Ethnicity on the formation of nations, Εδιμβούργο 2006, σ. 55-98. Για την αξιοποίηση αυτής της προσέγγισης στη μελέτη της εθνορομαντικής ποίησης, βλ. Γιάννης Παπαθεοδώρου, Ρομαντικά Πεπρωμένα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ως «εθνικός ποιητής», Αθήνα 2009.

[14] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[15] Για τη λειτουργία της ζωγραφικής ως «εθνικής τέχνης» στο πλαίσιο του «εθνοσυμβολισμού», βλ. Athina S. Leoussi, «The ethno-cultural roots of national art», στον συλλογικό τόμο M. Guibernau – J. Hutchinson (επιμ.), History and National Destiny, ό.π., σ. 143-159.

[16] Βλ. Επιστολαί τον Νικολάου Γύζη  (επιμ. Γεωργίου Δροσίνη και Λάμπρου Κορόμηλά), Αθήνα 1953, σ. 139. Βλ. και Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 35.

[17] Βλ. Μαρίνος Καλλιγάς, Νικόλας Γύζης. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα ²1995, σ. 112 (η υπογράμμιση δική μου).

[18] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 58.

[19] Οι παλαιότεροι μαθητές – και πάντως σίγουρα οι συμμαθητές μου – θυμούνται ακόμη τους τοίχους των αιθουσών των ελληνικών σχολείων να διακοσμούνται από τη σχετική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη. Κατά την ώρα της ανάγνωσης του ποιήματος, η «κορνίζα» ήταν η αυτονόητη απόδειξη για την «αλήθεια» των στίχων. Σύμφωνα, ωστόσο, με προφορική μαρτυρία του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, στη μεταπολεμική Λευκάδα η ένδεια του σχολικού «εποπτικού υλικού» δεν επέτρεπε τέτοιες ταυτίσεις. Το ποίημα αρκούσε από μόνο του για να    πετύχει την απαραίτητη θερμοκρασία της «εθνικής συγκίνησης». Δεν πρόλαβα σε αυτή τη φάση της έρευνας να εξακριβώσω πότε αρχίζει η πολλαπλασιαστική αναπαραγωγή του πίνακα του Γύζη με στόχο τη διακόσμηση των σχολικών αιθουσών.

[20] Βλ. Πολίτης, Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 39.

[21] Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη. Η πρόσληψη τον νεορομαντισμού στο πεδίο της ιδεολογίας, της θεωρίας της τέχνης και της τεχνοκριτικής στην Ελλάδα, Αθήνα 2005, σ. 206.

[22] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 207.

[23] Βλ. σχετικά την αναλυτική και «ακριβοδίκαιη» εισαγωγή της Έρης Σταυροπούλου στην ανθολογία Ιωάννης Πολέμης. Επιλογή Ποιημάτων, εισαγωγή, ανθολόγηση, επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου, Αθήνα 2005, σ. 13-59.

[24] Βλ. Ματθιόπουλος, ό.π., σ. 537.

[25] Ό.π., σ. 537-541. Αντλώ όλες τις πληροφορίες από το οικείο κεφάλαιο του Ματθιόπουλου στο οποίο γίνεται λόγος για την υποδοχή του έργου του Γύζη στην Ελλάδα. Για μια άλλη προσέγγιση με έμφαση στην εικαστική ανάλυση, βλ. Νέλλη Μισιρλή, Γύζης, Αθήνα 1996.

[26] Βλ. τις καίριες επισημάνσεις του Ματθιόπουλου, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη, ό.π., σ. 354-358.

[27] Βλ. Έρη Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 25.

[28] Ό.π., σ. 25.

[29] Ό.π., σ. 29.

[30] Βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο ποιητής είν’ ο μεγάλος πατριώτης!», στον συλλογικό τόμο Ο πόλεμος τον 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου 1997), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1999, σ. 193-204.

[31] Βλ. Αλέξης Δημαράς, «Ο πόλεμος του 1897 και τα εκπαιδευτικά», στο Ο πόλεμος του 1897, ό.π., σ. 139. Ειδικότερα για το περιοδικό Εθνική Αγωγή, βλ. Κ. Π. Δεμερτζής, Το περιοδικό «Εθνική Αγωγή» του Γ. Δροσίνη. Βιβλιογραφική παρουσίαση, Αθήνα χ.χ.

[32] Βλ. Α. Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό, ό.π., σ. 62.

[33] Βλ. ενδεικτικά Peter Burke, Αυτοψία. Οι χρήσεις των εικόνων ως ιστορικών μαρτυριών, μτφρ. Αντρέας Π. Ανδρέου, Αθήνα 2003.

[34] Βλ. Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες. Μάθημα, μτφρ. Καίτη Χατζή δήμου – Ιουλιέττα Ράλλη, επιμ. μτφρ. Γιάννης Κρητικός, Αθήνα 1973.

[35] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, μτφρ. Γιώργος Σπανός, πρόλ. Γιώργος Βέλτσος, Αθήνα 1988, σ. 49.

[36] Γράφει σχετικά ο Μπαρτ: «Ο κοινός αυτός χώρος των σημαινομένων συμπαραδήλωσης είναι ο χώρος της ιδεολογίας, η οποία δεν θα μπορούσε παρά να είναι μοναδική για μια δεδομένη κοινωνία και ιστορία, όποια κι αν είναι τα σημαίνοντα συμπαραδήλωσης στα οποία προσφεύγει»: ό.π., σ. 56.

[37] Για την έννοια της «εικονολογίας», βλ. την κλασική μελέτη του W. J. Τ. Mitchell, Iconology: Image, text, ideology, Σικάγο 1986, σ. 1- 46.

[38] Βλ. W. J. Τ. Mitchell, «Interdisciplinarity and Visual Culture», Art Bulletin, 70, τχ. 4 (1995), 540-544. Του ίδιου, «Showing seeing: a critique of visual culture», Journal of Visual Culture, Ι,τχ. 2 (2002), 165-181.

[39] Βλ. W. J. T. Mitchell, «Diagrammatology», Critical Inquiry, 7, τχ. 3 (άνοιξη 1981), 622-633.

[40] Για την προσέγγιση αυτή, βλ. Charles A. Hill – Marguerite Helmes, Defining Visual Rhetorics, Λονδίνο 2004, σ. 1-24. Ειδικότερα για τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να αποτελεί μια οπτική αφήγηση αντικείμενο της Ρητορικής, αλλά και για τη θεωρητική πρόκληση των οπτικών συμβόλων, βλ. το άρθρο της Sonja Κ. Foss, «Framing the Study of Visual Rhetoric: Toward a transformation of Rhetorical Theory», στον ίδιο τόμο, σ. 303-313.

[41] Βλ. Μπαρτ, Εικόνα – μουσική – κείμενο, ό.π., σ. 48.

[42] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 37.

[43] Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ώς την εποχή μας, Αθήνα 1985, σ. 407.

[44] Ό.π.

[45] Βλ. Χρυσάνθη Κουμπάρου-Χανιώτη, Τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα στη Μέση Εκπαίδευση. Συγγραφείς και ανθολογημένα κείμενα, Αθήνα 2003, σ. 141.

[46] Βλ. Σταυροπούλου, Ιωάννης Πολέμης, ό.π., σ. 41.

[47] Γ. Βλαχογιάννης, «Το κρυφό σκολειό», Νέα Εστία, 38, τχ. 436 (1945), 678, 679.

[48] Το μυθολογικό κενό, ό.π., σ. 211.

[49] Ό.π., σ. 17.

 

*Γιάννης Παπαθεοδώρου

Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, «Λόγος και χρόνος στη νεοελληνική λογοτεχνία (18ος – 19ος αι.)». Ρέθυμνο 12-14 Απριλίου 2013. Πρακτικά συνεδρίου προς τιμήν του Αλέξη Πολίτη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015.

Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. 

*Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι επίκουρος καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

  

Διαβάστε ακόμη:

  

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »