Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Η Μέση Χαλκοκρατία στην Ηπειρωτική Ελλάδα – Η περίπτωση του οικισμού της Ασπίδας στο Άργος – Anna Philippa-Touchais, Αρχαιολόγος


 

Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000/1900-1600 π.Χ.) η ηπειρωτική Ελλάδα ζει μια από τις λιγότερο εντυπωσιακές φάσεις της ιστορίας της. Ενώ έως την εποχή αυ­τή η εξελικτική της πορεία ακολουθούσε ρυθμό ανάλογο με εκείνον των υπόλοι­πων αιγαιακών περιοχών, από τα τέλη της 3ης χιλιετίας ο ρυθμός αυτός ανακό­πτεται και ο ελλαδικός πολιτισμός μπαίνει σε μια διαφορετική τροχιά, στο περι­θώριο των εξελίξεων που αναδεικνύουν την Κρήτη σε κυρίαρχη δύναμη στο Αιγαίου.

Η αναδίπλωση του ελλαδικού πολιτισμού θεωρείται αποτέλεσμα εσωτερι­κών αναταραχών συνδεόμενων πιθανώς με τις κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις που διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Τα πρώτα βήμα­τα προς την αστικοποίηση, που είχαν συντελεστεί κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία), αναστέλλονται και παρατηρείται επιστροφή στην αγροτική οικονο­μία, η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις ταυ κοινωνι­κού βίου. Από τα μέσα της περιόδου, όμως, με την εντατικοποίηση των εξωτερι­κών σχέσεων και την καταλυτική επίδραση της Κρήτης, θα αρχίσουν να κινητοποιούνται δυνάμεις που θα βοηθήσουν την ηπειρωτική Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση και την πολιτισμική της στασιμότητα.

Ωστόσο, σ’ αυτήν ακριβώς τη «στασιμότητα» έγκειται ίσως μια από τις πιο εν­διαφέρουσες όψεις του Μεσοελλαδικού πολιτισμού. Η παρατηρούμενη επιστρο­φή σε τρόπους διαβίωσης αντλούμενους από την εμπειρία του μακρινού παρελ­θόντος αναδεικνύει τη ζωντανή ακόμη παράδοση πολιτισμικών εκφάνσεων που είχαν για ένα διάστημα περιθωριοποιηθεί, αλλά που φαίνεται ότι συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του πολιτισμού.

Θα αποτελούσε κοινοτοπία να επισημάνουμε ότι, για τη μελέτη της Εποχής του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Αργολίδα παρουσιάζει ξεχωριστό ενδια­φέρον. Ένας εύφορος κάμπος, ανοιχτός στη θάλασσα και ειδικότερα στραμμέ­νος στον νότιο νησιωτικό κόσμο, το πιο δραστήριο κομμάτι του αιγαιακού χώρου την εποχή εκείνη, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει περιοχή ευνοϊκή όχι μόνο για έντονη ανθρώπινη εγκατάσταση, αλλά και για τη δημιουργία σημαντικών οικιστικών κέ­ντρων.

Το Άργος, ένας από τους οικισμούς που ευτύχησε να βρίσκεται στις πα­ρυφές του κάμπου αυτού, κατοικήθηκε χωρίς διακοπή από τη Νεολιθική εποχή, διαγράφοντας αξιόλογη ιστορική πορεία, με κορυφαίο σταθμό την περίοδο των Πρώιμων Ιστορικών χρόνων, όταν διαδραμάτισε ρόλο ρυθμιστικό στον ευρύτερο ελλαδικά χώρο.

Στη Μεσοχαλκή περίοδο φαίνεται ότι το Άργος αποτελούσε έναν από τους πιο εκτεταμένους ελλαδικούς οικισμούς, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τις ανασκαφικές έρευνες, δεν ήταν ενιαίος αλλά διέθετε τρεις τουλάχιστον σημαντι­κούς πυρήνες: έναν στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας, ένα δεύτερο στις αντίστοιχες υπώρειες του λόφου της Ασπίδας και τον τρίτο στην κορυφή του λό­φου αυτού.

 

Η κατοίκηση

 

Τα εκτεταμένα τμήματα του οικισμού της Ασπίδας που ήλθαν στο φως[1] (εικ.1) δί­νουν μια αρκετά σαφή εικόνα του χαρα­κτήρα της εγκατάστασης. Με την περιορισμένη έκταση που καταλαμβάνει (20.000 τ.μ. περίπου), τη σχετικά αραιή κατοίκηση, την έλλειψη πολεο­δομικού σχεδιασμού και μνημειακών κτισμάτων, ο οικισμός της Ασπίδας αποτελεί χαρακτηριστι­κό δείγμα αγροτικής εγκατάστασης, στον αντί­ποδα των αστικών οικισμών που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο στην παλαιοανακτορική Κρήτη, και σε μικρότερο βαθμό στις Κυκλάδες.

 

Εικ.1. Τοπογραφικό διάγραμμα των ανασκαφών της Ασπίδας. Ι: υστεροκλασική οχύρωση, ΙΙ-ΙΙΙ: τομείς παλαιότερων ανασκαφών, ΙV-V: πρόσφατες ανασκαφές στον βόρειο και στον νοτιοανατολικό τομέα, VI: ο «εσωτερικός ΜΕ περίβολος», την ύπαρξη του οποίου είχε υποθέσει ο πρώτος ανασκαφέας αλλά δεν επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες έρευνες (σχ. Κ. Κολοκοτσάς, Υ. Ριζάκη).

 

Το γε­γονός ότι είναι κτισμένος στην κορυφή λόφου (εικ.2), όπως οι περισσότεροι μεσοελλαδικοί (ΜΕ) οικισμοί, περιορίζει βέβαια και προκαθορί­ζει την έκταση και την ανάπτυξή του, παρέχει όμως φυσική προστασία, κυρίως από τα ορμη­τικά νερά του χείμαρρου Χάραδρου που πλημμύριζαν κατά καιρούς την περιοχή.

 

2α. Αεροφωτογραφία του 1956• στο πρώτο πλάνο ο λόφος της Ασπίδας, στο δεύτερο ο λόφος της Λάρισας (φωτ. EFA).

 

2β. Άποψη της Ασπίδας από το λόφο της Λάρισας (1980)• ο λόφος δενδροφυτεύθηκε γύρω στο 1963. (φωτ. G. Touchais).

 

Κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στον βόρειο και τον νοτιοανατολικό τομέα του οικισμού αποκαλυφτήκαν τρεις μεσοελλαδικές οικοδομικές φάσεις, χρονολογούμενες στα ώριμα (ΜΕ ΙΙ) και τα ύστερα μεσοελλαδικά χρόνια σε μεγαλύτερη έκταση και φαίνεται ότι συγκέ­ντρωνε τα σημαντικότερα κτήρια του οικισμού (εικ.3). Η πρώτη οικοδομική φάση (ΜΕ ΙΙ) άφη­σε λιγοστές μαρτυρίες, ενώ οι δύο επόμενες, αν και απέχουν ελάχιστα χρονολογικά, δίνουν επαρκείς πληροφορίες για τις εξελίξεις στον το­μέα της κατοίκησης κατά τα τελευταία χρόνια της περιόδου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο λόφος Ασπίδας στο Άργος – Κοινωνιολογία του Αστικού και Περιαστικού Χώρου. Σπουδάστριες: Τσαζή Γεωργία – Μπίζα Μαρίνα


 

Η σχέση μας με το εκάστοτε τοπίο στο οποίο βρισκόμαστε , καθώς επίσης και το νόημα που του δίνουμε, βασίζεται στην ανθρώπινη εμπειρία και την άμεση εμπλοκή μας με αυτό. Η παραδοχή αυτή βασίζεται σε φαινομενολογικές προσεγγίσεις οι οποίες δίνοντας σημασία στην κατανόηση και περιγραφή των πραγμάτων όπως αυτά βιώνονται και από το υποκείμενο ‘αντιμετωπίζουν το «τοπίο» (landscape), όχι ως κάτι συγκεκριμένο, αλλά σαν μια έννοια ανοιχτή που αναφέρεται στον κόσμο «εκεί έξω» όπως αυτός βιώνεται και γίνεται κατανοητός μέσω της ανθρώπινης συνείδησης και της ενεργής εμπλοκής με αυτόν.

Όπως κάθε τοπίο, έτσι και το τοπίο που θα μελετήσουμε, βρίσκεται συνεχώς υπό κατασκευή, σχηματίζεται και ανασχηματίζεται βάσει των διαφορετικών εμπειριών και δράσεων των υποκειμένων που έρχονται σε επαφή με αυτό. Ένα τοπίο δεν είναι ποτέ σταθερό και ομοιογενές, αλλά συνεχώς μεταβαλλόμενο, ζωντανό, πολυφωνικό και αντανακλά την δράση των υποκειμένων όπως την ίδια στιγμή αντανακλάται σε αυτήν.

Το τοπίο δηλαδή λειτουργεί παράλληλα ως το μέσον αλλά και το αποτέλεσμα της κοινωνικής δράσης. Το τοπίο αλλάζει καθώς παράγονται διαφορετικά νοήματα για τους τόπους, τόσο από τα διαφορετικά άτομα και ομάδες που ενσωματώνουν τους χώρους στην καθημερινή τους εμπειρία, όσο και ανάλογα με τις διαφορετικές ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες αυτά τα νοήματα αναπτύσσονται. Με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως αν η σχέση μας με το τοπίο είναι αφ’ ενός υποκειμενική και αφ’ ετέρου πολιτισμικά και ιστορικά προσδιορισμένη έχουμε σαν αποτέλεσμα να παράγονται από την σχέση αυτή διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους διαφορετικοί άνθρωποι και ομάδες, αλληλεπιδρούν με το αστικό τοπίο και ταυτόχρονα το κατανοούν και το νοηματοδοτούν. Έτσι, οι ομάδες που κατοικούν και βιώνουν τους χώρους της πόλης τους διεκδικούν, αποδίδοντάς τους νοήματα που πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση τόσο με τα κυρίαρχα, όσο και με τα νοήματα που άλλες ομάδες αποδίδουν στους ίδιους χώρους.

Στη μελέτη αυτή, προσεγγίζονται ο λόφος Ασπίδας ή λόφος Προφήτη Ηλία στο Άργος ως ένα βασικό μέρος του αστικού τοπίου και της ιστορίας του τόπου, το οποίο βρίσκεται συνεχώς υπό διαπραγμάτευση. Πώς επηρεάζει την εικόνα της πόλης και της ζωής, αντανακλώντας πολιτισμικές και αισθητικές επιλογές και ταυτόχρονα φέροντας επάνω του τα ίχνη της δράσης των υποκειμένων που τον χρησιμοποιούν.

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα σημεία της μελέτης και στο τέλος, σε μορφή Portable Document Format (PDF), επισυνάπτουμε ολόκληρη την έρευνα για όσους επιθυμούν να τη μελετήσουν.

[…]  Ο λόφος του Προφήτη Ηλία ή λόφος Ασπίδας βρίσκεται στο Άργος Αργολίδας, βορειοδυτικά της σημερινής πόλης (Εικ. 1). Ο αστικός ιστός κυκλώνει τον λόφο, ενώ η πόλη ορίζεται από τις νότιες/νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου του Προφήτη Ηλία και τις ανατολικές υπώρειες του ψηλότερου λόφου της Λάρισας, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη ακρόπολη του Άργους. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο αυτούς λόφους ονομάζεται Δειράδα. (Εικ. 2)

 

Εικ. 1. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Εικ. 2. Αρχείο Γεωργία Τσαζή

 

Και οι δύο αυτοί λόφοι, οι οποίοι σηματοδοτούν το τοπίο της πόλης, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της, ως τόποι κατοίκησης και λατρείας, κυρίως όμως ως χώροι στρατηγικής και συμβολικής σημασίας.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Περί της Πύλης των Μυκηνών – Ευαγγελία Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη (1931-2002),  Αρχαιολογική Εφημερίς 1965


 

Η κυρία πύλη των Μυκηνών, ως γνωστόν, ήλθε πλήρως εις φως κατά τους νεωτέρους χρόνους μετά τον κατά τα έτη 1840 – 1841 δια του Πιττάκη γενόμενον καθαρισμόν της δαπάναις της νεοσυστάτου τότε εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ήτις ως πρώτον μέλημα έσχε τον καθαρισμόν και την αποκάλυψιν των σημαντικωτέρων διά τον Ελληνισμόν μνημείων της αρχαιότητος, εν οις και το τείχος των Μυκηνών. Εις πολύ παλαιοτέρους χρόνους όμως ήρχισεν η περί την πύλην επιστημονική έρευνα και ενασχόλησις, ιδία περί την ερμηνείαν της επ’ αυτής παραστάσεως και την σημασίαν αυτής, αλλά και την σχέσιν της, λόγω του επιφανούς της τοποθετήσεώς της, προς την πόλιν των Μυκηνών.

 

Το επί της πύλης των Μυκηνών ανάγλυφον. Αρχαιολογική Εφημερίς 1965.

 

Αν και η περιγραφή της επί της αναγλύφου πλακός παραστάσεως έχει πλειστάκις παρατεθή υπό πάντων των ειδικώς ενδιατριψάντων περί τας Μυκήνας και των γενικώς περί τα Μυκηναϊκά γραψάντων, νομίζω ότι θα μού συγχωρηθή να επανέλθω δια μιαν ακόμη φοράν παρέχουσα όσα και δι’ αυτοψίας διεπίστωσα και επεβεβαίωσα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μεσοβυζαντινό Άργος: Ιστορικά δεδομένα και νομισματική κυκλοφορία – Παναγιώτης Γιαννόπουλος


 

Η μεσοβυζαντινή Αργολίδα σπάνια αναφέρεται στις γραπτές πηγές. Σύμφωνα με ένα Σχόλιο του Αρέθα Καισαρείας στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου, κατά το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου (587/588) αβαροσλαβικά φύλα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο.

Οι Αργείοι, προ του κινδύνου, επιβιβάστηκαν σε πλοία και κατέφυγαν στη νήσο Ρόβη.[1] Την πληροφορία αυτή του Σχολίου του Αρέθα αντιγράφουν το πολύ νεότερο Χρονικό της Μονεμβασίας[2] και ο πατριάρχης Νικόλαος Γ’ ο Γραμματικός (1084-1111) σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό.[3] Αποτελεί συνεπώς μεθοδολογικό λάθος, που διαιωνίζεται από πολλούς ιστορικούς, η παραπομπή στο Χρονικό της Μονεμβασίας για την καταστροφή του Άργους από τους Αραβοσλάβους. Είναι ορθότερο οι παραπομπές να γίνονται στον Αρέθα, η επιστημονικότητα και η πελοποννησιακή καταγωγή του οποίου προσδίδουν ιδιαίτερο βάρος στα γραφόμενά του.[4]

 

Άγιος Αρέθας Καισαρείας, έργο του αγιογράφου Κωνσταντίνου Δημητρέλου, 2015. Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας θεωρείται ένας από τους διαπρεπέστερους λογίους της Μεσοβυζαντινής περιόδου και από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης των κλασικών σπουδών στο Βυζάντιο. Γεννήθηκε στην Πάτρα γύρω στο 850.

 

Η χρονολόγηση του Αρέθα για την πρώτη αβαροσλαβική εισβολή στην Πελοπόννησο ελέγχεται ως ανακριβής. Ο συντάκτης του Σχολίου στηρίζεται προφανώς σε προφορικές ή οικογενειακές παραδόσεις και περιέχει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες.[5] Ενδελεχής και επισταμένη έρευνα των παράλληλων πηγών απέδειξε ότι οι Αβαροσλάβοι διέσπασαν την αμυντική γραμμή του Ισθμού στα τέλη του 584 ή στις αρχές του 585, ενώ το νησί στο οποίο κατέφυγαν οι Αργείοι ήταν η Πλατιά (που ενίοτε αναφέρεται και ως Ρόβη), στις νότιες ακτές της Αργολίδας.[6] Νομίσματα και αργυρά σκεύη της εποχής που βρέθηκαν στο σήμερα ακατοίκητο νησί επιρρωνύουν αυτό το συμπέρασμα.[7] Τα αβαρικής και σλαβικής καταγωγής αντικείμενα και θραύσματα αγγείων που βρέθηκαν στην Αργολίδα υποδεικνύουν ότι οι εισβολείς ελάχιστα παρέμειναν στις καταστραμμένες περιοχές.[8]

 

Η Πλατειά είναι νησίδα του Αργοσαρωνικού η οποία βρίσκεται κοντά στις ανατολικές ακτές του Αργολικού κόλπου, απέναντι από το χωριό Κάντια. Η νησίδα αυτή, όπως και οι παρακείμενές της κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής του Αργολικού κόλπου, χρησίμευαν ως καταφύγια των πληθυσμών σε περιπτώσεις βαρβαρικών επιδρομών, βλ. Α. Κυρου, «Νησιώτικα καταφύγια στον Αργολικό κόλπο κατά τους Πρωτοβυζαντινούς αιώνες», στο Πρακτικά ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (2000), τόμ. Β΄ (2002).

 

Μολονότι με το θέμα έχω ασχοληθεί επισταμένως, θεωρώ σκόπιμες δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά στη χρονολόγηση της πρώτης εισβολής. Ορισμένοι ιστορικοί υιοθετούν άκριτα τη χρονολόγηση του Χρονικού της Μονεμβασίας, του οποίου ταυτόχρονα απορρίπτουν την ιστορική αξιοπιστία. Προς επίρρωση της άποψής τους φέρουν τα νομισματικά ευρήματα, στα οποία περιέχονται χάλκινες κοπές του 4ου έτους του Μαυρικίου (585/586) και τα οποία τοποθετούν στην προ της εισβολής περίοδο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μετάλλιο φιλομάθειας του Ιωάννη Καποδίστρια – Ανδρέας Μαζαράκης


 

Ιωάννης Καποδίστριας, λιθογραφία.

Η προσπάθεια του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια, να θέσει βάσεις στην παιδεία είναι γνωστή. Μόνο για το χρονικό διάστημα των πρώτων τεσσάρων μηνών του 1830, μέσα στο χειμώνα, επισκέφτηκε τη Σύρο, τον Πόρο και την Αίγινα ενθαρρύνοντας τους τοπικούς παράγοντες να συνδράμουν στην ίδρυση σχολείων. Η ανταπόκριση των συνδρομητών σε τοπικό επίπεδο ήταν θετική. Υπάρχει όμως μία λιγότερο γνωστή πτυχή αυτής της προσπάθειας, εκείνη της απονομής βραβείου φιλομάθειας γιατί όπως πίστευε, «[…] οί Ἕλληνες εἶναι εὐαίστητοι, καὶ ἐν αὐτοὶς ἡ ἰσχυροτάτη χορδὴ ὑπάρχει ἡ τῆς φιλαυτίας […]»[1]. Ανέτρεξα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία και δεν συνάντησα μία πλήρη δημοσίευση που να αφορά στο βραβείο φιλομάθειας και πολύ περισσότερο μία φωτογραφία του μεταλλίου.

Η αλληλογραφία του Καποδίστρια ρίχνει αρκετό φως στην ύπαρξη του μεταλλίου – βραβείου, γιατί μας αναφέρει ότι στην αρχή κόπηκε για τη βράβευση των αριστούχων της Αλληλοδιδακτικής σχολής του Ναυπλίου και αργότερα για το ορφανοτροφείο της Αίγινας και τα υπόλοιπα σχολεία.

Στις 5 Απριλίου, στέλνει ο Κυβερνήτης μία επιστολή προς τον διδάσκαλο της σχολής όπου του γράφει «[…] Πέμπομεν πρός σὲ τὰ νομισματικὰ βραβεῖα δἰ ὧν ἡ κυβέρνησις τιμᾷ τοὺς εὐδοκιμήσαντες εἰς τὰς τελευταίας ἐξετάσεις μαθητάς σου, […] οἱ δὲ τούτων ἀξιωθέντες θέλουν φέρει ἐπὶ τοῦ στήθους προσηρτημένα μὲ δέμα ἐθνικοῦ χρώματος»[2]. Το ίδιο κείμενο δημοσιεύτηκε με μικροδιαφορές στις 7 Μαΐου 1830 στην «Ἐφημερὶς Γενική», όπου αναφέρεται ότι τα μετάλλια εστάλησαν σύμφωνα με «τὸν ἐπισυναπτόμενον κατάλογον», που σημαίνει ότι οι μαθητές που βραβεύτηκαν ήταν περισσότεροι από ένας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμβολή της Βασιλικής Μπόμπου-Σταμάτη στη μελέτη του Bικεντίου Δαμοδού – Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου


 

Στα έργα της για τον Βικέντιο Δαμόδο (Χαβριάτα Κεφαλονιάς 1700-1754) η Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη (Καλαμάτα 1932-Αθήνα 2020) επικεντρώνεται στη ζωή και στους δρόμους που ακολούθησε, τα χρόνια που πέρασε στη Βενετία, σπουδάζοντας φιλοσοφία και νομικά καθώς και στη φιλοσοφική και θεολογική Σχολή που ίδρυσε στα Χαβριάτα.

Στόχος της ήταν επίσης να μελετήσει και να ταξινομήσει τα χειρόγραφα των έργων και των διδακτικών του βιβλίων, τα περισσότερα αδημοσίευτα. Προσπαθώντας να εκτιμήσει τη θέση του στην ιστορία της νεοελληνικής σκέψης, θεώρησε ότι ο Δαμόδος ήταν ένας σημαντικός πρόδρομος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που διακρίθηκε για την υπεράσπιση της καρτεσιανής φιλοσοφίας και φυσικής αντί του αριστοτελισμού και για το ενδιαφέρον του για τη χρήση της απλοελληνικής γλώσσας.

 

Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα της Βασιλικής Μπόμπου-Σταμάτη υπήρξαν ποικίλα και όπως έγραψε η ίδια η έρευνα συνιστούσε για εκείνη μια γοητευτική περιπέτεια[1]. Ασχολήθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, με  τους Έλληνες φοιτητές στην Πάδοβα, με γνωστούς λογίους της βενετικής και οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, με τη  βιβλιοθήκη του λόρδου Γκίλφορδ αποτυπώνοντας έτσι το μοναδικό της στίγμα και την ευαισθησία της.

Τον τελευταίο καιρό, εντρυφούσε με μεγάλη ευχαρίστηση στην περιπετειώδη ζωή του Άγγλου περιηγητή και λογίου John Τweddell (1769-1799) που νεότατος άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα. Το συγγραφικό κύκνειο άσμα της υπήρξε ο πρόλογος στην επανέκδοση του βιβλίου της Μελπομένης Κ. Αυγερινού, Μακεδονικά απομνημονεύματα: Γραφέντα επί τη βάσει λεπτομερούς μελέτης και προσωπικής πείρας των μακεδονικών πραγμάτων από 1898-1912 (Αθήνα 1914) που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2020 στη Θεσσαλονίκη[2]. Πρόκειται για θέματα που, μαζί με τόσα άλλα που ανακύπτουν από την καθημερινότητα, αποτέλεσαν το περιεχόμενο μιας μακράς και αδιάλειπτης φιλίας που με συνέδεσε με την Κική για ένα διάστημα πενήντα και πλέον ετών.

Η προσήλωσή της στην προσωπικότητα του Βικέντιου Δαμοδού (Χαβριάτα Παλικής Κεφαλληνίας 1700-1754) οφείλεται κυρίως στην προσπάθειά της να τον αποκαταστήσει στην προσωπογραφία της νεοελληνικής παιδείας προσφέροντας άφθονο και άγνωστο υλικό[3]. Στη διατριβή της με τίτλο Ο Βικέντιος Δαμοδός. Βιογραφία-Εργογραφία 1700-1752[4], καρπό πολυετούς και ενδελεχούς έρευνας την οποία υποστήριξε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αναθεωρώντας σε πολλά σημεία την αδρή ως τότε εικόνα του φωτίζοντας άγνωστες πτυχές της ζωής του και του έργου του καθώς και τη χρονολογία του θανάτου το 1754 αντί του 1752[5].

 

Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη, «Ο Βικέντιος Δαμοδός. Βιογραφία – Εργογραφία 1700-1754», Διδακτορική διατριβή. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998.

 

Από διάσπαρτες αρχειακές πηγές, όπως τα Αρχεία της Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας και το κρατικό αρχείο της Βενετίας, το αρχείο των Rifirmatori dello studio di Padova, το τοπικό ιστορικό αρχείο της Κεφαλονιάς καθώς και τον κώδικα της Εκκλησίας της Θεοτόκου στα Χαβριάτα, μαθαίνουμε  για τις καταβολές της οικογενείας Damodon-Δαμοδού από τη Μεθώνη, για τον πατέρα του Φραγκίσκο, την μητέρα του Φιλανδρία Μοσχοπούλου, τη σύζυγό του Καλομοίρα Φουκά, τα αδέλφια του, τον θείο του Βενέδικτο, εφημέριο του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία  καθώς και για άλλα στενά συγγενικά του πρόσωπα.  Επίσης μαθαίνουμε για τη μαθητεία του κοντά στον Αντώνιο Κατήφορο στο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο στη Βενετία, για τις περαιτέρω σπουδές του στα νομικά, τη φιλοσοφία και τη θεολογία, για τη λειτουργία της φημισμένης του Σχολής στα Χαβριάτα που ίδρυσε λίγο μετά το 1721 καθώς και για τους μαθητές τους.

 

Το Ελληνομουσείο Φλαγγίνη, αριστερά και στο κέντρο, ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων, συνοικία Καστέλο. Το 1498, η ελληνική κοινότητα της Βενετίας πήρε το δικαίωμα να ιδρύσει τη «Scuola de San Nicolò dei Greci» (Σχολή του Αγίου Νικολάου των Ελλήνων», μια αδελφότητα η οποία βοηθούσε τα μέλη της κοινότητας. Το 1539, μετά από διαρκείς διαπραγματεύσεις, η καθολική εκκλησία επέτρεψε την κατασκευή της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου η οποία χρηματοδοτήθηκε από φόρο σε όλα τα πλοία που ερχόταν από Ορθόδοξες περιοχές. Η Φλαγγίνειος Σχολή, ή Ελληνομουσείο Φλαγγίνη ή Φλαγγιανόν Φροντιστήριον ήταν ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που λειτούργησε στη Βενετία από το 1662 έως το 1905.

 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Σμύρνη με το βλέμμα του Νικολάου Δραγούμη – Στοχασμοί για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου


 

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Σμύρνη κατέχει μία ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία καθώς συνιστούσε έναν ελκυστικό ταξιδιωτικό προορισμό[1]. Εκτός από τους ακατάλυτους δεσμούς που συνέδεαν την ελληνική κοινότητα με το εθνικό κέντρο, υπήρχε διάχυτη η αίσθηση ότι η εμβληματική αυτή μητρόπολη της Ιωνίας υπερείχε των πόλεων του ελληνικού κράτους για το επίπεδο και την ποιότητα ζωής.

 

Άποψη της Σμύρνης. Abraham Storck (Άμπραχαμ Στορκ), 18ος αιώνας.

 

Ένα επίλεκτο μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Γ. Κοζάκης-Τυπάλδος, σχετικά σημειώνει: «Εν γένει υπό την υλικήν έποψιν οι Σμυρναίοι εισί πολύ πλέον πεπολιτευμένοι από ημάς τους κατά την ελευθέραν Ελλάδα Έλληνες, και τη αληθεία (μ᾽όλας μας τας αξιώσεις) νομίζω, ότι και διανοητικώς δεν υπερτερούμεν αυτούς κατά πολύ»[2].

H λαμπρή αυτή κοσμόπολη που στα νεότερα χρόνια συγκροτήθηκε από μεταναστευτικά πληθυσμιακά ρεύματα, σταδιακά  σημείωσε αλματώδη οικονομική πρόοδο λόγω των γεωπολιτικών συνθηκών και των διεθνών της προσβάσεων[3]. Πρόκειται πλέον για την ανθοφορούσα και πολυεθνική Σμύρνη[4] όπου το ελληνικό στοιχείο συνιστούσε τον αξιολογότερο οικονομικό και κοινωνικό  παράγοντα[5]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Θέλω να σταβρωθώ κι εγώ»: Μιχαήλ Ακύλα, Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα. Μια βιβλική παράφραση  – Αννίτα Π. Παναρέτου


 

Η ύπαρξη του έργου Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα μού έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια συστηματικής έρευνάς μου για την ανάδειξη της φυσιογνωμίας του Μιχαήλ Ακύλα. Έτσι, θα περιοριστώ σε μια παρουσίαση του έργου, με αναφορά στον βίο και την προσωπικότητα του συγγραφέα του.

Μιχάλης Ακύλας

Ο Μιχαήλ Ακύλας, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, γεννήθηκε στο Άργος, τον Ιανουάριο του 1900. Έχασε νωρίς τη μητέρα του και ο πατέρας του, που λόγω επαγγέλματος – ήταν νομομηχανικός – μετακινείτο συχνά με μετάθεση, τον ενέγραψε οικότροφο στη Λεόντειο Σχολή. Στα δεκαέξι του εισήχθη στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία αποφοίτησε ως μάχιμος σημαιοφόρος για να φτάσει, το 1929, στον βαθμό του υποπλοιάρχου. Το 1931 μετατάχθηκε στη νεοσύστατη τότε πολεμική αεροπορία με τον βαθμό του σμηναγού. Το 1932 προήχθη σε επισμηναγό. Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς, πάντως μετά τα μέσα του 1932 και πριν την άνοιξη του 1934 παραιτήθηκε.

Τον ξαναβρίσκουμε στα τέλη Νοεμβρίου του 1941, όταν, σύμφωνα με μαρτυρία του φίλου του συγγραφέα Γιάννη Μαγκλή, αναζητούσε τρόπο να διαφύγει στη Μέση Ανατολή. Τον Μάρτιο του 1942 η προσπάθεια ευοδώνεται και τη νύχτα της 31η Μαρτίου προς 1η Απριλίου ο Ακύλας αποπλέει από το Νέο Φάληρο πάνω σε ένα καΐκι, μαζί με άλλους 13 επιβάτες, αξιωματικούς και πολίτες. Η επιχείρηση προδίδεται. Σε απόσταση μικρότερη των δύο μιλίων από την ακτή τούς πλησιάζει μια γερμανική τορπιλάκατος και συλλαμβάνονται όλοι, καθώς και οι 15 επιβάτες ενός δεύτερου καϊκιού που ακολουθούσε. Κλείνονται στις φυλακές Αβέρωφ και στις 4 Μαΐου μεταφέρονται στις φυλακές Παραπηγμάτων της οδού Βουλιαγμένης. Εκεί, στις 29 Μαΐου, τους ανακοινώνεται ότι θεωρούνται όμηροι και ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε δολιοφθοράς κατά του Άξονα θα τουφεκιστούν.

Στις 4 Ιουνίου τους ανακοινώνεται ότι έγινε δολιοφθορά σε μικρό μέρος της σιδηροδρομικής γραμμής κοντά στα Λιόσια. Επιλέγονται 3 αξιωματικοί και 3 πολίτες, στους οποίους προστέθηκαν στη συνέχεια δύο φοιτητές. Στην ομάδα των οκτώ συμπεριλαμβανόταν ο Ακύλας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο – Σύντομο ιστορικό και αρχαιολογικό σημείωμα – Αναστασία Βασιλείου, Δρ αρχαιολόγος


 

Αρχαιότητα

 

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η πόλη οφείλει το όνομά της στον ιδρυτή της Ναύπλιο, γιο του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης.

Τα πρώτα ίχνη ζωής, που ανάγονται στην προϊστορική εποχή, έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορα σημεία της πόλης, όπως στο κάστρο της Ακροναυπλίας, στο λόφο του Παλαμηδίου, στην περιοχή της Ευαγγελίστριας, στα Κουτσούρια και στην Καραθώνα. Η ύπαρξη οργανωμένου οικισμού εντοπίζεται στο κάστρο της Ακροναυπλίας γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., οπότε και χρονολογείται η πρώτη φάση των τειχών του.

Όταν επισκέφθηκε την πόλη ο Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ.Χ., τη βρήκε έρημη. Αναφέρει ερείπια τειχών και την ύπαρξη ιερού του Ποσειδώνα.

 

Πρωτοβυζαντινή και Μεσοβυζαντινή εποχή (4ος – αρχές 13ου αι.)

 

Στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους το Ναύπλιο παραμένει μικρή πόλη, η οποία διοικητικά ανήκε στην επαρχία Αχαΐας και εκκλησιαστικά στην επισκοπή Άργους. Από τα τέλη του 8ου/αρχές του 9ου αιώνα η περιοχή ανήκε στο θέμα Πελοποννήσου με έδρα την Κόρινθο και από τον 11o αιώνα στο θέμα Ελλάδος με έδρα τη Θήβα.

Λέων Σγουρός, προσωπογραφία η οποία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου «Λέων Σγουρός – Έπος», του Κώστα Μ. Σταμάτη, εκδόσεις «Λεξίτυπον», 2011.

Από τον 11o αιώνα η πόλη αρχίζει να αναδεικνύεται ως εμπορικό κέντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ναύπλιο συμπεριλήφθηκε στις πόλεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας όπου οι Βενετοί είχαν αποκτήσει το προνόμιο της ελεύθερης εμπορίας. Στα τέλη του 12ου αιώνα εξέχουσα για την ιστορία της πόλης υπήρξε η μορφή του Λέοντα Σγουρού, τοπικού άρχοντα του Ναυπλίου από το 1200 περίπου. Ο Λέων Σγουρός θέλοντας να επεκτείνει την εξουσία του έφτασε μέχρι τη Λάρισα το 1204. Την προέλασή του ανέκοψαν οι Σταυροφόροι, στη διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας, οι οποίοι κατέλαβαν τελικά όλες τις περιοχές που είχε κατακτήσει, μαζί με το Ναύπλιο.

Στη βυζαντινή εποχή, η κατοίκηση εντοπίζεται κυρίως στην Ακροναυπλία, στο κάστρο αλλά και στη βόρεια κλιτύ της, στην περιοχή του Ψαρομαχαλά. Σημαντικό κατάλοιπο της εποχής αποτελεί η εκκλησία που ήταν πιθανώς αφιερωμένη στους αγίους Θεοδώρους και σήμερα σώζεται μόνο η θεμελίωση και το κατώτερο τμήμα της τοιχοποιίας της. Η συγκεκριμένη εκκλησία που άλλοτε δέσποζε σε κεντρική θέση της Ακροναυπλίας πιθανώς συνδέεται με τον οίκο των Σγουρών. Στο κάστρο έχει βρεθεί επίσης αξιόλογη εφυαλωμένη κεραμική, κυρίως του 12ου αιώνα και εξής.

 

Φραγκοκρατία (1210-1388)

 

 Μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Σταυροφόρους, η περιοχή παραχωρήθηκε το 1212 ως φέουδο από τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο στον κύρη των Αθηνών Όθωνα de Ιa Roche και προσαρτήθηκε στο Δουκάτο των Αθηνών. Εκκλησιαστικά η Αργολίδα υπαγόταν στη λατινική επισκοπή Άργους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδίστριας: Πτυχές της επανάστασης του 1821 στο θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη – Θωμάς Καραγκιοζόπουλος


 

Στην ποιητική έμμετρη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη Καποδίστριας, η οποία γράφεται το διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1944, ο ιστορικός χρόνος τοποθετείται στην Ελλάδα της μετεπαναστατικής περιόδου 1828-1831. Το θεατρικό είναι γραμμένο κατά βάση σε ιαμβικό δεκατρισύλ­λαβο στίχο, ενώ στα χορικά, ο λόγος του Χορού των Γυναικών έχει συντεθεί σε αναπαιστικούς στίχους δέκα συλλαβών. Ο Καζαντζάκης αξιοποίησε ένα παλαιότερο ποίημά του με τίτλο «Σουλιώτισσα» (1906), ενώ προχώρησε και σε μια γόνιμη συνομιλία με το δημοτικό τραγούδι.[1] Είναι γεγονός πως η στι­χουργημένη μορφή του κειμένου αποτελεί μία πρόσθετη δυσκολία στην πρό­σληψη των νοημάτων του έργου, ιδίως όταν αυτό επιλέγεται για να «ανέβη» στο θέατρο.

«Ο Καποδίστριας» – Τραγωδία. Έτος έκδοσης, 1946.

Στην αρχή, θα ήταν χρήσιμη μια περίληψη του θεατρικού: Γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δολοφονηθεί, ο Καποδίστριας πληροφορείται ότι οι Μανιάτες έχουν εξεγερθεί εναντίον του και ζητούν την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Λίγο αργότερα, τον επισκέπτεται ο Μακρυγιάννης που είχε λάβει μια περίεργη προειδοποίηση ότι ο κυβερνήτης θα κινδυνεύσει και σπεύδει να τον προστατεύσει. Τον συμβουλεύει να ελευθερώσει τον Πετρό­μπεη, να συγχωρέσει την εξέγερση της Ύδρας και να προχωρήσει σε ανα­δασμό της γης.

Ο Καποδίστριας είναι ανένδοτος στο θέμα της Ύδρας, αλλά φαίνεται να σκέφτεται τις άλλες δύο προτάσεις του Μακρυγιάννη. Μετά την αναχώρηση του τελευταίου, ο κυβερνήτης εξομολογείται στον Παπαγιώργη, έναν Μανιάτη ιερέα που τον αντιμετωπίζει εχθρικά και αρνείται να τον με­ταλάβει, αν δεν ελευθερωθεί ο Πετρόμπεης. Προς το τέλος της συνάντησης, έρχεται ο Κολοκοτρώνης και ειδοποιεί για τη συνωμοσία και την ανάμειξη του Παπαγιώργη. Παρακινεί τον Καποδίστρια να συλλάβει τους Μαυρομι­χάληδες που έχουν ορκιστεί να τον σκοτώσουν, όμως ο κυβερνήτης διαφωνεί και ανακοινώνει ότι θα στείλει ρωσικά πλοία για να υποτάξει την Ύδρα.

Ο επόμενος επισκέπτης είναι ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, ένας από τους επί­δοξους δολοφόνους του Καποδίστρια. Παραπονιέται ότι ο κυβερνήτης έχει εγκαταλείψει το μεγάλο όραμα για την απελευθέρωση της Πόλης. Εκείνος του εξηγεί ότι προέχει η επίλυση των πρακτικών προβλημάτων, χωρίς όμως να τον πείθει. Λίγο αργότερα, το πλήθος συγκεντρώνεται στην αυλή του Κυβερνείου, διαδηλώνει εναντίον του Καποδίστρια και ζητάει Σύνταγμα. Ο Γκίκας διαφωνεί έντονα με τον Μακρυγιάννη και τον τραυματίζει. Εμφανί­ζεται ο κυβερνήτης. Βλέποντας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη του λέει ότι θα ελευθερώσει τον Πετρόμπεη, αρκεί να το ζητήσει, εκείνος όμως αδιαφορεί.

Οι λεκτικές συγκρούσεις συνεχίζονται, ενώ ο Μακρυγιάννης προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ο Καποδίστριας αναγγέλλει τον αναδασμό της γης, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Κολοκοτρώνη που τον εγκαταλείπει. Τη στιγμή εκείνη φτάνουν τα νέα για την άφιξη των ρωσικών πλοίων στην Ύδρα. Το πλήθος ταράζεται ξανά και ο Παπαγιώργης παρακινεί τους Μαυρομιχά­ληδες να σκοτώσουν τον κυβερνήτη, ο οποίος έχει ήδη διατάξει την αποφυλά­κιση του Πετρόμπεη, θέλοντας έτσι να κάνει προσπάθεια για εθνική συμφι­λίωση. Παρ’ όλα αυτά τον τραυματίζουν θανάσιμα και το έργο κλείνει με τη δολοφονία του Καποδίστρια. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »