Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα» – Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα:

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα»

Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943

Βομβαρδισμός

Βομβαρδισμός

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 70 χρόνια από τις εκατόμβες που προκάλεσε στον πληθυσμό της γενέτειράς μου Άργους ο βομβαρδισμός, από αγγλοαμερικανικό σμήνος, μέσα στην πόλη. Έχοντας συμπληρώσει τη συλλογή πρωτογενούς και  ανέκδοτου υλικού για το Άργος κατά την Κατοχή και την Απελευθέρωση, εντόπισα κάποια άγνωστα στοιχεία, συνέλεξα  άλλα που ήταν σκόρπια και φθάνω σε μία σύνθεση – ανάλυση των πηγών. Ένα από τα κεφάλαια προς σύνταξη είναι και τα γεγονότα του βομβαρδισμού, αλλά και του άλλου που προηγήθηκε, τον Απρίλιο 1941, από τη γερμανική Λούφταβάφε. Υποτίθεται ότι στόχος και των δύο ήταν το αεροδρόμιο του Άργους, τρία χιλιόμετρα βορειότερα της πόλης, που την εποχή εκείνη ήταν το νοτιότερο αεροδρόμιο της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η ανάπτυξη των θεμάτων γίνεται με την οπτική κυρίως μιας ιστορίας του πληθυσμού και των νοοτροπιών και μία από τις βασικές πηγές είναι του ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου. Πρόκειται για κείμενα που ανακάλυψα προ ετών και τα οποία, μετά την έκδοση του όλου υλικού, θα παραδώσω, όπως έκαμα και με το υπόλοιπο αρχείο Τσακόπουλου, στα κρατικά αρχεία του Ναυπλίου. Πρέπει να σημειώσω την πλήρη έλλειψη φωτογραφικού υλικού για τα συμβάντα: από την ελληνική πλευρά, δεν έχει εντοπιστεί ούτε μια φωτογραφία, ενώ δεν έχουμε εντοπίσει φωτογραφίες γερμανικής προέλευσης.

Τα γεγονότα

Το αεροδρόμιο του Άργους υπήρξε ο κύριος στόχος αεροπορικών επιθέσεων των Γερμανών και, μετά, των συμμάχων. Εκεί είχε μεταφερθεί και η Σχολή Ικάρων πριν από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο 1941 καταστράφηκε  σχεδόν όλο το αγγλικό σμήνος, επί του εδάφους, πράγμα που έχει αφηγηθεί ο Ρ. Νταλ. Ταυτόχρονα, οι Γερμανοί χτύπησαν και το μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, στο λόφο της Λάρισας, όπου τελείτο ιερουργία, και προκάλεσαν τα περισσότερα θύματα αμάχων ενώ έριξαν και 2-3 βόμβες μέσα στην πόλη. Πρόσφατος υπολογισμός των θυμάτων δίνει  αριθμό 31 νεκρών.

Μετά τις πρώτες νίκες συμμάχων στην Αφρική, άρχισαν και οι αεροπορικές επιθέσεις τους κατά του αεροδρομίου του Άργους. Για τις μετά από κάθε επίθεση επισκευές, είχαν καταρτισθεί κατάλογοι συνεργατών των ναζί, με ονόματα κατοίκων της πόλης, προς αναγκαστική αγγαρεία.  Πρωτοστάτησε σε αυτό μετέπειτα πολιτικός παράγοντας, με το προσωνύμιο «Φον μπότας»   ή «Φερμπότεν», που άρχισε να πλουτίζει ακριβώς τότε. Ονόματα έμπαιναν και μπορούσαν να «βγουν» έναντι 2 χρυσών λιρών.

Η αεροπορική επιδρομή τη 14.10.43 είχε προετοιμαστεί με ακρίβεια. Την παραμονή το βράδυ, μάλιστα, αναγνωριστικά συμμαχικά αεροπλάνα καταύγασαν την πόλη με δεκάδες τροχιοδεικτικά που έριξαν, με πολύ μικρά αλεξίπτωτα, ώστε να διευκολυνθεί η φωτογράφιση των χώρων. Το φύλλο πορείας του βομβαρδιστικού σμήνους είχε και αυτό επακριβέστατους στόχους, μεταξύ των οποίων και η υπόδειξη «ARGOS», δίχως άλλη αναφορά. Το έχω στην κατοχή μου από αμερικανό αεροπόρο, που συμμετείχε στο σμήνος και τον εντόπισα προ ετών.

Ο βομβαρδισμός έγινε μεταξύ 9-10 το πρωί, της Πέμπτης, 14 Οκτωβρίου, όταν πολλοί άνθρωποι ήταν στους δρόμους. Επιβεβαιώθηκε η πληροφορία του Τσακόπουλου για την Πέμπτη, ενώ άλλοι έδιναν ως ημέρα το Σάββατο. Στην πόλη δημιουργήθηκε πραγματικό μακελειό, διότι οι βόμβες που ρίχθηκαν ήταν προσωπικού, με αποτέλεσμα τα θραύσματά τους κυριολεκτικά να θερίζουν τα κάτω άκρα των ατόμων κοντά στο σημείο επίκρουσης και να κτυπούν καίρια όσους ήταν μακρύτερα. Ο μέχρι σήμερα βεβαιωμένος αριθμός νεκρών ανέρχεται στους 98, με άγνωστο τον πραγματικό αριθμό και εντελώς άγνωστο το αριθμό των τραυματιών, ενώ αναφέρονται, μη εξακριβωμένα, και 75 νεκροί Γερμανοί. Στην πόλη δεν υπήρχε παρά μία και μόνη χειρουργική κλινική, με ένα και μόνο χειρουργό, τον Κώστα Κεραμίδα. Σε νοσοκομείο του Άργους, στρατιωτικό, είχε μετατραπεί για τα στρατεύματα Κατοχής το κτίριο του συλλόγου «Δαναός».

 

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο αντιαεροπορικό καταφύγιο.

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο αντιαεροπορικό καταφύγιο.

 

Πολύτιμη είναι μαρτυρία του γνωστού καθηγητή παιδοχειρουργικής Δημήτρη Κεραμίδα, γιού του Κώστα, που τότε ήταν οκτώ ετών. Περιγράφει με αδρές γραμμές την ανατριχιαστική εικόνα που είδε με τα μάτια του: δεκάδες αιμόφυρτα σώματα να μεταφέρονται ιδίως με πόρτες (τα φορεία είχαν εξαντληθεί) στην αυλή της χειρουργικής κλινικής, που έπλεε στο αίμα, δεκάδες να ακρωτηριάζονται, ώστε να σωθούν από την ακατάσχετη αιμορραγία, κιβώτια με ανθρώπινα μέλη να στοιβάζονται στην αποθήκη πριν από τον ενταφιασμό τους. Ήταν αδύνατο να κρατηθεί ημερολόγιο  εισερχομένων-εξερχομένων από την κλινική, όπως τελικά έγινε αδύνατη η πλήρης ενημέρωση των ληξιαρχικών καταγραφών (πολλοί από τα θύματα ήταν από τα γύρω χωριά και πιθανώς και από το Ναύπλιο). Σημειώνουμε ότι ο πληθυσμός της πόλης ήταν τότε περίπου 10.000 κάτοικοι.

Ερμηνείες και εξηγήσεις

Έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες για τα γεγονότα. Μία από αυτές κάνει λόγο για γερμανική φάλαγγα που, από τον νότο της πόλης, την διέσχιζε με κατεύθυνση την Κόρινθο (η επικοινωνία προς και από το κέντρο της Πελοποννήσου γινόταν τότε υποχρεωτικά μέσα από την πόλη του Άργους).

Η υπόθεση που έχει διατυπωθεί είναι ότι ή το συμμαχικό σμήνος την εντόπισε και…έβαλλε εναντίον της, ή  ότι από τα άρματα της φάλαγγας και από γερμανικά αντιαεροπορικά, στις στέγες κάποιων σπιτιών  της πόλης, ρίχτηκαν αμυντικές βολές, που προκάλεσαν την αντίδραση του σμήνους. Γεγονός είναι ότι οι εγκατεστημένες σειρήνες σε ψηλά κτίρια στην πόλη δεν ήχησαν, ενώ κατά μια μαρτυρία το σμήνος εμφανίστηκε ξαφνικά από δυτικά, πίσω από τον λόφο της Λάρισας.

Το ερώτημα παραμένει: γιατί στο φύλλο πορείας υπήρχε η υπόδειξη «Άργος» και όχι «αεροδρόμιο Άργους», που ήταν άλλωστε και το μοναδικό για την κεντρική και νότια Πελοπόννησο; Αν εξυπονοείτο το αεροδρόμιο, πως και γιατί το σμήνος δεν κατευθύνθηκε κατευθείαν προς αυτό, όπως όλες τις άλλες φορές; Άλλωστε εδώ δημοσιεύουμε φωτογραφία βομβαρδισμού του αεροδρομίου, που προέρχεται από αμερικανικό αεροπλάνο, λήφθηκε λίγες βδομάδες πριν τις 14 Οκτωβρίου και κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο. Ο χώρος, λοιπόν, ήταν  πολύ γνωστός και επιθέσεις εναντίον του έγιναν και μετά το γεγονός. Γνωστοποίησα στον αμερικανό  πιλότο το αποτέλεσμα της επιδρομής και ζήτησα περισσότερες πληροφορίες. Εκείνος σιώπησε οριστικά…

 

Αεροφωτογραφία μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου. Επάνω αριστερά η πόλη του Άργους.

 

Στην πόλη η ιστορική μνήμη αναζωπυρώθηκε το έτος 2003, επί δημαρχίας Δ. Πλατή, οπότε έγινε και η πρώτη έρευνα για τα θύματα, και εντοπίστηκαν 66 νεκροί. Τον επόμενο χρόνο ο αριθμός έφθασε τους 91, ενώ επί δημαρχίας Β. Μπούρη, οπότε η έρευνα συνεχίστηκε, ο αριθμός έφθασε τους 98.

Συνθέσαμε αυτή την πολύ σύντομη αφήγηση, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 70 ετών, έχοντας διαπιστώσει ότι τα γεγονότα αυτά λανθάνουν στις μέχρι σήμερα γενικές ή ειδικότερες προσεγγίσεις των συμβάντων εκείνης της εποχής.  Με την ελπίδα ότι, ίσως έτσι, δοθεί έναυσμα για άλλες έρευνες, ιδίως σε γερμανικά αρχεία, που ίσως ρίξουν περισσότερο φως σε αυτή την «Γκουερνίκα» του Άργους.

Τα καταγεγραμμένα θύματα του βομβαρδισμού (Πηγή: Εφημερίδα «Τα Αργολικά»).

Αδρακτάς Κ., Αδρακτά Αν., Αθανασόπουλος Δ., Αθηνιού Σ. (μητέρα), Αθηνιού Ε. (κόρη), Ανέστης Π., Ανέστης Α., Ανδριανοπούλου Αγ., Αντωνακόπουλος Γ., Βαρβάτης Π., Βούλγαρης Γ., Κ. Βομβ., Γεώργας Αν., Γεωργόπουλος Δ., Γεωργαντά Φ., Γιαννάτος Β., Γιαννάκος Θεμ., Γκαργκάσουλα Α., Γκουμάκης Θ., Γυφτοπούλου Πην., Δανιήλ Π., Δήμας Δ., Ηλιόπουλος Αθ., Θεωνάς Ν., Καλαντζής Αν., Καλαντζής Αντ., Καλαντζής Β., Καλαντζής ., Καλαντζής Θ., Καραμαλίκης Ευ., Καράμπελας Ευ. Καραλής Δ., Καρατζάς Αθ., Καρούτας Αθ., Κατσαρός Κ., Κιντής Αθ., Κλεισιάρη Γ., Κλειώσης Ευ., Κοροβέσης Ι., Κουρέτσου Γ., Κούρου Π., Κράντος Π., Κρητικού Κ., Κυριακοπούλου Χρ., Κωνσταντόπουλος Π., Κωτσαντής Γ., Κωτσαντής Θ., Λαδάς Δ., Λάμπρου Ι., Λιάπης Γ., Λιτσαρδάκης Α., Μαραγκός Σπ., Μαραγκού Ε, Μαρούσης Κ., Μαρίνης Κ., Μαρλαγκούτσος Ι., Μαρλαγκούτσου Κ., Μαρούτσος Ι., Μητρόπαπα Μ., Μητροσύλης Γ., Μπολώσης Κ., Μπράτσος Κ., Νικολόπουλος Δ.., Πάγκας Π., Πάγκα Κ., Παγώνης Μ., Παΐσης Δ., Πανόπουλος Γ., Παντελόπουλος Π., Παπαδάτος Ι., Παπαϊωάννου Π., Πινάτση Α., Ράπτης Π., Πίπιλας Αθ., Σέρφα Ελ., Σκίκος Κ., Σκλήρης Β., Σμυρλής Δ., Σπυράκη Ελ., Σπυρόπουλος Π., Σταύρου Κ., Στέκας Γ., Στεφανή Ελ., Σχοινά Γ., Τάτσης Δ., Τόλιας Ν., Τόμπρας Θ.., Τσεκές Γ., Τσεκές Θ., Τρισπαγώνα Γ., Τσίγγας Ι., Τσιμπρής Γ., Χαλέπας Α., Χαντζής Θ., Χατζηιωάννου Δαν., Χαμπίμπης Β., Χρυσικού Αικ., Ψωμά Ν.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 12 Οκτωβρίου, 2013.

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους – Μνημείο με ιστορία που χάνεται στο μύθο


 

Στην οδό Γούναρη του Άργους, 150 περίπου μέτρα μετά το Αρχαίο Θέατρο και λίγο πριν από τη διασταύρωση με την οδό Φορονέως, μια πινακίδα της αρχαιολογικής υπηρεσίας κάτω από την ένδειξη «οδός Άπιδος» γράφει «Κριτήριο – Νυμφαίο» και δείχνει αριστερά προς το λόφο, που έχει στην κορυφή του το κάστρο Λάρισα. Λίγοι την προσέχουν και πολύ λιγότεροι έχουν επισκεφτεί αυτό το αρχαίο μνημείο της πόλης, που συνδέεται με τις απαρχές της ιστορίας της.

 

Τι ήταν λοιπόν αυτό το Κριτήριο; 

 

Η πρόσβαση στο μνημείο γίνεται σήμερα από την μικρή πλακόστρωτη οδό Άπιδος. Ο Άπις, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Φορωνέα και αδερφός της Νιόβης, η οποία έγινε η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ερωτικά ο Δίας και γεννήθηκε ο ήρωας Άργος. Μετά τον θάνατό του Φορωνέα τον διαδέχθηκε ο γιος του Άπις, που δεν έκανε παιδιά. Στο μικρό χρονικό διάστημα, που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος στο τέλος της τσιμντένιας κλίμακας.

Στο τέλος του δρόμου, μετά από 150 περίπου ανηφορικά μέτρα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από 48 τσιμεντένια σκαλοπάτια, που οδηγούν σε ένα άνδηρο (πλάτωμα). Το άνδηρο στηρίζεται σε έναν τοίχο, που το ύψος  φτάνει τα 3 μέτρα σε κάποια σημεία. Είναι χτισμένος  με το κυκλώπειο σύστημα που συναντάμε στις Μυκήνες και στην Τίρυνθα, δηλαδή με μεγάλους πολυγωνικούς ογκόλιθους τοποθετημένους σε οριζόντια ασύμμετρη δόμηση χωρίς συνδετικό υλικό. Οι πέτρες έχουν κοπεί πολυγωνικά με ευθύγραμμες ακμές και προσαρμόζονται ακριβώς η μια στην άλλη χωρίς ενδιάμεσες σφήνες.

Στο εντυπωσιακό άνδηρο οδηγεί μια κεντρική κλίμακα με 6 πέτρινα σκαλοπάτια πλάτους 2,10 μ., που βρίσκεται στο κέντρο του κυκλώπειου τοίχου της ανατολικής πλευράς. Δυστυχώς σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, γιατί τα γειτονικά σπίτια είναι χτισμένα σε απόσταση μισού μέτρου από τον αρχαίο τοίχο και κάνουν αδύνατη την πρόσβαση στην κεντρική σκάλα – είσοδο του μνημείου. Η πρόσβαση στο άνδηρο γίνεται από τα τσιμεντένια σκαλοπάτια.

Το μεγαλύτερο μέρος του χώρου διαστάσεων 35Χ 21 μέτρα πάνω από τον τοίχο και τη σκάλα έχει σχηματιστεί με λάξευση του βράχου και φαίνεται ότι δεν υπήρχε εκεί κανένα οικοδόμημα, παρά μόνο ένας ορθογώνιος περίβολος στο κέντρο του πλάτους 4 μέτρων, που πιθανότατα ανήκε σε ιερό.

 

Ο Πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος.

 

Η δυτική πλευρά του αναχώματος, που το κρατάει ο πολυγωνικός αναλημματικός τοίχος, είναι λαξευμένη στο φυσικό βράχο του λόφου και σε συνδυασμό με το κυκλώπειο σύστημα του τοίχου παραπέμπει σε κάποιο αρχαίο μνημείο. Η κατασκευή του πολυγωνικού τοίχου τοποθετείται χρονολογικά στα μισά του 7ου αι. π.Χ.

Ο Παυσανίας, που πέρασε από το Άργος τον 2ο αιώνα μ.Χ. αναφέρει: «Το χωρίον τόδε, Κριτήριον ονομάζουσιν, Υπερμνήστραν ενταύθα υπό Δαναού κριθήναι λέγοντες».  Το μέρος δηλαδή αυτό το ονομάζουν κριτήριο και λένε ότι εδώ δικάστηκε από το Δαναό η Υπερμνήστρα.

Εδώ λοιπόν, σύμφωνα με το μύθο και τη διήγηση του περιηγητή Παυσανία, ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την Υπερμήστρα, τη μοναδική από τις κόρες του που παράκουσε τη διαταγή του και δεν θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα, την πρώτη νύχτα του γάμου των 50 θυγατέρων του Δαναού με τους 50 γιους του Αίγυπτου, που είχαν έρθει για να πάρουν την εξουσία του Άργους. Ο χώρος, λοιπόν, συνδέεται με το μύθο των Δαναΐδων.

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ποσειδώνας ζευγαρώθηκε με τη Λιβύη, κόρη του Νείλου, και απέκτησε δυο γιους, τον Αγήνορα και το Βήλο. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, ο Αγήνωρ πήγε στη Φοινίκη και έκανε δικό του βασίλειο, ενώ ο Βήλος έμεινε στην Αίγυπτο, πήρε γυναίκα την  Αγχινόη, κόρη και αυτή του Νείλου, και απόκτησε δίδυμους γιους, τον Αίγυπτο και το Δαναό.

Ο Βήλος πριν πεθάνει όρισε το Δαναό ως βασιλιά της Λιβύης, όπου και ίδρυσε το ιερό του Άμμωνος, και τον Αίγυπτο βασιλιά της Αραβίας, την οποία και ονόμασε «Αίγυπτο». Ο Αίγυπτος απέκτησε 50 γιους και ο Δαναός 50 κόρες, τις Δαναΐδες. Άλλοι έλεγαν  πως τα παιδιά κάθε αδελφού ήταν από την ίδια μάνα και άλλοι πως είχαν γεννηθεί από τον ίδιο πατέρα, αλλά από περισσότερες γυναίκες, που είχε καθένας από τα αδέρφια (Ευρώπη, Αντινόη, Τεγέα και Κασσιέπεια).

Κάποτε όμως τα παιδιά του Βήλου, ο Αίγυπτος και ο Δαναός, συγκρούστηκαν, γιατί ο Δαναός φθονούσε τον Αίγυπτο, που είχε αρσενικά παιδιά, ενώ ο ίδιος είχε μόνο κορίτσια. Φοβόταν μάλιστα ότι οι γιοι του Αίγυπτου θα κάνουν γυναίκες τους τις κόρες του και θα του πάρουν την εξουσία. Ο Δαναός τότε φοβούμενος τους 50 γιους του Αίγυπτου, ύστερα από χρησμό της Αθηνάς, αρμάτωσε καράβι με 50 κουπιά, όσα και τα κορίτσια του, και με αυτό έφυγε μαζί με τις κόρες του.

Πρώτα προσέγγισαν τη Λίνδο της Ρόδου, που ήταν αποικία των Αργείων, όπου ο Δαναός ίδρυσε το ιερό της Λινδίας Αθηνάς. Τελικά αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι, το σημερινό Κιβέρι, απ’ όπου έφτασε στο Άργος.  Όταν έφτασε εκεί ο Δαναός ζήτησε από το Γελάνωρα, που ήταν τότε Βασιλιάς του Άργους, να του παραδώσουν το θρόνο, με το επιχείρημα ότι προγιαγιά του ήταν η Ιώ, η κόρη του Ίναχου και ερωμένη του Δία, που κυνηγημένη από την Ήρα μεταμορφώθηκε σε αγελάδα  και κρύφτηκε στην Αίγυπτο. Ο Γελάνωρας και ο Δαναός συζητούσαν το πράγμα, ώσπου νύχτωσε χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Είπαν λοιπόν  να το ξανασκεφτούν και να αποφασίσουν την άλλη μέρα.

Το πρωί, μόλις ξύπνησαν, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα απρόσμενο θέαμα: Ένας  λύκος είχε ορμήσει σε μια αγέλη βοδιών και ο ταύρος, ο αρχηγός της αγέλης, προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Οι Αργείοι παρομοίασαν τον επιτιθέμενο λύκο με το νεοφερμένο Δαναό και τον αμυνόμενο ταύρο με το Γελάνωρα και όλοι συμφώνησαν να γίνει βασιλιάς του Άργους εκείνος, που το ζώο του θα επικρατήσει στη μονομαχία. Έτσι, όταν ο λύκος κατασπάραξε τον ταύρο, δέχτηκαν βασιλιά το Δαναό, που ανέβηκε στο θρόνο του Άργους και έκανε και ένα ναό αφιερωμένο στο Λύκειο Απόλλωνα, που πίστευε ότι είχε στείλει το λύκο. Σ’ αυτό το μύθο στηρίζεται η σχέση της πόλης με το λύκο, που αποτελεί και σήμερα έμβλημά του Άργους.

Ο Δαναός, ως βασιλιάς της πόλης, αφιερώθηκε στο να διδάξει τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών στους Αργείους, να ανοίξει πηγάδια και να ποτίσει τις καλλιέργειες και ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του. Όταν όμως έγιναν άντρες οι γιοι του Αίγυπτου, πήραν τα καράβια, ήρθαν στο Άργος  και ζήτησαν να τους παντρέψει ο Δαναός με τις κόρες του, τις Δαναΐδες, για να ξεχαστεί η έχθρα τους. Υπήρξαν αντιρρήσεις, αλλά οι γιοι του Αίγυπτου, δε σήκωναν κουβέντα. Ο Δαναός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να αναμετρηθεί μαζί τους, καμώθηκε με δόλο ότι δέχεται την πρότασή τους και συμφωνήθηκε ο γάμος των 50 γιων του Αίγυπτου με τις 50 κόρες του Δαναού.

Πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου όμως, ο Δαναός μάζεψε τις κόρες του, τους έδωσε από ένα μαχαίρι και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι νύφες, λοιπόν, αποκεφάλισαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα του γάμου, έριξαν τα σαράντα εννιά κεφάλια τους στη λίμνη Λέρνη και θάψανε τα σώματά τους μπροστά στα τείχη του Άργους. Οι φόνισσες όλες έμειναν για πάντα με το μίασμα και καταδικάστηκαν για το ανόσιο και φρικτό έγκλημά τους, όταν πέθαναν και πήγαν στον κάτω κόσμο, να μεταφέρουν νερό και να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν ένα πιθάρι με τρύπες («τετρημένον πίθον»), που δε θα γέμιζε ποτέ. Αυτός είναι ο γνωστός «πίθος των Δαναΐδων».

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Μία από τις 50 όμως, η Υπερμνήστρα, που είχε παντρευτεί το Λυγκέα, επειδή, λένε, έμεινε ευχαριστημένη από την πρώτη νύχτα του γάμου, το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή. Ο πατέρας της, ο Δαναός, τη φυλάκισε και αποφάσισε να την δικάσει για την πράξη της αυτή. Οι Αργείοι όμως αρνήθηκαν την καταδίκη της Υπερμνήστρας και επικαλέστηκαν το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και προστάτιδας της συζυγικής κλίνης. Έτσι η Αφροδίτη προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη  και η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της θεάς αθωώθηκε! Η δίκη αυτή έγινε στο χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Μετά την αθώωση της Υπερμνήστρας ο Λυγκέας έγινε βασιλιάς του Άργους και η Υπερμνήστρα αφιέρωσε στη Θεά Αφροδίτη ένα ξόανο.

 

Πώς όμως ταυτίστηκε το μνημείο αυτό με το αρχαίο κριτήριο;

 

Οι αρχαιολόγοι, που ανέσκαψαν το μνημείο, εντόπισαν δυο ανάγλυφα στην πρόσοψη του πολυγωνικού τοίχου, που στηρίζει το άνδηρο του Κριτηρίου. Τα ανάγλυφα απεικονίζουν τρεις γυναικείες μορφές καθιστές σε θρόνους, επιβλητικές σαν σεβάσμιες «θεές» του κάτω κόσμου, και δύο επιγραφές, που τις ονομάζουν Επιτελίδες.

Επιτελίδε[σσι] / Δα[ρι]κίς ίσσατο / [κα]ι Λ[υ]σικράτεια

Επιτελίδων ταί I Διονυσίου α[νεθέ]τ[αν] ε[υξάμεναι]

 

1ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

2ο ανάγλυφο Επιτελίδων.

 

Οι τρεις Επιτελίδες, όπως και οι Ευμενίδες, ήταν θεότητες που «επιτελούσαν» τα αιτούμενα. Ικανοποιούσαν δηλαδή τις παρακλήσιες. Τη βοήθειά τους ζητούσαν συνήθως  οι ετοιμόγεννες Αργείτισσες  και τους έκαναν προσφορές, για να προστατεύσουν τη γονιμότητα και να κάνουν πιο εύκολη τη γέννα τους.

Οι Επιτελίδες όμως σχετίζονται και με την απονομή δικαιοσύνης και την τιμωρία εγκληματικών πράξεων. Έτσι το αργείτικο Κριτήριο μοιάζει με τον αθηναϊκό Άρειο Πάγο, όπου ο Ορέστης, γιός του Αγαμέμνονα των Μυκηνών, αθωώθηκε για τη δολοφονία της μητέρας του Κλυταιμνήστρας  με την παρουσία στο δικαστήριο των Ερινύων-Ευμενίδων.

Η μυθολογία φαίνεται να συμφωνεί με τους αρχαιολόγους για το Κριτήριο, καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους, Δαναός, δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα. Η παρουσία αναθηματικών ενεπίγραφων ανάγλυφων, που εικονίζουν τις «Επιτελίδες», οδήγησε τους μελετητές στην ταύτιση του κτηρίου με το «Κριτήριο», το  αρχαιότερο δικαστήριο του κόσμου, που λειτούργησε στα αρχαϊκά χρόνια στα κράσπεδα του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους. Το «Κριτήριο» του Άργους με το πολυγωνικό ανάλημμα και το ρωμαϊκό νυμφαίο. Ψηλότερα δύο δεξαμενές του νυμφαίου (άριθ. 1 και 2), λαξευμένες στο βράχο και καμαροσκεπείς. Το νερό έφτανε με μακρύ αγωγό στις δεξαμενές και έπειτα διοχετεύονταν στην πόλη με δίκτυο μικρότερων αγωγών, των όποιων ο κεντρικός τροφοδοτούνταν από τις εκροές 3, 4 και 5 της δεξαμενής 2. Από τον τοίχο της ανατολικής πλευράς της δεξαμενής διατηρήθηκαν τα τμήματα 6, 7 και 8. Ο ισοπεδωμένος με λάξευση χώρος (άριθ. 10) μπροστά στο νυμφαίο ήταν του Κριτηρίου. Ανέβαινε κάνεις εκεί με τη σκάλα 11, στη μέση του ισχυρού αναλημματικού τοίχου. Ο ορθογώνιος περίβολος 9 ανήκε ίσως σε ιερό. Δημοσιεύεται στο: Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164.

 

Νυμφαίο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο» πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια. Στο χώρο αυτό ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός το 124/5 μ.Χ. έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου-Σπηλαίου», που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο για την περισυλλογή και τη διοχέτευση του νερού στην πόλη του Άργους.

Νυμφαία οι αρχαίοι Έλληνες από τους μυθικούς χρόνους χαρακτήριζαν τόπους ιερούς αφιερωμένους στις νύμφες των πηγών. Τέτοιοι ιεροί τόποι αρχικά ήταν κάποια φυσικά διαμορφωμένα  σπήλαια μέσα στα οποία ανάβλυζαν πηγές.

Αλλά Νυμφαία οι αρχαίοι ονόμαζαν και τα αψιδωτά οικοδομήματα που στέγαζαν τις βρύσες των πόλεων, οι οποίες ήταν συνήθως αφιερωμένες στις Νύμφες. Στη ρωμαϊκή και ελληνιστική περίοδο αυτά τα οικοδομήματα άρχισαν να γίνονται επιβλητικότερα και πολυτελέστερα με κίονες, δεξαμενές, στοές κ.λπ.

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, για να εξασφαλίσει νερό στο Άργος, έφτιαξε ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα κατέληγε στο Νυμφαίο του Άργους.

 

Κριτήριον – Νυμφαίον Άργους.

 

Το Αδριάνειο Υδραγωγείο ήταν κτισμένο με πέτρες και κορασάνι. Το Κουρασάνι ήταν κονίαμα που φτιαχνόταν από άμμο ή χώμα, ασβέστη, τριμμένο κεραμίδι και μερικές φορές ενισχυόταν με ασπράδι αυγών, τραγόμαλο, άχυρο και μαλλιά ζώων. Το Ρωμαϊκό αυτό κονίαμα ήταν ισοδύναμο ή εφάμιλλο με το τσιμέντο και είχε εξαιρετικές υδραυλικές, μηχανικές και θερμομονωτικές ιδιότητες.

Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου είναι οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές σήμερα στην περιοχή «Σταθέικα» και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς», ενώ σώζεται ακόμα ένα τμήμα του μήκους 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας.

Το νυμφαίο που δημιούργησε ο Ανδριανός αποτελείται από δύο δεξαμενές για νερό και μια θολωτή στέγη. Το κατώτερο τμήμα των δεξαμενών ήταν λαξευμένο στο βράχο. Το υπόλοιπο τμήμα των δεξαμενών ήταν χτισμένο πάνω στο βράχο με οπτόπλινθους, συμπαγή ψημένα τούβλα που σχημάτιζαν καμάρες με στέγη.

Σε κεντρικό σημείο του κτηρίου ήταν στημένο ένα άγαλμα με τη μορφή του μυθικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.

Η πρόσοψη του νυμφαίου είχε πλάτος 15,50 μ. και μια κιονοστοιχία αρχικά, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε με τοίχο. Από τον τοίχο αυτό διατηρούνται σήμερα τρία τμήματα στην πρόσοψη του νυμφαίου.

Το νερό εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και αναπηδούσε από το αριστερό του αγάλματος. Το άγαλμα με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή μετάγγισης.

 

Το υδραγωγείο υδροδότησης και ο δρόμος προς το αρχαίο θέατρο.

 

Στη συνέχεια, το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή πάνω από μία υδραυλική κλίμακα δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους.

Οι Ρωμαϊκές Θέρμες του Άργους ήταν ένα μεγάλο δημόσιο λουτρικό συγκρότημα από το οποίο σώζεται ακόμη και σήμερα ένας πλινθόκτιστος τοίχος ύψους 11 μ. στα νοτιοανατολικά του αρχαίου Θεάτρου.

Το λουτρικό αυτό συγκρότημα λειτούργησε έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια  του 5ου και του 6ου αι. μ.Χ.). Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως στην περιοχή της αρχαίας αγοράς και άλλα κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Σήμερα το «Κριτήριο» και «Νυμφαίο» συνδέεται με το αρχαίο θέατρο του Άργους με ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, παράλληλο με τον αγωγό υδροδότησης, που οδηγούσε το νερό στην πόλη, που προσφέρει εκπληκτική πανοραμική θέα της πόλης και καταλήγει στο κέντρο του αρχαίου θέατρου του Άργους.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Στη διαδρομή μάλιστα υπάρχει και ένα ανάγλυφο πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο, που στο δεξιό του τμήμα εικονίζει έφιππη ανδρική μορφή με τ’ άλογο να βαδίζει προς τ’ αριστερά και τον ιππέα να κρατά στρογγυλή αργείτικη ασπίδα και δόρυ. Στο αριστερό τμήμα εικονίζεται κρατήρας με κωνικό πόδι, όπου στα δεξιά του ανελίσσεται ένα φίδι με το κεφάλι του να φτάνει στο χείλος του αγγείου. Ο λαός το έχει ταυτίσει με τον Αϊ Γιώργη που σκοτώνει το φίδι, αλλά η ιστορία του είναι πολύ παλαιότερη. Το ανάγλυφο αυτό χρονολογείται στα τέλη του 5ου – αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και αποδίδει τη σχέση του Άργους με τα άλογα.

 

Το ανάγλυφο του ιππέα.

 

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος «πολυδίψιον» και «ιππόβοτον». Και τα δύο αυτά επίθετα φαίνεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Γιατί το βόρειο τμήμα της αργολικής πεδιάδας, από το Άργος προς το Κουτσοπόδι, είναι άνυδρο και δικαιολογεί το «πολυδίψιον  Άργος» του Ομήρου. Η νότια πεδιάδα όμως, από το Άργος μέχρι την παραλία του Τημενίου είναι πλούσια σε νερά και λιβάδια και εξηγεί το «ιππόβοτον Άργος», γιατί σ’ αυτά έβοσκαν άλογα.

Τέτοιες απεικονίσεις αλόγων σε αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους στους πρόποδες των λόφων της Λάρισας και της Ασπίδας είναι συχνότατες. Και πολλά από τα μικρά χάλκινα άλογα, που ήταν αφιερωμένα στο ιερό της Ολυμπίας, προέρχονται σύμφωνα με τους αρχαιολόγους από αργείτικα εργαστήρια.

Αυτή είναι η ιστορία του Κριτηρίου και νυμφαίου του Άργους, που χάνεται στο μύθο. Σήμερα όμως ο χώρος αυτός παραμένει άγνωστος, αφανής και αναξιοποίητος. Οι πολίτες τον αγνοούν, οι αρχές τον υποβαθμίζουν με τη στάση τους και οι φορείς δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να τον αξιοποιήσουν, ενώ προσφέρεται ως χώρος για την πραγματοποίηση ποιοτικών εκδηλώσεων. Βρίσκεται στις υπώρειες του ιστορικού κάστρου του Άργους, παρέχει πανοραμική θέα της πόλης, έχει μεγάλη ιστορία, προσφέρει υποβλητική ατμόσφαιρα, ειδικά τους θερινούς μήνες. Θα μπορούσε να αναδειχθεί με τη διοργάνωση μουσικο-θεατρικών ή άλλου είδους εκδηλώσεων στον περιβάλλοντα χώρο του, αφού πρώτα, φυσικά, διαμορφωθεί κατάλληλα, και να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για την ιστορία και την πολιτιστική ζωή της πόλης.

Το γεγονός ότι δεν έχει εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο μπορεί να είναι και πλεονέκτημα. Θα έδινε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν μικρό περίπατο από το παρκινγκ της λαϊκής αγοράς μέχρι εκεί από τα κάθετα προς την οδό Γούναρη πλακόστρωτα δρομάκια και για μια βόλτα στην περιοχή της Φορονέως, που δεν υπολείπεται σε γραφικότητα της αθηναϊκής Πλάκας ή του παλιού Ναυπλίου.

 

Πηγές


  • Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα» (μέρος 2), argolikivivliothiki.gr
  • Παπαχατζή Δ. Νικόλαου, «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», σελ. 164-167.
  • Παπαχριστοδούλου Ι., «Ανάγλυφα Ευμενίδων εξ Αργολίδος», Αρχ. Δελτίον , τόμος 23 (1968), σελ. 117 κ.ε.
  • Τότσικας Αλέξης, «Μύθος και Ιστορία», Άργος, 2018, σελ. 32-37.

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο Αργείος φιλόσοφος Αρποκρατίων και η γενικότερη φιλοσοφική κίνηση

στο κλασικό και ρωμαϊκό Άργος, Αργειακή Γη, τεύχος 4, 2008.

Δρ Γεώργιος Στείρης – Λέκτωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών


 

  Αρποκρατίων (2ος αι. μ.Χ.). Πλατωνικός φιλόσοφος από το Άργος. Υπήρξε μαθητής του φιλοσόφου Αττικού, ο οποίος ανήκε στην παράδοση της μέσης πλατωνικής φιλοσοφίας. Έγραψε αναλυτικότατα σχόλια για το σύνολο σχεδόν των κειμένων του Πλάτωνα σε 24 τόμους.

Η πόλη του Άργους υπερηφανεύεται για την πλουσιότατη ιστορία της και την αδιάλειπτη πολιτιστική προσφορά της στο πέρασμα των αιώνων, από την απώτατη προϊστορία έως τη σύγχρονη εποχή. Παρότι όμως έχουν χυθεί τόνοι μελάνης από αξιολογότατους ερευνητές εδώ και αιώνες, το παρελθόν του Άργους δεν έχει ακόμα φωτιστεί επαρκώς. Εξακολουθούν να υπάρχουν περιοχές και θεματικές, οι οποίες δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά, περιμένοντας υπομονετικά τα φώτα της έρευνας. Μια τέτοια επιχειρείται να αναδειχθεί στην παρούσα μελέτη, με την προσδοκία της συμβολής στην προβολή μιας υποτιμημένης, αλλά εξόχως ενδιαφέρουσας πτυχής της πνευματικής ιστορίας αυτής της πόλης.

Πλάτων

Πλάτων

Ο Αργείος Αρποκρατίων υπήρξε φιλόσοφος και υπομνηματιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα. Όσον αφορά στην καταγωγή του δεν αμφισβητείται από καμιά πηγή. Υπάρχει πάντοτε όμως το δυνητικό ενδεχόμενο να υποστηριχθεί πως ίσως κατήγετο από κάποιο άλλο Άργος, το Αμφιλόχειο, το Ορεστικό ή αυτό στην Κύπρο. Η απουσία όμως οποιουδήποτε επιπρόσθετου γεωγραφικού προσδιορισμού στο όνομα του στις αρχαίες πηγές είναι ικανή να αποδείξει το άτοπο τέτοιων ισχυρισμών, αφού η απλή αναφορά στο Άργος δεν μπορεί παρά να υποδεικνύει τη γνωστότερη από τις συνονόματες πόλεις, το Αργολικό Άργος. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια του κειμένου, η στενή σχέση του Αρποκρατίωνα με την οικογένεια των Αττικών, μπορεί κάλλιστα να υποστηριχθεί από την αργειακή του καταγωγή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αργείος φιλόσοφος Αρποκρατίων.

Η ανακοίνωση στα Αγγλικά, από το καταξιωμένο διεθνές περιοδικό για τις κλασσικές σπουδές –   ЗБОРНИК МАТИЦЕ СРПСКЕ  ЗА КЛАСИЧНЕ СТУДИЈЕ | JOURNAL OF CLASSICAL STUDIES MATICA SRPSKA – το οποίο εκδίδεται στη Σερβία. Harpocration, the argive philosopher, and the overall philosophical movement in classical and roman Argos. Double click on the link: Harpocration

Read Full Post »

Το Αρχαίο Στάδιο και η «Ασπίδα» στο Άργος: Η άλλη άποψη.  Δρ. Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος. Αργειακή Γη, τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.


Από τον Παυσανία αντλούμε τη μοναδική πληροφορία που μας παρέχουν οι αρχαίες γραπτές πηγές σχετικά με τη θέση του Σταδίου, όπου τελούνταν τα Νέμεια και τα Ηραία. Βρίσκεται, μας λέει ο περιηγητής, στην περιοχή του ιερού του Απόλλωνος Δειραδιώτη, όπου το είδε κατά την ανοδική του πορεία προς την Ακρόπολη της Λάρισας, στην κορυφή του λόφου του Κάστρου.

Ο «κιθαρωδός» Απόλλωνας. Τοιχογραφία στον οίκο του Αυγούστου στη Ρώμη, περ. 20 π.Χ.

Ο «κιθαρωδός» Απόλλωνας. Τοιχογραφία στον οίκο του Αυγούστου στη Ρώμη, περ. 20 π.Χ.

Κατά το πέρας των αιώνων τα ίχνη του ιερού αυτού χάθηκαν. Ξεχάστηκε και πού βρισκόταν η Δειράδα. Έτσι, οι περισσότεροι από τους ταξιδιώτες που επι­σκέφτηκαν το Άργος – κυρίως από τα μέσα του 18ου αιώνα- με τον Παυσανία στο χέρι, αναζητώντας τα μνημεία της φημισμένης πόλης, είδαν τα κατάλοιπα του «Κριτηρίου» – Νυμφαίου της Λάρισας στην ανατολική κλιτή του λόφου, κο­ντά στο μεγάλο Θέατρο, και τα ταύτισαν με αυτό το ιερό και συνεπώς τη γύρω του περιοχή με τη Δειράδα. Λίγοι βάδισαν πέρα από τα βορειοδυτικά όρια της πόλης, κάτω από το βράχο της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης και πιο πέρα στο διάσελο μεταξύ των δύο λόφων, που ονομάζουμε σήμερα «Πορτίτσες». Θα αναφέρουμε παρακάτω αναλυτικά τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι περιη­γήσεις τους.

Μετά τον εντοπισμό του ιερού του Απόλλωνος Δειραδιώτη στη βορειοδυτι­κή κλιτή του λόφου του Προφήτη Ηλία, ο ίδιος ο Wilhelm Vollgraff που το είχε αποκαλύψει, αναζήτησε το Στάδιο στα βορειοδυτικά του ιερού. Ένας αιώνας κλείνει φέτος από τη δημοσίευση της άποψής του. Και χωρίς να είναι αποδεκτή από όλους, η άποψη αυτή παρέμεινε χωρίς παραλλαγή έως το 1986, οπότε ο συνάδελφος Χρήστος Πιτερός τάραξε τα νερά, παρουσιάζοντας μία νέα, δική του άποψη.

Όταν άρχισα να ασχολούμαι επί τόπου με τις αρχαιότητες του Άργους το 1989, δεν είχα λόγο να αμφισβητήσω τη μία ή την άλλη από τις δύο αυτές από­ψεις. Όμως, η αποκάλυψη ενός μεγάλου τμήματος πώρινου μνημειώδους αναλήμματος στην περιοχή «Πορτίτσες» στο βόρειο άκρο της οδού Καρατζά, κατά την ανασκαφική έρευνα που διεξήχθη το 1993 πριν από την τοποθέτηση αγωγού λυμάτων στην οδό αυτή, με οδήγησε στην επανεξέταση των δεδομένων που αφορούσαν στον εντοπισμό του σταδίου όπου τελούνταν οι πανελλήνιοι αγώνες […]

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Όλγας Ψυχογυιού, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Αρχαίο Στάδιο και η Ασπίδα στο Άργος – Η άλλη άποψη

Read Full Post »

1961-2011:Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους


 


Μουσείο στο Άργος:Η αρχή και η εξέλιξή του

 

Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιαζόταν το σημερινό μουσείο αρχαιοτήτων του Άρ­γους [1], ενώ από τα μέσα του 1959 είχε τελειώσει η ανακαίνιση – διαμόρφωση του κτιρίου της οικίας του Δημητρίου Καλλέργη σε αίθουσα μουσείου, στο ισόγειο της οποίας εκτέθηκαν τα ευρήματα της Λέρνας [2]. Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα είχε διαμορφωθεί το αίτημα, από λογίους της πόλης, για ίδρυση στο Άρ­γος μουσείου άξιου της ιστορίας του, ενώ οι ανασκαφές του Ολλανδού Wilhelm Vollgraff (για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών) κατά πρώτο στην αρχή του 20ού αιώνα, και έπειτα στη δεκαετία του 1930, αναζωπύ­ρωσαν το ενδιαφέρον, τώρα και από τις στήλες του τοπικού Τύπου.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο νέος κύκλος ανασκαφών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος, από την αρχή της δεκαετίας του 1950, ώθησε το από πολλές πλευρές πια ενδιαφέ­ρον, στη διαμόρφωση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, με έξοδα του Γαλ­λικού Κράτους, αλλά και με την παραχώρηση της χρήσης της οικίας Καλλέργη,αυτής σε ερειπιώδη κατάσταση, από τον Δήμο Άργους, στον οποίο είχε δωρηθεί το κτίριο από τους απώτερους κληρονόμους του Καλλέργη.

Στο άρθρο αυτό θα εκθέσουμε την «πορεία» μουσείου για τις αρχαιότητες του Άργους από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου βρίσκονται οι πρώτες πληροφορίες για στεγασμένη αρχαιολογική συλλογή στο Άργος, μέχρι τις μέρες μας. Αλλά είναι ανάγκη να προσθέσουμε ότι μόλις τώρα (πιθανόν 2012) δημιουργείται μουσείο για τις βυζαντινές αρχαιότητες (του Άργους, αλλά και της υπόλοιπης Αργολίδας), σε αίθουσες των Στρατώνων Καποδίστρια, ενώ δεν γίνεται καν, ακόμα, σοβαρά και οργανωμένα λόγος, για μουσείο της νεότερης ιστορίας και της λαογραφίας τηςπόλης.

Ο συντάκτης του άρθρου, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει επανειλημμέ­να, σε διάφορα άρθρα του, τονίσει την ανάγκη για δημιουργία τέτοιου μουσείου, οργανωμένου βεβαίως με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις. Τούτο ση­μαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μουσείο που δεν θα περιορίζεται σε έκθεση αντικειμένων, αλλά στόχο θα έχει την πρόκληση μέθεξης στους επισκέπτες, σε μία πόλη που δεν έπαψε να ζει συνεχώς με την πάροδο των χρόνων και των αιώ­νων. Ας ελπίσουμε ότι πρώτα ο Δήμος Άργους θα ενστερνισθεί την ιδέα αυτή, μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κατανόησης της κοινωνικής και οικονομικής αξίας της πολιτισμικής ανάπτυξης.

1. Οι απαρχές

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ανάμεσα στα σκόρπια άρθρα και σημειώματά του, τόσο στον αργειακό όσο και στον αθηναϊκό Τύπο, δημοσίευσε με τα αρχικά του και με την άκρα σεμνότητα που τον διέκρινε, στην εφημερίδα «Δαναΐς» του Δημ. Δεσμίνη, μικρό άρθρο με τον τίτλο «Το εν Άργει Αρχαιολογικόν Μουσείον»[3], όπου με τη γνωστή αντικειμενικότητά του εκθέτει συνοπτικά τις απαρχές της στέγασης μιας πρώτης αρχαιολογικής συλλογής στο Άργος.

Μεταξύ άλλων γράφει ο Βαρδουνιώτης:

«Αι Αργείαι αρχαιότητες ήσαν διεσπαρμένοι τήδε κακείσε, μηδενός μεριμνώντος περί αυτών μέχρι 1 Δεκεμβρίου 1878. Τότε ο αείμνηστος έφορος των αρχαιοτήτων και ευλαβέστατος και ενθουσιώδης λάτρης αυτών Πανα­γιώτης Σταματάκης συνεκέντρωσε αυτάς και υπό το κατάστημα της Δημαρ­χίας μας συνέστησε και ετακτοποίησε πρώτος το αρχαιολογικόν της πόλεως ημών Μουσείον. Περιέλαβε δε τούτο 526 τεμάχια αρχαίων εκ του Ηραίου και του Άργους προ πάντων, μεταξύ των οποίων ήσαν και τινα πολλού λόγου άξια.

 Έκτοτε το Μουσείον μας εξηκολούθει πλουτιζόμενον εκ διαφόρων εκά­στοτε αρχαίων, τα πλείονα των οποίων προήλθον εκ των ανασκαφών της Λυκώνης, του θεάτρου, του λόφου της Ασπίδος κλπ.

 Η φύλαξις του Μουσείου αυτού ήτο ανατεθειμένη αρχήθεν εις τον εκάστο­τε κλητήρα της δημαρχίας. Και είχε μεν διορισθή δημοτικός τις Έφορος του Μουσείου υπό του δημοτικού συμβουλίου και του δημάρχου, αλλ’ ο διορισμός ούτος ήτο μάλλον τιμητικός τίτλος, κενός πάσης εξουσίας και ενεργείας, σχεδόν ΙΝ ΡΑRTIBUS μέχρι Σεπτεμβρίου 1899, ότε ο δημοτικός αυτός έφο­ρος παρητήθη.

 Τούτου ένεκα και διευκολύνθησαν απώλειαί τίνες των εν τω Μουσείω αυτώ αρχαιοτήτων. Κατά δε τον Αύγουστον του 1900 εγένετο σοβαρά κλοπή τοιούτων, αίτινες όμως μετ’ ου πολύ ανεκαλύφθησαν σχεδόν πάσαι.

Κατά την εποχήν εκείνην αφίκοντο ένεκα της ως άνω κλοπής εξ Αθηνών οι κ.κ. Καββαδίας και Τσούντας οίτινες και έλαβον μετά του κ. Νομάρχου Αργολίδος μέτρα διασώσεως των καλλιτέρων αρχαιοτήτων, αφού δεν ήσαν ασφαλείς εν τω Μουσείω μας, ως υπέδειξεν η κλοπή. Μόλις δε τον Οκτώβριον 1901 το Υπουργείον της Παιδείας διώρισε τακτικόν επιμελητήν των εν Άργει αρχαιοτήτων, όστις και μεριμνά και εργάζε­ται όσον δύναται διά το εν λόγω Μουσείον μας.

Λέγω όσον δύναται, διότι το Μουσείον έχει ήδη πλείστας αρχαιότητας σωρευθείσας πολλάς εν μια μόνη αιθούση. Και είναι απόλυτος ανάγκη, ει μη νέου ειδικού οικοδομήματος, τουλάχιστον μιας έτι αιθούσης και ερμαρίων προς αραίωσιν, τακτοποίησιν και νέαν απογραφήν και απαρίθμησιν των αρ­χαιοτήτων. Ο δήμαρχος Αργείων κ. Α. Καρατζάς, μεθ’ ου αρκετά περί τούτου συνωμιλήσαμεν, υπεσχέθη φιλοτιμίας την παραχώρησιν της δευτέρας αιθού­σης, ήτις παράκειται τη πρώτη».

Τελειώνοντας το άρθρο του, ο Δημ. Βαρδουνιώτης καταλήγει ότι πρέπει να γίνουν επισκευές για την ανάδειξη του μουσείου, ότι ο Δήμος δεν έχει τα οικονομικά μέσα και ότι είναι ανάγκη να συνεισφέρει και το κράτος. Διαπιστώνει ότι το μου­σείο είναι γεμάτο σκόνη και απεριποίητο και ότι αν οι αρμόδιοι ευνοούν να το εγκαταλείψουν στην κατάσταση αυτή, είναι καλύτερα να το διαλύσουν και να μεταφέρουν αλλού τις αρχαιότητες. Πράγμα που προφανώς έγινε το 1900. Ως προς τον έφορο – επιμελητή αρχαιοτήτων του μουσείου, εντοπίζουμε σε δημοσιεύματα της εποχής [4] ότι το λειτούργημα αυτό είχε αναλάβει ακριβώς ο Δημ. Βαρδουνιώτης. Τα στοιχεία που παρέχει ο Δημ. Βαρδουνιώτης είναι δυνατό να διασταυρωθούν επωφελώς με όσα παραθέτει στο άρθρο που μνημονεύσαμε προηγουμένως, η Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα», και προφανώς τα μεταφέρει από το Δελτίον της Εν Αθή­ναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Σύμφωνα με αυτά, η περισυλλογή και έκθεση αρχαιοτήτων στο Άργος έγινε το 1872, αναφέροντας ότι στη Γεν. Συνέλευση της Εταιρείας της 18ης Ιουνίου, ο Γεν. Γραμματέας της δήλωσε ότι αποφασίσθηκε για πρώτη φορά η επιθεώρηση όλων των αρχαιοτήτων του κράτους, μάλιστα στις επαρχίες, που προέρχονταν «εξ αγροικίας τινός ή πλεονεξίας, ηύξανον δ’ επιφόβως οσημέραι, ένεκα της ακηδίας των κατά τόπους αρχών». Και επειδή κανένα από τα τότε μέλη της Εταιρείας δεν μπορούσε να απουσιά­σει από τα καθήκοντά του στην Αθήνα, επιφορτίσθηκαν άλλα κατάλληλα πρόσω­πα, και συγκεκριμένα ο σχολάρχης της Ερμούπολης Α. Βλαστός και ο βοηθός του «αρχαιολογικού γραφείου» του Υπουργείου Παιδείας Παν. Σταματάκης.

Τον Ιούλιο του 1871 ο Α. Βλαστός επισκέφθηκε και το Άργος και τακτοποίησε την συλλογή των αρχαίων. Το 1878 – και εδώ επιβεβαιώνεται εν μέρει ο Βαρδου­νιώτης- ο Π. Σταματάκης, που είναι πλέον έφορος αρχαιοτήτων στο Υπουργείο, κατεβαίνει στο Άργος, συγκεντρώνει αρχαία που ήταν διασκορπισμένα στην πόλη και τα περίχωρά της και τα μεταφέρει στην «δημοτικήν συλλογήν».

Στο μεταξύ είχαν αρχίσει στις Μυκήνες οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν και η Αργολίδα βρέθηκε στο προσκήνιο ευρωπαϊκού, πια, ενδιαφέροντος. Όμως από το 1831 εί­χαν γίνει περιορισμένες ανασκαφές στην αργολική πεδιάδα, μάλιστα στο Ηραίον, από τον γνωστό μας Τόμας Γκόρντον, που τότε ήταν επικεφαλής του ελληνικού στρατού και είχε κτίσει το σπίτι του στο Άργος (σήμερα έδρα της Γαλλικής Αρ­χαιολογικής Σχολής στην πόλη) από το 1829.

Η αρχαιολογική συλλογή του Άργους είναι, όμως, πλέον βέβαιο, μετά τη γνω­στοποίηση της διατριβής του Michel Seve [5], ότι είχε σχηματισθεί τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα και στεγασθεί από τότε ήδη στο υπόγειο του κτιρίου της Δημαρχίας [6]. Αυτό μαρτυρείται κατά πρώτο στην επίσκεψη του Ερνέστ Μπρε­τόν, το 1859 στο Άργος: «μια από τις αίθουσες της Δημαρχίας περιέχει μικρό μουσείο αγγείων, γλυπτών και διαφόρων αποσπασμάτων, που συνελέγησαν στις ανασκαφές».

Έπειτα, κατά την επίσκεψη του Σαρλ Σωμπ, το 1862 («Επισκέφθηκα στο κτί­ριο της κοινότητας, ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο από αρχαία υπολείμματα, όμως δεν είδα τίποτε το εντυπωσιακό»!). Συνεχίζοντας, όμως, με τους ταξιδιώτες που περνούν από το Άργος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμίλ Ιζαμπέρ, το 1873, διαβάζουμε ότι:

«… μερικά ενδιαφέροντα υπολείμματα της αρχαιότητας είναι ακόμα διά­σπαρτα στη σύγχρονη πόλη, ανάμεσα στα άλλα και στο σπίτι του στρατηγού Τσώκρη, ένα ανάγλυφο που απεικονίζει την περίφημη ποιήτρια Τελέσιλλα» (sic από την πλευρά μας). «Στα κτίρια της δημαρχίας βρίσκεται μικρό μου­σείο το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες επιγραφές, κυρίως όμως άξια προσο­χής είναι αποσπάσματα γλυπτικής της μετώπης του Ηραίου, έργα της σχολής του Πολυκλείτου που αποκαλύφθηκαν πριν ορισμένα χρόνια, στις ανασκα­φές που διευθύνονταν από τον κ. Ραγκαβή. Πρόκειται για αποσπασματικά υπολείμματα, κεφαλές, μέλη, τμήματα ενδυμάτων, που δεν δοκίμασαν διόλου να συσχετίσουν για να αναστηλώσουν τις μορφές. Όμως αυτά τα υπολείμματα, άκρως ενδιαφέροντα για την ιστορία της τέ­χνης, έχουν τέτοιαν ομορφιά ύφους, ώστε μπορούν να ανταγωνιστούν τα γλυπτά του Παρθενώνα».

Ο Γερμανός Φον Φραντς Πετί επισκέπτεται το Άργος το 1878, τότε που πιθανόν ο Σταματάκης έχει ήδη συνθέσει την αρχαιολογική συλλογή της πόλης. Αναφέρει ότι «το Άργος κατέχει, έτσι, μερικούς θησαυρούς της τέχνης της γλυπτικής, που αποκα­λύφθηκαν πρόσφατα και σχηματίζουν την αρχή μιας συλλογής. Μέχρι να αποκτήσει η πόλη ένα μουσείο, οι θησαυροί αυτοί διατηρούνται στο κτίριο του δικαστηρίου». Η μαρτυρία αυτή υποδεικνύει ότι στο κτίριο του Δημαρχείου είχε ξαναβρεί στέγη και η πρώτη λειτουργία του, του 1831, ως δικαστικού καταστήματος, παράλληλα με τη στέγαση της δημοτικής Αρχής. Ο Πετί συνεχίζει με το ότι ένας δημοτικός υπάλ­ληλος τον συνόδευσε:

«… σε ένα γραφείο προς τα πίσω, όπου διατηρούνται οι θησαυροί. Σε μια γωνιά έσκυβε μελαγχολικά ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου. Το α­ντίγραφο είναι αρκετά ασήμαντο, μόνο που το άγαλμα, με ύψος ενάμισο πό­δι, έχασε το κεφάλι του στο πέρασμα του χρόνου. Στο πλάι, μια ορθογώνια πλάκα με ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή. Η έκφραση του προσώπου είναι ενερ­γητική, το μέτωπο είναι ισχυρό, τα μάτια ορθάνοιχτα, στα πλάγια βρίσκονται δύο φίδια, στραμμένα στην αρχή προς τα πάνω και έπειτα προς τα κάτω(…). Άλλη πλάκα παρουσιάζει ένα νεαρό σε άλογο, κι αυτόν σε ανάγλυφο και προ­φανώς καλής εποχής. Άλλα αποσπάσματα και πολυάριθμα κεραμικά και μπρούτζινα έχουν τοποθετηθεί σε ψηλές ντουλάπες, ανάμεσα σε σκονισμένα αρχεία. Στην αυλή του κτιρίου υπήρχαν πολλά κομμάτια κιόνων και επιστυλίων, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από το Ηραίον».

 

Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Άργος ο Ζοζέφ Ρενάκ και γράφει ότι «θα επισκε­φθούμε ένα μικρό μουσείο αρχαίων αποσπασμάτων, που αποκαλύφθηκαν στο Η­ραίον και συγκεντρώθηκαν στη Δημαρχία (σημείωση: «μου γράφουν από την Αθή­να ότι η πλατεία του Δημαρχείου του Άργους μόλις πήρε το όνομα πλατεία Γαμ­βέτα – Μάρτιος 1879» χρονολογία έκδοσης του βιβλίου του Ρενάκ):

Όταν μπήκαμε, το δημοτικό συμβούλιο συνεδρίαζε, με πουκάμισα, γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας. Βλέποντάς μας, αυτοί οι ταπεινοί διάδοχοι των Ατρειδών, σηκώθηκαν και με χάρη μας παρουσίασαν την αξία του μουσείου τους. Εντυπωσιάστηκα ζωηρά από ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα, που η στά­ση του είναι ίδια με της Αφροδίτης της Μήλου, λίγο πιο όρθιο(…).

Αργότερα, το 1886, ο Άγγλος Τζον Ήντουιν Σάντυς, γράφει ότι επισκέφθηκε πρώ­τα «το μουσείο, ένα δωμάτιο στο ισόγειο της Δημαρχίας, στο ίδιο κτίριο με το τοπι­κό σχολείο. Ο δάσκαλος ξεκλείδωσε την πόρτα» και είδε πολυάριθμα αποσπάσμα­τα γλυπτικής, κυρίως από το Ηραίον. Επισημαίνει και αυτός το μικρό άγαλμα που μοιάζει με την Αφροδίτη της Μήλου και ένα άλλο που αναπαριστά νύμφη, όπως και πολλές επιγραφές.

Τέλος, το 1896, οι μαρτυρίες δύο άλλων ταξιδιωτών μας οδηγούν και πάλι στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου. Ο Γκυστάβ Λαρουμέ γράφει ότι «στο Δημαρχείο υπάρχουν ορισμένα όμορφα θραύσματα γλυπτικής, που σχηματίζουν μικρό μουσείο», ενώ ο αββάς Ε. Λε Καμύ, αφού πρώτα ταυτίζει τη σημερινή πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον νεόκτιστο τότε ομώνυμο ναό, με την … αρχαία αγορά του Άργους (ακόμα δεν είχε ανασκαφεί η πραγματική θέση της), αναφέρει ότι «το μουσείο, σε μία από τις αίθουσες της Δημαρχίας, είναι μέτριου ενδιαφέροντος», τα περισσότερα εκτιθέμενα ευρήματα προέρχονται από το Ηραίον.

«Τα αποσπάσμα­τα που συνελέγησαν θα έπρεπε να μας δώσουν μία ιδέα για τους δύο μεγάλους καλ­λιτέχνες που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτό το αριστούργημα (σημ. τον ναό της Ήρας). Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Αυτά τα αποσυνδεμένα υπολείμματα, κεφα­λές, μέλη, επιτάφιοι λίθοι, μετόπες, επιγραφές, όλα θλιβερά κομματιασμένα, δεν λέ­νε σπουδαία πράγματα» (….). «Και αφού ξαναβρήκαν ένα ανάγλυφο που αναπαρι­στά την Τελέσιλλα (sic, από την πλευρά μας, φαίνεται ότι ήδη είχε εμπεδωθεί ο σχε­τικός μύθος), την ποιήτρια και πατριώτισσα που υπήρξε από τις δόξες του Άργους, γιατί δεν βρίσκεται εδώ; Ένας πλούσιος ιδιοκτήτης της πόλης το κράτησε και το φυλάει στο σπίτι του, μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα».

Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα, μεταφέρουμε εδώ μία περίεργη σημείωση του Γιάννη Βλαχογιάννη από το αρχείο του[7], μεταφορά από φύλλο της εφημερί­δας «Εφημερίς», σύμφωνα με την οποία το 1854 οι Μπούρσιαν και Ραγκαβής έσκαψαν στο Ηραίο και βρήκαν «χιλιάδες κουκλών και άλλας αρχαιότητας, αίτινες εξετέθησαν εν τω δημαρχιακώ καταστήματι Άργους. Εκ τούτων σήμερον ου­δεμία υπάρχει, άπασαι δ’ απωλέσθησαν». Τη σημείωσή του έχει τιτλοφορήσει «Αρχαιοκαπηλεία εν Άργει».

Στο Ημερολόγιον του Σκόκου, δώδεκα χρόνια αργότερα [8], μεταφέρεται από­σπασμα από έργο του Εδουάρδου Έγγελ, στο οποίο αναφέρεται ότι το «μουσείον εύρηται έν τινι πενιχρά οικοδομή» και ότι «αξιόλογος κατάλογος των εν αυτώ, εκ­πονηθείς υπό του εν Βερολίνω πρέσβεως Αλ. Ραγκαβή» βρίσκεται στο μουσείο, τέλος δε ότι οι Αργίτες δεν κρατούν όσα αρχαία βρίσκουν, αλλά τα παραδίδουν στο μουσείο.

Οι πληροφορίες αυτές είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, όπως θα δού­με στη συνέχεια, μάλιστα για την ύπαρξη καταλόγου, ο οποίος στα 1911, όταν γράφει ο Βαρδουνιώτης, προφανώς είχε πια υπερκερασθεί από το πλήθος των νέ­ων ευρημάτων, ιδίως μετά τις ανασκαφές στο Άργος.

Για «μουσείο ενός δωματί­ου» κάνει λόγο και η Ίζαμπελ Άρμστρονγκ, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη δημο­σίευση αποσπάσματος βιβλίου της σε τοπικό περιοδικό [9]. Τέλος, ως προς τη φύλαξη του μουσείου είναι χαρακτηριστικό, μικρό σημεί­ωμα τοπικής εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο τότε ανασκαφέας του Η­ραίου Βαλστάιν επισκέφθηκε το μουσείο, διαπίστωσε ότι έλειπαν αγγεία που είχε δει σε προηγούμενη επίσκεψη του κι όταν ρώτησε τον «επιστάτη» τι απέγιναν, αυτός απάντησε ότι ξένοι επισκέπτες «χάριν φαίνεται ενθυμήσεως λαμβάνουσιν από ταύτα»! Και η εφημερίδα προσθέτει ειρωνικά ότι «Ημείς νομίζομεν ότι δεν πρέπει να γίνηται λόγος περί αυτών, διότι είναι μικρά αντικείμενα ανάξια φυλάξε­ως!!!» (εφημ. «Αγαμέμνων», 10-4-1854).

2. Στις αρχές του 20ού αιώνα

Η κλοπή που σημειώθηκε στην αρχαιολογική συλλογή του Άργους, η οποία, από όσα εκθέσαμε ήδη, φαίνεται ότι δεν είχε τύχει ιδιαίτερης φροντίδας και φύλαξης, μετά την οργάνωσή της από τον Π. Σταματάκη και την σύνταξη καταλόγου από τον Ραγκαβή, σφράγισε την τύχη της κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα. Σε εφημερίδες της εποχής η κατάσταση παρουσιάζεται με αρκετά ανάγλυφο τρόπο. Δημο­σιεύεται η είδηση, στα μέσα του 1901 [10], ότι η συλλογή πρόκειται να μεταφερθεί στο Ναύπλιο, είδηση που συνοδεύεται από σχόλιο ότι «Δεν μας αφήκαν τίποτε. Μας έχουν διαγράψει όλους (οι) επάνω. Μας αφήρεσαν όλα τα οποία είχομεν. Μας αφήκαν έρημον τον στρατώνα. Μας κοροϊδεύουν όλους.

» Και αφού τίποτε, τίποτε δεν έχομε, μας αφαιρούν και το Μουσείον μας. Σημείον ότι στο μέλλον θα βάλουν φωτιά να μας κάψουν. Ο άμοιρος αυτός και άτυχος τόπος είναι διαγεγραμμένος από τους αρμοδίους.»

 

Βεβαίως, παρόμοια σχόλια δεν έπαψαν να δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο του Άργους, όχι μόνο για το μουσείο αλλά και για πλείστα όσα θέματα της πόλης. Η εποχή του Δημάρχου Σπ. Καλμούχου, που προίκισε την πόλη με την νεοκλασι­κή αγορά, το κτίριο παράπλευρα του Δημαρχείου, και με την ίδια την αναμόρφω­ση του δημαρχιακού κτιρίου (αρχιτέκτονάς τους ο από τους σημαντικούς αρχιτέ­κτονες της εποχής Π. Καραθανασόπουλος, 1889-1890), είχε παρέλθει. Και η νοο­τροπία ότι οι άλλοι «φταίνε για το κατάντημα του Άργους», όμως ουδείς από τους τοπικούς αρμοδίους και «φυσικά» κανένας από τους κατοίκους του, μία νοοτροπία που δεν έχει εξαφανιστεί ούτε στις μέρες μας, διαπιστώνεται πως έχει βαθιές τις ρίζες της. Αντίστοιχή της είναι εκείνη για τη «διεθνή συνωμοσία» κατά της Ελλά­δας και των Ελλήνων, πλήρως ανεύθυνων και αθώων κατ’ αυτήν…

Πέντε μήνες αργότερα, από την ίδια εφημερίδα [11] πληροφορούμαστε ότι το μου­σείο είχε κλειστεί περίπου προ μιας διετίας, λόγω της κλοπής τριών αγαλμάτων. Οι δράστες της κλοπής, μη κατονομαζόμενοι και προσδιοριζόμενοι, είχαν ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί (δεν αναφέρεται η τύχη των ίδιων των αγαλμάτων, ούτε ποια ακριβώς ήταν), όμως η σχετική ανάκριση που δεν είχε ολοκληρωθεί κρατούσε το μουσείο κλειστό. Και γίνεται έκκληση προς τον δήμαρχο να φροντίσει να ξανανοίξει το μου­σείο, ώστε να μη μειώνεται η υπόληψη της πόλης έναντι των ξένων.

Λίγες μέρες αργότερα [12] δίδεται η είδηση ότι εισαγγελέας είχε ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να ορίσει έφορο, που να παρευρίσκεται κατά τη στιγμή της «αποσφράγισης» της αρχαιολογικής συλλογής, αλλά και το ότι ο μόνος έφορος του μουσείου που υπήρχε είχε παραιτηθεί προ καιρού και κανένας δεν είχε ζητή­σει την αντικατάστασή του.

Όμως λίγους μήνες αργότερα το Υπουργείο διόρισε «Επιμελητήν των εν Αργεί αρχαιοτήτων» τον Δημ. Βαρδουνιώτη, ενώ πλέον κατο­νομάζεται ο δεύτερος από τους αρχαιοκάπηλους, ο σιδηρουργός Π. Λιμνιάτης, που καταδικάσθηκε στο Ναύπλιο σε 8 μήνες φυλακή [13]. Το μουσείο συνέχισε να παραμένει κλειστό [14], αλλά τον Ιούλιο 1902 ο δήμαρχος Εμμ. Ρούσσος είχε λάβει πρόνοια για επισκευή της αίθουσας και προστασία των παραθύρων της με σιδερένια κιγκλιδώματα. Η εφημερίδα που αναφέρει την είδη­ση [15], συντασσόμενη από τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη, δίνει επίσης τις πληροφορίες ότι κατατέθηκαν και άλλες αρχαιότητες στη συλλογή και ότι ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, με ένταλμα Ειρηνοδίκη, κατέσχε στην οικία του Θ. Κοντογιάννη και μετέφερε στη συλ­λογή δύο ανάγλυφα, πήλινα ειδώλια, αγγεία και αρχαία νομίσματα.

Άλλα μεγάλα αγγεία είχαν κατασχεθεί «εις χείρας γυναικός τινος». Ο Βαρδου­νιώτης είχε αρχίσει την ειδολογική τακτοποίηση των αντικειμένων, για τα μικρά από τα οποία είχε παραγγείλει μεγάλες ντουλάπες. Μετά την τακτοποίηση θα ακο­λουθούσε γενική απογραφή και ακριβής κατάλογος, εκφραζόταν δε η ελπίδα ότι έτσι το μουσείο θα γινόταν ένα από τα καλύτερα επαρχιακά.

Εννέα χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος που ο Βαρδουνιώτης δημοσιεύει στη «Δανάϊδα» το εμπεριστατωμένο άρθρο του, σε άλλη τοπική εφημερίδα [16]δημοσιεύεται πολύ σημαντικό σχόλιο, που περιγράφει την κατάσταση στο μουσείο:

… Κανένας δε ζητεί να το επισκεφθεί, επειδή όλα τα αξιόλογα αντικείμενά του είχαν μεταφερθεί στην Αθήνα, ώστε οι εκεί αρχαιολόγοι να τα μελετή­σουν. Μόνο θραύσματα αγγείων και αρχαίες επιγραφές είχαν παραμείνει σε αυτό, πράγμα που συνεχιζόταν και το επόμενο έτος[17], παρά τη δεύτερη περίο­δο των ανασκαφών του Φόλγκραφ. Γι’ αυτό και η εφημερίδα τόνιζε ότι καλύ­τερα να έκλεινε το μουσείο, που κατελάμβανε «ασκόπως» μια αίθουσα του Δημαρχείου, ή να «πλουτισθεί και να γίνει τέλειον», με την επιστροφή και των αντικειμένων που παρέμεναν στην Αθήνα. Ανάλογα τονίζονται και το επόμενο έτος[18], ενώ το 1915 κρούεται ο κώδωνας του κινδύνου ότι αν το μουσείο δεν μεταφερθεί σύντομα σε καταλληλότερη αίθουσα, θα μεταφερ­θούν τα αντικείμενα στο μουσείο του Ναυπλίου. Λίγες μέρες νωρίτερα ο Επό­πτης Αρχαιοτήτων στην Αργολιδοκορινθία Φιλαδελφεύς είχε επιθεωρήσει το μουσείο και «απεκόμισεν» κακές εντυπώσεις, κυρίως για το ότι οι αρχαιότη­τες ήταν τοποθετημένες σε εντελώς ακατάλληλο χώρο του Δημαρχείου[19].

Βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε όσα τον ακολούθησαν. Διχασμός, εκστρατεία στη Μ. Ασία, Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ σε τοπικό επίπεδο παύει να εκδίδεται κάθε τοπική εφημερίδα. Μόνον ενδελε­χής έρευνα στα δημοσιεύματα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στα τυχόν διασωζόμενα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας ενδεχομένως θα μπορούσε να μας παρά­σχει στοιχεία για την αρχαιολογική συλλογή του Άργους μέχρι τον προχωρημένο Μεσοπόλεμο.

3. Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Στις εφημερίδες του Άργους που αρχίζουν να εκδίδονται μετά το 1925 εντοπίζου­με ότι η αρχαιολογική συλλογή συνεχίζει να στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρ­χείου και ότι μεταφέρεται σε αίθουσα του παράπλευρου κτιρίου, επί της σημερι­νής οδού Βασ. Σοφίας (όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες του Δήμου), που τότε στέγαζε το Ελληνικό Σχολείο[20].

Κομβικό, όμως, για την ίδρυση μουσείου στο Άργος είναι το έτος 1931, οπότε με Υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου σχεδιάζεται και αρχίζει να υλο­ποιείται εντατικά κτιριακό πρόγραμμα για την ανέγερση ολόκληρης σειράς νέων σχολικών κτιρίων. Έτσι, δίδεται η πληροφορία ότι διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας πρόβλεψε την ίδρυση μουσείου στο Άργος[21], ενώ ο τότε δήμαρχος Κ. Μπόμπος φαίνεται να πέτυχε την χορήγηση πίστωσης 600.000 δραχμών από το ίδιο Υπουργείο, για την ίδρυση του μουσείου στην οικία Καλλέργη[22].

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932.

Σε λίγες μέρες, ειδική επιτροπή για το μουσείο Άργους, υπό την προεδρία του Νομάρχη Παπαδάμ και μέλη την Έφο­ρο Αρχαιοτήτων Σέμνη Καρούζου (που μέχρι το τέλος της ζωής της δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για το Άργος), τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Αρ. Παιδάκη και τον γυμνασιάρχη (μόνιμα μέλη), και με αιρετά μέλη τους Γεώργιο Μέντζο, Γ. Κωνσταντόπουλο και Ανδρέα Καρατζά, επισκέφθηκε την οικία Καλλέργη και γνω­μάτευσε πως είναι κατάλληλη για να στεγάσει το μουσείο[23].

Σέμνη Καρούζου

Δύο χρόνια αργότερα, κι όταν έχουν μεσολαβήσει οι γνωστές ανώμαλες πολιτι­κές εξελίξεις, με στρατιωτικά κινήματα κλπ., δεν έχει σημειωθεί καμία εξέλιξη στο ζήτημα του μουσείου, ενώ τοπική νέα εφημερίδα [24], υπό τον εύγλωττο τίτλο «Υπάρ­χει Μουσείον;» διεκτραγωδεί την υπάρχουσα κατάσταση και ζητά να τακτοποιη­θούν οι αρχαιότητες στην αίθουσα όπου έχουν μεταφερθεί, να καθορισθούν ώρες για την επίσκεψή της και να τοποθετηθεί πινακίδα που να δείχνει πού βρίσκεται… Η ίδια εφημερίδα, και μέχρι να πάψει την έκδοσή της με τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο, δεν παύει να δημοσιεύει άρθρα για την επιτέλους ίδρυση μουσείου στο Άρ­γος [25]. Από άρθρο της του 1935 μαθαίνουμε ότι στο Υπουργείο Παιδείας υπήρχαν «δύο σχέδια», από τα οποία το ένα αφορούσε τη μετατροπή της οικίας Καλλέργη και το δεύτερο την οικοδόμηση νέου κτιρίου (λύση που πρόκρινε και η ίδια).

Αργότερα, το 1936, πληροφορεί ότι από τον Δεκέμβριο του 1933 ο Δήμος Άργους είχε λάβει απόφαση, και την γνωστοποίησε στο Υπουργείο, ότι δώριζε οικόπεδο κοντά στο κτίριο Καλλέργη, όπου θα μπορούσε να ανεγερθεί «μεγαλοπρεπές κτίριον», με δα­πάνη και του Υπουργείου Συγκοινωνιών, «εις το ισόγειον του οποίου θα εστεγάζετο το Μουσείον και εις τους άνω ορόφους αι υπηρεσίαι 3Τ» (ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο).

Από τότε είχε αρχίσει η εκτόξευση «φαεινών» κτιριακών ιδεών, που μέχρι σήμερα δεν παύουν να εκτοξεύονται, υπό νέες βεβαίως μορφές, ταλανί­ζουν το Άργος, προκαλούν διαρκείς αναβολές στην εκπόνηση οιασδήποτε ορθολο­γικής πρότασης για χρήση σημαντικών κτιρίων και, σε τελευταία ανάλυση, προκα­λούν θυμηδία και ειρωνικά σχόλια για το πολιτισμικό επίπεδο της πόλης… Σε άλλα σχόλια της ίδιας της εφημερίδας, επί δικτατορίας Μεταξά, το 1938, δημοσιεύονται οι πληροφορίες ότι το κονδύλι του Υπουργείου Παιδείας για το μουσείο δύο φορές είχε εγγραφεί στους ετήσιους προϋπολογισμούς του και δύο φορές είχε διαγραφεί, διότι… δεν υπήρχε νόμος για την ανέγερση μουσείων, παρά μόνο για επισκευές ή συμπληρώσεις τους (sic). Γι ‘ αυτό και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να δωρίσει το ίδιο το κτίριο Καλλέργη, πράγματι προέβη στη δωρεά, αλλά κεντρικά κρίθηκε ακατάλληλο για τον σκοπό αυτό. Ο Δήμος Άργους φαίνεται ότι συνεχίζει αμέθοδες προσπάθειες, που τελικά αποδεικνύονται πλήρως ατελέσφορες, όπως και εκείνη, την ίδια εποχή, για ίδρυση Πνευματικού Κέντρου στην πόλη.

4. Η αρχαιολογική συλλογή κατά την Κατοχή

 

Ισόγειο

Σε αχρονολόγητο τμήμα επίσημης έκθεσης του ελληνικού κράτους, όπου καταγρά­φονται οι καταστροφές που προκάλεσαν στη χώρα οι Αρχές Κατοχής (σχετικά εκδόθηκε στα αγγλικά και «Μαύρη Βίβλος», σε μεγάλο σχήμα), περιλαμβάνεται και μνεία για το ότι κατά την περίοδο αυτή κλάπηκαν ευρήματα τα οποία απόκεινταν στο μουσείο Άργους. Η αρχαιολογική συλλογή είχε επανέλθει στο ισόγειο του Δημαρ­χείου, είχε εμπλουτισθεί με ευρήματα των νέων ανασκαφών Φόλγκραφ, κατά τη δεκαετία του 1930 [26], αλλά παραμένει εντελώς άγνωστο αν είχε συνταχθεί νέος κα­τάλογος των αποκειμένων αντικειμένων ή, επιτέλους, αν είχε ενημερωθεί ο παλαιός, που σίγουρα υφίστατο από την εποχή των Σταματάκη – Ραγκαβή – Βαρδουνιώτη.

Έτσι, παραμένει στο σκοτάδι τι ακριβώς αφαιρέθηκε από την συλλογή αυτή, αν εντοπίστηκαν μεταπολεμικά, στις πρώην χώρες Κατοχής της χώρας μας, αντι­κείμενα ή έστω στοιχεία για τα αφαιρεθέντα αντικείμενα, όπως και αν και πώς και με ποιο αποτέλεσμα τυχόν διεκδικήθηκαν από τις ελληνικές Αρχές. Κυκλοφόρη­σαν, βεβαίως, και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμα στην πόλη, ιδιαίτερα μεταξύ των παλαιοτέρων, «πληροφορίες» για κλοπές και για κλοπείς Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο.

Τέλος, δεν έχει ποτέ διευκρινισθεί πόσα και ποια, τελικά, αντικείμενα της αρ­χαιολογικής συλλογής όδευσαν προς το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και αν, ποια και πότε τυχόν «επέστρεψαν» στο Άργος. Αλλά και δεν έχω πληροφόρηση αν εκείνα τα αντικείμενα που εντοπίζονται στην αρχαιολογική συλλογή κατά τον 19ο αιώνα, από ξένους ταξιδιώτες, βρίσκονται σήμερα στο μουσείο.

Ισόγειο, ευρήματα Λέρνας.

5. Η μεταπολεμική ίδρυση του μουσείου (και η συνέχεια)

 

Με την επανέκδοση της εφημερίδας «Ασπίς», υπό την αποκλειστική διεύθυνση πια του τυπογράφου I. Ψωμαδάκη, επαναλαμβάνεται τακτική αρθρογραφία, από το 1950, και λίγο πριν ξαναρχίσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συστηματικές ανασκαφές στο Άργος, αλλά και η δική μας Αρχαιολογική Υπηρεσία τις σωστικές ανασκαφές, για την ίδρυση του αρχαιολογικού μουσείου[27].

Σε φύλλο της 16-5-1954 δημοσιεύε­ται επίσημη απάντηση του τότε Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας Κων­σταντίνου Γεωργούλη, του γνωστού φιλολόγου, ότι καταρχήν αποφασίσθηκε να ι­δρυθεί Μουσειακή Συλλογή (sic) στο Άργος, υπό την προϋπόθεση (που όμως .. .απο­τελούσε δεδομένο, μετά την απόφαση περί δωρεάς από τον Δήμο Άργους) να εγκα­τασταθεί στο «μέγαρο Καλλέργη» και «εφόσον τούτο ήθελεν επισκευασθεί».

Τελικά η ανέγερση του νέου μουσείου αναλαμβάνεται με έξοδα του Γαλλικού κράτους, σε σχέδια του ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Φομίν, με αξιοποίηση του κτιρίου Καλλέργη και με την ανέγερση νέας πτέρυγας, που ο Φομίν όχι μόνο πρόβλεψε ανατολικά του Καλλέργειου, αλλά τη «σφήνωσε» στην πλευρά του προς νότο. Δυστυχώς εξαφάνισε και όλες τις ιστορι­κές πλέον τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ερειπωμένου κτιρίου, ενώ δεν πρόβλεψε την αναστήλωση του προστυλίου του, για το οποίο δεν υπήρχαν μεν τότε διαθέσιμες οι αναπαραστάσεις του, όπως του Στάντεμαν, όμως ήταν σαφέστατα ορατές οι βάσεις στήριξης των δοκών αυτού του προστυλίου, που ο Φομίν τις έχει αποτυπώ­σει, ενώ στο καποδιστριακό σχέδιο πόλης σαφώς και εμφανίζεται το προστύλιο σε κάτοψη.

Εσωτερικό πρώτου ορόφου, ελληνορωμαϊκά γλυπτά.

Θεωρώ ότι κατά τη μελλοντική ανασυγκρότηση του μουσείου Άργους, που έχει προγραμματισθεί, θα πρέπει να αποκατασταθεί η ανατολική πλευρά του «Καλλέργειου» και να απελευθερωθεί από τη «σφήνα», καθώς και ότι ο Δήμος θα πρέπει να το απαλλάξει από το βάρβαρο πρόσκτισμα, στη νότια πλευρά, που πα­λαιότερα το είχε νοικιάσει σε σιδηρουργείο και σήμερα σε φαστφουντάδικο. Η αντίληψη του μπουρδουκλώματος μουσείου – «3Τ»- και όποιας άλλης χρήσης, κολλητά στο μουσείο, είναι καιρός να πάρει τέλος.

Μέσα σε ένα χρόνο  (1956-1957) είχαν λυθεί όποια ζητήματα παρουσιάστηκαν για τη δημιουργία του μουσείου και είχε επισκευασθεί το «Καλλέργειο» [28], στο ισόγειο του οποίου εκτέθηκαν τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη Λέρνα, από τον Τζον Κάσκυ [29], ενώ τελείωσε στις αρχές του 1959 η νέα πτέρυγα, όπου άρχισαν να τοποθετούνται προθήκες, για να μεταφερθούν οι αρχαιότητες από το ισόγειο του κτιρίου της Εμπορικής Σχολής (παλαιότερα, του Ελληνικού Σχολείου), όπου και πάλι είχαν μετακομίσει από το ισόγειο του Δημαρχείου [30].

Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1961 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του συνό­λου συγκροτήματος του μουσείου Άργους [31]. Ανακαίνιση του Μουσείου, περιορι­σμένης έκτασης, έγινε το 1991 [32], ενώ από το 1995 άρχισαν να εμφανίζονται desiderata, δίχως όμως χωροταξική και τεχνική θεμελίωση, για δημιουργία νέου μουσείου, στον ευρύτερο χώρο της Αρχαίας Αγοράς.

Το σημερινό μουσείο είναι αλήθεια ότι έχει υπερκορεσθεί από τη συγκέντρωση αρχαιοτήτων και μία προσω­ρινή λύση για μεταφορά μέρους των αρχαιοτήτων σε αποθήκη του Δήμου Άργους παρουσιάζει πλήθος μειονεκτημάτων. Το 2005, σε θερινή επίσκεψη του στο Άρ­γος, ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού Π. Τατούλης δήλωσε ότι «το Υπουργείο ήταν αποφασισμένο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου μεγάλου και σύγχρονου μουσείου, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών και θα διαθέτει, παράλληλα, σύγχρονους αποθηκευτικούς χώρους».

Πέντε χρόνια νωρίτερα, πάλι σε θερινή επίσκεψη, ο τότε Υπουργός Πολιτι­σμού Θ. Πάγκαλος δήλωσε ότι: «Για το μουσείο Άργους: καταλήξαμε στην απόφαση ότι πρέπει να δημιουρ­γηθεί νέο μουσείο. Ο δήμαρχος θα προτείνει τους υπάρχοντες χώρους στο νέο σχέδιο του Άργους, το κατάλληλο ακίνητο, εντός του οποίου θα ξεκινήσουμε τη διαδικασία, ελπίζοντας να γίνει έναρξη των εργασιών μέσα στην τετραετία» [33]. Τελικά, τον Απρίλιο του 2010 ανακοινώθηκε ο εκσυγχρονισμός του υπάρχοντος μουσείου και ότι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε τη σχετική αρχι­τεκτονική μελέτη [34].

Στέγαστρο, οπού και τα ελληνορωμαϊκά μωσαϊκά.

6. Ως κατάληξη

Στο Άργος συγκροτείται μια πρώτη αρχαιολογική συλλογή και στεγάζεται, ίσως και πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, σε αίθουσα του ισογείου του κτιρίου του Δημαρχείου Άργους, που κτίσθηκε το 1830 και στέγασε αρχικά το «Ανέκκλητον Δικαστήριον» του νέου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν πολλές, αλλά όχι λεπτομερείς πληροφορίες για τα αντικείμενα του μουσείου και, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, μέσα από πολύτιμες πληροφορίες που δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο (άρθρα, σχόλια, ειδήσεις).

Οι Π. Σταματάκης και Αλ. Ραγκαβής ήταν αυτοί που κατέταξαν τα αντικείμενα της αρχαιολογικής συλλογής και συνέτα­ξαν τους πρώτους καταλόγους, ενώ ο ιστορικός του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτης διετέλεσε Επιμελητής-Έφορός της και μερίμνησε στη συνέχεια για τη συλ­λογή αυτή. Ήδη από την αρχή του 20ού αιώνα διαμορφώθηκε το αίτημα για δημιουργία μουσείου στην πόλη. Κατά τον Μεσοπόλεμο αναλήφθηκαν συγκεκριμένες ενέρ­γειες για τον σκοπό αυτό και γράφηκε σχετικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Εσωτερικές ασυστηματοποίητες και δίχως προφανή συνέχεια ενέργειες και γνώμες, αλλά και κεντρικές ανωμαλίες εμπόδισαν την υλοποίη­ση της δημιουργίας του.

Μεταπολεμικά, με δαπάνες του Γαλλικού κράτους, συ­γκροτήθηκε το σημερινό Μουσείο Άργους, αλλά με ασύμβατες επεμβάσεις στε­γάσθηκε στο ιστορικό κτίριο του Δημ. Καλλέργη (κτίσθηκε το 1830). Σήμερα σχε­διάζεται ο εκσυγχρονισμός του, ενώ κατά τη διαρρεύσασα δεκαετία γενικές προ­τάσεις για δημιουργία νέου μουσείου και υπουργικές υποσχέσεις φαίνεται να επα­ναλαμβάνουν, με αναπάντεχο τρόπο, την «πορεία» του μουσείου κατά την περίο­δο του Μεσοπολέμου.

Αθήνα, Οκτώβριος 2010

Προσθήκη

Στις αρχές του 2012 κυκλοφόρησε το έργο της Ντόρας Βασιλικού «Το χρονικό της ανασκαφής των Μυκηνών, 1870-1878» (έκδοση της Αρχαιολογικής Εταιρείας). Στο έργο αυτό αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος του αρχαιολόγου Παν. Σταματάκη και αξιοποιείται το αρχείο του, όσον αφορά τις ανασκαφές των Μυκηνών κατά τη δεκαετία του 1870. Μεταξύ άλλων δίδεται η πληροφορία ότι, το φθινόπωρο του 1878, ξεκίνησε έρευνες στο Άργος και στο Ναύπλιο, αρρώστησε βαριά από ελονοσία, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο το 1885 (σελ. 185, 105,81).

Αλλά και πριν το 1878 ο Σταματάκης βρισκόταν σε επαφή με το Άργος, όπως το 1873, από όπου γράφει επιστολή στον Στέφ. Κουμανούδη (σελ. 83, σημ. 193), το 1876, από όπου συντάσσει επιστολή προς τον Νομάρχη Αργολίδας και το 1877, οπότε συντάσσει άλλη επιστολή προς τον πρόεδρο της Αρχ. Εταιρείας (σελ. 204-205). Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Αρχ. Εταιρείας (συνεδρίαση της 24-11-1876), οι Αργείοι ήθελαν να κρατήσουν τα αρχαία των Μυκηνών επί τόπου, αλλά αντέδρασε ο αντιπρόεδρός της Φιντικλής, που βρισκόταν για λίγες μέρες στις Μυκήνες, διότι στο Άργος δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος ούτε για εναπόθεση ούτε για μελέτη (σελ. 137).

Έτσι, ενισχύονται οι πληροφορίες του Βαρδουνιώτη που δημοσιεύουμε στη μελέτη μας, ιδιαίτερα όσον αφορά την παραμονή του Σταματάκη στο Άργος και την τακτοποίηση από αυτόν της αρχαιολογικής συλλογής της πόλης, το Νοέμβριο του 1878, αλλά και την κατά καιρούς διαπιστωνόμενη έλλειψη επαρκούς χώρου για τις αρχαιότητες.

(Β.Κ.Δ, 23-2-2012)

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, πολιτικός επιστήμων, ιστορικός

 Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τεύχος 5, Μάρτιος 2012.

 Υποσημειώσεις


[1] Εκτός από τον τοπικό Τύπο της εποχής, και ο αθηναϊκός έδωσε επαρκή δημοσιότη­τα στο γεγονός, βλ. γ. π. εκτενές άρθρο της Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα» της 25-6-1961.

[2] Βλ. άρθρο-έρευνα του Μ. Παρασκευαΐδη στην «Καθημερινή» της 4-7-59. Για την ιστορία του κτιρίου του Δημ. Καλλέργη, βλ. σειρά άρθρων μου στο περιοδικό «Αρχαιολο­γία», τεύχη 36 (Σεπτ. 1990), 38 (Μάρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000). Βασίστηκαν στην απο­δελτίωση του τοπικού Τύπου, σε υλικό αρχείων και σε εικονογράφηση εποχής. Αναδημο­σιεύουμε εδώ τμήμα του εικονογραφικού αυτού υλικού.

[3]«Δαναΐς», φύλλο της 18-11-1911, με υπογραφή «Εν Άργει, Δ.Κ.Β.». Έχουμε συγκε­ντρώσει και κατατάξει δεκάδες άρθρων του Βαρδουνιώτη, θα μπορούσαν δε να εκδοθούν μόνο τα ιστορικά του, με τη σχετική εργογραφία του, βιβλιογραφία κλπ.

[4]Βλ. σ.χ. εφημερίδα «Άργος» φ. II, 1-1-1903, σελ. 4.

[5] Διατριβή 3ου Κύκλου στο Πανεπιστήμιο 10 του Παρισιού (Ναντέρ), υπό τη διεύθυν­ση του Ρενέ Ζινουβές, 1979, υπό τον τίτλο (μετάφραση) «Μαρτυρίες ταξιδιωτών και καλ­λιτεχνών για την πόλη και τις αρχαιότητες του Άργους, 16ος -19ος αιώνας». Το έργο αυτό, επεξεργασμένο από τον συγγραφέα, πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς στα ελληνικά.

[6] Για την ιστορία του κτιρίου της Δημαρχίας βλ. στο περιοδικό «Αρχαιολογία» τη μελέτη μου «Το «Δημόσιον Κατάστημα», σήμερα συγκρότημα όπου το Δημαρχείο Άρ­γους», τχ. 30 (Μάρτ. 1989) και 31 (Ιούν. 1989). Δυστυχώς, από τεχνικό λάθος, έχει γίνει αντιμετάθεση παραγράφων στην αρχή του κειμένου, την οποία ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη για την ομαλή ανάγνωσή του.

[7] ΓΑΚ/Βλαχ./κουτί 60. από το φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», της 25-11-1876.

[8]«Ημερολόγιον» Σκόκου, 1888, σελ. 68.

[9] «Ελλέβορος» τχ. II, «Πρώτο αφιέρωμα στο Άργος» σελ. 39, δίχως καμία αναφορά τίτλου του βιβλίου, έτους έκδοσης, μετάφρ. Αρίστης Κούρτογλου.

[10] Εφημ. «Μυκήναι», που διευθυνόταν από τον λόγιο Κ. Ολύμπιο, φ. 6, 6-5-1901.

[11] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 28, 7-10-1901.

[12] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 30, 21-10-1901

[13]Εφημ. «Ίναχος», φ. 8, 25-1-1902.

[14] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 48, 17-3-1902

[15]Εφημ. «Ίναχος», φ. 9-10, 6-7-1902.

[16] Εφημ. «Άργος», φ. 126, 25-5-1911.

[17]Εφημ. «Άργος», φ. 168, 27-4-1912.

[18] Εφημ. «Άργος», φ. 176, 21-6-1912.

[19] Εφημ. «Άργος», φ. 19-3-1915.

[20] Εφημ. «Αλήθεια», 13-4-1927, «Παναργειακή» 3-6-1928 και «Αγροτική Αργολίς» επίσης 3-6-1928.

[21] Εφημ. «Χρονικά του Άργους», 26-7-1931.

[22] Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 2-8-31

[23]Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 30-8-1931.

[24]«Ασπίς τον Άργους», 22-10-1933.

[25] «Ασπίς του Άργους», φύλλα των 7-10-1934, 24-2-1935, 3-3-1936, 19-7-1936, 21-2-1937, 23-5-1937, 6-3-1938, 25-3-1938, 26-9-1938.

[26]Για την απήχηση των ανασκαφών Φόλγκραφ στο Άργος βλ. μελέτη μου που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του συνεδρίου για τον Φόλγκραφ.

[27] Από το φύλλο της 3-9-1950 και συνεχής αρθρογραφία μέχρι και την ολοκλή­ρωση του μουσείου.

[28] Βλ. χαρακτηριστικά απάντηση του τότε Υπουργού Παιδείας Κ. Τσάτσου εφημ. «Ασπίδα» της 13-1-1957.

[29] Βλ. «Ασπίδα» 10-8-58.

[30]«Ασπίς» 24-5-59.

[31]Βλ. σημ. 1.

[32]«Φείδων», 22-5-91, «Αργειακό Βήμα» 3-7-91.

[33]Οι δηλώσεις Τατούλη στην «Αργολίδα» της 20-8-05, στο «Αργειακό Βήμα» της 24-8-05 και στον «Φείδωνα» της 7-9-05. Οι δηλώσεις Πάγκαλου στα «Νέα της Αργολίδας» και στον «Παρατηρητή» της 17-7-2000.

[34]«Τα Αργολικά» της 1-4-2010.

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Το Άργος στην Αγγλική Βιβλιογραφία


 

Ένας από τους σκοπούς που πρέπει να επιτύχη κάθε τοπικό συνέδριο είναι και η συγκέντρωση της βιβλιογραφίας, Ελληνικής και ξένης, για τον υπό εξέταση νομό. Έτσι θα ταυτισθή και η έννοια τοπικό με την αντί­στοιχη αγγλική λέξη topic που σημαίνει το προκείμενο θέμα. Όσον αφορά στο Άργος και γενικώτερα την Αργολική ή πλουσιώτερη ξένη βιβλιογραφία είναι στην αγγλική γλώσσα[1] και κατά δεύτερο λόγο στην γαλλική[2] και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες[3].

Χρέος των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Δαναός και Παλαμήδης και των τοπικών Βιβλιοθηκών είναι να συγκεντρώσουν την αντίστοιχη ξένη βιβλιογραφία για το νομό Αργολίδος, αφού έρθουν σε επαφή με τις μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλιοθήκες από τις οποίες μπορούν με την μέθοδο της ανταλλαγής να λάβουν σε βιβλιογραφικά δελτία και σε φωτοτυπημένα αποσπάσματα έργων όσα σχετίζονται με τον νομό.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Μ’ αυτό τον τρόπο ο μελλοντικός ερευνητής των αργολικών θεμάτων θα μπορή να βρίσκη στον τόπο της έρευνάς του και κυρίως στις τοπικές Βιβλιοθήκες του νομού την πιο ουσιαστική βοήθεια και ενημέρωση. Μικρή συμβολή στην εκπλήρωση αυτού του σκοπού αποτελεί και η δημοσίευση της παρούσης ανακοινώσεως.

Γκιζέλα Ρίχτερ

Αρχίζοντας από τα τελευταία άρθρα των εγκυκλοπαιδειών του αγγλό­φωνου κόσμου για το Άργος βλέπουμε ότι τονίζονται ιδιαίτερα στην αρ­χαιολογία η προϊστορική περίοδος, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Αμερικάνου αρχαιολόγου Μπλέγκεν[4] για το Ηραίο του Άργους με τον τίτλο Prosymna, όπως και στα έργα των Βαλντστάϊν[5] και Λέμαν[6] για το Ηραίο και την Αργολίδα. Για την Αρχιτεκτονική και την Γλυπτική, στις oποιες ο Αργολικός γενικά χώρος έχει προσφέρει βασικό υλικό για χρονολόγηση και αξιολόγηση, βασίζονται στα έργα του Ντίνσμουρ «Η Αρχιτεκτονική της Αρχαίας Ελλάδος»[7] και της Γκιζέλα Ρίχτερ «Η Γλυπτική και οι Γλύπτες των Ελλήνων»[8].

Όσον αφορά στην ιστορία μετά την Μυκηναϊκή εποχή, την εποχή του Φείδωνος, των Περσικών πολέμων και του Πελοποννησιακού πολέμου δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην Ελληνιστική περίοδο της ιστορίας του Άργους, επειδή οι αρχαίες πηγές προσφέρουν πλουσιώτερο και λεπτομερέστερο υλικό. Κατόπιν εντάσ­σουν την ιστορία της πόλεως στη γενική ιστορία της Ελλάδος και μνημο­νεύουν ιδιαίτερα τις χρονιές των επιδρομών των Γότθων 267 και 395 μ.Χ. Σταματούν ακόμα στα αποτελέσματα που είχε η Τετάρτη Σταυροφορία για την Αργολική, δηλαδή την παρακμή του Άργους και την άνοδο σε πολι­τική και στρατιωτική σημασία του Ναυπλίου.

Τονίζονται ακόμη οι κατα­στροφές από τούς Τούρκους του 1397 και 1500 και κυρίως ο σημαντικός ρόλος που έπαιζε το Άργος στον αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821. Στα άρθρα που αναφέρονται στο Άργος το υλικό προέρχεται για την αρχαία περίοδο σε αποσπάσματα των συγγραφέων Ηροδότου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και κυρίως του Πλουτάρχου, τα Γεωγραφικά του Στράβωνα και φυσικά του Παυσανία.

Πλουσιώτερο υλικό υπάρχει για την Αργολική στην πληθώρα των εκδόσεων των νεωτέρων χρόνων για την Ελλάδα, όπου βρίσκουμε παντός είδους πληροφορίες. Αυτές υπάρχουν στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Άγγλων συγγραφέων και μπορούν να αξιολογηθούν ανά­λογα με την παιδεία του συγγραφέα, ανθρωπιστική ή πολιτική και κοινω­νική.

Αναγκαία είναι η μετάφραση των αποσπασμάτων των έργων αυτών που αναφέρονται στο Άργος στους τρεις τελευταίους αιώνες. Για την περί­οδο 1700-1750 έχουμε 75 εκδόσεις, 1750-1800 115 και για την περίοδο 1804 -1853 450. Αν αναλογισθούμε το ρόλο της Αργολίδας στην ιστορία της Πελοποννήσου ειδικότερα και ότι βρέθηκε στη δίνη όλων των αξιοσημείω­των γεγονότων της Ελληνικής ιστορίας αυτών των περιόδων, μπορούμε να καταλάβουμε την αξία που έχει για τις Αργολικές σπουδές μια μελλον­τική αναδίφηση των αγγλικών εκδόσεων αυτών των περιόδων.

Οι συγγραφείς των έργων αυτών περιέρχονται την ύπαιθρο τις περισ­σότερες φορές με κίνδυνο της ζωής τους και όταν τα κίνητρά τους δεν είναι εμπορικά, όπως για την Λεβάντ Κόμπανυ ή θρησκευτικά, όπως ο αντιπαπισμός και ο προσηλυτισμός, αλλά η τάση φυγής από τον Ευρω­παϊκό Βορρά, η αρχαιοφιλία και η αισθητική καλλιέργεια, τότε μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για ην ζωή του τόπου.

Βρίσκουμε χρήσιμες γεωγραφικές παρατηρήσεις μαζί με τις περιγραφές αρχαιολογικών ευρημάτων στα έργα αυτά, που βοήθησαν όχι μόνο την ερασιτεχνική ασχολία, αλλά και την επιστημονική και έγιναν κίνητρα για την αναζωπύρηση του συγ­χρόνου περιηγητικού πνεύματος. Η έκδοση του τουριστικού δρομοδείκτη της Πελοποννήσου στα γερμανικά από την κρουαζιέρα του Ναυπλίου το 1833 είναι εκδήλωση αυτού του πνεύματος, που επιζή μέχρι σήμερα στις τουριστικές ευρωπαϊκές εκδόσεις για την Ελλάδα.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Από τους Άγγλους περιηγητές σημαντικώτερος σαν συγγραφέας είναι ο στρατιωτικός Γουίλιαμ Λήκ [9], που επεσκέφθη την Αργολική τον Ι­ούνιο του 1802, 25 ετών τότε, και τον Μάρτιο του 1806. Καταγράφει τις εντυπώσεις του λεπτομερειακά και με ημερολογιακό τρόπο στο έργο του «Ταξίδια στον Μοριά». Σαν πρότυπό του έχει τον Παυσανία, που ακολουθεί τα βήματά του, προσπαθώντας να βρη και να ταυτίση μ’ αυτά που έβλεπε ό,τι είχε καταγράψει ο Παυσανίας[10] στα Αργολικά του.

Δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη σύσταση του πληθυσμού, την παραγωγή της πεδιά­δας του Άργους και παρατηρεί ότι λόγω τής ποιότητας του νερού οι γυναί­κες του Ναυπλίου είναι ωραιότερες από τις Αργίτισσες (!), γι΄ αυτό ίσως να υπεχώρησαν προ των γυναικών του Άργους και οι Σπαρτιάτες στον μεταξύ τους πόλεμο, θα προσθέταμε εμείς σήμερα με βρετανικό χιούμορ. Με γλωσσικά θέματα ασχολείται και στο άλλο του βιβλίο «Έρευνες στην Ελλάδα».

Ο Άγγλος ιστορικός Φίνλεη [11] κάνοντας ένα απολογισμό του έργου του Λήκ γράφει: «Οι μακροχρόνιες και κοπιαστικές του προσπά­θειες να καθαρίση την αρχαία ιστορία της Ελλάδος από τα σκοτάδια και την νεώτερη από τις παρερμηνείες τον έκαναν άξιο της επιδοκιμασίας της Αγγλίας και της ευγνωμοσύνης της Ελλάδος».

Ο Λήκ βρήκε κατόπιν πολλούς μιμητές των βασικών γραμμών του έργου του, εμπλούτισε έτσι την αγγλική βιβλιογραφία και την εξύψωσε με το έργο του σε επιστημονικό επίπεδο. Μετά απ’ αυτόν μπορούμε να ξε­χωρίσουμε τους συγγραφείς που διαπνέονται από ρωμαντική διάθεση για τα Ελληνικά πράγματα και η πλούσια σε ιστορία και φυσικές ομορφιές Αργολική γη πάντοτε δημιουργούσε τέτοια διάθεση, από εκείνους που συνδυάζουν την γνώση των αρχαίων πηγών, την αισθητική καλλιέργεια και την παρατηρητικότητα της σύγχρονης Ελληνικής ζωής.

Πολλοί νεώ­τεροι συγγραφείς θα αποφεύγουν την υπερβολική περιγραφή των μνημείων της ιστορίας και της αρχαιολογίας του τόπου και θα στρέφωνται, μετά τον Λήκ, προς την περιγραφή των κληρονόμων αυτού του παρελθόντος.

Πρό­θεσή τους θα είναι να διδάξουν τους συμπατριώτες τους στην Αγγλία, αλλά και τους Έλληνες, που δεν είχαν τότε τη μόρφωση, αλλά κυρίως τα δικά τους εφόδια σε πηγές, εκδόσεις, πανεπιστημιακά συγγράμματα. Η συγγραφική αυτή παράδοση πάνω σ’ αυτές τις βασικές γραμμές συνεχίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό μέχρι σήμερα έτσι, ώστε να βρίσκουμε σήμερα στο λήμμα «Άργος»[12] στις αγγλικές Βιβλιοθήκες πληροφορίες πάσης φύσεως, που περιλαμβάνουν ακόμα και συμβουλές προς τον ξένο για τη συμπεριφορά του μέσα σ’ ένα καφενείο του Άργους: «να μη συναναστρέφεσαι πολλή ώρα την ίδια παρέα στο ίδιο τραπέζι, γιατί θα σε παρεξηγήσουν οι άλλοι, που δεν τους έκανες την ίδια τιμή».

Διαβάζοντας τέτοιες παρατηρήσεις πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη το διαφορετικό χα­ρακτήρα του φλεγματικού Άγγλου επισκέπτη της χώρας μας, αλλά και το πνεύμα αυτών των παρατηρήσεων χάριν της δικής μας αυτογνωσίας πολλές φορές μέσα από τα μάτια των ξένων, αφού ο λαός μας λέει ότι «όσα βλέπει ο ξένος σε τρεις μέρες δεν βλέπει ο ντόπιος σε τρία χρόνια».

Εκδόσεις για τις πολεμικές επιχειρήσεις των Άγγλων στην Ελλάδα κατά τον τε­λευταίο πόλεμο [13] διαφωτίζουν πολλά σημεία της τοπικής ιστορίας, όπως ο βομβαρδισμός του Άργους και του αεροδρομίου στο Κουτσοπόδι στις 14 -10/1943 με τις τραγικές συνέπειες του για τον άμαχο πληθυσμό.

Οι εργασίες όλων των ανωτέρω κατηγοριών που βρίσκονται σήμερα στις Βιβλιοθήκες των υπερβορείων σκοτεινών αγγλικών πόλεων σαν πνευ­ματικά έργα εμπνευσμένα από το Ελληνικό φως της πανάρχαιης Αργο­λικής γης [14] δεν παύουν να φωτίζουν και σήμερα όπως και την εποχή που γράφτηκαν από συγγραφείς με ελληνική ανθρωπιστική καλλιέργεια. Και με τα λόγια του Λήκ από το τελευταίο του έργο εκφράζω μια ευχή για την Αργολική γη, αλλά και για κάθε Ελληνικό τόπο: «οι πληροφορίες μου εστάθηκαν στους Έλληνες χρήσιμες, πράγμα που με ικανοποίησε ιδιαί­τερα, γιατί μόνο με την προαγωγή της Ελληνικής Παιδείας μπορούν οι χώρες που αποτελούσαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία να ανακτηθούν από την βαρβαρότητα και να αποδοθούν στην Χριστιανοσύνη».

  

Γεωργίος Α. Ντελόπουλος

Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρον Argos εις την Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια και την Αμερικανικήν.

[2] Άρθρον Άργος εις Encyclopedioue Larousse και αναφορές για το Άργος εις
Bul. de Corr. Hellenioue 1904.

[3] Άρθρον Άργος εις την Γερμανική Εγκυκλοπαίδεια Real Enc.

[4] Biegen, C. W., Prosymna (1937).

[5] Wald st ein, C, The Argive Hereaum, Vol. 1 (1902), vol. 2(1905).

[6] Lehmann, H., Argolis (1937).

[7] D i n s m o o r, W. B., The Architecture of Ancient Greece (1950).

[8] R i c h t e r, G. M. A.,The Sculpture and Sculptors of Ancient Greece the Greeks.

[9] Leake, W. M., Travels in the Morea, vol. 2, ch. 19-22 (1835).

[10] Levi, Peter, Pausanias – Guide toGreece, London Penguin Books series.

[11] Finlay, G., articles in «THE TIMES» (1864-1870).

[12] Catalogues ofBritishMuseum (British Council inAthens, Library).

[13] K. A.F. History of Military Operations 2nd World War II.

[14] Τ ο ζ e r, Η. F., Geography of Greece, pp. 292-294,1873. Clark, Peloponne­sus: Notes of Study and Travel (1858). Ho ρ ρ in, J. C, The Vases. Cosa, Η. F. de, The Bronzes (Excavations of the American School of Athens at the Heraion of Argos 1892). American Archaeological Journal since 1892 (many articles). Volgraff, W., in Bull, de Corr. Hellen. 1904 pp. 364-399, 1906 pp. 1-45, 1907 pp. 130-184. C u r t i u s E., Peloponnesos, ii 350-364 (Gotha 1851). Tod, Μ. N., A Selection of Greek Histori­cal Inscriptions, p. 5, 59, 60, 62, 3, 176-177-186, 188 Oxford 1946. Δια το Άργος εις τας αρχαίας πηγάς βλέπε τας εκδόσεις των συγγραφέων Ηροδότου, Ξενοφώντος, θουκυδίδου, Πλουτάρχου, Στράβωνος, Παυσανίου εις την σειράν της Loeb Library.

Read Full Post »

Άργος – Th. du Moncel


 

Ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel (1821- 1884) γεννήθηκε στο Παρίσι και εκτός από ικανός σχεδιαστής και χαράκτης των λιθογραφημένων πινάκων του, ήταν αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος. Το πλούσιο δημοσιευμένο έργο του μαρτυρεί την πολυμέρεια των γνώσεων και ενδιαφερόντων του, που επεκτείνεται σε πολλούς τομείς του επιστητού. Ενώ η μια πλευρά των επιστημονικών του ενασχολήσεων τον στρέφει σε μελέτες για τη φυσική και ειδικότερα τον ηλεκτρισμό, η άλλη, που υπηρετεί την αγάπη του για την αρχαιολογία, τον οδηγεί αναπόφευκτα στην Ελλάδα (Νοέμβριος 1843 – Άνοιξη 1844).

 Στο λεύκωμα, Excursion par terre d’ Athènes à Nauplie… Παρίσι, [1845], το οποίο  περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, σημειώνει για το Άργος:

 

Th. du Moncel

[…] Αφού επισκέφθηκα και μελέτησα όλα τα αρχαία των Μυκηνών, ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στο Άργος και από εκεί να πάω να δια­νυκτερεύσω στο Ναύπλιο. Σταμάτησα για λίγο, σε απόσταση μερι­κών βημάτων από τον τάφο του Αγαμέμνονα, για να θαυμάσω και να σχεδιάσω την ωραία θέα που απλώνεται από το σημείο αυτό προς την πεδιάδα του Άργους. Έπειτα, ξανακατεβαίνοντας από τα υψώματα των Μυκηνών (Χαρβάτι), ξαναβρεθήκαμε στην πε­διάδα. Τέλος, αφού διασχίσαμε τον Ίναχο και τον Χάραδρο, φθάσα­με μπροστά στους κωνικούς λόφους στους πρόποδες των οποίων βρί­σκεται το Άργος.

Οι αρχαιότητες που ακόμη συναντάμε στην πόλη αυτή μπορούν να συνοψισθούν στα μέλη που απεικονίζονται στον [παρακάτω] πίνακα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το πλέον ενδιαφέρον από τα λείψανα αυτά της αρχαιότητας είναι το θέα­τρο, του οποίου οι κερκίδες, λαξευμένες στο βράχο, διατηρούνται ακόμη τόσο καλά, ώστε ο Καποδίστριας, ο κυβερνήτης της Ελλάδας, κήρυξε εδώ, το 1829, την έναρξη της νομοθετικής συνέλευσης [1]. Δί­πλα στο θέατρο αυτό ανακαλύπτουμε επίσης τις κερκίδες ενός άλλου θεάτρου, μικρότερου, κάτω από το οποίο φαίνονται σύμμικτα κρηπιδώματα, πιθανώς τα κατάλοιπα του προσκηνίου[2].

Τα μεγάλα ερείπια που παρατηρούμε στον πίνακα, σε πρώτο επίπεδο, είναι πλίνθινα ρωμαϊκά ερείπια [3]. Εκείνα που βρίσκονται λί­γο μακρύτερα, μισοθαμμένα στο βουνό, ανήκουν σε κτίσμα ιδιαιτέ­ρου είδους, όπου πρέπει να κατέληγε το υδραγωγείο, ίχνη του οποίου ανακαλύπτουμε μακρύτερα. Αυτό το ερείπιο, ρωμαϊκής κατασκευής, έχει ως βάση ένα άνδηρο που υποβαστάζει ένα άλλο παλαιότερο κτί­σμα, όπου διακρίνονται μερικά ίχνη επιγραφών και γλυπτικής. Το τελευταίο τέμνεται προς το κέντρο από ένα σύγχρονο τοίχο, που φαί­νεται ότι προοριζόταν για να κλείνει την είσοδο ενός υπογείου[4]. Η ση­μασία του κτίσματος και η ιδιομορφία που επεσήμανα, ίσως μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι εδώ ήταν η είσοδος της φυλακής της Δανάης.

Στο σχέδιό μας, το βουνό, επειδή απεικονίζεται σε σμίκρυνση, δεν φαίνεται αιχμηρό, ενώ είναι ο υψηλότερος από τους δύο λόφους που δεσπόζουν στο Άργος, και το φρούριο που παρατηρούμε στην κο­ρυφή του είναι κτισμένο στη θέση ακριβώς της αρχαίας ακρόπολης. Αυτό το οχυρό είναι ενετικό κτίσμα, αλλά ανακαλύπτουμε εδώ, κυ­ρίως στις θεμελιώσεις, μέλη κυκλώπειας κατασκευής, ανάλογα προς τα τείχη των Μυκηνών και της Τίρυνθας, επιπλέον μεγάλη ποσότητα από αρχαία κατάλοιπα διαφόρων εποχών, που χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά[5].

Στο φρούριο αυτό, γνωστό με το όνομα Λάρισα, ο Υψηλάντης με μια χούφτα Έλληνες (περίπου διακόσιοι άνδρες), έχοντας τρόφιμα μόνο για πέντε μέρες και πολεμοφόδια, μερικά δέματα φυσίγγια, συγκράτησε τις δυνάμεις μιας ολόκληρης τουρκικής στρατιάς, ενώ οι συναγωνιστές του είχαν εγκαταλείψει τον αγώνα και διέφυγαν, αφού έβαλαν φωτιά στο Άργος.

Το κτίσμα που διακρίνεται κάτω από το φρούριο, και στην πλα­γιά του βουνού, είναι το μοναστήρι (Kathéchouméni) [6], που φαίνε­ται ότι είχε κτισθεί στη θέση του ναού της Ακραίας Ήρας [7].

Το Άργος είχε πολλά αξιόλογα μνημεία: ήταν η αγαπημένη πόλη των θεών και των ηρώων ήταν η τροφοδότρα γη ονομαστών καλλονών και γενναίων δρομώνων. Το ίδρυσε ο Ίναχος, φοινικικής καταγωγής, δεκαοκτώ αιώνες προ Χριστού και αρχικά το κυβέρνη­σαν βασιλείς, ύστερα, το έτος 948 π.Χ. [8], οργανώθηκε σε δημοκρατία, αλλά μαζί με τους βασιλείς του έχασε και όλη του τη λάμψη. Το ισχυρό Άργος του Αγαμέμνονα δεν κυβέρνησε πια την Ελλάδα. Άλ­λοτε υπό την εξάρτηση της Αθήνας και άλλοτε της Σπάρτης, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, περιήλθε οριστικά στο ζυγό της τελευταίας αυτής δύναμης, από τον οποίο όταν απαλλάχθηκε, τον διαδέχθηκε εκείνος της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Κατά τη ρωμαϊκή εισβολή συμ­μερίστηκε την τύχη ολόκληρης της Ελλάδας, και στον Μεσαίωνα το συναντάμε υπό την φράγκικη κυριαρχία.

Όταν πέθανε ο Πέτρος Cornaro, ο τελευταίος υποτελής ηγεμό­νας της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, η χήρα του[9] πούλησε την ηγεμονία του Άργους, το 1383[10], στη δημοκρατία της Βενε­τίας. Το 1463 περιήλθε στην κυριαρχία του σαντζάκη της Κορίνθου. Λίγο αργότερα οι Ενετοί το ανέκτησαν, αλλά δεν το διατήρησαν για καιρό. Το 1686 ο αρχιστράτηγος Μοροζίνης το ανακατέλαβε από τους Τούρκους οι οποίοι το ξαναπήραν για να παραμείνουν κύριοι ως την επανάσταση του 1821.

Από την εποχή αυτή ως το 1829, η πόλη του Άργους κατα­στράφηκε και ξανακτίστηκε τρεις φορές. Σήμερα αριθμεί οκτώ χιλιά­δες κατοίκους, και, επειδή κάθε σπίτι διαθέτει τον κήπο του, κατα­λαμβάνει την ίδια έκταση με το αρχαίο ‘Αργος. Τώρα υπάρχουν στην πόλη αυτή πολλά όμορφα σπίτια και ένας στρατώνας ιππικού. Ο οδηγός μου δεν παρέλειψε να μου δείξει, περνώντας, το σπίτι του Καλλέργη, όπως μέχρι πρόσφατα ακόμη έδειχνε στην Αθήνα το σπίτι του λόρδου Μπάυρον. [ Στη συνέχεια ο συγγραφέας συνεχίζει, περιγράφοντας τη μετάβασή του στο Ναύπλιο].  

 

Υποσημειώσεις


[1] Πρόκειται για την τετάρτη Εθνική Συνέλευση, της οποίας οι εργασίες άρ­χισαν στις 11 Ιουλίου 1829 και έληξαν στις 3 Αυγούστου 1831. (Σημ.τ.Μ.). Το θέατρο είναι και σήμερα το πιο καλά διατηρούμενο αρχαίο μνημείο του Άργους. Φαίνεται ότι κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα. Στα ρωμαϊκά χρό­νια δέχτηκε μετασκευές.

[2] Πρόκειται για το ρωμαϊκό ωδείο που, στη μορφή που σώζεται, ανάγεται στους αυτοκρατορικούς χρόνους. Κατέλαβε εν μέρει χώρο, όπου είχαν σκαλισθεί στο βράχο ευθύγραμμα εδώλια και ίσως ήταν η Αλιαία στην οποία γινόταν η συ­νέλευση του δήμου.

[3] Είναι, και σήμερα, τα εκπληκτικότερα ερείπια του Άργους που ανήκουν σε ρωμαϊκές θέρμες, νεότερες των μέσων του 2ου μ.Χ. αιώνα.

[4] Πρόκειται για το ιερό των Ευμενίδων, που έχει διαμορφωθεί με αναλημματικούς τοίχους και λαξεύσεις περίπου100 μ. επάνω από το θέατρο, βορειοα­νατολικά. Παλαιότερα, είχε θεωρηθεί ότι ταυτίζεται με το Κριτήριον που αναφέ­ρει η φιλολογική παράδοση. Ίσως επί Αδριανού αναπλάστηκε και στην πλευρά του βουνού λαξεύτηκε Νυμφαίο με δύο δεξαμενές, που χρησίμευαν για την ύδρευ­ση της πόλης. Το νερό ερχόταν μάλλον από την περιοχή του Κεφαλόβρυσου, μέ­σω υδραγωγείου του οποίου σώζονται λείψανα.

[5] Τα τμήματα αρχαίων τειχών που ενσωματώθηκαν στο μεσαιωνικό κά­στρο, δεν είναι μυκηναϊκά («κυκλώπεια»), αλλά κλασικά.

[6] Πρόκειται για την Παναγία την Κατακεκρυμμένη ή των Βράχων. Κατά την παράδοση, ήταν καθολικό γυναικείας μονής και χρονολογείται τον 10ο αιώ­να. Ο ναός καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε επί ενετοκρατίας. Καταστράφηκε πάλι επί τουρκοκρατίας και ξανακτίστηκε αργότερα. (Σημ.τ.Μ.).

[7] Η ταύτιση γίνεται και σήμερα δεκτή ως πιθανή υπόθεση.

[8] Η χρονολογία αυτή είναι πολύ υψηλή. Η κατάργηση της βασιλείας συν­δέεται με την τυραννίδα του Φείδωνος ή με τους αμέσους απογόνους του, και, παρά την αβεβαιότητα που ακόμη επικρατεί, δεν φαίνεται να μπορεί να χρονολο­γηθεί πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., το παλαιότερο.

[9] Ήταν η Μαρία d’ Enghien. (Σημ.τ.Μ.).

[10] Το 1388. (Σημ.τ.Μ.).

 

Πηγή


  • Th. Du Moncel, «Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο», μετάφραση: Ειρήνη Λούβρου – Αρχαιολογική επιμέλεια: Νικόλας Φαράκλας. Εκδόσεις Ολκός – Αριάδνη, Αθήνα, 1984. 

  

Read Full Post »

Αργυρόπουλος Π. Δημήτριος (1892-1972)


 

Δημήτριος Αργυρόπουλος

O Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (1892-1972) ήταν Έλληνας πρέσβης. Γεννήθηκε στο Άργος το 1892. Γονείς του ήσαν ο  Παναγιώτης Αργυρόπουλος, έμπορος και ιδρυτικό μέλος του πολιτιστικού συλλόγου «Δαναός» και η Ελένης Γκότση· βαπτίστηκε από τον Δημήτριο Βαρδουνιώτη, διακεκριμένο νομικό και ιστορικό του Άργους. Mικρότερος από τα αδέλφια του, στενά συνδεόταν με τη μεγαλύτερή του αδελφή Αναστασία Χαρ. Μαυράκη και τα παιδιά της.

Ο Δ. Αργυρόπουλος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.  Eισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις· γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Mετά την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη· εκεί συμμετέχει στις ενέργειες για τη ματαίωση του ελληνο-βουλγαρικού πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ (1924), το οποίο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, σε λόγο του στην Κοινωνία των Εθνών,  αποκάλεσε  θνησιγενές.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο, σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία. Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945 (υπουργός Στρατιωτικών Ν. Πλαστήρας) με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα». Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Yπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

Ως Διευθυντής υποθέσεων Eκκλησιών και Aπόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Ν. Bohr.

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα· έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή. Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ Μ. Παλαιολόγου· κόρη τους είναι η Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  Ε.Ι.Ε. (Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών).

 

Πηγή


  • Αρχείο Οικογένειας Αργυρόπουλου – Ρωξάνη Αργυροπούλου

Read Full Post »

Η απεργία του 1933 στο Άργος


 

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Η απεργία του 1933 στο Άργος

 

Γενικά προλογικά

 

Η ιστορία του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος αποτελεί, σήμε­ρα, σε όλες τις χώρες του κόσμου, ιδιαίτερο κλάδο της ιστορικής έρευνας. Στην Ελλάδα, εξαιτίας των γνωστών περιπετειών που ακολούθησαν το τέ­λος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιστορικός αυτός κλάδος ουδέποτε ανα­πτύχθηκε μέχρι σήμερα και οι προσπάθειες, συστηματικές αυτή τη φορά, για έρευνα και συγκέντρωση υλικού, χρονολογούνται εδώ και μόλις μερικά χρόνια, με πρωτοβουλία μεμονωμένων επιστημόνων, και εντελώς πρόσφα­τα της ΓΣΕΕ, καθώς και ομάδας επιστημόνων – ερευνητών. Οπωσδήποτε, η πρώτη προσπάθεια για συγγραφή ιστορίας για το θέμα, με γνωστές, πια, τις αδυναμίες της εποχής, των συνθηκών και του συγγραφέα, οφείλεται στον Γιάννη Κορδάτο («Ιστορία του εργατικού κινήματος»), ενώ από τα πιο πρόσφατα έργα εκείνο του Θ. Κατσανέβα πραγματεύεται τη σύγχρονη εξέλιξη του κινήματος (εκδ. το 1981). Οφείλουμε, επίσης, να μνημονεύσουμε το έργο του Γιώργου Κουκουλέ, που κυκλοφόρησε το 1984 («Για μια ιστορία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος»), το οποίο θα αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο για τις μεθοδολογικές αρχές που προτείνει (βλ. και ομώνυμο άρθρο του στο «Αντί» της 29-10-82, όπου παρέχονται με συντομία κύριοι άξονες του βιβλίου του).

 

Γενικά για την Αργολίδα

 

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Θα ήταν περίεργο, με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, να έχει γραφεί μια τοπική ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα. Σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας μας, τέτοιο κίνημα δεν φαίνεται να αναπτύ­χθηκε ιδιαίτερα πριν από την τελευταία δεκαετία, αλλ’ αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρξε ούτε ότι δεν έχει, σήμερα, σημασία να ερευνηθεί, ως μια σημαντική πλευρά της κοινωνικής ιστορίας του Νομού μας. Κι όμως, στον τοπικό τύπο, του οποίου ολοκληρώσαμε την αποδελτίωση, δεν βρήκα­με ούτε μία ανάλυση ή, έστω, σύντομο ιστορικό σημείωμα για το θέμα αυτό. Επομένως, μένει ν’ αρχίσουν όλα από την αρχή! Βασικά, ν’ αναζητηθούν ζωντανά, ακόμα, πρόσωπα που είχαν μιαν οποιαδήποτε συμμετοχή στο συνδικαλιστικό κίνημα του Νομού, τυχόν σημειώσεις ή αρχεία οργανώ­σεων ή και στελεχών, κάθε είδους σχετικό έντυπο (προκηρύξεις κ.λπ.).

Από την πλευρά – μας, στην αποδελτίωση του τοπικού τύπου φροντίσαμε να συγκροτήσουμε, με το υλικό που βρήκαμε, μια χωριστή ενότητα, με πολύ διασπασμένο και κατεσπαρμένο υλικό, μικρό σε αριθμό και όγκο. Εφό­σον υπάρξει στο Νομό μελλοντικά κάποια σοβαρή εκδοτική προσπάθεια, με ενδιαφέρον για τοπικά θέματα και προβλήματα, ασφαλώς θα προβούμε στην ανατύπωση και σχολιασμό όλου αυτού του υλικού. Στο μεταξύ, απο­τελεί βασικό έργο και καθήκον, νομίζουμε, του Εργατοϋπαλληλικού Κέ­ντρου των πόλεων του Νομού, η μέριμνα για την έρευνα και συλλογή του όλου υλικού που αναφέραμε. Το έργο αυτό πρέπει ν’ αρχίσει το συντομότε­ρο δυνατό αφού πρόσωπα φεύγουν και άλλων η μνήμη αδυνατίζει.

 

Απεργίες και η απεργία του 1933

 

Στις μέρες μας έχει αναφερθεί, από σύγχρονους ιστορικούς, το επεισόδιο της πρώτης απεργίας τεχνικών του ελληνικού τύπου, που έγινε στο Ναύπλιο, το 1826, με κύριο υποκινητή της τον Κωνστ. Τόμπρα, τυπογράφο από τις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, πρωτοπόρο της τυ­πογραφίας στη σύγχρονη Ελλάδα, ο οποίος εγκαταστάθηκε και έμεινε στο Ναύπλιο για πολλές δεκαετίες, ιδρύοντας και το ομώνυμο τυπογραφείο. Αλλά, βέβαια, μια τέτοια απεργιακή κίνηση δεν συνιστά, από μόνη της, συνδικαλιστικό κίνημα.

Στον τοπικό τύπο βρίσκουμε πληροφορίες για τις συνθήκες εργα­σίας. Έτσι, στο «Άργος» της 7-8-1915 δημοσιεύεται άρθρο του δικηγό­ρου Γ. I. Μουτζουρίδη, όπου κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «περί σωματε­μπορίας εν Ελλάδι» ο συγγραφέας και πρόεδρος, τότε, της σχολής για άπο­ρα παιδιά στο Ναύπλιο, καταγγέλει το γεγονός ότι νοικιάζονταν, με ετήσιο μίσθωμα 100-150 δραχμών και με παροχή μόνο ξερού ψωμιού, παι­διά σε στιλβωτήρια (τη στιγμή που η εργασία του καθενός απέφερε 2-4 δρχ. την ημέρα, δηλ. πάνω από 1.000 δρχ. το χρόνο…), από πράκτορες που γύριζαν τα χωριά και, κάποτε, πετύχαιναν τη «μίσθωση» αυτή από τους γονείς των παιδιών.

Επισημαίνει, επίσης, την αδιαφορία της πολιτείας για το γεγονός, καθώς και για τη μόρφωση των παιδιών αυτών σε νυχτερινές σχολές. Αλλά και για απεργιακές κινήσεις υπάρχουν δημοσιευμένες στον τύπο πληροφορίες από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στο «Άργος», πά­λι, βρίσκουμε την είδηση για μεγάλη απεργία σιδηροδρομικών, σε πανελλήνια κλίμακα, την οποία ακολούθησαν συλλογικά οι εργαζόμενοι στους σταθ­μούς του Άργους και των Μύλων. Απεργοσπάστες, όμως, υπάλληλοι των ΣΠΑΠ έκαναν να λειτουργήσει αμαξοστοιχία, που έφθασε από την Καλα­μάτα στο Άργος («Άργος», φ. της 24-9-1906). Εκεί έγινε δεκτή με απο­δοκιμασίες από τους απεργούς, χωρίς να θίξουν κανένα. Τότε, κάποιος ο­πλισμένος επιβάτης πυροβόλησε με το μάλινχέρ του και παραλίγο να υπάρ­ξει νεκρός. Ο δράστης διέφυγε μόλις το λυντσάρισμα από χωροφύλακες που επενέβησαν και τον παρέδωσαν στη Δικαιοσύνη. Η αμαξοστοιχία, όμως, κατέληξε στο Ναύπλιο και οι επιβάτες έφυγαν… με πλοίο για τον Πειραιά.

Πληροφορίες συγκεκριμένες για συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων βρίσκουμε, πάντως, δημοσιευμένες μετά το 1925. Ταυτό­χρονα, από δημοσιεύματα, διαπιστώνουμε και τις αντιδράσεις των εργοδο­τών, όπως των μελών του «Εμποροβιομηχανικού Συλλόγου» που είχε πρωτοσυσταθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα. Από την πλευρά της ιστορίας των νοοτροπιών, είναι ενδεικτικές αντιδράσεις όπως ανώνυμου (κι αυτό πολύ ενδεικτικό!…) αναγνώστη της εφημερίδας «Τελέσιλλα» (16-3-1930), που αποδοκιμάζει έντονα τις «κοινωνικές προσμίξεις» στις δημόσιες εκδηλώσεις.

Η περίπτωση της απεργίας του 1933 στο Άργος παρου­σιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα επειδή σημειώνεται σε κλάδο βιομηχανικής παραγωγής που αναπτύχθηκε από τους πρώτους (αν όχι πρώτος) στο Νομό, δηλαδή σε υφαντουργείο. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε υπόψη μας μέχρι σήμερα, οι πρώτες υφαντουρ­γικές μονάδες στο Νομό (των αδελφών Διαμαντόπουλου στο Άργος) φαί­νεται ότι δημιουργήθηκαν προς το τέλος της δεκαετίας του 1880 (αναφέρο­νται, για πρώτη φορά, σε εμπορικό οδηγό του 1892). Κατά δεύτερο λόγο, επειδή οι εργαζόμενοι ήταν γυναίκες – και είναι γνωστό το χαμηλό επίπεδο εργασιακής χειραφέτησής τους σε μικρά αστικά κέντρα, όπως το Άργος.

Τέλος, η περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον και για το ότι αποτελεί το μόνο γεγονός του συνδικαλιστικού κινήματος στο Νομό για το οποίο έχουμε όχι μόνο πληροφορίες ακριβείς, αλλά και σαφείς τοποθετήσεις από δύο διαφορετικά όργανα του Άργους, δηλαδή τις εφημερίδες «Ασπίς» και «Αργειακά Νέα» – η πρώτη προσκείμενη στη βενιζελική παρά­ταξη και η δεύτερη σαφώς στο Λαϊκό κόμμα.

Βέβαια, οι πληροφορίες που δίνονται δεν εκφράζονται από τα δρώντα πρόσωπα, τις εργαζόμενες και τους εργοδότες. Δεν έχουμε, έτσι, άμεση γνώση των δικών τους θέσεων. Όμως, η πληροφόρηση των δύο εφημερίδων είναι τέτοια, ώστε να μπορού­με να ανασυστήσουμε τα γεγονότα, τα αιτήματα και τη στά­ση εργαζομένων – εργοδοτών, αλλά και τις παραπέρα συ­νέπειες.

Εκτός, όμως, από αυτά, η αρθρογραφία της «Ασπίδας» και των «Αργειακών Νέων» εί­ναι σημαντικό στοιχείο και για κάτι άλλο: μας επιτρέπει ν’ αναλύσουμε τη νοοτροπία και την πολιτική θέση (που είναι και κοινωνική) των προσκείμενων σε δύο πολιτικές παρατάξεις τις εποχής, οι οποίοι, βέβαια, δεν είναι μόνον οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων. Πολύ συζήτηση έγινε για την απεργία στην πόλη και δεν είναι άστοχο να υποθέσουμε βάσιμα ότι στα άρθρα που γράφτηκαν «πέρασαν» αντιλήψεις και θέσεις που εκφράζανε πολύ περισσότερους από τους δημοσιογράφους (οι δημοσιογράφοι, τότε, ή­ταν σχεδόν αποκλειστικά, στον τοπικό τύπο, επαγγελματίες σε άλλη εργα­σία – συνήθως ελεύθερο επάγγελμα – δεν «ζούσαν» από την εφημερίδα). Τελικά, φθάνουμε, έτσι, να εντοπίσουμε τις ιδεολογικές διεργα­σίες που προκλήθηκαν στην πόλη από την απεργία, ενώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι στην κυβέρνηση βρισκόταν το Λαϊκό Κόμμα κι ότι, πριν μερικούς μήνες, είχε εκδηλωθεί και παταχθεί το κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών, ενώ από μία πενταετία είχε ψηφιστεί ο περίφημος νόμος για το «ιδιώνυμο».

 

Τα γεγονότα

 

Πρώτη η «Ασπίδα» (29-10-33) ανέφερε το γεγονός της απεργίας, με σχόλιο εναντίον της, για να επανέλθει άλλες δύο φορές, με σχόλιο της 5-11-33 και κύριο άρθρο – σχόλιο στο ίδιο φύλλο, όπου πήρε, πλέον, πολύ διαφορετική θέση. Από την πλευρά τους, τα «Αργειακά Νέα » δημοσίευσαν σε δύο φύλλα (1 και 16-11-33) δύο πληροφοριακά άρθρα με σχόλια έντονα κατά της απεργίας. Από την αρθρογραφία αυτή διαγράφονται τα εξής γεγονότα. Στο υφαντουργείο Ρόκα και αδελφών Παζιώτα απολύθηκε μία εργάτρια για λό­γους που δεν αναφέρονται. Η απόλυση αυτή αποτέλεσε και την αιτία της απεργίας, στην οποία προβλήθηκαν και άλλα αιτήματα, με σχετικό υπόμνημα (οκτάωρο, αύξηση ημερομισθίων κ.α.).

Από την «Ασπίδα » δίνεται, μάλιστα, η πληροφορία ότι οι εργάτριες εργάζονταν περισσότερο από το κανονικό χωρίς να αμείβονται καλά (έπαιρναν 15-19 δρχ. την ημέρα, με τις οποίες, υποστήριζε η εφημερίδα, δεν μπορούσαν να ζήσουν). Η απεργία κράτησε πάνω από τέσσερις μέρες, αλλά έγινε άμε­ση επέμβαση των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν, όπως φαίνεται, για αυτόφωρο αδίκημα (παρεμπόδιση εργα­σίας) τέσσερις εργάτριες, που πρωτοστατούσαν στην απεργία, καθώς και οκτώ εργάτες ως υποκινητές.

Οι πρώτες καταδικάστηκαν σε 15 ήμερη και οι τελευταίοι σε 25ήμερη φυλάκιση. Από την ειδησεογραφία συ­μπεραίνουμε ότι η απεργία έληξε μετά από αυτή την επέμβαση, χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματα. Στην «Ασπίδα», μάλιστα, της 5-11-33 γίνεται λόγος για πραγματικό ανθρωποκυνηγητό της χωροφυλα­κής κατά των απεργών μέχρι μέσα στα σπίτια τους και για «μέτρα βίας». Από το άλλο μέρος, δεν φαίνεται να υπήρχε οργανωμένο σωματείο στο εργοστάσιο, αφού γίνεται λόγος για απουσία «επιτροπής» που να «δια­χειρίζεται υπευθύνως τα ζητήματα» των εργατριών (δεν θίγεται, όμως, και το αν, με τις τότε συνθήκες, υπήρχε δυνατότητα για συγκρότηση παρό­μοιας «επιτροπής»), ενώ αναφέρεται ισχυρισμός των εργοστασιαρχών ότι μέχρι την τέταρτη μέρα της απεργίας «δεν είχον ιδέαν αιτημάτων των εργατών και εργατριών».

Τέλος, επισημαίνεται ότι οι απεργές εμπόδισαν απεργοσπάστριες να ερ­γαστούν, πράγμα που έδωσε και την αφορμή για την επέμβαση της χωρο­φυλακής, ενώ, ως προς την απήχηση της απεργίας στην πόλη, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρξε έντονη, αν κρίνουμε από την επιθετική, σχεδόν πανικόβλητη αρθρογραφία των «Αργειακών Νέων» και από την αντιφατική καθησυχαστική βεβαίωση της «Ασπίδας» (ότι επρόκειτο για «μικρό επεισόδιο, ασήμαντον καθεαυτό»), που κράτησε, όμως για μέρες σε αγωνία εργάτες και εργοδό­τες, αλλά και κύριο άρθρο και σχόλιο στο ίδιο αυτό φύλλο της εφημερίδας που, «φρονίμως ποιούσα», φρόντισε να μην επανέλθει, πια, στα γεγονότα αυτά.

Πάντως, με πρόχειρες διασταυρώσεις γνωμών ανθρώπων που έζησαν την εποχή και ανεξάρτητα από τις τότε πολιτικές και κοινωνικές τοποθετή­σεις τους, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε ότι η απεργία αυτή προκάλεσε έντονα συναισθήματα και πέρα από ‘Αργος, στο Ναύπλιο και αλλού. Ο αποκλεισμός του εργοστασίου και των γύρω δρόμων από τους απεργούς και ο τρόπος που επιλέχθηκε, τότε, για την επίλυση μιας εργα­σιακής σύγκρουσης, εξαιρετικά βίαιος όπως φαίνεται, ήταν φυσικό ν’ απο­τελέσει γεγονός πρώτης σημασίας. Μένει να ερευνηθεί, καθώς είναι ευνόη­το, το ποια επιρροή είχε η απεργία αυτή και η συγκεκριμένη αντίδραση των εργοδοτών στη μετέπειτα πορεία του όποιου συνδικαλιστικού κινήμα­τος, στην πόλη και στο Νομό.

 

Η ιδεολογική αντιμετώπιση

 

Τόσο από την «Ασπίδα» (έμμεσα), όσο και από τα «Αργειακά Νέα» (άμεσα και απρο­κάλυπτα) γίνεται λόγος για ανάμιξη στελεχών του ΚΚΕ Άργους (συγκε­κριμένα του Αντ. Γιατρά) στην κήρυξη της απεργίας, ως υποκινητών και εμπνευστών. Είναι χαρακτηριστική για την εποχή η ταύτιση εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος και κομμουνιστικού κόμματος (είναι αλήθεια ότι την ταύτιση αυτή η «Ασπίδα» την αποφεύγει ρητά, θεωρώντας την κομμουνι­στική παρεμβολή περισσότερο σαν ενδεχόμενο, οργανωτικό, βέβαια κίνδυ­νο). Από κει και πέρα, όμως, οι αρθρογράφοι των δύο εφημερίδων διαφορο­ποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Η διαφοροποίηση αυτή μαρτυρεί ότι και στο Άργος, οι διαφορές ανάμεσα στο βενιζελισμό και στον παραδοσιακό συντη­ρητικό κόσμο, με αφορμή μια τοπική κοινωνική σύγκρουση, «λειτούργησαν» αμέσως και ότι δύο διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές τοποθετήσεις διαγράφηκαν ξεκάθαρα και σχεδόν άμεσα.

Από το ένα μέρος η συλλογιστική της «Ασπίδας»: μετά μια ενστικτώδη, θα λέγαμε, αρνητική αντίδραση στην αρχή, παίρνεται μια ξεκάθαρη θέση. Ναι, είχαν δίκιο να απεργήσουν οι εργάτριες, οι εργοδότες αντί να προσφεύ­γουν σε μέτρα βίας πρέπει «να εξετάσουν τα πράγματα βαθύτερον» και να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να βελτιωθεί η θέση «των κοριτσιών που εργάζονται για την ανάπτυξη αυτής της ωραίας για την πόλη μας βιομηχα­νίας».

Χαρακτηρίζει, βέβαια, την απεργία «αψυχολόγητον και ανοργάνωτον», αλλά και κατακρίνει τη στάση της Αστυνομίας, που με τα μέτρα βίας οδηγεί «εις τα άκρα και θα εξαναγκάσει τας συντηρητικάς εργατρίας, χωρίς να το θέλουν, να ριφθούν εις τας αγκάλας του κομμουνισμού». Από το άλλο μέρος, η αντίδραση των «Αργειακών Νέων»: κομμουνιστικός δάκτυλος πίσω απ’ όλα, αδιαφορία των αστυνομικών οργάνων (παρ’ όλο που «και άλλοτε επεστήσαμεν την προσοχήν της αστυνομίας επί της λανθανούσης Κομμουνιστικής κινήσεως εν τη πόλει μας»), αλλά τελικά επέμβασή τους σωστική, αφού «διέλυσε τας αντάρτιδας». Τη «γραμμή» αυτή θα ακολουθή­σει, άλλωστε, η εφημερίδα στα γενικότερα πολιτικά θέματα μέχρι το τέλος της έκδοσης της, πληροφορώντας, ανάμεσα στα άλλα, στο φύλλο της της 15-11-1934, ότι ο Αντ. Γιατράς εκτοπίστηκε στον Αγ. Ευστράτιο.

Κλείνουμε τούτο το άρθρο αντιγράφοντας κατά λέξη και δίχως σχόλια το εξής από την «Ασπίδα», μετά είκοσι περίπου χρόνια (φύλλο της 17-7-1955): «Και άλλοτε εγράψαμεν ότι εργάται και εργάτριαι που συνωστίζονται κάθε βράδυ στην πλατεία της Γούβας προς εξεύρεσιν εργασίας, και την κυκλοφορίαν δυσχεραίνουν με κίνδυνο δυστυχημάτων και εις τα γύρω κατα­στήματα εμποδίζουν την ομαλή κίνηση των πελατών των και συνεστήσαμεν την καθιέρωσιν ειδικού χώρου συγκεντρώσεώς των εις την όπισθεν πλατεία των Στρατώνων με την μερίμνη της Δημοτικής αρχής, ανέγερσιν ειδικών στεγάστρων μετά καθισμάτων. Επαναλαμβάνομεν την υπόδειξίν μας δια να λείψη εν άτοπον και εις κίνδυνος δυστυχημάτων».

Η εικόνα αυτή φέρνει στο νου ίσως πολύ προγενέστερες εποχές, ίσως τον αμερικάνικο Νότο της «Καλύβας του Μπάρμπα – Θωμά». Στην εποχή μας, βέβαια, μεσολαβεί και ο «κίνδυνος δυστυχημάτων»…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)


   

Συμβολή στην ιστορία του αγροτικού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα

Ο πρώτος Γεωργικός Συνεταιρισμός (1913)

 

Η ανάπτυξη των γεωργικών συνεταιρισμών κατά τα τελευταία χρόνια στο Νομό Αργολίδας και, ιδιαίτερα, των συνεταιρισμών εσπεριδοειδών ε­πιβάλλει να μελετηθούν οι ρίζες του θεσμού στον γεωγραφικό αυτό χώρο, αλλά και γενικότερα η όλη εξέλιξη και η διαμόρφωση του αγροτικού κινή­ματος. Δεν πρόκειται να φιλολογήσουμε, όπως δεν φιλολογήσαμε ποτέ, για την αξία και τον ρόλο της ιστορίας. Απλώς θυμίζουμε ότι όσοι δεν μπο­ρούν ή δεν θέλουν να επισημάνουν, να ερμηνεύσουν και να καταλάβουν την εξέλιξη των διαφόρων κοινωνικών δεδομένων είναι καταδικασμένοι είτε να δρουν με θολές αντιλήψεις στον εγκέφαλό τους (και με ευνόητο το αποτέ­λεσμα), είτε να ακολουθούν, και μόνον, τα γεγονότα.

Προσεκτική μελέτη κειμένων περιηγητών ή ταξιδιωτών που περνούν α­πό την Αργολίδα, αναλυτική ανάγνωση του τοπικού τύπου καθώς και συλ­λογή και ερμηνεία των στατιστικών στοιχείων που περιέχονται σε επίσημες εκδόσεις (όπως του Μανσόλα) μας δίνουν μιαν εικόνα τόσο για το είδος και την εναλλαγή των καλλιεργειών, όσο και για τις συνθήκες εργασίας. Δυσκολότερο είναι να διαπιστωθεί, ακόμη, η αναλογία πληθυσμού και κλήρου γης, η οποία πάντως, σε μη βιομηχανοποιημένο Νομό όπως της Αργολίδας, α­σφαλώς παρουσίαζε δυσαναλογία και εδώ. Τα κύματα μετανάστευσης που άρχισαν, προς την Αμερική κυρίως, από το τέλος του 19ου αιώνα (στο Άργος έφτασαν να λειτουργούν μεταναστευτικά γραφεία) αποτελούν ένα σίγουρο δείκτη για την ύπαρξη και την έκταση της δυσαναλογίας αυτής.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Κέντρο της αγροτικής Αργολίδας παρουσιάζεται το Άργος, τονίζοντας ότι, ακόμα κι όταν γίνεται και κέντρο βιο­μηχανικό, δεν παύει να διατηρεί τον αγροτικό χαρακτήρα του, μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1960. Πολλοί κάτοικοί του, ενώ ασκούν διάφορα επαγγέλματα (κυρίως ελευθέρια), διατηρούν αγροτική ιδιοκτησία και εργάζονται και ως αγρότες ή ως διαχειριστές αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο, το ότι ο πρώτος αγροτικός συνεταιρισμός ιδρύεται στο Άργος, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία που εντοπίσαμε, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν η συνεταιριστική κίνηση έχει ήδη αρχίσει στην Ελλάδα και διατυπώνεται και δημοσιεύεται το πρώτο βασικό νομοθέτημα για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς (ο νόμος 602/31-12-1914).

 

Οι πρωτεργάτες και οι σκοποί

 

Τόσο στην εφημερίδα «Άργος», του Ανάργυρου Τημελή, όσο και στη «Δαναΐδα», του Δ. Δεσμίνη, αντλούμε τις πληροφορίες για την ίδρυση, τη δράση και τις δυσκολίες του πρώτου αυτού συνεταιρισμού, κατά τα έτη 1913-1914. Έτη που αρχίζουν με τη νικηφόρα, και για την Ελλάδα, τροπή των Βαλκανικών πολέμων, η οποία δημιουργεί ένα γενικότερο κλίμα αισιοδοξίας, αλλά καταλήγουν στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που προ­καλεί βαθιάν αναστάτωση και διχασμό στη χώρα, ενώ αποψιλώνει την Αρ­γολίδα από τον βασικό ενεργό πληθυσμό (ο πληθυσμός του Άργους πέφτει σε κάτω από δέκα χιλιάδες, διοικητικά η πόλη μετατρέπεται από Δήμο σε κοινότητα και μόλις το 1925 επανέρχεται στο καθεστώς του Δήμου).

Τον Ιούνιο, λοιπόν, του 1913 αναγγέλλεται στο «Άργος» η ίδρυση του συνεταιρισμού, που φέρει τον τίτλο «Οικονομικός Συνεταιρισμός Αργολί­δος». Ψυχή του είναι ο Ευάγγελος Σ. Σακολέβας, που εκλέγεται και πρόε­δρός του, Γραμματέας του ο Παν. Δεδεβέσης, ταμίας ο Χαρ. Μαυράκης και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οι Νικ. Παλαιολόγος, Σπ. Μαρκεσίνης, Γεώργ. Ντάνος, Ιω. Μέτζας, Αδ. Μπαρακάρης, Ιω. Παπασπυρόπουλος, Κων. Ρόκιζας, Ιω. Γ. Μακρυπουκάμισος και Αλέξ. Ζερβός. Όπως βλέπουμε από τα ονόματα αυτά, η συμμετοχή μελών έγινε και από τις δύο επαρχίες, Άργους και Ναυπλίου. Την εποχή αυτή, ως πιο σημαντικά προβλήματα στον τομέα της γεωρ­γίας στο Νομό παρουσιάζονται εκείνα των αγροζημιών και της άρ­δευσης του αργολικού, πεδίου.

Για τις πρώτες, όχι μόνο η αρ­θρογραφία στον τοπικό τύπο είναι συχνή και πυκνή, αλλά και δημόσιες συγκεντρώσεις και συσκέψεις με μεγάλη συμμετοχή πραγματοποιούνται, ήδη από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Νομίζουμε ότι το φαινόμενο των αγροζημιών αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, όντας βέβαιοι ότι η έρευνά του θα μας διαφωτίσει για σειρά άλλων και πολύ σπουδαίων θεμάτων της κοινωνικής ιστορίας του Νομού. Για το δεύτερο πρόβλημα, το αρδευτικό, η σοβαρότατη αρθρογραφία στη «Δαναΐδα» και οι ενέργειες του ίδιου του Δεσμίνη, ο οποίος φτάνει να συντάξει, με ομάδα, «Νομοσχέδιον πε­ρί αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου» (για το οποίο ενδια­φέρθηκε ο τότε αγροτικός ηγέτης, στέλεχος της κυβέρνησης Βενιζέλου και Γεν. Γραμματέας του Υπουργείου Εθν. Οικονομίας Αλέξ. Μυλωνάς) υποδεικνύουν ότι έφτανε σε οξύτατη φάση, για μια ακόμα φορά στην ιστορία.

Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει, λοιπόν, το ότι η καταπολέμηση των αγροζημιών και γενικότερα, η αγροτική ασφάλεια εμφα­νίζεται ως «το σπουδαιότερον ζήτημα» και ως βασικός στόχος του νεοσύ­στατου συνεταιρισμού, στην ειδησεογραφία του τύπου.

Στις 20 Απριλίου 1914 οργανώνεται, στην αίθουσα του «Δαναού», και η πρώτη συγκέντρωση του συνεταιρισμού για το θέμα αυτό. Πέρα, όμως, από αυτά, το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δείχνει ότι ο συνεταιρισμός, από τον Οκτώβριο, ήδη, του 1913, παίρνει τα πρώτα «τε­χνικά» μέτρα για εξυπηρέτηση των μελών του, δημιουργώντας «δελτίον κτημάτων», για πώληση ή αγορά, καθώς και «δελτίον αγορα­στών», «με πάσαν εχεμύθειαν», όπως δηλώνεται σε σχετική ανακοίνωσή του, που δημοσιεύεται στις 29-10-1913.

Αλλ’ από την ίδρυσή του κιόλας, αναγγέλλονται και οι άλλοι στό­χοι του, οι οποίοι δεν διαφέρουν από εκείνους των εντελώς σύγχρονων αγροτικών συνεταιρισμών. Μνημονεύουμε ειδικότερα τη βελτίωση των καλλιεργειών με «νεότερες μεθόδους», την «ευχερή και εύωνον προμήθειαν των εις τους γεωργούς κτηματίας χρησίμων εργαλείων και ειδών», την «συγκεντρωμένην πώλησιν των προϊόντων προς βελτίωσιν των τιμών έπ’ ωφελεία των παραγωγών», αλλά και, βέβαια, «την μελέτην του ζωτικωτάτου και προέχοντος ζητήματος της αρδεύσεως του Αργολικού πεδίου».

Η παρουσία του Σακολέβα φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική, τόσο για την οργάνωση του συνεταιρισμού όσο και για τη διατύπωση των αιτημάτων. Όπως αναφέρει, άλλωστε, το «Άργος» (της 18-6-1913), σε αυτόν οφείλεται η ιδέα και πρωτοβουλία για την ίδρυσή του, και η εφημερίδα τον χαρακτηρίζει ως «συμπολίτης μας από τριετίας παρακολουθών τα των συ­νεταιρισμών εν γένει, και μετ’ επιμελείας διαδίδων αυτήν» (ενν. την πρω­τοβουλία).

Ο ίδιος, άλλωστε, σε άρθρο του στο «Άργος» (της 24-3-1914), αναγ­γέλλοντας ότι ο Ο.Σ.Α. «ήτοι ο Γεωργικός, αρχίζει από τούδε την δράσιν του» (οπότε συμπεραίνουμε ότι οι δυσκολίες είχαν ήδη αρχίσει, από τα γεγονότα που αναφέραμε: εννέα μήνες από την ίδρυσή του και ακόμα δεν έχει «αρχίσει δράσιν»), διατυπώνει με σαφήνεια τους σκοπούς. Η κατοχύρωση της αγροτικής ασφάλειας προτάσσεται, βέβαια, αλλά θα πρέπει να προσέξουμε ότι εντοπίζει το ενδιαφέρον του και, μάλιστα, ρητά στους «μη έχοντας ή προστατεύοντας πολλά ζώα», τονίζοντας την ανά­γκη να κινητοποιηθούν οι ίδιοι, αλλιώς «δεν πρέπει να παραπονούνται εναντίον ουδενός, ούτε να αδικώσιν άλλον, ειμή εαυτούς».

Διατυπώνει, όμως, και τους άλλους σκοπούς, δηλαδή την προμήθεια θειικού χαλκού, την από κοινού αγορά «των γεωργικών ειδών», ενώ «το σπουδαιότερον έργον» είναι «η κοινή πώλησις των προϊόντων» «κυρίως της σταφίδος και των καπνών, εις τους οίκους της καταναλώσεως απ’ ευθείας, άνευ εμπόρων και μεσιτών». Και προσθέτει με αισιοδοξία ότι «πάντα ταύτα, τα οποία τινές νομίζουσι πολύ δύσκολα, έχουσι γίνει αλλού ευκολώτατα, και χωρίς παράδειγμα αποτυχίας. Υπάρχουν χιλιάδες συνεταιρισμοί τοιούτοι, κατορθώσαντες να πλουτίσωσιν άπαντες». Από όσα εκθέσαμε, και από όσα δημοσιεύθηκαν επιπλέον στον τύπο της εποχής, θεωρούμε ότι ο Σακολέβας προχώρησε με σύνεση, με πρακτικό πνεύμα και με ρεαλισμό. Η πολεμική περίοδος όμως που, όπως είπαμε, έγινε, πια, καθοριστική για κάθε ειρηνική και προοδευτική προσπάθεια, σημάδεψε και την εξέλιξη του συνεταιρισμού.

 

Το τέλος… αλλά και η συνέχεια

 

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Σε άρθρο του «Άργους» της 20 Δεκεμβρίου 1914, όταν έχει, πλέον, κηρυχθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δημοσιεύεται ότι, δυο μέρες πριν, είχαν έρθει στο Άργος, για να εξετάσουν την κατάσταση του συνεταιρισμού, ο Επιθεωρητής Γεωργίας του Υπουργείου και ο Νομογεωπόνος Αργολιδοκορινθίας. Το κρατικό ενδιαφέρον, που εκδηλώθηκε ευθύς από τα πρώτα βή­ματά του, ιδιαίτερα και προσωπικά από τον τότε Υπουργό Εθνικής Οικο­νομίας Ανδρ. Μιχαλακόπουλο με πολύ ενθουσιώδες τηλεγράφημά του που είχε δημοσιευθεί στη «Δαναΐδα», συνεχίστηκε, όπως φαίνεται, αμείωτο. Στο «Άργος» γίνεται σαφώς λόγος για «αδράνεια» του συνεταιρισμού, «διό­τι ήρχισε την ίδρυσίν του εν μέσω πολέμου και η εμπόλεμος παρούσα κατάστασις και ο φόβος προκειμένης επιστρατεύσεως βεβαίως εμποδίζει σπου­δαίος την εξακολούθησιν την ιδρύσεως», πράγμα που, όπως τονίζει, συνέβη και με άλλους συνεταιρισμούς.

Για τον λόγο αυτό, οι δύο «εξελεγκταί» όχι μόνο δικαιολόγησαν την «προσωρινήν ανακοπήν της ιδρύσεως», αλλά και έδωσαν συγχαρητήρια στους ιδρυτές για την μέχρι τότε δράση τους και τη διαφώτιση των πολι­τών, υποσχόμενοι ότι το Υπουργείο θα συνέχιζε να τους «συνδρομή πολλαχώς». Η εφημερίδα υπογραμμίζει το ότι επίκειται η ψήφιση του νόμου για τους συνεταιρισμούς, ενώ ανέφερε ότι ο Επιθεωρητής «παρέστησε την ωφέλειαν των ενωθέντων παντού εις Συνεταιρισμούς και πωλούντων και διευθυ­νόντων τα προϊόντα των άνευ εμπόρων και μεσιτών».

Με τις περιπέτειες και τις διακοπές του τοπικού τύπου, με τη μόνη εφημερίδα του Νομού που συνέχισε κανονικά την έκδοσή της (το «Σύ­νταγμα», του Ναυπλίου) να μην υπάρχει σε καμιά βιβλιοθήκη και να περιμένει, σε σώματα δεμένα και σε χέρια ιδιωτών, την αγορά ή τη δωρεά της στον «Παλαμήδη», δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε την παραπέ­ρα πορεία του συνεταιρισμού. Σύμφωνα, όμως, με μαρτυρίες γέρων, σήμε­ρα, αγροτών, φαίνεται ότι ο «Ο.Σ.Α.» δεν κατάφερε να επιζήσει στην οκτα­ετία πολέμων και εθνικών περιπετειών που άρχιζε.

Το αγροτικό και συνεταιριστικό κίνημα δεν έσβησε, όμως, στο Νομό. Μετά τον πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή, η έκδοση της «Αγροτικής Αργολίδος», εφημερίδας των γεωργοκτηματιών της περιφέ­ρειας του Άργους (1926 έως 1932;), που εξελίσσεται σε κανονική τοπική εφημερίδα, μας επιτρέπει να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για την κίνη­ση των αγροτών. Αλλά και από άλλες εφημερίδες της εποχής μαθαίνουμε σημαντικά γεγονότα, όπως τη σύγκληση Παναργολικού Γεωργικού Συνε­δρίου το 1929, ή ανταλλαγές γνωμών γύρω από τη σκοπιμότητα των συνε­ταιρισμών, το 1932. Το 1933, μάλιστα, διαπιστώνεται η ύπαρξη πολλών συνεταιρισμών στην Αργολίδα, ενώ προχωρούν οι προσπάθειες για την σύ­μπηξη της πρώτης Ένωσής τους, (ιδρύεται το 1938).

Δεν είναι τυχαίο, ασφαλώς, ότι πάλι στον τομέα του τύπου, της έκδοσης της «Αγροτικής Αργολίδος» προηγείται εκείνη της «Κτηματικής», «οργάνου των κτη­ματιών του Άργους» με διευθυντή του Ευθ. Σμυρνιωτάκη και με μάλλον λιγόζωο βίο (στην Εθνική Βιβλιοθήκη σώζονται οκτώ φύλλα της, το 8ο κυκλοφορεί λίγους μήνες πριν από το 1ο της «Αγροτ. Αργολίδος»). Πάντως, όμως, η μεγαλύτερη ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος εκδηλώνεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θυμίζουμε ότι το πρώτο συνεταιριστικό εργοστάσιο (η «Ρέα») αρχίζει να λειτουργεί το 1949. Η μεγάλη ώθηση, όμως, δίνεται από το 1974 και μετά, με την εμφάνιση του κινήματος για ίδρυση αγροτικών συλλόγων καθώς και του πρώτου συνεταιρισμού εσπεριδοειδών, που ιδρύεται την εποχή εκείνη στην Πυργέλλα. Τούτο, όμως, αποτελεί, πλέον, ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας, που ακόμα γράφεται.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Περιοδικό «ελλέβορος», τεύχος 3-4, Άργος, Φθινόπωρο 1986 – Χειμώνας 1987.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »